Αυτό είναι ο ανθρώπινος βίος. Άμμος… (Αγ.Γρηγορίου Νύσσης)

 AMMOS
«Εάν κάποιος, κυριευθεί από την πλεονεξία, και σαν άλλη θάλασσα, επεκτείνει την υπερβολική επιθυμία για τα κέρδη, που τρέχουν μέσα σε αυτήν από παντού με τρόπο άπληστο, αυτός, βλέποντας προς την πραγματική θάλασσα, ας θεραπεύσει το πάθος του.

Γιατί, όπως εκείνη δεν ξεπερνάει το όριό της, μολονότι δέχεται αμέτρητες ποσότητες υδάτων, που εισρέουν σε αυτήν, αλλά παραμένει στο ίδιο σημείο, σαν να μην έχει προστεθεί σε αυτήν καμία νέα ποσότητα νερού, κατά τον ίδιο τρόπο και ο άνθρωπος, όταν παραμένει στα όριά του, απολαμβάνοντας τα αγαθά, τα οποία αποκτά, δεν μπορεί να συναυξάνει μαζί με τον πλούτο των αγαθών και τη λαιμαργία της απόλαυσης.

Αλλά, ενώ δεν σταματά η εισροή των αγαθών μέσα του, διατηρεί στα μέτρα της την επιθυμία της απόλαυσης. Εφόσον, λοιπόν, δεν μπορεί η απόλαυση να ξεπεράσει τα φυσικά της όρια,
για ποιο λόγο να επιδιώκουμε τις πλέον αυξήσεις των εσόδων, τη στιγμή που ποτέ δεν προσφέρουμε από το πλεόνασμα, το οποίο προκύπτει από τα νεότερα κέρδη, προκειμένου να ελεήσουμε τους άλλους;

Επειδή όμως, όπως ερμηνεύσαμε την έννοια της ματαιότητας, ματαιότητα είναι ή λόγος ανόητος, ή πράγμα ανώφελο, νομίζω ότι καλά αρχίζει ο Εκκλησιαστής από αυτό το σημείο το λόγο. Και αυτό για να μην θεωρήσουμε ως υπαρκτό τίποτε από όσα γίνονται, ούτε και από όσα λέγονται, εφόσον αποβλέπει προς αυτόν εδώ το σκοπό, δηλαδή στην παρούσα ζωή.Γιατί κάθε ανθρώπινη προσπάθεια που καταβάλλεται για κάτι πέρα από τη ζωή, μοιάζει με τα παιχνίδια που παίζουν στην άμμο τα νήπια. Γι’ αυτά η απόλαυση των έργων σταματά μαζί με την προσπάθεια για τα έργα. Γιατί μόλις σταματήσουν να χτίζουν, σωριάζεται και η άμμος γύρω της, χωρίς να αφήσει κανένα σημάδι των κόπων, που κατέβαλαν τα παιδιά.

Αυτό είναι ο ανθρώπινος βίος. Άμμος η φιλοδοξία, άμμος η εξουσία, άμμος ο πλούτος, άμμος καθετί που απολαμβάνουν σωματικά οι άνθρωποι με κόπο. Μέσα σε αυτά τα ανύπαρκτα ματαιοπονούν τώρα οι μικρόψυχοι και υποβάλλονται σε πολλούς κόπους για το κάθε ένα από αυτά, και μόνο όταν εγκαταλείψουν το χώρο της άμμου, εννοώ τη σωματική ζωή, τότε θα καταλάβουν καλά την ματαιότητα της εδώ διαμονής. Γιατί η απόλαυση μένει πίσω μαζί με τη υλική ζωή, ενώ δεν παίρνουν μαζί τους τίποτε άλλο εκτός από την συνείδηση μόνο».

(Από τον πρώτο λόγο του αγ. Γρηγορίου Νύσσης, «Εις τον Εκκλησιαστήν», Π. Μπρούσαλη).-Εχ Protestant
Advertisements

«Υπόδειγμα Ορθόδοξης Ναοδομίας, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης»

Με αφορμή το ομότιτλο βιβλίο του αρχιτέκτονα Βασίλη Αν. Χαρίση

του Βασιλείου Βούκλιζα, Τοπογράφου-Μηχανικού

Ένα  πολύ ενδιαφέρον βιβλίο είναι  του αρχιτέκτονα Βασίλη Αν. Χαρίση με τίτλο «Υπόδειγμα Ορθόδοξης Ναοδομίας, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης» (εκδ. Αρχείο Παραλειπομένων Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας, Αθήναι 2003). Ο κ. Χαρίσης μες στις σελίδες του βιβλίου του «ξανακτίζει» με τις επιστημονικές γνώσεις του και με την θεολογική βοήθεια του Αρχιμ. π. Παγκρατίου Μπρούσαλη, τον περικαλλή Ναό όπως τον είχε συλλάβει με τον θεολογικό του νου ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης και τον είχε περιγράψει σε επιστολή του προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό.

*……………………………………………………………………………………………………………

Οι επιστολές των αγίων της Εκκλησίας είχαν πάντα μεγάλο θεολογικό ενδιαφέρον. Και αυτό γιατί είτε απευθυνόντουσαν σε επισκόπους, κληρικούς η μοναχούς, είτε σε πνευματικά τους παιδιά η σε οποιονδήποτε ζητούσε την συμβουλή και την γνώμη τους πάντα ο λόγος τους ήταν (και είναι) καθοδηγητικός, νουθετικός, ελεγκτικός με «απαλότητα» και διάκριση, παρακλητικός κλπ. Ένας λόγος που πολλές φορές αρκείται σε ένα και μόνο ρήμα της Αγίας Γραφής για να δημιουργήση αναλύοντάς το και ολόκληρα βιβλία. Άλλωστε, αν η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη αποτελούν τον νόμο, τα κείμενα των αγίων Πατέρων είναι κατά τρόπο τινά οι ερμηνευτικές του εγκύκλιοι.

Περί τα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης έστειλε προς τον επίσκοπο Αμφιλόχιο μια επιστολή στην οποία εκθέτει τις απόψεις του για έναν τύπο ναού που θα κατασκευαζόταν στο Ικόνιο –περιοχή επισκοπής του Αμφιλοχίου.

Πρόκειται για μια μικρή σε έκταση επιστολή που εντυπωσιάζει για το λεπτομερές αρχιτεκτονικό της περιεχόμενο που στηρίζεται σε θεολογικό υπόβαθρο. Εδώ παραθέτουμε το «αρχιτεκτονικό» τμήμα της επιστολής. Ολόκληρη η επιστολή βρίσκεται σε μετάφραση του αρχιμανδρίτη Παγκρατίου Μπρούσαλη στις σελ. 22-29 του βιβλίου. Αποσπάσματα δε αυτής σχολιάζονται παρακάτω.

«Το σχήμα του ναού είναι σταυρός που σχηματίζεται, όπως είναι φυσικό, από τέσσερις ξεχωριστούς οίκους. Και όπως βλέπουμε σε όλους τους σταυροειδείς ναούς οι συμβολές των χώρων αυτών ενώνονται μεταξύ τους. Στη μέση του σταυρού υπάρχει κύκλος, μετασχηματισμένος σε οκτώ γωνίες. Ονομάζω κύκλο το οκτάγωνο σχήμα, επειδή διαγράφει νοητή περιφέρεια, ώστε οι τέσσερις πλευρές του οκταγώνου, οι οποίες βρίσκονται διαμετρικά απέναντι η μία από την άλλη, να συνδέουν με αψίδες τους παρακείμενους τέσσερις οίκους με τον κεντρικό κύκλο. Οι άλλες τέσσερις πλευρές του οκταγώνου, οι οποίες εκτείνονται μεταξύ των τετραγώνων οίκων, δεν συνεχίζουν να προεκτείνονται και αυτές, ώστε να σχηματίζουν ιδιαίτερους χώρους, αλλά κάθε μία από αυτές θα είναι ημικύκλιο που αναπτύσσεται προς τα άνω κοχλιοειδώς και θα στηρίζεται πάνω σε αψίδα. Και εδώ θα είναι οκτώ όλες οι αψίδες, με τις οποίες εκ παραλλήλου τα τετράγωνα και τα ημικύκλια θα συνδέονται με τον μεσαίο χώρο. Μεταξύ δε των διαγωνίων πεσσών θα στηθούν ισάριθμοι κίονες για λόγους αισθητικής αλλά και αντοχής. Και αυτοί οι κίονες θα έχουν από πάνω τους αψίδες, που θα κατασκευαστούν συγχρόνως με τις εξωτερικές.

Πάνω από αυτές τις οκτώ αψίδες, για λόγους συμμετρίας με τα υπερκείμενα παράθυρα, θα ανυψωθή ο οκταγωνικός χώρος σε τέσσερις πήχεις επί πλέον, ώστε το σχήμα ανάπτυξης της οροφής του να είναι τρούλος κωνοειδούς μορφής με πλατιά βάση η οποία θα καταλήγη σε οξεία σφήνα. Οι διαστάσεις κάθε ορθογωνικού οίκου θα είναι οκτώ πήχεις κατά το πλάτος και μιάμιση φορά μεγαλύτερες κατά το μήκος, και το ύψος θα είναι όσο η αναλογία ως προς το πλάτος απαιτεί. Οι ίδιες διαστάσεις θα διατηρηθούν και για τα ημικύκλια. Επίσης το συνολικό διάστημα μεταξύ των πεσσών θα εκτείνεται σε οκτώ πήχεις και το πλάτος θα καθορισθή από την περιφέρεια που θα διαγράψη ο διαβήτης με κέντρο το μέσο της πλευράς και φθάνοντας στο άκρο της. Και αυτών το ύψος θα είναι όσο η αναλογία ως προς το πλάτος απαιτεί. Το πάχος του τοίχου εξωτερικά των διαστάσεων που μετρήθηκαν στο εσωτερικό θα είναι τρία πόδια και θα περιβάλλη όλο το έργο».

Στο δεύτερο μέρος της επιστολής ο άγιος Γρηγόριος φαίνεται ότι έχει διερευνήσει λεπτομερώς –και σύμφωνα με την ιδέα που έχει για το ναό– τις παραμέτρους της κατασκευής ως προς τα υλικά, την δαπάνη, τον χρονικό προγραμματισμό και εκθέτοντάς τες προς τον Αμφιλόχιο του ζητά να συνεκτιμήση τον αριθμό των εργατών που θα στείλη, ώστε να μην είναι λιγότεροι ούτε περισσότεροι από τους απαιτούμενους και σε συνεργασία με τους ντόπιους να τελειώσουν την κατασκευή στο συντομότερο χρόνο και με το μικρότερο κόστος.

Στο πρώτο μέρος της επιστολής ο άγιος δίνει με τόση ακρίβεια τα κατασκευαστικά στοιχεία του ναού, σαν να τον είχε μπροστά του η να έβλεπε σχεδιαγράμματα. Όμως σχέδιο του ναού δεν υπήρχε. Γιατί αν υπήρχε, θα το έστελνε συνημμένο με την επιστολή η θα το ανέφερε. Βέβαια είχε υπ’ όψιν του κάποιους ναούς – προσκυνήματα που είχε επισκεφθή, ο τύπος όμως που πρότεινε διέφερε από αυτούς• ήταν μια πρωτότυπη σύλληψη.

Όταν λοιπόν η ακρίβεια της περιγραφής είναι τέτοια ώστε να λέη «οι διαστάσεις κάθε ορθογωνικού οίκου θα είναι οκτώ πήχεις κατά το πλάτος και μιάμιση φορά μεγαλύτερες κατά το μήκος και το ύψος θα είναι όσο η αναλογία ως προς το πλάτος απαιτεί. Επίσης το συνολικό διάστημα μεταξύ των πεσσών θα εκτείνεται σε οκτώ πήχεις και το πλάτος θα καθορισθή από την περιφέρεια που θα διαγράψη ο διαβήτης με κέντρο το μέσο της πλευράς και φθάνοντας στο άκρο της», και αναλογιζόμενοι ότι έχουμε να κάνουμε με έναν από τους μεγίστους Πατέρες της Εκκλησίας μας, μάλλον οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η ιδέα του ναού ήταν για τον άγιο προϊόν φώτισης.

Συνδέεται όμως και με την θεολογία του αγίου σύμφωνα με την οποία ο ναός είναι σύμβολο θεοφανείας. Ένας κτιστός χώρος που θα είχε την ικανότητα να «χωρέση τον Αχώρητον».

Η εποχή που γράφτηκε η επιστολή (τέλος 4ου μ.Χ αιώνα) ήταν έντονη για την Εκκλησία. Από την μία είχε να αντιμετωπίση την ειδωλολατρική θρησκεία, που δεν είχε ακόμα εκλείψει, και από την άλλη τις αιρέσεις που αναφύονταν στο εσωτερικό της. Ήταν επίσης εποχή Οικουμενικών Συνόδων στις οποίες διατυπώθηκε το Σύμβολο της Πίστεως. Σε όλα τα παραπάνω συμμετείχε ενεργά ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που η Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος να τον αποκαλέση «Πατέρα Πατέρων».

Επομένως, σύμφωνα με την ανάλυση του συγγραφέα, στην νοητική σύλληψη του Αγίου για τον ναό ο όρος «Πατέρα παντοκράτορα» σημαίνει την ανάγκη να υπάρχη ένα κυρίαρχο σημείο αναφοράς, επιβλητικό, που θα δηλώνη κάλυψη προστασίας και αγάπης. Σχεδιαστικά λοιπόν αυτό το στοιχείο πρέπει να κυριαρχή, άρα να βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο, να αποτελή σκέπη – «αγκάλισμα» και γι’ αυτό σκέπτεται την κάλυψη του χώρου με μια δεσπόζουσα κοίλη οροφή.

Οι όροι «Έναν Κύριον Ιησού Χριστόν» ως «Φως εκ Φωτός, κατελθόντα, αναστάντα και πάλιν ερχόμενον» σημαίνουν την ανάγκη να υπάρχη μια κυρίαρχη πηγή φωτός σε θέση όπου το φως θα έρχεται από ψηλά και θα επανέρχεται. Και εφ’ όσον το φως συμβολίζει τον αναστάντα Χριστό η φωτεινή αυτή πηγή θα στέλνη το φως στα κάτω, ώστε αυτά να έλκονται άνω εις ανά-στασιν.

Ο όρος «Πνεύμα, ζωοποιόν εκ του Πατρός εκπορευόμενον» δηλώνει πως το φως θα έρχεται από το κυρίαρχο σημείο της οροφής, όπου βρίσκεται η θέση του «Πατέρα» και μάλιστα ως φως ήπιο, θερμό, «Ιλαρόν».

Ο όρος «ανάστασιν νεκρών» σχεδιαστικά σημαίνει να λειτουργή μια αισθητική έλξις από την κάτω στάση των «νεκρών», που είναι θέση ενός ψυχρού και σκοτεινού χώρου, προς την άνω στάση την ανά-σταση, στην θέση ενός χώρου ζωής, άρα χώρου θερμού και φωτεινού.

Επίσης ο όρος «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών», που σημαίνει πράξη άπειρης αγάπης, υπαγορεύει την σχεδιαστική υποχρέωση ο κτιστός χώρος ως «θυσιαστήριο» του «Σταυρωθέντος» να διαθέτη τέτοιο ύφος που θα εκφαίνη την αίσθηση αυτής της άπειρης αγάπης.

Όλα τα παραπάνω όριζαν τις θεολογικές «προδιαγραφές» μιας ορθόδοξης άποψης που κάνει τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης να υποστηρίζη ότι ο ναός έπρεπε να αποτελή χώρο που να λειτουργή συγκινησιακά, με τρόπο ώστε να υπηρετή έναν συγκεκριμένο λόγο.

Η πρόκληση για τον συγγραφέα του βιβλίου ήταν ότι οι τεχνικές πληροφορίες που αναφέρονται στην επιστολή με συγκεκριμένες διαστάσεις και στοιχεία και γενικότερα η σαφήνεια της περιγραφής μπορούσε να αποδώση σε σχέδια την αρχιτεκτονική μορφή του ναού με ικανοποιητική ακρίβεια.

Έτσι στις πάνω από διακόσιες σελίδες του βιβλίου ξεκινώντας από κατόψεις και τομές, και τα γενικότερα αρχιτεκτονικά σχέδια, αναλύει τα τεχνικά στοιχεία, τα υλικά και τον τρόπο κατασκευής, την στατική επάρκεια του προκύπτοντος ναού, συνεχίζει με τον προϋπολογισμό, τον χρονικό προγραμματισμό και την συμφωνία ανάθεσης του έργου για να καταλήξη σε αισθητικές παραμέτρους που αφορούν μορφές, κλίμακες, φως, ήχο, σύμβολα. Όλα αυτά τα τεκμηριώνει και τα παρουσιάζει και με σχέδια μερικά εκ των οποίων παραθέτουμε και εδώ.

Δεν γνωρίζουμε αν τελικά ο συγκεκριμένος ναός κατασκευάσθηκε και αν έμοιαζε αρκετά με αυτόν που παρουσιάζει ο κ. Β. Χαρίσης. Δεν γνωρίζουμε αν τέλος πάντων πήγαν οι τεχνίτες και αν έφτασαν και τα χρήματα για την πληρωμή τους, αφού, όπως λέγει με χιούμορ ο άγιος, «το χρήμα και ο πλούτος, ενάντια του οποίου τόσες φορές έχω καταφερθεί, τελικά απομακρύνθηκε από εμέ όσο γινόταν πιο μακριά, επειδή πιστεύω ότι μίσησε τη συνεχή εναντίον του καταφορά μου και διαχώρισε με ένα χάσμα αγεφύρωτο, δηλαδή τη φτώχεια, τον εαυτόν του από εμέ, ώστε ούτε αυτός να φθάνη σ’ εμάς, ούτε εμείς να διαβαίνουμε προς εκείνον».

Ας μείνουμε στο γεγονός ότι η θεολογία που αναπτύχθηκε στον 4ο μ.Χ. αιώνα ενέπνευσε στον άγιο Γρηγόριο την ιδέα ενός τύπου ναού να την εκφράζη και στις ημέρες μας ένα σύγχρονο αρχιτέκτονα να απεικονίση την ιδέα αυτή.–

πηγή.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης για το ΔΝΤ, τα τράστ και τους τραπεζίτες

Ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης

Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου. Γεννήθηκε περί το 329 ή 330 μ.Χ. Ήταν υιός του Βασιλείου και της Εμμελείας. Ο πατέρας του καταγόταν από τον Πόντο και η μητέρα του από την Καππαδοκία.
Ο Γρηγόριος, μολονότι είχε χειροτονηθεί αναγνώστης, δεν σκεπτόταν να γίνει κληρικός, ούτε θεολόγος. Ο αδελφός του Βασίλειος, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό πατέρα και δάσκαλό του, τον είλκυσε στην ιεροσύνη. Μετά την εκπαίδευσή του στη Νεοκαισάρεια φοίτησε στην Καισάρεια με σκοπό να γίνει συνήγορος και διδάσκαλος της ρητορικής, όπως ο πατέρας του και οι πρόγονοί του.
Σε ηλικία 40 ετών, το 371 ή 372 μ.Χ., παρακαλείται από τον αδελφό του Μέγα Βασίλειο, Αρχιεπίσκοπο τότε Καισαρείας,να δεχθεί την Επισκοπή Νύσσης. Η Νύσσα (σήμερα Νεμσεχίρ) ήταν ασήμαντη πόλη της Καππαδοκίας, επί της οδού που οδηγούσε από την Καισάρεια στην Άγκυρα. Ο Γρηγόριος δέχθηκε, από μεγάλο σεβασμό στον Άγιο Βασίλειο.
Οι Αρειανοί, όμως, του έφεραν μεγάλες ενοχλήσεις. Αντιλαμβανόμενοι, ότι στο πρόσωπό του η αίρεσή τους θα είχε σπουδαιότατο πολέμιο, σχεδίασαν να τον εξοντώσουν. Τον κατηγόρησαν λοιπόν, ότι εξελέγη Επίσκοπος αντικανονικά και σφετερίσθηκε χρήματα της Εκκλησίας. Τις κατηγορίες υπέβαλε κάποιος με το όνομα Φιλόχαρης, όργανο των Αρειανών, προς τον διοικητή του Πόντου Δημοσθένη, προς τον οποίο ο Μέγας Βασίλειος έγραψε και επιστολή. Για την κατηγορία της καταχρήσεως παρακάλεσε να γίνει ο έλεγχος για να δειχθεί η συκοφαντία, για την αντικανονική χειροτονία λέγει ότι η ευθύνη είναι δική του, διότι αυτός χειροτόνησε και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι σωστό να δικάσει επί της υποθέσεως αυτής σύνοδος Επισκόπων, των οποίων η εκκλησιαστική θέση δεν ήταν σε κανονική τάξη.Η επίκληση του Βασιλείου απέβη άκαρπη. Ο αυτοκράτορας Ουάλης ήθελε να αποφευχθεί το θέμα. Το 376 μ.Χ. ο Γρηγόριος καθαιρείται ερήμην από σύνοδο Αρειανών Επισκόπων του Πόντου και της Γαλατίας. Και ο Γρηγόριος, καταδιωκόμενος, αναγκαζόταν να πλανάται και να κρύβεται.
Η περιπέτεια έληξε τον Αύγουστο του έτους 378 μ.Χ., όταν απέθανε ο Ουάλης. Ο Γρηγόριος επανήλθε στη Νύσσα, όπου του επιφυλάχθηκε θριαμβευτική υποδοχή.
Κατά το φθινόπωρο του 379 μ.Χ. έλαβε μέρος στη Σύνοδο της Αντιόχειας, η οποία συνήλθε ιδίως για την αίρεση του Απολλιναρίου. Ο Απολλινάριος, ερμηνεύοντας κατά γράμμα χωρίο της Αγίας Γραφής (κατά Ιωάννη α’ 14), υποστήριζε ότι ο Θεός Λόγος έγινε σάρκα, όχι σάρκα και ψυχή. Αρνήθηκε τον ανθρώπινο νου, την ανθρώπινη ψυχή και θέληση του Ιησού Χριστού ως στοιχεία διασπαστικά της ενότητός Του και αντίθετα προς την τελειότητά Του και αντικατέστησε τα στοιχεία αυτά με τη θεία επενέργεια. Δίδασκε, δηλαδή, στην ουσία, ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι τέλειος Θεός ούτε τέλειος άνθρωπος. Πολλοί νόμιζαν ότι ο Απολλινάριος δέχθηκε την επίδραση της πλατωνικής και νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, αλλά το πιθανότερο είναι, καθώς πιστεύει ο Γρηγόριος Νύσσης, ότι αφετηρία στη χριστολογική του διδασκαλία είναι χωρίο επιστολής του Αποστόλου Παύλου (προς Θεσσαλονικείς Α’, ε’ 23). Στη Σύνοδο ο Άγιος ανασκεύασε τις κακόδοξες θεωρίες του Απολλιναρίου. Επίσης, η Σύνοδος του ανέθεσε αποστολή για την Εκκλησία της Βαβυλωνίας και με την ευκαιρία αυτή επισκέφθηκε και τους Αγίους Τόπους.
Το περιεχόμενο της πίστεως αποτελεί την παράδοση, η οποία μεταβιβάζεται «πατρόθεν» ως κλήρος κατά διαδοχή στους Αποστόλους διά των Πατέρων στις εκάστοτε νεότερες γενιές. Έτσι, ο Άγιος συμμετείχε, επίσης, στη Β’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συνήλθε το έτος 381 μ.Χ., στην Κωνσταντινούπολη επί Θεοδοσίου του Μεγάλου (379-395 μ.Χ.), για να ενισχύσει την Ορθόδοξη διδασκαλία κατά του Αρειανισμού και να αποφανθεί κατά των αιρετικών δοξασιών, τις οποίες δίδασκε ο Μακεδόνιος περί του Αγίου Πνεύματος. Στη Σύνοδο αυτή ο Γρηγόριος αναδείχθηκε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, αφού κατατρόπωσε τους δυσσεβείς αιρετικούς με την δύναμη των λόγων του και με αγιογραφικές αποδείξεις. Στις συζητήσεις εκείνες ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διακρίθηκε τόσο, ώστε αν ονομασθεί Πατήρ πατέρων και Νυσσαέων φωστήρ. Και ο Θεοδόσιος τον προσονόμασε στύλο της Ορθοδοξίας.Ο Άγιος Γρηγόριος τονίζει ιδιαίτερα την συνεργασία του Αγίου Πνεύματος στην προσωπική Πνευματική ζωή κάθε μέλους της Εκκλησίας. Η Πνευματική ζωή παρουσιάζεται στη διδασκαλία του ως συνεχή ανοδική πορεία του ανθρώπου προς την τελείωση και αυτή επιτυγχάνεται με τη συνεργία Θεού και ανθρώπου. Ο προσωπικός αγώνας του κάθε πιστού μαζί με τη Χάρη του Παρακλήτου αποτελούν τις δυο προϋποθεσεις για την πνευματική τελειότητα.
Ο αυτοκράτορας, ανταποκρινόμενος σε υπόδειξη της Συνόδου, όρισε διά νόμου, ότι έπρεπε να θεωρούνται αιρετικοί όσοι δεν ήσαν σε εκκλησιαστική κοινωνία με τον Άγιο Γρηγόριο. Περιελήφθησαν δε μαζί με τον Γρηγόριο ως κανονικοί και νόμιμοι Επίσκοποι και δύο άλλοι, ο Καισαρείας Ελλάδιος και ο Μελιτηνής Οτρήιος.
Το έτος 385 μ.Χ. έρχεται και πάλι στην Κωνσταντινούπολη, για να εκφωνήσει τους επικήδειους λόγους του στη βασιλόπαιδα Πουλχερία και στη βασίλισσα Πλακίλλα, σύζυγο του αυτοκράτορα. Και πάλι αναγκάζεται να έλθει στην Κωνσταντινούπολη το 394 μ.Χ., προκειμένου να συμμετάσχει σε Σύνοδο που συγκροτήθηκε με αφορμή τη διαμάχη των Επισκόπων Βαγαδίου και Αγαπίου, οι οποίοι διεκδικούσαν και οι δύο Την Επισκοπή Βόστρων της Αραβίας.
Υπήρξε έξοχος ρήτορας, σοφός συγγραφέας ιερών συγγραφών και ζηλωτής της Ορθοδόξου Πίστεως. Ο Θεόδωρος Πρόδρομος δίδει σε ποίημά του μια ένδειξη περί των προσώπων τα οποία αποτελούν τον κορμό της κατηγορίας των Πατέρων, μεταξύ των οποίων αναφέρει και τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης :
«Τον Γρήγορον νουν, την Βασίλειον χάριν,
Το χρύσιον μέλημα του Χρυσοστόμου,
Το Γρηγορίου φθέγμα του Νυσσαέως,
Τον Μάξιμον, το θαύμα της ησυχίας»

«Ει  μη  πλήθος ην  τοκιστών ουκ αν ην το πλήθος των πενοομένων.Λύσον σου την φατρίαν , και πάντες έξομεν την αυτάρκειαν »

« Δρεπάνι του τοκιστή είναι η  δικαστική απαίτηση του χρέους, αλώνι το σπίτι του, όπου λιανίζει τις περιουσίες των αναγκεμένων ανθρώπων. Ολονών τ’ αγαθά τα βλέπει δικά του. Εύχεται στους ανθρώπους ανάγκες και συμφορές, για να τρέξουν υποχρεωτικά να δανειστούν απ΄αυτόν. Μισεί τους αυτάρκεις και όσους δεν έχουν δανειστεί απ’ αυτόν τους θεωρεί εχθρούς του. Συχνάζει στα δικαστήρια για ν’ ανακαλύψει κάποιον που τον πιέζουν οι δανειστές και ακολουθεί τους φοροεισπράκτορες, όπως τα κοράκια τους στρατούς που διεξάγουν πόλεμο( για να τρώνε τους σκοτωμένους). Κουβαλάει παντού το κομπόδεμα, και σαν δόλωμα το δείχνει σ’ εκείνους που τους πνίγει η  ανάγκη, ώστε, ανοίγοντας γι’ αυτό το στόμα, να καταπιούν μαζί μ’ αυτό και το αγκίστρι του τόκου. Καθημερινά μετράει τα κέρδη, μα η  δίψα του για χρήμα δε σβήνει. Στεναχωριέται για το χρυσάφι που έχει φυλαγμένο στο σπίτι, επειδή μένει αχρησιμοποίητο κι’ ανεκμετάλλευτο.

Πώς θα προσευχηθείς, λοιπόν, τοκογλύφε; Με τι συνείδηση θα ζητήσεις από τον Θεό κάποια ευεργεσία, συ που έμαθες όλο να παίρνεις και ποτέ να μην δίνεις; Ή μήπως σου διαφεύγει, ότι η προσευχή σου αποτελεί υπόμνηση της δικής σου απανθρωπιάς; Ποια συγχώρηση έδωσες και ζητάς συγγνώμη; Ποιον ελέησες κι’ επικαλείσαι τον Ελεήμονα; Αλλά κι’ αν ακόμη προσφέρεις ελεημοσύνη, ως προϊόν απάνθρωπης εκμετάλλευσης δεν θα είναι καρπός των συμφορών των άλλων, γεμάτη δάκρυα και στεναγμούς;

Αν γνώριζε ο φτωχός από πού προσφέρεις την ελεημοσύνη, δεν θα την δεχόταν, γιατί θα αισθανόταν σα να έμελλε να γευτεί σάρκες αδελφικές και αίμα συγγενών του. Θα σου πετούσε δε κατάμουτρα τούτα τα λόγια τα γεμάτα θάρρος και φρονιμάδα: μη με θρέψεις, άνθρωπε, από τα δάκρυα των αδελφών μου. Μη δώσεις στο φτωχό ψωμί βγαλμένο από τους στεναγμούς των άλλων φτωχών. Μοίρασε στους συνανθρώπους σου όσα με αδικίες μάζεψες και τότε θα παραδεχθώ την ευεργεσία σου. Ποιό το όφελος, αν δημιουργείς πολλούς φτωχούς (με την εκμετάλλευση) κι ανακουφίζεις ένα (με την ελεημοσύνη); Αν δεν υπήρχε το πλήθος των τοκογλύφων ( των εκμεταλλευτών γενικά), δεν θα υπήρχε ούτε η στρατιά των πεινασμένων. Ας διαλυθούν τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα και όλοι θ’ αποκτήσουμε την οικονομική μας αυτάρκεια».

( ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ( 4ος αι.) «Κατά τοκιζόντων»

 
ΠΗΓΕΣ.ΦΛΟΓΑ ΚΥΡΙΟΥ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ

H ευχαριστία στον Θεό κατά την προσευχή(Αγ.Γρηγορίου Νύσσης)

 

Τονίζει ο Αγ. Γρηγόριος Νύσσης, τα εξής πολύ σημαντικά για την ευχαριστία που πρέπει να αποδίδουμε στο Θεό κατά την προσευχή:

«Η Θεία χάρη μας εφοδίασε με άφθονα, κάθε είδους αγαθά, και για ν’ ανταποδώσουμε όλα όσα λάβαμε έχουμε αυτό μόνο, να προσπαθούμε να ξεπληρώσουμε τον Ευεργέτη μας με την προσευχή και την ευχαριστία.

Στοχάζομαι, λοιπόν, ότι κι αν ακόμα συμπαρατείνουμε σε όλο το μάκρος της ζωής μας τη συνομιλία μας με το Θεό με ευχαριστία και προσευχή, μας απομένει τόσο ακόμα για να εξοφλήσουμε τον Ευεργέτη, όσο εάν ούτε καν είχαμε προθυμοποιηθεί να κάνουμε αρχή της αντιπροσφοράς σ’ Αυτόν!

Το διάστημα του χρόνου το διαιρούμε σε τρία μέρη: Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Η ευεργεσία του Θεού γίνεται αντιληπτή στα τρία αυτά στάδια.

Αν αναλογιστείς το παρόν, σ’ αυτό είναι που ζεις. Αν αναλογιστείς το μέλλον, Εκείνος είναι η ελπίδα των προσδοκιών σου. Αν αναλογιστείς  το παρελθόν, δεν θα υπήρχε βέβαια αν δεν είχες δημιουργηθεί από Εκείνον

Ευεργετήθηκες παίρνοντας την ίδια σου την ύπαρξη από Εκείνον κι αφού έγινες ευεργετήθηκες πάλι, αφού ζεις και κινείσαι μέσα σ’ Αυτόν, όπως λέγει ο Απόστολος (Πράξ. 17, 28). Από την ίδια ενέργεια εξαρτώνται κι οι ελπίδες για τα μελλοντικά. Εσύ είσαι μόνο του παρόντος κύριος.

Ώστε, κι αν ακόμα δε σταματήσεις ποτέ να ευχαριστείς το Θεό, μόλις θα ξεπληρώσεις τη χάρη για το παρόν και δεν μπορείς να επινοήσεις ένα τρόπο ν’ ανταποδώσεις το χρέος σου ούτε για το μέλλον ούτε για το παρελθόν.

Κι ενώ είμαστε σε τόση αδυναμία να ευχαριστούμε, δε δείχνουμε την ευγνωμοσύνη μας ούτε όσο μπορούμε. Δε λέω όλη την ημέρα, αλλά ούτε πολλοστημόριο της μέρας μας δεν αφιερώνουμε στην απασχόληση μας με το Θεό.

Ποιος έστρωσε τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου;

Ποιος με την επινοητικότητά μας, μας έκανε να διαπλέουμε την υγρή φύση;

Ποιος στερέωσε για χάρη μου το θόλο του ουρανού;

Ποιος μου ανάβει τη λαμπάδα του ήλιου;

Ποιος στέλνει στα φαράγγια τις πηγές;

Ποιος άνοιξε τα περάσματα των ποταμών;

Ποιος έβαλε στο ζυγό να με υπηρετούν τα άλογα ζώα;

Ποιος έμενα την αναίσθητη σκόνη μ’ έκανε να πλημμυρίσω από ζωή και σκέψη;

Ποιος διαμόρφωσε αυτόν εδώ τον πηλό σύμφωνα με την εικόνα της Θείας σφραγίδας;

Ποιος επανέφερε στην πρωταρχική χάρη τη Θεία εικόνα που είχε θαμπώσει απ’ την αμαρτία;

Κι ενώ είχα δεχθεί έξωση απ’ τον Παράδεισο κι είχα απομακρυνθεί απ’ το δέντρο της ζωής κι είχα κατασκεπαστεί στο βάραθρο της υλικής ζωής, ποιος με έλκει στην αρχική μακαριότητα; «Δεν υπάρχει ο συνετός», λέγει ή Γραφή (Ρωμ. 3, II).

Γιατί ασφαλώς αν σκεπτόμασταν όλ’ αυτά θα συνεχίζαμε ακατάπαυστη και ασταμάτητη την ευχαριστία μας σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Ενώ τώρα όλοι σχεδόν οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι μόνο για ό,τι υλικό. Γι’ αυτό δείχνουν ενδιαφέρον και προθυμία, μ’ αυτά καταγίνεται και η μνήμη και η ελπίδα. Ούτε νυστάζει, ούτε κοιμάται ο άνθρωπος επιθυμώντας σε κάθε πράγμα το περισσότερο, όπου μπορεί ν’ αποκτήσει το περισσότερο.

Είτε στην τιμή και τη δόξα είτε στα χρήματα και την περιουσία είτε στη νόσο του θυμού, σ’ αυτά όλα η ανθρώπινη φύση αποβλέπει στο περισσότερο. Για τα αληθινά αγαθά του Θεού λόγος κανένας, ούτε γι’ αυτά που βλέπουμε ούτε γι’ αυτά που μας έχει υποσχεθεί».

(«Εις την Προσευχήν», Λόγος Α’)