Πῶς ἔγινε ἡ ἀρχή τοῦ θεοδρόμου ἀστέρος που ὁδήγησε τους τρεῖς Μάγους εἰς τον Χριστόν (Αγ.Νικοδήμου Αγιορείτου)

Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο
[…]Διήγηση από τα Πνευματικὰ Γυμνάσματα» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, διὰ τὸ πῶς ἔγινε ἡ ἀρχὴ τοῦ θεοδρόμου ἀστέρος ποὺ ὁδήγησε τοὺς τρεῖς Μάγους εἰς τὸν Χριστόν.

Εἶναι μία ἱστορία ποὺ μαρτυρεῖται ὡς ἀληθινὴ καὶ ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σύμφωνα μὲ αὐτήν, ὑπῆρχε εἰς τὴν Περσίαν ἕνας περίφημος ναὸς τῆς Θεᾶς Ἥρας, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλὰ εἴδωλα, χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ καὶ εὑρίσκετο πλησίον τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων. Μία ἡμέρα λοιπόν έπῆγε εἰς τὸν ναὸν ὁ βασιλεὺς τῆς Περσίας μὲ τὸν ἱερέαν τῶν εἰδώλων καὶ ἔμειναν ἄναυδοι μπροστὰ εἰς ἕνα ἐκπληκτικὸ θέαμα. Ὅλα τὰ εἴδωλα εἶχαν ἀρχίσει νὰ χορεύουν καὶ νὰ παίζουν μουσικὴ εὑρισκόμενα μέσα σὲ ἐκστατικὴ χαρά.


Μάλιστα, γυρίζοντας πρὸς τὸ μέρος τοῦ βασιλέως, τοῦ εἶπαν ὅλα μαζὶ τὰ ἑξῆς: «Σήμερα ἀπὸ τὴν Δέσποινα Πηγή, ποὺ τὸ ὄνομά της εἶναι Μαρία, θὰ ἀναβλύσῃ τὸ ἀθάνατο ὕδωρ. Θὰ γεννήσῃ παιδίον, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, καὶ ἀπὸ τὴν σάρκα του θὰ τρέφονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὴ ἡ οὐράνιος Παρθένος ποὺ θὰ ἀναδειχθῇ εἰς Βασίλισσαν τοῦ κόσμου ἔχει τέκτονα ἀρραβωνιαστικό, ἀλλὰ δὲ γεννᾷ ἀπὸ μίξη ἀνδρός. Καὶ ἐμεῖς τὰ εἴδωλα πλέον εἴμαστε ἄτιμοι καὶ ἄδοξοι θεοί, χωρὶς δύναμιν καὶ χάριν. Τὸ θεῖον βρέφος γεννᾶται εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἀπὸ ὅπου πηγάζει ἡ σωτηρία δι’ ὅλα τὰ ἔθνη. Ἀνέστη Βασιλεία ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα, ἡ ὁποία θὰ καταργήσῃ τὰ μνημόσυνα καὶ θὰ ἀφανίσῃ ὅλες τὶς ἐνθυμήσεις τῶν Ἰουδαίων».


Ξαφνικά, καὶ ἐνῶ τὰ εἴδωλα ἔλεγαν ὅλα τὰ ὡς ἄνω, ἄνοιξε ἡ ὀροφὴ τοῦ ναοῦ καὶ ἕνας
 περίλαμπρος καὶ θαυμαστὸς ἀστέρας κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἐστάθη χαμηλὰ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ. Ἀμέσως ὅλα τὰ εἴδωλα ἔπεσαν κατὰ γῆς καὶ κατεκρημνίσθησαν. Τότε κατὰ παράκλησιν τοῦ βασιλέως, οἱ σοφοί του ἑρμηνεύοντας ὅλα τὰ ὡς ἄνω, τοῦ ἀνήγγειλαν τὴν γέννησιν τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸ τέλος, τὴν κατάργηση τῆς θρησκείας τῶν εἰδώλων. Ἀμέσως τότε ὁ βασιλεὺς ἔστειλε τοὺς τρεῖς Μάγους μὲ τὰ δῶρα, νὰ προσκυνήσουν ἐκ μέρους ὅλου τοῦ ἔθνους τῶν Περσῶν τὸν Χριστόν, τὸν βασιλέαν ποὺ προῆλθε ἀπὸ μία τόσον παράδοξον γέννησιν, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ὁμολογία τῶν εἰδώλων, ἡ δύναμίς του ἦταν ἀνωτέρα ἀπὸ αὐτὴν τῶν θεῶν τῆς Περσίας.


Ὅταν δὲ οἱ Μάγοι ἔφθασαν στὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ συνήντησαν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, διεπίστωσαν τὴν ἀναστάτωσιν ποὺ προεκλήθη εἰς τὸν κύκλον τους, ἀπὸ τὴν ἀναγγελία τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ. Εἰς τὴν συζήτηση λοιπὸν ποὺ εἶχαν μαζί τους, ἀποστώμωσαν τοὺς ἀρχιερεῖς, λέγοντάς τους τὰ ἑξῆς: «Ἐσεῖς πληγώνεστε ἀντὶ νὰ χαίρεστε ἀκούγοντας ὅτι γεννήθηκε ὁ Χριστός, διότι ἦλθε γιὰ νὰ καταλύσῃ τὸν νόμον σας καὶ τὶς συναγωγές σας». Τότε οἱ ἀρχιερεῖς θέλησαν νὰ δωροδοκήσουν τοὺς Μάγους, διὰ νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν εἰς τὴν Παλαιστίνην διὰ τὸ θεῖο τοῦτο μυστήριο, γιατὶ τοὺς ἐνδιέφερε νὰ μὴν χάσουν τὴν ἐπιρροὴ ποὺ εἶχαν εἰς τὸν λαόν. Ἡ ἀπάντησις τῶν Μάγων ἦταν καταπέλτης: «Ἐμεῖς ὄντες Μάγοι εἰδωλολάτρες, ἤλθαμε ἀπὸ τὴν Περσία, μία μακρυνὴ χώρα, τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ θεοὶ ἐμακάρισαν τὸν Χριστὸν ποὺ εἶναι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, δικός σας βασιλεύς, καὶ ἐσεῖς μᾶς δίνετε δῶρα διὰ νὰ ἀποκρύψουμε τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα τῆς γέννησής του;».


Εὔκολα μπορεῖ νὰ διαπιστώσῃ κανεὶς ἀπὸ τὴν ὡς ἄνω ἱστορία, τὴν πνευματικὴν τύφλωσιν καὶ κατάντια τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἀκόμα καὶ οἱ δαίμονες ἀνεδείχθησαν ὑπέρτεροί τους, καθὼς μέσῳ τῶν εἰδώλων ἐξύμνησαν, ἐμακάρισαν καὶ ἐπαίνεσαν τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, ἐνῷ οἱ ἴδιοι θέλησαν νὰ ἀποκρύψουν τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὴν πλευρά τους οἱ πρώην εἰδωλολάτρες μάγοι, διέφεραν τόσο πολὺ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, ὥστε ζωγράφισαν ἀκόμα καὶ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, διὰ νὰ τὴν πάρουν εἰς τὴν χώραν τους, μὲ τὴν ἑξῆς ἐπιγραφήν: «Ἡ βασιλεία τῶν Περσῶν ἀφιέρωσε τὴν εἰκόνα ταύτην τῷ ἡλίῳ καὶ μεγάλῳ Θεῷ καὶ βασιλεῖ Ἰησοῦ».


Συνοψίζοντας, εἴδαμε ὅτι ἂν καὶ ζοῦσαν εἰς τὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρείας καὶ δὲν εἶχαν κανέναν νὰ τοὺς διδάξῃ τὴν ἀλήθειαν, οἱ τρεῖς μάγοι ἀμέσως μόλις τοὺς δόθηκε ἡ εὐκαιρία, βρέθηκαν κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὸν ἀγάπησαν μὲ ὅλην τους τὴν καρδιάν. Καταλαβαίνουμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ποὺ γεννιόμαστε καὶ ζοῦμε μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, συμμετέχουμε εἰς τὰ ἄχραντα μυστήρια, μεταλαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχουμε τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἐπισκιάζῃ, πόσον ἀναπολόγητοι θὰ εἴμεθα, ἐὰν φανοῦμε κατώτεροι τῶν μάγων καὶ πολὺ λίγοι σὲ σύγκριση μὲ τὸν φλογερὸ καὶ κατὰ Θεὸν ζῆλον καὶ ἐνθουσιασμό τους. Καλούμεθα λοιπὸν νὰ βαδίσουμε εἰς τὸν δρόμον ποὺ χάραξαν οἱ Χριστολάτρες Μάγοι, κομίζοντας ὡς δῶρα εἰς τὸν Χριστόν, πίστιν, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη, διὰ νὰ βιώσουμε τὴν γέννησίν του εἰς τὴν φάτνην τῆς καρδιᾶς μας, ἔχοντας μείνει ὅσο πιὸ μακριὰ γίνεται ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν καὶ σκληροκαρδίαν τῶν Ἰουδαίων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, εἴθε πάντοτε νὰ μᾶς σκεπάζῃ ὁ Θεός. Ἀμήν.

Πηγή

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (για να ξαναζήσουμε νοερώς τα μεγαλεία του Γένους μας). ΜΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Παράσταση με τη γέννηση του Ιησού Χριστού (μωσαϊκό στη Μονή της Χώρας, Κωνσταντινούπολη)

Γράφει ο Σωκράτης Πουλής

Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ (Πορφυρογέννητος) ήταν ένας αυτοκράτορας εξαιρετικά μορφωμένος και διανοούμενος, όπως και ο πατέρας του ο Λέων ΣΤ΄. Έχοντας περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη σκιά της διακυβέρνησης του πεθερού του, Ρωμανού Α΄ Λεκαπηνού, αφιερώθηκε στη μελέτη. Άφησε τεράστιο συγγραφικό έργο, με εξέχον το σύγγραμμά του «Περί βασιλείου τάξεως», το οποίο έχει σωθεί και αποτελεί τη βασική πηγή των ιστορικών σχετικά με το πολύπλοκο και βαρύ πρωτόκολλο που ακολουθούσαν οι Βυζαντινοί αξιωματούχοι και κυρίως η αυτοκρατορική οικογένεια. Το παρακάτω κείμενο είναι το απόσπασμα του προαναφερθέντος έργου, που περιγράφει την αυτοκρατορική τελετή της εορτής των Χριστουγέννων, όπως αυτή διεξαγόταν στην εποχή της μακεδονικής δυναστείας (10ος αιώνας μ.Χ.).

Ἄκτα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων 

Ἐξιόντων τῶν δεσποτῶν ἀπὸ τοῦ παλατίου εἰς τὴν προέλευσιν καὶ τῆς εἰωθυίας πάσης τάξεως ἐπακολουθούσης, γίνεται πρώτη δοχὴ εἰς τὸ Τριβουνάλιον, ἤγουν εἰς τοὺς Λύχνους, καὶ δέχεται κἀκεῖσε ὁ δημοκράτης τῶν Βενέτων, ἤγουν ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν, μετὰ καὶ τοῦ περατικοῦ δήμου τῶν Βενέτων, καὶ μήπω τῶν δεσποτῶν φθασάντων ἐκεῖσε, λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γ′·

«Ἀστὴρ τὸν ἥλιον προμηνύει ἐν Βηθλεὲμ Χριστὸν ἀνατείλαντα ἐκ παρθένου.»

[Τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας βγαίνουν από το παλάτι της Δάφνης, συνοδευόμενα από αξιωματούχους του Μεγάλου Παλατιού. Στην πλατεία του Τριβουναλίου τούς αναμένει ο αρχηγός της παράταξης («δήμου») των Γαλάζιων («Βενέτων»), που έχει το αξίωμα του «δομέστικου των σχολών», είναι δηλαδή ο διοικητής της παλαιότερης από τις επίλεκτες μονάδες του αυτοκρατορικού στρατού στην Κωνσταντινούπολη, και μαζί του βρίσκεται και το στρατιωτικό τμήμα της ομάδας που ήταν εγκατεστημένο στο Πέραν («περατικός δήμος»). Οι τέσσερεις δήμοι της Κωνσταντινούπολης (Βένετοι, Πράσινοι, Ρούσιοι και Λευκοί) χωρίζονταν σε δύο τμήματα ο καθένας εσωτερικά: στο «περατικόν», με καθαρά στρατιωτικές αρμοδιότητες και επικεφαλής τους «δομέστικους», και στο «πολιτικόν», με αστικά καθήκοντα και επικεφαλής τους «δημάρχους»].

Αναπαράσταση της κεντρικής εισόδου του ανακτόρου της Δάφνης:

Αναπαράσταση της εσωτερικής αυλής του ανακτόρου της Δάφνης, στα νότια, με την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου εντός αυτής:

Το ανάκτορο της Δάφνης (1), στα νότια η αυλή του ανακτόρου με τον Άγιο Στέφανο (2) και στα βόρεια η πλατεία του Τριβουναλίου (3)

Δοχὴ α′. Καὶ δὴ τῶν δεσποτῶν ἐρχομένων καὶ ἱσταμένων εἰς τὸν εἰωθότα τόπον τῆς αὐτῶν στάσεως, ἤγουν εἰς τὴν καμάραν, λέγουσιν

οἱ κράκται· «Πολλά, πολλά, πολλά».
Ὁ λαός· «Πολλὰ ἔτη, εἰς πολλά».
Καὶ πάλιν οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι ἡ ἔνθεος βασιλεία.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ τρίτου· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι.»
Οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, οἱ θεράποντες τοῦ Κυρίου.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ τρίτου· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι.»
Οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα αὐτοκράτορες Ῥωμαίων.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ τρίτου· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι.»
Οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα αὐγοῦσται τῶν Ῥωμαίων.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ τρίτου· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι.»
Οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι σὺν ταῖς αὐγούσταις καὶ τοῖς πορφυρογεννήτοις.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἅπαξ· «Πολυχρόνιον ποιήσῃ ὁ Θεὸς τὴν ἁγίαν βασιλείαν σας εἰς πολλὰ ἔτη.»

[Στην πρώτη υποδοχή της αυτοκρατορικής πομπής στο Τριβουνάλιο ακούγονται μελωδικές ευχές προς τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, τις οποίες αποδίδουν εναλλάξ οι «κράκται», δηλαδή κοσμικοί τραγουδιστές, και τα στρατιωτικά μέλη του δήμου των Γαλάζιων, ο «λαός».]

Δοχὴ β′, πρὸ τῶν πυλῶν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἤγουν εἰς τὰς Σχολάς. Δέχεται ἐκεῖσε ὁ δημοκράτης τῶν Πρασίνων, ἤγουν ὁ ἐκσκούβικος, μετὰ τοῦ περατικοῦ δήμου τῶν Πρασίνων, καὶ μήπω τῶν δεσποτῶν φθασάντων ἐκεῖσε, λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γ′·

«Ὁ ἀμήτωρ ἐν οὐρανοῖς, ἀπάτωρ τίκτεται ἐπὶ τῆς γῆς.» 
Ἄλλο·
«Ὁ φυτουργὸς τῶν ἀνθρώπων φιλάνθρωπος καταδέχεται ἄνθρωπος γεννηθῆναι.»

[Η δεύτερη υποδοχή της πομπής γίνεται μπροστά στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Δεν είναι ο γνωστός ναός που βρισκόταν στον τέταρτο λόφο της Πόλης, αλλά ένας άλλος, μικρότερος, που βρισκόταν εντός του Παλατιού. Εκεί υποδέχεται εκ νέου ο αρχηγός («δημοκράτης») του δήμου των Πρασίνων την πομπή, μαζί με το «περατικό» τμήμα του δήμου. Οι εξκουβίτορες ήταν έφιππες μονάδες της αυτοκρατορικής φρουράς που είχαν αποστολή τη φύλαξη των ανακτόρων.]

Καὶ δὴ τῶν δεσποτῶν ἐρχομένων καὶ ἱσταμένων εἰς τὸν εἰωθότα τόπον τῆς αὐτῶν στάσεως, ἤγουν εἰς τὴν καμάραν, λέγουσιν
οἱ κράκται· «Πολλά, πολλά, πολλά».
Ὁ λαός· «Πολλὰ ἔτη, εἰς πολλά.»
Οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, ἡ ἐκλογὴ τῆς Τριάδος.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ γ′· «῞Αγιε.»
Οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα αὐτοκράτορες Ῥωμαίων.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ τρίτου· «῞Αγιε».
Οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, οἱ θεράποντες τοῦ Κυρίου.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ γ′· «῞Αγιε.»
Οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα αὐγοῦσται τῶν Ῥωμαίων.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ γ′· «῞Αγιε.»
Οἱ κράκται· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, δεσπόται, σὺν ταῖς αὐγούσταις καὶ τοῖς πορφυρογεννήτοις.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαός· «Πολυχρόνιον ποιήσῃ ὁ Θεὸς τὴν ἁγίαν βασιλείαν σας εἰς πολλὰ ἔτη.»

[Οι καθιερωμένες ευχές προς την αυτοκρατορική οικογένεια δίνονται τώρα μπροστά στον ναό των Αγίων Αποστόλων από τον δήμο των Πρασίνων (αρχηγός και στρατιωτικό σώμα) και από τους κοσμικούς τραγουδιστές, εναλλάξ, όπως και προηγουμένως].

Δοχὴ γ′, ἔνδοθεν τῆς Χαλκῆς· δέχεται ἐκεῖσε ὁ δημοκράτης τῶν Βενέτων, ἤγουν ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν, μετὰ τοῦ περατικοῦ δήμου τῶν Βενέτων, καὶ μήπω τῶν δεσποτῶν φθασάντων ἐκεῖσε, λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γ′·

«Σειρὰς ῥηγνύων τῆς ἁμαρτίας σπαργανοῦται Θεὸς ἐν φάτνῃ.» 

Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς δοχαῖς.

[Επόμενη στάση της πομπής είναι το εσωτερικό μέρος της Χαλκής πύλης, που είναι η κεντρική είσοδος του Μεγάλου Παλατίου. Εκεί αναμένει την αυτοκρατορική πομπή και πάλι ο αρχηγός του δήμου των Βενέτων, ο οποίος έχει μετακινηθεί εν τω μεταξύ από το Τριβουνάλιο και βρίσκεται τώρα στη Χαλκή πύλη αναμένοντας την αυτοκρατορική πομπή.]

Δοχὴ δ′, ἔξωθεν τῆς Χαλκῆς· δέχεται ἐκεῖσε ὁ δήμαρχος τῶν Βενέτων μετὰ τοῦ δήμου τοῦ Λευκοῦ, καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γ′·

«Ἀστὴρ προτρέχει καὶ λάμπει ἐν σπηλαίῳ, τὸν Δεσπότην τοῦ ἡλίου τοῖς μάγοις καταμηνῦσαι· βρέφος γὰρ ὤφθη, καὶ σὰρξ ἐκ τῆς Παρθένου, τὴν παλαιὰν παρακοὴν τοῦ Ἀδὰμ ἐξαφανίζων. Αὐτὸς τὸ κράτος ὑμῶν, δεσπόται, εἰς μῆκος χρόνων φυλάξῃ εἰς ἀνέγερσιν Ῥωμαίων.» 

Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν τῇ α′ δοχῇ εἴρηται.

[Νέα στάση της πομπής στην εξωτερική πλευρά της Χαλκής πύλης, όπου την πομπή αναμένει ο δήμαρχος των Γαλάζιων, δηλαδή ο αρχηγός του πολιτικού τμήματος του δήμου, μαζί με μέλη του δήμου των Λευκών. Η πομπή πλέον βρίσκεται έξω από το Μέγα Παλάτιον. Εντός του Παλατιού η υποδοχή της πομπής έγινε από στρατιωτικά τμήματα, έξω από το Παλάτι τα τμήματα που συμμετέχουν είναι πολιτικά/αστικά].

Αναπαράσταση της εξωτερικής όψης της Χαλκής πύλης του Μεγάλου Παλατίου:

Δοχὴ ε′, εἰς τὸν λεγόμενον Ἀχιλλέα, πλησίον τῆς μεγάλης πύλης τῆς Μελέτης· δέχεται ἐκεῖσε ὁ δήμαρχος τῶν Πρασίνων μετὰ τοῦ δήμου τοῦ Ῥουσίου, καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. α′·

«Ὁ ἀμήτωρ ἐν οὐρανοῖς· ἀπάτωρ τίκτεται ἐπὶ τῆς γῆς.» 

Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς δοχαῖς.

[Ο «Αχιλλεύς» είναι η στήλη του Ιουστινιανού στο Αυγουσταίον, μικρή πλατεία δίπλα στον ναό της Αγίας Σοφίας. Η στήλη ονομαζόταν έτσι λόγω των ενδυμάτων του Ιουστινιανού που παρομοιάζονταν με αυτά του μυθικού Αχιλλέα, ώστε να τονίζεται η ηρωική διάσταση του αυτοκράτορα που κατάφερε να αποκαταστήσει την κυριαρχία της αυτοκρατορίας στη Δύση. Στη στήλη αυτή βρίσκεται τώρα ο αρχηγός του πολιτικού τμήματος του δήμου των Πρασίνων μαζί με μέλη του δήμου των Κόκκινων και δίνουν και αυτοί με τη σειρά τους τις ευχές τους στην πομπή των δεσποτών, δηλαδή στην αυτοκρατορική οικογένεια.]

Αναπαράσταση της στήλης του Ιουστινιανού στο Αυγουσταίον:

Αναπαράσταση της πλατείας του Αυγουσταίου:

Δοχὴ Ϛ′, εἰς τὸ ὡρολόγιον τῆς Ἁγίας Σοφίας· δέχονται ἐκεῖσε ὁ δήμαρχος τῶν Βενέτων μετὰ τοῦ δήμου τοῦ Λευκοῦ, καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γ′·

«Τὸν ἐν Ἐδὲμ παράδεισον ἠνέῳξεν ἐν Βηθλεὲμ ἡ Παρθένος, ἐξ ἧς ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν εὐδόκησε τεχθῆναι· σαρκωθεὶς γὰρ ἐξ αὐτῆς φιλανθρώπως τῆς πικρᾶς ἠλευθέρωσεν ἡμᾶς γεύσεως τῆς ἁμαρτίας· τὸν γλυκασμὸν τῆς ἀφάτου αὐτοῦ μεγάλης ἐξουσίας καὶ τὴν ἐν κρυφίῳ τρυφὴν ἐξ αὐτῆς Σωτῆρα ἡμῶν εὑρηκότες, σύμφοιτοι γεγόναμεν τῆς θείας αὐτοῦ κληρονομίας.»

Καὶ δὴ τῶν δεσποτῶν ἐρχομένων καὶ ἱσταμένων εἰς τὸν εἰωθότα τόπον τῆς αὐτῶν στάσεως, ἤγουν εἰς τὸ ὡρολόγιον, λέγουσιν

οἱ κράκται· «Πολλά, πολλά, πολλά.»
Ὁ λαός· «Πολλὰ ἔτη, εἰς πολλά.»
Οἱ κράκται· «Ὁ τῶν πάντων Ποιητὴς καὶ Δεσπότης.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ τρίτου· «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι».
«Οἱ κράκται»· «Ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου ἁγίας.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ γ′. «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι.»
Οἱ κράκται· «Τοὺς χρόνους ὑμῶν πληθύνῃ σὺν ταῖς αὐγούσταις καὶ τοῖς πορφυρογεννήτοις.»
Ὁ λαός· «Πολυχρόνιον ποιήσῃ ὁ Θεὸς τὴν ἁγίαν βασιλείαν σας εἰς πολλὰ ἔτη.»

[Το «Ωρολόγιον» της Αγίας Σοφίας ήταν ένα κτήριο που λειτουργούσε ως παρατηρητήριο και ως αίθουσα υπολογισμού του χρόνου. Λειτουργούσε επίσης και ως είσοδος στον ναό, την οποία χρησιμοποιούσε μόνο ο αυτοκράτορας. Σύμφωνα με μια περιγραφή του κτηρίου, ήταν «ένα κτήριο στο οποίο υπήρχαν 24 μικρές πόρτες, για κάθε μία από τις 24 ώρες της ημέρας και της νύχτας. Όταν περνούσε μία ώρα, άνοιγε μια πόρτα από μόνη της».]

῾Υποστροφὴ τῶν δεσποτῶν ἀπὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας πρὸς τὸ παλάτιον. Τῶν δεσποτῶν στεφομένων ὑπὸ τοῦ πατριάρχου ἐν τῷ εἰωθότι τόπῳ τοῦ Ἁγίου Φρέατος ἔνδον τοῦ βήλου, λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γ′·

«Ἀστὴρ τὸν ἥλιον προμηνύει» καὶ τὰ ἑξῆς.

Καὶ δὴ τῶν δεσποτῶν ἐξιόντων καὶ ἱσταμένων, λέγουσιν
οἱ κράκται· «Καλῶς ἤλθετε, τὸ πρόβλημα τῆς Τριάδος.»
Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ γ′. «Καλῶς ἤλθετε».

Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς δοχαῖς προείρηται· τὸ δὲ τελευταῖον ἄκτον λέγουσιν
οἱ κράκται· «Προσκυνήσαντες τοῦ τεχθέντος Χριστοῦ τὴν δόξαν».
Καὶ ὁ λαός· «Πολυχρόνιον ποιήσῃ ὁ Θεὸς τὴν ἁγίαν βασιλείαν σας εἰς πολλὰ ἔτη»

[Επιστροφή της πομπής προς το Παλάτι μετά την τιμητική στέψη τους από τον πατριάρχη στον χώρο του Αγίου Φρέατος, δηλαδή στην ιερή κρήνη έξω από την Αγία Σοφία, η οποία, όπως βλέπουμε, ήταν καλυμμένη με κουρτίνες («βήλα»).]

Δοχὴ δευτέρα, ἔξω τοῦ θόλου τῆς σιδηρᾶς πύλης· δέχεται ὁ τοῦ μέρους τῶν Πρασίνων δήμαρχος μετὰ τοῦ δήμου τοῦ Λευκοῦ, καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γ′·

«Ὁ οὐρανὸς τὸν ἀστέρα πέμπει καθοδηγῶν τοὺς μάγους ἐν τῇ γεννήσει, ἡ γῆ τὸ σπήλαιον εὐτρεπίζει ὑποδέξασθαι τὸν τῶν ὅλων ποιητήν· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ τὴν ἡμετέραν προσλαβόμενος σάρκα ἐκ τῆς Παρθένου, τὴν ὑμῶν θεόστεπτον βασιλείαν φυλάξῃ ἐν τῇ πορφύρᾳ.» 

Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρὰ τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν τῇ πρώτῃ δοχῇ τῆς ὑποστροφῆς εἴρηται.

[Δεύτερη στάση κατά την επιστροφή, και οι ευχές τώρα δίνονται από τον δήμο των Λευκών, μαζί με τον οποίο βρίσκεται και ο δήμαρχος των Πράσινων].

Δοχὴ τρίτη, ἔνδοθεν τῆς Χαλκῆς· δέχεται κἀκεῖσε ὁ δημοκράτης τῶν Βενέτων, ἤγουν ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν, μετὰ καὶ τοῦ περατικοῦ δήμου τῶν Βενέτων, καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τὸν ἀπελατικόν, ἦχ. γ′·

«Τὸν ἐν Ἐδὲμ παράδεισον ἠνέῳξεν ἐν Βηθλεὲμ ἡ Παρθένος», καὶ τὰ ἑξῆς. 

Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν τῇ πρώτῃ δοχῇ τῆς ὑποστροφῆς εἴρηται.

[Είσοδος και πάλι στο Μέγα Παλάτιον μέσω της Χαλκής πύλης όπου βρίσκονται τα στρατιωτικά σώματα των Γαλάζιων που υποδέχονται και πάλι την αυτοκρατορική πομπή. Αυτοί έχουν παραμείνει στην πύλη, όπου βρίσκονταν και πριν, όταν η πομπή αρχικά βγήκε από το Παλάτι για να κατευθυνθεί προς την Αγία Σοφία.]

Δοχὴ τετάρτη, εἰς τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ἤγουν εἰς τὰς Σχολάς· δέχεται κἀκεῖσε ὁ δημοκράτης τῶν Πρασίνων, ἤγουν ὁ ἐκσκουβίτος μετὰ καὶ τοῦ περατικοῦ δήμου τῶν Πρασίνων. Καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τοῦ περατικοῦ τὴν φωνήν, ἦχ. γ′·

«Ὁ πάσης κτίσεως πληρωτὴς καὶ δεσπότης ἀκενώτῳ κενώσει τῇ πρὸς ἡμᾶς ἐκκενοῦται, ἵνα τὸν ἄνω πληρώσῃ κόσμον ἐκ τοῦ ἡμῶν κατωτάτου γένους ὁ ζωοδότης αὐτὸς τὸ κέρας ὑμῶν, δεσπόται, ἀνυψώσῃ ἐν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ, τὰ ἔθνη πάντα δουλώσῃ τοῦ προσφέρειν, ὡς οἱ μάγοι, τὰ δῶρα τῇ ὑμῶν βασιλείᾳ». 

Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ δοχῇ εἴρηται.

[Στον ναό των Αγίων Αποστόλων του Παλατιού το στρατιωτικό τμήμα των Πράσινων υποδέχεται και πάλι την αυτοκρατορική πομπή που επιστρέφει.]

Δοχὴ πέμπτη, εἰς τὸ Τριβουνάλιον, ἤγουν εἰς τοὺς Λύχνους· δέχεται ἐκεῖσε ὁ δημοκράτης τῶν Βενέτων, ἤγουν ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν, μετὰ καὶ τοῦ περατικοῦ δήμου τῶν Βενέτων, καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τὸ ἀπελατικόν, ἦχ. γ′·

«Ἀστὴρ προτρέχει καὶ λάμπει ἐν σπηλαίῳ» καὶ τὰ ἑξῆς. 

Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν τῇ πρώτῃ δοχῇ εἴρηται.

[Η πομπή φτάνει στο τέλος της, στην πλατεία του Τριβουναλίου, έξω από το κτήριο του ανακτόρου της Δάφνης.]

Η ευρύτερη περιοχή που περιγράφεται στην τελετή σε κίτρινο πλαίσιο και η υπόλοιπη έκταση του Μεγάλου Παλατιού, στο νοτιοανατολικό τμήμα της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης:

Εἰδέναι δὲ δεῖ ὅτι, κατὰ τὸν τύπον καὶ τὴν τάξιν ταύτης τῆς ἑορτῆς, γίνονται αἱ δοχαὶ καὶ εὐφημίαι τῆς τε ἑορτῆς τῶν Φώτων καὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Πάσχα καὶ τῆς ἑορτῆς τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς καὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως, καὶ ἀπιόντων ἐν τῇ Ἁγίᾳ Σοφίᾳ τῶν δεσποτῶν καὶ πάλιν ἀπ’ αὐτῆς ὑποστρεφόντων ἐν τῷ παλατίῳ.

[Εκτός από τα Χριστούγεννα το ίδιο τελετουργικό και η περιγραφείσα πομπή ακολουθείται και στις άλλες αναφερόμενες εδώ θρησκευτικές εορτές.]

᾿Ιστέον ὅτι τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων, ἐν τῷ κοιτῶνι τῆς Δάφνης ἀλλάσσουσιν οἱ δεσπόται τὰ πορφυρᾶ διβητήσια καὶ τὰς τούτων χλαμύδας καὶ στέμματα πράσινα, ἐν δὲ τῇ ὑποστροφῇ στέμματα λευκά.

[Τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας κατά την εορτή των Χριστουγέννων δεν φορούν πορφυρά ενδύματα και στέμματα, αλλά πράσινα, κατά τη διάρκεια της πομπής, και λευκά όταν γυρίσουν από αυτήν.]

Τὰ ὑπὸ τῶν καγκελλαρίων τοῦ κοιαίστωρος ἐν ταῖς προελεύσεσι τῶν δεσποτῶν ἐν τῇ Μεγάλῃ ᾿Εκκλησίᾳ ῥωμαϊστὶ ᾀδόμενα. Τὰ Χριστούγεννα. «Δὲ Μαρίε Βέργηνε νάτους ἐτ Μάγια δ’ ωριεντε κοὺμ μούνερα ἀδοράντες.» ῾Ερμηνεύεται· «᾿Εκ Μαρίας τῆς παρθένου ἐγεννήθη, καὶ Μάγοι ἐξ ἀνατολῶν μετὰ δώρων προσκυνοῦσιν.»

[Στη θεία λειτουργία της εορτής των Χριστουγέννων ψάλλεται και ένα λατινικό τροπάριο. Η αυτοκρατορία δεν έπαψε ποτέ ιδεολογικά να αποτελεί οικουμενική «βασιλεία των Ρωμαίων».]

πηγή

Φώτης Κόντογλου – Καπετάνιος Αγιογράφος


Ἀπὸ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ» ἔτος β´ τόμος τέταρτος τεῦχος 45, Χριστούγεννα 1949

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ Χριστούγεννα, στὰ 1864, ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιά. Στ᾿ ἀγριεμένο πέλαγο δὲν φαινότανε πουθενὰ πανί. Μοναχὰ ἕνα μικρὸ καΐκι πάλευε μὲ τὸ χάρο ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ἤτανε ἑνὸς καπετὰν Γιώργη ἀπὸ τὴ Νάξο, φορτωμένο κρασιὰ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη. Ὅλη τὴ μέρα ἀγαντάριζε στὸν ἀγέρα, μὰ σὰν σκοτείνιασε, ὁ βοριὰς σκύλιαξε κ᾿ ἔσπασε τ᾿ ἄρμπουρο, ἔβγαλε καὶ τὸ τιμόνι ἀπὸ τὰ βελόνια. Οἱ ἄνθρωποι προφτάξανε καὶ ρίξανε τὴ βάρκα στὴ θάλασσα καὶ μπήκανε μέσα. Δὲν εἴχανε ἀλαργάρει ὥς μιὰ τουφεκιὰ τόπο, καὶ βούλιαξε τὸ καΐκι. Τὴ βάρκα τὴν ἅρπαξε τὸ μπουρίνι καὶ τὴν πήγαινε ὅπου ἤθελε μέσα στὴν πίσσα τῆς νύχτας. Οἱ τρεῖς νοματέοι ποὺ βρισκόντανε μέσα, ἤτανε ὁ καπετὰν Γιώργης κι᾿ ἄλλοι δυὸ γεμιτζῆδες, σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο μὲ κεῖνον τὸν χιονιά, πουντιασμένοι ἀπὸ τὸ τάντανο, δίχως καμμιὰν ἐλπίδα πὼς θὰ γλυτώνανε. Πιάσανε καὶ κλαίγανε σὰν τὰ μωρά, καὶ τάξανε κ᾿ οἱ τρεῖς νὰ πᾶνε νὰ καλογερέψουνε, ἂν λάχαινε νὰ γλυτώσουνε. Κι᾿ ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς φωνὲς ποὺ τὸν παρακαλούσανε γιατὶ βγαίνανε σὰν τοῦ Ἰωνᾶ μέσα ἀπὸ καρδιὲς ἀπελπισμένες, καὶ κεῖ ποὺ δὲν ξέρανε ποῦ βρισκόντανε, σὰν ξημέρωσε, εἴδανε πὼς ὁ καιρὸς καλωσύνεψε ἀνέλπιστα, καὶ πὼς βρισκόντανε κοντὰ στὴ Σύρα. Ἤβγανε γεροὶ ὄξω καὶ τοὺς μαζέψανε κάτι ψαράδες, δὲν ἀρρώστησε κανένας. Καθίσανὲ δυὸ τρεῖς μέρες στὴ Σῦρα, κ᾿ εἴπανε πὼς ἔχουνε χρέος νὰ κάνουνε τὸ τάξιμό τους. Πουλήσανε τὴ βάρκα, καὶ μὲ κεῖνα τὰ λεφτὰ μπαρκάρανε, καὶ πήγανε ἴσια στ᾿ Ἅγιον Ὄρος καὶ γινήκανε κ᾿ οἱ τρεῖς καλογέροι, δίχως νὰ εἰδοποιήσουνε τὰ σπίτια τους πὼς γλυτώσανε, ἀφοῦ εἴπανε πὼς εἶναι πιὰ πεθαμένοι γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ καπετὰν Γιώργης πῆγε κι᾿ ἀσκήτεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας, κ᾿ ἔφταξε σὲ μεγάλα μέτρα, μὲ προσευχή, μὲ νηστεία καὶ μὲ σκληρὴ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, τόσο, ποὺ ξακούστηκε ἡ ἁγιοσύνη του σ᾿ ὅλο τὸ Ὄρος.

Ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη κοντὰ σ᾿ ἕναν γέροντα μάστορα, κ᾿ ἔγινε σπουδαῖος ἁγιογράφος. Ἡ γυναῖκα του τὸν εἶχε γιὰ πνιγμένον κ᾿ ἔκανε κάθε χρόνο τὰ κόλυβά του. Δὲν ἔμαθὲ πὼς γλύτωσε καὶ πὼς καλογέρεψε ὁ ἄντρας της. Μαυροφόρεσε αὐτὴ καὶ τὰ δυὸ παιδιὰ της τὰ πιὸ μεγάλα, γιατὶ τὸ μικρὸ ἤτανε μωρὸ βυζανιάρικο. Κι᾿ ὁ καπετὰν Γιώργης, ποὺ γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δὲν θέλησε νὰ μάθει τίποτα γιὰ τὸ σπίτι του, μὴν τύχει καὶ τὸν νικήσει ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν του. Ἀλλὰ σὰν περάσανε δυὸ τρία χρόνια, δυνάμωσε ἡ ψυχή του μὲ τὴ θεία χάρη κ᾿ ἤθελε νὰ βγεῖ γιὰ λίγον καιρὸ ἀπὸ τὸ Ὄρος, ὅπως βγαίνανε κι᾿ ἄλλοι πατέρες γιὰ ἐλέη, καὶ νὰ πάγει στὴ Νάξο νὰ δεῖ τὰ παιδιὰ του καὶ τὴ γυναῖκα του, δίχως νὰ φανερωθεῖ. Μάλιστα, σὰν διάβασε τὸ συναξάρι τ᾿ ἅγιου Γιάννη τοῦ Καλυβίτη, ποὺ ἤτανε μοναχογυιὸς κι᾿ ἀρχοντόπουλο, καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ καλογέρεψε, καὶ γιὰ νὰ πονέσει ἀκόμα πιὸ πολὺ ἡ καρδιά του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πῆγε στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι του κ᾿ ἔκανε τὸν ὑπηρέτη δίχως νὰ τὸν ξέρουνε οἱ γονιοί του, κι᾿ ἔτσι παράδωσε τὸ πνεῦμα του στὸ Θεό, σὰν διάβασε λοιπὸν ὁ πάτερ Γεράσιμος τούτη τὴ συγκινητικὴ τὴν ἱστορία, ἀποφάσισε σίγουρα νὰ πάγει στὴ Νάξο. Πῆρε λοιπὸν τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν γέροντά του, καὶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καΐκι καὶ τὸν ἔβγαλε στὴν Πάρο. Ἐκεῖ κάθισε κανένα μῆνα, κ᾿ ἐπειδὴς εἶχε πάρει μαζί του καὶ τὰ σύνεργα τῆς ζωγραφικῆς, ζωγράφισε καὶ καμπόσα εἰκονίσματα ποὺ τοῦ παραγγείλανε. Καὶ τόση ἤτανε ἡ εὐλάβειά του κ᾿ ἡ σεβασμιότητα ποὺ εἶχε τὸ παρουσιαστικό του, ποὺ ξακούστηκε στὰ γύρωθε νησιὰ πὼς τὰ εἰκονίσματα ποὺ ζωγράφιζε ἤτανε «ἔθαρμα» (1), γιατὶ δὲν ἔτρωγε λάδι παρὰ ἔβαζε μονάχα λίγο, μὲ τοῦ φτεροῦ τὴν ἄκρη, στὸ φαγητό του τὴν Κυριακὴ ποὺ δὲν δούλευε, κ᾿ ἔτρωγε καὶ τὸ ψωμὶ μὲ μέτρο, καὶ τὸ νερὸ ἀκόμα ποὔπινε. Τὰ γόνατά του ἤτανε πληγωμένα ἀπὸ τὶς μετάνοιες ποὺ ἔκανε ὅλη τὴ νύχτα, κι᾿ ὁ ὕπνος του ἤτανε μοναχὰ μιὰ δυὸ ὧρες, καὶ τὸν ἔπαιρνε καθιστὸς ἀπάνω στὸ σεντοῦκι ποὖχε τὰ ἐργαλεῖα του, εἴτε πλαγιαστὸς ἀπάνω στὸ χῶμα. Κι᾿ ἀπὸ τὰ λιγοστὰ λεφτουδάκια ποὺ ἔπαιρνε γιὰ τὰ κονίσματα ποὺ ἔκανε, γιὰ τὴ συντήρησή του ξόδευε τὰ πιὸ λίγα, καὶ τ᾿ ἄλλα τἄδινε κρυφὰ στοὺς φτωχούς.

Πήγανε λοιπὸν ἀπὸ τὴ Νάξο δυὸ τρεῖς εὐλαβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει καὶ στὸ νησί τους. Καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, γιατὶ εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὰ γένεια κι᾿ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ κι᾿ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐγκράτεια, καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη. Καὶ κεῖνος χάρηκε πολύ, καὶ σὰν βρέθηκε μοναχός του ἔκλαψε καὶ φχαρίστησε τὸν Θεό, γιατὶ ἤτανε φανερὸ πὼς θέλημά του ἤτανε νὰ πάγει στὴν πατρίδα του νὰ δοκιμαστεῖ ἡ πίστη του «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ».

Βγῆκε λοιπὸν στὴ Νάξο, ἕξη χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ γίνηκε καλόγερας. Οἱ θεοφοβούμενοι χριστιανοὶ κατεβήκανε καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴ βάρκα, κι᾿ ὁ καθένας ἤθελε νὰ τὸν πάρει στὸ σπίτι του, γιὰ νἄχει τὴν εὐλογία του. Πλὴν ὁ Χριστὸς ἔδειξε πάλι πὼς τὸν θεωροῦσε στερεὸν στὴν πίστη του καὶ ἤρθανε τὰ πράγματα τέτοιας λογῆς, ὥστε νὰ τὸν βάλουνε οἱ πιτρόποι τῆς ἐκκλησίας σ᾿ ἕνα κελλὶ ποὺ ἤτανε ἀντίκρυ στὸ σπίτι του. Δὲν περάσανε δυὸ τρεῖς μέρες καὶ πῆρε παραγγελιὰ νὰ ζωγραφίσει κάμποσες εἰκόνες, κ᾿ ἔπιασε καὶ δούλευε. Τὴ μέρα ἤτανε κλεισμένος στὸ κελλί του καὶ δὲν κύταξε καθόλου ἀπὸ τὸ παράθυρο. Μοναχὰ τὴ νύχτα, σὰν ἀνάβανε τὴ λάμπα στὸ σπίτι του, καθότανε στὰ σκοτεινὰ δίχως νὰ τὸν βλέπουνε, καὶ κύτταζε μέσα τὴ χήρα τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του μαυροντυμένα, ποὺ καθόντανε στὸ τραπέζι γιὰ νὰ φᾶνε. Τότες τρέχανε σὰν βρύσες τὰ μάτια του, κ᾿ ἔπεφτε σὲ προσευχὴ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν βαστάξει μὲ τὸ δυνατὸ χέρι του γιὰ νὰ μὴν λυγίσει, ὥστε νὰ βγάλει πέρα τοῦτον τὸν μεγάλον ἀγῶνα ποὺ ἤτανε παραπάνω ἀπ᾿ ὅσο μπορεῖ νὰ ἀντέξει ἄνθρωπος. Γονάτιζε, κ᾿ ἔκλαιγε γονατιστός. Ἔλεγε τὸ ψαλτήρι κ᾿ ἡ καρδιά του σὰ νἄθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στῆθος του, σὰν περιστέρι νὰ πετάξει. Ποῦ νὰ πετάξει; στὸ σπίτι του ἢ στὸ Θεό, ποὺ εἶπε «ὅποιος ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιός μου; Κ᾿ ἔλεγε μὲ κλάψιμο: «Ἕως τίνος θήσομαι ὀδύνας ἐν τῇ καρδίᾳ μου, ἡμέρας καὶ νυκτός; Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριος ὁ Θεός μου. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου: Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν. Κύριε, ἐν σοὶ ρυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου, καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. Σύ μου εἴ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπό σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. Πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον. Τὶς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς, καὶ πετασθήσομαι, καὶ καταπαύσω; Ὁ Θεός, τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου. Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι. «Ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐκ τοῦ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων, τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν Θεόν μου». Κι᾿ ἀπὸ τὸν πολὺν ἀγῶνα τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος κατὰ τὰ ξημερώματα. Κι᾿ ἄνοιγε τὰ μάτια του κ᾿ ἔβλεπε τὴ μέρα ποὺ γλυκοχάραζε καὶ στάλαζε εἰρήνη στὴν καρδιά του, σὰν νἄτανε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἔβαζε μὲ τὸν νοῦ του τὸ θρῆνο ποὺ ἔκανε τὴ νύχτα, κ᾿ ἔλεγε μὲ σιγανὴ φωνή: «Τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός, καὶ εἰς τὸ πρωὶ ἀγαλλίασις. Κύριος ἐγεννήθη βοηθός μου. Ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί· διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην». Ἔτσι περνούσανε οἱ μέρες. Καὶ δυνάμωνε ἡ ψυχή του, τόσο, ποὺ ἀποροῦσε καὶ δόξαζε τὸν Θεό. Γιατὶ ἔφταξε νὰ καλημερίζει τ᾿ ἀγοράκι του ποὺ ἔβγαινε τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του νὰ πάγει νὰ δουλέψει σ᾿ ἕνα τσαγκαράδικο, καὶ τὸ μικρὸ τὸ κοριτσάκι του ποὺ ἤτανε βυζανιάρικο τὸν καιρὸ ποὺ θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στὸ κελλί του καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ κουβεντιάζανε μαζί. Ἤτανε τότε ὡς ἕξη χρονῶν καὶ τὸ λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπὸν ἡ Καλλιοπίτσα, στὸν παποῦ, καὶ τοὔδινε κρύο νερὸ ἀπὸ τὴ στέρνα, καὶ σαπούνιζε καὶ τὶς βροῦτσες ποὺ ζωγράφιζε, καὶ δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπὸ κοντά, σὰ νἄνοιωθε πὼς τὴν τραβοῦσε τὸ αἷμα. Καὶ κεῖ ποὺ μιλούσανε, ὧρες ὧρες γύριζε ὁ Πάτερ Γεράσιμος τὸ πρόσωπό του καὶ σφούγγιζε τὰ μάτια του, κ᾿ ἔλεγε πάλι: «Κτηνώδης ἐγενήθην παρὰ σοί· κἀγὼ διαπαντὸς μετὰ σοῦ, ἤγουν: «Σὰν τ᾿ ἀναίσθητο τὸ ζῶο γίνηκα γιὰ σένα, Θεέ μου, μὰ ἐγὼ παντοτινὰ εἶμαι μαζί σου».

Μιὰ μέρα χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, καὶ σὰν ἄνοιξε, βλέπει μπροστά του τὴ γυναῖκα του. Καὶ σὰν νἄτανε ἀπὸ πέτρα κι᾿ ὄχι ἄνθρωπος μὲ κορμί, δὲν ἀπόδειξε τίποτα, κι᾿ οὔτε ταράχτηκε στὸ παραμικρό. Καὶ κείνη δὲν τὸν γνώρισε ὁλότελα, καὶ τοῦ λέγει: «Καλὴ μέρα, γέροντα», καὶ φίλησε τὸ χέρι του. Καὶ κεῖνος τῆς λέγει: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογεῖ, τέκνο μου». Καὶ σὰν μπήκανε μέσα, κάθισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος στὸ σκαμνί του, καὶ κείνη κάθισε ντροπαλὴ καὶ πικραμένη στὸ σεντοῦκι. Καὶ θέλοντας νὰ μιλήσει ἡ κακομοίρα δάκρυσε. Ἡ γυναῖκα ποὺ δὲν τὸν γνώρισε τὸν ἄντρα της, δάκρυσε, καὶ κεῖνος ποὺ τὴ γνώρισε, δὲν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα ἀπόδειξε, παρὰ καθότανε μὲ χαροποιὸ πρόσωπο, σὰν τοὺς μάρτυρες τὴν ὥρα ποὺ τοὺς καίγανε καὶ ποὺ ξεσκίζανε τὰ κορμιά τους. Λέγει του ἡ γυναίκα δακρυσμένη: «Ἦρθα, γέροντα νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μοῦ φτιάξεις μιὰν εἰκόνα τ᾿ ἅγιου Γιώργη, σὲ μνημόσυνο τοῦ μακαρίτη τ᾿ ἀντρός μου, ποὺ πνίγηκε ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα πρὶν ἀπὸ ἕξη χρόνια». «Μετὰ χαρᾶς», λέγει ὁ καλόγερας. «Βοήθειά σου. Μὰ δὲν εἶναι καλὸ νὰ κλαῖς, γιατὶ βαραίνεις τὴν ψυχή του. Εἶσαι χήρα γυναῖκα, δὲν θέλω τίποτα γιὰ τὸν κόπο μου». Ἡ γυναίκα τοὔκανε μετάνοια κ᾿ ἔφυγε. Τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ πρωὶ ὁ Πάτερ Γεράσιμος ἔβαλε μπροστὰ τὴν εἰκόνα. Ὅσον καιρὸ τὴ δούλευε, τὰ μάτια του τρέχανε σὰν βρύσες, οἱ μπογιὲς μὲ τὰ δάκρυα ἤτανε ζυμωμένες. Στὸ ἀπάνω μέρος ζωγράφισε τὸν ἅγιο Γιώργη ἀρματωμένον καὶ θλιμμένον καβάλλα στ᾿ ἄλογο, κι᾿ ἀπὸ κάτω τὸ θεριὸ λαβωμένο ἀπὸ τὸ κοντάρι του, κ᾿ ἡ βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ᾿ ἔμοιαζε τὴν Καλλιοπίτσα. Καὶ στὸ κάτω μέρος χώρισε ἕνα μέρος, καὶ ζωγράφισε ἕνα καράβι ποὺ βούλιαζε, καὶ τρεῖς ναῦτες ποὺ θαλασσοπαλεύανε μέσα στ᾿ ἄγρια τὰ κύματα, κ᾿ ἔγραψε: «Τὸ ναυάγιον». Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ ἔγραψε πάλι τοῦτα τὰ λόγια: «Ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Ἀντρῆ ὅν περ κατέπιε ὑδατόστρωτος τάφος, ἐν ἔτει 1864, μηνὶ Δεκεμβρίῳ 25». Κι᾿ ἀπὸ κάτω ἔγραψε «Διὰ χειρὸς Γερασίμου μοναχοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἔτους 1870».

Ὕστερα ἀπὸ κανέναν μῆνα, ὁ Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε ἀπὸ τὴ Νάξο γιὰ νὰ γυρίσει στὸ Ὄρος. Περνῶντας ἀπὸ τὴ Σύρα ἔγραψε στὴ γυναῖκα του πὼς ἔμαθε ἀπὸ ἕναν ἄλλον καλόγερα πὼς ὁ Καπετὰν Γιώργης ζεῖ καὶ πὼς εἶναι στὸ Ὄρος, καὶ πὼς νὰ στείλει ἐκειπέρα τὸ γυιό της τὸν μεγάλο γιὰ νὰ τοῦ δώσει τὶς παραγγελιές του. Σὰν γύρισε πίσω στὴ σκήτη τῆς μετανοίας του, πῆρε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸ γυιό του πὼς σὲ λίγες μέρες θὰ πήγαινε νὰ τὸν ἀνταμώσει. Κατέβηκε στὴ Δάφνη καὶ τὸν περίμενε. Σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴ βάρκα, τὸν καλωσόρισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε καὶ κουβεντιάζανε γιὰ τὴ Νάξο, γιὰ τὸ σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτοῦσε τὸ παιδί: «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Καὶ κεῖνος τοὔλεγε: «Πῆγε ὡς τοῦ Ξηροποτάμου, κι᾿ ὅπου νἆνε θἄρθει». Πάλι σὲ λίγο ξαναρωτοῦσε: «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Ὅπου σὲ μιὰ στιγμή, τὸν πήρανε τὰ δάκρυα τὸν γέροντα, καὶ λέγει τοῦ παιδιοῦ του: «Ἐγὼ εἶμαι, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, ἐγὼ ἤμουνα μιὰ φορὰ ὁ καπετὰν Γιώργης. Μὰ θἄμουνα πνιγμένος ἂν δὲ μὲ γλύτωνε ὁ Θεός, κ᾿ ἔταξα νὰ γίνω καλόγερας. Τώρα ἐσὺ δὲν εἶσαι ὀρφανό, μὰ ἐγὼ εἶμαι πιὰ πεθαμένος γιὰ τὸν κόσμο. Ἔτσι θέλησε ὁ Παντοδύναμος ποὺ εἶπε πὼς θὰν ἀφήσει γονιοὺς καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκα ὅποιος τὸν ἀγαπᾶ. Γεννηθήτω τὸ θέλημά του».

Σημειώσεις
1. Δηλ. ἔνθερμα, θαυματουργά.