ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ                    4/ ΘΕΩΤΙΚΑ  

 

Η αντίδοση των ιδιωμάτων είναι ακριβώς αυτή που προέρχεται, λόγω της υποστατικής ένωσης, λόγω του ότι το πρόσωπο είναι ένα και τα ιδιώματα εκφράζονται πάντοτε με το πρόσωπο και όχι μόνα τους. Δεν είναι δυνατόν, εφόσον έχουμε ένα πρόσωπο, να έχουμε χωριστές ιδιότητες, οι οποίες να μην εκφράζονται σαν ενιαίες. Ό,τι λοιπόν ο Χριστός ενεργεί και πράττει ως Θεός, γίνεται ιδίωμα και πραγματικότητα και της ανθρώπινης φύσης. Και ό,τι ενεργεί και πράττει ως άνθρωπος μεταφέρεται πλέον στην θεία φύση αλλά όχι ως φύση. Μεταφέρεται λόγω της υποστατικής ένωσης και συνεπώς αυτό δεν επηρεάζει τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Είναι μία συνέπεια αυτή, του ότι μεταφέρεται λόγω της υποστατικής ένωσης, λόγω του προσώπου και όχι λόγω των φύσεων. Διότι, αν οι φύσεις ενούμενες μετέδιδαν η μία στην άλλη τα ιδιώματά τους, τότε θα έπρεπε τα ιδιώματα αυτά, η αντίδοση των ιδιωμάτων, να παρατηρηθεί και στα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδας και στον Πατέρα και στο Πνεύμα, διότι και αυτά την ίδια φύση έχουν. Αν οι φύσεις είναι αυτές που ενώνονται και αντιδίδουν τα ιδιώματά τους, τότε δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε, να πούμε ότι μόνο στο πρόσωπο του Χριστού, του Λόγου, του Υιού συμβαίνει αυτό. Και έτσι μόνον ο Υιός παραμένει πάντοτε και τώρα και εις τους αιώνες σαρκωμένος. Δεν σαρκούται ο Πατέρας, ούτε το Πνεύμα και η θέωση της ανθρώπινης φύσης δεν είναι θέωση, λόγω του ότι ο άνθρωπος ενώνεται με το Θεό γενικά, με τη θεία φύση, αλλά είναι θέωση, διότι ενώνεται ο άνθρωπος με τον Υιό, δηλαδή είναι θέωση «εν Χριστώ». Δεν πρόκειται για θέωση εκτός Χριστού. Αυτές οι λεπτομέρειες έχουν πολύ μεγάλη σημασία, διότι έχουν συνέπειες, στις οποίες πρέπει να αναφερθούμε:

Η συνέπεια η βασική είναι ότι: 1/ ο Χριστός ο ίδιος παύει να είναι ένα άτομο, που δεν έχει μαζί Του στην ανθρώπινη φύση και ανθρώπους. Δηλαδή, η έννοια Χριστός είναι πλέον μια περιληπτική έννοια. Ο ένας έχει γίνει πολλοί και αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό πλέον της ταυτότητας του Υιού. Δεν είναι και ούτε θα είναι ποτέ δυνατόν να διαχωρίσουμε το Χριστό από το σώμα Του, που είναι η κοινωνία των Αγίων, των θεωθέντων. Ο Χριστός λοιπόν είναι μία περιληπτική έννοια, είναι κεφαλή μαζί με σώμα. Δεν είναι νοητός χωρίς το σώμα. Το δε σώμα δεν είναι ατομικό σώμα, αλλά είναι το σώμα της Εκκλησίας, το σώμα των Αγίων. Συνεπώς, δεν μπορούμε να κάνουμε Χριστολογία χωρίς Εκκλησιολογία. Δεν υπάρχει Χριστός χωρίς Εκκλησία. Δεν υπάρχει Χριστός χωρίς σώμα. Αυτό είναι η μια συνέπεια. 2/ η άλλη συνέπεια, από την άλλη πλευρά του νομίσματος είναι, ότι και ο άνθρωπος, που θέλει να θεωθεί, που θεούται, δεν μπορεί να σχετισθεί με τη θεότητα, με τη θεία φύση, δηλαδή, παρά δια του προσώπου του Υιού, του Χριστού. Συνεπώς, θέωση εκτός Χριστού δεν υπάρχει. 3/ μια τρίτη συνέπεια που βγαίνει από τις δύο αυτές, αν συνδυαστούν, είναι ότι δεν υπάρχει θέωση εκτός της Εκκλησίας, διότι δεν υπάρχει Εκκλησία εκτός Χριστού και δεν υπάρχει Χριστός χωρίς Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι μέρος της ταυτότητας του Χριστού, της προσωπικής Του ταυτότητας.

Είπαμε παραπάνω, ότι θέωση ενός Μάρτυρα έχομε, όταν το πρόσωπο του Μάρτυρα ταυτίζεται με το πρόσωπο του Χριστού. Τέτοια περίπτωση ταυτισμού προσώπων και επομένως θέωση, δηλ. θέαση του Θεού έχουμε στην Κ.Δ. στην περίπτωση του μαρτυρίου του πρωτομάρτυρα Στέφανου: «Υπάρχων δε πλήρης Πνεύματος Αγίου, ατενίσας εις τον ουρανόν είδε δόξαν Θεού και Ιησούν εστώτα εκ δεξιών του Θεού. και είπεν. ιδού θεωρώ τους ουρανούς ανεωγμένους και τον Υιόν του Ανθρώπου εκ δεξιών του Θεού εστώτα» (Πράξ. 7. 55-56). Τι είδε λοιπόν ο Στέφανος; Είδε τον Υιό του Ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού.

Εδώ, θα σταθούμε λίγο, για να εξηγήσουμε την όραση αυτή του Θεού απ’ το Στέφανο. Μιλήσαμε για τη σάρκωση του Λόγου και τη πρόσληψη της ανθρωπότητας από την υπόσταση του Λόγου, οπότε πλέον έχουμε ένσαρκο Λόγο με δυο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, δυο θελήσεις τη θεία και την ανθρώπινη, δυο ενέργειες, τη θεία και την ανθρώπινη, δυο αυτεξούσια, το θείο και το ανθρώπινο, δυο σοφίες και γνώσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, μια ψυχή, την ανθρώπινη και μια συνείδηση, τη θεία. Όντας ο ένσαρκος Λόγος στη γη, όπου παρέμεινε επί 33 χρόνια, η θεία του φύση ουδέποτε απέστη της Αγίας Τριάδας. Είναι χαρακτηριστικό το ψαλμικό: «Όλος ην εν τοις κάτω και των άνω ουδόλως απήν, ο απερίγραπτος Λόγος» (Ακάθιστος ύμνος, Τρίτη στάση). Δηλαδή, ολόκληρη η θεότητα ήτανε ενωμένη με την ανθρωπότητα, αλλά η ίδια η θεότητα παρέμενε στην Αγία Τριάδα. Σημειώνεται εδώ, ότι πουθενά στην Κ.Δ. δεν απαντάται η πανταχού παρουσία του ένσαρκου Λόγου, κατά τη διάρκεια της γήινης παρουσίας Του (το θέμα της πανταχού παρουσίας του Χριστού, θα αναφερθεί σε άλλη ενότητα), ούτε πριν την Ανάσταση, αλλά ούτε και μετά απ’ αυτή.

Έτσι, μετά την Ανάληψη του Χριστού, η υπόσταση του Λόγου, φέρουσα και την ανθρώπινη φύση (στην αναστημένη της μορφή), καθαγιασμένη βέβαια, καθότι ενωμένη «ασυγχύτως», κάθεται στα δεξιά του Θεού Πατέρα, όπως και πριν τη σάρκωση, οπότε υφίσταται πράγματι μια «διαφορά» μεταξύ των θεαρχικών προσώπων, η οποία αποτελεί το «ιδιαίτατον υποστατικόν ιδίωμα» του ενός από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας: του Θεού Λόγου, οπότε «διαφέρει του τε Πατρός και του Πνεύματος κατά το υπάρχειν Θεόν τε ομού και άνθρωπον τον αυτόν. τούτο γαρ της του Χριστού υποστάσεως ιδιαίτατον ιδίωμα γινώσκομεν» (Ι. Δαμασκηνός). Εν τούτοις, η «διαφορά» αυτή δεν επιφέρει οποιαδήποτε «τροπή» ή «αλλοίωση» στην υπερούσια Τριάδα, εφ’ όσον είναι υποστατική και τα υποστατικά ιδιώματα, αγέννητο, γεννητό, εκπορευτό, δεν αφορούν τη θεία φύση, που είναι μια και κοινή και παραμένει αμετάβλητη, αλλά τα πρόσωπα και τις σχέσεις μεταξύ τους. Παραδεχόμαστε λοιπόν, ότι ενώ υπήρχε άχρονα και αϊδια η θεία υπόσταση του Θεού Λόγου, απλή και ασύνθετη, άκτιστη, ασώματη, αόρατη, αψηλάφητη, απερίγραπτη, έχοντας όλα όσα έχει ο Πατέρας, ως ομοούσια με αυτήν, τώρα η θεία υπόσταση του Θεού Λόγου είναι σύνθετη, άκτιστη και κτιστή, ενσώματη, ορατή, ψηλαφητή, περιγραπτή κατά τα ιδιώματα της ανθρωπότητας και συνάμα φέρει και τα ιδιώματα της θείας φύσης, κατά τα οποία είναι ενωμένη με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.

Επομένως, ο Στέφανος είδε τη θεωθείσα ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου σ’ όλη τη Δόξα και όντας πεπληρωμένος Πνεύματος Αγίου είδε και τον Πατέρα, καθότι «ο εωρακώς εμέ, εώρακε τον πατέρα» (Ιω. 14.9), δηλ. είδε την ενέργεια του Θεού και όσα ο Θεός του αποκαλύπτει, ποτέ όμως την ίδια τη φύση του Θεού, η οποία παραμένει αμέθεκτη προς πάντα άνθρωπο. Επομένως τα, σε διάφορα έντυπα, ευρισκόμενα επεξηγηματικά της όρασης του Στεφάνου, ότι δηλαδή ο Στέφανος είδε «τον άνθρωπο Χριστό πλάι στο Θεό, δηλ. πλάι στη Θεότητα, δηλ. την Αγία Τριάδα» εμπεριέχουν τη θεώρηση, ότι ο άνθρωπος Χριστός ευρίσκεται εκτός της Αγίας Τριάδας, οπότε εμφανίζεται χωρισμός των δυο φύσεων του Χριστού, της θεϊκής φύσης του εντός της Αγίας Τριάδας και της ανθρώπινης φύσης του εκτός της Αγίας Τριάδας, κάτι που αντιβαίνει στη δογματική θέση των Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, περί των δυο φύσεων του Χριστού ευρισκομένων: «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως».

10.1.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ        2/ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ(Iω.Καρδάση)

 

 b_2005_13109

Η σάρκωση του Λόγου, η Χριστολογία, όπως τη λέμε, πρέπει και αυτή να ικανοποιεί αυτές τις προϋποθέσεις. Η μια προϋπόθεση είναι να είναι σάρκωση ανθρώπου, ο οποίος να μην έχει προσωπική υπόσταση κτιστού, αλλά να έχει υπόσταση άκτιστου. Η δεύτερη προϋπόθεση, σαν συνέπεια της πρώτης, είναι να μη γεννηθεί αυτός ο Σωτήρας με τον τρόπο που γεννάται ο κτιστός άνθρωπος. Συνεπώς, το δόγμα της συλλήψεως του Χριστού κατά τρόπο μη βιολογικό, δηλαδή όπως γράφουν τα Ευαγγέλια: «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», είναι ουσιαστικό στοιχείο στην πίστη αυτή, διότι αν ο Χριστός εγεννάτο μέσω του βιολογικού κύκλου, με τον οποίο γεννιόμαστε εμείς, τότε θα ήταν δέσμιος αυτής της ανακύκλησης, αυτής της ψεύτικης ζωής, που έχει μέσα της το θάνατο και δε θα μπορούσε να προσφέρει τη λύση. Η εκ παρθένου σύλληψη λοιπόν του Χριστού, είναι ουσιαστικό στοιχείο της Δογματικής, δε μπορούμε να το παραμερίσουμε. Και όταν ληφθεί υπ’ όψη αυτό, μετά τίθεται το θέμα, γιατί «η εκ παρθένου σύλληψη» του Κυρίου έγινε με τον τρόπο που έγινε, δηλαδή εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου; Ο λόγος είναι, ότι δεν ήταν απλώς απαραίτητο να αναλάβει το άκτιστο την πρωτοβουλία και ο Χριστός να ήταν άκτιστος στην υπόστασή Του, αλλά ήταν επίσης απαραίτητο, όλη αυτή η διαδικασία να γίνει ελεύθερα. Ελεύθερα από την πλευρά του Λόγου, που σαρκώθηκε και ελεύθερα από την πλευρά του ανθρώπου. Διότι δεν ήταν νοητό, αφού άφησε ο Θεός ελεύθερο τον Αδάμ να πραγματώσει το σχέδιο της σωτηρίας και εκείνος ελεύθερα αρνήθηκε να το πραγματώσει, δεν ήταν νοητό σ’ αυτή τη φάση, που θέλει ο Θεός να διορθώσει την κατάσταση, να άρει την ελευθερία και να επέμβει κατά τρόπο ανελεύθερο. Να πει δηλαδή ο Θεός, θέλει δεν θέλει ο Αδάμ, θέλει δεν θέλει ο άνθρωπος, επεμβαίνω και σώζω τον κόσμο.

Το ότι τηρήθηκε ο κανόνας, ο όρος της ελευθερίας, αυτό το βλέπουμε στον τρόπο με τον οποίον έγινε η ενσάρκωση και κυρίως στο ρόλο, τον οποίο διαδραμάτισε η Παναγία. Εδώ θα πρέπει να επιμείνουμε, να τονίσουμε τη σημασία του ρόλου της Παναγίας, η οποία σημασία συνίσταται στο Ναι, που είπε στην κλήση του Θεού, για την πραγμάτωση αυτού του μυστηρίου του Χριστού. Το Ναι της Παναγίας, ήταν η έκφραση της ελευθερίας του ανθρώπου, η συγκατάνευση, η συναίνεση της ελευθερίας του ανθρώπου στην πρωτοβουλία αυτή του Θεού. Και γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία, διότι μπορούσε η Παναγία να πει όχι και βέβαια η πρόσκληση εκ μέρους του Θεού να προσφέρει η Παναγία τον εαυτό της για ένα τέτοιο σχέδιο, προσκρούει φυσιολογικά στη λογική, σε τέτοιο βαθμό, ώστε θα περίμενε κανείς το φυσιολογικό, το λογικό να ήταν μια άρνηση της Παναγίας, διότι δεν ήταν λογικό, χωρίς υπέρβαση της λογικής, χωρίς πίστη, όπως ορίστηκε παραπάνω, να συγκατανεύσει η Παναγία σ’ αυτή την κλήση του Θεού. Συνεπώς, ο Αδάμ «εν τη ελευθερία του», επιζεί και στην περίπτωση του Χριστού. Ο Χριστός γίνεται πλέον ο άνθρωπος, ο Αδάμ, ο οποίος από την ίδια του τη σύσταση, τη βιολογική ας πούμε, δεν είναι ένα αναγκαστικό ον, το οποίο δουλεύει στην ανάγκη, αλλά είναι ένα ελεύθερο ον, ένα ον το οποίο πηγάζει από μια ελεύθερη συγκατάνευση, συναίνεση του ανθρώπου. Το ότι συνεπώς γεννάται κατ’ αυτό τον τρόπο ο Χριστός είναι και αυτό μια προϋπόθεση, για να ισχύσει όλο αυτό, δηλαδή η προσωπική σχέση μεταξύ Θεού και κόσμου. Η ενσάρκωση του Λόγου συνεπώς, διαφέρει από τις διάφορες ενσαρκώσεις, που παρατηρούμε σε άλλες θρησκείες και από τις διάφορες γεννήσεις και αναγεννήσεις των θεών, δια μέσου των φυσικών φαινομένων, διότι όλες αυτές οι γεννήσεις, οι Θεογονίες και οι οποιεσδήποτε γεννήσεις στις θρησκείες είναι αναγκαστικές, δεν στηρίζονται σε μια ελεύθερη προσωπική συγκατάθεση εκ μέρους του ανθρώπου. Στηρίζονται πάνω σε φυσικούς νόμους.

Ο Χριστός γεννιέται λοιπόν κατ’ αυτό τον τρόπο, χωρίς να παρεμβαίνουν οι φυσικοί νόμοι, όχι απλώς για να δείξει την δύναμή Του, ότι είναι Θεός, διότι πολλοί το ερμηνεύουν κατ’ αυτό τον τρόπο, αλλά γιατί μια μη θαυματουργική γέννησή Του, θα σήμαινε τη συμμόρφωση στην ανάγκη των βιολογικών νόμων της φύσης. Δεν θα ήταν προϊόν ελευθερίας η γέννηση του Χριστού, το πρόσωπο του Χριστού. Και έτσι θα φεύγαμε από εκείνη την αρχική κατάσταση, στην οποία, τ’ άφησε όλα ο Θεός στην ελευθερία, σε σημείο που ο Αδάμ «ανέτρεψε όλα τα σχέδιά Του». Ό,τι είχε σκεφτεί ο Θεός ανετράπη, εξαιτίας της ελευθερίας του Αδάμ. Αυτή λοιπόν η ελευθερία της Παναγίας να συγκατανεύσει, είναι μια ελευθερία, η οποία συνεχίζεται σ’ όλο το μυστήριο του Χριστού, σ’ όλο το μυστήριο της σωτηρίας. Και θα την παρακολουθήσουμε τώρα σε στενή σχέση, με το τι συνέβη στην ενσάρκωση του Λόγου μετά τη σύλληψή Του, μετά τη γέννησή Του, τη βιολογική, μέχρι την Ανάστασή Του και επίσης το τι συμβαίνει σ’ αυτό το μυστήριο της σωτηρίας και μετά την Ανάσταση του Χριστού. Θα δούμε, ότι ο παράγων ελευθερία τηρείται απαρεγκλίτως σ’ όλες τις μεγάλες φάσεις του μυστηρίου της σωτηρίας.

Είδαμε τη Χριστολογία σε σχέση με το όλο δόγμα περί δημιουργίας, διότι όπως κάνει και ο Μ. Αθανάσιος στο «Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου», η όλη λογική της ενανθρώπησης του Λόγου απορρέει από το γεγονός, ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, για να τον καταστήσει μέτοχο της δικής Του μακαριότητας. Συνεπώς, για να μπορέσει να βρίσκεται σε σχέση προσωπική μαζί Του ο κόσμος και μέσα στα πλαίσια αυτής της πρόθεσης, αυτού του σκοπού του Θεού, δημιούργησε τον άνθρωπο σαν κρίκο μεταξύ του Θεού, δίνοντάς του ελεύθερα, όπως έχει και ο ίδιος ο Θεός, το αυτεξούσιο και του υλικού κόσμου ή του ζωικού κόσμου γενικά, ο οποίος δεν έχει αυτεξούσιο, δεν έχει ελευθερία, και συνεπώς ο άνθρωπος θα γινόταν το σημείο εκείνο, δια του οποίου ολόκληρη η φύση θα μετείχε στην ζωή του Θεού.

Το ότι ο άνθρωπος «εν τη ελευθερία του» αποφάσισε, αντί να συνδέσει τον κόσμο με το Θεό να τον συνδέσει με τον εαυτό του και να ανατρέψει έτσι αυτό το σχέδιο του Θεού, δεν οδήγησε τον Θεό στο να πει, ότι αφήνω τα πράγματα, όπως έχουν, αλλά Τον έκανε να επιμείνει και πάλι στο αρχικό Του σχέδιο, στον αρχικό Του στόχο, αλλά μετατρέποντας πλέον κατά κάποιο τρόπο την πορεία του σχεδίου, η οποία θα έπρεπε τώρα να λάβει υπ’ όψη τα νέα δεδομένα, τις νέες καταστάσεις.

Οι νέες καταστάσεις ήταν, ότι με αυτή την απόφαση που πήρε ο άνθρωπος ελεύθερα, να στρέψει τη φύση προς τον εαυτό του και όχι προς το Θεό, έκανε την κτίση και τον εαυτό του να υπόκεινται πλέον στους νόμους και στη δουλεία των νόμων του κτιστού, να μην μπορεί να ξεπεράσει τις συνέπειες που έχει η κτιστότητα. Οι συνέπειες που έχει η κτιστότητα συνοψίζονται κυρίως στη φθορά και στο θάνατο, διότι η κτιστότητα προέρχεται από την ανυπαρξία και συνεπώς η ανυπαρξία διαπερνάει το κτιστό. Άρα η ανυπαρξία διαλύει την ενότητα του κτιστού, αυτό είναι η φθορά και καθιστά το κτιστό ευάλωτο από την ανυπαρξία, δηλαδή από το θάνατο.

Συνεπώς, αυτό ήταν μια νέα πραγματικότητα, που εισήγαγε ο άνθρωπος, ο Αδάμ με την ελεύθερη απόφασή του. Δεν μπορούσε ο Θεός, αυτή την πραγματικότητα να την αγνοήσει. Το αρχικό σχέδιο του Θεού δεν περιείχε αυτή την πραγματικότητα. Ο Θεός λοιπόν δεν είχε προγραμματίσει κατά κάποιον τρόπο όλη αυτήν την κατάσταση, που δημιούργησε η πτώση του ανθρώπου στο αρχικό Του σχέδιο. Αυτό είναι το συγκλονιστικό μυστήριο της ελευθερίας, το ότι ο άνθρωπος έχοντας αυτή την ελευθερία, που του έδωσε ο Θεός, μπόρεσε να ανατρέψει ολόκληρο το σχέδιο του Θεού ως προς την μέθοδο. Ως προς τον τελικό στόχο δεν μπόρεσε, διότι ο Θεός δεν άφησε.

Η Χριστολογία λαμβάνει νέα μορφή από ό,τι θα ελάμβανε, αν δεν έπεφτε ο Αδάμ. Αν δεν έπεφτε ο Αδάμ, πάλι θα μιλούσαμε για Χριστολογία, αλλά θα ήταν η Χριστολογία με την εξής μορφή, όπως την βλέπει ο Άγιος Μάξιμος: Ο Αδάμ τοποθετούμενος μέσα στο χώρο και στο χρόνο, ασκώντας την ελευθερία του κατά τρόπο θετικό, δηλαδή ενώνοντας το κτιστό με το άκτιστο ελεύθερα, θα οδηγούσε τελικά όλη την κτίση «εν τω προσώπω του» στην ένωση κτιστού και άκτιστου, η οποία ένωση θα συνεπαγόταν την υπέρβαση των ορίων του κτιστού, δηλαδή το θάνατο. Έτσι η Χριστολογία θα είχε πλέον την μορφή της μεταμόρφωσης του Αδάμ σε Χριστό. Ο Χριστός, λέγει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, θα υπήρχε, θα ήταν μια πραγματικότητα και αν δεν έπεφτε ακόμα ο Αδάμ. Θα είχε όμως αυτή τη μορφή που είπαμε, της «εν χρόνω και χώρω» μέσω της εξάσκησης της ελευθερίας του ανθρώπου, μεταμόρφωσης του κόσμου σε μια ύπαρξη, που δεν θα υφίστατο τις συνέπειες του κτιστού, δηλαδή τη φθορά και το θάνατο, λόγω του ότι θα βρισκόταν σε ένωση με το άκτιστο.

Αυτό ήταν το αρχικό σχέδιο του Θεού και αυτό θα συνέβαινε και αυτή θα ήταν η Χριστολογία, για την οποία θα μιλούσαμε, αν δεν έπεφτε ο Αδάμ. Το ότι έπεσε, δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα, που υποχρεώνει το Θεό να τροποποιήσει το αρχικό σχέδιο, γιατί, δεν ήταν δυνατόν πλέον να περάσει αυτή η ένωση κτιστού και άκτιστου από τον άνθρωπο, χωρίς να περάσει μέσα από την «πεπτωκυία» κατάσταση του ανθρώπου, δηλαδή από τη φθορά και το θάνατο. Συνεπώς, η Χριστολογία με αυτή τη μορφή είναι η είσοδος του Θεού, η πραγμάτωση του γεγονότος του Χριστού μέσα από την πεσμένη ύπαρξη του ανθρώπου, μέσα από τη φθορά και το θάνατο, διότι έτσι πλέον η ανθρώπινη ελευθερία δεν ισχύει κατά τρόπο θετικό, όπως αρχικά την προέβλεψε το σχέδιο του Θεού, αλλά ισχύει πλέον κατά τρόπο αρνητικό. Και μέσα απ’ αυτή την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν όλη η κτίση, λόγω του ότι έκοψε την επικοινωνία με τον Θεό, με το άκτιστο, η Χριστολογία παίρνει πλέον μορφή ενός τραγικού γεγονότος, που δεν ευχαριστεί τον Θεό, που δεν το ήθελε ο Θεός, ήταν όμως αναπόφευκτο.

Σ’ αυτό το νέο γεγονός, σ’ αυτή τη Χριστολογία, που γέμει από την πτώση του Αδάμ, ο Θεός ενεργεί πάντα με τρόπο που δείχνει, ότι σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου. Θέλει ο Θεός να προέλθει πάλι από τον άνθρωπο αυτή η ένωση κτιστού και άκτιστου ελεύθερα, και γι’ αυτό χρησιμοποιεί την Παναγία, σαν έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να πει και όχι, αλλά, αν έλεγε Ναι, θα βοηθούσε στο να γίνει με την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου, όλο αυτό το σχέδιο πραγματικότητα. Και πράγματι το Ναι της Μαρίας διευκολύνει τα πράγματα. Αλλά αυτό το Ναι συνοδεύεται από την πρώτη στιγμή της πραγμάτωσης πλέον δια του Ναι αυτού, της εισόδου του Θεού στον άνθρωπο, συνοδεύεται από την εμπειρία της φθοράς και του θανάτου, στην οποία πέφτει πλέον ο ίδιος ο Θεός. Πριν ν’ αναλυθεί αυτή η δυσάρεστη εμπειρία, που περιέχει η ενανθρώπηση, θα πρέπει να ξεκαθαρισθεί μια λεπτομέρεια πολύ σημαντική:

Αυτό το σχέδιο, αυτή η είσοδος του Θεού στον κόσμο, στην κτίση, η είσοδος του άκτιστου στο κτιστό, για να ενώσει τα δύο, γίνεται μόνο από ένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, η είσοδος με την μορφή της ένωσης, της ανάληψης αυτού του ρόλου της γέφυρας. Αλλά επειδή τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας δεν χωρίζονται μεταξύ τους ποτέ, δεν απουσιάζουν απ’ αυτή την ενέργεια του ενός προσώπου και τα άλλα πρόσωπα και συνεπώς κάθε πρόσωπο πλέον της Αγίας Τριάδας μετέχει σ’ αυτό το γεγονός της Χριστολογίας. Η Χριστολογία δεν είναι υπόθεση μόνο του ενός προσώπου της Αγίας Τριάδας, αλλά και των τριών, με μια διαφορά, ότι το κάθε πρόσωπο αναλαμβάνει ιδιαίτερο ρόλο, που δεν αναλαμβάνουν τα άλλα και ο ρόλος που αναλαμβάνει ο Υιός είναι ακριβώς η ταύτισή Του με την πεσμένη πραγματικότητα του κτιστού. Η ανάληψη δηλαδή επάνω Του της φθοράς και του θανάτου και όλων των συνεπειών, που είναι ο πόνος, η θλίψη κ.λπ. Αλλά αυτό δεν θα το έκανε ο Υιός, αν δεν ευδοκούσε ο Πατέρας. Συνεπώς, η Χριστολογία έχει ως αφετηρία όχι το Χριστό αλλά τον Πατέρα.

Ο Πατέρας θέλει, είναι ο πρώτος θέλων, όλα πηγάζουν απ’ τον Πατέρα. Είναι, όπως είναι ο αίτιος της ύπαρξης των προσώπων της Αγίας Τριάδας και όλα πηγάζουν από την ελεύθερη θέληση του Πατέρα, η ύπαρξη η ίδια του Θεού, έτσι και στην «Οικονομία», το σχέδιο της Χριστολογίας πηγάζει από την ελεύθερη θέληση του Πατέρα. Ο Πατέρας λοιπόν ευδοκεί. Αυτός θέλει να γίνει αυτό το σχέδιο. Ο Υιός συμφωνεί, λέγει Ναι στην θέληση του Πατέρα και εισέρχεται Αυτός στην πραγματικότητα του πεσμένου κτιστού και όχι ο Πατέρας. Επομένως, ενώ μετέχει ο Πατέρας δια της ευδοκίας Του στο χριστολογικό γεγονός, δεν μετέχει με τον ίδιο τρόπο που μετέχει ο Υιός. Η διαφορά είναι, ότι ο Υιός μόνο σαρκούται, δηλαδή μόνον ο Υιός παίρνει επάνω Του, αναλαμβάνει Αυτός τη μοίρα του πεσμένου ανθρώπου. Ο Πατέρας ευδοκεί, ο Υιός συγκατατίθεται, αναλαμβάνει Αυτός την μοίρα του κτιστού επάνω Του, ο Πατέρας δεν αναλαμβάνει επάνω Του αυτή τη μοίρα. Το Πνεύμα και Αυτό συνεργάζεται σ’ όλο αυτό το σχέδιο, χωρίς να αναλαμβάνει επάνω Του τη μοίρα του κτιστού, χωρίς να σαρκούται, μόνον ο Υιός σαρκούται. Τι κάνει το Πνεύμα; Το Πνεύμα συμπαρίσταται στον Υιό κατ’ αυτή την οδυνηρή εμπειρία που έχει, της ένωσης, της ανάληψης της μοίρας του κτιστού, του πεσμένου κτιστού, της φθοράς και του θανάτου. Συμπαρίσταται ως το πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, το οποίον ελευθερώνει τον Υιό από τις συνέπειες της κένωσης και της ανάληψης της μοίρας του πεσμένου κτιστού.

Το Πνεύμα είναι Αυτό, το οποίο συμπαρίσταται στις μεγάλες αποφάσεις που παίρνει ο Χριστός, προκειμένου ν’ ασκήσει την ελευθερία Του, το Πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο κάνει κάθε τι που συνιστά το κύριο γεγονός της Χριστολογίας, το κάνει να είναι μια ελεύθερη απόφαση και όχι μια φυσική ανάγκη. Επομένως, δε μπορούμε να δούμε τη Χριστολογία χωρίς αναφορά στον Πατέρα, αλλά ούτε χωρίς αναφορά στο Πνεύμα. Και υπήρξε λάθος της Δογματικής στο παρελθόν, να ξεχωρίσει τη Χριστολογία από αυτά τα άλλα δύο, τη Τριαδολογία και την Πνευματολογία. Το Πνεύμα λοιπόν, επειδή είναι το Πνεύμα της ελευθερίας, όπου πνέει αίρονται οι δεσμεύσεις, οι αναγκαιότητες της φύσης και ελευθερώνεται το ον από τις αναγκαιότητες αυτές. Αλλά ελευθερώνεται και ως πρόσωπο, για να ελευθερωθεί από τις αναγκαιότητες ελεύθερα, δηλαδή με την δική του συγκατάθεση και όχι διότι του επιβλήθηκε.

Συνεπώς, το Πνεύμα είναι παρόν σ’ όλα τα κρίσιμα σημεία, που αποφασίζεται η όλη πορεία της Χριστολογίας, του γεγονότος του Χριστού. Στο Ναι της Μαρίας, που οδηγεί στη σύλληψη του Υιού, του Λόγου, από την Παναγία, στη γέννηση, το Πνεύμα είναι παρόν. Εκ Πνεύματος Αγίου συλλαμβάνει η Θεοτόκος. Θα μπορούσε ο Λόγος να ενοικήσει στην Παναγία μόνος Του. Εάν ήταν θέμα θείας επέμβασης, απλώς δεν θα ήταν ανάγκη να γίνει όπως έγινε. Τι χρειάζεται το Πνεύμα; Δεν πρόκειται γι’ αυτό. Έχουν μεγάλη σημασία οι λεπτομέρειες αυτές. Το Πνεύμα είναι παρόν και «εν Πνεύματι Αγίω» συλλαμβάνει η Θεοτόκος. Και το Πνεύμα σημαίνει, ότι ό,τι συμβαίνει εκείνη την στιγμή συμβαίνει «εν ελευθερία». Δεν είναι απλώς μια εισβολή του ακτίστου μέσα στο κτιστό· γιατί κάθε εισβολή του Θεού μέσα στο κτιστό, αν δεν γίνεται ελεύθερα, σημαίνει κατ’ ανάγκη τη συντριβή του κτιστού, διότι αν έχουμε δύο δυνάμεις, από τις οποίες η μία είναι απείρως μεγαλύτερη από την άλλη και τις βάλουμε μαζί, θα συντρίψει η μεγαλύτερη τη μικρότερη. Δεν πρέπει να δούμε τη Χριστολογία στα πλαίσια ενός άκτιστου, που μπαίνει μέσα στο κτιστό απλώς και μόνο με την δύναμή Του. Δεν είναι θαύμα ό,τι γίνεται με την έννοια επίδειξης μιας κάποιας δύναμης εκ μέρους του Θεού, αλλά το ότι παρίσταται το Πνεύμα, το ότι «εν Πνεύματι» γίνεται όλη αυτή η ιστορία πραγματικότητα, υποδηλώνει ότι έχουμε ένα γεγονός ελευθερίας.

Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία η συμβολή του Αγίου Πνεύματος. Και αν προχωρήσουμε στα περαιτέρω γεγονότα της Χριστολογίας, θα δούμε πάλι ότι το Πνεύμα είναι παρόν σ’ αυτές τις κρίσιμες στιγμές της ελευθερίας. Το Πνεύμα συνοδεύει το Χριστό στην έρημο, προκειμένου να πειρασθεί από τον σατανά. Δεν είναι τυχαίο, γιατί μας βάζει μέσα στη Χριστολογία, γιατί μπαίνει το Πνεύμα σ’ αυτές τις κρίσιμες στιγμές. Διότι τη στιγμή του πειρασμού ο Χριστός ως άνθρωπος, θα πει ελεύθερα το Ναι στο Θεό και αυτό θα γίνει «εν Πνεύματι». Ο Χριστός ως Χριστός -και η λέξη το λέει- είναι κεχρισμένος από το Πνεύμα, δηλαδή έχει το Πνεύμα μαζί Του πάντοτε. Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε Χριστολογία, χωρίς Πνευματολογία. Και μόνο η λέξη Χριστολογία έχει μέσα της την έννοια του Πνεύματος, διότι Χριστός θα πει κεχρισμένος από το Πνεύμα.

Λοιπόν, ο Χριστός στην όλη Του ύπαρξη έχει το Πνεύμα, αλλά είναι χαρακτηριστικό, ότι στις μεγάλες στιγμές, που κρίνεται ελεύθερα η πορεία του σχεδίου αυτού, η εφαρμογή του σχεδίου αυτού του Θεού για την σωτηρία του κόσμου, το Πνεύμα είναι παρόν. Παρόν είναι το Πνεύμα και στη Γεθσημανή, τότε που μια άλλη απόφαση έπρεπε να ληφθεί: Να πιεί το ποτήρι, που ως άνθρωπος δεν θέλει να πιεί. Και εκείνη την ώρα, μας λένε οι Ευαγγελιστές, συνοδεύει το Χριστό, το Πνεύμα και το Πνεύμα παίζει κάποιο ρόλο. Δεν είναι απλώς συμπαραστάτης. Η μεγάλη απόφαση να πάει στο Σταυρό ο Χριστός, είναι και αυτή «εν Πνεύματι». Και όταν πάμε στην Ανάσταση, που είναι πλέον η υπέρβαση της φθοράς και του θανάτου, πάλι δεν πρέπει να λησμονούμε αυτό, που δυστυχώς λησμονούμε και δεν μας το λέει η Δογματική, αλλά η Γραφή στην Κ. Διαθήκη, ότι «ο Θεός ήγειρε τον Χριστόν δια του Πνεύματος» («ει δε το Πνεύμα του εγείραντος Ιησούν εκ νεκρών οικεί εν υμίν, ο εγείρας τον Χριστόν εκ νεκρών ζωοποιήσει και τα θνητά σώματα υμών δια του ενοικούντος αυτού Πνεύματος εν υμίν» Ρωμ. 8. 11). Το θαύμα της σύλληψης, της γέννησης, της ενσάρκωσης, της Ανάστασης όμως, δεν είναι θαύμα που πραγματοποιείται χωρίς την παρέμβαση του Αγίου Πνεύματος.

Θα μπορούσε ν’ αναστηθεί ο Χριστός και μόνο λόγω του ότι ήταν Θεός, είχε θεία φύση. Τι χρειάζεται η αναφορά στο Άγιο Πνεύμα; Γιατί ανασταίνεται ο Χριστός δια του Αγίου Πνεύματος; Μια λεπτομέρεια, που σχεδόν αποσιωπάται. Ποιος από τους πιστούς, ποιος από μας ακούει αυτή την αλήθεια; Για όλους μας η Ανάσταση είναι ένα θαύμα, που γίνεται λόγω του ότι ο Χριστός ήταν Θεός και είχε θεϊκή δύναμη και νίκησε τον θάνατο. Τότε το εν Πνεύματι, το δια του Πνεύματος, που λέει ο Παύλος, είναι άνευ σημασίας; Αλλά τίποτε δεν είναι άνευ σημασίας. Η Χριστολογία δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αναφορά στο ρόλο του Πατέρα και στο ρόλο του Πνεύματος. Το Πνεύμα λοιπόν, όχι μόνον ενοικεί στο Χριστό και τον κάνει Χριστό, αλλά περνώντας απ’ αυτά τα κρίσιμα σημεία της πορείας της Χριστολογίας, που είναι οι μεγάλες αποφάσεις, τα μεγάλα βήματα που γίνονται, όπως η σύλληψη, οι πειρασμοί, ο Σταυρός, η Ανάσταση, καθιστά τη Χριστολογία ένα γεγονός ελευθερίας, στο οποίο μετέχει πλέον ο άνθρωπος ελεύθερα, διότι ο Χριστός ως άνθρωπος και όχι μόνον ως Θεός παίρνει αυτές τις ελεύθερες αποφάσεις, για να εφαρμόσει το σχέδιο του Θεού με όλες τις συνέπειες που είχε. Αποτέλεσμα αυτού του πράγματος είναι ότι το Πνεύμα, το οποίον απελευθερώνει από τους πειρασμούς του κτιστού, που είναι η φθορά και ο θάνατος, αυτό το Πνεύμα, περνάει πλέον στην ανθρώπινη φύση δια του Χριστού. Και αφού στο πρόσωπο του Χριστού με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, υπερβαίνεται η φθορά, υπερβαίνεται ο θάνατος, αφού συμβαίνουν αυτά στο Χριστό και το πρόσωπο του Χριστού καθίσταται πλέον ένα σώμα, επάνω στο οποίον η όλη ανθρωπότητα γίνεται μέτοχος του Αγίου Πνεύματος. Και έτσι ο Χριστός παύει να είναι ένα άτομο, γίνεται μια καθολική ύπαρξη, η οποία πήρε πάνω της τη μοίρα του πεσμένου κτιστού και έτσι τώρα παίρνει επάνω της τη μοίρα του λυτρωμένου κτιστού, του απελευθερωμένου κτιστού από τα όριά του, γιατί αυτή είναι η λύτρωση από τα όρια του κτιστού. Αυτή η λύτρωση, αυτή η απελευθέρωση από τα όρια του κτιστού είναι έργο του Αγίου Πνεύματος, που συντελείται πρώτα στο πρόσωπο του Χριστού, διότι το Πνεύμα ανασταίνει το Χριστό και εν συνεχεία περνάει στους ανθρώπους, πάλι ως δωρεά και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό και ο Χριστός, ως το καθολικό αυτό ον, στο οποίον υπερβαίνονται τα όρια του κτιστού, αυτός ο Χριστός μεταδίδει ή πραγματοποιεί την υπέρβαση των ορίων του κτιστού για όλη την ανθρωπότητα, όχι σαν άτομο Χριστός αλλά δια του Αγίου Πνεύματος, δίνοντας το Άγιο Πνεύμα.

Έτσι το Άγιο Πνεύμα κάνει το Χριστό: Χριστό. Τον απελευθερώνει από τα όρια του κτιστού με την Ανάσταση, αλλά και συγχρόνως Τον κάνει πηγή της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος και για όλη την ανθρωπότητα, ούτως ώστε ολόκληρη η ανθρωπότητα ν’ αποκτήσει τις δυνατότητες που έγιναν πραγματικότητες στο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι η Χριστολογία δεν είναι απλώς το πρόσωπο του Χριστού, που παίρνει το Άγιο Πνεύμα, αλλά είναι επίσης το πρόσωπο του Χριστού που δίνει το Άγιο Πνεύμα. Αυτό οδηγεί τελικά στη σημασία της Εκκλησιολογίας.

20.12.16

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

  ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

 

 

 %ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

            Ο Μεγαλομάρτυρας και μυροβλύτης άγιος Δημήτριος, ένας από τους ενδοξότερους και λαοφιλέστερους αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 280 επί Μαξιμιανού (τετράρχη και κατόπιν αυτοκράτορα) και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια (ο πατέρας του υπήρξε Μακεδόνας στρατηγός του ρωμαϊκού στρατού). Νεαρός ακόμη, 22 ετών, έγινε αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού και έφθασε στο υψηλό αξίωμα του ανθύπατου του θέματος της Ελλάδας και μάλιστα με το υψηλότατο βαθμό του Δούκα. Είχε ευρυμάθεια, σωματική ωραιότητα, καθαρότητα καρδιάς και γλυκύτητα στον χαρακτήρα. Τα προτερήματα αυτά τον βοήθησαν στην πνευματική του ανέλιξη και τον οδήγησαν στη χριστιανική πίστη, της οποίας έγινε διαπρύσιος κήρυκας στη Θεσσαλονίκη. Είχε σχηματίσει ευρύ κύκλο νέων, στους οποίους μετείχε και ο Νέστωρας και τους οποίους δίδασκε στις υπόγειες στοές της λεγόμενης Χαλκευτικής Στοάς, κοντά στα δημόσια λουτρά. Στη διάρκεια μιας τέτοιας συνάθροισης, οι ειδωλολάτρες συνέλαβαν τον Δημήτριο να διδάσκει και τον οδήγησαν στον παρεπιδημούντα στη Θεσσαλονίκη Μαξιμιανό.

 

Ο Δημήτριος αρνήθηκε να αποκηρύξει τον Χριστό, δηλώνοντας: «τω Χριστώ μου πιστεύω μόνον». Μετά την ομολογία αυτή φυλακίστηκε και στη φυλακή δέχτηκε το μαθητή του Νέστωρα, τον οποίον ευλόγησε, ώστε να νικήσει σε αγώνα πάλης στο στάδιο. Ο Νέστωρας, με τη βοήθεια του Θεού πάλεψε και νίκησε τον τρομερό Λυαίο από το Σίρμιο. Ο Μαξιμιανός οργίστηκε με τη νίκη του Χριστιανού Νέστωρα επί του ειδωλολάτρη Λυαίου και διέταξε την αποκεφάλιση του Νέστωρα και το θάνατο του Δημητρίου με λογχισμούς, το 305. Το σώμα του αγίου ρίχτηκε σ’ ένα πηγάδι. Ο άγιος τάφηκε στον τόπο του μαρτυρίου και από τον τάφο του ανέβλυζε μύρο. Το μύρο αυτό θεράπευσε πολλούς ασθενείς. Από το λείψανο του αγίου αποπειράθηκαν να αποσπάσουν τμήμα οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός Α΄ και Μαυρίκιος, αλλά μάταια, γιατί εμποδίστηκαν από τον άγιο.

 

Η εορτή του αγίου έκτοτε εορταζόταν με μεγάλη λαμπρότητα με διάρκεια 6 ημέρες πριν και 8 ημέρες μετά, κατά δε τον 14ο αι. διαρκούσε συνολικά 1 μήνα! Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, το 1913, συνέπεσε με την εορτή του αγίου στις 26 Οκτωβρίου. Στην εικονογραφία απεικονίζεται ιππεύοντας κόκκινο άλογο και λογχίζοντας ειδωλολάτρη (τον Λυαίο), σε αντιδιαστολή με το λευκό άλογο του αγίου Γεωργίου, που λογχίζει τον δράκοντα.

 

            ΜΥΡΟΒΛΗΣΙΑ

 

            Το θέμα της μυροβλησίας αμφισβητείται από δύο Καθηγητές: τον Κύριλλο Μάνγκο καθηγητή της Βυζαντινής και Νεοελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και τον καθηγητή της Θεολογικής του ΑΠΘ Νικόλαο Ζαχαρόπουλο.

 

            Α/ Καθηγητής Κύριλλος Μάνγκο

 

            Ο άγιος Δημήτριος υπήρξε διάκονος (και όχι στρατιωτικός) στο Σίρμιο, πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, όπου και μαρτύρησε επί Διοκλητιανού.

 

Το Σίρμιο βρίσκεται στη Σερβία, η σημερινή Μιτροβίτσα, πλησίον του ποταμού Σάβα και απέχει περίπου 70 χμ. δυτικά του Βελιγραδίου.

 

Όταν η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, το 442, μεταφέρθηκε το μαρτύριο του αγίου στην πρωτεύουσα.

 

Μέχρι τον 7ο αι. δεν υπήρχαν λείψανα του αγίου, τα οποία εμφανίστηκαν αργότερα.

 

Ο τάφος του αγίου αναβλύζει μύρο, με σύστημα σωληνώσεων, όπου το μύρο ρίχνεται και πηγαίνει στον τάφο.

 

(ΠΗΓΗ: Κύριλλος Μάνγκο, καθ. Βυζαντινής και νεοελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Βιβλίο: «Βυζάντιο, η αυτοκρατορία της Ν. Ρώμης», σελ. 188. Έκδοση: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1999).

 

 

Β/ Καθηγητής Νικόλαος Ζαχαρόπουλος

 

«Ο καθηγητής αρχαιολογίας των ναών της Θεσσαλονίκης, μου υπέδειξε τον αγωγό, που κυλούσε το μύρο ΠΡΟΣ τον τάφο του αγίου».

 

(ΠΗΓΗ: Ν. Ζαχαρόπουλος, καθ. Θεολογικής ΑΠΘ).

 

 

ΣΗΜ: Τα περί της μυροβλυσίας προέρχονται από δυο ανεξάρτητες πηγές. Μπορεί τα γραφόμενά τους να είναι ψευδή ή αληθή. Αν είναι ψευδή, τότε προφανώς κάποιον σκοπό θα εξυπηρετούν, που μπορεί να αποβλέπει ακόμη και στη δυσφήμιση της Εκκλησίας. Αν είναι αληθή, τότε θα πρόκειται περί απάτης ανθρώπων της Εκκλησίας, αλλά η ίδια η Εκκλησία για κανένα λόγο δεν μπορεί να στηρίζεται στην απάτη. Σε τελευταία ανάλυση, η Εκκλησία δεν πρέπει να έχει ανάγκη μύθους, για να στηρίζει τη μαρτυρία της. Ή ένα γεγονός είναι αληθές ή είναι ψευδές, τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Εξ άλλου, ο ίδιος ο Κύριος μας προτρέπει να γνωρίσουμε την αλήθεια και όχι το ψεύδος και η οποία αλήθεια θα μας ελευθερώσει και από τα δεσμά της αβεβαιότητας.

 

30.10.16

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ