ΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ


Ο Άγιος Νικόλαος Κερασούντος
Γράφει ο Θεόδωρος Ν. Ρωμανίδης
Οι πρώτες πηγές για τον κρυπτοχριστιανισμό, κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι δύο επιστολές του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη ΙΔ΄ (1337-1347) του Απρηνού ή Καλέκα, που απευθύνονται στον χριστιανικό πληθυσμό της Νίκαιας της Βιθυνίας τα έτη 1338 και 1340.

 Οι βίαιοι όμως εξισλαμισμοί, που είναι από τα κυριότερα αίτια της εμφάνισής του, μετά την πτώση της Βασιλεύουσας (1453) και της Τραπεζούντας (1461), είχαν τεράστια επίδραση στην εμφάνιση του κρυπτοχριστιανισμού.

Οι έχοντες δυνατότητα Έλληνες καταφεύγουν στη Ρωσία και στις Παραδουνάβιες χώρες. Αυτοί που έμειναν αναγκάζονται υπό το κράτος της βίας και των πιέσεων να αλλαξοπιστήσουν για να σώσουν τη ζωή, την τιμή, τις οικογένειες, τις περιουσίες τους, και κυρίως να απαλλαγούν από την καθημερινή απάνθρωπη συμπεριφορά των κατακτητών.
Ο ιστορικός Περικλής Τριανταφυλλίδης γράφει ότι «ο Έλλην ενομίζετο και των κυνών ευτελέστερος». Οι ραγιάδες οφείλουν να φορούν μόνον μαύρα ρούχα και μόνον από χονδρό βαμβακερό ύφασμα. Το σπίτι του Έλληνα έπρεπε να είναι μονώροφο, ασοβάτιστο, και φυσικά άβαφο.

Στο δρόμο όταν συναντούσε Τούρκο έπρεπε να κατέβει από το πεζοδρόμιο η να απομακρυνθεί από το δρόμο του και να κάμει «υποκλίσεις εδαφιαίας». Συχνά υποχρεούνταν να κάνει τραπέζι σε Τούρκο με όλη την ανατολίτική ποικιλία φαγητών και γλυκισμάτων.

Εθεωρείτο καλότυχος αν ο «φιλοξενούμενος» περιοριζόταν μόνο στο φαγητό, καθώς συχνά απαιτούσε και χρηματική αποζημίωση για την απασχόληση των… δοντιών του, το περίφημο «ντις παρασί».
Η φυσική καλλονή, η ομορφιά, ήταν επικίνδυνη πολυτέλεια τόσο για τα κορίτσια όσο και για τα αγόρια.
Η οικονομική εξαθλίωση των ραγιάδων, μέσω φόρων, πρωταρχικό μέλημα. Ο «κεφαλικός» φόρος και ο φόρος «αγγαρειών» ήταν μερικοί από αυτούς.

Ο φόρος υπό το όνομα «σαλγούνι» επιβαλλόταν πολλές φορές μέσα στο χρόνο σε όλους τους κατοίκους, αλλά την αναλογία των Τούρκων την πλήρωναν οι χριστιανοί.

Από τα αυτοκρατορικά ταμεία μέχρι να φτάσει στον φορολογούμενο χριστιανό «διήρχετο από αμετρήτους σταθμούς» και σε κάθε σταθμό έπρεπε να αυξηθεί υπέρ του… σταθμάρχη.

Με αποτέλεσμα, όταν έφτανε στον φορολογούμενο να υπερβαίνει το εκατονταπλάσιο του αρχικού, όπως γράφει ο Φίλων Κτενίδης.

Ο Άγιος Ευγένιος Τραπεζούντας 
(φωτ.: Βασίλης Καρυοφυλλίδης)
Οι τοπικοί άρχοντες, οι περιώνυμοι «ντερεμπέηδες» (ντερέμπεης = ο μπέης του ποταμού, δηλαδή ο απόλυτος τοπάρχης στα χωριά κατά μήκος ενός ποταμού), ήταν ασύδοτοι.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες ξεπήδησαν οι κρυπτοχριστιανοί. Οι κρυπτοχριστιανοί στον Πόντο ονομάζονταν και «κλωστοί» από το ρήμα «κλώθω», «κλώσκουμαι».

Δήθεν ήταν μουσουλμάνοι, και αφού εκχριστιανίστηκαν επέστρεψαν στο Ισλάμ. Στην Κρήτη, ονομάζονταν «κουρμουλήδες» και στην Κύπρο «λινοβάμβακες».

Ο εξισλαμισμός γίνονταν για λόγους φανατισμού αλλά και για σταθερή επικράτηση των κατακτητών. Η Ορθοδοξία ήταν ικανή να κρατήσει ισχυρά δεμένους τους υπόδουλους στον εθνικό κορμό.

Έτσι και αυτοί που αναγκάστηκαν να αφήσουν την ελληνική γλώσσα, π.χ. οι Καραμανλήδες, δεν έχασαν την εθνική τους ταυτότητα. Αντίθετα, όσοι αλλαξοπίστησαν έκοψαν τους δεσμούς τους με το έθνος και ας κράτησαν την γλώσσα.

Τέτοια παραδείγματα οι τουρκοκρητικοί, οι βαλαάδες στην Μακεδονία, οι οφλήδες και οι τονιαλήδες στον Πόντο. Όσοι εξισλαμίζονταν απέφευγαν τις καθημερινές πιέσεις, ήταν για αυτούς μια λύτρωση· τους δίνονταν προνόμια, χρήματα και εξουσία.

Οι περισσότεροι από αυτούς παρέμειναν κρυφά χριστιανοί. Διατήρησαν τη γλώσσα τους και πολλοί στην περιοχή του ποταμού Όφι έχουν ελληνικά επίθετα.
Λέγεται ότι κάποιος μωαμεθανός κάτοικος της περιοχής του , σε ανακριτικό γραφείο, έδινε τα στοιχεία του –όνομα, διεύθυνση, κτλ.–, και έπρεπε να πει το και το όνομα του παππού του.

Στην επίμονη απαίτηση του ανακριτή του απάντησε «Εφέντη, κουρτουλάμα θυμιαντό τζικάρ», δηλαδή «Κύριε μην πολυσκαλίζεις, θα βγει θυμιατήρι», θέλοντας να του πει ότι ο παππούς του ήταν ιερέας.

Ολόκληρα χωριά στον Πόντο κατοικούνταν από κρυπτοχριστιανούς, οι οποίοι έπρεπε όμως να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ως μωαμεθανοί. Ήταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουν τακτικά στα τζαμιά για το τακτικό ναμάζι, ασχέτως με το είδος της προσευχής που σιγοψιθύριζαν.

Όταν πέθαινε κάποιος, ενώ οι Τούρκοι μολάδες μετέφεραν τη σορό, την ίδια ώρα σε κρυφό χριστιανικό ναό έψαλλαν τη νεκρώσιμη ακολουθία. Πολλές φορές τον έθαβαν κρυφά η έθαβαν ένα ανδρείκελο στα μωαμεθανικά νεκροταφεία.

Η Παναγία Χρυσοκεφάλου της Τραπεζούντας 
(φωτ.: Βασίλης Καρυοφυλλίδης)
Διηγούνται ότι την Κρώμνη για 12 ολόκληρα χρόνια την επισκέπτονταν ένας Χότζας ο οποίος έκανε τις προσευχές του μαζί με τους κατοίκους, οι οποίοι ψιθύριζαν προσευχές αλλά… στον Χριστό.

Σε ένα ταξίδι του στην Κρώμνη αντάμωσε στο δρόμο μια ομάδα ανθρώπων που κουβαλούσαν πάνω σε φορείο έναν άρρωστο. Ρωτώντας έμαθε ότι τον πήγαιναν για αλλαγή κλίματος και θεραπεία στην Αργυρούπολη.

«Πατριώτες, τους είπε, να τον πάτε στην Κρώμνη. Εκεί οι άνθρωποι δεν παθαίνουν. Δέκα χρόνια δεν είδα ούτε μια κηδεία».

Είναι βέβαιο ότι με την Ανταλλαγή δεν έφυγαν όλοι εξ αιτίας του πολέμου. Σε ορισμένες περιοχές αρκετοί κρυπτοχριστιανοί δεν μπόρεσαν να φανερωθούν.

Υπήρχαν επίσης γάμοι χριστιανών η κρυπτοχριστιανών με Τούρκους. Πολλά παιδιά, κατά τη διάρκεια των διωγμών των Ελλήνων, έμειναν ορφανά η απήχθησαν από Τούρκους.

Στο βιβλίο του Ο πολιτισμός του Πόντου, ο Ομέρ Ασάν γράφει ότι κατά την έρευνά του να ανακαλύψει την ταυτότητα των προγόνων του, και σε ερώτηση πώς έμαθαν την ελληνική γλώσσα, τα ρωμαίικα όπως τα λένε, έλαβε την εξής απάντηση «Εμείς αυτήν τη γλώσσα μιλούσαμε. Τα τουρκικά τα μάθαμε μετά».
Το 2001, σε επίσκεψη συλλόγου στον Πόντο και κατά τη μετάβασή τους στη Μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, ένας από τους εκδρομείς ρώτησε στη διαδρομή μια γυναίκα αν είναι στον σωστό δρόμο.
Άκουσε αυτή τα ποντιακά που μιλούσαν, και ρώτησε αν όλοι οι εκδρομείς είναι «δικοί μας». Όταν πήρε θετική απάντηση, γύρισε και είπε: «κι εγώ δικιά σας είμαι».
Το 1991-1992, στην προσπάθεια εισδοχής της Τουρκίας στην Ενωμένη Ευρώπη, αναδείχθηκαν από την κρατική τους τηλεόραση ζητήματα γλωσσικά-μειονοτικά. Ορόσημο ήταν η συνέντευξη μιας γριάς Πόντιας μουσουλμάνας σε Τουρκάλα δημοσιογράφο.

Στην ερώτηση «ποια είναι η γλώσσα που μιλάτε», η Πόντια γιαγιά δεν χάρισε κάστανα: «η γλώσσα που μιλάω δεν είναι τουρκικά, και από τον αέρα δεν τα έμαθα»!

Σήμερα σε 60 χωριά της Τραπεζούντας, κυρίως στην περιοχή του Όφι, ζουν –σύμφωνα με συντηρητικούς υπολογισμούς–, περίπου 300.000 κρυπτοχριστιανοί.

«Στο χωριό, στην πόλη, στο σχολείο, μας έμαθαν ότι είμαστε Τούρκοι. Στη γειτονιά, στο σχολείο, στη δουλειά, μιλούσαμε τα τουρκικά.

Όμως, στο σπίτι, στο χωριό, η γιαγιά, ο παππούς μου, όλοι στην οικογένεια μιλούσαν μεταξύ τους τη γλώσσα που ονομάζανε ρωμαίικα. Επομένως τι ήμασταν εμείς; Ρωμιοί ή Τούρκοι;» αναρωτήθηκε ο Ομέρ Ασάν όταν ξεκίνησε την έρευνα του.

ΠΗΓΕΣ
Φίλων Κτενίδης, «Οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου», διάλεξη στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 20/5/1954.
Περ. Ποντιακά φύλλα.
Κυριακή Χρυσουλίδου, «Οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου» (μεταπτυχιακή εργασία), ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2008.
«Νέα Πρωία» (neaproia.wordpress.com).
(Με την ευκαιρία της ομιλίας του καθηγητή κ. Στάθη Πελαγίδη στο ΙΘΤΠ την Τετάρτη 6 Απριλίου 2016 και ώρα 19:00 με θέμα «Κρυπτοχριστιανοί ή κρυπτομουσουλμάνοι; Το κρυπτοχριστιανικό ζήτημα στον Πόντο».)
Θεόδωρος Ν. Ρωμανίδης, Σύλλογος Ποντίων Ν. Ξάνθης
Advertisements

Η κένωση και η θεοεγκατάλειψη στη διδασκαλία του Γέρ. Σωφρονίου

9
Πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Λουδοβίκος, Καθηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης

Ας έλθουμε λοιπόν τώρα κατόπιν τούτων στην περίπτωση του έργου του π. Σωφρονίου και μάλιστα σ’ ένα ζήτημα το οποίο πολύ απασχολεί τους μελετητές του, το ζήτημα δηλαδή της κένωσης. Είναι νομίζω εφικτό να δείξουμε ότι ο π. Σωφρόνιος είναι ένας ησυχαστής και μάλιστα υπό την έννοια του παλαμικού Ησυχασμού όπως τον είδαμε παραπάνω.

Θεωρώ πως δυο είναι οι μορφές της κένωσης, αλληλοσυμπληρούμενες μάλιστα, στο έργο του π. Σωφρονίου. Πρώτη είναι η μορφή της θεοεγκατάλειψης. Αν η θεοεγκατάλειψη θεωρηθεί ως μια σοφή παιδαγωγία της αγάπης του Θεού προς τον ασκητή, τότε αυτή η παιδαγωγία τι άλλο είναι παρά μια προσπάθεια να μας θεραπεύσει ο Θεός από κάθε ίχνος μιας «ηδυπαθούς» ατομιστικής απόλαυσης της χάρης, μια τάση η οποία ενδημεί ασυνειδήτως μέσα στον πεπτωκότα άνθρωπο, ωθώντας τον ανεπίγνωστα σ’ έναν πιθανό πειρασμό ναρκισσικής αδολεσχίας, ακόμα και μέσα στο φως της χάρης του Θεού; Τι άλλο είναι δηλαδή αυτή η σοφή παιδαγωγία της θεοεγκατάλειψης παρά μια φιλάνθρωπη ώθηση του Θεού για ένα κοινωνικό άνοιγμα της ψυχής του ασκητή προς τον κενωτικό εναγκαλισμό του πάσχοντος συνανθρώπου και της πάσχουσας κτίσης, προκειμένου ν’ ανεβεί μαζί τους, και μόνο μαζί τους, στο Θεό; Έτσι εξηγείται ίσως και το γεγονός ότι την μεγαλύτερη θεοεγκατάλειψη δεν την υφίστανται συνήθως οι απλοί πιστοί αλλά κυρίως οι διανοούμενοι ασκητές και πιστοί (και τέτοιοι βεβαίως είναι συνήθως οι περισσότεροι των Πατέρων) αφού αυτοί κυρίως έχουν μεγαλύτερο πειρασμό από τους άλλους να αδολεσχήσουν σε μιαν ατομική-νοητική θεωρία του Θεού με τον πιθανό ναρκισσισμό της, αφήνοντας την υπόλοιπη δημιουργία κάπως στο περιθώριο.

Όπως φάνηκε ήδη, το δεύτερο είδος κένωσης, στο οποίο οδηγεί παιδαγωγικά και φιλάνθρωπα, ως θεοεγκατάλειψη, είναι η χάρη της περιχωρήσεως, είναι μ’ άλλα λόγια ακριβώς αυτό το οποίο ο π. Σωφρόνιος ονομάζει γένεση της υποστάσεως μέσα στη Γεθσημάνειο προσευχή – ασκητική και λειτουργική – για όλον τον κόσμο. Υπ’ αυτήν την έννοια, χάρις στην πρώτη κένωση δίδεται η χάρη για τη δεύτερη. Ως σοφή θεραπεία της ρίζας της φιλαυτίας, η θεοεγκατάλειψη, έτσι, όχι μόνο δε γεννά απελπισία αλλά ευγνωμοσύνη και δοξολογία για την εν αληθεία αγάπη του Θεού η οποία οδηγεί στην οντολογική ολοκλήρωσή του τον άνθρωπο:

«Φερόμενοι πνεύματι Θεού προς την υπέρ όλου του κόσμου προσευχήν, προς συμμετοχήν εις την εν Γεθσημανή προσευχήν του Κυρίου, βλέπομεν αίφνης εν εαυτοίς Θείον θαύμα: Ανατέλλει εντός ημών ο πνευματικός ήλιος, το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Τούτο είναι εν ημίν η αρχή καινής μορφής υπάρξεως, ήδη αθανάτου. Τότε δεχόμεθα την Αποκάλυψιν της Υποστατικής Αρχής εν τη Αγία Τριάδι, ουχί επιφανειακώς, ουχί διανοητικώς, αλλ’ εν τοις εγκάτοις του είναι ημών. Ενορώμεν εν τω Φωτί το μέγιστον μυστήριον του Ανάρχου Είναι: τον Υποστατικόν Θεόν, τον Ζώντα· τον Ένα εν Τριάδι Υποστάσεων· τον Θεόν της αγάπης, τον Μόνον αληθινόν».

Με την προσευχή υπέρ όλου του κόσμου δίνουμε πλέον υπόσταση στην κοινήν ανθρώπινη ουσία. Με την προσευχή της αγάπης προς την ομοούσιά μας ανθρωπότητα γινόμαστε δυναμικά υποστάσεις της όλης ανθρώπινης ουσίας καθώς και όλης της κτίσης, ενώ προηγουμένως υπαρξιακά ήμασταν απλώς λογικά τμήματα της ανθρώπινης και της κτιστής εν γένει ουσίας. Έχουμε εδώ ξανά δηλαδή την ουσία του παλαμικού Ησυχασμού: έκσταση δια καθόδου, ο άνθρωπος να δίδει ταπεινά υπόσταση σ’ όλη τη δημιουργία, ανεβάζοντάς την στο Θεό, μιμούμενος δηλαδή κατά χάρη το έργο ακριβώς και την κίνηση του ενανθρωπήσαντος Λόγου. Ή, με τα λόγια του π. Σωφρονίου:

«δι’ Αυτού (του Χριστού) απεκαλύφθη εις ημάς ο χαρακτήρ του Θεού της αγάπης. Η τελειότης αυτή έγκειται εις το ότι η αγάπη αυτή είναι ταπεινή, τουτέστι προσφέρεται άνευ επιφυλάξεως. Ο Πατήρ εν τη γεννήσει του Υιού κενούται ολοτελώς. Αλλά και ο Υιός επιστρέφει το παν εις τον Πατέρα. Αυτήν ακριβώς την πράξιν της τελείας κενώσεως ετέλεσεν ο Κύριος εν τη σαρκώσει Αυτού, εν τη Γεθσημανή και επί του Γολγοθά».

Αυτό το οποίο συνεπώς διδάσκει τελικά ο Θεός τον άνθρωπο δεν είναι τίποτε λιγότερο από τον ίδιο τον δικό Του τρόπο υπάρξεως. Δεν πρόκειται όμως για αφηρημένη αποκάλυψη αρχών αλλά για συγκλονιστική κοινωνία Θεού εν τη υπάρξει: το πρόσωπο-υπόσταση είναι ενεργούμενο γεγονός εν-χριστώσεως δια της χάριτος και όχι αναπαυτική έκσταση προς μια φανταστική ελευθερία η οποία στο βάθος περιφρονεί και ταυτίζει με την πτώση και την τυφλή αναγκαιότητα, κατά Πλατωνικό ή Καντιανό τρόπο, την φύση των όντων, όπως θέλουν κάποιοι περιώνυμοι σύγχρονοι ορθόδοξοι προσωπολόγοι. Με τον μαρτυρικό-ασκητικό αυτό τρόπο καθίσταται ο άνθρωπος

«φορεύς του πληρώματος του θεανθρωπίνου είναι δια της ενώσεως μετά του Χριστού εν τη προσευχή, ήτις εξομοιοί αυτόν προς Εκείνον. Σπάνιον προνόμιον συνδυάζοντας ακραίας καταστάσεις των παθημάτων της αγάπης και τον θρίαμβον αυτής. Ο άνθρωπος, αναγεννηθείς εκ τοιαύτης προσευχής, δια μέσου του ζωοποιού πόνου εισέρχεται βραδέως εις ενεργόν αίσθησιν της αναστάσεως της εαυτού ψυχής».

Βρισκόμαστε στον βαθύ πυρήνα του Ησυχασμού. Βλέπουμε εδώ την ταύτιση της προσωπικής ανάστασης, της εκστατικής δηλαδή ανόδου προς τον Θεό, με την ζώσα περιχώρηση των πάντων, με το κουβάλημα δηλαδή όλης της πάσχουσας δημιουργίας στα πόδια του Θεού. Η ανθρώπινη εσωτερικότητα συμβαδίζει εδώ με την πιο βαθιά κοινωνικότητα, εις τρόπον μάλιστα ώστε η μια να επαληθεύει την άλλη. Η αυθεντική εσωστρέφεια εκφράζεται έτσι ως ταπεινή κενωτική – σταυρική κοινωνικότητα, η οποία με τη σειρά της, μόνο με την ταπεινή κένωση του έσω ανθρώπου είναι δυνατόν να επιτευχθεί.

Στη σκέψη των νεότερων ορθόδοξων προσωπολόγων συναντά κανείς μιαν αγιάτρευτη αλλεργία προς οποιαδήποτε μορφή εσωτερικότητας, εσωστρέφειας ή ακόμα και συνειδητής ασκητικής ζωής, πράγματα τα οποία εκλαμβάνονται συλλήβδην ως δήθεν ψυχολογισμός. Οι θεολόγοι αυτοί ελάχιστα δυστυχώς κατανοούν την πατερική ασκητική παράδοση και, εν προκειμένω, τη θεολογία του π. Σωφρονίου. Εδώ η εσωτερικότητα ή η εσωστρέφεια δεν είναι ψυχολογισμός αλλά καθαρή οντολογία. Ο «έσω άνθρωπος» (έκφραση καθαρά ως γνωστόν Βιβλική) δεν είναι εδώ παρά ο χώρος του γνωμικού θελήματος, της ελευθερίας δηλαδή του ανθρώπου, ο χώρος δηλαδή όπου τελεσιουργείται (συνειδητά βεβαίως και εν συναισθήσει και όχι ασυνειδήτως ή ασυναισθήτως!) το μυστήριο της καθολικοποίησης του ανθρώπου, μέσω της ταπεινής και κενωτικής «συνεργίας» του θελήματος του ανθρώπου με το θέλημα του Θεού εν Χριστώ.

πηγη.Πεμπτουσια

Χρήστος Λιβανός, Από το Κολυμπάρι εις τους Ψαράδες

e- Ορθόδοξη Παρακαταθήκη

Από το Κολυμπάρι εις τους Ψαράδες

Του κ. Χρήστου Κ. Λιβανού, Αρθρογράφου – Συγγραφέως

Κολυμπάρι και Ψαράδες. Δυο ελληνικά χωριά, ελάχιστα γνωστά πριν απασχολήσουν την σύγχρονη ελληνική επικαιρότητα με τα γεγονότα που εφιλοξένησαν, γεγονότα βαρυσήμαντα και καθοριστικά για το μέλλον της Ορθοδοξίας και της Ελλάδος. Στο νότιο άκρο της Πατρίδος μας και σε μία γραφική παραθαλάσσια τοποθεσία κτισμένο το πρώτο, μόλις 15 χιλ. μακριά από τα Χανιά, στη βόρεια άκρη της Ελλάδος, στις όχθες της λίμνης «Μεγάλη Πρέσπα», πολύ κοντά στη Φλώρινα ευρισκόμενο το δεύτερο.

Το πρώτο χωριό εφιλοξένησε τον Ιούνιο του 2016 την «Αγία και Μεγάλη» (κατά τους διοργανωτές της), κακόδοξη, όμως, και ληστρική (κατά την εκκλησιαστική συνείδηση) ψευδοσύνοδο αρχιερέων, η οποία απεφάνθη ότι όλες οι αιρετικές κοινότητες αποτελούν χριστιανικές εκκλησίες! Πρόκειται περί της μεγαλυτέρας αιρέσεως που εκήρυξαν συνοδικώς (!) «γυμνή τη κεφαλή» ορθόδοξοι (όπως νομίζουν) επίσκοποι. Μονον αίρεση; Εσχάτη θεολογική και εκκλησιολογική προδοσία ήταν, εάν θέλουμε να…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 832 επιπλέον λέξεις