Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ(Ιω.Καρδάση)

 

 

images

Ένα ζήτημα, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Εκκλησία μετά τις νέες συνθήκες, που δημιούργησε το υποχρεωτικό της ιερολογίας του γάμου ήταν η δευτερογαμία, αλλά ακόμη και η τριτογαμία. Η δευτερογαμία επετρέπετο και ήταν συγχωρητέα πράξη από την Εκκλησία, η δε τριτογαμία επετρέπετο μόνο υπό κάποιες προϋποθέσεις.

 

Όσον αφορά την Πολιτεία, αυτή δεν κόλαζε τη διγαμία ή την πολυγαμία γενικώς: «Ο πολιτικός νόμος ου κολάζει την δευτερογαμίαν ή πολυγαμίαν» (Φωτίου, Νομοκάνων, Ρ-Π, Σύνταγμα, τ. Α΄, σελ. 275).

 

Η αναφορά αυτή στις θέσεις της Εκκλησίας για τους άθεσμους γάμους και κυρίως για τις διαφυλικές μίξεις και τη διγαμία έγινε, για να γίνει αντιληπτό το πόσο δύσκολο ήταν για την Εκκλησία να αποδεχθεί την τέλεση του γάμου σε παρόμοιες περιπτώσεις μαζί με τη θεία ευχαριστία. Για να εφαρμόσει όμως και την απαίτηση του νόμου, η μόνη λύση ήταν να αναπτύξει μια ιερολογία ξεκομμένη από τη θεία ευχαριστία.

 

Έτσι πλέον βλέπουμε, ότι από την εποχή που κατ’ ανάγκη μπορούσε ο γάμος να γίνει και εκτός θείας λειτουργίας, ήταν δυνατόν η Εκκλησία να φανεί περισσότερο επιεικής και να εφαρμόσει το πνεύμα της οικονομίας, κρίνοντας την αναξιότητα των μελλονύμφων ανάλογα με το βαθμό του αμαρτήματος ή στεφανώνοντας κάποιον σε ένα δεύτερο ή τρίτο γάμο, ενώ διατηρούσε τους κανόνες που αφορούσαν τη θεία μετάληψη.

 

Η βαθμιαία αυτή «απομυστηριοποίηση» του γάμου, που ξεκίνησε αφ’ ης στιγμής η ιερολογία ως προϋπόθεση εγκυρότητας και νομιμότητας του γάμου γενικεύθηκε με τις σχετικές αυτοκρατορικές διατάξεις, κορυφώθηκε δε την περίοδο της Τουρκοκρατίας εξ αιτίας των νέων ιστορικών συνθηκών και πνευματικών αντιλήψεων.

 

ΣΥΓΧΩΡΗΤΕΟΣ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ

 

Στην παράδοση της Εκκλησίας δεν θεωρείται παράνομος ο εν Κυρίω δεύτερος γάμος:

 

Απόστολος Παύλος: (Ρωμ. 7. 3): «άρα ζώντος του ανδρός μοιχαλίς χρηματίσει εάν γένηται ανδρί ετέρω. Εάν δε αποθάνη ο ανήρ, ελευθέρα εστίν από του νόμου, του μη είναι αυτήν μοιχαλίδα γενομένην ανδρί ετέρω».

(Κορ. Α΄ 7. 8-9): «Λέγω δε τοις αγάμοις και ταις χήραις, καλόν αυτοίς εστίν εάν μείνωσιν ως καγώ. Ει δε ουκ εγκρατεύονται, γαμησάτωσαν».

(Κορ. Α΄ 7. 39-40): «Γυνή δέδεται νόμω εφ’ όσον χρόνον ζη ο ανήρ αυτής. εάν δε κοιμηθή ο ανήρ αυτής, ελευθέρα εστίν ω θέλει γαμηθήναι, μόνον εν Κυρίω. Μακαριωτέρα δε εστιν εάν ούτω μείνη, κατά την εμήν γνώμην. Δοκώ δε καγώ Πνεύμα Θεού έχειν».

 

Κλήμης Ρώμης: (Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων, 3, 3, PG 1, 764Α): Συγχωρείται μόνο (ο δεύτερος γάμος) «ίνα μη εις κρίμα του διαβόλου εμπέσωσι, και παγίδας πολλάς, και επιθυμίας ανοήτους, και επιζημίους ψυχαίς, αίτινες κόλασιν προξενούσι μάλλον ή άνεσιν».

 

Κλήμης Αλεξανδρέας: (Στρωματείς): «Ο δευτερογαμήσας, ουχ αμαρτάνει μεν κατά την Διαθήκην, ου πληροί δε την Ευαγγελικήν τελειότητα».

 

            Κύριλλος Ιεροσολύμων: (Κατήχησις Δ΄, 26, PG 33, 487Β): «Το πρώτον νόμος, το δεύτερον συγχώρησις, το τρίτον παρανομία».

 

            Μ. Βασίλειος: (κανών πζ΄): «Πορνείας παραμυθία ο δεύτερος γάμος, ουχί εφόδιον εις ασέλγειαν». Δηλ. ο Μ. Βασίλειος θεωρεί τον δεύτερο γάμο παραμυθία κατά της κατηγορίας επί πορνεία.

 

Γρηγόριος Θεολόγος: (Λόγος 37, Εις το ρητόν του Ευαγγελίου «ότε ετέλεσεν ο Ιησούς τους λόγους τούτους», ΕΠΕ , σελ. 440): Το αυτό ως ανωτέρω αναφερόμενο στον Κλήμη Ρώμης.

 

Ιω. Χρυσόστομος: (Περί Μονανδρίας, PG 51, 611): «Συγγνωστόν δε και τω δευτέρω γάμω προσελθείν, ίνα μη πορνεύσωσιν οι ασθενείς».

 

Θεόδωρος Στουδίτης: «Ου τον δεύτερον γάμον εν τοις απειρημένοις τιθέντες τω προτέρω στέργειν παρακαλούμεν, αλλ’ ομολογούμεν μεν και τούτον είναι κατά νόμον τον δεύτερον, πολλώ δε τον ένα του δευτέρου βελτίονα». Αργότερα επαναλαμβάνει την άποψη του αποστόλου Παύλου και των άλλων Πατέρων ότι ο δεύτερος γάμος γίνεται κατά συγχώρηση (Επιστολαί, Ι΄, 50, PG 99, 1093C): «Και ούτω νόμω ορμάται συγχωρητικώ η διγαμία, κατά τον Απόστολον γινώσκουσα τα δευτερεία έχειν της μονογαμίας και μη αλόγως της πρώτης επιζητούσα τα δικαιώματα, όπερ προηπήλαυκε».

 

ΕΠΙΤΙΜΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΙΓΑΜΟΥΣ

 

Επειδή όμως ο δεύτερος γάμος εκλαμβάνεται κατά κάποιο τρόπο ως ήττα, αδυναμία, και ακρασία, επιβάλλονται από τους Πατέρες διάφορα επιτίμια μετανοίας και αποχής στους διγάμους, μετά τη λήψη των οποίων μπορούν βεβαίως και πάλι να δεχθούν τη θεία μετάληψη και τις ευλογίες της Εκκλησίας:

 

Μ. Βασίλειος: (κανών δ΄): «Ενιαυτόν μεν (ώρισαν οι πατέρες), άλλοι δε δυο έτη». Εδώ ο Μ. Βασίλειος επιβάλλει επιτίμιο ενός έτους.

 

Ιωάννης Νηστευτής: (κανών ιβ΄): «Παντί τω πορνεύσαντι Μοναχώ ή λαϊκώ, διετή χρόνον μη κοινωνείν…..». Ορίζει δυο έτη ακοινωνησίας, στους πορνεύσαντες, στους οποίους υπάγονται και οι δευτερογαμήσαντες.

 

Νικηφόρος Κων/πόλεως: (κανών β΄): «Ο δίγαμος ου στεφανούται, αλλ’ επιτιμάται μη μεταλαβείν των αχράντων μυστηρίων έτη δυο». Δηλ. ο δίγαμος επιτιμάται επί δυο έτη να μη μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων και μετά μπορεί να στεφανωθεί.

 

Θεόδωρος Στουδίτης: (Επιστολαί, Ι΄, 50, PG 99, 1092C): «Ενιαυτόν επί των διγάμων, άλλοι δε δυο έτη». Και εδώ το επιτίμιον πρέπει να είναι ένα έτος, άλλοι όμως πατέρες θέτουν τα δυο έτη.

 

Σύνοδος Νεοκαισαρείας: (κανών ζ΄): «Πρεσβύτερον εις γάμους διγαμούντων μη εστιάσθαι. Επεί, μετάνοιαν αιτούντος του διγάμου, τις έσται ο Πρεσβύτερος, ο δια της εστιάσεως συγκατατιθέμενος τοις γάμοις;». Δηλ. δεν επιτρέπεται σε ιερέα, που ευλόγησε δεύτερο γάμο, να λάβει μέρος στο γαμήλιο δείπνο, γιατί η μεν ιερολογία έγινε εξ ανάγκης, ενώ η συμμετοχή θεωρείται επιβράβευση. Από αυτό φαίνεται, ότι η Εκκλησία δεν ενθαρρύνει τον δεύτερο γάμο, πλην όμως τον ευλογεί κατ’ οικονομίαν.

 

Σύνοδος Λαοδίκειας: (κανών α΄): «Περί του, δειν, κατά τον εκκλησιαστικόν Κανόνα, τους ελευθέρους και νομίμως συναφθέντας δευτέροις γάμοις, μη λαθρογαμίαν ποιήσαντας, ολίγου χρόνου παρελθόντος, και σχολάσαντας τοις προσευχαίς και νηστείαις, κατά συγγνώμην αποδίδοσθαι αυτοίς την κοινωνίαν». Δηλ. αυτοί που έρχονται σε δεύτερο γάμο και μόνον αν αυτός ο γάμος ήταν ελεύθερος από συγγενική σχέση και επομένως νόμιμος, τότε θα πρέπει να τίθεται κάποιο κώλυμα στη θ. μετάληψη για λίγο καιρό. Εάν όμως κοιμηθούν πριν να ευλογηθούν, τότε υφίστανται επιτίμια ως πορνεύσαντες. Ουδαμού στον κανόνα αυτόν αναφέρονται οι εις δεύτερον γάμον ερχόμενοι χήροι.

 

ΕΠΙΤΙΜΙΑ ΣΤΟΥΣ ΤΡΙΓΑΜΟΥΣ

 

Η Εκκλησία δεν συγχωρεί τον τρίτο γάμο, αλλά τον ανέχεται και γι’ αυτό τον επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις και επιβάλλει μεγαλύτερα επιτίμια. Το ζήτημα της τριγαμίας λύθηκε με τον περίφημο τόμο της Ενώσεως (920), ο οποίος, για να ξεκαθαρισθεί το σχίσμα που δημιούργησε η ευλογία του τέταρτου γάμου του Λέοντα του Σοφού, απαγόρευσε εντελώς τον τέταρτο γάμο και έθεσε ορισμένους όρους αποδοχής του τρίτου γάμου, όπως π.χ. την προσέλευση στη θεία κοινωνία τρεις φορές το χρόνο κατόπιν μάλιστα νηστείας (MANSI, t. 17A-18A, στ. 337, 340): «Τέταρτον γάμον μηδενί τολμάσθαι, αλλ’ είναι απόβλητον παντελώς….. και ει τις δε τριακοντούτης ων, και τέκνα έχων εκ των προλαβόντων γάμων, τρίτη συνάπτοιτο γυναικί, και ούτος δε ασυγχώρητος μέχρι τετάρτου έτους της κοινωνίας των αγιασμάτων αμέτοχος….. και μετά το τυχείν δε της μεταλήψεως των μυστηρίων, τρις του ενιαυτού μόνον αξιωθήσεται της αποπλαύσεως. Άπαξ μεν, εν τη σωτηρίω του Χριστού και Θεού ημών αναστάσει, δεύτερον δε, εν τη κοιμήσει της αχράντου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και τρίτον, εν τη γενεθλίω ημέρα Χριστού του Θεού ημών δια των εν ταύταις προηγείσθαι νηστείαν και το εκ ταύτης όφελος».

 

Μ. Βασίλειος: (κανών δ΄): «Τους δε τριγάμους εν τρισί και τέσσαρσι πολλάκις έτεσιν αφορίζουσιν. Ονομάζουσι δε τον τοιούτον ουκ έτι γάμον, αλλά πολυγαμίαν, μάλλον δε πορνείαν κεκολασμένην….. Συνήθειαν δε κατελάβομεν επί των τριγάμων, πενταετίας αφορισμόν». Επ’ αυτού ο κανονολόγος Μανουήλ Μαλαξός αναφέρει (Νομοκάνων, σελ. 324-325): «Δια να λάβη τις τρίτην γυναίκα, νόμον εκκλησιστικόν δεν έχομεν (κατά Μ. Βασίλειο), όμως περί να πορνεύση, όπου αν φθάση, κάλλιον είναι να λάβη τρίτην γυναίκα και δεν καταδικάζομεν την πράξιν του γάμου τούτου, να την εσυγχωρήσωμεν, πλην δεχόμεθα αυτόν, ως καθώς λέγει ο τόμος της Ενώσεως».

 

Νικηφόρος Κων/πόλεως: (β΄ κανών): «Ο δίγαμος δεν ευλογείται με στέφανα, αλλά επιτιμάται να μη μεταλάβη δυο χρόνους, ο δε τρίγαμος χρόνους τρεις». Εδώ ο άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής κανονίζει να μην στεφανωθεί ο δίγαμος πριν από τα δυο χρόνια και ο τρίγαμος πριν από τα τρία.

 

Σύνοδος Νεοκαισαρείας: (κανών γ΄): «Περί τους πλείστοις γάμοις περιπιπτόντων, ο μεν χρόνος σαφής ο ωρισμένος, η δε αναστροφή και η πίστις αυτών συντέμνει τον χρόνον». Δηλ. τα επιτίμια στους πολύγαμους (τρίγαμους) δύνανται να ελαττωθούν ανάλογα με τη μετάνοια και την πίστη που αυτοί θα εκδηλώσουν.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

α/ Η Εκκλησία ήδη από τους αποστολικούς χρόνους, δια των Πατέρων της, ενεθάρρυνε μόνο τη μονογαμία και σε καμία περίπτωση τη διγαμία. Μπροστά όμως σε προβλήματα πορνείας, που ανέκυψαν αναγκάστηκε να εφαρμόσει την οικονομία και έδωσε λύση στο θέμα του δεύτερου  γάμου και τον επέτρεψε κατά συγχώρηση και δια να αποφευχθεί το βαρύτερο αμάρτημα της πορνείας.

 

β/ Η τέλεση δεύτερου γάμου δεν γίνεται αμέσως μετά τη λύση του πρώτου γάμου, αλλά μεσολαβεί ένα διάστημα (1-2 χρόνων) μέχρι να γίνει το στεφάνωμα και με το επιτίμιο της ακοινωνησίας.

 

γ/ Η τέλεση τρίτου γάμου θεωρείται πράξη παράνομη, αλλά κατ’ άκραν οικονομίαν επιτρέπεται με ορισμένες προϋποθέσεις και με βαριά επιτίμια (3-4 χρόνια) ακοινωνησίας και έκτοτε, μόνο 3 φορές το χρόνο λήψη της θ. κοινωνίας.

 

δ/ Σε όλους τους ανωτέρω κανόνες δεν αναφέρονται περιπτώσεις χηρείας. Υπενθυμίζεται, ότι για τις περιπτώσεις χηρείας δεν υπάρχει κανένα κώλυμα σύναψης δεύτερου γάμου και μάλιστα δεν υπάρχει καμία περίπτωση επιτιμίου σ’ αυτές, το αντίθετο μάλιστα υπάρχει και προτροπή (ιδίως στις γυναίκες κάτω των 60 ετών) να συνάψουν γάμο, άλλως ας προτιμήσουν την αγαμία (Τιμ. Α΄ 5. 9-10, 14-15).

 

ε/ Ελεύθεροι για τη σύναψη δεύτερου γάμου είναι: 1.- οι εκ χηρείας προερχόμενοι (Τιμ. ως ανωτέρω), 2.- οι τελέσαντες πρώτο γάμο και μη έχοντες σχέση συγγενείας μεταξύ τους (α΄ Λαοδίκειας), οι οποίοι και μόνον υφίστανται τα επιτίμια.

 

15.11.17

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

           

Advertisements

ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ(Ιω.Καρδάση)

   vatican-city

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

 

                                                                   Η΄

 

Ο απόλυτος προορισμός είναι μια αιρετική διδασκαλία, που αρχή έχει στον Αυγουστίνο και συνεχιστές τους δυτικούς θεολόγους, αλλά ακόμη και τους προτεστάντες Λούθηρο και Καλβίνο. Σύμφωνα με αυτήν, ο Θεός έχει προορίσει ορισμένους ανθρώπους για τη σωτηρία και άλλους για την αιώνια τιμωρία, ανεξάρτητα από την αξία ή την απαξία του συγκεκριμένου ανθρώπου. Η διδασκαλία αυτή έχει τις ρίζες της στη σχετική διδασκαλία του ανωτέρω αγίου (+430) και συνδέεται με την πρόγνωση του Θεού. Η διδασκαλία αυτή για τον απόλυτο προορισμό, άγνωστη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ερμηνεύεται με ποικίλους θεολογικούς συλλογισμούς, άλλοτε ως απλός προορισμός για τη σωτηρία, άλλοτε δε ως διπλός προορισμός, τόσο για τη σωτηρία όσο και για την απώλεια, αλλά προβληματίζει έντονα την πνευματική ζωή, τόσο του Παπισμού, όσο και του Προτεσταντισμού.

 

Ψήγματα της θεωρίας αυτής βρίσκουμε στην Π. Διαθήκη και κυρίως στο βιβλίο του Εκκλησιαστή, όπου οι ιδέες που καταγράφονται εκεί εμφανίζονται ιδιαίτερα απαισιόδοξες. Σ’ ολόκληρο το έργο τονίζεται η ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων, η μη ύπαρξη σκοπού στη ζωή και η αδυναμία του ανθρώπου να ορίσει τη μοίρα του. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές στο κεφάλαιο 3, όπου βλέπουμε, ότι ο Θεός έχει προαποφασίσει για όλα, αλλά και όπου φαίνεται να ταλαιπωρεί τους ανθρώπους: «Είδα την απασχόληση που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους για να τους ταλαιπωρεί. Ο Θεός έχει ορίσει τον κατάλληλο καιρό που κάνει το καθετί» (3. 10-11).

 

Κυρίως όμως, οι οπαδοί της θεωρίας αυτής στηρίζονται στο κατωτέρω χωρίο του Παύλου: «Ερείς ουν μοι. τι έτι μέμφεται; τω γαρ βουλήματι αυτού τις ανθέστηκε; μενούνγε, ω άνθρωπε, συ τις ει ο ανταποκρινόμενος τω Θεώ; μη ερεί το πλάσμα τω πλάσαντι, τι με εποίησας ούτως; ή ουκ έχει εξουσίαν ο κεραμεύς του πηλού, εκ του αυτού φυράματος ποιήσαι ο μεν εις τιμήν σκεύος, ο δε εις ατιμίαν; ει δε θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού ήνεγκεν εν πολλή μακροθυμία σκεύη οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν; και ίνα γνωρίση τον πλούτον της δόξης αυτού επί σκεύη ελέους α προητοίμασεν εις δόξαν;» (Ρωμ. 9. 19-24). Σε μετάφραση το κείμενο έχει ως εξής: «Θα πει βέβαια κάποιος: «Τότε γιατί ακόμη μας βρίσκει σφάλματα ο Θεός. Ποιος τάχα μπορεί να αντισταθεί στο θέλημά του;». Άνθρωπε, ποιος είσαι εσύ, λοιπόν, και κάνεις κριτική στο Θεό; Μπορεί να πει ένα δημιούργημα στο δημιουργό του, «γιατί μ’ έκανες έτσι;». Δεν είναι στο χέρι του αγγειοπλάστη να κάνει με τον πηλό ό, τι θέλει; Από το ίδιο υλικό φτιάχνει σκεύη πολύτιμα και σκεύη για τις πιο συνηθισμένες χρήσεις. ’Ετσι και ο Θεός, θέλοντας να δείξει την οργή του και να κάνει γνωστή τη δύναμή του, φέρθηκε με μεγάλη μακροθυμία σ’ αυτούς που άξιζαν την οργή του και που ήταν έτοιμοι για το χαμό τους. Σ’ άλλους πάλι θέλησε να φανεί η άπειρη δόξα του, σ’ αυτούς που το έλεός του όρισε να μετάσχουν στη δόξα του».

 

Από το κείμενο αυτό βγαίνει το συμπέρασμα (όπως το ερμηνεύουν οι δυτικοί), ότι ο Θεός δημιούργησε ορισμένους ανθρώπους σαν σκεύη της οργής του και τους χρησιμοποιεί για να κάνει επίδειξη δύναμης και τελικά να τους καταστρέψει. Πρέπει κανείς να χρωστά ευγνωμοσύνη γι’ αυτό; Αλλά τότε ο Θεός αυτός δεν διαφέρει από τους ελληνικούς θεούς. Τελικά η «απώλεια» ενός ανθρώπου δεν μετράται σαν δική του υπαιτιότητα και ευθύνη; Πως συμβιβάζονται αυτά με το Θεό της Αγάπης, του Ελέους και της Φιλανθρωπίας;

 

Έτσι, ο απόλυτος προορισμός δέχεται πως και η ελευθερία είναι προορισμένη να επιτελέσει το αγαθό, όπως ο σκηνοθέτης ρυθμίζει την πορεία ενός έργου και την εκτελούν ελεύθερα τα πρόσωπα που μετέχουν σ’ αυτό, έτσι και ο Θεός, αφού προόρισε τους μεν για τη σωτηρία και τους δε για την απώλεια, έβαλε στην ιστορία, στο θέατρο της δόξης του Θεού, τον καθένα να παίξει το ρόλο του. Λείπει βέβαια  η άσκηση κατά των σατανικών πειρασμών, ο δε Διάβολος είναι τιμωρό όργανο του Θεού, αφού ο άνθρωπος προσέβαλε τη δικαιική τάξη του Θεού. Με την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, ο απόλυτος προορισμός βρήκε την πιο καλή βάση και τεκμηρίωση. Με την ικανοποίηση δηλαδή έληξε το δράμα της σωτηρίας. όλη η υπόθεση τακτοποιήθηκε και από δω και πέρα κατά προορισμό μπορούν οι άνθρωποι να μετέχουν στη βασιλεία του Θεού. Απόρροια αυτού είναι, ότι ο αμαρτωλός άνθρωπος δεν είναι εικόνα Θεού.

Αλλά, αντίθετα με τους δυτικούς, ο Χρυσόστομος, που αναλύει Ορθόδοξα το χωρίο, λέγει, ότι όταν ο Παύλος αναφέρει: «ο μεν εις τιμήν σκεύος, ό δε εις ατιμίαν», δεν θέλει να υποτιμήσει τη δημιουργία ή να δείξει διάκριση στην πρόθεση του Θεού. Θέλει να επισημάνει την εξουσία του Θεού να δίνει στον καθένα το χάρισμα του ή τη διακονία του ή την αποστολή του (Ε.Π.Ε. 17. 306). Επίσης στο: «Ό μεν εις τιμήν σκεύος, ό δε εις ατιμίαν» δηλώνει, ότι μπορεί ένα πήλινο δοχείο να μη στολίζει το σαλόνι ενός σπιτιού, αλλά η παρουσία του εξυπηρετεί μια άλλη ανάγκη και επομένως και τα δυο είναι χρήσιμα. Κάποτε η μακροθυμία του Θεού εκλαμβάνεται ως αδυναμία και τότε, όταν πλέον η πρόκληση της ασέβειας ξεχειλίσει, αποκαλύπτεται κατά διαφορετικό τρόπο η δύναμη του Θεού, που εκλαμβάνεται σαν «οργή», σαν αποστροφή, γι’ αυτό λέγει: «Θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού…..». Η μακροθυμία μεταβάλλεται σε οργή, ναι, αλλά δεν φταίει ο Θεός. Οι άνθρωποι μεταβάλλουν τα πράγματα. Οι άνθρωποι μεταβάλλονται σε σκεύη οργής, συσσωρεύουν πάνω τους κεραυνούς οργής. Οι άνθρωποι μόνοι τους «καταρτίζονται», ετοιμάζονται να γίνουν «σκεύη εις απώλειαν». Όπως η οργή του Θεού προκαλεί ερωτηματικά σ’ όσους ζητάνε αφορμή να κατηγορήσουν το Θεό, έτσι και το έλεος του προκαλεί ερωτηματικά. Γιατί, σου λένε, τόσο έλεος, τόση χάρη σε μερικούς ανθρώπους; Είναι άδικος ο Θεός; όχι, δεν είναι άδικος. Το έλεος το έχει για όλους ο Θεός αλλά το «εισπράττουν» μόνον όσοι γίνονται σκεύη ελέους. Γι’ αυτό λέγει στο τέλος: «Και ίνα γνωρίση τον πλούτον της δόξης αυτού επί σκεύη ελέους, ά προητοίμασεν εις δόξαν;», δηλ. τι μπορείς να πεις για το Θεό, αν θέλει να δείξει τον πλούτο της αγάπης του σε ανθρώπους, που συνεχώς ετοιμάζονται να είναι «σκεύη ελέους;». Και η ετοιμασία για να καταστεί κάποιος σκεύος ελέους, άξιος του ελέους, είναι η μετάνοια, η έμπρακτη μετάνοια.

Αντίθετα λοιπόν με τη Δύση, ο προορισμός κατά την Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι η τακτοποίηση μιας διασαλευμένης τάξης στη θεία πραγματικότητα, αλλά ο πλουτισμός της κτίσης με τη δεκτικότητα εκείνη που θα μπορέσει να αξιοποιήσει την παροχή του ευ είναι. Όλη η κτίση είναι προορισμένη για τη μεταμόρφωση, για την εκλάμπρυνση και για το δοξασμό και κατ’ ουδένα λόγο οδεύει προς το μηδέν. Με άλλα λόγια αποκλείονται εδώ οι νομικές ερμηνείες και κυριαρχούν οι ιατρικές, ο δε αμαρτωλός άνθρωπος δεν παύει να παραμένει εικόνα Θεού, ως κατάληξη δε της ιαματικής σωτηρίας έχουμε την αποκατάσταση των πάντων, ως θεολογούμενο, σε αντίθεση του νομικού πνεύματος του απόλυτου προορισμού.

 

1.11.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

           

    ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΑΛΙΑ

 

 

          Α/ ΓΛΩΣΣΑ

 

Η γλώσσα είναι όργανο για τη μετάδοση νοημάτων και μηνυμάτων. Η γλώσσα όσο πιο καλά εκφράζει την ποικιλία των ψυχικών καταστάσεων και των πνευματικών μηνυμάτων του ανθρώπου ή πολύ περισσότερο του Θεού, τόσο πιο καλή είναι!

 

Η μετάδοση των νοημάτων, όταν χρησιμοποιείται γλώσσα κατανοητή, γλώσσα που «μιλάει» στο νου, αλλά και στην καρδιά, γίνεται αυτόματα. Αν αυτό δεν συμβαίνει, χρειάζεται ερμηνεία. Και επεξήγηση. Όταν ο μεταφραστής, δεν ξέρει καλά τη γλώσσα, δύσκολα θα αποδώσει σωστά τα όποια μηνύματα, χωρίς σ’ αυτό να φταίει η γλώσσα. Για να επιτύχει η μετάφραση, χρειάζεται να αντικατασταθεί η ακατανόητη πρωτότυπη λέξη με άλλες, που να αποδίδουν το ίδιο ή ανάλογο ισοδύναμο νόημα. Και τα μηνύματα-νοήματα του Θεού έχουν απέραντη αξία και ιερότητα.

 

Κάποιοι θα εκφράσουν τυχόν μια ένσταση: Μα είναι δυνατό, επιτρέπεται, να μεταφράζουμε μερικές λέξεις, που έχουν καθιερωθεί, ότι εκφράζουν βασικέ αρχές της πίστης μας: δόγματα και όρους; λόγια άγια και ουράνια; Επιτρέπεται να μεταφράζουμε τέτοιες λέξεις; Τι λένε οι άγιοι Πατέρες; Οι άγιοι Πατέρες απαντούν; Απαντούν: Ναι, επιτρέπεται. Και αυτό το «επιτρέπεται» έχει νομοθετηθεί με απόφαση, δόγμα, «όρο» Συνόδου με απολύτως αδιαμφισβήτητο κύρος. Δόγμα, που ξεκαθαρίζει στα της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε βαθμό, που δεν επιτρέπει αντίθετες εξάρσεις (γύρω από τα θέματα γλώσσας, και μετάφρασης από γλώσσα σε γλώσσα, ή από ιδίωμα μιας γλώσσας σε άλλο ιδίωμα της ίδιας γλώσσας) και είναι η απόφαση της Συνόδου του 1351 (Σύνοδος-άμυνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι στην σχολαστική θεολογία της Δύσης με πρωταγωνιστή τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά)! Λέει:

 

«Γιατί αγωνιζόμαστε; Για λέξεις; Ή για τις πραγματικότητες που δηλώνουν οι λέξεις; Και, αν η αξία και σημασία έχουν οι θεϊκές πραγματικότητες, και όχι οι λέξεις, πως το αντέχεις συ, να κολλάς στη σκιά των πραγματικοτήτων αυτών, στις λέξεις, και να καταντάς να παραμελείς την ουσία και να αφήνεις να χάνεται η ουσία; Ει (=εάν) τοις πράγμασι σύμφωνοι διατελούμεν, τι λέξει μέμφεσθε;» (Σύνοδος 1351, παρ. 8).

 

Και αποφαίνεται ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: «Λέξεων εμοί ολίγος λόγος, ου γαρ εν ρήμασιν ημίν, αλλ’ εν πράγμασιν η αλήθειά τε και η ευσέβεια. Καν τις επί των πραγμάτων ομοφωνεί, προς τας λέξεις ου διαφέρομαι» (παρ. 9). Δηλ. Αν εκφράζουμε τα ίδια νοήματα, τις ίδιες θεϊκές πραγματικότητες, δεν κάνει, να λογομαχούμε και να γκρινιάζουμε για λέξεις, μη και δεν είναι οι πιο επιτυχημένες!

 

Η Σύνοδος του 1351 είναι για την Ορθόδοξη Εκκλησία μας ισόκυρη με Οικουμενική. Τα λόγια της είναι λίθος ακρογωνιαίος για την πίστη μας. Μας το επιβεβαιώνει και η αγία Γραφή με χίλιους τρόπους. Στην εισαγωγή του βιβλίου «Σοφία Σειράχ» διαβάζουμε: «Ουκ ισοδυναμεί αυτά εν εαυτοίς εβραϊστί λεγόμενα και όταν εις ετέραν γλώσσαν μετενεχθή», αλλά είναι προτιμότερο να καταλαβαίνουμε κάποια νοήματα, από το να μη καταλαβαίνουμε τίποτε, «δι’ ο αναγκαιότατον εθέμην….. μεθερμηνεύσαι τήνδε την βίβλον» (στιχ. 20-30). Και η μετάφραση των Ο΄ δεν είναι όσο θα έπρεπε καλή! Όμως για μας είναι κεφάλαιο, ωφέλεια ανεκτίμητη.

 

Και άρα, η μετάφραση, ακόμη και προκειμένου για τα πιο επίσημα δογματικά κείμενα, είναι επιτρεπτή. Και, όταν γίνεται για υποβοήθηση της κατανόησής τους, ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ! Τα δόγματα συνετάγησαν, για να τα μελετάμε, για να μαθαίνουμε την πίστη μας και να πιστεύουμε με επίγνωση. Άρα και η μετάφραση ευχών λειτουργικών είναι ευλογία και όχι κατάρα, ευεργέτημα, όχι ζημία!

 

Η γλώσσα, στην όποια της μορφή, είναι όργανο επικοινωνίας, όργανο για διαπόρθμευση της πίστης, όχι αντικείμενο λατρείας. Και ούτε άλλαξε, ούτε επιτρέπεται να αλλάξει ρόλο.

 

 

Β/ ΓΛΩΣΣΟΛΑΛΙΑ

 

Ας δούμε την ημέρα της Πεντηκοστής, και το πώς διατυπώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς την περιγραφή του, για τα φαινόμενα που συνόδευσαν και ακολούθησαν το Βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος:

«…Ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα έδιδεν αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξεις 2/β΄ 4).

Το ερώτημα είναι:  Σημαίνει το ίδιο η φράση:  «λαλείν ετέραις γλώσσαις», με τη λέξη:  «αποφθέγγεσθαι» (γλώσσες);  Η παρακάτω περιγραφή του Λουκά, μας το διευκρινίζει:

«Σταθείς δε ο Πέτρος συν τοις ένδεκα, επήρεν την φωνήν αυτού και απεφθέγξατο αυτοίς:  «άνδρες Ιουδαίοι …ενωτίσασθε τα ρήματά μου.  Ου γαρ ως υμείς υπολαμβάνετε ούτοι μεθύουσιν, εστιν γαρ ώρα τρίτη της ημέρας.  Αλλά τούτό εστιν το ειρημένον δια του προφήτου Ιωήλ:  […Εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα, και προφητεύσωσιν οι υϊοί υμών και αι θυγατέρες υμών… εκχεώ από του Πνεύματός μου, και προφητεύσουσιν…]…». (Πράξεις 2/β΄ 14 – 18).

Είδαμε εδώ, πώς ο Πέτρος ταυτίζει τη λέξη: «αποφθέγγεσθαι» με τη λέξη: «προφητεύσουσιν».  Ήδη όμως έχει αποδειχθεί στο κεφάλαιο 11, ότι ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ Η «ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ», ΚΑΙ ΑΛΛΟ Η «ΓΛΩΣΣΟΛΑΛΙΑ».  Συνεπώς, άλλο είναι το «αποφθέγγεσθαι», και άλλο το «λαλείν ετέραις γλώσσαις».  Ο Χριστιανός πρώτα λαμβάνει τη γλωσσολαλιά στην καρδιά, και κατόπιν εμπνέεται κατά διάνοιαν να κατανοεί τα λεχθέντα από το Χριστό, και τους προφήτες, ώστε να προφητεύει.  Το αν οι γλώσσες γίνουν «φθόγγοι», είναι θέμα του Αγίου Πνεύματος.

Οι γλώσσες που ακούστηκαν την ημέρα της Πεντηκοστής από τους αποστόλους, ήταν γλώσσες ομιλούμενες, άγνωστες μεν στους αποστόλους, αλλά κατανοητές από εκείνους που τις άκουγαν: «Κρήτες και Άραβες, ακούομεν αυτούς λαλούντας εν ταις γλώσσαις ημών τα μεγαλεία του Θεού»  (Πράξεις 2/β΄ 11).  Είναι φανερό από αυτά, ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των κατανοητών γλωσσών που ακούγονταν την ημέρα της Πεντηκοστής, και των ακατανόητων γλωσσών των γλωσσολάλων της Κορίνθου, όπως φαίνεται από όσα γράφει ο απόστολος Παύλος.  Η ομιλία ξένων αλλά γνωστών γλωσσών την ημέρα της Πεντηκοστής, ήταν μία ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, ώστε να ευαγγελιστούν οι ξενόγλωσσοι επισκέπτες της Ιερουσαλήμ, και να φανεί η ενωτική επίδραση της Χριστιανικής πίστης στους διαιρεμένους γλωσσικά λαούς.

Υπήρχαν λοιπόν, δύο είδη γλωσσών, που το καθένα είχε τα δικά του γνωρίσματα, και εκπλήρωνε τους δικούς του σκοπούς.  Ας δούμε λοιπόν τις διαφορές τους:

1/ Στις Πράξεις των Αποστόλων, οι γλώσσες ήταν κατανοητές και σαφείς σε όλους τους    ακούοντες που τις μιλούσαν, (Πράξεις 2/β΄ 8,11), ενώ στην Κόρινθο η γλωσσολαλιά ήταν ακατανόητη στους ακούοντες.  (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 27,28).

2/ Στις Πράξεις, ο σκοπός των γλωσσών ήταν να φανεί στους γύρω η παρουσία του Αγίου      Πνεύματος, και η αυθεντικότητα και το Θεϊκό κύρος του Χριστιανικού κηρύγματος, (Πράξεις 8/η΄ 16,17.  10/ι΄ 44,45), ενώ στην Εκκλησία της Κορίνθου, η γλωσσολαλιά γινόταν για την προσωπική οικοδομή του γλωσσολάλου.  (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 4).

3/ Στις Πράξεις των Αποστόλων, δεν χρειαζόταν ερμηνευτής, ενώ στην Εκκλησία της  Κορίνθου ο ερμηνευτής ήταν απαραίτητος  (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 28).

4/ Στις Πράξεις οι γλωσσολάλοι μιλούσαν στους ανθρώπους, ενώ στην Κόρινθο μιλούσαν «στο Θεό»  (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 2).

5/ Στις Πράξεις οι ξένοι που άκουγαν τις γλώσσες «εξεπλήτοντο και εθαύμαζον»,  (Πράξεις 2/β΄ 7), ενώ στην Κόρινθο, ο Παύλος προειδοποιεί ότι οι άπιστοι θα περνούσαν τους γλωσσολάλους της Εκκλησίας, για «δαιμονισμένους».  (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 23).

6/   Στις Πράξεις η ομιλία γλωσσών, ήταν προφορική, κατανοητή και γνωστές ομιλούμενες γλώσσες. («ακούομεν αυτούς λαλούντας εν ταις γλώσσαις ημών τα μεγαλεία του Θεού», (Πράξεις 2/β΄ 11.  10/ι΄ 46)), Στην Εκκλησία της Κορίνθου όμως, η γλωσσολαλιά ήταν μυστική προσευχή, (μονόλογος), ή αυτοσχέδια ψαλμωδία  (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 15), ακατανόητη στους παρισταμένους  (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 23).

7/   Στις Πράξεις των Αποστόλων, οι γλώσσες ήταν φαινόμενο που εκδηλώθηκε μόνο σε ειδικές περιστάσεις, για να δοθεί κύρος στο ευαγγελιστικό μήνυμα των αποστόλων, από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, (περιπτώσεις Πεντηκοστής, Καισσάρειας, Εφέσου).  Στην Εκκλησία της Κορίνθου όμως, η γλωσσολαλιά ήταν συνήθης Εκκλησιαστική λειτουργία.

8/   Στις Πράξεις των Αποστόλων, οι γλώσσες εκδηλώθηκαν έξω από την Εκκλησία, σαν σημείο ομαδικής επίσκεψης του Πνεύματος, ενώ στην Εκκλησία της Κορίνθου η γλωσσολαλιά παρουσιάζεται σαν χάρισμα ατομικής οικοδομής στους κόλπους της Εκκλησίας.

9/   Στις Πράξεις των Αποστόλων  ο σκοπός της ομιλίας γλωσσών ήταν ευαγγελιστικός, (Πράξεις 2/β΄ 11), ενώ στην Εκκλησία της Κορίνθου ο σκοπός ήταν οικοδομητικός  (Α΄ Κορινθίους 2/β΄ 4).

10/ Οι γλώσσες του βιβλίου των Πράξεων ήταν πρωτοφανή θαύματα, ενώ στην Εκκλησία της Κορίνθου η γλωσσολαλιά ήταν ένα συχνό χάρισμα, κάποτε αμφίβολο για την υπερφυσική του προέλευση.

Έχοντας υπ’ όψη αυτή τη διαφορά που υπήρχε στον χαρακτήρα, στο περιεχόμενο, καθώς και στο σκοπό του ενός γένους γλωσσών και του άλλου, δεν συγχωρούμεθα να θεωρούμε και τις δύο αυτές εκδηλώσεις  του Αγίου Πνεύματος σαν μια όμοια εμπειρία και να στηρίζουμε σ’ αυτή ένα κοινό για τις δύο περιπτώσεις δόγμα γλωσσολαλιάς.

Ο απόστολος μας πληροφορεί ότι υπήρχαν επίσης τότε, και διάφορα «είδη γλωσσών», όπως «γλώσσα ευχαριστίας» (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 16), «γλώσσα δοξολογίας» (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 15), και «γλώσσα ψαλμωδίας» (Α΄ Κορινθίους 14/ιδ΄ 15).

Αυτά τα είδη γλωσσών, δεν ήταν παρά πολύμορφες εκφραστικές εκδηλώσεις προς το Θεό, των όσων γίνονταν εσωτερικά στο γλωσσολάλο.

Σημειώνεται, ότι το κείμενο δεν περιέχει τις διαστρεβλώσεις από τους Πεντηκοστιανούς, αλλά την Ορθόδοξη θέση, για την γλωσσολαλιά

15.10.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

 

ΘΕΟΥ ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ( ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ)-Ιω.Καρδάση

 

vatikan1

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

 

Ε΄

 

 

 

 

Κατ’ αρχάς, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δέχεται τη θεωρία, ότι μόνη πηγή της Πίστης είναι η Αγία Γραφή, όπως ισχυρίζονται οι Προτεστάντες, ούτε ότι δυο είναι οι πηγές της Πίστης, ήτοι η Αγία Γραφή και η Ιερή Παράδοση, όπως ισχυρίζονται οι ΡΚαθολικοί, αλλά ότι η μόνη πηγή της Πίστης είναι η Αποκάλυψη – Φανέρωση του Θεού στους αγίους μέλη της Εκκλησίας – Σώματος του Χριστού, οι οποίοι καταγράφουν την εμπειρία τους αυτή, τόσο στην Αγία Γραφή, όσο και στα δόγματα. Πως γίνεται όμως αυτή η αποκάλυψη, αυτή η Θεοφάνεια;

 

Ο Θεός υπάρχει εκτός του κόσμου «κατ’ ουσίαν» (στις ενδοτριαδικές σχέσεις) και εντός του κόσμου «κατ’ ενέργειαν» (στις εξωτριαδικές σχέσεις). Ο Άγ. Επιφάνιος καταγράφει χαρακτηριστικά: Ο Θεός «εντός πάντων εστί και εκτός των όλων». Τόσον ο Υιός όσον και το Άγ. Πνεύμα είναι προϊόντα του προσώπου του Θεού  Πατέρα και όχι της βούλησης ή της ενέργειάς του. Ο Θεός είναι το Άκτιστον, το «Ον». Ο Κόσμος είναι τα Κτιστά, δηλ. τα «ουκ όντα», ο δε κτιστός κόσμος ήλθε εις το «είναι» «εκ του μη όντος».

 

Βέβαια ο Θεός-Πατέρας δημιούργησε τον κόσμο «μη πάσχων», όπως γέννησε τον Υιόν «μη πάσχων», ούτε υφίσταται κόπο. «Πάντα γαρ τα εν ημίν παθητικώς συμβαίνοντα εν Θεώ απαθώς συνέστηκεν» (Άγ. Επιφάνιος). Δημιουργεί τον κόσμον δια του Υιού και εν Αγίω Πνεύματι («εκ Πατρός, δι’ Υιού, εν Αγίω Πνεύματι»), τον δε άνθρωπο τον δημιουργεί ως συμμέτοχο της δόξης του και ως συνδημιουργό.

 

Ο Θεός γνωρίζεται, δια των ενεργειών του και όχι δια της ουσίας του, διότι αυτή είναι ακατάληπτη και αμέθεκτη για κάθε κτιστό δημιούργημα, αγγέλους, αγίους και για την Θεοτόκο ακόμη.

Οι ενέργειες του Θεού από τις οποίες καθίσταται γνωστός είναι:

α/ η αγαθότητα,

β/ οι δωρεές,

γ/ οι χάριτες,

αυτές δε οι ενέργειες γεφυρώνουν την απόσταση της άκτιστης ουσίας με τα κτιστά. Έτσι τα κτιστά μετέχουν μέσω των ενεργειών του Θεού  στη θ. μακαριότητα.

 

Η Δυτική θεολογία δεν διαχωρίζει την ουσία από τις ενέργειες (τις οποίες θεωρεί κτιστές) και ουσιαστικά οδηγεί στην εξομοίωση και ταύτιση Θεού και κόσμου, που με τη σειρά της οδηγεί στη λατρεία των ειδώλων (=ειδωλολατρία).

 

Ο Πατέρας είναι το Αρχέτυπο, ο Υιός είναι η Εικόνα του Αρχέτυπου και το Άγ. Πνεύμα είναι το Φως του Αρχέτυπου. Ο άνθρωπος είναι το μόνον απ’ όλα τα κτιστά που κατέχει το «κατ’ εικόνα Θεού», γι’ αυτό και μόνον αυτός δύναται να έλθει σε κοινωνία με τον Θεό. Αυτή η κοινωνία διέρχεται μέσα από την γνώση του Θεού, που αρχίζει από το Άγ. Πνεύμα και δια μέσου του Υιού καταλήγει προς τον Πατέρα. (Ματθ. 11. 27): «και ουδείς επιγινώσκει τον υιόν ει μη ο πατήρ, ουδέ τον πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο υιός και ώ εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι».

 

Αυτή η κοινωνία με τον Θεό γίνεται με τον νου, κέντρου της καρδιάς, η οποία καρδιά αποτελεί το κέντρο της ψυχής. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να υπάρξει πρώτα κάθαρση της καρδιάς με την εξομολόγηση, να υπάρχει πνευματική παρακολούθηση, πλήρης συμμετοχή στην μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και απόλυτη τήρηση των θείων εντολών, ώστε να μπορέσει να φωτιστεί ο νους με τη Χάρη του Αγ. Πνεύματος. Για να εμπλισθεί ο πιστός με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πρέπει περνώντας από τα στάδια της κάθαρσης της καρδιάς και του φωτισμού του νου, να έχει αποδιώξει κάθε ηδονή και κάθε οδύνη, να έχει συνεχή μνήμη Θεού και να οδεύει προς την απάθεια (την απαλλαγή από τα πάθη), οπότε τότε θα δυνηθεί να έχει κοινωνία με τη Θεότητα, μέσω της κατάστασης του δοξασμού και της θέωσης (δηλ. της αγιότητας). Αυτό το τελευταίο σαφώς αναφέρεται από τον Παύλο, όπου ακριβώς γράφει, ότι μόνο με την αγιότητα μπορεί κανείς να βλέπει το Θεό και βέβαια, αν δεν τον βλέπει σ’ αυτή τη ζωή, δεν πρόκειται να τον δει στην άλλη ζωή: «Ειρήνην διώκετε μετά πάντων, και τον αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον» (Εβρ. 12. 14).

 

Ο φωτισμός του νου γίνεται με το φως του Αγ. Πνεύματος (3ο φως), που αποκαλύπτει το φως του Υιού (2ο φως), που γνωστοποιεί το φως του Πατέρα (1ο φως), όπως χαρακτηριστικά  λέγει η Π.Δ. (Ψαλμ. 35. 10): «ότι παρά σοί πηγή ζωής, εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Το ότι δε ο Υιός είναι εικόνα του Πατέρα το αναφέρει σαφώς η Κ.Δ.  (Κορ. Β΄ 4. 4): «… τον φωτισμόν του ευαγγελίου της δόξης του Χριστού, ος εστιν εικών του Θεού», (Κολ. 1. 15): «ος εστιν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως».

 

Επομένως, ένα από τα επακόλουθα της διαφορετικής θεώρησης της Θεότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης αποτελεί το θέμα της Ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Η ορθή διδασκαλία σ’ αυτό το ζήτημα είναι, ότι αφού η Ουσία του Θεού είναι άκτιστη, άκτιστες είναι και οι ενέργειές Του. Αντίθετα, η Δύση θεωρεί κτιστές τις Ενέργειες και κτιστή τη χάρη του Θεού, δηλ. στη Θεότητα ενυπάρχει και το κτιστό, ενώ το κτιστό ενυπάρχει σε ένα μόνο από τα τρία πρόσωπα, μόνο στο πρόσωπο του Χριστού.

 

Είναι λοιπόν, δυστυχώς και τούτο μια από τις πολλές διαφορές Ανατολής και Δύσης, που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στο θεολογικό διάλογο με τους ΡΚαθολικούς. Αν δεν δεχθούν οι ΡΚαθολικοί, ότι η Χάρη του Θεού είναι άκτιστη και όχι κτιστή, τότε δεν μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους, διότι ποιος θα ενεργήσει τη θέωση, αν η θ. Χάρη είναι κτίσμα και όχι άκτιστη ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος;

 

1.7.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ