Μία Υπαπαντή, ένας Άσωτος, μία Μάνα κι ένας Δεσπότης

 article_20595

Στη μνήμη Αντωνίας Γιακουμάκη…

γράφει o Αρχιμ. Χερουβείμ Μουστάκας, στο Amen.gr

Στη ζωή του ανθρώπου υπάρχουν περίοδοι, όπου διάφορες εικόνες, άσχετες φαινομενικά μεταξύ τους, συγκεντρώνονται στο μυαλό και συνδυάζονται περίεργα, κάνοντας τις δικές τους διαδρομές και πορείες. Και αν ξεκινήσει κανείς από την Υπαπαντή της Καλαμάτας, θα έχει πολλά να πει για όλους εκείνους τους ανθρώπους που ταξίδεψαν για να βρεθούν κοντά της και να προσκυνήσουν το εικόνισμά της. Μα στο μυαλό μένει η φωτογραφία εκείνη με τα τάματα και τα λουλούδια που είχαν αφεθεί μπροστά της, τεκμήρια ενός πόνου, ευχαριστήρια για την ευεργεσία, σιωπηλές κραυγές ελπίδας, απόδειξη πλήρους αφέσεως στα χέρια της ακόμα και μέχρι τον θάνατο ή ακόμα και ένδειξη μιας υπόσχεσης ότι θα ξανασυναντηθούμε. Τάματα που δεν ζήτησαν μια περίοπτη θέση στο κάδρο της, αλλά αφέθηκαν μπροστά της, γιατί μόνο το δικό της βλέμμα ζήτησαν και αυτό τους ήταν αρκετό.

Η υπόσχεση όμως και η βεβαιότητα της επόμενης συνάντησης δεν μένουν αδιάφορες της παραβολής του ασώτου που αγκάλιασε τους εορτασμούς της Παναγίας. Η αναφορά στη μάνα Υπαπαντή δεν είναι άσχετη της συνάντησης πατέρα και γιού στην παραβολή του ευαγγελίου, αφήνοντας ανοιχτή την ερμηνεία του όρου «άσωτος». Μια ερμηνεία που θα κληθεί η καθημερινότητα να την περικοσμήσει με το πραγματικό της περιεχόμενο, παραμερίζοντας τα ανθρώπινα και αποδίδοντας στον καθένα το μέτρο της ασωτίας του. Το σίγουρο πάντως είναι ότι θα ξανασυναντηθούμε…σε τόπο και χρόνο άγνωστο. Τελικός προορισμός είναι η κοινωνία και η συνάντηση, μα μέχρι τότε δεν παύεις να επικαλείσαι τη μάνα Υπαπαντή και να λαχταράς να πάρεις το δρόμο που θα σε φέρει ξανά μπροστά στα μάτια της.

Άραγε πόσο μπορεί να σε κρατήσει στη ζωή μια υπόσχεση; Πόσο μπορούμε να αντέξουμε την αναμονή; Πώς θα γεμίσουμε το χρόνο μας μέχρι την εκπλήρωσή της; Πώς θα μετριαστούν τα δάκρυα της υπομονής, της προδοσίας, της στέρησης και της ασθένειας; Όλα αυτά δεν βρίσκονται στη δικαιοδοσία, στη διάθεση και στον έλεγχο του ανθρώπου, αλλά στην απέραντη σοφία και αγάπη του Θεού. Και ο Θεός το κάνει με τον μοναδικό τρόπο που Εκείνος γνωρίζει, φανερώνοντας στον άνθρωπο το μέγεθος της δύναμής του, ενώ παράλληλα αποκαλύπτει το μεγαλείο της Θεότητάς Του, που αποκορυφώνεται στο γεγονός ότι αναγεννά τη ζωή από τις στάχτες και την αναδύει από τα μνήματα. Και αυτό τελεσιουργείται τη στιγμή που μέσα σου πεθαίνεις…

Η εναλλαγή των εικόνων προχωρά σε ένα νοσοκομείο, έξω από μια εντατική. Εκεί ένας γιος και μια κόρη αναμένουν και εκείνοι τη συνάντηση με τη μάνα τους, προσμένοντας καρτερικά την ώρα την επιτρεπόμενη. Σε τέτοιες στιγμές στέκεις σιωπηλός δίπλα στους ανθρώπους που δοκιμάζονται, κοιτώντας τους στα μάτια και παραμένοντας συντονισμένος στον πόνο τους. Μα όσο και να κρατηθείς, δεν μπορείς να μην λυγίσεις, όταν ακούς τον γιο να ψελίζει : «Ο άγγελός μου φεύγει…». Αόρατα δάκρυα σε κατακλύζουν τη στιγμή εκείνη, αλλά οι κρουνοί των ματιών παραμένουν σφραγιστοί μέχρι τη στιγμή που θα μείνεις μόνος σου αργότερα.

Μια στιγμή αποχωρισμού εξελίσσεται, αλλά δεν στερείται ούτε αυτή της προοπτικής της συνάντησης…αυτή την φορά στη Βασιλεία του Θεού. Και τούτο το γεγονός ο γιος, ως αρχιθύτης και επίσκοπος της Εκκλησίας, το γνωρίζει καλά… Μα στα αυτιά σου νομίζεις ότι ακούς τον Γρηγόριο τον Θεολόγο να διατυπώνει με συντριβή καρδιάς τον πόνο της ψυχής του λέγοντας: «Βασίλειον ουκ έχω…». Ένας πόνος, βαθιά ανθρώπινος, που κατευθύνεται από τα χείλη του επισκόπου στο θρόνο του Θεού. Μια αυθόρμητη και εκ βαθεών δοξολογία του Θεού για το γεγονός της βιωματικής εμπειρίας του μεγαλείου της μητρότητας, της συμπόρευσης, της ηρεμίας, της συμβουλής, της αγάπης, της αγκαλιάς, της μυρωδιάς του αγγέλου. Μια αστραπιαία κίνηση του νου και της ψυχής σε στιγμές του παρελθόντος, μια ανακούφιση για το ειρηνικό τέλος και μια απορία για την συνέχεια.

Μα είμαι πεπεισμένος πια, από τους δικούς μου αγγέλους που έφυγαν, ότι η συνέχεια δεν θα είναι διαφορετική, απλά θα έχει αλλάξει μορφή αυτή η συμπόρευση και θα εξακολουθεί να υφίσταται λουσμένη με το φως του θρόνου του Θεού. Ένα φως που ακόμα και από την άλλη ζωή, η μάνα δεν θα το κρατήσει για τον εαυτό της, αλλά θα μεταφέρει πάντοτε ένα κομμάτι του στη ζωή των παιδιών της. Και τούτο συμβαίνει διότι τους ανθρώπους που βιώνουν μεταξύ τους την αγάπη ως δώρο Θεού και τρόπο ζωής δεν μπορεί να τους χωρίσει κανείς. Και αν συμβεί το αντίθετο, τότε αποκαλύπτεται ότι κάποιος εξ αυτών δεν  αγάπησε ποτέ τον άλλον!

Ο δρόμος που καταλήγει στην Υπαπαντή είναι ανηφορικός, σαν να συμβολίζει τη ζωή… εκεί όμως βιώνεις και το θαύμα. Τον ανεβαίνεις με μια καρδιά βαριά και μια ψυχή που αιμορραγεί, για να φτάσεις στην αγκαλιά της μάνας που ξέρει να επουλώνει πληγές και να λειαίνει τον πόνο με την θαλπωρή της. Ο τρόπος της άγνωστος στους ανθρώπους, μα γεμάτος με την πραγματική και ανιδιοτελή αγάπη της. Επομένως, η Υπαπαντή έχει τη δύναμη να καταργήσει το χαρακτηριστικό του ασώτου και να τελεσιουργήσει την συνάντηση. Όταν έχεις δίπλα σου τον άγγελό σου, δεν ψάχνεις να βρεις κάτι. Όταν όμως δεν τον έχεις, τον ψάχνεις, κι αν δεν τον βρεις τον αναμένεις. Ίσως να μην ανιχνεύσεις την παρουσία του στον μάταιο τούτο κόσμο, αλλά να τον συναντήσεις στα κοιμητήρια. Εκεί όπου οι τοίχοι της κτιστότητας έχουν καταρρεύσει και τίποτα δεν σε εμποδίζει να εγκολπωθείς τον άγγελο ή τους αγγέλους σου.

Επομένως, ας μην χάνουμε την ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει από όσα μας περιβάλλουν. Η Παναγία η Υπαπαντή δεν γίνεται μόνο γέφυρα μεταξύ ουρανού και γης, αλλά αποτελεί την πηγή της συνάντησης και της υιοθεσίας μέσα στην ορφάνια της ψυχής του κόσμου. Αποκαλύπτεται στον άνθρωπο ως η μάνα που υποδέχεται το παιδί της και αναλαμβάνει την προστασία του, την εξάλειψη της ορφάνιας του, την συνάντηση με τον άγγελό του, την εκπλήρωση της ανάγκης να νοιώθει ότι κάπου ανήκει και αποτελεί συστατικό στοιχείο του κόσμου. Μια επιβεβαίωση της βούλησης της δημιουργίας του Θεού ότι κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, απαραίτητος και έχει λόγον ίδιον. Ακόμα, λοιπόν, κι αν βρεις τον άγγελό σου στον άλλον κόσμο, το συμπέρασμα παραμένει ένα και το αυτό: Με την Υπαπαντή δεν είσαι πια μόνος…

ΠΗΓΗ.: http://www.amen.gr/

Advertisements

Η Εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου (η ιστορία του εορτασμού της)

Του Πρεσβυτέρου Στεφάνου Αλεξόπουλου
Ορθόδοξοι Ιεραπόστολοι (Νεανική εστία του αγ. Ελευθερίου Αχαρνών) 
 

Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση, η μητέρα που θα έφερνε στον κόσμο αγόρι ήταν ακάθαρτη για 40 ημέρες από την γέννησή του (80 εάν το παιδί είναι κορίτσι). Μετά την συμπλήρωση των ημερών του καθαρισμού, προσερχόταν στον Ναό, όπου προσέφερε «αμνόν ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα και νεοσσόν περιστεράς η τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου προς τον ιερέα».

Η οικονομικά αδύνατη γυναίκα θα μπορούσε να προσφέρει αντ’ αυτών «δύο τρυγόνας η δύο νεοσσούς περιστερών, μίαν εις ολοκαύτωμα και μίαν περί αμαρτίας, και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερέας και καθαρισθήσεται». Έτσι λοιπόν και η Θεοτόκος, ακολουθώντας τον Μωσαϊκό νόμο, «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού» πήγε στο Ναό «του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν τω νόμω κυρίου, ζεύγος τρυγόνων η δύο νοσσούς περιστερών». Η έμφαση όμως που δίνει ο Ευαγγελιστής είναι στο γεγονός της συνάντησης, της «απάντησης» του Συμεώνος και της προφήτιδος Αννας με τον Ιησού Χριστό, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στο περιεχόμενο, αλλά και στον (τελικό) τίτλο της εορτής.

Η αρχική έμφαση της εορτής ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο καθαρισμός της Θεοτόκου. Ο πρωιμότερος τίτλος της εορτής που απαντάται είναι «εορτή καθαρσίων», όπως αναφέρεται στον πρώτο λόγο του Ησυχίου, πρεσβυτέρου Ιεροσολύμων στην Υπαπαντή. Πολύ σύντομα όμως η έμφαση μετατέθηκε στην συνάντηση, η «απάντηση» του Ιησού στο Ναό με τον Συμεών και την προφήτιδα Άννα, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στην ομιλιτική αλλά και στην λειτουργική και υμνολογική παράδοση της εορτής, καλώντας μας σε μια «απάντηση» δική μας με τον Χριστό, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το τρίτο στιχηρό του Μεγάλου Εσπερινού της Υπαπαντής:

Δεύτε και ημείς, άσμασι ενθέοις, Χριστώ συναντηθώμεν, και δεξώμεθα αυτόν, ου το σωτήριον, ο Συμεών εώρακεν. Ούτός εστιν, ον ο Δαυΐδ καταγγέλει· ούτός εστιν, ο εν Προφήταις λαλήσας· ο σαρκωθείς δι’ ημάς, και νόμω φθεγγόμενος. Αυτόν προσκυνήσωμεν.

Η αρχική όμως έμφαση της εορτής συνετέλεσε στο να χαρακτηρισθεί η εορτή από τους Βυζαντινούς ως Θεομητορική. O Γεώργιος Μοναχός αναφέρει χαρακτηριστικά στο Χρονικό του ότι η εορτή της Υπαπαντής «ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».
Η αρχαιότερη πηγή πληροφοριών για την εορτή της Υπαπαντής είναι το οδοιπορικό της Εθερίας. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό, η εορτή εορταζόταν 40 ημέρες μετά τα Επιφάνεια, δηλαδή στις 14 Φεβρουαρίου, χωρίς όμως να μας αναφέρει το όνομα της εορτής. Μας πληροφορεί ότι η σύναξη ελάμβανε χώρα στη ροτόντα της Αναστάσεως, και συγκρίνει την επισημότητα της εορτής με αυτή του Πάσχα. Της κάνει εντύπωση το γεγονός ότι κήρυτταν όλοι οι πρεσβύτεροι και τελευταίος ο επίσκοπος, όλοι ερμηνεύοντας την σχετική Ευαγγελική περικοπή. Επειδή αναφέρει τα γεγονότα και τα πρόσωπα της Ευαγγελικής περικοπής, είναι σαφές ότι το χωρίο στο οποίο αναφέρεται είναι το Λουκά 2:22-40 (δες αρχαίο, μετάφραση). Μετά ακολουθούσε η Θεία Ευχαριστία.

Το Αρμενικό Λεξιονάριο (αρχές 5ου αιώνα), πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την λειτουργική πράξη των Ιεροσολύμων, αναφέρει ότι «14 Φεβρουαρίου, τεσσαρακοστή ημέρα από της Γεννήσεως του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού» η σύναξη ελάμβανε χώρα στη Βασιλική του Μ. Κων/νου, και τα αναγνώσματα της ημέρας ήταν: Ψαλμός 97:3, Αποστολικό Ανάγνωσμα προς Γαλάτας 3:24-29, Αλληλούια Ψαλμός 95:2, Ευαγγέλιον κατά Λουκά 2:22-40. Από την ίδια εποχή σώζονται και τρεις ομιλίες στην Υπαπαντή του Ησυχίου, πρεσβυτέρου στην εκκλησία των Ιεροσολύμων (†μετά το 451). Οι τρεις αυτές ομιλίες όχι μόνο επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της εορτής στα Ιεροσόλυμα, αλλά είναι και τα πρώτα αδιάσειστα ομιλητικά παραδείγματα σχετικά με την εορτή που μας έχουν σωθεί.

Στο Γεωργιανό Λεξιονάριο (5ος-8ος αιώνας) μας δίδονται τα αναγνώσματα της ημέρας, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, που ακόμη διαβάζονταν εντός της Θείας Λειτουργίας:

Ψαλμός 97:3, στίχος 2
Παροιμίες 23:11-18
Σοφία Σολωμόντος 4:8-12
Ησαΐας 19:1-4
Προς Γαλάτας 3:24
Αλληλούια, Ψαλμός 44:11-12
Ευαγγέλιον κατά Λουκάν 2:22:40.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι πρωιμότερες περιγραφές της εορτής της Υπαπαντής προέρχονται από τα Ιεροσόλυμα, υποδεικνύοντας τα Ιεροσόλυμα ως τόπο συστάσεως της εορτής. Ο Σεβήρος, επίσκοπος Αντιοχείας από το 513 έως το 518, το επιβεβαιώνει. Στην ομιλία 125, η οποία εκφωνήθηκε το έτος 518, αναφέρει ότι η Υπαπαντή εορτάζεται όχι μόνο στα Ιεροσόλυμα, αλλά και σε όλη την Παλαιστίνη, ότι ως εορτή δεν είναι αρχαία αλλά συστάθηκε σχετικά πρόσφατα στα Ιεροσόλυμα, και ότι η εορτή αυτή ήταν άγνωστη στην Αντιόχεια και εισήχθη πρόσφατα από τα Ιεροσόλυμα. Προσπάθεια να εισαχθεί η εορτή της Υπαπαντής στην Αντιόχεια είχε γίνει και πιο παλιά, όταν ήταν εκεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αλλά φαίνεται ότι αυτή η προσπάθεια ήταν ανεπιτυχής. Σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή που αποδίδεται στον Γρηγόριο τον Νύσσης, η οποία εάν είναι αυθεντική, τότε έχουμε μαρτυρία ότι η Υπαπαντή εορταζόταν στην Καππαδοκία στο τέλος του 4ου αιώνος.

Πρώτες ενδείξεις για τον εορτασμό της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη έχουμε από τον 6ο αιώνα, και όλες συνδέουν την εξάπλωσή της με τον Ιουστινιανό. Σύμφωνα με την Χρονογραφία του Θεοφάνη, το έτος 534, επί βασιλείας Ιουστινιανού, «η Υπαπαντή του Κυρίου έλαβεν αρχήν επιτελείσθαι εν τω Βυζαντίω τη δευτέρα του Φεβρουαρίου μηνός»,62 δηλαδή η εορτή της Υπαπαντής ορίσθηκε επί Ιουστινιανού να εορτάζεται στην Κωνσταντινούλοπη στις 2 Φεβρουαρίου. Δεν σημαίνει όμως αυτό ότι τότε εισήχθη η εορτή. Σύμφωνα με το Χρονικό του Γεωργίου Μοναχού, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού «και η Υπαπαντή μετηνέχθη και έλαβεν αρχήν εορτάζεσθαι Φεβρουαρίω μηνί εις την β’, γενομένην πρότερον τη ιδ’ του αυτού μηνός, ήτις ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».

Η εορτή λοιπόν προϋπήρχε, και η αναφορά αυτή δεν αντικατοπτρίζει την εισαγωγή της εορτής της Υπαπαντής στην Κων/πολη, αλλά την μεταφορά του εορτασμού της την χρονιά εκείνη, κατ’ εντολήν του Ιουστινιανού, από τις 14 Φεβρουαρίου στις 2 του ιδίου μήνα, εναρμονίζοντας ημερολογιακά την εορτή της Υπαπαντής με την νέα εορτή της Γεννήσεως του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου.
Είναι βεβαίως πιθανό ο Ιουστινιανός να συνέβαλε και στην περαιτέρω εξάπλωση της εορτής. Σώζεται μάλιστα σε γεωργιανή μετάφραση ένα γράμμα του Ιουστινιανού προς τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ του έτους 560, όπου υποστηρίζει την αλλαγή της ημερομηνίας της Υπαπαντής από τις 14 στις 2 Φεβρουαρίου.

Η μεταφορά αυτή της εορτής της Υπαπαντής στις 2 Φεβρουαρίου πιθανότατα συνδέεται και με την συγγραφή του κοντακίου της Υπαπαντής από τον Ρωμανό το Μελωδό. Λείψανα του κοντακίου αυτού είναι ακόμη εν χρήσει στην σημερινή λειτουργική πράξη:
Το πρώτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμάνου στην Υπαπαντή, «Χορός αγγελικός, εκπληττέσθω το θαύμα…», είναι το πρώτο κάθισμα του όρθρου της εορτής και το τρίτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμανού στην Υπαπαντή, «Ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας …», είναι το χρησιμοποιούμενο σήμερα ως κοντάκιο της εορτής. Φαίνεται όμως ότι η νέα ημερομηνία της εορτής στις 2 Φεβρουαρίου άργησε να γίνει αποδεκτή από τον λαό, και έτσι η εορτή συνέχισε για μερικά χρόνια να τελείται στις 14 Φεβρουαρίου, τουλάχιστον ως και το έτος 602, όπου έχουμε σχετική μαρτυρία. Αναλύoντας και εξετάζοντας χρονολογικά τα γεγονότα της επανάστασης εναντίον του αυτοκράτορος Μαυρικίου το έτος 602, o M. Higgins υποστηρίζει ότι εκείνο το έτος η εορτή της Υπαπαντής εορταζόταν ακόμα στις 14 Φεβρουαρίου, και ως εκ τούτου υποθέτει ότι η εορτή της Γέννησης του Χριστού ήταν στις 6 Ιανουαρίου.

Στην Κωνσταντινούπολη η εορτή της Υπαπαντής τελούνταν με μεγαλοπρέπεια και με την παρουσία του αυτοκράτορος. Την παραμονή ο εσπερινός γινόταν στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις», όπου γινόταν και ο όρθρος ανήμερα της εορτής. Από εκεί με λιτανεία κατευθύνονταν κλήρος και λαός, μέσω του Φόρου, στον ναό της Παναγίας «εν Βλαχερναίς» όπου ελάμβανε χώρα η Θ. Λειτουργία παρουσία του αυτοκράτορος. Το γεγονός ότι η Θ. Λειτουργία ανήμερα της Υπαπαντής γινόταν στην Παναγία «εν Βλαχερναίς» δηλώνει ότι παρ’ όλο που η εορτή έχει Δεσποτικό χαρακτήρα, λογιζόταν ως Θεομητορική από τους Βυζαντινούς, αφού όλες οι εορτής της Παναγίας εορτάζονταν είτε στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις»73 είτε στο ναό «εν Βλαχερναίς».
Τα αναγνώσματα της εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Στο ασματικό τυπικό βλέπουμε διαφοροποίηση όχι μόνο από τα Ιεροσόλυμα σε σχέση με την επιλογή των αναγνωσμάτων, αλλά και διαφοροποίηση μεταξύ του Προφητολογίου και του Τυπικού της Μεγάλης Εκκλησίας, όπως και μεταξύ των Στουδιτικών και Σαββαϊτικών λειτουργικών παραδόσεων.

Στη σημερινή χρήση επικράτησαν τα αναγνώσματα Εξ. 12:51, Ησ. 6:1, και Ησ. 19:1 στον εσπερινό, προκείμενο: Λουκ. 1:46-47, στιχ. 1:48 Εβρ. 7:7, αλληλούια: Λουκ 2:29-30, στ. 2:31-32 και Λουκά 2:22 στην Λειτουργία.
Η «μνήμη του αγίου και δικαίου Συμεών του δεξαμένου εν αγκάλαις τον Κύριον, και Άννης της προφήτιδος» στις 3 Φεβρουαρίου αναφέρεται για πρώτη φορά στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αυτή η εορτή ως «σύναξις», ακολουθώντας το πρότυπο παρομοίων εορτών «προς τιμήν και εορτασμόν ιερών προσώπων, τα οποία κατά την μεγάλην εορτήν της προηγουμένης υπούργησαν, δηλ. έλαβαν ενεργόν μέρος εις το θείον γεγονός, το οποίον εωρτάσθη κατ’ αυτήν.

Στα Στουδιτικά τυπικά παραλείπεται η μνεία στην προφήτιδα Άννα, αλλά εμφανίζεται απόδοση της εορτής. Στο Τυπικό της Ευεργέτιδος έχουμε αναφορά ότι η εορτή «ει μεν τύχη έξω της εβδομάδος της τυροφάγου … εορτάζεται μετά των αγίων ημέρας ε » ενώ στο Τυπικό της Μονής του Σωτήρος, η εορτή αποκτά οκτάβα και η απόδοση είναι στις 9 Φεβρουαρίου: «Εν ταύτη ουν τη ημέρα αποδιδούμεν την εορτήν. … Και ούτως μεν τελείται το οκταήμερον της εορτής». Ο αριθμός των μεθέορτων ημερών βέβαια εξαρτάται και από την ημερομηνία έναρξης της Μ. Τεσσαρακοστής.
Επίσης, αντίφωνα εμφανίζονται στα Στουδιτικά τυπικά, αλλά με εφύμνιο «Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς» καταδεικνύοντας την στενή σχέση της εορτής της Υπαπαντής με τα Χριστούγεννα.
Αντίφωνα:

1. Αγαθόν το εξομολογείσθαι κτλ.
Ταις πρεσβείαις…
2. Ο Κύριος εβασίλευσεν κτλ.
Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς…
3. Δεύτε αγαλλιασώμεθα κτλ.
Χαίρε Κεχαριτωμένη…

Στο τυπικό της Μονής του Αγίου Σάββα ορίζονται τυπικά, αλλά αντίφωνα εμφανίζονται πάλι στα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη, όμως με τους εν χρήσει σήμερα στίχους και εφύμνιο:
Παρατηρούμε επίσης ότι τα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη ορίζουν στο Εξαιρέτως το «Θεοτόκε η ελπίς…». Αυτό γιατί στον όρθρο στην θ’ ωδή ορίζουν να ψάλλονται τα μεγαλυνάρια («Ακατάλητόν εστι…»), τα οποία και παρέχονται. Τα μεγαλυνάρια όμως αυτά είναι μια πολύ πρόσφατη προσθήκη, αφού στο τυπικό του Αγίου Σάββα, στα απορρούμενα, ορίζεται ότι «εν τη εννάτη στιχολογείται η τιμιωτέρα».

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του λειτουργικού εορτασμού της Υπαπαντής είναι η απαντώμενη στις πηγές χρήση κεριών. Για παράδειγμα, στον βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου (†529) αναφέρεται ότι η Ικελία, κάτω από την οποία μαθήτευσε, εισήγαγε την χρήση κεριών στην εορτή της Υπαπαντής: «Η μακαρία Ικελία πάσαν ευσεβείας οδόν εξασκήσασα κατέδειξεν εν πρώτοις μετά κηρίων γίνεσθαι την υπαπάντησιν του σωτήρος ημών Θεού.» Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική μαρτυρία. Από την περιοχή των Ιεροσολύμων και πάλι σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή η οποία αποδίδεται στον Κύριλλο Ιεροσολύμων. Στο τέλος της ομιλίας προτρέπει ο Άγιος Κύριλλος τους πιστούς: «Ούτως σήμερον φαιδροί φαιδρώς τας λαμπάδας κοσμήσωμεν· ούτως, ως υιοί φωτός, τους κηρούς τω φωτί τω αληθινώ Χριστώ προσάγωμεν».

Αλλη σχετική μαρτυρία, αγνώστου όμως προελεύσεως και εποχής, είναι η εισαγωγή της ομιλιτικής διασκευής του σχετικού τμήματος του υπομνήματος του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Εκεί, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «…και επειδή πάντες προθύμως συνήλθετε, της φαιδρότητος της Δεσποτικής εορτής εις τούτο συναθροισάσης μετά φαιδρών των λαμπάδων, φαιδρώς πανηγυρίσωμεν…». Το στοιχείο αυτό, δηλαδή οι αναφορές στην χρήση κεριών, μαζί και με άλλα στοιχεία, οδήγησαν τον Μ. Connell να εξετάσει την σοβαρή πιθανότητα να ήταν η εορτή της Υπαπαντής ημέρα βαπτισματική. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το αρχαίο όνομα της εορτής στην Γεωργιανή λειτουργική παράδοση ήταν «lamproba» δηλαδή εορτή των φανών, και ότι στα Σαββαϊτικά τυπικά υπάρχει μνεία χρήσης κεριών στην εορτή: «εις δε την εννάτην, δίδονται κηρία τοις αδελφοίς».

Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας Υπαπαντής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Η αγία εικόνα τής Υπαπαντής τού Χριστού

…………………………………………………………………………………………………..

Ας δούμε την εικόνα της Υπαπαντής του Κυρίου. Της υποδοχής του Κυρίου, κατά την τεσσαρακοστή μέρα της Γεννήσεώς του στον ναό. Στον μοναδικό ενυπάρχοντα τότε ναό, τον ναό των Ιουδαίων, τον ναό του Σολομώντος. Η Ιουδαϊκή θρησκεία είχε μόνο έναν ναό. Μέχρι να κατασκευαστεί ο ναός αυτός από τον Σολομώντα, δεν είχαν ναό. Απλώς, είχαν μία σκηνή από τα χρόνια του Μωϋσή, τη σκηνή του Μαρτυρίου, στην οποία φύλατταν όλα τα αγιασμένα αντικείμενα. Είχαν τοποθετήσει τις πλάκες του νόμου, το μάννα, την ράβδο, ότι είχαν σαν στοιχεία. Και τα κουβαλούσαν στις πλάτες τους, λέγοντας, πως αυτή είναι η σκηνή του Μαρτυρίου, όπου έκαναν προσευχή. Όταν ο Ισραήλ εγκαθήσταται – οριστικά πια – στον τόπο του και αποκτά βασίλειο, (ο Σολομών είναι ο τρίτος μεγάλος βασιλιάς) τότε χτίζουν και τον ναό του Σολομώντος. Και ήταν ο μοναδικός ναός όπου εγίνοντο οι τελετουργίες και οι θυσίες. Χωρίς την ύπαρξη ναού δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Και όταν μάλιστα αργότερα, καταλύθηκε ο ναός, ή όταν έφυγαν οι Εβραίοι από τον τόπο τους που πιάστηκαν αιχμάλωτοι, όσο ήταν στην εξορία και είχε καταστραφεί ο ναός τους, λειτουργίες δεν γίνονταν. Μονάχα προσευχή γινόταν. Οι Εβραίοι πέρασαν δύο αιχμαλωσίες. Την βαβυλώνια αιχμαλωσία και την αιχμαλωσία στους Ασυρίους. Μάλιστα, την κατάλυση του ναού του Σολομώντος το 67 μ.Χ., την είχε προβλέψει ο Χριστός και είχε πει πως σε αυτόν τον ναό δεν θα μείνει λίθος επί λίθον. Το 67μ.Χ. όταν μπήκαν μέσα τα στρατεύματα του Βεσπασιανού, διέλυσαν τα πάντα. Έγινε στα Ιεροσόλυμα μια τριετής πολιορκία και οι Εβραίοι άντεξαν τρία χρόνια. Κατέληξαν όμως, σε τραγικές στιγμές. Πρώτα, έφαγαν όλα τα ζώα της πόλης, μέχρι γάτες και ποντικούς και μετά έφαγαν τα παιδιά τους για να υπερασπιστούν την ιερά πόλη. Και κατέπεσε η πόλη και διεσπάρησαν. Είναι η ιστορική διασπορά του Ισραήλ σε όλα τα μέρη του κόσμου, μέχρι το έτος 1948 που γύρισαν και απέκτησαν το κράτος του Ισραήλ. Από τότε και μέχρι τώρα που δεν έχουν τον ναό (παρόλο που έχουν κράτος, αλλά επειδή δεν έχουν τον ναό), τελετουργίες δεν κάνουν. Ουδεμία τελετουργία. Όλα τα άλλα που κάνουν είναι μια έκφραση συνάξεως, συγκέντρωσης στη συναγωγή, για να θυμηθούν τα τελούμενα εν τω ναώ. Για αυτό μέχρι σήμερα, ο λαός του Ισραήλ έχει φοβερό πόθο να χτίσει ξανά τον ναό του Σολομώντος. Ο ναός όμως δεν μπορεί να χτιστεί. Έχει μόνο το τείχος των δακρύων. Γιατί πάνω στο χώρο του ναού του Σολομώντος, σήμερα βρίσκεται το τέμενος του Ομάρ. Ένα ισλαμικό τέμενος το οποίο αυτή τη στιγμή λειτουργεί σαν μουσείο, αλλά αυτό τους αναιρεί όλη τη δυνατότητα να κάνουν λατρεία. Και αυτό είναι μεγάλη προσδοκία για όλο τον λαό του Ισραήλ. Η προσδοκία του Ισραήλ είναι να ανοιχτεί αυτός ο χώρος, ως ναός.

Στην εικόνα της Υπαπαντής, βρισκόμαστε στον μοναδικό χώρο που γίνονταν λατρείες. Και γίνονταν τότε λατρείες. Ο Χριστός έρχεται στην εποχή που υπάρχει ο ναός του Σολομώντος. Βρισκόμαστε λοιπόν σε αυτό τον ναό, ο οποίος όπως τον βλέπουμε στην εξωτερική του εμφάνιση, έχει ύφος ορθοδόξου χριστιανικού ναού. Γιατί βλέπετε υπάρχουν τα διμόθυρα, όπως ήταν μέχρι τον 8ο ή 9ο αιώνα. Έχουμε την Αγία Τράπεζα και έχουμε το κιβώριο – ή ουρανός όπως λεγόταν – το οποίο είναι ένα στοιχείο που συναντάται στην ορθόδοξη αρχιτεκτονική. Κιβώριουμ, είναι αυτό που σκεπάζει. Και αν πάτε σε πρωτοχριστιανικούς ναούς ή ναούς μέχρι του 4ου, 5ου αιώνα θα βρείτε κιβώρια. Αν πάτε στην Εκατονταπυλιανή της Πάρου και προσκυνήσετε, θα δείτε το ιερό που έχει πάνω κιβώριο. Και όλοι οι παλιοί ναοί έχουν κιβώριο. Άρα, αυτός ο ναός εδώ, εκ της εμφανίσεώς του, μας θυμίζει χριστιανικό ναό. Είναι πάρα πολύ σωστό αυτό, γιατί ο ναός του Σολομώντος καταλύεται και μετασχηματίζεται σε ένα ναό χριστιανικό. Δηλαδή, ο ναός απλώς αλλάζει τον τρόπο της θυσίας. Γινόταν θυσία με ζώα, τώρα γίνονται θυσίες λογικές. Θυσιάζεται ο Χριστός και κάνουμε θυσία λογική. Θυσιάζουμε την καρδιά μας στον Χριστό. «Καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην» θέλει ο Θεός. «Έλεος θέλω και ου θυσία». Καρδίαν η οποία είναι συντετριμμένη. Άρα, αυτός ο ναός εδώ στην εικόνα της Υπαπαντής, καλώς αγιογραφείται ως ορθόδοξος, παρόλο που όταν μπήκε ο Χριστός ήταν ο ναός του Σολομώντος. Αλλά εδώ, γίνεται μετασχηματισμός γιατί μπαίνει και ο Χριστός. Κι όλα τα μετασχηματίζει σε έναν ορθόδοξο ναό. Προσέξτε αυτές τις μεταφορές. Άρα, ξεπερνάμε εδώ την ιστορικότητα των γεγονότων και μπαίνουμε στην ερμηνεία των γεγονότων. Σας το έχω πει και άλλη φορά, εμείς δεν κάνουμε ιστορική ανάλυση. Ούτε παρουσιάζουμε δίκην εικονογραφημένων σχεδίων μια ιστορία. Στην αγιογραφία θεολογούμε πάνω στην ιστορία. Για αυτό πολύ σωστά, δεν αγιογραφούμε τον ναό του Σολομώντος όπως φανταζόμασταν ή ξέρουμε περίπου πως ήταν. Μπαίνουμε σε στοιχεία του χριστιανικού ναού, που διατηρεί τα παλιά τα στοιχεία και δίνει απλώς και ένα άλλο ήθος. Δεν υπάρχει το θυσιαστήριο που θυσίαζαν τα ζώα, αλλά υπάρχει το θυσιαστήριο που θα θυσιαστεί ο Χριστός στην Αγία Τράπεζα.

Να πω λίγα λόγια ακόμη για το υπόβαθρο της εικόνας αυτής, που είναι η αρχιτεκτονική. Μίλησα ήδη, για τα διμόθυρα. Πράγματι, από τον 1ο μέχρι τον 9ο αιώνα, τα διμόθυρα ήταν πιο κάτω. Μετά τον 9ο με 10ο αιώνα, τα διμόθυρα ανυψώνονται και γίνεται το γνωστό τέμπλο. Αυτό είναι πάρα πολύ σωστό. Η εκκλησία μας εξελίσσει την αρχιτεκτονική της κατά τα μέτρα της θεολογίας της. Και η θεολογία είναι πάντοτε αναπτυσσόμενη, αυξανόμενη. Αυξανόμενο, δεν σημαίνει κατάργηση του προηγούμενου. Είναι ένας πολλαπλασιασμός. Γιατί όσο ζούμε μέσα στην ιστορία του κόσμου, έρχεται η Χάρις του Αγίου Πνεύματος και φωτίζει τους χριστιανούς. Και αυξάνουμε τη θεολογία μας. Έχουμε δηλαδή, αυξανόμενη θεολογία. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργήθηκε ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος που έζησαν τον 4ο με 5ο αιώνα. Όσα είπαν είναι πάρα πολύ σπουδαία και μεγάλα. Έρχονται μεταγενέστεροι πατέρες και προσθέτουν και άλλα. Είναι αυτό που είχε πει ο Χριστός στους μαθητές του «όταν θα έρθει το Πνεύμα το Άγιον ο Παράκλητος θα οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν». Κάποιος που δεν το καταλαβαίνει, ένας προτεστάντης για παράδειγμα, θα ρωτήσει: «δηλαδή ο Χριστός δεν είπε όλη την αλήθεια»; Και βέβαια, ο Χριστός είπε όλη την αλήθεια. Και δεν υπάρχει κάτι που έχουμε να προσθέσουμε. Αλλά αυτήν την αλήθεια που είπε, την αναλύουμε με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, κατά τα μέτρα των εγκεφαλικών και λογικών μας δυνατοτήτων. Για αυτό βλέπετε οι Πατέρες, το ίδιο χωρίο το αναλύουν πιο βαθύτερα. Ακόμη και εγώ για παράδειγμα, διαβάζω ένα κείμενο, βλέπω μια ερμηνευτική προσέγγιση, μετά το ξαναδιαβάζω, προσεγγίζω ερμηνευτικές και με αυτό τον τρόπο, βλέπω το ίδιο κείμενο σε μεγαλύτερο βάθος. Πάντα το κείμενο επειδή είναι κείμενο θεϊκό και αποκαλυπτόμενο, έχει μεγαλύτερο βάθος. Αυτό λέγεται αύξηση της θεολογίας μας. Για αυτό το τέμπλο κατά τα μέτρα της αυξανόμενης θεολογίας ανέβηκε.

Τι αυξανόμενη θεολογία είχαμε; Είχαμε τότε, μετά από τον 10ο αιώνα μια κατάσταση, η οποία δημιούργησε και τις τρομερές λεγόμενες ησυχαστικές έριδες, ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη με το Γρηγόριο τον Παλαμά, όπου ετέθη το μεγάλο θέμα πώς προσεγγίζουμε τον Θεό. Είμαστε κοντά Του ή μακριά Του; Τον βλέπουμε ή δεν Τον βλέπουμε; Ο Θεός είναι και ορατός και αόρατος. Είναι και προσεγγίσιμος και μη προσεγγίσιμος. Είναι ορατός, κατά τα μέτρα που μπορούμε να Τον δούμε σύμφωνα με τη δική μας φύση, όπως ο ήλιος. Κατά τα μέτρα που αντέχουν τα μάτια μας και δεν θα καούμε, βλέπουμε τον ήλιο. Κατά τα μέτρα που θα καούν, δεν τον βλέπουμε. Άρα τον Θεό και Τον βλέπουμε και δεν Τον βλέπουμε. Βλέπουμε ότι αντέχει η ανθρώπινή μας φύση. Ότι δεν βλέπουμε από τον Θεό, που σημαίνει ότι δεν το αντέχει η ανθρώπινή μας φύση, το λέμε Ουσία του Θεού. Ότι μπορούμε να δούμε από το Θεό και το αντέχει η ανθρώπινή μας φύση το λέμε Ενέργειες του Θεού. Προσέξτε, όταν λέω Ενέργειες είναι άλλο πράγμα από την ενέργεια την ηλεκτρική. Είναι ο ίδιος ο Θεός. Είναι ορολογία. Όταν πω Ενέργεια του Θεού, εννοώ τον Θεό όσο μπορώ να τον δω. Και όταν πω Ουσία Του, εννοώ τον Θεό, τον ίδιο Θεό όσο δεν μπορώ να τον δω. Άρα έχουμε τη θεολογία της Ουσίας και των Ενεργειών και δη των άκτιστων ενεργειών του Θεού, για να το διαφοροποιήσουμε από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, όπως για παράδειγμα ηλεκτρομαγνητική, ηλεκτρική. Το μόνο άκτιστο είναι ο Θεός. Άρα, αν είναι Άκτιστες Ενέργειες, αυτός είναι ο Θεός. Αυτή είναι μια ορολογία, η οποία έρχεται να περάσει στην αρχιτεκτονική της εκκλησίας, όπου χωρίζεται το ιερό από τον κυρίως ναό, με ένα τέμπλο. Όπου το ιερό δηλώνει συμβολικά την Ουσία του Θεού, και το έξω από το ιερό τις Ενέργειες του Θεού. Το προσιτό και το απρόσιτο. Το βλέπω, και δεν βλέπω. Είναι συμβολισμοί. Αλλά βλέπετε, αυξάνεται η θεολογία, παίρνει οριστική μορφή τον 13ο, 14ο αιώνα με τον Γρηγόριο τον Παλαμά, και έχουμε και εμείς ανύψωση του τέμπλου. Δεν είναι δηλαδή μία ιδιοτροπία αρχιτεκτονική. Η θεολογία οδηγεί την εκκλησία σε εξελίξεις.

Βλέπετε στην αρχή οι εκκλησίες ήταν δρομικές. Ήταν ένας διάδρομος. Οι λεγόμενες βασιλικές. Έμπαινες μέσα στην πόρτα και μπροστά είχες το ιερό. Πολύ σωστό. Μπαίνεις μέσα στο χώρο του Θεού και προχωρείς να βρεις τον Θεό. Αυτή είναι μια δρομική, οριζόντια κίνηση. Μετά όμως όταν αυξήθηκε η θεολογία περί της Τριαδολογίας και δη της άκρας συγκαταβάσεως του Χριστού, ειδικά με την 4η Οικουμενική Σύνοδο το 451, που έρχεται ο Χριστός και σαρκώνεται και προσλαμβάνει τον κόσμο, θέλουμε να εκφράσουμε και την κάθοδο του Χριστού. Ο Χριστός κατεβαίνει. Και βάζουμε τον τρούλο. Είναι η αγκαλιά του Χριστού που προσλαμβάνει, κατεβαίνει και εμείς ανεβαίνουμε προς τα επάνω. Υπάρχει η πορεία προς τον Χριστό και ταυτόχρονα η πρόσληψη του Χριστού. Βλέπετε, την χρονιά 451, υπάρχει η θεολογία της Χριστολογίας. Χτίζεται η Αγιά Σοφιά και φτιάχνεται ο πρώτος τρούλος στην ιστορία, περίπου το 532 με 538, που είναι αποτέλεσμα της θεολογίας αυτής, ως ενέργεια θεολογική του βασιλιά Ιουστινιανού. Και η εκκλησία τον σέβεται τον Ιουστινιανό και ως άγιο. Δηλαδή, είχε θεολογική σύλληψη όταν προσπαθεί να κάνει αυτόν τον ναό.

Ας δούμε τώρα την Αγία Τράπεζα. Πάνω στην Αγία Τράπεζα υπάρχει πάντοτε το Ευαγγέλιο. Ενώ στον ναό του Σολομώντος δεν υπήρχε το Ευαγγέλιο. Υπήρχε ο χώρος που γίνονταν οι θυσίες. Το Ευαγγέλιο είναι ο Λόγος του Θεού. Το έχουμε πάντοτε πάνω στην Αγία Τράπεζα, εκτός από μια περίπτωση. Στο μέσο της Θείας Λειτουργίας, όταν κάνουμε τη μεγάλη είσοδο, όπου φέρουμε τα τίμια δώρα για να αγιασθούν, παίρνουμε το Ευαγγέλιο και το μεταθέτουμε στα πλάγια. Και στο κέντρο βάζουμε το ψωμί και το κρασί που θα γίνουν Σώμα και Αίμα Χριστού. Είναι η μόνη στιγμή όπου πάνω στην Αγία Τράπεζα δεν υπάρχει ο Λόγος του Θεού. Και αυτό είναι πολύ σωστό. Ο Χριστός που είναι ο Λόγος, έρχεται και κηρύττεται και μετά θυσιάζεται. Η πρώτη είσοδος γίνεται με το Ευαγγέλιο. Διαβάζουμε το Ευαγγέλιο. Όλα αυτά είναι δεμένα μεταξύ τους και είναι μια θεολογία. Γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου στη Θεία Λειτουργία, που σημαίνει πως ο Λόγος θα κηρυχθεί. Μετά γίνεται η είσοδος των Τιμίων Δώρων, που σημαίνει πως ο Λόγος θα θυσιαστεί. Έχουμε λοιπόν την λειτουργία του Λόγου και την λειτουργία της Θυσίας. Όπου μπαίνουν τα τίμια δώρα και μετατίθεται το Ευαγγέλιο.

Προσέξτε εδώ αυτή την λειτουργική κίνηση. Έρχεται ο πρεσβύτης Συμεών, ο οποίος πήρε στα χέρια του τον Χριστό την ημέρα του σαραντισμού Του και τον λαμβάνει σαν ένα πρόσφορο να τον βάλει στην Αγία Τράπεζα, να τον θυσιάσει. Είναι μια καθαρά λειτουργική κίνηση. Βλέπετε; Ο πρεσβύτης Συμεών είναι ιερέας και παίρνει τον Χριστό βρέφος, σαν να παίρνει πρόσφορο από την Παναγία, για να θυσιάσει τον Χριστό πάνω στην Αγία Τράπεζα, όπως κάνει πάντοτε ο ιερέας. Και μας δηλώνει εδώ, ότι ο Χριστός ήρθε για να θυσιαστεί. Δεν μπορείς αυτήν την εικόνα να την κάνεις αλλιώτικα. Οι ιερείς, όταν λειτουργούν στην εκκλησία έχουν το πάνω ρούχο που λέγεται φελόνιο με το οποίο καλύπτουν τα χέρια τους. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν τα δικά τους χέρια, επειδή τα δανείζουν στον Θεό. Ο πρεσβύτης Συμεών λοιπόν, παίρνει τον Χριστό, τον κρατάει με κλειστά τα χέρια γιατί δεν έχει να πει τίποτα δικό του. Θα κάνει ότι του πει ο Θεός. Και θα λειτουργήσει τον Χριστό. Και μάλιστα στην αγιογραφία, αυτή η κίνηση της κλίσεως της κεφαλής σημαίνει αποδοχή του γεγονότος. Η εικόνα μιλάει μόνη της με τις κινήσεις. Είναι ο πρεσβύτης Συμεών, ο οποίος περίμενε στο ναό να έρθει ο Χριστός και να πει «νυν απολύεις τον δούλο σου Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη».

Στην εικόνα έχουμε την Παναγία, όπως αγιογραφείται με τα τρία οκτάκτινα αστεράκια. Όπως βλέπετε η Παναγία το ένα χέρι το έχει ανοιχτό και το άλλο κλειστό. Το κλειστό σημαίνει το χέρι με το οποίο διακονεί. Και το ανοιχτό είναι το χέρι της αποδοχής. Όχι απλώς το χέρι που προσέφερε τον Χριστό, αλλά το χέρι κατεξοχήν, της αποδοχής του γεγονότος. Δηλαδή, Τον προσφέρει για να θυσιαστεί, δεχόμενη το γεγονός. Γιατί ο Χριστός για αυτό και μόνο ήρθε στον κόσμο, για να θυσιαστεί.

Πίσω βρίσκονται, η προφήτης Άννα θυγάτηρ του Φανουήλ, όπως την περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, που ξέρει τα γεγονότα της ζωής της Παναγίας πάρα πολύ καλά, επειδή ο ίδιος έζησε κοντά στην Παναγία και έμαθε από το στόμα της τις ιστορίες αυτές. Εχουμε λοιπόν, την θυγατέρα του Φανουήλ η οποία λέγεται προφήτης και η οποία περίμενε να δει κι αυτή τον Χριστό. Και αγιογραφείται να δείχνει με το δάχτυλό της. Οι προφήτες δείχνουν. Και η προφήτις Άννα έχει το ένα χέρι κεκλιμένο.

Πίσω τελευταίος είναι ο Ιωσήφ ο μνήστωρ. Διάκονος και πάλι του μυστηρίου, όπως και στην εικόνα της Γεννήσεως. Στην αγιογραφία δεν αποτυπώνουμε ποτέ μια θεία οικογένεια. Αν ήταν η θεία οικογένεια, ο Ιωσήφ θα ήταν μαζί της, δίπλα της. Εδώ όμως βρίσκεται πίσω. Όλοι λειτουργούν τον Χριστό. Δεν υπάρχει μια οικογένεια έτσι αυτοτελής.

Και πάλι ο Ιωσήφ είναι διάκονος του μυστηρίου και στα χέρια του κρατάει δύο περιστέρια. Ήταν η ιουδαϊκή παράδοση, όταν πήγαιναν στον ναό να προσφέρουν μια προσφορά. Μια φτωχή οικογένεια προσέφερε σιμιγδάλι, προϊόντα της γης, δηλαδή δημητριακά. Επίσης, μια οικογένεια μπορεί να προσέφερε ζώα προς θυσίαν και κάποια άλλη μπορεί να προσέφερε δυο νεοσσούς περιστεριών. Τα δύο περιστέρια δηλώνουν την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.

Ο ουρανός όπως βλέπετε, έχει μια κλίση, είναι σαν τρούλος ο οποίος συγκαταβαίνει προς τα κάτω για να προσλάβει τον κόσμο. Και πάλι ο χώρος αγιογραφείται ως εξωτερικός, υπαίθριος, ενώ είμαστε μέσα στον ναό. Ποτέ δεν υπάρχει κλειστός χώρος στην ορθόδοξη αγιογραφία. Οι χώροι είναι πάντοτε ανοιχτοί και είμαστε σε μια πορεία εξόδου. Πάντοτε εξερχόμαστε.

Επανέρχομαι, στη λειτουργία του Λόγου και της Θυσίας. Δεν επιτρέπεται ποτέ στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στη Θεία Λειτουργία μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και την ερμηνεία του να γίνει σε άλλο σημείο λόγος (κήρυγμα). Μετά την ερμηνεία του Ευαγγελίου μπαίνουμε στη Θυσία. Την ώρα που ο Χριστός θυσιαζόταν, δεν μιλούσε. Είναι τελείως παράταιρο, αντιλειτουργικό και μη ορθόδοξο, ο ιερέας να κάνει κήρυγμα σε κάποια άλλη στιγμή. Εκηρύχθηκε το Ευαγγέλιο; Αμέσως μετά θα γίνει ο λόγος και έπειτα τίποτε άλλο. Το παράλογο που μερικές φορές γίνεται σήμερα είναι να πλησιάζουμε την ώρα που είναι να κοινωνήσουμε και λίγο πριν την Θεία Κοινωνία, να βγει ο ιερέας να κάνει κήρυγμα. Αυτό είναι παράλογο. Ποιο είναι το αιτιολογικό; Να μας ακούσουν οι άνθρωποι. Γιατί να μας ακούσουν; Ήρθαν για να λειτουργηθούν. Να ζήσουν στην εκκλησία του Χριστού. Το κήρυγμα πρέπει να γίνεται πριν. Αλλά εκείνη την ώρα ο κόσμος είναι λίγος. Δεν πειράζει. Εμείς θέλουμε να κάνουμε Λειτουργία, δεν θέλουμε να κάνουμε λόγο. Αν δεν ξέρουμε θεολογία, ούτε Λειτουργία κάνουμε σωστή, ούτε και αγιογραφία.

Ερώτηση: Πως αγιογραφούμε το αυτί;

Απάντηση: Ήδη, ολοκληρώνουμε τα μέρη του προσώπου. Και το τελευταίο μέλος του προσώπου το οποίο δεν το αναλύσαμε καθόλου, ήτανε το ους. Το αυτί, το ωτίον. Όλο το κεφάλι αν είναι ένα μέτρο, το σώμα αποτελείται από οκτώ κεφάλια. Αυτό να το θυμάστε πάντοτε. Όλο το σώμα του ανθρώπου, έχει οκτώ κεφάλια μέσα. Κάτι για τη λέξη ους, ωτίον. Ακούτε ωτίον και μπορείτε να συνδυάσετε τη λέξη ους – ωτίον με άλλες λέξεις. Πολλές φορές θα βρείτε στην Αγία Γραφή τη λέξη ενωτίζου. Εν, ώτιον. Ενωτίζου σημαίνει, άκουσε καλά. Την λέει μάλιστα και ο προφήτης Μωϋσής όταν φοβάται πως δεν θα τον ακούσουν οι Ισραηλίτες, λέει «ενωτίζου ουρανέ και άκουε γη». Δηλαδή λέει, να με ακούσουν τουλάχιστον ο ουρανός και η γη, τα άψυχα, μπας και αυτοί (οι Ισραηλίτες) συγκινηθούν και ακούσουν και εμένα. Το ωτίον. Υπάρχει το ωμέγα μπροστά. Το ωμέγα κατά την αρχαία ελληνική γλώσσα, είναι δύο όμικρον. Το όμικρον πάντα ήταν ένας τόπος. Σαν να είναι ένα (μαντρί) και ορίζει αυτό το πράγμα. «Ο». Είναι οπτικό. Ένα όριο, έναν χώρο τον ορίζεις και αυτός είναι «Ο». Είναι ένας τόπος, βλέπετε; Τόπος. Βλέπετε η λέξη τόπος έχει όμικρον μέσα. Είναι ένα εκφραστικό μέσο γεωγραφικό, περιγραφόμενο σε συγκεκριμένα όρια. Ακόμα και η λέξη όριο, δηλώνει τόπο. Αν ο τόπος είναι μεγάλος, είναι δύο όμικρον πλάι – πλάι. Αυτό είναι το ωμέγα. Το ωτίον λοιπόν έχει το ωμέγα αυτό μπροστά, γιατί είναι το εκφραστικό μέγεθος του ανθρώπου που επεκτείνεται πάρα πολύ μακριά. Βλέπετε όπως και τα ώπα, που είναι τα μάτια, είναι ωμέγα. Ότι πάει πολύ μακριά ως αίσθηση είναι ωμέγα. Ωτίον και ώπα. Οπότε το αυτί στην αγιογραφία εκφράζει τη δυνατότητα να ακούς πολύ μακριά, που σημαίνει, τα μηνύματα του Θεού. Όταν αγιογραφούμε το αυτί, σχετικώς προσφαινόμενο και σχετικώς μη φαινόμενο, το αυτί μισοφαίνεται. Πρέπει να υπάρχει η ύπαρξη του ωτός, αλλά υπό την έννοια της πνευματικής παρουσίας του ωτός. Είναι αυτό το οποίο συλλαμβάνει σε βαθιά πνευματική ευρύτητα, τα ακούσματα του Θεού. Άρα, έτσι θα προσεγγίσετε το αυτί. Μην πείτε, εντάξει τώρα, και ο άγιος όταν έχει πολλά μαλλιά και δε φανεί κτλ. Πάντοτε μια μικρή εκφραστική ακρούλα του αυτιού υπάρχει, για να φανεί ότι υπάρχει και αυτή η αίσθηση. Η οποία καλλιεργείται όπως όλες οι αισθήσεις.

Τού π. Κωνσταντίνου ΣτρατηγόπουλουΠΗΓΗ:http://www.oodegr.com

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ & ΘΕΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)

Untitled-1g 

Εκείνη την προγονική κατάρα και καταδίκη προ Χριστού την είχαμε όλοι κοινή και ίδια, χυμένη σε όλους από ένα προπάτορα, σαν να αναπτυσσόταν από τη ρίζα του γένους και να ήταν συνημμένη με τη φύση. Κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτε απέναντι σε εκείνη τη κοινή κατάρα.
Αλλά ήλθε ο Χριστός ελευθερωτής της φύσεως, που μετέβαλε τη κοινή κατάρα σε κοινή ευλογία, αφού ανέλαβε την ένοχη φύση μας από την ακήρατη Παρθένο και την ένωσε στην υπόστασή του, νέα, χωρίς να έχει μετάσχει σε παλαιό σπέρμα, την κατέστησε αθώα και δικαιωμένη, ώστε και οι γεννώμενοι από αυτόν έπειτα κατά το πνεύμα να μένουν όλοι έξω από τη προγονική εκείνη κατάρα και καταδίκη.
Μετά τη γέννηση του Σωτήρος από τη Παρθένο Μαρία και την κατά το μωσαϊκό νόμο περιτομή την όγδοη μέρα, λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς, <<όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμο του Μωϋσέως, τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα για να τον παρουσιάσουν στο Κύριο>>. Περιτέμνεται κατά το νόμο, ανεβάζεται και προσφέρεται θυσία.
Βλέπετε ότι ο ποιητής και δεσπότης του νόμου γίνεται καθ’ όλα υπήκοος στο νόμο; Καθιστώντας καθ’ όλα υπήκοο τη φύση μας στο Πατέρα και θεραπεύοντας τη κατ’ αυτή παρακοή μας και μετατρέποντας τη γι’ αυτή κατάρα σε ευλογία.
Όπως δηλαδή όλη η φύση μας ήταν στον Αδάμ, έτσι και στον Χριστό.
Και όπως δια του από τη γη Αδάμ όλοι όσοι ελάβαμε από εκείνο την ύπαρξη στραφήκαμε προς τη γη και ριφθήκαμε, αλλοίμονο, στον ‘Αδη, έτσι δια του από τον ουρανό Αδάμ, κατά τον απόστολο, όλοι ανακληθήκαμε στον ουρανό και αξιωθήκαμε την εκεί δόξα και χάρη. Ποιοί <<όλοι>>; Όσοι υιοποιήθηκαν κατά το Χριστό δια του Πνεύματος αποδείχθηκαν και δια των έργων πνευματικά τέκνα τούτου.
Όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού αυτών. Ποιών <<αυτών>>; Ο λόγος του νόμου είναι περί των γεννητόρων, που έχουν ανάγκη καθάρσεως. Εδώ που δεν υπάρχουν γεννήτορες, αλλά ήταν μόνο μητέρα και αυτή Παρθένος, που υπάρχει επίσης γέννηση παιδιού συλληφθέντος ασπόρως, οπωσδήποτε δεν υπήρχε ανάγκη καθαρισμού, αλλά ήταν έργο υπακοής και τούτο, που επανέφερε τη παρακούσασα φύση.
Όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού των, τον ανέβασαν για να τον παρουσιάσουν στο Κύριο, να τον αφιερώσουν, να καταστήσουν φανερό ότι είναι πρωτότοκος, σύμφωνα με το νόμο, <<κάθε αρσενικό παιδί που διανοίγει τη μήτρα, θα αποκληθεί αφιερωμένο στο Κύριο>>.
Στη συνέχεια τον ανέβασαν για να δώσουν θυσία, ένα ζεύγος τρυγονιών ή δύο νεοσσούς περιστεριών. Το ζεύγος των τρυγονιών δηλώνει τη σωφροσύνη των γονέων οι δε νεοσσοί των περιστεριών, σαν άπειροι γάμου, προεδήλωναν σαφώς τη Παρθένο και τον γεννηθέντα από τη Παρθένο αυτή που είναι έως το τέλος Παρθένος.
Ο δίκαιος και ευλαβής Συμεών και προεμπνευσμένος από άγιο Πνεύμα, ήλθε στο ναό κινημένος και τώρα από αυτό, προϋπάντησε και ασπάσθηκε τούτο το ουράνιο και επίγειο βρέφος, προφέροντας σε αυτό ως Θεό τον ύμνο και την ικεσία, παρακαλώντας να απαλλαγεί ειρηνικά από το σώμα και διακηρύσσοντας σε όλους ότι αυτό είναι το σωτήριο φως, ισχυριζόμενος δε ότι τούτο έχει τεθεί σε πτώση των απιστούντων και σε ανάσταση των πιστευόντων σε αυτό.
Έπειτα συνομίλησε με τη Παρθένο και Μητέρα του βρέφους, δεικνύοντας την οδύνη που θα αισθανόταν για τον μελλοντικό σταυρό του παιδιού.
Η δε προφήτις ‘Αννα, χήρα ογδόντα τεσσάρων ετών, με νηστείες και δεήσεις και χωρίς να απομακρύνεται από το ναό, καταληφθείσα από θείο Πνεύμα, ευχαρίστησε το Θεό και ευαγγελίσθηκε ότι θα έλθει η λύτρωση σε όσους την προσδέχονται, δεικνύοντας ότι αυτή είναι το βρέφος αυτό.

(ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ »ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ» Τ.9 ΟΜΙΛΙΑ Ε’)