Δαυίδ μοναχός Διονυσιάτης (1889 – 1983)

Ο κατά κόσμον Δήμος Φλώρος, ο μετέπειτα μοναχός Δαυίδ, γεννήθηκε το έτος 1889 στο χωριό Κτιστάδες της ορεινής Άρτας. Είχε άλλα δύο αδέλφια. Οι γονείς τους δίδαξαν με το παράδειγμά τους την ευλάβεια και την αγάπη στο Θεό· τους έμαθαν να πηγαίνουν στην Εκκλησία και να προσεύχονται.

Όταν ο Δήμος ήταν πέντε χρονών, είδε ουράνιο φως, ενώ η μητέρα του, στην οποία το έδειχνε, δεν έβλεπε τίποτε.

Άλλη φορά είδε να ανοίγει ο ουρανός και είδε μέσα σε απερίγραπτη δόξα τάγματα Αγίων και Αγγέλων να δοξολογούν το Θεό που καθόταν πάνω στο θρόνο Του.

Από μικρός έμαθε την τέχνη του κτίστου και εργαζόταν φιλόπονα. Όταν έγινε 16 ετών, εργαζόταν σε κάποιο εξωκκλήσι του χωριού του.

Εκεί είδε κάποια αποκάλυψη, που όταν θέλησε έπειτα να την διηγηθεί, κόπηκε η φωνή του για μισή ώρα. Κατάλαβε ότι δεν πρέπει να πει σε κανέναν αυτό που είδε. Μετά αμέσως επανήλθε η φωνή του.

Κάποτε που περνούσε από ερείπια εξωκκλησίου του παρουσιάστηκε η αγία Παρασκευή και του είπε: «Να μου κτίσεις το ναό μου». «Θα στον κτίσω, Κυρία μου», απάντησε με την αγία του αφελότητα, αφού την προσκύνησε. Τήρησε το λόγο του και ως καλός κτίστης που ήταν, τον έκτισε.

Ο Δήμος με την ευλάβεια που είχε, τη μεγάλη απλότητα και την καθαρότητά του έβλεπε Αγίους από νέος, αλλά και τον διάβολο.

Κάποτε, ενώ εργαζόταν, του είπε ο εργοδότης του να κοιμηθεί στο κρεβάτι του γιού του Κωνσταντίνου που απουσίαζε στην Αμερική. Ο Κωνσταντίνος δυστυχώς είχε γίνει χιλιαστής και επηρέαζε όλη την οικογένειά του. Ο Δήμος είδε τότε ένα διάβολο πάνω στο κρεβάτι, που με δύναμη πέταξε σε απόσταση τριών μέτρων το Δήμο.

Αλλ’ αυτός δε φοβόταν το διάβολο. Είχε συνηθίσει με τα πειράγματά του, γιατί συχνά πάλευαν σώμα με σώμα. Τα όπλα του ήταν το σημείο του Σταυρού και η επίκληση της Παναγίας, τα οποία έκαναν να εξαφανισθεί ο διάβολος. Κάποτε που του παρουσιάστηκε σαν δράκοντας, χωρίς να τον φοβηθεί καθόλου ο Δήμος, τον έπιασε από την ουρά και τον πέταξε μακριά.

Αν και αγαπούσε την μοναχική ζωή και ήθελε από μικρός να γίνει μοναχός, οι γονείς του τον εμπόδισαν. Έτσι νυμφεύθηκε κάποια νέα, ονόματι Σπυριδούλα και απέκτησαν δύο τέκνα. Συνέχισε να εργάζεται και να βοηθά την οικογένειά του αλλά και να αγωνίζεται. Δεν του έλειψαν οι πειρασμοί.

Κάποτε κάθισε ο πειρασμός στον ώμο του και μόλις φώναξε «Παναγία μου», εις επήκοον της συζύγου του, αμέσως εξαφανίστηκε.

Τον διάβολον αποκαλούσε συνήθως «τρισκατάρατον» και ενίοτε «παρασάνδαλον». Τον έδιωχνε και με την εκφώνηση του ιερέως, «της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου…».

Κάποτε τον αγγάρευσαν οι κομμουνιστές να μεταφέρει όπλα από το χωριό σε ένα άλλο. Καθ’ οδόν τους είπε: «Είπε και ο Χριστός: «Άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι, τι ποιούσιν»». «Α, ξέρεις και τέτοια», του είπαν. «Όταν φθάσουμε στον προορισμό μας, θα σε τακτοποιήσουμε». Μόλις έφθασαν στο χωριό και άφησε τα όπλα, έτρεξε και κρύφτηκε πίσω από ένα σπίτι. Οι κομμουνιστές νόμισαν ότι πήρε το δρόμο για να επιστρέψει και έτρεξαν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν τον βρήκαν. Έτσι η θεία Πρόνοια τον διεφύλαξε.

Κάποτε του ζήτησε κάποιος ένα αξιόλογο ποσό να του δανείσει και του έδωσε παρά τη φτώχεια του. Εκείνος δεν τα επέστρεψε και, όταν ο Δήμος τα είχε ανάγκη και του υπενθύμισε το χρέος του, τον απείλησε να τον φονεύσει. Τότε του είπε με απλότητα: «Ας το βρεις απ’ άλλον». Και δυστυχώς συνέβη το πολύ δυσάρεστον. Ο άδικος αυτός άνθρωπος ζήτησε δανεικά και από κάποιον άλλο και, όταν δεν τα επέστρεψε, πάνω στην αψιμαχία τους ο άλλος φόνευσε τον άδικο που δανειζόταν χωρίς να τα επιστρέφει και μάλιστα απειλώντας με φόνο.

Έφεραν κάποτε μια γυναίκα δαιμονισμένη σε Μοναστήρι της περιοχής. Όλο το εκκλησίασμα φώναζε στο διάβολο «έβγα». Τότε μόνο ο Δήμος που ήταν παρών, τον είδε να εξέρχεται από το στόμα της σαν πετεινό σκουροκόκκινο.

Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά του Δήμου μεγάλωσαν, έκαναν οικογένεια και απέκτησε και εγγόνια. Αλλά ο ίδιος όλα αυτά τα χρόνια είχε ασίγαστη την επιθυμία να γίνει μοναχός. Έλεγε: «Μ’ έτρωγε μέσα μου ο θείος πόθος. Ο πόθος για το Χριστό, για τη μοναχική ζωή. Έτσι άφησα γυναίκα, παιδιά, περιουσίες, νυφάδες και εγγόνια, και ήρθα να προσφέρω στον Κύριο τα γεράματά μου, αφού δεν μπόρεσα να δώσω τα νιάτα μου».

Έτσι το έτος 1955 σε ηλικία 66 ετών ήρθε στη Μονή Γρηγορίου. Εκεί έμεινε για οκτώ μήνες και σ’ αυτό το διάστημα που ήταν δόκιμος, είδε σε όραμα τους δύο κτίτορες της Μονής.

Για άγνωστο λόγο ανεχώρησε και κοινοβίασε στη γειτονική μονή του Διονυσίου. Μετά τη νόμιμη δοκιμασία εκάρη μοναχός με το όνομα Δαυίδ.

Ενθουσιασμένος από τη μοναχική ζωή και λατρεία, την οποία στερήθηκε τόσα χρόνια, χαιρόταν, έκανε ακούραστα τα διακονήματά του και ήταν πολύ υπάκουος. Έτρεχε σαν μικρό παιδί και διακονούσε παντού.

Είχε μάθει καλά το «ευλόγησον» και το «να’ ναι ευλογημένο». Ήταν φιλήσυχος, ειρηνικός με όλους. Δεν πείραζε κανένα, δεν κατέκρινε κανένα. Ήταν νηστευτής. Κατά καιρούς νήστευε περισσότερο. Δεν παρακαθόταν στην τράπεζα. Έτρωγε τα τελευταία χρόνια μόνο ό, τι του πήγαινε ο πατήρ Θεόκτιστος στο κελί του. Ήταν ρακενδύτης.

Φορούσε παλαιά και μπαλωμένα ζωστικά, και για κάλτσες έραβε κομμάτια από υφάσματα που έβρισκε. Δεν τον ενδιέφερε η εξωτερική του εμφάνιση. Δεν του άρεσε η αργολογία και έλεγε συμβουλευτικά σε νέο συγκοινοβιάτη του: «Κουβεντούλα – κουβεντούλα, τρώει ο λύκος τη βετούλα». (Χρονιάρα γίδα). Δηλαδή με την αργολογία ζημιώνεται η ψυχή μας.

Στις λοιδορίες δεν απαντούσε· έκανε ότι δεν άκουγε. Την ημέρα που έγινε Μεγαλόσχημος κάποιος παλαιότερος τον ελοιδώρησε λέγοντας ένα δηκτικόν λόγον, αλλά αυτός ήταν «ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς». Όταν εκοιμήθη ο λοίδορος μοναχός, ο γερω-Δαυίδ τον είδε εντός λίμνης και μόλις φαινόταν λίγο το κεφάλι του.

Το κελί του ήταν πολύ ατημέλητο και λερωμένο γι’ αυτό είχε πολλούς ψύλλους και κοριούς. Όταν ήρθε η συνοδεία του παπα-Χαράλαμπου από το Μπουραζέρι, θέλησαν να το καθαρίσουν και πέταξαν στη θάλασσα πολλά άχρηστα πράγματα. Ο γερω-Δαυίδ δεν αντέδρασε, μόνο έλεγε: «Δόξα τω Θεώ που ήρθαν οι πατέρες και μας καθαρίζουν».

Στο ταπεινό, μικρό, μισοσκότεινο, απεριποίητο κελάκι του καταγινόταν στην ευχή. Έκανε αγρυπνίες και για να μην τον πιάνει ο ύπνος, όταν κουραζόταν, καθόταν σ’ ένα σκαμνάκι κουτσό με τρία πόδια. Μόλις αποκοιμόταν έχανε την ισορροπία πέφτοντας ξυπνούσε και συνέχιζε την αγρυπνία του.

Είχε πραγματική ταπείνωση, ήταν ένας ταπεινός Κοινοβιάτης. Τον εαυτό του, όπως έλεγε, δεν τον λογάριαζε ούτε για σκνίπα. Αυτή η ταπείνωσή του ήταν η ασπίδα του στις πολλές επιθέσεις του διαβόλου που του εμφανιζόταν συχνά.

Κάποτε στο παρεκκλήσι του Ακαθίστου, ενώ προσευχόταν, είδε πλήθος δαιμόνων να περνούν από μπροστά του, χωρίς όμως να μπορέσουν να τον βλάψουν.

Άλλες φορές ανέβαινε τις σκάλες του Μοναστηριού και του παρουσιάστηκε δήθεν ο παπα-Θόδωρος, αδελφός της Μονής. Του πρότεινε το χέρι για να το φιλήσει. Ο γερω-Δαυίδ τραβήχτηκε πίσω παραξενεμένος. Σκεφτόταν: «Τι συμβαίνει; Γιατί μου δίνει το χέρι;», και σκύβοντας πέρασε κάτω από το χέρι του και πήγε στην ακολουθία.

Άλλη φορά προσπαθούσε να τον ρίξει στον γκρεμό, ενώ βρισκόταν στο Μετόχι του Μονοξυλίτη. Τότε παρουσιάστηκε ο Κύριος με την Παναγία και τον Πρόδρομο, όπως είναι στο τρίμορφο, στην εικόνα που είναι στο Μοναστήρι απέναντι από τη θύρα της τραπέζης. Ο Τίμιος Πρόδρομος βγήκε από την εικόνα, πήρε ενσώματη ζωντανή μορφή και τον έσωσε. Θυμόταν σε όλη του τη ζωή καθαρά το γεγονός αυτό της σωτηρίας του και έλεγε: «Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος».

Στο Μονοξυλίτη την ημέρα έκτιζε πεζούλια, καλυβόσπιτα, το οπωροφυλάκιο, και τη νύχτα έκανε αγρυπνία που την άρχιζε με την ανατολή του αποσπερίτη, μέχρι που κημέρωνε.

Άλλοτε προσευχόμενος εκεί είδε μπροστά του ένα λαμπρό νέο. Ήταν άγγελος. Όταν εξαφανίστηκε, είδε πλήθος αγγέλων να δοξολογούν το Θεό.

«Κάποτε», διηγήθηκε, «την ώρα της προσευχής ήρθε να με ταράξει ο διάβολος. Αμέσως τον πιάνω και ‘γώ και τού ‘σπασα το κεφάλι με τις γροθιές. Φοβήθηκε και έφυγε. Έλεγα, βλέπεις, και το «κύριε Ιησού Χριστέ…».

Έβλεπε πολλές φορές τους δαίμονες μέσα στην Εκκλησία και οι πατέρες το καταλάβαιναν από τις αντιδράσεις του. Κάποτε γέλασε και όταν ζήτησαν να μάθουν το λόγο, απάντησε: «Δεν είδες που μου έδινε ο διάβολος λουκουμάκι για να μην κοιμηθώ;».

Αλλά και στο κελί του δεν έβρισκε ησυχία από το διάβολο. Το απλό γεροντάκι τον πολεμούσε και αυτό με τον τρόπο του. Από όπου ερχόταν ο πειρασμός, έβαζε ένα Σταυρό και μετά δεν τολμούσε να ξαναμπεί από το ίδιο σημείο. Έτσι είχε γεμίσει το κελί του με Σταυρούς. Στην πόρτα, στο παράθυρο, στους τοίχους, ακόμη και στο ταβάνι κρέμασε Σταυρούς με κλωστή. Οι Σταυροί που έφτιαχνε ήταν απλοί και αυτοσχέδιοι. Έδενε δύο ξυλαράκια με κλωστή ή δύο λωρίδες από χαρτί ή από ύφασμα ή λαμαρίνα σε σχήμα Σταυρού. Ήταν μεν απλοί αλλά τη δουλειά τους την έκαναν, γιατί εμπόδιζαν την είσοδο του πειρασμού. Έλεγε με απλότητα: «Σε όλους τους ανθρώπους παρουσιάζεται ο διάβολος, αλλά δεν τον βλέπουν όλοι. Άμα ο άνθρωπος έχει πάθη, κακίες, αμαρτίες, έχει μέσα στην καρδιά του και στο μυαλό του το διάβολο. Τους πράους και ταπεινούς τους φοβάται, αλλά δεν μπορεί να τους κάνει τίποτε, διότι είναι με το Χριστό».

Τον ρωτούσε συγκοινοβιάτης του:

– Γερω-Δαυίδ, βλέπεις τίποτε; Βλέπεις κανέναν Άγιο;

– Ε, τι σκαλίζεις εκεί πέρα; Άσε με, απαντούσε. Μετά όμως από επίμονες ερωτήσεις έλεγε με τη χαριτωμένη του απλότητα σα να διηγείτο ένα πολύ φυσικό γεγονός: «Να, χθες πήγα να ψάλλω το Απολυτίκιο του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και εμφανίστηκε μπροστά μου όλο φως. Τον χαιρέτησα με υπόκλιση και εκείνος εξαφανίστηκε».

Όταν επισκέφτηκε τη Μονή Διονυσίου ο γερω-Παΐσιος, πήγε να δει και το γερω-Δαυίδ στο κελί του. Τον βρήκε τυλιγμένον με τα κουρέλια του, με τραβηγμένες τις κουρτίνες για να είναι σκοτεινό το κελί του. Τον ρώτησε τι κάνει, και ο γερω-Δαυίδ απάντησε με απλότητα, «τί κάνουν οι καλόγεροι;» δείχνοντας το κομποσχοίνι του. Και όταν τον ρώτησε για τα μυστικά βιώματά του, απάντησε: «Δε λέγονται, δε λέγονται».

Ο απλός και ολιγογράμματος Γέρων σαν τον προφήτη Ιεζεκιήλ είχε πολλές οράσεις από την παιδική του ηλικία. Ως μοναχός αγωνίστηκε φιλότιμα. Έλεγε συνεχώς την ευχή και είχε προσοχή πολλή. Έλεγε ότι το κουκούλι μας φυλάγει να μην περιεργαζόμαστε και μετά κατακρίνουμε τους αδελφούς την ώρα της τραπέζης. Συμβούλευε, οι μοναχοί να κάνουν υπακοή και να έχουν αγάπη μεταξύ τους. Ως μεγαλύτερη αμαρτία θεωρούσε την υπερηφάνεια. Όποιος θέλει να βρει το Χριστό, θα τον βρει μέσα στην καρδιά του, όπως και ο ίδιος τον βρήκε φυσικά, αφού «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστιν».

Όταν πλέον ο γερω-Δαυίδ διήνυε το 94ο έτος της ηλικίας του, το χειμώνα, ασθένησε για λίγες μέρες. Προαισθανόμενος ότι εγγίζει το τέλος του προετοιμάσθηκε και στις 5 Φεβρουαρίου 1983 παρέδωσε την καθαρή ψυχή του στα χέρια του Θεού. Όλοι τον συγχωρούσαν και κανείς δεν είχε παράπονο από το γερω-Δαυίδ. Επικρατούσε μια κατάνυξη και πίστευαν ότι βρήκε η ψυχή του τόπον αναπαύσεως.

Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση

Εκδόσεις

Ιερόν Ησυχαστήριον

«Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος»

σελ. 174-183

Ιωσήφ Μ.Δ.

Στο διάστημα της πενηντάχρονης περίπου διαδρομής μου στο καταφύγιο της μετανοίας και της προσευχής, το ωραίο περιβόλι της Κυρίας μας Θεοτόκου, της προστάτιδος και Εφόρου του ωραίου αυτού επιγείου παραδείσου που λέγεται Άγιον Όρος, δεν έπαψε να είναι άμα και Αγιοτόκος, ούτε θα πάψει έως της συντελείας του αιώνος. Ελάχιστο δείγμα της εποχής μας οι Άγιοι Σιλουανός ο Αθωνίτης, Σάββας ο μετέπειτα Καλύμνου, Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Παΐσιος Αγιορείτης και πλήθος γνωστοί και άγνωστοι άγιοι, εν οις και ο προσφάτως επισήμως ανακηρυχθείς Άγιος, Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης.

Ως προς την ταπεινότητά μου, έτυχε ο κλήρος να συγγράψω κατά πλάτος τον βίο για τρεις μεγάλες σύγχρονες μορφές, τους μακαριστούς πνευματικούς μου πατέρες, παπα-Χαράλαμπο Διονυσιάτη και Αρσένιο Σπηλαιώτη ως και μόλις πρόσφατα για ένα γνωστό μου Σέρβο ασκητή, π. Γεώργιο Βίτκοβιτς (γνωστό ως Μπράνκο).

Κατ’ επιτομή δε, συνέγραψα για τις μεγάλες μορφές των Γερόντων Γαβριήλ και Θεοκλήτου των Διονυσιατών, καθώς και περί του μεγάλου Γέροντος και νέου ανακαινιστού της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, Γέροντος Ιωσήφ. Εις το ανά χείρας, ο αγαπητός εν Χριστώ αδελφός, Ν.Β. με προτρέπει να συγγράψω ολίγα ακόμη για εναρέτους Διονυσιάτες πατέρες με τους οποίους έζησα και συνασκήθηκα. Δυστυχώς όταν είχαμε τους θησαυρούς, ούτε που διανοήθηκα να κρατήσω σημειώσεις για κάτι τέτοιο. Τώρα εξαιτούμενος την επιοίκεια των αναγνωστών, αναμηρυκάζω έστω ολίγα από ό,τι θυμάμαι. Πρώτον κατά σειρά παραθέτω τον αείμνηστο μοναχό π. Δαυίδ Διονυσιάτη.

Ο Μοναχός Δαυίδ κατά κόσμον Δήμος Φλώρος δεν έγινε από τη νεαρά ηλικία μοναχός, αν και πολύ το επιθυμούσε. Δυστυχώς όμως, η άγνοια των γονέων του, τον υποχρέωσε, και μη θέλοντα να νυμφευθεί μία σεμνή συγχωριανή του κοπέλα. Έτσι, άκων ακολούθησε τον έγγαμο βίο, και μάλιστα απέκτησε και δυο παιδιά.

Ένας λόγος που δεν αντιστάθηκε στους γονείς του είναι ότι, ενώ είχαν άγνοια από μοναχισμό, ήσαν πολύ πιστοί Χριστιανοί και ό,τι καλό είχε στον εαυτό του, το χρωστούσε στους γονείς του: τίμιοι, ευσεβείς, τηρούσαν αμέμπτως όλας τας εντολάς του Κυρίου, εκκλησιάζοντο πάντοτε, εξομολογούντο, κοι­νωνούσαν, νήστευαν, έδιναν ελεημοσύνες και καθώς μου έλεγε ο ίδιος, αργύρια ποτέ δεν έδωσαν σε κανένα επί τόκω. Κυρίως όμως είχαν την εν Χριστώ αγάπη, την οποία εύκολα μετέδωκαν και στα τέκνα τους. Έμαθε να προσεύχεται αδιαλείπτως, και μάλιστα ήδη από πολύ μικρός αξιώθηκε ουρανίων οπτασιών αγγελικών ταγμάτων, να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν δοξολογώντας τον Ύψιστο.

Από την πολλή ζέση της προσευχής δεν μπορούσε να μείνει απαρατήρητος από τα πονηρά πνεύματα, τα οποία εκαίοντο με το πυρ της προσευχής, πολλάκις του ενεφανίζοντο για τον εκφοβίσουν, για να πάψει να τους καίει. Τουναντίον, με τη φυσική του απλότητα, πιο πολύ αντιστεκόταν με την ευχή στο όνομα του Χριστού, αλλά και της Παναγίας μας, αλλά και με τη δύναμη του Σταυρού, που όπως έλεγε «Ε, ρε να δεις πώς τρέμουν και γίνονται καπνός οι καταραμένοι μόλις βάλεις Σταυρό και μόλις ακούσουν το όνομα της Παναγίας».

Η σύζυγός του, κατά θεία οικονομία, έτυχε να είναι μια τίμια ταπεινή κοπελίτσα. Ο νέος τότε (κατά κόσμο Δήμος), δεν έχασε την ευκαιρία να της κάνει μία καλή εξήγηση, δηλαδή ότι αναγκάστηκε να παντρευτεί, και ότι ο πόθος του, έστω και αργότερα, είναι να γίνει μοναχός. Ευτυχώς η κοπέλα συμφώνησε. Έτσι λοιπόν, μόλις πάντρεψαν τα δύο παιδιά τους, υπενθύμισε στη γυναίκα του την υπόσχεση. Αυτή, ως αγαθή γη, σεβάστηκε τον πόθο του και του έδωσε ευχαρίστως άδεια.

Έτσι λοιπόν, ο αγωνιστής δε χάνει καιρό. Αμέσως φεύγει με προορισμό τη Ιερά Μονή Διονυσίου, αφού στάθμευσε πρώτα λίγο διάστημα (δεν ξέρω γιατί), στη Μονή Γρηγορίου. Μεταβαίνει δρομαίος στον φημιστόν εκείνο και έμπειρο Ηγούμενο Γαβριήλ, εις τον οποίο και εκθέτει τον πόθο του. Ο σοφός τότε εκείνος Ηγούμενος, τον κράτησε λίγο διάστημα για να δει αν είναι εύκολο να προσαρμοστεί σε μεγάλη ηλικία, ύστερα και από έγγαμο βίο, με τη σκληρή μοναχική ζωή και μάλιστα στο πιο αυστηρό κοινόβιο του Αγίου Όρους. Αφού διαπίστωσε ότι ως άλλος Άγιος Παύλος Απλούς έδωσε όλο τον εαυτό του, τότε του λέει: «Δημοσθένη, παιδί μου, βλέπω ότι κάμνεις για μοναχός, όμως είναι απαραίτητη ακόμη μία προϋπόθεση. Θα πας στο χωριό σου και θα φέρεις γραπτή συγκατάθεση της γυναίκας σου». «Μα Γέροντα συμφωνήσαμε. Δεν θέλω να ξαναβγώ ποτέ πια έξω». «Αν θέλεις να μείνεις εδώ, οπωσδήποτε θα φέρεις γραπτή συγκατάθεση». Εξ ανάγκης, δεν χάνει καιρό. Τρέχει στο χωριό, για μόνο μια μέρα, λαμβάνει γραπτή συγκατάθεση της συζύγου του και έτσι ως διψώσα έλαφος, επιστρέφει με απόφαση ό,τι κι αν συμβεί, στον κόσμο να μη ξαναβγεί.

Όχι μόνο αυτό, αλλά αφού τα πρώτα χρόνια, επειδή έπιανε το χέρι του παντού, τον έστελνε ο Γέροντας και στο μετόχι Μονοξυλίτης, στον Άγιο Ονούφριο, στο Μύλο, στον Αρσανά, παντού, μέσα, έξω. Παντού έτρεχε με ακρίβεια στην υπακοή και με αδιάλειπτη ευχή. Ως προς το μοναχικό κανόνα είχε μεγάλη ακρίβεια. Ποτέ δεν παρέλειψε το παραμικρό, και στις μακροσκελείς εκείνες ακολουθίες και αγρυπνίες της Μονής, πρώτος έμπαινε, τελευταίος έβγαινε. Όταν όμως κόντεψε τα 80 χρόνια της ηλικίας του, ο Ηγούμενος τον απάλλαξε τότε από τα διακονήματα. Έκτοτε επεδόθη εξ ολοκλήρου στην άσκηση και αδιάλειπτο ευχή. Το φαγητό του ήταν πολύ λίγο, όσο να ζει. Και συγχρόνως επενόησε και μία άλλη άσκηση: «Αφού τώρα δεν διακονώ πουθενά, δε χρειάζεται να πηγαίνω πουθενά, εκτός από εκκλησία και κελί». Έκτοτε λοιπόν, τον όρο αυτό, τον κράτησε μέχρι τέλους. Μία φορά μόνο από την εκκλησία βγήκε στην πόρτα, όταν το ιερό του σκήνωμα το οδήγησαν στην τελευταία του κατοικία.

Ως προς την μόρφωση, ήταν σχεδόν αναλφάβητος. Εν τούτοις, τα λίγα χρόνια που ζήσαμε μαζί, τρέχαμε στο κελί του γερο-Δαυίδ να ακούσουμε τις σοφές συμβουλές του. Όχι μόνο εμείς, αλλά και από άλλα μοναστήρια. Και Ηγού­μενοι, όπως ο αξιόλογος Ηγούμενος της Μονής Γρηγορίου Αρχιμ. Γεώργιος, που αν και είναι κινητή βιβλιοθήκη από γνώσεις, εν τούτοις κατέβαζε τη γνώση του σε ένα απλοϊκό, αγράμματο καλόγηρο, που όμως ήταν δάσκαλος με τη σοφία του Αγίου Πνεύματος.

Είχε τόση αυταπάρνηση, που τόσο πολύ δεν πρόσεχε τον εαυτό του, ώστε μερικοί να παρεξηγούν. Το κελί του, απεριποίητο, ασκούπιστο και δεν ήθελε ούτε να του σκουπίζουν, ούτε να του πλένουν τα ρούχα. Μάλιστα στο κελί του, εκτός άλλων, είχε και πολλούς κοριούς. Κάποτε ήθελαν μερικοί να τον επισκεφτούν, όμως φοβόντουσαν κατά το ανθρώπινο να μη γεμίσουν κοριούς. Κι όμως είδα τότε το εξής θαυμαστό, ιδίοις όμμασιν. Του λέμε «Γερο-Δαυίδ, φοβόμαστε τους κοριούς». Κι εκείνος «Όχι, όχι, μη φοβάστε. Παρακάλεσα την Παναγία και τους μάζεψε όλους σ’ εκείνη τη γωνιά». Κοιτάμε. Τι να δούμε; Όπως ακριβώς είναι ένα μελίσσι, έτσι οι κοριοί όλοι μαζεύτηκαν ο ένας πάνω στον άλλο, σ’ έναν σημείο. «Μη φοβάστε» λέγει, «εδώ δεν έχει». Όμως όταν ήταν μόνος, φεύγαν, κυκλοφορούσαν μάλιστα και σ’ όλο το σώμα του. Ποτέ όμως κοριό δεν έφερε στην εκκλησία.

Κατά το 1982 άρχισε να βαραίνει και με προτροπή του Γέροντος παπα-Χαραλάμπους, τον μεταφέραμε στο γηροκομείο. Αν και κατάβαρος, δεν μπορούσε να σηκωθεί, με μελίρρυτα λόγια στήριζε τους αδελφούς που τον επισκέπτονταν.

Την καλή συνήθεια του κανόνος του, δεν την άφησε ως την τελευταία του στιγμή. Τι έκανε; Όπως ήταν κλινήρης, για ένα διάστημα 2-3 ώρες δε μιλούσε σε κανένα, αλλά με το ένα χέρι το κομποσχοίνι και με το άλλο σταυρό κάθε ευχή έτσι ξαπλωτός, μέχρι να τελειώσει, έκανε τα κομποσχοίνια του κανόνος.

Αφότου πήγαμε η νέα συνοδεία από το Μπουραζέρι με τον αείμνηστο Γέροντά μου παπα-Χαράλαμπο, είχε τόσο μεγάλη χαρά, προπάντων που ο νέος Ηγούμενος επέτρεπε τη συχνή Θεία Κοινωνία. Και μας έλεγε με την απλότητά του συχνά «Ο καλόγερος που κάνει υπακοή και κοινωνά συχνά, δε φοβάται το διάβολο. Από το θέλημα και την αμέλεια στη συχνή Θεία Κοινωνία, ο καταραμένος έριξε πολλούς στα σαρκικά».

Με τις απλές αλλά σοφές συμβουλές που μας έδινε, ήρθε η ώρα να μεταβεί στον ποθούμενο. Ήταν ένας βαρύς χειμώνας, του 1983. Η γρίπη όταν κολλήσει στο κοινόβιο σε ένα άτομο, μεταδίδεται σε όλους. Είδα πολλά γεροντάκια που δεν είχαν την δύναμη να τη σηκώσουν. Έτσι μετά από μία γενική επιδημία γρίπης στο μοναστήρι, επισκέφτηκε και στο γηροκομείο το γερο-Δαυίδ και κατ’ αυτό τον τρόπο, ειρηνικός, πλήρης ημερών, απήλθε προς τον ποθούμενο, κατά την 5.2.1983.

Να ‘χουμε την ευχή του.

πηγή-trelogiannis

Μποζόνιο Χιγκς και Αγ. Γρηγόριος Νύσσης

 viewimg

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας – συγγραφέα

 

ΑΘΕΟΙ ΚΑΙ “ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ” ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ: Μερικοί επιστήμονες φθάνουν στο σημείο να αρνηθούν την ύπαρξη του Θεού και αποδίδουν την δημιουργία του Σύμπαντος στην ύλη, αλλά άλλοι μπροστά στο μεγάλο αυτό ερώτημα εκφράζονται ως θεολόγοι, όπως ο αστροφυσικός Robert Jastrow που λέγει: «Τώρα βλέπουμε πώς η αστρονομία οδηγεί σε μια βιβλική άποψη της προέλευσης του κόσμου. Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά τα ουσιώδη στοιχεία της αστρονομικής και βιβλικής περιγραφής της Γενέσεως είναι τα ίδια. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στον άνθρωπο, άρχισαν ξαφνικά και απότομα σε μια ορισμένη στιγμή στον χρόνο με μια λάμψη φωτός και ενέργειας»! Ο Φράνσις Κόλλινς προσθέτει: «Το Big Bang κραυγάζει για μια θεία εξήγηση. Επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η φύση είχε μια ορισμένη αρχή. Δεν μπορώ να δω πώς η φύση θα μπορούσε να δημιουργήσει τον εαυτό της(;). Μόνο μια υπερφυσική δύναμη που είναι έξω από τον χώρο και τον χρόνο μπορεί να το έχει κάνει αυτό».

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΜΠΟΖΟΝΙΟ ΧΙΓΚΣ: Ο Πίτερ Χίγκς, βρεττανός καθηγητής σε διάφορα Πανεπιστήμια της Αγγλίας, το 1964 διατύπωσε τη λεγόμενη θεωρία του πεδίου Χίγκς, σύμφωνα με την οποία το πεδίο αυτό διαπερνά το Σύμπαν δίνοντας μάζα στα στοιχειώδη σωματίδια, δηλαδή με την θεωρία αυτή εξηγεί πώς η ύλη αποκτά μάζα. Το 2008 λειτούργησε ο Μεγάλος Επιταχυντής Ανδρονίων του CERN (Οργανισμός για την Πυρηνική Ενέργεια), ο οποίος προκάλεσε συγκρούσεις δεσμών πρωτονίων με ταχύτητα λίγο μικρότερη από την ταχύτητα του φωτός, με σκοπό να ανακαλυφθούν τα μυστήρια της σωματιδιακής φύσης και της προέλευσης του Σύμπαντος. Έτσι, πρόσφατα, έγινε η ανακάλυψη ενός “θνησιγενούς” αόρατου σωματιδίου. Από τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευθή μάθαμε ότι από την διάσπαση των πρωτονίων προέκυψαν άλλα σωματίδια που παγιδεύονταν στους ογκώδεις ανιχνευτές του CERN και από την μελέτη τους προέκυπταν ίχνη του άφαντου σωματιδίου. Οπτικά, δεν θα μπορούσε κανείς να το αντικρύσει. «Ζεί» μόνο για ένα εκατομμυριοστό του δισεκατομμυριοστού του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου!!!. Το σωματίδιο αυτό άφησε μερικά ίχνη πίσω του και φάνηκε ότι υπάρχει. Όταν έγινε η «Μεγάλη Έκρηξη» όλα τα σωματίδια δεν είχαν μάζα, αλλά την «απέκτησαν όταν ενεργοποιήθηκε το πεδίο μετά την Μεγάλη Έκρηξη». Το σωματίδιο του Χίγκς «αιχμαλωτίζει» τα στοιχειώδη σωματίδια και τα καθιστά βαρύτερα προσδίδοντάς τους μάζα. Έτσι, τα σωματίδια αποκτούν μάζα και ξεχύνονται στο Σύμπαν για να δημιουργήσουν τον κόσμο. Τα ερωτήματα που τίθενται ειναι βασικά δύο: 1.αυτό το αόρατο σωματίδιο, αν όντως υφίσταται, ποιος το “κατασκεύασε”; και 2. πώς αυτό το «αόρατο» και «θνησιγενές» σωματίδιο μπόρεσε να δημιουργήσει όλο το Σύμπαν, αλλά και τόσα όντα που κατοικούν στην Γη και όλες τις ομορφιές; Ακόμη, συμπληρώνοντας το ερώτημα, πώς σε αυτό το σωματίδιο οφείλεται όλη η λογικότητα του ανθρώπου και οι πνευματικές αναζητήσεις του Θεού από τον άνθρωπο; Πάντως, οι επιστήμονες, παρά την ανακάλυψη αυτή, ισχυρίζονται ότι μένουν πολλά ακόμη σημεία να διευκρινισθούν, όπως η λεγόμενη «σκοτεινή ύλη», οι μαύρες τρύπες και οι λεγόμενες “έξτρα διαστάσεις». Ο ακαδημαϊκός Δημήτριος Νανόπουλος ισχυρίζεται ότι το μποζόνιο του Χίγκς «ανοίγει τον δρόμο για την ερμηνεία πολύπλοκων καταστάσεων στο Σύμπαν, μάς βοηθά να κατανοήσουμε περίπου το 4% του Σύμπαντος, ενώ το υπόλοιπο σύμπαν παραμένει ακατανόητο και το Καθιερωμένο Μοντέλο μας είναι άχρηστο».

 

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟΝ Α. ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΝΥΣΣΗΣ:

Η εκπληκτική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, 16 αιώνες πριν, για την δημιουργία του κόσμου, μοιάζει κατά κάποιο τρόπο με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» με την διαφορά ότι την ερμηνεύει μέσα από τη δημιουργική άκτιστη ενέργεια του Θεού. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης απορρίπτει, όπως όλοι οι άγιοι Πατέρες, την αυτόματη δημιουργία του κόσμου, γιατί όλα έγιναν με την δημιουργική ενέργεια του Θεού και προήλθαν «εκ του μη όντος». Τα πάντα δημιουργήθηκαν «ουκ αυτομάτω τινί συντυχία, κατά τινα άτακτον και τυχαίαν φοράν». Εκτός από την αρχή της μη «αυτομάτου συντυχίας» για την δημιουργία του κόσμου, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης ομιλεί για την «αθρόαν καταβολήν». Έτσι εξηγεί τον λόγο του Μωϋσή «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γήν». Γράφει ότι η σύσταση των όντων έγινεν αθρόως: «Ότι αθρόον της των όντων συστάσεως…». Άλλη βασική αρχή είναι ότι στην κτίση υπάρχει ο λεγόμενος «εγκείμενος της κτίσεως λόγος». Ακόμη και όταν δημιουργήθηκε το Σύμπαν, όλο το Σύμπαν βρισκόταν στο σκοτάδι, γιατί «ούπω γάρ εξεφάνη του πυρός η αυγή υποκεκρυμμένη τοίς μορίοις της ύλης» και έτσι όλα ήταν αόρατα και ανακατεμμένα. Όταν ο Θεός έδωσε εντολή για την γένεση του κόσμου, τότε αυτό το πύρ που επισκιαζόταν από τα μόρια της ύλης πρόβαλε και αμέσως «τώ φωτί τα πάντα περιηυγάζετο». Μέσα σε όλη την κτίση υπάρχει ο λόγος του Θεού, ο «εγκείμενος της κτίσεως λόγος». Σε κάθε όν ενυπάρχει κάποιος σοφός και τεχνικός λόγος, έστω κι αν εμείς δεν τον βλέπουμε, «πάν το γινόμενον, λόγω [για κάποιο λόγο] γίνεται» και τίποτα από τα δημιουργηθέντα από το Θεό δεν νοείται «άλογον και συντυχικόν και αυτόματον», δηλαδή τυχαίο και χωρίς λόγο. Όταν ο Θεός είπε «γεννηθήτω φώς», αναφέρεται «εις τον εγκείμενον της κτίσεως λόγον». Αυτός ο λόγος-ενέργεια που ενυπάρχει σε όλα τα όντα χαρακτηρίζεται από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης «οιωνεί σπερματική δύναμις». Πρόκειται για την πρώτη ορμή του Θεού προς δημιουργία, που υπήρχε «δυνάμει» στην κτίση, όχι όμως και ενεργεία, διότι η γη ήταν ακόμη ακατασκευαστη. Οι αριστοτελικοί όροι “δυνάμει” και “ενεργεία” χρησιμοποιούνται από τον άγιο Γρηγόριο για να ερμηνεύσει το πώς δημιουργήθηκε η κτίση. Αυτή η σπερματική δύναμη στα όντα, την οποία έβαλε ο Θεός, ενεργοποιήθηκε με την δύναμη του λόγου Του. Έτσι, τα διάφορα είδη των όντων ήταν αποτέλεσμα της σπερματικής δύναμης και της δημιουργικής ενέργειας του Θεού. Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε την άμορφη ύλη που δεν ήταν άκτιστη, και στην συνέχεια με το λόγο Του δημιούργησε τις «ποιότητες» δηλαδή τα επί μέρους είδη. Με αυτήν την δύναμη και σοφία που καταβλήθηκαν στην κτίση, «ειρμός τις αναγκαίος κατά τινα τάξιν επηκολούθησεν». Άρα η δημιουργία του κόσμου «εν αρχή» και η δημιουργία των όντων, η άμορφος ύλη, τα μόρια και η εξέλιξή τους, οι ποιότητες έγιναν με την προσωπική ενέργεια του Θεού, με τον δημιουργικό Του λόγο, που εισήλθε εξ αρχής «αθρόως» στην ουσία των όντων. Από εκεί με την δημιουργική ενέργεια του Θεού προήλθε η ορμή και το φώς που περιέλουσε την κτίση και δημιούργησε τις ποιότητες των ειδών. Επομένως, ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό, με την άκτιστη δημιουργική ενέργειά Του και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχει η άκτιστη ενέργεια του Θεού που ουσιοποιεί και ζωοποιεί την κτίση.

«ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ» κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης Ερμηνευτική ανάλυση της Κυριακής Προσευχής

 

του Αρχιμ.Ιακώβου Κανάκη, Πρωτοσυγκέλλου της Ι.Μ.Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως

 

AgiosGrigoriosNyssis04

Ένας ἀπό τούς µεγάλους Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µας εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης[1] ἐκ Καππαδοκίας καί αὐτός ὀρµώµενος ὅπως τόσοι ἄλλοι ἅγιοι. Τά ἔργα τοῦ ἁγίου αὐτοῦ ἀποτελοῦν πραγµατικά θεολογικά µαργαριτάρια πού µᾶς δίνουν δυνατά ἀγκωνάρια τόσο στήν ἐπιστήµη τῆς θεολογίας ὅσο καί στόν καθηµερινό µας πνευµατικό ἀγώνα. Ἀπό τά σπουδαῖα κείµενά του θά ἀναφερθοῦµε στούς πέντε λόγους του περί προσευχῆς. Πιό συγκεκριµένα, θά γίνει ἀναφορά στίς ὁµιλίες πού ἔκανε πρός τούς χριστιανούς τῆς ἐποχῆς του ἑρµηνεύοντας τήν Κυριακή Προσευχή, τό γνωστό «Πάτερ ἡµῶν».

Εἶναι ἀξιοσηµείωτο ὅτι ὁ Χριστός κατά τήν ἐπίγεια παρουσία του προσευχόµενος µᾶς ἔδωσε ἕνα «ὑπόδειγµα» προσευχῆς, ἄν καί ὁ Ἴδιος δέν εἶχε ἀνάγκη νά προσευχηθεῖ[2] διότι «ἦταν ἑνωµένος καθ᾽ ὑπόσταση µέ τόν Θεό λόγο»[3]. Μᾶς παρέδωσε ὅµως τήν προσευχή αὐτή γιά νά γνωρίζουµε µέσα ἀπό τά δικά Του λόγια πῶς πρέπει νά προσευχόµαστε καί ἐνῶ λέµε γενικά ὅτι ἡ προσευχή δέν ἔχει πρέπει, δέν ἔχει καλούπια, ὀφείλουµε νά ἀκολουθοῦµε τόν τύπο πού ὁ Ἴδιος µᾶς παρέδωσε[4]. Ὅµως πρίν ὁ ἅγιος προχωρήσει στήν ἑρµηνεία τῶν θείων λόγων ἑστιάζει, ποιµαντικά σκεφτόµενος, στήν ἀνάγκη ἀλλά καί στήν χαρά νά προσεύχεται ὁ ἄνθρωπος[5]. Ἀναφέρει: «ὅτι οὐ τό πῶς δεῖ προσεύχεσθαι τόν παρόντα σύλλογον διδάσκεσθαι χρή, ἀλλ᾽ ὅτι δεῖ πάντως προσεύχεσθαι…»[6]. Πράγµατι, ὅταν βλέπουµε κάποιον ἀνόρεκτο στήν ὑλική τροφή θά προσπαθήσουµε νά τοῦ δηµιουργήσουµε κάποια, ἔστω καί ἐλάχιστη ὄρεξη καί στήν συνέχεια θά τοῦ προσφέρουµε τήν κυρίως τροφή. Κάτι παρόµοιο συµβαίνει καί στά πνευµατικά. Μπορεῖ ὄντως νά εἴµαστε ἀνόρεκτοι νά παλέψουµε στόν πνευµατικό στίβο καί µάλιστα µπορεῖ νά περάσει µιά ὁλόκληρη ἡµέρα καί ὁ ἄνθρωπος, ὁ βαπτισµένος χριστιανός, νά µήν σηκώσει οὔτε γιά µιά στιγµή τό κεφάλι του πρός τόν Θεό. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀναφέρει γι᾽ αὐτό: «Ἡµεῖς δέ τοσοῦτον τῆς κατά δύναµιν εὐχαριστίας ἀπολειπόµενοι, οὐδέ περί τό δυνατόν εὐγνωµονοῦµεν, οὐ λέγω πᾶσαν τήν ἡµέραν, ἀλλ᾽ οὐδέ πολλοστόν τῆς ἡµέρας τῇ κατά Θεόν ἀποκληροῦντες σχολῇ»[7]. Δηλαδή, µέ ἁπλά λόγια, εἶναι γεγονός ὅτι ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ἐνδιαφέρεται γιά πολλά βιωτικά πράγµατα καί µάλιστα πάσχει καί ἀγωνίζεται γιά νά τά ἀποκτήσει, στό θέµα τῆς προσευχῆς πολλές φορές ἐµφανίζεται ὑποτονικός. Γιατί συµβαίνει αὐτό; Εἶναι καί αὐτό ἕνα ἐπιτυχηµένο τέχνασµα τοῦ πονηροῦ στήν σύγχρονη ἐποχή µας, νά µήν ἀφήνει καθόλου ἐλεύθερο χρόνο στούς ἀνθρώπους καί ἔτσι νά βρίσκονται κοιµώµενοι πνευµατικά. Ὅµως τά πράγµατα εἶναι ἀλληλένδετα. Δηλαδή, ἄν δέν ὑπάρχει ἡ προσευχή στήν καθηµερινή ζωή τότε πολύ εὔκολα ὁ ἄνθρωπος βυθίζεται στήν παρανοµία, τήν πονηριά καί τόσα ἄλλα. Πράγµατι, εὔκολα ὁ µή προσευχόµενος δικαστής δέν θά ἀποδώσει δικαιοσύνη ἔναντι κάποιου δώρου. Τό ἴδιο καί ὁ γεωργός, θά καταπατήσει ξένα κτήµατα ὅπως καί ὁ ἔµπορος θά ἀλλοιώσει τήν ζυγαριά. Μέ µιά ἔκφραση ἡ ἁµαρτία θά βρεῖ πρόσφορο ἔδαφος καί ἔτσι θά µπεῖ καί θά θρονιάσει στήν ψυχή. Ὅταν ὅµως ἀντίθετα στήν ψυχή ὑπάρχει ἡ µνήµη τοῦ Θεοῦ, τότε δέν ὑπάρχει χῶρος γιά τόν διάβολο καί τίς µεθοδεῖες του[8]. Ὁ ἅγιος λέγει χαρακτηριστικά: «Ἐκ γάρ τοῦ προσεύχεσθαι περιγίνεται τό µετά Θεοῦ εἶναι, ὁ δέ µετά Θεοῦ ὤν, τοῦ ἀντικειµένου κεχώρισται»[9]. Μέ ἁπλά λόγια: «Ὅποιος ζεῖ µαζί µέ τόν Θεό ἔχει ἀποχωριστεῖ ἀπό τόν διάβολο».

Στήν πρώτη ὁµιλία του ὁ ἅγιος, µετά τόν τονισµό τῆς ἀνάγκης νά γίνεται ἀπό τόν πιστό ἡ προσευχή, ἑστιάζει στά ὀφέλη τοῦ προσευχοµένου ἀνθρώπου λέγοντας: «Ἡ προσευχή εἶναι ὁ συνήγορος γι᾽ αὐτόν πού δικάζεται, ἡ ἄνεση τοῦ φυλακισµένου, ἡ ἀνάπαυση τοῦ κουρασµένου, ἡ παρηγορία τῶν λυπηµένων, ἡ χαρά ὅσων χαίρονται, ἡ καταπράϋνση ὅσων πενθοῦν, τό στεφάνι τοῦ γάµου, ἡ ἑορτή τῆς γέννησης…ἡ θέαση τῶν ἀθεάτων…». Καί συνεχίζει: «Ἡ προσευχή ἔκανε τό κῆτος µιά φιλόξενη οἰκία γιά τόν Ἰωνᾶ καί γιά τούς τρεῖς παῖδες ἐν καµίνῳ ἄλλαξε τήν φλόγα σέ δροσερή αὔρα…»[10]. Αὐτά εἶναι λίγα ἀπό τά ἀµέτρητα παραδείγµατα στά ὁποῖα σηµειώνονται οἱ καρποί τῆς προσευχῆς.

Στήν πρώτη ὁµιλία, πού ἀναφερόµαστε, ὁ ἅγιος, σηµειώνει ἀπό τήν µιά πώς δέν πρέπει νά γίνεται ἡ προσευχή ἐνῶ στήν συνέχεια περατώνει τόν λόγο του µέ τίς προτροπές στό πῶς πρέπει νά προσευχόµαστε. Ἡ βαττολογία, ἡ πολυλογία δηλαδή στήν προσευχή, δέν ἐπαινεῖται, ἀφοῦ ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἀναφέρει ὅτι κάποιοι νοµίζουν ὅτι ὁ Θεός ὑπολογίζει τήν  µακρά διάρκεια. «Προσευχόµενοι, µή βαττολογήσητε, ὥσπερ οἱ ἐθνικοί. Δοκοῦσι γάρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται»[11]. Δέν ταιριάζουν στόν πιστό «ἡ φλυαρία», «ἡ µωρολογία», «τά φλιναφήµατα», καί ἡ φαντασία πού συχνά ἐπισκέπτεται τόν πιστό τήν ὥρα τῆς προσευχῆς γιά νά τόν ταξιδέψει µακριά χάνοντας τόν προορισµό του[12]. Πράγµατι, πόσες φορές προσευχόµενοι ἔχουµε ἀποµακρυνθεῖ ἀπό τήν προσευχή.

Ἀλλά ἐκτός τῆς πολυλογίας καί τῆς φαντασίας, σηµαντικό στοιχεῖο πού δέν πρέπει νά ὑπάρχει στήν προσευχή εἶναι ἡ διάθεσή µας ὁ Θεός νά ἔρθει καί νά ὑπηρετήσει τά πάθη µας. Γιά παράδειγµα ἄν κάποιος ἐχθρεύεται κάποιον καί δέν νιώθει ἄνετα µαζί του παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν τιµωρήσει. Αὐτό εἶναι τραγικό! Αὐτό δηλαδή πού δέν µπορεῖ νά κάνει ὁ ἴδιος, χάριν θεοσέβειας, ζητᾶ νά τό κάνει ὁ Θεός! Εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ Θεός ἀποστρέφεται µιά τέτοια προσευχή.

Παρόµοιο ἀποτέλεσµα ἔχουµε ὅταν κάποιος προσεύχεται ὁ Θεός νά εἶναι µαζί του εὔσπλαγχνος καί πρᾶος, ἐνῶ ὁ ἴδιος φέρεται ἀνελέητα καί σκληρά[13]. Μάλιστα, κάποιοι γιά νά στηρίξουν τήν ἐµπαθή αὐτή συµπεριφορά τους ἀναζητοῦν προφητικές περικοπές τίς ὁποῖες ὅµως παρερµηνεύουν[14]. Κάνουν κάτι φοβερό· Ἀναζητοῦν τούς ἁγίους ὡς συνεργούς τους στά πάθη τους. Ἀναφέρει ὁ ἅγιος: «Καί πολλά τοιαῦτα σποράδην κείµενα ταῖς ἁγίαις Γραφαῖς ἀναλέγονται, συνιστάµενοι τό δεῖν τῶν ἐναντίων κατεύχεσθαι καί τῆς ἑαυτῶν πικρίας συνεργόν γενέσθαι τοῦ Θεοῦ τήν ἀγαθότητα»[15]. Ἄν θέλουµε ὅµως νά ἑρµηνεύσουµε σωστά τούς ἁγίους εἶναι βέβαιο ὅτι δέν ἐπεδίωκαν νά κάνουν κακό σέ κανέναν ἀλλά οἱ λόγοι τους ἀπέβλεπαν πάντοτε στήν διόρθωση τῆς κακίας. Γιά παράδειγµα, ὁ προφήτης Ἰερεµίας ἀπό θερµό θεϊκό ζῆλο ὅταν ὁ βασιλιάς καί οἱ ὑπηκόοι του ἔδειχναν µανία πρός τά εἴδωλα ἀντιδροῦσε µέ σθένος ἀπέναντί τους µέ σκοπό τόν σωφρονισµό ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ[16]. Ὁ σκοπός τῶν προφητῶν καί γενικά τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἡ ἀπώλεια τῶν ψυχῶν ἀλλά ἡ ἀποµάκρυνση τους ἀπό τό κακό. Τό κακό δέ αὐτό, ὡς γνωστόν, δέν τό δηµιούργησε ὁ Θεός[17]. Ὁ ἐχθρός εἶναι ἡ ἁµαρτία καί ὄχι ὁ ἁµαρτωλός.

Ἀφοῦ ὁ ἅγιος ἀναφέρθηκε στό πῶς δέν πρέπει νά προσευχόµαστε συνεχίζει στήν δεύτερη ὁµιλία του λέγοντας πῶς πρέπει νά προσευχόµαστε, ἀναλύοντας τήν Κυριακή Προσευχή, τό γνωστό «Πάτερ ἡµῶν».

Ἡ ἀνάλυση πού κάνει εἶναι τµηµατική δηλαδή σέ κάθε φράση ξεχωριστά:

«Πάτερ ἡµῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»

Πόσες φορές ἔχουµε διαβάσει τήν προσευχή αὐτή καί ὅµως συχνά τήν ψυθιρίζουµε µέ βιασύνη καί ἔτσι δέν ἐντρυφοῦµε στά σπουδαῖα θεολογικά νοήµατα καί βιώµατά της[18]. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἑρµηνεύοντας τήν προσευχή αὐτή στέκεται καταρχήν στήν λέξη «Πάτερ». Ἔχουµε ἀναλογιστεῖ ὅτι τόν Θεό τόν ὀνοµάζουµε πατέρα; Πῶς πραγµατικά τολµοῦµε καί τό κάνουµε αὐτό; Μά θά ἀπαντήσει κάποιος ἀφοῦ εἶµαι βαπτισµένος χριστιανός µπορῶ νά λέω τόν Θεό πατέρα. Ὅµως δέν φθάνει νά εἶναι κάποιος βαπτισµένος γιά νά ἀπευθύνεται ἔτσι στόν Θεό· ὀφείλει σ᾽ ὅλη του τήν ζωή, καί σέ αὐτήν τήν καθηµερινότητά του νά ζεῖ ὡς παιδί τοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε δέν εἶναι τέκνα Θεοῦ ὅλοι ὅσοι φωνάζουν τόν Θεό πατέρα[19]. Ἄς ἀναφέρουµε ὅµως πῶς ὁ ἱερός πατήρ προσεγγίζει τήν λέξη πατέρα. «Ποιός θά µοῦ δώσει ἐκεῖνα τά φτερά, γιά νά µπορέσω νά πετάξω µέ τόν νοῦ µου στό ὕψος τῶν µεγαλεπήβολων λόγων, ὥστε νά ἐγκαταλείψω ὁλόκληρη τήν γῆ, νά διασχίσω ὅλον τόν ἐνδιάµεσα ἁπλωµένον ἀέρα, νά ἐννοήσω τήν ὀµορφιά τοῦ αἰθέρα, νά φθάσω στ᾽ ἄστρα καί ν᾽ ἀντικρύσω ὅλη τήν τάξη πού ἐπικρατεῖ σ᾽ αὐτά, νά µήν σταθῶ ὅµως οὔτε σ᾽ αὐτά, ἀλλά νά περάσω κι ἀνάµεσά τους καί νά βγῶ ἔξω ἀπό ὅλα ὅσα κινοῦνται καί µεταβάλλονται καί νά βρεθῶ στήν ἀκίνητη φύση, τήν ἀµετακίνητη δύναµη, τήν ἐγκατεστηµένη ἀπό τόν ἑαυτό της…καί ἔτσι ἔπειτα νά τόν ἐπικαλεστῶ µέ τό πολύ οἰκεῖο ὄνοµα καί νά τοῦ πῶ “Πατέρα”»[20]. Στήν σηµερινή ἐποχή ἡ λέξη πατέρας ἀκούγετε παράξενα ἀλλά καί ἀνακουφιστικά γιατί ὁ σηµερινός ἄνθρωπος νιώθει ὀρφανός. Νιώθει χαµένος µέσα σ᾽ ἕνα ἄπειρο σύµπαν, σέ ἕναν κόσµο πού τόν βοµβαρδίζουν ἀκόµα ὅτι κατάγεται ἀπό τόν πίθηκο καί πορεύεται πρός τό µηδέν[21]. Πραγµατικά χρειάζεται δύναµη ψυχῆς γιά νά ἐκφωνηθεῖ ἐνσυνείδητα αὐτή ἡ µοναδική λέξη. Τουλάχιστον γιά νά τήν ἐκφωνήσει κάποιος χρειάζεται αἴσθηµα µετανοίας ὅταν τολµᾶ νά τόν ἀποκαλεῖ Πατέρα ἔστω καί ἄν ἡ ζωή του φανερώνει ὅτι εἶναι «τέκνο ὀργῆς»[22] καί «υἱός ἀπώλειας»[23]. Ἀλλά τό σηµαντικό εἶναι ὅτι δέν εἴµαστε ὀρφανοί, δέν εἶναι δυνατόν νά εἴµαστε. Ἔχουµε Πατέρα πού νιάζεται, εἶναι δίπλα µας! Δέν µᾶς ἐγκαταλείπει[24], µᾶς καταδιώκει καί µάλιστα χωρίς νά µᾶς στερεῖ τήν ἐλευθερία[25].

Μιά ἀκόµη ἰδέα τοῦ ἁγίου, σχετική µέ τά προηγούµενα, εἶναι ὅτι ὁ ἁµαρτωλός καί µή µετανοηµένος ἄνθρωπος µέ τήν ἐκφώνηση «Πάτερ ἡµῶν» µολύνει µέ τήν ρυπαρή φωνή του τό ἄχραντο ὄνοµά Του. Καί συνεχίζει: «Δέν µπορεῖ νά ὑπάρχει καµµία σχέση µεταξύ καθαροῦ καί ἀκάθαρτου οὔτε φωτός καί σκότους»[26]. Πράγµατι, λοιπόν εἶναι τόλµηµα νά ὀνοµάζεις τόν Θεό Πατέρα σου ἄν καί αὐτό ταυτόχρονα ἀποτελεῖ ὑψίστη τιµή γιά τόν καθένα µας ἔστω καί ἄν δέν τό καταλαβαίνουµε[27]. Μεγάλη σηµασία δέ, ἔχει αὐτό τό «ἡµῶν». Ὁ Θεός Πατέρας µᾶς δηλώνει τήν ἕνωση πού ἔχουµε καί µεταξύ µας οἱ ἄνθρωποι. Στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου βλέπω τόν ἀδελφό γιατί µᾶς ἑνώνει ὁ κοινός Πατέρας. Ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἀδελφός; Ὁ κάθε ἄνθρωπος, εἴτε νιώθει εἴτε ὄχι αὐτή τήν µοναδική ἰδιότητά του. Σέβοµαι τόν κάθε ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ[28].

«…ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…»

Μετά τό «Πάτερ ἡµῶν» στό ὁποῖο ἀναφερθήκαµε, ἀκολουθεῖ ἡ ἔκφραση «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Δέν µπορεῖ νά ἑρµηνευθεῖ ἡ πρόταση αὐτή µέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός βρίσκεται στόν οὐρανό ἀφοῦ ὁ Ἴδιος εἶναι πανταχοῦ παρών. Ὁ οὐρανός ἐδῶ ἔχει τήν ἔννοια τῆς αἰώνιας πατρίδας πού εἶναι καί ὁ κύριος προορισµός µας. Ὁ Θεός µᾶς θυµίζει πάντοτε τήν πατρίδα αὐτή ὥστε οἱ ἄνθρωποι νά ἀγωνίζονται πνευµατικά γιά νά τήν ἀπολαύσουν[29]. Καί πῶς θά τήν ἀπολαύσουν; Ὁ δρόµος πού θά ἀνεβάσει τήν ἀνθρώπινη φύση σέ αὐτήν τήν κατάσταση εἶναι ἡ ἀποµάκρυνση ἀπό τά πάθη. Δέν ὑπάρχει ἄλλος δρόµος γιά νά ἑνωθεῖς µέ τόν Θεό. Αὐτή ἡ κατάσταση, στήν γλῶσσα τῶν Πατέρων, ὀνοµάζεται θέωση.

Ὁ δεύτερος λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τελειώνει µέ ἕναν καταπληκτικό τρόπο, τόν ὁποῖο καταγράφουµε ὡς ἀκριβῶς ἔχει: «Ὅταν λοιπόν προσερχόµαστε στόν Θεό, ἄς ἐξετάσουµε πρῶτα τή ζωή µας, ἄν ἔχουµε κάτι πού ν᾽ ἀξίζει τή θεία συγγένεια, κι ἔτσι ἄς τολµήσουµε ἔπειτα τόν λόγον αὐτόν. Γιατί αὐτός πού µᾶς ὅρισε νά τόν ὀνοµάζουµε “Πατέρα”, δέν µᾶς παραχώρησε τήν ἄδεια νά ψευδόµαστε[30]. Αὐτός λοιπόν πού ἔζησε ἀντάξια τῆς θεϊκῆς εὐγένειας, αὐτός ἀτενίζει ὀρθά πρός τήν οὐράνια πόλη καί ὀνοµάζει Πατέρα τόν βασιλιά τῶν οὐρανῶν καί πατρίδα του τήν οὐράνια µακαριότητα. Ποῦ ὁδηγεῖ ὁ σκοπός τῆς συµβουλῆς; Νά σκεφτόµαστε τά ἄνω καί γι᾽ αὐτό εἴµαστε πλασµένοι. Ἡ λέξη ἄνθρωπος αὐτό σηµαίνει κοιτῶ ψηλά, «ἄνω θρώσκω». Ἐκεῖ ψηλά νά βάλουµε τόν θεµέλιο λίθο τοῦ σπιτιοῦ µας. Ἐκεῖ ν᾽ ἀποθέσουµε τούς θησαυρούς µας καί ἐκεῖ νά µεταφέρουµε τήν καρδιά µας. Γιατί ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός µας, ἐκεῖ εἶναι καί ἡ καρδιά µας[31]. Ὁ ἅγιος προτρέπει νά λείψουν καί ἀπό τή µορφή µας τά πάθη, ὁ φθόνος καί ἡ ἔπαρση. Ὠστόσο, ἄν εἶσαι ἐµπαθής συνεχίζει, λάβε τό θάρρος νά καλέσεις τόν Θεό µέ τό ὄνοµα πού τοῦ πρέπει καί νά τόν ὀνοµάσεις «Πατέρα σου». Θά σέ κοιτάξει µέ µάτια πατρικά, θά σέ ντύσει µέ τήν θεία φορεσιά, θά σέ στολίσει µέ τό δαχτυλίδι[32], θά ἐφοδιάσει τά πόδια σου µέ ὑποδήµατα γιά τήν πορεία πρός τά ἄνω καί θά σέ ἐγκαταστήσει στήν οὐράνια πατρίδα σου, µέ τήν χάρη τοῦ Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο πρέπει ἡ δόξα καί ἡ δύναµη στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀµήν»[33].

«Ἁγιασθήτω τό ὄνοµά σου,

ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου»

Τί νά σηµαίνει αὐτή ἡ φράση; Ἄν ὁ καθένας µας πεῖ ἤ δέν πεῖ τήν φράση αὐτή δέν θά εἶναι Ἅγιο τό ὄνοµα τοῦ Θεοῦ; Ἤ, τί εἶναι ἐκτός τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Ὑπάρχει ἔστω καί µιά σπιθαµή γῆς ἤ οὐρανοῦ πού δέν ἀνήκει στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ[34]; Ἤ ἀκόµα µπορεῖ νά εἶναι ἐλλιπής ἡ βασιλεία Του καί χρειάζεται κάποια προσθήκη ἁγιότητος; Φυσικά ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἐµᾶς γιά τίποτα ἀπό τά παραπάνω. Ἐµεῖς ἔχουµε ἀνάγκη ἀπό Αὐτόν. Ὅµως ἡ ἔκφραση «Ἁγιασθήτω τό ὄνοµά σου» δηλώνει κάτι πολύ σηµαντικό. Ἐάν ὁ πιστός ἄνθρωπος ἀγωνίζεται πνευµατικά καί προοδεύει τότε γίνεται αἰτία γιά νά δοξάζεται τό ὄνοµα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ µέ τήν ἔλλειψη τῆς σωφροσύνης γίνεται αἴτιος γιά τό ἀντίθετο. Ὅταν λοιπόν λέµε τήν ἔκφραση αὐτή στήν προσευχή µας ἐννοοῦµε τόν ἑαυτό µας. Ἁγιαζόµενοι ἐµεῖς θά ἁγιάζεται τό Ὄνοµά Του[35]. Ἔτσι, µακάρι νά ζοῦµε µακριά ἀπό τήν κακία καί κοντά στήν εἰλικρίνεια, στήν σωφροσύνη, στήν ταπεινοφροσύνη καί θά ἔχουµε γιά στόλισµα τῆς ψυχῆς µας τήν σοφία καί τήν σύνεση. Μέ τόν τρόπο αὐτό δοξάζεται ὁ Θεός µέσα ἀπό τό πλάσµα Του. Καί εἶναι γεγονός ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά δοξαστεῖ ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο µέ ἄλλον τρόπο ἐκτός ἄν τήν τυχόν ἀρετή του δέν ἀποδίδει στή θεία δύναµη[36].

«ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου…»

Μέ τήν φράση αὐτή εὐχόµαστε νά ἔρθει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Νά ἔρθει καί νά ἐπικρατήσει ὁ παράδεισος πού χάσαµε. Τό νιώθουµε ὅτι ζοῦµε σέ µεταπτωτική κατάσταση, στήν ὁδό τῆς φθορᾶς. Μπλέχτηκε ἡ ἀνθρωπότητα σέ ἕνα τυραννικό καθεστώς πού ὀνοµάστηκε «Κοιλάδα τοῦ Κλαθµῶνος». Εἴµαστε παραδοµένοι στήν ἀσθένεια καί τελικά στόν θάνατο ἐξαιτίας τῶν παθῶν µας[37]. Ἔτσι σωστά κάνουµε ὅταν προσευχόµαστε νά ἔρθει καί νά ζήσουµε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποῖα ἀποτελεῖ τήν φυσική µας ζωή. Εὐχόµαστε νά ἐξαφανιστεῖ ὁ κόσµος τῆς φθορᾶς, ὅπως γίνεται µέ τόν καπνό πού τόν διαλύει ὁ ἀέρας ἤ ὅπως παθαίνει τό κερί ὅταν πλησιάζει στήν φωτιά[38]. Εἶναι λοιπόν ποθητή καί γλυκιά ἡ φωνή τοῦ πιστοῦ πού παρακαλεῖ νά ἔρθει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀφοῦ µέ τόν ἐρχοµό της θά ἐξαφανιστοῦν οἱ λύπες καί οἱ στεναγµοί.

«Γεννηθήτω τό θέληµά σου,

ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς.

Τόν ἄρτον ἡµῶν τόν ἐπιούσιον

δός ἡµῖν σήµερον…»

Ἡ φράση αὐτή ἀποτελεῖ τήν νοηµατική συνέχεια τῆς προηγουµένης µέ τήν ἑξῆς ἔννοια. Ἀφοῦ τό ἐγωϊστικό θέληµα τοῦ ἀνθρώπου ἔβγαλε τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν παράδεισο χρειάζεται ἡ ἐναρµόνιση µέ τό θέληµα τοῦ Θεοῦ γιά νά ξανατοποθετηθεῖ καί πάλι σ᾽αὐτόν. Τό δέ θέληµα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ζητᾶµε προσευχόµενοι τό θέληµά Του εἶναι σάν νά παραδεχόµαστε ὅτι δέν ζοῦµε σύµφωνα µέ αὐτό ἀλλά ζοῦµε ἐκεῖ πού µᾶς ὁδηγοῦν τά πάθη. Ἔτσι, ἀπευθείας παραδεχόµαστε τήν πτωτική κατάστασή µας καί πρέπει νά τρέξουµε στήν ἐξοµολόγηση. Αὐτό εἰκονικά µποροῦµε νά τό περιγράψουµε µέ τό παράδειγµα τοῦ φωτός καί τοῦ σκότους[39]. Δηλαδή, ἄν ἀγωνιζόµαστε νά ἐπικρατήσει µέσα µας τό θέληµα τοῦ Θεοῦ δέν θά ὑπάρχει χῶρος γιά ἴδιον θέληµα. Τό φῶς διώχνει τό σκοτάδι. Καί πῶς θά νιώθουµε ὅταν γίνει τό θέληµά Του; «Ἡ σωφροσύνη θά σβήσει τήν ἀκόλαστη καί ἐµπαθή ὁρµή τῆς διάνοιας· ἡ ταπεινοφροσύνη θά καταναλώσει τήν ἔπαρση· ἡ µετριοπάθεια θά θεραπεύσει τήν νόσο τῆς ὑπερηφάνειας καί τό ἀγαθό τῆς ἀγάπης θά διώξει ἀπό τήν ψυχή πλῆθος στήν σειρά ἀντιπάλων κακῶν· γιατί σ᾽αὐτήν ὑποχωρεῖ τό µίσος, ὁ φθόνος, ἡ µανία, οἱ πράξεις ὀργῆς, τό πάθος τοῦ θυµοῦ, ἡ ἐπιβουλή, ἡ ὑποκρισία, ἡ µνησικακία, ἡ ὄρεξη γι᾽ ἀνταπόδοση τοῦ κακοῦ, τό ξάναµµα τῆς καρδιᾶς, ἡ γεµάτη µίσος µατιά. Τό κοπάδι τῶν κακῶν αὐτῶν ἐξαφανίζεται µέ τό συναίσθηµα τῆς ἀγάπης»[40]. Συνοψίζοντας, ἄν γίνεται τό θέληµα τοῦ Θεοῦ θά ἀχρηστευθεῖ τό θέληµα τοῦ διαβόλου[41] καί θά ἐπικρατήσει ἡ τέλεια ἀγάπη[42].

«ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς…»

Εἶναι πολύ πιθανό µέ τήν φράση αὐτή νά συνδέεται ἡ ζωή τῶν ἐπουρανίων δυνάµεων καί ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων στήν γῆ. Ἡ προσευχή λέει, ὅπως ζοῦν οἱ ἄγγελοι στόν οὐρανό νά ζήσουν καί οἱ ἄνθρωποι µεταξύ τους στήν γῆ. Ὅπως ἐκεῖ δέν ὑφίσταται τό κακό καί κυριαρχεῖ ἡ ἀγάπη ἔτσι νά γίνει καί στήν γῆ. Πῶς µπορεῖ νά γίνει ὅµως αὐτό ἀφοῦ οἱ µέν ἄγγελοι δέν ἔχουν σῶµα ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν; Ἡ ἀπάντηση συνδέεται µέ τήν ἐπόµενη φράση:

«Τόν ἄρτον ἡµῶν τόν ἐπιούσιον

δός ἡµῖν σήµερον»

Ὁ ἄγγελος ὡς ἀσώµατος δέν ζητεῖ νά τοῦ χορηγηθεῖ ψωµί γιατί δέν τό χρειάζεται ἀλλά ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπό αὐτό γιά νά διατηρηθεῖ στήν ζωή. Ἔτσι ὅποιος ἀποβλέπει µόνο στήν ἐξυπηρέτηση τῆς ἀνθρωπίνης φύσης του καί δέν ζητᾶ τήν τρυφηλή ζωή καί τά περιττά ἀγαθά δέν ὑστερεῖ ἀρκετά ἀπό τόν ἄγγελο. Γι᾽ αὐτό στήν Κυριακή προσευχή ζητοῦµε ψωµί, γιά νά δηλωθεῖ ὅτι ἐπιθυµοῦµε τό ἀναγκαῖο γιά τήν ὕπαρξή µας[43]. Δέν ζητοῦµε οὔτε πλοῦτο, οὔτε πορφύρες, οὔτε χρυσά κοσµήµατα, οὔτε ἀστραφτερά πετράδια, οὔτε κτήµατα, οὔτε ἀρχηγίες καί ἡγεµονίες οὔτε τόσα ἄλλα ἡδονικά ἀλλά µόνο ψωµί[44]. Αὐτό ὅµως δέν εἶναι καθόλου εὔκολη ὑπόθεση. Πρέπει νά εἴµαστε ὅλοι πολύ προσεκτικοί µήπως χωρίς νά τό καταλάβουµε εἰσέλθει µέσα µας τό φίδι τῆς ἡδονῆς καί µάλιστα φωλιάσει στόν χῶρο τῆς ψυχῆς µας[45]. Ἄν τότε δέν τό διώξουµε ἀµέσως ἀπό µέσα µας µπορεῖ νά περιτυλιχθεῖ στήν κοιλιά, νά τήν γεµίσει µέ ὅ,τι ἐπιθυµεῖ καί τότε περνᾶµε στά ὅρια τῆς ἀσέλγειας πού ἀποτελεῖ τό ἔσχατο κακό γιά τούς ἀνθρώπους[46].

«Σήµερον..»

Πῶς νά ἑρµηνευθεῖ ἡ λέξη «Σήµερον»; Λαµβάνουµε ἀπό αὐτήν ἕνα δύνατό πνευµατικό δίδαγµα σύµφωνα µέ τό ὁποῖο ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι ἐφήµερη. Πράγµατι, µόνο τό παρόν ἀνήκει στόν καθένα ἐνῶ τό µέλλον δέν γνωρίζουµε τί θά φέρει[47]. Γιατί ὅµως νά φροντίζουµε καί νά ταλαιπωρούµαστε γιά τά µελλοντικά ἀφοῦ ἡ κάθε ἡµέρα ἀποτελεῖ µιά ἰδιαίτερη καί κοπιαστική µέριµνα γιά τόν ἄνθρωπο. Ἀπορίας ἄξιον εἶναι ἡ ἀλαζονική συµεριφορά µας θεωρώντας γιά τόν ἑαυτό µας ὅτι θά ζήσουµε στήν παροῦσα ζωή αἰώνια καί ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός γιά νά κατευθύνει τά γεγονότα καί τήν ἱστορία. Εἶναι φανερό ὅτι δέν διδασκόµαστε ἀπό τά πολλά καί καθηµερινά πού συµβαίνουν γύρω µας, τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν περίτρανα ὅτι εἴµαστε µικροί καί πεπερασµένοι. Δέν διδασκόµαστε καί ἀπό ἐκεῖνον τόν πλούσιο τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς πού συνεχῶς γκρέµιζε ἀποθῆκες καί οἰκοδοµοῦσε µεγαλύτερες γιά νά ἀποθηκεύει περισσότερα ἐνῶ ὑπῆρχαν δίπλα του πεινασµένοι. Τί κατάφερε; Μέσα σέ µιά νύχτα τά ἔχασε ὅλα[48]! Δέν σκεπτόµαστε ὅτι τά παρόντα θά παρέλθουν καί θά µείνει µόνη της ἡ ψυχή πνι­γµένη στά πάθη σάν µέσα σέ θηλιά. Ἄς προσευχόµαστε γιά τό σήµερα, γιά τόν καθηµερινό ἄρτο, ὁ ὁποῖος ὡς ἔννοια περιλαµβάνει κάθε τι ἀναγκαῖο καί ἀπαραίτητο γιά τήν ζωή µας[49]. Ἀλλά αὐτός πού εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖος εἶναι ὁ Θεῖος ἄρτος πού λαµβάνουµε στήν Θεία Εὐχαριστία[50], καί ἡ εὐχαριστία αὐτή σηµαίνει κατά κύριο λόγο µοίρασµα καί µετοχή µέ τόν ἀδελφό[51]. Καί κάτι ἄλλο σηµαντικό· Ἄς µήν ξεχνοῦµε ὅτι πρῶτα πρέπει νά προσευχόµαστε γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ὅλα τά ἄλλα θά τά µεριµνήσει κατά τό συµφέρον µας ὁ Χριστός[52]!

Στήν πέµπτη καί τελευταία ὁµιλία του ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος Νύσσης ἑρµηνεύει τίς φράσεις:

«Ἄφες ἡµῖν τά ὀφειλήµατα ἡµῶν,

καθώς καί ἡµεῖς ἀφίεµεν τοῖς ὀφειλέταις ἡµῶν.

Καί µή εἰσενέγκῃς ἡµᾶς εἰς πειρασµόν,

ἀλλά ρῦσαι ἡµᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ».

Τό «Πάτερ ἡµῶν», ὅπως καί οἱ µακαρισµοί πού ἐπίσης ἑρµηνεύει µοναδικά ὁ ἅγιος, ἔχουν µιά νοηµατική ἀναγωγική πορεία ἀπό τά ὑψηλά στά ὑψηλότερα. Ἔτσι µέ τήν καταληκτική αὐτή φράση τῆς προσευχῆς φθάνουµε στήν ἀνώτατη κορυφή τῆς ἀρετῆς. Στήν φράση αὐτή προσδιορίζεται πῶς θέλει ὁ Θεός νά ζεῖ ὁ ἄνθρωπος. Πραγµατικά, δίνει τήν ζυγαριά πού χρησιµοποιεῖ στήν παροῦσα ζωή ἀλλά πού εἶναι ἴδια µέ αὐτήν πού θά χρησιµοποιήσει στήν Δεύτερη Παρουσία Του. Αὐτή ἡ ζυγαριά δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν ἀγάπη. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη ὁµοιάζει µέ τόν ἴδιο τόν Θεό ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη[53]. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη ἔχει τήν δύναµη νά συγχωρεῖ τά παραπτώµατα τῶν ἄλλων. Ἔχει ἀγάπη θεϊκή καί τότε µπορεῖ ὡς εὐεργέτης νά ἀντικρύσει τόν µέγα Εὐεργέτη, ὡς ἀγαθός νά µιλᾶ στόν Ἀγαθό, ὡς φιλάνθρωπος νά προσεύχεται στόν ἀπόλυτα φιλάνθρωπο Θεό[54].

Τί µᾶς λέει ξεκάθαρα ὁ Θεός; Ὅτι προϋπόθεση γιά τήν ἄφεση τῶν ἁµαρτιῶν µας εἶναι ἡ συγχώρεση τοῦ διπλανοῦ µας[55]. Ἄν συγχωρέσεις θά συγχωρεθεῖς[56]! Αὐτό ἀποτελεῖ τήν µεγαλύτερη καί σηµαντικότερη ἀλήθεια. Δικαίωµα κρίσης στούς γύρω µας δέν ὑπάρχει καί µιά τέτοια προσέγγιση ἀποτελεῖ ὕβρη ἀφοῦ εἶναι σάν νά µπαίνουµε στήν θέση τοῦ Θεοῦ[57].

Ὅµως τό ὁµολογουµένως δύσκολο ζήτηµα εἶναι πῶς ὁ ἄνθρωπος θά µπορέσει νά συγχωρέσει. Γιά τόν σκοπό αὐτό πολύ σηµαντικό εἶναι νά ἀντιληφθεῖ ὅτι καί ὁ ἴδιος βρίσκεται ὀφειλέτης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὁ ἅγιος γιά τό θέµα αὐτό ἀπαριθµεῖ, κατά κάποιο τρόπο, τά πληµµελήµατα τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στόν Θεό προκειµένου νά δηµιουργήσει αἴσθηµα µετανοίας λέγοντας:

«Κατά πρῶτον ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ἔνοχος τιµωρίας στόν Θεό, γιατί ἀποµακρύνθηκε ἀπό τόν δηµιουργό του καί αὐτοµόλησε στίς τάξεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀφοῦ ἔγινε δραπέτης καί ἀποστάτης ἀπό τόν φυσικό κύριο του. Δεύτερο, γιατί ἀντάλλαξε τήν αὐτεξούσια ἐλευθερία του µέ τήν ὀλέθρια δουλεία τῆς ἁµαρτίας καί προτίµησε, ἀντί νά εἶναι κοντά στόν Θεό, νά ἐξουσιάζεται ἀπό τήν δύναµη τῆς καταστροφῆς»[58]. Ἀπό τά παραπάνω καί πολλά ἄλλα, τά ὁποῖα θά µποροῦσαν νά σηµειωθοῦν, γίνεται φανερό ὅτι τό ἀνθρώπινο γένος εἶναι ἔνοχο ἔναντι τοῦ Θεοῦ γι᾽ αὐτό καί στήν συνοµιλία µας µέ τόν Θεό θά πρέπει νά τό σκεφτόµαστε αὐτό καί νά προσευχόµαστε µέ ταπείνωση. Αὐτό τό βίωµα τῆς ταπείνωσης ἕλκει τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, χαριτώνει καί ἐν τέλει ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο[59]. Ἡ ἀνάµνηση τῶν λαθῶν κρατᾶ τόν ἄνθρωπο σέ ἰσσοροπία. Καί ἄν κάποιος πλανᾶται καί θεωρεῖ ὅτι δέν ἁµάρτησε ποτέ καί ὅτι ἀποτελεῖ φωτεινό παράδειγµα ἀνθρώπου ἄς σκεφθεῖ τά ἑξῆς: «Ποιανοῦ τά µάτια δέν ἁµάρτησαν; Ποιανοῦ δέν εἶναι ἔνοχα τά αὐτιά; Ποιός εἶναι ξένος ἀπό τήν κτηνώδη ἡδονή τοῦ ­λαιµοῦ; ­Ποιός εἶναι καθαρός ἀπό τήν ἁµαρτία τῆς ἀφῆς;…»[60]. Ποιός τέλος πάντων µπορεῖ νά καυχηθεῖ ὅτι ἔχει ἁγνή καρδιά[61]; Ὅλες αὐτές εἶναι ὀφειλές τίς ὁποῖες νά σκεπτόµαστε καί νά παρακαλοῦµε τόν Θεό νά µᾶς τίς ἐξαλείψει.

«Μή εἰσενέγκῃς ἡµᾶς εἰς πειρασµόν,

ἀλλά ρῦσαι ἡµᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ».

Σ᾽αὐτήν τήν τελευταία φράση τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς δίνεται ἕνα ἀπό τά ὀνόµατα τοῦ διαβόλου. Τόν ὀνοµάζει πονηρό και λέει ὅτι αὐτός βρίσκεται συχνά µέσα στίς πλεκτάνες τοῦ κόσµου[62]. Προσευχόµαστε λοιπόν νά ξεφεύγουµε ἀπό τίς παγίδες πού στήνει ὁ διάβολος καί ὅσο πιό µακριά ἀπό αὐτόν βρισκόµαστε τόσο πιό ἀσφαλεῖς εἴµαστε. Γιά νά στηρίξει αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀλήθεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος λέει: «Εἶναι φοβερή κάποτε ἡ θάλασσα κατά τήν τρικυµία, ὄχι ὅµως καί σ᾽ ὅσους κατοικοῦν µακριά ἀπό αὐτή. Ἡ φωτιά εἶναι καταστρεπτική, ἀλλά γιά τά ξύλα πού θά βρεῖ µπροστά της. Φοβερός ὁ πόλεµος, ἀλλά µόνο γιά ὅσους εἶναι παρατεταγµένοι στό µέτωπο. Ὅπως ὅµως αὐτός πού ἀποφεύγει τίς δυστυχίες ἀπό τά δεινά τοῦ πολέµου εὔχεται νά µήν µπλεχτεῖ στόν πόλεµο καί ὅποιος τρέµει τήν θάλασσα εὔχεται νά µήν βρεθεῖ στήν ἀνάγκη νά ταξιδέψει, ἔτσι καί ὅποιος φοβᾶται τήν προσβολή τοῦ πονηροῦ νά εὔχεται νά µήν βρεθεῖ µπροστά του. Ἐπειδή ὅµως, ὅπως εἴπαµε προηγουµένως, ἡ Γραφή λέει ὅτι ὁ κόσµος βρίσκεται µέσα στόν πονηρό καί οἱ ἀφορµές τῶν πειρασµῶν βρίσκονται µέσα στά πράγµατα τοῦ κόσµου, πολύ σωστά καί ταιριαστά ὅποιος εὔχεται νά σωθεῖ ἀπό τόν πονηρό παρακαλεῖ νά βρεθεῖ µακριά ἀπό τούς πειρασµούς. Δέν θά καταπιεῖ κάποιος τό ἀγκίστρι, ἄν δέν θελήσει νά ἀποσπάσει µέ λαιµαργία τό δόλωµα»[63].

Τέλος, ἀπό τά ὅσα ὁ ἅγιος ἀναφέρει ἑρµηνεύοντας τήν Κυριακή Προσευχή, καταγράψαµε λιγοστά, ὅσα µᾶς ἦταν δυνατόν νά ἀντλήσουµε διότι πράγµατι τά κείµενα τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι θεόπνευστα καί χρειάζεται εἰδικό ἄντληµα, ἔστω καί γιά τήν µεταφορά τους χωρίς ἀπώλειες ἤ ἀλλοιώσεις. Σίγουρα ἡ ἀνάγνωση καί µελέτη τοῦ πρωτοτύπου κειµένου βοηθάει στήν καλύτερη προσέγγισή του. Πάντως, εὐχαριστοῦµε τόν ἅγιο Ἐπίσκοπο Νύσσης γιά ὅσα µᾶς ἔχει παραδώσει µέ τά κείµενά του ἀλλά κυρίως εὐχαριστοῦµε τόν Χριστό πού µᾶς παρέδωσε τήν προσευχή αὐτή καί µᾶς ἔχει χαρίσει τούς ἁγίους πού ἑρµηνεύουν µέ θαυµαστό τρόπο τά θεόπνευστα αὐτά λόγια. Μακάρι ὅλοι µας, πρωί καί βράδυ, µέρα καί νύχτα, σέ χαρά ἤ σέ λύπη νά ψελλίζουµε καρδιακά αὐτήν τήν θεοπαράδοτη προσευχή καί νά ἐµβαθύνουµε στά λόγια της!

 

Υποσημειώσεις

[1] Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἐπίσκοπος τῆς µικρῆς πόλης Νύσσα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἦταν ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί θεωρεῖται ἕνας σπουδαῖος θεολόγος µεταξύ ἄλλων πού ἀνέδειξε ἡ Καππαδοκία. Οἱ γονεῖς του εἶναι οἱ Βασίλειος καί Ἐµµέλεια. Γεννήθηκε τό 335 µ.Χ. στήν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καί τό πιθανότερο εἶναι ὅτι ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ τό 394 µ.Χ. Ἡ µνήµη του ἑορτάζεται στίς 10 Ἰανουαρίου.

[2] Ἰω. 11, 41.

[3] Ἰωάννου Δαµασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Θεσσαλονίκη 1983, σσ. 316-317.

[4] Μτ. 6, 9-13.

[5] «Προσευχόταν ἐπειδή οἰκειώθηκε τό πρόσωπό µας καί µέ τόν ἑαυτό του ἔγινε γιά µᾶς τύπος καί ὑπογραµµός καί µᾶς δίδασκε νά ζητοῦµε ἀπό τόν Θεό καί νά ἀνεβαίνουµε πρός αὐτόν καί µέ τόν ἅγιό του νοῦ ἄνοιγε τόν δρόµο γιά τήν ἀνάβαση πρός τόν Θεό» (Ἰωάννου Δαµασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 317).

[6] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 1ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σ. 12.

[7] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 1ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σ. 20.

[8] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 17.

[9] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 1ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σ. 16.

[10] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 19.

[11] Μτ. 6, 7.

[12] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 1ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σ. 25.

[13]Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 26.

[14]Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 28.

[15] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 1ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σ. 28.

[16]Ἰερ. 10, 1.

[17]Σοφ. Σολ. 1, 13.

[18] Κάποτε ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης ἔλεγε σέ κάποιον πού ἔλεγε µέ µεγάλη ταχύτητα τά «κύριε ἐλέησον» τῆς ἀκολουθίας. «Ἔτσι πού τά λές ἐσύ δέν καταλαβαίνεις τί λές καί περιµένεις ὁ Θεός νά καταλάβει».

[19] Μοῦ διηγήθηκαν ἕνα περιστατικό τό ὁποῖο µέ προβληµάτισε. Κάποτε ὁ µακαριστός ἅγιος γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης πορευόµενος ἀπό τό µοναστήρι του στήν Εὔβοια πρός τήν Ἀθήνα πέρασε νά προσκυνήσει τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο.Ἔτσι ἔκανε πάντα. Ἐκεῖ ὁ γέροντας, βλέποντας τά πλήθη τοῦ λαοῦ πού βρίσκονταν στό προσκύνηµα, εἶπε στόν ἅγιο: «Ἅγιε Ἰωάννη πόσοι ἄνθρωποι περιµένουν νά σέ προσκυνήσουν!» καί ὁ ἅγιος, πνευµατικῷ τῷ τρόπῳ, ἀπάντησε: «Ἀπό ὅλους αὐτούς πού βλέπεις λίγα εἶναι τά παιδιά µου».

[20]Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 2ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 42-43.

[21] Olivier Clement, «Πάτερ ἡµῶν…», Σχόλια στήν Κυριακή Προσευχή, (Μετάφρ. Πολυξένη Τσαλίκη- Κιοσόγλου), Ἀθήνα 2014, σ. 11.

[22] Ἐφεσ. 11, 3.

[23] Ἰω. 17, 12.

[24]Ψαλµ., 22, 6 «Τό ἔλεος σου, Κύριε, καταδιώξει µε πάσας τάς ἡµέρας τῆς ζωῆς µου.»

[25] Olivier Clement, «Πάτερ ἡµῶν…», Σχόλια στήν Κυριακή Προσευχή, (Μετάφρ. Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου), Ἀθήνα 2014, σσ. 12-13.

[26] Β´ Κορ. 6, 14. Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 2ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σ. 48-49.

[27] Εὐαγγέλου Λέκκου, «Πάτερ ἡµῶν», Λόγοι εἰς τήν προσευχήν, Ἀθήνα 2004, σ. 40.

[28] Olivier Clement, «Πάτερ ἡµῶν…», Σχόλια στήν Κυριακή Προσευχή, (Μετάφρ. Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου), Ἀθήνα 2014, σσ. 25-26.

[29] Εὐαγγέλου Λέκκου, «Πάτερ ἡµῶν», Λόγοι εἰς τήν προσευχήν, Ἀθήνα 2004, σ. 40.

[30] Εὐαγγέλου Λέκκου, «Πάτερ ἡµῶν», Λόγοι εἰς τήν προσευχήν, Ἀθήνα 2004, σ. 44.

[31] Μτ. 6, 21.

[32] Λκ. 15.

[33] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 2ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 54-55.

[34] Ἠσ. 40, 12

[35] Olivier Clement, «Πάτερ ἡµῶν…», Σχόλια στήν Κυριακή Προσευχή, (Μετάφρ. Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου), Ἀθήνα 2014, σσ. 49-51.

[36] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 2ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 66-67.

[37] Γεν. 3.

[38] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 3ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 68-69.

[39] Ἠσ. 5, 20.

[40] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 4ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 80-81.

[41]Εὐαγγέλου Λέκκου, «Πάτερ ἡµῶν», Λόγοι εἰς τήν προσευχήν, Ἀθήνα 2004, σ. 58.

[42]Α´ Ἰωάν., 4, 18.

[43]Olivier Clement, «Πάτερ ἡµῶν…», Σχόλια στήν Κυριακή Προσευχή, (Μετάφρ. Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου), Ἀθήνα 2014, σ. 79.

[44] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 3ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 86-87.

[45]Εὐαγγέλου Λέκκου, «Πάτερ ἡµῶν», Λόγοι εἰς τήν προσευχήν, Ἀθήνα 2004, σσ. 74-77.

[46]Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 3ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 92-93.

[47]Πρµ. 17, 1.

[48]Λκ., 12, 16-21.

[49]Κατά τόν O. Clement: «τό αἶτηµα γιά τόν ἐπιούσιο ἄρτο ὑπονοεῖ τή σωστή σχέση µας µέ τήν γῆ, γιατί τό ψωµί εἶναι ἡ γῆ, ἡ δουλεµένη ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος ἤ θά καταστρέψει τήν γῆ ἤ θά τήν µετατρέψει σέ εὐχαριστία». (Olivier Clement, «Πάτερ ἡµῶν…», Σχόλια στήν Κυριακή Προσευχή, (Μετάφρ. Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου), Ἀθήνα 2014, σ. 87).

[50]. Olivier Clement, «Πάτερ ἡµῶν…», Σχόλια στήν Κυριακή Προσευχή, (Μετάφρ. Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου), Ἀθήνα 2014, σ. 83.

[51]Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 89.

[52] Μτ. 6, 33. Λκ. 12, 31.

[53]Α´ Ἰωάν. 4, 8.

[54]Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 5ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 100-101.

[55]Μτθ. 6, 14-15.

[56]Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 5ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 116-117.

[57]Μτ. 7, 1-5.

[58]Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 5ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 106-107.

[59] Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν.(Καθ. Ἐπιστ. Ἰακ. δ΄ 6).

[60] Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 5ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 112-113.

[61] Πρµ. 20, 9.

[62] Κατά τόν O.Clement: « Τό κακό δέν εἶναι τό σῶµα οὔτε ἡ ὕλη ἀλλά ἡ ἀνώτερη δυνατή εὐφυία, ἀναδιπλούµενη στόν ἑαυτό της καί αὐτοθαυµαζόµενη». (Olivier Clement, «Πάτερ ἡµῶν…», Σχόλια στήν Κυριακή Προσευχή, (Μετάφρ. Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου), Ἀθήνα 2014, σ. 116.

[63]Γρηγορίου Νύσσης, λόγος 5ος, ΕΠΕ Τόµ. 8ος Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 122-123.

ΠΗΓΗ.http://www.amen.gr

Ο Νύσσης Άγιος Γρηγόριος-Αποκατάσταση των πάντων

   

Εισαγωγικά

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, το άνθος αυτό της Ορθοδοξίας, ο ποιητής των άρθρων της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο φιλόσοφος-Πατέρας της Εκκλησίας, ο συγγραφέας πλήθους θεολογικών έργων, διατύπωσε σε κάποια από τα έργα του, μια θεωρία, αντίβαρο σε εκείνη του αγίου Αυγουστίνου, περί του απόλυτου προορισμού, τη θεωρία της αποκατάστασης των πάντων, η οποία σε γενικές γραμμές μιλάει για την με την πάροδο του μέλλοντος (και άληκτου) αιώνος, καταστροφή κάθε είδους κακού, την εξαφάνιση του Σατανά, την εξαφάνιση κάθε οδύνης, το τέλος της Κόλασης και τελικά την εις το αρχαίον κάλλος αποκατάσταση των πάντων, δικαίων και αδίκων με μια ουσιώδη διαφορά. Οι μεν δίκαιοι θα μετέχουν του θείου φωτός, δηλ. της θ. μακαριότητας, οι δε άδικοι θα μετέχουν του θείου πυρός («πυρ καταναλίσκον») αποκλεισμένοι όμως της θ. μακαριότητας και μη δυνάμενοι ποτέ να δουν το πρόσωπο του Θεού.
Η θεωρία αυτή βρήκε πολλούς υποστηρικτές, ακόμη και αγίους, αλλά και πολλούς αντιπάλους, οι οποίοι στηρίζονται αυστηρά στη Γραφή και μόνον. Η Εκκλησία κράτησε μέχρι τώρα ουδέτερη στάση, μη δεχόμενη τη θεωρία αυτή ως δόγμα της και προσθήκη στη διδασκαλία της, αλλά και μη καταδικάζοντας την. Έτσι, μέχρι σήμερα παραμένει, ως ένα θεολογούμενο και συζητούμενο πρόβλημα.

Gregory_of_Nyssa

Το ότι η σωτηρία είναι θεραπεία και η παραδείσια ζωή σ’ όλες της τις φάσεις τρυφή στη μέθεξη του Θεού, φιλία, κοινωνικότητα και αγάπη, προξένησε στην ορθόδοξη παράδοση ένα ρήγμα, ένα θεολογούμενο που αντιτίθεται στον απόλυτο προορισμό της δυτικής θεολογίας: πρόκειται για την αποκατάσταση των πάντων, μια διδασκαλία που την εκπροσωπούν κυρίως ο Ωριγένης, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Μάξιμος Ομολογητής. Εξάπαντος δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στη Δύση, ως κατάληξη του νομικού πνεύματος έχουμε τον απόλυτο προορισμό, ενώ στην Ανατολή ως κατάληξη της ιαματικής σωτηρίας έχουμε την αποκατάσταση των πάντων, ως θεολογούμενο και όχι ως δόγμα. Διαφορετικά πράγματα θα ήταν αδιανόητο να περιμένει κανείς. Γι’ αυτό η αποκατάσταση είναι αξιοπρόσεκτη, από ορθόδοξη άποψη, μόνο για τις θεολογικές και σωτηριολογικές προϋποθέσεις, και καταλήγει όχι σε δόγμα αλλά σε θεολογούμενο. Η αποκατάσταση των πάντων κατά κανένα τρόπο, δεν συγκρούεται με τη διδασκαλία για την αιώνια κόλαση. Άλλο αιωνιότητα του Θεού και άλλο αιωνιότητα των κτισμάτων. Τα κτίσματα έχουν αρχή γένεσης και μπορούν να είναι ατελεύτητα, επειδή το θέλει ο Θεός χωρίς καμιά κτιστή αναγκαιότητα. Έτσι, οφείλουμε να καταλάβουμε καλά τη διάκριση κτιστού-ακτίστου της πατερικής θεολογίας. Όμως δεν είναι μπορετό και νοητό να αποδίδουμε στα κτίσματα τις ιδιότητες του φύσει άναρχου και ατελεύτητου Θεού. Η ορθόδοξη θεολογία οφείλει να εξάρει τις σωστές αφετηρίες και προϋποθέσεις αυτής της αποκατάστασης:

1/ η σωτηρία είναι θεραπεία των τραυμάτων του κατ’ εικόνα Θεού, 2/ η αθανασία είναι αποτέλεσμα της μέθεξης στις θείες ενέργειες, 3/ η τελείωση φθάνει στα όρια της θέωσης, 4/ η παραδείσια ζωή είναι φιλία, έρωτας και κοινωνία με το Θεό, 5/ η κόλαση είναι ακριβώς το αντίθετο, «αμεθεξία», «ακοινωνησία», αφιλία και ανέραστη ζωή, 6/ βασικό ρόλο ως προς την αποδοχή μόνο της δωρεάς του Θεού διαδραματίζει το αυτεξούσιο, 7/ το κακό είναι μη όν, είναι παρυπόσταση.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, ο Μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας (335-390) είναι, μετά τον Ωριγένη, ο κυριότερος ίσως υποστηρικτής της ιδέας, ότι τελικά θα σωθούν οι πάντες. Έχει ονομαστεί όχι άδικα «το άνθος της ορθοδοξίας». Από τη στιγμή που σε ηλικία 35 ετών χειροτονήθηκε επίσκοπος το 372 και μέχρι το θανατό του, ήταν μαζί με τον Δίδυμο της Αλεξάνδρειας και τον Διόδωρο της Ταρσού εντελώς ανεμπόδιστοι εκφραστές του Ουνιβερσαλισμού (ουνιβερσαλισμός = ολοκρατία, καθολικότητα, από το universalis = καθολικός. Είναι κάθε θεωρία, που θεωρεί την πραγματικότητα ως ένα μοναδικό όλο και αντιτίθεται στον ατομικισμό). Ο Γρηγόριος (όπως και όλη η οικογένειά του και κυρίως ο αδελφός του Μ. Βασίλειος) θεωρούσε τον Ωριγένη ως πνευματικό του πατέρα και διδάσκαλο.

Ο μεγάλος Δυτικός θεολόγος και ιστορικός William Barclay (Why I am a convinced Universalist, William Barclay: A Spiritual Autobiography, σελ. 65-67, William B Eerdmans Publishing Company, Grand Rapids, 1977) γράφει τα εξής για τον μεγάλο αυτόν πατέρα της Εκκλησίας: «Ο Γρηγόριος Νύσσης έδωσε τρεις λόγους για την πίστη του στην Αποκατάσταση. Πρώτα, επικαλέστηκε τον χαρακτήρα του Θεού. ‘Όντας Αγαθός, ο Θεός έχει έλεος για τον αμαρτωλό άνθρωπο, όντας Σοφός, δεν αγνοεί τα μέσα, που χρειάζονται για να τον αποκαταστήσει. Δεύτερον, δήλωσε ότι πίστευε στην Αποκατάσταση, επειδή αναγνώρισε το πρόβλημα του κακού, το οποίο μην έχοντας δική του ύπαρξη, καθότι είναι αρνητικό, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει για πάντα, κάποτε, θα πάψει να υπάρχει. Τρίτον, πίστευε στην ευεργετική φύση της τιμωρίας. Αναγνώρισε ότι η κάθε Θεϊκή τιμωρία έχει διορθωτικό σκοπό»

Αν και η ιδέα ότι τελικά θα σωθεί ακόμα και ο Σατανάς θεωρούνταν την εποχή του επικίνδυνη, ως «εξωτερική» διδασκαλία, ο Γρηγόριος Νύσσης δε δίστασε να γράψει, ότι ο Χριστός ελευθερώνει όχι μόνο όλους τους ανθρώπους από την κακία αλλά θεραπεύει ακόμα και τον ίδιο τον «εφευρετή» της κακίας «τον τε άνθρωπον τες κακίας ελεύθερον και αυτόν τον τες κακίας ευρετήν ιώμενος» (1). Κανένας δεν τόλμησε να τον «επιτιμήσει» για την μαρτυρία του αυτή.

Στο έργο που έγραψε ο Νύσσης επάνω στο Άσμα Ασμάτων, διαβάζουμε: «Οι πάντες θα κοιτάξουν προς τον ίδιο σκοπό, και θα καταστραφεί το κάθε είδους κακό. Ο Θεός θα είναι τα πάντα εν πάσι, και οι πάντες θα είναι ενωμένοι σε κοινωνία με το Θεό». Σχολιάζοντας τον Ουνιβερσαλισμό του Απ. Παύλου ο «υπερ-ορθόδοξος» Γρηγόριος έγραψε και τα εξής: «Τί εννοεί ο Απ. Παύλος; Εννοεί ότι μία μέρα η φύση του κακού θα εξαφανιστεί εντελώς, και ότι η θεϊκή και αθάνατη καλοσύνη θα αγκαλιάσει όλα τα λογικά κτίσματα, ώστε από όλα όσα δημιουργήθηκαν από τον Θεό, να μην είναι ούτε ένα εξόριστο από τη βασιλεία Του, όταν όλο το κακό …διαλυθεί και καταναλωθεί μέσα στο καθαρτήριο πυρ». Επίσης γράφει: «Αυτό είναι και το τέλος (ο τελικός σκοπός) της ελπίδας μας, ότι τίποτα δε θα παραμείνει ενάντιο στο καλό, αλλά η θεϊκή ζωή, διαπερνώντας τα πάντα, θα καταστρέψει εντελώς τον θάνατο…έχοντας πρώτα καταστρέψει την αμαρτία…κ.λπ.» (2).

Ο Νύσσης ακολούθησε το παράδειγμα των προγενέστερων Ουνιβερσαλιστών πατέρων όταν με τη σειρά του ερμήνευσε το κλασσικό εδάφιο Κορινθ. Α΄ 15. 28 με παρόμοιο τρόπο: «Είναι φανερό ότι ο Θεός θα είναι αληθινά ‘εν πάσι’ όταν δε θα υπάρχει καθόλου το κακό, όταν κάθε δημιούργημα θα βρίσκεται σε αρμονία, και κάθε γλώσσα θα ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος, όταν κάθε κτίσμα θα έχει γίνει ένα σώμα. Τώρα, όπως έχω πει και άλλες φορές, το σώμα του Χριστού είναι όλη η ανθρωπότητα (κυριολεκτώ. ‘πάσα η ανθρώπινη φύσις’)» (3).

Όσον αφορά το νόημα της «υποταγής» των πάντων στον Χριστό, ο Νύσσης αναφέρθηκε έμμεσα στον Ωριγένη, ο οποίος είχε ερμηνεύσει την «υποταγή» κάτω από το φως του Ψαλμού 61. 2 «δεν θα υποταχθεί η ψυχή μου στον Θεό;», ταυτίζοντας με αυτόν τον τρόπο την «υποταγή» των πάντων με την σωτηρία τους. Ο Νύσσης συμφώνησε με τον Ωριγένη: «Το σημάδι της υποταγής στον Θεό είναι η σωτηρία όπως έχουμε μάθει». Η φράση «όπως έχουμε μάθει» φυσικά αναφερόταν στην ερμηνεία του Ωριγένη. Σε άλλο σημείο των γραπτών του ο Νύσσης προσθέτει: «Σχετικά με τον σκοπό της σωτηρίας έχει ειπωθεί ότι ο Μονογενής Υιός του Θεού υποτάσσεται στον Πατέρα με τον ίδιο τρόπο, που η σωτηρία του Θεού εξασφαλίζεται για τους ανθρώπους», και «η υποταγή μας έχει να κάνει με την βασιλεία, την αφθαρσία και την μακαριότητα που κατοικεί μέσα μας. Αυτή είναι η έννοια του Απ. Παύλου σχετικά με την υποταγή στον Θεό».

Αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά του Νύσσης στην συμβολική σημασία της όγδοης ημέρας (Κυριακής), ως ημέρας ανάστασης, κατά την οποία θα ελευθερωθεί ολόκληρη η κτίση από την φθορά, ενώ με παρόμοιο τρόπο αντιλήφθηκε τον συμβολισμό της όγδοης ημέρας και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Όπως γράφει ο David A. Salomon: «Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, βλέπει την όγδοη ημέρα ως την οκτάδα του Πάσχα, όταν όλη η κτίση, τόσο η πνευματική όσο και η υλική, θα αποκατασταθεί εντελώς… Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει την λέξη αποκατάσταση (των πάντων), ένα θέμα το οποίο αγαπούσε πολύ ο φίλος του Γρηγόριος Νύσσης. Παρόλο που ο Νύσσης δεν συμπεριλαμβάνει την λέξη αποκατάσταση στην εισαγωγή στο έργο του σχετικά με τον έκτο Ψαλμό, το μήνυμά της είναι πασιφανές….. Παρόλο λοιπόν που λείπει η λέξη αποκατάσταση, η έννοιά της σχετικά με την όγδοη ημέρα είναι ξεκάθαρη. Αργότερα, στο ίδιο έργο συναντάμε την λέξη αυτή αναφορικά με την εξαφάνιση του κακού» (4) Ο Νύσσης γράφει ότι η προσωρινή παρουσία του κακού, το οποίο φυτρώνει σαν μία ταραχοποιό ρίζα: «θα παρέλθει και θα εξαφανιστεί στην αποκατάσταση των πάντων»

Ο Γρηγόριος δεν μπορούσε να διανοηθεί την ύπαρξη της αμαρτίας εις την αιωνιότητα. Σε σχόλιά του επάνω στους Ψαλμούς του Δαβίδ γράφει: «Στην αποκατάσταση των πάντων στην αγαθοσύνη, η αμαρτία θα εξαφανιστεί εντελώς και δε θα μείνει ούτε ένα ίχνος της» Και πάλι στα σχόλιά του για τους Ψαλμούς: «Ούτε η αμαρτία υπήρχε αιώνια ούτε θα υπάρχει αιώνια». Η φρασεολογία του Γρηγορίου φανερώνει ότι ακόμα και στις μέρες του, οι επίμαχες φράσεις «αιώνια κόλαση», «αιώνια τιμωρία», «αιώνιο πυρ», «αιώνια κρίση», κλπ., δεν είχαν την έννοια κάποιας αμετάκλητης κατάστασης «χωρίς τέλος». Γράφει: «Οποιοσδήποτε αναλογιστεί τη θεϊκή δύναμη μπορεί να καταλάβει εύκολα, ότι ο Θεός μπορεί στο τέλος να αποκαταστήσει μέσω της αιώνιας τιμωρίας και των εξαγνιστικών παθών ακόμα και εκείνους που βρέθηκαν στα έσχατα της κακίας». Και πάλι επάνω στους Ψαλμούς γράφει «Η ψυχή που είναι ενωμένη με την αμαρτία πρέπει να δοθεί στο πυρ, ώστε ότι είναι αφύσικο και ακάθαρτο να αφαιρεθεί, και να καταναλωθεί από το αιώνιο πυρ».

Με ποιόν πρέπει να συμφωνήσουμε, με τον Αυγουστίνο που δίδαξε ότι η αιώνια τιμωρία δεν θα έχει τέλος ή με τον Γρηγόριο Νύσσης που δίδαξε ότι η αιώνια τιμωρία θα εκπληρωθεί και θα λήξει με την τελική σωτηρία των αμαρτωλών; Και οι δύο ήταν μεγάλοι πατέρες της αρχαίας εκκλησίας, ο ένας της Δύσης και ο άλλος της Ανατολής. Και οι δύο ανακηρύχθηκαν άγιοι. Και οι δύο όμως δεν μπορεί να είχαν δίκιο. Πιστεύουμε, ότι ο Γρηγόριος Νύσσης είχε πιό ανεπτυγμένη θεολογία και από ότι φαίνεται γνώριζε καλύτερα τι εστί Θεός και αφουγκραζόταν την καρδιά του Χριστού.

Σε ένα εκτενές έργο (40 κεφάλαια) που ετοίμασε με σκοπό να κατηχήσει τους μαθητές θεολογίας σχετικά με την αρμονία του Χριστιανισμού με τα ένστικτα της ανθρώπινης καρδιάς, ο Γρηγόριος αντηχεί και πάλι τα λόγια του Ωριγένη καθώς γράφει για: «την εξολόθρευση του κακού, την αποκατάσταση των πάντων και για την τελική αποκατάσταση των πονηρών ανθρώπων και πνευμάτων στην μακαριότητα της ένωσης με τον Θεό, ώστε ο Θεός να είναι ‘τα πάντα εν πάσι’, αγκαλιάζοντας τα πάντα όσα είναι δημιουργημένα με συνείδηση και με λογική» (5)

Όπως και όλοι οι υπόλοιποι Ουνιβερσαλιστές έτσι και ο Γρηγόριος δίδασκε, ότι εάν δεν θεραπευθεί η ψυχή του ανθρώπου από την αμαρτία σε αυτήν τη ζωή, «θα θεραπευθεί στην άλλη ζωή». Δίδαξε επίσης: «Όταν ο θάνατος πλησιάσει τη ζωή, το σκοτάδι το φως, και το φθαρτό το άφθαρτο, τότε το κατώτερο (θάνατος, σκοτάδι, φθαρτό) καταργείται και εξαφανίζεται, και αυτό που καίγεται οφελείται, όπως όταν οφελείται το χρυσάφι όταν καθαρίζεται από τη φωτιά…..με τον ίδιο τρόπο, κατά τη διάρκεια των μεγάλων κύκλων του χρόνου, όταν η κακιά φύση…..αφαιρεθεί, τότε ολόκληρη η κτίση θα δοξολογήσει με μία φωνή, και θα ευχαριστήσουν το Θεό, τόσο εκείνοι που τιμωρήθηκαν όσο και εκείνοι που δε χρειάστηκαν την καθαρτήρια τιμωρία». Τα διασωθέντα έργα του Νύσσης είναι γεμάτα από παρόμοιες αναφορές στην Αποκατάσταση.

Ο Ουνιβερσαλισμός του Νύσσης ενοχλεί ιδιαίτερα τους υποστηρικτές του δόγματος της κόλασης, ακριβώς επειδή ο Πατέρας αυτός θεωρείται τόσο ορθόδοξος και κατέχει τέτοια περίοπτη θέση στον κατάλογο των αγίων, που είναι υπεράνω κάθε κατηγορίας για αίρεση. Τόση ήταν η ενόχληση που προκαλούσε και τόση η απήχηση του Ουνιβερσαλισμού του Γρηγορίου ακόμα και στο σκοτάδι του 8ου αιώνα, που ο τότε επίσκοπος ΚΠόλεως Γερμανός Α΄ (730 μ.Χ.) πρότεινε τη θεωρία, ότι τα αποσπάσματα στα έργα του Γρηγορίου, που διδάσκουν Ουνιβερσαλισμό ήταν νόθα και τα είχαν προσθέσει αιρετικοί. Κανένας σοβαρός ιστορικός δεν υποστηρίζει όμως κάτι τέτοιο. Ο Ουνιβερσαλισμός είναι αναπόσπαστο στοιχείο στο όλο θεολογικό σύστημα του Γρηγορίου (όπως και στου Ωριγένη) και είναι αδύνατο να αφαιρεθούν οι τόσες πολλές αναφορές επάνω στο θέμα αυτό. Εάν αφαιρεθούν δεν θα μείνει τίποτα! Ένας πολέμιος του Ουνιβερσαλισμού μάλιστα, ο ιστορικός Daille χαρακτήρισε τη θεωρία του Γερμανού ως «την ύστατη και απελπισμένη προσπάθεια ορισμένων, που με ανόητο τρόπο θεωρούν τους αρχαίους πατέρες ως αλάθητους, επειδή ολόκληρες οι ομιλίες του Γρηγορίου Νύσσης είναι τόσο βαθειά μολυσμένες με την αιρετική αυτή διδασκαλία (Ουνιβερσαλισμό), που αποκλείεται να την πρόσθεσε κάποιος άλλος, εκτός από τον ίδιο τον συγγραφέα» (6). Όλοι οι μεγάλοι ιστορικοί της Εκκλησίας, ακόμα και οι πιο «ορθόδοξοι» αναγνωρίζουν τον Ουνιβερσαλισμό του Γρηγορίου Νύσσης.

Εάν τα γραπτά του Γρηγορίου Νύσσης (ή άλλου Πατέρα) αλλοιωθήκαν ή ακρωτηριάσθηκαν, σίγουρα θα ισχύει το αντίθετο και θα αφαιρέθηκαν αντί να προστέθηκαν αποσπάσματα που διακηρύττουν τον Ουνιβερσαλισμό. Η ιστορία (και οι πηγές της), όπως όλοι γνωρίζουμε, γράφεται από τους νικητές, και στην περίπτωση του Ουνιβερσαλισμού, η ιδέα αυτή δεν άρεσε καθόλου στους εκάστοτε εξουσιομανείς ηγέτες της Εκκλησίας, ιδιαίτερα μετά την εποχή του Ιουστινιανού.

Το 381 μ.Χ στην ΚΠολη, ο Γρηγόριος Νύσσης ήταν ουσιαστικά ο πνευματικός ηγέτης της ομώνυμης Οικουμενικής Συνόδου, όπου και συνέταξε τα άρθρα, που προστέθηκαν στο σύμβολο της Νίκαιας. Σίγουρα ο έκδηλος Ουνιβερσαλισμός του Νύσσης δεν ενοχλούσε κανένα μέλος της Συνόδου, τα περισσότερα μέλη της οποίας (συμπεριλαμβανομένου και του «προέδρου» Γρηγόριου Θεολόγου), ίσως και να συμμερίζονταν τις απόψεις του.

Τα περί της αποκαταστάσεως, δηλ. της επαναφοράς των πάντων στην ορθή ως προς τον Θεό σχέση, όπως υπήρχε προ της πτώσεως, δηλ. την αποκατάσταση στην προπτωτική κατάσταση, βρίσκουμε στην Κ.Δ.: «ον δει ουρανόν μεν δέξασθαι άχρι χρόνων αποκαταστάσεως πάντων ων ελάλησεν ο Θεός δια στόματος πάντων αγίων αυτού προφητών απ’ αιώνος» (Πρ. 3. 21). Οι χρόνοι αυτοί συμπίπτουν προς τους χρόνους εσχατολογικής αποκαταστάσεως της βασιλείας του Ισραήλ, αλλά δεν περιλαμβάνουν μόνον τον Ισραήλ. Βέβαια, από το ανωτέρω χωρίο δεν καταφαίνεται, αν η αποκατάσταση των πάντων θα πρέπει να νοηθεί ωριγενικώς ή όχι. Η αποκατάσταση των πάντων δηλούται επίσης και στα χωρία: «Ηλίας μεν έρχεται πρώτον και αποκαταστήσει πάντα» (Μτ. 16. 11), «Ηλίας μεν ελθών πρώτον αποκαθιστά πάντα» (Μκ. 9. 12), όπου εκεί η αποκατάσταση αφορά τον ηθικό τομέα. Κάτι παρόμοιο βρίσκουμε και στον Μαλαχία: «Εγώ θα σας στείλω τον Ηλία τον προφήτη, προτού έρθει η μεγάλη και φοβερή ημέρα, που εγώ ο Κύριος θα επιφέρω την τιμωρία μου» (3. 21).

Επομένως, κατά τους θεολόγους της αποκατάστασης των πάντων, δηλαδή τον Ωριγένη (με την κακόδοξη πλευρά), τον Γρηγόριο Νύσσης, τον Γρηγόριο Θεολόγο, τον Δίδυμο τον Τυφλό (Α. Θεοδώρου), αλλά και το Μάξιμο Ομολογητή (Ν. Ματσούκας), λόγου χάρη (από την μη κακόδοξη πλευρά), ο Θεός τη παρατάσσει των αιώνων καταργεί τη μνήμη του κακού. Ο Μάξιμος  Ομολογητής μάλιστα διασαφηνίζει τούτο το δόγμα λέγοντας ότι τούτη η αποκατάσταση στην αρχαία τάξη θα γίνει με την επίγνωση και όχι με τη μέθεξη Θεού. Μένει να εξεταστεί τι είναι αυτή η επίγνωση. Το σίγουρο είναι ότι οι κολασμένοι με τον Σατανά χάνουν τη μνήμη του κακού -επομένως την οδύνη– όμως δεν θεώνονται! Και όταν λέμε σίγουρο, εννούμε τη διδασκαλία του Μάξιμου Ομολογητή, πάντοτε όμως υπό τις τόσο ρωμαλέες προϋποθέσεις της Ορθόδοξης θεολογίας, οι οποίες με τον τρόπο αυτό τωόντι καθιστούν αυτή τη θεολογία αντιμανιχαϊκή και αντιδιαρχική, καθαρά και ξάστερα βιβλική.

Έτσι, μόνο ο τριαδικός Θεός είναι ο μοναδικός τόπος αγαθού. Εξ ου ο εξοβελισμός της ουτοπίας, της οποίας τη θέση παίρνει η αγαθοτοπία. Και μόνο με τούτη τη διάσταση μπορούμε να πούμε κυριολεκτικά ότι ο Θεός είναι η αγάπη, και εξάπαντος ευκολότερα νικάμε την εγωκεντρικότητα, καταλαβαίνοντας καλύτερη τη ρήση του Ελύτη: «Ανθ’ ημών η αγάπη». Σημειώνεται, ότι η κακή εκδοχή του Ωριγένη, περί της αποκατάστασης των πάντων, καταδικάστηκε από την Ε΄ και ΣΤ’ (ως προς το πρόσωπο και τα συγγράμματα) και Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (ως προς τα συγγράμματα και όχι ως προς το πρόσωπο), πλην όμως η καλή εκδοχή του Νύσσης δεν κατηγορήθηκε από καμία Οικουμενική Σύνοδο, αλλά ούτε και από μεμονωμένους Πατέρες, όπως π.χ. τον Μ. Φώτιο, που αναφέρεται σε πλανεμένες απόψεις αγίων ονομαστικά, πλην όμως δεν αναφέρει τον Νύσσης Γρηγόριο. Συγκεκριμένα: Ο Μ. Φώτιος σε μια επιστολή του στον πάπα Νικόλαο δηλώνει απερίφραστα, ότι πολλοί Πατέρες, όπως ο Διονύσιος Αλεξανδρείας, ο Μεθόδιος και ο Ειρηναίος, διετύπωσαν εσφαλμένες απόψεις και συμπληρώνει: «Εμείς δε επειδή προσέξαμε ότι μερικοί άλλοι από τους μακαρίους Πατέρες και διδασκάλους μας πλανήθηκαν σε πολλά σημεία της ακριβούς ερμηνείας των ορθών δογμάτων, τους μεν ισχυρισμούς τους δεν τους αποδεχόμεθα ως προσθήκη στη διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά τα ίδια τα πρόσωπά τους τα ασπαζόμεθα με τιμή» (Μ. Φωτίου, Επιστολαί 1 (ΚΔ΄), Migne 102, 813).

Ωριγένης. (Κατά Κέλσου 5, 15 PG 11, 1204Α):  «Ότι δε ουχ ως μάγειρόν φαμεν το πυρ επιφέρειν τον Θεόν αλλ’ ως Θεόν ευργέτην των χρηζόντων πόνου και πυρός, μαρτυρήσει και ο προφήτης Ησαΐας, εν ω γέγραπται λελέχθαι προς τι έθνος αμαρτωλών. ότι έχει άνθρακας πυρός καθίσαι επ’ αυτοίς. ούτοι έσονταί σου βοήθεια». «Το πυρ καθάρσιον επάγεται τω κόσμω, εικός δ’ ότι και εκάστω των δεομένων της δια του πυρός δίκης άμα και ιατρείας».

(Περί αρχών 2, 10, 8): «Γίνεται νεκρών ανάστασις και γίνεται κόλασις, αλλ’ ουκ απέραντος. Κολαζομένου γαρ του σώματος κατά μικρόν καθαίρεται η ψυχή και ούτως αποκαθίσταται εις την αρχαίαν τάξιν….. Και αποκατασταθήσονται ασεβείς τε και δαίμονες εις την προτέραν τάξιν».

Γρηγόριος Νύσσης. (Περί ψυχής και αναστάσεως PG 6, 100Α): «Χρη γαρ πάντη και πάντως εξαιρεθήναί ποτε το κακόν εκ του όντος, και όπερ εν τοις φθάσασιν είρηται, το όντως μη ον μηδ’ είναι όλως». (104A-C): «….. Ο δε πάντα γινόμενος και εν πάσι γίνεται. Εν τούτω δε μοι δοκεί τον παντελή της κακίας αφανισμόν δογματίζειν ο λόγος. Ει γαρ εν πάσι τοις ούσιν ο Θεός εσταί, η κακία δηλαδή εν τοις ούσιν ουκ έστιν».

Μάξιμος Ομολογητής. (Πεύσεις και αποκρίσεις και ερωτήσεις PG 90, 796C): «τρεις αποκαταστάσεις οίδεν η Εκκλησία. Μίαν με την εκάστου κατά τον αρετής λόγον. εν η αποκαθίσταται, τον επ’ αυτών λόγον της αρετής εκπληρώσας. Δευτέραν δε, την της όλης φύσεως εν τη αναστάσει. Την εις αφθαρσίαν και αθανασίαν αποκατάστασιν. Τρίτην δε η και μάλιστα κατακέχρηται εν τοις εαυτού λόγοις ο Νύσσης Γρηγόριος, έστιν αύτη, η των ψυχικών δυνάμεων τη αμαρτία υποπεσουσών, εις όπερ εκτίσθησαν πάλιν αποκατάστασιν. Δει γαρ, ώσπερ την όλην φύσιν εν τη αναστάσει της σαρκός αφθαρσίαν χρόνω ελπιζομένω απολαβείν. ούτω και τας παρατραπείσας της ψυχής δυνάμεις, τη παρατάσσει των αιώνων αποβαλείν τας εντεθείσας αυτή της κακίας μνήμας. και περάσασαν τους πάντας αιώνας, και μη ευρίσκουσαν στάσιν, εις τον Θεόν ελθείν τον μη έχοντα πέρας. Και ούτως τη επιγνώσει ου τη μεθέξει των αγαθών απολαβείν τας δυνάμεις, και εις το αρχαίον αποκαταστήναι και δειχθήναι τον δημιουργόν αναίτιον της αμαρτίας».

Στο μοναδικό τόπο αγαθού, που είναι ο Θεός σε ολάκερη τη δημιουργία, «σημαίνεται και η Εκκλησία εν τοις μυστηρίοις» κατά το Νικόλαο Καβάσιλα (ερμηνεία της θ. λειτουργίας, PG 150, 452 CD). Η αγαθοτοπία ανακεφαλαιώνει τα πάντα στο σώμα του Χριστού, και έτσι η Εκκλησία γίνεται κάτι μεγάλο ή καλύτερα διευρύνεται στα όρια της κτίσης, καθώς μετέχει στη δόξα της βασιλείας του Θεού. και πάλιν οφείλει κανείς να τονίσει ότι για το Σατανά και τους δαίμονες τελικά δεν μένει χώρος. Είναι σίγουρος ο εξαφανισμός τους στην εσχατολογική διάσταση του μέλλοντος. Και μάλιστα κάθε στιγμή, κάθε μέρα ο πεπληρωμένος με αγιοσύνη βλέπει πραγματικά τούτο τον εσχατολογικό μηδενισμό του Σατανά, ο οποίος άλλωστε στα μάτια του αγίου σ’ όλη τη συνεχιζόμενη διαδρομή φαίνεται να χάνει τη δύναμή του, κι’ ας αποθρασύνονται οι σατανόμορφοι άνθρωποι. Άλλωστε παραμένει αμέριστη η αγάπη, ακόμη και προς τα διαμονισμένα πλάσματα, εφ’ όσον κυριαρχεί η αγάπη και μια τέτοια αγάπη ελπίζει σταθερά να σβήσει η μνήμη του κακού. Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση του αγίου Ιωάννη Σιναϊτη: «Ο όντως ερών αεί το του φιλουμένου πρόσωπον φαντάζεται, και τούτο ένδον ενηδόνως περιπτύσσεται ο τοιούτος» (PG 88, 1156C).

Αλλά και στις μέρες μας ένας μεγάλος θεολόγος, ο π. Γ. Φλωρόφσκυ καταγράφει: «Κόλαση αιώνια δεν μπορεί να υπάρχει, γιατί αυτό θα ήταν ο θρίαμβος του Σατανά!».

Από την άλλη πλευρά θα αντιτείνει κανείς, ότι «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» και τούτο θα στηριχθεί στα χωρία: «εν δε τω άδη τις εξομολογήσεταί σοι;» (Ψαλμ. 6. 6) και «και καθ΄ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9. 27).

Οι φερόμενες ως απειλές του παντοκράτορα Θεού, οι οποίες παρουσιάζονται ως φοβερές, θα τις εξουδετερώσει τελικά η ανυπολόγιστη φιλανθρωπία Του. Άλλωστε και μετά τα λόγια του Δαβίδ, έγινε οπωσδήποτε μετάνοια στον Άδη. Εννοείται η μετάνοια εκείνων που πίστεψαν εκεί, όταν κατέβηκε ο Κύριος για να τους σώσει. Αλλά και στον Άδη δεν τους έσωσε όλους ο Ζωοδότης Χριστός. Έσωσε μόνον όσους πίστεψαν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η προφητεία. Απλά αποδεικνύεται ότι ο πανάγαθος Θεός νικιέται από την αγάπη Του στον άνθρωπο. Το ίδιο έγινε και με τον προφητικό λόγο του Ιωνά: «και ήρξατο Ιωνάς του εισελθείν εις την πόλιν ωσεί πορείαν ημέρας μιάς και εκήρυξεν και είπεν. Έτι τρεις ημέραι και Νινευή καταστραφήσεται» (Ιων. 3. 4). Και όμως δεν καταστράφηκε, γιατί η αγαθότητα του Θεού νίκησε τη δικαιοσύνη Του. Και στον Εζεκία είπε με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «Εν ταις ημέραις εκείναις ηρρώστησεν Εζεκίας εις θάνατον και εισήλθεν προς αυτόν Ησαΐας υιός Αμώς ο προφήτης και είπεν προς αυτόν. Τάδε λέγει Κύριος. Έντειλαι τω οίκω σου, ότι αποθνήσκεις συ και ου ζήση» (Βασιλ. Δ΄ 20. 1). Και όμως δεν πέθανε. Στον Αχαάβ, πάλι έστειλε τον προφήτη Ηλία για να τον προειδοποιήσει: «τάδε λέγει Κύριος. Ιδού εγώ επάγω επί σε κακά και εκκαύσω οπίσω σου και εξολοθρεύσω του Αχαάβ ουρούντα προς τοίχον και συνεχόμενον και εγκαταλελειμμένον εν Ισραήλ» (Βασιλ. Γ΄ 20. 21). Και δεν τα πραγματοποίησε. Το εξηγεί παρακάτω: «Εώρακας ως κατενύγη Αχαάβ από προσώπου μου; ουκ επάξω την κακίαν εν ταις ημέραις αυτού, αλλ’ εν ταις ημέραις του υιού αυτού επάξω την κακίαν» (Βασιλ. Γ΄ 20. 29). Βέβαια, και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, έχουμε μια ιδιότυπη μετάνοια, άγνωστη στην Κ.Δ. αλλά πολύ γνωστή στην Π.Δ. Η μετάνοια έρχεται μετά από μια απειλή, απειλή καταστροφής, όπως και γενικότερα η Πίστη, όπου είναι εδώ εξαναγκαστική. Στην Κ.Δ. ισχύει το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν……….» (άγνωστο στην Π.Δ. όπου ισχύει το «όστις θέλει ή δεν θέλει……….»), η δε μετάνοια είναι μια συντριβή ψυχής, ένας κλαυθμός για τον πρότερο μη έντιμο βίο, χωρίς τη φοβέρα της απειλής και βέβαια ακολουθεί μια εθελούσια αποκατάσταση του δούλου (της Π.Δ.) σε υιό και κληρονόμο της βασιλείας (στην Κ.Δ.).

Σ΄ όλες αυτές τις περιπτώσεις η αγαθότητά Του νίκησε την απόφασή Του και αυτό θα γίνεται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, τότε που θα τελειώσει το πανηγύρι, τότε που δεν θα είναι καιρός για βοήθεια, αλλά κάθε άνθρωπος θα βρεθεί μόνος του με το φορτίο του.

Αλλά και μετά δεν παύει η εκδήλωση της αγαθότητας του Κυρίου. Αν δεν ήτανε έτσι, δεν θα έδινε το δικαίωμα της μνημόνευσης των νεκρών στη θ. λειτουργία, καθώς και στα μνημόσυνα. Αν όλα αυτά ήταν μια κοροϊδία δίχως και κέρδος και ωφέλεια, οπωσδήποτε σε κάποιον από τους πολλούς προγενέστερους θεοφόρους αγίους, πατριάρχες, πατέρες και διδασκάλους θα ερχόταν η φώτιση να σταματήσει η πλάνη.

            Μετά από όλα αυτά θα ρωτήσει κάποιος: «αν είναι έτσι, όλοι θα σωθούν και κανένας δεν θα κολαστεί». Μακάρι να γινόταν κάτι τέτοιο. Είναι η επιθυμία του πανάγαθου Κυρίου. Λέγει ο Ιω. Χρυσόστομος: «Αν δεν πρόλαβες να τακτοποιήσεις όλα τα ζητήματα της ψυχής σου, όσο ζούσες, τότε, έστω και στα τελευταία σου, άφησε εντολή στους δικούς σου να στείλουν μαζί σου τα υπάρχοντά σου, όταν πεθάνεις, να σε βοηθήσουν δηλαδή με αγαθοεργίες, ελεημοσύνες και προσφορές. Έτσι θα κάνεις το Λυτρωτή να σε αντιμετωπίσει με επιείκεια, γιατί αυτά τα δέχεται με ευχαρίστηση».

Αυτό βέβαια λίγοι το κάνουν και σε λίγες περιπτώσεις, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «Κύριε, ει ολίγοι οι σωζόμενοι; ο δε είπε προς αυτούς. αγωνίζεσθε εισελθείν δια της στενής πύλης. ότι πολλοί, λέγω υμίν, ζητήσουσιν εισελθείν και ουκ ισχύσουσιν» (Λουκ. 13. 23-24). Αλλά και πάλιν ο π. Γ. Φλωρόφσκυ διερωτάται: «Δηλαδή, στον μέλλοντα αιώνα, ο άνθρωπος παύει να έχει προσωπικότητα;».

Γνωρίζοντας λοιπόν, ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν άνθρωποι σ’ αυτή την πρώτη κατηγορία των σωζομένων, οδεύουμε αναγκαστικά στη δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αποστόλων και των Πατέρων. Έτσι, με την αγαθότητα του Θεού και οι νεκροί ωφελούνται και η φιλανθρωπία αυξάνεται και η ελπίδα της Ανάστασης επιβεβαιώνεται και η προσευχή στο Θεό δυναμώνει και η αγαθοεργία στους πτωχούς απλώνεται.

Οι θεοφόροι Πατέρες λέγουν, ότι οι πράξεις των ανθρώπων στην ύστατη πνοή τους δοκιμάζονται σαν σε ζυγαριά. Και εάν η δεξιά πλάστιγγα είναι πιο πάνω από την αριστερή, είναι ολοφάνερο πως ο ετοιμοθάνατος θα παραδώσει την ψυχή του στους αγίους αγγέλους. Αν πάλι και οι δυο πλάστιγγες είναι ίσες, νικάει οπωσδήποτε η φιλανθρωπία του Θεού. Μα και εάν ακόμη η ζυγαριά γείρει λίγο προς τα αριστερά, η ευσπλαχνία του Θεού θα αναπληρώσει όσο χρειάζεται, σύμφωνα με την ευχή: «Η θεία χάρις, η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα…..».

Αυτές είναι οι τρεις θείες κρίσεις του Κυρίου: η πρώτη είναι η δίκαιη, η δεύτερη είναι η φιλάνθρωπη, η τρίτη είναι η υπεράγαθη. Μετά από αυτές έρχεται η τέταρτη, όταν οι εφάμαρτες πράξεις είναι βαρύτατες και κυριαρχεί η πώρωση, για την οποία ο ίδιος ο Κύριος λυπάται: «….. συλλυπούμενος επί τη πωρώσει της καρδίας αυτών» (Μάρκ. 3. 5). Οι τοιούτοι έχουν αποξενωθεί από τον Θεόν: «εσκοτισμένοι τη διανοία, όντες απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού δια την άγνοιαν την ούσαν εν αυτοίς δια την πώρωσιν της καρδίας αυτών» (Εφεσ. 4. 18). Αυτοί δεν πρόκειται να εισέλθουν στην Βασιλεία των Ουρανών, θα παραμένουν στον Άδη και η τιμωρία τους θα είναι να μην μπορούν να ιδούν το πρόσωπο του Θεού και να είναι αποκλεισμένοι από την θεία μακαριότητα.

ΠΗΓΕΣ

– J.W. HANSON Universalism: The Prevailing Doctrine of the Christian Church During Its First Five-HundredYears

Ο Χάνσον βρήκε το υλικό σχετικά με τον Γρηγόριο Νύσσης και την οικογενειά του κυρίως από τα έργα «Our Holy Father Gregory, Bishop of Nyssa’s Thoughts concerning the Life of the Blessed Macrina, his Sister, to the Monk Olympius;» και «Dialogue Concerning Life and Resurrection, with the Opinions of his Sister Macrina;» Leipsic, 1858. Βλέπε επίσης και Πατρολογία Migne τομ. XLVI

«Dialogue Concerning Life and Resurrection, with the Opinions of his Sister Macrina;» Leipsic, 1858, πηγή: Universalism The Prevailing Doctrine Of The Christian Church During Its First Five Hundred Years By J.W. HANSON.

1. Gregory of Nyssa, Catechetical Orations, πηγή: Χάνσον, βλέπε Universalism The Prevailing Doctrine Of The Christian Church During Its First Five Hundred Years

2. Gregory of Nyssa, Life and Resurrection and Letter to the Monk Olympius, πηγή: Χάνσον

3. Cat. Orat. ch. 26, Migne, Tract. Filius subjicietur, on I Cor. xv:28, πηγή: Χάνσον

4. On the Sixth Psalm, Concerning the Octave by Gregory of Nyssa, © David A. Salomon and Richard Mc Cambly, 1996-2000.

5. Gregory of Nyssa, «Sermo Catecheticus Magnus» πηγή: Χάνσον

6. De Usu Patrum, lib. II, cap. 4. πηγή: Χάνσον

– Θ.Η.Ε. Λήμμα: Αποκατάστασις. Α. Θεοδώρου

– ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ Ν.  1/ Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β΄ 2/ Ο Σατανάς

– Ν. ΜΠΑΛΛΑΣ: Η αποκατάσταση των πάντων

–  ΜΠΡΟΥΣΑΛΗ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ, Αρχιμανδρίτη, : Σχολιασμός έργων του Γρηγορίου Νύσσης:

1/ Η υποταγή του Υιού στον πατέρα. Το πρόβλημα του κακού, σελ. 78-92.

2/ Η προσδοκία μας (λόγος προς τους πενθούντας. Η αποκατάσταση των πάντων, σελ. 149-151, όπου μεταξύ άλλων καταγράφονται: Ο Γρηγόριος συχνά στο «Λόγο» του αναφέρεται στην επάνοδο του ανθρώπου στην αρχαία μακαριότητα. Η επάνοδος αυτή αποτελεί την κεντρική θέση στη γνωστή διδασκαλία για την αποκατάσταση των πάντων. Σύμφωνα με αυτή το απολυτρωτικό έργο του Χριστού αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ηθικής τάξης, που διασαλεύτηκε από την αμαρτία. Στην αποκατάσταση αυτή δε θα εξαιρεθεί κι αυτός ο Σατανάς (Μ. 45. 68). Πρώτος ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας διατύπωσε τη διδασκαλία αυτή και την ανέπτυξε πλατύτερα ο Ωριγένης. «Τα περί της αποκαταστάσεως των πάντων διδάγματα του Ωριγένους εύρον απήχησιν και εν τω θεολογικώ συστήματι του ετέρου επιφανούς θεολόγου της Αλεξανδρινής Σχολής, Γρηγορίου του Νύσσης» (Ανδρέα Θεοδώρου. Η περί της αποκαταστάσεως των πάντων ιδέα, σελ. 48). ……………..Γράφοντας «κατάλληλον» (Μ. 45. 92) εννοεί το «καθάρσιον πυρ»….. χωρίς όμως και να δίνει περισσότερες εξηγήσεις γι’ αυτό…..Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, ότι η διδασκαλία του Γρηγορίου για την αποκατάσταση των πάντων είναι διατυπωμένη κατά την πιο ήπια μορφή της σε σύγκριση με εκείνη του Ωριγένη. Παρά ταύτα η Εκκλησία δεν την έχει υιοθετήσει. Την έχει απορρίψει ως δόγμα της, γιατί αντιβαίνει σε πλείστα όσα Γραφικά χωρία που μιλούν για τιμωρία αιώνια των αμαρτωλών, όπως στο Ματθ. 25. 46».

3/ Περί Χριστιανικής τελειότητας. Εισαγωγή. Το πρόβλημα του κακού, σελ. 12-17.

4/ Περί κατασκευής του ανθρώπου. Εισαγωγή. Η αποκατάσταση των πάντων, σελ. 26-35.

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ