Ερμηνεία αποσπάσματος του Συνοδικού

Ερμηνεία αποσπάσματος του Συνοδικού

Επτά αναθέματα κατά των ΕΛΛΗΝΩΝ από το Τριώδιον τα οποία περιέχονται στο «Συνοδικό της Αγίας Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου υπέρ της Ορθοδοξίας» και τα οποία αναγιγνώσκονται και σήμερα την Κυριακή της Ορθοδοξίας, παρατίθενται και εξηγούνται στη συνέχεια:

Κείμενο Εξήγηση
Επί τοίς φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενάργειαν της τρισυποστάτου θεότητος, ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ουσίαν αναγκαζομένοις δοξάζειν. Κτιστή γάρ κατά τους Αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν άκτιστον δε, άκτιστον χαρακτηρίζει ουσίαν. Καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσι εις θείαν παντελή περιπίπτειν, και την ελληνικήν μυθολογίαν και την των κτισμάτων λατρείαν, τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις. Μή ομολογούσι δε κατά τας αγίας θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυποστάτου θεότητος ανάθεμα τρίς. Το κείμενο αυτό ξεκάθαρα αναφέρεται σε όσους πιστεύουν πώς οι ενέργειες και η δύναμη του Θεού καθώς και η ουσία του είναι κτιστά και ουσιαστικά μέρος του κόσμου και όχι η δημιουργική και τελική αιτία του η οποία βρίσκεται έξω απ’ τον κόσμο. Εναντίον αυτών καταφέρεται το παραπάνω απόσπασμα. Και αντιπαραβάλλει την ειδωλολατρική και γενικά τη μη Χριστιανική μυθολογία και θεολογία για να καταστήσει την διαφορά ακόμη ευκρινέστερη.
Τοίς τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα, και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταίς δόξαις αυτών ταίς ματαίαις επομένοις, και, και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε ετέρους ποτέ μεν λάθρα, ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως ανάθεμα τρίς. Αυτό πάλι είναι υπέρ των Χριστιανών. Γιατί φανερώνει ότι η Εκκλησία δεν αντιτίθεται στην μελέτη των αρχαίων σοφών αλλά στο να πιστεύουμε ότι όλα όσα είπαν είναι αληθή και αλάνθαστα. Και καλώς κάνει την διευκρίνιση αυτή και το ίδιο πίστευαν και οι αρχαίοι.
Τοίς μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, εφ’ εαυτών και την καθ’ ημάς κλίσιν μεταπλάττουσι, και τας πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις και ως αυθυπόστατον την ύλην παρά των ιδίων μορφούσθαι λέγουσι, και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον του Δημιουργού, του από του μη όντος εις το είναι παραγαγόντος τα πάντα, και ως ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξουσιαστικώς και δεσποτικώς ανάθεμα τρίς. Μερικές παθολογικές Πλατωνικές ιδέες αναφέραμε ήδη. Εδώ παρουσιάζονται μερικές ακόμη. Όπως βλέπεις το κείμενο κάνει σαφή διάκριση και δεν κατηγορεί τον Πλάτωνα ούτε το σύνολο του έργου του αλλά διευκρινίζει ότι διαφωνεί με κάποιες από τις ιδέες του που είναι εσφαλμένες, όπως π.χ. «το αυθυπόστατό της ύλης».
Τοίς δεχομένοις και παραδίδουσι τα μάταια και ελληνικά ρήματα, ότι τε προΰπαρξίς εστι των ψυχών, και ουκ εκ του μη όντος τα πάντα εγένετο, και παρήχθησαν, ότι τέλος εστί της κολάσεως η αποκατάστασις αύθις της κτίσεως, και των ανθρωπίνων πραγμάτων, και δια των τοιούτων λόγων την βασιλείαν των ουρανών λυομένην πάντως, και παράγουσαν εισάγουσιν, ήν αιωνίαν και ακατάλυτον αυτός τε ο Χριστός και Θεός ημών εδίδαξε, και παρέδοτο και δια πάσης της Παλαιάς και Νέας Γραφής ημείς παρελάβομεν ότι και η κόλασις ατελεύτητος και η βασιλεία αΐδιος, δια δε των τοιούτων λόγων εαυτούς τε απολλύουσι, και ετέροις αιωνίας καταδίκης προξένους γενομένοις ανάθεμα τρίς. Εδώ πάλι φαίνεται για άλλη μία φορά ότι η Εκκλησία με τα κείμενα αυτά δεν επιτίθεται εναντίων κανενός αλλά απλά οριοθετεί την πίστη της. Λέει λοιπόν ότι η Ελληνική διδασκαλία περί προΰπαρξης των ψυχών είναι εσφαλμένη, συνεχίζει όμως λέγοντας εξ ίσου εσφαλμένη είναι και η διδασκαλία περί καταργήσεως της κόλασης.

Ας προσέξουμε ότι η τελευταία αυτή διδασκαλία δεν είναι Αρχαιοελληνική, αφού οι Έλληνες δεν πίστευαν σε κόλαση. Άρα Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΕΔΩ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΛΛΑ ΕΝΑΝΤΙΩΝ ΜΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ τα οποία έχουν παρεξηγήσει και παραποιήσει την διδασκαλία της.

Επομένως καταλαβαίνουμε ότι δεν μεροληπτεί έναντι καμίας φυλής και παραδόσεως. Μένει όμως άγρυπνη και οποιαδήποτε πλαστογράφηση και διαστροφή του πιστεύω της την καταγγέλλει χωρίς να έχει πρόβλημα, από ποιόν χώρο προέρχεται η πλαστογράφηση αυτή.

Τοίς ευσεβείν μεν επαγγελλομένοις τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη ορθοδόξω και καθολική εκκλησία περί τε ψυχών ανθρωπίνων, και ουρανού και γης, και των άλλων κτισμάτων αναιδώς ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν ανάθεμα τρίς. Τά των Ελλήνων δυσσεβή δόγματα.. Νομίζω ότι καταλαβαίνουμε όλοι το νόημα της φράσεως αυτής. Δηλώνει ότι η Εκκλησία με την Άγια αντίληψη που έχει για τον Θεό δεν μπορεί να συμβιβαστεί με χαμηλές περί θείου δοξασίες με τις οποίες είναι γεμάτες οι πολυθεϊστικές μυθολογίες μεταξύ των οποίων και η Ελληνική. Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν είναι η Εκκλησία η πρώτη οπού εκφράζει τέτοιες θέσεις. Πολύ πριν απ’ την ίδρυσή της ο ΠΛΑΤΩΝ έλεγξε κάθε πάτρια ιδέα περί θεού και έδειξε το άτοπο αυτής. Μάλιστα φυγάδευσε κυριολεκτικά τον Όμηρο από την «Πολιτεία» του, διότι θεώρησε ότι οι ανήθικοι μύθοι για τους θεούς αποτελούν επιζήμια πρότυπα για τους νέους. Τόνισε εμφατικά ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος έπλασαν ψευδείς και ανάξιους μύθους για τους θεούς (Πολιτ. 368Α-383C). Αρνήθηκε ουσιαστικά την πατρώα ειδωλολατρική θρησκεία και προσηλώθηκε στην δική του ιδεατή θεότητα, το «Όντως Όν».

Ο Πλάτωνας όμως δεν ήταν ο μόνος. Ο ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ Ο ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ τόλμησε να αρνηθεί την κρατούσα ειδωλολατρική θρησκεία της εποχής του και να διακηρύξει επίσημα: «Είς Θεός, εν τέ θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος ούτε δέμας θνητοίσι όμοιος ουδέ νόημα». Όμως «πάντα θεοίσ’ ανέθηκαν Όμηρος θ’ Ησίοδος τε… όσσα παρ’ ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν, μοιχεύειν τέ και αλλήλους απατεύειν» (Ξενοφ. Άπ.,11)! Τούς θεούς θεωρούσε εξ ολοκλήρου ΑΠΟΚΥΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ, ΑΝΑΡΜΟΣΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΦΥΣΗ. Υποστήριζε μάλιστα πώς όσοι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν, ασεβούν το ίδιοι με όσους λένε πώς οι θεοί πεθαίνουν!

Τέλος ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ Υποστήριζε πώς ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αποδίδοντας στους θεούς κακίες και ανηθικότητες είχαν ολέθρια επίδραση στα ήθη των ανθρώπων. Ακόμη στηλίτευσε τον ανόητο ανθρωπομορφισμό, τόνισε την απόλυτη διαφορά ανθρώπου και Θεού (Αποσπ. 88) και απειλούσε όσους έκαναν ανίερες τελετές (Βακχισμός, ιερά όργια, ιερή πορνεία κ.λπ.).

Δεν συνεχίζω. Τα παραπάνω δείχνουν την ορθότητα της Εκκλησίας όταν μιλά για δυσσεβή δόγματα.

Τοίς την μωράν των έξωθεν (στο σημείο αύτό οι Νεοειδωλολάτρες προσθέτουν: «= Ελλήνων») φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμούσι, και τοίς καθηγηταίς αυτών επομένοις, και τας τε μετεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών, ή και ομοίως τοίς αλόγοις ζώοις ταύτας απόλλυσθαι, και εις το μηδέν χωρείν δεχομένοις και δια τούτο ανάστασιν, και κρίσιν, και την τελευταίαν των βεβιωμένων ανταπόδοσιν αθετούσιν ανάθεμα τρίς. Εδώ πάλι δεν αναφέρεται πουθενά ο όρος Έλληνας αλλά προστίθεται εκ των υστέρων! Ας είμαστε σοβαροί. Στο κάτω κάτω το κείμενο αναφέρεται στην μετεμψύχωση και σε όσους αρνούνται την ανάσταση. Αν τώρα αυτοί είναι Έλληνες, Ινδοί, Χριστιανοί, Πολυθεϊστές και δεν ξέρω ‘γώ τι άλλο, δεν έχει σημασία.
Τοίς λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί και πρώτοι των αιρεσιαρχών, οι παρά των επτά αγίων και καθολικών συνόδων, και παρά πάντων των εν Ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβληθέντας, ως αλλότριοι της καθολικής εκκλησίας δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν κρείττονες εισι κατά πολύ, και ενταύθα και εν τη μελλούση κρίσει, και των ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πάθος ανθρώπινον ή αγνόημα πλημμελησάντων ανάθεμα τρίς. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ. Εφόσον το ανάθεμα σημαίνει αποκοπή και αποβολή από το σώμα της Εκκλησίας, η επιβολή του σαν ποινή έχει νόημα μόνο εφ’ όσον εφαρμόζεται σε μέλη της Εκκλησίας. Δεν έχει νόημα να αναθεματιστεί κάποιος Μουσουλμάνος, Εβραίος ή Δωδεκαθεϊστής αφού δεν είναι μέλη της Εκκλησίας, από τι θα αποκοπούνε από κάτι από το οποίο δεν ήταν ποτέ συνδεδεμένοι; Όχι φυσικά.

Επομένως με τα παραπάνω δείξαμε ότι το ανάθεμα αναφέρεται σε όσους είναι ήδη Χριστιανοί και νοθεύουν την πίστη τους με δοξασίες ξένες προς την πίστη τους όπως ειδωλολατρικές ή οι αιρετικές. ΤΑ ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ ΑΠΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟ.

Ένα τροπάριο
Ναούς ειδώλων (στο σημείο αυτό οι Νεοειδωλολάτρες προσθέτουν: «= ελληνικούς») καθείλετε αθλούντες, και εαυτούς της Τριάδος θείους ναούς εδομήσασθε, αθλοφόροι κυρίου αγγέλων συνόμιλοι.
Για άλλη μία φορά ο όρος «Ελληνικός» προστίθεται από έξω. Όπως είναι εμφανές όμως, στόχος του υμνογράφου δεν είναι να δείξει την αντίθεση με τον Ελληνισμό (αν υπήρχε αυτή) αλλά με τα είδωλα. Μπορούσε κάλλιστα να πει «Ναούς Ελλήνων..» Και οι δυό λέξεις έχουν ίδιο αριθμό συλλαβών και τονίζονται στην παραλήγουσα. Έτσι δεν θα χαλούσε το μέτρο ούτε το μουσικό μέλος. Γιατί λοιπόν λέει ειδώλων και όχι Ελλήνων, αν αυτό υπονοούσε;
Ένας μακαρισμός
Οι καλάμω του Σταυρού, εκ του βυθού της αγνωσίας τους λαούς αναγαγόντες Απόστολοι, την των Ελλήνων πλάνην απεμειώσατε από της γης, απλανείς σωτήρες γενόμενοι των πιστών, αληθώς όθεν μακαρίζεσθε.
Ποιά είναι αυτή η πλάνη των Ελλήνων; Μπορεί να είναι η διάθεσή τους και η δίψα τους για την αλήθεια; Όχι, γιατί και οι Πατέρες μελέτησαν και έγιναν κοινωνοί αυτής της αναζήτησης. Μήπως είναι οι επιστήμες τους; Μάλλον όχι γιατί όπως είπα και πριν οι Βυζαντινοί, θεματοφύλακες της επιστήμης αυτής ήταν. Άλλωστε σε αυτούς χρωστάμε την διάσωση των αρχαίων χειρογράφων και με τον τρόπο αυτό την ιστορική μας συνείδηση. Αν δεν υπήρχαν οι Βυζαντινοί αντιγραφείς, σήμερα το όνομα του Πλάτωνα και του Σωκράτη, του Περικλή και του Θουκυδίδη αν δεν είχε εξαφανιστεί θα σωζόταν μέσα σε μυθολογική ομίχλη. Επομένως το απόσπασμα αναφέρεται στην περί θεού αντίληψη των αρχαίων η οποία ήταν όντως πλανεμένη.




Αναθέματα

(όπως παρατίθενται σε άρθρο εθνικών [δωδεκαθεϊστών])

  1. Επί τοίς φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενάργειαν της τρισυποστάτου θεότητος, ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ουσίαν αναγκαζομένοις δοξάζειν. Κτιστή γάρ κατά τους Αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν άκτιστον δε, άκτιστον χαρακτηρίζει ουσίαν. Καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσι εις θείαν παντελή περιπίπτειν, και την ελληνικήν μυθολογίαν και την των κτισμάτων λατρείαν, τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις. Μή ομολογούσι δε κατά τας αγίας θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυποστάτου θεότητος ανάθεμα τρίς.
  2. Τοίς τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα, και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταίς δόξαις αυτών ταίς ματαίαις επομένοις, και, και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε ετέρους ποτέ μεν λάθρα, ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως ανάθεμα τρίς.
  3. Τοίς μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, εφ’ εαυτών και την καθ’ ημάς κλίσιν μεταπλάττουσι, και τας πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις και ως αυθυπόστατον την ύλην παρά των ιδίων μορφούσθαι λέγουσι, και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον του Δημιουργού, του από του μη όντος εις το είναι παραγαγόντος τα πάντα, και ως ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξουσιαστικώς και δεσποτικώς ανάθεμα τρίς.
  4. Τοίς δεχομένοις και παραδίδουσι τα μάταια και ελληνικά ρήματα, ότι τε προΰπαρξίς εστι των ψυχών, και ουκ εκ του μη όντος τα πάντα εγένετο, και παρήχθησαν, ότι τέλος εστί της κολάσεως η αποκατάστασις αύθις της κτίσεως, και των ανθρωπίνων πραγμάτων, και δια των τοιούτων λόγων την βασιλείαν των ουρανών λυομένην πάντως, και παράγουσαν εισάγουσιν, ήν αιωνίαν και ακατάλυτον αυτός τε ο Χριστός και Θεός ημών εδίδαξε, και παρέδοτο και δια πάσης της Παλαιάς και Νέας Γραφής ημείς παρελάβομεν ότι και η κόλασις ατελεύτητος και η βασιλεία αΐδιος, δια δε των τοιούτων λόγων εαυτούς τε απολλύουσι, και ετέροις αιωνίας καταδίκης προξένους γενομένοις ανάθεμα τρίς.
  5. Τοίς ευσεβείν μεν επαγγελλομένοις τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη ορθοδόξω και καθολική εκκλησία περί τε ψυχών ανθρωπίνων, και ουρανού και γης, και των άλλων κτισμάτων αναιδώς ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν ανάθεμα τρίς.
  6. Τοίς την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμούσι, και τοίς καθηγηταίς αυτών επομένοις, και τας τε μετεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών, ή και ομοίως τοίς αλόγοις ζώοις ταύτας απόλλυσθαι, και εις το μηδέν χωρείν δεχομένοις και δια τούτο ανάστασιν, και κρίσιν, και την τελευταίαν των βεβιωμένων ανταπόδοσιν αθετούσιν ανάθεμα τρίς.
  7. Τοίς λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί και πρώτοι των αιρεσιαρχών, οι παρά των επτά αγίων και καθολικών συνόδων, και παρά πάντων των εν Ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβληθέντας, ως αλλότριοι της καθολικής εκκλησίας δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν κρείττονες εισι κατά πολύ, και ενταύθα και εν τη μελλούση κρίσει, και των ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πάθος ανθρώπινον ή αγνόημα πλημμελησάντων ανάθεμα τρίς.

Τα ως άνω αναθέματα καταγράφονται στο «Τριώδιον», προέρχονται ωστόσον από το «Συνοδικόν της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου υπέρ της Ορθοδοξίας». Δηλαδή, ανάθεμα τρεις φορές εις τους Ορφέα, Θαλή, Αναξίμανδρο, Αναξιμένη, Πυθαγόρα, Ξενοφάνη, Παρμενίδη, Ζήνωνα, Εμπεδοκλή, Ηράκλειτο, Αναξαγόρα, Δημόκριτο, Σωκράτη, Πλάτωνα κ.ά.

Από την «Παρακλητικήν» λαμβάνονται επίσης: α) ένα τροπάριο και β) ένας μακαρισμός.

α) Ναούς ειδώλων (= ελληνικούς) καθείλετε αθλούντες, και εαυτούς της Τριάδος θείους ναούς εδομήσασθε, αθλοφόροι κυρίου αγγέλων συνόμιλοι.

β) Οι καλάμω του Σταυρού, εκ του βυθού της αγνωσίας τους λαούς αναγαγόντες Απόστολοι, την των Ελλήνων πλάνην απεμειώσατε από της γης, απλανείς σωτήρες γενόμενοι των πιστών, αληθώς όθεν μακαρίζεσθε.

http://www.forums.gr/archive/index.php/t-4802.html-http://www.egolpion.com

Advertisements

Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη για την Πρωτοχρονιά

Βαρθολομαίος:
«Παραλλήλως προς τας εκπληκτικάς προόδους,
ζώμεν σήμερον την αδυσώπητον κοινωνικήν αδικίαν»
Η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη για την Πρωτοχρονιά
εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Ιερώτατοι αδελφοί Αρχιερείς,
Εντιμότατε κ. Πρόξενε της Ελλάδος,
Εντιμολογιώτατοι Άρχοντες,
Ελλογιμώτατοι, Εντιμότατοι,
Προσφιλέστατα τέκνα εν Κυρίω,
Εορτάζει σήμερον η Εκκλησία του Χριστού, ως «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφεσ. 1, 23), την κατά σάρκα Περιτομήν του «πάντα δρακί περιέχοντος και εν σπαργάνοις ειληθέντος» Σωτήρος ημών και την ιεράν μνήμην του «ιεραρχίας στολαίς ηγλαϊσμένου» ουρανοφάντορος Βασιλείου του Μεγάλου, όστις «τη Εκκλησία δέδοται παρά Θεού, χαράκωμα και τείχος οχυρόν».
Εορτάζομεν ημείς, τα πιστά τέκνα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας εις την ευλογημένην γην των Πατέρων ημών, εν Φαναρίω, εις το Σεπτόν Κέντρον της Ορθοδοξίας, την ευχαριστίαν της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, αισθανόμενοι ομοθυμαδόν, όπως γράφει επιφανής σύγχρονος θεολόγος, «σαν στο σπίτι μας», «παιδιά στο σπίτι του Πατέρα μας». Όντως, όπως προσθέτει άλλος σπουδαίος μύστης της ιεράς επιστήμης, «η βαθύτερη εμπειρία που έχουμε για την Εκκλησία είναι αυτή του ‘οίκου’». Είμεθα δεμένοι με την Εκκλησίαν «άμεσα, σωματικά, όπως δένεται το παιδί με τη μάνα του». Είναι «η ζωή» αυτό που συνδέει ημάς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς με την Εκκλησίαν και «όχι οι ιδέες».
«Γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται» (Εκκλ. 1, 4) και όλοι ημείς, τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, φυλάσσομεν τον τόπον, ον ελάβομεν εις κληρονομίαν, τα όσια και τα ιερά του Γένους, επί των οποίων ο πανδαμάτωρ χρόνος δεν φαίνεται να έχη πραγματικήν εξουσίαν. Η αιωνιότης ευρίσκεται εκεί, όπου ο χρόνος δεν έχει και δεν ημπορεί να έχη δύναμιν. Δια τούτο δεν ισχύει δι’ ημάς το «χρόνου φείδου», αναφορικώς προς την διακονίαν και την προθυμίαν να φυλάσσωμεν τούτον τον τόπον. Βιούμεν την ζωήν ημών ως «πλήρωμα χρόνου, φυλακής και μαρτυρίας», ενδυναμούμενοι από την επαγγελίαν του Χριστού: «Και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20).
Το «φυλάσσειν τον ιερόν τόπον», τον οποίον γνωρίζομεν, επειδή ακριβώς τον αγαπώμεν, και αγαπώμεν επειδή τον γνωρίζομεν, είναι συνυφασμένον αρρήκτως με το «φυλάσσειν τον τρόπον του βίου», την Ορθοδοξίαν, την ορθήν λατρείαν και δοξολογίαν και την ορθοπραξίαν. Αυτός ο εκκλησιαστικός τρόπος ζωής εβιώθη και υμνήθη από ενθέους αγίους, από μάρτυρας και ασκητάς, κήρυκας του Ευαγγελίου του Χριστού, ποιητάς και μελωδούς, από αγιογράφους και χαρισματικούς τεχνίτας, από ευλογημένους χριστιανούς, διακόνους της φιλανθρωπίας. Είναι πίστις και δόγμα, αγάπη και ήθος, ελπίς εις Χριστόν και άσβεστος πόθος της αιωνιότητος, βιωμένη ελευθερία, δέσιμο με τον τόπον και εμπειρία οικειότητος, αλληλεγγύη και κοινωνία, αυθυπέρβασις και μαρτυρία ζωής εν Χριστώ.
Όλα αυτά συμπυκνώνονται και αποκαλύπτονται εις τας εορτάς, αι οποίαι δι’ ημάς αποτελούν τον άξονα της εκκλησιαστικής ζωής. «Ο πιστός ζει από γιορτή σε γιορτή», σημειώνει ο μακαριστός πατήρ Αλέξανδρος Σμέμαν. Πράγματι, η εορτή, η οποία είναι πάντοτε κάτι περισσότερον και πολυτιμότερον από τον «ελεύθερον χρόνον» και συνδέεται ουσιαστικώς και αναποσπάστως με την θείαν λατρείαν, είναι καιρός αποκαλύψεων. Η εορτή φωτίζει την πορείαν μας, απελευθερώνει την ζωήν από τας αντιφάσεις της, διαλύει την αχλύν των βιωτικών μεριμνών, πλαταίνει τον κόσμον, ανοίγει την διάστασιν του βάθους των πραγμάτων. Εορτή είναι η βίωσις της ζωής ως κοινωνίας και ευχαριστίας. Ο κλειστός άνθρωπος, ο άνθρωπος που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτόν του, δεν ημπορεί να εορτάση πραγματικά η εορτάζει μόνον τον εαυτόν του. Ο homo clausus δεν είναι δυνατόν να ζη ως homo festivus. Ο χρόνος της ζωής του δαπανάται δια την ατομικήν του ευδαιμονίαν, δια το έχειν του εαυτού του και όχι δια την κοινωνίαν, την κοινωνίαν μετά του Θεού και μετά των ανθρώπων.
Δεν είναι διόλου τυχαίον ότι κατά τας λεγομένας «αργίας» η κατά τον «ελεύθερον χρόνον», επιτείνεται η αίσθησις της ματαιότητος και η αγωνία ότι η ζωή περνά χωρίς να την ζήσουν οι άνθρωποι εις βάθος. Είμεθα προφανώς εποχή της ψυχαγωγίας και των διασκεδάσεων, αλλά όχι εποχή της εορτής. Αι σύγχρονοι «εορταί» είναι καιρός του έχειν, παγίδες αυτοπραγματώσεως, εκδιονυσιασμού της ζωής και επιδεικτικού καταναλωτισμού. Είναι χαρακτηριστικόν ότι τας εορτάς, το περιεχόμενον και την μορφήν των διαχειρίζονται σήμερον οι διαφημισταί, η τηλεόρασις, οι ταξιδιωτικοί πράκτορες και οι πωλούντες και αγοράζοντες.
Και το αρχαίον «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος», τονίζει μεν την ανάγκην και το νόημα της εορτής δια τον οδοιπόρον άνθρωπον, ημπορεί όμως να κατανοηθή με την έννοιαν ότι το πανδοχείον είναι «ο οίκος» του ανθρώπου. Όταν οι Πατέρες της Εκκλησίας υπογραμμίζουν ότι «Τα παρόντα οδός εστιν» και ότι «Πανδοχείόν εστιν ο παρών βίος», τότε τοποθετούν την πατρίδα ημών εις την βασιλείαν του Θεού και θεωρούν τον παρόντα βίον πορείαν προς την αληθινήν ζωήν. Αυτήν την ζωήν υπενθυμίζουν αι εορταί, καθώς και την προσωρινότητα των παρόντων. Η εορτή έχει ουσιαστικήν εσχατολογικήν αναφοράν. Όχι μόνον δεν μας επιτρέπει να βλέπωμεν το «πανδοχείον» ως «οίκον», αλλά τρέφει την νοσταλγίαν της «πατρίδος». «Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14). Αυτήν την ζωήν των εσχάτων υμνεί υπερεχόντως ο εορταζόμενος σήμερον Μέγας Βασίλειος, όστις «απέρριψεν των ουκ όντων τον πόθον» και «χαίρων ανεκήρυξεν το ευαγγέλιον της βασιλείας».
Ιερώτατοι, τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,
Η κακή αλλοίωσις των εορτών η ακόμη η λήθη του νοήματος του εορτάζειν δεν είναι κάτι νέον. Το παρελθόν δεν είναι «ο χαμένος παράδεισος». Όσον άτοπον είναι όμως να πιστεύωμεν ότι παλαιότερα ήσαν όλα καλύτερα, τόσον λανθασμένον είναι να κλείνωμεν τους οφθαλμούς έναντι όσων αρνητικών συμβαίνουν σήμερον.
Εμφανέστατα η εποχή μας απολυτοποιεί πλείστα όσα ασήμαντα και απαξιώνει πολλά σημαντικά. Παραλλήλως προς τας εκπληκτικάς προόδους, ζώμεν σήμερον την αδυσώπητον κοινωνικήν αδικίαν, την αλαζονίαν των ισχυρών, την καταστροφήν της φύσεως, την σχάσιν των σχέσεων και τόσα άλλα δεινά. Ζωτικαί αλήθειαι, αι οποίαι έδιναν νόημα εις την ζωήν των ανθρώπων, πολύτιμοι παραδόσεις αιώνων, περιφρονούνται και χλευάζονται. Απεδείχθη περιτράνως ότι κάθε βήμα προς τα εμπρός δεν αποτελεί πρόοδον.
Ισχύει, αντιστοίχως, ότι κάθε στροφή εις την παράδοσιν δεν αποτελεί οπισθοδρόμησιν. Έχομεν ημείς οι ορθόδοξοι μίαν παράδοσιν αληθείας, ελευθερίας και φιλανθρωπίας, η οποία τροφοδοτεί το παρόν και το μέλλον μας, μίαν παρακαταθήκην πίστεως, η οποία απελευθερώνει μέσα μας ανεξαντλήτους δυνάμεις κατ’ αλήθειαν ζωής και διακονίας. Δεν ανήκει το μέλλον εις τον αυτάρεσκον ατομιστήν, εις τον άνθρωπον «αυτοείδωλον», ο οποίος ζη αποκλειστικώς δια τον εαυτόν του και αρνείται να αναγνωρίση εις τον πλησίον τον «αδελφόν» του Χριστού, Εκείνου όστις απεκαλύφθη ως «Θεός μεθ’ ημών» και Θεός «υπέρ ημών».
Ο συγκαταβάς των γένει των ανθρώπων Σωτήρ ημών, ας χαρίζη εις όλους ημάς, πρεσβείαις του «εκ Καισαρείας και Καππαδόκων χώρας» ιεροφάντορος Μεγάλου Βασιλείου, ένα ευλογημένον και αγλαόκαρπον ενιαυτόν με υγείαν κατ’ άμφω και ας κατευθύνη τα διαβήματα ημών εις την οδόν της ειρήνης, της «πάντα νουν υπερεχούσης» (Φιλιππ. 4, 7).

 

Ὁμιλία τῆς Α.Θ.Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου εἰς τόν ἑσπερινόν τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς (29.11.2010).

Ἱερώτατοι ἀδελφοί,
Εὐλογημένα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας!

Ἡ ἀέναος ροὴ τοῦ χρόνου μᾶς ἔφερε διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν εἰς τὴν ἐτήσιον μνήμην τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, οὐρανίου προστάτου τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Ἀνδρέας ὁ ἐπώνυμος τῆς ἀνδρείας, ὁ τὴν περιβόητον φωνὴν «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» ἐκφωνήσας μόλις συνήντησε τὸν Ἰησοῦν, ὁ εὐαγγελιστὴς τῶν Ἀποστόλων καὶ Πρωτόκλητος, ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον καὶ εἰς τὴν εὔανδρον Θρᾴκην καὶ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Βυζαντίου. Αὐτὸς εἶναι ἀπόψε καὶ αὔριον τὸ τιμώμενον πρόσωπον. Αὐτὸς προεξάρχει τῆς σεμνῆς ἡμῶν πανηγύρεως. Αὐτὸς δέχεται τὸν ἄξιον ὕμνον τῶν τέκνων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἑστιάτωρ τῆς ἡμέρας καὶ μᾶς προσφέρει τὴν πνευματικὴν τράπεζαν τῆς λογικῆς ὀρθοδόξου λατρείας. Αὐτὸς εἶναι ὁ θερμὸς προστάτης μας, ὁ σταθερὸς ὑποστηρικτής μας, ὁ ἰσχυρὸς πρέσβυς μας πρὸς τὸν Θεόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ γλυκὺς πατέρας ὅλων μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ αἰώνιος ἄγγελος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Νέας Ρώμης!

Αὐτὸν τὸν ἑλληνώνυμον Ἀπόστολον, τὸν ἁγιάσαντα τὴν ἀχαϊκὴν γῆν μὲ τὸν σταυρόν του καὶ τὸ αἷμα του, τὸν λίαν ἀγαπητὸν καὶ ἐνταῦθα, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἰς τὴν Σκωτίαν, καὶ εἰς τὴν Κύπρον, καὶ εἰς τὴν Οὐκρανίαν, καὶ εἰς τὴν Ρουμανίαν, καὶ εἰς πλείστας ἄλλας χώρας, συνήλθομεν διὰ νὰ τιμήσωμεν καὶ διὰ νὰ λάβωμεν τὴν εὐχήν του. Καὶ εἶναι μεγάλη χαρὰ ὅτι μαζί μας εἶναι, πλὴν τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν ποὺ συνέτρεξαν ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς καὶ τῶν Καθηγουμένων ἐξ Ἁγίου Ὄρους, Κρήτης, Ἔσσεξ ταῆς Ἀγγλίας καὶ ἀλλαχόθεν, καὶ φερέλπιδες φοιτηταὶ τῆς περισέμνου Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἐκκολαπτόμενοι ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τῶν Καθηγητῶν των Ἱερωτάτου Μητροπολίτου Ἀρκαλοχωρίου κ. Ἀνδρέου καὶ Ἐντιμολ. κ. Μιλτιάδου Κωνσταντίνου. Ὁμοίως παρίστανται καὶ φοιτηταὶ τῆς Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας τῆς ἰδίας εὐκλεοῦς μεγαλουπόλεως τῆς Μακεδονίας, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἐλλογ. κ. Χριστοφόρου Κοντάκη, Προέδρου αὐτῆς, καὶ ἄλλων Καθηγητῶν, ἐλθόντες καὶ αὐτοὶ «πρὸς ἀνακαμίνωσιν πίστεως καὶ λῆψιν εὐλογίας». Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἐδῶ νὰ τοὺς ὑποδεχθοῦν φιλαδέλφως οἱ φοιτηταὶ τῆς περιπύστου Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης. Τὸ διατί, ὅλοι τὸ γνωρίζετε. Ἄς κάμωμεν προσευχὴν αὐτὸ νὰ συμβῇ τοῦ χρόνου, «ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη»!.. Τοὺς καλωσορίζομεν, λοιπόν, ἡμεῖς ὅλους καὶ εὐχόμεθα ὁ μέγας Ἀπόστολος νὰ ἀνάψῃ εἰς τὴν καρδίαν των ἔνθεον ἀποστολικὸν ζῆλον κατ’ ἐπίγνωσιν, διὰ νὰ ἀναλάβουν τὴν ἱερὰν σκυτάλην καὶ νὰ συνεχίσουν τὸ ἅγιον ἐκκλησιαστικὸν ἔργον ὅπου ἕκαστος ταχθῇ.

Παρίστανται ἐπίσης Κρῆτες πιστοὶ ἐκ τῶν ἐνοριῶν Πλατανιᾶ καὶ Μασταμπᾶ Ρεθύμνου, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ποιμενάρχου των Ἱερωτάτου Μητροπολίτου Ρεθύμνης καὶ Αὐλοποτάμου κ. Εὐγενίου, ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάζει ἀξιεπαίνως τὴν ποιμαντορίαν του εἰς τὴν Μητρόπολιν, τὰ ἡνία τῆς ὁποίας μόλις πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων ἀνέλαβε, μὲ εὐλαβῆ προσκύνησιν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας. Καλῶς ἤλθατε, εὐσεβῆ τέκνα τῆς εὐάνδρου Μεγαλονήσου. Παρίσταται, ἀκόμη, ἀντιπροσωπεία τῆς Διακοινοβουλευτικῆς Συνελεύσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, κομίζουσα τὸν σεβασμὸν πάντων τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει μετεχόντων Κοινοβουλίων εἰς τὴν ἑορτάζουσαν πρωτεύθυνον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, τὸ περικλεὲς καὶ μαρτυρικὸν Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Τοὺς καλωσορίζομεν μετὰ τιμῆς καὶ ἀγάπης καὶ παρακαλοῦμεν νὰ διαβιβάσουν εἰς τὸ σύνολον τῶν συναδέλφων των τὴν στοργὴν τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ τὰς πατρικὰς εὐχὰς καὶ τὴν Πατριαρχικὴν εὐλογίαν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος. Παρίσταται μικτὸς ὅμιλος προσκυνητῶν, Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν, ἐξ Ἁγίου Φραγκίσκου Ἀμερικῆς, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἱερωτάτου Μητροπολίτου Ἁγίου Φραγκίσκου κ. Γερασίμου καὶ τοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ ὁμολόγου του Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου κ. George Niederauer. Ὁμοίως τοὺς ὑποδεχόμεθα μετὰ τιμῆς καὶ ἀγάπης πολλῆς. Μετὰ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων ὑποδεχόμεθα τόσον τὴν ὁμάδα προσκυνητῶν ἐκ τοῦ ΚΑΠΗ Θέρμης Θεσσαλονίκης, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἑορτάζοντος τὰ ὀνομαστήριά του κ. Ἀνδρέου Βιολιτζῆ, εἰς ὅν καὶ εὐχόμεθα ἔτη πολλά, ὅσον καὶ τὰ μέλη τοῦ Σωματείου Παναγίας Γάλαξας Θαλασσοκρατούσας ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ Γαλαξειδίου, καὶ πάντας τοὺς ἐκ διαφόρων μερῶν καὶ χωρῶν καταφθάσαντας εἰς Κωνσταντινούπολιν διὰ τὴν χαρὰν τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες ὅλων τῶν μακρὰν ὁδὸν πορευθέντων προκειμένου νὰ μᾶς δείξουν τὴν ἀγάπην των, τὴν ἀφοσίωσίν των, τὴν εὐλαβῆ προσήλωσιν εἰς ὅσα ὁ θεότευκτος θεσμὸς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐκφράζει καὶ ἐκπροσωπεῖ. Ἡ παρουσία σας μᾶς ἐνισχύει τὰ μάλα καὶ μᾶς δίδει δυνάμεις διὰ τὴν συνέχισιν τῆς ἄρσεως τοῦ καθ’ ἡμέραν σταυροῦ. Εἴθε ὅλοι νὰ ἔχετε ἀκέραιον τὸν μισθόν σας παρὰ Κυρίου καὶ εἴθε ὁ Πρωτόκλητος τῶν Ἀποστόλων νὰ εἶναι διὰ βίου βοηθὸς καὶ ἀντιλήπτωρ σας. Νὰ ἔλθετε, ἀγαπητοί, καὶ πάλιν. Ὅσας φορὰς καὶ ἄν ἔλθετε, ἡ Κωνσταντινούπολις δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπογοητεύσῃ.

Ὅσας φορὰς καὶ ἄν μᾶς ἐπισκεφθῆτε δὲν θὰ λάβωμεν κορεσμὸν ἐκ τῆς παρουσίας σας. Νὰ ἔχετε ὅλοι τὴν Πατριαρχικὴν ἡμῶν εὐλογίαν καὶ ὁλοκάρδιον εὐχὴν καὶ νὰ εἶναι τὰ ἔτη σας πολλά, ὑγιεινὰ καὶ κατὰ πάντα εὐλογημένα καὶ σωτήρια! Ἰδιαιτέρας εὐχὰς ἀπευθύνομεν εἰς ὅσους καὶ ὅσας ἑορτάζουν τὰ ὀνομαστήριά των!
Καλὰ Χριστούγεννα!