« Η ζωή και ο Θεός είναι αλλού

ΥΥΥΥ

π. Θεόδωρος Ζήσης –Ομιλία στην Εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου »

«Λέγε Συμεών, τίνα φέρων εν αγκάλαις, εν τω ναώ αγάλλη;», ερωτά υμνογραφώντας ο άγιος Γερμανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στο πρώτο Στιχηρό ιδιόμελο του Εσπερινού της Υπαπαντής, ήχου α. Η βυζαντινή εικόνα της Υπαπαντής του Κυρίου, αποτολμά ν’ απαντήσει στο υμνολογικό αυτό ερώτημα μ’ ένα άλλο είδος τέχνης, περισσότερο προσιτό στο ευρύτερο σώμα των πιστών.

Η σκηνή εικονίζει την εκπλήρωση του εβραϊκού έθους. Του έθους που καθόρισε η απαίτηση του ίδιου του Θεού, «παν άρσεν το την μήτραν διανοίγον», να αφιερώνεται σ’ Αυτόν. ( Εξοδ. ιγ´ 2), όπως εμφατικά σημειώνεται και στον Ειρμό της εννάτης ωδής της Υπαπαντής. Αυτή την πραγματοποίηση του «ειθισμένου, κατά το ειρημένον του νόμου» (Λουκ. Β. 24, 27), ιστορεί η εικόνα της Υπαπαντής. Πέντε πρόσωπα απαρτίζουν την σύνθεση. Η Υπεραγία Θεοτόκος με τον Ιωσήφ φέρνουν στον ναό τον τεσσαρακονθήμερο Ιησού Χριστό. Τα δύο άλλα πρόσωπα είναι πρόσωπα του ναού, και συναντούν τους προσερχομένους εντός του ιερού χώρου. Ο Συμεών ο πρεσβύτης, άνθρωπος χαριτωμένος απ’ το Πνεύμα του Θεού, «δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ» (Λουκ. β´ 25), και η αγία Άννα η προφήτιδα, θυγατέρα Φανουήλ, σε προχωρημένη ηλικία και αυτή. Λαμπάδα λιωμένη στην υπηρεσία του ναού από τη νεότητά της, από τότε που χήρευσε. Στα χέρια της, που τόσα χρόνια διακόνησαν τις ανάγκες του ναού, κρατεί ειλητάριο με λόγους προφητικούς, που αναφέρονται στο πρόσωπο του προσφερομένου βρέφους Ιησού. «Τούτο το βρέφος, ουρανόν και γην εστερέωσεν».

Ο εικονογράφος δεν επιλέγει να ισορροπήσει τη σύνθεση σ’ ένα από τα εικονιζόμενα πρόσωπα, παρόλο που κεντρική θέση έχουν κατά βάση δύο. της Υπεραγίας Θεοτόκου, και του βρέφους Ιησού. Το κέντρο της εικόνας κατέχει το ιερό, στηριζόμενο σε τέσσερις κολώνες, στεφανωμένες από μια σινδόνη. Το ιερό με τη σινδόνη μοιάζουν να διαιρούν την εικόνα στα δύο. Άλλωστε το όλο συμβάν της Υπαπαντής του Κυρίου ενώνει δύο σαφέστατα διαφορετικούς χώρους. Το χώρο της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη. Της προσδοκίας των αιώνων, με Τον Προσδοκώμενο. Της φθοράς του γήρατος και του θανάτου, με την αφθαρσία και τη ζωή του βρέφους Ιησού.

Δεν σημαίνονται όμως μόνο συνθετικά οι δύο κόσμοι που ενοποιούνται από το γεγονός που περιγράφει η εικόνα, αλλά και υφολογικά υποδηλώνεται το διττό μήνυμα της εορτής. Η χαρά και η λύπη. Η χαρά εκπεφρασμένη από τον πρεσβύτη Συμεών. Τον γέροντα που με τρεμάμενα από το βαθύ γήρας χέρια, προσδέχεται Αυτόν που ανέμενε αιώνες η παλαιοδιαθηκική ευσέβεια, και διψούσε ο ιουδαϊκός λαός: τον λυτρωτή του κόσμου. Τον Συμεών, που αξιώνεται να γίνει θεοδόχος! Τα πόδια του λυγίζουν από ευλάβεια. Τα μάτια του κοιτούν με δέος «το σωτήριον φως» (Λουκ. Β. 30, 32) του θεανθρωπίνου Βρέφους. Τα χέρια του, σκεπασμένα από συστολή και σεβασμό με μια άκρη του ενδύματός του, γίνονται θρόνος. Θρόνος όχι για να υποδεχθούν ένα κοινό βρέφος, αλλά για να κρατήσουν Αυτόν που κρατεί ολόκληρη την οικουμένη. Τα χέρια του πρεσβύτου Συμεών, που με τόση ευλάβεια κρατούν το θείο Βρέφος πάνω από το θυσιαστήριο του ναού, θυμίζουν τόσο πολύ την εικόνα των λειτουργών ιερέων που προβάλλουν ενώπιόν μας το θυσιασμένο και αναστημένο Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού. Όλες οι γραμμές του σώματος του αγίου Συμεών, μαζί με τις πτυχώσεις των ενδυμάτων του τείνουν προς τον Κύριο. Λυγίζουν, και με μια καμπυλόγραμμη κίνηση υποτυπώνουν το δοχείο που πληρούται από το περιεχόμενό του, που δεν είναι τίποτε άλλο εν προκειμένω από τη θεία Χάρη.

Αλλά αν η χαρά και η ανέκφραστη αγαλλίαση αφορούν και αποτυπώνονται στον πρεσβύτη Συμεών, η Υπεραγία Θεοτόκος ενσαρκώνει τον πόνο και την θλίψη. Πόνο γιατί προσφέρει και αποχωρίζεται τον Υιό της. Τα χέρια της διατηρούν μια κίνηση σαν να κρατούν ακόμη τον Ιησού Χριστό, σαν να μην θέλουν να Τον αποχωρισθούν. Και ο Υιός της, φαίνεται να ανταποκρίνεται στα μητρικά της αισθήματα. Απλώνει κι αυτός το χέρι του σε μια προσπάθεια να μην αποχωρισθεί την Παναγία μητέρα Του. Μια έκφραση των αισθημάτων της τελείας ανθρωπίνης φύσεώς Του.

 Ανάμεσα στην Υπεραγία Θεοτόκο και τον θεοδόχο Συμεών, υψώνεται το ιερό, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της εικόνας, σχηματίζοντας ένα φράγμα απαγορευτικό. Η Θεομήτωρ στερείται τον Υιό της, και η θλίψη της επιτείνεται από τα προφητικά λόγια του αγίου Συμεών «και σου την καρδίαν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. Β. 35). Η Παναγία πλέον αρχίζει να στρατεύεται στον δρόμο του σταυρού, που είναι το δώρο του Υιού της σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το δώρο αυτό που χαρίζεται και στην ίδια, με μια διπλή επίπτωση. Της χαράς, της σωτηρίας και της λυτρώσεως από τη μια, και από την άλλη, της θλίψεως της μητρικής καρδιάς της μπροστά στην άρνηση αποδοχής από τον κόσμο του υιού και Θεού της. Άρνηση που θα φθάσει μέχρι τον σταυρικό θάνατο.

 « Ανοιγέσθω η πύλη του ουρανού σήμερον), όπως ψάλλεται και στο Δοξαστικό των εκεκραγαρίων του Εσπερινού της Υπαπαντής, σε ήχο πλ. Του β. γι’ αυτό και ο εικονογράφος ιστορεί τα κτήρια και τις στέγες τους να συγκλίνουν σ’ Αυτόν που αγιάζει ολόκληρη την κτίση. Αυτόν που είναι «φως διασκεδάζον των απίστων εθνών την σκοτόμαιναν, και δόξαν του νεολέκτου Ισραήλ», όπως τονίζεται και στο ιδιόμελο της Λιτής της Υπαπαντής, που ψάλλεται σε ήχο α. Λυτρωτής τόσο του εθνικού ειδωλολατρικού κόσμου, όσο και του ισραηλιτικού λαού. Και το λυτρωτικό αυτό μήνυμα που αφορά όλο τον κόσμο, υποδηλώνεται από τα δύο περιστέρια, τα οποία προσφέρει ο Ιωσήφ στον ναό. Δεν ανταποκρίνονται μόνο στην καθορισμένη προσφορά, αλλά συμβολίζουν και τους δύο κόσμους, για τους οποίους προσφέρεται η θυσία του Κυρίου μας. Τον κόσμο των εθνικών και της ειδωλολατρίας, και τον κόσμο του ευεργετηθέντος Ισραήλ.

Υπαπαντή! Σημαίνει συνάντηση του Κυρίου με την προσδοκία του κόσμου.

Υπαπαντή! Καθ’ ην «Χορός αγγελικός,

εκπληττέσθω το θαύμα!

βροτοί δε ταις φωναίς,

ανακράξωμεν ύμνον,

ορώντες την άφατον

του Θεού συγκατάβασιν», όπως θαυμάσια προτρέπει το Κάθισμα της πρώτης

στιχολογίας του Όρθρου της εορτής, ήχου α., και μέσα από την περιγραφική,

 συμβολική, αγία και ιεροπρεπή τέχνη της βυζαντινής εικονογραφίας.

 Ας προσκυνήσουμε λοιπόν το ιστορούμενο γεγονός. Ας προσκυνήσουμε τον νηπιάσαντα

 και βρεφοκρατούμενο Σωτήρα και Λυτρωτή μας.

 Από το περιοδικό Η Δράσις μας, Φεβρουάριος του 2007.

 

Advertisements

Η θεολογία της Υπαπαντής.(απόσπασμα)

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ

Ο Χριστός ως ¨Σημείον αντιλεγόμενον¨

Ένα καίριο σημείο το οποίο αναπτύσσεται από τους ερμηνευτές πατέρες και τους συγγραφείς των εορταστικών λόγων στην Υπαπαντή είναι η αναφορά του πρεσβύτη Συμεών στον Ιησού ως «σημείον αντιλεγόμενον». Πράγματι, ο Χριστός είναι το Πρόσωπο εκείνο, το οποίο χώρισε στα δύο την ανθρώπινη ιστορία. Είναι σημείο αντιλεγόμενο ο ίδιος, οι εντολές Του και οι λόγοι Του. Κάποιοι Τον δέχονται και κάποιοι άλλοι Τον απορρίπτουν. Ο Σταυρός του Χριστού, που για την Παναγία υπήρξε ρομφαία που διαπέρασε την καρδιά της, θα είναι πάντοτε η αιτία της αποκάλυψης των ανθρώπινων λογισμών. Οι πάν-τες και τα πάντα θα υποταχθούν μελλοντικά στον Εσταυρωμένο και Αναστη-μένο Χριστό376.

Ο Δαμασκηνός ο Στουδίτης, ερμηνεύοντας τη φράση «αποκάλυψις των διαλογισμών» γράφει ότι μετά τη Σταύρωση και τα θεία πάθη, θα φανεί ποιοι συντάσσονται με το Χριστό και ποιοι με τους διώκτες του. Αυτό σημαίνει ότι μόνο όταν σταυρωθεί, κριθεί και τέλος θανατωθεί ο Υιός του Θεού, τότε θα αποκαλυφθεί ποιοι είναι μαζί Του και ποιοι μαζί με τους πολεμίους του Προσώπου του ως του μόνου αληθινού Θεού.

Πάντοτε υπήρξαν αντιφατικές οι κρίσεις των ανθρώπων για το Πρόσωπό Του. Ορισμένοι πίστεψαν ότι είναι ο αληθινός Υιός και Λόγος του Θεού και συγκεκριμένα ο σαρκωμένος Υιός. Πίστεψαν πως ήρθε στη γη για να σώσει τον κόσμο από την αμαρτία, αλλά κάποιοι άλλοι δεν θέλησαν να τον δεχθούν ως σωτήρα. Ο Χριστός πολεμήθηκε μάλιστα έντονα από τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους. Αυτή η αντιφατική συμπεριφορά των ανθρώπων προς το Πρόσωπό Του ήταν αναμενόμενη. Ο δίκαιος Συμεών είχε προφητεύσει ότι θα είναι: «σημείον αντιλεγόμενον».

Κατά τον καιρό της σταύρωσης πάρα πολλοί άνθρωποι σκανδαλίστηκαν. Πρώτοι από όλους ήταν οι ίδιοι του οι μαθητές, οι οποίοι τρόμαξαν κατά τη σύλληψή Του και κρύφτηκαν από το φόβο τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα  είναι η μορφή του Ιούδα, που ήταν ένας από τους μαθητές Του, αλλά παρ’ όλα αυτά Τον πρόδωσε και έγινε το πρόσωπο εκείνο που συνέβαλε καθοριστικά στο σταυρικό θάνατό Του. Ο Απόστολος Πέτρος τον αρνήθηκε επίσης τρεις φορές, ενώ πριν τη σύλληψή Του έλεγε ότι ήθελε να πεθάνει μαζί Του. Οι Εβραίοι, που δεν γνώριζαν ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού Τον ράπιζαν λέγοντας προς Αυτόν: «Προφήτευσον ημίν, Χριστέ, τις έστιν, ο παίσας σε;»

Επίσης πάνω στο σταυρό ο ένας ληστής του φώναζε: «Τους άλλους τους έσωσες από το κακό και τον εαυτό σου δεν μπορείς να σώσεις;». Ενώ ο άλλος ληστής, που ήταν αμαρτωλός και ξένος του Θεού ήθελε να γίνει κληρονόμος της Βασιλείας του Υιού λέγοντας μόνο: «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου.» Τότε λοιπόν, αποκαλύφθηκε ο λογισμός του καθένα.

Η ρήση λοιπόν του δίκαιου Συμεών για τον Χριστό ως «σημείον αντιλεγόμενον» σχετίζεται άμεσα με αυτό που ο Απόστολος Παύλος τόνισε σχετικά με το κήρυγμα του σταυρωθέντος Χριστού· ότι είναι «δύναμις του Θεού» για τους πιστούς και σκάνδαλο και μωρία για τους άπιστους. Ο Εσταυρωμένος δεν είναι μόνο «Θεού δύναμις» για όλα τα πιστά μέλη της Εκκλησίας που έχουν κληθεί από τον ίδιο το Θεό, αλλά είναι και «Θεού σοφία». Διότι «Ούτος εστίν αληθώς ο Σωτήρ του κόσμου ο Χριστός.»

 

Η φράση: ¨Το δε παιδίον ηύξανε… και χάρις Θεού ην επ’ αυτό¨

Ο Χριστός μπορεί να ήταν νήπιο όταν αφιερώθηκε στο Ναό, αλλά ήταν ταυτόχρονα «προ αιώνων Θεός» και γι’ αυτό ήταν σοφότερος από κάθε άλλον. Ήταν εμπλουτισμένος με το πλήρωμα της σοφίας και της γνώσης. Πάντως, παρ’ όλο που ήταν παιδί, εν τούτοις ήταν Θεός, έχοντας ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητας σωματικώς και όλη την ανθρώπινη σοφία και γνώση. Η φράση αυτή, που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Λουκά, μας δίνει την αφορμή για να πούμε, ότι ο Χριστός, όπως άλλωστε έλεγε και ο ίδιος, τονίζοντας, «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» και «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή», είναι η ίδια η σοφία και ο Λόγος του Θεού. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο απόστολος Παύλος, που είχε πει το εξής: «εν Χριστώ Ιησού, ος εγενήθη ημίν σοφία από Θεού.» Εδώ τίθεται το ερώτημα: Αφού ήταν τέλειος πως ήταν δυνατόν να αυξάνεται και να ενδυναμώνεται πνευματικά; Πάνω σε αυτό στηρίχθηκαν μάλιστα οι μεγάλες χριστολογικές και τριαδολογικές αιρέσεις (π.χ. του Αρείου) που αμφισβητούσαν τη θεότητα του Χριστού. Ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, αλλά επειδή έγινε και άνθρωπος με σάρκα έπρεπε να αναπτύσσεται και ως άνθρωπος. Εάν δεν γινόταν αυτό οι αιρετικοί θα είχαν αφορμή για να λένε ότι δεν έγινε ποτέ άνθρωπος στ’ αλήθεια, αλλά στη φαντασία.

Ο Ευαγγελιστής, λοιπόν, δεν κάνει λάθος με αυτή του τη φράση γιατί στ’ αλήθεια το παιδί μεγάλωνε σαν άνθρωπος και όχι σαν Θεός. Η Θεότητα δεν αυξάνεται και δεν ελαττώνεται. Σοφία λέγεται η θεία σοφία και όχι η ευτελής των ανθρώπων. Ο Χριστός την είχε έμψυχη και δε χρειάζονταν τη γνώση των ανθρώπων επειδή Εκείνος είναι η αυτοσοφία.

ΠΗΓΗ.. ΦΩΤΕΙΝΗ Γ. ΧΑΜΑΛΑΚΗ-Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ.Α.Π.Θ 2010

Μία Υπαπαντή, ένας Άσωτος, μία Μάνα κι ένας Δεσπότης

 article_20595

Στη μνήμη Αντωνίας Γιακουμάκη…

γράφει o Αρχιμ. Χερουβείμ Μουστάκας, στο Amen.gr

Στη ζωή του ανθρώπου υπάρχουν περίοδοι, όπου διάφορες εικόνες, άσχετες φαινομενικά μεταξύ τους, συγκεντρώνονται στο μυαλό και συνδυάζονται περίεργα, κάνοντας τις δικές τους διαδρομές και πορείες. Και αν ξεκινήσει κανείς από την Υπαπαντή της Καλαμάτας, θα έχει πολλά να πει για όλους εκείνους τους ανθρώπους που ταξίδεψαν για να βρεθούν κοντά της και να προσκυνήσουν το εικόνισμά της. Μα στο μυαλό μένει η φωτογραφία εκείνη με τα τάματα και τα λουλούδια που είχαν αφεθεί μπροστά της, τεκμήρια ενός πόνου, ευχαριστήρια για την ευεργεσία, σιωπηλές κραυγές ελπίδας, απόδειξη πλήρους αφέσεως στα χέρια της ακόμα και μέχρι τον θάνατο ή ακόμα και ένδειξη μιας υπόσχεσης ότι θα ξανασυναντηθούμε. Τάματα που δεν ζήτησαν μια περίοπτη θέση στο κάδρο της, αλλά αφέθηκαν μπροστά της, γιατί μόνο το δικό της βλέμμα ζήτησαν και αυτό τους ήταν αρκετό.

Η υπόσχεση όμως και η βεβαιότητα της επόμενης συνάντησης δεν μένουν αδιάφορες της παραβολής του ασώτου που αγκάλιασε τους εορτασμούς της Παναγίας. Η αναφορά στη μάνα Υπαπαντή δεν είναι άσχετη της συνάντησης πατέρα και γιού στην παραβολή του ευαγγελίου, αφήνοντας ανοιχτή την ερμηνεία του όρου «άσωτος». Μια ερμηνεία που θα κληθεί η καθημερινότητα να την περικοσμήσει με το πραγματικό της περιεχόμενο, παραμερίζοντας τα ανθρώπινα και αποδίδοντας στον καθένα το μέτρο της ασωτίας του. Το σίγουρο πάντως είναι ότι θα ξανασυναντηθούμε…σε τόπο και χρόνο άγνωστο. Τελικός προορισμός είναι η κοινωνία και η συνάντηση, μα μέχρι τότε δεν παύεις να επικαλείσαι τη μάνα Υπαπαντή και να λαχταράς να πάρεις το δρόμο που θα σε φέρει ξανά μπροστά στα μάτια της.

Άραγε πόσο μπορεί να σε κρατήσει στη ζωή μια υπόσχεση; Πόσο μπορούμε να αντέξουμε την αναμονή; Πώς θα γεμίσουμε το χρόνο μας μέχρι την εκπλήρωσή της; Πώς θα μετριαστούν τα δάκρυα της υπομονής, της προδοσίας, της στέρησης και της ασθένειας; Όλα αυτά δεν βρίσκονται στη δικαιοδοσία, στη διάθεση και στον έλεγχο του ανθρώπου, αλλά στην απέραντη σοφία και αγάπη του Θεού. Και ο Θεός το κάνει με τον μοναδικό τρόπο που Εκείνος γνωρίζει, φανερώνοντας στον άνθρωπο το μέγεθος της δύναμής του, ενώ παράλληλα αποκαλύπτει το μεγαλείο της Θεότητάς Του, που αποκορυφώνεται στο γεγονός ότι αναγεννά τη ζωή από τις στάχτες και την αναδύει από τα μνήματα. Και αυτό τελεσιουργείται τη στιγμή που μέσα σου πεθαίνεις…

Η εναλλαγή των εικόνων προχωρά σε ένα νοσοκομείο, έξω από μια εντατική. Εκεί ένας γιος και μια κόρη αναμένουν και εκείνοι τη συνάντηση με τη μάνα τους, προσμένοντας καρτερικά την ώρα την επιτρεπόμενη. Σε τέτοιες στιγμές στέκεις σιωπηλός δίπλα στους ανθρώπους που δοκιμάζονται, κοιτώντας τους στα μάτια και παραμένοντας συντονισμένος στον πόνο τους. Μα όσο και να κρατηθείς, δεν μπορείς να μην λυγίσεις, όταν ακούς τον γιο να ψελίζει : «Ο άγγελός μου φεύγει…». Αόρατα δάκρυα σε κατακλύζουν τη στιγμή εκείνη, αλλά οι κρουνοί των ματιών παραμένουν σφραγιστοί μέχρι τη στιγμή που θα μείνεις μόνος σου αργότερα.

Μια στιγμή αποχωρισμού εξελίσσεται, αλλά δεν στερείται ούτε αυτή της προοπτικής της συνάντησης…αυτή την φορά στη Βασιλεία του Θεού. Και τούτο το γεγονός ο γιος, ως αρχιθύτης και επίσκοπος της Εκκλησίας, το γνωρίζει καλά… Μα στα αυτιά σου νομίζεις ότι ακούς τον Γρηγόριο τον Θεολόγο να διατυπώνει με συντριβή καρδιάς τον πόνο της ψυχής του λέγοντας: «Βασίλειον ουκ έχω…». Ένας πόνος, βαθιά ανθρώπινος, που κατευθύνεται από τα χείλη του επισκόπου στο θρόνο του Θεού. Μια αυθόρμητη και εκ βαθεών δοξολογία του Θεού για το γεγονός της βιωματικής εμπειρίας του μεγαλείου της μητρότητας, της συμπόρευσης, της ηρεμίας, της συμβουλής, της αγάπης, της αγκαλιάς, της μυρωδιάς του αγγέλου. Μια αστραπιαία κίνηση του νου και της ψυχής σε στιγμές του παρελθόντος, μια ανακούφιση για το ειρηνικό τέλος και μια απορία για την συνέχεια.

Μα είμαι πεπεισμένος πια, από τους δικούς μου αγγέλους που έφυγαν, ότι η συνέχεια δεν θα είναι διαφορετική, απλά θα έχει αλλάξει μορφή αυτή η συμπόρευση και θα εξακολουθεί να υφίσταται λουσμένη με το φως του θρόνου του Θεού. Ένα φως που ακόμα και από την άλλη ζωή, η μάνα δεν θα το κρατήσει για τον εαυτό της, αλλά θα μεταφέρει πάντοτε ένα κομμάτι του στη ζωή των παιδιών της. Και τούτο συμβαίνει διότι τους ανθρώπους που βιώνουν μεταξύ τους την αγάπη ως δώρο Θεού και τρόπο ζωής δεν μπορεί να τους χωρίσει κανείς. Και αν συμβεί το αντίθετο, τότε αποκαλύπτεται ότι κάποιος εξ αυτών δεν  αγάπησε ποτέ τον άλλον!

Ο δρόμος που καταλήγει στην Υπαπαντή είναι ανηφορικός, σαν να συμβολίζει τη ζωή… εκεί όμως βιώνεις και το θαύμα. Τον ανεβαίνεις με μια καρδιά βαριά και μια ψυχή που αιμορραγεί, για να φτάσεις στην αγκαλιά της μάνας που ξέρει να επουλώνει πληγές και να λειαίνει τον πόνο με την θαλπωρή της. Ο τρόπος της άγνωστος στους ανθρώπους, μα γεμάτος με την πραγματική και ανιδιοτελή αγάπη της. Επομένως, η Υπαπαντή έχει τη δύναμη να καταργήσει το χαρακτηριστικό του ασώτου και να τελεσιουργήσει την συνάντηση. Όταν έχεις δίπλα σου τον άγγελό σου, δεν ψάχνεις να βρεις κάτι. Όταν όμως δεν τον έχεις, τον ψάχνεις, κι αν δεν τον βρεις τον αναμένεις. Ίσως να μην ανιχνεύσεις την παρουσία του στον μάταιο τούτο κόσμο, αλλά να τον συναντήσεις στα κοιμητήρια. Εκεί όπου οι τοίχοι της κτιστότητας έχουν καταρρεύσει και τίποτα δεν σε εμποδίζει να εγκολπωθείς τον άγγελο ή τους αγγέλους σου.

Επομένως, ας μην χάνουμε την ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει από όσα μας περιβάλλουν. Η Παναγία η Υπαπαντή δεν γίνεται μόνο γέφυρα μεταξύ ουρανού και γης, αλλά αποτελεί την πηγή της συνάντησης και της υιοθεσίας μέσα στην ορφάνια της ψυχής του κόσμου. Αποκαλύπτεται στον άνθρωπο ως η μάνα που υποδέχεται το παιδί της και αναλαμβάνει την προστασία του, την εξάλειψη της ορφάνιας του, την συνάντηση με τον άγγελό του, την εκπλήρωση της ανάγκης να νοιώθει ότι κάπου ανήκει και αποτελεί συστατικό στοιχείο του κόσμου. Μια επιβεβαίωση της βούλησης της δημιουργίας του Θεού ότι κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, απαραίτητος και έχει λόγον ίδιον. Ακόμα, λοιπόν, κι αν βρεις τον άγγελό σου στον άλλον κόσμο, το συμπέρασμα παραμένει ένα και το αυτό: Με την Υπαπαντή δεν είσαι πια μόνος…

ΠΗΓΗ.: http://www.amen.gr/

Η Εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου (η ιστορία του εορτασμού της)

Του Πρεσβυτέρου Στεφάνου Αλεξόπουλου
Ορθόδοξοι Ιεραπόστολοι (Νεανική εστία του αγ. Ελευθερίου Αχαρνών) 
 

Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση, η μητέρα που θα έφερνε στον κόσμο αγόρι ήταν ακάθαρτη για 40 ημέρες από την γέννησή του (80 εάν το παιδί είναι κορίτσι). Μετά την συμπλήρωση των ημερών του καθαρισμού, προσερχόταν στον Ναό, όπου προσέφερε «αμνόν ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα και νεοσσόν περιστεράς η τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου προς τον ιερέα».

Η οικονομικά αδύνατη γυναίκα θα μπορούσε να προσφέρει αντ’ αυτών «δύο τρυγόνας η δύο νεοσσούς περιστερών, μίαν εις ολοκαύτωμα και μίαν περί αμαρτίας, και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερέας και καθαρισθήσεται». Έτσι λοιπόν και η Θεοτόκος, ακολουθώντας τον Μωσαϊκό νόμο, «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού» πήγε στο Ναό «του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν τω νόμω κυρίου, ζεύγος τρυγόνων η δύο νοσσούς περιστερών». Η έμφαση όμως που δίνει ο Ευαγγελιστής είναι στο γεγονός της συνάντησης, της «απάντησης» του Συμεώνος και της προφήτιδος Αννας με τον Ιησού Χριστό, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στο περιεχόμενο, αλλά και στον (τελικό) τίτλο της εορτής.

Η αρχική έμφαση της εορτής ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο καθαρισμός της Θεοτόκου. Ο πρωιμότερος τίτλος της εορτής που απαντάται είναι «εορτή καθαρσίων», όπως αναφέρεται στον πρώτο λόγο του Ησυχίου, πρεσβυτέρου Ιεροσολύμων στην Υπαπαντή. Πολύ σύντομα όμως η έμφαση μετατέθηκε στην συνάντηση, η «απάντηση» του Ιησού στο Ναό με τον Συμεών και την προφήτιδα Άννα, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στην ομιλιτική αλλά και στην λειτουργική και υμνολογική παράδοση της εορτής, καλώντας μας σε μια «απάντηση» δική μας με τον Χριστό, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το τρίτο στιχηρό του Μεγάλου Εσπερινού της Υπαπαντής:

Δεύτε και ημείς, άσμασι ενθέοις, Χριστώ συναντηθώμεν, και δεξώμεθα αυτόν, ου το σωτήριον, ο Συμεών εώρακεν. Ούτός εστιν, ον ο Δαυΐδ καταγγέλει· ούτός εστιν, ο εν Προφήταις λαλήσας· ο σαρκωθείς δι’ ημάς, και νόμω φθεγγόμενος. Αυτόν προσκυνήσωμεν.

Η αρχική όμως έμφαση της εορτής συνετέλεσε στο να χαρακτηρισθεί η εορτή από τους Βυζαντινούς ως Θεομητορική. O Γεώργιος Μοναχός αναφέρει χαρακτηριστικά στο Χρονικό του ότι η εορτή της Υπαπαντής «ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».
Η αρχαιότερη πηγή πληροφοριών για την εορτή της Υπαπαντής είναι το οδοιπορικό της Εθερίας. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό, η εορτή εορταζόταν 40 ημέρες μετά τα Επιφάνεια, δηλαδή στις 14 Φεβρουαρίου, χωρίς όμως να μας αναφέρει το όνομα της εορτής. Μας πληροφορεί ότι η σύναξη ελάμβανε χώρα στη ροτόντα της Αναστάσεως, και συγκρίνει την επισημότητα της εορτής με αυτή του Πάσχα. Της κάνει εντύπωση το γεγονός ότι κήρυτταν όλοι οι πρεσβύτεροι και τελευταίος ο επίσκοπος, όλοι ερμηνεύοντας την σχετική Ευαγγελική περικοπή. Επειδή αναφέρει τα γεγονότα και τα πρόσωπα της Ευαγγελικής περικοπής, είναι σαφές ότι το χωρίο στο οποίο αναφέρεται είναι το Λουκά 2:22-40 (δες αρχαίο, μετάφραση). Μετά ακολουθούσε η Θεία Ευχαριστία.

Το Αρμενικό Λεξιονάριο (αρχές 5ου αιώνα), πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την λειτουργική πράξη των Ιεροσολύμων, αναφέρει ότι «14 Φεβρουαρίου, τεσσαρακοστή ημέρα από της Γεννήσεως του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού» η σύναξη ελάμβανε χώρα στη Βασιλική του Μ. Κων/νου, και τα αναγνώσματα της ημέρας ήταν: Ψαλμός 97:3, Αποστολικό Ανάγνωσμα προς Γαλάτας 3:24-29, Αλληλούια Ψαλμός 95:2, Ευαγγέλιον κατά Λουκά 2:22-40. Από την ίδια εποχή σώζονται και τρεις ομιλίες στην Υπαπαντή του Ησυχίου, πρεσβυτέρου στην εκκλησία των Ιεροσολύμων (†μετά το 451). Οι τρεις αυτές ομιλίες όχι μόνο επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της εορτής στα Ιεροσόλυμα, αλλά είναι και τα πρώτα αδιάσειστα ομιλητικά παραδείγματα σχετικά με την εορτή που μας έχουν σωθεί.

Στο Γεωργιανό Λεξιονάριο (5ος-8ος αιώνας) μας δίδονται τα αναγνώσματα της ημέρας, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, που ακόμη διαβάζονταν εντός της Θείας Λειτουργίας:

Ψαλμός 97:3, στίχος 2
Παροιμίες 23:11-18
Σοφία Σολωμόντος 4:8-12
Ησαΐας 19:1-4
Προς Γαλάτας 3:24
Αλληλούια, Ψαλμός 44:11-12
Ευαγγέλιον κατά Λουκάν 2:22:40.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι πρωιμότερες περιγραφές της εορτής της Υπαπαντής προέρχονται από τα Ιεροσόλυμα, υποδεικνύοντας τα Ιεροσόλυμα ως τόπο συστάσεως της εορτής. Ο Σεβήρος, επίσκοπος Αντιοχείας από το 513 έως το 518, το επιβεβαιώνει. Στην ομιλία 125, η οποία εκφωνήθηκε το έτος 518, αναφέρει ότι η Υπαπαντή εορτάζεται όχι μόνο στα Ιεροσόλυμα, αλλά και σε όλη την Παλαιστίνη, ότι ως εορτή δεν είναι αρχαία αλλά συστάθηκε σχετικά πρόσφατα στα Ιεροσόλυμα, και ότι η εορτή αυτή ήταν άγνωστη στην Αντιόχεια και εισήχθη πρόσφατα από τα Ιεροσόλυμα. Προσπάθεια να εισαχθεί η εορτή της Υπαπαντής στην Αντιόχεια είχε γίνει και πιο παλιά, όταν ήταν εκεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αλλά φαίνεται ότι αυτή η προσπάθεια ήταν ανεπιτυχής. Σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή που αποδίδεται στον Γρηγόριο τον Νύσσης, η οποία εάν είναι αυθεντική, τότε έχουμε μαρτυρία ότι η Υπαπαντή εορταζόταν στην Καππαδοκία στο τέλος του 4ου αιώνος.

Πρώτες ενδείξεις για τον εορτασμό της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη έχουμε από τον 6ο αιώνα, και όλες συνδέουν την εξάπλωσή της με τον Ιουστινιανό. Σύμφωνα με την Χρονογραφία του Θεοφάνη, το έτος 534, επί βασιλείας Ιουστινιανού, «η Υπαπαντή του Κυρίου έλαβεν αρχήν επιτελείσθαι εν τω Βυζαντίω τη δευτέρα του Φεβρουαρίου μηνός»,62 δηλαδή η εορτή της Υπαπαντής ορίσθηκε επί Ιουστινιανού να εορτάζεται στην Κωνσταντινούλοπη στις 2 Φεβρουαρίου. Δεν σημαίνει όμως αυτό ότι τότε εισήχθη η εορτή. Σύμφωνα με το Χρονικό του Γεωργίου Μοναχού, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού «και η Υπαπαντή μετηνέχθη και έλαβεν αρχήν εορτάζεσθαι Φεβρουαρίω μηνί εις την β’, γενομένην πρότερον τη ιδ’ του αυτού μηνός, ήτις ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».

Η εορτή λοιπόν προϋπήρχε, και η αναφορά αυτή δεν αντικατοπτρίζει την εισαγωγή της εορτής της Υπαπαντής στην Κων/πολη, αλλά την μεταφορά του εορτασμού της την χρονιά εκείνη, κατ’ εντολήν του Ιουστινιανού, από τις 14 Φεβρουαρίου στις 2 του ιδίου μήνα, εναρμονίζοντας ημερολογιακά την εορτή της Υπαπαντής με την νέα εορτή της Γεννήσεως του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου.
Είναι βεβαίως πιθανό ο Ιουστινιανός να συνέβαλε και στην περαιτέρω εξάπλωση της εορτής. Σώζεται μάλιστα σε γεωργιανή μετάφραση ένα γράμμα του Ιουστινιανού προς τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ του έτους 560, όπου υποστηρίζει την αλλαγή της ημερομηνίας της Υπαπαντής από τις 14 στις 2 Φεβρουαρίου.

Η μεταφορά αυτή της εορτής της Υπαπαντής στις 2 Φεβρουαρίου πιθανότατα συνδέεται και με την συγγραφή του κοντακίου της Υπαπαντής από τον Ρωμανό το Μελωδό. Λείψανα του κοντακίου αυτού είναι ακόμη εν χρήσει στην σημερινή λειτουργική πράξη:
Το πρώτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμάνου στην Υπαπαντή, «Χορός αγγελικός, εκπληττέσθω το θαύμα…», είναι το πρώτο κάθισμα του όρθρου της εορτής και το τρίτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμανού στην Υπαπαντή, «Ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας …», είναι το χρησιμοποιούμενο σήμερα ως κοντάκιο της εορτής. Φαίνεται όμως ότι η νέα ημερομηνία της εορτής στις 2 Φεβρουαρίου άργησε να γίνει αποδεκτή από τον λαό, και έτσι η εορτή συνέχισε για μερικά χρόνια να τελείται στις 14 Φεβρουαρίου, τουλάχιστον ως και το έτος 602, όπου έχουμε σχετική μαρτυρία. Αναλύoντας και εξετάζοντας χρονολογικά τα γεγονότα της επανάστασης εναντίον του αυτοκράτορος Μαυρικίου το έτος 602, o M. Higgins υποστηρίζει ότι εκείνο το έτος η εορτή της Υπαπαντής εορταζόταν ακόμα στις 14 Φεβρουαρίου, και ως εκ τούτου υποθέτει ότι η εορτή της Γέννησης του Χριστού ήταν στις 6 Ιανουαρίου.

Στην Κωνσταντινούπολη η εορτή της Υπαπαντής τελούνταν με μεγαλοπρέπεια και με την παρουσία του αυτοκράτορος. Την παραμονή ο εσπερινός γινόταν στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις», όπου γινόταν και ο όρθρος ανήμερα της εορτής. Από εκεί με λιτανεία κατευθύνονταν κλήρος και λαός, μέσω του Φόρου, στον ναό της Παναγίας «εν Βλαχερναίς» όπου ελάμβανε χώρα η Θ. Λειτουργία παρουσία του αυτοκράτορος. Το γεγονός ότι η Θ. Λειτουργία ανήμερα της Υπαπαντής γινόταν στην Παναγία «εν Βλαχερναίς» δηλώνει ότι παρ’ όλο που η εορτή έχει Δεσποτικό χαρακτήρα, λογιζόταν ως Θεομητορική από τους Βυζαντινούς, αφού όλες οι εορτής της Παναγίας εορτάζονταν είτε στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις»73 είτε στο ναό «εν Βλαχερναίς».
Τα αναγνώσματα της εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Στο ασματικό τυπικό βλέπουμε διαφοροποίηση όχι μόνο από τα Ιεροσόλυμα σε σχέση με την επιλογή των αναγνωσμάτων, αλλά και διαφοροποίηση μεταξύ του Προφητολογίου και του Τυπικού της Μεγάλης Εκκλησίας, όπως και μεταξύ των Στουδιτικών και Σαββαϊτικών λειτουργικών παραδόσεων.

Στη σημερινή χρήση επικράτησαν τα αναγνώσματα Εξ. 12:51, Ησ. 6:1, και Ησ. 19:1 στον εσπερινό, προκείμενο: Λουκ. 1:46-47, στιχ. 1:48 Εβρ. 7:7, αλληλούια: Λουκ 2:29-30, στ. 2:31-32 και Λουκά 2:22 στην Λειτουργία.
Η «μνήμη του αγίου και δικαίου Συμεών του δεξαμένου εν αγκάλαις τον Κύριον, και Άννης της προφήτιδος» στις 3 Φεβρουαρίου αναφέρεται για πρώτη φορά στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αυτή η εορτή ως «σύναξις», ακολουθώντας το πρότυπο παρομοίων εορτών «προς τιμήν και εορτασμόν ιερών προσώπων, τα οποία κατά την μεγάλην εορτήν της προηγουμένης υπούργησαν, δηλ. έλαβαν ενεργόν μέρος εις το θείον γεγονός, το οποίον εωρτάσθη κατ’ αυτήν.

Στα Στουδιτικά τυπικά παραλείπεται η μνεία στην προφήτιδα Άννα, αλλά εμφανίζεται απόδοση της εορτής. Στο Τυπικό της Ευεργέτιδος έχουμε αναφορά ότι η εορτή «ει μεν τύχη έξω της εβδομάδος της τυροφάγου … εορτάζεται μετά των αγίων ημέρας ε » ενώ στο Τυπικό της Μονής του Σωτήρος, η εορτή αποκτά οκτάβα και η απόδοση είναι στις 9 Φεβρουαρίου: «Εν ταύτη ουν τη ημέρα αποδιδούμεν την εορτήν. … Και ούτως μεν τελείται το οκταήμερον της εορτής». Ο αριθμός των μεθέορτων ημερών βέβαια εξαρτάται και από την ημερομηνία έναρξης της Μ. Τεσσαρακοστής.
Επίσης, αντίφωνα εμφανίζονται στα Στουδιτικά τυπικά, αλλά με εφύμνιο «Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς» καταδεικνύοντας την στενή σχέση της εορτής της Υπαπαντής με τα Χριστούγεννα.
Αντίφωνα:

1. Αγαθόν το εξομολογείσθαι κτλ.
Ταις πρεσβείαις…
2. Ο Κύριος εβασίλευσεν κτλ.
Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς…
3. Δεύτε αγαλλιασώμεθα κτλ.
Χαίρε Κεχαριτωμένη…

Στο τυπικό της Μονής του Αγίου Σάββα ορίζονται τυπικά, αλλά αντίφωνα εμφανίζονται πάλι στα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη, όμως με τους εν χρήσει σήμερα στίχους και εφύμνιο:
Παρατηρούμε επίσης ότι τα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη ορίζουν στο Εξαιρέτως το «Θεοτόκε η ελπίς…». Αυτό γιατί στον όρθρο στην θ’ ωδή ορίζουν να ψάλλονται τα μεγαλυνάρια («Ακατάλητόν εστι…»), τα οποία και παρέχονται. Τα μεγαλυνάρια όμως αυτά είναι μια πολύ πρόσφατη προσθήκη, αφού στο τυπικό του Αγίου Σάββα, στα απορρούμενα, ορίζεται ότι «εν τη εννάτη στιχολογείται η τιμιωτέρα».

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του λειτουργικού εορτασμού της Υπαπαντής είναι η απαντώμενη στις πηγές χρήση κεριών. Για παράδειγμα, στον βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου (†529) αναφέρεται ότι η Ικελία, κάτω από την οποία μαθήτευσε, εισήγαγε την χρήση κεριών στην εορτή της Υπαπαντής: «Η μακαρία Ικελία πάσαν ευσεβείας οδόν εξασκήσασα κατέδειξεν εν πρώτοις μετά κηρίων γίνεσθαι την υπαπάντησιν του σωτήρος ημών Θεού.» Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική μαρτυρία. Από την περιοχή των Ιεροσολύμων και πάλι σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή η οποία αποδίδεται στον Κύριλλο Ιεροσολύμων. Στο τέλος της ομιλίας προτρέπει ο Άγιος Κύριλλος τους πιστούς: «Ούτως σήμερον φαιδροί φαιδρώς τας λαμπάδας κοσμήσωμεν· ούτως, ως υιοί φωτός, τους κηρούς τω φωτί τω αληθινώ Χριστώ προσάγωμεν».

Αλλη σχετική μαρτυρία, αγνώστου όμως προελεύσεως και εποχής, είναι η εισαγωγή της ομιλιτικής διασκευής του σχετικού τμήματος του υπομνήματος του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Εκεί, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «…και επειδή πάντες προθύμως συνήλθετε, της φαιδρότητος της Δεσποτικής εορτής εις τούτο συναθροισάσης μετά φαιδρών των λαμπάδων, φαιδρώς πανηγυρίσωμεν…». Το στοιχείο αυτό, δηλαδή οι αναφορές στην χρήση κεριών, μαζί και με άλλα στοιχεία, οδήγησαν τον Μ. Connell να εξετάσει την σοβαρή πιθανότητα να ήταν η εορτή της Υπαπαντής ημέρα βαπτισματική. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το αρχαίο όνομα της εορτής στην Γεωργιανή λειτουργική παράδοση ήταν «lamproba» δηλαδή εορτή των φανών, και ότι στα Σαββαϊτικά τυπικά υπάρχει μνεία χρήσης κεριών στην εορτή: «εις δε την εννάτην, δίδονται κηρία τοις αδελφοίς».