Θεοδόχος – (Στέλλας Ν. Αναγνώστου-Δάλλα).

Άγιε σεβάσμιε γέροντα, προσκυνώ τα εκατό και πάνω ανθρώπινα χρόνια σου, που σε κάνουν να βαδίζεις σκυφτός πάνω στο ραβδί σου, σχεδόν παραπατώντας!
Ασπάζομαι τα άγια χέρια σου, αυτά,
Που χρόνια ολόκληρα πάλευαν με κοντυλοφόρους και μελάνια, γιατί σε μάγευε η γνώση από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου, από τότε,
που ζήτησες να μάθεις τα Ελληνικά, μαζί με όλες τις Γραφές και τον Νόμο, τις άγιες παρακαταθήκες της φυλής σου.
Σου χρειάστηκαν, άγιε γέροντα, όταν κλήθηκες στην Αλεξάνδρεια, κι εσύ μαζί με άλλους εβδομήντα-τόσους, να μεταφράσετε τους τόμους της Γραφής. Πανηγύρισαν τότε όλοι οι ομόθρησκοί σου, παντού στην Οικουμένη. Έτσι τίμησες την πίστη σου και τις γνώσεις σου, τις έκανες πάλι δώρο στον Θεό, κι ο Θεός,
Σου ψιθύρισε πως δεν θα κλείσεις τα μάτια σου, αν δεν Τον δεις Ολόσωμο μπροστά σου, αν δεν Τον κρατήσεις στα χέρια σου.
Τον πίστεψες, γιατί ήξερες να πιστεύεις.
Τον περίμενες, γιατί ήξερες να περιμένεις.
Εκείνη τη μέρα, στο χαρμόσυνο μήνυμα, έτρεξες στον Ναό, ανάλαφρος σαν παιδί.
Να ‘ρθω κι εγώ εκεί που πας; Μαζί σου; …δεν είναι μακρυά ο ναός…
Όταν Τον «απάντησες», έβαλες κάτω από το μικρό σωματάκι τα χέρια σου. Υπό… Μάθε με κι εμένα γέροντα…
Όταν Τον κοίταξες, δάκρυσες. Μαζί σου δάκρυσε και όλη η Παλαιά Διαθήκη, που «υπ-απήντησε» επιτέλους, τον πολυπόθητο Μεσσία της.
Όταν έφευγες γέροντα από τον Ναό, σε είδα που τρέκλιζες. Νόμισα ότι δυσκολευόσουν, αλλά ήταν συγκίνηση. Έσκυψα και κοίταξα τα μάτια σου, τα είδα γελαστά. Συνεπαρμένα. Κοιτούσαν ψηλά κι ας έσκυβες. Χόρευες γέροντα!
Σε είδα που απομακρυνόσουν προς το σπίτι σου. «Νυν απολύεις τον δούλο Σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα Σου, εν ειρήνη…».
Δίδαξέ με κι εμένα, γέροντα. Μάθε με…
Στέλλα Ν. Αναγνώστου-Δάλλα.

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ

Ιστορικά στοιχεία για την  εορτή της Υπαπαντής:

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιστορικά στοιχεία για την  εορτή  της Υπαπαντής:"

Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες η εορτή της Υπαπαντής ήταν τελείως άγνωστη στην Εκκλησία, όπως επίσης και αρκετές ακόμη εορτές.

Μόνο ο εορτασμός του Πάσχα ήταν γνωστός και οι λεπτομέρειές του. Ακόμη και η εορτή της Γέννησης του Χριστού ήταν άγνωστη ή μάλλον ακαθόριστη. Οπότε θα ήταν αδιανόητο να παραδεχθούμε ότι είχε καθοριστεί εορτή σαράντα ημερών μετά τη Γέννηση του Κυρίου μιας και δεν ήταν καθορισμένη η ίδια ημέρα και ο μήνας του συγκεκριμένου γεγονότος. Η εορτή ξεκίνησε στα Ιεροσόλυμα, λόγω των πολλών προσκυνημάτων.

Στον 39ο λόγο του για τα Φώτα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει όλες τις λεπτομέρειες για τη γέννησή Του Κυρίου και τις πρώτες ημέρες της ζωής Του. Το παράθεμα των λόγων του είναι το εξής: «Τη μεν ουν γεννήσει τα εικότα προεορτάσαμεν.., μετά αστέρος εδράμομεν και μετά μάγων προσεκυνήσαμεν, μετά ποιμένων περιελάμφθημεν και μετά αγγέλων εδοξάσαμεν, μετά Συμεών ενηγκαλισάμεθα και μετά Άννης ανθωμολογησάμεθα, της γηραιάς και σώφρονος».

Δεν μπορούμε όμως να πούμε με σιγουριά ότι με τα λόγια του αυτά αναφέρεται στην εορτή της Υπαπαντής, παρ’ όλο που κάνει λόγο στα ονόματα του Συμεών και της Άννας. Διότι, τότε που απήγγειλε αυτό το λόγο, τα γεγονότα της παιδικής ηλικίας του Χριστού μέχρι τη βάπτισή του εορτάζονταν σε μία μόνο ημέρα, την ημέρα των Χριστουγέννων.

Άρα, η εορτή ήταν άγνωστη εκείνα τα χρόνια, τουλάχιστον στην Κωνσταντινούπολη. Ως ειδική εορτή εκεί, στην πρωτεύουσα του κράτους δηλαδή, εορτάστηκε περίπου το 379 ή το 380. Δεν ήταν μόνο άγνωστη αυτή η εορτή στην εκκλησία της Κωνσταντινούπολης την εποχή εκείνη, αλλά και σε όλες τις άλλες εκκλησίες της Ανατολής.

Αυτό αποδεικνύεται από την μη ύπαρξη γνήσιων πανηγυρικών λόγων Πατέρων εκείνης της περιόδου. Διότι, τρεις ομιλίες εκείνης της περιόδου αποδείχτηκαν σήμερα μεταγενέστερες και νόθες. Αυτές είναι:

-Ο λόγος «εις τον Συμεώνα και εις την Άνναν, τη ημέρα της υπαντήσεως και εις την αγίαν Θεοτόκον», του Μεθόδιου τον Τύρου,

-ο λόγος εις την Υπαπαντή του Κύριλλου Ιεροσολύμων (312-386)

-ο λόγος του Γρηγορίου του Νύσσης (335-394).

Αντίθετα, γνήσιους λόγους προς την Υπαπαντή βρίσκουμε μετά τις αρχές του ε΄ αιώνα και είναι οι εξής: Του Αμφιλοχίου Ικονίου (μετά το 400 μ.Χ.), του Σωφρονίου Ιεροσολύμων (575-638)84 και του Μοδέστου Ιεροσολύμων, ο οποίος ήταν Πατριάρχης από το 632-634. Αυτό μας δηλώνει ότι η εορτή μέχρι το τέλος του δ΄ αιώνα είναι άγνωστη στους Χριστιανούς.

H αρχαιότερη μαρτυρία της εορτής, είναι το «Οδοιπορικό της Αιθερίας(Ικελίας)» (τέλη του Δ΄ αιώνος), το οποία αναφέρεται στο κλίμα της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Τελούνταν ως «Παράσταση», το οποία αναλογεί στο «προσαγωγή», σαράντα ημέρες μετά τα Επιφάνεια (περί την 14η Φεβρουαρίου). Από τον τίτλο αντιλαμβανόμαστε, πως δίνονταν έμφαση στη παρουσία του θείου βρέφους ως είδος θεοφανείας στο τότε Ναό, σε αντιδιαστολή με το μεταγενέστερο «Υπαπαντή», το οποίο τόνισε την υποδοχή του Συμεώνος, με τις ανάλογες ερμηνευτικές προεκτάσεις.

Στα Ιεροσόλυμα πραγματοποιούνταν πομπή, η οποία κατέληγε στη Ροτόντα της Αναστάσεως. Ο αρχικός χαρακτήρας της ήταν θεομητορικός, κάτι το οποίο δεικνύει τόσο ο τίτλος της στη Δύση (Festum Purificationis Mariae / Εορτή Καθάρσεως της Μαρίας), όσο και από την μαρτυρία του Γεωργίου μοναχού.

Σε  μία παράγραφο του Οδοιπορικού γράφονται τα εξής. «Βεβαίως η Τεσσαρακοστή των Επιφανείων, τελείται ενταύθα πανηγυρικώτατα.

Την ημέραν δε ταύτην τελείται λιτανεία εν τη Αναστάσει, πάντες δε λιτανευούσι και τα πάντα γίνονται εν τάξει μετά μεγάλης χαρμοσύνης, ως και το Πάσχα. Πάντες δε οι πρεσβύτεροι κηρύττουσι, προς δε και ο επίσκοπος, ομολών πάντοτε περί του χωρίου εκείνου του ευαγγελίου, εν τω ιερώ και είδον αυτόν ο Συμεών και η Άννα η προφήτις, θυγατήρ Φανουήλ, και περί των λόγων εκείνων, ους είπον ιδόντες τον Κύριον, πάντων εν τάξει κατά τα ειωθότα, δίδοται η θεία κοινωνία και ούτω γίνεται απόλυσις».

Πρέπει να τονίσουμε και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκείνη που συνέταξε το Οδοιπορικό ήταν μια ευσεβής προσκυνήτρια. Επομένως ο χαρακτήρας και το περιεχόμενό του είναι μία απλή καταγραφή των εντυπώσεων της.

Αρχικά την εορτή της Υπαπαντής δεν την αποκαλεί με το όνομα το συγκεκριμένο ή κάποιο άλλο παρόμοιο, αλλά την προσφωνεί «Τεσσαρακοστήν. των Επιφανείων». Από αυτό φαίνεται ότι η εορτή δεν είχε εισαχθεί από πολύ καιρό στα Ιεροσόλυμα.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του λειτουργικού εορτασμού της Υπαπαντής είναι η απαντώμενη στις πηγές χρήση κεριών. Για παράδειγμα, στον βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου (†529) αναφέρεται ότι η Ικελία, κάτω από την οποία μαθήτευσε, εισήγαγε την χρήση κεριών στην εορτή της Υπαπαντής: «Η μακαρία Ικελία πάσαν ευσεβείας οδόν εξασκήσασα κατέδειξεν εν πρώτοις μετά κηρίων γίνεσθαι την υπαπάντησιν του σωτήρος ημών Θεού.» Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική μαρτυρία. Από την περιοχή των Ιεροσολύμων και πάλι σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή η οποία αποδίδεται στον Κύριλλο Ιεροσολύμων. Στο τέλος της ομιλίας προτρέπει ο Άγιος Κύριλλος τους πιστούς: «Ούτως σήμερον φαιδροί φαιδρώς τας λαμπάδας κοσμήσωμεν· ούτως, ως υιοί φωτός, τους κηρούς τω φωτί τω αληθινώ Χριστώ προσάγωμεν».

Αλλη σχετική μαρτυρία, αγνώστου όμως προελεύσεως και εποχής, είναι η εισαγωγή της ομιλητικής διασκευής του σχετικού τμήματος του υπομνήματος του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Εκεί, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «…και επειδή πάντες προθύμως συνήλθετε, της φαιδρότητος της Δεσποτικής εορτής εις τούτο συναθροισάσης μετά φαιδρών των λαμπάδων, φαιδρώς πανηγυρίσωμεν…». Το στοιχείο αυτό, δηλαδή οι αναφορές στην χρήση κεριών, μαζί και με άλλα στοιχεία, οδήγησαν τον Μ. Connell να εξετάσει την σοβαρή πιθανότητα να ήταν η εορτή της Υπαπαντής ημέρα βαπτισματική. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το αρχαίο όνομα της εορτής στην Γεωργιανή λειτουργική παράδοση ήταν «lamproba» δηλαδή εορτή των φανών, και ότι στα Σαββαϊτικά τυπικά υπάρχει μνεία χρήσης κεριών στην εορτή: «εις δε την εννάτην, δίδονται κηρία τοις αδελφοίς».

Το Αρμενικό Λεξιονάριο (αρχές 5ου αιώνα), πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την λειτουργική πράξη των Ιεροσολύμων, αναφέρει ότι «14 Φεβρουαρίου, τεσσαρακοστή ημέρα από της Γεννήσεως του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού» η σύναξη ελάμβανε χώρα στη Βασιλική του Μ. Κων/νου, και τα αναγνώσματα της ημέρας ήταν: Ψαλμός 97:3, Αποστολικό Ανάγνωσμα προς Γαλάτας 3:24-29, Αλληλούια Ψαλμός 95:2, Ευαγγέλιον κατά Λουκά 2:22-40. Από την ίδια εποχή σώζονται και τρεις ομιλίες στην Υπαπαντή του Ησυχίου, πρεσβυτέρου στην εκκλησία των Ιεροσολύμων (†μετά το 451). Οι τρεις αυτές ομιλίες όχι μόνο επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της εορτής στα Ιεροσόλυμα, αλλά είναι και τα πρώτα αδιάσειστα ομιλητικά παραδείγματα σχετικά με την εορτή που μας έχουν σωθεί.

Στο Γεωργιανό Λεξιονάριο (5ος-8ος αιώνας) μας δίδονται τα αναγνώσματα της ημέρας, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, που ακόμη διαβάζονταν εντός της Θείας Λειτουργίας:

Ψαλμός 97:3, στίχος 2
Παροιμίες 23:11-18
Σοφία Σολωμόντος 4:8-12
Ησαΐας 19:1-4
Προς Γαλάτας 3:24
Αλληλούια, Ψαλμός 44:11-12
Ευαγγέλιον κατά Λουκάν 2:22:40.

Στην Κωνσταντινούπολη η Υπαπαντή καθιερώθηκε επί Ιουστινιανού του Α΄ (518-527), ίσως το 526-527 με αφορμή την συγκυρία ενός σεισμού23, ή επί Ιουστινιανού το 541–2, αν ακολουθήσουμε τον Νικηφόρο Κάλλιστο.

Πρώτος ο οποίος καταθέτει σχετική μαρτυρία κατά τον η’ αιώνα για τη θέσπιση της εορτής από τον Ιουστινιανό υπήρξε ο Παύλος ο Διάκονος. Σχετικά με αυτό το γεγονός έχουμε και μία δεύτερη μαρτυρία από το Θεοφάνη τον Ομολογητή, ο οποίος στη Χρονογραφία του ανέφερε ότι: «και τω αυτω χρόνω (ήτοι τω 14ω της βασιλείας του Ιουστινιανού) η Υπαπαντή του Κυρίου έλαβεν αρχήν επιτελείσθαι εν τω Βυζαντίω τη 2α του Φεβρουαρίου μηνός». Τα ίδια επανέλαβε και ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος στην Εκκλησιαστι-κή του Ιστορία λέγοντας:

«Τάττει δέ και την του Σωτήρος Υπαπαντήν, άρτι πρώτως, απανταχού της γης εορτάζεσθαι, ώσπερ Ιουστίνος τήν του Χριστού αγίαν γέννησιν».

Υπάρχει, όμως και μία άλλη γνώμη του Γεωργίου Κεδρηνού, που βασίστηκε στο χωρίο αυτό και υποστήριξε ότι «επί αυτού δε (του Ιουστίνου) ετυπώθη εορτάζειν ημάς και την εορτήν της Υπαπαντής, της μέχρι τότε μη εορταζομέ-νης». Θεωρεί λοιπόν, πως εκείνος που θέσπισε την εορτή της Υπαπαντής ήταν ο Ιουστίνος. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει και αποκλείεται. Ο Ιουστινιανός ήταν εκείνος που πρώτος γενίκευσε την εορτή.

Από τότε λοιπόν, που εισήχθη στο εορτολόγιο του Βυζαντινού κράτους, από το αυτοκρατορικό διάταγμα του Ιουστινιανού, η εορτή της Υπαπαντής εορτάζεται μέχρι σήμερα και στην Ανατολική Εκκλησία.

Τον πανηγυρικό εορτασμό και τις τελετές της εορτής της Υπαπαντής μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος στο έργο του «Έκθεσις περί της Βασιλείου Τάξεως».

Τα γεγονότα αυτά αναφέρονται στο Α’ Βιβλίο του και συγκεκριμένα στο 26ο κεφάλαιό του που ξεκινάει: «όσα δει παραφυλάττειν τη εορτή και προελεύσει της Υπαπαντής»..

Σύμφωνα με αυτή την έκθεση, ο πανηγυρισμός θεσπίστηκε να γίνεται στο ναό των Βλαχερνών. Έπειτα από την επιθυμία και τη διαταγή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού την παραμονή της εορτής τελούνταν παννυχίς στο ναό αυτό. Κατόπιν, την κύρια ημέρα της εορτής, ο αυτοκράτορας φορώντας τη μεγάλη του στολή μαζί με τους ένστολους τιτλούχους και τους οφφικιάλους της αυλής κατευθύνονταν προς το ναό των Βλαχερνών τελώντας μια μεγάλη λιτανεία. Ο αυτοκράτορας καθόταν στο νάρθηκα και περίμενε τον πατριάρχη.

Ο πατριάρχης από την άλλη συνοδεύονταν από όλους τους κληρικούς και με λιτανεία πήγαινε να συναντήσει τον αυτοκράτορα. Οι δύο αυτές λιτανείες συναντιόνταν μπροστά στο νάρθηκα του ναού. Ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης ασπάζονταν μεταξύ τους και έμπαινε ο καθένας μέσα στο ναό. Ο βασιλιάς άναβε κερί και έμπαινε μέσα στο θυσιαστήριο. Ασπάζονταν την «αγίαν ενδυτήν«, που ήταν ένα πολυτελές και χρυσοΰφαντο άμφιο με το οποίο κάλυπταν την αγία τράπεζα. Αφού μετά λάμβανε «αποκόμβιον«, το έβαζε πάνω στην αγία τράπεζα και μετά έβγαινε από αυτή.( Αποκόμβιον ή επικόμβιον και επικόμβια ήταν στα Βυζαντινά χρόνια, τα νομίσματα, που διανέμονταν στους υπηκόους κατά την τελετή της στέψης των αυτοκρατόρων, τα οποία ήταν τυλιγμένα μέσα σε χρυσοποίκιλτο μαντίλι).

Κατόπιν, μετά από την αποχώρηση του αυτοκράτορα, ο πατριάρχης «εν τω ευκτηρίω» συνέχιζε τη λειτουργία. Έπειτα πρόσφερε στον αυτοκράτορα τα θεία δώρα. Από το χέρι του πατριάρχη μεταλάμβαναν και οι υπόλοιποι, όπως οι στρατηγοί. Στη συνέχεια ο πατριάρχης ολοκλήρωνε την ακολουθία.

Μετά τη λειτουργία σειρά είχε ένα πλούσιο γεύμα προς τιμή του πατριάρχη, που έτρωγε μαζί με το βασιλιά. Συνομιλούσαν μεταξύ τους, αλλά κουβέντιαζαν και με τους προσκυνητές. Έπειτα από αυτά ασπάζονταν μεταξύ τους και αφού εξέρχονταν τελείωνε ο μεγάλος πανηγυρισμός της εορτής της Υπαπαντής.

ΠΗΓΕΣ

  1. Πρεσβ. Στέφανος Αλεξόπουλος, ¨Οι Εορτές της Περιτομής και της Υπαπαντής του Κυρίου¨, Το Χριστιανικό Εορτολόγιον, Πρακτικά Η’ Πανελλήνιου Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων, Κλάδος Εκδόσεων Της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Βόλος 2006, σ. 514.
  2. Η Εορτή της Υπαπαντής (ιστορία-γραμματεία-θεολογία)-Φωτεινής Χαμαλάκη.
  3. Από την προχριστιανική λοχεία, στην Υπαπαντή του Χριστού ( (Κόττη Κωνσταντίνου)

2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ : Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ) – ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ – ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ

Ο άγιος & δίκαιος Συμεών ο «Θεοδόχος»
αυτός που δέχτηκε το Θεό στην αγκαλιά του

Σαράντα ήμερες από την κατά σάρκα Γέννηση Του ο Χριστός προσφέρθηκε στον Ναό, σύμφωνα με τα καθιερωμένα από τον νόμο. Και επειδή εκεί στον Ναό του έγινε υποδοχή από πνευματοκίνητους ανθρώπους, και μάλιστα επειδή ο Συμεών τον πήρε στην αγκαλιά του, γι’ αυτό και λέγεται Υπαπαντή. η λέξη προέρχεται από το ρήμα υπαντάω και σημαίνει έρχομαι σε συνάντηση κάποιου.

   Η Εκκλησία καθόρισε η μεγάλη αυτή Δεσποτικοθεομητορική εορτή [«Ν»: δηλ. εορτή, που είναι συγχρόνως και «δεσποτική» (του Χριστού) και «θεομητορική» (της Παναγίας)] να εορτάζεται την 2α Φεβρουαρίου, γιατί αυτή η ημέρα είναι η τεσσαρακοστή από την 25η Δεκεμβρίου, πού εορτάζεται η Γέννηση του Χριστού κατά σάρκα. Με αυτόν τον τρόπο διαιρεί τον ετήσιο χρόνο με τους σταθμούς της θείας οικονομίας και τον ευλογεί. Ταυτόχρονα δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να μυηθή στο μεγάλο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
     Το περιστατικό της προσφοράς του Χριστού στον Ναό, κατά την τεσσαρακοστή ήμερα από την Γέννησή Του περιγράφεται μόνον από τον Ευαγγελιστή Λουκά (Λουκ. 2, 22-39) [«Ν»: για τις παραπομπές στην Καινή Διαθήκη μπορείτε να μπείτε   και για την Παλ. Διαθήκη  ].
α’
     Ο ίδιος ο Θεός, δηλαδή ο άσαρκος Λόγος του Θεού, έδωσε την εντολή του καθαρισμού κατά την τεσσαρακοστή ήμερα στον Μωϋσή και είχε καθιερωθή για όλους τους Ισραηλίτας. Και μάλιστα η εντολή αυτή δόθηκε στον Μωϋσή πριν ακόμη γίνη η έξοδος των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, δηλαδή πριν την διάβαση τους από την Ερυθρά θάλασσα.
Η σχετική εντολή είναι η εξής: «Είπε δε Κύριος προς Μωϋσήν λέγων αγίασόν μοι πάν πρωτότοκον πρωτογενές διανοίγον πάσαν μήτραν εν τοις υιοίς Ισραήλ από ανθρώπου έως κτήνους, εμοί εστίν» (Έξοδος 13, 1-2). Αυτή η εντολή αναφερόταν και στα πρωτότοκα αρσενικά των ζώων, τα όποια έπρεπε να ξεχωρίζωνται και να προσφέρωνται στον Θεό. η εντολή του Θεού ήταν σαφής: «και αφελείς πάν διανοίγον μήτραν, τα αρσενικά, τω Κυρίω» (Εξ. 13, 12).
     Αυτή η αφιέρωση ήταν σημείο αναγνωρίσεως της ευεργεσίας του Θεού, και απόδειξη ότι ανήκουν σε Αυτόν. Είναι γνωστόν ότι η εντολή της αφιερώσεως του πρωτοτόκου αρσενικού παιδιού δόθηκε στον Ισραηλιτικό λαό, δια του Μωϋσέως, αμέσως μετά την πάταξη των πρωτοτόκων παιδιών των Αιγυπτίων, οπότε ο Φαραώ αμέσως έδωσε την άδεια της εξόδου, και βέβαια πριν ακόμη περάσουν την Ερυθρά θάλασσα. Είναι χαρακτηριστική η αιτιολογία της πράξεως αυτής: «εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγε σε Κύριος ο Θεός εξ Αιγύπτου» (Εξ. 13, 9).
     Σε άλλο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, στο Λευιτικό, φαίνεται ότι ο Θεός δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για την τελετή της αφιερώσεως και της ευγνωμοσύνης. η γυναίκα πού θα γέννηση αρσενικό παιδί θα του κάνη την περιτομή την ογδόη ήμερα και κατά την τεσσαρακοστή ήμερα θα το προσφέρη στον Ναό. Και μαζί με την προσφορά του γεννηθέντος «προσοίσει αμνόν ενιαύσιον άμωμον εις ολοκαύτωμα, και νεοσσόν περιστεράς η τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα» (Λευιτ. 12, 1-6).
     Αφού Αυτός ο ίδιος ο Λόγος του Θεού έδωσε τον νόμο στον Μωϋσή, όταν προσέλαβε την ανθρωπινή σάρκα έπρεπε να τον εφαρμόση, για να μη φανή παραβάτης του νόμου. ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέγει ότι όταν βλέπη κανείς τον Χριστό να τηρή τον νόμο αυτόν δεν πρέπει να σκανδαλισθή, ούτε Αυτόν πού είναι ελεύθερος να τον θεώρηση δούλο, αλλά να εννοήση περισσότερο «της οικονομίας το βάθος».
Και η τήρηση του νόμου της προσφοράς στον Ναό υπάγεται στο μυστήριο της θείας κενώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
     Επίσης, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο Χριστός δεν είχε ανάγκη καθαρισμού, αφού ο καθαρμός νομοθετήθηκε στην Παλαιά Διαθήκη και για τους γεννήτορας και για τα γεννώμενα, αλλά το έκανε χάριν υπακοής στον Νόμο πού Αυτός ο Ίδιος έδωσε. Δεν είχε ανάγκη καθαρμού ο Χριστός, γιατί συνελήφθη ασπόρως και γεννήθηκε αφθόρως. «Πάντως ουκ ην χρεία καθαρισμού, άλλ’ υπακοής ην έργον». Βέβαια, η υπακοή έχει την έννοια της υπακοής στον νόμο του Θεού, αλλά και της υπακοής του νέου Αδάμ, εν αντιθέσει με την ανυπακοή του παλαιού Αδάμ. Και εάν η ανυπακοή του πρώτου Αδάμ είχε συνέπεια την πτώση και την φθορά, η υπακοή του νέου Αδάμ, του Χριστού, επανέφερε την παρακούσασα ανθρώπινη φύση στον Θεό και θεράπευσε τον άνθρωπο από την ευθύνη της παρακοής.
β’
   Η προσαγωγή των παιδιών στον Ναό την τεσσαρακοστή ήμερα ήταν εορτή καθαρισμού. η μητέρα και το παιδί έπρεπε να καθαρισθούν από τις συνέπειες της γεννήσεως.
     Βεβαίως, η γέννηση των παιδιών είναι ευλογία του Θεού, αλλά δεν πρέπει να αγνοήται ότι ο τρόπος με τον όποιο γεννάται ο άνθρωπος είναι καρπός και αποτέλεσμα της πτώσεως, είναι οι λεγόμενοι δερμάτινοι χιτώνες, πού φόρεσε ο Αδάμ μετά την πτώση και την απώλεια της Χάριτος του Θεού. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε το ψαλμικό: «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου» (Ψαλμ. 50, 7). Τελικά, ο Θεός ευλόγησε αυτόν τον τρόπο γεννήσεως του ανθρώπου, κατά παραχώρηση, αλλά όμως είναι καρπός της πτώσεως. Τόσο οι γονείς όσο και τα παιδιά πρέπει να ενθυμούνται αυτήν την πραγματικότητα. Μέσα στα θεολογικά αυτά πλαίσια πρέπει να ερμηνευθή η τελετή του καθαρισμού.
    Όταν σκεφθούμε αυτές τις θεολογικές αλήθειες μπορούμε να δούμε ότι ούτε ο Χριστός ούτε η Παναγία είχαν ανάγκη καθαρισμού. Η άσπορη σύλληψη και η άφθορη γέννηση δεν συνιστούν ακαθαρσία.
γ΄
     Η εντολή του Θεού που δόθηκε στον Μωϋσή έλεγε: «Γυνή, ήτις εάν σπερματισθή και τέκη άρσεν, και ακάθαρτος έσται επτά ημέρας» (Λευιτ. 12, 2). Αυτό το χωρίο εμμέσως δείχνει την καθαρότητα της Παναγίας, γιατί ακάθαρτος είναι η γυναίκα πού θα γέννηση αφού σπερματωθή από άνδρα. η Παναγία, όμως, συνέλαβε εκ Πνεύματος Αγίου και όχι σπερματικώς, και γι’ αυτό δεν ήταν ακάθαρτη. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπαγόταν στην περίπτωση αυτή, αλλά πήγε στον Ναό για να τήρηση τον νόμο.
     Η εντολή του Θεού ήταν σαφής: «αγίασόν μοι πάν πρωτότοκον πρωτογενές διανοίγον πάσαν μήτραν» (Εξ. 13, 2). Αυτή η εντολή ταυτόχρονα είναι προφητεία, πού αναφέρεται στην σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού και δεν έχει απόλυτη εφαρμογή σε κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί.
    Το χωρίο αυτό δεν έχει απόλυτη σχέση με τις γεννήσεις των άλλων πρωτοτόκων, γιατί κανείς άνθρωπος, ούτε ο πρωτότοκος, ανοίγει την μήτρα της μητέρας του. Ο Μ. Αθανάσιος σε σχετική ομιλία του λέγει ότι δεν ανοίγουν τα βρέφη την μήτρα της μητέρας τους, «άλλ’ η του ανδρός προς την γυναίκα συνέλευσις». Η μήτρα ανοίγει κατά την συνέλευση του ανδρογύνου και την σύλληψη του παιδιού. Μόνον ο Χριστός άνοιξε την μήτρα της μητέρας Του, χωρίς βεβαίως να καταστρέψη την παρθενία, αφού την άφησε και πάλιν κεκλεισμένη. «Όταν μηδενός έξωθεν κρούσαντος, αυτό το βρέφος έσωθεν διανοίγει».
     Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, αφού αναφέρει ότι αυτό πού γινόταν στην Παλαιά Διαθήκη ήταν τύπος της Γεννήσεως του Χριστού, στην συνέχεια λέγει ότι μόνο ο Χριστός άνοιξε την παρθενική μήτρα «θεοπρεπώς και υπέρ κατάληψιν ανοίξας γαρ αυτήν εν τω γεννάσθαι, κεκλεισμένην πάλιν διεφύλαξεν, ώσπερ ην προ του συλληφθήναι και γεννήσαι».
   Ο Χριστός είναι πρωτότοκος, και έτσι χαρακτηρίζεται στην Αγία Γραφή. Βέβαια, αυτός ο χαρακτηρισμός δεν δηλώνει ότι υπάρχει και δευτερότοκος και τριτότοκος, αλλά ότι γεννήθηκε πρώτος, ανεξάρτητα αν υπάρχη δεύτερος η τρίτος. ο ορός «πρωτότοκος» πρέπει να συνδεθή με το «μονογενής», όπως και πάλι χαρακτηρίζεται ο Χριστός στην Αγία Γραφή.
   Ο όρος πρωτότοκος αναφέρεται και στις δύο γεννήσεις του Χριστού, δηλαδή στην προαιώνια από Παρθένο Πατέρα, χωρίς μητέρα, και την εν χρόνω γέννηση από Παρθένο Μητέρα, χωρίς πατέρα (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).
     Ο Χριστός λέγεται πρωτότοκος κατά τρεις τρόπους. Πρώτον, γιατί γεννήθηκε από τον Πατέρα προ πάντων των αιώνων. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «ος εστίν εικών του θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (Κολοσσαείς 1, 15). Και όπως είδαμε προηγουμένως το «πρωτότοκος» ταυτίζεται με το «μονογενής». Δεύτερον, λέγεται πρωτότοκος κατά την ανθρώπινη γέννηση, και ανεξάρτητα αν γεννήθηκε άλλος από την Παναγία. «Και έτεκεν τον Υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Λουκ. 2, 7). Και τρίτον, λέγεται πρωτότοκος εκ των νεκρών, γιατί πρώτος Αυτός αναστήθηκε, και έτσι έδωσε την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να αναστηθή στον κατάλληλο καιρό. ο χαρακτηρισμός «γέννηση» λέγεται και για την ανάσταση, γιατί η ανάσταση θεωρείται γέννηση. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «ος εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών» (Κολοσσαείς 1, 18). η πρώτη έννοια του πρωτότοκου συνδέεται με την κατά φύση του Υιού του Θεού γέννηση, ο όρος, δηλαδή, αναφέρεται στην θεολογία, και οι άλλες δύο συνδέονται με την ενανθρώπηση του Λόγου και αναφέρονται στην οικονομία.
     Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης ο Χριστός για να ζωοποιήση την δική μας ανθρώπινη φύση έγινε πρωτότοκος κατά τρεις τρόπους. Φυσικά, με αυτό πού λέγει, δεν εννοεί την προ πάντων των αιώνων γέννηση Του από τον Πατέρα. Έτσι, όπως η δική μας ανθρώπινη φύση ζωοποιειται με τρεις γεννήσεις, ήτοι την από την μητέρα μας, την από του Βαπτίσματος και την από τους νεκρούς πού ελπίζουμε να γίνη στο μέλλον, το ίδιο και ο Χριστός έγινε πρωτότοκος για μας με τρεις τρόπους, ώστε να ζωοποιηθή και να θεοποιηθή η δική μας ανθρώπινη φύση. Διότι, εκτός από την σωματική γέννηση πρέπει οπωσδήποτε να ακολουθήση και η πνευματική.
δ’
   Είναι συγκινητική η σκηνή που ο Χριστός προσφέρεται ως νήπιο, ως βρέφος στον Ναό. Ο προαιώνιος Θεός, που ταυτόχρονα ως Λόγος του Θεού ήταν πάντοτε ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα, και διηύθυνε τον κόσμο, όλα τα σύμπαντα, παρουσιάζεται ως δρέφος στον Ναό, ευρισκόμενος στην αγκαλιά της μητέρας Του.
     Αν και ο Χριστός ήταν νήπιο, ταυτόχρονα ήταν «προ αιώνων Θεός», και γι’ αυτό ήταν σοφώτερος από κάθε άλλον. Γνωρίζουμε ότι από την ένωση θείας και ανθρωπινής φύσεως στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, η ανθρώπινη φύση θεώθηκε, και γι’ αυτό η ψυχή του Χριστού ήταν πλουτισμένη με το πλήρωμα της σοφίας και της γνώσεως. Μόνο πού η σοφία αυτή εκφραζόταν ανάλογα με την ηλικία Του, γιατί αν γινόταν διαφορετικά θα φαινόταν ότι ήταν τέρας (άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός). Πάντως, καιτοι ο Χριστός ήταν νήπιος, εν τούτοις ήταν Θεός, έχοντας όλο το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς και όλη την ανθρώπινη σοφία και γνώση, δυνάμει της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπινής φύσεως.
     Με την νηπιότητα αυτή θεράπευσε το «νηπιώδες φρόνημα» του Αδάμ. Όταν ο Θεός έπλασε τον Αδάμ στον Παράδεισο, ο Αδάμ ήταν νήπιος ως προς την Χάρη και τον αγιασμό. Είχε, βέβαια, φωτισμό νοός, αλλά έπρεπε να δοκιμαοθή και να φθάση στην θέωση. Επειδή ήταν άπλαστος και νήπιος πνευματικά, επειδή είχε νηπιώδες φρόνημα, γι’ αυτό εύκολα απατήθηκε από τον πονηρό δαίμονα, πού εγήρασε στην αμαρτία και την πονηρία. Γι’ αυτό ο Χριστός, έχοντας την σωματική νηπιακή ηλικία, θεράπευσε όχι μόνον το νηπιώδες φρόνημα του Αδάμ, αλλά και την ανθρωπινή φύση, και έκανε αυτό που δεν κατόρθωσε να κάνη ο πρώτος Αδάμ. Έτσι, με την ενανθρώπηση του Υιού Του, ο Θεός Πατήρ έκανε πιο σίγουρη και αποτελεσματική την θέωση του ανθρώπου. Δεν μπορούσε πια ο διάβολος να πλανήση την εν Χριστώ ανθρώπινη φύση, όπως το έκανε με ευχέρεια στον πρώτο Αδάμ.
     Η κένωση του Υιού και Λόγου του Θεοί, όπως φαίνεται και στην περίπτωση της προσφοράς Του στον Ναό, υπερέβη και την αντίληψη των αγγέλων, αφού και αυτοί εξεπλάγησαν από την άπειρη συγκατάβαση του Θεού. Ο Προφήτης Αββακούμ προφητεύει την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού: «ο Θεός από Θαιμάν ήξει, και ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος. εκάλυψεν ουρανούς η αρετή αυτού, και αινέσεως αυτού πλήρης η γη» (Αββακούμ 3, 3). Με την λέξη αρετή εννοείται η ενανθρώπηση και η θεία κένωση του Λόγου του Θεού. Το «εκάλυψε τους ουρανούς» δηλώνει ότι εκάλυψε, σκέπασε και το ύψος των αγγέλων, αφού και οι άγγελοι εξεπλάγησαν, βλέποντας την άπειρη και ανέκφραστη συγκατάβαση του Λόγου του Θεού.
ε΄
    Ο Θεός είχε καθορίσει ώστε η προσφορά του αρσενικού πρωτοτόκου να συνοδεύεται με προσφορά αμνού άμωμου η ζεύγους τρυγόνων η δύο νεοσσών περιστερών. Στο Λευιτικό γράφεται: «προσοίσει άμνόν ενιαύσιον άμωμον εις ολοκαύτωμα και νεοσσόν περιστεράς η τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα» (Λευιτικόν 12, 1-6). Ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέγει ότι οι γονείς του Χριστού τον οδήγησαν στον Ναό «του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν νόμω Κυρίου, ζεύγος τρυγόνων η δύο νεοσσούς περιστερών» (Λουκ. 2, 24).
      Οι γονείς του Χριστού δεν πρόσφεραν αμνό, όπως έδινε την δυνατότητα ο νόμος, επειδή ήταν πτωχοί. Οι πλούσιες τάξεις προσέφεραν αμνό ενιαύσιο και άμωμο [=αρνάκι ενός έτους, χωρίς κανένα μώμο (σημάδι)], ενώ οι πτωχότερες τάξεις ένα ζευγάρι τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών (Προκόπιος). Πραγματικά, ο Χριστός γεννήθηκε σε πτωχική οικογένεια και μεγάλωσε ως πτωχός. Τελικά, όμως, η πτώχεια του Χριστού δεν έγκειται μόνο στο ότι γεννήθηκε και έζησε πτωχός, αλλά κυρίως στο ότι ενανθρώπησε και προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενώ ήταν πλούσιος, επτώχευσε για να πλουτίσουμε εμείς με την θεότητα Του.
   Ο νόμος προέβλεπε να προσφέρεται ζεύγος τρυγόνων η δύο νεοσσοί περιστερών, γιατί με το πρώτο (ζεύγος τρυγόνων) δηλωνόταν η σωφροσύνη των γονέων, που είχε σχέση με τους συνεζευγμένους κατά τον νόμο του γάμου, ενώ το δεύτερο (νεοσσοί περιστερών) αναφερόταν στην Παναγία και τον Χριστό, αφού ο Χριστός γεννήθηκε από την Παρθένο και Αυτός παρέμεινε ως το τέλος Παρθένος. Έτσι, ενώ το πρώτο δήλωνε τον τίμιο και ευλογημένο γάμο, το δεύτερο προτύπωνε την παρθενία της Παναγίας και του Χριστού (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).
    Η προβλεπομένη από τον νόμο του Κυρίου προσφορά ήταν τύπος του Χριστού. Όπως σημειώνει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «η τρύγων λαλίστατον εστίν εν στρουθίοις αγρού, η δε περιστερά, ήπιόν τε και πράον». Αυτό συμβόλιζε τον Χριστό, αφού ο Χριστός σαν τρυγόνι κατακελάϊδησε σε όλη την γη και γέμισε με την καλλιφωνία του τον δικό Του αμπελώνα, δηλαδή εμάς πού πιστεύουμε σε Αυτόν, και σαν περιστέρι είχε την πραότητα στον τέλειο βαθμό. Σαφώς, λοιπόν, αυτή η προσφορά αναφερόταν στην ενανθρώπηση του ελεήμονος θεού.
στ’
    Ένα από τα σημαντικά και κεντρικά πρόσωπα της Υπαπαντής, εκτός βέβαια, από τον Χριστό και την Παναγία, ήταν και ο Συμεών, «ο δίκαιος και ευλαβής», που αξιώθηκε να προϋπάντηση τον Χριστό, να τον λαβή στα χέρια του και να τον αναγνώριση με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Πραγματικά, πρόκειται για μια μεγάλη προσωπικότητα, τόσο για το ότι είδε τον Χριστό, όσο και για τα όσα είπε την στιγμή εκείνη.
     Το όνομα Συμεών ανταποκρίνεται στην ζωή και την προσδοκία του, αλλά και την αποκάλυψη του Θεού σε αυτόν, γιατί στην εβραϊκή γλώσσα η λέξη Συμεών ερμηνεύεται υπακοή (όσιος Νικήτας) η «ου ήκουοε Κύριος» (άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος).
    Ο Ευαγγελιστής Λουκάς τον χαρακτηρίζει άνθρωπο πού κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ και ήταν δίκαιος και ευλαβής, «προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ». Συγχρόνως λέγεται ότι είχε το Πνεύμα το Άγιο και του δόθηκε πληροφορία ότι δεν θα πεθάνη πριν δη τον Χριστό Κυρίου (Λουκ. 2, 25-26). Όλα αυτά τα γνωρίσματα είναι χαρακτηριστικά ενός πνευματεμφόρου ανθρώπου. Γι’ αυτό και η Αγία Γραφή δεν ενδιαφέρεται για την κατ’ άνθρωπον καταγωγή και τα στοιχεία της ανθρωπινής συγκροτήσεως του, αφού είχε μια άλλη ζωή, ζωή πνεύματος.

     Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης (φωτο) συνέλεξε απόψεις των ερμηνευτών για το τί ακριβώς ήταν ο Συμεών. Και αυτό γιατί στο Ευαγγέλιο δεν αναφέρεται ρητώς αν ήταν Ιερεύς η όχι, αφού αποκαλείται άνθρωπος. Έτσι, λοιπόν, ο Ιωσήφ ο υμνογράφος τον αποκαλεί «Ιερουργόν, Ιερώτατον», ο ιερομάρτυς Μεθόδιος «ιερέα άριστον», ο ιερός Φώτιος και ο ιερός Θεοφύλακτος λέγουν ότι δεν ήταν Ιερεύς, αλλά ανώτερος του Ιερέως, άλλοι λέγουν ότι ήταν ένας από τους εβδομήκοντα ερμηνευτές της Παλαιάς Διαθήκης, ο όποιος απίστησε, όταν ερμήνευε την προφητεία του Προφήτου Ησαΐου «ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει…». Τότε ακριβώς έλαβε πληροφορία ότι θα ζήση έως ότου λαβή τον Χριστό στις αγκάλες του. Άλλοι ισχυρίζονται ότι ήταν υιός του Πατριάρχου των Εβραίων Χιλλέλ και πατέρας του νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ, και άλλοι ότι ήταν Πρόεδρος του Συνεδρίου των Εβραίων. Επίσης λέγεται ότι ήταν πάνω από διακοσίων εβδομήκοντα (270) χρονών. Αναφέροντας αυτά ο άγιος Νικόδημος γράφει ότι όσοι θέλουν ασφαλώς να ακολουθούν το Ευαγγέλιο γεραίρουν [=εγκωμιάζουν, επαινούν] τον Συμεών τον Θεοδόχον «ως άνδρα απλώς πνευματοκίνητον» [εμπνεόμενο από το Άγιο Πνεύμα].
     Πραγματικά, ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος ήλθε στο ιερό με την δύναμη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Είχε το Αγιον Πνεύμα, εν Αγίω Πνεύματι έλαβε την πληροφορία ότι θα δη τον Χριστό πριν πεθάνη, και δια του Αγίου Πνεύματος ήλθε στο ιερό (Λουκ. 2, 25-27). Αυτό εκφράζει την αλήθεια ότι πρέπει να έχη κανείς το Άγιο Πνεύμα και να διδάσκεται από Αυτό. Το Άγιο Πνεύμα δεν αποκαλύπτει τα μυστήρια σε ανθρώπους πού είναι ακάθαρτοι και δεν το είχαν προηγουμένως.
      Ο Προφήτης Ησαΐας προφητεύει: «ισχύσατε, χείρες αάνειμέναι, και γόνατα παραλελυμένα… ισχύσατε, μη φοβείσθε» (Ησαΐας 35′, 3-4). Αυτό συνέβη κυρίως στον άγιο Συμεών τον Θεοδόχο, αφού, όπως λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «ήλθεν εν τω πνεύματι εις το Ιερόν». Όχι μόνο τον καθοδηγούσε το Άγιο Πνεύμα, αλλά και τον ενίσχυε. Κανείς δεν μπορεί να δη τον θεό, αν δεν έχη δυνάμεις πνευματικές, δηλαδή αν δεν ενισχύεται από την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Έτσι, λοιπόν, το Άγιον Πνεύμα ενίσχυσε τα πόδια του για να πορευθούν στο ιερό, αλλά και τα χέρια του για να κρατήσουν τον Χριστό. ο Γεώργιος Νικομήδειας λέγει ότι δεν χρησιμοποίησε τα δικά του πόδια για να προσέλθη στην διακονία του μυστηρίου, αφού το Άγιον Πνεύμα έγινε σε αυτόν άρμα, πού τον μετέφερε.
Ερχόμενος στο Ιερό ο δίκαιος Συμεών, με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος αναγνώρισε τον σαρκωθέντα Υιό και Λόγο του θεού. Όποτε αξιώθηκε να δη την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, πού προφητικώς έβλεπαν όλοι οι Προφήτες. Όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος, ο Συμεών και η Άννα είδαν την θεία δύναμη που υπήρχε στον Χριστό «ώσπερ φως δι’ υαλίνων υμένων δια του ανθρωπίνου σώματος». Όπως εμείς μέσα από τα παράθυρα βλέπουμε το φως πού υπάρχει στο σπίτι η όπως από τις γυάλινες λάμπες βλέπουμε το φως πού υπάρχει εκεί, έτσι και οι καθαροί στην καρδιά βλέπουν δια του Σώματος του Χριστού το φως της θεότητος, αυτό πού για τους άλλους είναι άγνωστο και αθέατο.
    Ο Μ. Αθανάσιος πλέκει το εγκώμιο του αγίου Συμεών του θεοδόχου, επειδή εκινείτο από το Άγιο Πνεύμα και αξιώθηκε αυτής της μεγάλης τιμής. Λέγει ότι ο Συμεών καιτοι ήταν άνθρωπος κατά το φαινόμενο, εν τούτοις ήταν υπέρ άνθρωπος κατά το νοούμενο. Κατ’ ουσίαν ήταν άνθρωπος, αλλά κατά την αξία υπερκείμενος, πολύ πάνω από τους συνανθρώπους του. Ως προς την φύση άνθρωπος, άλλ’ ως προς την αρετή άγγελος. Είχε ως ενδιαίτημα την αισθητή Ιερουσαλήμ, άλλ’ ως μητρόπολη είχε την άνω Ιερουσαλήμ. Όχι μόνο ήταν ανώτερος από τους ανθρώπους, αλλά «και των αγγέλων ο Συμεών υπέρτερος».
ζ’
     Έκτος από τον άγιο Συμεών τον Θεοδόχο, στον Ναό παρευρέθηκε και η Άννα, η Προφήτις, που αξιώθηκε να αναγνώριση τον Θεό και να διακήρυξη ότι Αυτός είναι ο λυτρωτής της. Η Άννα βρισκόταν στην ηλικία των ογδόντα τεσσάρων ετών, και ήταν χήρα, αφού είχε ζήση με τον άνδρα της επτά χρόνια (Λουκ. 2, 36-38).
     Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Άννας ήταν ότι βρισκόταν μέρα νύκτα στον Ναό και δεν απομακρυνόταν από αυτόν. Έτσι, ενώ ο Συμεών οδηγήθηκε από το Άγιον Πνεύμα στον ναό, αύτη έμενε εκεί και εν Αγίω Πνεύματι αναγνώρισε τον Θεό.
     Ο Ευαγγελιστής Λουκάς την αποκαλεί Προφήτιν, διότι είχε το Άγιον Πνεύμα. ο Ιερός Κοσμάς ο υμνογράφος λέγει ότι η Άννα «ιερώς ανθωμολογείτο υποφητεύουσα». Υπάρχει δε διαφορά μεταξύ προφήτου και υποφήτου, κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη. Ο Προφήτης αναγγέλλει αυτά που πρόκειται να γίνουν μετά από αρκετό καιρό, ενώ ο υποφήτης εξηγεί τα παρόντα ή τα παρελθόντα ή ακόμη και εκείνα τα όποια πρόκειται να γίνουν μετά από λίγο καιρό. Φαίνεται δε ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς χρησιμοποιεί την λέξη προφήτης με την έννοια του υποφήτου, αφού η Άννα αναγνώρισε με το Άγιον Πνεύμα την έλευση του Λόγου του Θεού.
    Άλλωστε, η προφητεία στην Καινή Διαθήκη έχει και την έννοια της εξηγήσεως, εν Αγίω Πνεύματι, του βαθύτερου νοήματος του νόμου και γενικότερα της Αγίας Γραφής. Γι’ αυτό, Προφήτες στην γλώσσα της Αγίας Γραφής είναι οι θεολόγοι, πού διακρίνουν τα πνεύματα.
     Η ανθομολόγηση της Άννης είναι η ευχαριστία και η δοξολογία για την αποστολή της λυτρώσεως του Ισραήλ. Η ενέργεια της συνδυάζει ευχαριστία και διακήρυξη, αφού «ελάλει περί αυτού».
η΄
    Η παρουσία του δικαίου Συμεών και της Προφήτιδος Άννης φανερώνει και μια άλλη πραγματικότητα, ότι, δηλαδή, αυτοί ήταν το λογικό ζεύγος τρυγόνων πού υποδέχθηκε τον Χριστό, όταν ανέβηκε στον Ναό. Έτσι μαζί με το άλογο ζεύγος τρυγόνων, το Άγιον Πνεύμα έστειλε και πνευματικό και πνευματέμφορο ζεύγος τρυγόνων, τον Συμεών και την Άννα.
Η αγία και δικαία Άννα η Προφήτις

Αυτό φανερώνει, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ποιοί και πώς πρέπει να είναι αυτοί που πρόκειται να δεχθούν τον Χριστό. Η ένωση με τον Χριστό προϋποθέτει ανάλογο βίο. Ο Συμεών ήταν δίκαιος και δεν μνημονεύεται αν είχε δεχθή προηγουμένως την έγγαμη ζωή, ενώ η Άννα μετά τον θάνατο του συζύγου της, ζούσε την ευλογία της χηρείας, είχε άμωμο και καθαρό βίο.

     Εν Χριστώ ζωή είναι η παρθενία κατά Χριστόν ή η συζυγία η θεόσδοτη, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Μάλιστα σε ομιλία του στην εορτή της Υπαπαντής κάνει μεγάλη αναφορά στο τί κακό προξενεί η πορνεία, και ότι δεν μπορεί ο άνθρωπος να έχη σχέση με τον Χριστό, όταν πορνεύη. Χρειάζεται σταύρωση της σάρκας μαζί με τις επιθυμίες της.
     Η σωτηρία του ανθρώπου δεν εξαρτάται από το είδος του βίου που εκλέγει κανείς, δηλαδή γάμο ή παρθενία, αλλά από τον τρόπο της ζωής, από την σχέση πού έχει με τον Χριστό. Και στην μία και στην άλλη περίπτωση απαιτείται παρθενία και σωφροσύνη. Σέ αυτό κατευθύνει η μυστηριακή και η ασκητική ζωή, σε αυτόν τον τρόπο ζωής οδηγεί τον άνθρωπο ο Θεάνθρωπος Χριστός.
θ
      Όταν ο δίκαιος Συμεών συνάντησε την Παναγία που κρατούσε τον Χριστό, έλαβε το θείο βρέφος στην αγκαλιά του. «Και αυτός εδέξατο αυτό εις τάς άγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν» (Λουκ. 2, 28). Αυτή η σκηνή είναι συγκλονιστική. Και, βέβαια, δεν μπορούσε να γίνη αυτό, αν οι βραχίονες του δεν ενισχύονταν από το Άγιον Πνεύμα.
    Η σκηνή αυτή μας υπενθυμίζει το όραμα του Προφήτου Ησαΐου. Αφού ο Προφήτης είδε «τον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου» και τα Σεραφείμ να ευρίσκωνται γύρω από Αυτόν, και ομολόγησε την ακαθαρσία των χειλέων του, συνέβη το εξής καταπληκτικό. «Και απεστάλη προς με εν των Σεραφείμ και εν τη χειρί είχεν άνθρακα, όν τη λαβίδι έλαβεν από του θυσιαστηρίου και ήψατο του στόματος μου και είπεν ιδού ήψατο τούτο των χειλέων σου και αφελεί τας ανομίας σου και τας αμαρτίας σου περικαθαριεί» (Ησαΐας 6, 6-7).
     Η όραση αύτη αναφέρεται στην ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, αφού, άλλωστε, ο Προφήτης Ησαΐας εκλήθη να κήρυξη στον Ισραηλιτικό λαό την έλευση της παρακλήσεως, δηλαδή την έλευση του Χριστού, γι’ αυτό και θεωρείται ως ο μεγαλοφωνότατος των Προφητών και πέμπτος Ευαγγελιστής. Με μεγάλη καθαρότητα και ακρίβεια περιέγραψε σκηνές της θείας ενανθρωπήσεως.
    Το ότι η όραση αυτή συνδέεται με την ενανθρώπηση φαίνεται από την εκκλησιαστική ερμηνευτική παράδοση. Σέ ένα τροπάριο των μεγαλυναρίων της εορτής λέγεται: «Η λαβίς η μυστική η τον άνθρακα Χριστόν, συλλαβούσα εν γαστρί συ υπάρχεις Μαριάμ».
Όλες οι αποκαλύψεις στην Παλαιά Διαθήκη είναι αποκαλύψεις του άσαρκου Λόγου, στίς περισσότερες από τις όποιες φανέρωνε την ενανθρώπηση Του, την έλευση Του εν σαρκί. Έτσι, λοιπόν, εδώ λέγεται ότι ο άνθρακας είναι ο Χριστός. η μυστική λαβίδα πού κρατεί τον ανθράκα είναι η Παναγία, πού τον συνέλαβε στην κοιλία της. Και η Παναγία δίνει τον άνθρακα αυτόν στον δίκαιο Συμεών. Ουράνιο θυσιαστήριο είναι η δόξα του Θεού, ο ουρανός. Γι’ αυτό ψάλλουμε: «Κατελθόντ’ εξ ουρανού τον Δεσπότην του παντός, υπεδέξατο αυτόν Συμεών ο Ιερεύς».
      Όπως ο Προφήτης Ησαΐας δέχθηκε τον άνθρακα και δεν κατακάηκε, αλλά καθαρίστηκε και έγινε Προφήτης, έτσι και ο δίκαιος Συμεών δέχθηκε τον άνθρακα Χριστό από την Παναγία και δεν κατακάηκε, αλλά καθαρίστηκε κατά τον λόγο: «ιδού ήψατο των χειλέων σου και αφελεί τας ανομίας σου και τας αμαρτίας σου περικαθαριεί».
      Η τελευταία αυτή φράση είναι δείγμα ότι το όραμα του Προφήτου Ησαΐου αναφερόταν στην ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού. Και αυτό φαίνεται από το ότι η Εκκλησία καθόρισε ώστε η φράση αυτή να λέγεται από τον λειτουργούντα Ιερέα, μετά την θεία Κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Χρίστου. Συνδεδεμένη αυτή η προφητική εικόνα με τον δίκαιο Συμεών, αναφορικά με την θεία Κοινωνία, δείχνει ότι για να μη κατακαύση τον άνθρωπο η θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χρίστου πρέπει να έχη Πνεύμα Άγιον, όπως ακριβώς ο δίκαιος Συμεών.
    Έτσι, λοιπόν, ο φλεγόμενος άνθρακας είναι ο ενανθρωπήσας Χριστός, θυσιαστήριο η κοιλία της Παναγίας, τα Σεραφείμ είναι η ίδια η Θεοτόκος, λαβίς μυστική τα χέρια της Παναγίας, που δίνουν τον άνθρακα στον δίκαιο Συμεών.
ι΄
      Μόλις ο δίκαιος Συμεών έλαβε στην αγκαλιά του τον Χριστό άνεφώνησε: «νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λάου σου Ισραήλ» (Λουκ. 2, 29-31). Πρόκειται για μια μεγαλειώδη φράση, την οποία η Εκκλησία παρέλαβε και έθεσε στο τέλος της ακολουθίας του εσπερινού, αλλά και σε άλλες ακολουθίες, όπως την ευχαριστία μετά την μετάληψη των Τιμίων Δώρων. Θα επιχειρήσουμε μια μικρή ερμηνευτική ανάλυση αυτού του λόγου.
     Ο δίκαιος Συμεών ήταν πληροφορημένος από το Άγιον Πνεύμα ότι θα δη οπωσδήποτε τον ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού πριν πεθάνη, και αυτό πραγματοποιήθηκε, αφού ήταν «προφητική χάριτι τετιμημένος» (άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας). Όταν είδε τον Χριστό, ζητά λύση της ψυχής από το σώμα, οπότε γίνεται αντιληπτό ότι οι άγιοι «δεσμόν λογίζονται το σώμα» (ιερός Θεοφύλακτος), και γι’ αυτό δεν φοβούνται τον θάνατο.
      Το «κατά το ρήμα σου εν ειρήνη» δηλώνει ότι ζητά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, «δια τον χρησμόν όν έλαβεν» και μάλιστα αυτό θεωρεί ανάπαυση, γιατί το «εν ειρήνη» ισούται με το «εν αναπαύσει» (ιερός Θεοφύλακτος). Η ανάπαυση έχει σχέση και με την ειρήνη των λογισμών, γιατί όσο περνούσαν οι ήμερες ο δίκαιος Συμεών το ανέμενε «αεί φροντίζων πότε ελεύσεται» (ιερός Θεοφύλακτος). Και, βέβαια, το σωτήριο του Θεού είναι η ενανθρώπηση, την οποία ετοίμαζε ο Θεός προ πάντων των αιώνων. Πραγματικά, προετοιμαζόταν το μυστήριο του Χριστού «και προ αυτής της του κόσμου καταβολής» (άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας).

Ο άγιος Θεοφύλακτος,
αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας

Η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού ήταν και είναι φως στα έθνη, επειδή οι Εθνικοί, οι ειδωλολάτρες ήταν πεπλανημένοι, βρίσκονταν ατά σκοτάδια και είχαν πέσει στα χέρια των δαιμόνων (άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας), αλλά και δόξα του Ισραήλ, γιατί ο Χριστός ανέτειλε και προήλθε από τους Ισραηλίτες. Όσοι, λοιπόν, είναι ευγνώμονες το αισθάνονται αυτό (ιερός Θεοφύλακτος).

     Ο λόγος αυτός του αγίου Συμεών είναι ένας επινίκιος ύμνος μετά την αποκάλυψη σε αυτόν του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού. Οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης έβλεπαν τα οπίσθια του Θεού, την έλευση Του, πού θα γινόταν στο μέλλον, αυτός την βλέπει κατά πρόσωπον. Πραγματικά, ο Χριστός είναι το φως του κόσμου, όχι το αισθητό και ηθικό, όχι το συμβολικό, αλλά το πραγματικό, πού εκδιώκει το σκότος της αγνοίας και του νου, αλλά είναι και η δόξα όχι μόνο των Ισραηλιτών, αλλά ολόκληρης της ανθρωπίνης φύσεως. Χωρίς και έξω από τον Χριστό η ανθρώπινη φύση είναι άδοξη, άνείδεη, αόριστη και ανώνυμη. Με τον Χριστό αποκτά «είδος και όρο» (ιερός Νικόλαος Καβάσιλας).
      Το ότι ο Συμεών μόλις είδε τον ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού ζήτησε την απόλυση (τον θάνατο), ερμηνεύεται από την μεγάλη χαρά γι’ αυτό το όποιο στην

 Ο Χριστός στον Άδη, ανάμεσα στις ψυχές των νεκρών

συνέχεια έπρεπε να επιτέλεση. Ήθελε να πορευθή στον Άδη και να αναγγείλη την χαρμόσυνη αγγελία ότι ήλθε ο Μεσσίας, ο λυτρωτής του κόσμου, και αυτών των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, που βρίσκονταν στον Άδη. Μάλιστα, λέγει ο Μ. Αθανάσιος ότι ο Συμεών βιαζόταν για να μη προλάβουν να αναγγείλουν το γεγονός τα νήπια, τα όποια επρόκειτο να σφαγούν από τον Ηρώδη. Και αυτό το ζητά, γιατί τα νήπια είναι γοργά και ευκίνητα, αυτός δε «γέρων και βραδύς και δυσκίνητος». Ο Χριστός ικανοποιεί το αίτημα του, γιατί, όπως λέγει ο Μ. Αθανάσιος, φαίνεται σαν να του είπε να πάη να εμφανισθή φαιδροπρεπώς στον Αδάμ πού ζούσε στον Άδη σκυθρωπώς, και να αναγγείλη την χαρά στις ωδίνες της Εύας, λέγοντας: «ήκει [=ήρθε] η λύτρωσις, ήκει ο ρύστης, ήκει η άφεσις, ήκει ο ελευθερωτής. Μηκέτι θρηνεί, φύσις η ανθρωπεία, ήκει γαρ ο αντιληψόμενος υμών, ήξει και ου χρονιεί».

Επομένως, ο δίκαιος Συμεών είναι ο πρώτος που ανήγγειλε στους δέσμιους του Άδου, σε όλους τους δικαιους της Παλαιάς Διαθήκης, πού βρίσκονταν στον Άδη, επειδή δεν είχε καταργηθή οντολογικά ο θάνατος, ότι ήλθε ο Χριστός τον Όποιο εκείνοι περίμεναν, και ότι γρήγορα θα έλθη και στον Άδη για να τους απελευθέρωση.

ια΄

    Ο δίκαιος Συμεών ευλόγησε την Θεοτόκο και τον Ιωσήφ, πού παρακολουθούσαν τα γεγονότα αυτά με θαυμασμό και έκπληξη. Και τότε στράφηκε στην Θεοτόκο για να της πη [=πει] δύο θαυμαστές Προφητείες.
    Η πρώτη αναφερόταν στο Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. «Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. 2, 34). Αύτη η προφητεία πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια της ζωής του Χριστού, αλλά εξακολουθεί να πραγματοποιήται στην ιστορία της ανθρωπότητας και στην προσωπική ζωή κάθε ανθρώπου.
     Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι πτώση των απίστων, των μη πιστευόντων σε Αυτόν, και ανάσταση αυτών πού πιστεύουν σε Αυτόν. Ένα παράδειγμα είναι ο Γολγοθάς. ο ένας ληστής πιστεύει και σώζεται, ο άλλος αμφισβητεί και καταδικάζεται. Συμβαίνει αυτό και στην εσωτερική μας ζωή, αφού ο Χριστός πίπτει όταν εμείς οι βαπτισμένοι πέφτουμε με την πορνεία, και ανίσταται με την σωφροσύνη. Επίσης, αυτό μπορεί να εννοηθή ότι πρόκειται ο Χριστός να πάθη και να πέση στον θάνατο, αλλά και να αναστηθούν πολλοί με την δική του πτώση, και τον δικό του θάνατο (ιερός Θεοφύλακτος).
     Ο Χριστός είναι και «σημείον αντιλεγόμενον». Η λέξη «σημείον» μπορεί να εννοηθή με πολλούς τρόπους και πολλές έννοιες. Κατ’ αρχάς σημείο είναι η σάρκωση του Χρίστου, η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού. Κατά την ενανθρώπηση έγιναν πολλά παράδοξα και παράξενα πράγματα. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, η Παρθένος μητέρα. Ακριβώς δε αυτό το σημείο αντιλέγεται και αμφισβητείται από πολλούς ανθρώπους. Άλλοι υποστηρίζουν ότι έλαβε πραγματικό σώμα, και άλλοι ότι έλαβε φανταστικό, ότι δηλαδή το σώμα Του ήταν φανταστικό και όλα τα έκανε φανταστικά. Άλλοι θεωρούν ότι είναι χοϊκό σώμα, άλλοι επουράνιο. Άλλοι θεωρούν ότι ο Χριστός ως Θεός έχει προαιώνια ύπαρξη και άλλοι νομίζουν ότι έλαβε αρχή της υπάρξεως του από την παρθένο και άχραντη Μαρία (άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας).
     Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, αναλύοντας την ερμηνεία του ιερού Θεοφύλακτου, ότι ως σημείο αντιλεγόμενο εννοείται η σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, λέγει ότι ο αιρετικός πού βλέπει τα έργα του Χριστού, ο Όποιος έχει διπλές ενέργειες, την θεία και την ανθρώπινη, και άλλοτε ως άνθρωπος πεινά, διψά, δέχεται το μαρτύριο, σταυρώνεται, πάσχει κλπ., και άλλοτε ως Θεός κάνει θαύματα, εκδιώκει δαίμονες και ανίσταται κλπ., αμφιταλαντεύεται αν ο Χριστός είναι Θεός ή άνθρωπος. Όμως ο Χριστιανός δεν έχει τέτοιες αμφιβολίες, γιατί γνωρίζει από την εμπειρία των θεουμένων αγίων ότι, αν και ο Χριστός είχε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, εν τούτοις είναι ένας κατά την υπόσταση και το πρόσωπο, και έτσι ο ένας και Αυτός Χριστός ενεργεί άλλοτε τα θεοπρεπή και άλλοτε τα άνθρωποπρεπή. Και βέβαια, όταν ενεργεί κάθε φύση, ενεργεί «μετά της θάτέρου κοινωνίας».
     Έπειτα, σημείο αντιλεγόμενο είναι και ο Σταυρός του Χριστού. Κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, «αντιλεγόμενον σημείον τον τίμιον ονομάζει σταυρόν». Άλλοι δέχονται τον Σταυρό και την σταύρωση του Χριστού θεωρούντες αυτήν ως σωτηρία, ότι στον Σταυρό νίκησε τις αρχές και εξουσίες του σκότους, και άλλοι αρνούνται τον Σταυρό. Δεν μπορούν να αντιληφθούν πώς ο Χριστός σταυρώθηκε. Γι’ αυτό, όπως είπε ο Απόστολος Παύλος, ο Σταυρός είναι για τους Ιουδαίους σκάνδαλο, για τους Έλληνες [=ειδωλολάτρες] μωρία [=ανοησία]. Για μας όμως τους πιστούς ο Σταυρός είναι «Θεού δύναμις και θεού σοφία» (Α’ προς Κορινθίους 1 , 23-24).
ιβ’
    Η δεύτερη προφητεία του αγίου Συμεών, πού αναφερόταν στην Παναγία, είναι η έξης: «και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ. 2, 35).
    Προφανώς η προφητεία αυτή αναφέρεται στον πόνο και την θλίψη της Θεοτόκου πάνω στον Σταυρό, όταν θα έβλεπε τον Υιό της, πού είναι ταυτόχρονα Υιός του Θεού, να πάσχη και να υποφέρη. Η Παναγία δεν υπέφερε ούτε πόνεσε κατά την γέννηση του Χριστού, ακριβώς γιατί τον συνέλαβε ασπόρως και τον γέννησε αφθόρως. Έπρεπε, λοιπόν, να πόνεση πολύ κατά τον καιρό της εξόδου.
     Ακριβώς αυτή η ρομφαία [=ξίφος], που θα διέλθη την ψυχή της Θεοτόκου κατά τον σταυρικό θάνατο του Χριστού, θα αποκάλυψη τους διαλογισμούς πολλών ανθρώπων, που βρίσκονταν κεκρυμένοι στην καρδιά τους. Αυτοί αμφιβάλλουν αν είναι γνήσια και αληθινή μητέρα. Aλλά από τον πόνο πού αισθάνθηκε καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για την φυσική του μητέρα.
    Αυτό μας υπενθυμίζει την περίπτωση των δύο γυναικών της Παλαιάς Διαθήκης που διεκδικούσαν ένα βρέφος και παρουσιάσθηκαν στον Σολομώντα για να τους λύση την διαφορά. Ο Σολομών ζήτησε μαχαίρι για να το τεμαχίση και να δώση από ένα μέρος σε κάθε μία γυναίκα. Τότε η μία ζήτησε να μη το σφάξη, αλλά να το δώση ολόκληρο στην άλλη. Και η άλλη ζήτησε να το σφάξη, ώστε να μη το πάρη καμμιά από αυτές. ο βασιλεύς έδωσε το παιδί σε αυτήν πού προτίμησε να ζήση το παιδί, έστω κι αν το πάρη η άλλη γυναίκα. Αυτό ήταν δείγμα ότι ήταν η φυσική του μητέρα (Γ΄ Βασιλειών, 3, 16-28).
     Έτσι και ο πόνος της Παναγίας στον Σταυρό έδειξε ότι αυτή είναι η πραγματική μητέρα, ότι από αυτήν ο Κύριος παρέλαβε την σάρκα. Γιατί, αφού η Παναγία είναι η πραγματική μητέρα, σημαίνει ότι και ο Χριστός έχει πραγματικό σώμα και δεν είναι άνθρωπος κατά φαντασία.
    Ο Μ. Αθανάσιος λέγει ότι η φράση «όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» σημαίνει ότι ο Σταυρός του Χριστού, το Πάθος Του, θα αποκάλυψη όλες τίς εσωτερικές διαθέσεις των ανθρώπων, αφού ο Πέτρος από θερμός και ζηλωτής, θα τον αρνηθή, οι Μαθητές θα τον εγκαταλείψουν, ο Πιλάτος θα μεταμεληθή με την νίψη των χεριών, η γυναίκα του θα πιστεύση με το νυκτερινό όνειρο, ο εκατόνταρχος θα ομολογήση από τα σημεία, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος θα ασχοληθούν με τα της κηδείας, ο Ιούδας θα πνιγή, οι Ιουδαίοι θα δώσουν αργύρια στους φρουρούς για να αποκρύψουν την Ανάσταση. Και, πραγματικά, «μάχη τις έσται και στάσις λογισμών τε και διαλογισμών εναντίων».
    Η προφητεία αυτή δεν αναφέρεται μόνο στην σάρκωση και την σταύρωση, αλλά και στην όλη ζωή της Εκκλησίας, που είναι το πραγματικό Σώμα του Χριστού. Άλλοι σώζονται παραμένοντας στην Εκκλησία και άλλοι καταδικάζονται, αρνούμενοι το σωτηριώδες έργο της. Επίσης, επειδή με το Βάπτισμα δεχθήκαμε την Χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά και δεν φεύγει ποτέ, αλλά απλώς με τα πάθη καλύπτεται, γι’ αυτό όταν άμαρτάνουμε, πίπτουμε, και όταν αγωνιζόμαστε και μετανοούμε, ανασταινόμαστε.
    Ο Χριστός θα είναι «εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών» και στην άλλη ζωή, αφού όλοι θα δουν τον Χριστό, αλλά για άλλους θα είναι Παράδεισος και για άλλους Κόλαση.
ιγ’
      Αυτό ακριβώς το τελευταίο δείχνει ότι η εορτή της Υπαπαντής δεν είναι απλώς μια εορτή που αναφέρεται απλώς στον Δεσπότη Χριστό και υποδηλώνει έναν από τους σταθμούς της θείας Οικονομίας, αλλά και μια εορτή του άνθρωπου πού ζή με τον Χριστό.
    Η Εκκλησία την εορτή του σαραντισμού του Χριστού την έκανε και τελετή, ακολουθία σαραντισμού κάθε άνθρωπου, μετά την γέννηση του. Την τεσσαρακοστή ήμερα από την γέννηση προσφέρεται το βρέφος στον Ναό από την μητέρα του. Αυτή η προσφορά έχει διπλή σημασία και έννοια. Πρώτον, ευλογείται η μητέρα για το τέλος του καθαρισμού της από τα αίματα της λοχείας. Η Εκκλησία, όπως εύχεται για κάθε ασθένεια, έτσι και εύχεται για την γυναίκα που γέννησε και είναι φυσικό να αισθάνεται κόπο και σωματική αδυναμία. Προσεύχεται να την καθαρίση και για τον λόγο ότι ο τρόπος γεννήσεως του ανθρώπου, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, είναι μεταπτωτικός. Δεύτερον, είναι τελετή ευχαριστήρια για την γέννηση ενός παιδιού. Επειδή η σύλληψη και η γέννηση ενός άνθρωπου δεν είναι απλώς έργο της φύσεως, αλλά της ενεργείας του Θεού, γι’ αυτό αισθανόμαστε ότι ανήκει στον Θεό. Έτσι, το προσφέρουμε στον Θεό και Εκείνος δια του Ιερέως μας το παραχωρεί εκ νέου για να το μεγαλώσουμε. Όμως στην πραγματικότητα ανήκει στον Θεό.
     Πρέπει όμως να προσφέρουμε στον Θεό, στο άνω θυσιαστήριο, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, αντί του ζεύγους τρυγόνων την καθαρότητα της ψυχής και του σώματος, και αντί των δύο νεοσσών περιστερών να προσέχουμε πολύ όχι μόνο ενώπιον του Θεού, αλλά και ενώπιον των ανθρώπων. Και, όπως ο Χριστός ετέλεσε όλα τα του νόμου και επέστρεψε στην πατρίδα Του, πληρούμενος και προκύπτοντας στην σοφία, έτσι και εμείς να επιστρέψουμε στην αληθινή μας πατρίδα, πού είναι η επουράνιος Ιερουσαλήμ, αφού ζήσουμε πνευματικώς κατά τον θείο νόμο και προκόψουμε στην σοφία και την χάρη και φθάσουμε στο μέτρο της ηλικίας του πληρώματος του Χρίστου, τελειούμενοι κατά τον έσω άνθρωπο και γενόμενοι ενδιαίτημα του Αγίου Πνεύματος.
    Είναι καθήκον μας, κατά τον Μ. Αθανάσιο, να ομοιάσουμε με τον δίκαιο Συμεών και την Προφήτιδα Άννα. Πρέπει και εμείς να συναντήσουμε τον Χριστό με σωφροσύνη, καθαρότητα, ακακία, αμνηστία, και γενικώς με φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Δεν μπορεί κανείς με άλλο τρόπο να συνάντηση τον Χριστό, την αληθινή ζωή.
     Η Υπαπαντή του Χρίστου δείχνει ότι ο Χριστός είναι η ζωή και το φως των ανθρώπων και ότι ο άνθρωπος πρέπει να αποβλέπη στην απόκτηση αυτού του ενυποστάτου φωτός και της ενυποστάτου ζωής. Η Εκκλησία ψάλλει παρακλητικά: «Λάμπρυναν μου την ψυχήν και το φως το αισθητόν, όπως ίδω καθαρώς και κηρύξω σε Θεόν». Για να κήρυξη κανείς τον Θεό πρέπει να τον δη [=δει] καθαρά. Μόνον οι ορώντες τον Θεό ή τουλάχιστον εκείνοι που δέχονται την πείρα των ορώντων, μπορούν να γίνωνται διδάσκαλοι. Αλλά, για να δη κανείς τον Θεό πρέπει προηγουμένως να λαμπρυνθή, να φωτισθή ως προς την ψυχή και τις σωματικές αισθήσεις. Τότε η εορτή της Υπαπαντής του Χριστού γίνεται και εορτή της υπαπαντής του κάθε πιστού.

ΠΗΓΗ : Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου π. Ιεροθέου Βλάχου
Από το βιβλίο του «Οι Δεσποτικές εορτές», Έκδοση Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 1995

Ερμηνεία της εικόνας της Υπαπαντής του Κυρίου

    Ὁ ἁγιογράφος τῆς εἰκόνας τῆς Ὑπαπαντῆς τοποθετεῖ τή σκηνή στό ναό, μπροστά στό Ἅγιο Βῆμα χριστιανικῆς ἐκκλησίας. Διακρίνονται τό βημόθυρο, ἡ Ἁγία Τράπεζα, τό θολωτό κιβώριο, ποῦ τό στηρίζουν τέσσερις κολόνες. Ὅπως παρατηρήθηκε, «οἱ κολόνες φαίνονται ἐπάνω ἀπό τούς φωτοστεφάνους μέ τρόπον ὥστε νά ἐπισημαίνονται οἱ μορφές καί σύγχρονα νά συνεχίζονται οἱ ὄρθιες τάσεις στή σύνθεση». Ἡ Θεοτόκος «λυγερόσωμος ὡς νεαρά κυπάρισσος» ἁπλώνει τά χέρια της γιά νά παραλάβει τό Βρέφος ἀπό τό Συμεών. Ἐκεῖνος μέ τά δύο του χέρια σκεπασμένα κρατεῖ τό Βρέφος ποῦ μέ ἁπλωμένο τό δεξί του χέρι καί κοιτάζοντας τήν Παναγία λαχταράει νά πέσει στήν ἀγκαλιά της. Ἡ σεβάσμια καί ἅγια μορφή τοῦ Συμεών ἐντυπωσιάζει. «Ἡ κεφαλή του εἶναι μακρόμαλλη καί ἀναμαλλιασμένη, μέ τούς πλοκάμους συνεστραμμένους ὡς ὀφίδια, τό γένειόν του ἀναταραγμένον, τό πρόσωπόν του σεβάσμιον κατά πολλά καί πατριαρχικόν, οἱ πόδες του λυγισμένοι, πατοῦν ἐπάνω εἰς τό ὑποπόδιον κλονιζόμενοι. Τά ὄμματα του εἶναι ὡσάν δακρυσμένα, καί φαίνεται ὡς νά λέγη’ «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν σου, Δέσποτα» (Φ. Κόντογλου).

Ἀξίζει νά παρατηρηθεῖ πώς ἐνῶ ἡ εἰκόνα παρουσιάζει τή σκηνή σαράντα μέρες μετά τή Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, τό νήπιο δέν παρουσιάζεται σπαργανωμένο. Ἔχει φωτοστέφανο, κρατάει στό χέρι εἰλητό, ἔχει βασιλική καί θεϊκή ἐμφάνιση. Αὐτό δέ γίνεται χωρίς λόγο. Τό Παιδί εἶναι ὁ Ἐμμανουήλ, «μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», ὁ Θεάνθρωπος. Εἶναι «ὁ ἄναρχος Λόγος τοῦ Πατρός, ἀρχήν λαβών χρονικήν, μή ἐκστάς τῆς αὐτοῦ Θεότητος», «ὁ ὀχούμενος ἐν ἅρμασι Χερουβίμ καί ὑμνούμενος ἐν ᾄσμασι Σεραφίμ», ὅπως λένε τά τροπάρια τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς.

Πίσω ἀπό τή Θεοτόκο στέκει ἡ προφῆτις Ἄννα. Ἡ στάση της προδίδει τό προφητικό της χάρισμα. Τό ἕνα της χέρι εἶναι ὑψωμένο σέ σχῆμα ὁμιλίας καί τό ἄλλο, τό ἀριστερό, κρατάει ἀνοιχτό εἰλητάριο πού γράφει σέ μικρά μαῦρα κεφαλαῖα’ «Τοῦτο τό Βρέφος οὐρανόν καί γῆν ἐστερέωσεν». Τό κεφάλι της μέ μελετημένη κλίση εἶναι γυρισμένο πρός τόν Ἰωσήφ «πού ἔρχεται πίσω της, σάν ν’ ἀπευθύνει σ’ αὐτόν τόν προφητικό λόγο, ἐνῶ κοιτάζει τό θεατή».

Στήν ἄκρη ἀριστερά ὁ Ἰωσήφ προχωρεῖ κρατώντας πάνω στήν πτυχή τοῦ ἐνδύματός του (σ’ ἄλλες εἰκόνες μέσα σέ κλουβί) τά δύο τρυγόνια ἤ τά δύο περιστεράκια. Τά πουλιά αὐτά, ὅπως λέει τό παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπό ὕμνο τοῦ ἑσπερινοῦ της ἑορτῆς, συμβόλιζαν τούς ἀπό τούς Ἰουδαίους καί ἐθνικούς χριστιανούς, καθώς καί τίς δύο διαθῆκες, τήν Παλαιά καί τήν Καινή, τῶν ὁποίων ἀρχηγός εἶναι ὁ Χριστός. «Ὁ τοῖς Χερουβίμ ἐποχούμενος καί ὑμνούμενος ὑπό τῶν Σεραφίμ, σήμερον τῷ θείῳ ἱερῷ κατά νόμον προσφερόμενος, πρεσβυτικαῖς ἐνθρονίζεται ἀγκάλαις’ καί ὑπό Ἰωσήφ εἰσδέχεται δῶρα θεοπρεπῶς, ὡς ζεῦγος τρυγόνων τήν ἀμίαντον Ἐκκλησίαν καί τῶν ἐθνῶν τόν νεόλεκτον (= νεοσύλεκτο) λαόν’ περιστερῶν δέ δύο νεοσσούς, ὡς ἀρχηγός Παλαιᾶς τέ καί Καινῆς…» (Δοξαστικό στιχηρῶν). Παρόμοια λένε καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γιά τό συμβολισμό τῶν πουλιῶν αὐτῶν.
http://athanasiosmytilinaios.blogspot.com/2020/02/2.html#more  ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΤΣΗΣ-https://agonasax.blogspot.com/

« Η ζωή και ο Θεός είναι αλλού

ΥΥΥΥ

π. Θεόδωρος Ζήσης –Ομιλία στην Εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου »

«Λέγε Συμεών, τίνα φέρων εν αγκάλαις, εν τω ναώ αγάλλη;», ερωτά υμνογραφώντας ο άγιος Γερμανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στο πρώτο Στιχηρό ιδιόμελο του Εσπερινού της Υπαπαντής, ήχου α. Η βυζαντινή εικόνα της Υπαπαντής του Κυρίου, αποτολμά ν’ απαντήσει στο υμνολογικό αυτό ερώτημα μ’ ένα άλλο είδος τέχνης, περισσότερο προσιτό στο ευρύτερο σώμα των πιστών.

Η σκηνή εικονίζει την εκπλήρωση του εβραϊκού έθους. Του έθους που καθόρισε η απαίτηση του ίδιου του Θεού, «παν άρσεν το την μήτραν διανοίγον», να αφιερώνεται σ’ Αυτόν. ( Εξοδ. ιγ´ 2), όπως εμφατικά σημειώνεται και στον Ειρμό της εννάτης ωδής της Υπαπαντής. Αυτή την πραγματοποίηση του «ειθισμένου, κατά το ειρημένον του νόμου» (Λουκ. Β. 24, 27), ιστορεί η εικόνα της Υπαπαντής. Πέντε πρόσωπα απαρτίζουν την σύνθεση. Η Υπεραγία Θεοτόκος με τον Ιωσήφ φέρνουν στον ναό τον τεσσαρακονθήμερο Ιησού Χριστό. Τα δύο άλλα πρόσωπα είναι πρόσωπα του ναού, και συναντούν τους προσερχομένους εντός του ιερού χώρου. Ο Συμεών ο πρεσβύτης, άνθρωπος χαριτωμένος απ’ το Πνεύμα του Θεού, «δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ» (Λουκ. β´ 25), και η αγία Άννα η προφήτιδα, θυγατέρα Φανουήλ, σε προχωρημένη ηλικία και αυτή. Λαμπάδα λιωμένη στην υπηρεσία του ναού από τη νεότητά της, από τότε που χήρευσε. Στα χέρια της, που τόσα χρόνια διακόνησαν τις ανάγκες του ναού, κρατεί ειλητάριο με λόγους προφητικούς, που αναφέρονται στο πρόσωπο του προσφερομένου βρέφους Ιησού. «Τούτο το βρέφος, ουρανόν και γην εστερέωσεν».

Ο εικονογράφος δεν επιλέγει να ισορροπήσει τη σύνθεση σ’ ένα από τα εικονιζόμενα πρόσωπα, παρόλο που κεντρική θέση έχουν κατά βάση δύο. της Υπεραγίας Θεοτόκου, και του βρέφους Ιησού. Το κέντρο της εικόνας κατέχει το ιερό, στηριζόμενο σε τέσσερις κολώνες, στεφανωμένες από μια σινδόνη. Το ιερό με τη σινδόνη μοιάζουν να διαιρούν την εικόνα στα δύο. Άλλωστε το όλο συμβάν της Υπαπαντής του Κυρίου ενώνει δύο σαφέστατα διαφορετικούς χώρους. Το χώρο της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη. Της προσδοκίας των αιώνων, με Τον Προσδοκώμενο. Της φθοράς του γήρατος και του θανάτου, με την αφθαρσία και τη ζωή του βρέφους Ιησού.

Δεν σημαίνονται όμως μόνο συνθετικά οι δύο κόσμοι που ενοποιούνται από το γεγονός που περιγράφει η εικόνα, αλλά και υφολογικά υποδηλώνεται το διττό μήνυμα της εορτής. Η χαρά και η λύπη. Η χαρά εκπεφρασμένη από τον πρεσβύτη Συμεών. Τον γέροντα που με τρεμάμενα από το βαθύ γήρας χέρια, προσδέχεται Αυτόν που ανέμενε αιώνες η παλαιοδιαθηκική ευσέβεια, και διψούσε ο ιουδαϊκός λαός: τον λυτρωτή του κόσμου. Τον Συμεών, που αξιώνεται να γίνει θεοδόχος! Τα πόδια του λυγίζουν από ευλάβεια. Τα μάτια του κοιτούν με δέος «το σωτήριον φως» (Λουκ. Β. 30, 32) του θεανθρωπίνου Βρέφους. Τα χέρια του, σκεπασμένα από συστολή και σεβασμό με μια άκρη του ενδύματός του, γίνονται θρόνος. Θρόνος όχι για να υποδεχθούν ένα κοινό βρέφος, αλλά για να κρατήσουν Αυτόν που κρατεί ολόκληρη την οικουμένη. Τα χέρια του πρεσβύτου Συμεών, που με τόση ευλάβεια κρατούν το θείο Βρέφος πάνω από το θυσιαστήριο του ναού, θυμίζουν τόσο πολύ την εικόνα των λειτουργών ιερέων που προβάλλουν ενώπιόν μας το θυσιασμένο και αναστημένο Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού. Όλες οι γραμμές του σώματος του αγίου Συμεών, μαζί με τις πτυχώσεις των ενδυμάτων του τείνουν προς τον Κύριο. Λυγίζουν, και με μια καμπυλόγραμμη κίνηση υποτυπώνουν το δοχείο που πληρούται από το περιεχόμενό του, που δεν είναι τίποτε άλλο εν προκειμένω από τη θεία Χάρη.

Αλλά αν η χαρά και η ανέκφραστη αγαλλίαση αφορούν και αποτυπώνονται στον πρεσβύτη Συμεών, η Υπεραγία Θεοτόκος ενσαρκώνει τον πόνο και την θλίψη. Πόνο γιατί προσφέρει και αποχωρίζεται τον Υιό της. Τα χέρια της διατηρούν μια κίνηση σαν να κρατούν ακόμη τον Ιησού Χριστό, σαν να μην θέλουν να Τον αποχωρισθούν. Και ο Υιός της, φαίνεται να ανταποκρίνεται στα μητρικά της αισθήματα. Απλώνει κι αυτός το χέρι του σε μια προσπάθεια να μην αποχωρισθεί την Παναγία μητέρα Του. Μια έκφραση των αισθημάτων της τελείας ανθρωπίνης φύσεώς Του.

 Ανάμεσα στην Υπεραγία Θεοτόκο και τον θεοδόχο Συμεών, υψώνεται το ιερό, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της εικόνας, σχηματίζοντας ένα φράγμα απαγορευτικό. Η Θεομήτωρ στερείται τον Υιό της, και η θλίψη της επιτείνεται από τα προφητικά λόγια του αγίου Συμεών «και σου την καρδίαν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. Β. 35). Η Παναγία πλέον αρχίζει να στρατεύεται στον δρόμο του σταυρού, που είναι το δώρο του Υιού της σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το δώρο αυτό που χαρίζεται και στην ίδια, με μια διπλή επίπτωση. Της χαράς, της σωτηρίας και της λυτρώσεως από τη μια, και από την άλλη, της θλίψεως της μητρικής καρδιάς της μπροστά στην άρνηση αποδοχής από τον κόσμο του υιού και Θεού της. Άρνηση που θα φθάσει μέχρι τον σταυρικό θάνατο.

 « Ανοιγέσθω η πύλη του ουρανού σήμερον), όπως ψάλλεται και στο Δοξαστικό των εκεκραγαρίων του Εσπερινού της Υπαπαντής, σε ήχο πλ. Του β. γι’ αυτό και ο εικονογράφος ιστορεί τα κτήρια και τις στέγες τους να συγκλίνουν σ’ Αυτόν που αγιάζει ολόκληρη την κτίση. Αυτόν που είναι «φως διασκεδάζον των απίστων εθνών την σκοτόμαιναν, και δόξαν του νεολέκτου Ισραήλ», όπως τονίζεται και στο ιδιόμελο της Λιτής της Υπαπαντής, που ψάλλεται σε ήχο α. Λυτρωτής τόσο του εθνικού ειδωλολατρικού κόσμου, όσο και του ισραηλιτικού λαού. Και το λυτρωτικό αυτό μήνυμα που αφορά όλο τον κόσμο, υποδηλώνεται από τα δύο περιστέρια, τα οποία προσφέρει ο Ιωσήφ στον ναό. Δεν ανταποκρίνονται μόνο στην καθορισμένη προσφορά, αλλά συμβολίζουν και τους δύο κόσμους, για τους οποίους προσφέρεται η θυσία του Κυρίου μας. Τον κόσμο των εθνικών και της ειδωλολατρίας, και τον κόσμο του ευεργετηθέντος Ισραήλ.

Υπαπαντή! Σημαίνει συνάντηση του Κυρίου με την προσδοκία του κόσμου.

Υπαπαντή! Καθ’ ην «Χορός αγγελικός,

εκπληττέσθω το θαύμα!

βροτοί δε ταις φωναίς,

ανακράξωμεν ύμνον,

ορώντες την άφατον

του Θεού συγκατάβασιν», όπως θαυμάσια προτρέπει το Κάθισμα της πρώτης

στιχολογίας του Όρθρου της εορτής, ήχου α., και μέσα από την περιγραφική,

 συμβολική, αγία και ιεροπρεπή τέχνη της βυζαντινής εικονογραφίας.

 Ας προσκυνήσουμε λοιπόν το ιστορούμενο γεγονός. Ας προσκυνήσουμε τον νηπιάσαντα

 και βρεφοκρατούμενο Σωτήρα και Λυτρωτή μας.

 Από το περιοδικό Η Δράσις μας, Φεβρουάριος του 2007.