Ο βαθύπλουτος Έλληνας που ζούσε σαν ασκητής και τα έδωσε όλα στην πατρίδα του

Ζώης Καπλάνης, ο «Πικροζώης» των Ιωαννίνων που έγινε «Γλυκοζώης» ολόκληρης της Ελλάδας


Ο βαθύπλουτος Έλληνας που ζούσε σαν ασκητής και τα έδωσε όλα στην πατρίδα του

Πάνω στην ταφόπλακα του Καπλάνη μέσα στο κοιμητήριο ρωσικού μοναστηριού της Μόσχας, κάποιος χάραξε μια επιτύμβια επιγραφή.

Παρά την τραχιά γλώσσα και τους προχειρογραμμένους δεκαπεντασύλλαβους, ένα από τα δίστιχα παρέχει μια καλή εικόνα για το ποιος ήταν ο Καπλάνης: «Όλην του την κατάσταση έθυσε μ’ ευκαρδίαν / για φωτισμό Πατρίδος του και για φιλοπτωχίαν».

Ο ελληνικός λαός το έλεγε βέβαια καλύτερα και πιο απλά: «όλα για τους άλλους, τίποτα για τον εαυτό του».

Όλα αυτά για ένα ορφανό από ξεχασμένο χωριό των Ιωαννίνων που τόσο αλύπητα το είχε χτυπήσει η μοίρα που όλοι το φώναζαν «Πικροζώη». Ο Ζώης όμως μεγάλωσε και έγινε πλούσιος στο εξωτερικό, στο Βουκουρέστι και τη Μόσχα, αν και δεν ξέχασε ποτέ την πατρίδα του που στέναζε κάτω από τον τούρκικο ζυγό.

Κι έτσι χάρισε πρόθυμα τους κόπους μιας ζωής για να αλλάξει λίγο το πρόσωπο της Ελλάδας, σε μια εποχή μάλιστα (πριν από την απελευθέρωση) που ο όρος «εθνικός ευεργέτης» ήταν ακόμα άγνωστος.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που πρέπει να ειπωθεί για τον «ερημίτη της Μόσχας», όπως τον φώναζαν πια για τον ασκητικό του βίο, μιας και κάθε δεκάρα που είχε βγάλει έπρεπε τώρα να πάει στην Ελλάδα. Ό,τι έκανε, δεν το έκανε για οικονομικά παιχνίδια ή ακόμα και την υστεροφημία του, καθώς όπως θα δούμε τέτοια θέματα δεν τον απασχόλησαν ποτέ.

Ήταν ο άδολος πατριωτισμός του και η αγνή αγάπη του για την Ελλάδα και την ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Γιάννενα, που τον ώθησαν να δώσει τα πάντα για την εκπαίδευση των Ελληνόπουλων και τον φωτισμό του γένους. Ορφανός από παιδί και «ιδεολόγος άγαμος» αργότερα, σαν το πρότυπό του τους Ζωσιμάδες, ο Καπλάνης μετατράπηκε σε αυθεντικό σύμβολο εθνεγερσίας για τους υπόδουλους Ηπειρώτες και όχι μόνο, μιας και ο ίδιος καταφρονούσε τον πλούτο και ζούσε σαν ασκητής!

Υπόδειγμα εθνικής προσφοράς, τόσο το όνομα όσο και οι ευεργεσίες του έμειναν θρυλικά στα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς προέρχονταν όλα από τον «Πικροζώη» που τόσο τον είχε καταραστεί η ζωή στα μικράτα του. Ήταν προφανώς αυτές οι κακουχίες του βίου του, σε συνδυασμό με τον πλουτισμό του μετά κόπων και βασάνων, που του δημιούργησαν συναισθήματα βαθιάς και ανιδιοτελούς προσφοράς τόσο στο ελληνικό έθνος όσο όμως και σε κάθε συνάνθρωπο.

Ο Καπλάνης ανήκει στην κατηγορία των πρωτοπόρων εθνικών ευεργετών, μιας και έδρασε και πέθανε πριν από την Επανάσταση του 1821. Ήταν μάλιστα ο πρώτος που του απονεμήθηκε επισήμως ο χαρακτηρισμός του «εθνικού ευεργέτη» και για τον Καπλάνη ήταν απόλυτα ταιριαστό, καθώς τόσο η επιχειρηματική ηθική του όσο και η φιλανθρωπική του πορεία δύσκολα θα βρουν όμοιό τους στο διηνεκές. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που πλούτισε κυριολεκτικά με τον σταυρό στο χέρι και δώριζε τεράστια ποσά μόνο για το καλό του τόπου και του ανθρώπου.

Η Καπλάνειος Σχολή στα Γιάννενα παραμένει το μεγαλύτερό του έργο, αν και η δράση του δεν εξαντλείται μόνο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αγγίζοντας πολλές ακόμα ελληνικές πόλεις, ακόμα και τη Ρωσία.

Όταν το 2007 καθιερώθηκε από την πολιτεία να γίνει η 30ή Σεπτεμβρίου η Ημέρα Μνήμης των Εθνικών Ευεργετών, όλοι θυμήθηκαν αβίαστα τον Ζωή Καπλάνη, που οι παλιότεροι τον μνημόνευαν ακόμα από τα αναγνωστικά του Δημοτικού…

Πρώτα χρόνια

kaplanjisissesef1

Ο Ζώης Καπλάνης γεννιέται το 1736 στο Γραμμένο της Ηπείρου, με τη μοίρα να του δείχνει από νωρίς το σκληρό της πρόσωπο: στα τέσσερα ορφανεύει από μητέρα και σύντομα θα βρεθεί στα χέρια της μητριάς, μιας και ο ξαναπαντρεμένος πατέρας χάθηκε κι αυτός. Πριν φύγει βέβαια από τον κόσμο, ο μορφωμένος Κωνσταντίνος Καπλάνης μαθαίνει στον γιο του λίγα γράμματα.

Ο Ζώης έχει τώρα να συντηρήσει και τον εαυτό του και τη μητριά, χωρίς γρόσι στην τσέπη. Κι έτσι καθημερινά φορτώνει το γαϊδουράκι με καυσόξυλα και κατεβαίνει στην αγορά των Ιωαννίνων, πουλώντας την πραμάτεια του. Παρά τη φτώχεια και την εξαθλίωση, ο μικρός είναι πραγματικός οικονόμος και δεν χαλά δεκάρα. Οι συγχωριανοί τον φωνάζουν «Πικροζώη» για την αθλιότητα στην οποία είναι βουτηγμένος.

kaplanjisissesef8

Στα δεκατέσσερα κατεβαίνει μόνιμα στα Γιάννενα, περιμαζεύοντάς τον κάτι συγγενείς του. Ο ίδιος θυμόταν πάντα τη μέρα που εγκατέλειψε το Γραμμένο, ζητώντας αργότερα στη διαθήκη του να τελείται το μνημόσυνό του τη μέρα της φυγής από το χωριό.

Σχολείο αν πήγε στα Γιάννενα δεν ξέρουμε, δεν αποκλείεται πάντως να φοίτησε για μερικά χρόνια σε νυχτερινή σχολή και να έλαβε την τυπική εκπαίδευση του καιρού του. Το 1754 θα πιάσει δουλειά στον γνωστό γουνέμπορο Παναγιώτη Χατζηνίκο και σύντομα θα επιδείξει το εμπορικό του δαιμόνιο.

Το 18χρονο παιδί για όλες τις δουλειές του γιαννιώτη μεγαλέμπορου εξελίσσεται γρήγορα και ο Χατζηνίκος διαπιστώνει πως έχει στα χέρια του σωστό θησαυρό. Γρήγορα τον απαλλάσσει από τη χειρωνακτική δουλειά, ώστε να γίνει άσος στη γουναρική αλλά και να έχει χρόνο για μελέτη και περαιτέρω εκπαίδευση…

Ο «Πικροζώης» πλουτίζει

kaplanjisissesef2

Ο Χατζηνίκος θα τον προβιβάσει κάποια στιγμή από βοηθό σε συνέταιρό του, αλλάζοντας καθοριστικά την τύχη του. Τον παίρνει μαζί του στο Βουκουρέστι, όπου διατηρεί μεγάλο γουναράδικο, αφού είναι το δεξί του χέρι και έχει ήδη κερδίσει την εμπιστοσύνη του μεγαλέμπορου.

Ο Καπλάνης οργώνει τα πανηγύρια στην Ελλάδα ως πωλητής του γουναράδικου και αποκτά πολύτιμη εμπειρία. Ταυτοχρόνως, έρχεται και σε επαφή με τη γενικευμένη εξαθλίωση του πληθυσμού και καταλαβαίνει πως δεν είναι μόνο αυτός «πικρός», αλλά όλοι οι υπόδουλοι ραγιάδες.

Συνεργάτης πια του Χατζηνίκου, ο Καπλάνης αναχωρεί το 1768 για τη Νίζνα της Ουκρανίας (τμήμα τότε της Ρωσικής Αυτοκρατορίας), όπου υπήρχε ισχυρή ηπειρώτικη παροικία, την οποία κάνει βάση των δραστηριοτήτων του. Εκεί θα περάσει τα υπόλοιπα τρία χρόνια περιοδεύοντας εκτεταμένα στη ρωσική επικράτεια αλλά και την Κεντρική Ευρώπη και οργώνοντας τις εμποροπανηγύρεις.

Οι δουλειές πήγαιναν ιδιαιτέρως καλά και ο Ζώης μετακομίζει το 1771 στη Μόσχα, το μεγαλύτερο κέντρο εμπορίας γούνας εκείνη την εποχή. Σύντομα αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στη Ρωσία, γι’ αυτό και επιστρέφει στο Βουκουρέστι για να λύσει την εμπορική σχέση με τον μέντορά του, τακτοποιώντας όλους τους κοινούς λογαριασμούς και μένοντας πάντα καλοί φίλοι.

Παρά το γεγονός ότι στη Μόσχα οι προσωπικές πια δουλειές του πάνε από το καλό στο καλύτερο, ο Καπλάνης ζει ασκητικά! Διαμένει σε ένα κελί του γραικικού μοναστηρίου του Αγίου Νικολάου, μετόχι της Μονής Ιβήρων, και διάγει λιτότατο βίο. Μετρημένος και ολιγοδάπανος, μαζεύει κάθε δεκάρα, καθώς μέχρι τότε έχει αποφασίσει τι θέλει να κάνει με τα λεφτά που του εξασφαλίζουν το εμπορικό του δαιμόνιο και η παροιμιώδης τιμιότητά του.

kaplanjisissesef7

Δουλευταράς και πανέξυπνος, δεν θα του πάρει πολύ να γίνει ένας από τους πιο πετυχημένους μεγαλέμπορους γουναρικών της Ευρώπης. Συγκεντρώνει αμύθητη για την εποχή περιουσία, καθώς ο εμπορικός κόσμος της Γηραιάς Ηπείρου εκτιμά την αξιοπιστία και την ευθύτητά του και τον εμπιστεύεται πια με τα μάτια κλειστά.

Τα πλούτη δεν τον ξεστρατίζουν όμως, μοιάζοντας ανίσχυρα να τον δελεάσουν να ζήσει μέσα στην πολυτέλεια και την τρυφή. Αντιθέτως, πιάνει φιλίες με τον συμπατριώτη του Ζώη Ζωσιμά, καθώς μοιράζονταν το ίδιο πάθος για την ανιδιοτελή προσφορά στον συνάνθρωπο. Ο επίσης εθνικός ευεργέτης Ζωσιμάς θα τον μυήσει στα «μυστικά» της προσφοράς, αλλά και σε ένα μοντέλο λιτού ασκητικού βίου αλλιώτικο από τα άλλα.

Όπως και το πρότυπό του, οι έξι αδερφοί Ζωσιμάδες, ο Καπλάνης μένει άγαμος ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος «στο πρώτον και θείο έργον, το οποίον είναι διά παντός το καλόν της πατρίδος», όπως έλεγε. Και όπως έκανε φυσικά πράξη σε όλη του τη ζωή.

Ο Καπλάνης παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του στη Μόσχα, πάντα στο ίδιο μοναστικό κελί, ζώντας μια απλή και ήρεμη ζωή. Ήρεμη εξωτερικά, μιας και μέσα του βασανιζόταν διαχρονικά από τη σκέψη της πατρίδας του να στενάζει κάτω από τον οθωμανικό ζυγό. Πριν στραφεί με ορμή στο φιλανθρωπικό έργο στην Ελλάδα, θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην ανιδιοτελή προσφορά στην πόλη όπου ζούσε, έχοντας ωστόσο ακόμα και στο πρώιμο αυτό στάδιο των ευεργεσιών τη σκέψη στην υπόδουλη Ελλάδα.

Ο μακρύς δρόμος της ευεργεσίας

kaplanjisissesef3

Ό,τι έκανε ο Καπλάνης, το έκανε με μια απροσχημάτιστη απλότητα και ανιδιοτέλεια που πιστοποιήθηκε από τόσους και τόσους που έλαβαν το ζεστό άγγιγμά του. Ήταν φυσικότατο γι’ αυτόν να βοηθά οικονομικά τους φτωχούς ομογενείς και ιδιαίτερα τους συντοπίτες του, ήδη από τις πρώτες ημέρες της εγκατάστασής του στη Μόσχα.

Η ηθική αυτή επιταγή θα γενικευτεί λίγο αργότερα και θα περιλαμβάνει πια όλους τους ανθρώπους, αν και ο νόστος για τα πατρώα εδάφη θα τον κάνει να στραφεί σύντομα στην Ελλάδα. Η πρώτη του φανερή δωρεά είχε εξάλλου ελληνικό άρωμα: καταθέτει ένα τεράστιο ποσό στο Αυτοκρατορικό Ορφανοτροφείο της Μόσχας το 1797, 10.000 ρούβλια, και παραγγέλνει οι τόκοι του ποσού να κατευθύνονται κάθε χρόνο στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων.

kaplanjisissesef5

Την επόμενη χρονιά, ανέλαβε τη λειτουργία και τη συντήρηση των διδακτηρίων της Μαρουτσαίας Σχολής στα Γιάννενα, την οποία εφοδίασε με βιβλία και επιστημονικά όργανα. Τον ίδιο χρόνο, σηκώνει νέο κτίριο στη σχολή, πιο μεγάλο και με σημαντική βιβλιοθήκη, το οποίο θα πάρει αργότερα το όνομά του και θα γίνει το έργο της ζωής του. Ταυτόχρονα, θέτει την Καπλάνειο Σχολή στην κηδεμονία της Εκκλησίας, κατοχυρώνοντάς την με πατριαρχικό σιγίλιο. Τοποθετεί σχολάρχη τον επιφανή και προοδευτικό δάσκαλο Αθανάσιο Ψαλίδα, καθιερώνει πρωτοποριακό για την εποχή πρόγραμμα σπουδών και καταφέρνει να μετατρέψει το σχολείο του σε ένα από τα λίκνα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, αλλά και λαμπρό κέντρο εθνεγερσίας για τον υπόδουλο ελληνισμό. Η σχολή κάηκε το 1821, ξαναχτίστηκε ωστόσο το 1926 και λειτουργεί μέχρι και σήμερα ως σχολικό συγκρότημα.

Ο Καπλάνης δεν σταμάτησε όμως εδώ, αφού στην πραγματικότητα τώρα ξεκινούσε. Ανάμεσα στις πολυπληθείς δωρεές του συγκαταλέγονται η ενίσχυση της Ελληνικής Σχολής της Πάτμου και της Αθωνιάδας Σχολής του Αγίου Όρους, η αποστολή χρημάτων στον Πανάγιο Τάφο και στο Σιναίο Όρος στην Ιερουσαλήμ, η προίκιση άπορων κοριτσιών των Ιωαννίνων, η βελτίωση των συνθηκών στις φυλακές της ηπειρώτικης πρωτεύουσας και η ενίσχυση του Νοσοκομείου της Νίζνας.

kaplanjisissesef4

Ταυτοχρόνως, καταθέτει εφάπαξ οικονομική βοήθεια στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, συντηρώντας παράλληλα πλήθος εκκλησιών και μοναστηριών στην Ελλάδα. Όταν δεν ασχολείται με τις επιχειρήσεις του, περνά τον καιρό του σχεδιάζοντας προσεκτικά την επόμενη αγαθοεργία του, κι αυτό θα γίνει το μοτίβο της λιτής ζωής του στην τελευταία δεκαετία του.

Τέσσερις μήνες μάλιστα πριν από τον θάνατό του, αισθανόμενος τις δυνάμεις να τον εγκαταλείπουν από τη μακροχρόνια ασθένεια που τον ταλαιπωρεί, αποφασίζει να συντάξει τη διαθήκη του. Μέσω των εικοσιπέντε άρθρων τής με ημερομηνία 15 Αυγούστου 1806 διαθήκης του, παραχωρεί μερικές ακόμα χιλιάδες ρούβλια για την κοινωνική μέριμνα, την εκπαίδευση και τη φροντίδα των Ελλήνων.

Ορίζει μάλιστα ρητά να κατατίθενται «αιωνίως» -καθώς λέει- χρηματικά ποσά για να προικίζονται τα άπορα κορίτσια των Ιωαννίνων αλλά και να επιβιώνουν οι άποροι και οι κατατρεγμένοι Ηπειρώτες. Τα 188.000 ρούβλια που διέθεσε συνολικά ήταν ένα πραγματικά τεραστίων διαστάσεων ποσό. Είπαν μετά πως ξόδεψε τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής για την πατρίδα. Και το σχολείο του βέβαια, το μεγάλο του μέλημα, στο οποίο και κατευθύνθηκε το 73% της περιουσίας του.

kaplanjisissesef6

Η Καπλάνειος Σχολή του «Γλυκοζώη», όπως τον αποκαλούσαν τώρα για τη δυναμική φιλανθρωπική του δράση, ήταν το έργο της ζωής του. Πέρα από τη λειτουργία της και την οικονομική ενίσχυση των φτωχών μαθητών, ο Καπλάνης προέβλεψε ακόμα και τη μισθοδοσία τριών καθηγητών ξένων γλωσσών!

Τον ενδιέφερε να εξασφαλίσει τη διάρκεια και τον αντίκτυπο της Σχολής για τον φωτισμό του ελληνικού γένους, γι’ αυτό και τοποθέτησε διευθυντή τον λόγιο Ψαλιδά, κορυφαίο εκπρόσωπο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο οποίος με την προοδευτικότητα, την ελευθεροφροσύνη και τον παιδαγωγικό του ζήλο εγκαινίασε μια νέα εποχή άνθησης της παιδείας στον τόπο μας. Ο Ψαλίδας διηύθυνε την Καπλάνειο επί 15 ολόκληρα χρόνια και την κατέστησε το ανώτερο εκπαιδευτήριο του ελλαδικού χώρου, θέτοντας τις βάσεις για την αναγέννηση του έθνους.

Ο Ζώης Καπλάνης έφυγε από τον κόσμο στις 20 Δεκεμβρίου 1806 και ενταφιάστηκε σε μοναστήρι του Ντονσκόι. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, εκδόθηκε στη Μόσχα η ρωσική βιογραφία του, αφού άφησε και εκεί σοβαρό φιλανθρωπικό έργο. Τα «Σπάνια έργα ευποιίας του Ζώη Καπλάνη» μεταφράστηκαν αργότερα στα ελληνικά.

Ο μεγάλος Ηπειρώτης ήταν ο πρώτος που έλαβε επισήμως τον τίτλο του εθνικού ευεργέτη και γράφτηκε με χρυσά γράμματα στον μακρύ κατάλογο των μεγάλων ανθρωπιστών και πατριωτών που άλλαξαν το πρόσωπο του τόπου μας…

ΠΗΓΗ. NEWSBEAST.GR

Advertisements

ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ: Ο μοναχός που άλλαξε την ιστορία του Αγίου Όρους

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα

Όσιος Αθανάσιος ο εν Άθω και οι συν αυτώ έξι μαθητές του – Εορτάζει στις 5 Ιουλίου εκάστου έτους

~ Συνέδεσε το όνομά του με το Άγιο Όρος. Έζησε τον απόλυτο μοναχισμό με διαρκή προσφορά.
Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ανέδειξε με απίστευτο δυναμισμό και σοφία το Περιβόλι της Παναγιάς, αφήνοντας τα δικά του ίχνη στον Άθω κατά τον 10ο αιώνα.
Ο Αθανάσιος ο ονομαζόμενος και Αθωνίτης, από την προσφορά του στο Όρος, γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 927, αν και η ακριβής χρονολογία δεν έχει γίνει γνωστή, από γονείς πλούσιους. Ο πατέρας καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η μητέρα από την Κολχίδα του Πόντου. Πριν ακόμη γεννηθεί, ο πατέρας του πέθανε, ενώ μετά τη γέννησή του πέθανε και η μητέρα του. Βαπτίστηκε και έλαβε το όνομα Αβραάμιος, ενώ την επιμέλειά του ανέλαβε μια μοναχή συγγενής του. Η μοναχή ήταν αυτή που σημάδεψε τη ζωή του, δίνοντάς του τα εφόδια εκείνα τα οποία αργότερα τον οδήγησαν στον μοναχισμό. Ως παιδί ξεχώριζε για τη θέλησή του για μόρφωση, αλλά και για την αφιέρωσή του στον Θεό. Όταν, δε, πέθανε η μοναχή που τον φρόντιζε, βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, επί αυτοκράτορος Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού (920-944).

Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Αβραάμιος έγινε κάτοχος και δάσκαλος «πάσης φιλοσοφίας και ρητορικής», με τη φήμη του να φτάνει μέχρι και τα βασιλικά ανάκτορα.
Η όλη του πορεία, το ήθος του, η πραότητα, ο πλούτος της γνώσεως, το δε έντιμον και χρηστόν του χαρακτήρος του τον έκαναν αγαπητό σε όλους. Εξαιτίας των χαρι­σμάτων του, οι μαθητές και διδάσκαλοι της Σχολής, «κοινή ψήφω», ζήτησαν από τον αυτοκράτορα να εκλεγεί διδάσκαλος αυτής. Έτσι, με αυτοκρατορική υπόδειξη, τιμάται με το αξίωμα του διδασκάλου.
Ο Αβραάμιος σύντομα απέδειξε τις ικανότητές του. Απέκτησε πολλούς μαθητές και συγχρόνως τη φήμη του σοφού διδασκάλου. Γι’ αυτό, χρόνο με τον χρόνο, ο αριθμός των μαθητών μεγάλωνε, ενώ η ζωή του είχε ταυτιστεί με τις αρχές του Χριστιανισμού. Επιθυμία του ήταν να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Θεό, μέσα από τον μοναχισμό.

Η όλη πορεία του Αθανασίου, το ήθος του, η πραότητα, ο πλούτος της γνώσεως, το δε έντιμον και χρηστόν του χαρακτήρος του τον έκαναν αγαπητό σε όλους

Εκείνη την περίοδο ο συγγενής του στρατηγός Ζεφιναζέρ ανέλαβε τη ναυτική διοίκηση στο Αιγαίο, παίρνοντας μαζί του και τον Αβραάμιο. Όταν ο στόλος κατέπλευσε στη Λήμνο, ο Αβραάμιος είδε από μακριά το Άγιο Όρος, γεγονός που επηρέασε στη συνέχεια τις επιλογές του. Όταν επέστρεψε στην Πόλη, συναντήθηκε με τον Όσιο Μιχαήλ Μαλεΐνον, ιδρυτή και ηγούμενο της Λαύρας του Κυμινά, ενός βουνού στη Βιθυνία. Στον Μιχαήλ για πρώτη φορά επίσημα εξομολογήθηκε την επιθυμία να ασπαστεί τον μοναχικό βίο. Στην Κωνσταντινούπολη είχε την τύχη να συναντηθεί και με τον Νικηφόρο Φωκά, τον μετέπειτα αυτοκράτορα. Παρών στη συνάντηση ήταν και ο Μιχαήλ, ο οποίος έκρινε ότι ήταν άξιος να ακολουθήσει βίο πιο ησυχαστικό και ασκητικό, ώστε να επιδοθεί στους δικούς του πλέον πνευματικούς αγώνες και να αναδειχτούν τα πνευματικά του χαρίσματα υπέρ της Ορθοδοξίας.
Ο Αβραάμιος μετέβη, λοιπόν, στο όρος Κυμινά, όπου έγινε δεκτός από τον ηγούμενο Όσιο Μιχαήλ και εκάρη μοναχός με το όνομα Αθανάσιος. Μετά την κουρά του, ο Αθανάσιος, με την καθοδήγηση του Μιχαήλ, επιδόθηκε στην άσκηση των μοναχικών αρετών. Μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών κατέκτησε «πάσαν ασκητικήν πολιτείαν» και συνέλεξε σε βραχύ χρόνο πλούτο αρετών, ώστε «να καθάρει την διάνοιαν» και να δει «θεία θεωρήματα», όπως αναφέρουν όσοι ασχολήθηκαν με τον βίο του και την πορεία του ως μοναχού.

Με το όνομα «Βαρνάβας»
Παρά την ηρεμία που του εξασφάλιζε ο χώρος και, βεβαίως, ο Μιχαήλ, η μοίρα του Αθανάσιου ήταν άλλη. Έφυγε από το όρος Κυμινά, και για πρώτη φορά επισκέφθηκε το Άγιο Όρος. Από την πρώτη στιγμή της άφιξής του περιόδευσε σε πολλά σκηνώματα της αθωνικής χερσονήσου και γνώρισε πολλούς και ενάρετους μοναχούς και ασκητές. Εντυπωσιάστηκε από τη σκληρή ασκητική ζωή, τον λιτό βίο και τις πολλές στερήσεις. Αρχικά έγινε υποτακτικός σε έναν απλό γέροντα, χωρίς να αποκαλύψει ποιος ήταν, κοντά στη Μονή Ζυγού.

Επειδή ήθελε να περάσει απαρατήρητος, δεν φανέρωσε το πραγματικό του όνομα, αλλά σε όσους τον ρωτούσαν έλεγε ότι ονομαζόταν Βαρνάβας. Επιθυμία του ήταν να γνωρίσει τους μοναχούς του Όρους και να ακολουθήσει ένα υψηλότερο στάδιο μοναχικού βίου, αυτό του ερημίτη. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο Τυπικό του, την περίο­δο αυτή οι Αρχές του Άθω δεν επέτρεπαν σε κανέναν μοναχό να ζήσει ως ερημίτης, εάν δεν είχε παραμείνει στο Όρος δύο ή τρία χρόνια. Με τον τρόπο, αυτό υπήρχε ένας έλεγχος για όσους ήθελαν να γίνουν ερημίτες.
Ο Αθανάσιος, όπως έλεγαν αργότερα όσοι τον γνώρισαν, θεωρούσε καθήκον του να μην αποκαλύψει τον εαυτό του και να υποταχθεί σε κάποιο αναχωρητή. Κρύβοντας τις γνώσεις του αλλά και τις πνευματικές του ικανότητες από σεβασμό στον γέροντά του, που ήταν σχεδόν αμόρφωτος, είχε τη δυνατότητα να μαθαίνει τον κόσμο του μοναχισμού και της υποταγής και παράλληλα να διδάσκεται τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εκδηλώνει «πρακτικά» την αφοσίωσή του στο θείο.
Ενώ, λοιπόν, ο Αθανάσιος δοκιμαζόταν στον Άθω ως υποψήφιος ασκητής, ο δομέστικος των Σχολών της Ανατολής, Νικηφόρος Φωκάς, τον αναζητούσε σε διάφορα μοναστικά κέντρα της Μ. Ασίας, χωρίς αποτέλεσμα. Θυμήθηκε, όπως αναφέρεται στη βιογραφία του, ότι ο Αθανάσιος του είχε μιλήσει για πιθανή αναχώρηση και των δύο στο Άγιο Όρος. Έτσι, έγραψε στον κριτή-έπαρχο της Θεσσαλονίκης και του ζήτησε να μεταβεί στον Άθω προς αναζήτηση του Αθανασίου, περιγράφοντας τα προσωπικά χαρακτηριστικά του.
Ο κριτής μετέβη στο Όρος, συναντήθηκε με τον Πρώτο του Όρους, Στέφανο, και του μετέφερε το αίτημα. Ο Στέφανος άρχισε και τον αναζητά, ενώ πλησίαζαν τα Χριστούγεννα – η σύναξη των γερόντων του Όρους γινόταν τρεις φορές τον χρόνο: τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και στις 15 Αυγούστου, εορτή της κοιμήσεως της Πα­ναγίας. Στις συνάξεις, υπό την προεδρία του Πρώτου, συμμετείχαν οι πατέρες οι οποίοι ασκούνταν στην περιοχή της Λαύρας των Καρυών.
Κατά τα Χριστούγεννα, λοιπόν, του έτους εκείνου, έγινε τελικά η αναγνώριση του Αθανασίου. Όλοι οι Αθωνίτες ήξεραν πλέον ότι ο Βαρνάβας ήταν ένας μορφωμένος μοναχός, αλλά δεν γνώριζαν ποιος ήταν στην πραγματικότητα, γιατί ζήτησε από τον Πρώτο να κρατήσει το μυστικό του, διαφορετικά θα έφευγε από τον Άθω. Ο Πρώτος τού παραχώρησε ένα αναχωρητικό κελί κοντά στις Καρυές. Ο Αθανάσιος εγκαταστάθηκε με έναν μαθητή ονόματι Λουκίτζη και ασκούσε το επάγγελμα του καλλιγράφου. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 959.
Περί το έτος 960 ήρθε στο Όρος ο αδελφός του Νικηφόρου και δομέστικος των Σχολών της Δύσεως Λέων Φωκάς, μετά τη νίκη του κατά των Σκυθών, για να ευχαριστήσει από ευγνωμοσύνη τον Θεό. Τότε ήταν που συνάντησε τον Αθανάσιο, με αποτέλεσμα όλοι να μάθουν ποιος ήταν πραγματικά ο Βαρνάβας και ποιες οι σχέσεις του με την οικογένεια Φωκά. Το ασκητικό περιβάλλον, η όλη προσωπικότητα και η σχέση του με την ένδοξη οικογένεια της αυτοκρατορίας προκάλεσαν αίσθηση στους Αθωνίτες και πολλοί έσπευσαν να τον πλησιάσουν και να μείνουν μαζί του.
Ο Αθανάσιος, θέλοντας να αποφύγει την προσέλευση και σύγχυση, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο που είχε όταν αφίχθη στο Όρος: να αποσυρθεί στα ενδότερα του Όρους, στην ησυχία. Έτσι, με την ευλογία του Πρώτου και της Συνάξεως, αφού έμεινε δύο χρόνια στις Καρυές, έλαβε έναν τόπο εξαιρετικά απρόσιτο και ερημικό, που λεγόταν Μελανά, στη θέση όπου έκτισε τη Λαύρα. Εκεί έστησε την ασκητική του καλύβη, σαν «άλλο αρετής εργαστήριον», και επιδόθηκε σε νέους πνευματικούς αγώνες αφοσιωμένος στις «κατά Θεόν μελέτες και θείες θεωρίες».

Από το Περιβόλι της Παναγίας στην Κρήτη
Την περίοδο εκείνη ο Νικηφόρος Φωκάς διηύθυνε την εκστρατεία του Βυζαντινού στρατού, περί το 960, για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες. Οι συγκρούσεις ήταν σκληρές και αμφίρροπες. Η βυζαντινή στρατιά υπέφερε από το κρύο και την έλλειψη τροφών, σε αντίθεση με τον στρατό των Αράβων.
Επιθυμώντας να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών, ο Φωκάς υπενθύμιζε ότι σκοπός της εκστρατείας ήταν η απελευθέρωση εδαφών και πληθυσμού χριστιανικού. Άλλωστε, οι Άραβες ή Σαρακηνοί, έχοντες ως ορμητήριο την Κρήτη, έκαναν επι­δρομές σε όλο το Αιγαίο, ακόμα και το Άγιο Όρος, από το οποίο, πέραν των λαφύρων, είχαν αιχμαλωτίσει και μοναχούς.
Στην προσπάθειά του να ενισχύσει το ηθικό του στρατού, αποφάσισε να αποστείλει γράμματα σε μοναστήρια της Μ. Ασίας και στο Άγιον Όρος, ζητώντας να στείλουν μερικούς μοναχούς κοντά στο στρατό. Μεταξύ των μοναχών, έγραψε και στον Αθανάσιο και στον Πρώτο του Όρους. Οι Αθωνίτες απάντησαν θετικά. Με την ευλογία του Πρώτου και των γερόντων του Όρους, αποφάσισε να μεταβεί στην Κρήτη ο Αθανάσιος συνοδευόμενος από ένα μοναχό, το Θεόδοτο.
Η συνάντηση των δύο αντρών ήταν συγκινητική. Ο Αθανάσιος έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον πνευματικό του φίλο Νικηφόρο Φωκά. Η αποστολή και παραμονή του στην Κρήτη στέφθηκε με πλήρη επιτυχία. Πέτυχε να βοηθήσει στην εκδίωξη των Αράβων από την Κρήτη, την απελευθέρωση όσων Αθωνιτών είχαν συλληφθεί και διασωθεί και την επανασύνδεση του φιλικού του δεσμού με τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά.
Εκεί καταστρώθηκε η ιδέα της ιδρύσεως ενός μοναστηριού στον Άθω, υπό την ηγουμενία του Αθανασίου, στο οποίο θα μόναζε και ο Φωκάς. Για τον σκοπό αυτό ο Φωκάς πρότεινε στον Αθανάσιο να του διαθέσει τα χρήματα που θα απαιτούνταν για την ανέγερση της μονής. Αφού οι δύο άνδρες έμειναν σύμφωνοι, ο μεν Αθανάσιος αναχώρησε για τον Άθωνα, ο δε Φωκάς επέστρεψε στη Βασιλεύουσα. Επιστρέφοντας ο Αθανάσιος στο Όρος, είχε αποφασίσει να αρχίσει την ίδρυση της Λαύρας. Στο μεταξύ ο Νικηφόρος Φωκάς απέστειλε στον Άθω τον έμπιστό του μοναχό Μεθόδιο, με επιστολή και τα αναγκαία χρήματα για την έναρξη των εργασιών. Ο Μεθόδιος παρέμεινε στο κελί του Αθανασίου έξι μήνες και δεν αναχώρησε παρά αφού έπεισε τον Αθανάσιο να αρχίσει την κατασκευή της Λαύρας και αφού είχαν αρχίσει οι οικοδομικές εργασίες.

Ο Αθανάσιος έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον πνευματικό του φίλο Νικηφόρο Φωκά. Η αποστολή και παραμονή του στην Κρήτη στέφθηκε με πλήρη επιτυχία. Πέτυχε να βοηθήσει στην εκδίωξη των Αράβων από την Κρήτη, την απελευθέρωση όσων Αθωνιτών είχαν συλληφθεί

Πράγματι, ο Αθανάσιος άρχισε με την ανέγερση του ησυχαστηρίου, όπου θα μόναζε ο Νικηφόρος, και του ναού επ’ ονόματι του Τιμίου Προδρόμου. Στη συνέχεια προχώρησε στην ανέγερση του καθολικού και άλλων κτισμάτων. Ενώ, λοιπόν, προχωρούσαν οι εργασίες ανεγέρσεως του καθολικού και των κελιών, έφθασε η είδηση της ανόδου του Νικηφόρου στον αυτοκρατορικό θρόνο. Η είδηση αυτή πίκρανε τον Αθανάσιο, ο οποίος ανέλαβε την ανοικοδόμηση της Λαύρας έπειτα από επίμονες παρακλήσεις του Νικηφόρου και την υπόσχεσή του να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Τότε ήταν που απεφάσισε να εγκαταλείψει την ηγουμενία της Λαύρας και να φύγει από το Όρος.

Στη Μονή Ιερέων στην Κύπρο
Ο Αθανάσιος έφυγε από το Όρος και αποβιβάστηκε στην Άβυδο της Μικράς Ασίας. Φθάνοντας εκεί, έστειλε πίσω στον Άθωνα το πλοίο της Λαύρας με τους περισσότερους εκ των συνοδών του. Έναν μοναχό απέστειλε στη Βασιλεύουσα με σκοπό να επιδώσει στον αυτοκράτορα επιστολή και ο ίδιος με τρεις εμπίστους μοναχούς επιβιβάστηκε σε πλοίο με προορισμό την Κύπρο. Με το γράμμα στον αυτοκράτορα τον πληροφορούσε ότι παραιτούνταν από την ηγουμενία, αλλά συγχρόνως του υποδείκνυε τον μοναχό Ευθύμιο, ώστε να αναλάβει το αξίωμα.
Φθάνοντας στην Κύπρο, διέμεινε στη Μονή των Ιερέων και απέστειλε τον μοναχό Θεόδοτο στη Λαύρα, με εντολή να παρακολουθεί την εξέλιξη των υποθέσεων της Μονής. Μόλις η πορεία των πραγμάτων της Μονής πήρε αρνητική τροπή, ο Θεόδοτος επέστρεψε στην Κύπρο και ενημέρωσε τον Αθανάσιο για την κατάσταση. Ο αυτοκράτωρ, διαβάζοντας την επιστολή, κατέστησε τον μοναχό Ευθύμιο ηγούμενο της Λαύρας και πάραυτα απέστειλε γράμματα προς αναζήτηση του Αθανασίου, ο οποίος κρυβόταν στη Μονή των Ιερέων.
Τα γράμματα έφθασαν και στον ηγούμενο της Μονής των Ιερέων, ο οποίος κάλεσε τον Αθανάσιο και τον συνοδό του μοναχό Αντώνιο προς εξακρίβωση. Ο Αθανάσιος απέφυγε να αποκαλύψει τον εαυτό του. Αναχώρησε με τον Αντώνιο και έφτασε στην πόλη Αττάλεια της Μ. Ασίας, όπου έφτασε επίσης ο μοναχός Θεόδοτος, ο οποίος πληροφόρησε τον Αθανάσιο για τη θλιβερή κατάσταση της Λαύρας. Έτσι, χωρίς χρονοτριβή, αποφάσισε να επιστρέψει στη μονή. Η επάνοδός του έδωσε χαρά και ικανοποίηση στους πατέρες, οι οποίοι δοκιμάσθηκαν αρκετά κατά το διάστημα της απουσίας του, κατά την οποία διακινδύνεψε και η ίδια η ύπαρξη της μονής.
Η επιστροφή στη Βασιλεύουσα

Αφού ετακτοποίησε καλώς όλα τα πράγματα της Λαύρας, απεφάσισε να με­ταβεί στη Βασιλεύουσα προς συνάντηση με τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά. Η συνάντηση των δύο ανδρών υπήρ­ξε συγκινητική και, ακόμη περισσότερο, σημαντική και χρήσιμη, καθώς όχι μόνο είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση των παρεξηγήσεων, αλλά και αποτέλεσε σταθμό για την ιστορία της Λαύρας, αλλά και για αυτή του Αγίου Όρους.
Ο Αθανάσιος εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Νικηφόρος Φωκάς από τη θέση την οποία πλέον κατείχε θα βοηθούσε αποτελεσματικά τη Λαύρα. Πράγματι, ο αυτοκράτωρ εξέδωσε, χάρη του Αθανασί­ου, υπέρ της Λαύρας τρία χρυσόβουλα, τα οποία, εκτός από τη θεσμική τους διά­σταση, παραχωρούσαν στη νεόδμητη Λαύρα σημαντικές δωρεές. Στο χρυσόβουλό του, το οποίο είχε χαρακτήρα Τυπικού για τη Λαύρα, ο Φωκάς συμπεριέλαβε μία ρήτρα μεγάλης σημασίας: Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στη Λαύρα εκτός από τον αυτοκράτορα. Η Λαύρα, η οποία από ιδιωτική κατέστη βασιλική-αυτοκρα­τορική, με την ανάρρηση του Φωκά στον αυτοκρατορικό θρόνο καθιερώθηκε ως ελευθέρα και αυτοδέσποτος από κάθε κοσμική ή εκκλησιαστική Αρχή.
Ο Νικηφόρος, κτήτωρ της μονής, είχε την κυριότητά της σε όλη τη διάρ­κεια της ζωής του και, μετά τον θάνατό του, αυτή περιήλθε στον Αθανάσιο, ο οποί­ος ήταν ισόβιος ηγούμενος. Ο Φωκάς με το χρυσόβουλό του απαγόρευσε την παραχώρηση της Λαύ­ρας σε πρόσωπο ξένο προς αυτήν, κοσμικό ή εκκλησιαστικό, ή σε άλλη μονή. Παράλληλα, χορηγούσε στη Λαύρα χρηματικές παροχές σε ετήσια βάση, αναγκαίες για τη συντήρησή της. Έτσι, η Λαύρα κατέστη αυτοκρα­τορικό μοναστήρι, με κοινοβιακό χα­ρακτήρα, πλούτο και ευμάρεια.

Ο αυτοκράτωρ εξέδωσε, χάρη του Αθανασί­ου, υπέρ της Λαύρας τρία χρυσόβουλα, τα οποία, εκτός από τη θεσμική τους διά­σταση, παραχωρούσαν στη νεόδμητη Λαύρα σημαντικές δωρεές

Την ίδια περίοδο, λόγω της φή­μης του Αθανασίου και της εντυπω­σιακής εξελίξεως της Λαύρας, μονα­χοί από πολλές περιοχές προσέρχονταν να υποταχθούν. Μεταξύ αυτών έρχο­νταν από τη Ρώμη, την Καλαβρία, την ευρύτερη Ιταλία, την Ιβηρία, την Αρμενία κ.α. Όλοι αυτοί έβρι­σκαν καταφύγιο στη Λαύρα, η οποία την περίοδο εκείνη (964 972) ήταν το μόνο σημαντικό μοναστικό ίδρυμα, εκτός του Πρωτάτου, στον Άθω.
Αυτή η πρωτόγνωρη άνοδος της Λαύ­ρας προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις από πολλούς Αθωνίτες ασκητές, ερημίτες και ηγουμένους μονυδρίων. Η βασική διαμαρτυρία ήταν ότι με τη μεγάλη οικονομική δραστηριότη­τα, τις άφθονες χρηματικές δωρεές κ.λπ. αλλοιώνονταν η μοναχική παράδοση του Όρους και ο χαρακτήρας του αγιορείτι­κου ασκητικού πνεύματος, όπως τότε υπήρχε στον Άθω.
Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά δημιούργησε μια νέα εποχή και έφερε μια καινούργια τροπή στα αγιορείτικα πράγματα. Όσοι αντι­δρούσαν ή διαφωνούσαν με τον Αθανά­σιο θεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία να ανακόψουν την πορεία του. Έτσι, έστειλαν αντιπροσωπία στον νέο αυτοκράτορα, στον οποίο διετύπωσαν τις αιτιάσεις τους.

Νέα πορεία
Ο νέος αυτοκράτωρ, Ιωάννης Τσιμισκής (969-976), προσκάλεσε τον Αθα­νάσιο στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη συνάντηση, ο αυτοκράτωρ, παρ’ ότι εγνώριζε τον στενό δεσμό του Αθανασίου με τον δολοφονηθέντα Νι­κηφόρο Φωκά (963-969), όχι μόνον δεν έδειξε αντιπάθεια ή εχθρότητα προς αυτόν, όπως ανέμεναν οι αντιφρονού­ντες, αλλά επέδειξε φιλική στάση και πραγ­ματοποίησε όλα του τα αιτήματα. Η στάση αυτή άμβλυνε τις αντιθέσεις και οδήγησε στη συμφιλίωση των δύο πλευρών.
Αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων ήταν να αποσταλεί στον Άθω ο ηγούμενος της Μονής Στουδίου, Ευθύμιος, προκειμένου να λυθεί οριστικά το αγιορείτικο ζήτημα. Με την ευκαιρία εκείνης της συναντήσεως, ο Ιωάννης Τσιμισκής εξέδωσε χρυσόβουλο υπέρ της Λαύρας και επικύρωσε όλες τις διατάξεις αυτού του προκατόχου του.
Ο ηγούμενος Ευθύμιος πήγε να συναντήσει τον Αθανάσιο. Μετά από πολλές διαβουλεύσεις μεταξύ των Αγιορειτών, συνετάγη ένα κείμενο, το οποίο ενέκριναν όλοι οι ηγούμενοι και το υπέγραψαν ο Πρώτος, 57 ηγούμενοι του Άθω και άλλοι πρόκριτοι αγιορείτες. Το κείμενο αυτό, γνωστό ως Τυπικό του Τσιμισκή, φέρει επίσης την ονομασία «Τράγος», γιατί είχε γραφεί «επί αιγείου (κατσικίσιου) δέρματος» (περγαμηνή). Ο «Τράγος» από της καθιερώσεώς του φυλάσσεται στο Σκευοφυλάκιο του Πρωτάτου και της Ιεράς Κοινότητος. Μετά την κύρωση και εφαρμογή του, ο Αθανάσιος ασχολήθηκε απε­ρίσπαστος με τη διοίκηση της Λαύρας και τα πνευματικά του κα­θήκοντα. Ιδιαίτερα εμερίμνησε για τη διοικητική οργάνωση της μονής, την ορθή διαχείριση των οικονομικών, τη λειτουργική ευταξία και διάφορα άλλα προσωπικά θέματα της καθημερινής ζω­ής και γενικότερα.
Το Τυπικό του 
Το Τυπικό που συνέταξε ο Αθανάσιος διακρίνεται σε τρία μέρη: Το Τυπικό, το οποίο αναφέρεται σε θέματα διοικητικά, όπως η εκλογή ηγουμένου, τα καθήκοντα, οι εξουσίες, οι υποχρεώσεις, η διαδοχή, τα καθήκοντα των προκρίτων αδελφών κ.ά. Η Διατύπωση, που αποτελεί ένα σύντο­μο κείμενο, αναφερόμενο κυρίως στον τρόπο εκλογής του ηγουμένου, τον διο­ρισμό επιτρόπων κ.ά. Τέλος, η Υποτύπωση, ένα είδος λειτουρ­γικού τυπικού, που αναφέρεται στην τέλεση των Ιερών Ακολουθιών όλου του εκ­κλησιαστικού έτους.
Ο Αθανάσιος ανεγνωρίσθη και καθιερώθη ως ο αναμορφωτής αρχηγέτης και πατριάρχης του αθωνικού μοναχισμού. Η συμβολή του στην καθιέρωση και την ανα­γνώριση του μοναχικού καθεστώτος της αθωνικής πολιτείας υπήρξε καταλυτική και πανθομολογούμενη.
Ο Αθανάσιος εκοιμήθη περί το 1000 μ.Χ. Πάνδημος υπήρξε η εκφορά του ιερού σκηνώματός του, όπου παρέστη η του Όρους Γερουσία. Ανεγνωρίσθη Όσιος και η μνήμη του εορτάζεται την 5η Ιουλίου.
Τα θαύματά του
Ο μοναχός Αθανάσιος ο αποθηκάριος, στην αρ­χή της μοναχικής του ζω­ής, ευρισκόμενος κάποτε στον Μυλοπόταμο, έπαθε υδρωπικία. Βλέποντας την κατάστασή του, ο Όσιος του υπέδειξε να μεταβεί στη Λαύρα, για να θεραπευθεί από τον ιατρό της μονής. Όταν έφθασε εκεί, οι ιατροί που τον εξέτασαν δεν πί­στευαν ότι θα θεραπευόταν. Τότε ο πατήρ τον λυπήθηκε για την κατάστασή του και, αφού άγγιξε με το χέρι του την κοιλιά του, είπε: «Ύπαγε, τέκνον, της χάριτος του Θεού. Ουδέν κακόν έχεις». Αμέσως με τον λόγο ο μοναχός θεραπεύτηκε.
H εμφάνιση της Παναγίας
Κατά το έτος 963 εκδηλώθηκε λιμός στην αυτοκρατορία, ένεκα του οποίου επροκλήθη έλλειψη τροφών και στο Άγιον Όρος. Επειδή είχε ξεκινήσει η οικοδομή της Λαύρας και η εξάντληση υλικών και τροφίμων, ο Όσιος απεφάσισεν να μεταβεί στις Κα­ρυές, για να συμβουλευθεί τον Πρώτο και τους γέροντες επί του πρακτέου. Ενώ λοιπόν επορεύετο προς τις Καρυές, σε αρκετή απόστα­ση από τη μονή συνάντησε μια σεμνοτάτην και ωραιοτάτην γυναίκα. Από τη θέα της εταράχθη. Αλλά πρώτη η γυνή ρώτησε τον Αθανάσιον: «Πόθεν έρχεσαι, Αθανάσιε, και πού πο­ρεύεσαι;». Έκπληκτος ο Όσιος απάντη­σε: «Ποία είσαι εσύ η οποία μου ομιλείς και γνωρίζεις το όνομά μου;». «Εγώ είμαι η Μήτηρ του Κυ­ρίου και προστάτις σου», απάντησε εκείνη και συνέχισε: «Αλλ’ ειπέ μοι, διατί εγκατέλιπες την Λαύραν και πού μεταβαίνεις;». Και ο Όσιος απάντησε: «Δεν πιστεύω ότι είσαι η Κεχαριτωμένη εάν δεν ιδώ κάποιο σημείον». «Δίκαιον έχεις, Αθανάσιε. Διά να πιστεύσεις, ιδού», απάντησε. «Χτύπησε σταυροειδώς με τη ράβδο σου αυτήν την πέτρα, επικαλούμενος το όνομα της Παναγίας Τριάδος, και θα ιδείς ευθύς να αναβλύζει άφθονον και αστείρευτον ύδωρ».
Πεισθείς ο Όσιος, εκτύπησε την ενώ­πιόν του πέτρα και αμέσως ανέβλυσεν ύδωρ και το σημείον εκείνο έκτοτε ονομάσθηκε ύδωρ του αγιάσματος, έν­θα εκτίσθη ναΰδριον της Ζωοδόχου Πηγής.
πηγή

Τα τέσσερα πράγματα που σκοτίζουν την ψυχή.(Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

 

 

Ο άνθρωπος για να έχει πνευματική ζωή, να έχει το φως στη ζωή του, πρέπει να έχει τελεία επικοινωνία με το περιβάλλον του. Από τη στιγμή που δεν έχει αυτή την απλή, την φυσική, την άνετη εγκατάλειψη και παράδοση του εαυτού του στον άλλον, και επομένως την βίωση του άλλου ως οικείου μέλους, δεν μπορεί να έχει Θεόν. Γι ‘αυτό σκοτίζεται η ψυχή, όταν κλονίζεται η σχέση της με τον Θεό.

Πως όμως κλονίζεται? Με το να μισεί τον πλησίον του.Το μισώ τον πλησίον έχει κατά κύριον λόγο ενεργητική έννοια και σημαίνει, κτυπώ, αρνούμαι, επιτίθεμαι εναντίον του άλλου. Εκφράζει την επιθετική διάθεση της ψυχής. Αντί να έχω φυσική σχέση με τον άλλον, να τον βάζω στην καρδιά μου, έχω το μίσος, που είναι μία έξοδος του άλλου από την καρδιά μου και από την ζωή μου. Μίσος λοιπόν είναι να βλέπω ως έτερον τον άλλον, να τον πετάω έξω από την καρδιά μου, να μην το θεωρώ ως είναι μου. Αντί να δω ότι ο άλλος είμαι εγώ, βλέπω ότι είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό μπορεί να είναι φυσικό για τους ανθρώπους του κόσμου, αλλά για μας, που είμαστε σώμα Χριστού, είναι αφύσικο.
Το μίσος είναι εκ των μεγάλων αμαρτημάτων, διότι είναι απόρροια μεγάλης εμπαθείας και δείχνει ότι ο άνθρωπος δούλεψε πολλά χρόνια στην αμαρτία και τα πάθη, και έχει σκληρυνθεί τόσο πολύ η καρδιά του, ώστε κατά κάποιο τρόπο έγινε ανώμαλη και όχι μόνο δεν μπορεί να αγαπήσει, αλλά και μισεί. Χρειάζεται πολύ δάκρυ για να αποβάλλει κάποιος το μίσος. Δεν είναι υπόθεση μιας αποφάσεως απλώς ή αγώνος μιας μέρας. Όταν μισώ κάποιον, δεν μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον μισώ. Μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον χτυπήσω, να μην τον βλάψω, αλλά για να μην τον μισώ πλέον, χρειάζεται μια εσωτερική κάθαρσις. Το μίσος προς τον πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι ‘αυτό και συσκοτίζει την ψυχή.
Πως αλλιώς κλονίζεται η σχέση με τους άλλους? Με την εξουδένωση. Με το να ταπεινώνεις τον άλλον. Με το να τον κρίνεις. Όταν όμως κρίνω τον άλλον, τον βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Είναι τόσος ο εγωισμός του ανθρώπου, ώστε τίποτε δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον της κρίσεώς του, ούτε ένας Θεός, πόσο μάλλον άνθρωπος ένας. Το να θεωρώ τον άλλον ως κατώτερο, περισσότερο όμως το να το εκφράζω, είναι κεφαλαιώδες αμάρτημα.
Άλλη μορφή σχέσεώς μας με τους ανθρώπους, η οποία διαταράσσει την ειρήνη και την ενότητα, ΕΙΝΑΙ Η.ζήλεια ΜΕ όλες τις Έννοιες. Ζηλεύω κάποιον από αγάπη, τον θεωρώ δικό μου και ενώνομαι αναπόσπαστα μαζί του. Η ένωση αυτή δεν είναι εν τω σώματι του Χριστού, είναι μία υποβίβαση του σώματος του Χριστού σε ανθρώπινη σχέση. Είναι επίσης μία πλήρης μοιχική εσωτερική ενέργεια.
Αν πάρουμε την ζήλεια με την έννοια ότι ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο και τον απωθώ, τότε η ζήλεια είναι έκφραση εσωτερικής αδυναμίας αλλά και ανώμαλης αγάπης. Δηλαδή τον αγαπώ κατά τρόπο εγωιστικό και αποκλειστικό, πιστεύω ότι έχω δικαιώματα στη ζωή του και ότι αυτός έχει υποχρεώσεις απέναντί ​​μου, ότι πρέπει να μου δίνει λογαριασμό για το που πηγαίνει και τι κάνει.
Η ζήλεια λοιπόν είναι διαταραχή των σχέσεών μας λόγω περισσής εσωτερικής ψυχικής ενέργειας. Ζήλεια είναι κάθε στροφή προς τον άλλον, που ξεκινάει από κάτι υπερβολικό, από έναν ζήλο, από μία ζέση, από μία βράση. Επομένως ζήλος μπορεί να είναι το ενδιαφέρον μου, η αγάπη μου, η φροντίδα μου να τον σώσω, να τον βοηθήσω να βγει από την αμαρτία, να γίνει παιδί του Θεού. Αυτή η ζέσις είναι ένας αφύσικος εσωτερικός οργασμός, μία αφύσικη πνευματική συσσωμάτωση.
ΤΟ αντίθετο Της ζήλειας ΕΙΝΑΙ Ο γογγυσμός , ο οποίος επίσης προέρχεται από αδυναμία της ψυχής. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, αρνούμαι, παραπονούμαι, είμαι στενοχωρημένος, δεν ικανοποιούμαι. Αυτόν τον γογγυσμό τον εκφράζω στο περιβάλλον μου, στα γραπτά μου, στην προσευχή μου. Ζητώ λόγου χάριν, κάτι από τον άλλον, ή προσδοκώ ή απαιτώ κάτι. Δεν μου το δίνει όμως, γιατί και αυτός είναι απορροφημένος από τον δικό του αγώνα και πόθο, από την δική του σκέψη, αμαρτία, χαρά, από τη δική του ακολασία, αγιότητα ή αρετή. Τότε πέφτω σε έναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιούμαι στην σκέψη του.Προσεύχεται αυτός, νομίζω ότι με αφήνει μοναχό μου.Ενδιαφέρεται για μένα, νομίζω ότι δεν το έκανε από αγάπη ή ότι το έκανε ελλιπές.
Ο γογγυσμός είναι το ανικανοποίητο που νοιώθουμε στη ζωή μας και προέρχεται από ένα μειονεκτικό εγώ.Η ζήλεια προέρχεται από ένα εγώ υπερτροφικό, ενώ η εξουδένωση από ένα εγώ αυτοτρεφόμενο και αυτοδυναμούμενο άνευ Θεού, που βλέπει τον άλλον κατώτερο, μηδαμινό. Το μίσος είναι η διαφοροποίηση, η απώθηση του άλλου από την ύπαρξη μας.

Aπό το βιβλίο «ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΒΒΑ ΗΣΑΪΑ

ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΑΡΧ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

Οι άλλοι ‘’αρσανάδες’’ τ’ Άθωνα  (Του Β. Χαραλάμπους)

Αποτέλεσμα εικόνας για Οι άλλοι ‘’αρσανάδες’’ τ’ Άθωνα                   

___________________

Κεραστιλίκι το γεροντάκι στον τορβά δεν είχε

αρκούσαν λίγα λόγια παρηγοριάς

στον πονεμένο εκείνο προσκυνητή

που καθόταν μονάχος στ’ ακροβράχι

σιμά στη Μονή Σίμωνος Πέτρας

και που το λυπημένο αλφάβητό του

έσμιγε  με τ’ απόκοσμο ανάσασμα του λίβα .

Γεροντάκια τόσο ‘’ασήμαντα’’

και συνάμα τόσο σημαντικά

οι άλλοι ‘’αρσανάδες’’ τ’ Άθωνα

που μπορούν να ξαποσταίνουν

οι τσακισμένες μαούνες της ζωής.