Κάπως έτσι συνήθιζαν οι παλαιότεροι Ρωμιοί να αντιμετωπίζουν τις ανίατες-ανίκητες επιδημίες!

“Ο Τίμιος Σταυρός μάς έσωσε αμέσως από τον ισχυρό λοιμό και τον αιφνίδιο θάνατο”!

Στις 28 Νοεμβρίου του 1873, η κοινότητα Μαριών της Θάσου συνέταξε επιστολή που ακολούθως απέστειλε προς την Ιερά Μονή Ξηροποτάμου Αγίου Όρους, η οποία είχε μετόχι στην κοινότητα και πληροφορεί τον ηγούμενο της Μονής, πως για διάστημα έξι μηνών υπάρχει στην περιοχή τους “ισχυρός λοιμός”. Η μεταδοτική αρρώστια πανούκλα.

Είναι, βεβαίως, γνωστό πως η Μονή Ξηροποτάμου ανάμεσα στα ιερά θησαυρίσματά και τα λοιπά της κειμήλια διαθέτει και μέρος του Τιμίου Σταυρού. Για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρουν οι υπογράφοντες την επιστολή, δηλαδή “άπαντες οι κάτοικοι του χωριού”, ο προεστός και οι δημογέροντες: “θερμοπαρακαλούμεν την υμετέραν Πανοσιολογιώτητα, όπως […] μας αποστείλητε τον Τίμιον Σταυρόν Του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ελπίζομεν ότι αφού προσπέσωμεν μετά δακρύων προς αυτόν εξαλειφθή ούτος ο ισχυρός λοιμός εκ της χώρας ημών. Είμεθα ευέλπιδες δε ότι θέλει εισακουσθή αύτη η δέησις ημών προς την υμετέραν Πανοσιολογιώτητα. Υγιαίνετε”.

Στις 12 Φεβρουαρίου της επομένης χρονιάς (1874) “άπασα η κοινότης του χωριού Μαριών”, ο προεστός των Μαριών και δημογέροντες της κοινότητας στέλνουν νέαν επιστολή προς την Ιερά Μονή. Αυτήν την φορά απευθύνονται προς τους επιτρόπους της Μονής στους οποίους αναφέρουν:

– Πανοσιώτατοι Κύριοι Επίτροποι της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής Ξηροποτάμου, υιικώς ασπαζόμεθα. Σπεύδομεν δια της παρούσης επιστολής ημών, ίνα καθυποβάλλωμεν υπόψιν ότι ευθύς άμα έφθασεν ενταύθα ο Τίμιος και Ζωοποιός Σταυρός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ον και εδέχθημεν μετ’ ευλαβείας και χαράς, συνοδευόμενος μετά του συναδέλφου υμών ιερομονάχου κυρίου Ακακίου και της συνοδείας αυτού οσιοτάτου κυρίου Ανατόλη. Αμέσως η καταμαστίζουσα ημάς ασθένεια έπαυσεν και ευχαριστούμεν, πρώτον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού και δεύτερον των την Αγίαν Υμών Μονήν οικούντων Αγίων Πατέρων, επειδή μας έπεμψαν τοιούτον θησαυρόν και ελευθέρωσαν ημάς εκ αιφνιδίου θανάτου”. […]

Από το άρθρο, “Το μετόχι της Ι.Μ. Ξηροποτάμου στις Μαριές και η συμβολή του στις περιοδείες του Τιμίου Σταυρού στα χωριά της Θάσου”, των Γεωργίου Χαλκιά και Πέτρου Τζίμα, όπως δημοσιεύεται στην έκδοση “Θασιακά”, περιοδική έκδοση της Εταιρίας Θασιακών Μελετών και της Θασιακής Ένωσης Καβάλας, τόμος 20ός, 2020, έκδοση δήμος Θάσου, περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, περιφερειακή ενότητα Καβάλας.

Η/Υ ΠΗΓΗ: Πεμπτουσία.gr: 28 Νοεμβρίου 2020 Παρουσίαση Στέλιος Κούκος

Σημείωσις του orp:

Κάπως έτσι συνήθιζαν οι παλαιότεροι Ρωμιοί να αντιμετωπίζουν τις ανίατες-ανίκητες επιδημίες! Εμείς λοιπόν σήμερα, γιατί δεν μπορούμε να ξανακάνουμε ό,τι και οι πρόγονοί μας;

orp.gr

62 χρόνια από την κοίμηση του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή (1897-1959)

Ήταν 15/28 Αυγούστου του 1959 όταν ο Όσιος -γέροντας τότε- Ιωσήφ ο Ησυχαστής ή Σπηλαιώτης έφευγε για την ουράνια πατρίδα. Φέτος, είναι η δεύτερη φορά μετά την αγιοκατάταξή του από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου (στις 9 Μαρτίου 2020), που τιμάται η μνήμη του Οσίου, ο οποίος εκοιμήθη ακριβώς την ημέρα, που εορτάζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου στο Άγιον Όρος (με το παλαιό εορτολόγιο). Έτσι, στο Περιβόλι της Παναγίας η απόδοση τιμής στη μνήμη του Οσίου μετατίθεται για αύριο (29/8) κι απόψε γίνεται πανηγυρικός Εσπερινός.

Η παρακαταθήκη που άφησε ο Όσιος είναι μεγάλη.

Ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν εκείνος που γέννησε πνευματικά τη συνοδεία της Ιεράς και Μεγίστης Μονής του Βατοπαιδίου. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους, οι οποίοι έγιναν οι ίδιοι θεμέλιο και ρίζα. Ο μακαριστός παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης έλεγε για τον Όσιο: «Πιστεύσατέ με Πατέρες! Εμείς τίποτε δεν κάναμε! Εμείς τα παρελάβαμε έτοιμα όλα από τον Γέροντά μας τον Ιωσήφ!»

Ήταν η αναγνώριση της θυσίας που κάνει ο πνευματικός πατέρας, για να αφήσει ιερά παρακαταθήκη ζωής στα πνευματικά του τέκνα τον ζωντανό και βιωμένο λόγο του Ευαγγελίου. Και η αναγνώριση ερχόταν από έναν άλλον πνευματικό πατέρα, που, επίσης, κατέβαλε μέγιστες προσπάθειες και πόνους, αφήνοντας τελικά αγαθούς πνευματικούς καρπούς.

Όπως είχε πει πέρυσι, στην πρώτη πανήγυρη για τον Όσιο, στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, ο Καθηγούμενος Γέροντας Εφραίμ ο Βατοπαιδινός: «ο Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής υπήρξε ο μεγάλος ανανεωτής της πατερικής παράδοσης στο Άγιον Όρος σε εποχές δύσκολες για την Αθωνική Πολιτεία, καθώς και συνεχιστής της ησυχαστικής και φιλοκαλικής παραδόσεως». Ακόμα, στην τότε ομιλία του στην τράπεζα της Μονής είχε τονίσει ότι ήταν μεγάλη ευλογία για την Βατοπαιδινή Αδερφότητα να προέρχεται από την ρίζα του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή, καθώς ο μακαριστός Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός, όπως και ο άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης και οι μακαριστοί Γέροντες Εφραίμ Φιλοθεΐτης και Χαράλαμπος Διονυσιάτης, υπήρξε μέλος της συνοδείας του οσίου Πατρός και μαζί με άλλες οσιακές αγιορείτικες μορφές επάνδρωσαν Μονές εντός και εκτός Αγίου Όρους.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος και η πέριξ Αυτού Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όταν προχώρησε στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή, έγραψε ότι έδωσε αίμα και έλαβε πνεύμα, ενώ μετέδωσε ένθεα παραδείγματα:

«Οσιώτατοι, ο τε Καθηγούμενος Αρχιμανδρίτης κύριος Εφραίμ και οι λοιποί πατέρες της εν Αγίω Όρει καθ ημάς Ιεράς Βασιλικής, Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής του Βατοπαιδίου, τέκνα εν Κυρίω πολυφίλητα της ημών Μετριότητος, χάρις είη τη υμών Οσιότητι και ειρήνη παρά του πλουσιοδώρου Θεού ημών.

Ασμένως επληροφορήθημεν δια του υπ ἀριθμ. Πρωτ. 1143/20.1.1 και από ιζ´ Οκτωβρίου ε.ε. γράμματος της αγαπητής Οσιότητος υμών, την πρόθεσιν της Ιεράς Μονής του Βατοπαιδίου, όπως προβή εις την έκδοσιν εγκολπίου Ημερολογίου, αφιερωμένου εις τον Οσιώτατον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστήν, επί τη συμπληρώσει εκατόν είκοσιν ετών από της γεννήσεως αυτού.

Η γέννησις του ανδρός τούτου υπήρξε προάγγελος, κατά τινα τρόπον, και της κατά την εποχήν μας λαμπράς επανδρώσεως του Αγίου Όρους, καθ᾽ όσον πλειάς μοναζόντων εντός του Αγιωνύμου Όρους ανάγουν την πνευματικήν αυτών πατρότητα εις αυτόν. Αλλά και η αναζωπύρωσις του ησυχαστικού πνεύματος, η αναβίωσις του μοναστικού ιδεώδους και τυπικού εις το περιβόλιον της Παναγίας και εκτός αυτού συνδέεται αρρήκτως μετά της μακαρίας και ευλογημένης προσωπικότητος εκείνου.

Ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, «δους αίμα και λαβών πνεύμα», εβίωσε το εθελούσιον και αναίμακτον μαρτύριον της μοναχικής πολιτείας, το οποίον και μετέδωκεν εις τα πνευματικά αυτού τέκνα δια του ενθέου παραδείγματος αυτού. Μακράν της τύρβης του κόσμου, εκαλλιέργησε προσευχητικώς την άμεσον και προσωπικήν κοινωνίαν μετά του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου, την οποίαν όλως εξαιρέτως ηγάπα, αξιωθείς, ούτω, να παραδώση το πνεύμα αυτού κατά τον εορτασμόν της προς ουρανούς μεταστάσεως αυτής και γενόμενος δια τον τεταραγμένον κόσμον της σήμερον υπόδειγμα αφιερώσεως εις τον Θεόν και εις την Εκκλησίαν του, σύμβολον ειρήνης και ενότητος. Και όντως, ο μακάριος ούτος ανήρ υπήρξε διάκονος της καταλλαγής, διότι εις περίοδον ερίδων και αποσχιστικών κινήσεων μεταξύ των μοναχών του Αγίου Όρους εξ αιτίας του ημερολογιακού ζητήματος, υπερημύνθη σθεναρώς της ενότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχων δε την πληροφορίαν ότι «η Εκκλησία ευρίσκεται εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον της Κωνσταντινουπόλεως», απέκοψε πάσαν κοινωνίαν μετά των ζηλωτών, διδάσκων την υπακοήν εις τον εκάστοτε Πρώτον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτοι τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, τον και Επίσκοπον της Αγιωνύμου Πολιτείας.

Επευλογούντες, όθεν, την νέαν ταύτην πρωτοβουλίαν του πολυσχιδούς πνευματικού, εκδοτικού και πολιτισμικού έργου της Ιεράς υμών Μονής, συγχαίρομεν πατρικώς, επικαλούμεθα δε πλουσίαν την Χάριν και το Έλεος του καιρών και χρόνων κυριεύοντος Θεού Λόγου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εφ ὑμᾶς και επί τους εντευξομένους εις το παρόν Ημερολόγιον».

Ακούστε τον μακαριστό -πλέον- γέροντα Εφραίμ της Αριζόνας να περιγράφει την κοίμηση του Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή, ο οποίος είχε την πληροφορία ότι θα έφευγε, στον Μητροπολίτη Βεροίας κ. Παντελεήμονα και άλλους πατέρες. Η λήψη έγινε στο αρχονταρίκι της Ιεράς Μονής του Αγ. Αντωνίου στην Αριζόνα των ΗΠΑ τον Νοέμβριο του 2014:

Σύντομος βίος του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή (1897-1959)

Η μητέρα του προγνώριζε ότι θα λάβει το αγγελικό σχήμα

Tο έτος 1897 γεννήθηκε στις Λεύκες του μικρού Κυκλαδίτικου νησιού της Πάρου από φτωχούς, απλοϊκούς και ευσεβείς γονείς, τον Γεώργιο και την Μαρία. Ο πατέρας του δεν έζησε αρκετά και η μητέρα ανέλαβε την προστασία της οικογένειας. Η μητέρα του ήταν πραγματικά άνθρωπος του Θεού, ευλογημένη ψυχή με απλότητα που συχνά έβλεπε υπερφυσικά φαινόμενα στη ζωή της.

Όταν ο Γέροντας έφυγε για μοναχός η μητέρα του είπε στους δικούς της ότι το γνώριζε από τη γέννησή του. Διηγήθηκε το εξής: «Όταν γέννησα τον Φραγκίσκο μου (αυτό ήταν το κοσμικό όνομά του) και ήμου­να ακόμη στο κρεββάτι με το μωρό δίπλα μου άνοιξε η στέγη και ένας φτερωτός νέος που έλαμπε άρχισε να ξεσκεπάζει το μωρό με πρόθεση να το πάρει. Όταν διαμαρτυρήθηκα, μου είπε ότι γι’ αυτό ήρθε και αυτή είναι η “απόφαση”. Μου έδειξε σε ένα σημειωματάριο, γραμμένη μια εντολή, ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρει το μικρό. Όταν αντιστάθηκα, ο Άγ­γε­λος μου έδωσε ένα πολύτιμο κόσμημα σε σχήμα σταυρού και μου πήρε το μωρό». Από τότε πίστευε ότι κάποτε ο Φραγκίσκος θα ακολουθούσε τον Χριστό.

Ο Γέροντας ως την εφηβική του ηλικία παρέμεινε στο χωριό του και βοηθούσε την μητέρα του στις διάφορες εργασίες του σπιτιού. Μετά έφυγε στον Πειραιά, εργαζόταν στο Λαύριο ως μικροέμπορος, ώσπου πήγε να υπηρετήσει στο ναυτικό. Στην ηλικία των εικοσιτριών ετών είχε κέντρο των κινήσεών του την Αθήνα. Άρχισε να μελετά πατερικά βιβλία και τον εντυπωσίαζε η ζωή των αυστηρών ασκητών. Μεγάλη ώθηση προς τον μοναχισμό του έδωσε το εξής όνειρο: «Ένα βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι περνούσα έξω από τα ανάκτορα και αμέσως με πήραν δυο αξιωματικοί της ανακτορικής φρουράς και με ανέβασαν στο παλάτι. Δεν κατάλαβα τον λόγο και διαμαρτυρήθηκα. Τότε μου αποκρίθηκαν με καλοσύνη να μη φοβούμαι, αλλά να ανέβω, γιατί είναι θέλημα του Βασιλέως. Ανεβήκαμε σε ένα πολύ υπέροχο ανάκτορο, ανώτερο από κάθε επίγειο, μου φόρεσαν μια ολόλευκη και πολύτιμη στολή και μου είπαν· από εδώ και εμπρός θα υπηρετείς εδώ, και με πήραν να προσκυνήσω τον Βασιλέα.

Ξύπνησα αμέσως και αυτά που είδα και άκουσα χαράχθηκαν τόσο πολύ μέσα μου, ώστε δεν μπορούσα να κάνω η να σκεφτώ τίποτε άλλο. Σταμάτησα τις εργασίες μου και έμεινα σκεφτικός. Άκουγα ζωντανά μέσα μου να επαναλαμβάνεται διαρκώς εκείνη η εντολή “από τώρα και μπρος θα υπηρετείς εδώ”. Όλη μου η κατάσταση εσωτερικά και εξωτερικά άλλαξε».

Έφευγε από τον θόρυβο της πόλεως και πήγαινε περισσότερο στην Πεντέλη όπου περνούσε ως ασκητής με πολλή νηστεία και αγρυπνία. Κάποτε συνάντησε κάποιον Γέροντα Αγιορείτη μοναχό και αποφάσισε να μεταβεί στον Άθωνα, όπου πίστευε πως θα έβρισκε Πατέρες στα μέτρα εκείνα που διάβαζε στους βίους τους.

Ο πρώτος σταθμός ήταν τα Κατουνάκια. Εκεί ζούσε τότε ο αείμνηστος Γέροντας Δανιήλ, ο ιδρυτής της αδελφότητος των Δανιηλαίων. Ο Γέροντας Δανιήλ ήταν ευλαβής, συνετός, με μεγάλη πείρα της ασκητικής ζωής. Σ’ όλη τη ζωή του έμεναν ζωντανές οι αγαθές εντυπώσεις από την αδελφότητα και τον οσιότατο Γέροντα. Δεν έμεινε όμως μαζί του, αναχώρησε για την Βίγλα, πλησιέστερα προς την Μονή της Μεγίστης Λαύρας, γιατί αγαπούσε την ησυχαστική ζωή.

Φιλοξενήθηκε από έναν Γέροντα αλλά δεν αναπαύθηκε, γιατί δεν βρήκε αυτό που ζητούσε. Αποσυρόταν σε ένα απόμερο τόπο και προσευχόταν παρακαλώντας με δάκρυα τον Θεό να τον βοηθήσει.

«Ζητούσα και έλεγα πως δεν θα φύγω από εκεί, αν δεν μου δείξει το έλεός Του και αν δεν μου δώσει θάρρος. Απευθυνόμουνα στην Δέσποινά μας και την ικέτευα. Όπως ήμουν εκεί και κοίταζα προς τον Άθωνα, όπου φαινόταν καλά και το μέρος με το εκκλησάκι της Παναγίας μας, σαν να αισθάνθηκα μέσα μου ένα σκίρτημα χαράς. Αμέσως βλέπω μία φωτεινή ακτίνα να βγαίνει από την εκκλησία της Παναγίας και σαν ουράνιο τόξο ήρθε και ακούμπησε επάνω μου. Αμέσως αλλοιώθηκα όλος και ξέχασα τον εαυτό μου. Γέμισα φως μέσα στην καρδία μου, έξω και παντού και δεν αισθανόμουνα αν έχω σώμα. Τότε άρχισε να λέγεται η ευχή μέσα μου τόσο ρυθμικά, που απορούσα, γιατί εγώ δεν προσπαθούσα – μόνο έβλεπα και άκουγα ταυτοχρόνως, και θαύμαζα. Μου φαινόταν ότι είχα δύο εαυτούς, γιατί έβλεπα την εσωτερική μου κατάσταση όλη φως, πνευματική ευωδία και χαρά με αδιάλειπτη την ευχή, αλλά και ολόκληρος ήμουν καλυμμένος από το φως και θαύμαζα το μεγαλείο του θείου ελέους. Αμυδρά, όσο είναι δυνατόν αυτή την ώρα να ελέγξει κάποιος τους λογισμούς του, σκεφτόμουνα ότι αυτή είναι η Χάρις, που παρηγορεί όσους θέλει κατά την Πατερική παράδοση. Δεν γνωρίζω πόσο κράτησε η κατάσταση αυτή, ώσπου το κατάλευκο εκείνο φως αποσύρθηκε πάλι εκεί από όπου προερχόταν. Τότε συνήλθα και είδα ότι ήμουν στον τόπο όπου είχα αρχίσει να προσεύχομαι. Συμπέρανα όμως ότι πέρασε αρκετή ώρα, γιατί πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα. Από τότε δεν έφυγε από μέσα μου η κατάσταση αυτή της ευχής. Λεγόταν στην καρδία μου χωρίς κόπο, αλλά δεν είχε την υπερβολική εκείνη ενέργεια που είχε όταν ήρθε την πρώτη φορά».

Από τότε και εξής προσπαθούσε να βρίσκεται διαρκώς σε μέρη ήσυχα, απόκεντρα και κατάλληλα για ησυχία και προσευχή. Έφυγε πια από την Βίγλα και πήγαινε σε διάφορα σπήλαια και μέρη, αγωνιζόμενος να κρατήσει μέσα του την ευχή. Πιο πολύ σύχναζε στο ναΰδριο της Κυρίας μας Θεοτόκου στις παρυφές της κορυφής, από όπου του συνέβη το μεγάλο γεγονός, και καλλιεργούσε με πολλή ακρίβεια την ευχή.

Την ημέρα της εορτής της θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ανέβηκε στην κορυφή μαζί με τους πατέρες που πήγαν να εορτάσουν. Εκεί συνάντησε τον π. Αρσένιο, τον μετέπειτα αχώριστο σύντροφο και συναγωνιστή του.

Πήγαν μαζί να συμβουλευτούν τον διακριτικό Γέροντα Δανιήλ στα Κατουνάκια, από που και πως να αρχίσουν τον πνευματικό αγώνα τους χωρίς τον κίνδυνο της πλάνης. Ο Γέροντας τους υπέδειξε να μην ξεκινήσουν, αν δεν σφραγίσουν το έργο τους με την ευλογία της υπακοής. «Έχετε Γέροντα; Χωρίς την ευλογία του Γέροντος τίποτε δεν ευδοκιμεί».

Υποτάχθηκαν στον Γέροντα Εφραίμ που είχε την καλύβη του Ευαγγελισμού στα Κατουνάκια. Εκεί ο Γερο-Εφραίμ έκανε μεγαλόσχημο τον Γέροντα Ιωσήφ. Η κουρά του έγινε στο σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου. Έπειτα μαζί με τον Γέροντά τους Εφραίμ έφυγαν για τη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου για περισσότερη ησυχία και άσκηση. Μετά την κοίμηση του Γέροντά τους άρχισαν τους μεγάλους ασκητικούς αγώνες. Αμέριμνοι κινούνταν από τόπο σε τόπο, ζούσαν με άσκηση στην κορυφή του Άθωνα και στα γύρω χαμηλότερα μέρη. Ο λόγος που δεν έμεναν μόνιμα κάπου, ήταν γιατί ήθελαν να παραμένουν άγνωστοι στους πολλούς. Τον χειμώνα επέστρεφαν στο καλύβι τους και ησύχαζαν εκεί ως το Πάσχα.

Ο Γέροντας Ιωσήφ δεν υποχωρούσε στην αγωνιστικότητα και ιδίως στην προσπάθεια της ευχής. Ήταν αδιάλλακτα αυστηρός στον εαυτό του έχοντας ως βάση τους κανόνες της φιλοπονίας. Νήστευε πολύ και αγρυπνούσε περισσότερο για να δαμάσει το σώμα και να μαράνει τα πάθη. Έτρωγε κάθε μέρα μόνο 75 γρ. παξιμάδι τρεις ώρες πριν τη δύση του ηλίου. Εργόχειρο δεν έκανε, αν και γνώριζε άριστη ξυλογλυπτική.

Με την εφαρμογή του αγωνιστικού προγράμματος άρχισε ο πόλεμος των σαρκικών παθών. Ο Γέροντας τον αντιμετώπιζε με την θερμότητα του ζήλου, με την ορμή της αθλητικής προθέσεως, με την πείρα της θείας αντιλήψεως και με πρακτικές μεθόδους όπως παρατεταμένη αγρυπνία, περισσότερη δίψα, μακρά ορθοστασία και με ξυλοδαρμό. Όταν στον πόλεμο αυτόν συστελλόταν η Χάρις πολύ βοηθούσε η ανθρώπινη παρηγοριά από γνησίους αδελφούς. Αυτό για τον Γέροντα ήταν πολύ δύσκολο, γιατί η αποφυγή των συναναστροφών χάριν της ησυχίας παρεξηγήθηκε από τους πολλούς που τον θεωρούσαν πλανεμένο, αποκρουστικό, τον ειρωνεύονταν, τον χλεύαζαν και τον απέφευγαν. Η μόνη παρηγοριά ήταν ο πνευματικός παπα-Δανιήλ, που έμενε στο κάθισμα του Αγίου Πέτρου.

Στον πνευματικό πόλεμο είχε πολλές αντιλήψεις της Χάριτος και σε όραμά του άκουσε την Παναγία να του λέει ότι πρέπει να έχει την ελπίδα του σ’ Αυτήν. Έλεγε στους υποτακτικούς του ότι το «ας έχει την ελ­πίδα του σε μένα», ήταν από τότε η μόνιμη παρηγοριά του.

Στο καλύβι τους, στον Άγιο Βασίλειο, έκτισαν ένα μικρό εκκλησάκι στο Γενέσιο του Τιμίου Προδρόμου όταν αποφάσισαν να μην περιφέρονται. Εκεί δέχτηκαν για συνοδία τρεις αδελφούς μεταξύ των οποίων και τον π. Αθανάσιο, τον κατά σάρκα αδελφό του. Έγινε γνωστός πλέον ο Γέροντας και πολλοί πατέρες πήγαιναν να τον συμβουλευτούν.

Η μείωση της αμεριμνίας και ησυχίας τον ανάγκασε τον Ιανουάριο του 1938 να μετακομίσει με τον π. Αρσένιο στις απόκρημνες σπηλιές της Μικράς Αγίας Άννας. Σ’ ένα από τα σπήλαια αυτά υπήρχε και εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου. Διαμόρφωσαν εκεί τον χώρο, έκτισαν και μερικά κελλιά και παρέμειναν στο σπήλαιο αυτό έως και το 1947. Στη συνοδία προστέθηκαν νέα μέλη. Ο μακαριστός Γέροντας Ιωσήφ (Βατοπαιδινός), ο παπα-Χαράλαμπος μετέπειτα ηγούμενος της Μονής Διονυσίου και ο παπα-Εφραίμ ηγούμενος της Μονής Φιλοθέου.

Ούτε η αυστηρότητα του προγράμματος, ούτε οι στερήσεις των απαραίτητων αναγκών, ούτε το απότομο και απαρηγόρητο του τόπου, ούτε οι αναγκαίες αχθοφορίες για την συντήρηση έξι έως επτά ατόμων λύγιζαν την πρόθεση γιατί η θεία Χάρις και το έλεος του Θεού ήταν με τη συνοδία. Όταν όμως τα προβλήματα υγείας έγιναν εμφανέστερα, μια μέρα του Ιουνίου του 1953 λέει ο Γέροντας στον π. Αρσένιο: «Αρσένιε, η παραμονή μας εδώ μου φαίνεται τελείωσε. Τα παιδιά αρρώστησαν. Ποιός θα κοιτάξει τον άλλον; Αυτοί εμάς η εμείς αυτούς;». Αποφάσισε τότε η συνοδία να μετακινηθεί πλησιέστερα προς τη θάλασσα, για λόγους οικονομίας. Ο Γέροντας θυσίασε την προσωπική του ησυχία και γαλήνη για να «οικονομήσει» την αδυναμία των υποτακτικών του. Προτιμήθηκε η Νέα Σκήτη μετά από παρακίνηση του π. Θεοφύλακτου που ήθελε να μείνει με τη συνοδία. Στην αρχή έμειναν οι πατέρες στην καλύβη των Αγίων Αναργύρων. Την προσοχή του Γέροντος τράβηξαν τα εκτός της Σκήτης ερημικά καλύβια, που τότε ήταν ακατοίκητα. Μετά από συνεννόηση με την κυρίαρχη Μονή του Αγίου Παύλου πήρε όλες τις μεμονωμένες καλύβες γύρω από τον πύργο της Σκήτης. Στο κάθε καλύβι έμενε ένας η δύο και μόνο σε ορισμένες ώρες της ημέρας ή στη Λειτουργία μαζεύονταν όλοι μαζί στην καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Η επιμονή του Γέροντος να μην υποχωρεί στις προσωπικές του τυπικές διατάξεις και οι κόποι των μετακινήσεων τον κατέβαλαν τελείως. Δύο σοβαρές ασθένειες, η μία μετά την άλλη, έφεραν το τέλος της επίγειας ζωής του. Οι τελευταίες ημέρες του ήταν πολύ οδυνηρές γιατί η προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια εμπόδιζε την αναπνοή του. Τις τελευταίες σαράντα ημέρες δεν έτρωγε τίποτε· μόνο κοινωνούσε κάθε μέρα.

Κατά την 14η Αυγούστου του 1959 ετοιμαζόταν πολύ και αναλογιζόμενος την επόμενη μέρα, που ήταν η εορτή της Κοιμήσεως, ανυπομονούσε· κάτι περίμενε. Την ημέρα της μνήμης της Κυρίας Θεοτόκου μετέλαβε για τελευταία φορά λέγοντας «εις εφόδιον ζωής αιωνίου». Η Παναγία εκπλήρωσε την υπόσχεσή Της με την τελευταία δωρεά Της, να παραλάβει την ψυχή του την ημέρα της Κοιμήσεώς Της. Αφού έδωσε σε όλους την ευχή του, σήκωσε τα μάτια του ψηλά και έβλεπε επίμονα επί δύο λεπτά περίπου. Κατόπιν γύρισε και γαλήνιος είπε: «Όλα ετελείωσαν, φεύγω, αναχωρώ, ευλογείτε!». Και με τις τελευταίες λέξεις έγειρε το κεφάλι του δεξιά, ανοιγόκλεισε δυo-τρεις φορές ήρεμα το στόμα και τα μάτια, και αυτό ήταν. Παρέδωσε την ψυχήν του σε Εκείνον, τον Οποίον πόθησε και υπηρέτησε εκ νεότητος.

Όλη η ζωή του Γέροντος Ιωσήφ θυμίζει τους παλαιούς ασκητές της ερήμου. Ήταν ανδρείος πολεμιστής εναντίον των παθών και βίαζε τον εαυτό του σε αφάνταστο βαθμό. Απέκτησε πολλή καθαρότητα και αγνότητα ψυχής και σώματος και είχε ως παράδειγμα πάντα την Παναγία μας. Πέρασε όλα τα στάδια της πνευματικής ζωής και γνώρισε εμπειρικά όλα τα θεία χαρίσματα αυτών των καταστάσεων. Ήταν έμπειρος, διακριτικός, και απλανής πνευματικός οδηγός της πνευματικής ζωής. Η ζωή του και η διδασκαλία του είναι μια ορθόδοξη εμπειρική θεολογία. Είχε γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα. Σε μία περίοδο που το λεγόμενο «ζηλωτικό» ζήτημα είχε ταράξει όλο το Άγιον Όρος, αυτός είχε λάβει την εκ Θεού πληροφορία ότι «η Εκκλησία βρίσκεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη». Υπολογίζεται ότι από την «ρίζα» του προέρχονται άμεσα η έμμεσα περισσότεροι από 1.000 μοναχοί και μοναχές.

Ἀναμνήσεις ἀπό τόν ὅσιο Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη

Αναμνήσεις από τον όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη

του Νικόλαου Μπαλδιμτσή, ιατρού

Τον όσιο Γέροντα Εφραίμ τον γνώρισα το έτος 1974. Ήμουν τότε τεταρτοετής φοιτητής Ιατρικής. Από τότε πήγαινα τακτικά προσφέροντας στον Γέροντα τις ιατρικές μου υπηρεσίες σχεδόν μέχρι την κοίμησή του.

Ο Γέροντας, όταν τον πρωτογνώρισα, ζούσε μόνος του. Είχαν «κοιμηθεί» και ο Γέροντάς του και οι υπόλοιποι πατέρες μεταξύ των οποίων και ο πατέρας του ο οποίος είχε γίνει μοναχός. Τα γένια του και τα μαλλιά του ήταν ήδη λευκά. Το πρόσωπό του όμως νεανικό και το βλέμμα του διεισδυτικό και ταυτόχρονα πατρικό. Με κράτησε στο κελί του για λίγες μέρες. Η φιλοξενία του ήταν πλούσια αν λάβουμε υπόψιν ότι ακόμα και το γάλα εβαπορέ που πρόσφερε το είχε αγοράσει από τη Δάφνη και το είχε κουβαλήσει με τον τορβά στην πλάτη από την παραλία (από εκείνο το κακοτράχαλο και ανηφορικό μονοπάτι που οδηγούσε στο κελί του).

Ακόμη θυμάμαι την αλάδωτη φακή μέσα στην οποία είχε βάλει μερικές κουταλιές ωμό ταχίνι για να την «δυναμώσει» και πως μου έδινε κουράγιο να αδειάσω ένα τεράστιο πιάτο, λέγοντάς μου: Φα’ το παιδί μου. Στην έρημο δεν πετάμε τίποτε. Ο άνθρωπος όταν είναι κουρασμένος και πεινασμένος, πρέπει πρώτα να αναπαυθεί και να φάει. Γιατί το μυαλό του πεινασμένου, είναι στο στομάχι του. Και δεν μπορεί ν’ ακούσει ούτε πνευματικά, ούτε συμβουλές και νουθεσίες.

Ο Γέροντας ήταν πρακτικός άνθρωπος. Μου λέει μια μέρα: Έλα να σου δείξω, πώς γίνονται οι μετάνοιες. Πήρε λοιπόν ένα τσουβάλι, το άπλωσε κάτω και άρχισε να κάνει «στρωτές» μετάνοιες τόσο γρήγορα σαν πραγματικός αθλητής!

Μου λέει: Βλέπεις τα χέρια μου; Ακουμπάω κάτω τις παλάμες μου. Γιατί αν ακουμπήσω το έξω μέρος των χεριών μου θα γεμίσω κάλους και θα λένε: «Να ο παπάς κάνει πολλές μετάνοιες». Οι παλάμες δεν πιάνουν με τις μετάνοιες κάλους.

Φρόντιζε και σ’ αυτό να μην φανερώνει την πνευματική του εργασία. Όλα «ἐν τῷ κρυπτῷ».

Η προσευχή

Οι συμβουλές του για την προσευχή ήταν πολύ πρακτικές.

Έλεγε: Θα ορίσεις μια συγκεκριμένη ώρα που θα έχεις ησυχία, και θα κάνεις προσευχή λέγοντας το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» αργά και παρακαλεστικά, «κλαψιάρικα» χωρίς να κρατάς κομποσκοίνι.

Πριν ξεκινήσεις όμως θα κάνεις μια προεργασία. Θα διαβάσεις λίγο από το Ευαγγέλιο, από το Γεροντικό και τα άλλα πατερικά βιβλία. Θα σκεφτείς λίγο τη ζωή σου, τις ευεργεσίες του Θεού και έτσι η ψυχή θα μεταφερθεί στον πνευματικό χώρο. Πολύ βοηθάει εδώ η αυτοσχέδια προσευχή.

Και έτσι, χωρίς να μετράς κόμπους με το κομποσκοίνι, θα προσεύχεσαι ορισμένη ώρα με το ρολόι. Αυτή η προσευχή με το πρόγραμμα που είπαμε, θα ζωογονήσει και θα δυναμώσει την ψυχή με τρόπο μυστικό, όπως ένα φυτό που κάθε μέρα το ποτίζουμε με λίγο νερό και αυτό μεγαλώνει χωρίς να γνωρίζουμε πώς.

Το πρωί έκανε εργόχειρο. Καθόταν στο σκαμνάκι του και σκάλιζε σφραγίδια για πρόσφορα. Τα ξύλα τα ζέσταινε σε μια μεγάλη χύτρα με νερό, στη φωτιά, για να μαλακώσουν και να τα σκαλίζει ευκολότερα. Μπροστά στο στήθος του είχε μια πετσέτα στην οποία έσταζαν τα δάκρυα που κυλούσαν ήρεμα από τα μάτια του σαν σιγανή βροχή. Καταλάβαινα ότι η ψυχή του «έβραζε» (κατά την προσφιλή του έκφραση) από την προσευχή. Δεν μιλούσε αν δεν τον ρωτούσα κάτι.

Τα λόγια του, ήταν σίγουρα, ήταν πειστικά.

Οι απαντήσεις του ήταν από τους ασκητικούς πατέρες, το Ψαλτήρι και τα λειτουργικά βιβλία, όπως η Παρακλητική, τα Μηναία και τα Συναξάρια των αγίων. Όλος αυτός ο πλούτος είχε γίνει ένα με την ψυχή του. Γι’ αυτό τα λόγια του, ήταν σίγουρα, ήταν βέβαια, ήταν πειστικά. Δεν χρειάζονταν ούτε διευκρινίσεις, ούτε δευτερολογίες. Έτσι, μια φορά από την αντανάκλαση της Χάριτος που είχε ο Γέροντας, αισθάνθηκε η ψυχή μου πόσο μεγάλη είναι η αχαριστία μου στις ευεργεσίες του Θεού. Ο Γέροντας αμέσως μου έδωσε την απάντηση υπομειδιώντας και λέγοντας: «ἰσαρίθμους γάρ τῆ ψάμμω ὠδάς, ἄν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν…».

Τῶν ἁγίων Μαρτύρων τὰ κατορθώματα

Άλλοτε πάλι, γεμάτος ενθουσιασμό έψαλλε από καρδίας θαυμάζοντας τους Αγίους Μάρτυρες:

«Τῶν ἁγίων Μαρτύρων τὰ κατορθώματα, οὐρανῶν αἱ δυνάμεις ὑπερεθαύμασαν, ὅτι ἐν σώματι θνητῷ, τὸν ἀόρατον ἐχθρὸν τῇ δυνάμει τοῦ Σταυροῦ, ἀγωνισάμενοι καλῶς, ἐνίκησαν ἀοράτως…»

και έλεγε: με τα Άγια Λείψανα των Μεγάλων Οσίων και Ιεραρχών δεν μπορούμε να εγκαινιάσουμε Αγία Τράπεζα.

Ενώ με τα Άγια Λείψανα και του πιο άσημου Μάρτυρα εγκαινιάζουμε Αγία Τράπεζα. Πόση μεγάλη δόξα έχουν οι Άγιοι Μάρτυρες!

Άλλη φορά, μόλις τελείωσα την εξέταση και νοσηλεία του, κάθισα δίπλα στο κρεβατάκι του. Ο Γέροντας με κρατούσε από το χέρι, χωρίς να μιλάει.

Εγώ, εκείνη τη στιγμή, είδα όλη τη ζωή μου, όλα τα πάθη μου και τις αμαρτίες μου και η ψυχή μου έκλαιγε νοερά για το πόσο λύπησα το Χριστό. Αφού πέρασε πολύ ώρα σε αυτή την κατάσταση, γυρίζει ο Γέροντας και μου λέει: Καλό ήταν κι αυτό!

Κατάλαβα ότι περίμενε κάτι υψηλότερο, όπως η ευγνωμοσύνη και η αγάπη σαν τον πατέρα που θέλει το παιδί του να το δει άρχοντα. Αλλά πού τέτοια κατάσταση!

Ενώ όλη του η εμφάνιση και η προσωπικότητα δημιουργούσε δέος, η ψυχή του ακτινοβολούσε γλυκύτητα, τρυφερότητα και ευαισθησία, χαρίσματα που του έδωσε η Παναγία.

Ο Γέροντας τότε δεν διάβαζε Ακολουθία στην εκκλησία, επειδή ήταν μόνος του. Όλες τις Ακολουθίες τις έκανε με το κομποσκοίνι.

Έλεγε: Έλα τώρα να κάνουμε τον Εσπερινό. Μετρούσε τα κομποσκοίνια και έλεγε το «Δι᾿ εὐχῶν» με το τέλος της Ακολουθίας. Με τον ίδιο τρόπο, γίνονταν και οι υπόλοιπες Ακολουθίες.

Η βραδινή Ακολουθία άρχιζε στις δώδεκα τα μεσάνυκτα και τελείωνε στις τέσσερις το πρωί. Ένα βράδυ ο Γέροντας, ξέχασε να μου πει ότι τελείωσε η Ακολουθία και εγώ, νομίζοντας ότι μάλλον θα έχουμε αγρυπνία, συνέχισα την προσευχή μέχρι το πρωί.

Το πρωί ο Γέροντας μου είπε: Συγγνώμη, παιδί μου, που δεν σε ειδοποίησα απόψε και ξενύχτησες.

Η ευαισθησία της ψυχής του Γέροντα

Για να φανεί η ευαισθησία της ψυχής του Γέροντα, ένα βράδυ όπως με είχε βάλει να κοιμηθώ επάνω σε έναν πάγκο, επειδή ήταν χειμώνας και έκανε κρύο, με είχε σκεπάσει με πολλά σκεπάσματα. Ενώ κοιμόμουν, σηκώθηκε και ήρθε από το κελί του και με το χέρι του ψηλαφούσε μέσα στο σκοτάδι τα σκεπάσματα.

Ξύπνησα και του λέω: Γέροντα θέλετε κάτι; Και μου λέει: Παιδί μου δεν ήμουν σίγουρος αν σε σκέπασα με την μαλακή κουβέρτα ή με την σκληρή από τραγόμαλλο, η οποία «τσιμπάει». Και ήρθα να το δω γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ σκεπτόμενος ότι μήπως από απροσεξία μου, δεν μπορείς να κοιμηθείς.

Ένα βράδυ ο Γέροντας με έβαλε να κοιμηθώ στο κελί του, στο κρεβάτι του. Εκείνος πήγε σε άλλο κελί. Θα μου μείνει αξέχαστη η προσευχή που μου έδωσε ο Θεός, με τις ευχές του, μέσα στο μαρτυρικό κελάκι του.

Η προσευχή ήταν αρέμβαστος, καθαρή. Η ψυχή μου έγινε διορατική. Έβλεπα τους λογισμούς να προσπαθούν να με προσβάλλουν αλλά πριν πάρουν σχήμα, εξαφανίζονταν. Αυτή η προσευχή ήταν αποτέλεσμα όχι μόνο των ευχών του Γέροντα αλλά και του μαρτυρικού κελιού του στο οποίο είχε δεχθεί τόσες επισκέψεις της Θείας Χάριτος.

Ο τόπος έχει να κάνει με την προσευχή

Όταν άλλη φορά τον παρακάλεσα να ξαναμείνω στο κελί του, μου είπε:

Εσύ, παιδί μου, σε έναν τόπο βρήκες μια δραχμή και νομίζεις ότι αν ξαναπάς εκεί, θα βρεις κι άλλη. Μου εξήγησε δε ότι: και ο τόπος έχει να κάνει με την προσευχή. Εκεί που έγιναν αμαρτίες έχει εξουσία ο πειρασμός και δεν αναπαύεται η ψυχή. Σε άλλους τόπους που έγιναν προσευχές και «επισκέψεις» της Χάριτος ο άνθρωπος εύκολα κατανύσσεται και προσεύχεται. Ακόμη, ευκολότερα προσεύχεται ο άνθρωπος σε ένα μικρό κελί και δυσκολότερα σε ένα μεγάλο δωμάτιο.

Γιατί η ψυχή μας περιορίζεται ή διαχέεται ανάλογα με τον χώρο

Τα στάδια της προσευχής

Μερικές φορές μιλούσε για τα στάδια της προσευχής: Στην αρχή ο άνθρωπος λέει ολόκληρη την ευχή, αργά και παρακαλεστικά: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν προχωρήσει η Χάρη, ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι και μπορεί να πει μόνον: «Κύριε, Ιησού, Χριστέ». Μετά ανεβαίνει άλλο σκαλοπάτι, και λέει: «Κύριε, Ιησού». Μετά λέει μόνον: «Ιησού μου» και μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος στο σημείο που σταματάει η προσευχή με λόγια και τότε είναι μέσα στην Χάρη του Θεού.

«Αρπάζεται» ο νους και βλέπει και ζει ουράνια πράγματα. Αυτές οι επισκέψεις της Χάριτος, σ’ αυτήν την ένταση, μπορούν να συμβούν χωρίς να το περιμένει ο άνθρωπος, όποτε θελήσει ο Θεός.

Με επισκέφθηκε η Χάρη του Θεού

Μια φορά, έλεγε, ήμουνα στον κήπο του κελιού και έσκαβα. Για μια στιγμή, σταμάτησα να ξεκουραστώ. Τότε με επισκέφθηκε η Χάρη του Θεού τόσο δυνατά που, για τον φόβο της πλάνης προσπαθούσα μέχρι κάποιο σημείο, να ελέγξω τον εαυτό μου. Επειδή η Χάρη αυξανόταν συνεχώς, παραιτήθηκα από την προσπάθεια λέγοντας: «Αν πλανήθηκα, πλανήθηκα. Άσ’ το και όπου πάει», είπα στον εαυτό μου.

Τότε ο νους μου ένιωσα ότι βγήκε από το σώμα μου και ανέβαινε, ανέβαινε σε τέτοιο νοητό ύψος, μέχρι που έφτασε σε έναν χώρο, όπου υπήρχε «ειρήηηνη» και γλυκύτατο φως και η ψυχή μου έγινε και αυτή φως! Πόσο κράτησε αυτή η κατάσταση, δεν γνωρίζω. Όταν «συνεστάλη» η Χάρη, σιγά σιγά, ένιωσα να κατεβαίνω και είδα το σώμα μου στον κήπο όρθιο ακουμπισμένο στην περίφραξη.

Είδα όλη την κτίση!

Άλλη φορά έλεγε: Την ώρα που κάναμε τον Εσπερινό στο εκκλησάκι μας, μόλις άρχισε ένας από τους πατέρες να διαβάζει τον Προοιμιακό Ψαλμό, «Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον…», «έφυγε» η ψυχή μου από το σώμα μου και είδα όλη την κτίση! Τα φυτά, τα ζώα, τα βουνά, οι πέτρες, τα βράχια, η θάλασσα, κάθε ζωντανό πλάσμα μέσα της, μέχρι τα βάθη της, όλα υμνούσαν το Θεό. Όταν τελείωσε αυτή η «όραση» είδα ότι βρισκόμουν στο στασίδι μου και μόλις είχε τελειώσει ο Προοιμιακός. Τόση ήταν η διάρκεια αυτής της «θεωρίας».

Κάποτε, την ώρα του Εσπερινού, στο: «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου…» κοιτώντας προς το τέμπλο είδα να ανεβαίνει καπνός θυμιάματος μπροστά στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου. Νόμισα ότι υπήρχε από κάτω κάποιο θυμιατήρι. Κοίταξα, αλλά δεν υπήρχε. Ο καπνός του θυμιάματος σιγά σιγά χάθηκε. Μετά τον Εσπερινό είπα στον Γέροντα: Είδα αυτό και αυτό. Και ο Γέροντας μου απάντησε: Ήταν, παιδί μου, η προσευχή που ανεβαίνει ως θυμίαμα.

Τότε τον ρώτησα: Πώς εγώ Γέροντα, αμαρτωλός άνθρωπος, βλέπω τέτοια πράγματα; Και μου λέει: Ναι, παιδί μου, είσαι αμαρτωλός αλλά είσαι εν μετανοία.

Οι Αρχάγγελοι

Διηγείτο ο Γέροντας: Μια φορά, με κάλεσαν να λειτουργήσω σε ένα κελί, που ήταν αφιερωμένο στη Σύναξη των Αρχαγγέλων. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας είδα ζωντανούς τους Αγίους Αρχαγγέλους, οι οποίοι έψαλλαν εν χορώ λέγοντας: Πότε θα «αναλύσεις» από αυτή τη ζωή, π. Εφραίμ, για να έρθεις μαζί μας να υμνούμε τον Κύριο;

Στρίψε το καΐκι για τα Καρούλια!

Κάποια φορά τον ρώτησα: Πείτε μου, Γέροντα, κάποιο θαυμαστό γεγονός που ζήσατε. Μου λέει: Μια φορά, με κάλεσαν στη Νέα Σκήτη, να λειτουργήσω. Πήγα με τα πόδια από τα Κατουνάκια μέχρι τη Νέα Σκήτη. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, στο μουράγιο της Νέας Σκήτης, είχε έρθει το καΐκι, το οποίο έκανε το δρομολόγιο: Νέα Σκήτη, Αγιάννα, Καρούλια, Καυσοκαλύβια και έφθανε μέχρι τη Μεγίστη Λαύρα. Φυσούσε νοτιάς και είχε αρκετό κύμα. Λέω στον καπετάνιο: «Καπετάνιε, θα πιάσεις Καρούλια;». Αυτός βλέποντας τον καιρό, μου λέει: «Παπά, μπορεί ναι, μπορεί όχι».

Εγώ χωρίς να το πολυσκεφθώ, πήδηξα μέσα στο καΐκι, για να αποφύγω την ανηφορική πορεία, μέχρι το κελί μας, που δεν ήταν και μικρή.

Αφού το καΐκι έπιασε Αγιάννα, και εντωμεταξύ ο αέρας είχε «φρεσκάρει» και είχε πολύ μεγάλο κύμα, παρέκαμψε τα Καρούλια και ανοιχτά από το πέλαγος, πήγαινε στα Καυσοκαλύβια. Λέω στον καπετάνιο: «Καπετάνιε, Καρούλια πηγαίνω!», και ο καπετάνιος μου απαντάει: «Τι σου είπα, παπά, μπορεί ναι, μπορεί και όχι; Τώρα σου λέω όχι! Κατέβα στα Καυσοκαλύβια.

Μ’ αυτό το κύμα δεν μπορώ να πιάσω Καρούλια» (στα Καυσοκαλύβια «απάγκιαζε» και μπορούσε να πιάσει το καΐκι). Δεν ήταν που η διαδρομή από το μουράγιο των Καυσοκαλυβίων μέχρι τα Κατουνάκια είναι πολύ ανηφορική και κουραστική, ήταν ότι με έπιασε η θάλασσα και κινδύνευα να κάνω εμετό. Λέω στον καπετάνιο: «Καπετάνιε, λειτούργησα και κατέλυσα. Ζαλίζομαι και θα κάνω εμετό και μετά θα έχω κανόνα» (40 μέρες δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω). Ο καπετάνιος δεν καταλάβαινε από αυτά και προχωρούσε για Καυσοκαλύβια, λέγοντας: «Τι να σε κάνω παπά;»

Τότε σηκώνομαι όρθιος και του λέω προστακτικά: «Στρίψε το καΐκι για τα Καρούλια!» Αυτός φοβισμένος αλλά και θυμωμένος μου λέει:

«Να πιάσω Καρούλια, παπά, να σπάσω το καΐκι να ησυχάσεις!» και πιάνοντας με θυμό το τιμόνι, έστριψε για Καρούλια. Εκείνη τη στιγμή έπεσε η θάλασσα ακαριαίως και έγινε λάδι. Ο καπετάνιος τα ’χασε!

Δεν πίστευε στα μάτια του. Γιατί φυσιολογικά, η θάλασσα σταματώντας ο αέρας με τέτοιο κύμα που είχε, θα ήθελε ώρες να ηρεμίσει. Μου λέει ο καπετάνιος: «Κάποιο μεγάλο Άγιο έχεις παπά μου! Τέτοιο μεγάλο θαύμα δεν το έχω ξαναδεί».

Και του λέω: «Ποιο μεγάλο Άγιο! Η Παναγία το έκανε το θαύμα». Και αφού κατέβηκα στα Καρούλια, συνέχισε το καΐκι για Καυσοκαλύβια με τη θάλασσα λάδι.

Παναγία μου, Παναγία μου

Ο Γέροντας εκτός από τις επισκέψεις της Θείας Χάριτος, κατά παραχώρηση Θεού, δοκιμάστηκε και από επιθέσεις πονηρών πνευμάτων. Ας αναφέρουμε ένα περιστατικό. Έλεγε ο Γέροντας: Μια φορά, ενώ προσευχόμουν στο κελί μου, γέμισε ο τόπος από πονηρά πνεύματα τα οποία έπεσαν απάνω μου και με ακινητοποίησαν. Δεν μπορούσα ούτε το σταυρό μου να κάνω, ούτε την Ευχή να πω με το στόμα μου. Το μόνο που μπορούσα ήταν να επικαλούμαι νοερώς το όνομα της Παναγίας, λέγοντας με πόνο: Παναγία μου, Παναγία μου. Μέσα σε λίγη ώρα, μη μπορώντας να αντέξουν την προσευχή στη Χάρη της, με άφησαν και εξαφανίστηκαν. Έτσι, απελευθερώθηκα. Και σε εμένα συνέβη την ώρα της προσευχής, να πέσει ένα τρομερό βάρος στην πλάτη μου, που κόντεψε, να με συνθλίψει. Μόλις με τη βοήθεια του Θεού ελευθερώθηκα, έτρεξα στο κελάκι του Γέροντα φοβισμένος, να του πως τι μου συνέβη. Τότε εκείνος σκέφτηκε για λίγο και μου είπε: Παιδί μου, αμαρτίες πληρώνεις.

Τίμα ἰατρὸν…γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος

Ο γιατρός Νικόλαος Μπαλδιμτσής και ο άγιος Ο Γέροντας εκτιμούσε την κλασική ιατρική και τα κλασικά φάρμακα τα οποία τα έπαιρνε με εμπιστοσύνη.

Την υπακοή που έκανε στις ιατρικές συμβουλές και θεραπείες, δεν την συνάντησα σε άλλον άνθρωπο. Όταν μιλούσε ο γιατρός, σαν να μιλούσε ο Θεός! Ακριβής εφαρμογή του: «Τίμα ἰατρὸν…γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος».

Μια φορά, είχε επιβαρυνθεί τόσο η υγεία του, που πίστεψε ότι είχε έρθει το τέλος του. Έσπευσα επειγόντος, να δω τι συμβαίνει.

Με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, βελτιώθηκε τόσο γρήγορα η υγεία του, που και ο ίδιος δεν το πίστευε. Μόλις αισθάνθηκε τις δυνάμεις του να επανέρχονται, άρχισε αμέσως τον κανόνα του. Σταυρωτά κομποσκοίνια με μικρές μετάνοιες που τις έκανε πάνω στο περβάζι του παραθύρου του κελιού του βιάζοντας και σωματικά τον εαυτό του. Αφού πέρασαν δυο τρεις μέρες ιατρικής θεραπείας και παρακολούθησης, και κατάλαβε ότι η υγεία του βελτιώθηκε πολύ, μου είπε:

Πήγαινε, παιδί μου, στους Δανηιλαίους που σήμερα γιορτάζει το κελί τους, να ανάψεις ένα κερί (ήταν των Αγιορειτών Πατέρων). Το έκανε αυτό, για να ξεσκάσω λιγάκι. Εκεί χοροστατούσε, ως επίσημος καλεσμένος, ο σεβαστός και πολύ αγαπητός μας επίσκοπος Σάμου, Πατήρ Παντελεήμων, με τον οποίο, σε μια διακοπή της αγρυπνίας, συναντηθήκαμε ιδιαιτέρως.

Τότε μου «εξομολογήθηκε» ο Σεβασμιώτατος τη στενοχώρια του, γιατί ο τυπικάρης μοναχός, που ως γνωστόν ρυθμίζει, ως εξουσία έχων, όλη την αγρυπνία, δεν του επέτρεπε να προσκομίσει τα αμέτρητα ονόματα που πάντα μνημόνευε: Στις επανειλημμένες παρακλήσεις μου ότι χρειάζομαι πολύ χρόνο για την Προσκομιδή, μου έλεγε: «Θα περιμένετε, Σεβασμιώτατε, όταν θα έρθει η ώρα, θα σας πω εγώ πότε θα προσκομίσετε!». Όσο για μένα επέστρεψα στο κελί, γιατί είχα την έννοια του Γέροντα.

Όταν χρειάστηκε κάποτε να πλύνω το παρθενικό και πολύπαθό του σώμα, καταλάβαινα ότι ο Γέροντας ντρεπόταν, αλλά μου είπε: Να με πλύνεις, παιδί μου. Εξ’ άλλου και ο Μέγας Βασίλειος που ήταν τόσο ασκητικός, αλλά ήταν και γιατρός, συνιστούσε τα λουτρά για το καλό της υγείας του ανθρώπου. Μου έκανε εντύπωση ότι και γι’ αυτό, ήθελε να έχει τη σχετική σύμφωνη γνώμη των Αγίων, για να είναι αναπαυμένος.

Για να φανεί η θαυμαστή υπακοή του, αναφέρουμε ένα περιστατικό.

Ο Γέροντας φορούσε κάτι παλιά παπούτσια, τα οποία είχαν στραβώσει με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να σκοντάψει όταν βάδιζε και να πέσει.

Οι πατέρες της συνοδείας του τον παρακαλούσαν να φορέσει καινούργια παπούτσια, αλλά ο Γέροντας προτιμούσε τα παλιά, λόγω του ασκητικού του φρονήματος. Γι’ αυτό με παρακάλεσαν να του το πω, σαν ιατρική εντολή. Μόλις του το είπα, υπό τύπον ιατρικής οδηγίας, αμέσως είπε: Να ‘ναι ευλογημένο!

Η ευωδία του Αγίου Πνεύματος

Για να μην μας μείνει όμως η πνευματική δυσωδία, θα αναφέρουμε ένα θαυμαστό περιστατικό. Κάποτε ένας ιερομόναχος, που ήταν σε μια μητρόπολη, επισκέφτηκε τον Γέροντα με έναν θεολόγο και έναν φοιτητή.

Ο Γέροντας τους δέχθηκε στο κελί του καθισμένος στο κρεβατάκι του. Απηύθυναν στον Γέροντα το ερώτημα, πώς γίνεται το Άγιο Πνεύμα να ευωδιάζει αφού είναι Θεός άυλος.

Ο Γέροντας τους λέει: Η ευωδία του Αγίου Πνεύματος είναι η ευωδία που αποπνέουν τα Άγια Λείψανα και οι θαυματουργές εικόνες, όπως για παράδειγμα η Παναγία η Πορταΐτισσα. Τότε του λένε: Γέροντα, οι εικόνες και τα Άγια Λείψανα είναι υλικά και ευωδιάζουν. Μπορεί το Άγιο Πνεύμα να ευωδιάζει χωρίς να υπάρχει κάτι το υλικό; Ο Γέροντας δεν τους μίλησε. Έμεινε σιωπηλός. Ξαφνικά, ευωδίασε η ατμόσφαιρα του κελιού με μια έντονη, ουράνια ευωδία. Ο ιερομόναχος και ο θεολόγος κοίταζαν ο ένας τον άλλον κατάπληκτοι, χωρίς να μιλούν. Ο Γέροντας τότε τους είπε: Άντε, να πηγαίνετε τώρα. Όταν βγήκαν έξω από το κελί, ρωτούσε ο ένας τον άλλον: «Τί ήταν αυτό, τι ήταν αυτό;» Ο τρίτος της παρέας τους κοίταζε περίεργα. Δεν είχε καταλάβει τίποτα!

Οι ψυχικές ασθένειες

Μια φορά, ρώτησα τον Γέροντα να μου πει την γνώμη του σχετικά με τους ψυχικά ασθενείς. Μου λέει: Ορισμένοι ψυχικά ασθενείς στην πραγματικότητα είναι δαιμονισμένοι. Αυτοί δεν μπορούν να θεραπευτούν με φάρμακα, αλλά χρειάζονται πνευματική αγωγή, δηλαδή μετάνοια, εξομολόγηση, υπακοή στον πνευματικό και τις κατάλληλες ευχές της Εκκλησίας. Υπάρχουν όμως και ψυχικά άρρωστοί που δεν είναι δαιμονισμένοι. Όπως αρρωσταίνει το σώμα, έτσι αρρωσταίνει και η ψυχή. Αυτοί χρειάζονται ιατρική θεραπεία. Μου ανέφερε ένα παράδειγμα: Όταν ήταν περίοδος μεγάλων εορτών, Χριστούγεννα, Πάσχα κ. ά., οι εφημερίδες είχαν τυπωμένες κάποιες εικόνες της Γέννησης, της Ανάστασης κλπ. Όταν ψωνίζαμε διαφορά πράγματα από τη Δάφνη, κυρίως τρόφιμα, οι παντοπώλες που ήταν κοσμικοί άνθρωποι τα τύλιγαν με φύλλα εφημερίδων. Εγώ στο κελί βλέποντας αυτές τις εικόνες, όπως ήταν τσαλακωμένες, σκεφτόμουν να κάψω τις εφημερίδες στη φωτιά. Μετά σκέφθηκα. Μπορεί να είναι εικόνα πάνω στην εφημερίδα και τσαλακωμένη, αλλά είναι εικόνα. Ας την κόψω με ένα ψαλιδάκι και ας την βάλω κάπου. Όταν ανέβηκα στον πνευματικό μου, να εξομολογηθώ, του ανέφερα αυτό το θέμα. Απ’ έξω στεκόταν ένας καλόγερος ο οποίος μου λέει αγριεμένος: «Και αυτό, μωρέ, το εξομολογήθηκες; Εγώ σε παρακίνησα, να κάψεις τις εικόνες! Και αν το έκανες θα σε δίκαζα σαν εικονομάχο». Έφριξα, όταν τον άκουσα. Ήταν ο καημένος δαιμονισμένος και μιλούσε το δαιμόνιο. Του λέω: «Τον βλέπεις τον πειρασμό;» Μου λέει: «Τον βλέπω. Να, εδώ στέκεται». Πες: «Κύριε, Ιησού, Χριστέ ελέησόν με».

Μόλις είπε την Ευχή μια φορά, μου λέει: «Τον βλέπω να ταράζεται». Με την δεύτερη μου λέει: «Τον βλέπω να τρέμει». Και με την τρίτη έσκασε και εξαφανίστηκε. Τι μεγάλη δύναμη έχει η Ευχή! Αυτός ο καημένος ήταν έγγαμος και όταν αρρώστησε ψυχικά, η οικογένειά του δεν μπορούσε να τον υποφέρει. Έτσι, ήρθε στο Άγιον Όρος και υποτάχθηκε σε κάποια απλά γεροντάκια. Όσο καιρό έκανε υπακοή, ήταν ήσυχος, ειρηνικός. Όταν άρχισε να μην υπακούει στους Γέροντες, γιατί έβλεπε ότι δεν ζουν ‘υψηλή’ πνευματική ζωή, άρχισε να τους περιφρονεί. Αμέσως εμφανίστηκε το πρόβλημα. Το εργόχειρό του ήταν να κατεβαίνει σε μια δύσβατη περιοχή, κοντά στη θάλασσα, όπου υπήρχαν πλάκες που με την εξάτμιση του θαλασσινού νερού μάζευαν αλάτι, το οποίο αυτός το συνέλεγε. Αυτό ήταν το εργόχειρό του. Όταν άρχισε τις ανυπακοές, πήγε για το εργόχειρό του και δεν ξαναγύρισε. Άγνωστη η τύχη του. Τότε τον ρώτησα: Και πώς Γέροντα ο γιατρός θα ξεχωρίσει τον ψυχοπαθή από τον δαιμονισμένο; (επειδή παρουσιάζουν παρόμοιες εκδηλώσεις και μάλιστα στην κλασική ψυχιατρική τα άτομα που έχουν πνευματικό πρόβλημα αναφέρονται ότι έχουν παραλήρημα θρησκευτικού τύπου). Και μου απάντησε: Αν παιδί μου, είναι Χριστιανός Ορθόδοξος θα καταλάβει ποιος είναι ψυχοπαθής και ποιος είναι δαιμονισμένος. Τότε τον ρώτησα για τις ικανότητες κάποιων γιόγκι που μπορούν να βλέπουν χιλιόμετρα μακριά και να κάνουν κάποια υπερφυσικά πράγματα: Πώς το εξηγείτε αυτό Γέροντα; Στην ερώτησή μου αυτή, απάντησε: Άκουσε, παιδί μου, η ψυχή έχει πολλές δυνατότητες, έχει πολλές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων και η διόραση. Αυτά είναι φυσικά ψυχικά χαρίσματα, αλλά εμείς τα αγνοούμε, γιατί ζούμε ζωή σαρκική. Αυτοί οι άνθρωποι, φαίνεται, εφαρμόζουν κάποια άσκηση στον εαυτό τους. Και έτσι, τα φυσικά αυτά χαρίσματα εκδηλώνονται. Όμως, εδώ είναι η διαφορά. Επειδή αυτές είναι πνευματικές δυνάμεις, σ’ αυτούς τους ανθρώπους εύκολα τα πονηρά πνεύματα ενώνονται μ’ αυτές και οδηγούνται οι άνθρωποι στην πλάνη. Ενώ στους ανθρώπους του Θεού, τους ορθόδοξους χριστιανούς, ενώνεται το Άγιο Πνεύμα με αυτές τις δυνάμεις της ψυχής και έτσι οι δυνάμεις αυτές πλατύνονται, δυναμώνουν και αγιάζονται. Ο άνθρωπος μετέχει των χαρισμάτων του Θεού. Είναι το καθ’ ομοίωσιν.

Η έμφυτη κοινωνικότητα

Άλλοτε πάλι μου έλεγε: ο άνθρωπος έχει έμφυτη την κοινωνικότητα. Όταν είχα ακόμη τα γεροντάκια και τα διακονούσα, λίγο πιο πάνω από το κελί μας, ήταν ένας Γέροντας, ο πατήρ Γεδεών (Κύπριος την καταγωγή) ο οποίος όταν «κοιμήθηκε» ο Γέροντάς του, έμεινε μόνος του. Έκανε τα καθήκοντά του, και επειδή ήταν «λεπτός άνθρωπος» δεν ήθελε να έρχεται στο κελί μας, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο και να μας απασχολεί. Ένα απόγευμα, ακούω κάποιον να χτυπάει έναν τενεκέ με ένα ξύλο. Βγαίνοντας, βλέπω αυτόν το Γέροντα έξω από το κελί του και του λέω: «Γέροντα, θες κάτι;». Και μου απαντά: «Αυτό που θέλω, τώρα δεν μπορείς να το καταλάβεις. Αργότερα θα το καταλάβεις». Όταν «κοιμήθηκαν» όλοι οι πατέρες και ζούσα μόνος μου, τότε κατάλαβα γιατί χτυπούσε τον τενεκέ ο Γερο- Γεδεών. Ήθελε να ακούσει μια ανθρώπινη φωνή. Και αυτό ήταν μια παρηγοριά. Ένα απόγευμα, βγήκα έξω και του φώναξα: «Εεε! Πάτερ Γεδεών!» Και μου λέει: «Ορίστε Γέροντα!» «Τώρα κατάλαβα γιατί χτυπούσες τον τενεκέ».

Οι κεκρυμμένοι άγιοι

Ο Γέροντας γνώριζε αγίους ανθρώπους, ερημίτες, γεμάτους από Άγιο Πνεύμα που ήταν κεκρυμμένοι. Άγνωστοι στους ανθρώπους, γνωστοί όμως στον Θεό και σ’ αυτούς που ήθελε ο Θεός να αποκαλύψει. Μια φορά είπε σ’ ένα γνωστό του: Πάμε να επισκεφτούμε έναν ερημίτη που είναι όντως άγιος. Μόλις έφτασαν στην σπηλιά του και ο Γέροντας τον χαιρέτισε, ο ερημίτης αφού κοίταξε τον γνωστό του Γέροντα, τον προσφώνησε με το όνομά του και του είπε: Έκανες, έκανες, έκανες… Φτάνει πια! Καιρός είναι τώρα να νοικοκυρευτείς. Ο άνθρωπος αυτός έμεινε εμβρόντητος. Αυτούς τους κεκρυμμένους αγίους τους ζήλευε ο Γέροντας. Ταλάνιζε μάλιστα τον εαυτό του, λέγοντας: Με την ευχή του διαβόλου, βγήκε φήμη για μένα, ότι είμαι άγιος. Για να αρχίσουν να ’ρχονται καραβάνια προσκυνητών και περιέργων και έτσι να χάσω και τη λίγη ησυχία που έχω.

Αξίζει να αναφέρουμε την εξής διήγηση του Γέροντα: Όχι μακριά από το κελί μας, έμενε ένα γεροντάκι, σχεδόν κατάκοιτο. Με είχε ειδοποιήσει, μετά τη Θεία Λειτουργία να μην καταλύσω, αλλά να πάω να τον κοινωνήσω με το Άγιο Ποτήριο. Εγώ το ξέχασα και κατέλυσα. Αυτό συνεχίστηκε και σε άλλες Θείες Λειτουργίες.

Πριν τη Θεία Λειτουργία, έλεγα «να μην ξεχάσω να πάω να τον κοινωνήσω», και κάθε φορά έφευγε από το μυαλό μου και κατέλυα. Στο τέλος είπα: «εδώ κάτι συμβαίνει»! Πήγα λοιπόν και τον επισκέφθηκα και αφού του εξήγησα τι πάθαινα, τον ρώτησα: «Τι σκέφτεσαι Γέροντα, όταν με περιμένεις να σε κοινωνήσω;». Και μου απαντάει: «Μου λέει ο λογισμός μου ότι δεν είναι Θεία Κοινωνία αυτό που θα μου φέρεις, αλλά ψωμί και κρασί». Είπα τότε μέσα μου: «Α, έτσι εξηγείται αυτό που μου συνέβη τόσες φορές, να καταλύω και μετά να το θυμάμαι».

Ο Γέροντας έλεγε: Εγώ παιδί μου, δεν εξομολογώ κοσμικούς, γιατί δεν έχω πείρα της κοσμικής ζωής. Καλογέρους, μάλιστα! Όταν τον ρώτησα να μου πει τη γνώμη του για ένα πνευματικό θέμα, μου είπε: Παιδί μου, εγώ δεν είμαι σε θέση να παίρνω πληροφορία για όλα τα θέματα. Αν πάρω πληροφορία, θα σου πω.

Και η υπομονή, κουράζεται

Για το θέμα της υπομονής μου διηγήθηκε: Ήταν εδώ πιο κάτω ένα γεροντάκι το οποίο έπεσε και έσπασε το πόδι του. Πήγα και τον επισκέφθηκα. Τον ρώτησα: «Πώς πας Γέροντα;» Μου απάντησε: «Καλά Γέροντα. Δόξα το Θεό. Επίσκεψη του Κυρίου!». Αφού πέρασε αρκετός καιρός και επιβαρύνθηκε η κατάστασή του, μετά ζητούσε βοήθεια. Έλεγε: «Βοηθήστε με, πατέρες. Φέρτε μου, έναν γιατρό» και σχολίασε ο Γέροντας: Είχε κουραστεί η υπομονή του. Γιατί και η υπομονή, κουράζεται.

Οι πνευματικές του «θεραπείες»

Το πόσο θεοφώτιστες ήταν οι πνευματικές του «θεραπείες» θα φανεί από το εξής περιστατικό. Μια φορά, είχα φιλοξενηθεί σε αγιορείτικη Καλύβη. Εκεί εγκαταβίωνε ένας ιερομόναχος και πνευματικός, άνθρωπος ζηλωτής. Αυτός είχε πάρει ευλογία από τον Γέροντά του, να συμβουλεύεται σε πνευματικά θέματα τον Γέροντα Εφραίμ. Μου διηγήθηκε λοιπόν, ότι συμμετείχε στην αγρυπνία της εορτής του Αγίου Αθανασίου, στη Μεγίστη Λαύρα. Την ώρα της ακολουθίας, από φθόνο του διαβόλου, είχε έναν μεγάλο πειρασμό τον οποίο αδυνατούσε να αντιμετωπίσει. Αφού ενημέρωσε τον προεστώτα, ξεντύθηκε τα ιερατικά του και μέσα στην νύχτα έκανε την πολύ μεγάλη διαδρομή Λαύρα-Κατουνάκια. Ο Γέροντας τον υποδέχθηκε πατρικά και τον ρώτησε τι του συμβαίνει. Όταν τον άκουσε, του λέει: Άκου, πάτερ μου. Όταν έχεις τέτοιο πειρασμό, θα κρατάς την αναπνοή σου, όσο μπορείς, όσο αντέχεις. Αν δεν περάσει με την πρώτη, θα το επαναλάβεις δεύτερη φορά. Με την τρίτη, οπωσδήποτε θα φύγει ο πειρασμός. Η έλλειψη οξυγόνου από το σταμάτημα της αναπνοής, είναι μεγάλο φάρμακο, γιατί το σώμα χάνει τη δύναμή του και «πέφτει». Και το σπουδαιότερο, σε κανέναν δεν γίνεται αντιληπτό. Ο εν λόγω ιερομόναχος, αφού πήρε το «φάρμακο», γύρισε από την ίδια διαδρομή στην Λαύρα, όπου η αγρυπνία συνεχιζόταν και συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία.

Το θαύμα του Αγίου Νεκταρίου

Ας αναφέρουμε ένα θαύμα του Αγίου Νεκταρίου που μας διηγήθηκε ο Γέροντας: Κάποτε, ανοίγοντας ένα από τα τσουβάλια με το σιτάρι που είχαμε στην Καλύβη μας και εν συνεχεία ανοίγοντας όλα τα υπόλοιπα τσουβάλια, διαπίστωσα ότι το σιτάρι είχε σκουληκιάσει. Πιθανώς, επειδή ήταν πολύ ζεστός ο καιρός. Πολύ λυπήθηκα! Γιατί, αυτό το σιτάρι ήταν άχρηστο. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τον Άγιο Νεκτάριο που είναι τόσο θαυματουργός. Ο π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος του Αγίου, είχε ένα τεμάχιο του αγίου λειψάνου. Εγώ το γνώριζα. Πήγα στην Μικρή Αγιάννα και ανέφερα στον πατέρα Γεράσιμο το πρόβλημά μου. Πήρα ένα κομμάτι βαμβάκι και το σταύρωσα στο άγιο λείψανο παρακαλώντας τον Άγιο να μας βοηθήσει, γιατί το ζήτημα αυτό δεν ήταν μικρό για μας. Όταν γύρισα στο κελί μας, σε κάθε τσουβάλι, αφού το άνοιξα, έβαλα ένα κομματάκι από το αγιασμένο βαμβάκι. Την άλλη μέρα, ανοίγοντας τα τσουβάλια δεν υπήρχε ούτε ένα σκουλήκι, ούτε ένα σπυρί σιτάρι φαγωμένο. Πόσο φιλάνθρωπος και μεγάλος άγιος είναι ο Άγιος Νεκτάριος!

Ο άγιος Γεώργιος Καρσλίδης

Μια φορά μπαίνοντας στην εκκλησία του κελιού, είδα κρεμασμένη μια ωραία σκαφτή εικόνα του Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη με φωτοστέφανο. Τότε, δεν είχε γίνει η αγιοκατάταξή του από το Πατριαρχείο. Στην απορία μου γι’ αυτό μου απάντησε ο Γέροντας: Παιδί μου, είναι άγιος! Και με την ευκαιρία μου ανέφερε ότι είχε επισκεφτεί επανειλημμένα το μοναστήρι του Αγίου, παρά την επιβαρυμένη υγεία του. Μάλιστα μου είπε: Την πρώτη φορά που πήγα στο Μοναστήρι δεν κατάλαβα τίποτα. Καμιά αλλοίωση. Όταν γύρισα όμως στο κελί μου, ο Άγιος μου ανταπέδωσε την επίσκεψη (χωρίς να εξηγήσει το πώς). Στον δε π. Μωυσή που έγραψε τη βιογραφία του Αγίου είπα: «π. Μωυσή και μόνο αυτό το βιβλίο που έγραψες, σου έχουν συγχωρεθεί οι μισές σου αμαρτίες».

Ο άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν Σαλός

Μια φορά με ρώτησε αν έχω διαβάσει το βίο του Αγίου Ανδρέα του δια Χριστόν Σαλού. Στην αρνητική μου απάντηση είπε: Είναι μεγάλος Άγιος και πρέπει να διαβάσεις το βίο του. Όταν διάβασα τον βίο του Αγίου, μου λέει: Όταν με εκείνο τον βαρύ χειμώνα «αρπάχτηκε» ο Άγιος στον Παράδεισο για παρηγορία δεκαπέντε ημερών, τότε αξιώθηκε να δει τον Κύριο ο οποίος του είπε τρεις λόγους, από τρεις λέξεις τον καθένα. Ο πνευματικός του Αγίου στον οποίο ο Άγιος Ανδρέας διηγήθηκε αυτή τη θαυμαστή «θεωρία» πολύ τον παρακάλεσε να του πει έναν από τους λόγους του Κυρίου. Και ο Άγιος δεν ηθέλησε. Και συνέχισε ο Γέροντας λέγοντας: Εμένα, παιδί μου, μου λέει ο λογισμός ότι ο πρώτος λόγος του Κυρίου ήταν: «Μακάριος εἶ Ἀνδρέα!». Ο δεύτερος ήταν: «Μακάριοι οἱ Χριστιανοί!». Και ο τρίτος λόγος για τον οποίο δοξολόγησαν τον Κύριο όλες οι ουράνιες δυνάμεις ήταν: «Μακάριοι οἱ σεσωσμένοι!». Συνεχίζοντας ο Γέροντας μου είπε ότι: Ο Άγιος αξιώθηκε όλα αυτά για την υπερβολική ξενιτεία του και την παντελή έλλειψη ανθρώπινης ‘παρηγορίας’.

Πιστεύουμε ότι ο Γέροντας ήταν μέτοχος, κατά την δύναμή του, των μεγάλων αυτών αρετών, γι’ αυτό και ο Άγιος του αποκάλυψε αυτά τα απόρρητα.

Το έκζεμα «θυμώνει»

Το μαρτύριο του Γέροντα με τα χρόνια εκζέματα των ποδιών του, παρατάθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι κνήμες των ποδιών ήταν σαν ψημένες στο φούρνο. Από τις ρωγμές έτρεχαν διάφορα υγρά. Η επιδείνωση του βασανιστικού κνησμού ήταν μεγάλη, όταν ο Γέροντας έτρωγε τροφές ζωικές.

Έλεγε: Άνθρωπος είμαι, παιδί μου. Μετά από ολόκληρη Σαρακοστή, το Πάσχα θέλω να φάω λίγο ψαράκι. Και μια μπουκιά να δοκιμάσω, το έκζεμα «θυμώνει» και αρχίζει τόσο τρομερός κνησμός, που μου έρχεται να τα «φάω» τα πόδια μου. Συνεχίζοντας, μου λέει: Το μαρτύριο του Ιώβ δεν ήταν ο πόνος. Τον πόνο τον υποφέρει ο άνθρωπος. Αλλά ήταν ο ανυπόφορος κνησμός. Ο κνησμός δεν υποφέρεται. Γι’ αυτό και καθόταν γυμνός πάνω στην κοπριά και με το όστρακο έξυνε το σώμα του από το οποίο έτρεχαν συνεχώς υγρά που λέγονται «ιχώρ».

Ακόμη και το νερό που έπινε ο Γέροντας το καλοκαίρι, επειδή ίδρωνε πολύ, το έπινε με εγκράτεια. Έπινε μερικές γουλιές και μου έλεγε: Ας μην πιώ άλλο, παιδί μου, γιατί θα το πληρώσω.

Μια φορά, αφού εξήτασα τον Γέροντα, του περιποιήθηκα τα πόδια του με ειδικές αλοιφές και εντριβές. Ο Γέροντας μου είπε: Θεός σχωρέσει παιδί μου!

Αναπαύθηκαν τα πόδια μου. Σε λίγο μπήκε μέσα στο κελί ένας Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής, που ήταν γνωστός του Γέροντα, ο οποίος με «επίσημο» τρόπο του πρόσφερε το τελευταίο θεολογικό του βιβλίο. Η πληρωμή του Γέροντα και στον καθηγητή και σε μένα ήταν άκρως πνευματική. Στον μεν καθηγητή είπε: Φέρτο εδώ το βιβλίο, βρε παιδί μου. Αυτές τις μέρες ήθελα να διαβάσω και κάτι άλλο. Και ας είναι ό,τι να ‘ναι. Και δείχνοντάς με στον Καθηγητή είπε: Τον βλέπεις τούτον ’δω; Έχει κάνει την τάδε αμαρτία. (Και του αποκάλυψε κάτι που του το είχα αναφέρει προ καιρού). Εφάρμοσε ο Γέροντας και στους δυο μας την θεραπευτική που οδηγεί στο: «καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει».

Σε μια Θεία Λειτουργία που έγινε στην εκκλησία του κελιού ο Γέροντας καθόταν σε ένα πολυθρονάκι. Εμένα μου είπαν να πω τον Απόστολο, τον οποίο απήγγειλα με κατάνυξη. Ο Γέροντας ευχαριστήθηκε και με «πλήρωσε» λέγοντάς με: Ποιος σου έμαθε να ψάλλεις έτσι; Και ολοκληρώνοντας την αμοιβή της ψαλμωδίας, μου έδωσε ένα γερό μπάτσο! Ένας από τους πατέρες δεν κρατήθηκε και μου είπε: Τυχερέ! Πήρες όλη την ευλογία.

Ἔλαμψε τό πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος

Μια άλλη φορά, σε μια Θεία Λειτουργία ο Γέροντας έμεινε στο κελί του περιμένοντας τον ιερέα να κατέβει, για να τον κοινωνήσει. Εγώ, επειδή ήθελα να κοινωνήσω, σκέφτηκα: Ας κατέβω να πάρω την ευχή του Γέροντα. Μπαίνοντας μες το κελί του είδα το Γέροντα να έχει πρόσωπο δωδεκαετούς παιδιού. Τα μαλλιά του και τα γένια του ήταν άσπρα. Το πρόσωπό του παιδικό. Έλαμπε μέσα στο φως.

Εγώ τα ’χασα και μόλις που μπόρεσα και του είπα: Γέροντα, ήρθα να πάρω την ευχή σας, αν είναι ευλογημένο, να κοινωνήσω. Συγγνώμη που σας ενόχλησα. Τότε μου απάντησε ζωηρά και χαρούμενα: Ευλογημένο! Eυλογημένο να κοινωνήσεις! Ούτε κατάλαβα πώς βγήκα από το κελί του, πώς ανέβηκα τη σκάλα για την Εκκλησία, πώς μπήκα μέσα και κοινώνησα στη Θεία Λειτουργία! Βρισκόμουν σ’ έναν άλλο κόσμο. Όταν αργότερα ξαναείδα τον Γέροντα, το πρόσωπό του ήταν το κανονικό.

Η Γερόντισσα Μακρίνα

Μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση είχε αναπτυχθεί μεταξύ του Γέροντα πατρός Εφραίμ και της Γερόντισσας Μακρίνας, που ήταν ηγουμένη στην Ι.Μ. Οδηγήτριας Πορταριάς Βόλου. Στο Μοναστήρι της Γερόντισσας, γέροντας ήταν ο πατήρ Εφραίμ, ο Προηγούμενος της Ι.Μ. Φιλοθέου. Μεταξύ των δύο Γερόντων υπήρχε μεγάλος πνευματικός σύνδεσμος, επειδή είχαν κοινό πνευματικό πατέρα τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Όταν ο Γέροντας Εφραίμ, ο Φιλοθεΐτης επισκέφθηκε τα Κατουνάκια, μίλησε στον Γέροντα για την Γερόντισσα Μακρίνα, εκθειάζοντας τις αρετές της. Τότε ο Γέροντας του λέει χαμογελώντας: Δεν χρειαζόμαστε τις δικές σας συστάσεις. Έχουμε και εμείς λίγη προσευχή. Θα σου πω εγώ ποια είναι η Γερόντισσα Μακρίνα. Όταν ο Γέροντας πληροφορήθηκε τα σχετικά με την Γερόντισσα, θαύμασε την καθαρότητά της, την νήψη της ψυχής της, το χάρισμα της αδιάλειπτης προσευχής, την ελεήμονα καρδιά της, την ιδιαίτερη σχέση της με την Παναγία: Έμεινα εκστατικός, συνέχισε ο Γέροντας, και είπα. Πω, πω, τι είναι αυτή η Γερόντισσα! Από τότε αυτοί οι δύο μεγάλοι πομποί και δέκτες της Θείας Χάριτος, ήταν σε συνεχή επαφή. Έλεγε η Γερόντισσα: Όταν αρρώστησα σοβαρά, παρακαλούσα την Παναγία μας να φωτίσει τον Γέροντα να προσευχηθεί για μένα. Μόλις έκλεινα τα μάτια μου, βρισκόμουν καθαρά, μέσα στο κελί του, στα Κατουνάκια και έβλεπα τον Γέροντα να κάνει για την υγεία μου σταυρωτά κομποσκοίνια. Άνοιγα τα μάτια μου, ήμουν μες στο κελί μου. Έκλεινα τα μάτια μου, ήμουν μες το κελί του Γέροντα, στα Κατουνάκια. Τι θαύμα ήταν αυτό!

Η Γερόντισσα Μακρίνα και η μοναχή Παρθενία

Μια από τις μοναχές της Γερόντισσας Μακρίνας, η πολύπαθη Παρθενία, με πολλά πνευματικά χαρίσματα και ηδύφωνος ψάλτρια της Μονής, παραχώρησε ο Θεός να ασθενήσει από καρκίνο. Είχε φοβερούς πόνους στα οστά, λόγω μεταστάσεων. Επειδή, ως γιατρός, την εξήταζα θαύμαζα την υπομονή της. Και με την ευχή της γερόντισσας και την παράκληση της ασθενούς, της έκανα μερικές εντριβές στην πλάτη της, προς ανακούφιση. Είναι αυτό που έλεγε ο Άγ. Γέροντας π. Γεώργιος Καψάνης, ότι το χάρισμα της ‘παρηγορίας’ το έδωσε ο Θεός στους πνευματικούς και στους γιατρούς. Με παρακάλεσε η Γερόντισσα, όταν ανέβω στο Όρος στον Γέροντα Εφραίμ, να απευθύνει παρακλητικούς λόγους προς την αδελφή Παρθενία. Τα λόγια του Γέροντα με ένα κασετοφωνάκι τα ηχογράφησα και τα έφερα στο Μοναστήρι. Ο Γέροντας μακάριζε την αδελφή Παρθενία για την ασθένειά της, την οποία θεωρούσε επιβράβευση της μοναχικής της ζωής. Έλεγε: Μακάρι, να έδινε και σε εμάς ο Θεός τέτοιο δώρο! Ανέφερε μάλιστα τα λόγια της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου (την οποία ο Γέροντας υπεραγαπούσε) που έλεγε στις μοναχές της: «Αν είχα παρρησία στον Θεό, θα τον παρακαλούσα να είστε όλες άρρωστες»! Τελειώνοντας ο Γέροντας την ομιλία του, έλεγε με δυνατή φωνή: Παρθενία, Παρθενία, σε ζηλεύω. Μου έλεγε δε ιδιαιτέρως: Το πόσο η ασθένεια και οι πόνοι της ‘ανέβασαν’ πνευματικά την μοναχή Παρθενία, λόγω της υπομονής και καρτερίας της, δεν μπορώ να σου περιγράψω. Την μια στιγμή, βλέπω την Παρθενία να είναι ψηλότερα από την Γερόντισσα. Μετά βλέπω την Γερόντισσα ‘να δίνει μια’ και να περνάει μπροστά από την Παρθενία. Και πάλι η Παρθενία, να περνάει μπροστά από την Γερόντισσα. Τέτοια θαυμαστή πνευματική άμιλλα υπάρχει σ’ αυτές τις ψυχές!

Τότε με ρώτησε ο Γέροντας: Πώς συνδέθηκες πνευματικά με την Γερόντισσα Μακρίνα; Και έδωσε ο ίδιος την απάντηση: Αυτό το κομποσκοινάκι (δείχνοντάς μου το κομποσκοίνι του) σε συνέδεσε με την Γερόντισσα Μακρίνα. Ο Γέροντας πάντα τόνιζε ότι η τροφή της πνευματικής ζωής είναι το κομποσκοινάκι, δηλαδή η προσευχή. Γι’ αυτό και έλεγε: Έγραψα σε μια Γερόντισσα, σε ένα μοναστήρι, η οποία, ενώ είχε πάθει εγκεφαλικό, επέμενε να συνεχίζει τα πνευματικά και διοικητικά της καθήκοντα, ως ηγουμένη. Της έγραψα λοιπόν: «Παραχώρησε τη θέση σου με όλες τις μέριμνες αυτές, σε μια νεότερη αδελφή. Και εσύ ασχολήσου με το κομποσκοινάκι. Δεν σε ωφελεί να συνεχίσεις αυτό που κάνεις». Και συμπλήρωσε: Δύσκολα, παιδί μου, ο άνθρωπος παραιτείται από την εξουσία, ώστε να ζήσει το: «κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ».

Προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα και το Σινά

Ένας μεγάλος πόθος του Γέροντα ήταν να επισκεφτεί και να προσκυνήσει τα Ιεροσόλυμα, τον Πανάγιο Τάφο και το Σινά. Αξιώθηκε να πραγματοποιήσει αυτό το όνειρό του. Μάλιστα, έλεγε: Πώς τα κατάφερα με τα πόδια μου, που ήταν σχεδόν παράλυτα και με δυσκολία πήγαινα μέχρι την τουαλέτα, να κάνω τέτοιο ταξίδι! Αφού προσκύνησε ο όσιος Γέροντας τα Άγια Προσκυνήματα στα Ιεροσύλημα και μετά επισκέφτηκε το Σινά, έλεγε: Ήθελα να ανέβω στην κορυφή του Σινά, όπου ο Μωυσής είδε τον Θεό. Πράγμα ανθρωπίνως αδύνατο, λόγω της υγείας μου. Αλλά έβαλα κάτω από το σκούφο μου ένα μαντίλι, πήρα και μια ράβδο, και είπα: «Θα ανέβω και ας μείνουν τα ‘κώλα’ μου στην έρημο. Έτσι λοιπόν, έγινε το θαύμα. Η ζωντανή ψυχή του Γέροντα ζωοποίησε και δυνάμωσε το σχεδόν νεκρό του σώμα και ανέβηκε μέχρι την κορυφή του Σινά με τα πόδια. Όταν τελείωσαν τα προσκυνήματα έλεγε: Ήθελα, παιδί μου, να πάω να δω τις πυραμίδες που είναι και αυτές τόσο θαυμαστές κατασκευές και δείχνουν τη σοφία με την οποία πλούτισε ο Θεός τον άνθρωπο. Αλλά δυστυχώς δεν μας ‘έπαιρναν’ οι μέρες και γύρισα πίσω στην Ελλάδα και στο κελί μου στα Κατουνάκια. Με συγκίνηση μου διηγείτο τα αισθήματα που ένιωσε όταν προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο. Ήταν από τις κορυφαίες στιγμές της ζωής του. Σαν να προσκύνησε τον αναστημένο Χριστό. Αλλά, πώς μπορούν να εκφραστούν τα ανέκφραστα;

Μην αμελείτε το εργόχειρό σας

Ένα από τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα του Γέροντα ήταν η ειλικρίνεια και η τιμιότητα. Μια φορά μου είπε: Είχα, παιδί μου, μια επιθυμία να χτίσω μια εκκλησία προς τιμή της Παναγίας μας. Αφιερωμένη στην Κοίμησή της που είναι η πιο επίσημη γιορτή της. Δεν αξιώθηκα να την πραγματοποιήσω. Ήθελα μόνο με τον κόπο μου, με το εργόχειρό μου και όχι με δωρεές από τον κόπο άλλων ανθρώπων. Αν δεχόμουν δωρεές, έπρεπε να τις ξεπληρώσω με ανάλογες Θείες Λειτουργίες και κομποσκοίνια. Και επειδή το πρόγραμμά μου είναι ήδη επιβαρυμένο, δεν δέχτηκα τίποτε γιατί θα είχα έλεγχο στη συνείδησή μου. Ούτε την σύνταξη του ΟΓΑ δέχθηκα από το κράτος, γιατί δεν ήμουν αγρότης. Τον άκουγα που έλεγε στην συνοδεία του: Πατέρες, μην αμελείτε το εργόχειρό σας, γιατί αλλιώς θα πεινάσετε. Ήθελε να εφαρμόσουν τη δική του ‘συνταγή’ στην ζωή τους.

Η τύφλωση του Γέροντα

Η τελευταία περίοδος της ζωής του, περίπου μια διετία, ήταν το επιστέγασμα της μαρτυρικής του πορείας. Ενώ είχε κάνει εγχείρηση καταρράκτη και στα δυο του μάτια, και έτσι έβλεπε και διάβαζε πολύ καλά και χαιρόταν γι’ αυτό, προοδευτικά λόγω πολλών μικροεγκεφαλικών επεισοδίων στην οπτική περιοχή του εγκεφάλου, άρχισε να το φως του σιγά, σιγά να ελαττώνεται, ώσπου στο τέλος τυφλώθηκε. Μου έλεγε: Ποτέ, παιδί μου, δεν μου πέρασε από το νου μου, ότι θα μπορούσα να χάσω το φως μου και να τυφλωθώ. Αλλά αφού το θέλησε ο Θεός, κάνω υπομονή. Και γι’ αυτό τον παρακαλώ. Υπομονή να μου δίνει. Έτσι, έσβησε το αισθητό φως από τα χερουβικά του μάτια. Αυξήθηκε όμως μέσα του το νοερό φως και έτσι έβλεπε καθαρότερα τα πνευματικά πράγματα. Σιγά, σιγά καθηλώθηκε στο κρεβάτι. Αυτός που ήταν το ‘ζαρκάδι του Χριστού’, όπως τον είχε αποκαλέσει ένας από τους πατέρες. Μπορούσε όμως να ακούει και να μιλάει. Τα λόγια του ήταν πολύτιμα, θεοφώτιστα. Το απόσταγμα της πνευματικής του ζωής.

Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Μια φορά, την ώρα που τον εξήταζα λέει: Εκείνο που μου έλειψε, είναι η Θεία Λειτουργία. Εκείνο το: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Λέγοντας αυτά τα λόγια, ‘έσπασε’ η φωνή του και άρχισε να κλαίει. Πόσα χρόνια λειτούργησα και πόσες ευλογίες μου χάρισε ο Θεός με τη Θεία Λειτουργία! Και εσείς, παιδί μου, έξω στον κόσμο μην περιμένετε να κοινωνήστε από Κυριακή σε Κυριακή. Είναι πολύ αραιά. Να βρείτε έναν ζηλωτή ιερέα και τουλάχιστον μια φορά μεσοβδόμαδα, να κάνετε μια σύντομη Θεία Λειτουργία νωρίς το πρωί. Να κοινωνάτε και μετά να πηγαίνετε στη δουλειά σας. Έβλεπα τα χεράκια του και μου ερχόταν στον νου από την Ακολουθία της Υπαπαντής το: « Ή λαβίς ή μυστική ή τον άνθρακα Χριστόν». Σκεπτόμενος ότι αυτά τα χέρια με την καθημερινή Θεία Λειτουργία τόσων δεκαετιών, πράγματι έγιναν μυστικές λαβίδες.

Πες μου τη δοκιμασία και τον πειρασμό που βιώνεις για να σου πω, τι Χάρη έχεις από το Θεό

Η υγεία του επιδεινώθηκε και προοδευτικά παρουσίασε δυσκολία στην κατάποση. Έχασε δε και τη φωνή του. Τότε έπαθε και γαστρορραγία. Λόγω δεν της καταστάσεώς του φροντίσαμε να κάνει μετάγγιση αίματος στο κελί του.

Επειδή θα πέθαινε από ασιτία και αφυδάτωση, του βάλαμε ρινογραστρικό καθετήρα σίτισης. Ο Γέροντας με τη φροντίδα των πατέρων της συνοδείας του, σιτιζόταν με αυτό τον τρόπο, με τροφές αλεσμένες και τα υγρά που χρειαζόταν ο οργανισμό του. Έζησε έτσι μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν και δεν μιλούσε, και δεν έβλεπε, όταν του λέγαμε κάτι ευχάριστο, γελούσε, που σημαίνει ότι ο νους και η ψυχή του λειτουργούσαν. Όταν ήταν καλά, πάντα έλεγε: Εδώ είμαστε ερημίτες. Ο ερημίτης βιώνει την ησυχία. Και συμπλήρωνε: Πες μου τη δοκιμασία και τον πειρασμό που βιώνεις για να σου πω, τι Χάρη έχεις από το Θεό. Ήταν η περίοδος της ζωής του που βίωσε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού.

Σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του, την τόσο μαρτυρική απήλαυσε αυτό που πάντα επιθυμούσε. Τη σιωπή, την αμέριμνη ζωή, την αδιάλειπτη προσευχή. Πιστεύω ότι ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού και επιβράβευση των κόπων του. Και η εκπλήρωση των επιθυμιών του, γιατί ήταν όντως: «ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν τοῦ Πνεύματος». Όταν ο Θεός θέλησε σταμάτησε η θεοφόρος καρδιά του και το μεν χώμα δέχτηκε το πολύπαθο και αθλητικότατο σώμα του, η δε άνω Ιερουσαλήμ την αγιασμένη του ψυχή απ’ όπου πρεσβεύει για όλους μας.

Πηγή.https://www.orthodoxianewsagency.gr/gnomes/anamniseis-apo-ton-osio-efraim-ton-katounakioti/

Γιατὶ ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε τὸν Χριστό – Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής

Πνευματικοί Λόγοι: Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής - Γιατὶ ὁ Πέτρος ...

___

ρωτ.: Γέροντα, μς μιλήσατε προηγουμένως γιά τό τελές το π. Πέτρου, πρό τς Πεντηκοστς. Λόγω τς τέλειάς του ρνήθηκε τόν Κύριό μας;

 

παντ.: Τό θέμα τς ρνήσεως το Πέτρου, κατά τίς κρίσεις τν Πατέρων, εναι οκονομία. Διότι δέν το δυνατό  Πέτρος,  ποος ες λη τήν περίοδο πο ταν μαζί μέ τόν Χριστό καί δειξε τόσο ζλο καί τόση ταπεινοφροσύνη, νά πέση σέ τόσο μεγάλο λάθος, νά ρνηθ τρες φορές τόν Δεσπότη Χριστό. Δέν εναι λογικό ατό. Θυμηθετε τήν μολογία το Πέτρου!

 

ταν  ησος μς ρώτησε: «μες δέ τίνα μέ λέγετε εναι;»  Πέτρος μολόγησε καί επε: «Σύ ε  Χριστός  υός το Θεο το ζντος». Καί  ησος μας γύρισε καί το επε: «Μακάριος ε, Σίμων Βαριωνά, τι σάρξ καί αμα οκ πεκάλυψέ σοι, λλ’  Πατήρ μου  ν τος ορανος. Κγ δέ σοι λέγω τι σύ ε Πέτρος, καί πί ταύτ τ πέτρ οκοδομήσω μου τήν κκλησίαν». (Ματθ. 16,16-18).

 Πέτρος κατά φύσι ταν πολύ ζηλωτής καί συμβίβαστος. Μέσα στήν πανσοφία Του  Θεός, μετά τήν θερμή του μολογία, τόν θεσε θεμέλιο τς κκλησίας. πειδή μως  κκλησία θά γκάλιαζε λη τήν νθρώπινη φύσι, λους τος χαρακτρες, χι μόνο τούς ζηλωτές καί σχυρούς λλά καί τούς σθενες καί δυνάτους, πιτρέπει  Κύριος τήν τριπλ ρνησι. Διότι, μήν ξεχνμε• ο περισσότεροι νθρωποι εναι σθενες καί δύνατοι. Οτε στούς πέντε νά κατό δέν θά ερωμε σχυρούς χαρακτήρας, ο ποιοι γάπησαν τόν Θεό ξ λοκλήρου καί μέ τήν ρμή τς γάπης τους δειξαν αταπάρνησι. Γι’ ατούς λοιπόν τούς πολοίπους σθενες γινε οκονομία.  Πέτρος μως ς ζηλωτής καί σχυρός, πο δέν εχε μέσα του νόημα συγκαταβάσεως, δέν θά τό καταλάβαινε ατό.

 

πομένως κάνει μία οκονομία  Θεός καί πιτρέπει νά τόν ρνηθστερα τόν θεραπεύει μόνος Του. Τόν πλησιάζει καί το λέει: «Πέτρε, φιλες με; Πέτρε, γαπς με;» λυπήθη  Πέτρος, δέν τό κατάλαβε. λλά ο τρες ρωτήσεις ταν  θεραπεία τς τρισσς ρνήσεως.

 

Μέ τήν τριπλ μολογία,  Πέτρος, ξήλειψε τήν νοχή. μαθε μως κ πείρας, τι καί ο ζηλωταί κόμη χουν νάγκη πιεικείας.

 

Τό διο κάνει  Θεός καί στόν π. Παλο. πειδή ταν  σπονδυλική στήλη τς κκλησίας, τόν φήνει στήν ρχή νά γίνη διώκτης, χθρός• καί στερα τόν παίρνει• καί ατός μέ συναίσθησι βαθυτάτης ταπεινοφροσύνης λέγει: «Οκ εμί κανός καλεσθαι πόστολος, διότι δίωξα τήν κκλησία το Χριστο». χω μως να λαφρυντικό, τι «γνον ποίησα».

 

Βλέπετε μέ πόση πανσοφία  Θεός οκονομε γιά νά δώση καί σέ μς παρηγοριά. Διότι ατοί ο κορυφαοι άν μπαιναν μέ τήν δύναμι τς ρμς τους μέσα στήν κκλησία, πο θά ξεραν τι μες ο δύνατοι δέν μπορομε τώρα νά κρατήσωμε; Μέ ατό τόν τρόπο συγκαταβαίνει  θεία γαθότης πρός τίς δυναμίες τν νθρώπων, στε νά μπορέσωμε καί μες νά φθάσωμε ες ατή. Κατεβαίνει  Θεός γιά νά σηκωθομε μες.