ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΥ

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

«Όσοι της φιλοσοφίας τρόφιμοι και των υψηλών ερασταί και μαθηταί του Λόγου. Αγαπήσατε τον ενεστώτα καιρόν και την αγίαν Τεσσαρακοστήν χαίροντες υποδέξασθε, ως σωφροσύνης διδάσκαλον και αρετής μητέρα και τροφόν των υιών του Θεού και παιδαγωγόν ατάκτων και γαλήνην ψυχών και ευστάθειαν βίου και ειρήνην ένσπονδον και ατάραχον».
Η επίκαιρη αυτή προτροπή του Αστερίου Αμασείας μάς υπενθυμίζει εμφαντικά ότι δεν μπορεί να υπάρξει Σαρακοστή «ει μη εν προσευχή και νηστεία». Αγαπώντας τον ενεστώτα καιρό και καλλιεργώντας το σωτήριο αυτό δίπτυχο, εν κρυπτώ εργαζόμενοι αρετάς, δεχόμαστε πνευματικάς αμοιβάς: «γαλήνην ψυχών και ευστάθειαν βίου και ειρήνην ένσπονδον και ατάραχον».
Για να προσεγγίσουμε τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή θα πρέπει να κάνουμε αυτό που δεν ταιριάζει στις σύγχρονες συνθήκες της ζωής μας, αλλιώς κάθε αντίληψη προσπάθειας μέσα στη Σαρακοστή χάνει τελείως το νόημά της. Και για να επικεντρωθώ στο θέμα της λατρείας. Ο μεγάλος λειτουργιολόγος του 20ου αι. π. Αλέξανδρος Σμέμαν λέει, πως «δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για κείνους που στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής δεν αυξάνουν το χρόνο για παρακολούθηση και συμμετοχή στη Θεία Λατρεία… είναι ανάγκη να υπάρξει μια απόφαση, είναι ανάγκη να γίνει μια προσπάθεια, να υπάρξει μια σταθερή επιδίωξη».
H κατανυκτική αυτή ακολουθία χαρακτηρίζει, θα λέγαμε, τη Σαρακοστή, αφού η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η μόνη περίοδος του λειτουργικού έτους κατά την οποία διατηρήθηκε η αρχαία μορφή του αποδείπνου, το λεγόμενο σήμερα Μέγα Απόδειπνο. Πρόκειται για τη μοναδική μορφή αποδείπνου που μαρτυρείται από τα αρχαία χειρόγραφα. Το λεγόμενο Μικρό Απόδειπνο, που είναι η συντετμημένη μορφή του Μεγάλου Αποδείπνου, απαντά μόνο σε νεώτατα χειρόγραφα και περιλαμβάνει τα «καιριώτατα» του Μεγάλου Αποδείπνου, κατά την εύστοχη παρατήρηση του αγ. Συμεών Θεσσαλονίκης. Το Μικρό Απόδειπνο επικράτησε τελικά για τις εκτός της Τεσσαρακοστής ημέρες, δηλ. για όλο το υπόλοιπο λειτουργικό έτος, αλλά ακόμα και για τις Παρασκευές, τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Η ακολουθία του Αποδείπνου τελείται, όπως και το όνομά της δηλώνει, μετά το δείπνο και προ της κατακλίσεως, γι’αυτό και σε ορισμένα χειρόγραφα ονομάζεται «ακολουθία των προθυπνίων». Ο δεύτερος αυτός όρος υποδηλώνει και το περιεχόμενό της, που δεν είναι ευχαριστία για το δείπνο, αλλά προσευχή προ του ύπνου. Κατ’αρχήν ήταν ιδιωτική προσευχή και στα μοναστήρια, γι’αυτό και δεν αριθμείται πάντοτε στις «επτά αινέσεις», δηλ. στις επτά ακολουθίες του νυχθημέρου των μονών. Ελέγετο «εν τοις κελλίοις». Γι’αυτό διαβάζουμε στα τυπικά: «Η δε ακολουθία των Αποδείπνων εν τη Μονή της Λαύρας ου ψάλλεται εις την Εκκλησίαν, αλλ’ έκαστος αναγινώσκει αυτήν εν τοις κελλίοις». Αντιθέτως στα κοινόβια της Παλαιστίνης το Απόδειπνο ετελείτο στην Εκκλησία.
Η ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου απαντάται για πρώτη φορά ως μοναχικό Απόδειπνο, στις αρχές του 15ου αιώνος, οπότε και αντικαθιστά την ακολουθία της Παννυχίδος. Δεν αποτελεί βέβαια η συγκεκριμένη αντικατάσταση μιας ακολουθίας από μια άλλη ένα ξαφνικό και αυτόνομο γεγονός. Εντάσσεται μέσα στη γενικότερη λειτουργική μεταρρύθμιση, ή καλύτερα σύνθεση και συγχώνευση διαφόρων λειτουργικών τύπων, που είχε αρχίσει ήδη να συντελείται στο τυπικό της Εκκλησίας μερικούς αιώνες πιο πριν – ήδη από την εικονομαχία – και την εποχή αυτή (15ος αι.) βρίσκεται στην κορύφωσή της. Το μοναχικό τυπικό ή Ιεροσολυμιτική τάξη, πιο γνωστό ως τυπικό της μονής του αγ. Σάββα, που οφείλει την προέλευσή του στα κοινόβια της Παλαιστίνης, εκτοπίζει ολοσχερώς τον Ασματικό ή Βυζαντινό κοσμικό τύπο των Ακολουθιών που εκφράζει τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Αυτού του ασματικού τυπικού ήταν ακολουθία η Παννυχίς, που ψαλλόταν κατά το εσπέρας εν είδει μικράς αγρυπνίας, στη θέση περίπου του μοναχικού Μεγάλου Αποδείπνου, με το οποίο έχει μερικά κοινά σημεία.
Ενώ αρχικά η Παννυχίδα ετελείτο καθ’ όλες τις ημέρες του έτους, τη Μ. Τεσσαρακοστή και τη Μ. Εβδομάδα, ήδη από τον 10ο αιώνα η Παννυχίς- κατά τη μαρτυρία του τυπικού της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως- ετελείτο κυρίως κατά τις παραμονές των μεγάλων εορτών, κατά την Α΄ Εβδομάδα των Νηστειών και κατά τη Μ. Εβδομάδα.
Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη σχέση Παννυχίδος και Μεγάλου Αποδείπνου, αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι, λίγο παλαιότερα το Μέγα Απόδειπνο ετελείτο και τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, πράξη που διατηρείται ακόμα και σήμερα στο Άγιον Όρος και στις Σλαβικές Εκκλησίες. Σε πιο παλιά φάση το Μέγα Απόδειπνο ψαλλόταν και κατά τις Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθώς και κατά τις νηστείες των Χριστουγέννων και των αγίων Αποστόλων κατά τις ημέρες που ψάλλεται το«Αλληλούϊα».
Ας επιστρέψουμε όμως στις Παννυχίδες. Οι Παννυχίδες της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών είχαν κατανυκτικό χαρακτήρα και προεξήρχε σ’αυτές ο ίδιος ο Πατριάρχης. Από την ασματική αυτή παννυχίδα προέρχεται και η σειρά των πέντε ευαγγελικών περικοπών, τα λεγόμενα «ευαγγέλια της παννυχίδος», που διαβάζονται και σήμερα κατά τα Απόδειπνα της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών και διασώζονται στα Ευαγγελιστάριά μας.
Το Μέγα Απόδειπνο εντάσσεται στις ακολουθίες της νυκτός, που αποτελούσαν ένα σύμπλεγμα νυκτερινής προσευχής, μια Παννυχίδα, εντελώς διαφορετική απ’αυτήν που μόλις περιγράψαμε, στην οποία φέρεται η ορθρινή προσευχή ενωμένη με την εσπερινή. Η ακολουθία των «προνυκτίων», έτσι όπως τη συναντούμε σε χειρόγραφο του 12ου αιώνα της Μονής Λειμώνος, συμπίπτει σε γενικές γραμμές με τη σημερινή ακολουθία του μεγάλου αποδείπνου, εκτός από κάποια τροπάρια και ευχές. Είναι αξιοσημείωτο και ιδιαίτερα σημαντικό, νομίζω, ότι το περίφημο τροπάριο του Μεγάλου Αποδείπνου «Κύριε των δυνάμεων μεθ’ημών γενού…» είναι το εφύμνιο του ψαλμού 150 που είναι ένας από τους ψαλμούς των Αίνων του Όρθρου, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη για κοινά στοιχεία των ακολουθιών του μοναχικού τυπικού, αλλά μαρτυρεί και την ύπαρξη της παλαιότατης παννυχίδος που ένωνε εσπερινή και ορθρινή προσευχή.Κανόνες Αποδείπνων

Η θέση των κανόνων στα απόδειπνα είναι ένα ειδικό κεφάλαιο του τυπικού που περιλαμβάνει πολλές περιπτώσεις. Περιορίζομαι μόνο στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή για να σημειώσω τις χαρακτηριστικότερες των περιπτώσεων. Στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α’ Εβδομάδος των Νηστειών ψάλλεται τμηματικώς ο Μέγας Κανών του αγ. Ανδρέου Κρήτης, ενώ στο μικρό απόδειπνο κατά τις Παρασκευές των τεσσάρων πρώτων εβδομάδων ψάλλεται ο κανών του Ακαθίστου Ύμνου και το κοντάκιο τμηματικώς. H συνήθεια, που επικράτησε στις ενορίες να ψάλλεται ο Μέγας Κανών και ο Ακάθιστος κατά το μικρό απόδειπνο της Τετάρτης και της Παρασκευής της Ε΄ Εβδομάδος των Νηστειών, οφείλεται σε μια προσπάθεια προσαρμογής προς τις ενοριακές συνθήκες. Η ορθή τάξη προβλέπει και για τις δύο περιπτώσεις την τέλεση αγρυπνίας.
Αυτό, όμως, που είναι άξιο ειδικής μνείας είναι ότι σύμφωνα με το τυπικό «από της Κυριακής της Ορθοδοξίας εσπέρας μέχρι της Πέμπτης προ του Λαζάρου εσπέρας, καθ’ εκάστην εις τα απόδειπνα, ψάλλομεν τον κανόνα του Θεοτοκαρίου, και συν αυτώ ψάλλεται και ανά εις κανών του Μηναίου οι από του Σαββάτου του Λαζάρου μέχρι της Κυριακής του Αντιπάσχα συμπίπτοντες» (Βλ. Τυπικόν Γ. Ρήγα, σ. 768). Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν παραλείπει τίποτε. Προνοεί για την περίπτωση που καταλιμπάνεται το Μηναίον, δηλαδή κατά τη Μ. Εβδομάδα και τη Διακαινήσιμο, έτσι ώστε να ψαλούν στα απόδειπνα και να μην παραληφθούν οι κανόνες των αγίων, των οποίων η μνήμη θα συμπέσει την περίοδο αυτή. Έτσι ο κανόνας είναι ένα αδιάσπαστο στοιχείο της ακολουθίας του Μεγάλου Αποδείπνου, που βέβαια σήμερα ψάλλεται ανελλιπώς και καθημερινώς μόνο στα μοναστήρια.


Οι Ύμνοι του Μεγάλου Αποδείπνου

Το Μέγα Απόδειπνο διασώζει παλαιότατο υμνογραφικό υλικό αλλά και αρχαίους τρόπους ψαλμωδίας που παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.
– Το «Μεθ’ ημών ο Θεός» είναι ένα ανθολόγημα στίχων, από το βιβλίο του Ησαΐα, όπου επαναλαμβάνεται ως επωδός το ακροστίχιο του πρώτου στίχου, το «Ότι μεθ’ ημών ο Θεός». Με βάση αυτόν τον ύμνο, που εντάσσεται από τους ερευνητές στην πρώτη περίοδο της υμνογραφίας, δηλαδή στους τέσσερεις πρώτους αιώνες, μπορεί κανείς να αντιληφθεί πώς διεξαγόταν η λεγόμενη «καθ’υπακοήν» ψαλμωδία, η οποία έδινε την άνεση για τη συμμετοχή του εκκλησιάσματος στα ψαλλόμενα (εδώ ο λαός επαναλάμβανε το εφύμνιο«Ότι μεθ’ ημών ο Θεός»). 
– «Η ασώματος φύσις». Πρόκειται για αρχαίο ύμνο σε στίχους ενδεκασύλλαβους, που τον συναντούμε σε πάπυρο του 6ου αιώνος και υπήρχε και στην αρχαία Παννυχίδα. Θα μού επιτρέψετε εδώ μια μικρή παρένθεση με αφορμή το σημαντικότατο γεγονός ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας εμπεριέχουν όλες τις μορφές της αρχαίας γλώσσας και μετρικής (όπως π.χ. στον ύμνο αυτό οι ενδεκασύλλαβοι στίχοι). «Η Εκκλησία αξιοποιεί γόνιμα τη δουλειά των αρχαίων, και σ’ αυτήν επιβιώνουν ζωντανά οι κατακτήσεις και επιτεύξεις τους. Μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο αρχαίος πολιτισμός επιβιοί και θάλλει μεταμορφωμένος», όπως αναφέρει ευστοχώτατα ένα κείμενο της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους για την Παιδεία του Γένους μας (σ. 55).
– «Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε…»: Σύντομες επικλήσεις που ψάλλονται αντιφωνικά. Η Παναγία προηγείται των αγγέλων ως ασυγκρίτως ενδοξοτέρα και τιμιωτέρα. Μετά τους Αγγέλους οι πιστοί επικαλούνται τον τίμιο Πρόδρομο, τους Αποστόλους, τους Οσίους και Διδασκάλους της οικουμένης, την ακατάλυτο δύναμη του Σταυρού. Ο μικρός αυτός ύμνος δηλώνει την ιστορική συνέχεια του μυστηρίου της Θείας οικονομίας μετά την έλευση της Χάριτος.
– Τα τροπάρια «Ως φοβερά η κρίσις σου Κύριε…», που ψάλλονται στο Μέγα Απόδειπνο την Τρίτη και την Πέμπτη, ανάγονται στον 6ο αιώνα ενώ τα κατανυκτικά τροπάρια «Ελέησον ημάς…» αποδίδονται στον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό (7ος – 8ος αι.). Τα τροπάρια αυτά ψάλλονται σε ήχο πλ. β΄ αλλά, όπως σημειώνεται σε κάποια χειρόγραφα, «χύδην», δηλαδή μ’ ένα υποτυπώδες μέλος όπως μάς έχει διασωθεί από την προφορική παράδοση. Η παρατήρηση του αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης είναι καίρια: «Και αι καθολικαί εκκλησίαι πάσαι ανά την οικουμένην απαρχής ταύτης ετέλουν μελωδικώς, μηδέν χωρίς λέγουσαι μέλους».Τίποτε στις ακολουθίες μας δεν διαβάζεται ξηρά και με στόμφο ή επιτήδευση. Πρέπει να υφέρπει πάντοτε, ακόμα και στα αναγνώσματα, ένα υποτυπώδες μέλος.
– Η Δοξολογία «Δόξα εν υψίστοις Θεώ», που είναι ένας από τους αρχαιότερους ύμνους της Εκκλησίας-μεγάλο μέρος της χρονολογείται τον 4ον αιώνα- στο Απόδειπνο δεν ψάλλεται, απλώς διαβάζεται. Κι αυτό διότι η μελισματική απόδοσή της αποτελεί έκφραση και σύμβολο του πανηγυρικού χαρακτήρα μιας εορτής, ενώ ο χαρακτήρας της ακολουθίας του αποδείπνου είναι εντελώς διαφορετικός.
Το Τριώδιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αλυσίδα λειτουργικών ευκαιριών που μάς προσφέρει η Εκκλησία συνεχώς και αδιαλείπτως. Μια λειτουργική τράπεζα, στην οποία μέρα και νύχτα υπάρχουν παρατεθειμένα εδέσματα πνευματικής ευτυχίας. Η Σοφία του Θεού «έσφαξε τα εαυτής θύματα, εκέρασεν εις κρατήρα τον εαυτής οίνον και ητοιμάσατο την εαυτής τράπεζαν, συγκαλούσα μετά υψηλού κηρύγματος επί κρατήρα» τους δούλους αυτής. Όλους εμάς. «Το Θαύμα της εκκλησιαστικής ποίησης, η ακρότατη ευγένεια του βυζαντινού μέλους, το ρίγος από τις μνήμες της αυτοκρατορικής αρχοντιάς των Ελλήνων- όλα συντονισμένα στην αποκαλυπτική εμπειρική ψηλάφηση της εκκλησιαστικής ελπίδας για την όντως ύπαρξη και ζωή» (Χρ. Γιανναράς, Καθημερινή 17/3/96).
Το Μέγα Απόδειπνο που διακρίνεται για τον ιδιαίτερα προσωπικό τόνο στην επικοινωνία Θεού και ανθρώπου αμαρτωλού και μετανοούντος, μάς ωθεί προς την τέλεια πνευματική λειτουργική Τεσσαρακοστή, όπως την ορίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «…ούτε νηστεία, ούτε ψαλμωδία, ούτε προσευχή σώζειν ημάς καθ’ εαυτά δύνανται, αλλά το ενώπιον εκτελείσθαι ταύτα του Θεού… Ενώπιον δε ταύτα γίνεται Θεού, όταν ατενώς η διάνοια εκείνω ενορά και δια το προς αυτόν οράν και νηστεύη και ψάλλη και προσεύχηται».
ΠΗΓΗ.ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ
Advertisements

Χαιρετιστήριοι Οίκοι στον Μέγα Βαπτιστή και Πρόδρομο του Σωτήρος Άγιο Ιωάννη.

309845_627817_1000_1000_inner

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω.
Ως του Σωτήρος Βαπτιστήν και θείον Πρόδρομον
Και των Αγίων πάντων πρόκριτον και μείζονα
Ανυμνούμέν σε μακάριε Ιωάννη.
Αλλ’ ως κήρυξ μετανοίας μεγαλόφωνος
Μετανοίας τω φωτί ημάς καταύγασον
Τους βοώντας σοι, χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.
Άγγελος εν τω κόσμω, ως βροτών πάντων μείζων, εδείχθης Βαπτιστά Ιωάννη, (εκ γ΄) και παρέχεις άπασιν ημίν, την σην πλουσίαν εν πάσιν αντίληψιν διο το μεγαλείόν σου, θαυμάζοντες αναβοώμεν·
Χαίρε δι’ ου η Τριάς μυείται·
χαίρε δι’ ου ο Σατάν σοβείται.
Χαίρε Ζαχαρίου χαρά υπερκόσμιος·
χαίρε Ελισάβετ βλαστός θεοδώρητος.
Χαίρε ύψος δυσαντίβλεπτον αρετών υπερφυών·
χαίρε βάθος πολυθρύλητον δωρημάτων θεϊκών.
Χαίρε ότι υπάρχεις των Αγίων ακρότης·
χαίρε ότι τυγχάνεις Προφητών ωραιότης.
Χαίρε Χριστού Προφήτης και Πρόδρομος·
χαίρε παθών απάντων ανώτερος.
Χαίρε δι’ ου ο Χριστός εβαπτίσθη·
χαίρε δι’ ου ο εχθρός εμισήθη.
Χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Βλέψας ο Ζαχαρίας, Ιωάννη Προφήτα, θυμιών εν τω ναώ Κυρίου, τον Άγγελον Θεού Γαβριήλ, παρ’ αυτού την σην γέννησιν μεμύηται· αλλ’ απιστήσας το πρότερον, είτα λαλήσας ανεβόα·
Αλληλούϊα.
Γεννηθείς εκ της στείρας, Ιωάννης ο πάνυ, έλυσε πατρός την αφωνίαν, και χαράς πάσαν την Ορεινήν, έπλησεν ως των κρειττόνων προάγγελος· διο συν τω Ζαχαρία τούτω άπαντες ανεβόων·
Χαίρε η λύσις της αφωνίας·
χαίρε η λήξις της αθυμίας.
Χαίρε των μελλόντων καλών ο προάγγελος·
χαίρε χαρισμάτων των θείων ανάπλεως.
Χαίρε δένδρον το κατάκαρπον επιπνοίας θεϊκής·
χαίρε φοίνιξ ο υψίκομος χάριτος Προφητικής.
Χαίρε ότι προήλθες παραδόξως εκ στείρας·
χαίρε ότι προλάμπεις φως ζωής της αγίας.
Χαίρε βλαστός της θείας χρηστότητος·
χαίρε κρατήρ Θεού αγαθότητος.
Χαίρε Χριστού προαγγέλλων τον τόκον·
χαίρε παθών διαλύων τον ζόφον.
Χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Δύναμιν εν ερήμω, άνωθεν ενεδύσω, οικήσας εν αυτή από βρέφους, ως πέφευγας μετά της μητρός, την του Ηρώδου φρικτήν βρεφοκτονίαν· διο και πόθω έψαλλες, ως άγγελος Θεώ Προφήτα·
Αλληλούϊα.

Ερημον κατοικήσας, από βρέφους Προφήτα, ισάγγελος εν πάσιν εδείχθης, και νόμου σφραγίς και Προφητών, και απαρχή της νέας Χριστού χάριτος· διό καθάπερ άγγελον, υμνούμέν σε πόθω βοώντες·
Χαίρε το θρέμμα το της έρημου·
χαίρε ο φίλος ο του Κυρίου.
Χαίρε Προφητών και του νόμου εκσφράγισμα·
χαίρε δωρεών θεοσδότων θησαύρισμα.
Χαίρε άγγελος εν σώματι ως Αγγέλων μιμητής·
χαίρε άσαρκος εν σκάμμασιν ως θεόφρων ασκητής.
Χαίρε ότι Κυρίου προκηρύττεις την χάριν·
χαίρε ότι κινδύνων κατευνάζεις την ζάλην.
Χαίρε αστήρ της χάριτος μέγιστος·
χαίρε φωστήρ του Πνεύματος έκλαμπρος.
Χαίρε Θεού μυστηρίων επόπτα·
χαίρε κλεινέ Βαπτιστά και θεόπτα.
χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Ζων ζωήν την αγίαν, εν ερήμω Προφήτα, εξέβης τους της φύσεως όρους· ακρίδας γαρ είχες ως τροφήν, και μέλι άγριον στερρώ φρονήματι· τω γλυκασμώ τω θείω γαρ, ενετρύφας Θεώ κραυγάζων·
Αλληλούϊα.

Ημφιέννυσο τρίχας, της καμήλου Προφήτα, και ζώνην την οσφύν δερμάτινην, και πάσιν εκήρυττες βοών· Μετανοείτε, ο Χριστός γαρ ήγγικε, ζωήν πάσι δωρούμενος· διό σοι πάντες εκβοώμεν·
Χαίρε ο κήρυξ της μετανοίας·
χαίρε ο ρύστης της απονοίας.
Χαίρε των Αγγέλων τον βίον μιμούμενος·
χαίρε των μελλόντων την γνώσιν τυπούμενος.
Χαίρε ρήτωρ μεγαλόφωνος βασιλείας ουρανών·
χαίρε γλώσσα θεοκίνητος απορρήτων αγαθών.
Χαίρε ο εν νηδύϊ τον Χριστόν προσκυνήσας·
χαίρε ο τοις ανθρώποις τούτον καθυποδείξας.
Χαίρε Χριστού θεόπνευστον όργανον·
χαίρε ψυχών εκπλύνων τον βόρβορον.
Χαίρε χρησμόν δεδεγμένος θεόθεν·
χαίρε ημών προστατεύων υψόθεν·
χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.
Θείον ρήμα εδέξω, εκ Θεού εν ερήμω, και ελήλυθας πάσι κηρύττων, βάπτισμα μετανοίας σοφέ, εν τη του Ιορδάνου περιχώρω· και πάντες σοι προσήρχοντο, και εβαπτίζοντο βοώντες·
Αλληλούϊα.

Ιησούν τον Σωτήρα, τοις λαοίς εν ερήμω, υπέδειξας Προφήτα κραυγάζων· Ίδε ο αμνός του Θεού, ο τα του κόσμου αίρων αμαρτήματα· διό το υπεραίρόν σου αξίωμα υμνούντες βοώμεν·
Χαίρε ο άϋλος εν τη όλη·
χαίρε ο άσαρκος εν ασκήσει.
Χαίρε μυστηρίων των θείων διάκονε·
χαίρε μετανοίας αγίας διδάσκαλε.
Χαίρε ρείθρον διειδέστατον οικτιρμών των θεϊκών·
χαίρε σκεύος χρυσοκόλλητον αρετών ασκητικών.
Χαίρε ότι κηρύττεις τοις λαοίς σωτηρίαν·
χαίρε ότι παρέχεις ζωτικήν χορηγίαν.
Χαίρε Χριστού κηρύξας την σάρκωσιν·
χαίρε λαοίς εκφήνας την άφεσιν.
Χαίρε φωτός ουρανίου δοχείον·
χαίρε πολλών χαρισμάτων ταμείον·
χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Κήρυξ προαπεστάλης, ως φησιν ο Προφήτης, ελεύσεως ημίν του Σωτήρος, ον και βαπτίσας σωματικώς, εν τοις του Ιορδάνου θείοις νάμασιν, Ιωάννη πολλής χάριτος, ηξιώθης ανακράζων·
Αλληλούϊα.

Λάμπων τη πολιτεία, ηξιώθης βαπτίσαι, Χριστόν εν Ιορδάνη Προφήτα, και φωνής ήκουσας Πατρικής, και ως περιστεράν Πνεύμα το Άγιον, επ’ αυτόν εώρακας· διό σοι πάντες αναβοώμεν·
Χαίρε θεάμων των αθεάτων·
χαίρε επόπτα ξένων πραγμάτων.
Χαίρε ο βαπτίσας Χριστόν εν τοις ύδασι·
χαίρε ο φωτίσας ημάς θείοις ρήμασι.
Χαίρε ότι φωνής ήκουσας ουρανόθεν Πατρικής·
χαίρε ότι κατηξίωσαι όψεως θεαρχικής.
Χαίρε ο κατοπτεύσας το Πανάγιον Πνεύμα·
χαίρε ο κατακλύσας το ολέθριον ρεύμα.
Χαίρε ιδών τα πάσιν αθέατα·
χαίρε ορών βροτοίς τα ανέφικτα.
Χαίρε Προφήτα ο μείζων απάντων·
χαίρε ανθρώπων αλγήματα παύων·
Χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Μέγας εν τοις Αγίοις, ως υπέρτερος πάντων, βροτών εν γεννητοίς Ιωάννη, εδείχθης, ω χαρίτων των σών! τίς γαρ άλλος ολβιώτερος πέφηνε, πλην σου ω πανθαύμαστε; Χριστόν γαρ εβάπτισας κράζων·
Αλληλούϊα.

Νόμου προκινδυνεύων, ήλεγχες Ιωάννη, Ηρώδου την παράνομον πράξιν, παρ’ ου εκτμηθείς την κεφαλήν, τοις εν Άδη κήρυξ Χριστού και προάγγελος, έδραμες αυτόν κηρύττων, ελευσόμενον τοις βοώσι·
Χαίρε το στόμα της παρρησίας·
χαίρε το όμμα της συμπαθείας.
Χαίρε ο ελέγξας Ηρώδου την άνοιαν·
χαίρε ο εκτίλας των παθών την άκανθαν.
Χαίρε κήρυξ και προάγγελος τοις εν Άδη του Χριστού·
χαίρε άνθος ευωδέστατον προσταγμάτων του Θεού.
Χαίρε ότι ξηραίνεις την ιλύν αμαρτίας·
χαίρε ότι εκφαίνεις την ισχύν απαθείας.
Χαίρε πηγή ιάσεις πηγάζουσα·
χαίρε λαμπάς ημάς καταλάμπουσα.
Χαίρε Χριστόν κατιδών και βαπτίσας·
χαίρε εχθρού την απάτην εκτρίψας·
χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Ξένος των εν τω κόσμω, ανεδείχθης Προφήτα, και ώφθης υπερκόσμιος όντως· τις γαρ ουκ εξίσταται εν σοί; της γαρ κορυφής ήψω του Παντάνακτος· διό την σην λαμπρότητα, αγόμενοι Χριστώ βοώμεν·
Αλληλούϊα.

Ολος λελαμπρυσμένος, όλος δεδοξασμένος, ως μέγας Βαπτιστής του Σωτήρος, πέλων Ιωάννη θαυμαστέ, εξιστάς άπαντας τοις μεγαλείοις σου, και χάριν νέμεις άφθονον, τοις ευλαβώς σοι εκβοώσι·
Χαίρε ο πάμφωτος εωσφόρος·
χαίρε ο άνωθεν σελασφόρος.
Χαίρε εγκράτειας εικών θεοτύπωτος·
χαίρε απαθείας λειμών θεοφύτευτος.
Χαίρε ήλιε πολύφωτε αρετών ασκητικών·
χαίρε άρουρα κατάκαρπε ψυχοτρόφων αγαθών.
Χαίρε ότι ετμήθης παρ’ Ηρώδου την κάραν·
χαίρε ότι βραβεύεις την γαλήνιον αύραν.
Χαίρε πιστών ατίνακτον έρεισμα·
χαίρε ημών χαρά και εδραίωμα.
Χαίρε παθών καταστέλλων την ρύμην·
χαίρε ψυχών θεραπεύων την λύμην·
χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Πότον άσεμνον άγων, μετά των μεγιστάνων, Ηρώδης επί τοις γενεθλίοις, απέτεμε την σην κεφαλήν, μη αιδεσθείς σου το αιδέσιμον Πρόδρομε, ημείς δε σε γεραίροντες, τη Τριάδι πιστώς βοώμεν
Αλληλούϊα.

Ρείθροις των σων αιμάτων, η Χριστού Εκκλησία, την εαυτής βάψασα πορφύραν, δοξάζει τον νυμφίον Χριστόν, και σε ως νυμφοστόλον θεοτίμητον, γεραίρει θείε Πρόδρομε, και κατά χρέος εκβοά σοι·
Χαίρε ο οίκος του Παρακλήτου·
χαίρε ο Πρόδρομος του Κυρίου.
Χαίρε μυροθήκη αγνείας μυρίπνοος·
χαίρε ευσέβειας λυχνία αείφωτος.
Χαίρε φίλος οικειότατος του Παντάνακτος Χριστού·
χαίρε στύλος απερίτρεπτος του θεόφρονος λαού.
Χαίρε του Ιορδάνου αγιάσας την χώραν·
χαίρε του σαρκωθέντος μεγαλύνας την δόξαν.
Χαίρε μορφή Αγγέλοις αιδέσιμος·
χαίρε στερρός δαιμόνων αντίπαλος.
Χαίρε Χριστού την χρηστότητα φαίνων·
χαίρε χαράν ημίν άληκτον φέρων·
χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Συστείλαντες το θείον, και πανάγιον σώμα, το σον οι ιεροί μαθηταί σου, κατέβηκαν εν τάφω αυτό, υμνούντες τα θείά σου προτερήματα, μεγαλώνυμε Πρόδρομε, και τω Σωτήρι ανεβόων·
Αλληλούϊα.

Την αγίαν σου κάραν, ως αγίασμα θείον, και Πνεύματος αγίαν εστίαν, φανείσαν εκ λαγόνων της γης, περικυκλούντες πιστώς προσπτυσσόμεθα, αγιασμόν λαμβάνοντες, εξ αυτής και πιστώς βοώμεν·
Χαίρε Κυρίου ο παραστάτης·
χαίρε ο μέγας ημών προστάτης.
Χαίρε των Αγίων απάντων υπέρτερος·
χαίρε των Οσίων Πατέρων ο όρχαμος.
Χαίρε όρος αληθέστατος παρθενίας ευαγούς·
χαίρε λύρα θεοκίνητος κατευφραίνουσα πιστούς.
Χαίρε ότι ιθύνεις μετανοίας προς τρίβον·
χαίρε ότι ξηραίνεις βορβορώδες παν ρείθρον.
Χαίρε πιστών σεπτόν αγαλλίαμα·
χαίρε ημών το θείον εντρύφημα.
Χαίρε σεμνών ασκητών αρχηγέτης·
χαίρε των σων φοιτητών ποδηγέτης·
χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Υψηλόν βίον έχων, ως εκ μητρός νηδύος, Ιωάννη καθηγιασμένος, εξιστάς τη ση περιωπή, τους καθορώντάς σε οιάπερ άγγελον, μετά σώματος βιούντα, και πάντες Θεώ ανεβόων·
Αλληλούϊα.

Φρίττουσι των δαιμόνων, την πλουσίαν σου χάριν, μεγαλώνυμε Προφήτα τα στίφη, οι δε πιστοί χαίρουσιν εν σοι, της θαυμαστής αρωγής σου τας χάριτας, καθ’ εκάστην καρπούμενοι, και ευλαβώς σοι εκβοώμεν·
Χαίρε ο μέγας εν προστασίαις·
χαίρε ο ρύστης εν απορίαις.
Χαίρε χαρισμάτων πλουσίων συμφόρημα·
χαίρε ευσπλαγχνίας της θείας απόρροια.
Χαίρε σάλπιγξ μεγαλόφωνος οικτιρμών των θεϊκών·
χαίρε όρμος ακλυδώνιστος των εν θλίψεσι ψυχών.
Χαίρε ότι πηγάζεις γλυκασμόν σωτηρίας·
χαίρε ότι σκεδάζεις την αχλύν ραθυμίας.
Χαίρε γλυκύς και χάριτος έμπλεως·
χαίρε ημών ακοίμητος έφορος.
Χαίρε δι’ ου ο Σατάν κατοιμώζει·
χαίρε δι’ ου ο Σωτήρ ημάς σώζει·
χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Χάριτος νέας κήρυξ, Πρόδρομε Ιωάννη, χαρίτωσον ημών τας καρδίας· σε γαρ προστάτην και βοηθόν, και προς τον Χριστόν πρεσβευτήν θερμότατον, κεκτήμεθα πανάγιε, και σοι προσιόντες βοώμεν·
Αλληλούϊα.

Ψάλλοντές σου τους ύμνους,, Πρόδρομε Ιωάννη, υμνούμέν σου το μέγιστον κλέος· μέγας γαρ ενώπιον Θεού, ως έφη ο Άγγελος εχρημάτισας· διό εκ της μεγίστης σου, χάριτος δίδου τοις βοώσι·
Χαίρε ο μείζων πάντων Αγίων·
χαίρε Αγγέλων ουδέν ελάττων.
Χαίρε Αποστόλων σεπτόν ακροθίνιον·
χαίρε, θλιβομένων ψυχών παραμύθιον.
Χαίρε τείχος ακατάβλητον Εκκλησίας του Χριστού·
χαίρε ξίφος τέμνον άπασαν την μανίαν του εχθρού.
Χαίρε Προφητομάρτυς Πρόδρομε Ιωάννη·
χαίρε ο Χριστοκήρυξ Πνεύματος εν δυνάμει.
Χαίρε λαμπτήρ ψυχής μου και ήδυσμα·
χαίρε τρυφή νοός μου και στήριγμα.
Χαίρε δι’ ου σωτηρίαν ελπίζω·
χαίρε δι’ ου την ζωήν μου ρυθμίζω·
χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Ω Προφήτα Κυρίου, μεγαλώνυμε κήρυξ, υπέρτερε Αγίων και μείζων, (εκ γ΄) δέξαι εκ χειλέων ρυπαρών, ως προσφοράν καί ευώδες θυμίαμα, το παρόν μου εφύμνιον, και βοήθει μοι ίνα κράζω·
Αλληλούϊα.

 

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω.
Ως του Σωτήρος Βαπτιστήν και θείον Πρόδρομον
Και των Αγίων πάντων πρόκριτον και μείζονα
Ανυμνούμέν σε μακάριε Ιωάννη.
Αλλ’ ως κήρυξ μετανοίας μεγαλόφωνος
Μετανοίας τω φωτί ημάς καταύγασον
Τους βοώντας σοι, χαίροις μέγιστε Πρόδρομε.

Τα Εγκώμια και ο Επιτάφιος της Παναγίας.Ένα καινοφανές έθιμο της «φολκλορικής» Ορθοδοξίας

 

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (εκπαιδευτικου-χημικού)

1

Από τα τέλη περασμένου (20ου αι), τα Εγκώμια της Παναγίας και ο Επιτάφιος  άρχισαν  δειλά-δειλά να εισέρχονται  στη  λατρεία,   και να «εξαπλώνονται»,   συν  τω χρόνω, σ’  Ενορίες  της Ελλαδικής Εκκλησίας, ακόμα και σ’  Ελληνορθόδοξες Ενορίες  της Διασποράς, ακόμα και σε Μοναστήρια, (εκτός από τα Αγιορείτικα Μοναστήρια).Το αυτό έθιμο κατακτά έδαφος στην εποχή των καινοτομιών και της φολκλορικής «ορθοδοξίας»! Στην Εκκλησία, λοιπόν, στην οποία ο Οικουμενισμός επιτρέπει ανεξέλεκτα στον καθένα να αυτοσχεδιάζει, ο Επιτάφιος και τα Εγκώμια της Θεοτόκου είναι μια ακολουθία που αρέσει, γιατί προσφέρει …θέαμα. Μια μεταλλαγμένη Μαριολατρεία κάνει προσπάθεια να προστεθεί στα ήδη «διεμβολήσαντα» τον ορθόδοξο χώρο!

Τα εγκώμια της Παναγίας.

Ξεκίνησαν από τις Κυκλάδες, κατά το μέσα του 19ου αι. προκαλώντας σύγχυση στην Εκκλησία. Το θέμα έφθασε στην Ιερά Σύνοδο  (Απρίλιος 1865).   Και υπό την Προεδρία του  αοιδίμου Μητροπολίτου  Αθηνών Θεοφίλου, συζήτησε το θέμα.  Και οι Συνοδικοί Αρχιερείς,  «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν»,  δεν επέτρεψαν την εισαγωγή τους στη λατρεία, έστω και αν ήταν ύμνοι που εξυμνούσαν την Μητέρα του Χριστού.   Το σκεπτικό τους ήταν,   πως  τιμούμε δέοντως την Παρθένο,  όταν σεβόμαστε την τάξη της Εκκλησίας, και όχι όταν την καταφρονούμε. Απέστειλαν λοιπόν  «προς τους κατά το Κράτος Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας»,  την υπ’αριθμ 135, αριθμ. πρωτ. 4319, 21/4/1865,  Εγκύκλιο,  «περί απαγορεύσεως Επιταφίου ύμνου εις την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου»,  επισημαίνοντας:  «… η  τοιαύτη ακολουθία είναι ασυνήθης και πάντη ξένη εις την καθ’ όλου ορθόδοξον Ανατολικήν του Χριστού Εκκλησίαν».  (δημοσιεύεται στην συνέχεια)

Τα λεγόμενα «εγκώμια της Παναγίας» δεν ανήκουν στους επίσημους ύμνους της ᾿Εκκλησίας, με τους οποίους οι άγιοι πατέρες όρισαν εδώ και αιώνες να τιμούμε αυτήν την σημαντική εορτή. Γι᾿ αυτό και δεν υπάρχουν στο μηναίο στην ακολουθία της 15ης Αυγούστου, ούτε στον εσπερινό ούτε στον όρθρο ούτε στα μεθέορτα.

Και αυτό δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα με αυτά τα «εγκώμια». ᾿Από την στιγμή που δεν είναι καθιερωμένα επισήμως, δεν υπάρχει και σταθερό επίσημο κείμενό τους, αλλά σχεδόν κάθε περιοχή και κάθε μοναστήρι έχει δικά του «εγκώμια» με ποικίλες παραλλαγές και από διάφορους ποιητές-διασκευαστές, και κανείς δεν ξέρει ποια είναι τα αρχικά και παλαιά «εγκώμια της Παναγίας».

῾Υπάρχει όμως και κάτι άλλο σημαντικότερο· τα «εγκώμια» αυτά στην πραγματικότητα απαγορεύονται από το επίσημο Τυπικό της ᾿Εκκλησίας, και μάλιστα απαγορεύονται αυστηρώς και «διά ροπάλου»!

Συγκεκριμένα το Τυπικό της Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, που συντάχτηκε από τον επιφανή πρωτοψάλτη της εποχής Γεώργιο Βιολάκη και εκδόθηκε από το πατριαρχικό τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη το 1888 και είναι μέχρι σήμερα το επίσημο τυπικό όχι μόνον στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και στα πατριαρχεία και αυτοκέφαλες ᾿Εκκλησίες ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Ιεροσολύμων, ῾Ελλάδος, Κύπρου, ακόμη και στην ιερά μονή του Θεοβαδίστου όρους Σινά και στο Πρωτάτο του ῾Αγίου Όρους και αλλού, γράφει για τα «εγκώμια της Παναγίας» τα εξής·

«Στον όρθρο της εορτής της Κοιμήσεως, ανήμερα στις 15 Αυγούστου, «ευθύς μετά την καταβασίαν της θ´ (ωδής) συνηθίζεται ενιαχού, όπου πανηγυρίζεται η εορτή αύτη μεγαλοπρεπώς, προς πλείονα τάχα δόξα και τιμήν της Θεοτόκου, ίνα ψάλλωνται τα λεγόμενα “εγκώμια της Παναγίας”, κατά μίμησιν των του Κυρίου ημών, των ψαλλομένων εν τω όρθρω του Μ. Σαββάτου. Η Μεγάλη Εκκλησία κατακρίνουσα παν ο,τι καινοφανές και κακόζηλον, έστω και γινόμενον προς τιμήν της Θεοτόκου, αποδοκιμάζει ταύτα επισήμως και απαγορεύει μάλιστα αυστηρώς».

Σύμφωνα λοιπόν με το επίσημο Τυπικό της ᾿Εκκλησίας τα λεγόμενα «εγκώμια της Παναγίας» ψάλλονται τάχα προς δόξα και τιμήν της Θεοτόκου, άρα με αυτά δεν τιμάται πραγματικά η πάναγνος και αειπάρθενος μητέρα του Κυρίου μας, γι᾿ αυτό κατακρίνονται ως καινοφανή και κακόζηλα, αποδοκιμάζονται επισήμως και απαγορεύονται αυστηρώς!

Αυτήν την αυστηρή διάταξη του Τυπικού οι περισσότεροι (σχεδόν όλοι δηλαδή) την είχαν «ξεχάσει», διότι μετά την έκδοση του Τυπικού Βιολάκη σταμάτησε η όποια χρήση τους, πλην κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων, όπου διατηρήθηκαν ως τοπικό έθιμο, άγνωστο στους πολλούς.

Βεβαίως εύλογα γεννάται μία απορία. ᾿Αφού το επίσημο Τυπικό παίρνει τόσο αυστηρή θέση γι᾿ αυτά τα υμνογραφήματα, πως γίνεται σήμερα να έχουν διαδοθεί τόσο πολύ και να διαφημίζονται και να προβάλλονται ακόμη και από διάφορα ραδιοτηλεοπτικά μέσα;

Δυστυχώς είναι αλήθεια ότι σήμερα το επίσημο  Τυπικό  δεν γίνεται σεβαστό, αλλά καταπατείται αγρίως και αυθαιρέτως. Και καταστρατηγείται ακριβώς από αυτούς που έχουν οριστεί ως τηρητές και θεματοφύλακες της λειτουργικής τάξεως. Οι περισσότεροι ψάλτες, ακόμη και κληρικοί, δεν ξέρουν ότι υπάρχει επίσημο και υποχρεωτικό τυπικό της ᾿Εκκλησίας, αγνοούν ποιο είναι αυτό, και ουσιαστικά δεν το διδάχτηκαν ποτέ.

Ο Επιτάφιος της Παναγίας.

Οι Άγιοι δεν μας παρέδωσαν, παρά μόνο τον Επιτάφιο του Κυρίου και δεν είναι σωστό να εξισώνουμε τα πάντα. Την Παναγία την τιμάμε όπως αξίζει στην μητέρα του Κυρίου μας, αλλά Επιτάφιος στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει παραδοθή μόνο για τον Κύριο· γι’ αυτό πρέπει να εκλείψει το νέο αυτό έθιμο.

1

 

Απ΄ όσο ξέρουμε δεν υπάρχει Συνοδική Εγκύκλιος που αναιρεί την ανωτέρω, άρα ισχύει! H συνήθεια αυτή είναι αλλοίωση του ορθοδόξου ήθους και αυτό είναι που μετράει και κάνει την… «ευλάβεια» αυτή απαράδεκτη.

3

O Αρχιμ.-ιεροκήρυκας Δανιήλ Αεράκης  σε παλιότερο δημοσιευμένο άρθρο του με τίτλο-«Συναισθηματισμοί ή Θεολογία; Πένθος ή Χαρά; Μεταξύ των άλλων σημειώνει.

«Πάσχα και επιτάφιος δεν πάνε μαζί. Ή Πάσχα έχουμε ή επιτάφιο θρήνο και επιτάφιο κουβούκλιο. Από τη μια μεριά αποκαλούν πολλοί (και εκκλησιαστικοί) την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου  «Πάσχα του Καλοκαιριού», και από την άλλη ψάλλουν (αυθαίρετα) εγκώμια επιταφίου θρήνου στην Παναγία.

  • Από την μια μεριά ο ιερός υμνογράφος αποκαλεί «ἒνδοξον»την Κοίμηση και βεβαιώνει την αναστάσιμη χαρά αγγέλων και ανθρώπων: «Τῇ ἐνδόξῳ Κοιμήσει σου οὐρανοί ἐπαγάλλονται καί ἀγγέλων γέγηθε τά στρατεύματα»(αίνος εορτής). Και από την άλλη (πάλι αυθαίρετα) στήνουν στο κέντρο των Ναών ξύλινους μεγαλοπρεπείς (πανάκριβους) επιταφίους, και εκεί τοποθετούν μια ξύλινη Παναγία («κοιμωμένη») ή κάποιον πολυτελέστατο βελούδινο επιτάφιο με τη μορφή της, κατ’ απομίμηση του επιταφίου της Μεγ. Παρασκευής.

Από τη μια μεριά μερικοί (αυθαίρετα και πάλι) λένε, ότι, αφού είναι Πάσχα η γιορτή της Κοιμήσεως, καταλύουμε και κρέας (αν πέσει Τετάρτη ή Παρασκευή), και από την άλλη σε τέτοια πασχαλινή πανήγυρη ψάλλουν (αυθαίρετα) ύμνους γεμάτους γλυκανάλατους συναισθηματισμούς και θρησκευτικούς λυρισμούς!

Ώστε  με επιτάφιο (Μεγ. Παρασκευή, δηλαδή) τρώμε … κρέας!

Γενικά το πρόβλημα είναι σοβαρό.

Ποιος εισήγαγε την καινοτομία των εγκωμίων και του επιταφίου της Παναγίας; Η Εκκλησία στη μακραίωνα παράδοσή της δεν γνωρίζει τέτοιες τελετές και υμνωδίες.

Τα εγκώμια της Μεγ. Παρασκευής εμπεριέχονται στα επίσημα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας, εγκεκριμένα συνοδικώς.

Στο μηναίο του Αυγούστου, όπου οι ύμνοι της Κοιμήσεως και τα σχετικά αγιογραφικά αναγνώσματα, δεν γίνεται καμμία αναφορά σε επιτάφιο και εγκώμια στη Παναγία.

  • Ποιος εισήγαγε την καινοτομία; Λένε, ότι κάποιο αγιοταφικό μοναστήρι κατασκεύασε τα σχετικά εγκώμια. Και επειδή συναισθηματικά αρέσουν, τα πήραν και τα έφεραν και στην Εκκλησία της Ελλάδος. Σιγά-σιγά πάει να γενικευθεί η αλλοίωση της γιορτής της Κοιμήσεως.

Ευτυχώς, που αρκετοί Μητροπολίτες αντιστέκονται και κρατούν τη θεολογική σοβαρότητα της γιορτής.

  • Ρέπουμε σε θρησκευτικές φιγούρες και σε «εφέ». Βρήκαν, λοιπόν, την ευκαιρία να καλυφθεί η ποιμαντική κουφότητα και η θεολογική απουσία με ανύπαρκτους επιταφίους και ανόητους θρήνους.

Καλούν δε και την «μπάντα» να παιανίζει και τους επισήμους να παρίστανται και οργανώνουν… περιφορά επιταφίου μέσα στο καλοκαίρι!

Η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ύστερα από την φετινή κατάχρηση των θρησκευτικών αυθαιρεσιών, θα υποδείξει, όπως πιστεύουμε, τα δέοντα.

Κοίμηση έχουμε. Δεν έχουμε θάνατο. Στο θάνατο θρηνούν οι «μή ἒχοντες ἐλπίδα» (Α΄ Θες. δ΄ 13). Στην Κοίμηση αγάλλονται οι πιστοί. Όταν μάλιστα η Κοίμησις γίνεται Μετάστασις, όπως γιορτάζει η Εκκλησία για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου».

Συμπερασματικά  σημειώνουμε τα εξής.

1) Η απαγόρευση του Οικ. Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι σαφής.

2) Η συγκεκριμένη τελετή σαφώς έχει τοπική -Ιεροσολυμίτικη- προέλευση, γίνεται στον τάφο της Παναγίας και ας μείνει εκεί. Εκεί όντως έχει νόημα και αξία. Παραπέρα χάνει…

. Ο Επιτάφιος και τα Εγκώμια είναι μια ιδιαιτερότητα του Χριστού μέσα στη λατρεία μας. Δεν αξίζει  ο Χριστός να έχει αυτή την ιδιαιτερότητα; Γιατί  την καταργούμε;

Μπορεί βέβαια  και τη Μεγάλη Παρασκευή να ψέλνουμε Εγκώμια στον Χριστό, και να περιφέρουμε τον Επιτάφιο,  κτυπώντας πένθιμα τις καμπάνες,  όμως  παράλληλα περιμένουμε την εκ νεκρών Ανάστασή Του.   Δεν μένουμε δηλαδή  στο θάνατό Του, που θα ήταν απελπισία.  Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και  με τα Εγκώμια και τον Επιτάφιο της Παναγίας. Η  τοποθέτηση του Επιταφίου    στη μέση του Ναού,  η περιφορά του  (σε μερικές ενορίες  χτυπάνε και  τις καμπάνες πένθιμα!), αφήνουν την  αίσθηση ότι η Παναγία πέθανε και έμενε στον τάφο. Όμως, μετέστη προς τους ουρανούς, νικώντας και αυτή με τον  θάνατο, τον θάνατο. Αυτή η  νίκη κατά του  θανάτου «θάβεται» με τον Επιτάφιο, που κάνουμε προς τιμήν της!  Κάτι ήξεραν οι προγενέστεροι  Πατέρες-Συνοδικοί Αρχιερείς,  που είπαν:

«… Η  τοιαύτη ακολουθία είναι ασυνήθης και πάντη ξένη εις την καθ’όλου ορθόδοξον Ανατολικήν του Χριστού Εκκλησίαν

3) Το ιεροσολυμίτικο τυπικό όντως επικράτησε παντού. Σε ορισμένα όμως χρειάζεται διακριτική αυτοσυγκράτηση. Να ξεχωρίζουμε τα τοπικά.

4) Μια πιο συγκρατημένη τελετή στα πλαίσια της Λιτής του Εσπερινού της Παναγίας (όπως προτείνει ο Καθηγητής κ. Αριστ. Πανώτης σε έκδοσή του), χωρίς κουβούκλια και περιφορές -που θυμίζουν ακριβώς Μ. Παρασκευή- θα ήταν ίσως ανεκτή.

  1. Βέβαια, το «Τυπικό» δεν είναι δόγμα, ώστε να μην μπορεί να αλλάξει. Όμως, αυτό δεν μπορεί να γίνει  από έναν Ιερέα,  ή από έναν Επίσκοπο, αλλά «Συνοδικώς» (Κανόνας ΛΔ΄ Αγίων Αποστόλων),    Αλίμονο, αν ο  κάθε Ιερέας ή ο κάθε Επίσκοπος «ράβει και  ξηλώνει» μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία κατά το δοκούν. Άλλωστε, μια διαφορά ανάμεσα στον Ορθόδοξο Χριστιανό και στον Προτεστάντη, είναι πως  ο μεν πρώτος είναι δεσμευμένος από την Παράδοσή του, και δεν μπορεί να κάνει πράγματα «ων ο παρελθών χρόνος ουκ έχει τα υποδείγματα» ( Μ. Βασίλειος, επιστολή 130), ενώ ο  δεύτερος, επειδή ακριβώς στερείται Παραδόσεως, κάνει ο,τι του αρέσει. Γι’αυτό και   η Αγία Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος   «τους τολμώντας  τας εκκλησιαστικάς παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινά επινοείν» θέτε βαρύτατα επιτίμια (Πράξη Η΄). Και αν δεν μας συνετίζουν οι αποφάσεις  Οικουμενικών Συνόδων,  ποιος θα μας συνετίσει;

 

Τέλος ας έχουμε υπόψη ότι η Παναγία είναι θρόνος του Χριστού, Τον οποίον κρατάει και μας προτείνει προς προκύνηση και  δεν είναι… αυτόνομη ημίθεος (!!). Τέτοιες ευλάβειες δεν την τιμούν, την θυμώνουν…..

Ας την παρακαλούμε να ΠΡΕΣΒΕΥΕΙ για μας, ώστε να μας σώσει ο ΧΡΙΣΤΟΣ.

 

 

ΠΗΓΕΣ.

Α.Τ.Μ.Ε

Β.ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Γ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ. ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΟΝ(www.analogion.com)

Δ.ΔΙΠΤΥΧΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ε.ΤΥΠΙΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΗΓΑ

ΣΤ.ΤΥΠΙΚΟ Γ.ΒΙΟΛΑΚΗ.ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ ΣΕΛ.306-307