Ιησούς Χριστός Νικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιησούς Χριστός Νικά.

Το κείμενο πού ακολουθεί, εστάλη από τον μοναχό Ιωσήφ εις τους εν Χριστώ αδελφούς του εις Κύπρον:

 

Τελευταίως ήρθεν εδώ στο Άγιον Όρος ένα παιδάκι 16-17 ετών.

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Τριών χρόνων οί γονείς του το έδωσαν σε κάτι μάγους εις την Κίναν και το έβαλαν σε Κινέζικο μοναστήρι, οπού πιστεύουν εις τον Βούδα. Μέχρι 11 χρόνων το παιδί έγινε τέλειος μάγος.

Διηγείται ό ίδιος δτι μπορούσε να καλέσει οποίον δαίμονα ήθελε. Έχει -λέγει- άλλον δαίμονα για την πορνείαν, άλλον του θυμού, της κατακρίσεως κ.λπ. ‘Ηξερε να τους φωνάζει και να του φανερώνονται και να τους προστάζει ότι ήθελε. Πολλές φορές περπατούσε στον αέρα όταν ήθελε και γενικά είχε τους δαίμονες εις την υπηρεσία του, πολλούς των οποίων γνωρίζει τα ονόματα, μεγαλύτερος των οποίων είναι ό Εωσφόρος και ακολουθούν άλλοι οχτώ αρχηγοί.

Εις το μοναστήρι ησκήθη επίσης είς την πάλην και έχει τόση τέχνη να χτυπήσει πέτραν να την σπάσει με το χέρι του, πράγμα πού είδαμε να πράττει και εδώ. Γνωρίζει σε τέλειον βαθμόν την πάλη καράτε και φοράει ζώνη μαύρη (των τελείων παλαιστών). Εις ηλικία 11 ετών έγινε τέλειος μάγος, εννοώ μάγος οπού δεν υπάρχει όμοιος του εις την Ευρώπην. Χαρακτηριστικόν και θλιβερόν είναι και το εξής περιστατικόν: Επισκέφθη το Θιβέτ κάποιος Καρδινάλιος, εις δε το πρόγραμμα υποδοχής ό Δαλάϊ-Λάμα κάλεσε τους ηγουμένους των μοναστηριών μαζί με τους εκλεκτότερους μαθητάς, εις των οποίων ήτο και ό πιτσιρίκος Γιώργος (ηλικίας 8-9 ετών επελέγη μεταξύ των αρίστων μαθητών έκαστος ηγούμενος επέλεγε ένα ή δύο). Εις την υποδοχήν εκάλεσεν ό Δαλάϊ-Λάμα τον Εωσφόρο όστις παρουσιάσθη σε μορφήν μαύρου γίγαντος. Εν πρώτοις έπεσαν όλοι και τον προσεκύνησαν. Ακολούθως προσεφώνησεν ό Εωσφόρος τον Καρδινάλιον στον οποίο υπέσχετο δόξας και τιμάς… Ως τέλειος μάγος, έλαβε ό μικρός βαθμόν 11 1/2. Ό 12ος βαθμός είναι ό μείζων πλην εστερείτο ηλικίας.

Εις ηλικία 20 ετών θα εσφραγίζετο ως ιερεύς 12ου βαθμού. Αφού τελείωσε τάς σπουδάς του ό νέος, σκέφθηκε να μάθη και γράμματα και ξένες γλώσσες. Το δε θαυμαστόν, αφού γύρισε ανά την υφήλιο, εμάνθανεν εντός ολίγου την γλώσσαν εκάστης χώρας. Εις την Αμερική επεσκέφθη τους σατανιστάς και παρέστη εις ανθρωποθυσίαν. Όσα δε φρικτά επιτελούνται εκεί, αδύνατον να περιγράφουν. Κάποτε ένας συνάδελφος του, του είπε: Συνάδελφε άστα. Είδα εγώ, μάγον πού ούτε νήπια δεν λογιζόμαστε κοντά τον…

Πήγα στους χριστιανούς και είδα τον ιερέα να παίρνει βρέφος να το σφάζει, να το τρώει και να δίνη και στους άλλος. Πράγματι, οι δύο νέοι διεπίστωσαν ότι στους χριστιανούς υπάρχει ένα φοβερό μυστήριο•. (Είδαν Ιδίοις όμμασιν την αναίμακτον θυσίαν τον Χριστού μας). Περίεργον πώς ό εκ των γονέων εγκαταλειφθείς νεαρός ανακάλυψε τα ίχνη τους εις την Σουηδίαν ασχολούμενους με επιχειρήσεις. Κατά θείαν οικονομία συναντά Ορθόδοξον ευλαβή ιερέα τον οποίον και επεσκέφθη και εις τον οποίον άρχισεν επίδειξιν μαγικής τέχνης: υψώθηκε στον αέρα, κάλεσε το νερό να έλθει με το ποτήρι στα χείλη του μόνο του να πιει, κουνούσε τραπεζάκια κ.λπ. Ό ιερεύς έβλεπε με απάθεια. Λέγει ό μικρός. Πώς εσύ δεν θαυμάζεις όπως και οι άλλοι; Η μήπως μπορείς να κάνεις τα όμοια:

Λέγει ό ιερεύς: «εγώ δεν κάνω τέτοια, μπορώ όμως να σε κάνω να μην κάνης εσύ τέτοια» και του φοράει ένα ξύλινο σταυρό. «Ορίστε, ξαναπέταξε», του λέγει. Δοκιμάζει μια, δυο, τίποτε. Καλεί τον Εωσφόρο εις βοήθειαν.

Ή απάντησης: «Δεν μπορώ αν δεν πετάξεις εκείνο το ξύλο». Γέλασεν ό ιερεύς. Ό μικρός τα ‘χασέ, συνάμα όμως σοφίστηκε και ρωτά τι είναι αυτό το ξύλο και τοιουτοτρόπως εκατάλαβεν ότι οί δαίμονες δεν είναι τίποτε μπροστά στον Χριστόν. Αφού κατηχήθη αρκετά περί της Ορθοδόξου πίστεως, ήκουσε μεταξύ των άλλων θαυμάσιων της πίστεως μας και περί του Άγιου Φωτός το οποίον αναβλύζει εκ του Τάφου του Κυρίου, διό και απεφάσισε το ερχόμενο Πάσχα να μεταβεί είς Ιεροσόλυμα. Ήκουσεν εις Σουηδίαν περί ενός περίφημου φακίρη, ό οποίος μάζευε πλήθος κόσμου δια να τον θαυμάσουν. Μεταβαίνει ό μικρός (νεοφώτιστος ήδη) με ένα ξύλινον σταυρόν ως όπλον προς παρακολούθησιν δήθεν των θαυμάτων του φακίρη και, ώ των θαυμάσιων Σταυρέ πανάγιε! Πάσα τέχνη του μεγάλου τεχνίτου έμεινε ανενέργητος! Ό ίδιος εξετέθη ενώπιον του ακροατηρίου, το οποίον διελύθη με διαμαρτυρίες κ.λπ. Μόνος δε έμεινε ό μικρός Γιώργος τον οποίον υποπτεύθη ως υπαίτιο. Αυτός δε εξήγαγεν τον Τίμιον Σταυρόν και του απεκάλυψε ότι αυτό το μικρό ξύλο του χάλασε όλα τα σχέδια, πλην όμως, προσθέτει ό μικρός ως τεχνίτης, ό φακίρης ούτος νήπιον ελογίζετο κοντά του και λέει επί λέξει: «Έπεκαλείτο κάτι διαβολάκια τόσο δα μικρά (ίσα με το δάκτυλο) στα οποία εγώ ούτε να μιλήσω δεν καταδεχόμην, κι αν ποτέ τα καλούσα, τους απαγόρευα να εμφανιστούν». Με τον ερχομό του Πάσχα έφθασεν ό Γιώργος εις τα Ιεροσόλυμα. Πράγματι, διεπίστωσεν το αληθές περί του Αγίου Φωτός, πλην όμως του μπήκεν ή υπόνοια μήπως υπογείως υπάρχουν μηχανήματα και ανάβουν το Φως.

Καλεί λοιπόν τον Εωσφόρο. Ό Εωσφόρος γεμάτος χαράν εμφανίζεται εμπρός εις την ανέλπιστο πρόσκλησιν και διατίθεται να εξυπηρέτηση τον φίλον του με προθυμίαν. Του λέγει ό Γιώργος: «Δάνεισε μου την δύναμίν σου να κοιτάξω μέσα στον τάφον». Αμέσως ανοίγει ό τόπος και βλέπει μέχρις ορισμένου σημείου εις απόστασιν αρκετήν πίσω από τον Τάφον. Από εκεί και πέρα σκότος. Του ξαναλέγει: «Δεν βλέπω τον Τάφον, βοήθησέ με να δω». Απάντησης: «Δέν μπορώ να πλησιάσω, καίγομαι». Εν συνεχεία φωνάζει, δεύτερον δαιμόνιον. Απάντησης, ή αυτή. Αυθόρμητα ό μικρός δόξασε τον Θεόν και έβαλε τον σταυρόν του, ό δε διάβολος του έδωσε μια δυνατή σπρωξιά και από τη δύναμη του σταυρού έφυγε με κραυγάς «καίγομαι, καίγομαι». Όταν ό αδελφός μας Γιώργος επέστρεψε εις την Σουηδίαν, λέγει εις τον ευεργέτη του ιερέα. «Τώρα βρίσε όσο θέλεις και τον Βούδαν και την θρησκείαν του. Σ’ ευχαριστώ, διότι διεπίστωσα ότι ή Θρησκεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι αληθής». Ό διψασμένος νέος ακολούθως επισκέπτεται το ‘Αγιον Όρος. Κατά θείαν οικονομίαν επέρασεν και από εδώ οπού και εξομολογήθηκε όλα όσα του συνέβησαν. Ό Γέροντας τον δίδαξε νοεράν προσευχήν (το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλό), πλην όμως ό διάβολος είχε λυσσάξει: Δύο τρεις ευχές όταν έλεγε, ζαλιζότανε και σταματούσε. Αφού όλοι τον βοήθησαν με τάς προσευχάς των, μπορούσε κοντά στον Γέροντα να προσευχηθή λίγο.

Αλλά ό διάβολος, επειδή είχε εξουσία επάνω του, τον εβασάνιζεν σφόδρα. Συνέχεια εκινούντο τα χέρια του σπασμωδικά, έκαμνε μορφασμούς, κινήσεις κ.λπ. Στο δωμάτιο συνεχώς εμφανιζόταν και τον απειλούσε, αν δεν πετάξει τα κομποσχοίνια και σταματήσει την ευχή θα τον σπάσει στο ξύλο. Παρ’ όλα αυτά ό μικρός νέος την ζώνην του καράτε την εφορούσε και έλεγε: «Αυτήν δεν την βγάζω έστω και αν μου κόψουν το κεφάλι». Επίσης έσπαζε τούβλα, έκαμνε επιδείξεις δυνάμεως κ.λπ. Βλέπεις του είχε γίνει δευτέρα φύσις. Τελικά, ή πίεσης του εχθρού ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αυτό επερίμενεν ό διάβολος: αφού τον βρήκε άοπλο, τον βάζει στον δρόμο κάτω και τον έσπασε στο ξύλο. Συνάμα δε τον καλούσε να πάει γρήγορα πίσω στην Νΐμα. Ό μικρός θυμήθηκε την τέχνη του καράτε να αμυνθεί, πλην ό διάβολος διαπερνούσε τα χέρια του και τον κτυπούσε μέχρι πού φώναξε «Χριστέ, βοήθα με». Έρχεται τραυματισμένος πίσω και διηγείται το πάθημα, συνάμα δε με παρακλητικήν δέησιν ρωτά πώς θα γλιτώσει το ξύλο από τον διάβολον. Του λέγω εγώ «με το καράτε». Δεν κάνει -λέγει- τίποτε το καράτε. Τότε επείσθη εις την συμβουλήν του γέροντα και επέταξε την ζώνην. Ό Γέροντας κατόπιν μελέτης απεφάσισε ότι εφ’ όσον εξομολογήθη και κατ’ άγνοια αλλαξοπίστησε, δεν εκωλύετο να κοινωνήσει, διότι έτσι μόνον θα έσπανε ή δύναμης του σατανά, πλην όμως επροβάλετο το ερώτημα: είναι βαπτισμένος ή όχι. Γράψαμε στην Αθήνα να μάθουμε. Εν τω μεταξύ ό πόλεμος ήταν αφόρητος. Κατά τάς 24 ώρας του ημερονυκτίου δεν τον άφηνε ό διάβολος να κλείσει μάτι. Μόλις άρχιζεν ή θεία λειτουργία του έφερνε ένα φοβερό λήθαργον, εξάπλωνε και κοιμόταν. Τον ετραβούσαμε από τα πόδια να έλθει έστω και λίγην ώραν και μεθυσμένος του ύπνου απαντούσε «όχι». Τελικά ό διάβολος τον απειλούσε συνεχώς αν δεν αφήσει τα κομποσχοίνια και την ευχήν. Δεν άντεξε ό μικρός και τα πέταξε (τρία κομβοσχοίνια: ένα στο λαιμό και τα δύο στα χέρια). Του έκανε παρατήρηση ό Γέροντας, πλην όμως δεν άντεχε πλέον και έτσι πάλιν έφυγε. Συμβουλή όλων μας: «πρόσεχε, ποτέ στην Κίνα». Κατά θείαν οικονομίαν συνηντήθη με Σιμωνοπετρίτες μοναχούς. Τον έπεισαν και τους ακολούθησε. Κατά θείαν νεϋσιν, επειδή έχουν και τα μέσα, τηλεφωνούν αμέσως στην Αθήνα και μαθαίνουν ότι ό μικρός εβαπτίσθη το 61 ή 62 εις Αγίαν Τριάδαν Αμπελοκήπων. Τότε αμέσως τον εκοινώνησαν και, ώ των θαυμάσιων σου Χριστέ, αμέσως έσκασεν ό διάβολος, ειρήνευσεν ό αδελφός Γιώργος, αρκετά και συνάμα απεφάσισε να παραμείνη ως δόκιμος μοναχός.

Επειδή όμως έχει μεγάλη εξουσία πάνω του ό εχθρός, χρειάζεται βοήθειαν και εξορκισμούς. Δι’ αυτό και ό άγιος Καθηγούμενος όρισε ευλαβή ιερομόναχον να τον έχει υπό την στενή του επίβλεψιν. Από βάθους καρδίας ας ευχαριστήσωμεν τον Κύριον δια την ευσπλαχνία πού έδειξεν εις τον αδελφόν μας Γιώργον, οπού τον άρπαξε από τα δόντια του εχθρού και όλοι ας ευχόμεθα να καταπατήσει τελείως τον διάβολον και ελπίζουμεν ότι, όταν στερεωθή εις την αρετή, έχει να αποκαλύψει πράγματα ανήκουστα μέχρι σήμερον. Γνωρίζει θρησκειολογίαν όσον ουδείς και όχι εξωτερικώς, αλλά εσωτερικώς, βιωματικώς, τον βουδισμόν, Κομφουκιανισμόν, Ινδουϊσμόν, πνευματισμόν, μασωνισμόν, δαιμονολατρείαν κ.λπ. και συμπεραίνει ότι όλαι αύται αι θρησκείαι έχουν κοινήν σχέσιν. Εμπράκτως απορρίπτει και πάσα χριστιανική αίρεσιν και πιστεύει εις μόνην την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Ομιλεί με τόσην σοβαρότητα, ώστε νομίζεις ότι αντιμετωπίζεις άνδρα 40 ετών. Έγραψα ολίγα από τα πολλά οπού είδα και ήκουσα, παρακινούμενος από αδελφική αγάπη, την οποίαν στέλλω ως δώρον εις τους γνησίους εν Κύπρω αδελφούς, οίτινες αγωνίζονται τον καλόν αγώνα και εξ’ αιτίας των οποίων ίσως ακόμη ό Κύριος δεν εγκατέλειψε την αμαρτωλήν πατρίδαν μας. Ό Γέροντας μας αποστέλλει εις όλους τας ευχάς του. Ό Ιωαννίκιος, σας ασπάζεται όλους με αγάπη. Όλη ή αδελφότης σας αγκαλιάζει με την αγάπη και ευχάς της.

Σάς ασπάζομαι όλους με αγάπη, ό αμαρτωλός και ελάχιστος αδελφός σας Ιωσήφ.

πηγη.www.pigizois.gr

Συγκλονιστική ιστορία: Τον φιλοξένησαν οι αόρατοι μοναχοί του Αγίου Όρους!

«Αόρατοι Ασκητές», πολλά έχουν γραφτεί για αυτούς, ενώ διάφορες είναι και οι ονομασίες που τους έχουν αποδοθει. Κάποιοι τους ονομάζουν «αόρατους Ερημίτες,» άλλοι «γυμνούς ασκητές», άλλοι «μυστικούς γέροντες» και άλλοι πάλι «αφανείς αναχωρητές».

Οι «Αόρατοι Ασκητές» είναι μια ομάδα ασκητών, εφτά για κάποιους, κατ’ άλλους δώδεκα και κατ’ άλλους δέκα, οι οποίοι διατρίβουν στις ερημικότερες περιοχές της αθωνικής ερήμου και είναι αόρατοι από τα μάτια των ανθρώπων.
Εμφανίζονται μόνο σ’ όποιον αυτοί θέλουν, ως επί το πλείστον σε απλό και απονήρευτο μοναχό ή και σε ευσεβή και ευλαβή προσκυνητή που έχει καθαρό και χριστιανικό βίο.
Η συγκλονιστική μαρτυρία για τους αόρατες ασκητές είναι από το βιβλίο του μακαριστού Μοναχού, π. Ανδρέα Θεοφιλόπουλου, «Γεροντικόν του Αγίου Όρους», τόμος Α’, 1979 όπως αναδημοισιεύται στο βιβλίο «Οι αόρατοι ερημίτες του Άθωνα, Το μυστήριον της αθωνικής ερήμου”, που έγραψε ο Μοναχός Βλάσιος Αγιορείτης (εκδόσεις Τέρτιος).
Περί το έτος 1978 ένας ορθόδοξος Χριστιανός εκ Λιβάνου, πρόσφυγας στην Κανά της Γαλιλαίας ένεκα του εμφυλίου τότε πολέμου μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών του Λιβάνου, ήρθε ως προσκυνητής στο Άγιον Όρος.

Στο προσκύνημά του στο Όρος περιελήφθη και η Σκήτη της Αγίας Άννης. Δικαίος τότε στην Σκήτη ήταν ο Γέρων Κύριλλος από την Καλύβη των «Αναναίων» του Τιμίου Σταυρού. Αφού φιλοξενήθηκε ο ξένος αυτός στο Κυριακό της Σκήτης, το πρωί ρώτησε τον Δικαίον για να μάθη το μονοπάτι που ανεβάζει προς τον Άθωνα. Αφού του υπέδειξεν ο πατήρ Κύριλλος τον δρόμο προς τον Άθωνα, ο Λιβανέζος ξεκίνησε -αφού τον ευχαρίστησε πρώτα- με πολλή χαρά, διότι ο καιρός ήταν καλός, ήταν 20 Σεπτεμβρίου.
Το βράδυ γύρισε κατάκοπος από την κούραση και το ταξίδι του στον Άθωνα, οπότε απεσύρθη στο δωμάτιό του για ξεκούραση και ύπνο. Το πρωί της άλλης μέρας, πριν αναχωρήση από την Σκήτη, σκέφτηκε να ρωτήση για κάποιους Μοναχούς που συνάντησε στον Άθωνα και του κίνησαν την περιέργεια.
Όταν κατέβαινε από τον Άθωνα -λέγει στον Γέροντα Κύριλλο με τα σπασμένα ελληνικά ο Λιβανέζος- συνάντησε ένα κελλί στα δεξιά της καταβάσεως προς την «Παναγία», εκεί που είναι ο μεγάλος κατήφορος που λέγεται η τοποθεσία «Βαβύλας», και δύο μοναχούς να παίρνουν νερό από τον κήπο.
Τον καλοσώρισαν και αφού τον οδήγησαν στο κελλί του πρόσφεραν φρέσκα σύκα και έφαγε. Εκεί στο κελλί παρατήρησε ότι υπήρχαν 10 περίπου Μοναχοί οι οποίοι ήσαν ακουμπισμένοι στα μπαστούνιά τους και με το κομποσχοίνι στο χέρι εφαίνοντο ότι εκείνη την ώρα ήσαν προσευχόμενοι.
Αφού τους ρώτησε ο Λιβανέζος πόσο καιρό έχουν εκεί, του είπαν ότι είχαν πολλά χρόνια και τίποτα άλλο δεν κάμνουν παρά μόνο προσεύχονται για όλον τον κόσμο. Και εφαίνοντο να είναι περίπου όλοι της ίδιας ηλικία και δεν ήσαν και πολύ μεγάλης ηλικίας. Και ρωτούσε τον Δικαίον να μάθει λεπτομέρειες.
Ο Δικαίος, αφού σκέφτηκε λίγο απορώντας διά την παράξενη αφήγηση του επισκέπτη του, του είπεν ότι στην περιοχή εκεί την οποίαν περιέγραψε που λέγεται «Βαβύλας» δεν υπάρχει κανένα κελλί ούτε και Μοναχοί, αλλά ο τόπος είναι έρημος.
Και ακολούθως τον ξεπροβόδισε λέγοντάς του:
– Να χαίρεσαι αδελφέ, διότι φάνηκες τυχερός. Φαίνεται ότι η καρδιά σου είναι πιστή, απλή και καθαρή. Διότι αγίους ανθρώπους είδες, οι οποίοι εμφανίζονται σ’ όποιον θέλουν, ο οποίος είναι άξιος. Διότι εμφανίσθηκαν και σ’ άλλους καλούς Μοναχούς και λαϊκούς τέτοιοι άγιοι άνδρες παλαιότερα στην έρημο του Άθωνα.
Και αφού χαιρετίσθησαν, ανεχώρησε ο Λιβανέζος από την Σκήτη πνευματικά χαρούμενος, ο δε πατήρ Κύριλλος έμεινε εκστατικός, διαλογιζόμενος διά τους παράξενους εκείνους αγίους Μοναχούς που του έδειξε ο Θεός του πιστού και απλού αυτού προσκυνητού.

Από το βιβλίο του μακαριστού Μοναχού, π. Ανδρέα Θεοφιλόπουλου, «Γεροντικόν του Αγίου Όρους», τόμος Α’, 1979 όπως αναδημοισιεύται στο βιβλίο «Οι αόρατοι ερημίτες του Άθωνα, Το μυστήριον της αθωνικής ερήμου”, που έγραψε ο Μοναχός Βλάσιος Αγιορείτης (εκδόσεις Τέρτιος).

Πατερικός λόγος είναι η πρόσληψη τροφής από ζωντανούς οργανισμούς!

Του Αρχιμανδρίτη Βασιλείου (Γοντικάκη), Προηγουμένου Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους

Ο πατερικός λόγος, ο λόγος των Αγίων Πατέρων, δεν είναι μεταφορά γνωμών στα διάφορα θέματα με τη βοήθεια Κονκορντάτσιας. Είναι η πρόσληψη τροφής από ζωντανούς οργανισμούς. Η αφομοίωσή της απ’ αυτούς, η μετατροπή σε αίμα, ζωή και αντοχή και στη συνέχεια, η δι’ αυτού του γεγονότος της ζωοποιήσεως, της αναμφισβήτητα και ασχολίαστα αντιληπτής, μετάδοση της χαράς και αναγγελία του θαύματος τούτου.
Έτσι δεν μεταφέρεται ο λόγος ο ζωντανός, ο Πατερικός, μηχανικά, δεν σώζεται αρχαιολογικά, δεν πλησιάζεται με ιστορικές αναδρομές. Μεταφέρεται ατόφιος, ολοζώντανος, με το να περνά από γενιά σε γενιά, μέσα από ζωντανούς οργανισμούς, να τους αλλοιώνη, να δημιουργή «Πατέρες», που τον κάνουν προσωπικό τους λόγο, νέο κτήμα, θαύμα. Πλούτο που αυξάνει δινόμενος.
Αυτή η αναλλοίωτη αλλοίωση της δυνάμεως που αλλοιώνει τη φθορά σε αφθαρσία. Είναι η ακίνητη αεικινησία του λόγου του Θεού και η αείζωη ατρεψία του.
Κάθε μέρα φαίνεται ο λόγος άλλος, καινούργιος, και είναι ο ίδιος. Αυτό είναι το μυστήριο της ζωής, που μπήκε μέσα στα σπλάχνα της νεκρωθείσης φύσεως μας και την ανασταίνει από μέσα τσακίζοντας τους μοχλούς του Άδη.
Προσφορά στον άλλο του πατερικού λόγου σημαίνει ότι ο ίδιος ζω· αλλοιούμαι από αυτόν. Και έχει έτσι ο οργανισμός μου τη δυνατότητα να τον αλλοιώση, να τον κάνη βρώσιμο και πόσιμο απ’ αυτόν στον οποίο τον προσφέρω.
Αυτή η αλλοίωση του λόγου μέσα στον άνθρωπο και η αλλοίωση του εαυτού του απ’ αυτόν κρατά αναλλοίωτο το μυστήριο της προσωπικής και ανεπανάληπτης ζωής που πατερικά διδάσκεται και δίδεται.
Είναι σαν την τροφή που τρώει η μάνα: τρέφει την ίδια, την συγκρατεί στη ζωή, και ταυτόχρονα μέσα της γίνεται γάλα μητρικό, ποτό ζωής για το στομάχι του βρέφους της.
Πόσο ωραίο είναι να γίνη ο άνθρωπος θεολογία. Τότε ό,τι κάνει, προ παντός αυτό που γίνεται αυθόρμητα (και μόνο το αυθόρμητο είναι αληθινό) μαρτυρεί και μιλά για το ότι εσαρκώθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ενηνθρώπησε διά Πνεύματος Αγίου και της αειπαρθένου Μαρίας. Μιλά άφωνα για τα άφατα μυστήρια που αποκαλύφθηκαν εν τοις εσχάτοις καιροίς.
Αυτή η θεολογική ζωή και μαρτυρία είναι μια ευλογία που καταγλυκαίνει τη ζωή του ανθρώπου είναι μια τροφή που κόβεται και δίδεται στον άλλο. Σαν ένα ποτό που χύνεται και προσφέρεται άφθονα για να το πιη και να ξεδιψάση ο άνθρωπος.
Τότε δεν μιλά κανείς για ζωή, αλλά δίδει ζωή. Τρέφει τον πεινασμένο και ποτίζει το διψασμένο. Αντίθετα, η σχολαστική θεολογία, τα διανοητικά κατασκευάσματα, δεν μοιάζουν με το Σώμα του Κυρίου, την όντως τροφή, ούτε με το Αίμα Του, το όντως ποτόν, αλλά μοιάζουν με κάποια πέτρα που συναντά κανείς κάποτε μέσα στο φαγητό του. Έτσι αχώνευτη και απάνθρωπα σκληρή φαίνεται στη γεύση και στο στόμα του λειτουργημένου ανθρώπου ο όγκος του σχολαστικισμού, που απορρίπτεται σαν κάτι ξένο και απόβλητο.

 

Από Το Βιβλίο Του Αρχιμανδρίτη, Π. Βασιλείου, “Εισοδικόν”, Έκδοση Ιεράς Μονής Ιβήρων.

ΠΗΓΗ.ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ