ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΥΦΑΝΤΗ

Εισαγωγικά.Το παρακάτω άρθρο του  Δρ Απόστολου Βετσόπουλου, Σχολικού  Συμβούλου Φιλολόγων, είναι αφιερωμένο στον μακαριστό πλέον  Αρτινό Υμνωδό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Σπυρίδωνα Υφαντή,τον εξ Άρτης. Γράφτηκε μετά από την πρότασή μας, ως ελάχιστο φόρο  τιμής στην μεγάλη προσφορά του μακαριστού ιεροψάλτη. Ευχαριστούμε τον κ.Απόστολο Βετσόπουλο  για τον κόπο του.Ευχόμαστε η Πρόνοια του Αγίου Τριαδικού Θεού να αναδεικνύει ψάλτες με τις ικανότητες και το ήθος του μακαριστού Σπυρίδωνα Υφαντή.Αυτόν δε να τον κατατάξει «εν σκηναίς δικαίων»,ως υμνωδό  πλέον στο Υπερουράνιο θυσιαστήριο.

πρωτ.Δημήτριος Αθανασίου

ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΥΦΑΝΤΗ

Η αγάπη προς τους δασκάλους αποτέλεσε το χρέος για να αφήσω μερικές πινελιές θύμησης και νοσταλγίας, τιμώντας τον Άρχοντα Υμνωδό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Σπυρίδωνα Υφαντή ο οποίος ορμώμενος στην κυριολεξία από το Νεοχωράκι Άρτας, όπου γεννήθηκε το 1937, αλλά ακμάσας ως μουσικός και παιδαγωγός σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας, όπως στην Αθήνα, το Καρπενήσι, το Αγρίνιο, το Αίγιο, τη Λευκάδα, την Άρτα και τα Γιάννενα απεδήμησε στας αιωνίους μονάς στις 24 Φεβρουαρίου 2017 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο των Ιωαννίνων, όπου νοσηλευόταν.

Θυμάμαι ότι από δέκα χρονών έψαλα στα αναλόγια, ακολουθώντας τους ψάλτες και από δώδεκα χρονών ασχολήθηκα με τη Βυζαντινή μουσική, έχοντας ακούσματα μεγάλων ψαλτών, όπως ήταν ο «όντως» άρχων Θρασύβουλος Στανίτσας ο οποίος για τρία συνεχόμενα έτη 1970, 1971 και 1972 έψαλε την Κυριακή της Πεντηκοστής και τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος στην Αγία Τριάδα Αγρινίου με ισοκράτη τον Γιάννου με τα σγουρά τύπου αφάνας μαλλιά, καλεσμένος από τον αείμνηστο παπα-Γιώργη Καλακανίδα. Ο παπα-Γιώργης Καλακανίδας, αφού διακόνησε για λίγα χρόνια το ναό, στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, προφανώς για οικογενειακούς λόγους, ενώ από τον ίδιο προμηθευτήκαμε το εξαίρετο μουσικό «Τριώδιο» του Στανίτσα, τυπωμένο το 1969.

Στο δεξιό αναλόγιο του ιερού ναού της Αγίας Τριάδος έβλεπα τον Στανίτσα από ψηλά, από τον γυναικωνίτη του ναού, καθώς εκκλησιαζόμουν μαζί με τη μητέρα μου και τα αδέρφια μου από την ηλικία των εννέα χρόνων. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση η καλλικέλαδη φωνή του, ο ιδιαίτερος τρόπος ψαλσίματός του και το παράστημά του. Στη ίδια εκκλησία, επίσης,  πηγαίναμε με το 3ο Δημοτικό σχολείο, που βρίσκεται δίπλα στο ναό, το Σάββατο για να λειτουργηθούμε, όπου στο δεξιό αναλόγιο έψαλε περιστασιακά ο διευθυντής μας Κωνσταντίνος Ζώης με συνοδεία μικρών μαθητών και ανάμεσά τους ήμουνα κι εγώ μαθητής της Πέμπτης δημοτικού.

Έγινε η αναφορά αυτή στη σύνδεση του Στανίτσα με το Αγρίνιο για να επισημανθεί ότι ο Υφαντής πλησίασε σε πολύ μεγάλο βαθμό το ύφος του Στανίτσα και διατηρούσε σύνδεσμο μαζί του, αφού όταν πήγα στην Αθήνα για σπουδές το 1980 με έστειλε στον Άρχοντα πρωτοψάλτη Στανίτσα, όπου έψαλλε στον Άγιο Δημήτριο Αμπελοκήπων. Επίσης, όταν ο Στανίτσας λόγω ασθενείας αποχώρησε από το αναλόγιο το 1985, έγινε πρόταση στον Υφαντή για να τον διαδεχθεί, προφανώς ύστερα από σύσταση του Στανίτσα, αλλά ο Σπύρος επέλεξε τη Μητρόπολη του Αιγίου για οικογενειακούς ή και άλλους λόγους, αποφεύγοντας τη μετεγκατάσταση στην πρωτεύουσα. Τίποτε δεν είναι τυχαίο.

Μια Κυριακή του Σεπτεμβρίου (πιθανώς) του 1974 στο αριστερό ψαλτήρι του ενοριακού ναού του Αγίου Γεωργίου στο Αγρίνιο έψαλε ένας νέος ψάλτης ο οποίος ήρθε για να δοκιμαστεί. Καθώς συμμετείχα στο χορό του δεξιού αναλογίου ως μαθητής της δευτέρας Γυμνασίου και της βυζαντινής μουσικής, μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση και είπα μέσα μου: «αυτός ο ψάλτης δεν κάνει για αριστερός, αλλά για δεξιός». Τρία χρόνια αργότερα, έμαθα ότι λεγόταν Σπυρίδων Υφαντής, όταν χρειάστηκε να αναζητήσω έναν δεύτερο δάσκαλο στη Βυζαντινή μουσική, ύστερα από την μετεγκατάσταση στην Αθήνα του πρώτου δασκάλου μου Γεωργίου Νάκου, λόγω σπουδών των παιδιών του. Ο Υφαντής σπούδασε βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική, παίζοντας και ακορντεόν, αλλά καλλιέργησε την πρώτη. Υπήρξε παιδαγωγός δάσκαλος, αλλά και δάσκαλος της μουσικής τέχνης του Βυζαντίου, εκκλησιαστικής και κοσμικής. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου στην Ματαράγκα της Μακρυνείας με τα εντοιχισμένα κιούπια για καλύτερη ακουστική, όπου έψαλλε στην Κατοχή για δύο έτη ο μετέπειτα για πολλά έτη Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Αθανασίου της πόλης των Ιωαννίνων Σωτήριος Τάττης τον οποίο και διαδέχτηκε ο Σπυρίδων Υφαντής στην τελευταία του θέση το 1990, θα γίνει ο αναβαθμός της ψαλτικής τέχνης του Σπυρίδωνα Υφαντή προς την κατάκτηση της κορυφής (1976-1985). Η ιδιαιτέρως, φιλόμουσος κοινωνία της περιοχής Μακρυνείας με τη δημοτική της παράδοση και του Αγρινίου αγκάλιασε με περισσή αγάπη τον δάσκαλο των παιδιών της και πρωτοψάλτη Σπυρίδωνα Υφαντή ο οποίος με τη σειρά του θα ανταποδώσει τη λατρεία του κόσμου, όταν μετά από είκοσι έτη θα προσκληθεί να ψάλλει στο πανηγύρι της εορτής των πρωτο-κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου Παύλου του κοντινού χωριού Ζευγαράκι το 2007, όπου υπηρετούσα ως δεξιός ιεροψάλτης, θα συρρεύσει πολύς κόσμος για να τον τιμήσει από τα γύρω χωριά της Μακρυνείας και ιδιαίτερα από την Ματαράγκα και στο τέλος όλοι, πλήθος κόσμου και πιστών, πήγαν και τον χαιρέτησαν, εκφράζοντας την αγάπη τους προς το πρόσωπό του.

Το 1978, πριν να αρχίσει η ακολουθία των Χαιρετισμών στο ναό του Αγίου Γεωργίου Ματαράγκας, συναντήσαμε μέσα στο ιερό τον βλοσυρό και απόμακρο Επιθεωρητή της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ο οποίος ήρθε προφανώς για να ελέγξει τον Υφαντή, αν θα έψαλλε, επειδή πριν από ένα μήνα είχε κάνει εγχείρηση στις φωνητικές χορδές και τελείωνε η άδειά του. Όμως, θυμάμαι, ήμουνα εκεί μαζί του και σχεδόν έψαλλα μόνος μου όλον τον κανόνα.  Δεν πρόσεχε τη φωνή του ο Σπύρος, τα έδινε «όλα» στο αναλόγιο, στο σχολείο, στις χορωδίες και στη διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής σε μαθητές. Έρχονταν στις διάφορες ακολουθίες φιλόμουσοι και κάθονταν στα διπλανά στασίδια και τις καρέκλες για να μυρίσουν τα ηχοχρώματα και τις εξαίσιες συνθέσεις του πρωτοψάλτη και μας προσκαλούσαν στα γιορτινά τραπέζια ύστερα από την εκκλησία για ψυχική και πνευματική ευωχία. Δεν υπήρχε Κυριακή που να μην φτάναμε στο Αγρίνιο μετά το μεσημέρι. Αρκετοί φίλοι και φιλόμουσοι με προεξάρχοντα τον αείμνηστο Μελέτη Σαλάπα επιζητούσαν την παρέα του Σπύρου. Ο Μελέτης, εντρυφώντας στην πλούσια δημοτική και εκκλησιαστική μας παράδοση, μετέδιδε σπάνια ποιήματα και τραγούδια. Μια ποιητική σύνθεση του Ανθίμου του Αρχιδιακόνου του Εφεσιομάγνους, για μια ευϊδή και καλλίπαρρον νέα του Αιτωλικού, που μου μετέφερε ο Μελέτης, ήταν και η εξής: «Την είδατε την Πινελιώ με την ελιά στο μάγουλο…». Χωρίς να είναι υπερβολή, αλλά αληθινή αντανάκλαση της πραγματικότητας, τόσο ο Στανίτσας όσο και ο Υφαντής έκαναν ανθρώπους «χριστιανούς», όπως μερικοί έλεγαν, αφού η μουσική δεινότητα των δύο στην εκτέλεση της βυζαντινής μουσικής, τους συνέπαιρνε σε άλλη ατμόσφαιρα και μετήλλασσεν τον ψυχισμό τους.

Από εκεί, η φήμη του Υφαντή θα απλωθεί σε όλη την Ελλάδα, αφού θα τον ανακαλύψει ο Λυκούργος Αγγελόπουλος και θα τον παρουσιάζει για αρκετό καιρό στην εκπομπή του στο Τρίτο Πρόγραμμα του Κρατικού Ραδιοφώνου της ΕΡΤ, ψάλλοντας αίνους και δοξαστικά. Εξάλλου, τον Υφαντή προσκαλούσαν για αρκετά χρόνια να ψάλλει σε πανηγυρίζοντες ιερούς ναούς στην Κυπαρισσία, Αθήνα, Άρτα, Αγρίνιο και αλλαχού. Όταν ήμουν φοιτητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1982 τον προσκάλεσαν να ψάλλει σε πανηγυρίζοντα ιερό ναό των Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης στην περιοχή της Βορειοδυτικής Αττικής, όπου χιλιάδες πιστών, μητροπολιτών, υπουργών, αρχόντων και λαού, ακολούθησαν την λιτανεία της ιεράς εικόνας των αγίων. Ο Σπυρίδων Υφαντής στο Αγρίνιο επανίδρυσε το Σύλλογο Ιεροψαλτών και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 επαναλειτούργησε τη Σχολή της Βυζαντινής μουσικής η οποία σταμάτησε να λειτουργεί, όταν ο Νάκος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1977. Δεν ήταν υπερόπτης, αλλά απλός, συναινετικός και συγκαταβατικός χαρακτήρας και δεν του άρεσαν οι ίντριγκες και οι μηχανισμοί εξουσίας. Βρέθηκε με την αξία του, εκεί που έφτασε. Στο Αγρίνιο συνέβη και το εξής γεγονός: Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ιερού ναού της Αγίας Τριάδας είχε αποφασίσει την πρόσληψή του στη κενή θέση του δεξιού ιεροψάλτη και ο Υφαντής πήγε στην εκκλησία την Κυριακή το πρωΐ για να ψάλλει, του ανακοινώθηκε από τον ιερέα ότι τελικά δεν θα προσληφθεί κατά διαταγή «άνωθεν». Βλέποντας την μετέπειτα πορεία του Υφαντή, που αγαπούσε το Αγρίνιο, καθ΄ ομολογίαν η πόλη και η περιοχή Αγρινίου έχασε από την απουσία του, όταν μετοίκισε στο Αίγιο το 1985, όπου ανέλαβε πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού ναού, ενώ το 1987 ίδρυσε τη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής Αιγιαλείας της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, που λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Αναρωτιέται κανείς ο Υφαντής δεν έκανε για ιεροψάλτης ενός ενοριακού ναού του Αγρινίου και ήταν άξιος για τη Μητρόπολη της πόλης του Αιγίου;

Την τελευταία εικοσιπενταετία (1990-2015), που έψαλλε στη Μητρόπολη Ιωαννίνων, υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι επισκέπτονταν τα Γιάννενα μόνο και μόνο για να ακούσουν και να συνομιλήσουν με τον Σπύρο Υφαντή. Κάθε τόπος για να πάει μπροστά και να καλλιεργηθεί πνευματικά έχει ανάγκη από μορφές και προσωπικότητες, όπως ήταν ο Υφαντής ο οποίος κινητοποιούσε όλους με τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους. Εκτός από εξαίρετος πρωτοψάλτης, ο Υφαντής υπήρξε δάσκαλος και χοράρχης της Βυζαντινής Μουσικής, αφήνοντας πολλούς μαθητές στις περιοχές του έψαλλε και δίδαξε. Υπηρέτησε τα αναλόγια των ιερών ναών της Αγίας Βαρβάρας Αργυρουπόλεως (1967-1972) και του Αγίου Σώστη (1972-1974) στην Αθήνα, της Αγίας Τριάδας Παναιτωλίου (1975-1976) και του Αγίου Γεωργίου Ματαράγκας (1976-1985) στην Αιτωλοακαρνανία, του Μητροπολιτικού Ναού της Παναγίας της Φανερωμένης (1985-1990) στο Αίγιο και του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αθανασίου (1990-2015) στα Ιωάννινα, εκτός από τη χρονιά 1997-1998, όπου έψαλλε στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου στην Άρτα. Το 2004 απονεμήθηκε επαξίως στον Σπύρο Υφαντή το Οφίκιο του Άρχοντος Υμνωδού της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (Μ.τ.Χ.Ε.) από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης Βαρθολομαίο ως ύψιστη αναγνώριση της πολυσχιδούς προσφοράς του στη Βυζαντινή Μουσική και την Εκκλησία. Εκτιμώντας την πορεία και την τεράστια προσφορά του στην εκπαίδευση και στην ψαλτική τέχνη, αξίζει να του πούμε ένα πολύ μεγάλο «ευχαριστώ».

Τέλος, ευχόμαστε και ελπίζουμε ο αγαπητός φίλος και δάσκαλος Σπυρίδων, αναπαυόμενος στις σκηνές του ουράνιου Παραδείσου, να προσεύχεται για τη σωτηρία μας. Αιωνία η Μνήμη σου, αγαπημένε αδελφέ Σπύρο στη μακαρία ζωή. Μας λείπεις αληθινά!

Διακαινήσιμος Εβδομάς του Πάσχα 2017                                                                                                                                                             Με εκτίμηση

Δρ Απόστολος Βετσόπουλος

Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων

Η Τριθέκτη: άγνωστη χριστουγεννιάτικη ακολουθία.




 

«Κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο και μέχρι την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους (1204) οι ιερές ακολουθίες τελούνταν σύμφωνα με δύο Τυπικά: το Ενοριακό, που προέρχεται από την παράδοση της Αντιόχειας, για τις ενορίες των πόλεων και της υπαίθρου και το Μοναστικό, που προέρχεται από την παράδοση των Ιεροσολύμων, για τα μοναστήρια.

Μια από τις ακολουθίες του Κοσμικού Τυπικού ήταν η Τριθέκτη, που τελούνταν τις μεσημβρινές ώρες κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή. Η ακολουθία αυτή περιλαμβάνει μόνο ψαλμούς και συναπτές δεήσεις και ευχές κι όχι τροπάρια που αναφέρονται στις διάφορες εορτές. Κατά σειράν η ακολουθία περιλαμβάνει τρεις ομάδες Αντιφώνων, Τροπάριο της Προφητείας (που είναι σχετικό με την εορτή των Χριστουγέννων), το μεσσιανικό (σχετικό με την έλευση του Μεσσία) Ανάγνωσμα της Προφητείας που απαγγέλλεται εμμελώς, κατά την αρχαία τάξη, τα ανάλογου περιεχομένου προκείμενα, τις δεήσεις υπέρ των Κατηχουμένων, την εκτενή δέηση και τις ευχές της απόλυσης και της κεφαλοκλισίας. Η Ακολουθία αρχίζει με την τριαδική Δοξολογία «Ευλογημένη η βασιλεία…» και τελειώνει με το ειρηνικό κέλευσμα «Εν ειρήνη προέλθωμεν»

Η ονομασία Τριθέκτη αυτής της σύντομης Ακολουθίας προέρχεται από την ώρα κατά την οποία ετελείτο, μεταξύ δηλαδή της τρίτης και της έκτης ώρας της ημέρας, της σημερινής ενάτης μέχρι δωδεκάτης μεσημβρινής περίπου. Η δομή της είναι ανάλογη με το πρώτο μέρος της θείας Λειτουργίας έως τα κατηχούμενα και τις ευχές των πιστών. Ήταν, όπως σημειώνει ο μακαριστός καθηγητής Ιωάννης Φουντούλης, ο οποίος πρώτος εξέδωσε για λειτουργική χρήση αυτή την Ακολουθία, «ένα υποκατάστατο της θείας Λειτουργίας, μία Λειτουργία χωρίς Λειτουργία, χωρίς την προσφορά των δώρων και την τέλεση του μυστηρίου».

Μετά την έναρξη της Ακολουθίας με το «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» ακολουθούν τρία αντίφωνα, ψαλμοί δηλαδή που ψάλλονται αντιφωνικά, με τις ειδικές εκφωνήσεις και ευχές ενδιάμεσα. Γίνεται στη συνέχεια η Είσοδος, ενδεδυμένου του ιερέα και του διακόνου με πορφυρά άμφια και αναγιγνώσκεται περικοπή από την Παλαιά Διαθήκη. Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Προφήτου Ησαΐου κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ή του Προφήτου Ιεζεκιήλ κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Του αναγνώσματος προηγείται ανάλογο τροπάριο αντί τρισαγίου και το προκείμενο, στοιχεία που εναλλάσσονται. Η Ακολουθία ολοκληρώνεται με την Εκτενή δέηση και τις ευχές υπέρ των κατηχουμένων και υπέρ των πιστών.

Από την εποχή που το Ασματικό Τυπικό αντικαταστάθηκε από τη μοναχική λειτουργική τάξη έπαψε και η τέλεση της Ακολουθίας της Τριθέκτης. Τμήμα της μόνο και συγκεκριμένα το προφητικό ανάγνωσμα από τον Ησαΐα με τα προκείμενά του διασώζεται στη μοναχική Ακολουθία του Τριωδίου και συγκεκριμένα στην Ακολουθία της Έκτης (ΣΤ’) Ώρας. Από την άποψη αυτή μπορούμε να μιλούμε για τη «Μοναχική Τριθέκτη», με τη συμβολική αναφορά πάντοτε στην ανάμνηση του πάθους του Κυρίου και τη σταύρωσή Του, που έγινε κατά την έκτη ώρα. Γι’ αυτό άλλωστε και τα άμφια των τελούντων αυτήν την Ακολουθία είναι πορφυρά, δηλαδή τα κατά την βυζαντινή παράδοση πένθιμα άμφια.

…Στην ακολουθία παρεμβάλλεται η τάξη του Κοντακίου των Χριστουγέννων που περιλαμβάνει τις λησμονημένες προεόρτιες ιαμβικές Καταβασίες «Χριστός εν πόλει Βηθλεέμ βρεφουργείται» σε μέλος αργό ειρμολογικό του σπουδαίου μεταβυζαντινού μελουργού Πέτρου Μπερεκέτη (άκμασε περίπου 1660-1690)και το περίφημο Κοντάκιο των Χριστουγέννων «Η παρθένος σήμερον», ποίημα Ρωμανού του Μελωδού, που περιλαμβάνει και τους 24 Οίκους του Κοντακίου, οι οποίοι απαγγέλλονται από τον χοροστατούντα Αρχιερέα, κατά τον τύπο της απαγγελίας των οίκων του Ακαθίστου.

Η όλη ακολουθία, που επιστημονικά παραδόθηκε ως λειτουργικό κείμενο από τον επιφανή λειτουργιολόγο αοίδιμο Ιωάννη Φουντούλη, αποκαταστάθηκε ψαλτικά με πλήρη σχεδόν μελοποίηση από τον ομότιμο Καθηγητή κ. Γρηγόριο Στάθη και τελέστηκε για πρώτη φορά στον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας παραμονές Χριστουγέννων του 1999.
———————————————————————————————

 

Μηνὶ δεκεμβρίῳ κε͵ κοντάκιον τῆς Χριστοῦ γεννήσεως͵ ἦχος γ͵
φέρον ἀκροστιχίδα·
τοῦ ταπεινοῦ Ρωμανοῦ ὕμνος
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
Ἡ παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει͵
καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει·
ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι͵
μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι·
δι΄ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

1. Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ ἤνοιξε͵ δεῦτε ἴδωμεν·
τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ ηὕραμεν͵ δεῦτε λάβωμεν
τὰ τοῦ παραδείσου ἐντὸς τοῦ σπηλαίου·
ἐκεῖ ἐφάνη ῥίζα ἀπότιστος βλαστάνουσα ἄφεσιν͵
ἐκεῖ ηὑρέθη φρέαρ ἀνόρυκτον͵
οὗ πιεῖν Δαυὶδ πρὶν ἐπεθύμησεν·
ἐκεῖ παρθένος τεκοῦσα βρέφος
τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθὺς τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ·
διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο ἐπειχθῶμεν ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

2. Ὁ πατὴρ τῆς μητρὸς γνώμῃ υἱὸς ἐγένετο͵
ὁ σωτὴρ τῶν βρεφῶν βρέφος ἐν φάτνῃ ἔκειτο·
ὃν κατανοοῦσα φησὶν ἡ τεκοῦσα·
Εἰπέ μοι͵ τέκνον͵ πῶς ἐνεσπάρης μοι ἢ πῶς ἐνεφύης μοι·
ὁρῶ σε͵ σπλάγχνον͵ καὶ καταπλήττομαι͵
ὅτι γαλουχῶ καὶ οὐ νενύμφευμαι·
καὶ σὲ μὲν βλέπω μετὰ σπαργάνων͵
τὴν παρθενίαν δὲ ἀκμὴν ἐσφραγισμένην θεωρῶ·
σὺ γὰρ ταύτην φυλάξας ἐγεννήθης εὐδοκήσας
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

3. ψηλὲ βασιλεῦ͵ τί σοι καὶ τοῖς πτωχεύσασι;
Ποιητὰ οὐρανοῦ͵ τί πρὸς γηΐνους ἤλυθας;
Σπηλαίου ἠράσθης ἢ φάτνῃ ἐτέρφθης;
Ἰδοὺ οὐκ ἔστι τόπος τῇ δούλῃ σου ἐν τῷ καταλύματι·
οὐ λέγω τόπον͵ ἀλλ΄ οὐδὲ σπήλαιον͵
ὅτι καὶ αὐτὸ τοῦτο ἀλλότριον·
καὶ τῇ μὲν Σάρρᾳ τεκούσῃ βρέφος
ἐδόθη κλῆρος γῆς πολλῆς͵ ἐμοὶ δὲ οὐδὲ φωλεός·
ἐχρησάμην τὸ ἄντρον ὃ κατῴκησας βουλήσει͵
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός

4. Τὰ τοιαῦτα ῥητὰ ἐν ἀπορρήτῳ λέγουσα
καὶ τὸν τῶν ἀφανῶν γνώστην καθικετεύουσα͵
ἀκούει τῶν μάγων τὸ βρέφος ζητούντων·
εὐθὺς δὲ τούτοις· Τίνες ὑπάρχετε; ἡ κόρη ἐβόησεν·
οἱ δὲ πρὸς ταύτην· Σὺ γὰρ τίς πέφυκας͵
ὅτι τὸν τοιοῦτον ἀπεκύησας; Τίς ὁ πατήρ σου͵ τίς ἡ τεκοῦσα͵
ὅτι ἀπάτορος υἱοῦ ἐγένου μήτηρ καὶ τροφός;
Οὗ τὸ ἄστρον ἰδόντες συνήκαμεν ὅτι ὤφθη
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

5. κριβῶς γὰρ ἡμῖν ὁ Βαλαὰμ παρέθετο
τῶν ῥημάτων τὸν νοῦν ὧνπερ προεμαντεύσατο͵
εἰπὼν ὅτι μέλλει ἀστὴρ ἀνατέλλειν͵
ἀστὴρ σβεννύων πάντα μαντεύματα καὶ τὰ οἰωνίσματα·
ἀστὴρ ἐκλύων παραβολὰς σοφῶν͵
ῥήσεις τε αὐτῶν καὶ τὰ αἰνίγματα·
ἀστὴρ ἀστέρος τοῦ φαινομένου
ὑπερφαιδρότερος πολύ͵ ὡς πάντων ἄστρων ποιητής͵
περὶ οὗ προεγράφη· ἐξ Ἰακὼβ ἀνατέλλει
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

6. Παραδόξων ῥητῶν ἡ Μαριὰμ ὡς ἤκουσε͵
τῷ ἐκ σπλάγχνων αὐτῆς κύψασα προσεκύνησε
καὶ κλαίουσα εἶπε· Μεγάλα μοι͵ τέκνον͵
μεγάλα πάντα ὅσα ἐποίησας μετὰ τῆς πτωχείας μου·
ἰδοὺ γὰρ μάγοι ἔξω ζητοῦσί σε·
τῶν ἀνατολῶν οἱ βασιλεύοντες τὸ πρόσωπόν σου ἐπιζητοῦσι͵
καὶ λιτανεύουσιν ἰδεῖν οἱ πλούσιοι τοῦ σοῦ λαοῦ·
ὁ λαός σου γὰρ ὄντως εἰσὶν οὗτοι οἷς ἐγνώσθης͵
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

__________________
«οὔ τοι συνέχθειν͵ ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν» (Σοφοκλ. Ἀντιγόνη 523) ( = η φύση μου είναι να έχω κοινούς φίλους, όχι κοινούς εχθρούς)

  1. πειδὴ οὖν λαὸς σός ἐστι͵ τέκνον͵ κέλευσον
    ὑπὸ σκέπην τὴν σὴν γένωνται͵ ἵνα ἴδωσι
    πενίαν πλουσίαν͵ πτωχείαν τιμίαν·
    αὐτόν σε δόξαν ἔχω καὶ καύχημα· διὸ οὐκ αἰσχύνομαι·
    αὐτὸς εἶ χάρις καὶ ἡ εὐπρέπεια
    τῆς σκηνῆς κἀμοῦ· νεῦσον εἰσέλθωσιν·
    οὐδέν μοι μέλει τῆς εὐτελείας·
    ὡς θησαυρὸν γὰρ σὲ κρατῶ͵ ὃν βασιλεῖς ἦλθον ἰδεῖν͵
    βασιλέων καὶ μάγων ἐγνωκότων ὅτι ὤφθης͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.
  2. 8. ησοῦς ὁ Χριστὸς ὄντως τε καὶ Θεὸς ἠμῶν
    τῶν φρενῶν ἀφανῶς ἥψατο τῆς μητρὸς αὐτοῦ͵
    Εἰσάγαγε͵ λέγων͵ οὓς ἤγαγον λόγῳ·
    ἐμὸς γὰρ λόγος οὗτος ὃς ἔλαμψε τοῖς ἐπιζητοῦσί με·
    ἀστὴρ μέν ἐστιν πρὸς τὸ φαινόμενον͵
    δύναμις δέ τις πρὸς τὸ νοούμενον·
    συνῆλθε μάγοις ὡς λειτουργῶν μοι͵
    καὶ ἔτι ἵσταται πληρῶν τὴν διακονίαν αὐτοῦ
    καὶ ἀκτῖσι δεικνύων τὸν τόπον ὅπου ἐτέχθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός9. Νῦν οὖν δέξαι͵ σεμνή͵ δέξαι τοὺς δεξαμένους με·
    ἐν αὐτοῖς γὰρ εἰμὶ ὥσπερ ἐν ταῖς ἀγκάλαις σου·
    καὶ σοῦ οὐκ ἀπέστην κἀκείνοις συνῆλθον.
    Ἡ δὲ ἀνοίγει θύραν καὶ δέχεται τῶν μάγων τὸ σύστημα·
    ἀνοίγει θύραν ἡ ἀπαράνοικτος
    πύλη͵ ἣν Χριστὸς μόνος διώδευσεν·
    ἀνοίγει θύραν ἡ ἀνοιχθεῖσα
    καὶ μὴ κλαπεῖσα μηδαμῶς τὸν τῆς ἁγνείας θησαυρόν·
    αὐτὴ ἤνοιξε θύραν͵ ἀφ΄ ἧς ἐγεννήθη θύρα͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    10.Οἱδὲ μάγοι εὐθὺς ὥρμησαν εἰς τὸν θάλαμον͵
    καὶ ἰδόντες Χριστὸν ἔφριξαν͵ ὅτι εἴδοσαν
    τὴν τούτου μητέρα͵ τὸν ταύτης μνηστῆρα͵
    καὶ φόβῳ εἶπον· Οὗτος υἱός ἐστιν ἀγενεαλόγητος;
    Καὶ πῶς͵ παρθένε͵ τὸν μνηστευσάμενον
    βλέπομεν ἀκμὴν ἔνδον τοῦ οἴκου σου;
    Οὐκ ἔσχε μῶμον ἡ κύησις σου·
    μὴ ἡ κατοίκησις ψεχθῇ συνόντος σοι τοῦ Ἰωσήφ·
    πλῆθος ἔχεις φθονούντων ἐρευνώντων ποῦ ἐτέχθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    11. πομνήσω ὑμᾶς͵ μάγοις Μαρία ἔφησε͵
    τίνος χάριν κρατῶ τὸν Ἰωσὴφ ἐν οἴκῳ μου·
    εἰς ἔλεγχον πάντων τῶν καταλαλούντων·
    αὐτὸς γὰρ λέξει ἅπερ ἀκήκοε περὶ τοῦ παιδίου μου·
    ὑπνῶν γὰρ εἶδεν ἄγγελον ἅγιον
    λέγοντα αὐτῷ πόθεν συνέλαβον·
    πυρίνη θέα τὸν ἀκανθώδη
    ἐπληροφόρησε νυκτὸς περὶ τῶν λυπούντων αὐτόν·
    δι΄ αὐτὸ σύνεστί μοι Ἰωσὴφ δηλῶν ὡς ἔστι
    παιδίον νέον ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    12. Ρητορεύει σαφῶς ἅπαντα ἅπερ ἤκουσεν·
    ἀπαγγέλλει τρανῶς ὅσα αὐτὸς ἑώρακεν
    ἐν τοῖς οὐρανίοις καὶ τοῖς ἐπιγείοις·
    τὰ τῶν ποιμένων͵ πῶς συνανύμνησαν πηλίνοις οἱ πύρινοι·
    ὑμῶν τῶν μάγων͵ ὅτι προέδραμεν
    ἄστρον φωταυγοῦν καὶ ὁδηγοῦν ὑμᾶς·
    διὸ ἀφέντες τὰ προρρηθέντα͵
    ἐκδιηγήσασθε ἡμῖν τὰ νῦν γενόμενα ὑμῖν͵
    πόθεν ἥκατε͵ πῶς δὲ συνήκατε ὅτι ὤφθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

__________________
«οὔ τοι συνέχθειν͵ ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν» (Σοφοκλ. Ἀντιγόνη 523) ( = η φύση μου είναι να έχω κοινούς φίλους, όχι κοινούς εχθρούς)

 

  1. ς δὲ ταῦτα αὐτοῖς ἡ φαεινὴ ἐλάλησεν͵
    οἱ τῆς ἀνατολῆς λύχνοι πρὸς ταύτην ἔφησαν·
    Μαθεῖν θέλεις πόθεν ἠλύθαμεν ὧδε;
    Ἐκ γῆς Χαλδαίων͵ ὅθεν οὐ λέγουσι· θεὸς θεῶν κύριος͵
    ἐκ Βαβυλῶνος͵ ὅπου οὐκ οἴδασιν
    τίς ὁ ποιητὴς τούτων ὧν σέβουσιν·
    ἐκεῖθεν ἦλθε καὶ ἦρεν ἡμᾶς
    ὁ τοῦ παιδίου σου σπινθὴρ ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ περσικοῦ·
    πῦρ παμφάγον λιπόντες͵ πῦρ δροσίζον θεωροῦμεν͵
    παιδίον νέον͵ τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν. 14. Ματαιότης ἐστὶ ματαιοτήτων ἅπαντα͵
    ἀλλ΄ οὐδεὶς ἐν ἡμῖν ταῦτα φρονῶν εὑρίσκεται·
    οἱ μὲν γὰρ πλανῶσιν͵ οἱ δὲ καὶ πλανῶνται·
    διό͵ παρθένε͵ χάρις τῷ τόκῳ σου δι΄ οὗ ἐλυτρώθημεν
    οὐ μόνον πλάνης͵ ἀλλὰ καὶ θλίψεως
    τῶν χωρῶν πασῶν ὧνπερ διήλθομεν͵
    ἐθνῶν ἀσήμων͵ γλωσσῶν ἀγνώστων͵
    περιερχόμενοι τὴν γῆν καὶ ἐξερευνῶντες αὐτὴν
    μετὰ λύχνου τοῦ ἄστρου͵ ἐκζητοῦντες ποῦ ἐτέχθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός. 15 λλ΄ ὡς ἔτι αὐτὸν τοῦτον τὸν λύχνον εἴχομεν͵
    τὴν Ἰερουσαλὴμ πᾶσαν περιωδεύσαμεν͵
    πληροῦντες εἰκότως τὰ τῆς προφητείας·
    ἠκούσαμεν γὰρ ὅτι ἠπείλησε Θεὸς ἐρευνᾶν αὐτήν·
    καὶ μετὰ λύχνου περιηρχόμεθα͵ θέλοντες εὑρεῖν μέγα δικαίωμα·
    ἀλλ΄ οὐχ εὑρέθη͵ ὅτι ἐπήρθη ἡ κιβωτὸς αὐτῆς
    μεθ΄ ὧν συνεῖχε πρότερον καλῶν·
    τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν͵ ἀνεκαίνισε γὰρ πάντα
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    16 Ναί͵ φησί͵ τοῖς πιστοῖς μάγοις Μαρία ἔφησε͵
    τὴν Ἰερουσαλὴμ πᾶσαν περιωδεύσατε͵
    τὴν πόλιν ἐκείνην τὴν προφητοκτόνον;
    Καὶ πῶς ἀλύπως ταύτην διήλθετε τὴν πᾶσι βασκαίνουσαν;
    Ἡρώδην πάλιν πῶς διελάθετε
    τὸν ἀντὶ θεσμῶν φόνων ἐμπνέοντα;
    Οἱ δὲ πρὸς ταύτην φησί· Παρθένε͵
    οὐ διελάθομεν αὐτόν͵ ἀλλ΄ ἐνεπαίξαμεν αὐτῷ·
    συνετύχομεν πᾶσιν ἐρωτῶντες ποῦ ἐτέχθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    17. Ὅτε ταῦτα αὐτῶν ἡ Θεοτόκος ἤκουσεν͵
    τότε εἶπεν αὐτοῖς· Τί ὑμᾶς ἐπηρώτησεν
    Ἡρώδης ὁ ἄναξ καὶ οἱ Φαρισαῖοι;
    Ἡρώδης πρῶτον͵ εἶτα͵ ὡς ἔφησας͵ οἱ πρῶτοι τοῦ ἔθνους σου
    τὸν χρόνον τούτου τοῦ φαινομένου
    νῦν ἄστρου παρ΄ ἡμῶν ἐξηκριβώσαντο·
    καὶ ἐπιγνόντες ὡς μὴ μαθόντες
    οὐκ ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ὃν ἐξηρεύνησαν μαθεῖν͵
    ὅτι τοῖς ἐρευνῶσιν ὀφείλει θεωρηθῆναι
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός. 

    18 Ὑπενόουν ἡμᾶς ἄφρονας οἱ ἀνόητοι
    καὶ ἠρώτων͵ φησί· Πόθεν καὶ πότε ἥκατε;
    πῶς μὴ φαινομένας ὡδεύσατε τρίβους;
    Ἡμεῖς δὲ τούτοις ὅπερ ἠπίσταντο ἀντεπηρωτήσαμεν·
    Ὑμεῖς τὸ πάρος πῶς διωδεύσατε ἔρημον πολλὴν ἥνπερ διήλθετε;
    Ὁ ὁδηγήσας τοὺς ἀπ΄ Αἰγύπτου αὐτὸς ὡδήγησε
    καὶ νῦν τοὺς ἐκ Χαλδαίων πρὸς αὐτόν͵
    τότε στύλῳ πυρίνῳ͵ νῦν δὲ ἀστέρι δηλοῦντι
    παιδίον νέον͵ τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.

    19.ἀστὴρ πανταχοῦ ἦν ἡμῶν προηγούμενος
    ὡς ὑμῖν ὁ Μωσῆς ῥάβδον ἐπιφερόμενος͵
    τὸ φῶς περιλάμπων τῆς θεογνωσίας·
    ὑμᾶς τὸ μάννα πάλαι διέθρεψε καὶ πέτρα ἐπότισεν·
    ἡμᾶς ἐλπὶς ἡ τούτου ἐνέπλησε·
    τῇ τούτου χαρᾷ διατρεφόμενοι͵
    οὐκ ἐν Περσίδι ἀναποδίσαι διὰ τὸν ἄβατον ὁδὸν
    ὁδεύειν ἔσχομεν ἐν νῷ͵
    θεωρῆσαι ποθοῦντες͵ προσκυνῆσαι καὶ δοξάσαι
    παιδίον νέον͵ τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν

    20 πὸ τῶν ἀπλανῶν μάγων ταῦτα ἐλέγετο·
    ὑπὸ δὲ τῆς σεμνῆς πάντα ἐπεσφραγίζετο͵
    κυροῦντος τοῦ βρέφους τὰ τῶν ἀμφοτέρων͵
    τῆς μὲν ποιοῦντος μετὰ τὴν κύησιν τὴν μήτραν ἀμίαντον͵
    τῶν δὲ δεικνύντος μετὰ τὴν ἔλευσιν
    ἄμοχθον τὸν νοῦν ὥσπερ τὰ βήματα·
    οὐδεὶς γὰρ τούτων ὑπέστη κόπον͵
    ὡς οὐκ ἐμόχθησεν ἐλθὼν
    ὁ Ἀμβακοὺμ πρὸς Δανιήλ·
    ὁ φανεὶς γὰρ προφήταις ὁ αὐτὸς ἐφάνη μάγοις
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    21 Μετὰ ταῦτα αὐτῶν πάντα τὰ διηγήματα͵
    δῶρα ἦραν χερσὶν μάγοι καὶ προσεκύνησαν
    τῷ δώρῳ τῶν δώρων͵ τῷ μύρῳ τῶν μύρων·
    χρυσὸν καὶ σμύρναν εἶτα καὶ λίβανον Χριστῷ προσεκόμισαν͵
    βοῶντες· Δέξαι δώρημα τρίϋλον͵
    ὡς τῶν Σεραφὶμ ὕμνον τρισάγιον·
    μὴ ἀποστρέψῃς ὡς τὰ τοῦ Κάϊν͵
    ἀλλ΄ ἐναγκάλισαι αὐτὰ ὡς τὴν τοῦ Ἄβελ προσφοράν͵
    διὰ τῆς σε τεκούσης͵ δι΄ ἧς ἡμῖν ἐγεννήθης͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    22 Νέα νῦν καὶ φαιδρὰ βλέπουσα ἡ ἀμώμητος
    μάγους δῶρα χερσὶ φέροντας καὶ προσπίπτοντας͵
    ἀστέρα δηλοῦντα͵ ποιμένας ὑμνοῦντας͵
    τὸν πάντων τούτων κτίστην καὶ κύριον ἱκέτευε λέγουσα·
    Τριάδα δώρων͵ τέκνον͵ δεξάμενος͵
    τρεῖς αἰτήσεις δὸς τῇ γεννησάσῃ σε·
    ὑπὲρ ἀέρων παρακαλῶ σε
    καὶ ὑπὲρ τῶν καρπῶν τῆς γῆς καὶ τῶν οἰκούντων ἐν αὐτῇ·
    διαλλάγηθι πᾶσι͵ δι΄ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    23 Οὐχ ἁπλῶς γάρ εἰμι μήτηρ σου͵ σῶτερ εὔσπλαγχνε·
    οὐκ εἰκῇ γαλουχῶ τὸν χορηγὸν τοῦ γάλακτος͵
    ἀλλὰ ὑπὲρ πάντων ἐγὼ δυσωπῶ σε·
    ἐποίησάς με ὅλου τοῦ γένους μου καὶ στόμα καὶ καύχημα·
    ἐμὲ γὰρ ἔχει ἡ οἰκουμένη σου
    σκέπην κραταιάν͵ τεῖχος καὶ στήριγμα·
    ἐμὲ ὁρῶσιν οἱ ἐκβληθέντες
    τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς͵
    ὅτι ἐπιστρέφω αὐτούς·
    λάβῃ αἴσθησιν πάντα δι΄ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    24 Σῶσον κόσμον͵ σωτήρ· τούτου γὰρ χάριν ἤλυθας·
    στῆσον πάντα τὰ σά· τούτου γὰρ χάριν ἔλαμψας
    ἐμοὶ καὶ τοῖς μάγοις καὶ πάσῃ τῇ κτίσει·
    ἰδοὺ γὰρ μάγοι οἷς ἐνεφάνισας τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου͵
    προσπίπτοντές σοι δῶρα προσφέρουσι
    χρήσιμα͵ καλά͵ λίαν ζητούμενα·
    αὐτῶν γὰρ χρῄζω͵ ἐπειδὴ μέλλω
    ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον μολεῖν καὶ φεύγειν σὺν σοὶ διὰ σέ͵
    ὁδηγέ μου͵ υἱέ μου͵ ποιητά μου͵ πλουτιστά μου͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩι ΘΕΩι Η ΔΟΞΑ

__________________
ᾨδὴ α’.

Χριστὸς ἐν πόλει Βηθλεὲμ βρεφουργεῖται
τὴν ἡμῶν ὡς εὔσπλαχνος καινουργῶν φύσιν·
προθύμως δεῦτε γηγενεῖς τῇ καρδίᾳ
ᾆσμα μελῳδὸν ᾄσωμεν τῷ Δεσπότῃ·
εἰς αἰῶνας ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.

ᾨδὴ γ’.
Ὑψιμέδων ἄναρχε εὐμενὲς Λόγε,
ἐπίβλεψον πρόσχες μοι δακρυῤῥοούσῃ
ἡ σεπτὴ ἐβόα σοι πρόπαλαι Ἄννα·
ἀλλ᾿ ὡς ἐκείνης ἤκουσας θρηνῳδούσης
καὶ ἡμῶν στερέωσον τὰς φρένας, ἄναξ,
τοῦ ἀξίως ἀνυμνεῖν σε σοῖς γενεθλίοις.

ᾨδὴ δ’.
Ἀββακοὺμ τὴν ἔνδοξόν σου παρουσίαν
αὖθις, Λόγε, προϊδὼν ἐμελῴδει
ἀκήκοα, Δέσποτα, ὅτι ἐξ ὄρους
ἁγίου ἥξεις εἰς βροτῶν σωτηρίαν
καὶ δέους πλήρης γεγονὼς ἀνακράζω
ὡς μεγάλα τὰ ἔργα, Χριστέ μου, τῆς σῆς δόξης.

[Ἀκηκοὼς ὁ προφήτης, Χριστέ, τὴν ἀκοήν σου
ἐφοβήθη, ὅτι μέλλεις ἐκ Παρθένου προελθεῖν.
Καὶ ἐβόησε τρόμῳ· δόξα τῇ δυνάμει σου, Κύριε.]

ᾨδὴ ε’.
Ὦ παντεπόπτα τῶν ἀνάκτων τὸ κλέος
τίς σου τὸ φιλάνθρωπον γηγενῶν οὐ θαυμάσει;
ἐν γῇ γὰρ ὤφθης μὴ λιπὼν τὰ πατρῷα
σήμερον πᾶσαν ἐγκαινίζων τὴν φύσιν
καὶ εἰρήνην ὡς μόνος εἰρηνάρχης βραβεύων.

ᾨδὴ ς’.
Εἰς βυθὸν ἀπωλείας ἡ ταλαίπωρος φύσις
Χριστέ μου Λόγε, καταντήσασα πάλαι
ἔκειτο φεῦ μοι! σκοτεινοῖς ἐν κευθμῶσιν·
ἐπεὶ δὲ τῇ σῇ θεϊκῇ δυναστείᾳ
πρὸς οὐρανῶν μετέβη τὰ τερπνότατα κάλλη·
θύσω σοι, σῶτερ, ἐβόα, θυσίαν αἰνέσεως.

ᾨδὴ ζ’.
Ὡς οἱ παῖδες πάλαι σοι κράζομεν, Λόγε·
γενοῦ σῶν δούλων ἕρκος φύλαξ καὶ σκέπη
καὶ σῶσον πάντας προσβολῆς ἐναντίας
ὅπως ὑμνοῦντές σε σοῖς γενεθλίοις
εἰς αἰῶνας λέγομεν· εὐλογητὸς εἶ.

ᾨδὴ η’.
Νεουργὲ τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ σῶστα
ὑμνεῖ σε πᾶσα μετ᾿ ἀγγέλων ἡ κτίσις
σκιρτᾷ χορεύει καὶ ἀγάλλεται τρόμῳ,
εὐλογεῖτε λέγουσα πάντα τὰ ἔργα
τὰ σεπτὰ Γενέθλια τοῦ λυτρωτοῦ μου
σὺν ἐμοὶ εἰς αἰῶνας πόθῳ ὑπερυψοῦντα.

 

ᾨδὴ θ’.
Χαίροις, πάναγνε θεοδέγμον Μαρία,
χαίροις, ἄχραντε τῶν πεπτωκότων βάσις·
ἐν σοὶ γὰρ ὤφθη σήμερον ὁ Δεσπότης
ὦ θαῦμα! καινουργῶν τοὺς φθαρέντας
καὶ πρὸς φῶς ἐπανάγων τὸ ἀνέσπερον, κόρη.

Συνημμένως τό κείμενο ἀπό τήν Τριθέκτη τοῦ Γρηγορίου Στάθη.
——————————————————————————————————-

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ειρμός πρώτης ωδής: 

Ο Χριστός γίνεται βρέφος

στην πόλη Βηθλεέμ,

επειδή είναι εύσπλαχνος κι έτσι κάνει νέα και πάλι την φύση μας.

Ελάτε, όσοι γεννηθήκαμε εδώ,

με την ψυχή μας μελωδικό ύμνο

να ψάλουμε στον Δεσπότη×

δοξασμένος είναι στους αιώνες!

 

ειρμός τρίτης ωδής:

Κοίτα μου τα δάκρυα,

Εσύ, που από ψηλά κυβερνάς,

Άναρχε, σπλαγχνικέ Λόγε»,

η σεβαστή Άννα

σου έκραζε στα αρχαία χρόνια.

Αλλά, όπως εκείνης άκουσες τον θρήνο και τα δικά μας λογικά στέριωσε,

βασιλιά μου,

ώστε να υμνούμε την γέννησή Σου.

 

ειρμός τετάρτης ωδής:

Μαθαίνοντας ο προφήτης Αββακούμ

τα νέα, πως πρόκειται να έλθεις στη γη

από την Παρθένο, τότε γέμισε με φόβο και ανέκραξε με τρόμο:

δόξα αξίζει στην Δύναμή Σου, Κύριε!

 

ειρμός πέμπτης ωδής:

Ποιος από τους γηγενείς την μεγαλοπρέπειά Σου μπορεί να μην θαυμάσει;

Παρουσιάστηκες στη γη,

χωρίς να εγκαταλείψεις τίποτα από την σχέση Σου με τον Πατέρα.

Σήμερα ολόκληρη την ανθρώπινη φύση κάνεις νέα από την αρχή,

δίνοντάς της για έπαθλο ειρήνη που μόνο Εσύ μπορείς και δίνεις.

 

ειρμός έκτης ωδής:

Σε βυθό χαμού είχε καταλήξει η ταλαίπωρη φύση μου, Χριστέ και Λόγε,

σαν σε σκοτεινή κρύπτη καταχωνιασμένη.

Κι όμως, επειδή τέτοια είναι η θεϊκή Σου δύναμη, ανέβηκε στον ουρανό και στην απόλαυση της ομορφιάς που έχει εκεί.

«Θα προσφέρω σε Σένα προσφορά δοξολογική, Σωτήρα», εκείνη σου φωνάζει.

 

ειρμός έβδομης ωδής:

Όπως οι Τρεις Παίδες εκείνα τα χρόνια

κι εμείς σου φωνάζουμε τώρα, Λόγε×

γίνε φράχτης και στέγαστρο που προστατεύει και σώσε καθένα μας

από την εχθρική προσβολή.

Για να είμαστε σε θέση να Σε υμνούμε

στην ανάμνηση της Γέννας Σου, με τον ύμνο: είσαι Ευλογημένος πάντοτε!

 

ειρμός όγδοης ωδής:

Ανακαινιστής είσαι όλου του σύμπαντος και γι’ αυτό και Σωτήρας του.

Σε υμνεί μαζί με τους αγγέλους όλη η κτίση και συγκινείται,

ξεσπά σε τραγούδια και ευχαριστιέται με την κουβέντα: «να μακαρίζετε, όλα τα δημιουργήματά Του τη σεβαστή μνήμη της Γέννησης του λυτρωτή μου!

Μαζί μου με πόθο να ανυμνείτε!

 

ειρμός ενάτης ωδής:

Ας χαίρεις, πάναγνε Μαρία που δέχτηκες τον Θεό,

Ας χαίρεις, που δεν μολύνθηκες από τίποτα, στήριγμα εκείνων που έπεσαν χαμηλά!

Γιατί σε σένα είδαμε σήμερα τον Δεσπότη, και τι θαύμα!:

Δίνει νέα μορφή σε εκείνους που καταστράφηκαν και τους γυρίζει πίσω στο φως που δεν θα δύσει ποτέ, καλή μας κόρη.

 

Aπόδοση στη νέα ελληνική: Σταμάτης Ι. Σταματόπουλος

 

ΕΚ ΤΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ – Ποίημα Ἀποστόλου Βαλληνδρᾶ –

αρχείο λήψης

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.
Χαίρει ἔχουσα Ἀθηνῶν πόλις ἀντιλήπτορα καὶ πολιοῦχον τὸν πρωτεπίσκοπον αὐτῆς Διονύσιον, Ἀρχιερέων λαμπρὸν ἐγκαλλώπισμα καὶ τῶν μαρτύρων σεμνὸν ἐπικόσμημα. Ἀξιάγαστε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε τηρεῖν ἡμᾶς καὶ πόλιν σου ἀπείραστον.

Η πόλη των Αθηνών χαίρει, γιατί έχει βοηθό και φρουρό τον πρώτο της επίσκοπο, τον ιερό Διονύσιο, που είναι η λαμπρή ωραιότητα των αρχιερέων, και το σεμνό στολίδι των μαρτύρων. Συ αξιοθαύμαστε, παρακάλεσε τον Χριστό να φυλάγει την πόλη σου και όλους μας μακρυά από κάθε πειρασμό.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μεσῴδιον Κάθισμα. Ἦχος πλ. δ´. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ἀθηνῶν πολιοῦχον καὶ πρεσβευτήν, Δικαστῶν τὸν προστάτην καὶ πρεσβευτήν, ἀξίως τιμῶμέν σε καὶ ᾠδαῖς μεγαλύνομεν, ὅτι ἐν πᾶσιν ἔστης τὸ ἄριστον πρότυπον, τὸ λόγω τε καὶ πράξει βιῶσαν ἐν χάριτι. Ὅθεν καὶ προβαίνῃ πρὸ ἡμῶν ἀοράτως ὡς θεῖον ὑπόδειγμα καὶ τῆς πίστεως ἔρεισμα, ἱερὲ Διονύσιε. Πρέσβευε οὖν Χριστῷ τῷ Θεῷ, ὅπως μεθέξωμεν τούτων τῆς χάριτος, οἱ γεραίροντες κατὰ χρέος τὴν μνήμην σου.

Αξια τιμούμε, και με ωδές μεγαλύνουμε, εσένα τον φρουρό και πρεσβευτή των Αθηνών, και τον προστάτη αλλά και εμπνευστή των δικαστών, γιατί σε όλα έγινες το άριστο πρότυπο και στον λόγο σου και στις πράξεις σου, αφού εβίωσες με τη χάρη του Θεού το θέλημά Του. Τώρα έρχεσαι μπροστά μας αοράτως σαν θείο υπόδειγμα και στήριγμα της πίστεως, ιερέ Διονύσιε. Πρέσβευε λοιπόν στον Χριστό, να γίνουμε κι έμεις μέτοχοι της χάριτός Του, δοξάζοντας την μνήμη σου, όπως είναι το χρέος μας.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ.
Τῶν Ἀθηναίων πᾶς ὁ Δῆμος εὐφημήσωμεν τὸν Ἱεράρχην τὸν κλεινὸν καὶ πολυθαύμαστον, ὅτι πρῶτος ποιμενάρχης ἡμῶν κατέστη. Καὶ ὡς ἔχει τὸ προβάδισμα τῆς πίστεως, οὕτως ἔλαβε καὶ πρῶτος τὸ μαρτύριον. Διὸ κράζομεν· Χαῖρε μάρτυς πρωτόαθλε.

Ας έλθει όλη η πόλη των Αθηνών, με ύμνους να δοξάσουμε τον ένδοξο ιεράρχη, που με τα έργα του έγινε άξιος άπειρου θαυμασμού, γιατί έγινε ο πρώτος μας ποιμενάρχης. Και όπως έχει το προβάδισμα της πίστεως, έτσι έλαβε και το πρωτείο του μαρτυρίου. Γι’ αυτό με ύμνους του λέγομε: Χαίρε μάρτυς πρωτόαθλε.

Ὁ Οἶκος. Ἄγγελος πρωτοστάτης.
Ἄριστος οἰκονόμος τοῦ Χριστοῦ ἀνεδείχθης τῆς πάλαι Ἀθηνῶν Ἐκκλησίας. Καὶ ὡς ἐγένου αὐτῆς Ποιμὴν πρῶτος κατὰ τάξιν, σαυτὸν ἠνάλωσας κηρύσσων καὶ ποδηγετῶν. Διὸ βοῶμεν πρός σε ταῦτα·

Χαῖρε, ὁ γνοὺς τὸν Θεὸν διὰ Παύλου,
Χαῖρε, ὁ δοὺς εἰς αὐτὸν τὰ πάντα.

Χαῖρε, ὅτι Ἄρειον Πάγον κατέλιπες,
Χαῖρε, ὅτι ἅγιον Βῆμα κατέλαβες.

Χαῖρε, ὅτι σὺ ἐβίωσας τὸν κανόνα τὸν χρυσοῦν,
Χαῖρε, ὅτι σὺ ἐμόχθησας διὰ ποίμνιον τὸ σόν.

Χαῖρε, ὅτι τὸ πλῆθος τῶν εἰδώλων καθεῖλες
Χαῖρε, ὅτι τὸ σκότος τὸ τῆς πλάνης ἀπῆρες.

Χαῖρε, ποιμὴν ψυχῶν, ἀκατάβλητε,
Χαῖρε, πατὴρ πιστῶν, ἀδαπάνητε.

Χαῖρε, ὁδὸν σωτηρίας γνωρίσας,
Χαῖρε, ὁδὸν μαρτυρίου βαδίσας,

Χαῖρε, μάρτυς πρωτόαθλε.
Αναδείχθηκες άριστος οικονόμος των δωρεών του Χριστού στην αρχαία εκκλησία των Αθηνών. Και επειδή έγινες πρώτος ποιμένας της κατά την τάξη, καταδαπάνησες τον εαυτό σου κηρύσσοντας και καθοδηγώντας την. Γι’ αυτό σου λέμε αυτά τα λόγια:
Χαίρε σύ που γνώρισες το Χριστό από τον απόστολο Παύλο,
χαίρε συ που Του έδωσες τα πάντα.
Χαίρε γιατί εγκατέλειψες τον Αρειο Πάγο,
χαίρε συ που κατέλαβες το Αγιο Βήμα.
Χαίρε γιατί έζησες με βάση τον χρησό κανόνα του ευαγγελίου,
Χαίρε γιατί εμόχθησες για το ποίμνιό σου.
Χαίρε γιατί γκρέμισες το πλήθος των ειδώλων,
Χαίρε γιατί διέλυσες το σκοτάδι της πλάνης.
Χαίρε γιατί είσαι ο ακούραστος ποιμένας των ψυχών,
Χαίρε γιατί είσαι ο αδαπάνητος πατέρας των πιστών.
Χαίρε γιατί γνώρισες τον δρόμο της σωτηρίας,
Χαίρε γιατί βάδισες τον δρόμο του μαρτυρίου.
Χαίρε συ ο πρώτος μάρτυς των Αθηνών, που αγωνίσθηκες και νίκησες.

Συναξάριον.
Τῇ γ´ τοῦ αὐτοῦ Μηνός, μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου, ἱερομάρτυρος Διονυσίου, πρώτου Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν.
Στίχοι.
Ἔρωτι φλεγόμενος τοῦ σοῦ Δεσπότου,
τῇ φλογὶ παρέδωκας σαὐτὸν ἡδέως.
Τρίτη Ὀκτωβρίοιο θάνε Διονύσιος.

Από την αγάπη του Δεσπότη σου Χριστού φλεγόταν η ψυχή σου, και γι’ αυτό ευχαρίστως παρέδωκες τον εαυτό σου στη φωτιά. Κατά την Τρίτη του Οκτωβρίου ο Διονύσιος πέθανε για χάρη του Χριστού.

Ταῖς αὐτοῦ πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Ἐξαποστειλάριον. Ἦχος β’. Τοῖς Μαθηταῖς συνέλθωμεν.
Τὸν θεῖον Διονύσιον Ἀθηνῶν τὸν προστάτην καὶ πολιοῦχον κράτιστον, ἀντιλήπτορα θεῖον, ἀνυφημοῦμέν σε πάντες πόθῳ καὶ κατὰ χρέος, καὶ ἐκζητοῦμεν σώζεσθαι τὸ κλεινὸν ἡμῶν ἄστυ ἐκ συμφορῶν καὶ παντοίων νόσων τε καὶ κινδύνων. Σὺ γὰρ ὑπάρχεις πάντοτε ἡ ἡμῶν σωτηρία.

Εσένα τον θείο Διονύσιο που είσαι ο προστάτης των Αθηνών, και ο δυνατός φρουρός της πόλης και βοηθός της, σε δοξολογούμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, αποδίδοντάς σου το χρέος για αυτή την βοήθειά. Σε παρακαλούμε να σώζεις την ένδοξη πόλη μας από τις συμφορές και από κάθε ασθένεια και κίνδυνο. Γιατί εσύ είσαι παντα η σωτηρία μας.

Δόξα. Ἦχος πλ. β΄.
Ὁ ἀληθὴς Θεὸς οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύεται, προσδεόμενός τινος. Τοῦτο μαθὼν ὑπὸ τοῦ Παύλου, Διονύσιε, ἔθηκας τὴν ψυχήν σου εἰς κατοίκησιν Αὐτοῦ. Καὶ πολλοὺς υἱοὺς καὶ θυγατέρας ἀναδείξας ἐκίνησας τὴν ὀργὴν τοῦ Ἄρχοντος τοῦ σκότους. Καὶ συμβουλίᾳ τούτου τῷ πυρὶ παρεδόθης. Καθαρθεὶς δὲ καὶ λάμψας ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ προσετέθης ταῖς λαμπηδόσι τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ νῦν, λειτουργῶν εἰς τὸ ἄνω θυσιαστήριον, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς Κύριον.

Ο αληθινός Θεός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς, ούτε δέχεται περιποιήσεις από τα χέρια των ανθρώπων, γιατί δεν έχει ανάγκη από κάτι, που μπορούν αυτοί να Του προσφέρουν. Τούτο μαθαίνοντας από τον απόστολο Παύλο, παρέδωσες την ψυχή σου για να κατοικήσει μέσα της ο Θεός. Και αφού ανέδειξες πολλούς υιούς και θυγατέρες του φωτός, δηλαδή Αυτού του Χριστού, εκίνησες την οργή του άρχοντος του σκότους, δηλαδή του διαβόλου. Και αφού παραδόθηκες με τη συμβουλή του στη φωτιά, και καθαρίσθηκες σαν τον χρισό στο καμίνι και στο χωνευτήριο, προστέθηκες στις λαμπερές ακτίνες του ουρανού. Και τώρα που λειτουργείς στο ουράνιο θυσιαστήριο, πρέσβευε στον Κύριο για τις ψυχές μας.

Μεγαλυνάριον
Πρῶτος Ἀθηναίων Ἀρχιερεύς, πρῶτος τε καὶ μάρτυς γεγονέναι ἀξιωθείς, ὑπὲρ ἡμῶν ἁπάντων ποιοῦ σὴν ἱκεσίαν Θεῷ, θερμαῖς λιταῖς σου, ὦ Διονύσιε.

Εσύ Διονύσιε, που αξιώθηκες να γίνεις πρώτος αρχιερεύς των Αθηνών και πρώτος μάρτυς, κάμε για μας όλους την ικεσία σου προς τον Θεό με τις θερμές σου προσευχές.

Δίστιχον
Δέξαι τὸν ὕμνον ἀδεξίου σου ψάλτου,
ὅν σοι προσφέρει ἐκ βαθέων καρδίας.

Αγιε Διονύσιε, δέξου τον ύμνο, που σου προσφέρει από τα βάθη της καρδιάς του ένας αδέξιος ψάλτης σου.

Απόδοση: Ιωάννης Τρίτος.
Πηγή: http://www.orp.gr/?p=185