ΑΞΙΟΜΙΣΘΙΕΣ ΑΓΙΩΝ.(Ι.Καρδάση)

   Î‘ποτέλεσμα εικόνας για παπισμοσ

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

ΙΒ΄

Αξιομισθίες των αγίων είναι μια ΡΚαθολική θεώρηση, ότι οι άγιοι της Εκκλησίας έχουν κάνει περισσότερα καλά έργα, απ’ ότι χρειάζονται για τη σωτηρία τους, οπότε αυτά τα περισσεύματα καλών έργων μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη σωτηρία άλλων ανθρώπων, με τη μεσολάβηση κυρίως του Πάπα, αλλά και άλλων. Οι αξιομισθίες δε του ίδιου του Χριστού είναι άπειρες και ανεξάντλητες! Βέβαια η έννοια της αξιομισθίας δεν υπάρχει στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Η δογματική της αξιομισθίας στηρίζεται στη θεωρία, ότι ενώ ο Χριστός οφείλει υπακοή στη δικαιοσύνη και στην τιμή του Θεού, δεν οφείλει να πεθάνει, επειδή είναι αναμάρτητος, γι’ αυτό θεωρείται ο θάνατός του, ως «υπέρτακτο έργο», δηλ. ως αξιομισθία του Χριστού. Μετά την «ικανοποίηση της θ. δικαιοσύνης», ο Χριστός αποζημιώνεται υποχρεωτικά από τον Πατέρα με μια αμοιβή. Όμως επειδή ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος δεν του χρειάζεται η αμοιβή. Αν όμως ο «κερδηθείς μισθός» δε δινόταν σε κανέναν θα ήταν άχρηστος. Γι’ αυτό ο Χριστός παρέχει την ανταμοιβή, την αξιομισθία Του. Αυτή η αξιομισθία του Χριστού παραχωρείται από τον Θεό στον Πάπα (vicarious Christi, αντιπρόσωπο του Χριστού). Αυτός πλέον χειρίζεται τις αξιομισθίες του Χριστού, αλλά και των Αγίων, παρέχοντας ή δωρίζοντας αυτές σε πιστούς, για τη σωτηρία τους.

 

Συνδεδεμένη με τη θεωρία των αξιομισθιών είναι και η έννοια του Καθαρτηρίου, ενός τόπου μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως, όπου εκεί οι ψυχές, οι οποίες δεν πρόλαβαν να μετανοήσουν και να ξεπλύνουν εν ζωή τα αμαρτήματά τους, θα μπορέσουν να εξαλείψουν το χρέος τους με βάση τον θησαυρό των αξιομισθιών των αγίων!

 

Πουθενά, ωστόσο, το Ευαγγέλιο δεν διδάσκει τέτοιο πράγμα, ούτε δέχεται «περισσεύουσες αξιομισθίες» στους ανθρώπους, όσο άγιοι κι’ αν ήταν στη ζωή τους. Όσον αφορά δε το Καθαρτήριο, ουδαμού αναφέρεται τέτοιος τόπος στην Πατερική Θεολογία. Υπάρχει Παράδεισος και Άδης και όχι κάποιος άλλος πρόσκαιρος τόπος, η δε μεταξύ τους απόσταση συνιστά χάσμα μέγα. Ουδαμού στην Αγία Γραφή δεν αναφέρεται, ότι αμέσως μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα έχομε Παράδεισο, Καθαρτήριο και Άδη. Η πρόγευση του Παραδείσου και του Άδη αρχίζει από την έξοδο της ψυχής από το σώμα.  Οι δίκαιοι βρίσκονται με άνεση και ελευθερία μαζί με τους αγγέλους στον ουρανό και προγεύονται της Βασιλείας των Ουρανών, οι δε αμαρτωλοί βρίσκονται κλεισμένοι στον Άδη, αναμένοντας με στενοχώρια και απαραμύθητη λύπη, σαν κατάδικοι, την απόφαση του Κριτή, βλέποντας όμως την αιώνια βάσανο.  Μετά την Ανάσταση, αφού η ψυχή εισέλθει πάλι στο άφθαρτο σώμα και αλλοιωθεί όλη η κτίση και αφού διαιρεθεί το άκτιστο πυρ σε φωτιστικό και καυστικό, τότε ο άνθρωπος θα γευθεί της αιωνίου ζωής ή της αιωνίου κολάσεως. Αναφέρει σχετικά ο άγιος Νεκτάριος: «Κατά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, μετά θάνατον ουδεμία υπάρχει μεσάζουσα τάξις μεταξύ των μεταβαινόντων εις Ουρανούς και των καταβαινόντων εις Άδην. Δεν υπάρχει τόπος ειδικός, μεσάζων, ένθα ευρίσκονται αι ψυχαί των μετανοησάντων και μη ενεγκόντων καρπούς μετανοίας…..» (Μελέτη περί της αθανασίας της ψυχής, σελ. 168-169).

 

1.5.18

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

           

Advertisements

  ΠΑΠΙΚΟ ΑΛΑΘΗΤΟ (Ιω.Καρδάση)

    ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

 

ΙΑ΄

 

 

Vanicano-synodos

Παπικό αλάθητο είναι η αλαζονική αντίληψη του Πάπα Ρώμης, ότι όταν ούτος αποφαίνεται από καθέδρας, η κρίση του είναι αλάθητη. Πρώτη εμφανής εξάσκηση του αλαθήτου έχουμε από τον πάπα άγιο Αγαπητό Α΄ (535-536), όπου με τη σύμφωνη γνώμη του Ιουστινιανού Α΄ καθαίρεσε τον Πατριάρχη Κων/πόλεως Άνθιμο Α΄ και εξέλεξε στη θέση του τον Μηνά, τον οποίον και χειροτόνησε ο ίδιος. Τα της εκλογής αυτής της «αποστολικής καθέδρας» ζήτησε να εγκριθούν από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, έστειλε δε σχετική επιστολή στον Ιεροσολύμων Πέτρο, για να του αναγγείλει τα της εκλογής και του ζητούσε να του απαντήσει  «πως υποδέξονται την κρίσιν της Αποστολικής Καθέδρας». Ο Ιεροσολύμων συγκάλεσε σύνοδο, η οποία επικύρωσε ως ορθή την εκλογή του Μηνά. «Από τον τρόπο καταδίκης του Άνθιμου και την υποδοχή της απόφασης από την τοπική σύνοδο Ιεροσολύμων καταφανώς δηλώνεται η ηγεμονία του Πάπα στην καθόλου Εκκλησία και η ευπείθεια και υποταγή προς αυτόν των άλλων Εκκλησιών και η αναγνώριση του αλαθήτου του» (αγίου Νεκταρίου, τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 158-159)..

 

Αργότερα, το 1870, το αλάθητο θεσπίστηκε καταστατικά από την Α΄ Βατικανή Σύνοδο. Σύμφωνα με το δόγμα του αλαθήτου, ο Πάπας της Ρώμης είναι πάνω από τις Οικουμενικές Συνόδους και έχει την πλήρη και υπέρτατη δικαιοδοσία να αποφαίνεται αλάθητα και τη διδασκαλία του είναι υποχρεωμένη να παραδεχτεί ολόκληρη η Εκκλησία. Όποιος τολμήσει να «αντείπη», δηλ. να φέρει αντίρρηση στη διδασκαλία του, «ανάθεμα έστω». Οι ΡΚαθολικοί θεολόγοι φτάνουν στο σημείο να διακηρύττουν ότι και ψέμα να πει ο Πάπας, αυτό πρέπει να γίνει δεκτό από τους πιστούς, σαν αλήθεια!

 

Η ανακήρυξη ενός και μόνου ανθρώπου σαν αλαθήτου, όσο και εάν αυτός κατέχει τον ανώτατο βαθμό της Ιεροσύνης, είναι πράξη ξένη και αντίθετη προς την Αγία Γραφή και την Παράδοση. Αντίθετα, το αλάθητο ανήκει σ’ όλη την Εκκλησία. Γι’ αυτό στην εγκύκλιο των Ορθοδόξων Πατριαρχών της 6.5.1848 καθορίζεται, ότι: «ο φύλαξ της Ορθοδοξίας, το σώμα της Εκκλησίας, τουτ’ έστιν ο λαός αυτός εστι». Η Εκκλησία στο σύνολό της, κλήρος και λαός είναι «η πιστή φρουρός της Αποστολικής Παραδόσεως, φυλάττουσα αυτήν ως πεπιστευμένην ταύτη παρακαταθήκην».

 

Αλλά το αλάθητο του Πάπα εμφανίστηκε ξαφνικά; Όχι βέβαια. Πρώτα δημιουργήθηκε το αλάθητο των αγίων και κατόπιν επεκτάθηκε αυτό και στο παπικό αλάθητο. Αλλά έχουμε αλάθητο στους αγίους; Όχι, λένε οι Πατέρες: Είναι αλήθεια, ότι για την Εκκλησία η αγιότητα δεν ήταν ποτέ συνώνυμη του αλάθητου. Καθώς το είπε με σοφία ο Εφέσου άγιος Μάρκος, για τον ωριγενισμό του αγίου Γρηγορίου Νύσσης: «συμβαίνει κάποιος να είναι διδάσκαλος και ωστόσο να μην τα λέει όλα τέλεια σωστά. Διότι ποια ανάγκη θα υπήρχε για τους Πατέρες να κάνουν Οικουμενικές Συνόδους, αν καθένας τους σε τίποτε δεν απομακρυνόταν από την αλήθεια;». Αλλά και ο Μ. Φώτιος αναφέρει για τους αγίους: Ο Μ. Φώτιος σε μια επιστολή του στον πάπα Νικόλαο δηλώνει απερίφραστα ότι πολλοί Πατέρες, όπως ο Διονύσιος Αλεξανδρείας, ο Ιππόλυτος, ο Μεθόδιος και ο Ειρηναίος, διατύπωσαν εσφαλμένες απόψεις και συμπληρώνει: «Εμείς δε επειδή προσέξαμε ότι μερικοί άλλοι από τους μακαρίους Πατέρες και διδασκάλους μας πλανήθηκαν σε πολλά σημεία της ακριβούς ερμηνείας των ορθών δογμάτων, τους μεν ισχυρισμούς τους δεν τους αποδεχόμενα ως προσθήκη στη διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά τα ίδια τα πρόσωπά τους τα ασπαζόμεθα με τιμή» (Μ. Φωτίου, Επιστολαί 1 (ΚΔ΄), Migne 102, 813). Έτσι, οι άγιοι ούτε αλάνθαστοι είναι, ούτε αναμάρτητοι, αλλά είναι οι πιο θεραπευμένοι μέσα στο μεγάλο νοσοκομείο ψυχών και σωμάτων, που είναι η Εκκλησία.

 

Το αλάθητο του Πάπα, αργότερα, επεκτάθηκε σε κάθε απόφαση του. Έτσι, ενώ στην Α΄ Βατικανή μόνον οι, από καθέδρας και με τη χρήση του όρου «ορίζομεν» (definimus), αποφάσεις του Πάπα ήταν αλάθητοι, στη Β΄ Βατικανή θεσπίστηκε, ότι ο Πάπας είναι αλάθητος όχι μόνον όταν αποφαίνεται επισήμως ως Πάπας, αλλά οσάκις αποφαίνεται. Από τα παραπάνω εμφαίνεται, ότι η Οικουμενική Σύνοδος γίνεται απλά ένα συμβουλευτικό όργανο του Πάπα.

 

Με τον τρόπο αυτό, η συνοδική αρχή, η παραδοθείσα από τους αγίους Αποστόλους, αντικαθίσταται από την παποκεντρική αρχή. Ο «αλάθητος» Πάπας καθίσταται κέντρο και πηγή ενότητας της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι η Εκκλησία έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο για να την διατηρείται σε ενότητα. Έτσι παραθεωρείται και υποβαθμίζεται η θέση του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Με τη μεταφορά του αλάθητου από το Άγιο Πνεύμα στο πρόσωπο του Πάπα περιορίζεται η εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας μέσα στην Ιστορία και καθίσταται εγκοσμιοκρατική.

 

Μια πρόγευση του πρωτείου και του αλαθήτου έχουμε στις παπικές υπαγορεύσεις (dictates papae) Γρηγορίου Ζ΄ (1073-1085) με τις οποίες ισχυροποιούντο οι αποφάσεις της συνόδου του Λατερανού (1059) με τίτλο: «Η ρωμαϊκή Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Κύριο και μόνον από Αυτόν».

 1.- …………………………………………..

 2.- «Μόνον ο ρωμαίος ποντίφικας ονομάζεται δικαίως παγκόσμιος».

 3.- «Μόνον αυτός μπορεί να καθαιρέσει ή να δώσει άφεση στους επισκόπους.

 4.- «Ο λεγάτος του (δηλ. ο πρεσβευτής του), σε ένα εκκλησιαστικό συμβούλιο, είναι ανώτερος από όλους τους επισκόπους, ακόμη κι’ αν είναι κατώτερος κατά τη χειροτονία και μπορεί να τους απαγγείλει ποινή καθαιρέσεως».

 5.- «Ο πάπας μπορεί να καθαιρέσει τους απόντες».

 6.- «Μεταξύ άλλων, δεν μπορεί κανείς να συγκατοικήσει με αυτόν, που ο πάπας έχει αφορίσει».

 7.- «Μόνον αυτός μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να θεσπίσει νέους νόμους, να συνενώσει νέους λαούς, να μετατρέψει μια συνοδεία σε αβαείο, να διαιρέσει μια πλούσια επισκοπή και να συγχωνεύσει πτωχές επισκοπές».

 8.- «Μόνον αυτός μπορεί να χρησιμοποιήσει τα αυτοκρατορικά εμβλήματα».

 9.- «Ο πάπας είναι ο μόνος άνθρωπος του οποίου όλοι οι πρίγκιπες φιλούν τα πόδια».

10.- «Είναι ο μόνος του οποίου το όνομα μνημονεύεται σε όλες τις εκκλησίες».

11.- «Το όνομά του είναι μοναδικό στον κόσμο».

12.- «Έχει τη δυνατότητα να καθαιρεί τους αυτοκράτορες».

13.- «Έχει τη δυνατότητα να μεταθέτει τους επισκόπους από μια έδρα σε άλλη, σύμφωνα με τις ανάγκες».

14.- «Έχει το δικαίωμα να χειροτονεί ένα κληρικό οποιασδήποτε εκκλησίας, όπου θέλει».

15.- «Αυτός ο οποίος χειροτονήθηκε από τον πάπα μπορεί να δώσει εντολές στην εκκλησία ενός άλλου, αλλά όχι να κηρύξει πόλεμο και δεν μπορεί να δεχθεί από έναν άλλον επίσκοπο κάποιο ανώτερο αξίωμα».

16.- «Δεν μπορεί να γίνει καμία σύγκληση γενικής συνόδου χωρίς την εντολή του».

17.- «Κανένα κείμενο ή βιβλίο δεν μπορεί να έχει εγκυρότητα χωρίς την έγκρισή του».

18.- «Η απόφασή του δεν μπορεί να τροποποιηθεί από κανένα και μόνον αυτός μπορεί να τροποποιήσει τις αποφάσεις όλων».

19.- «Ο πάπας δεν μπορεί να κριθεί από κανένα».

20.- «Κανείς δεν μπορεί να καταδικάσει κάποιον που επικαλείται την αποστολική έδρα».

21.- «Οι σημαντικές υποθέσεις κάθε εκκλησίας πρέπει να φέρονται ενώπιόν του».

22.- «Η ρωμαϊκή εκκλησία δεν πλανήθηκε ποτέ και σύμφωνα με τη μαρτυρία της Γραφής δεν θα πλανηθεί ποτέ».

23.- «Ο ρωμαίος ποντίφικας, ο οποίος έχει χειροτονηθεί σύμφωνα με τους κανόνες, γίνεται αδιαμφισβητήτως άγιος με τις αξιομισθίες του μακάριου Πέτρου».

24.- «Με τη διαταγή και τη συγκατάθεση του πάπα επιτρέπεται σε κάποιον υπήκοο να εκφέρει κατηγορία».

25.- «Μπορεί εκτός συνοδικού συμβουλίου να καθαιρέσει ή να συγχωρήσει τους επισκόπους».

26.- «Αυτός ο οποίος δεν είναι με την καθολική εκκλησία, δεν μπορεί να θεωρείται καθολικός».
27.- «Ο πάπας μπορεί να αποδεσμεύσει υπηκόους του από όρκο πίστης που έδωσαν σε αδίκους».

            [Registrum, 11,55α.] Περιοδικό: «Ορθόδοξη Μαρτυρία» τ. 114

 

            Επακόλουθο αυτής της απόφασης είναι το κείμενο της θέσπισης, τόσο του πρωτείου, όσο και του αλάθητου της Α΄ Βατικανής συνόδου, το οποίο στα επίμαχα σημεία, έχει ως κατωτέρω, σε μετάφραση:

 

Καταστατικός χάρτης (Constitutio) I

 

Κεφάλαιο (caput) 1.

Όρισεν η σύνοδς αύτη, ότι: «….. εάν τις είπη, ότι ο μακάριος Πέτρος δεν είναι υπ’ αυτού του Χριστού του Κυρίου κατεστημένος πάντων των αποστόλων αρχή (principem) και πάσης της στρατευομένης Εκκλησίας ορατή κεφαλή. ή ότι ούτος τιμής μόνον, ουχί δε αληθούς και πραγματικής (propriae) δικαιοδοσίας πρωτείον υπ’ αυτού του Κυρίου ημών Χριστού κατ’ ευθείαν και αμέσως έλαβεν, ανάθεμα έστω».

 

Κεφάλαιο (caput) 2.

«….. Εάν τις είπη ότι δεν είναι κατά διάταξιν αυτού του Χριστού του Κυρίου ή θείω δικαίω, ίνα ο μακάριος Πέτρος εν τω πρωτείω υπέρ την καθολικήν Εκκλησίαν έχη συνεχείς διαδόχους ή ότι ο Ρωμαίος Ποντίφηξ δεν είναι του μακαρίου Πέτρου εν τω πρωτείω τούτω διάδοχος, ανάθεμα έστω».

 

Κεφάλαιο (caput) 3.

«….. Όθεν διδάσκομεν και διακηρύττομεν, ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία, διατάσσοντος του Κυρίου, υπέρ πάσας τας άλλας έλαβε πρωτείον κανονικής εξουσίας, και ότι η εξουσία αύτη της δικαιοδοσίας του Ρωμαίου Ποντίφηκος, ήτις είναι αληθώς επισκοπική, είναι και άμεσος. προς ταύτην δε οιουδήποτε τυπικού και αξιώματος οι ποιμένες και οι πιστοί, τόσον καθ’ εαυτούς ανά εις όσον και ομού πάντες δεσμεύονται δια καθήκοντος ιεραρχικής υποταγής και αληθούς υπακοής, ου μόνον εν τοις πράγμασιν, άτινα αφορώσιν εις την πίστιν και τα ήθη, αλλά και εις εκείνα, άτινα εις την ευταξίαν και διοίκησιν της Εκκλησίας της καθ’ άπασαν την οικουμένην. Ούτως ώστε τηρουμένης μετά του Ρωμαίου Ποντίφηκος τόσον της κοινωνίας όσον και της μετ’ αυτού ενότητος εν τη ομολογία της πίστεως, η Εκκλησία του Χριστού είναι μια ποίμνη υπό έναν ύψιστον ποιμένα». «Όθεν εάν τις είπη, ότι ο Ρωμαίος Ποντίφηξ έχει τοσούτον μόνον καθήκον επιβλέψεως ή διοικήσεως, ουχί δε πλήρη και υπερτάτην εξουσίαν δικαιοδοσίας εις σύμπασαν την Εκκλησίαν, ου μόνον εν τοις αφορώσιν εις την πίστιν και τα ήθη, αλλά και εις εκείνα, άτινα εις την ευταξίαν και διοίκησιν της καθ’ άπασαν την οικουμένην Εκκλησίας. ή ότι έχει ταύτην μετρίαν εις τα ισχυρότερα μέρη, ουχί δε ολόκληρον την πληρότητα ταύτης της υπερτάτης εξουσίας. ή ότι αύτη τούτου η εξουσία δεν είναι κανονική (ordinariam) και άμεσος είτε εις πάσας είτε εις ανά μιαν εκάστην τας εκκλησίας είτε εις πάντας είτε εις ένα έκαστον τους ποιμένας και τους πιστούς, ανάθεμα έστω».

 

Κεφάλαιο (caput) 4.

«….. Διδάσκομεν και ως θεόθεν αποκεκαλυμμένον δόγμα ορίζομεν: ότι ο Ρωμαίος ποντίφηξ, όταν από καθέδρας αποφαίνεται, τουτέστιν όταν επιτελών το καθήκον του Ποιμένος και Διδασκάλου πάντων των χριστιανών, καθ’ όσον καθορίζει δια της υπερτάτης Αποστολικής εξουσίας την διδασκαλίαν περί της πίστεως ή των ηθών, ήτις υπό της καθολικής Εκκλησίας δέον να τηρήται, δια θείας επιστασίας, επηγγελμένης αυτώ εν τω μακαρίω Πέτρω, εν τω αυτώ αλαθήτω ισχύει, εν τω οποίω ο θείος Λυτρωτής ηθέλησεν ίνα η Εκκλησία αυτού, όταν ορίζη την διδασκαλίαν περί πίστεως και ηθών, να είναι δεδιδαγμένη. Όθεν παρομοίως του Ρωμαίου ποντίφηκος αι αποφάσεις εξ αυτών, ουχί δε εκ της συγκαταθέσεως της Εκκλησίας είναι ατροποποίητοι. Εάν δε τις τολμά να αντείπη εις ταύτην την ημετέραν απόφανσιν, όπερ ο Θεός αποστρέψεται, ανάθεμα έστω» (H. Denzinger-E. Nebreda (1909), σελ. 382-387).

 

1.3.18

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

           

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ(Ιω.Καρδάση)

 

 

images

Ένα ζήτημα, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Εκκλησία μετά τις νέες συνθήκες, που δημιούργησε το υποχρεωτικό της ιερολογίας του γάμου ήταν η δευτερογαμία, αλλά ακόμη και η τριτογαμία. Η δευτερογαμία επετρέπετο και ήταν συγχωρητέα πράξη από την Εκκλησία, η δε τριτογαμία επετρέπετο μόνο υπό κάποιες προϋποθέσεις.

 

Όσον αφορά την Πολιτεία, αυτή δεν κόλαζε τη διγαμία ή την πολυγαμία γενικώς: «Ο πολιτικός νόμος ου κολάζει την δευτερογαμίαν ή πολυγαμίαν» (Φωτίου, Νομοκάνων, Ρ-Π, Σύνταγμα, τ. Α΄, σελ. 275).

 

Η αναφορά αυτή στις θέσεις της Εκκλησίας για τους άθεσμους γάμους και κυρίως για τις διαφυλικές μίξεις και τη διγαμία έγινε, για να γίνει αντιληπτό το πόσο δύσκολο ήταν για την Εκκλησία να αποδεχθεί την τέλεση του γάμου σε παρόμοιες περιπτώσεις μαζί με τη θεία ευχαριστία. Για να εφαρμόσει όμως και την απαίτηση του νόμου, η μόνη λύση ήταν να αναπτύξει μια ιερολογία ξεκομμένη από τη θεία ευχαριστία.

 

Έτσι πλέον βλέπουμε, ότι από την εποχή που κατ’ ανάγκη μπορούσε ο γάμος να γίνει και εκτός θείας λειτουργίας, ήταν δυνατόν η Εκκλησία να φανεί περισσότερο επιεικής και να εφαρμόσει το πνεύμα της οικονομίας, κρίνοντας την αναξιότητα των μελλονύμφων ανάλογα με το βαθμό του αμαρτήματος ή στεφανώνοντας κάποιον σε ένα δεύτερο ή τρίτο γάμο, ενώ διατηρούσε τους κανόνες που αφορούσαν τη θεία μετάληψη.

 

Η βαθμιαία αυτή «απομυστηριοποίηση» του γάμου, που ξεκίνησε αφ’ ης στιγμής η ιερολογία ως προϋπόθεση εγκυρότητας και νομιμότητας του γάμου γενικεύθηκε με τις σχετικές αυτοκρατορικές διατάξεις, κορυφώθηκε δε την περίοδο της Τουρκοκρατίας εξ αιτίας των νέων ιστορικών συνθηκών και πνευματικών αντιλήψεων.

 

ΣΥΓΧΩΡΗΤΕΟΣ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ

 

Στην παράδοση της Εκκλησίας δεν θεωρείται παράνομος ο εν Κυρίω δεύτερος γάμος:

 

Απόστολος Παύλος: (Ρωμ. 7. 3): «άρα ζώντος του ανδρός μοιχαλίς χρηματίσει εάν γένηται ανδρί ετέρω. Εάν δε αποθάνη ο ανήρ, ελευθέρα εστίν από του νόμου, του μη είναι αυτήν μοιχαλίδα γενομένην ανδρί ετέρω».

(Κορ. Α΄ 7. 8-9): «Λέγω δε τοις αγάμοις και ταις χήραις, καλόν αυτοίς εστίν εάν μείνωσιν ως καγώ. Ει δε ουκ εγκρατεύονται, γαμησάτωσαν».

(Κορ. Α΄ 7. 39-40): «Γυνή δέδεται νόμω εφ’ όσον χρόνον ζη ο ανήρ αυτής. εάν δε κοιμηθή ο ανήρ αυτής, ελευθέρα εστίν ω θέλει γαμηθήναι, μόνον εν Κυρίω. Μακαριωτέρα δε εστιν εάν ούτω μείνη, κατά την εμήν γνώμην. Δοκώ δε καγώ Πνεύμα Θεού έχειν».

 

Κλήμης Ρώμης: (Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων, 3, 3, PG 1, 764Α): Συγχωρείται μόνο (ο δεύτερος γάμος) «ίνα μη εις κρίμα του διαβόλου εμπέσωσι, και παγίδας πολλάς, και επιθυμίας ανοήτους, και επιζημίους ψυχαίς, αίτινες κόλασιν προξενούσι μάλλον ή άνεσιν».

 

Κλήμης Αλεξανδρέας: (Στρωματείς): «Ο δευτερογαμήσας, ουχ αμαρτάνει μεν κατά την Διαθήκην, ου πληροί δε την Ευαγγελικήν τελειότητα».

 

            Κύριλλος Ιεροσολύμων: (Κατήχησις Δ΄, 26, PG 33, 487Β): «Το πρώτον νόμος, το δεύτερον συγχώρησις, το τρίτον παρανομία».

 

            Μ. Βασίλειος: (κανών πζ΄): «Πορνείας παραμυθία ο δεύτερος γάμος, ουχί εφόδιον εις ασέλγειαν». Δηλ. ο Μ. Βασίλειος θεωρεί τον δεύτερο γάμο παραμυθία κατά της κατηγορίας επί πορνεία.

 

Γρηγόριος Θεολόγος: (Λόγος 37, Εις το ρητόν του Ευαγγελίου «ότε ετέλεσεν ο Ιησούς τους λόγους τούτους», ΕΠΕ , σελ. 440): Το αυτό ως ανωτέρω αναφερόμενο στον Κλήμη Ρώμης.

 

Ιω. Χρυσόστομος: (Περί Μονανδρίας, PG 51, 611): «Συγγνωστόν δε και τω δευτέρω γάμω προσελθείν, ίνα μη πορνεύσωσιν οι ασθενείς».

 

Θεόδωρος Στουδίτης: «Ου τον δεύτερον γάμον εν τοις απειρημένοις τιθέντες τω προτέρω στέργειν παρακαλούμεν, αλλ’ ομολογούμεν μεν και τούτον είναι κατά νόμον τον δεύτερον, πολλώ δε τον ένα του δευτέρου βελτίονα». Αργότερα επαναλαμβάνει την άποψη του αποστόλου Παύλου και των άλλων Πατέρων ότι ο δεύτερος γάμος γίνεται κατά συγχώρηση (Επιστολαί, Ι΄, 50, PG 99, 1093C): «Και ούτω νόμω ορμάται συγχωρητικώ η διγαμία, κατά τον Απόστολον γινώσκουσα τα δευτερεία έχειν της μονογαμίας και μη αλόγως της πρώτης επιζητούσα τα δικαιώματα, όπερ προηπήλαυκε».

 

ΕΠΙΤΙΜΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΙΓΑΜΟΥΣ

 

Επειδή όμως ο δεύτερος γάμος εκλαμβάνεται κατά κάποιο τρόπο ως ήττα, αδυναμία, και ακρασία, επιβάλλονται από τους Πατέρες διάφορα επιτίμια μετανοίας και αποχής στους διγάμους, μετά τη λήψη των οποίων μπορούν βεβαίως και πάλι να δεχθούν τη θεία μετάληψη και τις ευλογίες της Εκκλησίας:

 

Μ. Βασίλειος: (κανών δ΄): «Ενιαυτόν μεν (ώρισαν οι πατέρες), άλλοι δε δυο έτη». Εδώ ο Μ. Βασίλειος επιβάλλει επιτίμιο ενός έτους.

 

Ιωάννης Νηστευτής: (κανών ιβ΄): «Παντί τω πορνεύσαντι Μοναχώ ή λαϊκώ, διετή χρόνον μη κοινωνείν…..». Ορίζει δυο έτη ακοινωνησίας, στους πορνεύσαντες, στους οποίους υπάγονται και οι δευτερογαμήσαντες.

 

Νικηφόρος Κων/πόλεως: (κανών β΄): «Ο δίγαμος ου στεφανούται, αλλ’ επιτιμάται μη μεταλαβείν των αχράντων μυστηρίων έτη δυο». Δηλ. ο δίγαμος επιτιμάται επί δυο έτη να μη μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων και μετά μπορεί να στεφανωθεί.

 

Θεόδωρος Στουδίτης: (Επιστολαί, Ι΄, 50, PG 99, 1092C): «Ενιαυτόν επί των διγάμων, άλλοι δε δυο έτη». Και εδώ το επιτίμιον πρέπει να είναι ένα έτος, άλλοι όμως πατέρες θέτουν τα δυο έτη.

 

Σύνοδος Νεοκαισαρείας: (κανών ζ΄): «Πρεσβύτερον εις γάμους διγαμούντων μη εστιάσθαι. Επεί, μετάνοιαν αιτούντος του διγάμου, τις έσται ο Πρεσβύτερος, ο δια της εστιάσεως συγκατατιθέμενος τοις γάμοις;». Δηλ. δεν επιτρέπεται σε ιερέα, που ευλόγησε δεύτερο γάμο, να λάβει μέρος στο γαμήλιο δείπνο, γιατί η μεν ιερολογία έγινε εξ ανάγκης, ενώ η συμμετοχή θεωρείται επιβράβευση. Από αυτό φαίνεται, ότι η Εκκλησία δεν ενθαρρύνει τον δεύτερο γάμο, πλην όμως τον ευλογεί κατ’ οικονομίαν.

 

Σύνοδος Λαοδίκειας: (κανών α΄): «Περί του, δειν, κατά τον εκκλησιαστικόν Κανόνα, τους ελευθέρους και νομίμως συναφθέντας δευτέροις γάμοις, μη λαθρογαμίαν ποιήσαντας, ολίγου χρόνου παρελθόντος, και σχολάσαντας τοις προσευχαίς και νηστείαις, κατά συγγνώμην αποδίδοσθαι αυτοίς την κοινωνίαν». Δηλ. αυτοί που έρχονται σε δεύτερο γάμο και μόνον αν αυτός ο γάμος ήταν ελεύθερος από συγγενική σχέση και επομένως νόμιμος, τότε θα πρέπει να τίθεται κάποιο κώλυμα στη θ. μετάληψη για λίγο καιρό. Εάν όμως κοιμηθούν πριν να ευλογηθούν, τότε υφίστανται επιτίμια ως πορνεύσαντες. Ουδαμού στον κανόνα αυτόν αναφέρονται οι εις δεύτερον γάμον ερχόμενοι χήροι.

 

ΕΠΙΤΙΜΙΑ ΣΤΟΥΣ ΤΡΙΓΑΜΟΥΣ

 

Η Εκκλησία δεν συγχωρεί τον τρίτο γάμο, αλλά τον ανέχεται και γι’ αυτό τον επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις και επιβάλλει μεγαλύτερα επιτίμια. Το ζήτημα της τριγαμίας λύθηκε με τον περίφημο τόμο της Ενώσεως (920), ο οποίος, για να ξεκαθαρισθεί το σχίσμα που δημιούργησε η ευλογία του τέταρτου γάμου του Λέοντα του Σοφού, απαγόρευσε εντελώς τον τέταρτο γάμο και έθεσε ορισμένους όρους αποδοχής του τρίτου γάμου, όπως π.χ. την προσέλευση στη θεία κοινωνία τρεις φορές το χρόνο κατόπιν μάλιστα νηστείας (MANSI, t. 17A-18A, στ. 337, 340): «Τέταρτον γάμον μηδενί τολμάσθαι, αλλ’ είναι απόβλητον παντελώς….. και ει τις δε τριακοντούτης ων, και τέκνα έχων εκ των προλαβόντων γάμων, τρίτη συνάπτοιτο γυναικί, και ούτος δε ασυγχώρητος μέχρι τετάρτου έτους της κοινωνίας των αγιασμάτων αμέτοχος….. και μετά το τυχείν δε της μεταλήψεως των μυστηρίων, τρις του ενιαυτού μόνον αξιωθήσεται της αποπλαύσεως. Άπαξ μεν, εν τη σωτηρίω του Χριστού και Θεού ημών αναστάσει, δεύτερον δε, εν τη κοιμήσει της αχράντου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και τρίτον, εν τη γενεθλίω ημέρα Χριστού του Θεού ημών δια των εν ταύταις προηγείσθαι νηστείαν και το εκ ταύτης όφελος».

 

Μ. Βασίλειος: (κανών δ΄): «Τους δε τριγάμους εν τρισί και τέσσαρσι πολλάκις έτεσιν αφορίζουσιν. Ονομάζουσι δε τον τοιούτον ουκ έτι γάμον, αλλά πολυγαμίαν, μάλλον δε πορνείαν κεκολασμένην….. Συνήθειαν δε κατελάβομεν επί των τριγάμων, πενταετίας αφορισμόν». Επ’ αυτού ο κανονολόγος Μανουήλ Μαλαξός αναφέρει (Νομοκάνων, σελ. 324-325): «Δια να λάβη τις τρίτην γυναίκα, νόμον εκκλησιστικόν δεν έχομεν (κατά Μ. Βασίλειο), όμως περί να πορνεύση, όπου αν φθάση, κάλλιον είναι να λάβη τρίτην γυναίκα και δεν καταδικάζομεν την πράξιν του γάμου τούτου, να την εσυγχωρήσωμεν, πλην δεχόμεθα αυτόν, ως καθώς λέγει ο τόμος της Ενώσεως».

 

Νικηφόρος Κων/πόλεως: (β΄ κανών): «Ο δίγαμος δεν ευλογείται με στέφανα, αλλά επιτιμάται να μη μεταλάβη δυο χρόνους, ο δε τρίγαμος χρόνους τρεις». Εδώ ο άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής κανονίζει να μην στεφανωθεί ο δίγαμος πριν από τα δυο χρόνια και ο τρίγαμος πριν από τα τρία.

 

Σύνοδος Νεοκαισαρείας: (κανών γ΄): «Περί τους πλείστοις γάμοις περιπιπτόντων, ο μεν χρόνος σαφής ο ωρισμένος, η δε αναστροφή και η πίστις αυτών συντέμνει τον χρόνον». Δηλ. τα επιτίμια στους πολύγαμους (τρίγαμους) δύνανται να ελαττωθούν ανάλογα με τη μετάνοια και την πίστη που αυτοί θα εκδηλώσουν.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

α/ Η Εκκλησία ήδη από τους αποστολικούς χρόνους, δια των Πατέρων της, ενεθάρρυνε μόνο τη μονογαμία και σε καμία περίπτωση τη διγαμία. Μπροστά όμως σε προβλήματα πορνείας, που ανέκυψαν αναγκάστηκε να εφαρμόσει την οικονομία και έδωσε λύση στο θέμα του δεύτερου  γάμου και τον επέτρεψε κατά συγχώρηση και δια να αποφευχθεί το βαρύτερο αμάρτημα της πορνείας.

 

β/ Η τέλεση δεύτερου γάμου δεν γίνεται αμέσως μετά τη λύση του πρώτου γάμου, αλλά μεσολαβεί ένα διάστημα (1-2 χρόνων) μέχρι να γίνει το στεφάνωμα και με το επιτίμιο της ακοινωνησίας.

 

γ/ Η τέλεση τρίτου γάμου θεωρείται πράξη παράνομη, αλλά κατ’ άκραν οικονομίαν επιτρέπεται με ορισμένες προϋποθέσεις και με βαριά επιτίμια (3-4 χρόνια) ακοινωνησίας και έκτοτε, μόνο 3 φορές το χρόνο λήψη της θ. κοινωνίας.

 

δ/ Σε όλους τους ανωτέρω κανόνες δεν αναφέρονται περιπτώσεις χηρείας. Υπενθυμίζεται, ότι για τις περιπτώσεις χηρείας δεν υπάρχει κανένα κώλυμα σύναψης δεύτερου γάμου και μάλιστα δεν υπάρχει καμία περίπτωση επιτιμίου σ’ αυτές, το αντίθετο μάλιστα υπάρχει και προτροπή (ιδίως στις γυναίκες κάτω των 60 ετών) να συνάψουν γάμο, άλλως ας προτιμήσουν την αγαμία (Τιμ. Α΄ 5. 9-10, 14-15).

 

ε/ Ελεύθεροι για τη σύναψη δεύτερου γάμου είναι: 1.- οι εκ χηρείας προερχόμενοι (Τιμ. ως ανωτέρω), 2.- οι τελέσαντες πρώτο γάμο και μη έχοντες σχέση συγγενείας μεταξύ τους (α΄ Λαοδίκειας), οι οποίοι και μόνον υφίστανται τα επιτίμια.

 

15.11.17

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ