Τα Εγκώμια και ο Επιτάφιος της Παναγίας.Ένα καινοφανές έθιμο της «φολκλορικής» Ορθοδοξίας

 

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (εκπαιδευτικου-χημικού)

1

Από τα τέλη περασμένου (20ου αι), τα Εγκώμια της Παναγίας και ο Επιτάφιος  άρχισαν  δειλά-δειλά να εισέρχονται  στη  λατρεία,   και να «εξαπλώνονται»,   συν  τω χρόνω, σ’  Ενορίες  της Ελλαδικής Εκκλησίας, ακόμα και σ’  Ελληνορθόδοξες Ενορίες  της Διασποράς, ακόμα και σε Μοναστήρια, (εκτός από τα Αγιορείτικα Μοναστήρια).Το αυτό έθιμο κατακτά έδαφος στην εποχή των καινοτομιών και της φολκλορικής «ορθοδοξίας»! Στην Εκκλησία, λοιπόν, στην οποία ο Οικουμενισμός επιτρέπει ανεξέλεκτα στον καθένα να αυτοσχεδιάζει, ο Επιτάφιος και τα Εγκώμια της Θεοτόκου είναι μια ακολουθία που αρέσει, γιατί προσφέρει …θέαμα. Μια μεταλλαγμένη Μαριολατρεία κάνει προσπάθεια να προστεθεί στα ήδη «διεμβολήσαντα» τον ορθόδοξο χώρο!

Τα εγκώμια της Παναγίας.

Ξεκίνησαν από τις Κυκλάδες, κατά το μέσα του 19ου αι. προκαλώντας σύγχυση στην Εκκλησία. Το θέμα έφθασε στην Ιερά Σύνοδο  (Απρίλιος 1865).   Και υπό την Προεδρία του  αοιδίμου Μητροπολίτου  Αθηνών Θεοφίλου, συζήτησε το θέμα.  Και οι Συνοδικοί Αρχιερείς,  «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν»,  δεν επέτρεψαν την εισαγωγή τους στη λατρεία, έστω και αν ήταν ύμνοι που εξυμνούσαν την Μητέρα του Χριστού.   Το σκεπτικό τους ήταν,   πως  τιμούμε δέοντως την Παρθένο,  όταν σεβόμαστε την τάξη της Εκκλησίας, και όχι όταν την καταφρονούμε. Απέστειλαν λοιπόν  «προς τους κατά το Κράτος Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας»,  την υπ’αριθμ 135, αριθμ. πρωτ. 4319, 21/4/1865,  Εγκύκλιο,  «περί απαγορεύσεως Επιταφίου ύμνου εις την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου»,  επισημαίνοντας:  «… η  τοιαύτη ακολουθία είναι ασυνήθης και πάντη ξένη εις την καθ’ όλου ορθόδοξον Ανατολικήν του Χριστού Εκκλησίαν».  (δημοσιεύεται στην συνέχεια)

Τα λεγόμενα «εγκώμια της Παναγίας» δεν ανήκουν στους επίσημους ύμνους της ᾿Εκκλησίας, με τους οποίους οι άγιοι πατέρες όρισαν εδώ και αιώνες να τιμούμε αυτήν την σημαντική εορτή. Γι᾿ αυτό και δεν υπάρχουν στο μηναίο στην ακολουθία της 15ης Αυγούστου, ούτε στον εσπερινό ούτε στον όρθρο ούτε στα μεθέορτα.

Και αυτό δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα με αυτά τα «εγκώμια». ᾿Από την στιγμή που δεν είναι καθιερωμένα επισήμως, δεν υπάρχει και σταθερό επίσημο κείμενό τους, αλλά σχεδόν κάθε περιοχή και κάθε μοναστήρι έχει δικά του «εγκώμια» με ποικίλες παραλλαγές και από διάφορους ποιητές-διασκευαστές, και κανείς δεν ξέρει ποια είναι τα αρχικά και παλαιά «εγκώμια της Παναγίας».

῾Υπάρχει όμως και κάτι άλλο σημαντικότερο· τα «εγκώμια» αυτά στην πραγματικότητα απαγορεύονται από το επίσημο Τυπικό της ᾿Εκκλησίας, και μάλιστα απαγορεύονται αυστηρώς και «διά ροπάλου»!

Συγκεκριμένα το Τυπικό της Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, που συντάχτηκε από τον επιφανή πρωτοψάλτη της εποχής Γεώργιο Βιολάκη και εκδόθηκε από το πατριαρχικό τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη το 1888 και είναι μέχρι σήμερα το επίσημο τυπικό όχι μόνον στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και στα πατριαρχεία και αυτοκέφαλες ᾿Εκκλησίες ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Ιεροσολύμων, ῾Ελλάδος, Κύπρου, ακόμη και στην ιερά μονή του Θεοβαδίστου όρους Σινά και στο Πρωτάτο του ῾Αγίου Όρους και αλλού, γράφει για τα «εγκώμια της Παναγίας» τα εξής·

«Στον όρθρο της εορτής της Κοιμήσεως, ανήμερα στις 15 Αυγούστου, «ευθύς μετά την καταβασίαν της θ´ (ωδής) συνηθίζεται ενιαχού, όπου πανηγυρίζεται η εορτή αύτη μεγαλοπρεπώς, προς πλείονα τάχα δόξα και τιμήν της Θεοτόκου, ίνα ψάλλωνται τα λεγόμενα “εγκώμια της Παναγίας”, κατά μίμησιν των του Κυρίου ημών, των ψαλλομένων εν τω όρθρω του Μ. Σαββάτου. Η Μεγάλη Εκκλησία κατακρίνουσα παν ο,τι καινοφανές και κακόζηλον, έστω και γινόμενον προς τιμήν της Θεοτόκου, αποδοκιμάζει ταύτα επισήμως και απαγορεύει μάλιστα αυστηρώς».

Σύμφωνα λοιπόν με το επίσημο Τυπικό της ᾿Εκκλησίας τα λεγόμενα «εγκώμια της Παναγίας» ψάλλονται τάχα προς δόξα και τιμήν της Θεοτόκου, άρα με αυτά δεν τιμάται πραγματικά η πάναγνος και αειπάρθενος μητέρα του Κυρίου μας, γι᾿ αυτό κατακρίνονται ως καινοφανή και κακόζηλα, αποδοκιμάζονται επισήμως και απαγορεύονται αυστηρώς!

Αυτήν την αυστηρή διάταξη του Τυπικού οι περισσότεροι (σχεδόν όλοι δηλαδή) την είχαν «ξεχάσει», διότι μετά την έκδοση του Τυπικού Βιολάκη σταμάτησε η όποια χρήση τους, πλην κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων, όπου διατηρήθηκαν ως τοπικό έθιμο, άγνωστο στους πολλούς.

Βεβαίως εύλογα γεννάται μία απορία. ᾿Αφού το επίσημο Τυπικό παίρνει τόσο αυστηρή θέση γι᾿ αυτά τα υμνογραφήματα, πως γίνεται σήμερα να έχουν διαδοθεί τόσο πολύ και να διαφημίζονται και να προβάλλονται ακόμη και από διάφορα ραδιοτηλεοπτικά μέσα;

Δυστυχώς είναι αλήθεια ότι σήμερα το επίσημο  Τυπικό  δεν γίνεται σεβαστό, αλλά καταπατείται αγρίως και αυθαιρέτως. Και καταστρατηγείται ακριβώς από αυτούς που έχουν οριστεί ως τηρητές και θεματοφύλακες της λειτουργικής τάξεως. Οι περισσότεροι ψάλτες, ακόμη και κληρικοί, δεν ξέρουν ότι υπάρχει επίσημο και υποχρεωτικό τυπικό της ᾿Εκκλησίας, αγνοούν ποιο είναι αυτό, και ουσιαστικά δεν το διδάχτηκαν ποτέ.

Ο Επιτάφιος της Παναγίας.

Οι Άγιοι δεν μας παρέδωσαν, παρά μόνο τον Επιτάφιο του Κυρίου και δεν είναι σωστό να εξισώνουμε τα πάντα. Την Παναγία την τιμάμε όπως αξίζει στην μητέρα του Κυρίου μας, αλλά Επιτάφιος στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει παραδοθή μόνο για τον Κύριο· γι’ αυτό πρέπει να εκλείψει το νέο αυτό έθιμο.

1

 

Απ΄ όσο ξέρουμε δεν υπάρχει Συνοδική Εγκύκλιος που αναιρεί την ανωτέρω, άρα ισχύει! H συνήθεια αυτή είναι αλλοίωση του ορθοδόξου ήθους και αυτό είναι που μετράει και κάνει την… «ευλάβεια» αυτή απαράδεκτη.

3

O Αρχιμ.-ιεροκήρυκας Δανιήλ Αεράκης  σε παλιότερο δημοσιευμένο άρθρο του με τίτλο-«Συναισθηματισμοί ή Θεολογία; Πένθος ή Χαρά; Μεταξύ των άλλων σημειώνει.

«Πάσχα και επιτάφιος δεν πάνε μαζί. Ή Πάσχα έχουμε ή επιτάφιο θρήνο και επιτάφιο κουβούκλιο. Από τη μια μεριά αποκαλούν πολλοί (και εκκλησιαστικοί) την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου  «Πάσχα του Καλοκαιριού», και από την άλλη ψάλλουν (αυθαίρετα) εγκώμια επιταφίου θρήνου στην Παναγία.

  • Από την μια μεριά ο ιερός υμνογράφος αποκαλεί «ἒνδοξον»την Κοίμηση και βεβαιώνει την αναστάσιμη χαρά αγγέλων και ανθρώπων: «Τῇ ἐνδόξῳ Κοιμήσει σου οὐρανοί ἐπαγάλλονται καί ἀγγέλων γέγηθε τά στρατεύματα»(αίνος εορτής). Και από την άλλη (πάλι αυθαίρετα) στήνουν στο κέντρο των Ναών ξύλινους μεγαλοπρεπείς (πανάκριβους) επιταφίους, και εκεί τοποθετούν μια ξύλινη Παναγία («κοιμωμένη») ή κάποιον πολυτελέστατο βελούδινο επιτάφιο με τη μορφή της, κατ’ απομίμηση του επιταφίου της Μεγ. Παρασκευής.

Από τη μια μεριά μερικοί (αυθαίρετα και πάλι) λένε, ότι, αφού είναι Πάσχα η γιορτή της Κοιμήσεως, καταλύουμε και κρέας (αν πέσει Τετάρτη ή Παρασκευή), και από την άλλη σε τέτοια πασχαλινή πανήγυρη ψάλλουν (αυθαίρετα) ύμνους γεμάτους γλυκανάλατους συναισθηματισμούς και θρησκευτικούς λυρισμούς!

Ώστε  με επιτάφιο (Μεγ. Παρασκευή, δηλαδή) τρώμε … κρέας!

Γενικά το πρόβλημα είναι σοβαρό.

Ποιος εισήγαγε την καινοτομία των εγκωμίων και του επιταφίου της Παναγίας; Η Εκκλησία στη μακραίωνα παράδοσή της δεν γνωρίζει τέτοιες τελετές και υμνωδίες.

Τα εγκώμια της Μεγ. Παρασκευής εμπεριέχονται στα επίσημα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας, εγκεκριμένα συνοδικώς.

Στο μηναίο του Αυγούστου, όπου οι ύμνοι της Κοιμήσεως και τα σχετικά αγιογραφικά αναγνώσματα, δεν γίνεται καμμία αναφορά σε επιτάφιο και εγκώμια στη Παναγία.

  • Ποιος εισήγαγε την καινοτομία; Λένε, ότι κάποιο αγιοταφικό μοναστήρι κατασκεύασε τα σχετικά εγκώμια. Και επειδή συναισθηματικά αρέσουν, τα πήραν και τα έφεραν και στην Εκκλησία της Ελλάδος. Σιγά-σιγά πάει να γενικευθεί η αλλοίωση της γιορτής της Κοιμήσεως.

Ευτυχώς, που αρκετοί Μητροπολίτες αντιστέκονται και κρατούν τη θεολογική σοβαρότητα της γιορτής.

  • Ρέπουμε σε θρησκευτικές φιγούρες και σε «εφέ». Βρήκαν, λοιπόν, την ευκαιρία να καλυφθεί η ποιμαντική κουφότητα και η θεολογική απουσία με ανύπαρκτους επιταφίους και ανόητους θρήνους.

Καλούν δε και την «μπάντα» να παιανίζει και τους επισήμους να παρίστανται και οργανώνουν… περιφορά επιταφίου μέσα στο καλοκαίρι!

Η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ύστερα από την φετινή κατάχρηση των θρησκευτικών αυθαιρεσιών, θα υποδείξει, όπως πιστεύουμε, τα δέοντα.

Κοίμηση έχουμε. Δεν έχουμε θάνατο. Στο θάνατο θρηνούν οι «μή ἒχοντες ἐλπίδα» (Α΄ Θες. δ΄ 13). Στην Κοίμηση αγάλλονται οι πιστοί. Όταν μάλιστα η Κοίμησις γίνεται Μετάστασις, όπως γιορτάζει η Εκκλησία για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου».

Συμπερασματικά  σημειώνουμε τα εξής.

1) Η απαγόρευση του Οικ. Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι σαφής.

2) Η συγκεκριμένη τελετή σαφώς έχει τοπική -Ιεροσολυμίτικη- προέλευση, γίνεται στον τάφο της Παναγίας και ας μείνει εκεί. Εκεί όντως έχει νόημα και αξία. Παραπέρα χάνει…

. Ο Επιτάφιος και τα Εγκώμια είναι μια ιδιαιτερότητα του Χριστού μέσα στη λατρεία μας. Δεν αξίζει  ο Χριστός να έχει αυτή την ιδιαιτερότητα; Γιατί  την καταργούμε;

Μπορεί βέβαια  και τη Μεγάλη Παρασκευή να ψέλνουμε Εγκώμια στον Χριστό, και να περιφέρουμε τον Επιτάφιο,  κτυπώντας πένθιμα τις καμπάνες,  όμως  παράλληλα περιμένουμε την εκ νεκρών Ανάστασή Του.   Δεν μένουμε δηλαδή  στο θάνατό Του, που θα ήταν απελπισία.  Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και  με τα Εγκώμια και τον Επιτάφιο της Παναγίας. Η  τοποθέτηση του Επιταφίου    στη μέση του Ναού,  η περιφορά του  (σε μερικές ενορίες  χτυπάνε και  τις καμπάνες πένθιμα!), αφήνουν την  αίσθηση ότι η Παναγία πέθανε και έμενε στον τάφο. Όμως, μετέστη προς τους ουρανούς, νικώντας και αυτή με τον  θάνατο, τον θάνατο. Αυτή η  νίκη κατά του  θανάτου «θάβεται» με τον Επιτάφιο, που κάνουμε προς τιμήν της!  Κάτι ήξεραν οι προγενέστεροι  Πατέρες-Συνοδικοί Αρχιερείς,  που είπαν:

«… Η  τοιαύτη ακολουθία είναι ασυνήθης και πάντη ξένη εις την καθ’όλου ορθόδοξον Ανατολικήν του Χριστού Εκκλησίαν

3) Το ιεροσολυμίτικο τυπικό όντως επικράτησε παντού. Σε ορισμένα όμως χρειάζεται διακριτική αυτοσυγκράτηση. Να ξεχωρίζουμε τα τοπικά.

4) Μια πιο συγκρατημένη τελετή στα πλαίσια της Λιτής του Εσπερινού της Παναγίας (όπως προτείνει ο Καθηγητής κ. Αριστ. Πανώτης σε έκδοσή του), χωρίς κουβούκλια και περιφορές -που θυμίζουν ακριβώς Μ. Παρασκευή- θα ήταν ίσως ανεκτή.

  1. Βέβαια, το «Τυπικό» δεν είναι δόγμα, ώστε να μην μπορεί να αλλάξει. Όμως, αυτό δεν μπορεί να γίνει  από έναν Ιερέα,  ή από έναν Επίσκοπο, αλλά «Συνοδικώς» (Κανόνας ΛΔ΄ Αγίων Αποστόλων),    Αλίμονο, αν ο  κάθε Ιερέας ή ο κάθε Επίσκοπος «ράβει και  ξηλώνει» μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία κατά το δοκούν. Άλλωστε, μια διαφορά ανάμεσα στον Ορθόδοξο Χριστιανό και στον Προτεστάντη, είναι πως  ο μεν πρώτος είναι δεσμευμένος από την Παράδοσή του, και δεν μπορεί να κάνει πράγματα «ων ο παρελθών χρόνος ουκ έχει τα υποδείγματα» ( Μ. Βασίλειος, επιστολή 130), ενώ ο  δεύτερος, επειδή ακριβώς στερείται Παραδόσεως, κάνει ο,τι του αρέσει. Γι’αυτό και   η Αγία Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος   «τους τολμώντας  τας εκκλησιαστικάς παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινά επινοείν» θέτε βαρύτατα επιτίμια (Πράξη Η΄). Και αν δεν μας συνετίζουν οι αποφάσεις  Οικουμενικών Συνόδων,  ποιος θα μας συνετίσει;

 

Τέλος ας έχουμε υπόψη ότι η Παναγία είναι θρόνος του Χριστού, Τον οποίον κρατάει και μας προτείνει προς προκύνηση και  δεν είναι… αυτόνομη ημίθεος (!!). Τέτοιες ευλάβειες δεν την τιμούν, την θυμώνουν…..

Ας την παρακαλούμε να ΠΡΕΣΒΕΥΕΙ για μας, ώστε να μας σώσει ο ΧΡΙΣΤΟΣ.

 

 

ΠΗΓΕΣ.

Α.Τ.Μ.Ε

Β.ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Γ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ. ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΟΝ(www.analogion.com)

Δ.ΔΙΠΤΥΧΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ε.ΤΥΠΙΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΗΓΑ

ΣΤ.ΤΥΠΙΚΟ Γ.ΒΙΟΛΑΚΗ.ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ ΣΕΛ.306-307

 

Advertisements

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

 

ΟΝ ΕΔΕΞΑΤΟ ΕΝ ΤΩ ΟΡΕΙ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ.

 a

Εποιήθη εν Αγίω Όρει υπό

Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου

Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας 1982.

 

Προνοία δε του Αρχιμανδρίτου Ευδοκίμου Σαββαΐτου, νυν

Πνευματικού της Ιεράς Λαύρας του Αγίου Σάββα του

Ηγιασμένου εν Παλαιστίνη.

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εις την πόλιν Ναζαρέτ ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε το μήνυμα της ελεύσεως του Θεανθρώπου Σωτήρος Ιησού Χριστού εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Τώρα δε εις το Όρος των Ελαιών (Μικρή Γαλιλαία) φέρει ο αυτός Αρχάγγελος το μήνυμα της Θείας Μεταστάσεως Αυτής μετά τρεις ημέρας εις τα ουράνια.

Αυτό το γεγονός συμφώνως προς την παράδοσιν της Αγίας ημών Εκκλησίας εορτάζομεν την δωδεκάτην Αυγούστου εκάστου έτους.

Ιδιαιτέραν λαμπρότητα αποκτά τούτο το γεγονός εις τον τόπον όπου τούτο εγένετο και όπου οι πιστοί ανήγειραν και Ιερόν Παρεκκλήσιον.

Η Αγνή Κόρη επί ένδεκα έτη καθημερινώς μετά την Θείαν Ανάληψιν του Υιού Αυτής μετέβαινεν εις τον Ιερόν αυτόν τόπον και εκεί προσηύχετο.

Εις τον τόπον όπου έχει ανεγερθεί το παρεκκλήσιον του δευτέρου Ευαγγελισμού οι πιστοί προσκυνούν το σημείον όπου η Θεοτόκος προσηύχετο και όπου συμφώνως προς τα εγκώμια τα οποία είναι γεγραμμένα εις την εξωτερικήν βορείαν όψιν του Ναού:

«Άγγελος Κυρίου, προ τριών ημερών

παραγίνεται προς σε την Πανάμωμον

την μετάστασιν γνωρίζων σοι την σην.

Προσκομίζει κλάδον φοίνικος σοι Σεμνή

σύμβολον της σης ανυψώσεως

ο Αρχάγγελος πεμθείς εξ ουρανού.

Κλίνουσι τους κλάδους τα του  όρους φυτά

και προσμένουσι το σέβας πανάχραντε

ως Δεσποίνη σοι πληρούντα την τιμήν.»

Η παρούσα Ακολουθία παρεχωρήθη ευχαρίστως προς έκδοσιν υπό του λίαν μοι αγαπητού πνευματικού αδελφού και φίλου  πατρός Ευδοκίμου και νυν πνευματικού της Αγίας Λαύρας του Αγίου Σάββα.

Αρχιμ. Παντελεήμων Δ. Πούλος  Ιεροσόλυμα 12-8-03

 

Απολυτίκιον του Ευαγγελισμού της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.

Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Το ένθεον μήνυμα, προς ουρανόν από γης, της σης Μεταστάσεως, εν όρει των Ελαιών, εδέξω Πανάχραντε. Όθεν τη ση Κοιμήσει, αίνον άδοντες θείον, υμνούμέν σε Θεοτόκε, και πιστώς εκβοώμεν˙ χαίρε η μεταστάσα, εκ γης προς τα ουράνια.

Αυγούστου ιβ’

Ανάμνησις ποιούμεν του ευαγγελισμού της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.

ΕΝ ΤΩ ΜΙΚΡΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ.

Ιστώμεν στίχους δ’. και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.

Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου.

Ότε Γαβριήλ ο θαυμαστός, άνωθεν κατέπτη Παρθένε, εν όρει των Ελαιών, τότε σοι εμήνυσεν εν ευλαβεία πολλή, την λαμπράν σου Μετάστασιν, εκ γης προς τα άνω, ην προεορτάζοντες, αναβοώμέν σοι˙ χαίρε Θεοτόκε Παρθένε, σκέπη και θερμή προστασία, των ειλικρινώς μακαριζόντων σε.

Φόβω παρεστώτες τω σεπτώ, τόπω Παναγία Παρθένε, εν όρει των Ελαιών, ένθα Κόρη ίστασο, προσευχομένη θερμώς, τω Υιώ σου Πανύμνητε, την σην παναγίαν, Κοίμησιν δοξάζομεν, πιστώς βοώντές σοι˙ Σκέπε ημάς πάσης ανάγκης, και πταισμάτων άφεσιν δίδου, ταις προς τον Υιόν σου παρακλήσεσιν.

Άνωθεν ελθών ο Γαβριήλ, άγγελμα φαιδρόν σοι κομίζει, εκ του Υιού σου Αγνή, της σης Μεταστάσεως, προς τα ουράνια, μετά τρεις δε Πανύμνητε, ημέρας ανήλθες, προς τα υπερκόσμια Κόρη βασίλεια˙ όθεν και του Όρους τα δένδρα, σοι τη Βασιλίσση των όλων, έκλιναν τιμήν σοι απονέμοντα.

Ίδε τους συντρέχοντας Αγνή, πίστει και θερμή ευλαβεία, ένθα επάτησαν, πόδες σου οι άγιοι, προσευχομένης σου, και εόρτια άσματα, άδοντες απαύστως, τη σεπτή Κοιμήσει σου Θεοχαρίτωτε, χάριν αυτοίς νέμουσα θείαν, και παθών παντοίων την λύσιν, και πλημμελημάτων απολύτρωσιν.

Δόξα, και νυν. Ήχος δ’.

Της του Θεού σαρκώσεως την αχειρότευκτον σκηνήν, ως των ουρανών πλατυτέραν, και σωτηρίαν ημών, την Θεοτόκον Μαρίαν, πάσαι αι γενεαί υμνήσωμεν˙ άνωθεν γαρ εδέξατο, ως μυστηρίων θησαυρός, το χαρμόσυνον ρήμα, της εαυτής Μεταστάσεως, εν τώδε αγίω τόπω, εν ώ εστώτες βοώμεν˙ Πανύμνητε Δέσποινα, μη παύση πρεσβεύουσα, υπέρ των ψυχών ημών.

Απόστιχα.  Ήχος β’. Οίκος του Εφραθά.

Ότε τω σω Υιώ, εν τώδε σεπτώ τόπω, προσηύχου Θεοτόκε, ομφήν θείαν εδέξω, της θείας σου Κοιμήσεως.

Στίχ. Ανάστηθι Κύριε εις την ανάπαυσίν σου…

Χαίρων ο Γαβριήλ, μηνύει σοι Παρθένε, την σην προς τον Υιόν σου, Μετάστασιν αγίαν, ην πόθω μεγαλύνομεν.

Στίχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

Άπαντα τα φυτά, εν όρει Ελαιώνος, ότε διήρχου Κόρη, υπέκλιναν δηλούντα, τα θεία μεγαλείά σου.

Δόξα. Τριαδικόν.

Τέτοκας εν σαρκί, τον ένα της Τριάδος, Πατρός η ευδοκία, και επελεύσει Κόρη, του Παναγίου Πνεύματος.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Δόξη υπερφυεί, πεποικιλμένη Κόρη, μετέστης τω Υιώ σου˙ διο σου την αγίαν, Μετάστασιν δοξάζομεν.

Νυν απολύεις, το τρισάγιον, το Απολυτίκιον εκ του Μεγάλου Εσπερινού και απόλυσις.

 

ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΛΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ

Μετά τον Προοιμιακόν, το Μακάριος ανήρ. Εις δε το Κύριε εκέκραξα ιστώμεν στίχους στ’. Και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.

Ήχος α’. Ώ του παραδόξου θαύματος!

Ώ του παραδόξου  θαύματος! Γαβριήλ ο λαμπρός, καταπτάς εμήνυσεν, εν όρει των Ελαιών, τη Θεομήτορι, την ταύτης προς τον Υιόν, μετά την τρίτην ημέραν Μετάστασιν˙ ην πίστει οι ευσεβείς, υμνολογούντες συμφώνως βοήσωμεν˙ Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος, ο προς άρρητον δόξαν, μεταστήσας σε Πανύμνητε.

Βαβαί των σων θαυμασίων Αγνή! Ως Θεού Μητρί σοι, άπαντα υπέκλιναν, του όρους των Ελαιών, τα δένδρα Πάναγνε, ηνίκα τω σω Υιώ, εν τώδε ευχάς προσανέπεμπες˙ ώ πίστει οι ευσεβείς, προεορτίους ωδάς αναφέρομεν, Κεχαριτωμένη Κόρη, τη σεπτή Κοιμήσει σου, εν η ήρθης εν δόξη, προς ουράνια βασίλεια.

Της σης λαμπρής Μεταστάσεως, την αγίαν μνήμην, και κοσμοχαρμόσυνον, υμνούντες πανευσεβώς, προεορτάζομεν, Παρθένε Μήτερ Θεού, των Ελαιών εν τω όρει ιστάμενοι, εν ώπερ ο Γαβριήλ, την ιεράν σου αυδήν προσεκόμισε, Κεχαριτωμένη Κόρη, χαίρε, εκβοώντές σοι, η παρέχουσα πάσι, ιλασμόν και θείον έλεος.

Προσόμοια έτερα. Ήχος δ’. Ως γενναίον εν Μάρτυσιν.

Ως εφέστηκεν Άχραντε, ο καιρός καθ’ όν έμελλες, μεταβήναι Δέσποινα προς ουράνια, και υπερκόσμια δώματα, τότε σοι απέστειλεν, ο Υιός σου και Θεός, το χαρμόσυνον άγγελμα, και ανέδραμες, υπ’ Αγγέλων Παρθένε υμνουμένη, ως Βασίλισσα των όλων, προς βασιλείαν αΐδιον.

Γαβριήλ ο Αρχάγγελος, το λαμπρόν ευαγγέλιον, της σης Μεταστάσεως προσεκόμισεν, εν τώδε τόπω ω ίστασο, ευχομένη Άχραντε, τω Υιώ σου και Θεώ, ένθα πίστει προστρέχοντες, προεόρτιον, τη Κοιμήσει σου άδομεν Παρθένε, υμνωδίαν την θερμήν σου, δοξολογούντες αντίληψιν.

Θαύμα μέγα τεθέαται, Θεοτόκε Πανύμνητε˙ τα γαρ δένδρα άπαντά σοι υπέκλιναν, ότε ανήρχου προσεύξασθαι, τω Υιώ σου Άχραντε, εν τω όρει Ελαιών˙ συ γαρ θαύμα πανθαύμαστον, ώφθης άπασι, τον Θεόν των απάντων συλλαβούσα, και τεκούσα απορρήτως, δίχα τροπής και συγχύσεως.

Δόξα, και νυν. Ήχος πλ. β’.

Τίς αξίως υμνήσει, τα παμφαή μεγαλείά σου, Θεοτόκε Παρθένε; Υπέρ φύσιν γα τα σα πάντα πέλει, ότι τον Θεόν αρρήτως τέτοκας, ώ πάντα υπείκει, και ξένα και παράδοξα, εν σοι εργασάμενον˙ και την σην προς ουρανούς Μετάστασιν, δι’ Αγγέλου μηνύσας, εν τώδε αγίω τόπω, μετά τρεις ημέρας εν δόξη σε παρέλαβε, προς τα ουράνια βασίλεια˙ ώ παρεστώσα Άχραντε, απαύστως πρέσβευε, δίδοσθαι ημίν το θείον έλεος.

Είσοδος, Φως ιλαρόν, το Προκείμενον της ημέρας, και τα Αναγνώσματα.

Γενέσεως το Ανάγνωσμα.

(Κεφ. κη’. 10).

Εξήλθεν Ιακώβ από του φρέατος του όρκου, και επορεύθη εις Χαρράν, και απήντησε τόπω, και εκοιμήθη εκεί˙ έδυ γαρ ο ήλιος. Και έλαβεν από του λίθου του τόπου, και έθηκε προς κεφαλής αυτού˙ και εκοιμήθη εν τω τόπω εκείνω, και ενυπνιάσθη. Και ιδού κλίμαξ εστηριγμένη εν τη γη, ης η κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν˙ και οι άγγελοι του Θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ’ αυτήν˙ ο δε Κύριος επεστήρικτο επ’ αυτής˙ και είπεν˙ Εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ του πατρός σου, και ο Θεός Ισαάκ, μη φοβού.  Η γη, εφ’ ης συ καθεύδεις επ’ αυτής, σοι δώσω αυτήν και τω σπέρματί σου. Και έσται το σπέρμα σου ωσεί άμμος της γης, και πλατυνθήσεται επί Θάλασσαν, και Λίβα, και Βορράν, και επί Ανατολάς˙ και ενευλογηθήσονται εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης, εν τω σπέρματί σου. Και ιδού εγώ μετά σου, διαφυλάσσων σε εν τη οδώ πάση, ου εάν πορευθής, και αποστρέψω σε εις την γην ταύτην˙ ότι ου μη σε εγκαταλίπω, έως του ποιήσαί με πάντα όσα ελάλησά σοι. Και εξηγέρθη Ιακώβ από του ύπνου αυτού, και είπεν˙ Ότι έστι Κύριος εν τω τόπω τούτω, εγώ δε ουκ ήδειν. Και εφοβήθη και είπεν˙ Ως φοβερός ο τόπος ούτος! Ουκ έστι τούτο, άλλ’ ή οίκος Θεού˙ και αύτη η πύλη του ουρανού.

Προφητείας Ιεζεκιήλ το Ανάγνωσμα.

(Κεφ. μγ’. 27, μδ’. 1).

Έσται από της ημέρας της ογδόης και επέκεινα, ποιήσουσιν οι ιερείς επί το θυσιαστήριον τα ολοκαυτώματα υμών, και τα του σωτηρίου υμών, και προσδέξομαι υμάς, λέγει Κύριος Κύριος. Και επέστρεψέ με κατά την οδόν της πύλης των Αγίων της εξωτέρας, της βλεπούσης κατά ανατολάς˙ και αύτη ην κεκλεισμένη. Και είπε Κύριος προς με˙ Η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, και ουδείς ου μη διέλθη δι’ αυτής˙ ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής, και έσται κεκλεισμένη. Διότι ο ηγούμενος ούτος κάθηται επ’ αυτήν, του φαγείν άρτον. Κατά την οδόν του Αιλάμ της πύλης εισελεύσεται, και κατά την οδόν αυτού εξελεύσεται. Και εισήγαγέ με κατά την οδόν της πύλης της προς Βορράν, κατέναντι του οίκου˙ και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυρίου.

Παροιμιών το Ανάγνωσμα.

(Κεφ. θ’. 1)

Η σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον, και υπήρεισε στύλος επτά. Έσφαξε τα εαυτής θύματα, και εκέρασεν εις κρατήρα τον εαυτής οίνον, και ητοιμάσατο την εαυτής τράπεζαν. Απέστειλε τους εαυτής δούλους, συγκαλούσα μετά υψηλού κηρύγματος επί κρατήρα, λέγουσα˙ Ος εστίν άφρων, εκκλινάτω προς με. Και τοις ενδεέσι φρενών είπεν˙ Έλθετε, φάγετε τον εμόν άρτον, και πίετε οίνον, ον κεκέρακα υμίν. Απολείπετε αφροσύνην, και ζήσεσθε˙ και ζητήσατε φρόνησιν, ίνα βιώσητε, και κατορθώσητε σύνεσιν εν γνώσει. Ο παιδεύων κακούς, λήψεται εαυτώ ατιμίαν. Ελέγχων δε τον ασεβή, μωμήσεται εαυτόν˙ οι γαρ έλεγχοι τω ασεβεί μώλωπες αυτώ. Μη έλεγχε κακούς, ίνα μη μισήσωσί σε˙ έλεγχε σοφόν, και αγαπήσει σε. Δίδου σοφώ αφορμήν, και σοφώτερος έσται˙ γνώριζε δικαίω, και προσθήσει του δέχεσθαι. Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου˙ και βουλή αγίων σύνεσις˙ το δε γνώναι νόμον, διανοίας εστίν αγαθής. Τούτω γαρ τω τρόπω πολύν ζήσει χρόνον, και προστεθήσεταί σοι έτη ζωής.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΙΤΗΝ, ΙΔΙΟΜΕΛΑ

Ήχος α’.

Δαβιτικήν αναλαβόντες φωνήν, των ευσεβών αι χορείαι, ομοφώνως βοήσωμεν˙ Ανάστηθι Κύριε λέγοντες, εις την ανάπαυσίν σου, συ και η κιβωτός του αγιάσματός σου. Η γαρ Άχραντος Παρθένος, η νοητή και έμψυχος κιβωτός, των επιγείων μέλλουσα απαίρειν, εν τω αγίω του Ελαιώνος όρει, το εκ του Υιού εδέξατο ρήμα, δια θείου Αγγέλου˙ και εν δόξη πολλή, προς άνω κατέπαυσε βασίλεια, δια παντός πρεσβεύουσα, υπέρ των ψυχών ημών.

Ήχος β’.

Τον Υπερούσιον Λόγον συλλαβούσα, τη του Αγγέλου φωνή, ουσιωθέντα το ανθρώπινον, της αρχαίας κατάρας ερρύσω ημάς, Θεοτόκε Παρθένε, τη υπέρ νουν κυήσει σου˙ και νυν Αγγέλου αύθις φωνή, την προς τον Υιόν εκδημίαν μυηθείσα, χαράς αφάτου πεπλήρωσαι˙ ο γαρ Αρχάγγελος Γαβριήλ, εν τώδε τόπω επιστάς, χαίρέ σοι εβόα Κεχαριτωμένη˙ μετά τρεις γαρ ημέρας, ο σος Υιός ελεύσεται, παραλαβείν σε εις τα ουράνια.

Ήχος γ’.

Το της Θεότητος όχημα, και οικητήριον θείον, της υπέρ λόγον του Λόγου σαρκώσεως, την Θεοτόκον Μαρίαν, ανυμνήσωμεν λέγοντες˙ Συ ει ημών καταλλαγή, της προς Θεόν οικειώσεως, ως τεκούσα αφράστως, τον ημάς ρυσάμενον της του θανάτου φθοράς, Πανύμνητε Δέσποινα˙ ο αυτός και νυν ως Υιός σου και Θεός, προς την αθάνατον ζωήν καλέσας σε, δι’ Αγγέλου μηνύει, την προς αυτόν άνοδον Άχραντε˙ Διο την σην Μετάστασιν προεορτάζοντες βοώμέν σοι˙ χαίρε, Κεχαριτωμένη, η πάσι θείους οικτιρμούς αιτούσα, και σωτηρίαν ψυχών.

Ήχος δ’.

Εν τω όρει των Ελαιών, τας ευχάς αναφέρουσα τω σω Υιώ και ελεήμονι Θεώ, πάσι τύπον κατέλιπες, πως δει προσεύχεσθαι, Θεοτόκε Παρθένε˙ και τα του όρους δένδρα τας κορυφάς σοι έκλιναν, οιονεί σέβας σοι νέμοντα, οία Μητρί του Θεού. Άλλ’ ώ Πανύμνητε Κόρη, μη παύση ημίν αιτουμένη, ιλασμόν των πταισμάτων και ίασιν ψυχών, και το θείον έλεος.

Δόξα, και νυν. Ο αυτός.

Δεύτε πάντες προσέλθωμεν, εν τόπω αγίω, ένθα οι πόδες έστησαν, της Παναχράντου Παρθένου, και ευλαβώς προσκυνούντες, προεορτίους ύμνους άσωμεν, τη Μεταστάσει αυτής˙ ώδε γαρ η Πάναγνος, απ’ ουρανού εδέξατο το της αϊδίου ζωής ευαγγέλιον˙ και μετά τρεις ημέρας, ενδόξως ανέπτη τω Υιώ αυτής, την θείαν ευλογίαν τω κόσμω παρέχουσα, και πταισμάτων άφεσιν.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΙΧΟΝ ΣΤΙΧΗΡΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑ.

Ήχος πλ. α’. Χαίροις ασκητικών.

Χαίροις Θεογεννήτορ Αγνή, όρος το μέγα το δασύ και κατάσκιον, ο πάλαι Πνεύματι θείω, οι υποφήται Θεού, προείδον και κόσμω προεκήρυξαν˙ η στάμνος η πάγχρυσος, ζωής μάννα η φέρουσα, άφλεκτος βάτος, ην Μωσής προεώρακε, της Θεότητος, πυρ το θείον βαστάσασα˙ θαύμα θαυμάτων μέγιστον, και άκουσμα άρρητον˙ ότι Θεός εκ γαστρός σου, υπερφυώς σεσωμάτωται. Αυτόν εκδυσώπει, Θεοτόκε υπέρ πάντων, των ανυμνούντων σε.

Στίχ. Ανάστηθι Κύριε εις την ανάπαυσίν σου…

Χαίροις Θεογεννήτορ Αγνή, η μεταστάσα από γης προς ουράνια, Αγγέλων δορυφορούντων, και ανυμνούντων την σην, άνοδον Παρθένε υπέρ έννοιαν˙ ο θείος γαρ Άγγελος, επιστάς ανεβόα σοι˙ χαίρε Παρθένε, του Θεού οικητήριον˙ ότι ήγγικεν, ο καιρός της εξόδου σου˙ κάτεισιν ουρανόθεν γαρ, εν δόξη ο Κύριος, παραλαβείν μετά τρεις σε, ημέρας προς τα βασίλεια, ζωής της αφθάρτου, ο δωρούμενος τω κόσμω, το μέγα έλεος.

Στίχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

Στώμεν εν ευλαβεία πολλή, του Ελαιώνος εν τω όρει και ίδωμεν, ου έστησαν της Παρθένου, οι πόδες εν προσευχή, όμμασι καρδίας τον Αρχάγγελον, φωνήν την χαρμόσυνον, τη Αγνή προσκομίζοντα, ότι προς δόξαν, ουρανών υπεράρρητον, μεταβήσεται, ως Θεού Μήτηρ άχραντος. Όθεν αυτής την Κοίμησιν, ωδαίς τε και άσμασιν, προεορτάζοντες ήδη, εν κατανύξει βοήσωμεν˙ Μη παύση Παρθένε, προστατεύουσα των πίστει, υμνολογούντων σε.

Δόξα, και νυν. Ήχος πλ. δ’.

Σωματώσασα Θεόν, της αφθαρσίας πηγή εδείχθης, τω γένει των ανθρώπων, Θεοτόκε Αειπάρθενε. Βαβαί των σων θαυμάτων, και της αρρήτου δόξης σου! Ότι ο πάντων Βασιλεύς, και Υιός σου κάτεισι, παραλαβείν σε προς ζωήν αθάνατον, δι’ Αγγέλου τούτο μηνύσας σοι. Διο και ημάς, τους την σην Μετάστασιν υμνούντας, λύτρωσαι παθών φθοροποιών, και πάσης περιστάσεως.

Νυν απολύεις, το τρισάγιον, και το Απολυτίκιον.

Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Το ένθεον μήνυμα, προς ουρανόν από γης, της σης Μεταστάσεως, εν όρει των Ελαιών, εδέξω Πανάχραντε. Όθεν τη ση Κοιμήσει, αίνον άδοντες θείον, υμνούμέν σε Θεοτόκε, και πιστώς εκβοώμεν˙ χαίρε η μεταστάσα, εκ γης προς τα ουράνια. (Εκ γ’).

Απόλυσις.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετά την α’. Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ήχος α’. Τον τάφον σου Σωτήρ.

Φωνή του Γαβριήλ, ευαγγέλιον θείον, εν όρει Ελαιών, εισεδέξω Παρθένε, της σης Μεταστάσεως, προς τα άνω βασίλεια. Όθεν σήμερον, προεορτάζοντες Κόρη, ανυμνούμέν σου, τα μεγαλεία της δόξης, φαιδρώς αγαλλόμενοι. (Δις).

Μετά την β’. Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.

Κατελθών εξ ουρανού, ο Γαβριήλ θεία βουλή, εν τω όρει Ελαιών, ένθα προσηύχου ώ Αγνή, εν ευλαβεία εβόα σοι Θεοτόκε˙ Ελήλυθεν ιδού, της Μεταστάσεως, Παρθένε ο καιρός, της σης προς Κύριον˙ και μετά τρεις ημέρας ανέδραμες, προς τον Υιόν και Δεσπότην σου˙ ον εκδυσώπει, Θεογεννήτορ, σώζεσθαι τας ψυχάς ημών. (Δις).

Μετά τον Πολυέλεον, Κάθισμα.

Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Εν όρει ως ίστασο, του Ελαιώνος Αγνή, εδέξω το άγγελμα, εκ του Υιού σου φαιδρώς, της σης Μεταστάσεως˙ όθεν αφράστω δόξη, προς τα άνω ανήλθες, και έστηκας δεξιόθεν, του Υιού και Θεού σου, ώ πρέσβευε δεόμεθα, υπέρ των ψυχών ημών. (Δις).

Το α’. αντίφωνον του δ’. ήχου και το Προκείμενον.

Μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά.

Στίχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

Ευαγγέλιον κατά Λουκάν.

Εν ταις ημέραις εκείναις, αναστάσα Μαριάμ…

Ο Ν’. (50)  Ψαλμός. Δόξα. Ταις της Θεοτόκου…

Και νυν. Ταις της Παναχράντου…

Ιδιόμελον. Ήχος πλ. β’.

Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου…

Της Μεταστάσεως της σης, προεορτάζοντες την μνήμην, μνείαν Παρθένε ποιούμεθα, της του Αγγέλου ελεύσεως, ηνίκα εν τω όρει των Ελαιών προσηύχου. Άλλ’ ως Μήτηρ του ελεήμονος Θεού, ίλεων αυτόν απέργασαι, τοις κατακρίτοις ημίν, ως αν εύρωμεν έλεος Δέσποινα, εν τη ημέρα της κρίσεως.

Ο Ιερεύς. Σώσον ο Θεός τον λαόν σου…

Είτα ο κανών ου η ακροστιχίς.

«Ύμνον προσοίσω τη Θεοτόκω. Γερασίμου».

Ωδή α’. Ήχος δ’. Ο Ειρμός.

«Ανοίξω το στόμα μου, και πληρωθήσεται Πνεύματος, και λόγον  ερεύξομαι, τη Βασιλίδι Μητρί, και οφθήσομαι, φαιδρώς πανηγυρίζων, και άσω γηθόμενος ταύτης την Κοίμησιν. (Δις).

Υμνήσαι προθέμενος, τα υπέρ νουν μεγαλείά σου, αιτούμαί σε Δέσποινα, λόγον δοθήναί μοι, ίνα μέλψω σου, θαυμάτων τας δυνάμεις, δι’ ων σώζεις άπαντας, τους σε δοξάζοντας.

Μητέρα σε άχραντον, ειδώς ο θείος Αρχάγγελος, Θεού του Παντοκράτορος, φόβω παρέστη σοι, προσκομίζων σοι, εν όρει Ελαιώνος, Παρθένε το άγγελμα, της σης Κοιμήσεως.

Νοείν ου δυνάμεθα, των σων θαυμάτων το μέγεθος˙ εν όρει τα δένδρα γαρ, του Ελαιώνος Αγνή, σοι υπέκλιναν, τας κορυφάς δηλούντα, την σην υπέρ έννοιαν, μεγαλειότητα.

Ολόφωτον σκήνωμα, της του Θεού σωματώσεως, Παρθένε Πανάχραντε, ημάς αξίωσον, εορτάσαι σου, την παναγίαν μνήμην, της θείας Κοιμήσεως, νοός λαμπρότητι.

Ωδή γ’. Ο Ειρμός.

«Τους σους υμνολόγους Θεοτόκε, ως ζώσα και άφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας, πνευματικόν στερέωσον, και εν τη θεία δόξη σου, στεφάνων δόξης αξίωσον. (Δις).

Ναμάτων πηγή ζωοδωρήτων, εδείχθης ως τέξασα Χριστόν, τον γλυκασμόν πηγάζουσα, της θεϊκής χρηστότητος, Παρθένε τοις γεραίρουσι, την παναγίαν σου Κοίμησιν.

Παρέστη εν τόπω ώ προσηύχου, Παρθένε ο θείος Γαβριήλ, χαράν την ανεκλάλητον, της σης προς τα ουράνια, μηνύων Μεταστάσεως, νεύσει Χριστού του Παντάνακτος.

Ρημάτων του θείου Αρχαγγέλου, ως ήκουσας ήνεσας Αγνή, τον εκ σου αναλάμψαντα, σαρκός εν ομοιώματι, και χαίρουσα ανέδραμες, προς ουρανών τα βασίλεια.

Ο οίκος του πάντων Βασιλέως, καθέδρα Χριστού η υψηλή, προς ουρανών βασίλεια, ενδόξως μετατίθεται, η Θεοτόκος Δέσποινα, χαράς πληρούσα τα σύμπαντα.

Κάθισμα. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.

Την σην Μετάστασιν, ελθών σοι ήγγειλεν, ο Αρχιστράτηγος, Θεού Πανάμωμε, ος παρεστώς σοι ευλαβώς, εβόα σοι Θεοτόκε˙ χαίρε Αειπάρθενε, του Θεού Μήτηρ Άχραντε˙ ότι ήδη έφθασεν, ο καιρός της ενδόξου σου, ανόδου προς την άφραστον δόξαν, του σου Υιού Παρθενομήτορ.

Ωδή δ’. Ο Ειρμός.

«Την ανεξιχνίαστον θείαν βουλήν, της εκ της Παρθένου σαρκώσεως, σου του Υψίστου, ο Προφήτης Αββακούμ, κατανοών εκραύγαζε˙ δόξα τη δυνάμει σου Κύριε. (Δις).

Σάρκα εξ αιμάτων σου ο πάντων Θεός, Κόρη προσλαβών ως ηυδόκησε, σε πλατυτέραν, έδειξε των ουρανών, και νυν σε μετατίθησι, προς υπερκοσμίους λαμπρότητας.

Όρος Ελαιώνος το ιερόν, σε καθυπεδέχετο Άχραντε, ένθα εδέξω, Μεταστάσεως της σης, το θείον ευαγγέλιον, παρά του Υιού σου Πανάμωμε.

Ίδε ουρανόθεν πάντας ημάς, τους μετ’ ευλαβείας προστρέχοντας, τώδε τω χώρω, της σεπτής σου προσευχής, και δίδου ημίν Άχραντε, τα προς σωτηρίαν αιτήματα.

Σώμά σου το άγιον Κόρη Αγνή, μετά τρεις ημέρας ανέδραμεν, αρρήτω τρόπω, από γης εις ουρανόν, ως ο Υιός σου Δέσποινα, μετά την τριήμερον έγερσιν.

Ωδή ε’. Ο Ειρμός.

«Εξέστη τα σύμπαντα, επί τη θεία δόξη σου˙ συ γαρ Απειρόγαμε Παρθένε, γήθεν μετέστης, προς αιωνίους μονάς, και προς ατελεύτητον ζωήν πάσι τοις υμνούσί σε, σωτηρίαν βραβεύουσα. (Δις).

Ως ώφθη σοι Άγγελος, ένθα προσηύχου Άχραντε, μετά τρεις ημέρας σοι εβόα, ο των απάντων κάτεισι Κύριος, του παραλαβείν σε από γης, προς τα επουράνια, ως των όλων Βασίλισσαν.

Το όρος το άγιον, η Θεοτόκος αίρεται, από γης προς δόξαν την αγήρω, και υπεράνω ορέων φέρεται, κατά τον Προφήτην τον σοφόν, των θείων δυνάμεων, ως αυτών υπερέχουσα.

Η θεία σου Κοίμησις, εκ των περάτων ήθροισε, δια νεφελών νεύματι θείω, των Αποστόλων εν σοι το σύστημα, και το σον πανάχραντον Αγνή, σώμα και ακήρατον, υμνωδούντες εκήδευσαν.

Θεός ον εκύησας, δι’ ευσπλαγχνίαν Άχραντε, σοι τον Γαβριήλ εξαποστέλλει, του αναγγείλαι την σην Μετάστασιν, ην των Ασωμάτων στρατιαί, ύμνησαν δοξάζοντες, τα πολλά μεγαλείά σου.

Ωδή στ’. Ο Ειρμός.

«Την θείαν ταύτην και πάντιμον, τελούντες εορτήν οι θεόφρονες, της Θεομήτορος, δεύτε τας χείρας κρατήσωμεν, τον εξ αυτής τεχθέντα, Θεόν δοξάζοντες. (Δις).

Εξ ουρανού κατελήλυθεν, εις όρος Ελαιών ο Αρχάγγελος, και σοι εγνώρισε, την σην Πανάχραντε Κοίμησιν, δι’ ης προς αειζώους, μονάς ανέδραμες.

Οι μετά πίστεως σπεύδοντες, τω τόπω ένθα ηύχου Πανάμωμε, καθαγιάζονται, επισκιάσει της δόξης σου, και χαρμονής πληρούνται,  της υπέρ έννοιαν.

Τη ση Κοιμήσει προσάδοντες, ωδάς προεορτίους βοώμέν σοι, Κόρη Πανύμνητε˙ Δίδου ημίν χάριν άνωθεν, και λύσιν των πταισμάτων, και παθών ίασιν.

Ότε φωνής επακήκοας, Αγνή του Γαβριήλ γνωριζούσης σου, το θείον άγγελμα, τότε ανύμνησας Δέσποινα, τον σον Υιόν και ήρθης, προς τα ουράνια.

Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.

Εν τω τόπω Άχραντε ένθα προσηύχου, κατελθών Αρχάγγελος, ο Γαβριήλ εξ ουρανού, την σην αγίαν Μετάστασιν, μετ’ ευφροσύνης Αγνή σοι εγνώρισε.

Ο Οίκος.

Ο Γαβριήλ εξ ουρανού, εν Ναζαρέτ τη πόλει, πριν κατελήλυθεν Αγνή, τη θεία ευδοκία και την άσπορον σύλληψιν του Υπερθέου Λόγου, εις ανάπλασιν κόσμου  ευηγγελίσατο˙ νυν δε ο αυτός εν όρει Ελαιώνος, τη του Υιού σου βουλή κατεληλυθώς, εν ω τόπω τας ευχάς ανέπεμπες Κυρίω, την σην προς αυτόν άνοδον και θείαν Μετάστασιν ανήγγειλε˙ και ανήλθες προς τα άνω βασίλεια, ως Βασίλισσα των όλων, και εν δόξη ήρθης προς τα ουράνια.

Συναξάριον.

Τη ιβ’ του αυτού μηνός, ανάμνησιν ποιούμεν του ευαγγελισμού της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω όρει των Ελαιών.

Στίχ. Την σην Γαβριήλ Μετάστασιν μηνύει, Ος πριν το χαίρε εβόα σοι Παρθένε.

Δυοκαιδεκάτη Γαβριήλ εν όρει τη Κούρη ώφθη.

Μετά την του Κυρίου Ανάληψιν εκ του Όρους των Ελαιών, η τούτον τεκούσα Αειπάρθενος Κόρη, συχνώς εν τούτω ανιούσα, τας ευχάς αυτής ανέπεμπε τω εαυτής Υιώ και Θεώ, έντινι εκείσε χώρω˙ εν ώ καταπτάς ο θείος Αρχάγγελος Γαβριήλ, ανήγγειλεν αυτή, ότι μετά τρεις ημέρας μεθίσταται τω Υιώ και Θεώ αυτής. Η δε τούτο ακούσασα μετά χαράς, ευχαριστήσασα τω Θεώ υπέστρεψεν εις την οικίαν αυτής και ητοίμασε τα προς ενταφιασμόν.

Ταύτα εκ παραδόσεως κρατούσα η Αγία ημών Εκκλησία, εορτάζει το γεγονός τούτο, την αθάνατον Κοίμησιν υμνούσα και γεραίρουσα, εν ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, της Κυρίας ημών Θεοτόκου.

Ής ταις πρεσβείαις τύχομεν της ουρανίου βασιλείας, χάριτι και φιλανθρωπία του εξ αυτής αφράστως σαρκωθέντος Θεού και Σωτήρος ημών Χριστού. Αμήν.

Ωδή ζ’. Ο Ειρμός.

«Ουκ ελάτρευσαν, τη κτίσει οι θεόφρονες, παρά τον Κτίσαντα, αλλά πυρός απειλήν ανδρείως πατήσαντες, χαίροντες έψαλλον˙ Υπερύμνητε, ο των Πατέρων Κύριος και Θεός ευλογητός ει. (Δις).

Κατελήλυθεν, εξ ουρανού ο Άγγελος, θείω προστάγματι, εν όρει των Ελαιών, και σοι ανεβόησε, Παρθένε Άχραντε˙ χαίρε Δέσποινα, ότι ο χρόνος ήγγικε, της σης θείας εκδημίας.

Ως εώρων σε, τας κορυφάς υπέκλιναν, τα δένδρα Δέσποινα, εν όρει των Ελαιών˙ διο σου τα θαύματα, τα υπέρ έννοιαν, μεγαλύνομεν˙ ότι Θεόν γεγέννηκας, ανακτώμενον τον κόσμον.

Γη ευφραίνεται, και ουρανός αγάλλεται, τη Μεταστάσει σου, Μήτερ του ζώντος Θεού˙ ο μεν γαρ σε κέκτηται, υπεραστράπτουσαν, η δε άνωθεν, παρά της σης χρηστότητος, θείον έλεος λαμβάνει.

Ευφημούμέν σε, πιστώς προεορτάζοντες, της σης Κοιμήσεως, την ιεράν εορτήν, εν τόπω συντρέχοντες, όπου εισδέδεξαι, την χαρμόσυνον, ομφήν Θεογεννήτρια, του Υιού σου δι’ Αγγέλου.

Ωδή η’. Ο Ειρμός.

«Παίδες ευαγείς εν τη καμίνω, ο τόκος της Θεοτόκου διεσώσατο, τότε μεν τυπούμενος, νυν δε ενεργούμενος, την οικουμένην άπασαν αγείρει ψάλλουσαν˙ Τον Κύριον υμνείτε τα έργα, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας. (Δις).

Ρήσεων των θείων του Αγγέλου, εν τόπω εν ώ προσηύχου επακούσασα, σεαυτήν ητοίμασας, Κόρη προς την έξοδον, και χαίρουσα ανέδραμες προς τα ουράνια, και έστηκας Αγνή δεξιόθεν, του παμβασιλέως, και Κτίστου και Υιού σου.

Άνωθεν ελθών σοι ανεβόα, εν όρει του Ελαιώνος ο Αρχάγγελος˙ Δέσποινα Πανύμνητε, ο καιρός ελήλυθε, της σης προς τα ουράνια ανόδου Άχραντε˙ και ήρθης μετά δόξης αρρήτου, δορυφορουμένη, υπό χορών Αγίων.

Σώμά σου το θείον κατετέθη, εν τάφω Γεθσημανή Παρθένε Άχραντε, μετά τρεις ημέρας δε, προς τα επουράνια, ανήλθε και παρέστηκας τω σω Υιώ και Θεώ, πρεσβεύουσα αεί Θεοτόκε, υπέρ των υμνούντων, την θείαν Κοίμησίν σου.

Ίλεως ημίν γενού Παρθένε, αστάτω φρενί τοις παραβαίνουσι, του Υιού σου Δέσποινα, τα θεία προστάγματα, ίνα εν καθαρότητι νοός δοξάζωμεν, την θείαν σου Μετάστασιν Κόρη, δι’ ης προς τα άνω, βασίλεια ανήλθες.

Τιμιωτέρα ου στιχολογείται.

Ωδή θ’. Ο Ειρμός.

«Άπας γηγενής, σκιρτάτω τω πνεύματι, λαμπαδουχούμενος˙ πανηγυριζέτω δε, αΰλων Νόων, φύσις γεραίρουσα, την ιεράν πανήγυριν, της Θεομήτορος, και βοάτω˙ Χαίροις παμμακάριστε˙ Θεοτόκε Αγνή, αειπάρθενε.

Μνήμην την σεπτήν, της σης Μεταστάσεως προεορτάζοντες, Κόρη Παντευλόγητε, χαριστηρίους ύμνους σοι άδομεν, και τα των μεγαλείων σου ξένα θαυμάσια, ανυμνούμεν˙ ότι ανελήλυθας, τω Υιώ  σου ως πάντων Βασίλισσα.

Όμβρησον ημίν, της σης αγαθότητος ψεκάδας άνωθεν, Κόρη Παντευλόγητε, τοις την σεπτήν σου και θείαν Κοίμησιν, φαιδρώς προεορτάζουσιν, ωδαίς και άσμασιν, εν τω τόπω, ένθα σοι εφέστηκεν, ουρανόθεν ο άγιος Άγγελος.

Ύμνησαν την σην, αγίαν Μετάστασιν, Αγγέλων τάγματα, προπομπήν ποιούμενα, εν ευλαβεία και δέει Πάναγνε, ως Βασιλίσση πάντων σοι και πάντες άνθρωποι, οι σωθέντες, δια σου βοώμέν σοι˙ χαίρε κόσμου θερμόν καταφύγιον.

Ύδωρ της ζωής, νεφέλη θεόδροσε, καμοί υέτισον, φλεγομένω Πάναγνε, εν τη καμίνω πάσης φαυλότητος, και μετανοία ίθυνον προς θείαν τρίβον με, αναξίοις χείλεσιν υμνήσαντα, Θεοτόκε την θείαν σου Κοίμησιν.

«Άπας γηγενής, σκιρτάτω τω πνεύματι, λαμπαδουχούμενος˙ πανηγυριζέτω δε, αΰλων Νόων, γεραίρουσα, την ιεράν πανήγυριν, της Θεομήτορος, και βοάτω˙ Χαίροις παμμακάριστε, Θεοτόκε Αγνή, αειπάρθενε.

Εξαποστειλάριον. Γυναίκες ακουτίσθητε.

Απ’ ουρανού ο Άγγελος, του σου Υιού προστάγματι, του Ελαιώνος, τω όρει, κατέπτη σοι Θεοτόκε, και χαίρέ σοι εβόησεν˙ ότι προς τα ουράνια, ο σος Υιός και Κύριος, καλεί σε οία Μητέρα, αυτώ συνείναι Παρθένε.

Έτερον. Ο ουρανόν τοις άστροις.

Ο Βασιλεύς των όλων, προς βασιλείαν ουρανών, ο Γαβριήλ σοι εβόα, κατέρχεται παραλαβείν, ώσπερ αυτού σε Μητέρα, υπερφυώς σε δοξάζων.

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΝΟΥΣ.

Ιστώμεν στίχους δ’. και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.

Ήχος α’. Των ουρανίων ταγμάτων.

Εξ ουρανίων αψίδων Παρθένε Άχραντε, ο Γαβριήλ κατέπτη, Ελαιών εν τω όρει, κα ήγγειλέ σοι Κόρη πανευλαβώς, την σεπτήν σου Μετάστασιν, ου την ανάμνησιν άγοντες οι πιστοί, μεγαλύνομέν σε Δέσποινα.

Εν τόπω ένθα προσηύχου προς τον Υιόν σου Αγνή, εδέξω ουρανόθεν, την φωνήν την αγίαν, ανόδου σου της θείας προς ουρανόν, εν ω πίστει συντρέχοντες, ωδάς και ύμνους  προσάδομεν ευλαβώς, τη Κοιμήσει σου Πανάχραντε.

Των Ελαιών εν τω όρει ανερχομένης σου, αι κορυφαί των δένδρων, σοι υπέκλιναν Κόρη, το μέγιστον αξίωμα αληθώς, όπερ έσχες εκφαίνουσαι˙ του Ποιητού γαρ των όλων Μήτηρ Αγνή, Θεοτόκε εχρημάτισας.

Τοις εν τω χώρω Παρθένε της σης σεπτής προσευχής, προσπίπτουσιν εν φόβω, Ελαιών εν τω όρει, και μέλπουσιν εν πίστει την ιεράν, προς Θεόν σου Μετάστασιν, δίδου την χάριν συο άνωθεν δαψιλώς, και πταισμάτων απολύτρωσιν.

Δόξα, και νυν. Ήχος πλ. α’.

Ως τον Θεόν τεκούσα, ξένων μυστηρίων διάκονος ώφθης, Θεοτόκε Παρθένε˙ η γαρ αρχαία του Πατρός βουλή, εν σοι πέρας είληψε˙ τον γαρ άναρχον Υιόν και Λόγον σωματώσασα, της πάλαι κατάρας, τον άνθρωπον ερρύσω˙ και προς τα άνω μέλλουσα μετατεθήναι, απ’ ουρανού εδέξω, της ανόδου το μήνυμα, εν τω όρει των Ελαιών. Άλλ’ ώ Πανύμνητε Κόρη, μη παύση πρεσβεύουσα, σώζεσθαι ημάς, τους αεί σε μεγαλύνοντας.

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΣΙΣ.

 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ

Τα συνήθη. Απόστολον και Ευαγγέλιον της 15ης Αυγούστου.

Κοινωνικόν.

Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού, Αλληλούϊα.

Μεγαλυνάριον.

Χαίρέ σοι εβόα ο Γαβριήλ, κατελθών εν όρει, Ελαιώνος Μήτερ Θεού˙ ότι μετά δόξης, ανέρχη τω Υιώ σου, ως βασιλίς των όλων, Παρθένε Άχραντε.

Δίστιχον.

Δέχου ώ Πανάχραντε και τόνδε τον ύμνον

Ον σοι ο ικέτης σου Γεράσιμος άδει.

 

  Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη. 

 

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΥΦΑΝΤΗ

Εισαγωγικά.Το παρακάτω άρθρο του  Δρ Απόστολου Βετσόπουλου, Σχολικού  Συμβούλου Φιλολόγων, είναι αφιερωμένο στον μακαριστό πλέον  Αρτινό Υμνωδό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Σπυρίδωνα Υφαντή,τον εξ Άρτης. Γράφτηκε μετά από την πρότασή μας, ως ελάχιστο φόρο  τιμής στην μεγάλη προσφορά του μακαριστού ιεροψάλτη. Ευχαριστούμε τον κ.Απόστολο Βετσόπουλο  για τον κόπο του.Ευχόμαστε η Πρόνοια του Αγίου Τριαδικού Θεού να αναδεικνύει ψάλτες με τις ικανότητες και το ήθος του μακαριστού Σπυρίδωνα Υφαντή.Αυτόν δε να τον κατατάξει «εν σκηναίς δικαίων»,ως υμνωδό  πλέον στο Υπερουράνιο θυσιαστήριο.

πρωτ.Δημήτριος Αθανασίου

ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΥΦΑΝΤΗ

Η αγάπη προς τους δασκάλους αποτέλεσε το χρέος για να αφήσω μερικές πινελιές θύμησης και νοσταλγίας, τιμώντας τον Άρχοντα Υμνωδό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Σπυρίδωνα Υφαντή ο οποίος ορμώμενος στην κυριολεξία από το Νεοχωράκι Άρτας, όπου γεννήθηκε το 1937, αλλά ακμάσας ως μουσικός και παιδαγωγός σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας, όπως στην Αθήνα, το Καρπενήσι, το Αγρίνιο, το Αίγιο, τη Λευκάδα, την Άρτα και τα Γιάννενα απεδήμησε στας αιωνίους μονάς στις 24 Φεβρουαρίου 2017 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο των Ιωαννίνων, όπου νοσηλευόταν.

Θυμάμαι ότι από δέκα χρονών έψαλα στα αναλόγια, ακολουθώντας τους ψάλτες και από δώδεκα χρονών ασχολήθηκα με τη Βυζαντινή μουσική, έχοντας ακούσματα μεγάλων ψαλτών, όπως ήταν ο «όντως» άρχων Θρασύβουλος Στανίτσας ο οποίος για τρία συνεχόμενα έτη 1970, 1971 και 1972 έψαλε την Κυριακή της Πεντηκοστής και τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος στην Αγία Τριάδα Αγρινίου με ισοκράτη τον Γιάννου με τα σγουρά τύπου αφάνας μαλλιά, καλεσμένος από τον αείμνηστο παπα-Γιώργη Καλακανίδα. Ο παπα-Γιώργης Καλακανίδας, αφού διακόνησε για λίγα χρόνια το ναό, στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, προφανώς για οικογενειακούς λόγους, ενώ από τον ίδιο προμηθευτήκαμε το εξαίρετο μουσικό «Τριώδιο» του Στανίτσα, τυπωμένο το 1969.

Στο δεξιό αναλόγιο του ιερού ναού της Αγίας Τριάδος έβλεπα τον Στανίτσα από ψηλά, από τον γυναικωνίτη του ναού, καθώς εκκλησιαζόμουν μαζί με τη μητέρα μου και τα αδέρφια μου από την ηλικία των εννέα χρόνων. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση η καλλικέλαδη φωνή του, ο ιδιαίτερος τρόπος ψαλσίματός του και το παράστημά του. Στη ίδια εκκλησία, επίσης,  πηγαίναμε με το 3ο Δημοτικό σχολείο, που βρίσκεται δίπλα στο ναό, το Σάββατο για να λειτουργηθούμε, όπου στο δεξιό αναλόγιο έψαλε περιστασιακά ο διευθυντής μας Κωνσταντίνος Ζώης με συνοδεία μικρών μαθητών και ανάμεσά τους ήμουνα κι εγώ μαθητής της Πέμπτης δημοτικού.

Έγινε η αναφορά αυτή στη σύνδεση του Στανίτσα με το Αγρίνιο για να επισημανθεί ότι ο Υφαντής πλησίασε σε πολύ μεγάλο βαθμό το ύφος του Στανίτσα και διατηρούσε σύνδεσμο μαζί του, αφού όταν πήγα στην Αθήνα για σπουδές το 1980 με έστειλε στον Άρχοντα πρωτοψάλτη Στανίτσα, όπου έψαλλε στον Άγιο Δημήτριο Αμπελοκήπων. Επίσης, όταν ο Στανίτσας λόγω ασθενείας αποχώρησε από το αναλόγιο το 1985, έγινε πρόταση στον Υφαντή για να τον διαδεχθεί, προφανώς ύστερα από σύσταση του Στανίτσα, αλλά ο Σπύρος επέλεξε τη Μητρόπολη του Αιγίου για οικογενειακούς ή και άλλους λόγους, αποφεύγοντας τη μετεγκατάσταση στην πρωτεύουσα. Τίποτε δεν είναι τυχαίο.

Μια Κυριακή του Σεπτεμβρίου (πιθανώς) του 1974 στο αριστερό ψαλτήρι του ενοριακού ναού του Αγίου Γεωργίου στο Αγρίνιο έψαλε ένας νέος ψάλτης ο οποίος ήρθε για να δοκιμαστεί. Καθώς συμμετείχα στο χορό του δεξιού αναλογίου ως μαθητής της δευτέρας Γυμνασίου και της βυζαντινής μουσικής, μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση και είπα μέσα μου: «αυτός ο ψάλτης δεν κάνει για αριστερός, αλλά για δεξιός». Τρία χρόνια αργότερα, έμαθα ότι λεγόταν Σπυρίδων Υφαντής, όταν χρειάστηκε να αναζητήσω έναν δεύτερο δάσκαλο στη Βυζαντινή μουσική, ύστερα από την μετεγκατάσταση στην Αθήνα του πρώτου δασκάλου μου Γεωργίου Νάκου, λόγω σπουδών των παιδιών του. Ο Υφαντής σπούδασε βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική, παίζοντας και ακορντεόν, αλλά καλλιέργησε την πρώτη. Υπήρξε παιδαγωγός δάσκαλος, αλλά και δάσκαλος της μουσικής τέχνης του Βυζαντίου, εκκλησιαστικής και κοσμικής. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου στην Ματαράγκα της Μακρυνείας με τα εντοιχισμένα κιούπια για καλύτερη ακουστική, όπου έψαλλε στην Κατοχή για δύο έτη ο μετέπειτα για πολλά έτη Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Αθανασίου της πόλης των Ιωαννίνων Σωτήριος Τάττης τον οποίο και διαδέχτηκε ο Σπυρίδων Υφαντής στην τελευταία του θέση το 1990, θα γίνει ο αναβαθμός της ψαλτικής τέχνης του Σπυρίδωνα Υφαντή προς την κατάκτηση της κορυφής (1976-1985). Η ιδιαιτέρως, φιλόμουσος κοινωνία της περιοχής Μακρυνείας με τη δημοτική της παράδοση και του Αγρινίου αγκάλιασε με περισσή αγάπη τον δάσκαλο των παιδιών της και πρωτοψάλτη Σπυρίδωνα Υφαντή ο οποίος με τη σειρά του θα ανταποδώσει τη λατρεία του κόσμου, όταν μετά από είκοσι έτη θα προσκληθεί να ψάλλει στο πανηγύρι της εορτής των πρωτο-κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου Παύλου του κοντινού χωριού Ζευγαράκι το 2007, όπου υπηρετούσα ως δεξιός ιεροψάλτης, θα συρρεύσει πολύς κόσμος για να τον τιμήσει από τα γύρω χωριά της Μακρυνείας και ιδιαίτερα από την Ματαράγκα και στο τέλος όλοι, πλήθος κόσμου και πιστών, πήγαν και τον χαιρέτησαν, εκφράζοντας την αγάπη τους προς το πρόσωπό του.

Το 1978, πριν να αρχίσει η ακολουθία των Χαιρετισμών στο ναό του Αγίου Γεωργίου Ματαράγκας, συναντήσαμε μέσα στο ιερό τον βλοσυρό και απόμακρο Επιθεωρητή της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ο οποίος ήρθε προφανώς για να ελέγξει τον Υφαντή, αν θα έψαλλε, επειδή πριν από ένα μήνα είχε κάνει εγχείρηση στις φωνητικές χορδές και τελείωνε η άδειά του. Όμως, θυμάμαι, ήμουνα εκεί μαζί του και σχεδόν έψαλλα μόνος μου όλον τον κανόνα.  Δεν πρόσεχε τη φωνή του ο Σπύρος, τα έδινε «όλα» στο αναλόγιο, στο σχολείο, στις χορωδίες και στη διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής σε μαθητές. Έρχονταν στις διάφορες ακολουθίες φιλόμουσοι και κάθονταν στα διπλανά στασίδια και τις καρέκλες για να μυρίσουν τα ηχοχρώματα και τις εξαίσιες συνθέσεις του πρωτοψάλτη και μας προσκαλούσαν στα γιορτινά τραπέζια ύστερα από την εκκλησία για ψυχική και πνευματική ευωχία. Δεν υπήρχε Κυριακή που να μην φτάναμε στο Αγρίνιο μετά το μεσημέρι. Αρκετοί φίλοι και φιλόμουσοι με προεξάρχοντα τον αείμνηστο Μελέτη Σαλάπα επιζητούσαν την παρέα του Σπύρου. Ο Μελέτης, εντρυφώντας στην πλούσια δημοτική και εκκλησιαστική μας παράδοση, μετέδιδε σπάνια ποιήματα και τραγούδια. Μια ποιητική σύνθεση του Ανθίμου του Αρχιδιακόνου του Εφεσιομάγνους, για μια ευϊδή και καλλίπαρρον νέα του Αιτωλικού, που μου μετέφερε ο Μελέτης, ήταν και η εξής: «Την είδατε την Πινελιώ με την ελιά στο μάγουλο…». Χωρίς να είναι υπερβολή, αλλά αληθινή αντανάκλαση της πραγματικότητας, τόσο ο Στανίτσας όσο και ο Υφαντής έκαναν ανθρώπους «χριστιανούς», όπως μερικοί έλεγαν, αφού η μουσική δεινότητα των δύο στην εκτέλεση της βυζαντινής μουσικής, τους συνέπαιρνε σε άλλη ατμόσφαιρα και μετήλλασσεν τον ψυχισμό τους.

Από εκεί, η φήμη του Υφαντή θα απλωθεί σε όλη την Ελλάδα, αφού θα τον ανακαλύψει ο Λυκούργος Αγγελόπουλος και θα τον παρουσιάζει για αρκετό καιρό στην εκπομπή του στο Τρίτο Πρόγραμμα του Κρατικού Ραδιοφώνου της ΕΡΤ, ψάλλοντας αίνους και δοξαστικά. Εξάλλου, τον Υφαντή προσκαλούσαν για αρκετά χρόνια να ψάλλει σε πανηγυρίζοντες ιερούς ναούς στην Κυπαρισσία, Αθήνα, Άρτα, Αγρίνιο και αλλαχού. Όταν ήμουν φοιτητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1982 τον προσκάλεσαν να ψάλλει σε πανηγυρίζοντα ιερό ναό των Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης στην περιοχή της Βορειοδυτικής Αττικής, όπου χιλιάδες πιστών, μητροπολιτών, υπουργών, αρχόντων και λαού, ακολούθησαν την λιτανεία της ιεράς εικόνας των αγίων. Ο Σπυρίδων Υφαντής στο Αγρίνιο επανίδρυσε το Σύλλογο Ιεροψαλτών και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 επαναλειτούργησε τη Σχολή της Βυζαντινής μουσικής η οποία σταμάτησε να λειτουργεί, όταν ο Νάκος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1977. Δεν ήταν υπερόπτης, αλλά απλός, συναινετικός και συγκαταβατικός χαρακτήρας και δεν του άρεσαν οι ίντριγκες και οι μηχανισμοί εξουσίας. Βρέθηκε με την αξία του, εκεί που έφτασε. Στο Αγρίνιο συνέβη και το εξής γεγονός: Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ιερού ναού της Αγίας Τριάδας είχε αποφασίσει την πρόσληψή του στη κενή θέση του δεξιού ιεροψάλτη και ο Υφαντής πήγε στην εκκλησία την Κυριακή το πρωΐ για να ψάλλει, του ανακοινώθηκε από τον ιερέα ότι τελικά δεν θα προσληφθεί κατά διαταγή «άνωθεν». Βλέποντας την μετέπειτα πορεία του Υφαντή, που αγαπούσε το Αγρίνιο, καθ΄ ομολογίαν η πόλη και η περιοχή Αγρινίου έχασε από την απουσία του, όταν μετοίκισε στο Αίγιο το 1985, όπου ανέλαβε πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού ναού, ενώ το 1987 ίδρυσε τη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής Αιγιαλείας της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, που λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Αναρωτιέται κανείς ο Υφαντής δεν έκανε για ιεροψάλτης ενός ενοριακού ναού του Αγρινίου και ήταν άξιος για τη Μητρόπολη της πόλης του Αιγίου;

Την τελευταία εικοσιπενταετία (1990-2015), που έψαλλε στη Μητρόπολη Ιωαννίνων, υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι επισκέπτονταν τα Γιάννενα μόνο και μόνο για να ακούσουν και να συνομιλήσουν με τον Σπύρο Υφαντή. Κάθε τόπος για να πάει μπροστά και να καλλιεργηθεί πνευματικά έχει ανάγκη από μορφές και προσωπικότητες, όπως ήταν ο Υφαντής ο οποίος κινητοποιούσε όλους με τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους. Εκτός από εξαίρετος πρωτοψάλτης, ο Υφαντής υπήρξε δάσκαλος και χοράρχης της Βυζαντινής Μουσικής, αφήνοντας πολλούς μαθητές στις περιοχές του έψαλλε και δίδαξε. Υπηρέτησε τα αναλόγια των ιερών ναών της Αγίας Βαρβάρας Αργυρουπόλεως (1967-1972) και του Αγίου Σώστη (1972-1974) στην Αθήνα, της Αγίας Τριάδας Παναιτωλίου (1975-1976) και του Αγίου Γεωργίου Ματαράγκας (1976-1985) στην Αιτωλοακαρνανία, του Μητροπολιτικού Ναού της Παναγίας της Φανερωμένης (1985-1990) στο Αίγιο και του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αθανασίου (1990-2015) στα Ιωάννινα, εκτός από τη χρονιά 1997-1998, όπου έψαλλε στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου στην Άρτα. Το 2004 απονεμήθηκε επαξίως στον Σπύρο Υφαντή το Οφίκιο του Άρχοντος Υμνωδού της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (Μ.τ.Χ.Ε.) από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης Βαρθολομαίο ως ύψιστη αναγνώριση της πολυσχιδούς προσφοράς του στη Βυζαντινή Μουσική και την Εκκλησία. Εκτιμώντας την πορεία και την τεράστια προσφορά του στην εκπαίδευση και στην ψαλτική τέχνη, αξίζει να του πούμε ένα πολύ μεγάλο «ευχαριστώ».

Τέλος, ευχόμαστε και ελπίζουμε ο αγαπητός φίλος και δάσκαλος Σπυρίδων, αναπαυόμενος στις σκηνές του ουράνιου Παραδείσου, να προσεύχεται για τη σωτηρία μας. Αιωνία η Μνήμη σου, αγαπημένε αδελφέ Σπύρο στη μακαρία ζωή. Μας λείπεις αληθινά!

Διακαινήσιμος Εβδομάς του Πάσχα 2017                                                                                                                                                             Με εκτίμηση

Δρ Απόστολος Βετσόπουλος

Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων