Θεομητορικές εικόνες (νέα κυκλοφορία)-Βιβλιοπαρουσίαση.

 

Βιβλιοπαρουσίαση

Εκδόθηκε από τις Εκδόσεις ΜΥΡΤΟΣ το νέο βιβλίο του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου-

ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ.(Θαυματουργές και ονομαστές εικόνες της Παναγίας).

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζεται με πρωτότυπο τρόπο η Θεομητορική μεσιτεία,  διαμέσου των θαυματουργών Θεομητορικών εικόνων, που το χριστεπώνυμο πλήρωμα της  Ορθόδοξης  Εκκλησίας ιδιαίτερα ευλαβείται.

Το βιβλίο προλογίζει ο Μητροπολίτης Κυρήνης Αθανάσιος, Έξαρχος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στη Μόσχα.

DELTIO TYPOU-page-001

Το περιεχόμενο του βιβλίου ταξινομείται στα παρακάτω δέκα κεφάλαια:

ΚΕΦ-Α.Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΚΕΦ Β.Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ ΩΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ.

ΚΕΦ-Γ-ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝ/ΠΟΛΗ

ΚΕΦ-Δ-ΟΙ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΚΕΦ-Ε-.ΟΙ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΚΕΦ-ΣΤ.ΟΙ ΜΥΡΟΒΛΙΖΟΥΣΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΑΚΡΥΡΡΟΟΥΣΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

ΚΕΦ-Ζ-.ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ

ΚΕΦ-Η.ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΓΙΑΤΡΙΣΣΑΣ

ΚΕΦ-Θ.ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

ΚΕΦ-Ι.ΑΛΛΕΣ ΠΕΡΙΠΥΣΤΕΣ(=ΟΝΟΜΑΣΤΕΣ) ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ.

Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου.

(σε πολυτονικό)

“Προσεποιήσατό μοι τῷ ὄντι μεγάλην τιμὴν ἡ εὐγενὴς πρόσκλησις τοῦ Αἰδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Ἀθανασίου, ὅπως προτάξω πρόλογόν τινα εἰς τὸ σύγγραμμα αὐτοῦ περὶ τῶν κυρίων προσκυνημάτων τῆς Ὑπερευλογημένης Παναγίας Θεοτόκου ἀνὰ τὸν ἑλληνικὸν χῶρον. Οὐκ ἔστι τοῦτο τὸ πρῶτον σύγγραμμα περὶ τῆς Παναγίας τοῦ ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ καὶ συλλειτουργοῦ Δημητρίου Ἀθανασίου, ἀλλὰ προηγήθησαν ἄλλα τρία, τὰ δύο μετὰ τῆς Τιμιωτάτης Πρεσβυτέρας Χαρούλας Τσουλιάη.

Καθὰ σημειοῖ ὁ πονήσας, προὔβη εἰς τὸν ἅγιον τοῦτον κόπον, ἵνα οἱ εὐλαβεῖς ἐπισκέπται τῶν ἱερῶν προσκυνημάτων τῆς Παναγίας γνωρίσωσι τὰς ἁγίας εἰκόνας αὐτῆς. Οὕτω συμπεριλαμβάνει ἐν τῷ ἔργῳ αὐτοῦ τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς παραδόσεις τῶν εἰκόνων καὶ τοὺς κυριωτέρους εἰκονογραφικοῦς τύπους τῆς Παναγίας μετὰ τῆς θεολογικῆς ἑρμηνείας αὐτῶν, καὶ πάντα ταῦτα ἐν ποιμαντικῇ διακονίᾳ, ἁπλότητι καὶ ἁγιασμῷ τῶν ποθούσῃ καρδίᾳ προσερχομένων. Τὸ ἔργον τοῦ Αἰδεσιμολογιωτάτου συγγραφέως προβάλλει γενικῶς τὸν χαρακτῆρα τῶν ἁγίων εἰκόνων τῆς Ὀρθοδόξου ἁγιογραφίας.

Ἡ ἁγία ἡμῶν θρησκεία, ἔχουσα ὡς θεμέλιον τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀνάγει τὸν παρόντα κόσμον εἰς τὸ ἐπέκεινα τοῦ Θεοῦ. Ἐν αὐτῇ τὰ πάντα νοοῦνται ἐν μυστηρίῳ. Οὕτως ὁ χαρακτὴρ τῶν ἁγίων εἰκόνων τῆς Ὀρθοδόξου ἁγιογραφίας οὐδόλως εἶναι φυσικός, ἀλλὰ πνευματικός. Ἡ Ὀρθόδοξος ἁγιογραφία ἀποτελεῖ ζωγραφικὴν θεολογίαν. Οὐδόλως αὕτη παρίστησιν ἐξωτερικῶς, δίκην φωτογραφίας, τὴν μορφὴν τῶν Ἁγίων, ἀλλ’ εἰκονίζει τὸν πνευματικὸν χαρακτῆρα αὐτῶν ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν. Κατὰ ταῦτα ἀποφεύγει τὴν παράστασιν Ἁγίων φυσικῷ τῷ τρόπῳ καὶ ὅτε οὗτοι ἦσαν ἐν ζωῇ. Ἡ εἰκὼν τῶν Ἁγίων εἶναι λειτουργικὴ καὶ συμβολική. Εἶναι παράθυρον ἐν τῷ οὐρανῷ, ἐν τῷ ἐπέκεινα, ἐξ οὗ προκύπτουσιν οὗτοι. Εἶναι ἐνατένισις τῶν πιστῶν ἐν τῷ Παραδείσῳ. Οἱ Ἅγιοι καταξιοῦνται μετὰ θάνατον, διὰ τοῦτο τιμῶνται καὶ τὰ καταλειφθέντα ἐν τῇ γῇ λείψανα αὐτῶν. Ἂν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας ὑπῆρχεν ἡ νῦν τεχνολογία καὶ ἐσῴζετο φωτογραφικὴ καὶ κινηματογραφικὴ ἀπεικόνισις αὐτῶν, θὰ ἀπώλλυτο τὸ μυστήριον καὶ τὸ ἐπέκεινα καὶ θὰ ἐπεκράτει τὸ κοσμικόν. Οἱ σύγχρονοι ἔβλεπον τὸν Χριστόν, ἀλλ’ ἐθεώρουν αὐτὸν προφήτην καὶ ἀπόγονον Δαυΐδ, οὐχὶ Θεόν, ἢ ἀπέῤῥιπτον αὐτόν. Οἱ ἀποστρεφόμενοι τὸν μυστηριακὸν χαρακτῆρα καὶ τὸν ἁγιασμὸν τῆς πίστεως ἡμῶν, οἱ βλέποντες ξύλα καὶ χρώματα ἐν ταῖς εἰκόσι καὶ ἁπλῆν ἁφὴν φωτὸς ἐν τῇ ἀκοιμήτῳ λυχνίᾳ ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης καθίστανται οὐχὶ ὁδοιπόροι μυστικῆς πορείας πρὸς Ἐμμαούς, ἀλλὴ πολυπλάγκτου περιπλανήσεως πρὸς γυμνὴν Ἰθάκην. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέρχεται, ὅταν ὑπάρχῃ ἁγιασμός.

….. Τὰ ἱερὰ τῆς ἐξ ἀποκαλύψεως παρ’ αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἁγίας ἡμῶν θρησκείας εἶναι κεκρυμμένα ἐν τῷ ἐπέκεινα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποκαλύπτονται τοῖς πιστοῖς ἐν μυστηρίῳ. Αἱ ἱεραὶ εἰκόνες τῆς Ὀρθοδόξου ἁγιογραφίας ἀποτελοῦσιν ἐν μυστηρίῳ συμβολικῶς καὶ πνευματικῶς ἀποκάλυψιν τοῦ ἐπέκεινα κόσμου. Αἱ ἀχειροποίητοι εἰκόνες καὶ αἱ ζωγραφηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ ἐντάσσονται ἐν τῇ ἀποκαλύψει ταύτῃ. Τὸ Ἅγιον Μανδήλιον ἀποκαλύπτει τὸ ἄχραντον πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Εἰκὼν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ τὸ θεωθὲν πρόσωπον τῆς Ἀειπαρθένου Παναγίας. Ἐν τῇ ἀποκαλύψει εἰκόνα ἀποτελεῖ καὶ ὁ λόγος. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἐζωγράφησε τὴν Παναγίαν λόγῳ, παραδίδων τὴν ᾠδὴν αὐτῆς «ἰδοῦ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί». Ἡ Παναγία ἡ Ὁδηγήτρια εἰκονίζεται μετωπική, κρατοῦσα τὸν Χριστὸν ἐν τῇ ἀριστερᾷ χειρὶ καὶ δεικνύουσα διὰ τῆς δεξιᾶς χειρός, δι’ ἧς γίνεται ἡ δεῖξις, τοῦτον, ὡς ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸν τοῦ Θεοῦ. Ἐκ τῆς παραστάσεως τῆς Ὁδηγητρίας ταύτης προῆλθε καὶ ἡ ἐφέσιος Εἰκὼν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου τῆς Παναγίας Ἐλεοῦσης, κρατούσης τὸν Χριστὸν διὰ τῆς ἀριστερᾶς χειρός. Ἡ Εἰκὼν αὕτη εἶναι ἀόρατος, καλυπτομένη πάντοτε ὑπὸ σκέπης. Ἡ σκέπη εἶναι τὸ μυστικὸν παραπέτασμα μεταξὺ τοῦ κόσμου τούτου καὶ τοῦ ἐπέκεινα τοῦ Θεοῦ. Συμβολίζει τὰ Εἰσόδια τῆς Παναγίας εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ τὴν Μετάστασιν αὐτῆς.

….Τὸ εὐλογημένον βιβλίον τοῦ Αἰδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Ἀθανασίου πραγματεύεται ἐν ἐκτάσει περὶ τῆς προσφερομένης παντοιοτρόπως τιμῆς ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Παναγίαν Θεοτόκον. Συνιστῶντες τοῦτο τοῖς πιστοῖς πρὸς ἐντρύφησιν, εὐχόμεθα ἅμα τῷ συγγραφεῖ, ὅπως ἀξιωθῇ νὰ προσφέρῃ καὶ ἄλλους τοιούτους μυστικοὺς ὕμνους τῇ Παναχράντῳ Μητρὶ τοῦ Θεοῦ.

Το βιβλίο διατίθεται από τις Εκδόσεις Μύρτος.

Αγίας Λαύρας 24-153 44 Γέρακας

Τηλ. 210 8028828

Fax: 210 8028889

e-mail : info@myrtosbooks.gr

[Παγκοσμιοποίηση-Ανοικτά Σύνορα-Αλλοδαποί]

Θησαυρός Γνώσεων και ευσεβείας (II)

Της Σύνταξης του ΡΕΣΑΛΤΟ

Αυτό που διαφοροποιεί το σήμερα από το χθες είναι ότι η εποχή του εθνικού καπιταλισμού και των εθνικών ιμπεριαλισμών δεν υπάρχει πια. Η Ήττα του σοσιαλισμού σε συνδυασμό με την τεράστια τεχνολογική πρόοδο στον τομέα των επικοινωνιών και των υπολογιστών, επέτρεψε στον ιμπεριαλισμό να αναπτύξει θεαματικά τις εσωτερικές του τάσεις.
Η πιο σημαντική εξέλιξη που καθορίζει τη σημερινή εποχή, την παγκοσμιοποίηση, όπως συνηθίζουμε να λέμε, είναι η γέννηση και η επέκταση αυτών των ίδιων παγκόσμιων επιχειρήσεων. Η διαδικασία βεβαίως δεν έχει ολοκληρωθεί. Δεν φτάσαμε στο παγκόσμιο μονοπώλιο και δεν πρόκειται να φτάσουμε ποτέ. Ωστόσο, τα τραστ εθνικών διαστάσεων πέρασαν σε ένα νέο στάδιο. Έγιναν πολυεθνικά.
Όταν συνεπώς μιλάμε για παγκοσμιοποίηση εννοούμε τον υπερεθνικό, πλανητικό ιμπεριαλισμό, τις συγχωνεύσεις δηλαδή των γιγάντιων επιχειρήσεων πάνω από τα σύνορα, συγχωνεύσεις που δημιουργούν μια πλατιά οικονομική βάση η οποία επιτρέπει και επιβάλει την πολιτική ενοποίηση των πιο ισχυρών τμημάτων του κεφαλαίου.

Δείτε την αρχική δημοσίευση 3.999 επιπλέον λέξεις

Ή κυρά Φωτεινιώ καί τό Άκτιστο Φώς

…«Πριν δέκα χρόνια, δώδεκα χρόνια γνώρισα μία Ψυχή. Μία Αγία Ψυχή. Θα πούμε ένα όνομα για να κρατήσουμε πάλι το προσωπικό δεδομένο. Την λένε Φωτεινιώ…Ή εγώ την λέω Φωτεινιώ. Η κυρά Φωτεινιώ ήρθε με οικογένεια στο σπίτι της μητέρας μου, εκεί που φιλοξενούμουνα τότε γιατί δεν είχα σπίτι και είχανε τακτοποιήσει τότε το χώρο, -καλοσύνη της η μητέρα μου-, είχε κάνει ένα μικρό Αρχονταρίκι με τα Εικονίσματά μας, με το Καντήλι, με τα κεράκια μας, με τα Άγια Λείψανα και είχαμε ένα μικρό καναπέ που με χωρούσε εμένα. Τον ανοίγαμε και κοιμόμουνα το βράδυ και το πρωί τον μαζεύαμε και στολιζόταν και ήτανε σαν μικρό Αρχονταρίκι, που μπορούσα εγώ να ακούσω κάποιον λογισμό ή κάποιος να με συμβουλευτεί ή να ακούσει μια γνώμη, κάπως κατ’ιδίαν.


Ήρθαν λοιπόν ένα απόγευμα αυτό το ζευγάρι, τέσσερα άτομα και έφεραν μαζί τους την κυρά Φωτεινιώ. Θα ταν εξηντατριό, εξήντα τεσσάρων χρονών. Μια μικρόσωμη γυναίκα αλλά με πολύ φωτεινό Πρόσωπο. Και μου λέει: “Πάτερ μου, έμαθα οτι είστε από το Σινά. Και μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω Εσάς γιατί φοβούμε οτι δεν μπορώ να τα πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». Λέω: “Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε».


Καθίσαμε λοιπόν στο μικρό Αρχονταρίκι και άρχισε να μου διηγείται οτι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτι την περιουσία της και την σφετεριστήκανε και την κακομεταχειριζόντουσαν. Αυτή η κακομοίρα, μικρή και ευαίσθητη, προσκολλήθηκε στη γειτόνισά της, την κυρά-παπαδιά η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια. Ευτυχώς, η μεγάλη της είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, είχε μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και την Φωτεινιώ, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλλες, -τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι λοιπόν κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλα κεντήματα. Και βγάζαν τα προς το ζειν.


Δίπλα με την παπαδιά που καθόταν όλη την μέρα η Φωτεινιώ από τα εφτά της χρόνια, την άκουγε να προσεύχεται. Μα η παπαδιά μέσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και κάτι: «Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.» Την άκουγε να το λέει συνέχεια και σαν πεδούλα η κυρά Φωτεινιώ την ρώτησε: “Θειά παπαδιά, γιατί συνέχεια λες ευχαριστώ; Γιατί λες, Ευχαριστώ Συ Κύριε;» Λέει: «Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με την Χάρη του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».
Έτσι, η Φωτεινιώ μεγάλωσε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη Προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε».
Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται στους θείους της στο σπίτι και το πρωι,
πρωι-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρα-παππαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα
χαρτζιλίκι έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.


Στα δεκαεφτά της χρόνια, πήγε μια εκδρομή σε ένα Μοναστήρι, μαζί με την κυρα-παππαδιά και με την Ενορία, στην Βόρεια Ελλάδα σε ένα γυναικείο Μοναστήρι και πόθησε η κακομοίρα να γίνει Μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή που κατανενυγμένη ζήτησε να γίνει. Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν γιατί ήταν ανήλικη. Και έτσι γυρίζοντας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός οτι οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό ο οποίος φυσικά δεν θα ήταν και σόι αφού δεν ζήταγε προίκα. Έτσι λοιπόν σε ένα χρόνο, άρον άρον την παντρέψανε. Η κακομοίρα όμως αντιμετώπιζε το πρόβλημα οτι αυτός είχε καφενείο και δυστυχώς μάθαινε να πίνει και ήταν και έπινε και άλλες ουσίες εκεί στο καφενείο και τα πράγματα δυσκόλεψαν.


Γέννησε όμως, του χάρισε τρία παιδιά: ένα αγόρι, τον Φάνη και δύο κορίτσια. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους να σας πω. Αλλά θυμάμαι οτι είχε τρία παιδιά. Και η κακομοίρα προσπαθούσε να τα αναθρέψει με Νουθεσία Κυρίου. Αυτός όμως όποτε γύριζε από το καφενείο μεθυσμένος ή το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα μαλώσει και να τα δείρει και αυτή η κακομοίρα έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε αυτή το ξύλο. Έτσι εκτός από τις βρισιές που δεχόταν, αυτή έτρωγε και το ξύλο, έτρωγε και κανα παιδάκι ξύλο. Και η κακομοίρα πάντοτε με την Ευχή «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Ποτέ δεν παραπονέθηκε.


Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «’Ελα σε μας στην Πρωτεύουσα του νομού να βρούμε ένα καφενείο να βάλουμε το βιος μας με το βιος σου να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε. Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού που είχε ένα πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά και όντως κάναν το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά σιγά ο καφενές έγινε καφετέρια, η καφετέρια έγινε καφέ-μπαρ και σιγά σιγά έγινε νυκτερινό κέντρο… Με πεταλουδίτσες, με διάφορα τυχερά παιγνίδια. Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, δεν του άρεσε πια η κυρα-Φωτεινιώ, φώναζε, την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», την έλεγε «χολέρα». Την έβριζε, την ταπείνωνε. Εκείνη πάντοτε με ταπείνωση και πολύ καρτερία έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε»


Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. Δεν την αφήναν να πάει στην Εκκλησία και μου έλεγε με δάκρυα: “Πέρναν, παππά μου, τα παπούτσια μου και τα ρίχναν στο πηγάδι ή τα ρίχναν στη κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα”. Και λέω: «Τον χειμώνα, κυρά Φωτεινιώ; Βρεμένα τα φορούσες;» «Οχι» λέει, «τα άλοιφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. Και πήγαινα στην Εκκλησία και δεν με ένοιαζε.»


Έτσι λοιπόν μετά από δεκαοχτώ χρόνια δύσκολης ζωής, μια μέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα, είχε έρθει ο κυρ-Ανέστης από βραδίς στο σπίτι, κατά τις τέσσερις το πρωί τα χαράματα και κοιμόταν, εκείνη ετοίμασε το πρωί τα καλαθάκια για τα παιδιά της, τα μπουγαλάκια τους με τα νηστίσιμά τους για να πάνε να γιορτάσουν τα Κούλουμα έξω στην ύπαιθρο, σηκώνεται μπουρινιασμένος ο κυρ-Ανέστης και λέει: «Φάνη σήκω. Και ετοίμασε την ψησταριά, γιατί θα βάλουμε να ψήσουμε κρέας και να χορτάσουμε. Σήμερα κάλεσα τα παιδιά που είναι κλειστή η ταβέρνα να πιούμε και να φάμε όλοι μαζί.» Και τόλμησε η κακομοίρα η κυρά-Φωτεινιώ να πει: «Βρε Ανέστη μου, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Οι Χριστιανοί όλοι νηστεύουν και τιμάνε την αρχή της Σαρακοστής, που στην Μεγάλη Βδομάδα ο Χριστός μας σταυρώθηκε για την Σωτηρία μας. Τι θα κάνουμε; Σαν τους Εβραίους να φάμε Καθαρά Δευτέρα κρέας;” “Ρε, εσύ θα με πεις, πανούκλα, Εβραίο, εσύ θα με πεις…» και εκεί που άρχισε να την φωνάζει και να την βρίζει, πέταγε τα πράγματα από το σαλόνι του στο σπίτι του, έσπαγε τα πράγματα και όπως πηγαίνει να την χτυπήσει…τον επισκέπτεται ο Κύριος εν βραχίονι υψηλό και πέφτει κατάχλωμος κάτω. Άρχισε να τρέμει, μαζευτήκαν τα παιδιά, άρχισε ο γιός να φωνάζει στην μάνα του «Εσύ φταις ρε μάνα γιατί τον σκότωσες τον πατέρα μας. Τι του έκανες;”…Ήταν κατάσταση τραγική. Ήταν και τεράστιος ο κυρ-Ανέστης. Ήρθαν οι γείτονες. Τον βάλαν στο κρεβάτι και όταν ήρθε ο γιατρός το μόνο που διαπίστωσε ήταν ότι, δυστυχώς, είχε υποστεί ημιπληγία, είχε αγγιχτεί το κέντρο της ομιλίας του, είχε στραβώσει το στόμα του και το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι είχαν παραλύσει. Οκτώμισι χρόνια τον διακονούσε με υπομονή, χωρίς να λέει τίποτε παρά μόνο: “Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Τα παιδιά της την βασάνιζαν, την γιουχάρανε, την κοροιδεύανε, της κάναν τα ίδια, εκείνη υπέμενε λέγοντας πάντοτε: “Ευχαριστήσομεν  τω Κυρίω». Μούγκριζε καμιά φορά ο κυρ-Ανέστης. Λέω: “Πώς τα κατάφερνες κυρά Φωτεινιώ;” “Τι να κανα;” λέει «πάτερ μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Κι όταν πήγα μια φορά κοντά του, τότε με το αριστερό του χέρι, που ήταν το μόνο γερό, μου έπιασε την κοτσίδα και με κοπάναγε. Και δεν με άφησε πάρα μόνο μετά από μισή ώρα, όταν κουράστηκε το χέρι του. Τότε μόνο ησύχασε.» «Και το κανες αυτό συχνά κυρά Φωτεινιώ;» «Ε, Δόξα τω Θεώ. Όχι πολύ συχνά. Κανα δυο φορές την εβδομάδα. Λίγο να ξεκουράζεται. Γιατί ο καημένος έχει άγχος». Και δεν τον κατέκρινε. Δόξα τω Θεώ, έλεγε. Και της τραβούσε τα μαλλιά μόνο δυο φορές την εβδομάδα. Τέλος πάντων.


Μια Παραμονή των Θεοφανείων μετά τα οκτώμισι χρόνια, ήταν οι Μεγάλες Ώρες. Και αφού η κακομοίρα πήρε τον Αγιασμό πήγε σπίτι της γρήγορα γρήγορα να ευπρεπίσει το σπίτι της, να ετοιμάσει το Καντήλι της, να θυμιάσει γιατί θα περνούσε ο παπα-Βασίλης να αγιάσει το σπίτι. Και όντως πέρασε ο παπα-Βασίλης. Και άγιασε το σπίτι. Και ήθελε- δεν ήθελε ο κυρ-Ανέστης τον διάβασε μια Ευχή, μουγκρίζοντας ο κυρ-Ανέστης γιατί δεν αγαπούσε τους παπάδες αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, πού να πάει να σηκωθεί αφού ήταν παράλυτος;  Τον διάβασε ο παπάς όμως και έφυγε.


Στο κατόπι όμως του παπα-Βασίλη, έρχεται ο Θεοφάνης. Ο Φάνης. Ο γιος. Και αρχίζει και φωνάζει: «Τι βρωμοκοπάει εδώ σαν τα νεκροταφεία; Και εσείς και τα νεκροταφεία σας. Άντε πάλι, μούχλα, εσύ. Πάλι θύμιασες; Και με τα θυμιατά σου τι βρήκαμε; Να, πίσω πάμε. Και τι ωφεληθήκαμε εμείς με τα θυμιατά σου;» και με τα νεύρα του, πετάει το Καντήλι, πετάει τις Εικόνες, ρίχνει τα κεριά και βγαίνει η κακομοίρα έξω για να δει τι γίνεται στο σαλόνι από την κουζίνα γιατί είχε ανοίξει φύλλο και ετοίμαζε πίτες γιατί θα ρχόντουσαν την άλλη μέρα να την ευχηθούν και εκείνη και τον γιό της και να μην την δουν ανοικοκύρευτη και εκεί στα νεύρα του παίρνει τον πλάστη από τα χέρια της και της τον κοπανάει στο κεφάλι. Η κακομοίρα από τον πόνο λιποθύμισε και έπεσε κάτω. Και ήρθαν οι γειτόνισσες να την συνεφέρουν, της βάλαν και μια σακούλα με πάγο στο κεφάλι και όταν συνήλθε σε καμιά ώρα και είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, τρόμαξε. Είχε ένα καρούμπαλο τόσο μεγάλο σαν αβγό στο μέτωπό της. Και είχε αρχίσει να μελανιάζει όλη η δεξιά πλευρά. «Πάτερ μου, στεναχωρήθηκα. Πώς θα πάω στην Εκκλησία με το καρούμπαλο; Πώς θα πάω μελανιασμένη; Τι θα λέει η γειτονιά για τα παιδιά; Καλά ο άντρας σου. Αλλά τα παιδιά; Θα με κουτσομπολεύουν και θα στεναχωριούνται». «Τι έκανες, καλέ κυρά-Φωτεινιώ;» «Έβαλα όλη τη νύχτα κομπρέσα, παπά μου και είπα το πρωί να πω στην κόρη μου να μου δώσει λίγο από έκείνες τις πούδρες που βάζουνε να καλύψω το μελάνιασμα. Αλλά με το καρούμπαλο, τι θα έκανα; Σκέφτηκα, λέει, να βάλω ένα φακιόλι, ένα μαντήλι και να κάνω έτσι όπως κάνουν οι ευσεβείς και να πάω στη άκρη. Να μην πάω στην θέση που πήγαινα στην Εκκλησία.» «Και το κανες, κυρά-Φωτεινιώ»; Λέει:«Ναι. Σηκώθηκα πρωί πρωί». Σηκώθηκε η κακομοίρα, τακτοποίησε το σπίτι της, άλλαξε τον κυρ-Ανέστη, τον ξύρισε, τον έπλυνε, τον ετοίμασε, άναψε το Καντήλι της, θύμιασε και έφυγε τροχάδι για την Εκκλησία. «Μα σαν μπήκα, λέει, παπά μου μες στην Εκκλησία, ένα Ουράνιο Φως είδα μες στην Εκκλησία. Ένα φως που έφεγγε και τα πολυέλαια ήταν σβηστά» Λέω: «Και τι χρώμα είχε αυτό το Φως, κυρά-Φωτεινιώ»; «Λευκογάλαζο, παπά μου. Άστραφτε το Φως. Κι εγώ, παρόλο που έκανε κρύο έξω τσουχτερό αισθανόμουνα μια θερμότητα. Μια θερμότητα και μια δροσιά. Και η καρδιά μου άνοιγε. Και έλεγα. “Ευχαριστώ συ, Κύριε».
Πήγα λοιπόν στη ακριανή πόρτα που είναι στα αριστερά, κει που κάθονται οι γυναίκες για να μπορώ να ατενίσω τον Παντοκράτορα, να χαίρομαι, να παρηγοριέμαι. Και όσο προχωρούσε η Λειτουργία τόσο αυτό το Φως αύξαινε. Και όχι μόνο αύξαινε, παπά μου, αλλά έπεφτε και μια χρυσόσκονη και άστραφτε όλο αυτό το Φως, σαν να είχε χιλιάδες μυριάδες αστέρια. Και σαν κοιτάω τον Παντοκράτορα, τι να δω παπά μου; Είχε…Έβγαινε Αυτό το Φως από το Φωτοστέφανο του Χριστού μας, από το Πρόσωπό Του, τα χεράκια Του, το Άγιο Ευαγγέλιο…και κάλυπτε τον κόσμο. Και όσοι ήταν στην Εκκλησία, άλλους τους έλουζε το Φως και έμπαινε μέσα τους το Φως και γινόντουσαν όλοι μια λαμπάδα. Φωτεινή. Γαλαζόασπρη. Στους άλλους δεν έμπαινε μέσα τους το Φως, όμως τους θώπευε.» Και την ρώτησα: «Ήρθε και σε σένα το Φως; Ήρθε στη γωνιά σου, στην γωνίτσα σου το Φως;» «A!Αμ, καλοήρθε παπά μου. Ήρθε.» «Πώς το αισθάνθηκες, κυρά-Φωτεινή;» «Σαν ένα χέρι που με θώπευε. Με άγγιζε από το μέτωπο, με χάιδευε στους ώμους, στα μπράτσα και στις παλάμες. Και μετά με πήγαινε αριστερά. Και το ίδιο πράγμα. Και άνοιξε η καρδιά μου παπά μου και άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυά μου μετά.


Και όχι μόνον αυτό. Αλλά το Χέρι Αυτό μου επούλωσε τις πληγές, μού έκλεισε τις πληγές όλες. Τριανταπέντε χρόνια πληγές που είχα. Τα βρισίδια, τους ξυλοδαρμούς, τους βιασμούς, το ξύλο, την ταπείνωση…όλα μου τα επούλωσε ο Χριστός. Τίποτε δεν αισθανόμουνα. Αισθανόμουνα μια απέραντη ευφορία. Αλλά και κάτι άλλο, παπά μου. Με κλειστά τα μάτια, έβλεπα τα γινούμενα στη Λειτουργία. Έβλεπα τα πάντα. Έβλεπα την Μεγάλη Είσοδο, είδα τους Πατέρες, είδα τη Λειτουργία όλη. Την έζησα στον Παραδεισο…Ξαφνικά όμως είδα τις γυναίκες να αρχίσουν να κινούνται και κατάλαβα οτι πάμε για να κοινωνήσουμε. Ήρθε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Ετοιμάστηκα. Και όπως κοίταζα να δω το τσεμπέρι μου, τι να δω; Το Χέρι μού είχε κάνει καλά και το καρούμπαλο! Δεν είχα ούτε καρούμπαλο! Είχε φύγει το καρούμπαλο. Και με μεγάλη χαρά οτι δεν θα εκτεθώ στην γειτονιά, στάθηκα στη σειρά. Αλλά είπα να δω, κι έτσι δεξιά να δω, ποιος Κοινωνάει; Ο παπά-Βασίλης που ήρθε και μας άγιασε ή ο παπά-Γιάννης; και ξαφνικά, παπά μου…Ούτε ο παπα-Βασίλης ήτανε. Ούτε ο παπα-Γιάννης.


Ένας Δεσπότης… Μα τι Δεσπότης…Τι χρυσά Άμφια φορούσε! Τι διαμάντια και μπριλάντια είχαν πάνω τα ρούχα Του! Άστραφτε ολόκληρος! Και φορούσε μια Κορώνα…Όχι σαν Αυτές των Δεσποτάδων. Μια Βασιλική Κορώνα. Που άστραφταν χιλιάδες τα μπριλάντια και τα διαμάντια. Και πάνω στην Κορώνα Του είχε Αγγέλους. Μα και δίπλα Του είχε δύο Παραστάτες Αγγέλους που κρατούσαν το Μάκτρο. Με έπιασε τρόμος. Τα Χέρια Του, το Πρόσωπό Του, έφεγγαν σαν τον Ήλιο. Και κρατούσε μια χρυσή λαβίδα. Αλλά δεν είχε μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, είχε ένα κάρβουνο αναμμένο. Και η δόλια, λέω, η κακομοίρα, τι θα κάνω; Πώς θα Κοινωνήσω το κάρβουνο; Φαίνεται τέτοια Τυπικά έχουν σήμερα. Άλλος Δεσπότης ήρθε και άλλες συνήθειες έχουν. Και τι να κάνω εγώ; Και πώς θα καώ; Και θα βάλω τις Φωνές στον κόσμο;» «Και τι έκανες, βρε κυρά-Φωτεινιώ; Δεν Κοινώνησες;» «Όχι, λέει. Προφασίστηκα ευγένεια. Και πήγα στην άκρη και έλεγα “Περάστε. Περάστε και εσείς.” Ε. Περάσανε καμια εικοσιπενταριά που ήταν στην ουρά…Μετά δεν είχε άλλο ‘περάστε’. Έπρεπε να μπω εγώ στη σειρά». «Τι έκανες, κυρά-Φωτεινιώ»; «Τι έκανα λέει; Πλησίασα και κοιτάζοντας χαμηλά μην μπορώντας να δω το Πρόσωπο του Δεσπότη, ακόμα και τα παπούτσια Του παπά μου χρυσά ήτανε. Και οι ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΙΠΛΑ Του σαν να μην πατούσαν στη γη. Και είπα: ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΥ. Άντε, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ. Ας Είσαι ΕΣΥ και ας καώ. ΕΣΥ να είσαι και ας καώ. Κι εγώ θα Κοινωνήσω. Έκλεισα τα μάτια μου, έβαλα το Μάκτρο (κόκκινο ύφασμα που κρατάμε κάτω από το στόμα μας κατά την Θεία Μετάληψη)  κάτω από το στόμα μου και άνοιξα το στόμα μου». «Κοινώνησες, κυρά-Φωτεινιώ»; «Κοινώνησα παπά μου». «Κάηκες κυρά Φωτεινιώ»; «Όχι, παπά μου. Δροσίστηκε η Ψυχή μου. Άνοιξε η Καρδιά μου. Και άρχισα να λέω από την καρδιά μου : “Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Σε Ευχαριστώ, Συ Κύριε. Και άρχισα φαίνετε να το λέω δυνατά και ξαφνικά ακούω τη φωνή του παπα-Βασίλη να μου λέει: “Κυρά-Φωτεινιώ, είσαι καλά»; Και ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μπροστά στον παπά-Βασίλη που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο και σκέπαζε με το Μάκτρο.


Και λέω: «Παναγία μου, θα ρεζιλευτώ”….και πήγα στην άκρη και σκεφτόμουνα: «Όλα αυτά που είδα, παπά μου, ήταν αληθινά; Λες να ‘ταν φαντασία; Μα είδα τον Δεσπότη, είδα τους Αγγέλους, είδα τόσα πράγματα, κοινώνησα, είμαι τρελή»; Μόλις τελείωσε ο Αγιασμός και πήγα σπίτι μου, μπήκα αμέσως στην αποθηκούλα να αλλάξω τα ρούχα μου, για να βάλω τα ρούχα του σπιτιού και να βάλω την ποδιά μου να ετοιμάσω το φαγητό. Και σαν ντύθηκα, κάτι μου μύριζε το σπίτι. Και μπαίνω μέσα στο σαλόνι και τι να δω; Η μικρή μου θυγατέρα κρατούσε ένα θυμιατό και θύμιαζε τις Εικόνες. Στη θέση Τους οι Εικόνες, ευπρεπισμένο το καντηλάκι μου, αναμένα τα κεράκια μου και δίπλα στην Παναγία ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια. Και μου λέι η κόρη μου: «Χρόνια πολλά, μάνα. Σήμερα μεγάλη ημέρα. Είπαμε να θυμιάσουμε, μιας και σου αρέσει να θυμιάζεις το σπίτι. Αλήθεια, μας έφερες αντίδωρο»; κι εγώ έμεινα… και σκεφτόμουν: “τριανταεφτά χρόνια σε αυτό το σπίτι δεν μου ζητήσανε ποτέ Αντίδωρο”. Και απαντούσα στην κόρη μου: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»! Κι έρχεται και ο γιός μου από το κατόπι μου στο πλάι και σκύβει ταπεινά και μου φυλάει το χέρι και μου λέει: “Συχώρα με μάνα. Συχώρα με.” Και εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Και ακούω τον Ανέστη να μου φωνάζει και μπαίνω βιαστική να δω μήπως ήθελε κάτι και τον βλέπω καθήμενο στο κρεβάτι του και μου έκανε σινιάλο με το αριστερό του χέρι. Και σαν τον είδα είχε μια ιλαρότητα το πρόσωπό του και μια γλυκύτητα τα μάτια του. Και του δίνω το χέρι μου, νομίζοντας θέλει να καθίσει και αυτός αρχίζει και μου το φιλούσε. Μέσα και έξω, παπά μου μού το φιλούσε κλαίγοντας και μου λεγε με το μισό του στόμα: «Συχώρα με, Φωτεινιώ. Συχώρα με να χαρείς». Και έρχεται πίσω το παιδί…Και εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω” και έρχεται το παιδί μου πάλι και με φιλάει στο μέτωπο εκεί που ήταν το καρούμπαλο και μου λέει: «Συχώρα με, μάνα. Δεν θα το ξανακάνω. Την Ευχή σου να χω, μάνα”. Κι εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»!


Κι εδώ σταμάτησε η διήγηση της κυρά-Φωτεινιώς. Για είκοσι λεφτά πλάνταξε στο κλάμα. Κι αφού συνήλθε με ρώτησε με μια παιδική απλότητα, σαν μικρό κοριτσάκι ένοχο: «Πάτερ μου, είμαι κουζουλή; Τρελάθηκα; Λες να με κλείσουν στο Δρομοκαίτειο; Λες να είμαι για δέσιμο και είδα τόσες φαντασίες; Λες να είμαι τρελή; Τι θα πεις, Πάτερ; Τι γνώμη έχεις; Είμαι κουζουλή; Κουζουλάθηκα»; Κι εγώ απάντησα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν για την ύπαρξή σου, κυρά-Φωτεινιώ, τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»!


Η κυρά-Φωτεινιώ δεν ήταν ο Άγιος Χρυσόστομος, ούτε ο Άγιος Νείλος, ούτε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ούτε ο Μέγας Παϊσιος. Ήταν μια Ψυχή σαν κι εσάς, σαν κι εμάς. Απλώς έμαθε καλά στην καρδιά της να λέει: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» και ο Θεός την πλήρωσε πλουσιοπάροχα. Θα σας πω και την έκβαση γιατί ξερω πως θα χαρείτε. Σήμερα, χήρα πια η κυρά-Φωτεινιώ, είναι Μοναχή και πηγαίνουν τα παιδιά της και της φιλούν το χέρι και το μέτωπο. . Και εκείνη κάθεται εκεί και αφουγκράζεται και θυμάται τον Δεσπότη Χριστό, που την κοινώνησε με την χρυσή Λαβίδα το Τίμιο Φρικτό Σώμα και Αίμα Του.


Είθε η Χάρις του Θεού να λαβώσει την Καρδιά μας με την Άπειρη αγάπη Του και να μας διδάξει από τα κατάβαθα, τα τρίσβαθα της καρδιάς μας, αναβαθμίζοντας την δική μας παιδική Προσευχή σε ευχαριστιριακή, να λέμε κι εμείς, δίνοντας το μπόλι της καρδίας και του σώματος: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω, πάντων ένεκεν».
                                                                                                π. Αρσένιος Σιναΐτης     Δημήτρια 2016

  Η ΠΡΟΣ ΔΙΟΓΝΗΤΟ ΕΠΙΣΤΟΛΗ 

 

 αρχείο λήψης

ανώνυμου μαθητή του απολογητή Αριστείδη του Αθηναίου,

      διδασκάλου του Κλήμη Αλεξανδρέα, 175-200 μ.Χ.

             «Οι εν τω κόσμω Χριστιανοί»

  (απόσπασμα σε μετάφραση)

«Οι Χριστιανοί λοιπόν δεν ξεχωρίζουν ούτε στον τόπο, ούτε στη γλώσσα, ούτε στο ντύσιμο από τους άλλους ανθρώπους. Μα ούτε και κατοικούν κάπου σε πόλεις δικές τους, ούτε μεταχειρίζονται κάποια διάλεκτο παραλλαγμένη, ούτε κάνουν ζωή που να ξεχωρίζει. Αυτό δεν είναι γι’ αυτούς διδαχή που βρέθηκε από κάποια επινόηση και από την ανησυχία πολυάσχολων ανθρώπων, ούτε υπερασπίζουν δόγμα ανθρώπινο, όπως μερικοί. Κατοικώντας σε πόλεις ειδωλολατρικές και βαρβαρικές, κατά τον κλήρο του ο καθένας, και ακολουθώντας τα τοπικά έθιμα σε ντύσιμο και φαγητό, καθώς και στον υπόλοιπο βίο, θαυμαστή και αληθινά παράδοξη δείχνουν την κατάσταση της πολιτείας τους. Σε πατρίδες κατοικούν δικές τους, αλλά σαν πάροικοι. Μετέχουν στα πάντα σαν πολίτες και τα πάντα υπομένουν σαν ξένοι. Κάθε ξένη πατρίδα είναι δική τους και κάθε πατρίδα, ξένη. Παντρεύονται όπως όλοι, κάνουν παιδιά. Αλλά δεν παρατάνε τα νεογέννητα. Τραπέζι κοινό έχουν, αλλά όχι και κρεβάτι. Μέσα σε σάρκα βρίσκονται, αλλά δε ζουν σύμφωνα με τη σάρκα. Στη γη περνάνε τη ζωή τους, αλλά είναι πολίτες του ουρανού. Υπακούουν στους νόμους που ορίζονται και με τον βίο τους νικάνε τους νόμους.

Αγαπάνε τους πάντες και από τους πάντες καταδιώκονται. Τους αγνοούν και τους κατακρίνουν, τους θανατώνουν και κερδίζουν τη ζωή. Είναι φτωχοί και πλουτίζουν πολλούς· τα πάντα στερούνται και στα πάντα έχουν περίσσευμα. Τους περιφρονούν και μέσα στη περιφρόνηση δοξάζονται· τους συκοφαντούν και δικαιώνονται. Κακολογούνται και ευλογούν, τους βρίζουν και εκείνοι τιμούν. Κάνοντας το καλό τιμωρούνται σαν κακούργοι· όταν τιμωρούνται χαίρονται, σαν να έρχονται στη ζωή. Οι Ιουδαίοι σαν αλλόφυλους τους πολεμάνε και οι ειδωλολάτρες τους κυνηγάνε. Και για την αιτία της έχθρας, αυτοί που τους μισούν δεν έχουν τι να πουν.

Και πιό απλά, όπως είναι στο σώμα η ψυχή, έτσι είναι στον κόσμο οι Χριστιανοί. Απλωμένη είναι σε όλα τα μέλη του σώματος η ψυχή, και οι Χριστιανοί στου κόσμου τις πόλεις. Κατοικεί στο σώμα η ψυχή, δεν είναι όμως από το σώμα· και οι Χριστιανοί στον κόσμο κατοικούν, μα δεν είναι από τον κόσμο. Αόρατη η ψυχή, στο ορατό φρουρείται σώμα· και τους Χριστιανούς τους ξέρουν, αφού βρίσκονται στον κόσμο, αόρατη όμως η θεοσέβειά τους μένει. Μισεί την ψυχή η σάρκα και την πολεμάει, χωρίς να αδικείται σε τίποτα, γιατί την εμποδίζει να γεύεται τις ηδονές· μισεί και τους Χριστιανούς ο κόσμος, χωρίς να αδικείται σε τίποτα, γιατί στις ηδονές είναι αντίθετοι. Η ψυχή αγαπάει τη σάρκα που τη μισεί και τα μέλη· και οι Χριστιανοί αγαπάνε αυτούς που τους μισούν. Έχει κλειστεί η ψυχή στο σώμα, συγκρατεί όμως αυτή το σώμα· και τους Χριστιανούς τους έχει σαν σε φυλακή ο κόσμος, αυτοί όμως συγκρατούν τον κόσμο. Αθάνατη η ψυχή, σε θνητό σκήνωμα κατοικεί· και οι Χριστιανοί παροικούν στα φθαρτά, την αφθαρσία των ουρανών περιμένοντας. Όταν στερείται φαΐ και πιοτό, η ψυχή γίνεται καλύτερη· και οι Χριστιανοί όταν τιμωρούνται, κάθε ημέρα γίνονται πολύ περισσότεροι. Σε τέτοια τάξη τους έθεσε ο Θεός, που δεν τους επιτρέπεται να την παρατήσουν».

10.3.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ