RSS

Category Archives: ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

Ηπειρωτικό  Αγιολόγιο.

ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΑΓΙΟΙ

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

(Απόσπασμα από σχετική εργασία)

Γενικά

Η Ήπειρος επί Διοκλητιανού (297 μ.Χ) και Μεγάλου Κωνσταντίνου (323-337 μ.Χ) διαιρέθηκε σε δύο επαρχίες. Την Παλαιά και την Νέα Ήπειρο.

Η Παλαιά Ήπειρος (Epirus Vetus λατινικά) ήταν επαρχία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, διοικητική υποδιαίρεση της Ρωμαϊκής επαρχίας. Γεωγραφικά μπορεί να εντοπιστεί στα όρια της σημερινής ελληνικής Ηπείρου, τμήματος της Βορείου Ηπείρου και τμήματος του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, με πρωτεύουσα την Νικόπολη. Ο όρος χρησιμοποιούνταν σε αντιδιαστολή προς την Νέα Ήπειρο (Ιλλυρία), η οποία περιελάμβανε χονδρικά τη σημερινή Αλβανία και τμήματα του Κοσσόβου, του Μαυροβουνίου και της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Α. Άγιοι Μάρτυρες της Εκκλησίας της Ηπείρου κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους

Η Ήπειρος ανέδειξε πολλούς μάρτυρες που μαρτύρησαν την εποχή των μεγάλων διωγμών που επέβαλαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Νέρων (54-63), Βεσπασιανός (69-79), Αντώνιος Πίος (138-161), Μάρκος Αυρήλιος (161-180), Σεπτίμος Σεβήρος ( 193-211), Δέκιος (249-251) κ.α.

Γνωστοί Άγιοι μάρτυρες της Εκκλησίας της Ηπείρου κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους είναι οι επόμενοι.

Ιερομάρτυρες Μάρτυρες Οσιοπαρθενομάρτυρες
1.Αστείος2.Ελευθέριος

3.Έρασμος

1.Ανθία2.Δονάτος

3.Θερινός

4.Δάναξ

5.Ίσαυρος,

6.Βασίλειος,

7.Ιννοκέντιος,

8.Φήλιξ,

9.Ερμείας

10.Περεγρίνος

11.Τρύφων της Σεκίστης

12.Σαράντα μάρτυρες Β.Ηπείρου

Παρασκευή

 

Β.Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας της Ηπείρου

1.Ο Άγιος Δονάτος, Επίσκοπος Ευροίας της Παλαιάς Ηπείρου

2.Ο Άγιος Διάδοχος, Επίσκοπος Φωτικής

3.Οι Άγιοι Πατέρες της Νικοπόλεως Ηλιόδωρος, Δονάτος, Αττικός, Αναστάσιος

4.Ο Άγιος Αλκίσων, Επίσκοπος Νικοπόλεως.

Γ.Όσιοι Άγιοι της Ηπείρου.

Οι εν Αγίω Όρει ασκήσαντες                                  Αλλοι Όσιοι της Ηπείρου 
 1.Όσιος Ιωάννης Κουκουζέλης2.Όσιος Νείλος ο Εριχιώτης

3.Όσιος Διονύσιος ο Κορυτσαίος

4.Ο Όσιος Νήφων ο Χειμαριώτης

5.Όσιοι Θεοφάνης και Νεκτάριος Αψαράδες

6.Όσιος Θεοφάνης της Ναούσης

7.Όσιος Μάξιμος ο Γραικός

8.Οσιομάρτυς Νικόδημος

9.Ο ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός

10.Ο Όσιος Σωφρόνιος Αγιαννανίτης

11.Ο όσιος Νικήτας ο Αρβανίτης

12.Οσιομάρτυς Παύλος ο Κωνσταμονίτης

13.Ο Όσιος Αρσένιος ο εν τη νήσω Πάρω ασκήσας

 

1.Οσία Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας2.Όσιος Ανδρέας ο ερημίτης

3.Όσιος Σάββας ο Πνευματικός

4.Όσιοι αυτάδελφοι Μάξιμος και Ιωάσαφ

5.Όσιος Σοφιανός, Επίσκοπος Δρυινουπόλεως

6.Όσιοι αυτάδελφοι Θεοχάρης και Απόστολος

7.Αγία Κόρη του Ολύμπου

8.Όσιος Ονούφριος ο εν Κορωνησία

9.Όσιος Αρσένιος της μονής Βέλιανης .

 

 

Νεομάρτυρες- Ιερομάρτυρες- Οσιομάρτυρες
1.Ιωάννης ο εξ Ιωαννίνων2.Νικόλαος ο εκ Μετσόβου

3.Νικόλαος ο εξ Ιωαννίνων

4.Χρήστος ο εκ Πρεβέζης

5.Αυξέντιος ο εκ Βελλάς

6.Νικόδημος ο εξ Ελβασάν

7.Χρήστος ο Κηπουρός ή Αρβανίτης

8.Αναστάσιος ο εκ Παραμυθίας

9.Παναγιώτης ο εκ Δελβενακίω

10.Ζαχαρίαςο εξ Άρτης

11.Ανώνυμος Αρτινός νεομάρτυρας

12.Ιωάννης ο εκ Κονίτσης

13.Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις

1.Ιερομάρτυς Αναστάσιος ο Γουναράς2.Ιερομάρτυς Παρθένιος, επίσκοπος Ραδοβυζίου Άρτας 1.Οσιομάρτυς Νικήτας ο Αρβανίτης2.Οσιομάρτυς Δημήτριος ο εκ Σαμαρίνης

 

Κατάταξη των Αγίων κατά Μητρόπολη

Άρτας Πρεβέζης Παραμυθίας Ιωαννίνων Κονίτσης.
1.Η Αγία Θεοδώρα βασίλισσα Άρτης2.Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός

3.Ο Άγιος Ιερομάρτυς Παρθένιος, επίσκοπος Ραδοβισδίου

4.Ο Άγιος Νεομάρτυς Ζαχαρίας

5.Οι Όσιοι Θεοχάρης και Απόστολος

6.Ανώνυμος Αρτινός Ιερομάρτυρας

1.Άγιος Ηλιόδωρος2.Ο Άγιος Δονάτος Νικοπόλεω

3.Ο Άγιος Αττικός Νικοπόλεω

4.Ο Άγιος Αναστάσιος Νικοπόλεως

5.Ο Άγιος Αλκίσων, Επίσκοπος Νικοπόλεως.

6.Ο Όσιος Ονούφριος ο εν Κορωνησία

7.Ο Άγιος Νεομάρτυς Χρήστος ο εκ Πρεβέζης

1.Ο Άγιος Δονάτος ο θαυματουργός2.Ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής

3.Η Αγία Οσιομάρτυς Παρασκευή

4.Ο Όσιος Νείλος ο Εριχιώτης

5.Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αναστάσιος ο Γουναράς

6.Ο Άγιος Νεομάρτυς Αναστάσιος

1.Ο Όσιος Ανδρέας ο ερημίτης2.Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης ο εξ Ιωαννίνων

3.Ο Όσιος Σάββας

4.Οι Άγιοι Θεοφάνης και Νεκτάριος οι Αψαράδες

5.Οι Όσιοι αυτάδελφοι Μάξιμος και Ιωάσαφ

6.Ο Όσιος Θεοφάνης ο θαυματουργός

7.Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος πολιούχος Μετσόβου

8.Ο Άγιος Νεομάρτυς Αυξέντιος

9.Ο Άγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ο εκ Σαμαρίνης

10.Ο Άγιος νέος Οσιομάρτυς Παύλος ο Ιωαννίτης

11.Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος πολιούχος Ιωαννίνων

12.Η Αγία Κόρη

13.Ο Όσιος Αρσένιος ο εν Πάρω

15.Άγιος Νικόλαος ο εξ Ιωαννίνων.

1.Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης ο εκ Κονίτσης
Άγιοι της Βορείου Ηπείρου
1.Ο Άγιος Απόστολος Καίσαρ2.Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αστείος

3.Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ελευθέριος επίσκ. Αυλώνος-Αγία μάρτυς Ανθία.

4.Οι Άγιοι Μάρτυρες Δονάτος και Θερινός

5.Οι Άγιοι Μάρτυρες Ίσαυρος, Βασίλειος, Ιννοκέντιος, Φήλιξ, Ερμείας και Περεγρίνος

6.Ο Όσιος Ιερομάρτυς Έρασμος και οι συν αυτώ 20 000 Μάρτυρες

7.Ο Άγιος Μάρτυς Δάναξ

8.Ο Άγιος Μάρτυς Τρύφων της Σέκιστας Μπερατίου

9.Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Ιωάννης ο Βλαδιμήρου

10.Ο Όσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης

11.Ο Όσιος Νήφων ο Χειμαρριώτης

12.Ο Άγιος Οσιομάρτυς Νικόδημος

13.Ο Άγιος Νεομάρτυς Χρήστος ο κηπουρός

14.Ο Όσιος Σωφρόνιος ο Αγιαννανίτης

15.Ο Άγιος Ιερομάρτυς και Ισαπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός

16.Ο Άγιος Ιερομάρτυς Νικήτας

Άγιοι που εκκρεμεί η επίσημη ανακήρυξή τους
1.Ο Όσιος Ακάκιος2.Ο Όσιος Αντώνιος

3.Οι Άγιοι τρεις Αυτάδελφοι και Ανώνυμοι Μάρτυρες

4.Ο πατήρ Ιάκωβος Βολοδήμος

5.Ο γερο-Κωνσταντίνος, ο διά Χριστόν σαλός

6.Ο Όσιος Μάρκος ο Χρυσοστομίτης

7.Ο γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης

8.Ο παπα-Σάββας ο Εσφιγμενίτης

9.Ο Όσιος Σοφιανός, ένας εμπνευσμένος ιεραπόστολος

Ηπειρώτες Νεομάρτυρες της πίστεως, που δεν έχουν αναγνωριστεί Άγιοι.
1.Διονύσιος ο Φιλόσοφοςή Σκυλόσοφος2.Οσιομάρτυς Χρήστος ο Ιωαννίτης

3.Ανώνυμος Ιερομάρτυρας

4.Ανώνυμος ηγούμενος και ανώνυμοι μοναχοί της Μονής Ραγίου

5.Ανώνυμοι μοναχοί της Μονής Αγίου Βασιλείου Στρατίου Θεσπρωτίας.

6.Αγάπιος, ηγούμενος της Μονής Ηλιοβουνίων Πρεβέζης

7.Παπαπέτσιος, ηγούμενος της Μονής Βέλιανης

8.Ζαχαρίας, ηγούμενος της Μονής Προφήτου Ηλία Ζίτσης Ιωαννίνων

9.Σαμουήλ ο Κουγκίτης, ο γνωστός καπετάν καλόγηρος

10.Πολύκαρπος, Μητροπολίτης Λαρίσης

11.Ιερομάρτυς Αγαθάγγελος ο Βυζάντιος

12.Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Ζαλογγίτης

13.Ανανίας, ηγούμενος της Μονής Ζαλόγγου

14.Παπαγιάννης από τον Μαχαλά του Δέλβινου

15.Οι ιερείς από την Σωπικήν Κων / ντόνος Μαρτίνης, Ιωάννης Οικονόμου και Πάντος Κουφολώλης

16.Μιχαήλ Παπαγεωργίου, εφημέριος Ζαλόγγου

17.Ιερεύς Παπαναστάσης από την Γκρίκα Θεσπρωτίας

18.Ίερεύς Παπαμιχαήλ από το Σούλι

19.Πρωτοπρεσβύτερος Παπαφώτης από το Σούλι

20.Ιερεύς Παπαζαφείρης από το Σούλι

  1. Νεομάρτυς Γεώργιος ο εκ Μοκοβίνης

΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄

 
Σχολιάστε

Posted by στο Σεπτεμβρίου 21, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

 1η Σεπτεμβρίου- Αρχή Ινδίκτου-Βυζαντινό έτος-η ημέρα Δημιουργίας του ΚΟΣΜΟΥ.

 

 
Τι είναι η αρχή της Ινδίκτου; 
Γιατί «ξεκινάει» το εκκλησιαστικό έτος τότε;
 (1 Σεπτεμβρίου)

Ο των αιώνων Ποιητής και Δεσπότης,
 Θεέ των όλων, 
υπερούσιε όντως, 
την ενιαύσιον ευλόγησον περίοδον,
 σώζων τω ελέει σου τω απείρω, Οικτίρμον,
 πάντας τους λατρεύοντας σοι τω μόνω Δεσπότη, 
και εκβοώντας φόβω Λυτρωτά·

Εύφορον πάσι το έτος χορήγησον.

1η Σεπτεμβρίου: 
ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ
 (δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους). 

Για την περίπτωση αυτή, ό Σ. Εύστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τά έξης:

 «Λέξις λατινική (indictio) όρισμόν σημαίνουσα καθ’ όν κατά δεκαπενταετή περίοδον έπληρώνοντο εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι.
 Κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), ότε διέταξε την γενικήν των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφήν και την είσπραξιν των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγένετο επισήμως χρήσις της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α’ Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους.
«Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι’ ανθρώπους νέε».

Η Ινδικτιώνα είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.

Η 1η Σεπτεμβρίου, η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, αποτελεί την αρχή της Ινδίκτου. Τότε τελείται η ακολουθία της Ινδίκτου σε συνδυασμό με τη θεία λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.

Αρχικά υπήρχε η Αυτοκρατορική Ίνδικτος ή Καισαρική Ινδικτιώνα που μάλλον εισήχθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Εκαλείτο επιπλέον Κωνσταντινική ή της Κωνσταντινουπόλεως ή Ελληνική.
Παράλληλα υπήρχε και η Παπική Ινδικτιώνα.

Η 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ως αρχή της εκκλησιαστικής χρονιάς ως εξής:

Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας.

Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη.

 Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ’ αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.

Αργότερα, το 462 μ. Χ.., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1 η Σεπτεμβρίου.

 Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια.
Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1 η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό.

Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον.

  Βυζάντιο: το Έτος Κόσμου 
 


Ο όρος Anno Mundi (AM, «στο έτος του κόσμου»), 

δηλαδή «έτος Κόσμου» (ε.Κ.) ή «από καταβολής Κόσμου», 
αναφέρεται σε ημερολογιακή περίοδο 
της οποίας η μέτρηση αρχίζει
 από τη δημιουργία του κόσμου.

Παράδειγμα τέτοιου ημερολογίου αποτελεί το εβραϊκό ημερολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η δημιουργία έλαβε χώρα το έτος 3760 π.Χ.. Έτσι, το εβραϊκό ημερολόγιο θεωρεί ότι το 2008 είναι το έτος 5769 ε.Κ. (A.M.).

 

Το 4004 π.Χ. ως έτος δημιουργίας του Κόσμου. (Το Λεξικόν των Αγίων Γραφών, Γ. Κωνσταντίνου, 1888/1973)

Αυτό το σύστημα μέτρησης χρησιμοποιήθηκε και από τους πρώτους χριστιανούς εκκλησιαστικούς πατέρες και χρονικογράφους.

Επί παραδείγματι, στις αρχές του 3ου αιώνα, ο επίσκοπος Ρώμης Ιππόλυτος αναφέρει ότι η «καταβολή του κόσμου», δηλαδή η γέννηση του Αδάμ, έλαβε χώρα 5.500 χρόνια πριν τη γέννηση του Ιησού Χριστού.

Στις αρχές του 5ου αιώνα, ο μοναχός Πανόδωρος ο Αλεξανδρείας κατέγραψε ότι η δημιουργία του κόσμου έγινε το 5904 π.Χ.

Παρόμοιοι ήταν και οι υπολογισμοί που ανέπτυξαν ο Γεώργιος ο Σύγκελλος, προσωπικός γραμματέας του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιου στα τέλη του 7ου αιώνα και ο μοναχός Αννιανός ο Αλεξανδρείας τον 5ο αιώνα που τοποθέτησε την δημιουργία του Κόσμου στις 25 Μαρτίου 5492 π.Χ.

Η χρονολογία που εμφανίζεται στα Ρωμαϊκά μαρτυρολόγια είναι 25 Μαρτίου 5198 π.Χ.

Στο Βυζάντιο, 
το Έτος Κόσμου αποτελεί την αντίστοιχη αντίληψη 
όσον αφορά το Βυζαντινό Ελληνικό Ημερολόγιο,
 το οποίο χρονολογεί τη δημιουργία 
την 1η Σεπτεμβρίου 5509 π.Χ. 

Ο Γ’ Κανόνας της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου αναφέρεται στην τρέχουσα χρονολογία «τῆς πεντεκαιδεκάτης τοῦ διελθόντος Ἰανουαρίου μηνός, τῆς παρελθούσης τετάρτης Ἰνδικτιῶνος, ἔτους ἐξακισχιλιοστοῦ ἐκατοστοῦ ἐννάτου», δηλαδή του έτος 6199 από τη δημιουργία Αδάμ που αντιστοιχεί στο έτος 691 από τη γέννηση του Χριστού.

 Το βυζαντινό σύστημα χρονολόγησης «από κτίσεως κόσμου» ακολουθήθηκε στη Ρωσία μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Πέτρου το 1725.

Πηγές:
Wikipedia
http://www.pigizois.net/sinaxaristis/09/01_09.htm
http://www.cc.uoa.gr/fasma/E_Danezis/scientific_articles/sa46.htm
εφημ. «ΠΡΟΟΔΟΣ»

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ.Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
 
1 σχόλιο

Posted by στο Αυγούστου 31, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Λόγος εις την αγίαν Ισαπόστολον Μυροφόρον Μαρία την Μαγδαληνή(Νικηφόρου Καλλίστου του Ξανθοπουλου)

αγ Μαγδαληνή 2

Από το βιβλίο του αρχ.Νεκταριου Ζιόμπολα»Η Ισαπόστολος Μαρία η Μαγδαληνή και η βυζαντινή υμνογράφος Κασσιανή-Οι παρεξηγημένες-Χρέος η αποκατάστασή τους».

Παρακάτω παραθέτουμε έναν σχολιασμό του π Νεκταρίου, στο λόγο του Νικηφόρου Καλλίστου του Ξανθόπουλου εις την Αγ.Μαρία την Μαγδαληνή.
Ο λόγος του σοφοϋ και πιστοϋ Νικηφόρου του Καλλίστου, όπως θα φανεί είναι ό,τι καλύτερο είναι γνωστό για την μεγάλη Μυροφόρο. Μάλιστα όσα γράφει για την νεανική της ζωή, για τα επτά δαιμόνια καί γενικά για την ζωή της πριν γνωρίσει τον Ίησοϋ Χριστό. Μάλιστα ειδικό ενδιαφέρον έχουν τα όσα αναφέρει το γιατί ό διάβολος με βάση την προφητεία «ιδού ή Παρθένος…»,ως αγνότατη την επισήμανε καί πάσχισε να θίξει την παρθενία της κλ.π. όπως θα δοΰμε. Τα στοιχεία αυτά είναι άγνωστα ακόμη καί στους πολύ θρησκευόμενους. Την Κυριακή των Μυροφόρων πού συνήθως γίνεται λόγος για τη Μαγδαληνή, το θέμα εστιάζεται ως προς τη στάση της την προσφορά της στον τάφο του Χρίστου ως μυροφόρα καί όχι για την εν γένει ζωή της. Όταν ή Αγία 22 Ιουλίου εορτάζεται, ή εορτή της περνά σχεδόν απαρατήρητη από το χριστεπώνυμο πλήρωμα. Καί όμως, ως Πρόσωπο του άμεσου περιβάλλοντος του Χρίστου καί λόγω της τόσης συκοφαντήσεως καί σπιλώσεως της μνήμης καί ηθικής της από τους βλάσφημους πού έγινε λόγος, θα έπρεπε γενικά εκ μέρους της Εκκλησίας εύκαίρως- άκαίρως, κυρίως την Μ. Εβδομάδα καί το Πάσχα, να γίνεται λόγος για τη Με¬άλη αυτή μορφή της πίστεως, το ποια στην ουσία ήταν καί είναι, δίδοντας έτσι υλικό καί γνώση στο να αμύνονται οι πιστοί όταν θίγεται το ιερό της πρόσωπο. Το ότι έκκλησιαστικώς ιερά άμυνα δεν υπάρχειγια τη μεγάλη Μυροφόρο εκτός από φραστικά πυρά, είναι ένα κρίμα.

Ακόμη στο ότι υπάρχει άγνοια στους πιστούς -ακόμη καί σε ιερείς καί θεολόγους – για τη ζωή καί δράση της Μαρίας της Μαγδαληνής, φαίνεται ότι επαληθεύεται το «έκαστος εξ ετέρου σοφός, τότε πάλαι το τε νυν». Δηλαδή δεν «άρδευόμεθα» από τα κείμενα, από τίς πηγές, αλλά άρκούμεθα σε ό,τι συνήθως κυκλοφορεί, αναπαράγεται.

Με την ευκαιρία πάντως πού ασχολούμεθα εδώ με την ιερή αύτη προσωπικότητα, παρέχεται ή δυνατότητα στους αναγνώστες να μάθουν πολλά καί για αυτή τη μοναδική όντως μορφή της Εκκλησίας του Χρίστου.

Τα κείμενα του σοφού Νικηφόρου είναι σε δύσκολη αρχαΐζουσα γλώσσα. Όρισμένα άπ’ αυτά θα τα σχολιάσουμε πλην ελευθέρως.

«…Πατρίς τοίνυν (λοιπόν) τη μακαριά ταύτη μαθήτρια του Λόγου Μαγδαληνή, ην ό Θεός τω μεγάλω πατριάρχη Αβραάμ καί τοις εξ αυτού έπηγγείλατο, ή γη της επαγγελίας ή κληροδοτηθεϊσα τω Ισραήλ…. Αυτή μεν ουν της μακαριάς Μαγδαληνής ή πατρίς». Δηλαδή ή Παλαιστίνη. Οι γονείς της, «άνωθεν καί γαρ αύτοϊς ως εκ σειράς το της ευγενείας καλόν των άφ’ ηλίου ανατολών καί ούτοι ορμώμενοι, ευγενείς το σώμα, την ψυχην ευγενέστεροι… Γεννώσι τοίνυν την μακαρίαν ταύτη ν Μαρίαν περί τα μέσα που της μοναρχίας του Καίσαρος Όκταβίου…. Έπεί δ’ άπέσχετο γάλακτος, καί πόρρω τιτθών ην, καί άρτι ποσίν οικείοις έπιβαίνειν της γης ήρξατο, ουκ έπ’ άτρακτονέρεΐδειν πήχεις, ούδ έρια νήθειν… άλλ’ ες γραμματι-στού φοιτάν έγκελεύεται… καί ασκείται μεν αύτη, όσα τω θεόπτη γέγραπται Μωϋσεΐ, καί τη λοιπή σκιώδει Γραφή, δσα τε προφήται καί ψαλμοί διεξέρχονταΐ τοις μέντοι ψαλμοις καί προσετετήκει τα μάλιστα, καί τούτοις νυκτός ην καί ημέρας έμμελετώσα, καί των προφητικών έκείνοις έγκειμένη διηνεκές, όσα περί Χρίστου, ει’τ’ ούν περί του ήλειμμένου καί Μεσσίου εμφανέστατα διαγγέλλουσιν».

Ιδού πώς αρχίζει ή ζωή της Μαγδαληνής Μαρίας. Αφού ως μικρά παιδίσκη ακόμη άπεκόπει από το μητρικό γάλα καί δεν είχε σχέση με τη θηλή του μαστού καί άρχισε να κινήται να σκέπτεται, δεν ασχολήθηκε με κλωστικά όργανα με το αδράχτι καί με το να γνέθει μαλλιά, αλλά παροτρύνθηκε να φοιτήσει να ακούσει προς διδαχή γραμματοδιδάσκαλο. Κάτι φυσικό όχι για όλους καί μάλιστα για μικρή παιδίσκη. Ασκείται λοιπόν στα του θεόπτου Μωϋσέως, στους προφήτες καί μάλιστα καταγίνεται με τους ψαλμούς του Δαβίδ. Φθάνει δε έως του σημείου να έρευνα να ένασχολεΐται με όσα περί Χρίστου Μεσσίου γίνεται λόγος στην Παλαιά Διαθήκη. Ή πληροφορία αύτη λέει πολλά για την μετέπειτα ζωή καί δράση της άκρως θρησκευόμενης Μαρίας. Εξ απαλών ονύχων λοιπόν διέτριβε στα ιερά βιβλία της Π. Δ. καί επομένως από πρώτο χέρι γνώριζε πολλά καί περί Μεσσίου. «Ωστε ή ζωή της αρχίζει με το να έχει εφοδιασθεί πνευματικά με τα όντως εφόδια της ζωής πού για τα παιδικά χρόνια της Μαρίας ήταν ό προφητικός λόγος, οί ψαλμοί. Καί συνεχίζεται το κείμενο.
»…’Άρτι δε των γονέων ταύτη διαμετρισαμένων το ζην, αυτή καί παρούσης εξουσίας είς το ραθυμεϊν, ουκ έμεινεν εν άπαιδευσία• ου γαρ προς τρυφάς άπεϊδε, καί βλακείας ανήκε το σώμα, καί τη λοιπή ραστώνη έκδεδιήτητο• καί ταϋτα παρηβώσαν ήδη την ήλικίαν επαγόμενη, πλούτω τε βριθομένη, καί άρτι παθών των εκ φύσεως επιβαίνουσα• άλλ’ ασχολον έργον ταύτη νηστεία καί προσευχή, τηξις σαρκός, καί ή προς το θείον νεΰσις τε καί οίκείωσις, νόμου μελέτη, Γραφών άνάγνωσις… Τα του ρέοντος πλούτου ψυχής γενναιότητι αποθησαυρίζει…».

Ενώ ήταν ακόμη μικρή ή Μαρία, πέθαναν οι γονείς της οπότε είχε όλα τα περιθώρια καί την άνεση να ζήσει μια αδιάφορη καί ξέφρενη ζωή. Όμως ή θωρακισμένη από μικρή με τα ουσιώδη της ζωής Μαρία δεν είχε σχέση με «το ραθυμεϊν» ούτε «προς τρυφάς» εστράφη ή ζωή της καί με ότι καταγίνονται συνήθως τα νιάτα. Καί μάλιστα ενώ βρέθηκε να έχει κάποιον πλοϋτον από τους γονείς της καί ως εκ τούτου θα ήταν εύκολο ως νέα γυναίκα να κλίνει προς πάθη καί νεανικές αδυναμίες, αύτη πάση θυσία απέφευγε όλα αυτά. Καί αυτό το μπόρεσε διότι ως σκοπό καί βασική ασχολία της είχε τη νηστεία την προσευχή τη μελέτη των Γραφών καί την άσκηση, είς τρόπον ώστε να κυριαρχεί να έχει πλήρη έλεγχο στίς οποίες επιθυμίες της σαρκός, ή μάλλον να είναι οριστικά στραμένη προς τα θεια πράγματα. Θησαύριζε δηλαδή όχι τα ρέοντα καί χαμερπή, αλλά σε αρετή καί γενναιότητα ψυχής.
»…Ην γαρ αύτη καί προ της χάριτος τα της χάριτος σπουδαζόμενα. Άγνεία μεν βίου τοσαύτη έκέ-χρητο, καί ούτω δια σπουδής ην αύτη το της παρθενίας καλόν ως άποσχέσθαι μεν εορτών, άπείπασθαιδε πανηγύρεως καί του θάμα παραβάλλει προσήκουσι, καί άνδράσιν αύτοϊς ες όψιν το παράπαν άνομίλητα είναι των άτοπων καί γαρ έκρινε, παρθενεύειν έλομένη, καί της κατά την πράξιν αφής άφεστώσα δια των αισθήσεων οίον τισιν άσωμάτοις άφαϊ, του ποθούμενου δράττεσθαι πόρρωθεν, καί ο όραν αίσχρόν δια σώματος τούτο ταϊς διανοίαις καί τη του νου έμπαθεϊ συνάφεια έργάζεσθαι,ταϊς τε των ομμάτων έπιβολαϊς περιπτύσσεσθαι δι’ ων άπεμάξατο τύπων ο πολλού δέουσι περί αυτών είδέναι, αϊ νυν άσκεϊν παρθενίαν προείλατο. Δια τοι ταϋτα καί γέλωτος άμετρίαν συνέστελλε, καί παρρησίας άφηρεϊτο το πλείστον, καί ησυχία έντρυφώσα συνήν αεί τω θεώ, νοός καθαρότητι συγγινομένη, καί τη συνέχει των Γραφών αναγνώσει καί τοις άλλοις καί πρόγε πάντων τη καί μέχρις αυτής παροράσεως παρθενία καί καθαρότητι».

Στήν παράγραφο αύτη ό συγγραφέας Κάλλιστος αναφέρει αρχικά κάτι το άκρως σπουδαίο, το ασύγκριτο θα έλεγα. Ότι ή νεαρή Μαρία εκεί στα Μάγδαλα της Γαλιλαίας, «καί προ της χάριτος τα της χάριτος σπουδαζομένη». Πρίν δηλαδή εμφανισθεί ό Χριστός αυτή κατεγίνετο, άσχολείτο μετά ζήλου καί στα σοβαρά, ήταν δοσμένη σε εκείνα τα μεγάλα καί τα υψηλά πού χαρακτηρίζουν τίς θεοφιλές ψυχές πού άκουσαν καί ελκύστηκαν από τη θεία διδασκαλία. Τόσο δε αυστηρή ήταν ή ζωή της άγνείας καί ψυχοσωματικής καθαρότητας καί φροντίδος ώστε να διατηρεί το αγαθόν της παρθενίας άμεμπτο, ώστε δεν είχε σχέση καί συμμετοχή σε συνάξεις καί ξεφαντώματα καί μάλιστα όπου υπήρχε το ανδρικό στοιχείο, απέφευγε το δυνατόν κάθε σχέση επαφή ή ακόμη καί συνομιλία. Καί όλα αυτά, διότι είχε χαράξει οριστικά καί μετά ζήλου ψυχής στο να παρθενεύει, καί επομένως έπρεπε να αποφεύγει καί να διατηρεί καθαρές τίς αισθήσεις της ως κόρην οφθαλμού, ωσάν να μην είχε σώμα καί για να πετύχει του ποθούμενου έπρεπε να απέχει στο να βλέπει ο,τι το αισχρό, διότι καί μόνο ματιά δυνατόν να έχει στη συνέχεια εμπαθείς λογισμούς πού οδηγούν ακόμη καί σε πράξεις. Έτσι απέφευγε ακόμη καί επιτρεπόμενους τύπους. Με άλλα λόγια ό,τι διακαώς ποθούν αυτές πού καί τώρα εκλέγουν την παρθενική ζωή. Γενικά ή Μαρία ζούσε καί εντρυφούσε στο δικό της ηθικό κόσμο καί δια της προσευχής καί μελέτης πάσχιζε να έχει κατά το δυνατόν συνεχώς καθαρόν τον νουν, να έχει πνευματική επαφή με το Θεό. Ακόμη καί στο να γελάσει είχε μέτρο καί απέφευγε τολμηρές εμφανίσεις. Προκειμένου λοιπόν να διατηρεί συνεχώς την ψυχική της καθαρότητα καί παρθενία δεν επέτρεπε στον εαυτό της το να παραβλέπει καί ολιγωρεί στα ιερά της καθήκοντα.

Στ’ αλήθεια καταπλήσσουν όλα αυτά το τί αυστηρή ζωή ζούσε ως νέα γυναίκα ή Μαρία, μάλιστα πρίν κάνει την εμφάνιση του «το φως του κόσμου », δηλαδή σε εποχή άκρως ηθικής παρακμής. Εξαίρεση εξαιρέσεως ή τόσο πειθαρχημένη μάλιστα παρθενική ζωή πού ζούσε ή ψυχή αυτή, καί χωρίς να έχει πλάι της τους γονείς της ως στήριγμα. «Οντως αποτελεί ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ πού εκπλήσσει. Με βάση αυτά γίνεται φανερό το αβυσσαλέο συκοφαντικό μένος αυτών πού σπιλώνουν την τιμήν της καί ετοιμάζουν την κόλαση τους.

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

 
Σχολιάστε

Posted by στο Ιουλίου 21, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Η χήρα της Σαρεπτά.(Γ Βασιλ. 17, 8-24)

Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη

(1940-2009)

   Στην εποχή των προφητών υπήρχε κοντά στην Σιδώνα την πρω­τεύουσα της  Φοινίκης η Σαρεπτά, μία πόλις γνωστή από τον βίο τού προφήτου Ηλία. Σ”  αυτήν κατοικούσε στα χρόνια αυτού τού προφήτου μία γυναίκα στολισμένη με εξαίρετες αρετές. Ο ίδιος ο Κύριος σε κά­ποια ομιλία του στη Ναζαρέτ  μνημόνευσε την ευλογημένη αυτή ψυχή με τα εξής λόγια: «Πολλές  γυναίκες χήρες υπήρχαν στα χρόνια τού Ηλία στα κράτος τού Ισραήλ, όταν  επί τριάμιση έτη κλείσθηκε ο ουρα­νός και έπεσε μεγάλη πείνα σ” όλη την  γη, αλλά σε καμμία από αυτές δεν εστάλη ο Ηλίας παρά στην Σαρεπτά της  Σιδωνίας σε γυναίκα χήρα».

Μία απλή και άσημη γυναίκα τού λαού μπορεί να κρύβη μέσα της τέτοιο  πνευματικό μεγαλείο που να το θαυμάζουν oι ουρανοί. Εδώ στην προκειμένη  περίπτωσι επρόκειτο και για γυναίκα που δεν άνηκε στον περιούσιο λαό τού Θεού. Καμμία φορά το διαμάντι το βρίσκεις εκεί που δεν το περιμένεις.

Ας παρακολουθήσουμε όμως από κοντά τα πράγματα για να αντικρύσουμε μία – μία τις αρετές της μακαρισμένης αυτής υπάρξεως.

Κατόπιν προσευχής τού προφήτου Ηλία ο ασεβής και ειδωλολά­τρης Ισραηλιτικός  λαός επλήγη με φοβερή ανομβρία. Η επιβίωσις ανθρώπων και ζώων κατάντησε  προβληματική. Τον πρώτο καιρό της ανυδρίας ο Ηλίας βρισκόταν κοντά στην  Ιεριχώ στον χείμαρρο Χορράθ. Σαν στέρεψε το νερό τού χειμάρρου, έλαβε  παραγγελία από τον Ουρανό:

— Σήκω,  άφησε τούτον τον τόπο και κατευθύνσου προς την Σα­ρεπτά της Σιδωνίας.  Εκεί έχω δώσει εντολή σε μια χήρα γυναίκα να σε διαθρέψη.

Στα λόγια τού Κυρίου ο πύρινος προφήτης δεν πρόβαλε καμμία ένστασι. Χωρίς  διόλου να καθυστερήση πήρε τον δρόμο για την Σαρεπτά. Η απόστασις δεν  ήταν ευκαταφρόνητη. Οπωσδήποτε δύο – τρεις ημέρες θα πεζοπορούσε. Και  βέβαια θα λάμβανε και προφυλάξεις να μη τον ιδουν και το αναγγείλουν  στον Αχαάβ, τον ασεβέστατο αυτόν Βασιλέα, που «έπνεε μένεα» εναντίον  του.

Κατάκοπος από την πεζοπορία αντίκρυσε κάποια φορά τα τείχη της Σαρεπτά. (Τότε  βλέπετε κάθε πόλις περιβαλλόταν με τείχη. Επάλ­ξεις, πύργοι, πύλες. Και  oι πύλες της δεν ήταν πάντοτε ανοιχτές. Μόλις έπεφτε η νύχτα  αμπαρώνονταν). Ο άνθρωπος τού Θεού πλησίασε προς την κεντρική πύλη της  πόλεως. Αντίκρυσε εκεί μία γυναίκα που όλο έσκυβε και κάτι περισυνέλεγε.  Μάζευε ξύλα για την φωτιά. Φωτι­σμένος από το Πνεύμα τού Θεού όπως  ήταν, θα κατάλαβε ότι αυτή ή­ταν η χήρα για την οποία τού έκανε λόγο ο  Κύριος. Αν πράγματι είχαν έτσι τα πράγματα, θα έπρεπε να δοξάση τον Θεό,  που πριν ακόμη μπη στην πόλι συνάντησε το επιζητούμενο πρόσωπο.

Ηταν εξαντλημένος. Έπεφτε κάτω από την δίψα και την πείνα· περισσότερο από  την δίψα που επαυξήθηκε από την μεγάλη οδοιπορία. Πριν λοιπόν πλησιάση  την γυναίκα, της φώναξε από πίσω δυνατά:

 Φέρε μου σ’ ένα δοχείο λίγο νερό να πιώ.

Εκείνη γύρισε πίσω προς το μέρος από όπου ακούσθηκε η φωνή και είδε έναν  παράδοξα ντυμένο άνθρωπο, με την μηλωτή και την ζώ­νη, αδύνατο, σαν  άγριο αλλά και σαν άγιο. Ίσως να κατάλαβε ότι ήταν υπηρέτης τού Θεού. Η  Γραφή δεν το διευκρινίζει αυτό. Από μία φράσι όμως της γυναίκας πιο κάτω προς τον Προφήτη «ζη Κύριος ο Θεός σου», φαίνεται ότι είχε καταλάβει τι πρόσωπο είχε απέναντί της. Χωρίς καμμία αντίρρησι, η γυναίκα ξεκίνησε  προς την πόλι, προς το σπίτι της για να τού φέρη νερό. Η ευγένειά της  και η προθυμία της εντυπωσία­σαν τον Ηλία. Αν προηγουμένως είχε  αμφιβολίες, τώρα θα πείσθηκε ότι επρόκειτο για το πρόσωπο που τού μίλησε ο Θεός.

Για να νοιώσουμε τα ευγενικά και φιλάνθρωπο αισθήματα αυτής της γυναίκας πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: Πρώτο, ότι ήταν χήρα. Είχε χάσει τον άνδρα της, και αγωνιζόταν μόνη της σ” αυτή την φοβερή περίοδο της ανομβρίας και ξηρασίας να κρατήση στην ζωή τα παιδιά της. Δεύτερο, ότι τα τρόφιμα που είχε βρίσκονταν στο τέλος. Της απέ­μειναν τόσα, όσα μπορούσαν να τους κρατήσουν στην ζωή μερικές ώ­ρες ακόμη. Και ενώ είχε χάσει τον άνδρα της, θα έχανε σε λίγο από την πείνα και τα παιδιά της καθώς και την δική της την ζωή. Κάτι τέτοιες σκληρές καταστάσεις ζαλίζουν και αγριεύουν τον άνθρωπο, και αν εσύ αυτή την ώρα τού ζήτησης νερό, σου απαντά:

 Δεν με αφήνεις ήσυχο. Εγώ και η οικογένειά μου βαδίζουμε προς τον θάνατο,  πεθαίνουμε. Κι εσύ μου λες να σου κουβαλήσω νερό. Άφησε με ήσυχο στο  δράμα μου.

Καθώς η χήρα ξεκίνησε να φέρη το νερό, σε λίγο ακούγεται δεύ­τερο αίτημα.  Τούτο ήταν βαρύ. Θα το σήκωνε άραγε ο ώμος της γυναί­κας; Φώναξε πάλι  δυνατά:

 Φέρε μου και ψωμί στο χέρι σου.

Τότε εκείνη ταπεινά και ευγενικά τού εξηγεί την αθλία κατάστασή της:

 Είναι ζωντανός ο Κύριος ο Θεός σου. (Αυτό φαίνεται σαν ομολογία τού αληθινού  Θεού και σαν όρκος). Δεν υπάρχει σπίτι μου ψωμί. Μόνο μια χούφτα αλεύρι  στο κιούπι και λιγάκι λάδι στο ελαιοδοχείο. Και μαζεύω δύο ξύλα να  φτιάξω μία λαγάνα για μένα και τα παιδιά μου να φάμε και να πεθάνουμε.

Στην συνέχεια ακούγεται επιβλητική η φωνή τού Προφήτου.

—  Έχε θάρρος! Μην απελπίζεσαι. Πήγαινε σπίτι σου. Κάνε αυτά που είπες.  Αλλά ψήσε πρώτα μία μικρή λαγάνα για μένα και φέρ” την εδώ. Έπειτα  ψήνεις για σένα και τα παιδιά σου. (Και κάνοντας πιο επί­σημο τον τόνο της φωνής του, συνέχισε). Διότι αυτά τα λόγια λέει ο Κύριος:  «Το κιούπι με το αλεύρι δεν θα τελειώση και το ελαιοδοχείο με το λάδι  δεν θα λιγοστέψη, μέχρις ότου ο Κύριος δώση βροχή στην γη».

Απαιτήσεις περίεργες. Λόγια απροσδόκητα και απίθανα. Άραγε θα τα υιοθετούσε η  γυναίκα; Θα συμμορφωνόταν μ’ αυτά; Θα πίστευε στα παράδοξα λόγια τού  Ηλία; Ή θα έλεγε: «Αν είναι άγιος και αγαπη­τός στον Θεό, γιατί  υποφέρει κι αυτός από πείνα και δίψα, και ζητια­νεύει; Και γιατί δεν  παρακαλεί τον Θεό να λύση την ανομβρία; Και γιατί να θέλη να φτιάξω  πρώτα σ” αυτόν λαγάνα; Και που ακούσθηκε να μη στερεύη το λάδι και το  αλεύρι;».

Τίποτε απ” όλα αυτά δεν τάραξαν την σκέψι της. Δεν αμφισβήτησε τον προφητικό  λόγο τού Ηλία, σχετικά με την τύχη τού αλεύρου και τού λαδιού. «Και επορεύθη και εποίησε».  Πήγε στο σπίτι της, άναψε φωτιά, έφτιαξε πρώτα μία λαγάνα για τον  Προφήτη. Κατόπιν έφτιαξε για τον εαυτό της και τα παιδιά της.

Ο Ηλίας ήπιε νερό, έφαγε την λαγάνα και δόξασε τον Θεόν. Είχε τόσο καιρό  να βάλη κάτι στο στόμα του. Οι χαμένες δυνάμεις του ανασυγκροτήθηκαν.

Λένε  oι ερμηνευτές ότι επίτηδες το οικονόμησε έτσι το πράγμα ο Θεός να μείνη για πολύ καιρό νηστικός, για να καταλάβη πόσο φοβερές συνέπειες είχε η  ανομβρία που επιβλήθηκε στο λαό. Και για να σκεφθή πως κάποτε έπρεπε να  παρακαλέση τον Κύριο να λύση αυτό το κακό.

Στην συνέχεια έψησε η γυναίκα λαγάνα για τον εαυτό της και τα παιδιά της.  Έφαγαν κι αυτοί. Αν δεν παρεμβαλλόταν η επίσκεψις τού Προφήτου, αυτή θα  ήταν η τελευταία τροφή τους. Μετά, μητέρα και παιδιά, θα ετοιμάζονταν  για τον τάφο. Να όμως, που στην κρίσιμη ώρα επισκέφθηκε το σπίτι της ο  άνθρωπος τού Θεού. Έγινε φιλοξενούμε­νός της. Και αυτή τού παρεχώρησε το  «υπερώο» για διαμονή, το δώμα, το πιο ψηλό και πιο ζηλευτό δωμάτιο. Και η ευλογία τού Θεού έπεσε ά­φθονη στο δοχείο τού λαδιού και στο αλεύρι,  ώστε να μη λιγοστεύουν. Κατάλαβε η χήρα πως υπάρχει Κάποιος στον ουρανό  που προστατεύει τις χήρες και τα ορφανά που στις κρίσιμες στιγμές  παρεμβαίνει και τους σώζει από τον όλεθρο.

Κατενόησε επίσης πως ο Θεός τού Ηλία ήταν πραγματικός, ενώ οι δικοί τους  ψεύτικοι. Και ένοιωθε πως ο φιλοξενούμενός της ήταν φίλος τού αληθινού  Θεού, Αγιος και θαυματουργός. Ο λόγος του βγήκε αληθινός. Πράγματι το  έβλεπε και δεν το πίστευε: Το κιούπι με το αλεύρι δεν τελείωνε και το  ελαιοδοχείο με το λάδι δεν λιγόστευε!

Και τα παιδιά της που πήραν είδησι την θαυματουργία, αισθάνον­ταν μεγάλη  αγάπη και ευλάβεια στον άνθρωπο που έμενε στο σπίτι τους. Κι όταν  ρωτούσαν την μητέρα τους γιατί μένει τόσες ώρες κλει­σμένος μέσα στο  δωμάτιο, εκείνη τα κατατόπιζε: «Μιλάει συνέχεια με τον Θεό. Προσεύχεται. Είναι άγιος άνθρωπος».

Αλλά ο ουρανός τού σπιτιού δεν θάμεινε πολύ καιρό ξάστερος. Έμελλε να τον  πλακώσουν μαύρα σύννεφα. Ο γυιός (*) της χήρας αρ­ρώστησε. Και αρρώστησε πολύ βαρειά. «Η αρρώστια αυτού κραταιά σφόδρα». Έλυωνε ο οργανισμός του από την μάστιγά της, ώσπου υπέ­κυψε στο μοιραίο. Πέθανε.

Μεγάλη δοκιμασία για τη χήρα. Είχε χάσει τον άνδρα της. Τώρα και τον γυιό της. Οι λογισμοί θα της υπέβαλλαν πολλά. «Να,  νόμιζες πως φιλοξενείς έναν ευλογημένο άνθρωπο, και όμως κακό μεγάλο  και ανεπανόρθωτο χτύπησε το σπίτι σου!». «Τι άνθρωπος τού Θεού είναι  αυτός, αφού η παρουσία του έφερε θάνατο στο σπίτι σου»!

Εδώ θαυμάζουμε πάλι το μεγαλείο της ψυχής της. Όλοι oι σατα­νικοί λογισμοί  αποκρούονταν. Και άλλοι γίνονται δεκτοί. Σκεπτόταν ότι ήταν αμαρτωλή.  Θυμόταν διάφορες αμαρτίες που σαν άνθρωπος είχε διαπράξει. Και συσχέτιζε μ” αυτές την τραγωδία που την βρήκε.

Όσοι στέκουν σε χαμηλά σκαλοπάτια πνευματικής ζωής κοιτάνε πάντα να  δικαιώνουν τον εαυτό τους και να ρίχνουν τις ευθύνες ατούς άλλους. Αυτοί που βρίσκονται σε υψηλή πνευματική στάθμη, αναζητούν μέσα τους το κακό.  Και η γυναίκα αυτή ήταν ψυχικά ανυψωμένη, με όμορφο εσωτερικό κόσμο.  Γι’ αυτό άλλωστε έστειλε σπίτι της ο Θεός τον πιο φλογερό προφήτη του.

Η ευλογημένη αυτή ύπαρξις σκεπτόταν πως η παρουσία ενός αγίου άνθρωπου  στον οίκο της φέρνει στην επιφάνεια παρανομίες, θυμίζει στον Θεό παλαιές αμαρτίες που πρέπει να τιμωρηθούν.

Πλησιάζει με καυτά δάκρυα και σπαραγμό ψυχής τον προφήτη και τού λέει:

—  Πως μπορώ να σταθώ εμπρός σου και να συγκριθώ μαζί σου, άνθρωπε τού  Θεού; Εσύ είσαι άγιος κι εγώ γεμάτη αμαρτίες. Τι ήταν, νάρθης στο σπίτι  μου να θυμίσης τις αμαρτίες μου, ώστε να θανατωθή ο γυιός μου!

Εκείνον λες και τον χτύπησε κεραυνός. Μα πως επέτρεψε ο Κύ­ριος τέτοιο πράγμα; Τι νόημα κρυβόταν πίσω απ’ αυτό το δράμα;

Εδώ παρατηρούν oι ευσεβείς μελετητές της Γραφής, θέλει ο Κύ­ριος να  μαλακώση την ψυχή τού Ηλία με τον ανθρώπινο πόνο. Επιζη­τεί, ο πόνος και τα δάκρυα της χήρας να τού φέρουν στην σκέψι κάποια άλλα δάκρυα ενός  ολόκληρου λαού. Και να πάρη την απόφασι να προσευχηθή για να λήξη η  πληγή της ανομβρίας.

Ο απαράμιλλος μουσικός της Εκκλησίας μας, Ρωμανός ο μελω­δός, κάπως έτσι  φαντάζεται τα πράγματα, όπως φαίνεται στον επόμενο «οίκο» σχετικού  Κοντακίου του:

«Δεν πιστεύω, Σωτήρα, αναβόησε στον παντοδύναμο Θεό ο προφήτης, πως έτσι  φυσικά στο παιδί ήρθε ο θάνατος. Αυτό, αναμάρτητε, τέχνη είναι της  σοφίας σου. Μηχανεύθηκες να με σπρώξης στην ευσπλαχνία. Σαν σου απευθύνω την ικεσία: «Ανάστησε τον νεκρό γυιό της χήρας», θ’ αποκριθής:

«Δείξε έλεος στον γυιό μου τον Ισραήλ, σ” έναν ολόκληρο λαό που υποφέρει».

Αυτό θα μου πης ο μόνος Φιλάνθρωπος» (**).

Ο Ηλίας συντετριμμένος από τον αβάσταχτο πόνο της μητέρας καθώς και από την τόση της ταπείνωσι, ζήτησε το νεκρό παιδί.

 — Δώσ” μου τον γυιό σου.

Τού τον φέρνει στην αγκαλιά της. Τον παραλαμβάνει, τον ανεβά­ζει στο υπερώο και τον αφήνει σαν να κοιμάται στο κρεββάτι του.

Η καρδιά της χαροκαμένης γυναίκας χτυπούσε δυνατά. Και η σκέψις της  συγχυσμένη. «Τι άραγε το ήθελε ο προφήτης το νεκρό παιδί στο δωμάτιό  του; Τι μπορεί να προσφέρη κανείς σ’ έναν που πέθανε; Μήπως υπήρχε  τρόπος να το επαναφέρη στην ζωή; Μα oι εν τω άδη δεν ξαναγυρίζουν πίσω.  Πουθενά δεν ακούσθηκε ότι ξαναζωντάνεψε πεθαμένος.

Ο άγιος τού Θεού δεν άντεχε την ανείπωτη πίκρα της χήρας, που ήταν και  δική του οδύνη. Έπρεπε πάση θυσία, να διωχθούν τα κατά­μαυρα σύννεφα και να ξαναφωτισθή το φτωχό μα τόσο φιλόξενο σπίτι. Αλλά πως θα γινόταν  αυτό; Μέχρι τότε κανένας δεν ανάστησε νεκρό.

Είχαν περάσει από το εβραϊκό έθνος μεγάλοι άγιοι και θαυμα­τουργοί σαν τον  Σαμουήλ, τον Ιησού τού Ναυή, τον μεγάλο Μωυσή κλπ. Επετέλεσαν σημεία και τέρατα. Ακόμα και ποταμούς και θάλασ­σες απεξήραναν για να περάση απ’  εκεί ο λαός. Ακόμα και τροφές από τον ουρανό έβρεχαν στην γη. Αλλά…  Αλλά νεκρόν κανένας, μα κανέ­νας δεν είχε αναστήσει!

Ναι,  ήταν αλήθεια πως κανένας δεν είχε αναστήσει νεκρό. Ούτε ο Μωυσής! Ούτε  ακόμη εκείνος ο αρχαίος προφήτης Ενώχ, που αξιώθη­κε να μετατεθή  ζωντανός (Γεν. 5, 24). Τα ήξερε όλα αυτά ο Ηλίας. Ή­ξερε όμως πως ο  πόνος της χήρας ήταν οδυνηρός και χρειαζόταν θερα­πεία. Ήξερε ακόμη ότι ο Θεός ήταν παντοδύναμος. Μάλιστα παντο­δύναμος. Όλα μπορούσε να τα κάνη.  Κι έναν νεκρό μπορούσε να τον επαναφέρη στην ζωή, άσχετα αν μέχρι τότε  δεν πραγματοποιήθηκε πο­τέ τέτοια φοβερή θαυματουργία.

Ενώ εμπρός στο κρεββάτι εκείτετο το νεκρό παιδί, ο προφήτης προσευχήθηκε γεμάτος πόνο και παράπονο, και κραύγασε δυνατά:

 Θεέ μου, συ που γνωρίζεις την κατάστασι της χήρας που με φι­λοξενεί, τι  ήταν αυτό που έκανες, να επιτρέψης τον θάνατο τού γυιού της;

Κατόπιν προέβη σε μία πράξι που θυμίζει ενέργειες θεϊκές. Φύ­σηξε το παιδί.  Άφησε να βγή από μέσα του αγιασμένη πνοή και να χτυπήση πάνω στο νεκρό  πρόσωπό του. Μας έρχεται στο νου ο Χριστός που μόλις επισκέφθηκε  αναστημένος το εσπέρας τού Πάσχα τους μα­θητές του τους φύσηξε και τους  χορήγησε πνευματική εξουσία. Ακόμη θυμόμαστε την δημιουργία τού Αδάμ.  «Και ενεφύσησεν (ο Θεός) εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής» (Γέν. 2,7).  Το Πνεύμα τού Θεού χο­ρηγεί ζωή. Γι’ αυτό και κάθε φορά που απαγγέλλουμε το «πιστεύω», το αποκαλούμε Άγιον, Κύριον, Ζωοποιόν. Ζωή και ζωοποιόν.

Η Γραφή σημειώνει ότι ο προφήτης φύσηξε τον νεκρό τρεις φο­ρές.  Σαν προφήτης και θεόπτης εγνώριζε ότι ο Θεός ήταν τρία πρόσω­πα. Προς  τιμήν της Αγίας Τριάδος. Κατόπιν με όλη την δύναμι της ψυ­χής του  εζήτησε από τον Θεόν ν” αναστήση το παιδί.

 Κύριε ο Θεός μου, σε παρακαλώ, ας επιστρέψη στο παιδί η ψυχή του.

Και το πρωτάκουστο και απροσδόκητο θαύμα έγινε. Το παιδί ανα­στήθηκε. «Και  ανεβόησε». Έβγαλε φωνές. Αυτό δείχνει ότι όχι απλώς ήρθε στην ζωή, αλλά  ήρθε και δυναμωμένο, αφού μπορούσε να φωνάζη δυνατά.

Για πρώτη φορά στην ιστορία νικήθηκε ο θάνατος.  Βέβαια προσ­ωρινά. Την μόνιμη νίκη κατά τού θανάτου θα την  πραγματοποιούσε στο μέλλον ο Χριστός. Ωστόσο η ανάστασις που επετέλεσε ο προφή­της προεικόνιζε την μελλοντική ανάστασι των νεκρών από τον  Χριστό. Άρχιζε ο λαός τού Θεού να προετοιμάζεται σιγά – σιγά στην έννοια της ήττας τού θανάτου. Ό,τι συμβαίνει στην Παλαιά Διαθήκη προετοιμάζει  το έδαφος για όσα θα επιτελέση στο μέλλον ο Μεσσίας.

Γεμάτος θαυμασμό, χαρά και ενθουσιασμό ο Ηλίας παίρνει το παιδί, το κατεβάζει  κάτω και το δίνει στην μητέρα του. «Βλέπε —της λέει— ζη ο υιός σου».  Ναι, ο γιός της ήταν ζωντανός. Το έβλεπε και δεν το πίστευε. Τέτοια χαρά δεν την άντεχε. Και ο σεβασμός της προς το πρόσωπο τού προφήτου ξεπέρασε κάθε όριο. 

— Να, είπε, το διαπίστωσα καλά ότι εσύ είσαι άγιος, είσαι άνθρω­πος τού Θεού, και με το στόμα σου ομιλεί ο αληθινός Θεός.

Ευνόητο είναι ότι το μεγάλο και πρωτάκουστο θαύμα, αν όχι τώ­ρα, αργότερα  διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, και η φήμη τού Ηλία ανέβηκε στα ύψη.

Δεν είναι χωρίς σημασία ότι η πρώτη ανάστασις νεκρού πραγμα­τοποιήθηκε σε μία οικογένεια μη Ισραηλιτική.  Κανονικά ένα τόσο μεγάλο θαύμα θα έπρεπε να λάβη χώρα εντός των ορίων  τού Ισραήλ και σε Ισραηλίτη. Γιατί άραγε η πρώτη ανάστασις νεκρού να  συμβή εκτός τού περιουσίου λαού;

Μία γυναίκα χήρα κι ένα νεκρό παιδί. Αυτά αντιπροσωπεύουν όλο τον  ειδωλολατρικό κόσμο που τον έδερνε πνευματική χηρεία και πνευματικός  θάνατος. Η εύνοια τού Θεού μέσω τού Ηλία προς αυτά τα πρόσωπα  έχει προφητικό νόημα. Προεικονίζει την μελλοντική ανάστασι τού  ειδωλολατρικού κόσμου, τότε που ο περιούσιος λαός τού Θεού θα αρνηθή και θα σταυρώση τον Μεσσία.

Η πίστις και η ομολογία της χήρας υποδηλώνει την μελλοντική πίστι των  εθνών, τα οποία θα αποτελέσουν τον Χριστιανικό λαό, τον «νέον Ισραήλ».

Ο Μωϋσής όταν νυμφεύθηκε, πήρε γυναίκα Αιθιόπισσα, ενώ κα­νονικά έπρεπε  να πάρη Ισραηλίτισσα. Γιατί το έκανε αυτό; Για να δείξη ότι ο νέος  Μωϋσής, ο Χριστός θα νυμφευόταν την εξ εθνών Εκκλησία, που ήταν  Αιθιόπισσα, δηλαδή μαύρη από την απιστία και την αμαρτία. Και αυτήν θα  την ελεύκαινε, θα την άγιαζε, ακόμα πιο πολύ θα την έκα­νε σώμα του!

Η Π. Διαθήκη είναι γεμάτη αινίγματα και κρυμμένα μυστικά, που για να τα αντιληφθής χρειάζεσαι το κλειδί τού Χριστού.  Οι Εβραίοι που απέρριψαν τον αληθινό Μεσσία, δεν το έχουν αυτό το  κλειδί. Έτσι δια­βάζουν την Π. Διαθήκη, χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτε  από τα υπερφυή μυστήριά της.

Κατά την έκφρασι τού Αποστόλου Παύλου, διαβάζουν την Βίβλο έχοντας στα ψυχικά τους μάτια ένα τυφλοπάνι, ένα κάλυμμα. «Όταν αναγιγνώσκεται ο Μωϋσής, κάλυμμα κείται επί της καρδίας αυτών» (Β” Κορ. 3, 15). Είθε κάποτε να επιστραφούν προς τον Κύριο, και να φωτι­σθούν τα σκότη της ψυχής τους. 

 


(*) Η  Γραφή δεν διασαφηνίζει τον αριθμό των παιδιών της χήρας. Είχε ένα ή  πε­ρισσότερα; Αγνοούμε. Η μετάφρασις των Εβδομήκοντα ομιλεί για «παιδιά»  της γυ­ναίκας. Άλλες μεταφράσεις, όπως αυτές που στηρίζονται στο  μασσωριτικό κείμενο, η Βουλγάτα κλπ. αναφέρουν ότι η χήρα έχει μόνο έναν γυιό, φαίνεται ότι είχε μόνο ένα γυιό, και τα’ άλλα παιδιά της ήταν  κορίτσια.

(**) Και oι εικοσιπέντε «οίκοι» τού Κοντακίου τελειώνουν κατά κανόνα με την φράσι, «ο μόνος φιλάνθρωπος».

 

Από το βιβλίο: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Ἀντιαιρετικόν Ἐγκόλπιον    www.egolpion.com

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο Ιουλίου 19, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Bίος της Ρωσίδος Αγίας Νεομάρτυρος Λυδίας.

3d5057NMLydia-page-001 3d5057NMLydia-page-002 3d5057NMLydia-page-003 3d5057NMLydia-page-004

 

Η Αγία Μαρίνα.(Ἀρχιμανδρίτη Ἀρσενίου Κατερέλου)

 

Η Αγία Μαρίνα

 

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ (46-Ν – 2)

Σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μου προσκυνηταί, ἑορτάζει τήν μνήμη τῆς ἁγίας ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης.

Ὁ πατέρας τῆς Ἁγίας ἦταν εἰδωλολάτρης καί μάλιστα ἦταν καί ἱερέας τῶν εἰδώλων. Ἐπειδή δέ ἀπέθανε ἡ κατά σάρκα μητέρα τῆς Ἁγίας, τήν παρέδωσε ὁ πατέρας της, κατά θεία βέβαια Πρόνοια, σέ κάποια ἄλλη γυναῖκα γιά νά τήν ἀναθρέψη, ἔξω ἀπό τήν πόλι εἰς τήν ὁποία κατοικοῦσαν. Καί λέμε κατά θεία Πρόνοια συνέβη αὐτό, διότι ἀκριβῶς αὐτή ἡ γυναῖκα ἡ ὁποία ἀνέθρεψε τήν Ἁγία Μαρίνα ἦταν Χριστιανή καί ὡς ἐκ τούτου, ὡς σωστή Χριστιανή, τήν ἀνέθρεψε πάρα πολύ σωστά, κατά Θεόν. Καί ἐπειδή ταυτόχρονα καί ἡ Ἁγία Μαρίνα ἦτο γῆ ἀγαθή, ἐδέχθη ὅλα τά τῆς Χριστιανικῆς πίστεως καί ἔγινε μία πάρα πολύ σωστή Χριστιανή.

Ἐξ αἰτίας ὅμως αὐτῆς τῆς στάσεως τῆς Ἁγίας Μαρίνας, τῆς μικρῆς κατά τήν ἡλικίαν, ὁ ἀσεβέστατος κατά σάρκα πατέρας της τήν ἐμίσησε τόσο πολύ, ὥστε τήν ἀπεκλήρωσε. Ὅσο ὅμως ὁ ἐπίγειος πατέρας της τήν ἀπεκλήρωνε καί τήν εἶχε πέρα γιά πέρα ἀποστραφῆ, τόσο ὁ οὐράνιος Πατέρας ὅλων μας, ὁ Θεός δηλαδή, τήν ἐδέχετο καί τήν εὐλογοῦσε. Μέ τήν πάροδο δέ τοῦ χρόνου αὐξήθηκε τόσο πολύ ὁ ἔνθεος ἔρωτας τόν ὁποῖο εἶχε ἡ δεκαπεντάχρονη τότε Ἁγία Μαρίνα πρός τόν Χριστό, ὥστε ἐζήλευε μέ τήν καλή ἔννοια τούς ἄλλους  Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι τήν περίοδο ἐκείνη ἐμαρτυροῦσαν σωρηδόν γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί ἤθελε κι ἐκείνη, ὡς ἐκ τούτου, νά τούς μιμηθῆ καί παρακαλοῦσε τόν Θεό νά φέρη ἔτσι τά πράγματα ὥστε καί αὐτή νά ἀξιώθῆ μαρτυρικοῦ τέλους.

Ἔτσι κι ἔγινε. Καί μόλις συνεπλήρωσε τό δέκατο πέμπτο ἔτος τῆς ἡλικίας της, ὅταν τήν εἶδε τότε ἕνας ἡγεμόνας ὀνόματι Ὀλύμβριος, ἐπειδή ἦταν καί πανέμορφη, τήν ἐζήλεψε καί ἐπεθύμησε νά τήν λάβη ὡς γυναῖκα του. Ὅμως ἡ Ἁγία Μαρίνα ἀντιστάθηκε. Ἐκεῖνος τήν πῆρε μέ τό καλό, ὅπως γίνεται συνήθως, μετά τήν πῆρε καί μέ τό ἄγριο. Ἀλλά, οὔτε ἔτσι, οὔτε ἀλλοιῶς, ἐδέχετο ἡ Ἁγία Μαρίνα. Μέ ἄλλα λόγια δέν ἐδέχετο νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό καί νά γίνη γυναῖκα αὐτοῦ τοῦ εἰδωλολάτρη ἡγεμόνα. Καί μάλιστα, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἄν καί μικρούλα, τοῦ εἶπε μέ ἔνθεη σωστή καί τίμια παρρησία: «Ὦ ἡγεμών, ὅσο περισσότερο μέ βασανίσης, τόσο περισσότερο, κι ἀκόμη πιό πολύ, θά μέ δοξάση ὁ Θεός». Τί ὡραία νόμιμη, σωστή πρόκλησις! Ἀλλ᾽ ὁ ἡγεμών αὐτός, ὄντας ἄνθρωπος πέρα γιά πέρα κακοπροαίρετος, ἐπροχώρησε εὐθύς ἀμέσως στά σατανοκρατούμενα σχέδιά του προκειμένου καί ἐλπίζοντας ὅτι θά καταφέρη τό κοριτσάκι αὐτό νά τό μεταστρέψη.

Ἔτσι λοιπόν τήν ἐβασάνισε ἀλύπητα, ποικολότροπα καί κυρίως μέ ραβδιά τῆς κατέσχιζε τό ἀμόλυντο σῶμα της. Μετά τήν ἔβαλε στήν φυλακή γιά νά τήν βασανίζη ἐπ᾽ ἀόριστον μέ τήν ἐλπίδα, ὅπως ἤδη προαναφέραμε, νά καμφθῆ τό φρόνημα τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Μέ τά πολλά ἀνελέητα δέ κτυπήματα, ὄντως καί πανθομολογουμένως, εἶχε τόσο πολύ ἡ ὀμορφιά της ἀφανισθῆ, πού κανείς δέν μποροῦσε νά τήν κοιτάξη. Εἶχε γίνει πάρα πολύ ἄσχημη, παραμορφωμένη θά λέγαμε, ἀπό αὐτά τά ἐξωτερικά ἀνελέητα, ἀλύπητα καί ποικιλότροπα κτυπήματα πού τῆς ἐπροξένησε διά τῶν δημίων ὁ ἡγεμών Ὀλύμβριος.

Ὁ φθονερός ὅμως Διάβολος, πού ἔβλεπε ὅτι νικᾶται ἀπό ἕνα τρυφερό κοριτσάκι, διότι εἶχε ταπείνωσι, σωστή πίστι καί ὑψηλότατο ἀγωνιστικό φρόνημα, προσεπάθησε, ἀφοῦ ἔβλεπε ὅτι τά ὄργανά του, οἱ ἄνθρωποι δηλαδή, δέν μποροῦσαν νά κάμψουν τό φρόνημά της, προχώρησε παραπέρα. Γιατί ὅταν ὁ Διάβολος δέν μπορεῖ μέ ἕνα α´ πάθος ἤ μέ μία α´ ἀνθρωπίνη μέθοδο νά μᾶς κάνη νά ἁμαρτήσωμε, τότε προσπαθεῖ καί ὁ ἴδιος νά κάνη κατά μέτωπον ἐπίθεσι. Καί στήν περίπτωσι αὐτή προσεπάθησε νά τρομοκρατήση ὁ ἴδιος τό κοριτσάκι αὐτό, τήν Ἁγία Μαρίνα, κατά παραχώρησιν βέβαια Θεοῦ. Ὁ Θεός τό ἐπέτρεψε.

Πῆρε λοιπόν ὁ Διάβολος μορφή σιχαμεροῦ δράκοντος καί φανερώθηκε μέσα στήν φυλακή. Ἐνῶ ἦσαν κλειστές οἱ πόρτες, φάνηκε ἐκεῖ μέσα, ἀνεξηγήτως βέβαια μέ τήν ἀνθρωπίνη λογική, ἕνα ὄντως τέρας. Διότι ὁ Διάβολος, ἄν καί εἶναι πνεῦμα, ὅταν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, μπορεῖ νά μετασχηματισθῆ, κατά φαντασίαν μέν, δηλαδή δέν εἶναι πραγματικό τέρας, ὅμως αὐτός πού τό βλέπει ἔτσι αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι πραγματικό τέρας. Τρώει καί ξύλο καί πολλά ἄλλα, ἀμέτρητα… Αὐτό θά πῆ ὅτι »κατά φαντασίαν» ἐμφανίζεται ὁ Διάβολος. Ὄχι δηλαδή ὅτι ὅσοι βλέπουν τόν Διάβολο ἔχουν, ἤ σχιζοφρένεια, ἤ φαντασία – ὅπως λέγομε »αὐτός εἶναι φαντασμένος». Ἄλλο τό ἕνα, ἄλλο τό ἄλλο. Καμμία σχέσι δέν ἔχουν αὐτά τά δύο φαινόμενα μεταξύ τους.

Ἔτσι λοιπόν ἡ Ἁγία Μαρίνα, ἡ ὁποία ἔβλεπε ὄντως αὐτό τό τέρας μέσα εἰς τήν φυλακή, καθόλου δέν τἄχασε. Στήν ἀρχή, προσηύχετο ἐπίμονα, χωρίς νά φεύγη μάλιστα τό μυαλό της ἀπό τά λόγια τῆς προσευχῆς καί νά ἀρχίση νά σκέφτεται, πού εἶναι πολύ φυσικό νά πῆ »ἐδῶ εἶναι ἕνα τέρας, ποῦ βρέθηκε, πῶς βρέθηκε, θά μέ διαλύση σέ λίγο», κλπ.
Ὅταν διεπίστωσε λοιπόν ὁ δράκων, δηλαδή ὁ Διάβολος, ὅτι δέν κατάφερε καθόλου νά τήν ἀποσπάση κἄν ἀπό τήν προσευχή, τήν Ἁγία Μαρίνα, τότε »ἔπαιξε καί τό τελευταῖο του χαρτί», ἄς τό ποῦμε πιό σωστά, τό τελευταῖο του παιχνίδι, καί ὥρμησε, κατά παραχώρησιν πάλι Θεοῦ, νά τήν καταπιῆ. Νά βλέπης, ὄχι ἁπλῶς ἕνα λιοντάρι, ἀλλά ἕνα τεράστιο τέρας νά ἀνοίγη τό στόμα του καί νά προσπαθῆ νά σέ καταπιῆ! Καί ἐπέτρεψε ὁ Θεός ἔτσι νά αἰσθάνεται καί νά νομίζη ἡ Ἁγία Μαρίνα.

Καί ὅταν ὁ δράκων εἶχε φθάσει νά τήν καταπιῆ μέχρι τήν μέση σχεδόν, τότε ἡ Ἁγία Μαρίνα ἔκανε τό σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, μέ πίστι, καί ἡ ἀκατάλυτος δύναμις τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἐνήργησε θαυματουργικά γιά λογαριασμό τῆς Ἁγίας Μαρίνας καί ἐσκίσθη ἡ κοιλιά τοῦ φανταστικοῦ αὐτοῦ τέρατος. Καί τότε ὁ Σατανᾶς, κατά παραχώρησιν πάλι Θεοῦ, ἀπό δράκων τεράστιος καί σιχαμερός πού ἐφαίνετο, μεταμορφώθηκε σέ μορφή σκύλου καί ὡς σκυλί τώρα συνέχιζε νά φοβερίζη τήν Ἁγία Μαρίνα, ἡ ὁποία προσηύχετο συνεχῶς. Εἶχε ὅμως ἤδη πάρει θάρρος ἡ Ἁγία Μαρίνα, βλέποντας αὐτήν τήν ἀλλαγή, κατάλαβε καλύτερα τά πράγματα, τά εἶδε καί στήν πρᾶξι μᾶλλον, τό τέρας νά γίνεται σκυλί. Ἔ, καμμία σύγκρισις μεταξύ τῶν δύο, ἐννοεῖται. Καί στήν συνέχεια μαστίγωνε τό σκυλί μέ τήν προσευχή της, τώρα μέ περισσότερη χαρά καί μέ περισσότερο θᾶρρος, ἕως ὅτου ἔγινε ἄφαντος ἀπό αὐτήν ὁ Σατανᾶς καί ἐξηφανίσθη.

Καί μετά ἀπό αὐτήν τήν περιπέτεια, πού ἐμεῖς δέν μποροῦμε κἄν νά τήν διανοηθοῦμε βέβαια, εἶδε οὐράνια ὑπέρ νοῦν ἐξαίσια θεοπτία, πού τήν ἐγέμισε μέ ἀνέκφραστη θεϊκή ἡδονή, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά συγκριθῆ μέ καμμία ἐπίγεια χαρά, εἴτε εἶναι νόμιμη, εἴτε εἶναι παράνομη καί ταυτόχρονα ἀπεκαταστάθη ἡ ὑγεία της καί ἔγινε ὅπως ἦταν πρίν. Ἔφυγαν ὅλοι οἱ μώλωπες ἀπό τό πρόσωπό της, πού κανείς δέν μποροῦσε καλά-καλά νά διακρίνη ποιά ἦτο καί ἔγινε πάλι πανέμορφη, ὅπως ἦτο πρίν ἀπό τά βασανιστήρια πού εἶχε ἤδη ὑποστῆ.

Τώρα, τήν ἑπομένη πῆγαν »καμαρωτοί-καμαρωτοί» οἱ δήμιοι, οἱ βασανισταί, γιά νά συνεχίσουν τά βασανιστήρια, ἐάν ζοῦσε βέβαια ἀκόμη ἡ Ἁγία Μαρίνα κατά τό φτωχό τους μυαλό. Καί ὅταν εἶδαν τήν πλήρη ἀποκατάστασι τῆς ὑγείας της, ἀντί νά πιστέψουν, τί ἔκαναν; Ἀπέδωσαν οἱ ταλαίπωροι τό θαῦμα στήν δύναμι τῶν ψεύτικων θεῶν. Βλέπετε διαστροφή! Ἐδῶ βλέπομε τί θά πῆ νά ἔχης χαλασμένο μυαλό, δηλαδή ἄρρωστο πνευματικά νοῦ, ἐνῷ μπορῆ νά εἶσαι τετραπέρατος ἤ μπορῆ νά εἶσαι καί σωστός ἄνθρωπος σέ ἄλλα θέματα. Ἀλλά τό νά ἔχης χαλασμένο, στά πνευματικά θέματα, μυαλό, π.χ. νά ἀποδίδης τά θαύματα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ στήν δύναμι τῶν ψεύτικων θεῶν, ἤ στήν μαγεία ἤ σέ ὁ,τιδήποτε ἄλλο, αὐτό εἶναι ἀνθρωπίνως ἀθεράπευτο ἤ ἔστω πολύ δύσκολα θεραπεύεται.

Βέβαια ἡ Ἁγία μας τά κατάλαβε αὐτά καί τούς »τακτοποίησε» ἐκ νέου. Τούς εἶπε δηλαδή ὅτι ὁ Θεός, ὁ Χριστός, τήν ἔκανε καλά καί τούς »ἔβαλε στήν θέσι τους» μέ ἀκόμη περισσότερο θάρρος, ὁπότε καί αὐτοί ἄρχισαν νά τήν ξαναβασανίζουν μέ ἀναμμένες λαμπᾶδες. Καί γιά νά μή τά πολυλογοῦμε, μετά τήν βούτηξαν σέ ἕναν λέβητα μέ νερό γιά νά πνιγῆ. Ἀλλά καί πάλι ἔμεινε ἀβλαβής ἡ Ἁγία. Καί μάλιστα, κατά θεία οἰκονομία, μέ τόν τρόπο αὐτόν πού τήν ἐβούτηξαν στό νερό γιά νά πνιγῆ, ἀκούσθηκε οὐράνια φωνή, δηλαδή ἀπροσδιορίστου προελεύσεως κατά τήν ἀνθρωπίνη λογική, ἡ ὁποία ἐπιβεβαίωνε ὅτι ὄντως μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐβαπτίσθη ἡ Ἁγία.

Αὐτή δέ ἡ οὐράνια φωνή ἐμακάριζε καί ἐπαινοῦσε τήν Ἁγία Μαρίνα. Καί αὐτήν τήν φωνή δέν τήν ἄκουσε μόνον ἡ Ἁγία Μαρίνα, ἤ μόνον ὁ ἡγεμών, ἀλλά τήν ἄκουσε καί ὅλο τό παρευρισκόμενο πλῆθος. Καί μόνον ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς φωνῆς ἐπίστευσαν εἰς τόν Χριστόν δέκα πέντε χιλάδες ἄνδρες, ἐκτός τῶν γυναικῶν καί τῶν παιδιῶν. Καί ὅλοι αὐτοί, ἐπειδή εἶχαν καλή προαίρεσι, καί μόνο ἀπ᾽ αὐτό τό θαυμαστό γεγονός, πού ἄκουσαν αὐτήν τήν οὐράνια φωνή, ἤθελαν νά λάβουν τοῦ μαρτυρίου τόν ἀμάραντο στέφανο.

Τότε, »τά ἔχασε» ὁ ἡγεμών. Σοῦ λέει «τί γίνεται ἐδῶ; Ἐδῶ πᾶμε νά μεταστρέψωμε τήν Μαρίνα καί, ἀντί νά τῆς ἀλλάξωμε γνώμη καί νοοτροπία, βλέπομε νά θέλουν ὅλοι αὐτοί νά γίνουν Χριστιανοί καί νά μαρτυρήσουν». Ὁπότε, ἐσκότωσε ὅσους ἐπρόλαβε, ὅσους μποροῦσε, ἀπό αὐτές τίς δέκα πέντε χιλιάδες δηλαδή – Κύριος οἶδε πόσους ἀκριβῶς – καί, ἐπειδή ἐφοβήθη νά μή πιστεύσουν καί οἱ ὑπόλοιποι ὑπήκοοι τῆς πόλεως τήν ὁποία εἶχε ὑπό τήν ἐξουσία του, ἐσκότωσε, γρήγορα-γρήγορα, διά ξίφους, καί τήν Ἁγία Μαρίνα. Καί ἔτσι καί αὐτή ἡ μακαρία ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν ἀμάραντο στέφανο καί ἐπῆγε δεδοξασμένη πρός τήν αἰώνια πατρίδα ὅλων μας.

Αὐτά, ἐντελῶς βέβαια περιληπτικά, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τόν βίο τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Νομίζω, καί ὁ βίος της, καί τό φρόνημά της μᾶς διδάσκουν. Δέν χρειάζονται, ἀπό ἐμᾶς τούς ἐμπαθεῖς, οὔτε σχόλια, οὔτε ἀναλύσεις. Τό μόνο πού λέμε ἐν κατακλεῖδι εἶναι ὅτι ὄντως »θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ». Καί »Ἁγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν».
Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος,
Ὁμιλία κατά τήν Θεία Λειτουργία στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος – 17/7/2005

 
Σχολιάστε

Posted by στο Ιουλίου 16, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Ἡ ὁμολογία τοῦ Πέτρου



petros

29 ᾿Ιουν., Πέτρου καὶ Παύλου (Μθ 16,13-19)

Τιμῆς ἕνεκεν πρὸς τοὺς δύο μεγάλους ἀποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο ἂς ξεδιαλύνουμε κάποιες παρεξηγήσεις τοῦ παπισμοῦ γύρω ἀπὸ τὸν Πέτρο, καθὼς ὁ ἐκτροχιασμός του ἔκτοτε τὸν ἔχει ρίξει στὸ λάκκο τῆς αἱρέσεως.

Στὴν Καισάρεια τοῦ Φιλίππου, λέει ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς μνήμης τους, ρώτησε ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητάς του·

– Γιὰ ποιόν μὲ περνοῦν οἱ ἄνθρωποι;

Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν ὅτι ἄλλοι τὸν περνοῦν γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸ βαπτιστὴ ἄλλοι γιὰ τὸν Ἠλία ἄλλοι γιὰ τὸν ᾿Ιερεμία καὶ ἄλλοι γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς προφῆτες. Τότε ὁ Κύριος τοὺς λέει·

– Ἐσεῖς τί λέτε; Ποιός εἶμαι;

Ἀπάντησε ὁ Πέτρος καὶ εἶπε·

– Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ (15-16).

Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς·

– Εἶσαι μακάριος, Πέτρε, γιὲ τοῦ Ἰωνᾶ, διότι αὐτὸ ποὺ εἶπες δὲν σοῦ τὸ φανέρωσε κανένας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ οὐράνιος Πατέρας μου. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ τώρα μὲ τὴ σειρά μου σοῦ φανερώνω ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Πέτρος (ἐδῶ ὁ Ἰησοῦς κάνει λογοπαίγνιο μὲ τὶς λέξεις Πέτρος-πέτρα) καὶ πάνω σ’ αὐτὸ ποὺ εἶπες, ποὺ εἶναι μία ὁμολογία στερεὴ σὰν τὴν πέτρα, θὰ οἰκοδομήσω τὴν ἀήττητη καὶ ἀθάνατη ἐκκλησία μου. Καὶ θὰ σοῦ δώσω τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Τὸ ἁμάρτημα ποὺ θὰ τὸ κρίνεις ἀσυγχώρητο στὴ γῆ, θὰ εἶναι ἀσυγχώρητο καὶ στὸν οὐρανό· τὸ ἁμάρτημα ποὺ θὰ τὸ συγχωρεῖς ἐσὺ στὴ γῆ, θὰ εἶναι συγχωρημένο καὶ στὸν οὐρανό» (ἐννοεῖται ἐφ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος θὰ παραμείνει θετικὸς δέκτης τῶν μηνυμάτων καὶ τῶν ἀποκαλύψεων τοῦ Πατρός).

Καὶ τοὺς ἐπέστησε τὴν προσοχὴ νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν ὅτι εἶναι ὁ Χριστός (17-20).

Ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ πέτρα, πάνω στὴν ὁποία ἐννοοῦσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι θὰ οἰκοδομήσει τὴν ἐκκλησία του; Ὁ Ἰησοῦς, σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία, κτίζει τὴν ἐκκλησία του πάνω στὴν ἀλήθεια ποὺ μόλις διεκήρυξε ὁ Πέτρος, ὅτι εἶναι ὄχι ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ Γιὸς τοῦ ἑνὸς καὶ ζωντανοῦ καὶ αἰώνιου Θεοῦ. Εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου. Ὁ Ἰησοῦς κτίζει τὴν ἐκκλησία του πάνω στὴν πίστη στὴ θεότητά του. Χωρὶς τὴν πίστη αὐτὴ ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει. Καὶ σωτηρία δὲν ὑπάρχει.

Αὐτὴ τὴν ἑρμηνεία προσφέρουν οἱ ἑρμηνευταὶ τῆς ἐκκλησίας. Σημειώνονται κάποιοι ἐνδεικτικῶς. «Ἐφ’ ἧς πέτρας ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος οἰκοδομήσειν αὐτοῦ τὴν ἐκκλησίαν… Πέτρα δὲ ἡ ὑψηλὴ ψυχὴ (= τὸ φρόνημα, ἡ πίστη) τοῦ μακαρίου Πέτρου ὠνόμασται»·Βασίλειος Καισαρείας, Εἰς τὸν Ἠσαΐαν 2,66· PG 30,233. «᾿Εφ᾿ ᾗ πέτρᾳ (= ὁμολογίᾳ)ᾠκοδόμητο ἡ ἐκκλησία κατὰ πάντα τρόπον»· Ἐπιφάνιος Κύπρου, Κατὰ αἱρέσεων 2,1,59· PG 41,1029. «Τῇ πίστει τῆς ὁμολογίας»· Ἰωάννης χρυσόστομος, ῾Ομ. εἰς Μθ 54,2· PG 58,534.«Αὕτη ἡ ὁμολογία ἣν ὠμολόγησας, θεμέλιον μέλλει εἶναι τῶν πιστευόντων»· Θεοφύλακτος, Εἰς Μθ 16,17· PG 123,320. «Ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ ἡ ἐκκλησία ἐστήρικται»· Ἰωάννης Δαμασκηνός, Περὶ ὀρθοῦ φρονήματος, 4· PG 94,1429.

Οἱ παπικοὶ λένε ὅτι πέτρα εἶναι ὁ Πέτρος. Τὸ λογοπαίγνιο τοῦ Χριστοῦ Πέτρος-πέτρα τὸ παρεξηγοῦν σοβαρά. Καὶ τοὺς βολεύει βέβαια. Καὶ κάνουν στὴ συνέχεια ὁλόκληρη συρραφὴ παραλογισμῶν. α) Ἄρα ὁ Πέτρος εἶναι ὁ ἀποκλειστικὸς διάδοχος καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ. β) Κι ἀφοῦ ὁ Πέτρος ὑπῆρξε κατ’ αὐτοὺς ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, ἄρα ὁ πάπας, ὁ κάθε πάπας, σὰν «διάδοχος» τοῦ Πέτρου, κληρονομεῖ ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Πέτρου πάνω στὴν ἐκκλησία, γίνεται τοποτηρητὴς τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴ γῆ (vicarius), ὁρατὴ κεφαλὴ τῆς στρατευομένης καὶ θριαμβευούσης ἐκκλησίας, ἀρχηγὸς ὁλοκλήρου τοῦ χριστιανικοῦ καὶ πολιτικοῦ κόσμου, μπροστὰ στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ κάμπτεται κάθε γόνυ! γ) Ἐφ’ ὅσον ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ἦταν ὁ πρῶτος μεταξὺ τῶν δώδεκα, καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ πάπας ἐπίσκοπος Ρώμης εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου, ἄρα ὁ πάπας κατέχει τὸ πρωτεῖο μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπισκόπων! Ἡ κακοδοξία αὐτὴ ἡ γνωστὴ ὡς παπικὸ πρωτεῖο ἔφτασε στὸ ἀποκορύφωμά της μόλις πρὶν ἀπὸ 150 χρόνια μὲ τὴ λεγομένη ἀπὸ αὐτοὺς Α΄ σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1870), στὴν ὁποία δόθηκε στὸ πρωτεῖο δογματικὸς χαρακτῆρας, παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν παλαιοκαθολικῶν καὶ ὅλου τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου.

Εἶναι λυπηρὸ νὰ γίνεται τέτοια βάναυση κακοποίηση τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ κατασκευάζεται ὁλόκληρη ἁλυσίδα παραλογισμῶν, προκειμένου νὰ ντυθεῖ ὁ πάπας τὴν πολιτικοεκκλησιαστικὴ ἐξουσία ποὺ ὀνειρεύεται. Εἶναι δυνατὸν πάνω σὲ πρόσωπο, σὲ ἄνθρωπο, ὅποιος κι ἂν εἶναι αὐτός, νὰ κτίσει ὁ Χριστὸς τὴν ἐκκλησία του; Ὁ ἀπόστολος Πέτρος δὲν εἶχε τέτοια συνείδηση ὅτι πάνω του οἰκοδομήθηκε ἡ ἐκκλησία, οὔτε ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἴσος μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους. Ὁ ἴδιος γράφει στὴν Ἐπιστολή του ὅτι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός. «Ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον ἀκρογωνιαῖον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες· οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας» (Α΄ Πέ 2,6· ᾿Ησ 28,16). Εἶχε δὲ καὶ τὴ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ διέπραξε σοβαρὰ σφάλματα. Εἶναι περιττὸ νὰ ποῦμε ὅτι καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ρητῶς ὅτι κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός (Ἐφ 5,23· 4,15· 1,22).

Ἐξ ἄλλου ὁ ἀπόστολος Πέτρος δὲν ὅρισε κανέναν ἄμεσο ἢ ἔμμεσο διάδοχό του, τὸ δὲ πολίτευμα τῆς ἐκκλησίας ἐξ ἀρχῆς εἶναι συνοδικὸ καὶ σὰν τέτοιο δὲν δικαιολογεῖ πρωτεῖο σὲ κανέναν. Ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ μᾶς παρέχει ἡ ἐκκλησία τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων, εἶναι μεταξύ τους ἴσοι. Ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ 28ος κανὼν τῆς Δ΄ οἰκουμενικῆς συνόδου (451) δὲν ἀναγνωρίζει πρεσβεῖα στὸν ἐπίσκοπο Ρώμης, ἀλλὰ παραχωρεῖ ἴσα πρεσβεῖα καὶ στὸν Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ 83ος ἀποστολικὸς κανὼν καθαιρεῖ τὸν κληρικό, ἐπίσκοπο ἢ πρεσβύτερο, ὁ ὁποῖος κατέχει καὶ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία, προφανῶς ὑπαινισσόμενος τὸν πάπα καὶ τὴν παποκαισαρικὴ τάση του, ποὺ εἶχε δείξει ἀπὸ τότε.

Ἐκ τῶν πραγμάτων πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἀνταγωνιστὴς καὶ ἀντιποιητὴς τοῦ Χριστοῦ, ἀντίχριστος. Ἔτσι τὸν ἀποκάλεσε νεότερος ἅγιος καὶ μάρτυρας τῆς πίστεως, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, καὶ συνέστησε· «Τὸν πάπαν νὰ καταρᾶσθε…» (Α. Καντιώτου, Κοσμᾶς Αἰτωλός, σ. 286· 348).

Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης

(δημοσίευσις· 29 ἰουνίου 2013)

 
 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 147 ακόμα followers