Διάλογοι αγάπης.(Ιω.Καρδάση)

3B1

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ.

Είναι γνωστόν, ότι μεταξύ Ορθοδόξων και ΡΚαθολικών διεξάγονται διάλογοι, που καλούνται «διάλογοι αγάπης». Το ερώτημα είναι αν είναι μόνον αγάπης, χωρίς να είναι διάλογοι και αληθείας. Γιατί η αγάπη δεν είναι ξεκάρφωτη. Συνοδεύεται και με την αλήθεια και αυτό το λέγει η Γραφή: «αγαπώ εν αληθεία» (Ιω. Β΄ 1) και «αληθεύοντες δε εν αγάπη…..» (Εφεσ. 4. 15), που σημαίνει ότι δεν μπορεί να συζητάμε οτιδήποτε, χωρίς να περιλαμβάνουμε και την αλήθεια. Δηλ. πως συζητάμε «ψευδόμενοι εν αγάπη»; Ως εκ τούτου, μας κεντρίσθηκε το ενδιαφέρον να εντρυφήσουμε στα άδυτα της Ορθοδοξίας και του ΡΚαθολικισμού και να προσπαθήσουμε να ψηλαφήσουμε τις διαφορές, τα κάποια κοινά σημεία και το εάν, σύμφωνα με τις Άγιες Γραφές, τις Οικουμενικές Συνόδους και τα σχετικά Πατερικά κείμενα, είναι εφικτή αυτή η λεγόμενη «ένωση», αν και κακώς ονομάζεται έτσι και θα πρέπει να ονομάζεται κανονικά, επιστροφή του ΡΚαθολικισμού στην Εκκλησία, από την οποίαν αποσπάστηκε τον 11ο αιώνα.

Αλλά αυτοί οι διάλογοι στερούνται «αληθείας», δηλ. δεν είναι «διάλογοι  αγάπης και αληθείας»; Τότε τι είναι; «Διάλογοι αγάπης και ψεύδους» ή «διάλογοι αγάπης και μισών αληθειών»; Όταν η αλήθεια η δική μου είναι διαφορετική από την αλήθεια τη δική σου, τότε τι συζητάμε; Πώς να κόψουμε μερικές αλήθειες από εμένα και μερικές από εσένα και να δημιουργήσουμε μια καινούργια αλήθεια;

Θεωρούμε ότι, όσοι Ορθόδοξοι συμμετέχουν στους θεολογικούς αυτούς  διαλόγους, θα πρέπει να γνωρίζουν τα της δυτικής θεολογίας. Αν τα γνωρίζουν, τότε τι προσπαθούν να κάνουν; Να μεταπείσουν έναν Οργανισμό να αλλάξει το Καταστατικό του; Και προς τι όλα αυτά; Για να ενώσουμε τις μισές αλήθειες εκατέρωθεν και να δημιουργήσουμε μια καινούργια πρωτόγνωρη αλήθεια;

Μια είναι η λύση στο πρόβλημα: Να μετανοήσει η Δύση και να επανέλθει στην υπακοή, που θέτει η Αγία Γραφή και οι Οικουμενικές Σύνοδοι και κυρίως αποβάλλοντας οριστικά τη νοοτροπία της ηγεμονίας και της εξουσίας σ’ όλη την Εκκλησία. Χωρίς αυτό, ας παραμείνει η Δύση εκεί που βρίσκεται και ας αποτινάξει η Ανατολή το σύνδρομο του Παπισμού, που την διακατέχει και ας συνεχίσει μόνη την πορεία της, κατέχοντας αυτή και μόνον αυτή την Παρακαταθήκη της Πίστης και την Παράδοση της Εκκλησίας.

——————————————————————————————————————–

      ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΑΓΑΠΗΣ

 

«Ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις»

 

            «ου γαρ συγχρώνανται Ιουδαίοι Σαμαρείταις» (Ιω. 4. 9). Πόσο οξύς, σωστός και προφητικός ο λόγος της Σαμαρείτιδας προς τον Κύριο, ο οποίος δεν αντέδρασε, δεν τον αρνήθηκε, αλλά με τη στάση του τον επικρότησε. Πράγματι, τι σχέση μπορεί να έχουν οι Ιουδαίοι και οι Σαμαρείτες, οι οποίοι λάτρευαν τον ίδιο Θεό, πλην όμως διαφωνούσαν στο που κατοικεί, αν κατοικεί στα Ιεροσόλυμα ή στο Γαριζίν!

Η ίδια πρόταση μπορεί να διατυπωθεί και σήμερα, τροποποιημένη για την περίσταση: «ου γαρ συγχρώνται Ορθόδοξοι Παπικοίς», οι οποίοι δεν διαφωνούν στο που κατοικεί ο Θεός, αλλά πιστεύουν και λατρεύουν ένα διαφορετικό Θεό. Οι Ορθόδοξοι λατρεύουν τον Τριαδικό Θεό εν πνεύματι και αληθεία και οι Παπικοί λατρεύουν έναν ειδωλολατρικό Θεό, ένα δούλο Θεό, ένα δούλο της ουσίας του, που λειτουργεί βάσει αναγκαιότητας και όχι βάσει ελευθερίας και βούλησης, σαν τους ενδοσυμπαντικούς «θεούς» των ειδωλολατρών, που ορίζονται από την «ειμαρμένη» και όχι από την ελευθερία βούλησης, που διαθέτουν. Έτσι, λατρεύουν ένα θεό-κριτή-τιμωρό, που μόνο να τον φοβάται και να τον μισεί μπορεί κάποιος. Και εξηγούμεθα:

Όταν συνειδητοποιήσαμε, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε ξεκινήσεις διαλόγους με την ΡΚαθολική «εκκλησία», για την επίτευξη της ενώσεως των δυο –υποτίθεται- διασπασμένων μερών της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, διαλόγους που επωνομάσθησαν «διάλογοι αγάπης», τότε μας κεντρίσθηκε το ενδιαφέρον να εντρυφήσουμε στα άδυτα της Ορθοδοξίας και του ΡΚαθολικισμού και να προσπαθήσουμε να ψηλαφήσουμε τις διαφορές, τα κάποια κοινά σημεία και το εάν, σύμφωνα με τις Άγιες Γραφές, τις Οικουμενικές Συνόδους και τα σχετικά Πατερικά κείμενα, είναι εφικτή αυτή η λεγόμενη «ένωση», αν και κακώς ονομάζεται έτσι και θα πρέπει να ονομάζεται κανονικά, επιστροφή του ΡΚαθολικισμού στην Εκκλησία, από την οποίαν αποσπάστηκε τον 11ο αιώνα, όπως είχε αποσπαστεί και πρωτύτερα ο Μονοφυσιτισμός τον 5ο αιώνα. Στο τολμηρό αυτό εγχείρημα ευτυχήσαμε να έχουμε τη βοήθεια και την πολύτιμη συμβολή και συμβουλή του πνευματικού μας πατέρα, που μας στάθηκε αρωγός και μας βοήθησε να ξεδιαλύνουμε όλα τα σκοτεινά και δύσκολα δογματικά και κανονικά σημεία.

Σήμερα, μετά από χρόνια μελέτης όλων αυτών των στοιχείων, που αφορούν τα δυο εμπλεκόμενα μέρη, τολμούμε να παρουσιάσουμε τις σκέψεις μας, μετά από προσοχή και εμβάθυνση σ’ όλες τις παραμέτρους, που θηρεύσαμε από πληθώρα αναφορών, σχετικά με τις διαφορές της ορθής από την ψευδή πίστη και να προχωρήσουμε ένα βήμα ακόμη περισσότερο, βήμα επικίνδυνο και συνάμα αρνητικό για την ποιμαντική πρακτική. Επίσης ανακαλύψαμε, το πόσο η Εκκλησία βοήθησε στην εδραίωση της νοοτροπίας του Παπισμού και το πόσο επηρεάσθηκε από αυτή τη νοοτροπία και σε ποιο βαθμό έχει υποστεί την λεγόμενη  εκδυτικοποίηση, η οποία τολμούμε να πούμε, ότι είναι σχεδόν συντελεσμένη.

Επίσης εξετάσθηκαν οι επιδράσεις του Παπισμού πάνω στην Ορθοδοξία και επίσης σε ποιο βαθμό η Εκκλησία βοήθησε ή ανέχθηκε αυτή την επίδραση και το βαθμό διάβρωσής της από τη νοσηρή αυτή νοοτροπία του Παπισμού (άγιος Νεκτάριος), δηλ. τη μετατροπή της σε ιδεολογία, εξουσία, κυριαρχία, επιβολή και όλα τα συμπαραμαρτούντα στον 3ο πειρασμό του Χριστού στο Όρος. Και για πρώτη φορά θίγεται το θέμα, εάν και κατά πόσον αυτή η νοοτροπία ξεκίνησε ήδη από τους αποστολικούς χρόνους με την προσπάθεια του κορυφαίου αποστόλου Πέτρου να ηγεμονεύσει στους άλλους 11 μαθητές, όπως καταφανώς καταδεικνύεται στο Πράξεις 15. 6-7, κατά την αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων και όπως εμπεριστατωμένα παρουσιάζεται από τους πατέρες της Πανορθοδόξου Συνόδου του 1848, στην επιστολή τους προς τον Πάπα Πίο Θ΄, όπου αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Η προσευχή του Κυρίου μας έγινε, διότι ο Σατανάς είχε ζητήσει να σκανδαλίσει την πίστη όλων των Αποστόλων, αλλά ο Κύριος του επέτρεψε μόνο τον Πέτρο, και μάλιστα ακριβώς διότι έλεγε λόγια εγωιστικά και αναδείκνυε τον εαυτό του περισσότερο από τους άλλους» (Εγκύκλιος των Πατριαρχείων ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και των Ι. Συνόδων αυτών προς τον Πάπα Ρώμης Πίο Θ΄, 1848). Άραγε, οι Πάπες της Ρώμης, εκτός όλων των άλλων κληρονόμησαν και αυτήν την τάση για ηγεμονισμό από τον όντως μεγάλο αυτό απόστολο;

Τέλος, αναφέρονται οι προοπτικές της λεγόμενης «ένωσης» με τους «διαλόγους της αγάπης», που κατά καιρούς διεξάγονται. Αλλά για ποια «ένωση» μιλάμε, για την ένωση των μισών αληθειών από τους μεν και των μισών αληθειών από τους δε σε ένα άθροισμα ετερόκλητων αληθειών, που υποτίθεται εκφράζουν την πάσα αλήθεια, όπως αυτή αποκαλύφθηκε άπαξ στο υπερώο της Πεντηκοστής; Η «ένωση» για την επίτευξη της οποίας προσευχόμαστε, προϋποθέτει ενότητα στην Πίστη και κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Αλλά πως μπορεί να υπάρξει ενότητα σε διαφορετικά Πιστεύω και πως μπορεί να υπάρξει κοινωνία του αγίου Πνεύματος, όταν εγώ θεωρώ διαφορετική την πηγή προέλευσης Αυτού από ότι εσύ; Εγώ θα το λέω στα ελληνικά έτσι και εσύ στα λατινικά αλλιώς και όλα αυτά καλώς καμωμένα; Μήπως παιδιαρίζουμε;

Από την άλλη βαυκαλιζόμαστε, ότι διενεργούμε «διαλόγους αγάπης». Αλλά αυτοί οι διάλογοι στερούνται «αληθείας», δηλ. δεν είναι «διάλογοι  αγάπης και αληθείας»; Τότε τι είναι; «Διάλογοι αγάπης και ψεύδους» ή «διάλογοι αγάπης και μισών αληθειών»; Όταν η αλήθεια η δική μου είναι διαφορετική από την αλήθεια τη δική σου, τότε τι συζητάμε; Πώς να κόψουμε μερικές αλήθειες από εμένα και μερικές από εσένα και να δημιουργήσουμε μια καινούργια αλήθεια;

Η Παπική πλευρά έχει, για παράδειγμα, κάποιες δικές της αλήθειες, όπως καταγράφονται στη «Σύνοψη της κατήχησης της Καθολικής Εκκλησίας» (28.06.2005, Πάπας Βενέδικτος XVI):

1/ «Το καθήκον να ερμηνεύει αυθεντικά την παρακαταθήκη της πίστης ανήκει στο μόνο ζωντανό Διδακτικό Σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή στο Διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, ο οποίος είναι ο Επίσκοπος Ρώμης, και στους Επισκόπους που βρίσκονται σε κοινωνία μαζί του. Στο Διδακτικό Σώμα της Εκκλησίας, το οποίο υπηρετώντας το Λόγο του Θεού έχει το βέβαιο χάρισμα της αληθείας, ανήκει επίσης το καθήκον να καθορίζει τα δόγματα, τα οποία είναι οι διατυπώσεις των αληθειών που περιέχονται στη θεϊκή Αποκάλυψη» (παράγραφος 16).

2/ Το άγιο Πνεύμα «είναι το τρίτο Πρόσωπο της Αγιότατης Τριάδας. Είναι Θεός, ένας και ίσος με τον Πατέρα και τον Υιό. Αυτό «εκπορεύεται από τον Πατέρα» (Ιω. 15. 26), ο οποίος, ως αρχή χωρίς αρχή, είναι η προέλευση όλης της τριαδικής ζωής. Εκπορεύεται επίσης από τον Υιό («Filioque»), χάρη στο αιώνιο δώρο που ο Πατέρας κάνει στον Υιό» (παράγραφος 47).

3/ «Το προπατορικό αμάρτημα, μέσα στο οποίο όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται, είναι η κατάσταση στερήσεως της πρωταρχικής αγιότητας και δικαιοσύνης. Είναι μια αμαρτία την οποίαν εμείς «συνήψαμε», χωρίς να την «διαπράξουμε». Είναι μια κατάσταση γεννήσεως και όχι μια προσωπική πράξη. Εξαιτίας της κοινής προέλευσης όλων των ανθρώπων, η προπατορική αμαρτία μεταδίδεται στους απογόνους του Αδάμ με την ανθρώπινη φύση, «όχι από μίμηση αλλά από μετάδοση»» (παράγραφος 76).

4/ «Η μοναδική Εκκλησία του Χριστού, ως συντεταγμένη και οργανωμένη κοινωνία μέσα στον κόσμο, ενυπάρχει (subsistit in) στην Καθολική Εκκλησία, που κυβερνάται από τον Διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου και από τους Επισκόπους που βρίσκονται σε κοινωνία μαζί του» (παράγραφος 162).

5/ «Ο Πάπας, Επίσκοπος Ρώμης και Διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, είναι η διηνεκής ορατή αρχή και το θεμέλιο της ενότητας της Εκκλησίας. Είναι ο αντιπρόσωπος του Χριστού, κεφαλή του συλλόγου των Επισκόπων και ποιμένας όλης της Εκκλησίας, πάνω στην οποία, από θεϊκό ορισμό, έχει εξουσία πλήρη, ύπατη, άμεση και παγκόσμια» (παράγραφος 182).

6/ «Το αλάθητο εφαρμόζεται όταν ο Ρωμαίος Ποντίφηκας, δυνάμει της εξουσίας του ως ύπατου Ποιμένα της Εκκλησίας, ή ο σύλλογος των Επισκόπων σε κοινωνία με τον Πάπα, προπάντων όταν είναι συναθροισμένος σε μια Οικουμενική Σύνοδο, διακηρύττουν με μια οριστική πράξη μια διδασκαλία που αφορά την πίστη ή την ηθική, και επίσης όταν ο Πάπας και οι Επίσκοποι, στην τακτική τους Διδασκαλία, συμφωνούν στο να προτείνουν μια διδασκαλία ως οριστική» (παράγραφος 185).

7/ «Το καθαρτήριο είναι η κατάσταση εκείνων που πεθαίνουν ευρισκόμενοι στη φιλία του Θεού, αλλά, αν και είναι βέβαιοι για την αιώνια σωτηρία τους, έχουν ακόμη ανάγκη καθαρμού, για να μπουν στην αιώνια ευτυχία» (παράγραφος 210).

Θα θέλαμε να ρωτήσουμε αφελώς: όσοι Ορθόδοξοι συμμετέχουν στους θεολογικούς αυτούς  διαλόγους, άραγε γνωρίζουν τα ανωτέρω, αλλά και πολλά άλλα αντορθόδοξα σημεία και συμφωνούν με αυτά; Αν συμφωνούν, τότε καλά κάνουν και συμμετέχουν στους διαλόγους αυτούς, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουν, ότι αυτόματα θέτουν εαυτούς εκτός Εκκλησίας. Αν όχι, τότε προς τι η συμμετοχή τους σε ένα «διάλογο αγάπης και ψεύδους»; Τι προσπαθούν να κάνουν; Να μεταπείσουν έναν Οργανισμό να αλλάξει το Καταστατικό του; Και προς τι όλα αυτά; Για να ενώσουμε τις μισές αλήθειες εκατέρωθεν και να δημιουργήσουμε μια καινούργια πρωτόγνωρη αλήθεια;

Πολλοί ομιλούν, για την επάνοδο της Δύσης στην προ του Σχίσματος κατάσταση και όλα θα είναι καλώς καμωμένα. Η δική μας πρόταση είναι, αν πρόκειται να γίνει ποτέ επάνοδος της Δύσης στην Εκκλησία, αυτή να γίνει όχι με τις προϋποθέσεις που υπήρξαν κατά την 1η χιλιετία προ του Σχίσματος. Αν είναι να γίνει η επάνοδος με αυτές τις προϋποθέσεις, καλύτερα να μη γίνει ποτέ, γιατί, όπως αντιθέτως νομίζεται, η προ του Σχίσματος περίοδος ήταν περίοδος πλήρους θριάμβου του Παπισμού (Πισιδίας Μεθόδιος), περίοδος που οι Πατέρες ανέχθηκαν πολλά ψέματα της Δύσης (άγ. Νεκτάριος), είτε από σεβασμό στην πρώτη αποστολική καθέδρα, είτε από φόβο προς αυτήν, είτε από εξαναγκασμό των παπόδουλων αυτοκρατόρων, οι οποίοι είχαν τον εκάστοτε Πάπα της Ρώμης τοποτηρητή τους στη Δύση και αντιπρόσωπό τους και εξανάγκαζαν τους Πατριάρχες να υποκλίνονται σε κάθε αυθαιρεσία των Παπών αυτών (Στ. Ράνσιμαν). Από την άλλη, οι Επίσκοποι Ρώμης εκμεταλλευόμενοι την πλεονεκτική τους θέση και τη στήριξη των αυτοκρατόρων, που βοηθούσαν ακόμη και στην πλαστογράφηση διατάξεων (π. Ι. Ρωμανίδης), αλώνιζαν μέσα στο γήπεδο της Εκκλησίας και κατάφερναν να επιβάλουν τις απόψεις τους στις Συνόδους ή να απειθαρχούν στις αποφάσεις των ή να δημιουργούν τετελεσμένα και έτσι να αναγκάζουν τους Πατέρες να υποκύπτουν στις ορέξεις τους και τούτο με την δικαιολογία, ότι «Πίστις το κινδυνευόμενον» (άγ. Νεκτάριος).

Όταν η Ανατολή εξασθένιζε και η Δύση ενδυναμούτο, τούτο έδωσε το τελειωτικό κτύπημα στις ανέκαθεν ταραγμένες σχέσεις τους και έκαναν την τελευταία ουσιαστικά να «ξεσαλώσει» και να φέρει τα πάνω κάτω στην Εκκλησία, επιφέροντας τρομακτικές αλλαγές στις αποφάσεις Της και καθιερώνοντας τις δικές της αποφάσεις. Όταν πια δεν ήταν «η Πίστις το κινδυνευόμενον» μιάς και δεν υπήρχε πλέον η κοινή Πίστις των Πατέρων και των Συνόδων, το Σχίσμα φάνηκε να είναι αναπόφευκτο.

Ευχόμαστε να μετανοήσει η Δύση και να επανέλθει στην υπακοή, που θέτει η Αγία Γραφή και οι Οικουμενικές Σύνοδοι και κυρίως αποβάλλοντας οριστικά τη νοοτροπία της ηγεμονίας και της εξουσίας σ’ όλη την Εκκλησία. Αν δεν γίνουν τα ανωτέρω, τότε ας παραμείνει η Δύση εκεί που βρίσκεται, ας αποτινάξει η Ανατολή το σύνδρομο του Παπισμού, που την διακατέχει και ας συνεχίσει μόνη την πορεία της, κατέχοντας αυτή και μόνον αυτή την Παρακαταθήκη της Πίστης και την Παράδοση της Εκκλησίας.

  1. 6.15

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

                                                                                   

 

 

 

Advertisements

ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ.(Άρθρο Ιω.Καρδάση)

       αρχείο λήψης

   Εισαγωγικά

Είναι γνωστή η διένεξη μεταξύ Βαρλαάμ του Καλαβρού και του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, πάνω στο θέμα της γνώσης του Θεού.

Ο Καλαβρός ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής της αναβιώσεως της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας (ουμανιστής). Ανταποκρινόταν, έτσι, στο ιδανικό της παλαιολόγειας εποχής και γι’ αυτό, όταν επισκέφθηκε (1330) -μιμούμενος τον Ιωάννη Ιταλό- τα πάτρια εδάφη (Άρτα, Θεσσαλονίκη και ΚΠολη), έγινε δεκτός με τιμές. Διορίσθηκε καθηγητής στην Πόλη (επί Ανδρονίκου Γ’ Παλαιολόγου) και του ανατέθηκαν θεολογικές αποστολές, διότι δεν εξετιμάτο μόνον ως λόγιος, αλλ’ εθεωρείτο και ορθόδοξος. Γρήγορα όμως θα αποδειχθεί, ότι η Ορθοδοξία του περιοριζόταν στα λόγια, ενώ απουσίαζαν από αυτόν οι γνήσιες θεολογικές προϋποθέσεις. Αφορμή για την αποκάλυψη του αντιορθόδοξου φρονήματός του έδωσε η στάση του απέναντι στην ησυχαστική πρακτική, έστω και μετά την ατελή πληροφόρησή του για αυτή. Η μέθοδος και κυρίως το φρόνημα του ησυχασμού είναι γνωστά σ’ αυτόν που ζει μέσα στην ορθόδοξη πραγματικότητα και μόνο ο ησυχαστής μπορεί να τα κατανοήσει. Ο Βαρλαάμ, όπως απέδειξαν τα πράγματα, δεν είχε τις κατάλληλες γι’ αυτό προϋποθέσεις. Στην Ανατολή μετέφερε ένα διαφορετικό χριστιανισμό, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να συνειδητοποιηθεί η αλλοτρίωση και αποστασιοποίηση της δυτικής χριστιανικής κοινωνίας μετά την καθολική εκφράγκευσή της (11ος αι. -σχίσμα). Η ιδιοσυγκρασία του Βαρλαάμ και κυρίως η έπαρση για την παιδεία του, τον οδήγησαν στην απόφαση να γελοιοποιήσει τους Ησυχαστές και την ασκητική μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους όχι μόνο «ομφαλοψύχους», αλλά και αιρετικούς (μασσαλιανούς). Το 1337 ήλθε στη ΚΠολη, για να προκαλέσει συνοδική καταδίκη των Ησυχαστών, θεωρώντας την παράδοσή τους ξένη προς την Ορθοδοξία, που αυτός δήθεν εκπροσωπούσε. Αυτό ήταν και το έναυσμα για την ανοικτή πια σύγκρουση. Η Σύνοδος του έτους 1351, δογμάτισε για την άκτιστη Ουσία και την άκτιστη Ενέργεια του Θεού, επικύρωσε τη διδασκαλία του Γρηγορίου του Παλαμά και των Ησυχαστών και καταδίκασε ως αιρετικούς τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, τονΓρηγόριο Ακίνδυνο και τον Νικηφόρο Γρηγορά.

Την υπεράσπιση των Ησυχαστών και της ασκητικής μεθόδου τους ανέλαβε ο αγιορείτης μοναχός Γρηγόριος Παλαμάς. Γιος συγκλητικού, γεννήθηκε περί το 1296 και έκαμε σπουδαίες φιλοσοφικές σπουδές κοντά στο μεγάλο ουμανιστή Θεόδωρο Μετοχίτη. Δεν τον κέρδισε όμως η λογιοσύνη. Ενωρίς στράφηκε στην άσκηση και μυήθηκε στην αυθεντική ασκητική παράδοση κοντά σε μεγάλους Γέροντες (Θεόληπτο Φιλαδελφείας-πατριάρχη Αθανάσιο και Νείλο τον εξ Ιταλών). Όταν άρχισε ο διάλογος με τον Βαρλαάμ, είχε ήδη μακρά ασκητική εμπειρία, αποκτημένη στο Παπίκιον Όρος και από το 1331 -μονιμότερα- στον Άθωνα.

Το πρόβλημα, που τέθηκε με την παρέμβαση του Βαρλαάμ, ήταν αν η θεραπεία του νου (κάθαρση) γίνεται μέσω της ασκήσεως και της νοεράς ευχής (φωτισμού) ή μέσω της φιλοσοφίας (διανοητικού στοχασμού). Έτσι όμως ετέθη στην πράξη το πρόβλημα της σχέσεως της «θείας» προς την «έξω» ή «θύραθεν» σοφία. Ο Παλαμάς διέκρινε -πατερικά- δύο σοφίες: τη θεία και την έξω, σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, διότι χρησιμοποιούν διαφορετικό καθεμιά χώρο (καρδία-εγκέφαλος). Την «σοφία του αιώνος τούτου» (Α’ Κορ.2,6) ο ησυχαστής αντικαθιστά στη θεολόγηση με τη σοφία του Θεού, πού προϋποθέτει την ενεργό παρουσία της ακτίστου ενεργείας του Θεού στην καρδιά του πιστού. «Τη γαρ φυσική ταύτη η έξω παιδεία βοηθεί, πνευματική δε ουδέποτε γένοιτ’ αν, ει μη μετά της πίστεως και τη του Θεού συγγένοιτο αγάπη, μάλλον δε, ει μη προς της αγάπης και της εξ αυτής εγγινομένης χάριτος αναγεννηθείη και άλλη παρά την προτέραν γένοιτο, κοινή τε και θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ήτις δη και άνωθεν σοφία (Ιακ. 3, 17) και Θεού σοφία (Α’ Κορ. 1, 21.24. 2, 7) κατονομάζεται, και ως πνευματική πως, άτε τη του Πνεύματος υποτεταγμένη σοφία, τα του Πνεύματος χαρίσματα και γινώσκει και αποδέχεται. Η δε μη τοιαύτη κάτωθεν, ψυχική, δαιμονιώδης (Ιακ. 3, 15), καθάπερ ο των αποστόλων αδελφόθεος λέγει, διό και τα του Πνεύματος ου προσίεται, κατά το γεγραμμένον» (Υπέρ των ι. Ησυχ. τριάς Α’, 9, 1). Η Αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της διανοίας του ανθρώπου, διότι υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Γι’ αυτό η παιδεία και η φιλοσοφία δεν συνιστούν προϋπόθεση της θεογνωσίας. Στη δυτική θεολογική παράδοση ισχύει το credo, ut intelligam (Αυγουστίνος Ιππώνος). Κατά την άποψη αυτή προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. H προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση. Για τον ορθόδοξο-ησυχαστή η «έξω» σοφία ως προς την Θεογνωσία είναι μέγεθος αδιάφορο. Γι’ αυτό η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμμάτων και αγραμμάτων (π.χ. Μέγας Βασίλειος- Μέγας Αντώνιος).

Ο Γρηγόριος πληροφορήθηκε στη Θεσσαλονίκη τις θέσεις του Βαρλαάμ στο ζήτημα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Filioque), έδειξε δε την πατερικότητά του με την άμεση επισήμανση της αντιπατερικότητας των θεολογικών προϋποθέσεων και κριτηρίων του εκ Καλαβρίας Μοναχού: υποκατάσταση της πατερικής μεθόδου με φιλοσοφικούς-διαλεκτικούς συλλογισμούς, χρήση δηλαδή της διαλεκτικής (φιλοσοφικής) μεθόδου στη θεολόγηση. Στα αντιησυχαστικά κείμενα του Βαρλαάμ απάντησε ο Γρηγόριος με τρεις «τριάδες» «Υπέρ των ιερώς Ησυχαζόντων», αποδεικνύοντας όχι μόνο την αντιπατερικότητα -και συνεπώς την αντιεκκλησιαστικότητα- του αντιπάλου, αλλά και τη συνέχιση της πατερικής παραδόσεως εκ μέρους των Ησυχαστών. Η συζήτηση, που γρήγορα εξελίχθηκε σε ευρύτερη διένεξη, μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην καρδιά της αυτοκρατορίας, την Πόλη. Από τη χρήση διαλεκτικών συλλογισμών στη θεολόγηση (εκφιλοσόφηση της πίστεως) ο διάλογος προχώρησε στην ησυχαστική ασκητική μέθοδο και τα αποτελέσματά της (θεοπτική εμπειρία, εξ ου και ο όρος «θεολογία της θεοπτίας» -Στυλ. Παπαδόπουλος), την σωτηριολογική διάσταση του προβλήματος και κυρίως τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, ως και τη δυνατότητα και τον τρόπο θεώσεως, κοινωνίας δηλαδή κτιστού και Ακτίστου.

Η Δύση μέσα στον σχολαστικισμό έχασε τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, ο δε Θωμάς Ακινάτης, ο κορυφαίος του σχολαστικισμού, δεχόταν ότι ο Θεός είναι «καθαρά ενέργεια» (actus purus), το «πρώτον κινούν ακίνητον» του Αριστοτέλη. Γνώση, συνεπώς, του Θεού σημαίνει γνώση της ουσίας του. Ρίζα και πηγή αυτής της διδασκαλίας για τον Θεό είναι ο Αυγουστίνος. Η ταύτιση ουσίας και ενεργείας στο Θεό είναι αυγουστίνεια, όπως και η δυνατότητα γνώσεως της θείας ουσίας (ευνομιανισμός). Στην περί Θεού διδασκαλία ο Αυγουστίνος ταυτιζόταν με τον ακραίο αρειανό Ευνόμιο. Γραφικά και Πατερικά η θεία ουσία είναι απρόσιτη και αμέθεκτη· η θεία ενέργεια όμως είναι (υπό προϋποθέσεις) προσιτή και μεθεκτή. Ιστορικές επακριβώσεις αυτής της εμπειρίας είναι η θεοπτία του Μωϋσέως στο Σινά, η εμπειρία των μαθητών στο Θαβώρ (Μεταμόρφωση) και η Πεντηκοστή. O Αυγουστίνος δεχόταν (και) στις περιπτώσεις αυτές αποκάλυψη του Θεού, όχι άμεση, άλλά διά μέσου κτιστών.

Αυτής της παραδόσεως ήταν φορέας ο Βαρλαάμ. Γι’ αυτό ονόμαζε την μέσω του Θαβωρίου φωτός αποκάλυψη «χείρω νοήσεως», κατώτερη δηλαδή από τη γινομένη στο νου, αλλά και αυτής της απλής νοήσεως. Πατερικά όμως το Θαβώριο φως είναι άκτιστη θεότητα και δόξα (βασιλεία) της Αγίας Τριάδος. Έτσι εξηγείται, γιατί η αληθινή φύση του Θαβωρίου φωτός βρέθηκε στο επίκεντρο του θεολογικού προβληματισμού στη διένεξη Βαρλαάμ-Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν μπορούσε να κατανοήσει -και περισσότερο να αποδεχθεί- την ησυχαστική παράδοση, με την οποία τίποτε δεν τον συνέδεε. Αισθανόταν απέναντί της, όπως ένας δυτικός ή δυτικίζων στα σημερινά χρόνια. Την πατερική παράδοση την δεχόταν μεν, αλλά την ερμήνευε με δυτικά κριτήρια, με τις προυποθέσεις της φραγκολατινικής θεολογίας. Η νοοτροπία που ενσάρκωνε ο Βαρλαάμ, θα κορυφωθεί στον Γίββωνα. Ο Άγγλοςαυτός ιστορικός (1737-1794), που εξέφρασε με κλασικό τρόπο τη συνείδηση της Δύσεως για τη ρωμαίϊκη Ανατολή, είδε τον ησυχασμό κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον του Βαρλαάμ. Το εσωτερικό φως των Ησυχαστών ήταν γι’ αυτόν «προϊόν μιας κακόγουστης ιδιοτροπίας· δημιουργία ενός κενού στομάχου και ενός κούφιου μυαλού». Ο ησυχασμός -δέχεται στη συνέχεια- είναι η κορύφωση «των θρησκευτικών ανοησιών των Γραικών»

Τα επιχειρήματα του Βαρλαάμ δείχνουν καθαρά ότι η σκέψη του είναι εντελώς ξένη προς το ησυχασμό, τον αγνοεί, ή αδυνατεί να τον κατανοήσει είναι μια σκέψη πολύ κοντά στα ελληνικά μέτρα και θέλει, όπως εκείνη, να στηρίζεται σε φυσικά, λογικά επιχειρήματα. Ενώ ο ησυχασμός αυτό ακριβώς θέλει να ξεπεράσει. Αν και Έλληνας ο Βαρλαάμ, επειδή ήταν κάτοχος της Λατινικής και έζησε στη Δύση, δέχτηκε την επίδραση των δυτικών σχολαστικών, ιδιαίτερα του Ακινάτη, και αυτών τις τάσεις και τα επιχειρήματα ακολουθεί. Το ίδιο και όλοι οι άλλοι αντίπαλοι των ησυχαστών. Έχουν όλοι δεχτή την επίδραση των Λατίνων, που είχαν αρχίσει να μεταφράζονται ελληνικά. Αρκετοί απ’ αυτούς εκδηλώθηκαν και ως λατινόφρονες. Ο ίδιος ο Βαρλαάμ έγινε αργότερα Επίσκοπος Ιέρακος της Καθολικής «εκκλησίας». Έτσι ο αγώνας κατά των ησυχαστών παίρνει στο βάθος μορφή αντιδικίας ανάμεσα στην Ανατολή, που τάσσεται με τον ησυχασμό, και τη Δύση που με τον Ακινάτη υποστηρίζει, ότι ο λόγος είναι το μόνο όργανο για να σκεφτούμε το Θεό.

page0001 page0002 page0003 page0004 page0005h

Γονίδιο (Iω.Καρδάση)

Ο σύγχρονος επαρκής ορισμός του γονιδίου είναι, ότι αποτελεί ένα τμήμα (ή αλληλουχία) του DNA που κωδικοποιεί ένα μόριο με γνωστή κυτταρική λειτουργία ή διαδικασία (για παράδειγμα την παραγωγή των μορίων της πρωτεΐνης μελανίνης). Ένα γονίδιο είναι σαν μια λέξη στην Ελληνική γλώσσα. Τα νουκλεοτίδια (μόρια) που απαρτίζουν τα γονίδια μπορούν να θεωρηθούν ως «γράμματα» στην ελληνική γλώσσα. Ένα ενιαίο γονίδιο μπορεί να έχει ένα μικρό αριθμό νουκλεοτιδίων ή ένα μεγάλο αριθμό νουκλεοτιδίων, με τον ίδιο τρόπο που μια λέξη μπορεί να είναι μικρή ή μεγάλη (π.χ. «κύτταρο» έναντι «ηλεκτροφυσιολογία»). Ένα μόνο γονίδιο συχνά αλληλεπιδρά με τα γειτονικά γονίδια, για την παραγωγή μιας κυτταρικής λειτουργίας και μπορεί ακόμη και να είναι αναποτελεσματικό, χωρίς αυτά τα γειτονικά γονίδια. Αυτό μπορεί να φανεί με τον ίδιο τρόπο, που μια «λέξη» μπορεί να έχει νόημα μόνο στο πλαίσιο μιας πρότασης. Μια σειρά από νουκλεοτίδια μπορούν να τοποθετηθούν μαζί, χωρίς να σχηματίζουν ένα γονίδιο (μη κωδικοποιήσιμες περιοχές του DNA), σαν μια σειρά από γράμματα τα οποία μπορούν να τοποθετηθούν το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς να σχηματίζουν μια λέξη (π.χ. ηφκακδθ). Παρ’ όλα αυτά, όλες οι λέξεις έχουν γράμματα, όπως και όλα τα γονίδια πρέπει να έχουν νουκλεοτίδια.

Ο αριθμός των γονιδίων είναι τεράστιος και αφορά κάθε στοιχείο του οργανισμού του ανθρώπου. Π.Χ. υπάρχουν γονίδια για το χρώμα των μαλλιών, για το χρώμα των οφθαλμών, για τον αλφισμό, την κίνηση των βλεφάρων, των χεριών, των ποδών, του βαδίσματος, της εξαδακτυλίας, της προδιάθεσης σε ασθένειες και εκατομμύρια άλλα, τα οποία ακόμη ερευνώνται.

Η έρευνα των γονιδίων βρήκε ένα συγκεκριμένο γονίδιο, που οδήγησε στη δημιουργία μεγάλου και πολύπλοκου εγκεφάλου με τη μετάλλαξη συγκεκριμένου γονιδίου του ανθρωποειδούς πιθήκου Anamensis σε αυστραλοπίθηκο πριν 3.5 εκ.χρόνια και με μια δεύτερη μετάλλαξη του ιδίου γονιδίου του αυστραλοπιθήκου σε Homo Habilis πριν 2.5 εκ. χρόνια.

Το εντυπωσιακό με τα γονίδια είναι, ότι βρέθηκε το γονίδιο που ρυθμίζει την κίνηση της ουράς στον άνθρωπο. Βέβαια η ύπαρξη ουράς έχει εκλείψει εδώ και χιλιάδες χρόνια και σπανιότατα εμφανίζεται, πλην όμως το γονίδιο υπάρχει, για να μας υπενθυμίσει, ότι πράγματι ο μακρινός πρόγονος του ανθρώπου είχε ουρά!.

—————————————————————————————————————

page0001 page0002 page0003 page0004 page0005 page0006

Βιβλική Κοσμολογία (Ιω.Καρδάση)

 Εισαγωγικά

Από τις περί δημιουργίας βιβλικές διηγήσεις ανιχνεύονται απλώς μυθικά κίνητρα, τα οποία όχι μόνο δεν παραβλάπτουν τον ηθικό μονοθεϊσμό, αλλ’ απεναντίας συντελούν στην ανάδειξη των αποκεκαλυμένων αληθειών του. Δεν πρόκειται επ’ ουδενί για οικειοποίηση ή υιοθέτηση της μυθολογικής σκέψης και πολύ περισσότερο για αποδοχή ή χρήση αυτούσιων και πλήρως αναπτυγμένων μύθων. Εδώ, όπως και σε άλλα σημεία της Βίβλου, η βιβλική ιστορική διήγηση μοιάζει με μύθο και η γλώσσα που την φιλοξενεί, δείχνει μυθοπλαστική. Αυτό συμβαίνει, γιατί αντανακλά μια μη επιστημονική ή προεπιστημονική γνώση περί του κόσμου και της ζωής. Ο μύθος όμως αυτός στη θεολογική γλώσσα της Π. Διαθήκης δεν είναι κάποιο παιγνίδι της ανθρώπινης φαντασίας, όπως κακώς εκλαμβάνεται, αλλ’ η έκφραση της ιστορικής πραγματικότητας. Είναι η δια μέσου εικόνων και συμβολισμών έκθεση των θρησκευτικών αληθειών.

Συνεπώς, οι βιβλικές διηγήσεις, που φαίνονται ότι περιέχουν μυθολογικά και κοσμογονικά στοιχεία ειλημμένα από τον εξωβιβλικό κόσμο, μαρτυρούν για την προσπάθεια που καταβάλλουν οι βιβλικοί συγγραφείς τους να εκφράσουν πνευματικές αλήθειες με παραδοσιακές εικόνες. Διότι εκείνο, που τους ενδιαφέρει, είναι οι αλήθειες καθ’ εαυτές και όχι οι φορείς τους, δηλ. οι μύθοι, οι οποίοι ούτως ή άλλως με την πρόσληψή τους αποκαθαίρονται από κάθε ξένο προς την ηθική μονοθεΐα της Π. Διαθήκης στοιχείο. Έτσι μετασχηματίζονται απολύτως και αποβάλλουν εντελώς το χονδροειδές και οχληρό πολυθεϊστικό περιεχόμενό τους, για να καταστούν όχημα υψηλής θρησκευτικής διδασκαλίας.

Ο σύγχρονος αναγνώστης της Γένεσης, για να προσεγγίσει ευχερώς και να κατανοήσει ορθώς τις σχετικές με τη δημιουργία διηγήσεις της πρέπει να τις απομυθοποιήσει. Ν’ αποβάλει δηλ. το μυθικό τους περίβλημα, για ν’ αποκαλύψει το βαθύτερο θεολογικό τους πυρήνα. Έτσι μόνο θα εκτιμήσει σωστά τη θεολογική, ανθρωπολογική και κοσμολογική αλήθεια του θείου λόγου τους και θα αναγνωρίσει την υπεροχή τους έναντι των αναλόγου φύσεως εξωβιβλικών διηγήσεων. Αυτή η προσέγγιση θα τον βοηθήσει περαιτέρω να δει τη Δημιουργία μέσα από τις διηγήσεις της όχι ως έργο του Θεού, που επιχειρεί να ικανοποιήσει την ανθρώπινη περιέργεια, λύνοντας το πρόβλημα της αρχής του κόσμου και το υπαρξιακό του ανθρώπου, αλλ’ ως αφετηρία της θείας Οικονομίας.

ΙΚ

ΒΙΒΛΙΚΗ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ

EPSON scanner image

 

                                                ΣΤΕΡΕΩΜΑ

 

«Και είπεν ο Θεός. γενηθήτω στερέωμα εν μέσω του ύδατος και έστω διαχωρίζον ανά μέσον ύδατος και ύδατος. Και εγένετο ούτως» (Γέν. 1. 6).

«Γενηθήτω στερέωμα εν μέσω του ύδατος». Μετά τη διάκριση του φωτός από το σκότος και την εμφάνιση της ημέρας και της νύκτας, ακολουθεί, με δεύτερη δημιουργική εντολή του Θεού, ο χωρισμός της μάζας των υδάτων του χάους. Αυτός συντελείται με τη δημιουργία του στερεώματος, το οποίο, όπως και το φως ενωρίτερα, λαμβάνει αυτομάτως ύπαρξη με το θείο πρόσταγμα «γενηθήτω». Πρόκειται άλλως, για τη δημιουργία της ατμόσφαιρας.

«Στερέωμα». Η λέξη στερέωμα  σημαίνει στερεό σώμα, έρεισμα. Στη μετάφραση των Ο΄ εννοείται μια στερεά υλική επιφάνεια, που διέρχεται από το κέντρο της μάζας των χαωτικών υδάτων και τη σχίζει οριζοντίως σε δυο επίπεδα, τα οποία κείνται το ένα πάνω στο άλλο και χωρίζουν τα ύδατα σε ουράνια και επίγεια.

Σύμφωνα με τις επικρατούσες τότε κοσμολογικές αντιλήψεις των Εβραίων και άλλων αρχαίων λαών, το σύμπαν θεωρούνταν γεωκεντρικό και επίπεδο (δισδιάστατο). Το στερέωμα ήταν μια υλική κατασκευή με τοξοειδή θόλο, στερεά, συμπαγής και στεγανή για να συγκρατεί δίκην δεξαμενής τα ουράνια ύδατα, τα ύδατα του ανώτερου κοσμικού ωκεανού. Ήταν κάτι σαν «υπερώον», το οποίον έφερε πόρτες και παράθυρα –«θύρας» ή «πύλας»- και -«θυρίδας ή καταρράκτας», όπως τις αποκαλεί η Π. Διαθήκη- που άνοιγαν και έκλειναν κατά βούληση του Θεού και προς αγαλλίασή του, για να πέσει η βροχή ή το χιόνι στη γη και να πνεύσει ο άνεμος στη φύση. Σχετικές παραπομπές: «αύτη η πύλη του ουρανού» (Γέν. 28. 17), «θύρας ουρανού ανέωξεν» (Ψ. 77. 23), «ότι θυρίδες εκ του ουρανού ηνεώχθησαν» (Ησ. 24. 18), «οι καταρράκται του ουρανού ηνεώχθησαν» (Γέν. 7. 11), «ιδού ποιήσει Κύριος καταρράκτας εν ουρανώ» (Βασ. Δ΄  7. 2), «ποτίζων όρη εκ των υπερώων αυτού» (Ψ. 103. 3).

Η θολωτή αυτή κατασκευή, που ήταν ευρέως γνωστή στους πρωτόγονους λαούς, ως σταθερός θόλος του ουρανού, είχε κίονες («στύλους» Ιώβ 26. 11), οι οποίοι ήταν θεμελιωμένοι στα άκρα της γης, ενώ άλλοι κίονες στερέωναν τη γη πάνω στα ύδατα της αβύσσου, του κατωτέρου κοσμικού ουρανού: «τω στερεώσαντι την γην επί των υδάτων» (Ψ. 135. 6). Σχετικές παραπομπές: «εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής (της γης)» (Ψ. 74. 4). «αυτός επί θαλασσών εθεμελίωσεν αυτήν (την γην) και επί ποταμών ητοίμασεν αυτήν» (Ψ. 23. 2). «ο στεγάζων εν ύδασιν τα υπερώα αυτού» (Ψ. 103. 3).

Αυτή η αντίληψη της στερέωσης της γης πάνω σε ύδατα, υπό μία έποψη, αντανακλά σύγχρονες επιστημονικές απόψεις της Γεωφυσικής και της Γεωλογίας, των επιστημών δηλ. που ασχολούνται με τη φυσική διαμόρφωση της γης και γενικά με τη νομοτέλεια του φυσικού περιβάλλοντος. Σύμφωνα μ’ αυτές, κατά τα πρώτα στάδια της δημιουργίας της γης (του εδάφους δηλ.), η διάπυρη ρευστοποιημένη μάζα (το μάγμα), από την οποίαν συνίστατο, ψύχεται προοδευτικά και σχηματίζει τον αρχικό στερεό φλοιό της. Αυτός ο φλοιός εδράζεται ή ακριβέστερα επιπλέει επί του ρευστού εσωτερικού της γης, δηλ. επί του υγρού στοιχείου, αφού και το νερό είναι ρευστό. Υπ’ αυτή την έννοια η γη στερεώνεται όντως επί των υδάτων κατά τη βιβλική αντίληψη, όπως την εκφράζει και το αντίφωνον: «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασιν την γην κρεμάσας», στην ακολουθία της Μ. Πέμπτης. Και εδώ, η θεία αποκάλυψη επαληθεύεται από τα επιστημονικά δεδομένα.

Βέβαια, η ανωτέρω ταύτιση του ύδατος με τη διάπυρη ρευστοποιημένη μάζα θεωρείται ακραία και δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτή, αν ακολουθήσει κανείς τη σύγχρονη Κοσμολογία, που και αυτή μπορεί να εξηγήσει με σχετικά μεγάλη ακρίβεια τις έξη ημέρες της Δημιουργίας. Έτσι, την 1η δημιουργική ημέρα έχουμε την έκλυση φωτός, ενέργειας και μεγάλης διαστολής του δημιουργουμένου σύμπαντος με τρομακτικά υψηλές θερμοκρασίες. Δηλ. έχουμε τη μετατροπή του χωροχρόνου σε ενέργεια, χωρίς δημιουργία ύλης. Πότε όμως αρχίζει η ενέργεια να μετατρέπεται σε ύλη;

Τα πρώτα 300 εκ. χρόνια από τη μεγάλη Έκρηξη δεν υπάρχει ύλη. Στα 13.4 δις χρόνια πίσω αρχίζουν να σχηματίζονται τα πρώτα άτομα ύλης, όταν τα ελεύθερα ηλεκτρόνια άρχισαν να δεσμεύονται από τους πυρήνες πρωτονίων και νετρονίων, οπότε αυτά τα πρώτα άτομα με συντήξεις και συσσωματώσεις άρχισαν να δημιουργούν την ακατασκεύαστη ύλη μέσα σ’ ένα χάος συγκρούσεων, εξαερώσεων, ατμών, αερίων και συνεχών εκρήξεων και άρχισε να μορφοποιείται το στερέωμα και να διαχωρίζονται τα ουράνια σώματα με συσσωρεύσεις και απομακρύνσεις, με σκόνη και αέρια, οπότε και έχουμε τη δημιουργία των πρώτων ουρανίων σωμάτων, αστέρων, αστεροειδών, κομητών σε συσσωματώσεις Γαλαξιών και υποομάδων, όπως τα πλανητικά συστήματα, μέσα στα οποία υπάρχει και το δικό μας πλανητικό σύστημα. Έτσι, 3.7 δις χρόνια μετά την Έκρηξη έχουμε την δημιουργία των πρώτων αστέρων. 10 δις χρόνια πίσω λοιπόν αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτοι αστέρες, 5 δις χρόνια πίσω το ηλιακό μας σύστημα, 4.6 δις χρόνια πίσω δημιουργείται η γη που πατάμε και 4.5 δις χρόνια πίσω η Σελήνη, που μας φωτίζει τη νύκτα. Η Σελήνη δημιουργείται από πρόσκρουση τεραστίου ουρανίου σώματος επί της Γης, κομμάτι δε από αυτήν αποσπάται και δημιουργεί ιδιαίτερο σώμα, τη Σελήνη. Η πρόσκρουση αυτή ήταν ευεργετική για τη Γη, γιατί παρέσυρε και μεγάλο τμήμα της ατμόσφαιράς της, το οποίον εάν διατηρείτο, τότε η Γη θα είχε την τύχη του Άρη, που είναι ένας νεκρός πλανήτης με εχθρική ατμόσφαιρα για τη ζωή. Αυτή είναι η 2η ημέρα της Δημιουργίας, που κράτησε (μαζί με την επόμενη 3η) περίπου 8.9 δις χρόνια, με τη δημιουργία της ύλης, αλλά χωρίς την εμφάνιση κάποιας ζωής.

Την 2η λοιπόν δημιουργική ημέρα έχουμε την έναρξη σχηματοποίησης της ύλης και διαχωρισμού των ρευστών καταστάσεων (είτε νερών, είτε υγρών, είτε αερίων), οπότε αυτός ο διαχωρισμός συνεχίζεται πιο ξεκάθαρα την 3η ημέρα, όπου διαχωρίζονται σαφώς τα στερεά από τα υγρά και αποκαλύπτεται πλέον και η ξηρά και προκειμένου για τη γη, αυτός ο διαχωρισμός εμφάνισε αφ’ ενός το στέρεο έδαφος και αφ’ ετέρου τη θάλασσα, τους ωκεανούς και τα ποτάμια. Ο Θεός τα είδε όλα αυτά και διαπίστωσε, ότι ήταν καλά (όχι βέβαια πολύ καλά).

Στην Π. Διαθήκη το στερέωμα περιγράφεται, με βάση την οπτική παρατήρηση, ως λαμπερό ζαφείρι (Έξ. 24. 10), ως χυτό χάλκινο στιλπνό κάτοπτρο (Δευτ. 28. 23, Ιώβ 37. 18), ως δερμάτινο κάλυμμα (τέντα) και ως καμάρα: «Ο εκτείνας τον ουρανόν ωσεί δέρριν» (Ψ. 103. 2) και «ο στήσας ως καμάραν τον ουρανόν» (Ησ. 40. 22). Πρόκειται όμως περί απλών ποιητικών εκφράσεων και εικόνων, οι οποίες δεν απέχουν πολύ από την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι ομοίως εξελάμβανον ποιητικώς τον ουρανό ως στερεό σώμα («στερέμνιον»), ως συμπαγή μεταλλική μάζα, σιδηρά («σιδήρεον»), χάλκινη («χάλκεον») ή ορειχάλκινη («πολύχαλκον»), που έφερε στους ώμους του ο μυθικός γίγαντας Άτλας (Ομήρου Ιλιάδα, ε΄ 504, ρ΄ 425, Οδύσσεια, Α 54, Γ 2, Ο 329).

Είναι φανερό, ότι εδώ ο βιβλικός συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί το στερέωμα με μια κοσμολογική προοπτική, για να περιγράψει ένα κύριο συστατικό του υπό διαμόρφωση σύμπαντος. Ούτε αναφέρεται ασφαλώς σε μια νοητή επιφάνεια, πέραν της οποίας δεν υπάρχει η έλξη της γης και η οποία, καθώς εκτείνεται σφαιρικά γύρω από τη γη και στηρίζεται κυκλικά στην περιφέρειά της, προσδιορίζει το θόλο του ουρανού ή γενικότερα την ατμόσφαιρα ως συμπυκνωμένο σώμα (στιβάδα) αερίων και ατμών, που περιβάλλει τη γη. Με το στερέωμα απλώς περιγράφεται αυτό που ήταν τότε κοινώς γνωστό στον άνθρωπο από την καθημερινή εμπειρία του φυσικού κόσμου και συνδέονταν με τη θέση των αστέρων, το πέταγμα των πουλιών και τη βροχή. Είναι σαφές λοιπόν, ότι εκφράζεται κατά τον τρόπο του σκέπετεσθαι της εποχής του, χωρίς να έχει την πρόθεση να απαιτήσει πίστη σ’ αυτά (αν και κάποιοι Προτεστάντες, αλλά και Ορθόδοξοι το θεωρούν δόγμα Πίστεως). Σκοπός του δεν είναι να κάνει μάθημα αστρονομίας στον άνθρωπο, αλλά να τον διαβεβαιώσει ότι αυτό, που θεωρούσε τότε ως στερέωμα, δημιουργήθηκε από το Θεό. Αν έγραφε σήμερα, θα χρησιμοποιούσε ασφαλώς τη σύγχρονη επιστημονική ορολογία, αλλ’ η σωτηριώδης αλήθεια που θα μετέδιδε δεν θα άλλαζε ουσιαστικά. Φυσικά, ο Θεός μπορούσε να του αποκαλύψει πως ακριβώς δημιουργήθηκε το σύμπαν, ακόμη και με τη σύγχρονη ορολογία, κάνοντας λόγο για άτομα, άστρα, πλανήτες, έτη φωτός κ.τ.ό. κανείς όμως δεν θα ήταν σε θέση να καταλάβει έστω και μια συλλαβή απ’ αυτά.

ΓΕΩΚΕΝΤΡΙΚΟΤΗΤΑ

            Η γεωκεντρικότητα, δηλ. η αντίληψη, ότι η γη αποτελεί το κέντρο του Σύμπαντος αναφέρεται από τον βιβλικό συγγραφέα, αποτελούσε δε επί αιώνες (17 αιώνες μετά Χριστόν) θέση της Εκκλησίας. Αυτή η θέση άρχιζε να αλλάζει κυρίως, μετά την ψευδή ομολογία του Γαλιλαίου (για να σώσει τη ζωή του), το 1633, μπροστά στην Ι. Εξέταση, ότι αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας την αιρετική θέση, ότι η γη κινείται!

                              ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

  ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΤΗΝ ΑΚΙΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ

      ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

  

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεχόταν την άποψη, ότι ο ουράνιος θόλος περιστρέφεται, ενώ

η Γη ως το κέντρο του σύμπαντος μένει ακίνητη. Τούτο μαρτυρούν, η Π. Διαθήκη και έξη (6) τουλάχιστον Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας.

Π. Διαθήκη

 

            Περιφορά του ήλιου γύρω απ’ τη γη:

1/ «Πράγματι, ο ήλιος στάθηκε καταμεσής του ουρανού και δεν πήγαινε να δύσει, κι’ αυτό κράτησε σχεδόν μια μέρα» (Ιησ. Ναυή 10. 13).

2/ «κι ο ήλιος γρήγορος στην τροχιά του, κάνει τον κύκλο του ουρανού και ξαναγυρίζει στη θέση του σε μια μέρα» (Α΄ Έσδρας 34).

Μ. Αθανάσιος (4ος αιώνας)

 

«γη δε ουκ αφ εαυτής ερήρεισται, αλλ’ επί μεν την των υδάτων ουσίαν συνέστηκεν, εμπεριέχεται δε και αύτη κατά το μέσον συνδεθείσα του παντός»

(Λόγος κατά ειδώλων)

Μ. Βασίλειος (4ος αιώνας)

 

«Κυκλόσε περιτρέχει τα κατ’ ουρανόν κινούμενα»

 

(Β.Ε.Π. τ. 51, σελ. 187)

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης (4ος αιώνας)

 

«….. Της τε κυκλοφορουμένης ουσίας δια της οξείας κινήσεως το νάστον της γης εν κύκλω περισφιγγούσης, του τε στερρού και ανενδότου δια της αμεταθέτου παγιότητος αδιαλείπτως επιτείνοντος των περί αυτήν κυκλουμένων την δίνησιν, ίση δε καθ’ εκάτερον των ταις ενεργείαις διεστηκότων η υπερβολή εναπειργάσθη, τη τε στασίμω φύσει και τη αστάτω περιφορά. Ούτε γαρ η γη της βάσεως μετατίθεται, ούτε ο ουρανός ποτε το σφοδρόν ενδίδωσι και υποχαλά της κινήσεως».

 

            (Περί κατασκευής ανθρώπου. Κεφ. α΄, παρ. 1).

Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός (8ος αιώνας)

«Ημέρα εστίν ηλίου υπέρ γης φορά ή χρόνος, εν ω ο ήλιος υπέρ γης φέρεται. νυξ εστί σώματος της γης σκιά ή χρόνος, εν ω ο ήλιος υπό γην φέρεται. Νυχθήμερόν εστι  κόσμου περιστροφή»

 

(Διαλεκτικά, κεφ. 68. Όροι διάφοροι).

 

           

Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (14ος αιώνας)

 

«Και τη μεν ακινήτω γη καθάπερ τινί κέντρω περιτιθείς ανωτάτω κύκλω, και συνδών πανσόφως δια των μέσων του αεικινήτου ουρανού, ίνα ο αυτός διαμένη κόσμος εστώς ομού και κινούμενος».

 

            (P. G. 151, 80)

 

Αγ. Συμεών Θεσσαλονίκης (15ος αιώνας)

 

«Ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Με αυτή τη φράση – η Εκκλησία – αποβάλλει κάθε επινόηση της αθεΐας. Καταργεί τη θρασύτητα εκείνων που πρεσβεύουν ότι ο ουρανός είναι προαιώνιος και ακόμη, ότι η ύλη είναι χωρίς αρχή, και ότι υπάρχουν στο Θεό κάποιες ιδέες, όπως έλεγε ο Πλάτωνας. Καταργεί δε και την πλάνη εκείνων που θεοποιούν τα άστρα και όσα βρίσκονται γύρω από τη γη, οι οποίοι αυτή τη γη και τα άλλα στοιχεία τα θεωρούν θεούς καταντώντας έτσι στην πολυθεΐα και πλανώντας και γύρω από τα υπόλοιπα κτίσματα»

(Ερμηνεία εις το Σύμβολον της Πίστεως, P.G. 155, 757B).

  1. 4.15

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ