† Ιωάννης Κορναράκης

Θησαυρός Γνώσεων και ευσεβείας (II)

Kornarakis

Τέσσερα χρόνια από την κοίμησή του

της Δάφνης Βαρβιτσιώτη (ἐπανάληψη)

Τὰ ξημερώματα τῆς 12ης Ἰουλίου τοῦ 2013, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῆς Σταματίνας, Ὁμότιμος Καθηγητὴς Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν –ἔχοντας μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἱερέα υἱοῦ του– ἐκοιμήθη, χριστιανικά, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα καὶ εἰρηνικά

Τὴν καλὴν ἀπολογίαν τοῦ Ἰωάννου Κορναράκη ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Θεοῦ ἐγγυήθηκε ἡ Ἴδια ἡ Κυρία Θεοτόκος, εἰδοποιώντας τον, τὴν προηγούμενη ἡμέρα, ὅτι θὰ ἐρχόταν, γι’ αὐτόν, τὴν ἑπομένη.

Ὁ Πιστός: Αὐτὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν βεβαιότητα περὶ τῆς καλῆς ἀπολογίας τοῦ Ἰωάννου Κορναράκη ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ δύναμη τῆς πίστεώς του.

Τόσο ἀκατάβλητη ἦταν ἡ πίστη του αὐτή, ὥστε –σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλους πνευματικοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας (λαϊκοὺς ἢ/καὶ κληρικούς)–, ἡ δύναμή της διατηροῦσε ἄσβεστη, ἐντός του, τὴν συνεχῆ καὶ ἀδιάλειπτη ἐπίγνωση ὅτι, σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του, ἡ…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.963 επιπλέον λέξεις

Μνήμη Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου του (Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου)

 

Η αναφορά μας στον όσιο Παΐσιο δεν γίνεται για να αποκτήσουμε εμείς αίγλη, γιατί αυτό σε τίποτα δεν μας ωφελεί, εάν δεν μιμηθούμε την αγία ζωή του. Είναι γεγονός πως τους Αγίους τους γνωρίζουμε καλύτερα μετά τον θάνατό τους, γιατί ενόσω ζουν είναι ενδεδυμένοι την ανθρώπινη ασθένεια και αδυναμία και αφού είναι άνθρωποι ταπεινοί και απλοί μέσα στην καθημερινότητά τους, δεν είναι εύκολο να τους δει κανείς ως Αγίους. Έτσι και τον άγιο Παΐσιο. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε τόση απλότητα και ταπείνωση και κατέβαινε στο επίπεδο του κάθε ανθρώπου και ακόμα πιο κάτω. Αυτό σε έκανε να αισθάνεσαι τόσο οικεία μαζί του και να νιώθεις ότι αυτός ο άνθρωπος γινόταν ένα μαζί σου. Ταυτόχρονα όμως ήταν πραγματικότητα το ότι υπήρχε μία μεγάλη αίσθηση της παρουσίας του Θεού σ’αυτόν τον άνθρωπο. Ήταν ένας άγιος άνθρωπος. Αγωνίστηκε πάρα πολύ και πέτυχε αυτό που πέτυχε.

Αυτό που θέλω να τονίσω είναι το ότι η πράξη της Εκκλησίας μας να τον κατατάξει δηλαδή στο αγιολόγιό της δεν πρόσθεσε τίποτα στην αγιότητα του Γέροντα. Δηλαδή στον Γέροντα δεν προσετέθη δόξα και χάρις από τον Θεό μετά την αγιοκατάταξή του, αφού απέλαβε τη χάρη από τον Θεό από τη ζωή αυτή, επειδή ήταν ενάρετος και Άγιος και μετά την κοίμησή του βέβαια που μπήκε στη Βασιλεία του Θεού. Εκείνο όμως που βιώσαμε όλοι μας και βιώνουμε έντονα είναι αυτή η απέραντη ευφροσύνη και χάρις η οποία προχέεται σε όλο τον κόσμο και αυτό δείχνει και τη δύναμη της Εκκλησίας. Ότι δηλαδή η Εκκλησία όταν σφραγίζει – επικυρώνει κάτι, το σφραγίζει και ο Θεός. Ο Γέροντας Παΐσιος ήταν Άγιος αλλά η Εκκλησία περίμενε μέσα στη σύνεση και στη σοφία της να περάσουν κάποια χρόνια και να έλθει ο κατάλληλος καιρός. Όταν και η Εκκλησία αποφάσισε διά της Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου την αγιότητα αυτού του ανθρώπου, αμέσως λες και άνοιξαν οι ουρανοί και εξεχύθη ένας ποταμός χάριτος σε όλο τον κόσμο και έγινε για όλους τους ανθρώπους μεγάλη ευλογία και χάρις. Έτσι αισθανόμαστε ότι ο Γέροντας πλέον είναι συνεχώς μαζί μας έτοιμος να μας ακούσει, να δεχθεί τις προσευχές μας και την τιμητική προσκύνηση που απονέμουμε σε όλους τους αγίους της Εκκλησίας μας.

Δεν έχει σημασία αν τον γνωρίσαμε ή όχι. Σήμερα έχουμε τα βιβλία τα οποία γράφτηκαν με προσοχή και επιμέλεια και τα οποία είναι αυθεντικά λόγια του Γέροντα και η διδασκαλία του, όπως την εξέφρασε και περιέγραψε και έτσι δεν υπάρχει θέμα να πούμε ότι στερηθήκαμε τη διδασκαλία του. Αντίθετα μπορούμε να γνωρίσουμε τον Άγιο αυτό μέσα από όσα έχουν γραφτεί και μέσα από την κοινωνία μαζί του με την προσευχή και την επίκληση των αγίων ευχών του.

Σκοπός δεν πρέπει να είναι η ικανοποίηση της περιέργειάς μας για τη ζωή του αγίου Παϊσίου, παρά να μιμηθούμε τη ζωή του και να εφαρμόσουμε τη διδασκαλία του, η οποία ήταν βγαλμένη μέσα από την εμπειρία του. Αυτός τελικά είναι και ο σκοπός της παρουσίας των Αγίων στη ζωή της Εκκλησίας: να παρακινηθούμε όλοι μας να μιμηθούμε τη ζωή τους, γιατί η παρουσία τους επαληθεύει το Ευαγγέλιο.

Το να μιλώ για τον Γέροντα Παΐσιο δεν είναι εύκολο, γιατί πώς θα περιγράψει κανείς έναν Άγιο, αλλά και έναν άνθρωπο γενικότερα, αφού «τά τοῦ ἀνθρώπου οὐδείς οἶδε», την καρδία του και τα εσωτερικά της ψυχής του κανείς δεν τα γνωρίζει και πολύ περισσότερο την καρδία των Αγίων ανθρώπων, παρά μόνο ο Θεός! Δεν είναι εύκολο να μιλά κανείς για έναν Άγιο άνθρωπο, γιατί αυτά τα οποία λέμε είναι αυτά που βλέπουμε και ακούμε. Η αγιότητα συντελείται μέσα στην καρδία του ανθρώπου, και δεν μπορείς να περιγράψεις την καρδία του ανθρώπου, αφού είναι ένας χώρος που είναι ναός, όπου γίνεται μία αέναη και αδιάλειπτη ιερουργία της παρουσίας του Θεού.

Εάν εγώ δεν τον γνώριζα και αν δεν τον έβλεπα, και κάποιοι μου διηγούνταν αυτά που σας διηγούμαι ή που γράφονται στα βιβλία, μπορεί να μην τα πίστευα. Ακόμη και σήμερα διερωτώμαι, αν όλα αυτά που έζησα και είδα κοντά του είναι αλήθεια. Τόσο πολύ έντονα ήταν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος σε αυτόν τον άνθρωπο, ώστε ακόμη και εμείς οι ίδιοι που τα βλέπαμε δυσκολευόμαστε να τα πιστέψουμε. Βέβαια, δεν ήταν μία μέρα ή μία επίσκεψη η σχέση μας μαζί του αλλά ολόκληρα δεκαέξι χρόνια. Μία μεγάλη περίοδος στενής πνευματικής σχέσης στην οποία πολλές φορές μέναμε και πολλές νύχτες και μέρες κοντά του, αν και ο Γέροντας δεν κρατούσε κανένα να μένει μαζί του παρά ελάχιστους ανθρώπους και για ένα δυο βράδια για λόγους ησυχαστικούς και ασκητικούς. Βέβαια δεν αντέχαμε και περισσότερο, αφού αυτός είχε ένα τυπικό και έναν τρόπο ζωής, που δεν μπορούσε να τον αντέξει άλλος άνθρωπος. Στο τυπικό του δεν υπήρχαν δυο πράγματα: φαγητό και ύπνος. Όταν έμενα εκεί μερικές μέρες παραπάνω μου έλεγε: «διάκο, πήγαινε να φας και να ’ρθεις πάλι ή στο Μπουραζέρι ή στη μονή Σταυρονικήτα ή σε άλλο κοντινό μοναστήρι. Επομένως δεν αδικώ και τους ανθρώπους που δυσκολεύονται να πιστέψουν. Τα θαύματά του μάλιστα δεν ήταν μόνο όταν ήταν εν ζωή, αλλά πολλά έγιναν και μετά τον βιολογικό του θάνατο και υπάρχουν μαρτυρίες ανθρώπων που δεν τον γνώρισαν ή δεν τον ήξεραν.

Ο Γέροντας Παΐσιος ήταν Άγιος «ἐκ κοιλίας μητρός», αγωνίστηκε και σφράγισε την αγιότητά του με το τέλος της ζωής του. Έμεινε πιστός άχρι θανάτου στον Χριστό, παρόλο που είχε μαρτυρικό τέλος. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «μαρτύριο». Έτσι είπε όταν άφησε την ψυχή του στα χέρια του Χριστού. Είχε φοβερούς πόνους από την ασθένεια που είχε. Τις τελευταίες ημέρες δεν έπαιρνε φάρμακα και πέρασε φοβερό μαρτύριο. Έλαβε και τον στέφανο του Οσίου και του Μάρτυρος από τον Θεό.
Τι παράξενο πράγμα είναι και πώς αποδεικνύεται η αγιότητα! Κανονικά εμείς που τον ζήσαμε, δεν έπρεπε να τον προσκυνούμε ως Άγιο. Όταν ζεις καθημερινά έναν άνθρωπο, πολύ δύσκολα τον βλέπεις και τον προσκυνάς στο εικονοστάσι.

Πήγα κάποια μέρα στον ιερό ναό των αγίων Παϊσίου και Αρσενίου στη Λεμεσό, τον έβλεπα και του έλεγα: «Γέροντα, πόσες φορές μιλήσαμε και τι κουταμάρες σου έχω πει, τι αστεία κάναμε». Αυτόν όμως τον Άγιο, δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, όσα κι αν έζησα μαζί του, δεν τον συνήθισα. Πολλές φορές τον περιέθαλπα ιατρικά, αφού έπασχε από πονοκεφάλους, τον βοηθούσα στα προβλήματα υγείας που είχε και σε κάποιες δουλειές του, έφαγα τόσες φορές μαζί του κι όμως ήταν ένας άνθρωπος που δεν τον συνήθιζες. Κάθε φορά που τον συναντούσα αισθανόμουν το ίδιο δέος, που αισθανόμουν τη δεύτερη φορά που τον είδα, αφού την πρώτη φορά που τον είδα τον παρεξήγησα. Ήμουν πεπεισμένος ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Ήταν μία άλλη πραγματικότητα. Γι’αυτό και δεν πήγα να τον δω όταν ήταν άρρωστος, γιατί δεν πίστευα ότι θα πέθαινε, κάτι θα έκανε και δεν θα πέθαινε! Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι ο Γερο-Παΐσιος θα πέθαινε.
Βέβαια, βιολογικά πέθανε όμως ήταν τέτοια η πεποίθησή μου ότι αυτός ο άνθρωπος είχε νικήσει το ανθρώπινο και ξεπέρασε τον θάνατο, ώστε το γεγονός του βιολογικού του θανάτου ήταν στο περιθώριο, γι’αυτό και δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να πάω να τον δω, παρόλο που μου έστειλε με κάποιους Κυπρίους χαιρετίσματα και ένα σταυρουδάκι ως ευλογία. Βέβαια κακώς έπραξα.

Θα αναφέρω ένα περιστατικό που πρώτη φορά το λέω. Όταν πήγαμε στην Ιερά Μονή Παναγίας του Μαχαιρά, βρήκαμε πολλά προβλήματα και μία κατάσταση πολύ δύσκολη γύρω από το μοναστήρι. Γεμάτο εστιατόρια με μουσικές που ενοχλούσαν και δεν σέβονταν την ησυχία της μονής, πανηγύρια, άνθρωποι με άσεμνες ενδυμασίες επιχειρούσαν να μπουν στη μονή, μέχρι Καθαρά Δευτέρα και Κυριακή των Βαΐων έκαναν σούβλες κ.λπ. Μία μέρα μέχρι αργά το βράδυ σ’ ένα εστιατόριο στην περιοχή είχε πολύ δυνατή μουσική. Την ακούγαμε εμείς και σίγουρα μας δυσκόλευε στην προσευχή και στο πρόγραμμά μας. Εγώ ήμουν πολύ αγανακτισμένος, γιατί αν και επιχείρησα να μιλήσω με τον υπεύθυνο του εστιατορίου εκείνος τίποτε, καμία κατανόηση. Την άλλη μέρα το μεσημέρι ενώ εμείς πήγαμε να ξεκουραστούμε, ήρθε ένα παιδί να με συναντήσει και να μου μιλήσει για κάποια προβλήματα που είχε. Όταν ήρθε στο μοναστήρι, ρώτησε που είναι ο ηγούμενος και του απάντησαν ότι ξεκουράζεται στο κελί του. Δεν βρήκε βέβαια κανένα άλλο μοναχό. Όλοι ξεκουράζονταν, αφού κάθε βράδυ οι μοναχοί είχαμε αγρυπνία στα κελιά μας και σηκωνόμαστε και πολύ πρωί. Επομένως δεν βρήκε κανένα, παρά έναν λαϊκό ο οποίος πρόσεχε τα κεριά. Κάποια στιγμή το παιδί βρήκε έναν μοναχό, ο οποίος τον ρώτησε τι ψάχνει στη μονή. Το παιδί του απάντησε ότι έψαχνε τον ηγούμενο, όμως απογοητεύτηκε που δεν τον βρήκε, αφού όλοι ξεκουράζονταν. Ο μοναχός τον ρώτησε τότε ποιο είναι το πρόβλημά του και ο νεαρός του μίλησε γι’ αυτό. Ο μοναχός του είπε κάποια πράγματα, τον συμβούλεψε και τον ανάπαυσε με όσα του είπε. Εκείνη την ώρα κτύπησε το σήμαντρο για τον εσπερινό. Τότε ο μοναχός τον παρότρυνε να πάει στον εσπερινό και εκεί θα έβλεπε τον ηγούμενο (εμένα δηλαδή), για να μου μιλήσει. Ο νεαρός όμως του είπε ότι δεν χρειάζεται πια να δει τον ηγούμενο, αφού με αυτά που του είπε και τις λύσεις που του έδωσε ο ίδιος ο μοναχός, ένιωθε αναπαυμένος και πολύ καλύτερα απ’ ό,τι προηγουμένως. Τότε ο νεαρός ρώτησε τον μοναχό ποιος ήταν και ποια η θέση του στη μονή. Ο μοναχός του είπε: «Αυτές τις μέρες μένω εδώ στο μοναστήρι μαζί με τους πατέρες. Είμαι από το Άγιον Όρος, όμως αυτό τον καιρό μένω εδώ και το όνομά μου είναι Παΐσιος». Το παιδί δεν είχε ιδέα ποιος ήταν. Τελικά έφεραν το παιδί κοντά μου και μου είπαν ότι με έψαχνε για ώρα. Όταν τον ρώτησα τι θέλει και γιατί με ψάχνει μου απάντησε πως δεν έχει κάτι πλέον να μου πει, αφού είχε ήδη μιλήσει με τον πατέρα Παΐσιο. Εγώ αμέσως διερωτήθηκα με ποιον πατέρα Παΐσιο μίλησε, αφού τέτοιο όνομα στο μοναστήρι δεν είχαμε. Παραξενεύτηκα! Αυτός επέμενε ότι ενώ εμείς ξεκουραζόμαστε, βρήκε έναν μοναχό στον οποίο εξομολογήθηκε, είπε τα προβλήματά του και τα θέματά του και ότι τώρα είναι καλά. Τον ρώτησα τι του είπε αυτός ο άγνωστος σε μένα μοναχός και ο νεαρός απάντησε πως ο μοναχός αυτός του είπε πως είναι από το Άγιον Όρος και ότι αυτές τις μέρες μένει εδώ στο μοναστήρι. Εμείς ούτε αγιορείτη είχαμε, ούτε ήρθε κάποιος να μας επισκεφθεί και του ζήτησα να μου τον περιγράψει. Τότε μου περιέγραψε τον Γέροντα Παΐσιο. Πράγματι αυτό το γεγονός μας στήριξε και μας παρηγόρησε, γιατί καταλάβαμε ότι η ευχή του Γέροντα ήταν μαζί μας, γιατί αν και δεν ήταν αυτός που μας έστειλε στην Κύπρο, εντούτοις πριν έρθω τον ρώτησα πολλές φορές για να έρθω, πήρα τη συμβουλή του, τη γνώμη του και την ευχή του για να έρθω.

Σκοπός μας δεν είναι να ικανοποιούμε την περιέργειά μας με θαύματα και διάφορες ιστορίες από τους Αγίους, αλλά να δούμε τι θέλουν να μας πουν και εν προκειμένω πως εμείς ωφελούμαστε από τον Γέροντα και άγιο Παΐσιο. Ο Γέροντας ήταν Άγιος για τον εαυτό του αλλά και για αυτούς όλους που ακολουθούν το δικό του παράδειγμα, διότι μνήμη Αγίου σημαίνει μίμηση Αγίου, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «μνήμη μάρτυρος μίμηση μάρτυρος». Δεν αρκεί μόνο να ενθυμούμαστε τους Αγίους και να κάνουμε πανηγύρια στις γιορτές τους. Η μίμηση των Αγίων είναι κάτι πολύ περισσότερο σημαντική, γιατί έχει άμεση αναφορά στην προσωπική μας ζωή. Έτσι ο Γέροντας Παΐσιος είναι για μας ένα σημείο του Θεού στην εποχή μας. Ο αιώνας μας είναι ένας τρισευλογημένος αιώνας από τον Θεό, διότι είναι γεμάτος Αγίους, μάρτυρες και ομολογητές, στη Ρωσία, στην Αλβανία, στη Γεωργία, στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, στη Σερβία. Όμως και στον ελλαδικό χώρο με Νεομάρτυρες και Οσίους Γέροντες, οι οποίοι στιγμάτισαν αυτόν τον αιώνα και έδωσαν τη μαρτυρία τους ότι ο Χριστός είναι ο ίδιος και χθες και σήμερον και στους αιώνες. Αυτό είναι το πρώτο που μπορούμε να πούμε, ότι ο άγιος Παΐσιος έδωσε στην Εκκλησία την αγία ζωή του και τη διδασκαλία του μέσα στα δικά μας δεδομένα με απλά λόγια και στηρίζει εκατοντάδες ψυχές ανθρώπων οι οποίες επιστρέφουν κοντά στον Χριστό.
Μετά μας δείχνουν ποιο είναι το πραγματικό νόημα στη ζωή μας: η αγάπη του Θεού. Ο άνθρωπος είναι γεμάτος, όταν αγαπά τον Θεό. Έχω μείνει σε πολυτελή σπίτια και ξενοδοχεία. Σαν το καλυβάκι του Γερο- Παΐσιου δεν βρήκα. Ήταν τόσο ευλογημένος ο τόπος. Δεν είχε τίποτε μέσα ούτε μία καρέκλα. Είχε μόνο μία σπόντα στον τοίχο στην οποία κρεμόταν μία πετσέτα, που είχε να πλυθεί από τότε που την πήρε. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε ούτε ένα σουρωτήρι να φτιάξει τσάι. Όταν μάλιστα του πήρε κάποιος για το τσάι του ένα σουρωτήρι, τότε είπε πως αυτό θα θέλει μία σπόντα για να το κρεμάσει και ακόμη ένα εργαλείο για να τοποθετήσει τη σπόντα, όπως επίσης θα χρειάζεται και να το πλένει. Στο τέλος το έδωσε κι αυτό. Τα τσάγια του ήταν κάτι ξύλα. Αν και το δάσος ήταν γεμάτο από τσάγια ωραία, εντούτοις έβραζε κάποια ξύλα για τσάι. Για ψωμί είχε κάτι ξεροκόμματα. Δεν έχω δει ωραιότερη τράπεζα από την τράπεζά του. Ήταν πάνω σε έναν βράχο. Εκεί με έβαλε μία φορά και μου είπε: «Διάκο, να κάνουμε προσευχή για να φάμε». Τι θα τρώγαμε; Δυο κρεμμύδια και ένα μαρούλι και ξεροκόμματα που τα είχε σε ένα σακούλι. Εμένα μου έδωσε μία κονσέρβα καλαμαράκια, που του άφησε κάποιος. Δεν είχε κλειδί για να την ανοίξει, έπιασε ένα σκεπάρνι με το οποίο πελεκούσε τα ξύλα του και μου την άνοιξε. Είμαστε μέσα στο δάσος. Άνοιξε μια πλαστική σακκούλα, την έβαλε κάτω στη γη, άνοιξε τα χέρια του και ξεκίνησε να λέει το: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Τι να σας πω! Δεν ξανάκουσα ούτε ξαναείδα άνθρωπο να προσεύχεται έτσι. Νόμιζα ότι θα άνοιγε ο ουρανός και θα ευλογούσε ο Θεός το φαγητό μας. Καμιά φορά που του έφερναν κάποιοι φαγητό έβαζε μόνο μία δυο κουταλιές.

Όλη νύχτα προσευχόταν και αγρυπνούσε και όλη μέρα νήστευε. Βέβαια, δεν ήταν τόσο η άσκηση η επιτυχία του, αλλά το μεγάλο του κλειδί ήταν η ταπείνωση που είχε. Μεγάλη ταπείνωση από την οποία γεννήθηκε η μεγάλη αγάπη που είχε για τον Χριστό και για κάθε άνθρωπο. Συμπονούσε τον κόσμο όλο. Δεν μπορούσε να ακούσει πράγματα πονεμένα. Αμέσως τον έβλεπες ότι συνέπασχε με τους ανθρώπους. Όταν του διηγούμαστε κάποιο θλιβερό γεγονός δεν το άκουγε έτσι απλά, αλλά συνέπασχε με το γεγονός εκείνο. Τα διάφορα γράμματα που του έστελλαν και του περιέγραφαν τα προβλήματα τον συντάρασσαν και συνέπασχε με τον κόσμο αυτό. Αφιέρωνε τη νύχτα και τη μέρα του και την προσευχή του στους πονεμένους ανθρώπους. Όλη μέρα δεχόταν τον κόσμο και όλη νύχτα προσευχόταν γι’ αυτούς. Μία μέρα ήρθε εκεί ένας δαιμονισμένος που του επιτέθηκε. Τον άρπαξε, τον ταρακουνούσε και τον ύβριζε. Τότε ο Γέροντας του είπε: «Καλά, καλά! Θα σε τακτοποιήσω απόψε εσένα» και εννοούσε τον διάβολο. Πράγματι όλη νύχτα προσευχόταν. Κάποια άλλη στιγμή τον ρώτησα για ένα περιστατικό που μου διηγήθηκαν κάποιοι άνθρωποι, ότι δηλαδή επισκέφθηκε ο Γέροντας ένα νοσοκομείο στον Βόλο και εκεί κάθισε δίπλα από έναν άρρωστο που ήταν στα τελευταία του και τον παρηγορούσε, τον ενδυνάμωνε και τον στήριζε. Του είπε ότι πράγματι ήρθε η ώρα να φύγει και ότι δεν πρόκειται να γίνει καλά, όμως του έδωσε πάρα πολλή δύναμη. Του είπα τότε: «Γέροντα, πως συμβαίνει αυτοί να λένε ότι σε είδαν εκεί, ενώ εσύ ήσουν εδώ»; Τότε αυτός μου απάντησε: «Άκουσε παιδάκι μου, εγώ βέβαια ήμουν εδώ, δεν πήγα στον Βόλο, αλίμονο που ξέρω εγώ να πάω στον Βόλο το βράδυ! Πολλές φορές όταν προσεύχομαι, ο Θεός με παίρνει εν Πνεύματι και βρίσκομαι σε νοσοκομεία, σε γηροκομεία, σε σπίτια ανθρώπων εγκαταλελειμμένων, σε μονήρεις ανθρώπους, τους βλέπω, τους μιλώ και καταλαβαίνω ότι με βλέπουν και μου μιλούν και το αισθάνονται, αλλά σωματικά είμαι εδώ. Ταυτόχρονα όμως με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος βρίσκομαι κι εκεί». Αυτό γινόταν πολύ συχνά. Άνθρωποι οι οποίοι σώθηκαν από δυστυχήματα που τον είδαν μπροστά τους, άλλοι τον είδαν σε οικίες πένθους, σε νοσοκομεία και σε τόπους που τον είχαν ανάγκη. Αυτά βέβαια γίνονται και μετά τον θάνατό του.
Θα σας διηγηθώ ένα άλλο περιστατικό που έγινε στη Λεμεσό. Έχω μάρτυρές μου την κατά κόσμον αδελφή μου και τους γονείς του παιδιού, για το οποίο θα σας μιλήσω. Το παιδί αυτό ήταν συγγενής μου. Πριν μερικά χρόνια ήταν περίπου 28 χρονών και έπαθε σηψαιμία. Το μετέφεραν σε μία ιδιωτική κλινική στη μονάδα εντατικής θεραπείας και οι γιατροί είχαν πει ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε και ότι το παιδί θα πέθαινε. Ήθελαν να το στείλουν στο Γενικό Νοσοκομείο της Λεμεσού, για να πεθάνει εκεί και ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα πέθαινε καθοδόν, αφού μόλις επιχειρούσαν να τον αποσυνδέσουν από τα μηχανήματα της εντατικής φαινόταν ότι θα πέθαινε. Ήταν η νύχτα της γιορτής του Αγίου Παϊσίου. Εγώ θα πήγαινα στον ιερό ναό του Αγίου Παϊσίου και Αρσενίου στη Λεμεσό για την αγρυπνία. Με πήραν τηλέφωνο και μου το είπαν. Φορούσα το ράσο μου και το σχήμα μου και ήμουν έτοιμος να πάω στην Εκκλησία για να μην περιμένει ο κόσμος. Με πήρε η αδελφή μου τηλέφωνο. Άκουσα κλάματα. Κατάφεραν και τον αποσύνδεσαν, όμως ήταν θέμα λεπτών να πεθάνει. Άκουγα να κλαίει η μητέρα του και οι άνθρωποι γύρω του και άκουγα τη σειρήνα του ασθενοφόρου, το οποίο μου είπαν ότι μόλις θα τον μετέφερε στο Νοσοκομείο. Συγκινήθηκα και λυπήθηκα τόσο πολύ και όπως είχα την εικόνα του αγίου Παϊσίου στο κελί μου, πήγα του άναψα ένα κερί και του είπα με όλη μου την ψυχή: «Σε παρακαλώ, Γέροντά μου, πήγαινε και θεράπευσε αυτό το παιδί. Όπως εσύ άναβες τα κεράκια για τους ανθρώπους, σου ανάβω κι εγώ αυτό το κερί και πήγαινε και θεράπευσε αυτό το παιδί και να το βοηθήσεις». Έπειτα πήγα στην Εκκλησία. Φτάνοντας εκεί είπα σε κάποιον του ναού να μου δώσει δυο λαμπάδες. Άναψα μία στον άγιο Παΐσιο και μία στον άγιο Αρσένιο και παρακάλεσα ξανά τον άγιο Παΐσιο να βοηθήσει αυτό το παιδί. Άρχισε η αγρυπνία και προσευχόμουν συνεχώς να βοηθήσει τον νέο αυτό ο Θεός. Μετά από λίγες μέρες όταν είδα έναν εντατικολόγο γνωστό μου και τον ρώτησα τι γίνεται με το παιδί, αυτός μου απάντησε ότι είναι μία χαρά, βγήκε από την εντατική και παραδέχθηκε και ο ίδιος ότι το παιδί θα πέθαινε. Και ο ίδιος ο γιατρός έκπληκτος διερωτόταν τι έγινε και το επόμενο πρωί τον έβγαλαν από την εντατική!

Αυτά και πολλά άλλα θαύματα έκανε ο Γέροντας. Γι’ αυτό να επικαλείσθε τον Γέροντα Παΐσιο όπως και όλους τους Αγίους και βέβαια όχι να λέμε μόνο ότι τον γνωρίσαμε, αλλά και να τον μιμηθούμε και να μοιάσουμε έστω και λίγο στην αγία ζωή του, να μιμηθούμε τη μεγάλη ταπείνωση που είχε και τη μεγάλη αγάπη του για τον Χριστό και τους ανθρώπους. Έτσι ευαρέστησε τον Θεό!

(από απομαγνητοφωνημένη ομιλία)

 

Αναμνήσεις από τον Γέροντα Σωφρόνιο –

11 Ιουλίου 2013

Σήμερα συμπληρώνονται 20 συναπτά έτη από την κοίμηση μιας κορυφαίας προσωπικότητας της σύγχρονης Ορθόδοξης πνευματικότητας, του Γέρ. Σωφρονίου. Εις μνήμην του δημοσιεύουμε ένα προσωπικό κείμενο του ανθρώπου που κατάλαβε – ίσως νωρίτερα και σε μεγαλύτερο βάθος από οποιονδήποτε άλλον στην Ελλάδα – τη βαρύτητα και τη σημασία του μηνύματος που κόμιζε ο λόγος του σεβαστού Γέροντα για το σύγχρονο άνθρωπο, του Ομότιμου Καθηγητή Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Γ. Μαντζαρίδη. Ο καθ. Μαντζαρίδης, επιπλέον, συνετέλεσε αποφασιστικά στη γνωριμία του σύγχρονου ελληνόφωνου κόσμου με τη θεολογία του Γέρ. Σωφρονίου. Το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο στο «Οδοιπορικό Ορθοδόξου Ανθρωπολογίας», αποτελεί το μοναδικό, στο οποίο ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αποκλειστικά πρώτο ενικό πρόσωπο – γεγονός που χρωματίζει ανάλογα τη σύνδεσή του με τη μορφή του πολιού Γέροντος.

elder-sophrony

Ο Γέροντας Σωφρόνιος αποτυπώθηκε στη συνείδησή μου ως κορυφαία εκκλησιαστική φυσιογνωμία, που έζησε και παρουσίασε στην πράξη την ορθόδοξη χριστιανική ζωή με τη θεολογική της πληρότητα. Από τον σεβασμό που σου έδειχνε μπορούσες να καταλάβεις, πως και πόσο οφείλεις να σέβεσαι τον εαυτό σου και τους άλλους. Από την ελευθερία που σου έδινε μπορούσες να αισθανθείς, πόσο πρέπει να εκτιμάς την ελευθερία κάθε ανθρώπου. Από τους ορίζοντες που άνοιγε μπροστά σου μπορούσες να αναλογισθείς, πόσο απεριόριστες είναι οι δυνατότητες που έχεις.

Με μια μικρή παρέμβασή του, με μια απλή υπόδειξη μπορούσε να χαράξει γραμμή πλεύσεως για ολόκληρη τη ζωή σου. Πριν καταλάβεις καλά εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου, πριν συνειδητοποιήσεις εντελώς τον χαρακτήρα σου, μπορούσες να ακούσεις επισημάνσεις η προτροπές με καίρια σπουδαιότητα για τη συμπεριφορά και για την όλη πορεία σου.

Κοντά στον Γέροντα έβλεπες θαύματα, όχι μόνο ως έκτακτες υπερφυσικές επεμβάσεις και θεραπείες ανθρώπων, αλλά κυρίως ως συμπαράσταση και συμπόρευση στον πόνο και τις δυσκολίες που είχαν η γνώριζε εκείνος ότι θα έχουν στο διάβα της ζωής τους, χωρίς ίσως οι ίδιοι να το υποψιάζονται. Μολονότι είμαι βέβαιος ότι θα προσκρούσω στο πνεύμα και την αρχή της μονής του, δεν μπορώ να μη σημειώσω έστω, ότι γνωρίζω πολλά αναμφισβήτητα θαύματά του. Για τους πνευματικούς όμως απογόνους και συνεχιστές του έργου του, το μεγαλύτερο θαύμα του είναι τα συγγράμματά του, με τα οποία πολλοί οικοδομούνται η και οδηγούνται στη μοναχική ζωή.

Είχε πραγματική πείρα της χάριτος του Θεού και διατύπωνε υπεύθυνα, όταν έπρεπε, λόγον Κυρίου. Κυρίως όμως διατύπωνε καθαρό, επίκαιρο και ακαινοτόμητο τον ορθόδοξο θεολογικό λόγο μέσα στη σύγχρονη κοινωνία με την τόση ασυναρτησία.

Στην αδιέξοδη προσπάθεια του ανθρώπου της εποχής μας να προσεγγίσει και να παρουσιάσει την αλήθεια του προσώπου, ο Γέροντας Σωφρόνιος πρόβαλε την απάντηση της ορθόδοξης θεολογίας, βιωμένη και βεβαιωμένη με την προσωπική του εμπειρία. Κινούμενος πέρα από περσοναλισμούς και θετικισμούς, δρασκελίζοντας με άνεση τους φιλοσοφικούς και ψυχολογικούς περιορισμούς, έβλεπε το ανθρώπινο πρόσωπο σε σχέση κοινωνίας όχι μόνο με τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα, αλλά πρωτίστως με το απόλυτο πρόσωπο του Θεού.

Θεμέλιο της ζωής και της διδασκαλίας του ήταν η αποκάλυψη του Θεού, που ξεκινάει με το Σιναϊτικό «Εγώ ειμι ο ων»[1], και συμπληρώνεται με την έλευση του Χριστού και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Απέρριπτε τη φιλοσοφική μέθοδο προσεγγίσεως του Θεού, που στηρίζεται στην ανθρώπινη λογική και προβάλλει στη θεότητα ανθρώπινες κατηγορίες. Γι’ αυτό ήταν ξένος προς τους θεολογικούς ακροβατισμούς και τις ανθρωπολογικές τους συνέπειες, που αφθονούν στους νεώτερους θεολόγους.

Τα τρία πρόσωπα της Θεότητος, οι τρεις θείες υποστάσεις, δεν είναι ανούσιες παραστάσεις, αλλά υπαρκτοί φορείς της ουσίας τους. Τίποτε δεν υπάρχει έξω από την υπόσταση. Αυτή είναι η πρώτη και έσχατη αρχή που περιβάλλει τα πάντα. Έτσι δίκαια, νομίζω, μπορεί να χαρακτηρισθεί ο Γέροντας Σωφρόνιος ως θεολόγος της υποστατικής αρχής, η της αρχής του προσώπου. Η αρχή αυτή, που θεμελιώνεται στον Τριαδικό Θεό, καθιστά δυνατή και τη θέωση του ανθρώπου με το άνοιγμα της υποστάσεώς του προς τη θεία απειρότητα.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος ζούσε με την παρουσία του Θεού. Γι’ αυτό όμως ήταν και πολύ κοντά στον κάθε άνθρωπο. Όταν μιλούσες μαζί του, μπορούσες να είσαι βέβαιος ότι σε καταλαβαίνει καλύτερα από τον εαυτό σου· ότι μπορεί να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματά σου. Και αν συνέβαινε να μην απαντήσει σε κάτι, μπορούσες να ξέρεις ότι το σφάλμα βρισκόταν στην ερώτησή σου. Συνέβαινε ακόμα να ακούς πράγματα, που απορούσες γιατί σου τα λέει. Έπαιρνες όμως την απάντηση στην απορία σου αργότερα από τα ίδια τα πράγματα, από την εξέλιξη των γεγονότων η από την καλύτερη προσέγγιση και επίγνωση του εαυτού σου.

Στο πρόσωπο του Γέροντα έβλεπε κάποιος τον άνθρωπο του Θεού, τον «ζώντα μάρτυρα» της αυθεντικής θεογνωσίας[2]. Όπως οι άγιοι στην ιστορία της Εκκλησίας, έτσι και ο Γέροντας Σωφρόνιος ήταν το «σημείο του Θεού» για τη γενεά του[3]. Ο γραπτός, όπως και ο προφορικός λόγος του, έχει τη σφραγίδα της πατερικής γνησιότητας και ταυτόχρονα της άκρας επικαιρότητας.

Πολλοί ισχυρίζονται, και όχι αδικαιολόγητα, ότι γνωρίζουν εκ των προτέρων τις απαντήσεις των πνευματικών πατέρων τους στα ερωτήματά τους. Αυτό δεν ίσχυε για τον Γέροντα Σωφρόνιο. «Να ακολουθείτε τον Χριστόν αναβαίνοντα εις τον Γολγοθάν», έλεγε. Η γενική αλλά και ταυτόχρονα τόσο εξατομικευμένη αυτή προτροπή δίνει τον κανόνα για τη ζωή και τη συμπεριφορά του Χριστιανού. Μέτρο του ανθρώπου είναι ο Χριστός, «το άναρχο γεγονός του είναι». Δείκτης για τις ενέργειες του πιστού είναι η ζωή του Χριστού. Προϋπόθεση για την πνευματική προκοπή του η τήρηση των εντολών.

Έβλεπε τον άνθρωπο ως καθαρή δυνατότητα, που μπορεί βαθμηδόν κατά τη διάρκεια της ζωής να περιλάβει μέσα του ολόκληρο το θεανθρώπινο είναι. Ο οποιοσδήποτε αυτοπροσδιορισμός του ανθρώπου απέναντι στον Δημιουργό του, θετικός η αρνητικός, είναι υπόθεση της ελευθερίας του. Ο θετικός όμως αυτοπροσδιορισμός προϋποθέτει ορθή αντίληψη του προτύπου, ορθή θεωρία του Θεού, ορθόδοξο δόγμα.

Δόγμα και ήθος, πίστη και ζωή συνιστούσαν για τον Γέροντα ενιαία πραγματικότητα. Η αληθινή χριστιανική ζωή θεμελιώνεται στην ορθή αντίληψη για τον Χριστό και την Αγία Τριάδα. «Ολόκληρος η πορεία της εν Θεώ ζωής μου», γράφει, «ωδήγησεν εμέ εις την πεποίθησιν, ότι εκάστη παρέκκλισις της νοεράς ημών συνειδήσεως από της ορθής κατανοήσεως της αποκαλύψεως αντανακλά αναποφεύκτως επί των εκδηλώσεων του πνεύματος ημών εις την πράξιν της καθ’ ημέραν ημών υπάρξεως»[4].

Η εμπειρική βίωση της πίστεως τον οδήγησε στη διαμόρφωση αυτού που ο ίδιος ονόμαζε «δογματική συνείδηση». Η συνείδηση αυτή, που χαρακτηρίζει όλους τους αυθεντικούς Γέροντες, τους Στάρετς, τους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γίνεται ο απλανής οδηγός στην πίστη και τη ζωή των Χριστιανών.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος ζούσε την πατρότητα ως συμπόρευση. Τον προσέγγιζες ως πνευματικό πατέρα και τον έβλεπες δίπλα σου ως πιστό συνοδοιπόρο. Δεν ήθελε να καθοδηγεί, αλλά να συνοδοιπορεί. Και η συνοδοιπορία του ήταν η καλύτερη προσωπική καθοδήγηση. Κοντά του ένιωθες άνεση και ελευθερία. Με κάθε λόγο και κάθε πράξη του, με κάθε ενέργεια και εκδήλωσή του προσπαθούσε να σε τιμήσει και να σε στηρίξει· να σε κάνει να αισθάνεσαι πολύτιμο πρόσωπο με ξεχωριστή αξία. Και τα χαριτολογήματά του ακόμα κινούνταν προς αυτήν την κατεύθυνση. Κάποτε τον επισκέφθηκε νεαρός θεολόγος, που υπηρετούσε ως βοηθός καθηγητού Θεολογικής Σχολής. Αυτοσυστήθηκε ως βοηθός του καθηγητού του, και ο Γέροντας στην απάντησή του είπε: Εσύ είσαι βοηθός του καθηγητού σου και σε εσένα βοηθός ο Θεός.


[1] Εξοδ. 3,14.

[2] Πρβλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 21993, σ. 167.

[3] Πρβλ. Αρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Έσσεξ Αγγλίας 2000, σ. 352.

[4] Αρχιμ. Σωφρονίου, ό.π., σ. 14.

Η διακονία του Λόγου του Γέρ. Σωφρονίου (†11/7)

geronsofronios

Ένας αγώνας θεογνωσίας (Πανοσιολ. Ιερομόναχος Νικόλαος ΣαχάρωΦ

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έλεγε: «Λέγω δε υμίν ότι παν ρήμα αργόν, ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσι περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως». Και Αυτός έδωσε «υπόδειγμα» σε μας. Όπως γράφει ο Γέροντας Σωφρόνιος «Ουδέποτε ο Κύριος πρόφερε μάταιους λόγους». Δεν είπε τίποτα από το μυαλό Του: «Τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, απ’ εμαυτού ου λαλώ…» αλλά μόνο «πάντα α ήκουσα παρά του Πατρός μου».

Κάποτε στον Άθωνα έγινε διάλογος για το πως μιλούν οι τέλειοι. Ο Γέροντας Σιλουανός είπε: Αυτοί «δεν λένε τίποτε από τον εαυτό τους. Λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα».

Έτσι ο πατήρ Σωφρόνιος ήτανε ένας αληθινός «υπηρέτης του Λόγου». Διατύπωνε με ιερό φόβο τον κάθε λόγο του, είτε αυτός ήταν προφορικός, είτε γραπτός. Ένιωσε ο Γέροντας αυτή την ευθύνη ακόμη βαθύτερα, όταν έγινε πνευματικός στον Άθω, στη Μονή του Αγίου Παύλου το 1942. Τότε άρχιζε η διακονία του στον Λόγο του Θεού. «Στον πνευματικό αρμόζει -γράφει ο Γέροντας- να αισθάνεται τον ρυθμό του εσωτερικού κόσμου όλων και καθ’ ενός ξεχωριστά εκείνων που απευθύνονται σε αυτόν. Γι’ αυτόν τον σκοπό προσεύχεται να τον χειραγωγεί το Πνεύμα του Θεού και να του δίνει τον κατάλληλο λόγο για τον καθένα».

Ο Γέροντας θυμόταν αργότερα: «Είχα συνείδηση ότι βρισκόμουνα μακριά από την οφειλόμενη τελειότητα. Παρατεταμένα και με πόνο στην καρδιά μου, προσευχόμουνα στον Κύριο να μην επιτρέψει να σφάλω, αλλά να με τηρεί στις οδούς του αληθινού Του θελήματος και να με εμπνέει να προφέρω λόγους ωφέλιμους για τους αδελφούς μου. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μου με τους ανθρώπους προσπαθούσα να κρατώ την “ακοή” του νου μου στην καρδιά, για να συλλάβω το Θείο νεύμα, πολλές φορές ακόμα και τους λόγους που έπρεπε να πω».

Οι Μοναχοί του Αγίου Όρους αγαπούσαν τον λόγο του και προσέτρεχαν σ’ αυτόν από πολλές Μονές για πνευματική συμβουλή και στήριξη. Κάποια φορά είπε: «Αν ο άνθρωπος περπάτησε οκτώ ώρες για να ακούσει λόγο, πώς είναι δυνατό να φερθεί κάποιος μαζί του αδιάφορα;». Στον καθένα που ερχόταν κοντά του, φερόταν με απόλυτη προσοχή και φροντίδα, ενώ εκείνοι του ανταπέδιδαν βαθειά ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Συχνά σε πολυπληθείς αδελφότητες Αθωνικών Μοναστηριών η πρωταρχική φροντίδα της μοναστικής διοίκησης ήταν η πρακτική οργάνωση της ζωής. Για τους πνευματικούς καθοδηγητές ήταν κάποιες φορές δύσκολο να προσέξουν όσο έπρεπε τον καθένα. Η «οικοδομή» της αδελφότητας με λόγο Θεού περιοριζόταν συχνά στα αναγνώσματα της τράπεζας, στην εξομολόγηση και τις Ακολουθίες. Σπάνια γίνονταν συνομιλίες για πνευματικά θέματα μεταξύ των αδελφών, και αυτό περιοριζόταν σε πολύ λίγους. Γι’ αυτό ο Γέροντας γνώριζε εκ πείρας, πόσο απαραίτητος είναι ο πνευματικός λόγος για τους νέους Μοναχούς και πόσο σπουδαίο ήταν να τους διδάξει την πάλη με τα πάθη.

Όταν ο Γέροντας Σωφρόνιος επέστρεψε στη Δυτική Ευρώπη το 1947, ο Θεός του εμπιστεύθηκε τη διακονία του λόγου για τη σωτηρία πολλών ανθρώπων στην Ευρώπη. Ωστόσο δεν αισθανόταν πλέον εκείνη την ελευθερία στον λόγο. Αργότερα ο Γέροντας έγραφε: «Η ψυχολογία των μοναχών, η υπομονή και η αντοχή τους υπερέβαιναν σε τέτοιο βαθμό τους πάντες και τα πάντα (όσα συνάντησα στην Ευρώπη), ώστε δεν εύρισκα ούτε λόγους, ούτε εξωτερικούς τρόπους επικοινωνίας. Εκείνο το οποίο οι μοναχοί το αποδέχονταν με ευγνωμοσύνη, στην Ευρώπη συνέτριβε τους ανθρώπους».

Ο Γέροντας γνώριζε μέσα από την προσευχή του τις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων, πριν ακόμη εκείνοι να του μιλήσουν γι’ αυτές. Συνέβαινε κάποτε να μιλάει ο Γέροντας με κάποιον, ακολουθώντας όμως την προσευχή ο λόγος του δεν απευθυνόταν απευθείας στον συνομιλητή του, αλλά έμμεσα σε κάποιον από τους παρευρισκομένους ακροατές. Έτσι τον επισκέφθηκε κάποτε μια γυναίκα από τη Ρουμανία, και έτυχε να παρευρίσκεται στον διάλογο του Γέροντα με άλλους ανθρώπους στην τράπεζα. Ξαφνικά όμως αυτή κατάλαβε, ότι όλα όσα έλεγε ήταν πραγματικά απάντηση στα πιο μυστικά ερωτήματά της. Στο τέλος του γεύματος κατάπληκτη στράφηκε προς αυτόν, και πριν ακόμη του μιλήσει, ο Γέροντας πρόφερε με αγάπη: «Δεν απάντησα σε όλα τα ερωτήματά σας;».

Οι άνθρωποι ένιωθαν ότι ο λόγος του Γέροντα προερχόταν από τον Θεό και γι’ αυτό δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τέτοια πηγή σωτηρίας. Γύρω από αυτόν άρχισε έτσι να διαμορφώνεται μοναχική κοινότητα όταν ήταν ακόμα στη Γαλλία. Ο Γέροντας αφιέρωνε πολύ χρόνο στις συνομιλίες του με τους αδελφούς. Αρχικά αυτές ήταν ιδιαίτερες οδηγίες στην αδελφότητα, που υπαγορεύονταν από τις περιστάσεις της ζωής για τη μία ή την άλλη ανάγκη σε συγκεκριμένη περίπτωση.

Ο λόγος από τον Θεό είναι φοβερό πράγμα. Μερικοί από τους αδελφούς δεν ήταν σε θέση να αντέξουν τη «σκληρότητα» του λόγου, γιατί ο λόγος αυτός δεν είναι «κατά άνθρωπο» – υπερβαίνει το μέτρο της φύσεώς μας. Γι’ αυτήν την περίπτωση είχε το κόλπο του ο Γέροντας. Απηύθυνε αυστηρές διδαχές σε κάποιον από τους «δυνατούς», ενώ στην πραγματικότητα ο λόγος απευθυνόταν σε κάποιον από τους αδύνατους που παρευρισκόταν στην ομιλία.

Συνήθως στην τράπεζα, όταν διάβαζαν από τους Άγιους Πατέρες ο Γέροντας σταματούσε την ανάγνωση για να εξηγήσει το περιεχόμενο. Έτσι κάποιες φορές η ομιλία του μπορούσε να συνεχίζεται για ώρες, ως το επόμενο γεύμα.

Όταν όμως ο αριθμός των μελών αυξήθηκε, οι ομιλίες άρχισαν να γίνονται στον μοναστηριακό ναό. Η ατμόσφαιρα του ναού ήταν πιο κατάλληλη γι’ αυτές. Σε κάποιον Ιερέα, προσκυνητή της Μονής, ο Γέροντας πρότεινε να τελέσει τη Λειτουργία.

Αφού ο Γέροντας στο τέλος της Λειτουργίας κοινώνησε, του είπε: «εγώ ήμουν στη δική σας Λειτουργία και εσείς τώρα μπορείτε να έρθετε στη δική μου “λειτουργία”». Είχε υπόψη του την ομιλία που ο ίδιος θα έκανε στην αδελφότητα την ημέρα εκείνη.

Οι λόγοι αυτοί, «λειτουργία μετά τη Λειτουργία», αντανακλούν με πιστότητα τον αληθινό χαρακτήρα των ομιλιών του Γέροντα. Ο λόγος του, μυσταγωγία της χάριτος, ήταν κατά κάποιο τρόπο συνέχεια της λειτουργικής παραστάσεώς του ενώπιον του προσώπου του Κυρίου.

Στις ομιλίες γινόταν φανερό, πόσο στενά συνδεόταν η δογματική του θεωρία με την όλη πορεία της εσωτερικής πνευματικής ζωής. Τα δόγματα της Εκκλησίας είχαν πραγματική και άμεση σχέση με την καθημερινότητα της μοναστικής ζωής μέχρι την πιο μικρή λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής του Μοναχού. Γράφει ο Γέροντας «τα τρία αυτά, Εκκλησία, δόγμα και ασκητική, συνιστούν για μένα ενιαία ζωή». Σε τέτοια ατμόσφαιρα, με τον λόγο του Γέροντα κάθε μικρή πράξη αποκτούσε σπουδαιότητα κοσμικών διαστάσεων. Η θεολογία τότε γινόταν κατάσταση στην οποία ζούσε. Ο Γέροντας ποθούσε να μεταδώσει την κατάσταση αυτή κάνοντας κοινωνούς και άλλους: «Ικετεύω τον Θεό να σας στερεώσει ακριβώς σε αυτή την κατάσταση που είναι η πορεία προς την αληθινή γνώση του αληθινού Θεού, δηλαδή η θεολογία ως κατάσταση του πνεύματός μας, που ζει αδιάλειπτα εν Θεώ διά Πνεύματος Αγίου».

Στον αποχαιρετιστήριο λόγο προς τους μαθητές του ο Κύριος είπε: «Ήδη υμείς καθαροί έστε διά τον λόγον ον λελάληκα υμίν». Στην παράδοση της Εκκλησίας δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο λόγος των Αγίων μετέδιδε χάρη στους ακροατές. Αρκεί να θυμηθούμε ότι μετά την προσευχή των Αποστόλων «εσαλεύθη ο τόπος, εν ω ήσαν συνηγμένοι, και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου». Άλλα παρόμοια παραδείγματα είναι ο διάλογος του Μοτοβίλωφ με τον Όσιο Σεραφείμ του Σάρωφ, κατά τον οποίο ο Μοτοβίλωφ γεύτηκε τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος και είδε τον Όσιο μέσα στο Άκτιστο Φως. Παρόμοια χαρισματική επίσκεψη έζησε το 1932 και ο Δαβίδ Μπάλφουρ, όταν συνομιλούσε με τον πατέρα Σωφρόνιο στη βιβλιοθήκη της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος. Ο Γέροντας περνούσε τότε τις ημέρες του σε πύρινο θρήνο και τη στιγμή εκείνη με τα απλά λόγια της συνομιλίας μετέδωσε στον Μπάλφουρ την κατάστασή του. Ο Μπάλφουρ το έζησε ως επαφή με αθάνατη πνοή. Το ευλαβικό αίσθημα γέμισε την ψυχή του τόσο, ώστε να μη μπορεί να πει τίποτα και να φοβάται ακόμη και να κινηθεί. Όλα τα πρόσκαιρα έσβησαν και έχασαν το ενδιαφέρον τους. Στην ήσυχη αυτή κατάπληξη ο Μπάλφουρ παρέμεινε γύρω στα είκοσι λεπτά.

Οι συνομιλίες του Γέροντα με την αδελφότητα ήταν φορέας εκείνης της χαρισματικής καταστάσεως, στην οποία ο ίδιος ο Γέροντας παρέμενε μετά από πολυετή μοναχική άσκηση. Ως βάση της Μονής ο Γέροντας δεν έθεσε κάποιες εξωτερικές δομές, κάποιο τυπικό ή κάποια διοικητική οργάνωση, αλλά τον λόγο ακριβώς που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Γιατί «ο λόγος Κυρίου» είναι το ισχυρότερο όπλο στην οικονομία της σωτηρίας. Όπως λέει ο Προφήτης Ησαΐας: «Το ρήμα μου, ο εάν εξέλθη εκ του στόματός μου…, ου μη αποστραφή, έως αν τελεσθή όσα αν ηθέλησα και ευοδώσω τας οδούς μου και τα εντάλματά μου».

Ο Κύριος παρήγγειλε στους μάρτυρες του λόγου Του:«…μη προμεριμνάτε τι λαλήσητε, μηδέ μελετάτε, αλλ’ ο εάν δοθή υμίν εν εκείνη τη ώρα, τούτο λαλείτε· ου γαρ υμείς εστέ οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα το Άγιον». Γι’ αυτό και ο Γέροντας ποτέ σχεδόν δεν ετοιμαζόταν για την ομιλία· δεν κρατούσε σημειώ¬σεις ούτε προσέτρεχε σε βιβλία πριν από αυτήν. Κάθε φορά συναντούσε τους αδελφούς με φόβο και πίστη, παριστάμενος νοερά με προσευχή ενώπιον του Θρόνου του Θεού, ελπίζοντας ότι ο Θεός δεν θα παραβλέψει τις προσευχές του και πως το Άγιο Πνεύμα θα τον διδάξει «…εν αυτή τη ώρα α δει ειπείν».

Ερχόταν στη σύναξη υποβασταζόμενος από άλλους, μισοάρρωστος, μισότυφλος, καταβεβλημένος από τα γηρατειά. Στην Εκκλησία μέσα, σε ατμόσφαιρα κατανύξεως και ιδιαίτερης επισημότητος, τον περίμενε ήδη η αδελφότητα, κάποτε πάλι και οι επισκέπτες προσκυνητές. Ο Γέροντας άρχιζε με προσευχή στο όνομα του Χριστού, ζητώντας από τον Θεό να του δώσει λόγο σωτήριο για όλους τους παρόντες. Ακολουθούσε μακρά σιγή. Ο Γέροντας συγκεντρωνόταν μέσα του και ενώνοντας ολόκληρο το είναι του, αναζητούσε με ένταση διά της προσευ¬χής λόγο. Η καρδιά του Γέροντα ήταν εκλεπτυσμένη από τον πολυετή θρήνο και τα παθήματα και έτσι ήταν ικανή, σαν ένα ευαίσθητο ραντάρ, να συλλαμβάνει και τις πιο λεπτές κινήσεις του Πνεύματος. Εισερχόμενος κατά κάποιο τρόπο στο ρεύμα αυτό της αιωνιότητας άρχιζε να μιλά, και μεταμορφούμενος φανέρωνε ξαφνικά το αρχικό μεγαλείο του λόγου του. Μιλού¬σε σιγά και αργά, σαν μέσα από την καρδιά του – πάντοτε με πολλή φυσικότητα και απλότητα. Με τον λόγο του έκρηξη φλογερής προσευχής προς τον Θεό συνάρπαζε και τους παρόντες και ανύψωνε τη συνείδησή τους προς τον Θεό. Οι Θείες πραγματικότητες τότε κατοπτεύονταν οφθαλμοφανώς.

Διψούσε πολύ ο Γέροντας να δει τα πνευματικά του παιδιά να κατέχουν τέτοια τελείωση. Έλεγε στην αδελφότητα: «Είναι απαραίτητο σε όλους μας να αναπτυχθούμε σε τέτοιο σημείο, που να ακούμε απλανώς τη φωνή του Κυρίου. Η άσκηση αυτή απαιτεί, νύκτα και ημέρα, συνεχή εσωτερική προσοχή, και έτσι η ζωή, απλή κατά την εξωτερική της μορφή, θα είναι ακατάπαυστη κοινωνία με τον Θεό». Πίστευε ότι οι πύλες και προς τα πιο υψηλά ακόμη μέτρα της τελειότητας δεν είναι κλειστές για κανένα.

Ο λόγος του Γέροντα είχε ιδιαίτερη «γεύση». Όποιος είχε διαίσθηση διέκρινε σε αυτόν την αλήθεια. Είναι αδύνατον να τον παρακάμψεις παίρνοντας την αλήθεια για εξωτερική πολυμάθεια ή για το προσωπείο της ευλάβειας. Ο άνθρωπος ακούει τη φωνή της αιωνιότητας με την καρδιά του και όχι με λογικές αποδείξεις. Με την εσωτερική μαρτυρία που δεν υποβάλλεται σε καμιά ανάλυση. Έχοντας περάσει παρατεταμένη, οδυνηρή και κοπιώδη νοερή άσκηση, παρέμενε πλέον ο Γέροντας με τη σκέψη του ακλινώς στον Θεό, στο ρεύμα του αιώνιου θελήματός Του. Η μνήμη του Θεού φώτιζε κάθε ενέργεια και λόγο του και ήταν πλέον αδύνατο για τον Γέροντα να μην αγαπά τον Θεό «εξ όλης της καρδίας του και εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της ισχύος του».

Η αρχαία αθωνική παράδοση παραγγέλλει στους νέους Μοναχούς να ζουν με την πεποίθηση ότι όλοι οι Γεροντάδες είναι άγιοι, αλλά ο δικός τους Γέροντας είναι ο αγιότερος. Ήταν εύκολο να τηρήσουν τον κανόνα αυτόν εκείνοι που έζησαν με τον Γέροντα Σωφρόνιο. Ωστόσο η απλότητα και η προσήνειά του απέκρυπταν από το βλέμμα των συγχρόνων τις αληθινές διαστάσεις του, η κατανόηση των όποιων έρχεται βαθμηδόν μόνο τώρα, που δεν είναι πια μαζί μας. Στο προσωπικό αντίτυπο του τελευταίου βιβλίου του, «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς έστι», βρήκαμε μετά τον θάνατό του επιμελώς τοποθετημένο από τον ίδιο κάποιο σημείωμα, απευθυνόμενο σε όλους εκείνους που τόσο αγάπησε η ψυχή του:

«Μου είναι δύσκολο να σας αφήσω, αλλά τρέφω κάποια ελπίδα ότι μέσω αυτού του βιβλίου, μαζί με τα άλλα βιβλία μου, θα μπορέσατε να δείτε τη “βαθειά” καρδιά μου και τη σκέψη μου, που προσπάθησα να εκφράσω με τον λόγο μου, ο οποίος γεννήθηκε στη διάρκεια φλογερής προσευχής με δάκρυα. Κάθε φορά που επιθυμείτε, μπορείτε διαβάζοντας να είστε μαζί μου στο επίπεδο του πνεύματος».

Πηγή: Σύγχρονες Οσιακές Μορφές, σελ. 85- 91, Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, 2017.

http://www.diakonima.gr/