Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν κατεβαίνει μέ μηχανές

 

paisios_0-630x380

Ὁ ἅγιος Παΐσιος ἦταν ἕνας εὐλογημένος ἀσκητής καί τελικά ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶχε ξεκάθαρες θεολογικές σκέψεις, εἶχε προφητικό καί ἀποστολικό χάρισμα, γι’ αὐτό ὁ λόγος του εἶναι ἐπίκαιρος.

Κάποτε ὁμίλησε γιά τίς πνευματικές προϋποθέσεις, προκειμένου νά ἐνεργήση τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶπε:

 

«Ὁ λόγος τοῦ μυαλοῦ ἀλλοίωση δέν κάνει στίς ψυχές, γιατί εἶναι σάρκα. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πού γεννιέται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει τήν θεία ἐνέργεια καί ἀλλοιώνει τίς ψυχές. Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν κατεβαίνει μέ μηχανές∙ γι’ αὐτό ἡ θεολογία δέν ἔχει καμμιά δουλειά μέ τό στεῖρο ἐπιστημονικό πνεῦμα. Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατεβαίνει μόνο Του, ὅταν βρῆ τίς πνευματικές προϋποθέσεις στόν ἄνθρωπο. Πνευματική προϋπόθεση εἶναι νά ξεσκουριάση ὁ ἄνθρωπος τά πνευματικά του καλώδια, νά γίνη καλός ἀγωγός, γιά νά δεχθῆ τό πνευματικό ρεῦμα τοῦ θείου φωτισμοῦ, καί ἔτσι γίνεται πνευματικός ἐπιστήμων, θεολόγος. Ὅταν λέω «θεολόγος», ἐννοῶ αὐτούς τούς θεολόγους πού ἔχουν ἀντίκρυσμα θεολογικό καί τό πτυχίο τους ἔχει ἀξία, καί ὄχι αὐτούς πού ἔχουν μόνο χαρτί χωρίς ἀντίκρυσμα καί τό πτυχίο τους εἶναι ὅμοιο μέ τά χρήματα τῆς Κατοχῆς».

 

Μέ πολλή διάκριση κρίνει τούς ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες, πού ζοῦν σωματικά μόνον στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά «τό εἶναι τους» βρίσκεται στήν Δύση. Εἶπε:

 

«Δυστυχῶς ὁ δυτικός ὀρθολογισμός ἔχει ἐπιδράσει καί σέ ἀνατολικούς ὀρθοδόξους ἄρχοντες καί ἔτσι βρίσκονται σωματικά μόνον στήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ὅλο τό εἶναι τους βρίσκεται στήν Δύση πού τήν βλέπουν νά βασιλεύη κοσμικά. Ἐάν ἔβλεπαν τήν Δύση πνευματικά, μέ τό φῶς τῆς Ἀνατολῆς, μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τότε θά ἔβλεπαν τό πνευματικό ἡλιοβασίλεμα τῆς Δύσης, πού χάνει σιγά-σιγά τό φῶς τοῦ νοητοῦ Ἡλίου, τοῦ Χριστοῦ, καί προχωρεῖ γιά τό βαθύ σκοτάδι. Μαζεύονται καί συνεδριάζουν καί κάνουν συζητήσεις ἀτέλειωτες γιά πράγματα πού δέν χωράει συζήτηση, πού οὔτε οἱ Ἅγιοι Πατέρες συζήτησαν ἐδῶ καί τόσα χρόνια. Ὅλες αὐτές οἱ ἐνέργειες εἶναι τοῦ πονηροῦ, γιά νά ζαλίζουν καί νά σκανδαλίζουν τούς πιστούς καί νά τούς σπρώχνουν ἄλλους στήν αἵρεση καί ἄλλους σέ σχίσματα, καί νά κερδίζη ἔδαφος ὁ διάβολος. Πά, πά… βασανίζουν καί μπερδεύουν τόν κόσμο αὐτοί οἱ ἄνθρωποι!».

 

Ὁ ἅγιος Παΐσιος εἶχε διορατικό καί προορατικό νοῦ καί ἔβλεπε καθαρά τήν ζωή καί τήν νοοτροπία πολλῶν συγχρόνων θεολόγων –Κληρικῶν καί λαϊκῶν– πού λέγονται ὀρθόδοξοι, ἀλλά μέ τίς πράξεις τους ἀπέχουν ἀπό τίς προϋποθέεις τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας. Χωρίς τέτοιες προϋποθέσεις, ὠθοῦν τούς πιστούς «ἄλλους στήν αἵρεση καί ἄλλους σέ σχίσματα». Τό Ἅγιον Πνεῦμα «δέν κατεβαίνει μέ μηχανές», δέν ἐνεργεῖ μέ κοσμικές νοοτροπίες.

 

Ν.Ι.

http://paterikos.blogspot.gr/2017/01/blog-post_60.html#more

Το υμνογραφικό έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Θησαυρός Γνώσεων και ευσεβείας (II)

Α. Παπαδιαμάντης: ο ψάλτης της Ορθοδοξίας και τα υμνογραφήματά του

Εκατόν εξηνταπέντε έτη από την ημέρα γεννήσεως του «αγίου» των νεοελληνικών γραμμάτων, κυρ–Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στην Σκιάθο (1851–2016). Η θρησκευτικότητά του γεννήθηκε από την «ανάμνηση των παλαιών ευτυχών ημερών», που επέρασε κοντά στον ιερουργό πατέρα του, στην εκκλησία. Τα τροπάρια ήταν τα πρώτα του τραγούδια, οι καμπάνες τα πρώτα του παιχνίδια, τα ξωκκλήσια τα πρώτα του ταξίδια, οι ακολουθίες και οι γιορτές χαρά και ξεφάντωμα της παιδικής του ψυχής. Κοντά στην Εκκλησία είναι ο λαός, «το γνησιότερον μέρος του απλού λαού», κατά τον Παπαδιαμάντη, «που πιστεύει εις τα θαύματα», που τηρεί «απαρεγκλίτως τας αργίας και την Τεσσαρακοστήν».

papadiamantis

«Τραγούδια του Θεού» ονόμαζε τους εκκλησιαστικούς ύμνους. Εγνώριζε την Αγίαν Γραφήν και τον πλούτο της Υμνογραφίας της Εκκλησίας μας και έψαλλε από στήθους με τον προσωπικό χαρακτηριστικό τρόπο του, κατά τα μουσικά πρότυπα των βυζαντινών προγόνων.

Πατροπαράδοτη εκκλησιαστική…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 851 επιπλέον λέξεις

          ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ                    4/ ΘΕΩΤΙΚΑ  

 

Η αντίδοση των ιδιωμάτων είναι ακριβώς αυτή που προέρχεται, λόγω της υποστατικής ένωσης, λόγω του ότι το πρόσωπο είναι ένα και τα ιδιώματα εκφράζονται πάντοτε με το πρόσωπο και όχι μόνα τους. Δεν είναι δυνατόν, εφόσον έχουμε ένα πρόσωπο, να έχουμε χωριστές ιδιότητες, οι οποίες να μην εκφράζονται σαν ενιαίες. Ό,τι λοιπόν ο Χριστός ενεργεί και πράττει ως Θεός, γίνεται ιδίωμα και πραγματικότητα και της ανθρώπινης φύσης. Και ό,τι ενεργεί και πράττει ως άνθρωπος μεταφέρεται πλέον στην θεία φύση αλλά όχι ως φύση. Μεταφέρεται λόγω της υποστατικής ένωσης και συνεπώς αυτό δεν επηρεάζει τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Είναι μία συνέπεια αυτή, του ότι μεταφέρεται λόγω της υποστατικής ένωσης, λόγω του προσώπου και όχι λόγω των φύσεων. Διότι, αν οι φύσεις ενούμενες μετέδιδαν η μία στην άλλη τα ιδιώματά τους, τότε θα έπρεπε τα ιδιώματα αυτά, η αντίδοση των ιδιωμάτων, να παρατηρηθεί και στα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδας και στον Πατέρα και στο Πνεύμα, διότι και αυτά την ίδια φύση έχουν. Αν οι φύσεις είναι αυτές που ενώνονται και αντιδίδουν τα ιδιώματά τους, τότε δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε, να πούμε ότι μόνο στο πρόσωπο του Χριστού, του Λόγου, του Υιού συμβαίνει αυτό. Και έτσι μόνον ο Υιός παραμένει πάντοτε και τώρα και εις τους αιώνες σαρκωμένος. Δεν σαρκούται ο Πατέρας, ούτε το Πνεύμα και η θέωση της ανθρώπινης φύσης δεν είναι θέωση, λόγω του ότι ο άνθρωπος ενώνεται με το Θεό γενικά, με τη θεία φύση, αλλά είναι θέωση, διότι ενώνεται ο άνθρωπος με τον Υιό, δηλαδή είναι θέωση «εν Χριστώ». Δεν πρόκειται για θέωση εκτός Χριστού. Αυτές οι λεπτομέρειες έχουν πολύ μεγάλη σημασία, διότι έχουν συνέπειες, στις οποίες πρέπει να αναφερθούμε:

Η συνέπεια η βασική είναι ότι: 1/ ο Χριστός ο ίδιος παύει να είναι ένα άτομο, που δεν έχει μαζί Του στην ανθρώπινη φύση και ανθρώπους. Δηλαδή, η έννοια Χριστός είναι πλέον μια περιληπτική έννοια. Ο ένας έχει γίνει πολλοί και αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό πλέον της ταυτότητας του Υιού. Δεν είναι και ούτε θα είναι ποτέ δυνατόν να διαχωρίσουμε το Χριστό από το σώμα Του, που είναι η κοινωνία των Αγίων, των θεωθέντων. Ο Χριστός λοιπόν είναι μία περιληπτική έννοια, είναι κεφαλή μαζί με σώμα. Δεν είναι νοητός χωρίς το σώμα. Το δε σώμα δεν είναι ατομικό σώμα, αλλά είναι το σώμα της Εκκλησίας, το σώμα των Αγίων. Συνεπώς, δεν μπορούμε να κάνουμε Χριστολογία χωρίς Εκκλησιολογία. Δεν υπάρχει Χριστός χωρίς Εκκλησία. Δεν υπάρχει Χριστός χωρίς σώμα. Αυτό είναι η μια συνέπεια. 2/ η άλλη συνέπεια, από την άλλη πλευρά του νομίσματος είναι, ότι και ο άνθρωπος, που θέλει να θεωθεί, που θεούται, δεν μπορεί να σχετισθεί με τη θεότητα, με τη θεία φύση, δηλαδή, παρά δια του προσώπου του Υιού, του Χριστού. Συνεπώς, θέωση εκτός Χριστού δεν υπάρχει. 3/ μια τρίτη συνέπεια που βγαίνει από τις δύο αυτές, αν συνδυαστούν, είναι ότι δεν υπάρχει θέωση εκτός της Εκκλησίας, διότι δεν υπάρχει Εκκλησία εκτός Χριστού και δεν υπάρχει Χριστός χωρίς Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι μέρος της ταυτότητας του Χριστού, της προσωπικής Του ταυτότητας.

Είπαμε παραπάνω, ότι θέωση ενός Μάρτυρα έχομε, όταν το πρόσωπο του Μάρτυρα ταυτίζεται με το πρόσωπο του Χριστού. Τέτοια περίπτωση ταυτισμού προσώπων και επομένως θέωση, δηλ. θέαση του Θεού έχουμε στην Κ.Δ. στην περίπτωση του μαρτυρίου του πρωτομάρτυρα Στέφανου: «Υπάρχων δε πλήρης Πνεύματος Αγίου, ατενίσας εις τον ουρανόν είδε δόξαν Θεού και Ιησούν εστώτα εκ δεξιών του Θεού. και είπεν. ιδού θεωρώ τους ουρανούς ανεωγμένους και τον Υιόν του Ανθρώπου εκ δεξιών του Θεού εστώτα» (Πράξ. 7. 55-56). Τι είδε λοιπόν ο Στέφανος; Είδε τον Υιό του Ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού.

Εδώ, θα σταθούμε λίγο, για να εξηγήσουμε την όραση αυτή του Θεού απ’ το Στέφανο. Μιλήσαμε για τη σάρκωση του Λόγου και τη πρόσληψη της ανθρωπότητας από την υπόσταση του Λόγου, οπότε πλέον έχουμε ένσαρκο Λόγο με δυο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, δυο θελήσεις τη θεία και την ανθρώπινη, δυο ενέργειες, τη θεία και την ανθρώπινη, δυο αυτεξούσια, το θείο και το ανθρώπινο, δυο σοφίες και γνώσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, μια ψυχή, την ανθρώπινη και μια συνείδηση, τη θεία. Όντας ο ένσαρκος Λόγος στη γη, όπου παρέμεινε επί 33 χρόνια, η θεία του φύση ουδέποτε απέστη της Αγίας Τριάδας. Είναι χαρακτηριστικό το ψαλμικό: «Όλος ην εν τοις κάτω και των άνω ουδόλως απήν, ο απερίγραπτος Λόγος» (Ακάθιστος ύμνος, Τρίτη στάση). Δηλαδή, ολόκληρη η θεότητα ήτανε ενωμένη με την ανθρωπότητα, αλλά η ίδια η θεότητα παρέμενε στην Αγία Τριάδα. Σημειώνεται εδώ, ότι πουθενά στην Κ.Δ. δεν απαντάται η πανταχού παρουσία του ένσαρκου Λόγου, κατά τη διάρκεια της γήινης παρουσίας Του (το θέμα της πανταχού παρουσίας του Χριστού, θα αναφερθεί σε άλλη ενότητα), ούτε πριν την Ανάσταση, αλλά ούτε και μετά απ’ αυτή.

Έτσι, μετά την Ανάληψη του Χριστού, η υπόσταση του Λόγου, φέρουσα και την ανθρώπινη φύση (στην αναστημένη της μορφή), καθαγιασμένη βέβαια, καθότι ενωμένη «ασυγχύτως», κάθεται στα δεξιά του Θεού Πατέρα, όπως και πριν τη σάρκωση, οπότε υφίσταται πράγματι μια «διαφορά» μεταξύ των θεαρχικών προσώπων, η οποία αποτελεί το «ιδιαίτατον υποστατικόν ιδίωμα» του ενός από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας: του Θεού Λόγου, οπότε «διαφέρει του τε Πατρός και του Πνεύματος κατά το υπάρχειν Θεόν τε ομού και άνθρωπον τον αυτόν. τούτο γαρ της του Χριστού υποστάσεως ιδιαίτατον ιδίωμα γινώσκομεν» (Ι. Δαμασκηνός). Εν τούτοις, η «διαφορά» αυτή δεν επιφέρει οποιαδήποτε «τροπή» ή «αλλοίωση» στην υπερούσια Τριάδα, εφ’ όσον είναι υποστατική και τα υποστατικά ιδιώματα, αγέννητο, γεννητό, εκπορευτό, δεν αφορούν τη θεία φύση, που είναι μια και κοινή και παραμένει αμετάβλητη, αλλά τα πρόσωπα και τις σχέσεις μεταξύ τους. Παραδεχόμαστε λοιπόν, ότι ενώ υπήρχε άχρονα και αϊδια η θεία υπόσταση του Θεού Λόγου, απλή και ασύνθετη, άκτιστη, ασώματη, αόρατη, αψηλάφητη, απερίγραπτη, έχοντας όλα όσα έχει ο Πατέρας, ως ομοούσια με αυτήν, τώρα η θεία υπόσταση του Θεού Λόγου είναι σύνθετη, άκτιστη και κτιστή, ενσώματη, ορατή, ψηλαφητή, περιγραπτή κατά τα ιδιώματα της ανθρωπότητας και συνάμα φέρει και τα ιδιώματα της θείας φύσης, κατά τα οποία είναι ενωμένη με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.

Επομένως, ο Στέφανος είδε τη θεωθείσα ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου σ’ όλη τη Δόξα και όντας πεπληρωμένος Πνεύματος Αγίου είδε και τον Πατέρα, καθότι «ο εωρακώς εμέ, εώρακε τον πατέρα» (Ιω. 14.9), δηλ. είδε την ενέργεια του Θεού και όσα ο Θεός του αποκαλύπτει, ποτέ όμως την ίδια τη φύση του Θεού, η οποία παραμένει αμέθεκτη προς πάντα άνθρωπο. Επομένως τα, σε διάφορα έντυπα, ευρισκόμενα επεξηγηματικά της όρασης του Στεφάνου, ότι δηλαδή ο Στέφανος είδε «τον άνθρωπο Χριστό πλάι στο Θεό, δηλ. πλάι στη Θεότητα, δηλ. την Αγία Τριάδα» εμπεριέχουν τη θεώρηση, ότι ο άνθρωπος Χριστός ευρίσκεται εκτός της Αγίας Τριάδας, οπότε εμφανίζεται χωρισμός των δυο φύσεων του Χριστού, της θεϊκής φύσης του εντός της Αγίας Τριάδας και της ανθρώπινης φύσης του εκτός της Αγίας Τριάδας, κάτι που αντιβαίνει στη δογματική θέση των Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, περί των δυο φύσεων του Χριστού ευρισκομένων: «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως».

10.1.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ