ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

 

ΟΝ ΕΔΕΞΑΤΟ ΕΝ ΤΩ ΟΡΕΙ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ.

 a

Εποιήθη εν Αγίω Όρει υπό

Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου

Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας 1982.

 

Προνοία δε του Αρχιμανδρίτου Ευδοκίμου Σαββαΐτου, νυν

Πνευματικού της Ιεράς Λαύρας του Αγίου Σάββα του

Ηγιασμένου εν Παλαιστίνη.

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εις την πόλιν Ναζαρέτ ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε το μήνυμα της ελεύσεως του Θεανθρώπου Σωτήρος Ιησού Χριστού εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Τώρα δε εις το Όρος των Ελαιών (Μικρή Γαλιλαία) φέρει ο αυτός Αρχάγγελος το μήνυμα της Θείας Μεταστάσεως Αυτής μετά τρεις ημέρας εις τα ουράνια.

Αυτό το γεγονός συμφώνως προς την παράδοσιν της Αγίας ημών Εκκλησίας εορτάζομεν την δωδεκάτην Αυγούστου εκάστου έτους.

Ιδιαιτέραν λαμπρότητα αποκτά τούτο το γεγονός εις τον τόπον όπου τούτο εγένετο και όπου οι πιστοί ανήγειραν και Ιερόν Παρεκκλήσιον.

Η Αγνή Κόρη επί ένδεκα έτη καθημερινώς μετά την Θείαν Ανάληψιν του Υιού Αυτής μετέβαινεν εις τον Ιερόν αυτόν τόπον και εκεί προσηύχετο.

Εις τον τόπον όπου έχει ανεγερθεί το παρεκκλήσιον του δευτέρου Ευαγγελισμού οι πιστοί προσκυνούν το σημείον όπου η Θεοτόκος προσηύχετο και όπου συμφώνως προς τα εγκώμια τα οποία είναι γεγραμμένα εις την εξωτερικήν βορείαν όψιν του Ναού:

«Άγγελος Κυρίου, προ τριών ημερών

παραγίνεται προς σε την Πανάμωμον

την μετάστασιν γνωρίζων σοι την σην.

Προσκομίζει κλάδον φοίνικος σοι Σεμνή

σύμβολον της σης ανυψώσεως

ο Αρχάγγελος πεμθείς εξ ουρανού.

Κλίνουσι τους κλάδους τα του  όρους φυτά

και προσμένουσι το σέβας πανάχραντε

ως Δεσποίνη σοι πληρούντα την τιμήν.»

Η παρούσα Ακολουθία παρεχωρήθη ευχαρίστως προς έκδοσιν υπό του λίαν μοι αγαπητού πνευματικού αδελφού και φίλου  πατρός Ευδοκίμου και νυν πνευματικού της Αγίας Λαύρας του Αγίου Σάββα.

Αρχιμ. Παντελεήμων Δ. Πούλος  Ιεροσόλυμα 12-8-03

 

Απολυτίκιον του Ευαγγελισμού της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.

Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Το ένθεον μήνυμα, προς ουρανόν από γης, της σης Μεταστάσεως, εν όρει των Ελαιών, εδέξω Πανάχραντε. Όθεν τη ση Κοιμήσει, αίνον άδοντες θείον, υμνούμέν σε Θεοτόκε, και πιστώς εκβοώμεν˙ χαίρε η μεταστάσα, εκ γης προς τα ουράνια.

Αυγούστου ιβ’

Ανάμνησις ποιούμεν του ευαγγελισμού της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.

ΕΝ ΤΩ ΜΙΚΡΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ.

Ιστώμεν στίχους δ’. και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.

Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου.

Ότε Γαβριήλ ο θαυμαστός, άνωθεν κατέπτη Παρθένε, εν όρει των Ελαιών, τότε σοι εμήνυσεν εν ευλαβεία πολλή, την λαμπράν σου Μετάστασιν, εκ γης προς τα άνω, ην προεορτάζοντες, αναβοώμέν σοι˙ χαίρε Θεοτόκε Παρθένε, σκέπη και θερμή προστασία, των ειλικρινώς μακαριζόντων σε.

Φόβω παρεστώτες τω σεπτώ, τόπω Παναγία Παρθένε, εν όρει των Ελαιών, ένθα Κόρη ίστασο, προσευχομένη θερμώς, τω Υιώ σου Πανύμνητε, την σην παναγίαν, Κοίμησιν δοξάζομεν, πιστώς βοώντές σοι˙ Σκέπε ημάς πάσης ανάγκης, και πταισμάτων άφεσιν δίδου, ταις προς τον Υιόν σου παρακλήσεσιν.

Άνωθεν ελθών ο Γαβριήλ, άγγελμα φαιδρόν σοι κομίζει, εκ του Υιού σου Αγνή, της σης Μεταστάσεως, προς τα ουράνια, μετά τρεις δε Πανύμνητε, ημέρας ανήλθες, προς τα υπερκόσμια Κόρη βασίλεια˙ όθεν και του Όρους τα δένδρα, σοι τη Βασιλίσση των όλων, έκλιναν τιμήν σοι απονέμοντα.

Ίδε τους συντρέχοντας Αγνή, πίστει και θερμή ευλαβεία, ένθα επάτησαν, πόδες σου οι άγιοι, προσευχομένης σου, και εόρτια άσματα, άδοντες απαύστως, τη σεπτή Κοιμήσει σου Θεοχαρίτωτε, χάριν αυτοίς νέμουσα θείαν, και παθών παντοίων την λύσιν, και πλημμελημάτων απολύτρωσιν.

Δόξα, και νυν. Ήχος δ’.

Της του Θεού σαρκώσεως την αχειρότευκτον σκηνήν, ως των ουρανών πλατυτέραν, και σωτηρίαν ημών, την Θεοτόκον Μαρίαν, πάσαι αι γενεαί υμνήσωμεν˙ άνωθεν γαρ εδέξατο, ως μυστηρίων θησαυρός, το χαρμόσυνον ρήμα, της εαυτής Μεταστάσεως, εν τώδε αγίω τόπω, εν ώ εστώτες βοώμεν˙ Πανύμνητε Δέσποινα, μη παύση πρεσβεύουσα, υπέρ των ψυχών ημών.

Απόστιχα.  Ήχος β’. Οίκος του Εφραθά.

Ότε τω σω Υιώ, εν τώδε σεπτώ τόπω, προσηύχου Θεοτόκε, ομφήν θείαν εδέξω, της θείας σου Κοιμήσεως.

Στίχ. Ανάστηθι Κύριε εις την ανάπαυσίν σου…

Χαίρων ο Γαβριήλ, μηνύει σοι Παρθένε, την σην προς τον Υιόν σου, Μετάστασιν αγίαν, ην πόθω μεγαλύνομεν.

Στίχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

Άπαντα τα φυτά, εν όρει Ελαιώνος, ότε διήρχου Κόρη, υπέκλιναν δηλούντα, τα θεία μεγαλείά σου.

Δόξα. Τριαδικόν.

Τέτοκας εν σαρκί, τον ένα της Τριάδος, Πατρός η ευδοκία, και επελεύσει Κόρη, του Παναγίου Πνεύματος.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Δόξη υπερφυεί, πεποικιλμένη Κόρη, μετέστης τω Υιώ σου˙ διο σου την αγίαν, Μετάστασιν δοξάζομεν.

Νυν απολύεις, το τρισάγιον, το Απολυτίκιον εκ του Μεγάλου Εσπερινού και απόλυσις.

 

ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΛΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ

Μετά τον Προοιμιακόν, το Μακάριος ανήρ. Εις δε το Κύριε εκέκραξα ιστώμεν στίχους στ’. Και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.

Ήχος α’. Ώ του παραδόξου θαύματος!

Ώ του παραδόξου  θαύματος! Γαβριήλ ο λαμπρός, καταπτάς εμήνυσεν, εν όρει των Ελαιών, τη Θεομήτορι, την ταύτης προς τον Υιόν, μετά την τρίτην ημέραν Μετάστασιν˙ ην πίστει οι ευσεβείς, υμνολογούντες συμφώνως βοήσωμεν˙ Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος, ο προς άρρητον δόξαν, μεταστήσας σε Πανύμνητε.

Βαβαί των σων θαυμασίων Αγνή! Ως Θεού Μητρί σοι, άπαντα υπέκλιναν, του όρους των Ελαιών, τα δένδρα Πάναγνε, ηνίκα τω σω Υιώ, εν τώδε ευχάς προσανέπεμπες˙ ώ πίστει οι ευσεβείς, προεορτίους ωδάς αναφέρομεν, Κεχαριτωμένη Κόρη, τη σεπτή Κοιμήσει σου, εν η ήρθης εν δόξη, προς ουράνια βασίλεια.

Της σης λαμπρής Μεταστάσεως, την αγίαν μνήμην, και κοσμοχαρμόσυνον, υμνούντες πανευσεβώς, προεορτάζομεν, Παρθένε Μήτερ Θεού, των Ελαιών εν τω όρει ιστάμενοι, εν ώπερ ο Γαβριήλ, την ιεράν σου αυδήν προσεκόμισε, Κεχαριτωμένη Κόρη, χαίρε, εκβοώντές σοι, η παρέχουσα πάσι, ιλασμόν και θείον έλεος.

Προσόμοια έτερα. Ήχος δ’. Ως γενναίον εν Μάρτυσιν.

Ως εφέστηκεν Άχραντε, ο καιρός καθ’ όν έμελλες, μεταβήναι Δέσποινα προς ουράνια, και υπερκόσμια δώματα, τότε σοι απέστειλεν, ο Υιός σου και Θεός, το χαρμόσυνον άγγελμα, και ανέδραμες, υπ’ Αγγέλων Παρθένε υμνουμένη, ως Βασίλισσα των όλων, προς βασιλείαν αΐδιον.

Γαβριήλ ο Αρχάγγελος, το λαμπρόν ευαγγέλιον, της σης Μεταστάσεως προσεκόμισεν, εν τώδε τόπω ω ίστασο, ευχομένη Άχραντε, τω Υιώ σου και Θεώ, ένθα πίστει προστρέχοντες, προεόρτιον, τη Κοιμήσει σου άδομεν Παρθένε, υμνωδίαν την θερμήν σου, δοξολογούντες αντίληψιν.

Θαύμα μέγα τεθέαται, Θεοτόκε Πανύμνητε˙ τα γαρ δένδρα άπαντά σοι υπέκλιναν, ότε ανήρχου προσεύξασθαι, τω Υιώ σου Άχραντε, εν τω όρει Ελαιών˙ συ γαρ θαύμα πανθαύμαστον, ώφθης άπασι, τον Θεόν των απάντων συλλαβούσα, και τεκούσα απορρήτως, δίχα τροπής και συγχύσεως.

Δόξα, και νυν. Ήχος πλ. β’.

Τίς αξίως υμνήσει, τα παμφαή μεγαλείά σου, Θεοτόκε Παρθένε; Υπέρ φύσιν γα τα σα πάντα πέλει, ότι τον Θεόν αρρήτως τέτοκας, ώ πάντα υπείκει, και ξένα και παράδοξα, εν σοι εργασάμενον˙ και την σην προς ουρανούς Μετάστασιν, δι’ Αγγέλου μηνύσας, εν τώδε αγίω τόπω, μετά τρεις ημέρας εν δόξη σε παρέλαβε, προς τα ουράνια βασίλεια˙ ώ παρεστώσα Άχραντε, απαύστως πρέσβευε, δίδοσθαι ημίν το θείον έλεος.

Είσοδος, Φως ιλαρόν, το Προκείμενον της ημέρας, και τα Αναγνώσματα.

Γενέσεως το Ανάγνωσμα.

(Κεφ. κη’. 10).

Εξήλθεν Ιακώβ από του φρέατος του όρκου, και επορεύθη εις Χαρράν, και απήντησε τόπω, και εκοιμήθη εκεί˙ έδυ γαρ ο ήλιος. Και έλαβεν από του λίθου του τόπου, και έθηκε προς κεφαλής αυτού˙ και εκοιμήθη εν τω τόπω εκείνω, και ενυπνιάσθη. Και ιδού κλίμαξ εστηριγμένη εν τη γη, ης η κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν˙ και οι άγγελοι του Θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ’ αυτήν˙ ο δε Κύριος επεστήρικτο επ’ αυτής˙ και είπεν˙ Εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ του πατρός σου, και ο Θεός Ισαάκ, μη φοβού.  Η γη, εφ’ ης συ καθεύδεις επ’ αυτής, σοι δώσω αυτήν και τω σπέρματί σου. Και έσται το σπέρμα σου ωσεί άμμος της γης, και πλατυνθήσεται επί Θάλασσαν, και Λίβα, και Βορράν, και επί Ανατολάς˙ και ενευλογηθήσονται εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης, εν τω σπέρματί σου. Και ιδού εγώ μετά σου, διαφυλάσσων σε εν τη οδώ πάση, ου εάν πορευθής, και αποστρέψω σε εις την γην ταύτην˙ ότι ου μη σε εγκαταλίπω, έως του ποιήσαί με πάντα όσα ελάλησά σοι. Και εξηγέρθη Ιακώβ από του ύπνου αυτού, και είπεν˙ Ότι έστι Κύριος εν τω τόπω τούτω, εγώ δε ουκ ήδειν. Και εφοβήθη και είπεν˙ Ως φοβερός ο τόπος ούτος! Ουκ έστι τούτο, άλλ’ ή οίκος Θεού˙ και αύτη η πύλη του ουρανού.

Προφητείας Ιεζεκιήλ το Ανάγνωσμα.

(Κεφ. μγ’. 27, μδ’. 1).

Έσται από της ημέρας της ογδόης και επέκεινα, ποιήσουσιν οι ιερείς επί το θυσιαστήριον τα ολοκαυτώματα υμών, και τα του σωτηρίου υμών, και προσδέξομαι υμάς, λέγει Κύριος Κύριος. Και επέστρεψέ με κατά την οδόν της πύλης των Αγίων της εξωτέρας, της βλεπούσης κατά ανατολάς˙ και αύτη ην κεκλεισμένη. Και είπε Κύριος προς με˙ Η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, και ουδείς ου μη διέλθη δι’ αυτής˙ ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής, και έσται κεκλεισμένη. Διότι ο ηγούμενος ούτος κάθηται επ’ αυτήν, του φαγείν άρτον. Κατά την οδόν του Αιλάμ της πύλης εισελεύσεται, και κατά την οδόν αυτού εξελεύσεται. Και εισήγαγέ με κατά την οδόν της πύλης της προς Βορράν, κατέναντι του οίκου˙ και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυρίου.

Παροιμιών το Ανάγνωσμα.

(Κεφ. θ’. 1)

Η σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον, και υπήρεισε στύλος επτά. Έσφαξε τα εαυτής θύματα, και εκέρασεν εις κρατήρα τον εαυτής οίνον, και ητοιμάσατο την εαυτής τράπεζαν. Απέστειλε τους εαυτής δούλους, συγκαλούσα μετά υψηλού κηρύγματος επί κρατήρα, λέγουσα˙ Ος εστίν άφρων, εκκλινάτω προς με. Και τοις ενδεέσι φρενών είπεν˙ Έλθετε, φάγετε τον εμόν άρτον, και πίετε οίνον, ον κεκέρακα υμίν. Απολείπετε αφροσύνην, και ζήσεσθε˙ και ζητήσατε φρόνησιν, ίνα βιώσητε, και κατορθώσητε σύνεσιν εν γνώσει. Ο παιδεύων κακούς, λήψεται εαυτώ ατιμίαν. Ελέγχων δε τον ασεβή, μωμήσεται εαυτόν˙ οι γαρ έλεγχοι τω ασεβεί μώλωπες αυτώ. Μη έλεγχε κακούς, ίνα μη μισήσωσί σε˙ έλεγχε σοφόν, και αγαπήσει σε. Δίδου σοφώ αφορμήν, και σοφώτερος έσται˙ γνώριζε δικαίω, και προσθήσει του δέχεσθαι. Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου˙ και βουλή αγίων σύνεσις˙ το δε γνώναι νόμον, διανοίας εστίν αγαθής. Τούτω γαρ τω τρόπω πολύν ζήσει χρόνον, και προστεθήσεταί σοι έτη ζωής.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΙΤΗΝ, ΙΔΙΟΜΕΛΑ

Ήχος α’.

Δαβιτικήν αναλαβόντες φωνήν, των ευσεβών αι χορείαι, ομοφώνως βοήσωμεν˙ Ανάστηθι Κύριε λέγοντες, εις την ανάπαυσίν σου, συ και η κιβωτός του αγιάσματός σου. Η γαρ Άχραντος Παρθένος, η νοητή και έμψυχος κιβωτός, των επιγείων μέλλουσα απαίρειν, εν τω αγίω του Ελαιώνος όρει, το εκ του Υιού εδέξατο ρήμα, δια θείου Αγγέλου˙ και εν δόξη πολλή, προς άνω κατέπαυσε βασίλεια, δια παντός πρεσβεύουσα, υπέρ των ψυχών ημών.

Ήχος β’.

Τον Υπερούσιον Λόγον συλλαβούσα, τη του Αγγέλου φωνή, ουσιωθέντα το ανθρώπινον, της αρχαίας κατάρας ερρύσω ημάς, Θεοτόκε Παρθένε, τη υπέρ νουν κυήσει σου˙ και νυν Αγγέλου αύθις φωνή, την προς τον Υιόν εκδημίαν μυηθείσα, χαράς αφάτου πεπλήρωσαι˙ ο γαρ Αρχάγγελος Γαβριήλ, εν τώδε τόπω επιστάς, χαίρέ σοι εβόα Κεχαριτωμένη˙ μετά τρεις γαρ ημέρας, ο σος Υιός ελεύσεται, παραλαβείν σε εις τα ουράνια.

Ήχος γ’.

Το της Θεότητος όχημα, και οικητήριον θείον, της υπέρ λόγον του Λόγου σαρκώσεως, την Θεοτόκον Μαρίαν, ανυμνήσωμεν λέγοντες˙ Συ ει ημών καταλλαγή, της προς Θεόν οικειώσεως, ως τεκούσα αφράστως, τον ημάς ρυσάμενον της του θανάτου φθοράς, Πανύμνητε Δέσποινα˙ ο αυτός και νυν ως Υιός σου και Θεός, προς την αθάνατον ζωήν καλέσας σε, δι’ Αγγέλου μηνύει, την προς αυτόν άνοδον Άχραντε˙ Διο την σην Μετάστασιν προεορτάζοντες βοώμέν σοι˙ χαίρε, Κεχαριτωμένη, η πάσι θείους οικτιρμούς αιτούσα, και σωτηρίαν ψυχών.

Ήχος δ’.

Εν τω όρει των Ελαιών, τας ευχάς αναφέρουσα τω σω Υιώ και ελεήμονι Θεώ, πάσι τύπον κατέλιπες, πως δει προσεύχεσθαι, Θεοτόκε Παρθένε˙ και τα του όρους δένδρα τας κορυφάς σοι έκλιναν, οιονεί σέβας σοι νέμοντα, οία Μητρί του Θεού. Άλλ’ ώ Πανύμνητε Κόρη, μη παύση ημίν αιτουμένη, ιλασμόν των πταισμάτων και ίασιν ψυχών, και το θείον έλεος.

Δόξα, και νυν. Ο αυτός.

Δεύτε πάντες προσέλθωμεν, εν τόπω αγίω, ένθα οι πόδες έστησαν, της Παναχράντου Παρθένου, και ευλαβώς προσκυνούντες, προεορτίους ύμνους άσωμεν, τη Μεταστάσει αυτής˙ ώδε γαρ η Πάναγνος, απ’ ουρανού εδέξατο το της αϊδίου ζωής ευαγγέλιον˙ και μετά τρεις ημέρας, ενδόξως ανέπτη τω Υιώ αυτής, την θείαν ευλογίαν τω κόσμω παρέχουσα, και πταισμάτων άφεσιν.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΙΧΟΝ ΣΤΙΧΗΡΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑ.

Ήχος πλ. α’. Χαίροις ασκητικών.

Χαίροις Θεογεννήτορ Αγνή, όρος το μέγα το δασύ και κατάσκιον, ο πάλαι Πνεύματι θείω, οι υποφήται Θεού, προείδον και κόσμω προεκήρυξαν˙ η στάμνος η πάγχρυσος, ζωής μάννα η φέρουσα, άφλεκτος βάτος, ην Μωσής προεώρακε, της Θεότητος, πυρ το θείον βαστάσασα˙ θαύμα θαυμάτων μέγιστον, και άκουσμα άρρητον˙ ότι Θεός εκ γαστρός σου, υπερφυώς σεσωμάτωται. Αυτόν εκδυσώπει, Θεοτόκε υπέρ πάντων, των ανυμνούντων σε.

Στίχ. Ανάστηθι Κύριε εις την ανάπαυσίν σου…

Χαίροις Θεογεννήτορ Αγνή, η μεταστάσα από γης προς ουράνια, Αγγέλων δορυφορούντων, και ανυμνούντων την σην, άνοδον Παρθένε υπέρ έννοιαν˙ ο θείος γαρ Άγγελος, επιστάς ανεβόα σοι˙ χαίρε Παρθένε, του Θεού οικητήριον˙ ότι ήγγικεν, ο καιρός της εξόδου σου˙ κάτεισιν ουρανόθεν γαρ, εν δόξη ο Κύριος, παραλαβείν μετά τρεις σε, ημέρας προς τα βασίλεια, ζωής της αφθάρτου, ο δωρούμενος τω κόσμω, το μέγα έλεος.

Στίχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

Στώμεν εν ευλαβεία πολλή, του Ελαιώνος εν τω όρει και ίδωμεν, ου έστησαν της Παρθένου, οι πόδες εν προσευχή, όμμασι καρδίας τον Αρχάγγελον, φωνήν την χαρμόσυνον, τη Αγνή προσκομίζοντα, ότι προς δόξαν, ουρανών υπεράρρητον, μεταβήσεται, ως Θεού Μήτηρ άχραντος. Όθεν αυτής την Κοίμησιν, ωδαίς τε και άσμασιν, προεορτάζοντες ήδη, εν κατανύξει βοήσωμεν˙ Μη παύση Παρθένε, προστατεύουσα των πίστει, υμνολογούντων σε.

Δόξα, και νυν. Ήχος πλ. δ’.

Σωματώσασα Θεόν, της αφθαρσίας πηγή εδείχθης, τω γένει των ανθρώπων, Θεοτόκε Αειπάρθενε. Βαβαί των σων θαυμάτων, και της αρρήτου δόξης σου! Ότι ο πάντων Βασιλεύς, και Υιός σου κάτεισι, παραλαβείν σε προς ζωήν αθάνατον, δι’ Αγγέλου τούτο μηνύσας σοι. Διο και ημάς, τους την σην Μετάστασιν υμνούντας, λύτρωσαι παθών φθοροποιών, και πάσης περιστάσεως.

Νυν απολύεις, το τρισάγιον, και το Απολυτίκιον.

Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Το ένθεον μήνυμα, προς ουρανόν από γης, της σης Μεταστάσεως, εν όρει των Ελαιών, εδέξω Πανάχραντε. Όθεν τη ση Κοιμήσει, αίνον άδοντες θείον, υμνούμέν σε Θεοτόκε, και πιστώς εκβοώμεν˙ χαίρε η μεταστάσα, εκ γης προς τα ουράνια. (Εκ γ’).

Απόλυσις.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετά την α’. Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ήχος α’. Τον τάφον σου Σωτήρ.

Φωνή του Γαβριήλ, ευαγγέλιον θείον, εν όρει Ελαιών, εισεδέξω Παρθένε, της σης Μεταστάσεως, προς τα άνω βασίλεια. Όθεν σήμερον, προεορτάζοντες Κόρη, ανυμνούμέν σου, τα μεγαλεία της δόξης, φαιδρώς αγαλλόμενοι. (Δις).

Μετά την β’. Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.

Κατελθών εξ ουρανού, ο Γαβριήλ θεία βουλή, εν τω όρει Ελαιών, ένθα προσηύχου ώ Αγνή, εν ευλαβεία εβόα σοι Θεοτόκε˙ Ελήλυθεν ιδού, της Μεταστάσεως, Παρθένε ο καιρός, της σης προς Κύριον˙ και μετά τρεις ημέρας ανέδραμες, προς τον Υιόν και Δεσπότην σου˙ ον εκδυσώπει, Θεογεννήτορ, σώζεσθαι τας ψυχάς ημών. (Δις).

Μετά τον Πολυέλεον, Κάθισμα.

Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Εν όρει ως ίστασο, του Ελαιώνος Αγνή, εδέξω το άγγελμα, εκ του Υιού σου φαιδρώς, της σης Μεταστάσεως˙ όθεν αφράστω δόξη, προς τα άνω ανήλθες, και έστηκας δεξιόθεν, του Υιού και Θεού σου, ώ πρέσβευε δεόμεθα, υπέρ των ψυχών ημών. (Δις).

Το α’. αντίφωνον του δ’. ήχου και το Προκείμενον.

Μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά.

Στίχ. Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού.

Ευαγγέλιον κατά Λουκάν.

Εν ταις ημέραις εκείναις, αναστάσα Μαριάμ…

Ο Ν’. (50)  Ψαλμός. Δόξα. Ταις της Θεοτόκου…

Και νυν. Ταις της Παναχράντου…

Ιδιόμελον. Ήχος πλ. β’.

Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου…

Της Μεταστάσεως της σης, προεορτάζοντες την μνήμην, μνείαν Παρθένε ποιούμεθα, της του Αγγέλου ελεύσεως, ηνίκα εν τω όρει των Ελαιών προσηύχου. Άλλ’ ως Μήτηρ του ελεήμονος Θεού, ίλεων αυτόν απέργασαι, τοις κατακρίτοις ημίν, ως αν εύρωμεν έλεος Δέσποινα, εν τη ημέρα της κρίσεως.

Ο Ιερεύς. Σώσον ο Θεός τον λαόν σου…

Είτα ο κανών ου η ακροστιχίς.

«Ύμνον προσοίσω τη Θεοτόκω. Γερασίμου».

Ωδή α’. Ήχος δ’. Ο Ειρμός.

«Ανοίξω το στόμα μου, και πληρωθήσεται Πνεύματος, και λόγον  ερεύξομαι, τη Βασιλίδι Μητρί, και οφθήσομαι, φαιδρώς πανηγυρίζων, και άσω γηθόμενος ταύτης την Κοίμησιν. (Δις).

Υμνήσαι προθέμενος, τα υπέρ νουν μεγαλείά σου, αιτούμαί σε Δέσποινα, λόγον δοθήναί μοι, ίνα μέλψω σου, θαυμάτων τας δυνάμεις, δι’ ων σώζεις άπαντας, τους σε δοξάζοντας.

Μητέρα σε άχραντον, ειδώς ο θείος Αρχάγγελος, Θεού του Παντοκράτορος, φόβω παρέστη σοι, προσκομίζων σοι, εν όρει Ελαιώνος, Παρθένε το άγγελμα, της σης Κοιμήσεως.

Νοείν ου δυνάμεθα, των σων θαυμάτων το μέγεθος˙ εν όρει τα δένδρα γαρ, του Ελαιώνος Αγνή, σοι υπέκλιναν, τας κορυφάς δηλούντα, την σην υπέρ έννοιαν, μεγαλειότητα.

Ολόφωτον σκήνωμα, της του Θεού σωματώσεως, Παρθένε Πανάχραντε, ημάς αξίωσον, εορτάσαι σου, την παναγίαν μνήμην, της θείας Κοιμήσεως, νοός λαμπρότητι.

Ωδή γ’. Ο Ειρμός.

«Τους σους υμνολόγους Θεοτόκε, ως ζώσα και άφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας, πνευματικόν στερέωσον, και εν τη θεία δόξη σου, στεφάνων δόξης αξίωσον. (Δις).

Ναμάτων πηγή ζωοδωρήτων, εδείχθης ως τέξασα Χριστόν, τον γλυκασμόν πηγάζουσα, της θεϊκής χρηστότητος, Παρθένε τοις γεραίρουσι, την παναγίαν σου Κοίμησιν.

Παρέστη εν τόπω ώ προσηύχου, Παρθένε ο θείος Γαβριήλ, χαράν την ανεκλάλητον, της σης προς τα ουράνια, μηνύων Μεταστάσεως, νεύσει Χριστού του Παντάνακτος.

Ρημάτων του θείου Αρχαγγέλου, ως ήκουσας ήνεσας Αγνή, τον εκ σου αναλάμψαντα, σαρκός εν ομοιώματι, και χαίρουσα ανέδραμες, προς ουρανών τα βασίλεια.

Ο οίκος του πάντων Βασιλέως, καθέδρα Χριστού η υψηλή, προς ουρανών βασίλεια, ενδόξως μετατίθεται, η Θεοτόκος Δέσποινα, χαράς πληρούσα τα σύμπαντα.

Κάθισμα. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.

Την σην Μετάστασιν, ελθών σοι ήγγειλεν, ο Αρχιστράτηγος, Θεού Πανάμωμε, ος παρεστώς σοι ευλαβώς, εβόα σοι Θεοτόκε˙ χαίρε Αειπάρθενε, του Θεού Μήτηρ Άχραντε˙ ότι ήδη έφθασεν, ο καιρός της ενδόξου σου, ανόδου προς την άφραστον δόξαν, του σου Υιού Παρθενομήτορ.

Ωδή δ’. Ο Ειρμός.

«Την ανεξιχνίαστον θείαν βουλήν, της εκ της Παρθένου σαρκώσεως, σου του Υψίστου, ο Προφήτης Αββακούμ, κατανοών εκραύγαζε˙ δόξα τη δυνάμει σου Κύριε. (Δις).

Σάρκα εξ αιμάτων σου ο πάντων Θεός, Κόρη προσλαβών ως ηυδόκησε, σε πλατυτέραν, έδειξε των ουρανών, και νυν σε μετατίθησι, προς υπερκοσμίους λαμπρότητας.

Όρος Ελαιώνος το ιερόν, σε καθυπεδέχετο Άχραντε, ένθα εδέξω, Μεταστάσεως της σης, το θείον ευαγγέλιον, παρά του Υιού σου Πανάμωμε.

Ίδε ουρανόθεν πάντας ημάς, τους μετ’ ευλαβείας προστρέχοντας, τώδε τω χώρω, της σεπτής σου προσευχής, και δίδου ημίν Άχραντε, τα προς σωτηρίαν αιτήματα.

Σώμά σου το άγιον Κόρη Αγνή, μετά τρεις ημέρας ανέδραμεν, αρρήτω τρόπω, από γης εις ουρανόν, ως ο Υιός σου Δέσποινα, μετά την τριήμερον έγερσιν.

Ωδή ε’. Ο Ειρμός.

«Εξέστη τα σύμπαντα, επί τη θεία δόξη σου˙ συ γαρ Απειρόγαμε Παρθένε, γήθεν μετέστης, προς αιωνίους μονάς, και προς ατελεύτητον ζωήν πάσι τοις υμνούσί σε, σωτηρίαν βραβεύουσα. (Δις).

Ως ώφθη σοι Άγγελος, ένθα προσηύχου Άχραντε, μετά τρεις ημέρας σοι εβόα, ο των απάντων κάτεισι Κύριος, του παραλαβείν σε από γης, προς τα επουράνια, ως των όλων Βασίλισσαν.

Το όρος το άγιον, η Θεοτόκος αίρεται, από γης προς δόξαν την αγήρω, και υπεράνω ορέων φέρεται, κατά τον Προφήτην τον σοφόν, των θείων δυνάμεων, ως αυτών υπερέχουσα.

Η θεία σου Κοίμησις, εκ των περάτων ήθροισε, δια νεφελών νεύματι θείω, των Αποστόλων εν σοι το σύστημα, και το σον πανάχραντον Αγνή, σώμα και ακήρατον, υμνωδούντες εκήδευσαν.

Θεός ον εκύησας, δι’ ευσπλαγχνίαν Άχραντε, σοι τον Γαβριήλ εξαποστέλλει, του αναγγείλαι την σην Μετάστασιν, ην των Ασωμάτων στρατιαί, ύμνησαν δοξάζοντες, τα πολλά μεγαλείά σου.

Ωδή στ’. Ο Ειρμός.

«Την θείαν ταύτην και πάντιμον, τελούντες εορτήν οι θεόφρονες, της Θεομήτορος, δεύτε τας χείρας κρατήσωμεν, τον εξ αυτής τεχθέντα, Θεόν δοξάζοντες. (Δις).

Εξ ουρανού κατελήλυθεν, εις όρος Ελαιών ο Αρχάγγελος, και σοι εγνώρισε, την σην Πανάχραντε Κοίμησιν, δι’ ης προς αειζώους, μονάς ανέδραμες.

Οι μετά πίστεως σπεύδοντες, τω τόπω ένθα ηύχου Πανάμωμε, καθαγιάζονται, επισκιάσει της δόξης σου, και χαρμονής πληρούνται,  της υπέρ έννοιαν.

Τη ση Κοιμήσει προσάδοντες, ωδάς προεορτίους βοώμέν σοι, Κόρη Πανύμνητε˙ Δίδου ημίν χάριν άνωθεν, και λύσιν των πταισμάτων, και παθών ίασιν.

Ότε φωνής επακήκοας, Αγνή του Γαβριήλ γνωριζούσης σου, το θείον άγγελμα, τότε ανύμνησας Δέσποινα, τον σον Υιόν και ήρθης, προς τα ουράνια.

Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.

Εν τω τόπω Άχραντε ένθα προσηύχου, κατελθών Αρχάγγελος, ο Γαβριήλ εξ ουρανού, την σην αγίαν Μετάστασιν, μετ’ ευφροσύνης Αγνή σοι εγνώρισε.

Ο Οίκος.

Ο Γαβριήλ εξ ουρανού, εν Ναζαρέτ τη πόλει, πριν κατελήλυθεν Αγνή, τη θεία ευδοκία και την άσπορον σύλληψιν του Υπερθέου Λόγου, εις ανάπλασιν κόσμου  ευηγγελίσατο˙ νυν δε ο αυτός εν όρει Ελαιώνος, τη του Υιού σου βουλή κατεληλυθώς, εν ω τόπω τας ευχάς ανέπεμπες Κυρίω, την σην προς αυτόν άνοδον και θείαν Μετάστασιν ανήγγειλε˙ και ανήλθες προς τα άνω βασίλεια, ως Βασίλισσα των όλων, και εν δόξη ήρθης προς τα ουράνια.

Συναξάριον.

Τη ιβ’ του αυτού μηνός, ανάμνησιν ποιούμεν του ευαγγελισμού της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω όρει των Ελαιών.

Στίχ. Την σην Γαβριήλ Μετάστασιν μηνύει, Ος πριν το χαίρε εβόα σοι Παρθένε.

Δυοκαιδεκάτη Γαβριήλ εν όρει τη Κούρη ώφθη.

Μετά την του Κυρίου Ανάληψιν εκ του Όρους των Ελαιών, η τούτον τεκούσα Αειπάρθενος Κόρη, συχνώς εν τούτω ανιούσα, τας ευχάς αυτής ανέπεμπε τω εαυτής Υιώ και Θεώ, έντινι εκείσε χώρω˙ εν ώ καταπτάς ο θείος Αρχάγγελος Γαβριήλ, ανήγγειλεν αυτή, ότι μετά τρεις ημέρας μεθίσταται τω Υιώ και Θεώ αυτής. Η δε τούτο ακούσασα μετά χαράς, ευχαριστήσασα τω Θεώ υπέστρεψεν εις την οικίαν αυτής και ητοίμασε τα προς ενταφιασμόν.

Ταύτα εκ παραδόσεως κρατούσα η Αγία ημών Εκκλησία, εορτάζει το γεγονός τούτο, την αθάνατον Κοίμησιν υμνούσα και γεραίρουσα, εν ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, της Κυρίας ημών Θεοτόκου.

Ής ταις πρεσβείαις τύχομεν της ουρανίου βασιλείας, χάριτι και φιλανθρωπία του εξ αυτής αφράστως σαρκωθέντος Θεού και Σωτήρος ημών Χριστού. Αμήν.

Ωδή ζ’. Ο Ειρμός.

«Ουκ ελάτρευσαν, τη κτίσει οι θεόφρονες, παρά τον Κτίσαντα, αλλά πυρός απειλήν ανδρείως πατήσαντες, χαίροντες έψαλλον˙ Υπερύμνητε, ο των Πατέρων Κύριος και Θεός ευλογητός ει. (Δις).

Κατελήλυθεν, εξ ουρανού ο Άγγελος, θείω προστάγματι, εν όρει των Ελαιών, και σοι ανεβόησε, Παρθένε Άχραντε˙ χαίρε Δέσποινα, ότι ο χρόνος ήγγικε, της σης θείας εκδημίας.

Ως εώρων σε, τας κορυφάς υπέκλιναν, τα δένδρα Δέσποινα, εν όρει των Ελαιών˙ διο σου τα θαύματα, τα υπέρ έννοιαν, μεγαλύνομεν˙ ότι Θεόν γεγέννηκας, ανακτώμενον τον κόσμον.

Γη ευφραίνεται, και ουρανός αγάλλεται, τη Μεταστάσει σου, Μήτερ του ζώντος Θεού˙ ο μεν γαρ σε κέκτηται, υπεραστράπτουσαν, η δε άνωθεν, παρά της σης χρηστότητος, θείον έλεος λαμβάνει.

Ευφημούμέν σε, πιστώς προεορτάζοντες, της σης Κοιμήσεως, την ιεράν εορτήν, εν τόπω συντρέχοντες, όπου εισδέδεξαι, την χαρμόσυνον, ομφήν Θεογεννήτρια, του Υιού σου δι’ Αγγέλου.

Ωδή η’. Ο Ειρμός.

«Παίδες ευαγείς εν τη καμίνω, ο τόκος της Θεοτόκου διεσώσατο, τότε μεν τυπούμενος, νυν δε ενεργούμενος, την οικουμένην άπασαν αγείρει ψάλλουσαν˙ Τον Κύριον υμνείτε τα έργα, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας. (Δις).

Ρήσεων των θείων του Αγγέλου, εν τόπω εν ώ προσηύχου επακούσασα, σεαυτήν ητοίμασας, Κόρη προς την έξοδον, και χαίρουσα ανέδραμες προς τα ουράνια, και έστηκας Αγνή δεξιόθεν, του παμβασιλέως, και Κτίστου και Υιού σου.

Άνωθεν ελθών σοι ανεβόα, εν όρει του Ελαιώνος ο Αρχάγγελος˙ Δέσποινα Πανύμνητε, ο καιρός ελήλυθε, της σης προς τα ουράνια ανόδου Άχραντε˙ και ήρθης μετά δόξης αρρήτου, δορυφορουμένη, υπό χορών Αγίων.

Σώμά σου το θείον κατετέθη, εν τάφω Γεθσημανή Παρθένε Άχραντε, μετά τρεις ημέρας δε, προς τα επουράνια, ανήλθε και παρέστηκας τω σω Υιώ και Θεώ, πρεσβεύουσα αεί Θεοτόκε, υπέρ των υμνούντων, την θείαν Κοίμησίν σου.

Ίλεως ημίν γενού Παρθένε, αστάτω φρενί τοις παραβαίνουσι, του Υιού σου Δέσποινα, τα θεία προστάγματα, ίνα εν καθαρότητι νοός δοξάζωμεν, την θείαν σου Μετάστασιν Κόρη, δι’ ης προς τα άνω, βασίλεια ανήλθες.

Τιμιωτέρα ου στιχολογείται.

Ωδή θ’. Ο Ειρμός.

«Άπας γηγενής, σκιρτάτω τω πνεύματι, λαμπαδουχούμενος˙ πανηγυριζέτω δε, αΰλων Νόων, φύσις γεραίρουσα, την ιεράν πανήγυριν, της Θεομήτορος, και βοάτω˙ Χαίροις παμμακάριστε˙ Θεοτόκε Αγνή, αειπάρθενε.

Μνήμην την σεπτήν, της σης Μεταστάσεως προεορτάζοντες, Κόρη Παντευλόγητε, χαριστηρίους ύμνους σοι άδομεν, και τα των μεγαλείων σου ξένα θαυμάσια, ανυμνούμεν˙ ότι ανελήλυθας, τω Υιώ  σου ως πάντων Βασίλισσα.

Όμβρησον ημίν, της σης αγαθότητος ψεκάδας άνωθεν, Κόρη Παντευλόγητε, τοις την σεπτήν σου και θείαν Κοίμησιν, φαιδρώς προεορτάζουσιν, ωδαίς και άσμασιν, εν τω τόπω, ένθα σοι εφέστηκεν, ουρανόθεν ο άγιος Άγγελος.

Ύμνησαν την σην, αγίαν Μετάστασιν, Αγγέλων τάγματα, προπομπήν ποιούμενα, εν ευλαβεία και δέει Πάναγνε, ως Βασιλίσση πάντων σοι και πάντες άνθρωποι, οι σωθέντες, δια σου βοώμέν σοι˙ χαίρε κόσμου θερμόν καταφύγιον.

Ύδωρ της ζωής, νεφέλη θεόδροσε, καμοί υέτισον, φλεγομένω Πάναγνε, εν τη καμίνω πάσης φαυλότητος, και μετανοία ίθυνον προς θείαν τρίβον με, αναξίοις χείλεσιν υμνήσαντα, Θεοτόκε την θείαν σου Κοίμησιν.

«Άπας γηγενής, σκιρτάτω τω πνεύματι, λαμπαδουχούμενος˙ πανηγυριζέτω δε, αΰλων Νόων, γεραίρουσα, την ιεράν πανήγυριν, της Θεομήτορος, και βοάτω˙ Χαίροις παμμακάριστε, Θεοτόκε Αγνή, αειπάρθενε.

Εξαποστειλάριον. Γυναίκες ακουτίσθητε.

Απ’ ουρανού ο Άγγελος, του σου Υιού προστάγματι, του Ελαιώνος, τω όρει, κατέπτη σοι Θεοτόκε, και χαίρέ σοι εβόησεν˙ ότι προς τα ουράνια, ο σος Υιός και Κύριος, καλεί σε οία Μητέρα, αυτώ συνείναι Παρθένε.

Έτερον. Ο ουρανόν τοις άστροις.

Ο Βασιλεύς των όλων, προς βασιλείαν ουρανών, ο Γαβριήλ σοι εβόα, κατέρχεται παραλαβείν, ώσπερ αυτού σε Μητέρα, υπερφυώς σε δοξάζων.

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΝΟΥΣ.

Ιστώμεν στίχους δ’. και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.

Ήχος α’. Των ουρανίων ταγμάτων.

Εξ ουρανίων αψίδων Παρθένε Άχραντε, ο Γαβριήλ κατέπτη, Ελαιών εν τω όρει, κα ήγγειλέ σοι Κόρη πανευλαβώς, την σεπτήν σου Μετάστασιν, ου την ανάμνησιν άγοντες οι πιστοί, μεγαλύνομέν σε Δέσποινα.

Εν τόπω ένθα προσηύχου προς τον Υιόν σου Αγνή, εδέξω ουρανόθεν, την φωνήν την αγίαν, ανόδου σου της θείας προς ουρανόν, εν ω πίστει συντρέχοντες, ωδάς και ύμνους  προσάδομεν ευλαβώς, τη Κοιμήσει σου Πανάχραντε.

Των Ελαιών εν τω όρει ανερχομένης σου, αι κορυφαί των δένδρων, σοι υπέκλιναν Κόρη, το μέγιστον αξίωμα αληθώς, όπερ έσχες εκφαίνουσαι˙ του Ποιητού γαρ των όλων Μήτηρ Αγνή, Θεοτόκε εχρημάτισας.

Τοις εν τω χώρω Παρθένε της σης σεπτής προσευχής, προσπίπτουσιν εν φόβω, Ελαιών εν τω όρει, και μέλπουσιν εν πίστει την ιεράν, προς Θεόν σου Μετάστασιν, δίδου την χάριν συο άνωθεν δαψιλώς, και πταισμάτων απολύτρωσιν.

Δόξα, και νυν. Ήχος πλ. α’.

Ως τον Θεόν τεκούσα, ξένων μυστηρίων διάκονος ώφθης, Θεοτόκε Παρθένε˙ η γαρ αρχαία του Πατρός βουλή, εν σοι πέρας είληψε˙ τον γαρ άναρχον Υιόν και Λόγον σωματώσασα, της πάλαι κατάρας, τον άνθρωπον ερρύσω˙ και προς τα άνω μέλλουσα μετατεθήναι, απ’ ουρανού εδέξω, της ανόδου το μήνυμα, εν τω όρει των Ελαιών. Άλλ’ ώ Πανύμνητε Κόρη, μη παύση πρεσβεύουσα, σώζεσθαι ημάς, τους αεί σε μεγαλύνοντας.

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΣΙΣ.

 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ

Τα συνήθη. Απόστολον και Ευαγγέλιον της 15ης Αυγούστου.

Κοινωνικόν.

Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού, Αλληλούϊα.

Μεγαλυνάριον.

Χαίρέ σοι εβόα ο Γαβριήλ, κατελθών εν όρει, Ελαιώνος Μήτερ Θεού˙ ότι μετά δόξης, ανέρχη τω Υιώ σου, ως βασιλίς των όλων, Παρθένε Άχραντε.

Δίστιχον.

Δέχου ώ Πανάχραντε και τόνδε τον ύμνον

Ον σοι ο ικέτης σου Γεράσιμος άδει.

 

  Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη. 

 

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΥΦΑΝΤΗ

Εισαγωγικά.Το παρακάτω άρθρο του  Δρ Απόστολου Βετσόπουλου, Σχολικού  Συμβούλου Φιλολόγων, είναι αφιερωμένο στον μακαριστό πλέον  Αρτινό Υμνωδό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Σπυρίδωνα Υφαντή,τον εξ Άρτης. Γράφτηκε μετά από την πρότασή μας, ως ελάχιστο φόρο  τιμής στην μεγάλη προσφορά του μακαριστού ιεροψάλτη. Ευχαριστούμε τον κ.Απόστολο Βετσόπουλο  για τον κόπο του.Ευχόμαστε η Πρόνοια του Αγίου Τριαδικού Θεού να αναδεικνύει ψάλτες με τις ικανότητες και το ήθος του μακαριστού Σπυρίδωνα Υφαντή.Αυτόν δε να τον κατατάξει «εν σκηναίς δικαίων»,ως υμνωδό  πλέον στο Υπερουράνιο θυσιαστήριο.

πρωτ.Δημήτριος Αθανασίου

ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΥΦΑΝΤΗ

Η αγάπη προς τους δασκάλους αποτέλεσε το χρέος για να αφήσω μερικές πινελιές θύμησης και νοσταλγίας, τιμώντας τον Άρχοντα Υμνωδό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Σπυρίδωνα Υφαντή ο οποίος ορμώμενος στην κυριολεξία από το Νεοχωράκι Άρτας, όπου γεννήθηκε το 1937, αλλά ακμάσας ως μουσικός και παιδαγωγός σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας, όπως στην Αθήνα, το Καρπενήσι, το Αγρίνιο, το Αίγιο, τη Λευκάδα, την Άρτα και τα Γιάννενα απεδήμησε στας αιωνίους μονάς στις 24 Φεβρουαρίου 2017 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο των Ιωαννίνων, όπου νοσηλευόταν.

Θυμάμαι ότι από δέκα χρονών έψαλα στα αναλόγια, ακολουθώντας τους ψάλτες και από δώδεκα χρονών ασχολήθηκα με τη Βυζαντινή μουσική, έχοντας ακούσματα μεγάλων ψαλτών, όπως ήταν ο «όντως» άρχων Θρασύβουλος Στανίτσας ο οποίος για τρία συνεχόμενα έτη 1970, 1971 και 1972 έψαλε την Κυριακή της Πεντηκοστής και τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος στην Αγία Τριάδα Αγρινίου με ισοκράτη τον Γιάννου με τα σγουρά τύπου αφάνας μαλλιά, καλεσμένος από τον αείμνηστο παπα-Γιώργη Καλακανίδα. Ο παπα-Γιώργης Καλακανίδας, αφού διακόνησε για λίγα χρόνια το ναό, στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, προφανώς για οικογενειακούς λόγους, ενώ από τον ίδιο προμηθευτήκαμε το εξαίρετο μουσικό «Τριώδιο» του Στανίτσα, τυπωμένο το 1969.

Στο δεξιό αναλόγιο του ιερού ναού της Αγίας Τριάδος έβλεπα τον Στανίτσα από ψηλά, από τον γυναικωνίτη του ναού, καθώς εκκλησιαζόμουν μαζί με τη μητέρα μου και τα αδέρφια μου από την ηλικία των εννέα χρόνων. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση η καλλικέλαδη φωνή του, ο ιδιαίτερος τρόπος ψαλσίματός του και το παράστημά του. Στη ίδια εκκλησία, επίσης,  πηγαίναμε με το 3ο Δημοτικό σχολείο, που βρίσκεται δίπλα στο ναό, το Σάββατο για να λειτουργηθούμε, όπου στο δεξιό αναλόγιο έψαλε περιστασιακά ο διευθυντής μας Κωνσταντίνος Ζώης με συνοδεία μικρών μαθητών και ανάμεσά τους ήμουνα κι εγώ μαθητής της Πέμπτης δημοτικού.

Έγινε η αναφορά αυτή στη σύνδεση του Στανίτσα με το Αγρίνιο για να επισημανθεί ότι ο Υφαντής πλησίασε σε πολύ μεγάλο βαθμό το ύφος του Στανίτσα και διατηρούσε σύνδεσμο μαζί του, αφού όταν πήγα στην Αθήνα για σπουδές το 1980 με έστειλε στον Άρχοντα πρωτοψάλτη Στανίτσα, όπου έψαλλε στον Άγιο Δημήτριο Αμπελοκήπων. Επίσης, όταν ο Στανίτσας λόγω ασθενείας αποχώρησε από το αναλόγιο το 1985, έγινε πρόταση στον Υφαντή για να τον διαδεχθεί, προφανώς ύστερα από σύσταση του Στανίτσα, αλλά ο Σπύρος επέλεξε τη Μητρόπολη του Αιγίου για οικογενειακούς ή και άλλους λόγους, αποφεύγοντας τη μετεγκατάσταση στην πρωτεύουσα. Τίποτε δεν είναι τυχαίο.

Μια Κυριακή του Σεπτεμβρίου (πιθανώς) του 1974 στο αριστερό ψαλτήρι του ενοριακού ναού του Αγίου Γεωργίου στο Αγρίνιο έψαλε ένας νέος ψάλτης ο οποίος ήρθε για να δοκιμαστεί. Καθώς συμμετείχα στο χορό του δεξιού αναλογίου ως μαθητής της δευτέρας Γυμνασίου και της βυζαντινής μουσικής, μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση και είπα μέσα μου: «αυτός ο ψάλτης δεν κάνει για αριστερός, αλλά για δεξιός». Τρία χρόνια αργότερα, έμαθα ότι λεγόταν Σπυρίδων Υφαντής, όταν χρειάστηκε να αναζητήσω έναν δεύτερο δάσκαλο στη Βυζαντινή μουσική, ύστερα από την μετεγκατάσταση στην Αθήνα του πρώτου δασκάλου μου Γεωργίου Νάκου, λόγω σπουδών των παιδιών του. Ο Υφαντής σπούδασε βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική, παίζοντας και ακορντεόν, αλλά καλλιέργησε την πρώτη. Υπήρξε παιδαγωγός δάσκαλος, αλλά και δάσκαλος της μουσικής τέχνης του Βυζαντίου, εκκλησιαστικής και κοσμικής. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου στην Ματαράγκα της Μακρυνείας με τα εντοιχισμένα κιούπια για καλύτερη ακουστική, όπου έψαλλε στην Κατοχή για δύο έτη ο μετέπειτα για πολλά έτη Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Αθανασίου της πόλης των Ιωαννίνων Σωτήριος Τάττης τον οποίο και διαδέχτηκε ο Σπυρίδων Υφαντής στην τελευταία του θέση το 1990, θα γίνει ο αναβαθμός της ψαλτικής τέχνης του Σπυρίδωνα Υφαντή προς την κατάκτηση της κορυφής (1976-1985). Η ιδιαιτέρως, φιλόμουσος κοινωνία της περιοχής Μακρυνείας με τη δημοτική της παράδοση και του Αγρινίου αγκάλιασε με περισσή αγάπη τον δάσκαλο των παιδιών της και πρωτοψάλτη Σπυρίδωνα Υφαντή ο οποίος με τη σειρά του θα ανταποδώσει τη λατρεία του κόσμου, όταν μετά από είκοσι έτη θα προσκληθεί να ψάλλει στο πανηγύρι της εορτής των πρωτο-κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου Παύλου του κοντινού χωριού Ζευγαράκι το 2007, όπου υπηρετούσα ως δεξιός ιεροψάλτης, θα συρρεύσει πολύς κόσμος για να τον τιμήσει από τα γύρω χωριά της Μακρυνείας και ιδιαίτερα από την Ματαράγκα και στο τέλος όλοι, πλήθος κόσμου και πιστών, πήγαν και τον χαιρέτησαν, εκφράζοντας την αγάπη τους προς το πρόσωπό του.

Το 1978, πριν να αρχίσει η ακολουθία των Χαιρετισμών στο ναό του Αγίου Γεωργίου Ματαράγκας, συναντήσαμε μέσα στο ιερό τον βλοσυρό και απόμακρο Επιθεωρητή της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ο οποίος ήρθε προφανώς για να ελέγξει τον Υφαντή, αν θα έψαλλε, επειδή πριν από ένα μήνα είχε κάνει εγχείρηση στις φωνητικές χορδές και τελείωνε η άδειά του. Όμως, θυμάμαι, ήμουνα εκεί μαζί του και σχεδόν έψαλλα μόνος μου όλον τον κανόνα.  Δεν πρόσεχε τη φωνή του ο Σπύρος, τα έδινε «όλα» στο αναλόγιο, στο σχολείο, στις χορωδίες και στη διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής σε μαθητές. Έρχονταν στις διάφορες ακολουθίες φιλόμουσοι και κάθονταν στα διπλανά στασίδια και τις καρέκλες για να μυρίσουν τα ηχοχρώματα και τις εξαίσιες συνθέσεις του πρωτοψάλτη και μας προσκαλούσαν στα γιορτινά τραπέζια ύστερα από την εκκλησία για ψυχική και πνευματική ευωχία. Δεν υπήρχε Κυριακή που να μην φτάναμε στο Αγρίνιο μετά το μεσημέρι. Αρκετοί φίλοι και φιλόμουσοι με προεξάρχοντα τον αείμνηστο Μελέτη Σαλάπα επιζητούσαν την παρέα του Σπύρου. Ο Μελέτης, εντρυφώντας στην πλούσια δημοτική και εκκλησιαστική μας παράδοση, μετέδιδε σπάνια ποιήματα και τραγούδια. Μια ποιητική σύνθεση του Ανθίμου του Αρχιδιακόνου του Εφεσιομάγνους, για μια ευϊδή και καλλίπαρρον νέα του Αιτωλικού, που μου μετέφερε ο Μελέτης, ήταν και η εξής: «Την είδατε την Πινελιώ με την ελιά στο μάγουλο…». Χωρίς να είναι υπερβολή, αλλά αληθινή αντανάκλαση της πραγματικότητας, τόσο ο Στανίτσας όσο και ο Υφαντής έκαναν ανθρώπους «χριστιανούς», όπως μερικοί έλεγαν, αφού η μουσική δεινότητα των δύο στην εκτέλεση της βυζαντινής μουσικής, τους συνέπαιρνε σε άλλη ατμόσφαιρα και μετήλλασσεν τον ψυχισμό τους.

Από εκεί, η φήμη του Υφαντή θα απλωθεί σε όλη την Ελλάδα, αφού θα τον ανακαλύψει ο Λυκούργος Αγγελόπουλος και θα τον παρουσιάζει για αρκετό καιρό στην εκπομπή του στο Τρίτο Πρόγραμμα του Κρατικού Ραδιοφώνου της ΕΡΤ, ψάλλοντας αίνους και δοξαστικά. Εξάλλου, τον Υφαντή προσκαλούσαν για αρκετά χρόνια να ψάλλει σε πανηγυρίζοντες ιερούς ναούς στην Κυπαρισσία, Αθήνα, Άρτα, Αγρίνιο και αλλαχού. Όταν ήμουν φοιτητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1982 τον προσκάλεσαν να ψάλλει σε πανηγυρίζοντα ιερό ναό των Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης στην περιοχή της Βορειοδυτικής Αττικής, όπου χιλιάδες πιστών, μητροπολιτών, υπουργών, αρχόντων και λαού, ακολούθησαν την λιτανεία της ιεράς εικόνας των αγίων. Ο Σπυρίδων Υφαντής στο Αγρίνιο επανίδρυσε το Σύλλογο Ιεροψαλτών και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 επαναλειτούργησε τη Σχολή της Βυζαντινής μουσικής η οποία σταμάτησε να λειτουργεί, όταν ο Νάκος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1977. Δεν ήταν υπερόπτης, αλλά απλός, συναινετικός και συγκαταβατικός χαρακτήρας και δεν του άρεσαν οι ίντριγκες και οι μηχανισμοί εξουσίας. Βρέθηκε με την αξία του, εκεί που έφτασε. Στο Αγρίνιο συνέβη και το εξής γεγονός: Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ιερού ναού της Αγίας Τριάδας είχε αποφασίσει την πρόσληψή του στη κενή θέση του δεξιού ιεροψάλτη και ο Υφαντής πήγε στην εκκλησία την Κυριακή το πρωΐ για να ψάλλει, του ανακοινώθηκε από τον ιερέα ότι τελικά δεν θα προσληφθεί κατά διαταγή «άνωθεν». Βλέποντας την μετέπειτα πορεία του Υφαντή, που αγαπούσε το Αγρίνιο, καθ΄ ομολογίαν η πόλη και η περιοχή Αγρινίου έχασε από την απουσία του, όταν μετοίκισε στο Αίγιο το 1985, όπου ανέλαβε πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού ναού, ενώ το 1987 ίδρυσε τη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής Αιγιαλείας της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, που λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Αναρωτιέται κανείς ο Υφαντής δεν έκανε για ιεροψάλτης ενός ενοριακού ναού του Αγρινίου και ήταν άξιος για τη Μητρόπολη της πόλης του Αιγίου;

Την τελευταία εικοσιπενταετία (1990-2015), που έψαλλε στη Μητρόπολη Ιωαννίνων, υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι επισκέπτονταν τα Γιάννενα μόνο και μόνο για να ακούσουν και να συνομιλήσουν με τον Σπύρο Υφαντή. Κάθε τόπος για να πάει μπροστά και να καλλιεργηθεί πνευματικά έχει ανάγκη από μορφές και προσωπικότητες, όπως ήταν ο Υφαντής ο οποίος κινητοποιούσε όλους με τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους. Εκτός από εξαίρετος πρωτοψάλτης, ο Υφαντής υπήρξε δάσκαλος και χοράρχης της Βυζαντινής Μουσικής, αφήνοντας πολλούς μαθητές στις περιοχές του έψαλλε και δίδαξε. Υπηρέτησε τα αναλόγια των ιερών ναών της Αγίας Βαρβάρας Αργυρουπόλεως (1967-1972) και του Αγίου Σώστη (1972-1974) στην Αθήνα, της Αγίας Τριάδας Παναιτωλίου (1975-1976) και του Αγίου Γεωργίου Ματαράγκας (1976-1985) στην Αιτωλοακαρνανία, του Μητροπολιτικού Ναού της Παναγίας της Φανερωμένης (1985-1990) στο Αίγιο και του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αθανασίου (1990-2015) στα Ιωάννινα, εκτός από τη χρονιά 1997-1998, όπου έψαλλε στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου στην Άρτα. Το 2004 απονεμήθηκε επαξίως στον Σπύρο Υφαντή το Οφίκιο του Άρχοντος Υμνωδού της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (Μ.τ.Χ.Ε.) από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης Βαρθολομαίο ως ύψιστη αναγνώριση της πολυσχιδούς προσφοράς του στη Βυζαντινή Μουσική και την Εκκλησία. Εκτιμώντας την πορεία και την τεράστια προσφορά του στην εκπαίδευση και στην ψαλτική τέχνη, αξίζει να του πούμε ένα πολύ μεγάλο «ευχαριστώ».

Τέλος, ευχόμαστε και ελπίζουμε ο αγαπητός φίλος και δάσκαλος Σπυρίδων, αναπαυόμενος στις σκηνές του ουράνιου Παραδείσου, να προσεύχεται για τη σωτηρία μας. Αιωνία η Μνήμη σου, αγαπημένε αδελφέ Σπύρο στη μακαρία ζωή. Μας λείπεις αληθινά!

Διακαινήσιμος Εβδομάς του Πάσχα 2017                                                                                                                                                             Με εκτίμηση

Δρ Απόστολος Βετσόπουλος

Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων

Η Τριθέκτη: άγνωστη χριστουγεννιάτικη ακολουθία.




 

«Κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο και μέχρι την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους (1204) οι ιερές ακολουθίες τελούνταν σύμφωνα με δύο Τυπικά: το Ενοριακό, που προέρχεται από την παράδοση της Αντιόχειας, για τις ενορίες των πόλεων και της υπαίθρου και το Μοναστικό, που προέρχεται από την παράδοση των Ιεροσολύμων, για τα μοναστήρια.

Μια από τις ακολουθίες του Κοσμικού Τυπικού ήταν η Τριθέκτη, που τελούνταν τις μεσημβρινές ώρες κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή. Η ακολουθία αυτή περιλαμβάνει μόνο ψαλμούς και συναπτές δεήσεις και ευχές κι όχι τροπάρια που αναφέρονται στις διάφορες εορτές. Κατά σειράν η ακολουθία περιλαμβάνει τρεις ομάδες Αντιφώνων, Τροπάριο της Προφητείας (που είναι σχετικό με την εορτή των Χριστουγέννων), το μεσσιανικό (σχετικό με την έλευση του Μεσσία) Ανάγνωσμα της Προφητείας που απαγγέλλεται εμμελώς, κατά την αρχαία τάξη, τα ανάλογου περιεχομένου προκείμενα, τις δεήσεις υπέρ των Κατηχουμένων, την εκτενή δέηση και τις ευχές της απόλυσης και της κεφαλοκλισίας. Η Ακολουθία αρχίζει με την τριαδική Δοξολογία «Ευλογημένη η βασιλεία…» και τελειώνει με το ειρηνικό κέλευσμα «Εν ειρήνη προέλθωμεν»

Η ονομασία Τριθέκτη αυτής της σύντομης Ακολουθίας προέρχεται από την ώρα κατά την οποία ετελείτο, μεταξύ δηλαδή της τρίτης και της έκτης ώρας της ημέρας, της σημερινής ενάτης μέχρι δωδεκάτης μεσημβρινής περίπου. Η δομή της είναι ανάλογη με το πρώτο μέρος της θείας Λειτουργίας έως τα κατηχούμενα και τις ευχές των πιστών. Ήταν, όπως σημειώνει ο μακαριστός καθηγητής Ιωάννης Φουντούλης, ο οποίος πρώτος εξέδωσε για λειτουργική χρήση αυτή την Ακολουθία, «ένα υποκατάστατο της θείας Λειτουργίας, μία Λειτουργία χωρίς Λειτουργία, χωρίς την προσφορά των δώρων και την τέλεση του μυστηρίου».

Μετά την έναρξη της Ακολουθίας με το «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» ακολουθούν τρία αντίφωνα, ψαλμοί δηλαδή που ψάλλονται αντιφωνικά, με τις ειδικές εκφωνήσεις και ευχές ενδιάμεσα. Γίνεται στη συνέχεια η Είσοδος, ενδεδυμένου του ιερέα και του διακόνου με πορφυρά άμφια και αναγιγνώσκεται περικοπή από την Παλαιά Διαθήκη. Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Προφήτου Ησαΐου κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ή του Προφήτου Ιεζεκιήλ κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Του αναγνώσματος προηγείται ανάλογο τροπάριο αντί τρισαγίου και το προκείμενο, στοιχεία που εναλλάσσονται. Η Ακολουθία ολοκληρώνεται με την Εκτενή δέηση και τις ευχές υπέρ των κατηχουμένων και υπέρ των πιστών.

Από την εποχή που το Ασματικό Τυπικό αντικαταστάθηκε από τη μοναχική λειτουργική τάξη έπαψε και η τέλεση της Ακολουθίας της Τριθέκτης. Τμήμα της μόνο και συγκεκριμένα το προφητικό ανάγνωσμα από τον Ησαΐα με τα προκείμενά του διασώζεται στη μοναχική Ακολουθία του Τριωδίου και συγκεκριμένα στην Ακολουθία της Έκτης (ΣΤ’) Ώρας. Από την άποψη αυτή μπορούμε να μιλούμε για τη «Μοναχική Τριθέκτη», με τη συμβολική αναφορά πάντοτε στην ανάμνηση του πάθους του Κυρίου και τη σταύρωσή Του, που έγινε κατά την έκτη ώρα. Γι’ αυτό άλλωστε και τα άμφια των τελούντων αυτήν την Ακολουθία είναι πορφυρά, δηλαδή τα κατά την βυζαντινή παράδοση πένθιμα άμφια.

…Στην ακολουθία παρεμβάλλεται η τάξη του Κοντακίου των Χριστουγέννων που περιλαμβάνει τις λησμονημένες προεόρτιες ιαμβικές Καταβασίες «Χριστός εν πόλει Βηθλεέμ βρεφουργείται» σε μέλος αργό ειρμολογικό του σπουδαίου μεταβυζαντινού μελουργού Πέτρου Μπερεκέτη (άκμασε περίπου 1660-1690)και το περίφημο Κοντάκιο των Χριστουγέννων «Η παρθένος σήμερον», ποίημα Ρωμανού του Μελωδού, που περιλαμβάνει και τους 24 Οίκους του Κοντακίου, οι οποίοι απαγγέλλονται από τον χοροστατούντα Αρχιερέα, κατά τον τύπο της απαγγελίας των οίκων του Ακαθίστου.

Η όλη ακολουθία, που επιστημονικά παραδόθηκε ως λειτουργικό κείμενο από τον επιφανή λειτουργιολόγο αοίδιμο Ιωάννη Φουντούλη, αποκαταστάθηκε ψαλτικά με πλήρη σχεδόν μελοποίηση από τον ομότιμο Καθηγητή κ. Γρηγόριο Στάθη και τελέστηκε για πρώτη φορά στον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας παραμονές Χριστουγέννων του 1999.
———————————————————————————————

 

Μηνὶ δεκεμβρίῳ κε͵ κοντάκιον τῆς Χριστοῦ γεννήσεως͵ ἦχος γ͵
φέρον ἀκροστιχίδα·
τοῦ ταπεινοῦ Ρωμανοῦ ὕμνος
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
Ἡ παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει͵
καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει·
ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι͵
μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι·
δι΄ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

1. Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ ἤνοιξε͵ δεῦτε ἴδωμεν·
τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ ηὕραμεν͵ δεῦτε λάβωμεν
τὰ τοῦ παραδείσου ἐντὸς τοῦ σπηλαίου·
ἐκεῖ ἐφάνη ῥίζα ἀπότιστος βλαστάνουσα ἄφεσιν͵
ἐκεῖ ηὑρέθη φρέαρ ἀνόρυκτον͵
οὗ πιεῖν Δαυὶδ πρὶν ἐπεθύμησεν·
ἐκεῖ παρθένος τεκοῦσα βρέφος
τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθὺς τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ·
διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο ἐπειχθῶμεν ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

2. Ὁ πατὴρ τῆς μητρὸς γνώμῃ υἱὸς ἐγένετο͵
ὁ σωτὴρ τῶν βρεφῶν βρέφος ἐν φάτνῃ ἔκειτο·
ὃν κατανοοῦσα φησὶν ἡ τεκοῦσα·
Εἰπέ μοι͵ τέκνον͵ πῶς ἐνεσπάρης μοι ἢ πῶς ἐνεφύης μοι·
ὁρῶ σε͵ σπλάγχνον͵ καὶ καταπλήττομαι͵
ὅτι γαλουχῶ καὶ οὐ νενύμφευμαι·
καὶ σὲ μὲν βλέπω μετὰ σπαργάνων͵
τὴν παρθενίαν δὲ ἀκμὴν ἐσφραγισμένην θεωρῶ·
σὺ γὰρ ταύτην φυλάξας ἐγεννήθης εὐδοκήσας
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

3. ψηλὲ βασιλεῦ͵ τί σοι καὶ τοῖς πτωχεύσασι;
Ποιητὰ οὐρανοῦ͵ τί πρὸς γηΐνους ἤλυθας;
Σπηλαίου ἠράσθης ἢ φάτνῃ ἐτέρφθης;
Ἰδοὺ οὐκ ἔστι τόπος τῇ δούλῃ σου ἐν τῷ καταλύματι·
οὐ λέγω τόπον͵ ἀλλ΄ οὐδὲ σπήλαιον͵
ὅτι καὶ αὐτὸ τοῦτο ἀλλότριον·
καὶ τῇ μὲν Σάρρᾳ τεκούσῃ βρέφος
ἐδόθη κλῆρος γῆς πολλῆς͵ ἐμοὶ δὲ οὐδὲ φωλεός·
ἐχρησάμην τὸ ἄντρον ὃ κατῴκησας βουλήσει͵
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός

4. Τὰ τοιαῦτα ῥητὰ ἐν ἀπορρήτῳ λέγουσα
καὶ τὸν τῶν ἀφανῶν γνώστην καθικετεύουσα͵
ἀκούει τῶν μάγων τὸ βρέφος ζητούντων·
εὐθὺς δὲ τούτοις· Τίνες ὑπάρχετε; ἡ κόρη ἐβόησεν·
οἱ δὲ πρὸς ταύτην· Σὺ γὰρ τίς πέφυκας͵
ὅτι τὸν τοιοῦτον ἀπεκύησας; Τίς ὁ πατήρ σου͵ τίς ἡ τεκοῦσα͵
ὅτι ἀπάτορος υἱοῦ ἐγένου μήτηρ καὶ τροφός;
Οὗ τὸ ἄστρον ἰδόντες συνήκαμεν ὅτι ὤφθη
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

5. κριβῶς γὰρ ἡμῖν ὁ Βαλαὰμ παρέθετο
τῶν ῥημάτων τὸν νοῦν ὧνπερ προεμαντεύσατο͵
εἰπὼν ὅτι μέλλει ἀστὴρ ἀνατέλλειν͵
ἀστὴρ σβεννύων πάντα μαντεύματα καὶ τὰ οἰωνίσματα·
ἀστὴρ ἐκλύων παραβολὰς σοφῶν͵
ῥήσεις τε αὐτῶν καὶ τὰ αἰνίγματα·
ἀστὴρ ἀστέρος τοῦ φαινομένου
ὑπερφαιδρότερος πολύ͵ ὡς πάντων ἄστρων ποιητής͵
περὶ οὗ προεγράφη· ἐξ Ἰακὼβ ἀνατέλλει
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

6. Παραδόξων ῥητῶν ἡ Μαριὰμ ὡς ἤκουσε͵
τῷ ἐκ σπλάγχνων αὐτῆς κύψασα προσεκύνησε
καὶ κλαίουσα εἶπε· Μεγάλα μοι͵ τέκνον͵
μεγάλα πάντα ὅσα ἐποίησας μετὰ τῆς πτωχείας μου·
ἰδοὺ γὰρ μάγοι ἔξω ζητοῦσί σε·
τῶν ἀνατολῶν οἱ βασιλεύοντες τὸ πρόσωπόν σου ἐπιζητοῦσι͵
καὶ λιτανεύουσιν ἰδεῖν οἱ πλούσιοι τοῦ σοῦ λαοῦ·
ὁ λαός σου γὰρ ὄντως εἰσὶν οὗτοι οἷς ἐγνώσθης͵
παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

__________________
«οὔ τοι συνέχθειν͵ ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν» (Σοφοκλ. Ἀντιγόνη 523) ( = η φύση μου είναι να έχω κοινούς φίλους, όχι κοινούς εχθρούς)

  1. πειδὴ οὖν λαὸς σός ἐστι͵ τέκνον͵ κέλευσον
    ὑπὸ σκέπην τὴν σὴν γένωνται͵ ἵνα ἴδωσι
    πενίαν πλουσίαν͵ πτωχείαν τιμίαν·
    αὐτόν σε δόξαν ἔχω καὶ καύχημα· διὸ οὐκ αἰσχύνομαι·
    αὐτὸς εἶ χάρις καὶ ἡ εὐπρέπεια
    τῆς σκηνῆς κἀμοῦ· νεῦσον εἰσέλθωσιν·
    οὐδέν μοι μέλει τῆς εὐτελείας·
    ὡς θησαυρὸν γὰρ σὲ κρατῶ͵ ὃν βασιλεῖς ἦλθον ἰδεῖν͵
    βασιλέων καὶ μάγων ἐγνωκότων ὅτι ὤφθης͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.
  2. 8. ησοῦς ὁ Χριστὸς ὄντως τε καὶ Θεὸς ἠμῶν
    τῶν φρενῶν ἀφανῶς ἥψατο τῆς μητρὸς αὐτοῦ͵
    Εἰσάγαγε͵ λέγων͵ οὓς ἤγαγον λόγῳ·
    ἐμὸς γὰρ λόγος οὗτος ὃς ἔλαμψε τοῖς ἐπιζητοῦσί με·
    ἀστὴρ μέν ἐστιν πρὸς τὸ φαινόμενον͵
    δύναμις δέ τις πρὸς τὸ νοούμενον·
    συνῆλθε μάγοις ὡς λειτουργῶν μοι͵
    καὶ ἔτι ἵσταται πληρῶν τὴν διακονίαν αὐτοῦ
    καὶ ἀκτῖσι δεικνύων τὸν τόπον ὅπου ἐτέχθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός9. Νῦν οὖν δέξαι͵ σεμνή͵ δέξαι τοὺς δεξαμένους με·
    ἐν αὐτοῖς γὰρ εἰμὶ ὥσπερ ἐν ταῖς ἀγκάλαις σου·
    καὶ σοῦ οὐκ ἀπέστην κἀκείνοις συνῆλθον.
    Ἡ δὲ ἀνοίγει θύραν καὶ δέχεται τῶν μάγων τὸ σύστημα·
    ἀνοίγει θύραν ἡ ἀπαράνοικτος
    πύλη͵ ἣν Χριστὸς μόνος διώδευσεν·
    ἀνοίγει θύραν ἡ ἀνοιχθεῖσα
    καὶ μὴ κλαπεῖσα μηδαμῶς τὸν τῆς ἁγνείας θησαυρόν·
    αὐτὴ ἤνοιξε θύραν͵ ἀφ΄ ἧς ἐγεννήθη θύρα͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    10.Οἱδὲ μάγοι εὐθὺς ὥρμησαν εἰς τὸν θάλαμον͵
    καὶ ἰδόντες Χριστὸν ἔφριξαν͵ ὅτι εἴδοσαν
    τὴν τούτου μητέρα͵ τὸν ταύτης μνηστῆρα͵
    καὶ φόβῳ εἶπον· Οὗτος υἱός ἐστιν ἀγενεαλόγητος;
    Καὶ πῶς͵ παρθένε͵ τὸν μνηστευσάμενον
    βλέπομεν ἀκμὴν ἔνδον τοῦ οἴκου σου;
    Οὐκ ἔσχε μῶμον ἡ κύησις σου·
    μὴ ἡ κατοίκησις ψεχθῇ συνόντος σοι τοῦ Ἰωσήφ·
    πλῆθος ἔχεις φθονούντων ἐρευνώντων ποῦ ἐτέχθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    11. πομνήσω ὑμᾶς͵ μάγοις Μαρία ἔφησε͵
    τίνος χάριν κρατῶ τὸν Ἰωσὴφ ἐν οἴκῳ μου·
    εἰς ἔλεγχον πάντων τῶν καταλαλούντων·
    αὐτὸς γὰρ λέξει ἅπερ ἀκήκοε περὶ τοῦ παιδίου μου·
    ὑπνῶν γὰρ εἶδεν ἄγγελον ἅγιον
    λέγοντα αὐτῷ πόθεν συνέλαβον·
    πυρίνη θέα τὸν ἀκανθώδη
    ἐπληροφόρησε νυκτὸς περὶ τῶν λυπούντων αὐτόν·
    δι΄ αὐτὸ σύνεστί μοι Ἰωσὴφ δηλῶν ὡς ἔστι
    παιδίον νέον ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    12. Ρητορεύει σαφῶς ἅπαντα ἅπερ ἤκουσεν·
    ἀπαγγέλλει τρανῶς ὅσα αὐτὸς ἑώρακεν
    ἐν τοῖς οὐρανίοις καὶ τοῖς ἐπιγείοις·
    τὰ τῶν ποιμένων͵ πῶς συνανύμνησαν πηλίνοις οἱ πύρινοι·
    ὑμῶν τῶν μάγων͵ ὅτι προέδραμεν
    ἄστρον φωταυγοῦν καὶ ὁδηγοῦν ὑμᾶς·
    διὸ ἀφέντες τὰ προρρηθέντα͵
    ἐκδιηγήσασθε ἡμῖν τὰ νῦν γενόμενα ὑμῖν͵
    πόθεν ἥκατε͵ πῶς δὲ συνήκατε ὅτι ὤφθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

__________________
«οὔ τοι συνέχθειν͵ ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν» (Σοφοκλ. Ἀντιγόνη 523) ( = η φύση μου είναι να έχω κοινούς φίλους, όχι κοινούς εχθρούς)

 

  1. ς δὲ ταῦτα αὐτοῖς ἡ φαεινὴ ἐλάλησεν͵
    οἱ τῆς ἀνατολῆς λύχνοι πρὸς ταύτην ἔφησαν·
    Μαθεῖν θέλεις πόθεν ἠλύθαμεν ὧδε;
    Ἐκ γῆς Χαλδαίων͵ ὅθεν οὐ λέγουσι· θεὸς θεῶν κύριος͵
    ἐκ Βαβυλῶνος͵ ὅπου οὐκ οἴδασιν
    τίς ὁ ποιητὴς τούτων ὧν σέβουσιν·
    ἐκεῖθεν ἦλθε καὶ ἦρεν ἡμᾶς
    ὁ τοῦ παιδίου σου σπινθὴρ ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ περσικοῦ·
    πῦρ παμφάγον λιπόντες͵ πῦρ δροσίζον θεωροῦμεν͵
    παιδίον νέον͵ τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν. 14. Ματαιότης ἐστὶ ματαιοτήτων ἅπαντα͵
    ἀλλ΄ οὐδεὶς ἐν ἡμῖν ταῦτα φρονῶν εὑρίσκεται·
    οἱ μὲν γὰρ πλανῶσιν͵ οἱ δὲ καὶ πλανῶνται·
    διό͵ παρθένε͵ χάρις τῷ τόκῳ σου δι΄ οὗ ἐλυτρώθημεν
    οὐ μόνον πλάνης͵ ἀλλὰ καὶ θλίψεως
    τῶν χωρῶν πασῶν ὧνπερ διήλθομεν͵
    ἐθνῶν ἀσήμων͵ γλωσσῶν ἀγνώστων͵
    περιερχόμενοι τὴν γῆν καὶ ἐξερευνῶντες αὐτὴν
    μετὰ λύχνου τοῦ ἄστρου͵ ἐκζητοῦντες ποῦ ἐτέχθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός. 15 λλ΄ ὡς ἔτι αὐτὸν τοῦτον τὸν λύχνον εἴχομεν͵
    τὴν Ἰερουσαλὴμ πᾶσαν περιωδεύσαμεν͵
    πληροῦντες εἰκότως τὰ τῆς προφητείας·
    ἠκούσαμεν γὰρ ὅτι ἠπείλησε Θεὸς ἐρευνᾶν αὐτήν·
    καὶ μετὰ λύχνου περιηρχόμεθα͵ θέλοντες εὑρεῖν μέγα δικαίωμα·
    ἀλλ΄ οὐχ εὑρέθη͵ ὅτι ἐπήρθη ἡ κιβωτὸς αὐτῆς
    μεθ΄ ὧν συνεῖχε πρότερον καλῶν·
    τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν͵ ἀνεκαίνισε γὰρ πάντα
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    16 Ναί͵ φησί͵ τοῖς πιστοῖς μάγοις Μαρία ἔφησε͵
    τὴν Ἰερουσαλὴμ πᾶσαν περιωδεύσατε͵
    τὴν πόλιν ἐκείνην τὴν προφητοκτόνον;
    Καὶ πῶς ἀλύπως ταύτην διήλθετε τὴν πᾶσι βασκαίνουσαν;
    Ἡρώδην πάλιν πῶς διελάθετε
    τὸν ἀντὶ θεσμῶν φόνων ἐμπνέοντα;
    Οἱ δὲ πρὸς ταύτην φησί· Παρθένε͵
    οὐ διελάθομεν αὐτόν͵ ἀλλ΄ ἐνεπαίξαμεν αὐτῷ·
    συνετύχομεν πᾶσιν ἐρωτῶντες ποῦ ἐτέχθη
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    17. Ὅτε ταῦτα αὐτῶν ἡ Θεοτόκος ἤκουσεν͵
    τότε εἶπεν αὐτοῖς· Τί ὑμᾶς ἐπηρώτησεν
    Ἡρώδης ὁ ἄναξ καὶ οἱ Φαρισαῖοι;
    Ἡρώδης πρῶτον͵ εἶτα͵ ὡς ἔφησας͵ οἱ πρῶτοι τοῦ ἔθνους σου
    τὸν χρόνον τούτου τοῦ φαινομένου
    νῦν ἄστρου παρ΄ ἡμῶν ἐξηκριβώσαντο·
    καὶ ἐπιγνόντες ὡς μὴ μαθόντες
    οὐκ ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ὃν ἐξηρεύνησαν μαθεῖν͵
    ὅτι τοῖς ἐρευνῶσιν ὀφείλει θεωρηθῆναι
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός. 

    18 Ὑπενόουν ἡμᾶς ἄφρονας οἱ ἀνόητοι
    καὶ ἠρώτων͵ φησί· Πόθεν καὶ πότε ἥκατε;
    πῶς μὴ φαινομένας ὡδεύσατε τρίβους;
    Ἡμεῖς δὲ τούτοις ὅπερ ἠπίσταντο ἀντεπηρωτήσαμεν·
    Ὑμεῖς τὸ πάρος πῶς διωδεύσατε ἔρημον πολλὴν ἥνπερ διήλθετε;
    Ὁ ὁδηγήσας τοὺς ἀπ΄ Αἰγύπτου αὐτὸς ὡδήγησε
    καὶ νῦν τοὺς ἐκ Χαλδαίων πρὸς αὐτόν͵
    τότε στύλῳ πυρίνῳ͵ νῦν δὲ ἀστέρι δηλοῦντι
    παιδίον νέον͵ τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.

    19.ἀστὴρ πανταχοῦ ἦν ἡμῶν προηγούμενος
    ὡς ὑμῖν ὁ Μωσῆς ῥάβδον ἐπιφερόμενος͵
    τὸ φῶς περιλάμπων τῆς θεογνωσίας·
    ὑμᾶς τὸ μάννα πάλαι διέθρεψε καὶ πέτρα ἐπότισεν·
    ἡμᾶς ἐλπὶς ἡ τούτου ἐνέπλησε·
    τῇ τούτου χαρᾷ διατρεφόμενοι͵
    οὐκ ἐν Περσίδι ἀναποδίσαι διὰ τὸν ἄβατον ὁδὸν
    ὁδεύειν ἔσχομεν ἐν νῷ͵
    θεωρῆσαι ποθοῦντες͵ προσκυνῆσαι καὶ δοξάσαι
    παιδίον νέον͵ τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν

    20 πὸ τῶν ἀπλανῶν μάγων ταῦτα ἐλέγετο·
    ὑπὸ δὲ τῆς σεμνῆς πάντα ἐπεσφραγίζετο͵
    κυροῦντος τοῦ βρέφους τὰ τῶν ἀμφοτέρων͵
    τῆς μὲν ποιοῦντος μετὰ τὴν κύησιν τὴν μήτραν ἀμίαντον͵
    τῶν δὲ δεικνύντος μετὰ τὴν ἔλευσιν
    ἄμοχθον τὸν νοῦν ὥσπερ τὰ βήματα·
    οὐδεὶς γὰρ τούτων ὑπέστη κόπον͵
    ὡς οὐκ ἐμόχθησεν ἐλθὼν
    ὁ Ἀμβακοὺμ πρὸς Δανιήλ·
    ὁ φανεὶς γὰρ προφήταις ὁ αὐτὸς ἐφάνη μάγοις
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    21 Μετὰ ταῦτα αὐτῶν πάντα τὰ διηγήματα͵
    δῶρα ἦραν χερσὶν μάγοι καὶ προσεκύνησαν
    τῷ δώρῳ τῶν δώρων͵ τῷ μύρῳ τῶν μύρων·
    χρυσὸν καὶ σμύρναν εἶτα καὶ λίβανον Χριστῷ προσεκόμισαν͵
    βοῶντες· Δέξαι δώρημα τρίϋλον͵
    ὡς τῶν Σεραφὶμ ὕμνον τρισάγιον·
    μὴ ἀποστρέψῃς ὡς τὰ τοῦ Κάϊν͵
    ἀλλ΄ ἐναγκάλισαι αὐτὰ ὡς τὴν τοῦ Ἄβελ προσφοράν͵
    διὰ τῆς σε τεκούσης͵ δι΄ ἧς ἡμῖν ἐγεννήθης͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    22 Νέα νῦν καὶ φαιδρὰ βλέπουσα ἡ ἀμώμητος
    μάγους δῶρα χερσὶ φέροντας καὶ προσπίπτοντας͵
    ἀστέρα δηλοῦντα͵ ποιμένας ὑμνοῦντας͵
    τὸν πάντων τούτων κτίστην καὶ κύριον ἱκέτευε λέγουσα·
    Τριάδα δώρων͵ τέκνον͵ δεξάμενος͵
    τρεῖς αἰτήσεις δὸς τῇ γεννησάσῃ σε·
    ὑπὲρ ἀέρων παρακαλῶ σε
    καὶ ὑπὲρ τῶν καρπῶν τῆς γῆς καὶ τῶν οἰκούντων ἐν αὐτῇ·
    διαλλάγηθι πᾶσι͵ δι΄ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    23 Οὐχ ἁπλῶς γάρ εἰμι μήτηρ σου͵ σῶτερ εὔσπλαγχνε·
    οὐκ εἰκῇ γαλουχῶ τὸν χορηγὸν τοῦ γάλακτος͵
    ἀλλὰ ὑπὲρ πάντων ἐγὼ δυσωπῶ σε·
    ἐποίησάς με ὅλου τοῦ γένους μου καὶ στόμα καὶ καύχημα·
    ἐμὲ γὰρ ἔχει ἡ οἰκουμένη σου
    σκέπην κραταιάν͵ τεῖχος καὶ στήριγμα·
    ἐμὲ ὁρῶσιν οἱ ἐκβληθέντες
    τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς͵
    ὅτι ἐπιστρέφω αὐτούς·
    λάβῃ αἴσθησιν πάντα δι΄ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    24 Σῶσον κόσμον͵ σωτήρ· τούτου γὰρ χάριν ἤλυθας·
    στῆσον πάντα τὰ σά· τούτου γὰρ χάριν ἔλαμψας
    ἐμοὶ καὶ τοῖς μάγοις καὶ πάσῃ τῇ κτίσει·
    ἰδοὺ γὰρ μάγοι οἷς ἐνεφάνισας τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου͵
    προσπίπτοντές σοι δῶρα προσφέρουσι
    χρήσιμα͵ καλά͵ λίαν ζητούμενα·
    αὐτῶν γὰρ χρῄζω͵ ἐπειδὴ μέλλω
    ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον μολεῖν καὶ φεύγειν σὺν σοὶ διὰ σέ͵
    ὁδηγέ μου͵ υἱέ μου͵ ποιητά μου͵ πλουτιστά μου͵
    παιδίον νέον͵ ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

    ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩι ΘΕΩι Η ΔΟΞΑ

__________________
ᾨδὴ α’.

Χριστὸς ἐν πόλει Βηθλεὲμ βρεφουργεῖται
τὴν ἡμῶν ὡς εὔσπλαχνος καινουργῶν φύσιν·
προθύμως δεῦτε γηγενεῖς τῇ καρδίᾳ
ᾆσμα μελῳδὸν ᾄσωμεν τῷ Δεσπότῃ·
εἰς αἰῶνας ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.

ᾨδὴ γ’.
Ὑψιμέδων ἄναρχε εὐμενὲς Λόγε,
ἐπίβλεψον πρόσχες μοι δακρυῤῥοούσῃ
ἡ σεπτὴ ἐβόα σοι πρόπαλαι Ἄννα·
ἀλλ᾿ ὡς ἐκείνης ἤκουσας θρηνῳδούσης
καὶ ἡμῶν στερέωσον τὰς φρένας, ἄναξ,
τοῦ ἀξίως ἀνυμνεῖν σε σοῖς γενεθλίοις.

ᾨδὴ δ’.
Ἀββακοὺμ τὴν ἔνδοξόν σου παρουσίαν
αὖθις, Λόγε, προϊδὼν ἐμελῴδει
ἀκήκοα, Δέσποτα, ὅτι ἐξ ὄρους
ἁγίου ἥξεις εἰς βροτῶν σωτηρίαν
καὶ δέους πλήρης γεγονὼς ἀνακράζω
ὡς μεγάλα τὰ ἔργα, Χριστέ μου, τῆς σῆς δόξης.

[Ἀκηκοὼς ὁ προφήτης, Χριστέ, τὴν ἀκοήν σου
ἐφοβήθη, ὅτι μέλλεις ἐκ Παρθένου προελθεῖν.
Καὶ ἐβόησε τρόμῳ· δόξα τῇ δυνάμει σου, Κύριε.]

ᾨδὴ ε’.
Ὦ παντεπόπτα τῶν ἀνάκτων τὸ κλέος
τίς σου τὸ φιλάνθρωπον γηγενῶν οὐ θαυμάσει;
ἐν γῇ γὰρ ὤφθης μὴ λιπὼν τὰ πατρῷα
σήμερον πᾶσαν ἐγκαινίζων τὴν φύσιν
καὶ εἰρήνην ὡς μόνος εἰρηνάρχης βραβεύων.

ᾨδὴ ς’.
Εἰς βυθὸν ἀπωλείας ἡ ταλαίπωρος φύσις
Χριστέ μου Λόγε, καταντήσασα πάλαι
ἔκειτο φεῦ μοι! σκοτεινοῖς ἐν κευθμῶσιν·
ἐπεὶ δὲ τῇ σῇ θεϊκῇ δυναστείᾳ
πρὸς οὐρανῶν μετέβη τὰ τερπνότατα κάλλη·
θύσω σοι, σῶτερ, ἐβόα, θυσίαν αἰνέσεως.

ᾨδὴ ζ’.
Ὡς οἱ παῖδες πάλαι σοι κράζομεν, Λόγε·
γενοῦ σῶν δούλων ἕρκος φύλαξ καὶ σκέπη
καὶ σῶσον πάντας προσβολῆς ἐναντίας
ὅπως ὑμνοῦντές σε σοῖς γενεθλίοις
εἰς αἰῶνας λέγομεν· εὐλογητὸς εἶ.

ᾨδὴ η’.
Νεουργὲ τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ σῶστα
ὑμνεῖ σε πᾶσα μετ᾿ ἀγγέλων ἡ κτίσις
σκιρτᾷ χορεύει καὶ ἀγάλλεται τρόμῳ,
εὐλογεῖτε λέγουσα πάντα τὰ ἔργα
τὰ σεπτὰ Γενέθλια τοῦ λυτρωτοῦ μου
σὺν ἐμοὶ εἰς αἰῶνας πόθῳ ὑπερυψοῦντα.

 

ᾨδὴ θ’.
Χαίροις, πάναγνε θεοδέγμον Μαρία,
χαίροις, ἄχραντε τῶν πεπτωκότων βάσις·
ἐν σοὶ γὰρ ὤφθη σήμερον ὁ Δεσπότης
ὦ θαῦμα! καινουργῶν τοὺς φθαρέντας
καὶ πρὸς φῶς ἐπανάγων τὸ ἀνέσπερον, κόρη.

Συνημμένως τό κείμενο ἀπό τήν Τριθέκτη τοῦ Γρηγορίου Στάθη.
——————————————————————————————————-

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ειρμός πρώτης ωδής: 

Ο Χριστός γίνεται βρέφος

στην πόλη Βηθλεέμ,

επειδή είναι εύσπλαχνος κι έτσι κάνει νέα και πάλι την φύση μας.

Ελάτε, όσοι γεννηθήκαμε εδώ,

με την ψυχή μας μελωδικό ύμνο

να ψάλουμε στον Δεσπότη×

δοξασμένος είναι στους αιώνες!

 

ειρμός τρίτης ωδής:

Κοίτα μου τα δάκρυα,

Εσύ, που από ψηλά κυβερνάς,

Άναρχε, σπλαγχνικέ Λόγε»,

η σεβαστή Άννα

σου έκραζε στα αρχαία χρόνια.

Αλλά, όπως εκείνης άκουσες τον θρήνο και τα δικά μας λογικά στέριωσε,

βασιλιά μου,

ώστε να υμνούμε την γέννησή Σου.

 

ειρμός τετάρτης ωδής:

Μαθαίνοντας ο προφήτης Αββακούμ

τα νέα, πως πρόκειται να έλθεις στη γη

από την Παρθένο, τότε γέμισε με φόβο και ανέκραξε με τρόμο:

δόξα αξίζει στην Δύναμή Σου, Κύριε!

 

ειρμός πέμπτης ωδής:

Ποιος από τους γηγενείς την μεγαλοπρέπειά Σου μπορεί να μην θαυμάσει;

Παρουσιάστηκες στη γη,

χωρίς να εγκαταλείψεις τίποτα από την σχέση Σου με τον Πατέρα.

Σήμερα ολόκληρη την ανθρώπινη φύση κάνεις νέα από την αρχή,

δίνοντάς της για έπαθλο ειρήνη που μόνο Εσύ μπορείς και δίνεις.

 

ειρμός έκτης ωδής:

Σε βυθό χαμού είχε καταλήξει η ταλαίπωρη φύση μου, Χριστέ και Λόγε,

σαν σε σκοτεινή κρύπτη καταχωνιασμένη.

Κι όμως, επειδή τέτοια είναι η θεϊκή Σου δύναμη, ανέβηκε στον ουρανό και στην απόλαυση της ομορφιάς που έχει εκεί.

«Θα προσφέρω σε Σένα προσφορά δοξολογική, Σωτήρα», εκείνη σου φωνάζει.

 

ειρμός έβδομης ωδής:

Όπως οι Τρεις Παίδες εκείνα τα χρόνια

κι εμείς σου φωνάζουμε τώρα, Λόγε×

γίνε φράχτης και στέγαστρο που προστατεύει και σώσε καθένα μας

από την εχθρική προσβολή.

Για να είμαστε σε θέση να Σε υμνούμε

στην ανάμνηση της Γέννας Σου, με τον ύμνο: είσαι Ευλογημένος πάντοτε!

 

ειρμός όγδοης ωδής:

Ανακαινιστής είσαι όλου του σύμπαντος και γι’ αυτό και Σωτήρας του.

Σε υμνεί μαζί με τους αγγέλους όλη η κτίση και συγκινείται,

ξεσπά σε τραγούδια και ευχαριστιέται με την κουβέντα: «να μακαρίζετε, όλα τα δημιουργήματά Του τη σεβαστή μνήμη της Γέννησης του λυτρωτή μου!

Μαζί μου με πόθο να ανυμνείτε!

 

ειρμός ενάτης ωδής:

Ας χαίρεις, πάναγνε Μαρία που δέχτηκες τον Θεό,

Ας χαίρεις, που δεν μολύνθηκες από τίποτα, στήριγμα εκείνων που έπεσαν χαμηλά!

Γιατί σε σένα είδαμε σήμερα τον Δεσπότη, και τι θαύμα!:

Δίνει νέα μορφή σε εκείνους που καταστράφηκαν και τους γυρίζει πίσω στο φως που δεν θα δύσει ποτέ, καλή μας κόρη.

 

Aπόδοση στη νέα ελληνική: Σταμάτης Ι. Σταματόπουλος