ΛΟΓΟΣ ΣΕ ΜΗ ΠΙΣΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ(Ιω.Καρδάση)

 

αρχείο λήψης

Σε διάφορα άρθρα, που βλέπουν, κατά καιρούς, το φως της δημοσιότητας και επιτίθενται στην Εκκλησία, φαίνεται σαφώς, ότι οι συντάκτες τους δεν είναι μέλη της Εκκλησίας και βλέπουν και αναλύουν κάποια εκκλησιολογικά θέματα, όντες εκτός της Εκκλησίας και εξηγούμεθα:

 

Για να μπορέσει ένας άνθρωπος να σχολιάσει κάποια θέματα, που άπτονται της Ορθόδοξης Πίστης και Παράδοσης θα πρέπει να γνωρίζει αυτή την Πίστη και την Παράδοση. Aυτή η γνώση δεν λαμβάνεται δι’ επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος, ούτε κοινωνείται με το Βάπτισμα. Δηλ. το Βάπτισμα στον Ορθόδοξο ναό σημαίνει, ότι ο βαπτιζόμενος γίνεται εν δυνάμει μέλος της Εκκλησίας. Αλλά δεν μπορεί να ονομαστεί πιστός, αν δεν γίνει και εν ενεργεία μέλος της Εκκλησίας και αυτό γίνεται με το βάπτισμά του στο άγιο Πνεύμα, που δεν επιτελείται με τυμπανοκρουσίες, όπως με το βάπτισμα στο νερό, αλλά «εν τω κρυπτώ» και τότε μόνο θεωρείται εν ενεργεία μέλος της Εκκλησίας και τότε μόνον μπορεί να του αποκαλυφθεί ο ίδιος ο Θεός!

 

Όλα τα ανωτέρω ασφαλώς θα φαντάζουν «κινέζικα», για τα μη μέλη ή τα εν δυνάμει μέλη, αλλά είναι κοινός τόπος για τα εν ενεργεία μέλη. Έτσι, όπως δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε στα άδυτα του Βουδδισμού, αν δεν ήμαστε πιστά μέλη του ή δεν μπορούμε να ελέγξουμε τον κανονισμό μιας λέσχης κυνηγών, αν δεν ήμαστε μέλη της λέσχης αυτής ή δεν θα μπορέσουμε να ελέγξουμε αν καλώς ή κακώς έδωσε penalty ή off site ο διαιτητής, αν δεν γνωρίζουμε πολύ καλά τους κανονισμούς του ποδοσφαίρου.

 

Για τα εν δυνάμει μέλη της Εκκλησίας λοιπόν, θα πρέπει να οριοθετήσουμε κάποιες βασικές αρχές, για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε και να μην σχολιάζουμε πράγματα που αγνοούμε, Έτσι:

 

Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, το Σώμα των αγίων, των πραγματικών μελών της (των εν ενεργεία μελών της). Κεφαλή του Σώματος είναι ο Χριστός και τα μέλη της (οι άγιοι) είτε ζώντες, είτε τεθνεώτες είναι άνθρωποι, οι οποίοι είτε αμαρτάνουν και κάνουν λάθη (οι ζώντες), είτε αμάρτησαν και έκαναν λάθη (οι τεθνεώτες), με την διαφορά ότι και οι μεν και οι δε έχουν μετανοήσει για τα ατοπήματά τους (αμαρτήματά τους). Έτσι, τα μέλη της Εκκλησίας δεν είναι αναμάρτητα, όπως ο ίδιος ο Χριστός, αλλά προσπαθούν να τον φθάσουν και αυτή η προσπάθεια ξεκινάει από αυτή τη ζωή και συνεχίζεται και στην άλλη! Το νομιζόμενο, ότι Εκκλησία είναι κάποια Σύνοδος Ιεραρχών είναι παντελώς ξένο προς την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση.

 

Όπως είπαμε, τα μέλη της Εκκλησίας είναι τα βαπτισμένα στο νερό και στο άγιο Πνεύμα και μέλημά τους είναι να εκτελούν τις εντολές της κεφαλής, δηλ. του Χριστού. Αυτοί είναι και οι μόνοι, που πιστεύουν στο Χριστό και λέμε, ότι πιστεύουν στο Χριστό και όχι απλά στο Θεό, γιατί στο Θεό λένε ότι πιστεύουν πάρα πολλοί (αόριστα Θεό, Αλλάχ, ανώτερη δύναμη κ.λπ.), ενώ στο Χριστό ελάχιστοι θα πουν ότι πιστεύουν, γιατί πίστη στο Χριστό σημαίνει τήρηση κάποιων κανόνων, που είτε ο ίδιος έχει θέσει, είτε έχει αποκαλύψει στους εκλεκτούς του (δηλ. στους αγίους). Επομένως ά-Θεοι είναι λίγοι, ά-θρησκοι πάρα πολλοί και ά-Χριστοι σχεδόν οι πλείστοι.

 

Αλλά γιατί να υπάρχουν τόσοι πολλοί ά-Χριστοι; Αυτό συμβαίνει, είτε γιατί υπάρχει άγνοια ή αδιαφορία ή καπηλεία του Χριστού (το χριστεμπόριο) ή εχθρότητα. Για την καπηλεία βέβαια δεν φταίει ο ίδιος ο Χριστός (του οποίου το όνομα δύσκολα προφέρεται και από τους Χριστιανούς), αλλά ούτε και οι Γραφές και οι νόμοι του Θεού. Η καπηλεία αυτή οφείλεται σε εκείνους τους κληρικούς και μοναχούς, οι οποίοι το λειτούργημά τους το έχουν μετατρέψει σε επάγγελμα και το χειρότερο σε καριέρα.

Η Ορθόδοξη Πίστη εκφέρεται από τον ίδιο το Χριστό και τους Αποστόλους και τους διαδόχους αυτών, η δε Παράδοση της Εκκλησίας εμπεριέχει εκτός από τη διατυπωθείσα Πίστη και την ανάλυσή της, όπως καταγράφεται στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας ή σε γραπτά μεμονωμένων μελών της (αγίων). Κάθε καταγραφή, που δεν στηρίζεται στις ανωτέρω προϋποθέσεις είναι παρέκκλιση από τις αρχές της Εκκλησίας και κάθε τέτοια παρέκκλιση αποκαλείται αίρεση.

 

Όσον αφορά το πολλάκις αναφερόμενο θέμα της θεοπνευστίας των κειμένων των Γραφών και το αλάθητο της Εκκλησίας έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

 

Είναι λάθος να συγχέεται η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής με το αλάθητο. Η Αγία Γραφή είναι αλάθητη μόνο σε θέματα σωτηρίας και μόνο ερμηνευόμενη από την Εκκλησία, η οποία είναι και αυτή που έγραψε την Αγία Γραφή.

 

Τόσο στην Παλαιά, όσο και στην Καινή Διαθήκη, έχουν γίνει προσθήκες και αφαιρέσεις ή μετατροπές σε διάφορα σημεία τους. Βεβαίως οι μετατροπές είναι μικρής δογματικής σημασίας, εφόσον ξεκαθαρίζονται από άλλα σημεία, όμως δεν παύουν να είναι διαφορές.

 

Ο συγγραφέας ενός κειμένου της Αγίας Γραφής, συχνά μας γράφει αυτό που θυμόταν ή αυτό που κατάλαβε από μια ομιλία ή μια ιστορία. Μερικοί ακόμα, όπως ο ευαγγελιστής Λουκάς, δεν ήταν καν αυτόπτες μάρτυρες των όσων έγραψαν, αλλά μας μεταφέρουν όσα «διερεύνησαν» από τους αυτόπτες, όπως ο ίδιος ο Λουκάς παραδέχεται στην αρχή του βιβλίου του (1. 2): «καθώς παρέδοσαν ημίν οι απ’ αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του λόγου». Έτσι έχουμε το Χριστό που μίλησε, αυτόν που τον άκουσε και κατάλαβε όσα κατάλαβε, τον Λουκά, στον οποίο μεταφέρθηκαν αυτά τα λόγια και τον τρόπο που τα κατάλαβε ο Λουκάς. Στη συνέχεια, έχουμε τον Λουκά να τα καταγράφει και εμάς με τη σειρά μας, να τα διαβάζουμε και να τα κατανοούμε με τους δικούς μας περιορισμούς και τις δικές μας προκαταλήψεις και αντιλήψεις.

 

Επομένως «θεοπνευστία» δεν σημαίνει «αλάθητο». Ο Θεός εκπληρώνει το σκοπό του, μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία και τα λάθη. Και τότε είναι φανερό, ότι δεν είναι κανένας άνθρωπος ο αλάθητος οδηγός και φωστήρας, αλλά μόνον ο Θεός είναι Αυτός που μπορεί να οδηγήσει ασφαλώς την Εκκλησία Του.

 

Η Αγία Γραφή δεν είναι «υπαγορευμένο κείμενο». Οι συγγραφείς της, δεν είχαν τη συναίσθηση, ότι αυτό που έγραφαν θα ενσωματωθεί στην Αγία Γραφή. Έγραφαν περί της Αποκάλυψης του Θεού σ’ αυτούς. Δεν τους υπαγόρευσε ο Θεός την Αγία Γραφή, υπό τύπον προϊσταμένου και γραμματέως. Κατέγραψαν κάποια πράγματα ωφέλιμα (είτε κατ’ εντολή του Θεού, είτε από μόνοι τους), στα οποία υπήρχε και θεία Αποκάλυψη. Και αυτή η θεία Αποκάλυψη που περιείχαν, τα έκανε να συγκαταριθμηθούν από την Εκκλησία ως Θεόπνευστα. Δεν ήταν ολόκληρα Θεία Αποκάλυψη. Αλλά περιείχαν Θεία Αποκάλυψη. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είναι σωστό να θεωρούμε κάθε τους λέξη ως αλάθητη. Αλλά μόνον εντός της παράδοσης της Εκκλησίας είναι δυνατό να γίνει η ορθή κατανόηση του κειμένου.

 

Αν ο σκοπός του Θεού ήταν να είναι η Αγία Γραφή αλάθητη, θα είχε αποτύχει! Γιατί έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω προβλήματα που αναφέραμε, κανείς δεν είναι δυνατόν να τη διαβάσει και να ισχυρισθεί, ότι διαβάζει και αντιλαμβάνεται το ακριβές νόημα, που είχε υπόψη του ο συγγραφέας του κάθε βιβλίου. Το ακριβές νόημα της Θείας Αποκάλυψης δεν είναι δουλειά της Αγίας Γραφής, αλλά της Εκκλησίας συνολικά και διαχρονικά.

 

Αλλά η Αγία Γραφή, ως θεόπνευστο σύγγραμμα, είναι γραμμένο με τη Θεία Πρόνοια. Και τίποτα εκεί μέσα δεν είναι τυχαίο. Ο Θεός δια της Εκκλησίας Του, φρόντισε να γραφεί και να μαζευτεί, οτιδήποτε χρειαζόταν για το σκοπό της Αγίας Γραφής. Αυτό σημαίνει, ότι έχουν το σκοπό τους εκεί, ακόμα και τα λάθη! Έτσι ο πιστός πρέπει να ζητάει βοήθεια κατανόησης από «τον στύλο και εδραίωμα της αληθείας» (Τιμόθ. Α΄ 3. 15), δηλ. την Εκκλησία.

 

Υπάρχει επίσης η εντύπωση στα εν δυνάμει μέλη της Εκκλησίας, ότι κάποιες εντολές που υπάρχουν στην Π. Διαθήκη αναιρούνται με την ανοχή ή την προτροπή της Εκκλησίας. Αυτό δεν ισχύει, γιατί η κεφαλή της Εκκλησίας, ο ίδιος ο Χριστός, είπε ότι ήρθε για να εκπληρώσει το νόμο του Θεού (την Π. Διαθήκη) στις σύγχρονές του πνευματικές συνθήκες. Έτσι, ενώ ο νόμος του Μωυσή επέτρεπε το διαζύγιο για οποιοδήποτε λόγο, ο Χριστός το περιόρισε μόνο στην περίπτωση της πορνείας, αργότερα δε η Εκκλησία επέτρεψε τον 2ο και 3ο γάμο, γιατί στάθμισε τα πράγματα και είδε, ότι καλύτερα είναι ένας τέτοιος γάμος, παρά η ζωή στην αμαρτία της πορνείας. Ο νόμος του Θεού (της Π. Διαθήκης) γράφτηκε το 1200 π.Χ. για ανθρώπους, που ζούσαν στην ειδωλολατρία και σε αγρία κατάσταση. Έπρεπε λοιπόν αυτοί οι νόμοι να λάβουν υπ’ όψη τους τις τότε συνθήκες και το χαμηλό πνευματικό επίπεδο. Δεν μπορούσε κανείς να ειπεί σ’ αυτούς τους ανθρώπους, ότι πρέπει να αγαπάει τον εχθρό του, γιατί δεν θα το καταλάβαινε, όπως δεν καταλαβαίνει το παιδί του Δημοτικού τον ολοκληρωτικό λογισμό στα Μαθηματικά, μιας και είναι γνώση του Πανεπιστημίου. Έτσι, η Π. Διαθήκη είναι η γνώση στην υποχρεωτική εκπαίδευση, όπου υπάρχει και μια σχετική αταξία, λόγω του νεαρού της ηλικίας (και της πνευματικής) και όπου σε κάποιες περιπτώσεις πέφτει και λίγο ξύλο. Ο λαός της Π. Διαθήκης οδηγείτο κάποιες φορές και με το βούρδουλα, γιατί ήταν πνευματικά ανώριμος. Αντίθετα, η Κ. Διαθήκη απευθύνεται σε πνευματικά ώριμους ανθρώπους, ας τους παραλληλίσουμε με εκείνους του Πανεπιστημιακού επιπέδου, όπου πολλοί έχουν τον τίτλο του master (οι φωτισμένοι) και του doctor (οι άγιοι).

 

Στην Εκκλησία συμβαίνει κάτι ανάλογο που συμβαίνει και στην Πολιτεία. Στην Πολιτεία, η ανώτατη Παιδεία δίνει bachelor, η μεταπτυχιακή το master και η ανώτατη διάκριση το doctor. Στην Εκκλησία η αντίστοιχη κατάσταση αφορά τους καθαρμένους, δηλ. αυτούς που καθάρισαν την ψυχή τους από ό,τι βρωμερό την είχε κατακλύσει και έχουν διώξει από πάνω τους την ηδονή και την οδύνη. Στην επόμενη κατάσταση έχουμε τους φωτισμένους από το άγιο Πνεύμα, οι οποίοι έχουν συνεχή μνήμη Θεού και στην τελική κατηγορία υπάγονται οι δοξασμένοι (οι άγιοι), οι οποίοι ζουν σε απάθεια, δηλ. δεν τους προσβάλει κανένα πάθος.

 

Αν τα ανωτέρω, τα οποία δόθηκαν σε συντομία και σε γενικές γραμμές, έγιναν κατανοητά, τότε θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε, για να λύσουμε τις απορίες, που δικαιολογημένα λόγω άγνοιας των κανονισμών και κανόνων της Εκκλησίας, διατυπώνονται  σε διάφορα κυκλοφορούντα κείμενα:

 

1.- Ο τίτλος «Θεοτοκολατρεία και Ορθόδοξη ειδωλολατρία» είναι θεμιτός και όντως υπάρχει κάτι τέτοιο και μάλιστα είναι σε έξαρση. Πράγματι, η τιμή προς την Θεοτόκο και τους Αγίους έχει αναχθεί από ορισμένους (μεταξύ των οποίων και αγράμματοι ή χριστοκάπηλοι κληρικοί) σε Θεοτοκολατρεία, Αγιολατρεία και τελικά ειδωλολατρία. Κάτι τέτοιο όμως είναι διαστροφή της Πίστης της Εκκλησίας (των αγίων και όχι του ΝΠΔΔ που ονομάζεται Εκκλησία), η οποία καθορίζει (δογματίζει) λατρεία μόνο στο Θεό και μάλιστα στον Τριαδικό Θεό (στον Θεό που είναι ένας, αλλά όχι μόνος), δηλ. στην Τριαδολατρεία. Ακόμη και η μεμονωμένη Χριστολατρεία (των ΡΚαθολικών) είναι ξένη προς την Εκκλησία. Όντως δε, υπάρχει έξαρση της θρησκοληψίας (φερμένης από τη Δύση) και σ’ αυτό έχει δίκαιο ο K. Marx, όταν καταγράφει, ότι η θρησκεία είναι το όπιο των λαών. Πράγματι, ενώ η Εκκλησία είναι βίωμα, η θρησκεία, δηλ. η μετατροπή του εκκλησιαστικού γεγονότος σε ιδεολογία, είναι διαστροφή της έννοιας της Εκκλησίας και καταντάει ειδωλολατρία. Ο Marx δεν γνώριζε την Ορθοδοξία, όταν έγραφε τα ανωτέρω, αλλά μόνο τον ΡΚαθολικισμό, που πράγματι είναι θρησκεία και όχι Εκκλησία.

 

2.- Όλο αυτό το σκηνικό των λιτανειών, των αγημάτων, των μουσικών, ακόμη και του Επιταφίου είναι ένα σκηνικό που ευδοκιμεί κατά κόρον στη Δύση και έχει μεταφερθεί στην καθ’ ημάς Ανατολή και προσφέρεται σε έναν αποίμαντο λαό, που αρέσκεται σε «άρτον και θεάματα». Αυτά όμως είναι ξένα προς την Εκκλησία, η οποία δεν δέχεται τις φανφάρες, αλλά συμβουλεύει για προσευχή, νηστεία, νήψη και εγρήγορση και όχι θέατρα.

 

3.- Όταν μιλάμε για θρησκευτικές παραδόσεις και όχι για την Παράδοση της Εκκλησίας, τότε πάλι πέφτουμε στο ιδεολόγημα της θρησκείας, οπότε δικαιολογημένα η ψυχή βρίσκεται σε πνευματικό χειμώνα και τέτοιος χειμώνας της ψυχής δεν την προάγει, ούτε καν στο 1ο στάδιο της κάθαρσης, που είναι προϋπόθεση για την πνευματική ανέλιξη και την αγιότητα.

 

4.- Το μάντρωμα, το άρμεγμα και η παραπλάνηση των λογικών (ή μάλλον αλόγων) προβάτων από εγγράμματους κληρικούς και θεολόγους αποτελεί εγκληματική πράξη στρεφόμενη κατά της Εκκλησίας. Αυτοί είναι οι χριστοκάπηλοι, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τον Σταυρό, καθήμενοι πάνω του και καθοδηγούν το αμαθές ποίμνιο στον γκρεμό. Πράγματι, αυτοί θα ακούσουν εκείνο το φοβερό «ουδέποτε σας γνώρισα», «εν εκείνη τη ημέρα».

 

5.- Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί, ότι η πηγή της Πίστης είναι η αποκάλυψη – φανέρωση του θελήματος του Θεού στους αγίους, οι οποίοι έγραψαν την Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) και την ερμήνευσαν. Έτσι, η Π.Δ. δεν είναι ξεκομμένη από την Κ.Δ. Άλλωστε στην Κ.Δ. πολλά χωρία της είναι αυτούσια από την Π.Δ.

 

6.- Για το θέμα της θεοπνευστίας θα πρέπει να γίνουν κάποιες διευκρινήσεις, ώστε να κατανοηθούν, από εκείνους, που δεν γνωρίζουν λεπτομέρειες σχετικά με την αποκάλυψη του Θεού στους αγίους.

 

Είναι λάθος να συγχέεται η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής με το αλάθητο. Η Αγία Γραφή είναι αλάθητη μόνο σε θέματα σωτηρίας και μόνο ερμηνευόμενη από την Εκκλησία, η οποία είναι και αυτή που έγραψε την Αγία Γραφή.

 

Όταν η Αγία Γραφή από μόνη της ερμηνευτεί ξέχωρα από την Ιερά Παράδοση, δεν διαφέρει από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο και περιέχει λάθη. Παράδειγμα: Γράφει ο Ματθαίος (27. 9): «τότε επληρώθη το ρηθέν δια Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος. και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ». Λοιπόν, όσο και αν ψάξει κανείς στον Ιερεμία, αυτή τη παράγραφο δεν θα τη βρει! Και ας γράφει ο Ματθαίος, ότι το λέει ο Ιερεμίας. Υπάρχει όμως αυτό το εδάφιο; Ναι, υπάρχει, αλλά στον προφήτη Ζαχαρία (11. 12): «και ερώ προς αυτούς ει καλόν ενώπιον υμών εστιν, δότε στήσαντες τον μισθόν μου ή απείπασθε. και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς». Εδώ είναι προφανές, ότι ο Ματθαίος έγραψε από μνήμης τη προφητεία και έκανε λάθος! Νόμιζε ότι την είχε διαβάσει στον Ιερεμία, αλλά την είχε διαβάσει στο Ζαχαρία! Συνεπώς αυτά που έγραφε, δεν του τα υπαγόρευε ο Θεός. Δικά του ήταν! Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να του υπαγόρευσε λάθος πληροφορία. Μήπως ο Θεός δεν ήξερε ποιος έγραψε την προφητεία; Όμως ο Θεός τον άφησε να κάνει αυτό το λάθος, για να είναι αυτό το λάθος σήμερα, ατράνταχτη απόδειξη, απέναντι σ’ αυτούς που έχουν την άποψη, ότι η Αγία Γραφή είναι αλάθητη!

 

Επομένως, αν έγιναν κατανοητά τα ανωτέρω, είναι λάθος να λέμε, ότι η Π. Διαθήκη ή η Κ. Διαθήκη είναι θεόπνευστες. Θεόπνευστα είναι ορισμένα μόνον αποσπάσματα αυτών, τα οποία αποσκοπούν αποκλειστικά στη σωτηρία των πιστών και μόνο. Και για να γίνουμε πιο λεπτομερείς: Για τα βιβλία των Γραφών και όπως διδάσκει η Εκκλησία έχουμε την εξής κατάταξη των αγίων Γραφών, οι οποίες δεν είναι ο λόγος του Θεού, αλλά ο λόγος περί του Λόγου του Θεού:

 

άγια  Βοηθητικά, ωφέλιμα βιβλία, χωρίς δογματική αξία.
αναγινωσκόμενα  Αυτά που μπορούν να διαβάζονται στην Εκκλησία.
αναγνωστέα  Χρήσιμα να διαβάζονται.
σεβάσμια  Οφείλουν οι Χριστιανοί να τα σέβονται.
θεία  Γράφτηκαν με την επιστασία του Αγίου Πνεύματος.
Θεόπνευστα  Περιέχουν αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος.
κανονιζόμενα  Αυτά που αν και είναι στον κανόνα, δεν οριστικοποιήθηκαν.
κανονικά  Αυτά που ανήκουν οριστικά στον Κανόνα.

 

7.- Με τα ανωτέρω δεδομένα, μπορούμε να εξηγήσουμε άνετα (όχι εμείς βέβαια, αλλά οι άγιοι της Εκκλησίας, που είναι οι ερμηνευτές) τις δυο πρώτες εντολές του Δεκαλόγου, που δεν είναι απλώς θεόπνευστες, αλλά και θείες. Οι εντολές αυτές είναι ξεκάθαρες, για την εποχή τους και λέμε εποχή τους, διότι αφορούν ανθρώπους της Π. Διαθήκης, δηλ. ανθρώπους του νόμου. Βεβαίως και απαγορεύουν την κατασκευή οποιουδήποτε ειδώλου (δεν λέει εικόνας, γιατί άλλο είναι το είδωλο και άλλο η εικόνα) και η προσκύνηση και η λατρεία αυτού και τούτο, γιατί ο λαός αυτός του νόμου ήταν επιρρεπής σε τέτοιου είδους καταστάσεις (πολλές φορές είχε κατασκευάσει χρυσά μοσχάρια και τα προσκυνούσε ή τα είδωλα του Βάαλ).

 

Στην Κ. Διαθήκη, όπου ισχύει ο νόμος της Χάριτος και όχι ο Μωσαϊκός, αυτά έχουν τροποποιηθεί, γιατί το πνευματικό επίπεδο έχει ανελιχθεί. Τώρα, ακολουθώντας την πορεία που έχει χαράξει ο Χριστός, λατρεύουμε μόνο το Θεό (δηλ. την αγία Τριάδα) και κανέναν άλλον άγιο ή την Παναγία (η Μαριολατρεία είναι διαστροφή του Παπισμού). Προσκύνηση της εικόνας των αγίων επιβάλλεται, γιατί με τον τρόπο αυτό τιμούμε τους αγίους (δηλ. αυτούς, που αξιώθηκαν να δουν τη δόξα του Θεού), όπως ακριβώς φιλάμε τη φωτογραφία προσφιλών μας προσώπων (και ασφαλώς το φιλί απευθύνεται στο εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι στο χαρτί). Η κατασκευή αγαλμάτων των αγίων (δηλ. ειδώλων) απαγορεύεται από την Εκκλησία και κάθε τέτοια εκτροπή (όπως στον Παπισμό) είναι ειδωλολατρία.

 

8.- Όσον αφορά τις «Παρακλήσεις» προς την Παναγία ή και σε άλλους αγίους, έχουν αυτά όλα το σκοπό να τους παρακαλέσουμε να πουν «κάποιες καλές κουβέντες» στο Χριστό και μόνον σ’ αυτόν, ώστε αυτός να τις μεταφέρει στον Πατέρα του, ως ο μόνος «μεσίτης». Έτσι, η Παναγία και οι άγιοι είναι απλώς «μεσίτες» προς το Χριστό και τίποτε άλλο. Δεν σώζουν, γιατί ο Σωτήρας είναι ένας, ο Χριστός. Αυτοί, απλώς παρακαλούν το Χριστό για τη σωτηρία μας, δηλ. με απλά λόγια τον παρακαλούν να μας επιτρέψει να πλησιάσουμε ακόμη περισσότερο κοντά του.

 

9.- Στο σώμα του θεανθρώπινου οργανισμού της Εκκλησίας, δυστυχώς, υπάρχουν εξωεκκλησιαστικά στοιχεία (αν και μπορεί να φέρουν και ράσα), τα οποία εκμεταλλεύονται άγρια τον οργανισμό αυτό προς ίδιον όφελος. Έτσι δημιουργούν ιστορίες περί θαυματουργών εικόνων και από τις ιστορίες αυτές, φέρουν στα θυλάκιά τους χρυσόν. Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι τα θαύματα δεν είναι έκτακτες επεμβάσεις του Θεού, αντικείμενες προς τη τάξη της όλης δημιουργίας, όπως παραδέχεται ο Παπισμός, αλλά και ορθόδοξοι καθηγητές, ενώ οι Πατέρες διδάσκουν, ότι δεν είναι συμβάντα που ξεπερνάνε τις φυσικές και ιστορικές δυνατότητες, φανερώνουν δε απλώς τη παρουσία της θείας τάξης στον κόσμο. Το θαύμα δύναται να γίνει μόνο από το Θεό, μέσω της Χάριτός του, την οποίαν διαχέει στους αγίους, που είναι απλώς διαχειριστές της. Έτσι δεν υπάρχουν αποκλειστικοί άγιοι που θαυματουργούν, ούτε εικόνες, ούτε σταυροί και άλλα αντικείμενα, αλλά μέσω αυτών διαχέεται η Χάρις του Θεού. Μ’ αυτή την προϋπόθεση, όλοι οι άγιοι είναι «θαυματουργοί» και όλες οι εικόνες και όχι ειδικά κάποιες από αυτές. Βέβαια, η Χάρις του Θεού μέσω των αγίων ή των εικόνων δεν δρα κατά μαγικό τρόπο, αλλά για να ενεργοποιηθεί θα πρέπει να βρει τον κατάλληλο υποδοχέα, δηλ. να γεμίσει ένα κατάλληλο δοχείο χάριτος, δηλ. έναν άνθρωπο, που να είναι δεκτικός της Χάριτος αυτής, αλλιώς παραμένει ανενεργός.

 

10.- Βέβαια, το να παρουσιάζονται σε διάφορα κείμενα άγιοι, οι οποίοι να απειλούν, να βρίζουν, να καταρρώνται, να επισείουν ασθένειες, να φοβερίζουν κ.ά. θα πρέπει να μην αφορούν αγίους, αλλά δαίμονες. Αν οι άγιοι δεν έχουν ταπεινοφροσύνη και πραότητα, δεν είναι ειρηνοποιοί και αγαθοποιοί, τότε δεν θα πρόκειται για αγίους. Τώρα, το αν π.χ. το προσκύνημα της Παναγίας της Τήνου, έχει καταντήσει ειδωλολατρία, είναι πέραν του δέοντος αντιληπτόν και απορριπτέον. Εξ άλλου, γνωρίζουμε, ότι η εικόνα της Παναγίας της Τήνου είναι παπικής προέλευσης.

 

11.- Βέβαια κανείς άγιος, ούτε η Παναγία απαιτούν να προσκυνούνται. Η προσκύνηση είναι εκδήλωση τιμής προς τον εικονιζόμενο άγιο και δεν απαγορεύεται από τον Χριστό, το δε χωρίο του Ιωάννη, λέει ότι ο Θεός είναι Πνεύμα και αυτοί που το προσκυνούν, το προσκυνούν «εν πνεύματι και αληθεία». Στο χωρίο αυτό, αναφέρεται πώς πρέπει να προσκυνείται ο Θεός, δεν απαγορεύει την προσκύνηση των αγίων, αλλά αντίθετα μπορεί να επεκταθεί και στους αγίους. Στην περίπτωση αυτή οι άγιοι της Εκκλησίας μας επεξηγούν, ότι το «εν πνεύματι» εννοεί τον τρόπο που ταιριάζει στο δέσιμο του ασύλληπτου Θεού με εγκόσμιες ιδιότητες, ενώ το «αληθεία» συνδέεται με την αποκάλυψη αυτού του Θεού από τον Ιησού στους ανθρώπους. Εξ άλλου, ο ίδιος ο Χριστός έχει αυτοαποκληθεί, ως «η αλήθεια». Τελικά, το χωρίο αυτό αποτελεί το τελικό κτύπημα κατά της εθνικής συγκεντρωτικής θρησκείας των Ιουδαίων.

 

12.- Όσον αφορά το άλλο χωρίο της Αποκάλυψης, όπου ο άγγελος αποτρέπει τον  Ιωάννη, από του να τον προσκυνήσει, πολύ καλά κάνει. Γιατί ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού, ενώ ο άγγελος όχι. Γιατί ο άνθρωπος έχει το τριπλό του Θεού: Νου, Λόγο, Πνεύμα, ενώ ο άγγελος έχει μόνο Νου και Λόγο. Ο άγγελος είναι απλώς ο υπηρέτης του Θεού, ενώ ο άνθρωπος μπορεί να γίνει «εις τύπον και τόπον Θεού», δηλ. ιερέας, ο άγγελος δεν μπορεί. Θα αντιτείνει κανείς. Μα καλά, ο Ιωάννης δεν το ήξερε; Και βέβαια το ήξερε, αλλά με τον τρόπο αυτό ήθελε να πολεμήσει ένα είδος αγγελολατρείας στην περιοχή των εκκλησιών της Ασίας («λατρεία αγγέλων» Κολοσ. 2. 18).

 

13.- Το χωρίο από το Δευτερονόμιο (13. 1-4) θέλει να πει, ότι ο Θεός διατάζει το λαό του Ισραήλ να εφαρμόζει επακριβώς τους νόμους του και να μην αφήνεται να παρασύρεται από προφήτες και ονειροκρίτες, που πραγματοποιώντας και θαύματα, τους οδηγούν σε άλλους θεούς. Είναι προφανές, ότι αυτό το προφήτες και ονειροκρίτες, αφορά τους ψευδοπροφήτες και αναλυτές ονείρων (κάτι τέτοιο αντιμετώπισε και ο Παύλος στους Φιλίππους). Βέβαια τέτοιους ψευδοπροφήτες έχουμε και στις μέρες μας και μάλιστα αρκετούς, που εκμεταλλεύονται την άγνοια των πιστών και την μη ποίμανσή τους από τους –υποτίθεται- (μισθωτούς) ποιμένες τους. Ας θυμηθούμε τα ίδια τα λόγια του Χριστού, ότι ο ποιμένας δεν μπορεί να είναι μισθωτός. Βέβαια, γι’ αυτή την κατάντια δεν φταίει το μαύρο ράσο, αλλά οι άνθρωποι, που κρύβονται κάτω από το ράσο αυτό. Δηλ. αν ήταν ποιμένας με άσπρο ράσο ή χωρίς ράσο (με κοστούμι) θα ήταν όλα καλά; Προφανώς εδώ ισχύει το ρητό: «το ράσο δεν κάνει τον παπά», αλλά βέβαια ο παπάς κάνει το ράσο να εκπέμπει, ορισμένες φορές, αγιότητα.

 

14.- Ποιος είπε, ότι στα σχολεία της Πολιτείας θα πρέπει να διδάσκεται η χριστιανική Πίστη; Το είπε ο Χριστός, το είπαν οι άγιοι, το είπε η Εκκλησία (το σώμα των αγίων); Προφανώς όχι. Αυτό το λέει ο ανθρώπινος οργανισμός (όχι θεανθρώπινος), που αποκαλείται «Εκκλησία της Ελλάδος» και είναι ΝΠΔΔ, όπως είναι η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ, κ.λπ. και έχει σκοπό την εξυπηρέτηση του θρησκευτικού συναισθήματος των ανθρώπων. Ωραίο παράδοξο: το λόγο του Θεού να τον διδάσκει η Πολιτεία και όχι η Εκκλησία, που είναι δικό της αντικείμενο.

 

15.- Θα πρέπει να διευκρινιστεί, ότι στο χωρίο του Ιωάννη (Ιω. Α΄ 4. 12): «Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται» αναφέρεται, στο ότι δεν μπορεί να ιδεί κανείς το πρόσωπο του Θεού-Πατέρα, ενώ το πρόσωπο του Θεού-Υιού, το έχουν ιδεί χιλιάδες.

 

16.- Το να θέτει κανείς τον εαυτό του έξω και πάνω από την Εκκλησία και τα διάφορα θρησκεύματα, φαίνεται, ότι είναι απλώς μια εκδήλωση υπερφίαλης υπερηφάνειας και βέβαια υποκρύπτει, ότι όντας υπεράνω όλων, δημιουργεί υποσυνείδητα τη θρησκεία του εαυτού του. Εδώ προφανώς, οι διάφοροι συντάκτες συγχέουν την Εκκλησία με τις διάφορες θρησκείες, δηλ. το βίωμα με την ειδωλολατρία και άθελά τους, ίσως, ειδωλοποιούν τα πρόσωπά τους. Βέβαια αυτό είναι δικαίωμα του κάθε προσώπου, που αντί να πιστεύει σε Θεό, πιστεύει στον εαυτό του (και επομένως τον θεοποιεί), αλλά είναι το θαυμάσιο δώρο του Θεού αυτή η ελευθερία, να φτάνει κανείς στην ειδωλοποίηση του προσώπου (κάτι που έκανε ο Αδάμ κάποτε, αλλά συνεχίζουν εκατομμύρια Αδάμ ανά τους αιώνες). Αυτή μάλιστα η ελευθερία φτάνει στο σημείο να καθυβρίζεται ακόμη και το όνομα του Θεού, κάτι που ο Θεός αναγνωρίζει σαν παλικαριά  και μάλιστα τον τέτοιον εχθρό του, φθάνει να τον παραδέχεται (Απκ. 3. 16). Αντίθετα, κάτι τέτοιους θεολόγους, αθεολόγητους και χλιαρούς τους κάνει εμετό! Βέβαια θα πρέπει να γνωρίζουν οι συντάκτες, ότι η Εκκλησία (όχι το ΝΠΔΔ), ως θεολόγους θεωρεί αυτούς, που έχουν θέα του Θεού, θεώνονται δηλαδή και όχι τους σπουδάσαντες θεολογία στα Πανεπιστήμια. Αυτοί είναι θεολόγοι με «θ» μικρό, ενώ οι άλλοι θεολόγοι (δηλ. οι άγιοι) είναι με «Θ» κεφαλαίο.

 

17.- Αλλά το τραγικό της υπόθεσης είναι, ότι οι συντάκτες των άρθρων αυτών κρίνουν και κατακρίνουν επιφανειακά («μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε» Ιω. 7. 24), κρίνουν από αυτά που βλέπουν, ακούουν και αισθάνονται και νομίζουν, ότι Εκκλησία είναι αυτό που βλέπουν. Ίσως να έχουν κάποιο δίκιο, γιατί δεν έχουν ασχοληθεί καν σε βάθος με αυτό, που λέγεται Εκκλησία, που πραγματικά λίγοι το γνωρίζουν, ακόμη και αν διατείνονται, ότι είναι μέλη της! Αλλά θα πρέπει να μάθουν να διαλέγονται και να μη βγάζουν αφορισμούς. Για να απορρίψει κάποιος κάτι πρέπει προηγουμένως να το έχει γνωρίσει σε βάθος. Δεν μπορούμε να απορρίψουμε το κομμουνιστικό δόγμα, από κάποια εγκλήματα οπαδών του, το ίδιο και με τον Χριστιανισμό (και έχουν γίνει πολλά εγκλήματα στο όνομα του Χριστού!), αλλά και για κάθε άλλη ιδεολογία ή θρήσκευμα. Τώρα, αν πίσω από όλα αυτά βρίσκονται σκοτεινά πολιτικά σχέδια, δεν αποκλείεται να συμβαίνει και αυτό. Πάντως ένα δεν μπορεί να συμβαίνει. Να υπάρχουν πολιτικά σχέδια και σκοτεινές δυνάμεις πίσω από την Εκκλησία (το σώμα του Χριστού, το σώμα των αγίων) και όχι πίσω από την Εκκλησία (το γνωστό ΝΠΔΔ).

 

18.- Βέβαια, το γενικότερο θέμα της Πίστης είναι θέμα εσωτερικών διεργασιών στην ψυχή του κάθε ανθρώπου (αρκεί να πιστεύει βέβαια, ότι έχει ψυχή). Αυτός ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, άλλοτε δέχεται πληροφορήσεις και άλλοτε όχι. Αν δε είναι επιρρεπής στην έρευνα και θέλει να μάθει την αλήθεια, τότε ελευθερώνεται από την σκλαβιά που ζει και αγάλλεται («γνώσεσθαι την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» Ιω. 8. 32). Ορισμένοι βέβαια δεν θέλουν να μάθουν την αλήθεια και νομίζουν, ότι η αλήθεια βρίσκεται σ’ αυτά που αντιλαμβάνονται και μόνο. Άλλοι πάλι, που δεν τολμούν να αποκηρύξουν την ιδιότητά τους σαν Χριστιανών, θεωρούν, ότι είναι περαστικοί και τυχαίοι στον κόσμο τούτο και όταν θα αποβιώσουν θα πάνε στο πουθενά, από όπου ήρθαν ή το πολύ να χρησιμεύσουν σαν κοπριά, για τα λάχανα. Δεν γνωρίζουμε, αν γνωρίζουν αυτό που διακηρύσσει η Εκκλησία. Δηλ. το ότι ο άνθρωπος είναι μετά το θάνατο, ό,τι ήταν και προ του θανάτου του.

 

20.5.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

                       

 

 

  ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ

  παπισμος.jpg

  ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

 

Γ

Οι διαφορές ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον Παπισμό είναι πολλές και μεγάλες, παλαιές και νεότερες και αφορούν τόσο σε δογματικά ζητήματα όσο και σε θέματα εκκλησιολογίας και εκκλησιαστικής εμπειρίας, λατρείας, τέχνης και γενικότερα αντιλήψεων και βιοθεωρίας. Επιχειρείται εδώ μια συνοπτική παρουσίαση  μέσα από τα κείμενα του Ευαγγελίου, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, των Αγίων Πατέρων, καθώς και σύγχρονων μεγάλων θεολογικών μορφών, των διαφόρων κακοδοξιών του Παπισμού.

 

        ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

 

Η Ορθόδοξη Λατινική Εκκλησία της Δύσης, στην παλαιά Ρώμη, είχε πάντοτε κοινωνία με την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία της Ανατολής κατά την 1η χιλιετία της ιστορίας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, χωρίς να λείψουν βέβαια ποτέ τα μικροπροβλήματα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το καταλυτικό γεγονός που ανέτρεψε την εν πολλοίς αρμονική κοινωνία Ανατολής και Δύσης είναι η κατάληψη της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους κατά τη διάρκεια του 5ου και 6ου αιώνα, όταν η Δύση ζει τον καταιγισμό των βαρβαρικών επιδρομών που μετέβαλαν ριζικά τα πολιτιστικά και θρησκευτικά δεδομένα της.

 

Οι Φράγκοι, λαός πρωτόγονος και απολίτιστος την εποχή εκείνη, από την πρώτη στιγμή του εκχριστιανισμού τους, εξέλαβαν και αφομοίωσαν με λανθασμένο τρόπο την χριστιανική διδασκαλία. Η Τριαδολογία και η Χριστολογία τους υπήρξε ανέκαθεν προβληματική, καθώς οι αντιλήψεις τους για την Αγία Τριάδα ήταν έντονα επηρεασμένες από τον αρειανισμό. Στη φράγκικη σύνοδο του Τολέδο του 589, παρά τη φαινομενική καταδίκη του αρειανισμού, υιοθετούν μια άλλη μορφή λανθασμένης Τριαδολογίας, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, την οποίαν αργότερα προσέθεσαν και στο Σύμβολο της Πίστης.

 

Τον 8ο αιώνα, ο βασιλιάς των Φράγκων Κάρολος ο Μέγας (Καρλομάγνος) υποτάσσει τους άλλους λαούς και τους ηγεμόνες της Ευρώπης και συγκροτεί την ενιαία δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο πολιτικός και θρησκευτικός προσανατολισμός της νέας δυτικής αυτοκρατορίας έχει έντονο το στίγμα της διαφοροποίησης και της αντίθεσης προς την ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αυτή η αντίθεση λαμβάνει διαστάσεις περιφρόνησης και χλευασμού των Ρωμαίων της Ανατολής, που ήδη είχαν αρχίσει να αποκαλούνται υποτιμητικά από τους Φράγκους «αιρετικοί» και «Γραικοί» (=κλέφτες). Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα συναντούμε επανειλημμένα στη Δύση συγγράμματα με τον τίτλο: «Contres errores Graecorum» (Ενάντια στις πλάνες των Γραικών). Ο πολιτισμός και η Ορθόδοξη Πίστη των Ελλήνων ήταν για τους απολίτιστους Φράγκους μέγεθος ακατανόητο και ασύλληπτο, αλλά και ταυτόχρονα απλησίαστο και ανέφικτο και για το λόγο αυτό προτίμησαν να το προβάλουν ως πλάνη και αίρεση!

 

Από τον 9ο αιώνα οι Φράγκοι, αφού εκδίωξαν τους Ρωμαίους Ορθόδοξους Επισκόπους, διόρισαν δικούς τους Επισκόπους και ηγουμένους, αρχικά στη Γαλλία. Κατόπιν κατέλαβαν δια της βίας το Ορθόδοξο Λατινικό Πατριαρχείο της Ρώμης και από το 1009 έως το 1046 αντικατέστησαν τους Ορθόδοξους Πάπες της Ρώμης με Φραγκο-Λατίνους, ιδρύοντας ουσιαστικά τον σημερινό Παπισμό. Επομένως, το λεγόμενο Σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης δεν έγινε μεταξύ ανατολικών και Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων, αλλά μεταξύ των Ορθοδόξων Ρωμαίων της Ανατολής (Πατριαρχείο Κων/πόλεως) και των Φράγκων κατακτητών των Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων (Πατριαρχείο Ρώμης).

 

Με την εκφράγκευση του Ορθοδόξου Πατριαρχείου της Ρώμης εισάγονται σ’ αυτό οι κακοδοξίες και ο ανθελληνισμός των Φράγκων, στοιχεία που δεν έπαψαν έκτοτε να συνιστούν τα κύρια γνωρίσματα και την πεμπτουσία του Παπισμού.

 

ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

 

  1. – Εκκλησία και Παπισμός

Εσφαλμένα μερικοί ομιλούν για Καθολική Εκκλησία, γιατί ο όρος καθολικός, που ταυτίζεται με το ορθόδοξος, ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς επίσης ο όρος Εκκλησία δεν αρμόζει στο Κράτος του Βατικανού. Ο Παπισμός βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας, και αυτό φαίνεται από δύο Συνόδους, που για μας τους Ορθοδόξους θεωρούνται Οικουμενικές, στις οποίες γίνεται λόγος για το Filioque και τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Στην Η΄ Οικουμενική Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία ήταν παρόντες και οι εκπρόσωποι του ορθοδόξου τότε Πάπα της Ρώμης, καταδικάσθηκαν οι Φράγκοι Επίσκοποι, οι οποίοι είχαν προσθέσει στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, γιατί μια τέτοια προσθήκη «κατά γνώσιν εισάγει των ακαταγνώστων και ύβριν των πατέρων αναπολόγητον», γι’ αυτό και λέγεται ότι «ει μεν των ιερωμένων είη τις παντελεί καθαιρέσει τούτον καθυποβάλλομεν, ει δε των λαϊκών, τω αναθέματι παραπέμπομεν» (όρος πίστεως Η΄ Οικουμενικής Συνόδου). Βέβαια, αυτή η ίδια καταδίκη ισχύει και για τους Πάπες της Ρώμης, από τότε που ο πρώτος Φράγκος Πάπας (Σέργιος Δ΄) κατέλαβε τον θρόνο της Ρώμης και εισήγαγε το Filioque στην ενθρονιστήρια επιστολή του (το 1009) και ο Βενέδικτος Η’ το εισήγαγε επισήμως στο Σύμβολο της Πίστεως που αναγιγνωσκόταν στην θεία Λειτουργία (το 1014). Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας» λέγεται ότι όσοι αποξενώνουν «αυτόν τε τον Θεόν Λόγον και το ομοούσιον και ομόδοξον τούτου Παράκλητον Πνεύμα της θεοπρεπούς ομοτιμίας τε και αξίας, ανάθεμα».

Στη Σύνοδο του 1341 επί του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και μάλιστα στον Συνοδικό Τόμο λέγεται, ότι όσοι δέχονται ότι οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές και ιδιαιτέρως όσοι δέχονται ότι το Φώς της θεότητος είναι κτιστό, όπως υπεστήριζε ο σχολαστικός Βαρλαάμ ο Καλαβρός και, βεβαίως, αυτό αποτελεί βασικό δόγμα του Παπισμού, όπως φαίνεται στα έργα του Θωμά του Ακινάτη, βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας. Γράφεται ότι εάν κάποιος ισχυρίζεται τέτοιες απόψεις και δεν μετανοήσει «αποκήρυκτος έσται και αποτετμημένος της αγίας του Χριστού καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και του ορθοδόξου των Χριστιανών συστήματος».

Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας αναθεματίζονται όσοι δέχονται την περί ιδεών διδασκαλία του Πλάτωνα, δηλαδή την μεταφυσική και την οντολογία και τις απόψεις της Analogia Entis, ότι υπάρχει αναλογία μεταξύ Θεού και κόσμου, και Analogia Fidei, ότι υπάρχει ομοιότητα μεταξύ του Θεού και της Αγίας Γραφής, καθώς επίσης αναθεματίζονται και όσοι δεν δέχονται τα δόγματα με πίστη καθαρά και απλή και ολόψυχη καρδία «αλλά πειρωμένοις αποδείξεσι και λόγοις σοφιστικοίς», δηλαδή εισάγουν την σχολαστική μέθοδο γνώσεως του Θεού. Αναλύοντας περισσότερο το θέμα αυτό μπορούμε να αναφερθούμε στο ότι δύο μεγάλοι θεολόγοι και πατέρες του Παπισμού είναι ο Άνσελμος Καντερβουρίας και ο Θωμάς Ακινάτης, των οποίων την διδασκαλία αποδέχεται η Παπική θεολογία και η πρακτική του Παπισμού.

Ο Άνσελμος Καντερβουρίας επεξεργάσθηκε και εισήγαγε το θεολογικό δόγμα περί της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, ότι δηλαδή η αμαρτία του Αδάμ προσέβαλε την δικαιοσύνη του Θεού και ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη και επανέφερε την τάξη στην δημιουργία. Πρόκειται για αλλοίωση της αλήθειας περί του Θεού, αφού παρουσιάζεται ο Θεός με τα ιδιώματα του εμπαθούς ανθρώπου, ο οποίος προσβάλλεται και θίγεται, αλλά και για αλλοίωση του μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως και της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Βέβαια, η θεολογία περί της εξιλεώσεως της θείας δικαιοσύνης υιοθετεί το φεουδαλιστικό σύστημα με όλες τις θεολογικές και κοινωνικές συνέπειες.

Ο Θωμάς ο Ακινάτης που είναι ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του σχολαστικισμού προσπάθησε να συνδυάσει τις θεωρίες του Αυγουστίνου με τον Αριστοτέλη. Εκτός των άλλων, ταυτίζει την άκτιστη ενέργεια του Θεού με την άκτιστη ουσία Του, αφού ομιλεί για το λεγόμενο actus purus, και εισάγει την εσφαλμένη άποψη περί κτιστών ενεργειών στον Θεό, παρουσιάζει έναν ευδαίμονα Θεό που είναι στην πραγματικότητα απρόσιτος, άγνωστος, απρόσωπος και, βεβαίως, διδάσκει ότι ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία με τις κτιστές ενέργειες του Θεού. Δηλαδή, η αγάπη, η θεία Χάρη, η ειρήνη του Θεού είναι κτιστές ενέργειες του Θεού. Από την άποψη αυτή προέρχεται η διδασκαλία ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού (Filioque), το καθαρτήριο πυρ, το αλάθητο κλπ. Οι θεωρίες αυτές καταδικάσθηκαν από την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και από την Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που θεωρείται ως Θ’ Οικουμενική Σύνοδος, όπως παρουσιάζεται στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας». Επίσης αναθεματίζονται όσοι δεν ομολογούν ότι υπάρχει «ουσίαν τε επί Θεού και ουσιώδη φυσικήν ενέργειαν». Για όλους αυτούς τους λόγους ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: «Οι της του Χριστού Εκκλησίας της αληθείας εισί· και οι μη της αληθείας όντες ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί». Το ίδιο λέγει και ο άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λυώνος: οι «εκτός της αληθείας» ευρίσκονται αυτομάτως «εκτός της Εκκλησίας», γιατί όσοι δεν δέχονται την παράδοση των Αποστόλων και την πίστη της Εκκλησίας τους θεωρούμε, κατά τον άγιο Ειρηναίο, «ως αιρετικούς και κακογνώμονας (κακοδόξους), ή ως σχίζοντας (την Εκκλησίαν) και υπερηφάνους και αυθάδεις».

2.- Αποστολική διαδοχή και Παπισμός

Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν ιεροσύνη, δηλαδή έχει διακοπεί σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.

Η αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της ιεροσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην αποστολική διαδοχή. Διότι οι άγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της ιεροσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενότατα με την Ορθοδοξία και την θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία ούτε και θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την ορθόδοξη πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία και, βεβαίως, τότε δεν υφίσταται και η αποστολική παράδοση και αποστολική διαδοχή. Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την αποστολική διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: «Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δει, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις συν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι».

Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει ιεροσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια. Εάν όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ο Πάπας έχει ιεροσύνη, τότε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι έγκυρο και ο άρτος ο ευρισκόμενος στην Αγία Τράπεζα είναι ο Χριστός, οπότε περιπίπτουν σε δύο σφάλματα ή να κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, παραβαίνοντας πληθώρα ιερών Κανόνων ή να αποστρέφονται τον Ίδιο τον Χριστό, ευρισκόμενον κατ’ αυτούς πάνω στην Αγία Τράπεζα.

Ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε στην εποχή του διάφορα προβλήματα για το πώς θα δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία στους κόλπους της τους αιρετικούς. Αφού κάνει την διάκριση μεταξύ αιρέσεως, σχίσματος και παρασυναγωγής, αναφερόμενος στους αιρετικούς που έχουν αποκλίνει, όπως λέγει ο Γεννάδιος Σχολάριος, «κατ’ ευθείαν ή πλαγίως», «περί τι των άρθρων της πίστεως», γράφει ότι «οι δε της Εκκλησίας αποστάντες, ουκ έτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος αφ’ εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν». Δηλαδή, όσοι απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία, λόγω διαφοράς πίστεως, έχασαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορούν να την μεταδώσουν, γιατί διακόπηκε η αποστολική διαδοχή. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρατηρεί: «Καθώς εν μέλος κοπή από το σώμα, νεκρούται παρευθύς με το να μη μεταδίδεται πλέον εις αυτό ζωτική δύναμις· τοιουτοτρόπως και αυτοί αφ’ ου μίαν φοράν εσχίσθηκαν παρευθύς και την πνευματικήν χάριν και ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος έχασαν, μη μεταδιδομένης ταύτης εις αυτούς δια των αφών και συνδέσμων, ήτοι δια της κατά Πνεύμα ενώσεως».

Επομένως, εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν ενεργούν μυστήρια, ούτε υπάρχει ιεροσύνη, ούτε γίνεται αληθής θεία Λειτουργία. Σε αυτό το σημείο στηρίζονται και όλοι οι ιεροί Κανόνες για την απαγόρευση της συμπροσευχής με αιρετικούς. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τηρεί αυτήν την αρχή στην πράξη και αυτό φαίνεται από το εξής απλό γεγονός. Όταν ένας Παπικός «Ιερέας» ή «Επίσκοπος» θέλει να γίνει Ορθόδοξος, δεν δεχόμαστε την «ιεροσύνη» που είχε, αλλά τον ξαναχειροτονούμε. Ακόμη δε αυτό γίνεται και με τους σχισματικούς, με τους οποίους δεν έχουμε διαφορά στο δόγμα, αλλά διαφορά «σε κάποια ζητήματα εκκλησιαστικά και ευκολοϊάτρευτα». Και σε αυτούς η Εκκλησία δεν δέχεται την «ιεροσύνη» τους, όταν έρχονται στην Εκκλησία, αλλά τους ξαναχειροτονεί, όπως έκανε πρόσφατα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επειδή πάσχει η κανονικότητα της Αρχιεροσύνης των «Αρχιερέων» που τους χειροτόνησαν. Αυτό σημαίνει ότι εάν ο Πάπας μετανοήσει και θελήσει να γίνει Ορθόδοξος, τότε, επανερχόμενος στην Εκκλησία, πρέπει να ξαναχειροτονηθεί, αφού κατά τον Αριστηνό «αιρετικός, ο κατά την πίστιν αλλότριος· ο δε κατά τι ιάσιμον ζήτημα, σχισματικός».

Αυτή είναι η βασική εκκλησιολογική θέση όπως την εκφράζει ο Μ. Βασίλειος και η όλη πρακτική της Εκκλησίας. Εφ’ όσον δεν δεχόμαστε την «ιεροσύνη» των αιρετικών, δεν δεχόμαστε και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την «ιεροσύνη» τους. Γι’ αυτόν τον λόγο και ο Πάπας δεν θεωρείται διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, έστω και αν στην σημαία του Βατικανού τίθενται τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών, με την παρερμηνεία που δίδουν οι Παπικοί στον σχετικό λόγο του Χριστού (Ματθ. 16. 13-20).

Γενικά, πρέπει να πούμε ότι το Βατικανό δεν είναι Εκκλησία, αλλά ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα, ευρισκόμενο εκτός της Εκκλησίας, και ο Πάπας, καθώς και όλοι οι «Κληρικοί» του Βατικανού δεν είναι διάδοχοι των Αποστόλων, δεν έχουν αποστολική παράδοση και διαδοχή. Επομένως, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι και Ρωμαίοι – Ρωμηοί, δηλαδή απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και Καθολικοί, δηλαδή Ορθόδοξοι, διότι ο όρος Καθολικός δηλώνει το καθ’ όλου, το Ορθόδοξο. Οι Παπικοί είναι Φραγκολατίνοι, μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους, καθώς επίσης και αιρετικοί.

Σε καιρό συγχύσεως, όπως η εποχή μας, πρέπει να είμαστε ομολογητές της Πίστης, μάρτυρες της αληθείας και ποιμένες που θα ποιμαίνουμε τον λαό του Θεού με κριτήρια και προϋποθέσεις εκκλησιολογικές, οι οποίες μόνο τότε οδηγούν στην σωτηρία.

3.- Παπική εξουσία

Πως μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την εξουσία του Πάπα; Δηλ. είναι εκκλησιαστικός ή πολιτικός ηγέτης; Κατ’ αρχάς, είναι γνωστόν ότι ο Πάπας είναι ο επικεφαλής όλης της «Καθολικής Εκκλησίας». Όμως δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε εκκλησιαστικό ηγέτη, ακριβώς γιατί με την αίρεση του Filioque και την αίρεση περί κτιστής Χάριτος του Θεού, έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία, μετά από τις αποφάσεις της Η΄ και Θ΄ Οικουμενικές Συνόδους. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να ονομασθεί εκκλησιαστικός ηγέτης, αλλά θρησκευτικός ή Χριστιανικός, από την άποψη ότι ηγείται μιας μεγάλης χριστιανικής ομάδας – ομολογίας. Εκείνο όμως που είναι βέβαιο και αποδεκτό από όλους είναι ότι ο Πάπας είναι σαφώς πολιτικός ηγέτης, αφού προΐσταται του Κράτους του Βατικανού, που είναι το μικρότερο κράτος στον κόσμο.

Ο Πιπίνος ο Βραχύς, πατέρας του Καρλομάγνου, έδωσε στον Πάπα Στέφανο Γ΄, ως ανταμοιβή για την βοήθειά του να γίνει Βασιλέας των Φράγκων, το Δουκάτο της Ρώμης, το εξαρχάτο της Ραβέννας και την Πεντάπολη. Μάλιστα με δύο εκστρατείες (754 και 756) που έκανε εξεδίωξε από τα μέρη αυτά τους Λογγοβάρδους, και κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδρύθηκε το παπικό κράτος. Στα νεότερα χρόνια, το 1929, το Βατικανό (περιφέρεια διαμέτρου πέντε χιλιομέτρων) και το Λατερανό (περιφέρεια διαμέτρου ενός περίπου χιλιομέτρου) αναγνωρίσθηκε από την Κυβέρνηση της Ιταλίας ως ανεξάρτητο παπικό Κράτος. Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ δικαιολόγησε την πράξη αυτή, του να είναι αρχηγός Κράτους, με την άποψη ότι «ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους».

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κοσμικό κράτος, για μια θεοκρατία, στην οποία διασώζονται τα απομεινάρια του φράγκικου φεουδαλισμού, που βασάνισε την Ευρώπη πολλούς αιώνες, με τραγικές επιπτώσεις στον κοινωνικό τομέα. Και ενώ μερικοί πολεμούν την φεουδαλιστική αντίληψη με την φασιστική νοοτροπία της και ενώ βδελύσσονται την θεοκρατία, εν τούτοις δέχονται την νοοτροπία του Βατικανού και το κοσμικό κράτος του. Και φυσικά επιθυμούν την επίσκεψη του Πάπα ως αρχηγού Κράτους. Όμως ο Πάπας δεν επιθυμεί να εμφανίζεται μόνον ως πολιτικός ηγέτης, αλλά κυρίως και ως θρησκευτικός.

Πάντως, πρέπει να προσέξουμε την σκέψη για την ίδρυση του Παπικού Κράτους, ότι ο Πάπας, επειδή είναι αντιπρόσωπος του Χριστού στην γη, δεν μπορεί να είναι υπήκοος σε κανένα άλλο επίγειο κοσμικό κράτος. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία λέμε ότι ο κάθε Επίσκοπος δεν είναι αντιπρόσωπος του Χριστού, ωσάν ο Χριστός να έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά του σε άλλους και Εκείνος κατοικεί στους ουρανούς, αλλά ότι είναι το μυστήριο της αισθητής παρουσίας του Χριστού στη γη. Επίσης, είναι φοβερή η σκέψη ότι, ενώ ο Χριστός υπήρξε κατ’ άνθρωπον υπήκοος κάποιου κράτους, και μάλιστα δέχθηκε να απογραφεί και να τηρεί την σχετική νομοθεσία, και ενώ οι άγιοι Πατέρες υπήρξαν υπήκοοι σε κάποιο κράτος, πέρα του ότι είναι πολίτες της βασιλείας του Θεού, αφού δεν αρνούντο την εγκόσμια υπηκοότητά τους, εν τούτοις ο Πάπας δεν μπορεί να είναι υπήκοος κάποιου επιγείου κράτους! Πως λοιπόν, ορισμένοι δέχονται όλες αυτές τις συνέπειες αυτής της νοοτροπίας, ήτοι την θεοκρατία, τον φεουδαλισμό και την αλαζονεία ενός ανθρώπου;

4.- Βασικές διαφορές

Τα βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού αναφέρονται και καταγράφονται σε γενικές γραμμές παρακάτω, ενώ τα επί μέρους στοιχεία θα αναλυθούν σε ξεχωριστή ενότητα.

  1. Οι Επίσκοποι της Παλαιάς Ρώμης, παρά τις μικρές και μη ουσιαστικές διαφορές, είχαν πάντοτε κοινωνία με τους Επισκόπους της Νέας Ρώμης και τους Επισκόπους της Ανατολής μέχρι το 1009-1014, όταν για πρώτη φορά κατέλαβαν τον θρόνο της Παλαιάς Ρώμης οι Φράγκοι Επίσκοποι. Μέχρι το 1009 οι Πάπες της Ρώμης και οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν ενωμένοι στον κοινό αγώνα εναντίον των Φράγκων Ηγεμόνων και Επισκόπων, αλλά και των κατά καιρούς αιρετικών.
  2. Οι Φράγκοι στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 καταδικάσαν τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων. Επίσης το 809 οι Φράγκοι εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, την διδασκαλία δηλαδή περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Αυτήν την εισαγωγή καταδίκασε τότε και ο ορθόδοξος Πάπας της Ρώμης Λέων Γ΄. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ορθοδόξου Πάπα της Ρώμης Ιωάννη Η΄, καταδίκασαν όσους είχαν καταδικάσει τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και όσους προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Όμως για πρώτη φορά ο Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ΄ το 1009 στην ενθρονιστήρια επιστολή του προσέθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque και ο Πάπας Βενέδικτος Η΄ εισήγαγε το πιστεύω με το Filioque στην λατρεία της Εκκλησίας, οπότε ο Πάπας διεγράφη από τα δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
  3. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού βρίσκεται στην διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ενώ οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει άκτιστη ουσία και άκτιστη ενέργεια και ότι ο Θεός έρχεται σε κοινωνία με την κτίση και τον άνθρωπο με την άκτιστη ενέργειά Του, εν τούτοις οι Παπικοί πιστεύουν ότι στον Θεό η άκτιστη ουσία ταυτίζεται με την άκτιστη ενέργειά Του (actus purus) και ότι ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση και τον άνθρωπο δια των κτιστών ενεργειών Του, δηλαδή ισχυρίζονται ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες. Οπότε η Χάρη του Θεού δια της οποίας αγιάζεται ο άνθρωπος θεωρείται ως κτιστή ενέργεια. Αλλά έτσι δεν μπορεί να αγιασθεί. Από αυτήν την βασική διδασκαλία προέρχεται η διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού, το καθαρτήριο πυρ, το πρωτείο του Πάπα κ.λπ.
  4. Εκτός από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στο Θεό, υπάρχουν άλλες μεγάλες διαφορές, που έγιναν κατά καιρούς αντικείμενα θεολογικών διαλόγων, ήτοι:

– το Filioque, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό με αποτέλεσμα να μειώνεται η μοναρχία του Πατέρα, να καταργείται η τέλεια ισότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδας, να μειώνεται ο Υιός κατά την ιδιότητά Του να γεννά, εάν υπάρχει ενότητα μεταξύ Πατρός και Υιού, να υποτιμάται το Άγιο Πνεύμα ως μη ισοδύναμο και ομόδοξο με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, αφού παρουσιάζεται ωσεί «πρόσωπο στείρο».

– η χρησιμοποίηση άζυμου άρτου στην θεία Ευχαριστία που παραβαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός τέλεσε το μυστικό δείπνο.

– ο καθαγιασμός των «τιμίων δώρων» που γίνεται όχι με την επίκληση, αλλά με την απαγγελία των ιδρυτικών λόγων του Χριστού «λάβετε φάγετε… πίετε εξ αυτού πάντες…»,

– η θεωρία ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη, που παρουσιάζει τον Θεό Πατέρα ως φεουδάρχη και παραθεωρεί την Ανάσταση,

– η θεωρία περί της “περισσευούσης αξιομισθίας” του Χριστού και των αγίων που την διαχειρίζεται ο Πάπας,

– ο χωρισμός και η διάσπαση μεταξύ των μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, και θείας Ευχαριστίας,

– η διδασκαλία περί της κληρονομήσεως της ενοχής του προπατορικού αμαρτήματος,

– οι λειτουργικές καινοτομίες σε όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ιεροσύνη, Εξομολόγηση, Γάμος, Ευχέλαιον),

– η μη μετάληψη των λαϊκών από το «Αίμα» του Χριστού,

– το πρωτείο του Πάπα, κατά το οποίο ο Πάπας είναι ο «episcopus episcoporum» και η πηγή της ιερατικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας, είναι η αλάθητη κεφαλή και ο Καθηγεμόνας της Εκκλησίας, «κυβερνώντας αυτήν μοναρχικώς ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γης» (Ι. Καρμίρης). Με αυτήν την έννοια ο Πάπας θεωρεί τον εαυτό του διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίον υποτάσσονται οι άλλοι Απόστολοι, ακόμη και ο Απόστολος Παύλος,

– η μη ύπαρξη συλλειτουργίας κατά τις λατρευτικές πράξεις,

– το αλάθητο του Πάπα,

– το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου και γενικά η Μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα,

– οι θεωρίες της analogia entis και analogia fidei που επικράτησαν στον δυτικό χώρο.

– η συνεχής πρόοδος της Εκκλησίας στην ανακάλυψη των πτυχών της αποκαλυπτικής αλήθειας,

– η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού,

– η άποψη περί της ενιαίας μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού και των κτισμάτων, η οποία οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης.

  1. Επίσης, η μεγάλη διαφοροποίηση, η οποία δείχνει τον τρόπο της θεολογίας βρίσκεται και στην διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ησυχαστικής θεολογίας. Στην Δύση αναπτύχθηκε ο σχολαστικισμός, ως προσπάθεια διερεύνησης όλων των μυστηρίων της πίστης με την λογική (Άνσελμος Καντερβουρίας, Θωμάς Ακινάτης), ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί ο ησυχασμός, δηλαδή η κάθαρση της καρδιάς και ο φωτισμός του νου, για την απόκτηση της γνώσης του Θεού. Ο διάλογος μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του σχολαστικού Βαρλαάμ είναι χαρακτηριστικός και δείχνει την διαφορά.
  2. Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι, ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία «η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται». Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως «συνέδρια του Χριστιανισμού που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα». Αρκεί να βγει ο Πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή παύει να έχει κύρος. Ο Επίσκοπος Μαρέ έγραψε: «θα ήταν πιο ακριβείς οι ΡΚαθολικοί αν εκφωνώντας το «Πιστεύω» έλεγαν: «καί εις έναν Πάπαν» παρά να λένε: «και εις μίαν….. Εκκλησίαν».

Επίσης, η σημασία και ο ρόλος των Επισκόπων μέσα στην Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπηση της παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι Επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί. Στην παπική εκκλησιολογία ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι «η αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους επισκόπους. Μονάχα η παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποίαν βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες». Μέσα σε αυτήν την προοπτική υποστηρίζεται από την παπική «Εκκλησία», ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διιστάμενες και έχουν ελλείψεις και κατά οικονομίαν μας δέχονται σε κοινωνία, και βέβαια κατ’ οικονομίαν μας δέχονται και ως αδελφές Εκκλησίας, επειδή αυτή αυτοθεωρείται ως μητέρα Εκκλησία και εμάς μας θεωρούν θυγατέρες Εκκλησίες.

  1. Το Βατικανό είναι κράτος και ο εκάστοτε Πάπας είναι ο ηγέτης του Κράτους του Βατικανού. Πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Το Κράτος του Βατικανού ιδρύθηκε το 754 από τον Πεπίνο τον Βραχύ, πατέρα του Καρλομάγνου και στην εποχή μας αναγνωρίσθηκε το 1929 από το Μουσολίνι. Είναι σημαντική η αιτιολογία της ανακηρύξεως του Παπικού Κράτους, όπως το υποστήριξε ο Πίος ΙΑ΄: «ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους». Ο Χριστός ήταν υπήκοος επιγείου κράτους, ο Πάπας δεν μπορεί να είναι! Η παπική εξουσία συνιστά θεοκρατία, αφού η θεοκρατία ορίζεται ως ταύτιση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικά κράτη στον κόσμο είναι δυο, το Βατικανό και το Ιράν.

Είναι χαρακτηριστικά τα όσα υποστήριξε στον ενθρονιστήριο λόγο του ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (1198-1216): «Αυτός που έχει τη νύμφη είναι ο νυμφίος. Αλλά η νύμφη αυτή (η Εκκλησία) δε συνεζεύχθη με κενά τα χέρια, αλλά πρόσφερε σε μένα ασύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. την πληρότητα των πνευματικών αγαθών και την ευρύτητα των κοσμικών, το μεγαλείο και την αφθονία αμφοτέρων….. Σαν σύμβολα των κοσμικών αγαθών μου έδωσε το Στέμμα, τη Μίτρα υπέρ της Ιεροσύνης, το Στέμμα για τη βασιλεία και με κατέστησε αντιπρόσωπο Εκείνου, στο ένδυμα και στο μηρό του οποίου γράφτηκε: ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων!».

Επομένως, υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και στην Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας». Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται, ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώσει ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός της Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος – αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γη, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος να αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς!

1.5.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

 

 agios-gewrgios-708

            Ο άγιος Γεώργιος, ο Τροπαιοφόρος, είναι ένας από τους πιο γνωστούς αγίους του Χριστιανισμού και από τους περισσότερο τιμώμενους στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Γεννήθηκε το 275 στην Καππαδοκία από χριστιανική οικογένεια (πατέρας από την Καππαδοκία και μητέρα από τη Λύδδα της Παλαιστίνης). Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του τον μετέφερε στη Λύδδα, όπου μορφώθηκε και διακρίθηκε για την ευφυΐα και την ευγένειά του. Στρατεύθηκε στα 18 του χρόνια στη Νικομήδεια στο τάγμα των τριβούνων (διοικητών πεζικού) και σύντομα έφθασε σε πολύ ψηλό βαθμό και διάκριση και τελικά πήρε το τίτλο του κόμη, οπότε ως τέτοιος υπηρέτησε ως ιδιαίτερος σύμβουλος του αυτοκράτορα Διοκλητιανού.

 

Το 305, σε ηλικία 30 ετών αποκαλύφθηκε η ιδιότητά του ως χριστιανού (την οποία επιμελώς απέκρυπτε), οπότε συνελήφθη και παρά τις προσπάθειες του αυτοκράτορα να μεταστραφεί, εκείνος αρνήθηκε, σύμφωνα δε με το σχετικό διάταγμα, αποκεφαλίστηκε (παρά τη μεγάλη λύπη του αυτοκράτορα που έπρεπε να θυσιάσει ένα τέτοιο άξιο αξιωματικό). Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του συνέβησαν θαυμαστά πράγματα τέτοια, που συνέβαλαν στο να γίνει χριστιανή ακόμη και η σύζυγος του αυτοκράτορα, Αλεξάνδρα. Για τη μεταστροφή της αυτή φυλακίστηκε από τον σύζυγό της Διοκλητιανό, με το διάταγμά του δε αποφασίστηκε ο αποκεφαλισμός της, ο οποίος όμως δεν πραγματοποιήθηκε, διότι πέθανε στη φυλακή την ώρα της προσευχής. Η μνήμη της εορτάζεται στις 21 Απριλίου.

 

Ο Γεώργιος ανακηρύχθηκε άγιος και ήδη από τον 4ο αιώνα υπήρχαν ναοί στο όνομά του στην Αίγυπτο, Συρία, Κωνσταντινούπολη, αλλά και στη Δύση. Η ΡΚαθολική «εκκλησία» κατά το 1961 τον διέγραψε από το αγιολόγιό της, με το δικαιολογητικό της έλλειψης αυθεντικών μαρτυριών!!! Τόσο η υμνογραφία, όσο και ο πλούτος των θαυμάτων είναι πάρα πολλά. Αποτελεί τον ελευθερωτή των αιχμαλώτων, υπερασπιστή των πτωχών, ιατρό των ασθενούντων και υπέρμαχο των βασιλέων, η δε μνήμη του στις 23 Απριλίου συνδέθηκε με πλήθος λαογραφικών εθίμων. Εάν η μνήμη της εορτής του προηγηθεί της εορτής του Πάσχα, τότε εορτάζεται την δεύτερη ημέρα του Πάσχα.

 

Η ημέρα της εορτής του αποτελεί για τον αγροτικό και κυρίως για τον ποιμενικό πληθυσμό, το ορόσημο του τέλους του χειμώνα και της έναρξης του θέρους, το οποίο τερματίζεται στην μνήμη ενός άλλου μεγάλου αγίου, του αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου. Την ημέρα της εορτής του αγίου Γεωργίου άρχιζαν οι ποικίλες χρονικές συμβάσεις των αγροτών και ιδιαίτερα αυτές που αφορούσαν τη πρόσληψη βοσκών για τα ποιμνιοστάσια. Η εορτή του είναι μια προέκταση της Πασχαλιάς, γι’ αυτό μοιράζονται κόκκινα αβγά και τελούνται ζωοθυσίες.

 

Η λαϊκή παράδοση έχει δημιουργήσει τη δοξασία της δρακοντοκτονίας του αγίου. Σύμφωνα με αυτή ένας δράκοντας φύλαγε μια νεροπηγή απ’ όπου υδρευόταν μια πόλη και για να αφεθεί το νερό, έπρεπε να ταϊστεί ο δράκοντας με ανθρώπινη τροφή, που κάθε φορά οριζόταν με κλήρωση. Όταν στην κλήρωση έλαχε σαν τροφή η κόρη του βασιλιά, τότε επενέβη έφιππος ο άγιος ο οποίος σκότωσε τον δράκοντα και απελευθέρωσε την κόρη. Ο θρύλος αυτός συνδέεται με παρόμοιο, που υπήρχε στον αρχαίο ελληνικό μύθο της απελευθέρωσης της Ανδρομέδας από τον Περσέα. Επίσης στις 3 Νοεμβρίου, όπου εορτάζεται η ανακομιδή των λειψάνων του αγίου έχει συνδεθεί η εορτή του, με το άνοιγμα και τη δοκιμή των κρασιών της νέας εσοδείας, γι’ αυτό αναφέρεται τότε, ως ο άγιος Γεώργιος ο Μεθυστής. Σε άλλες περιοχές την ημέρα της εορτής γίνονται αγώνες δρόμου, πάλης και ιπποδρομιών.

 

23.4.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ 

  TO «ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ» ΙΟΥΔΑ(Iω.Καρδάση)

 

 euaggelio-iouda

Το ευαγγέλιο του Ιούδα είναι ένα από τα λεγόμενα «απόκρυφα χριστιανικά κείμενα». Έτσι ονομάζονται διάφορα ανώνυμα ή ψευδεπίγραφα χριστιανικά κείμενα, γραμμένα από τον 2ο αιώνα και εξής, που δεν συμπεριλαμβάνονται στον «Κανόνα» της Κ. Διαθήκης αλλά αναγινώσκονται απλώς ή απορρίπτονται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των πρώτων αιώνων. Σχετίζονται όμως με την Κ.Δ. τόσο από πλευράς φιλολογικού είδους, όσο και από πλευράς περιεχομένου, διότι τα κείμενα αυτά αναφέρονται σε γεγονότα ή πρόσωπα που περιέχονται στην Κ.Δ. συνήθως τροποποιώντας τα ή βρίσκονται στην προέκταση αυτών. Με τον όρο «Απόκρυφα» δηλώνονται βιβλία αμφίβολης αξίας και προέλευσης και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις αιρετικά, πλην όμως δεν θεωρούνται όλα τα διασωθέντα απόκρυφα ως αιρετικά.

 

Ένα από τα απόκρυφα αυτά ευαγγέλια είναι και «Το Ευαγγέλιο του Ιούδα του Ισκαριώτη», για το οποίον αναφέρουν οι Πατέρες της Εκκλησίας Λουγδούνου Ειρηναίος, Κύπρου Επιφάνιος και Κύρου Θεοδώρητος, καθώς και ο σύγχρονος του Επιφάνιου, Πορφύριος, μη χριστιανός, ο βιογράφος του Πλωτίνου και το οποίον ανακαλύφθηκε στη δεκαετία του 1970 στο Nag Hammadi της Αιγύπτου στη Κοπτική γλώσσα και μόλις πρόσφατα κατορθώθηκε να αποκρυπτογραφηθεί το περιεχόμενό του.

 

Ο συγγραφέας του κειμένου είναι οπαδός της θεοσοφικής και φιλοσοφικής θρησκευτικής κίνησης του Γνωστικισμού, που απέκτησε ιδιαίτερη σπουδαιότητα στον 2ο μ.Χ. αιώνα και επηρέασε την ανάπτυξη του Χριστιανισμού, υποχρεώνοντας την Εκκλησία να αντιδράσει με την ανάπτυξη του «Κανόνα» της Αγίας Γραφής και της θεολογίας των βαπτιστηρίων συμβόλων και την ενίσχυση του επισκοπικού αξιώματος στις οργανωτικές δομές της τοπικής Εκκλησίας. Η έμφαση που έδινε στη Γνώση (εσωτερική εμπειρία) βρισκόταν σε οξεία αντίθεση προς τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, ο οποίος έδινε έμφαση στην Πίστη. Μπορεί να θεωρηθεί μια συγκρητιστική κίνηση, κάτι σαν την σημερινή «Νέα Εποχή».

 

Ο Γνωστικός, ο οπαδός του Γνωστικισμού, ό,τι γνωρίζει είναι γνώση του εσώτερου χαρακτήρα και συνδέει τη Γνώση με τη Σοφία ή την Επιστήμη. Βασικά οι διάφορες ομάδες των Γνωστικών πίστευαν ότι υπάρχει στον άνθρωπο θείος σπινθήρας, που προέρχεται από τη θεία πραγματικότητα και εξέπεσε στον κόσμο του πεπρωμένου, της γέννησης και του θανάτου. Ο σπινθήρας αυτός μπορεί να αφυπνιστεί από το θείο οργανικό σύνολο, στο οποίον ανήκε πριν από την πτώση, με την ενέργεια μιας θείας αποκαλύψεως και να επανενταχθεί έτσι πάλι στον πνευματικό κόσμο. Αυτή η θέση, που οπωσδήποτε έχει προηγούμενα στην ελληνική φιλοσοφία (Πλάτωνας, το σώμα φυλακή της ψυχής) και στις ιουδαιοχριστιανικές αναζητήσεις, αναδείχθηκε στην πληρότητά της μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού. Στοιχεία του Γνωστικισμού είναι παρμένα από τον Πλατωνισμό, Ορφισμό, Πυθαγορισμό, Περσικό δυαλισμό, Βουδδισμό κ.ά.

 

Ως πρώτοι Γνωστικοί αναφέρονται ο Σίμων ο Μάγος και ο μαθητής του Μένανδρος τον 1ο αιώνα μ.Χ. και αργότερα ο Βασιλείδης και ο Ισίδωρος, αρχές του 2ου αιώνα. Η πιο εξέχουσα μορφή όμως υπήρξε ο Ουαλεντίνος, ο οποίος υποστήριζε, ότι στην παιδική του ηλικία του αποκαλύφθηκε ο Λόγος. Κατόπιν ο Πτολεμαίος, ο Μάρκος, ο Θεόδοτος, ο Ηρακλέων κ.ά. Μέσα στον 2ο αιώνα άνθησε η ανώνυμη ή και ψευδώνυμη γνωστική γραμματεία των Ευαγγελίων, Πράξεων, Επιστολών και Αποκαλύψεων. Η παρακμή των γνωστικών συστημάτων πραγματοποιήθηκε τον 3ο αιώνα και παρέμειναν κατάλοιπα ως γνώση πλέον και όχι ως γνωστικά συστήματα.

 

Οι Γνωστικοί πίστευαν, ότι το σύμπαν κατανοούνταν σχηματικά ως ομόκεντρες σφαίρες με κέντρο τη Γη. Ο Γνωστικός αποτελούσε μέρος της Υπέρτατης Δύναμης και μετά το θάνατό του επανερχόταν στη Δύναμη αυτή. Ο Θεός της Π. Διαθήκης θεωρούνταν ως ατελής και κατώτερος Δημιουργός του Υλικού κόσμου, ενώ ο Θεός της Κ. Διαθήκης ως ανώτερος και τέλειος Δημιουργός του Πνευματικού κόσμου. Ο Θεός της Π.Δ. φθονούσε το Θεό της Κ.Δ!! Ο άνθρωπος ήταν ουσιαστικά ένα πνεύμα που κατοικούσε σε ένα σώμα και έτσι το πνεύμα ήταν δέσμιο του σώματος. Η σωτηρία αφορούσε αποκλειστικά στο πνεύμα, η δε πτώση του Αδάμ δεν αφορά αυτόν, αλλά τον πρόγονό του που είναι η Σοφία. Υπήρχαν τρεις κατηγορίες ανθρώπων, οι πνευματικοί (Γνωστικοί), οι ψυχικοί (Χριστιανοί) και οι σαρκικοί (όλοι οι υπόλοιποι). Οι πνευματικοί είναι οι τέλειοι και μόνον αυτοί εκ φύσεως σώζονται, οι ψυχικοί είχαν ελεύθερη βούληση και μπορούσαν να σωθούν ή να απωλεσθούν και οι σαρκικοί δεν μπορούσαν να σωθούν γιατί ήταν τέκνα του Διαβόλου.

 

Έτσι στον Γνωστικισμό πιστεύεται, ότι το πνεύμα του ανθρώπου (ο θείος σπινθήρας) κατοικεί σ’ ένα ξένο σώμα, σ’ ένα ξένο κόσμο. Πως λοιπόν θα μπορούσε αυτός ο θείος σπινθήρας να επιστρέψει στον Αληθινό Θεό; Η σωτηρία διενεργείται δια μέσου της Γνώσης. Οι Γνωστικοί πίστευαν, ότι ο Ιησούς ήταν ένας άνθρωπος, στον οποίο κατήλθε ο πνευματικός Χριστός, που προερχόταν από τον πνευματικό κόσμο. Επειδή ο Χριστός κατήλθε εκ των άνω, μπορούσε να αποκαλύψει τα μυστήρια του κόσμου και να κάνει θαύματα. Ο Χριστός αποχωρίστηκε από τον Ιησού κατά τη σταύρωση («και φωνήσας φωνή μεγάλη ο Ιησούς είπε. πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου» Λουκ. 23. 46).

 

Ο συγγραφέας του «Ευαγγελίου του Ιούδα» ανήκει στους Γνωστικούς και μάλιστα στην ομάδα των Καϊνιτών. Οι Καϊνίτες (οι οπαδοί του δολοφόνου του Άβελ) θεωρούσαν τον Κάϊν ως όργανο της Σοφίας και εχθρό του Δημιουργού, ενώ παράλληλα τιμούσαν και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη ως ευεργέτη του ανθρωπίνου γένους και είχαν στην Αγία Γραφή τους ιδιαίτερο ευαγγέλιο, το κατά Ιούδα.

 

Μέσα στα ανωτέρω πλαίσια, μπορεί κάποιος να κατανοήσει το περιεχόμενο του κειμένου αυτού. Αυτό αποτελεί ουσιαστικά ένα διάλογο μεταξύ του Ιησού και του Ιούδα, όπου εκεί εμφανίζεται ένας άλλος Χριστός από αυτόν που γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια. Σ’ αυτά ο Χριστός εμφανίζεται να είναι ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού, ο οποίος ενανθρώπησε για να λυτρώσει την ανθρωπότητα από το κράτος του θανάτου και να δώσει τη δυνατότητα στους ανθρώπους, εάν βεβαίως το επιθυμούσαν, να σωθούν και έτσι να έχουν γεύση του Παραδείσου και πρόγευση της Βασιλείας των Ουρανών. Στην πορεία του Θεανθρώπου, ο Ιούδας με την προδοσία διευκόλυνε το έργο της θείας Οικονομίας, στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Κυρίου. Αντίθετα στο κείμενο των Γνωστικών, ο Ιούδας εμφανίζεται να συνεργάζεται με τον Ιησού στην προδοσία, ώστε να μπορέσει ο Ιησούς με το θάνατό του να απαλλάξει το πνεύμα του, που ήταν φυλακισμένο στο σώμα του και έτσι να επιστρέψει ο θείος σπινθήρας (το πνεύμα) στο Απόλυτο Αγαθό. Έτσι εμφανίζεται εδώ ο Ιησούς όχι ως Σωτήρας της ανθρωπότητας, αλλά ως Σωτήρας του εαυτού του και χρησιμοποιεί τον Ιούδα δι’ ίδιον όφελος!!

 

Παρενθετικά αναφέρεται ως προς τον Ιούδα, αυτό που αναφέρει ο Πατέρας της Εκκλησίας, ο Ωριγένης. Αναφέρει λοιπόν, ότι ο Ιούδας γνώριζε το λυτρωτικό έργο του Ιησού και ότι κατά την κάθοδό του στον Άδη θα κήρυττε και σε όποιον μετανοούσε, θα υπήρχε η δυνατότητα της σωτηρίας. Εάν λοιπόν ο Ιούδας εν ζωή μεταμελήθηκε, αλλά δεν μετανόησε, θα είχε όμως τη δυνατότητα της μετανοίας στον Άδη και είναι γνωστό, ότι βρισκόταν εκεί πριν την κάθοδο του Ιησού!!

 

Πρόκειται λοιπόν για μια μεγάλη ανακάλυψη, που όμως αφορά τους ειδικούς, γιατί πλουτίζει τις γνώσεις μας για τους Γνωστικούς. Δεν έχει να κάνει με τα γνήσια Ευαγγέλια, με την Εκκλησία, με τη χριστιανική πίστη. Μιλάει για κάποια πρόσωπα, που τα ονομάζει Χριστό και Ιούδα, που όμως δεν έχουν καμία σχέση με τον Ιησού Χριστό και τον Ιούδα της ιστορίας και του χριστιανισμού. Δεν περιέχει κανένα ίχνος ιστορικότητας. Εντάσσεται στο πλαίσιο της μυθοπλασίας και χρησιμοποιείται πιθανόν από ορισμένους για άλλους σκοπούς, όπως συνέβη με την άλλη απίθανη μυθοπλασία, του «Κώδικα Da Vinci», ή παλαιότερα όταν βρέθηκαν τα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, που ήταν όντως η ανακάλυψη του αιώνα, για την οποίαν είχαν πει τότε πολλοί ότι θίγεται ο Χριστιανισμός. Και τα μεν χειρόγραφα τα τοποθέτησε η επιστημονική έρευνα στη σωστή τους βάση, ο δε Χριστιανισμός παρέμεινε ακλόνητος. Με το ίδιο πρίσμα λοιπόν πρέπει να δει κανείς και το «Ευαγγέλιο του Ιούδα».

 

20.3.17

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ