Το ταξίδι του παπα-Χαιρέτη. (Η ιστορία του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος και η Άρτα).

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ιστορία του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος και η Άρτα).

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Ο Άγιος απεβίωσε και τάφηκε  στην Τριμυθούντα, την κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής του 1974 σημερινή Τρεμετουσιά, όπως διασώζει σχετική παράδοση, που επεδείκνυε και τη μαρμάρινη σαρκοφάγο του, η οποία σωζόταν εντός του καθολικού της Μονής του. Στο πέρασμα του χρόνου, το άγιο λείψανο διατηρήθηκε άφθορο στη σαρκοφάγο, κατά θαυμαστό τρόπο, και αποτέλεσε το μεγάλο θαύμα, το οποίο ευδόκησε ο Θεός, ώστε να διαπιστώνουν οι πιστοί την αγιότητα του βίου του ταπεινού Σπυρίδωνος.

Στη συνέχεια, όμως, στα τέλη του 7ου αιώνα, στα πλαίσια μάλλον της μετακίνησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού του νησιού από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ στην περιοχή του Ελλησπόντου, εξαιτίας των αραβικών επιδρομών, το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε για ασφάλεια στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε στον ναό των Αγίων Αποστόλων.

Όταν δε, αρκετούς αιώνες αργότερα, η Πόλη κατελήφθη από τους Οθωμανούς, το 1453, ένας  ιερέας από την Κωνσταντινούπολη, Γιώργος Καλοχαιρέτης ονομαζόμενος, μετέφερε το Άγιο Λείψανο, με αυτό της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης.

Πρώτη ιστορική άποψη.

Το  1456  ένας πρεσβύτερος, κερκυραϊκής καταγωγής, ο π. Γεώργιος Καλοχαιρέτης, έκρυψε το ιερό σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνα καθώς και της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, μέσα σ’ ένα καλάθι και αφού τα σκέπασε με χόρτα, τα φυγάδευσε από την τουρκεμένη Κωνσταντινούπολη. Ο λόγος… ο φόβος των Τούρκων και το μίσος σε κάθε τι Χριστιανικό. Τελικός προορισμός του παπα-Χαιρέτη ήταν η Κέρκυρα η οποία από το 1386  «…ειχεν εκουσίως παραδοθεί εις το Χρισταινικόν και ελεύθερον κράτος της Βενετίας». Και το δρομολόγιό του ήταν, από την Πόλη να φθάσει στην Άρτα ,συνέχεια στην Σαλαώρα και από εκεί με καϊκι στην Κέρκυρα. Στο μεγάλο αυτό ταξίδι ο παπα-Χαιρέτης «ίνα εξασφαλίση κατά της μανίας των ασεβών τα ιερά εκείνα κειμήλια,τα οποία επιχείρησε να ανασώση μεθ΄εαυτού,ενέκλεισεν αυτά εντός δύο σάκκων πληρωθέντων αχύρου και θέσας επί υποζυγίου διήγαγεν αυτά ενεπηρεάστως δια της πορθουμένης ελληνικής χώρας, διότι οι απαντώντες αυτόν επείθοντο ότι το φορτίον εκείνο ουδέν άλλο ήτο, ει μη του φέροντος κτήνους η τροφή» (Ανδρέα Μαρμαρά .Ιστορία Κέρκυρας.1672).

Έτσι με κρυμμένα λείψανα μέσα στα άχυρα έφτασε ο παπα-Χαιρέτης στην Άρτα κι από εκεί στο χωριό Πλησιοί. Εκεί με ευλάβεια τοποθέτησε τα λείψανα στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου (Κατσούρη) και αυτός και η οικογένειά του έμειναν σε κοντινό σπίτι. Στους Πλησιούς ο παπα-Χαιρέτης δεν έμεινε πολύ καιρό. Κάποιο όνειρο τον ανάγκασε να φύγει από την περιοχή. Είδε στον ύπνο του πως μερικοί «από κερδοσκοπίας και ανευλαβείας ορμώμενοι» θα πουλήσουν σε ετερόθρησκους τα ιερά λείψανα. Και οι Άγιοι Σπυρίδων και Θεοδώρα τον προέτρεψαν να φύγει γρήγορα μαζί με τα ιερά λείψανα. Έτσι και έκανε. Συμβουλεύτηκε τον ηγούμενο του μοναστηριού, φόρτωσε τα ιερά σώματα και «ανεπιστρεπτί ανεχώρησε δια Σαλαώρας». Ένα από τα αδέλφια του παπα-Χαιρέτη παρέμεινε στην Άρτα.

Τελικά φτάνει στην Παραμυθιά που τα χρόνια εκείνα ήταν μεγάλο Θρησκευτικό κέντρο. Σε αυτή την περιοχή και στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Παραμυθίας εναποτέθηκαν τα ιερά σκηνώματα του Αγίου Σπυρίδωνα και της Αγίας Θεοδώρας. Τα ιερά Σκηνώματα, λατρεύτηκαν από τον τοπικό λαό και κλήρο, παρά τον φόβο της τρομοκρατίας και του ανθελληνισμού που επικρατούσε σε όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας. Άλλωστε την Παραμυθιά την είχαν επιλέξει οι Οθωμανοί ως διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής με ότι αυτό και αν σημαίνει. Αυτός ήταν και ο λόγος που μερικά χρόνια μετά, οι συνθήκες επέβαλαν για λόγους ασφαλείας την μεταφορά τους στην Κέρκυρα.

Τα ιερά λείψανα, που τοποθετήθηκαν αρχικά στο ναό του Αγίου Αθανασίου, τα κληρονόμησαν οι τρεις γιοί του Καλοχαιρέτη, Μάρκος, Λουκάς και Φίλιππος (έτσι συνηθιζόταν τότε στην Ενετική Κέρκυρα). Το μερίδιο του ο Μάρκος, το σκήνωμα της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, το δώρισε το 1483 στο λαό της Κέρκυρας.

Οι κληρονόμοι του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα προσπάθησαν να μεταφέρουν το άγιο λείψανο εκτός της Κέρκυρας αλλά συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση των Κερκυραίων και εγκατέλειψαν το σχέδιο τους. Εν τέλει μεταβίβασαν τα δικαιώματα τους στην κόρη του Φιλίππου, Ασημίνα. Το λείψανο πέρασε τελικά στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βούλγαρη, ως προίκα της Ασημίνας, όταν παντρεύτηκε το Σταματέλλο Βούλγαρη το 1520. Από τότε και για τέσσερις αιώνες έως το 1925, βρισκόταν στην κυριότητα της οικογένειας. Αρχικά και μέχρι το 1528 το λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό του Ταξιάρχου Μιχαήλ στο Καμπιέλο. Το 1528 ο Σταματέλλος Βούλγαρης το μετέφερε στο ναό, που έχτισε η οικογένεια προς τιμήν του Αγίου στο προάστιο του Σαρόκκου (Αγίου Ρόκκου).

Η άποψη κατά την οποία ο πρεσβύτερος Γεώργιος Καλοχαιρέτης μετάφερε το Λείψανο του ιερού Σπυρίδωνος και εκείνο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης από την Κωνσταντινούπολη εις την Κέρκυρα, διατυπώθηκε από τον Νικόλαο Βούλγαρη, σε έκθεσή του περί του ιερού Λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος, η οποία δημοσιεύτηκε πρώτα ιταλικά εις την Βενετία το έτος 1669 (Vera relatione del thaumaturgo etc. Venetia MDCLXIX). Ο Βούλγαρης στηρίζει την άποψή του σε διάφορα έγγραφα της οικογένειάς του. Την είδηση επαναλαμβάνει μετά από λίγο ο Κερκυραίος ιστορικός Ανδρεάς Μαρμοράς,ο οποίος μάλιστα, άγνωστο από που αντλεί, σημειώνει και τον τρόπο μεταφοράς των ιερών Λειψάνων.

Δεύτερη ιστορική μαρτυρία.

– Η περί του πρεσβύτερου Γ. Καλοχαιρέτη μαρτυρία έμεινε απρόσβλητη μέχρι το έτος 1808.Στις αρχές του ιθ αιώνα ανακαλύφτηκαν παλαιά χειρόγραφα του ιε αιώνα ,που διατύπωναν διαφορετική άποψη για την μεταφορά των λειψάνων. Όπως γράφει  ο σεβ. Μεθόδιος Κοντοστάνος, Μητροπολίτης Κερκύρας και Παξών, στα Προλεγόμενά της υπ’ αυτού γενομένης εκδόσεως της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του αγίου Σπυρίδωνος:

«Το ιερό και Σεβάσμιο Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος δεν μετακομίσθηκε στην Κέρκυρα παρά τον Ιερέα Γεωργίου Καλοχαιρέτη, ως ανακριβώς ίσως δε και εν λόγων σκοπιμότητας ανεγράφη. Αλλά, ως εξάγεται εκ Δουκικού Διατάγματος του Συμβουλίου των Δέκα της Βενετικής Δημοκρατίας, εκδοθέντος την 14 Μαΐου 1489, το Ιερό Λείψανο του Αγίου, παραλαβών αυτό εκ της Κωνσταντινούπολης… μετακόμισε εις Παραμυθιά της Ηπείρου, όπου και παρέμεινε επί χρονικό τι διάστημα, ο Ιερεύς Γρηγόριος Πολύευκτος,  ο αυτός δε εκείθεν κατά το έτος 1456, μετακόμισε αυτό εις την Κέρκυρα. Ο αυτός δε Γρηγόριος Πολύευκτος, βρίσκοντας στην Κέρκυρα τον Ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη, πρόσφυγα δε και τούτον και συμπολίτη του, κληροδότησε (!)_εις αυτόν το Ιερό Λείψανον του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο δε Λουκάς Καλοχαιρέτης, ένας από τους Κληρονόμους και «υἱὸς τοῦ Ἱερέως  Γεωργίου Καλοχαιρέτη, ἐδωρήσατο τῇ ἰδίᾳ ἀνεψιᾷ Ἀσημίνῃ τὸ ἐπὶ τοῦ Λειψάνου μερίδιόν του»(!)». Έτσι το Ιερό και Σεβάσμιο του Αγίου Λείψανο, Κύριος είδε εκ τίνος κρίματος υφαρπαγής, πέρασε στον Λουκά Καλοχαιρέτη, δια δωρητήριο συμβόλαιο που συντάχθηκε στην Άρτα κατά το έτος 1512, ως αντικείμενο προικοδοτήσεως (!) δια τους εξής λόγους: «ἔτι[πάλιν ὁμολογῶ, τό Λείψανον τοῦ Ἀγίου Σπυρίδωνος, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς τοὺς Κορφοὺς, καὶ κατὰ κληρονομία εὑρέθη εἰς ἡμᾶς καὶ εἴχαμεν ἐξουσίαν πάλιν χαρίζωμι τῆς ἄνωθεν είρημένης Ἀσημίνης τῆς ἀνεψιᾶς μου»

Η δε Ασημίνα, θυγατέρα του παπα- Φιλίππου υιού του Γεώργιου Καλοχαιρέτη, που ήταν εφημέριος στην Άρτα, έχουσα νόμιμη προίκα (!!!) το Ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος, νυμφεύθηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη. Δια διαθήκης δε, χρονολογουμένης από 25 Νοεμβρίου 1571, όρισε ως το Ιερό Λείψανο του Αγίου διαμένει ως κληρονομιά στους υιούς της και στους απογόνους τους…

Αφιερωτήριο του Λουκά Καλοχαιρέτου.

Εν ονόματι Ιησού Χριστού του Θεού ημών, αμήν.

Καγώ Λουκάς ο Καλοχαιρέτης ποιώ την παρούσαν μου ομολογίαν και υποσχετικήν ευεργεσίαν προςτην ανεψιάν μου Ασημίναν,την θυγατέρα του παπα κυρ.Φιλίππου του αδελφού μου γάρ από την μοιρασιάν ην εποιήσαμεν από πρώτης ημέρας και ώρας με τους αδελφούς μου το λαχόν μοι εκείνο μέρος,τόσον από τάματα,τόσον από ρόγαν, το όπερ τυχαίνει από τον Άγιον Αθανάσιον αλλά δη και από τον Ασώματον και από έτι άλλο ελάμβανεν ο μακαρίτης ο αδελφός μου ο παπα κυρ.Φίλιππος, ταύτα πάντα χαρίζω τη ανεψιά μου Ασημίνη,ένεκα ψυχικής μου δωρεάς.Πάλιν ομολογώ το Λείψανον του Αγίου Σπυρίδωνος ,όπερ ευρίσκεται εις τους Κορφούς κατά κληρονομίαν ευρέθη εις ημάς και είχομεν εξουσίαν επιτροπής εις εκείνο το άγιο λείψανον,εκείνη την επιτροπήν και εξουσίαν πάλι χαρίζωμε τη άνωθεν ειρημένη ανεψιά μου,ως καθώς ακαρτερεί και εις εμένα και μηδείς εκ του ημετέρου γένους,εκ των άλλων θυγατέρων του αδελφού μου ,αλλά δη και εκ των ημετέρων τέκνων, εχέτω άδειαν παρασαλεύσαι την παρούσαν μου ψυχικήν ευεργεσίαν, ην ενώπιον του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου ημών και των αυτού τιμιωτάτων Κληρικών και Σταυροφόρων της Θεοσώστου πόλεως Άρτης εποίησα εις ην υπογράφω οικειοχείρως.Ει δει ποτέκαιρώ η χρόνω παρασαλεύσουσι την ομολογίαν μου ταύτην εις εκ του ημετέρου γένους ή παίδων ή ανεψιών μου, καταδικασθήτω από παντοίας κρίσεως δικαίας. Ένεκεν τούτου εγεγόνει η παρούσα μου ομολογία και ευεργεσία ψυχική και επεδόθη τη ανεψιά μου Ασημίνη τη θυγατρί παπα Φιλίππου του αδελφού μου.

Εν έτει από Θεογενείας 1512 κατά μήνα Σεπτέμβριον

Λουκάς Καλοχαιρέτης ούτω ομολογώ

Πέτρος Σπόγγος δημόσιοε νοτάριος Κορυφών έγραψα

Οι μάρτυρες

Ακάκιος ιερεύς,ο ευλογημένος Εκκλησιάρχης

Βασίλειος ιερεύς,Σακελλάριος Αρτης

Νεόφυτος ιερομόναχος και Αρχιμανδρίτης Άρτης

Πέτρος ιερεύς και Πρωτονοτάριος Άρτης

Ταπεινός Αρχιεπίσκοπος Άρτης Ιάκωβος ο και το ύφος γράψας μαρτυρών υπέγραψεν

(Δοκίμιο Σεραφείμ σελ.40)

Από την εποχή εκείνη το ιερό σκήνωμα μεταβιβαζόταν κληρονομιά στους απογόνους της οικογένειας Βούλγαρη με τον εξής όρο. Ο αρχηγός της οικογένειας ανέκαθεν έπαιρνε το ιερατικό σχήμα και διοριζόταν εφημέριος του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα , του οποίου εισέπραττε τους πόρους ,που προήρχοντο από εισφορές των πιστών και προσκυνητών σε χρήμα και είδος.

Αυτό το αναχρονιστικό προνόμιο της οικογένειας Βούλγαρη δια νομοθετικού διατάγματος στο 1927,έληξε και η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα έγινε ενοριακή,το δε ιερό λείψανο μεταβιβάστηκε στην Ιερά Μητρόπολη Κέρκυρας.

……………………………………………………………

Άγιος Δαμασκηνός Στουδίτης. Ο Δάσκαλος του υπόδουλου Γένους


Του Κωνσταντίνου Χολέβα – Πολιτικού Επιστήμονος 

Στόν χειμαζόμενο από την τουρκική κατάκτηση Ελληνισμό έστειλε η Θεία Πρόνοια μία μεγάλη μορφή κατά τον 16ο αιώνα. Πρόκειται για τον Άγιο Δαμασκηνό Στουδίτη, τον οποίο η Εκκλησία μας τιμά στις 27 Νοεμβρίου. Κληρικός, λόγιος, μαχητικός Ορθόδοξος, συγγραφεύς θαυμαστών βιβλίων, σοφός, σεμνός και ασκητικός, ο Δαμασκηνός υπήρξε άριστος Ποιμενάρχης στις δύο Επισκοπές όπου τον απέστειλε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Πρώτα στην Επισκοπή Λητής και Ρεντίνης (σημερινή Μητρόπολη Λαγκαδά) και στη συνέχεια στην Μητρόπολη Ναυπάκτου και Άρτης, όπως ονομαζόταν τότε.

Ο Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη μάλλον το 1520. Σπούδασε στην Κωνσταντινούποληκαι είχε δάσκαλο τον διάσημο στην εποχή του Θεοφάνη Ελεαβούλκο Νοταρά. Συνδέθηκε με την ιστορική Μονή Στουδίου, γι’ αυτό και ονομάσθηκε Στουδίτης. Συνεργάσθηκε στενά με σπουδαίους Πατριάρχες όπως ο Μητροφάνης, ο Ιωάσαφ Β΄ο Μεγαλοπρεπής και ο Ιερεμίας ο Τρανός. Εξελέγη Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης το1560 και η χειροτονία του έγινε στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα στον γνωστό Ναό της Ροτόντας, σήμερα Ναό του Αγίου Γεωργίου. Λόγω της Τουρκοκρατίας ο Μητροπολιτικός Ναός της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης είχε μετατραπεί σε τζαμί και για ένα διάστημα ως Μητροπολιτικός Ναός εχρησίμευσε η Ροτόντα, γνωστή τότε ως Ναός των Αρχαγγέλων.

Ένεκα του κύρους του απέκτησε και τον τίτλο: Πρόεδρος Πολυανής (δηλαδή του σημερινού Κιλκίς).Λόγω της παιδείας του εστάλη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη Μικρά Ρωσία (Ουκρανία και Λευκορωσία) για να στηρίξει το Ορθόδοξο ποίμνιο απέναντι στην προπαγάνδα των Παπικών, οι οποίοι υπεστηρίζοντο από τους Λιθουανούς κατακτητές. Επίσης λόγω του θαυμασμού, που έτρεφαν πολλοί προς τις γνώσεις του, εκλήθη να μετάσχει στη επιτροπή διαλόγου με τους Λουθηρανούς θεολόγους του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης, οι οποίοι είχαν συντάξει την «Αυγουστιαία Ομολογία».

Το 1573 ο Δαμασκηνός ονομάζεται Πρόεδρος Επισκοπής Δημονίκου και Ελασσώνος και διαμένει για μικρό διάστημα στη Μονή Ολυμπιωτίσσης κοντά στην Ελασσώνα.
Το 1574 προάγεται σε ανώτερη θέση.Η Λητή ήταν Επισκοπή υπό τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Τώρα αποστέλλεται στην Άρτα, έδρα Μητροπολίτου με μεγάλη έκταση. Ο Ναυπάκτου και Άρτης εποίμαινε επί Τουρκοκρατίας τρεις σημερινούς Νομούς: Άρτης, Πρεβέζης και Αιτωλοακαρνανίας. Στην Άρτα εκοιμήθη το έτος 1577. Ο Ακαρνάν λόγιος Συμεών Καβάσιλας έγραψε το ακόλουθο επίγραμμα, για να επαινέσει την αρχαιοελληνική παιδεία και το ήθος του Δαμασκηνού:

«Τὸν πάρος εἴκελον Ἀθανάτοις γράψαντα τάδ’ ἄνδρα,
Φεῦ κόνις Αἰτωλῶν κρύψεν ἄδηλον ἅλις,
Ἑλλήνων μὲν τὴν σοφίαν βαρὺς ὤλεσεν αἰών,
Ὅς δὲ φιλέλληνας πάντας ἀπωρφάνισεν.

Εἰς τὸν σοφώτατον Μητροπολίτην Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης Κύριον Δαμασκηνὸν καὶ τὴν αὐτοῦ βίβλον».

Δηλαδή: «Τον όμοιο με τους Αθάνατους άνδρα που έγραψε αυτά (τα έργα),
Αλλίμονο, το χώμα των Αιτωλών έκρυψε αρκετά, ώστε να μη φαίνεται,
κακή στιγμή έφερε φθορά στη σοφία των Ελλήνων,
Αυτός δε άφησε ορφανούς όλους τους φιλέλληνες.

Στο σοφώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτης Κύριον Δαμασκηνόν και τα βιβλία του».

Βλέπουμε ότι ο Συμεών επαινεί τον Δαμασκηνό ως φορέα της σοφίας των Ελλήνων, γεγονός που αποδεικνύει ότι κατά την περίοδο εκείνη δεν έπαυσε να χρησιμοποιείται το όνομα Έλλην παράλληλα με τα ονόματα Ρωμηός και Γραικός.

Για τη μεγάλη του προσφορά και την αγία ζωή του Δαμασκηνού, το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2013, με τις ενέργειες του Μητροπολίτου Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης κ. Ιωάννου, τον ανεκήρυξε Άγιο και όρισε να εορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Νοεμβρίου.
Ο Δαμασκηνός υπήρξε πραγματικός δάσκαλος του υποδούλου Γένους. Ο 16ος αιώνας ήταν μία σκοτεινή περίοδος με διώξεις των Χριστιανών από τους Οθωμανούς δυνάστες, εξισλαμισμούς, ταπεινώσεις, απαγορεύσεις και άλλα δεινά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αγωνίσθηκε να διατηρήσει όχι μόνον την Πίστη, αλλά και τη γλώσσα και την εθνική ταυτότητα. Όποιος εξισλαμιζόταν, έλεγαν ότι τούρκεψε. Με απλά λόγια: Όποιος χανόταν για την Ορθοδοξία χανόταν και για τον Ελληνισμό. Ο Δαμασκηνός είχε πλήρη συνείδηση των δυσκολιών και των ευθυνών. Έδωσε βάρος στη Χριστιανική και στην ελληνοπρεπή παιδεία.

Για τη στήριξη της Πίστης έγραψε το 1558 «Ακολουθία και Εγκώμιον εις τον Νεομάρυρα Νκόλαον». Άλλωστε είχε και συγγένεια με έναν άλλο Νεομάρτυρα, τον Δαμιανό από το Μυρίχοβο Καρδίτσης. Έγραψε επίσης στίχους μιμούμενος το δακτυλικό εξάμετρο του Ομήρου. Είχε γνώσεις περί των φυσικών επιστημών, όπως φαίνεται στο έργο του: «Προγνωστικά σημεία περί βροχής, ανέμου, εκ των αστέρων και της σελήνης, εκ διαφόρων ποιητών και διδασκάλων, ποίημα κυρού Δαμασκηνού, Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτης».

Το πιο διάσημο και πολυδιαβασμένο έργο του εγράφη όταν ο Δαμασκηνός ήταν απλός υποδιάκονος. Έχει τον τίτλο: «Θησαυρός Δαμασκηνού του υποδιακόνου και Στουδίτου του Θεσσαλονικέως, μετά της προσθήκης εν τω τέλει και ετέρων επτά λόγων ψυχωφελετάτων και της εξηγήσεως του Πάτερ ημών». Το βιβλίο περιέχει 36 αγιολογικούς, πανηγυρικούς και ηθικούς λόγους, γραμμένους σε γλώσσα κατανοητή από τον απλό λαό. Ο Θησαυρός μεταφράσθηκε σε όλες σχεδόν τις γλώσσες των Βαλκανίων και ωφέλησε τα μέγιστα τους Ορθοδόξους, οι οποίοι έπρεπε να σταθούν όρθιοι απέναντι στο καταπιεστικό Οθωμανικό Ισλάμ και στις προπαγάνδες των Δυτικών Χριστιανών.

Η μνήμη του Αγίου Δαμασκηνού Στουδίτου τιμάται πανηγυρικώς στις τρεις Μητροπόλεις, τις οποίες εποίμανε: Στη σημερινή Μητρόπολη Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης, στη Μητρόπολη Ναυπάκτου και στη Μητρόπολη Άρτης. Στο παρεκκλήσιο του Επισκοπείου της Άρτης έχει αγιογραφηθεί η εικόνα του. Προσευχόμαστε να έχουμε την ευλογία του!

Εφ. Ορθόδοξη Αλήθεια

Η Ιστορία των λειψάνων του Αγίου Δημητρίου.

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΟ ΣΑΝ ΛΟΡΕΝΤΖΟ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΘΕΟΧΑΡΗ

Ἡ βυζαντινολόγος – ἀρχαιολόγος κυρία Μαρία Θεοχάρη, ποῦ ἔχει ἰδιαίτερα ἀσχοληθεῖ μέ θέματα ἐρεύνης ἀγνώστων θεμάτων τῆς παλαιοχριστιανικῆς ἐποχῆς, εἶχε πρόσφατα μιά ἐπιτυχία ποῦ συνεκίνησε τόν Ὀρθόδοξο κόσμο καί ἰδιαίτερά τους Θεσσαλονικεῖς. Βρῆκε ὅτι τό λείψανο τοῦ προστάτη τῆς συμπρωτεύουσας Ἁγίου Δημητρίου βρίσκεται στό Σάν Λορέντζο τῆς Ἰταλίας. Λεπτομέρειες γιά τήν ἀνακάλυψη αὐτή δίνει ἡ κυρία Θεοχάρη στό ἄρθρο τῆς αὐτό.

Στό Δημοτικό Μουσεῖο τῆς ἰταλικῆς πόλεως Σασσοφεράτο, κοντά στήν Ἀγκώνα, φυλάγεται ψηφιδωτή εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἡ εἰκόνα παριστάνει τόν ἅγιο Δημήτριο σάν στρατιωτικό ἅγιο, ὄρθιο, νά κρατᾶ στό δεξί χέρι, τό δόρυ, στό ἀριστερό ἀσπίδα. Μιά ἀσημένια κορνίζα πλαισιώνει τήν εἰκόνα: ἔχει στίς δυό κάθετες πλευρές της, ἑλληνικές ἐπιγραφές. Ἤ ἐπιγραφή τῆς ἀριστερῆς πλευρᾶς, ἡ καί σπουδαιότερη, δέν ὑπάρχει σήμερα, τήν γνωρίζουμε ὅμως ἀπό τό Corpus Inscriptionum Graecarum, ὅπου δημοσιεύθηκε τό 1877. Λέγει τά ἑξῆς: «Ὤ μεγαλομάρτυς Δημήτριε μεσίτευσον πρός Θεόν ἴνα τῶν πιστῶν σου δούλω τῷ ἐπιγείω βασιλεῖ Ρωμαίων Ἰουστινιανῶ δοίη μοί νηκῆσαι τούς ἐχθρούς ἐμοῦ καί τούτους ὑποτάξαι ὑπό τούς πόδας μου».

Στήν ὁριζόντια ἐπάνω πλευρά τῆς κορνίζας, στό μέσο ὑπῆρχε χρυσό φιαλίδιο μέ τήν ἐπιγραφή: «Ἅγιον Μύρον». Ἄλλες παραστάσεις, ὅπως δικέφαλοι ἀετοί ἤ τό τετράγραμμο Β, Β, B,B, ἔμβλημα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, συμπληρώνουν τή διακόσμηση τοῦ πλαισίου.

Ἡ εἰκόνα αὐτή, ποῦ ἐμφανίστηκε καί στήν Ἔκθεση τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, ποῦ ἔγινε στήν Ἀθήνα τό 1964, ἀνήκει σύμφωνα μέ τίς γνῶμες διακεκριμένων βυζαντινολόγων, στά ὡραιότερα ἔργα τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων. Ἡ ἐπιγραφή τῆς ὅμως, ποῦ ἀναφέρει αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό, ἀπασχόλησε ἐπανειλημμένως τούς ἱστορικούς, ὅπως τόν Σάθα – τό 1877 ποῦ ἔλαβε γνώση ἀπό τό Corpus καί τό Vasiliev τό 1950. Καί οἱ δυό – Ο Vasiliev προφανῶς παρασυρμένος ἀπό τόν Σάθα – ὑποστήριξαν πῶς πρόκειται γιά τόν Ἰουστινιανό τόν Β ?, ὁ ὁποῖος πράγματι τό 688 κατήγαγε λαμπρή νίκη ἐναντίον τῶν Σλάβων, μέ τή θαυματουργή ἐπέμβαση τοῦ  ἁγίου της Θεσσαλονίκης. Ἡ δυσκολία ὅμως ἔγκειται στό ὅτι ἡ εἰκόνα εἶναι τοῦ 14ου αἵ. ἐνῶ νίκη τοῦ Ἰουστινιανοῦ τοῦ Β χρονολογεῖται στό 688. Ἄλλον ἕνα Ἰουστινιανό γνωρίζει τό Βυζάντιο, τόν μεγάλο αὐτοκράτορα τοῦ 6ου αἵ.

Ἀλλά τό ὕφος τῆς ἐπιγραφῆς δηλώνει καθαρά πῶς ὁ ἴδιος ὁ κτήτορας τῆς εἰκόνας ἀπευθύνεται πρός τό Μεγαλομάρτυρα καί τοῦ ζητᾶ νά μεσιτεύσει στό Θεό γιά νά τοῦ χαρίσει τή νίκη. Εἶναι ἀδύνατο νά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἀφιερωτής τῆς εἰκόνας ἀντιγράφει ἐπίκληση προγενέστερου αὐτοκράτορα σέ ἐποχή μάλιστα ποῦ, ὅπως ὁ 14ος αἰώνας, τό Βυζάντιο εἶχε στή διάθεσή του ἐξαίρετους ἐπιγραματοποιούς σάν τόν Μανουήλ Φιλή.

Τό πρόβλημα τῆς ταυτίσεως τοῦ αὐτοκράτορα τῆς εἰκόνας γίνεται ἀκόμη δυσκολοτερο ὅταν παρατηρήσει κανείς, ἀπό διάφορα ἐπιγραφικά καί διακοσμητικά στοιχεῖα, ὅτι τό πλαίσιο εἶναι ὑστερότερο τῆς εἰκόνας, πράγμα ποῦ δέν εἶχαν προσέξει μέχρι τώρα ὅσοι ἀσχολήθηκαν μέ τήν ἑρμηνεία τῆς ἐπιγραφῆς.

Ἀναζητώντας τή λύση στό πρόβλημα αὐτό χρειάστηκε νά ἀνατρέξουμε στήν ἀρχειακή ἔρευνα. Ἡ ἔρευνα αὐτή νομίζω πῶς μᾶς ἔδωσε τή λύση ἐνῶ συγχρόνως μᾶς ἔδειξε πῶς ἡ εἰκόνα συνδεόταν μέ τά λείψανα τοῦ Μεγαλομάρτυρα τῆς Θεσσαλονίκης. Ἔπρεπε λοιπόν νά ἐντοπίσουμε τά λείψανα.

Εἶναι γνωστό ἀπό τούς «Βίους» καί τά «Θαύματα» τοῦ Μυροβλήτη, πού ἀποτελοῦν μεγάλης σημασίας ἱστορικές πηγές γιά τό μεσαιωνικό βίο τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι ὁ ἅγιος «λόγχαις κατεσφάγη» στό δημόσιο λουτρώνα τῆς πόλεως, στίς ἀρχές τοῦ 4ου αἵ., κατά τή διάρκεια τῶν μεγάλων διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν, ἐπί Διοκλητιανού. Τήν ἴδια νύχτα, κρυφά, οἱ Χριστιανοί ἔσκαψαν τάφο στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου του καί ἔθαψαν τό ἐγκαταλειμμένο σῶμα τοῦ μάρτυρα. Τό 313 μετά τό διάταγμα περί ἀνεξιθρησκίας, χτίζεται ἕνας μικρός «οἰκίσκος» πάνω ἀπό τόν τάφο του. Στά μέσα τοῦ 5ου αἵ., ὁ ἔπαρχος τοῦ Ἰλλυρικοῦ Λεόντιος, ποῦ γιατρεύεται, μέ θαῦμα τοῦ ἁγίου ἀπό βαριά ἀρρώστια, χτίζει μία μεγάλη βασιλική στά ἐρείπια τοῦ ρωμαϊκοῦ λουτροῦ. Τότε μεταφέρεται κι ὁ τάφος ἀπό τό μικρό «οἰκίσκο» μέσα στήν ἐκκλησία. «Κατά μέσον του ναοῦ, πρός τοῖς λαιoίς πλευροῖς», ἱδρύθηκε τό περίφημο ἀσημένιο Κιβώριο πού περιεῖχε τή λάρνακα τοῦ ἁγίου. Οἱ ἀνασκαφές τοῦ ἀειμνήστου Γ. Σωτηρίου, μετά τήν πυρκαϊά τοῦ 1917, ἔφεραν στό φῶς τήν ἑξάγωνη βάση του. Ἐξ ἄλλου ἡ ἐξαιρετικῆς σημασίας μελέτη τοῦ καθηγητῆ κ. Ἀνδρέα Ξυγγόπουλου μᾶς ἀποκάλυψε ποιό ἦταν τό σχῆμα τοῦ Κιβωρίου καί τῆς λάρνακας καί ἔθεσε τά προβλήματα τά σχετικά μέ τό μαρτύριο καί τήν εἰκονογράφησή του. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα κενοτάφιο πού περιεῖχε τήν ἀσημένια λάρνακα μέ τήν ἀνάγλυφη εἰκόνα τοῦ ἁγίου, ποῦ προσκυνοῦσαν οἱ πιστοί ἐνῶ «ἔκειτο ὑπό γῆν τό πανάγιον αὐτοῦ λείψανον» ἀπό τό ὁποῖον ἔρεε τό μύρο. Τό λείψανο αὐτό οἱ πιστοί τό ‘βλεπαν στά ὄνειρά τους. Κι ἡ Ἐκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης τό φρουροῦσε ἄγρυπνα ἀφοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ σέ δύο αὐτοκράτορες, τόν Ἰουστινιανό καί τόν Μαυρίκιο, νά τούς δώσει τεμάχιο.

Στό ναό τῆς Θεσσαλονίκης τό λείψανο τοῦ ἁγίου δέν ὑπάρχει πιά. Οἱ ἀνασκαφές τοῦ Σωτηρίου ἔφεραν στό φῶς μόνον ἕνα φιαλίδιο μέ τό αἷμα τοῦ μάρτυρα. «Ἄλλωστε κι ἡ ἀρχειακή ἔρευνα ἔδειχνε πῶς ἔπρεπε νά τό ἀναζητήσουμε στήν Ἰταλία.

Λίγα χιλιόμετρα μακριά ἀπό τό Σασσοφεράτο ὅπου φυλάγεται ἡ εἰκόνα, βρίσκεται τό Σάν Λορέντζο ἴν Κάμπο. Σήμερα εἶναι μία γραφική πολίχνη ὅπου ἡ ζωή κυλάει ἤρεμα. Στό μεσαίωνα ὅμως ὑπῆρξε ἕνα ἀκτινοβόλο ἐκκλησιαστικό κέντρο. Εἶναι χτισμένη στήν περιοχή τῆς ἀρχαίας πόλεως Σουάσα, γνωστῆς ἀπό τόν Πλίνιο καί τόν Πτολεμαῖο. Πολύ νωρίς ὁ μοναχισμός ἀναπτύχθηκε στό Σάν Λορέντζο καί πολλά μοναστήρια ἀνοικοδομήθηκαν. Ἀλλά οἱ ἐπιδρομές τῶν Λομβαρδῶν καί ἄλλων βαρβάρων ἐρήμωσαν τόν τόπο καί διατάραξαν τή ζωή τῶν μοναχῶν. Τοῦτοι ὅμως μέ τό ἀργό καί σιωπηλό ἔργο τους, τό μακρύ καί ἐπίπονο, κατόρθωσαν ν’ ἀναζωογονήσουν τίς λεηλατημένες καί ἐγκαταλελειμμένης περιοχές, πού ἄνθισαν καί πάλι, ἀνάμεσα στόν 8ο καί 12ο αἰώνα. Σέ τούτη τή δεύτερη περίοδο, ὁ μοναχισμός του Σάν Λορέντζο βρισκόταν σέ σχέση ἐξαρτήσεως ἀπό τόν «Ἅγιο Βιτάλιο τοῦ Λιμένα, τῆς Ραβέννας.

Τό ἀββαεῖο του Σάν Λορέντζο ἀνάγεται περίπου στό ἔτος 1000 καί φαίνεται ὅτι εἶχε στενούς δεσμούς μέ τό περίφημο μοναστήρι Ντί Φόντε Ἀβελλάνα ὅπου διατηροῦνταν πολλά κειμήλια βυζαντινά. Ὁ ναός τοῦ ἀββαείου, στό πέρασμα τοῦ χρόνου, δέχτηκε πολλές μεταρρυθμίσεις καί ἀνανεώσεις. Στήν κρύπτη του, ὑπάρχει σήμερα, κάτω ἀπό ἁψίδα τοῦ ἀνατολικοῦ τοίχους, ξύλινη πολυτελής λάρνακα σέ σχῆμα ἀντεστραμμένης κολούρου πυραμίδας, ποῦ προφυλάγεται ἀπό σιδερένιο κιγκλίδωμα. Ἡ λάρνακα αὐτή λέγεται ὅτι περιέχει τά ὀστᾶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τῆς Θεσσαλονίκης.

Στό Ἐνοριακό Ἀρχεῖο του Σάν Λορέντζο σώζονται τά ἔγγραφα πού μᾶς πληροφοροῦν σχετικά μέ τή λάρνακα καί τήν ἀνεύρεσή της. Τό διεξοδικότερο ἀλλά καί νεότερο εἶναι μία συμβολαιογραφική πράξη τοῦ 1779, πού ἔχει τήν ὑπογραφή τοῦ συμβολαιογράφου Nicolo Lazzarini. Τό ἔγγραφο αὐτό σέ συνδυασμό μέ παλαιότερες ἐκθέσεις, θεσπίσματα καί ἐπιγραφές (1520, 1592, 1599, 1604) μᾶς δίνει τό ἀκόλουθο ἱστορικό της ἀνευρέσεως καί λατρείας τοῦ λειψάνου.

Στίς 20 Ἰουνίου τοῦ 1520, ἐνῶ γίνονταν ἐργασίες ἀναστηλώσεως στό ναό ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Μάρκο Βιγέριο τόν Β ?, ἐπίτροπο τοῦ ἀββαείου, βρέθηκε κάτω ἀπό τό κεντρικό ἱερό βῆμα τοῦ ναοῦ, ἐντοιχισμένη ξύλινη λάρνακα χρωματισμένη μέ κόκκινο. Τήν ἄνοιξαν καί εἶδαν ὅτι περιεῖχε ἅγια λείψανα καθώς καί μία μολύβδινη πλάκα, πού διατηρεῖται μέχρι σήμερα καί φέρει σέ συντομογραφία μία λατινική ἐπιγραφή. Στή θέα τῆς λάρνακας, κλῆρος καί πιστοί, χωρίς τόν παραμικρό δισταγμό, ἀναγνώρισαν ὅτι πρόκειται γιά τά λείψανα τοῦ ἁγίου της Θεσσαλονίκης. Ὁ ἐπίσκοπος Βιγέριος τήν ἑρμήνευσε ἔτσι «Ἐνθάδε ἀνά παύεται τό σῶμα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ ἐπιφανοῦς Θεσσαλονικέως μάρτυρος», ἀνάγνωση πού δέν ἀνταποκρίνεται ἀπόλυτα στούς κανόνες τῆς ἐπιγραφικῆς καί ποῦ προϋποθέτει προγενέστερη γνώση τοῦ περιεχομένου τῆς λάρνακας. Ἡ ἐπιγραφή πρέπει νά διαβαστεῖ «Ἐνθάδε ἀναπαύεται τό σῶμα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου» (Ηic Requiescit Corpus Sancti Demetrii).Οἱ ἐπιγραφολόγοι τόν χρονολογοῦν στό τέλος τοῦ 12ου – ἀρχές 13ου αἰώννα.

Στίς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ 1538 ἕνας προύχοντας τῆς περιοχῆς, μέ συμβολαιογραφική πράξη, ὑποχρεώνει τούς κληρονόμους του νά τελοῦν κάθε χρόνο, στήν ἑορτή τοῦ ἁγίου, ἐπίσημη πανήγυρι μέ δέκα τουλάχιστον ἱερεῖς, ἐνῶ ἕνα θέσπισμα τοῦ 1592 ἐπιβάλλει ἑορταστική ἀργία κατά τήν ἑορτή τοῦ ἁγίου πού ἐτελεῖτο, σύμφωνα μέ τό λατινικό ἑορτολόγιο, στίς 8 Ὀκτωβρίου, καθορίζει μάλιστα καί εἰδική Ἀκολουθία πρός τιμήν του.

Τό 1604, ἕνας γόνος τῆς διακεκριμένης οἰκογένειας Della Rovere, ὁ Ἰουλιανός, Ἐπίτροπος τοῦ ἀββαείου, μεταφέρει τό λείψανο σέ παρεκκλήσι τοῦ ναοῦ, ἀφιερωμένο στόν ἅγιο. Ἡ λάρνακα τοποθετεῖται σ’ ἕνα κοίλωμα τοῦ τοίχου, ἐπίτηδες διασκευασμένο γιά νά τήν περιλάβη. Εἶχε μῆκος ἑνός ἀνθρώπου μᾶλλον μεγάλου ἀναστήματος. Τήν ἔκρυβε ἕνας βαρύς πίνακας, μέ τήν παράσταση τῶν δυό ἁγίων, τοῦ Δημητρίου καί τοῦ Φραγκίσκου τῆς ‘Ἀσσίζης καί μέ ἐπιγραφή, μέ χρυσά γράμματα, ποῦ ἀνάφερε τήν ἀνεύρεση τοῦ 1520 καί τήν πρόσφατη μεταφορά.

Τό 1779, ὁ καρδινάλιος Ἀλέξανδρος Ἀλμπάνι, τέως Ἐπίτροπος τοῦ ἀββαείου, πού εἶχε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στόν ἅγιο, θέλησε νά τοποθετήσει τά ἱερά λείψανα σέ λάρνακα εὐπρεπέστερη. Γι’ αὐτό παρήγγειλε στή Ρώμη τή σημερινή λάρνακα ἀπό ξύλο Ἰνδίας, μέ πόδια καί μέ περίγυρο ἀπό μέταλλο ἐπιχρυσωμένο. Ἐπίσης ἀπό εὐλάβεια πρός τόν ἅγιο ἐπισκεύασε καί μεγάλωσε τήν ἐκκλησία τοῦ ἀββαείου. Ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, πού τήν ἀποτελοῦσαν ἀνώτατοι ἱερωμένοι, γιατροί καί ὁ συμβολαιογράφος ἔγινε ἡ μετακομιδή στή νέα λάρνακα. Μέ πολλές λεπτομέρειες περιγράφονται, ἀπό τόν συμβολαιογράφο, οἱ σφραγίδες ποῦ ἔκλειναν τό σκέπασμα τῆς παλιᾶς λάρνακας γιά νά πιστοποιηθεῖ ἔτσι ἡ αὐθεντικότητα τῶν λειψάνων καί ἀπό τούς παρόντες γιατρούς, τά διάφορα ὀστᾶ πού περιεῖχε. Γίνεται πάλι λόγος γιά τή μολύβδινη πλάκα πού συνόδευε τά λείψανα καί γιά τήν ἐπιγραφή της.

Ἐξ ἄλλου τό «Ἡμερολόγιο» τοῦ Ἐνοριακοῦ Ἀρχείου, γιά νά ἐξηγήσει τήν παρουσία τοῦ λειψάνου στήν Ἰταλία, ἐπικαλεῖται τή μαρτυρία μιᾶς Vita (Βίου) τοῦ ἁγίου, πού γράφηκε καί τυπώθηκε στή Βενετία. Ὅπως λέγεται ἐκεῖ τό σῶμα τοῦ μάρτυρα μεταφέρθηκε κρυφά ἀπό τή Θεσσαλία – εἶναι γνωστό πῶς ἡ Θεσσαλία ὀνομαζόταν τότε ἡ Μακεδονία – ἀπό κάποιο μοναχό καί εἶχε διατηρηθεῖ ἀκέραιο καί εὐωδιάζον μέχρι τῆς ἐποχῆς ποῦ ὁ καρδινάλιος Negroni, Ἐπίτροπος τοῦ ἀββαείου, τό ἀπέστειλε στή Ρώμη γιά ἀναγνώριση.

Αὐτές εἶναι, σέ σύντομη διατύπωση, οἱ μαρτυρίες γιά τό ἱστορικό του ἁγίου λειψάνου στήν Ἰταλία. Τό ὅτι, ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς ἀνευρέσεως, σχηματίστηκε ἡ ἀκλόνητη πεποίθηση ὅτι πρόκειται γιά τά λείψανα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, καί ὅτι ὁ Βιγέριος καί οἱ ἄλλοι Ἰταλοί θεολόγοι ἔδωσαν μία ἑρμηνεία σχετική ἀλλ’ αὐθαίρετή της ἐπιγραφῆς, τοῦτο σημαίνει ὅτι θά ὑπῆρχε ἴσως κάποια παράδοση τοπική ἤ τίποτα ἄλλα στοιχεῖα πού μᾶς διαφεύγουν σήμερα, γιά τήν παρουσία τοῦ λειψάνου στήν περιοχή του Σάν Λορέντζο. Τό ὅτι μάλιστα οἱ Ἰταλοί, ποῦ δέν ἔχουν ἰδιαίτερη εὐλάβεια γιά τόν ἅγιο Δημήτριο ἐξέδωκαν κατά καιρούς θεσπίσματα καί Ἀκολουθίες γιά τόν πανηγυρικό ἑορτασμό τῆς μνήμης του, δείχνει ὅτι ἐπρόκειτο γιά ἕνα σεβάσμιο λείψανο καί τέτοια ἤσαν ἐκεῖνα πού εἶχαν ἔρθει ἀπό τήν Ἀνατολή. Ἡ ἐπιγραφή τῆς μολύβδινης πλάκας, πού χρονολογεῖται στό 12ο – 13ο αἵ. καί τό γεγονός ὅτι, κατά τίς ἐργασίες τῶν ἀνασκαφῶν, ὁ Σωτηρίου δέν βρῆκε στόν τάφο παρά ἕνα φιαλίδιο μέ τό αἷμα τοῦ μεγαλομάρτυρα, συνηγοροῦν γιά τή γνησιότητα τῆς μαρτυρίας. Τέλος ἡ πρόσφατη ἀναγνώριση τῶν λειψάνων, πού ἔγινε μέ σύγχρονα ἐπιστημονικά μέσα ἀπέδειξε, ὅπως βεβαιώνουν οἱ μάρτυρες – ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς καθώς καί τρεῖς διακεκριμένοι γιατροί – ὅτι τά ὀστᾶ ἀνήκουν σέ νεαρό ἄτομο πού ὑπέστη βίαιο θάνατο, στίς ἀρχές τοῦ 4ου αἵ. Ἤ Θεσσαλονίκη βρισκόταν στό δρόμο τῶν Σταυροφοριῶν καί εἶναι γνωστό, πόσο μετά τήν ἅλωση τοῦ 1204, ἤσαν περιζήτητα τά λείψανα τῶν ἁγίων ἀπό τούς δυτικούς μοναχούς, ποῦ ἔλεηλατησαν τά ἑλληνικά ἱερά καί ἐμπορεύτηκαν ὅ,τι σεβάσμιο εἶχε ἡ Ὀρθοδοξία.

Η ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἀμέσως μετά τή δημοσίευση τῆς εἰδήσεως ὅτι ἐντοπίσθηκε τό ἱερό λείψανο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ὁ Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμων ὁ Β ? ἔσπευσε νά συγκεντρώσει πληροφορίες ἀπό εἰδικούς ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μέ παρόμοια προβλήματα γύρω ἀπό τή γνησιότητα τῶν ἱερῶν λειψάνων. Γεγονός πάντως εἶναι ὅτι ἡ μεσιτεία τοῦ Μεγαλομάρτυρα καί ἡ συνεχής πρόσκληση καί προσταγή του πρός τά ὄργανα τῆς θείας Προνοίας ἔδωσαν τούς ἀναμενόμενους καρπούς. Ὁ Παναγιώτατος ἀφοῦ ἔλαβε τήν ἔγκριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μετέβη προσωπικά στήν Ἰταλία καί παρακάλεσε τόν Ἐπίσκοπό του Φάνο Κωνστάντιο Μίτσι νά δεχθεῖ νά ἐπιστρέψει τό ἰ. λείψανο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στήν πόλη του. “Ο Ἐπίσκοπος Φάνο, μπροστά σ’ αὐτό τό δίκαιο αἴτημα τοῦ Παναγ. Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης καί στήν ἐπιθυμία ἀσφαλῶς τοῦ Ἁγίου νά ἐπιστρέψει στήν ἀγαπημένη Τοῦ Θεσσαλονίκη, ἔδωσε τή συγκατάθεσή του. «Ἔμενε τώρα νά δεχθοῦν καί οἱ κάτοικοί του Σάν Λορέντζο. Χωρίς κανένα δισταγμό καί Παναγιώτατος πῆγε στό ναό του Σάν Λορέντζο ὅπου οἱ κάτοικοι μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἐπίσκοπο, τόν Δήμαρχο καί τούς ἱερεῖς τόν περίμεναν. Μέ πειστικότητα καί ἐνθουσιασμό ὁ Παναγιώτατος Μητροπολίτης μας, ἀλλά καί μέ τήν πεποίθηση ὅτι ἐξέφραζε τήν ἐπιθυμία ὄχι μόνο τῶν κατοίκων τῆς μαρτυρικῆς Θεσσαλονίκης ἀλλά καί τοῦ προστάτου τῆς Ἁγίου διατύπωσε στή συνέχεια τό δίκαιο αἴτημα, πού ἔγινε ἀποδεκτό μέ συγκίνηση ἀπ’ ὅλους. Τό ὅτι ἦταν θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἁγίου νά ἀξιωθεῖ ἡ Θεσσαλονίκη νά τόν δεχτεῖ πάλι στούς κόλπους τῆς φάνηκε καθαρά κι ἀπ’ τόν διάλογο πού ἀκολούθησε ἀνάμεσα στόν Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονα καί τούς κατοίκους του Σάν Λορέντζο, οἱ ὁποῖοι δέχθηκαν νά στερηθοῦν τό ἴ. λείψανο τοῦ Ἁγίου πού γιά ἑκατοντάδες χρόνια φιλοξένησαν στόν ἰ. ναό τους.

Τήν ἄλλη κιόλας μέρα σέ ἐπίσημη τελετή ὁ Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης παρέλαβε τήν τιμία κάρα τοῦ “Ἁγίου Δημητρίου, ἐνῶ τά δάκρυα τῶν Λαυρεντίνων πού τήν ἀποχαιρετοῦσαν ἔσμιγαν μέ τά δάκρυα τῆς συγκινήσεως καί ἀνέκφραστης χαρᾶς τοῦ Παναγιωτάτου καί τῶν συνοδῶν του γιά τό ἴδιο γεγονός.

Στίς 23 Ὀκτωβρίου 1978 ἡ τιμία κάρα ἔφθασε μέ πομπή στήν Θεσσαλονίκη ὅπου ὁ λαός τῆς ὑποδέχθηκε μέ πρωτοφανῆ καί δίκαιο ἐνθουσιασμό καί μέ μεγάλη συγκίνηση. Οἱ στιγμές ὑπῆρξαν μεγαλειώδεις. Μέ θριαμβευτική πομπή κλήρου καί λαοῦ τό ἱερό λείψανο τοῦ Ἁγίου ἐπέστρεφε στήν πόλη Του, γιά νά βρίσκουν οἱ Θεσσαλονικεῖς καί πάλι καταφυγή στήν διαιώνια καί πανίσχυρη προστασία τοῦ πολιούχου τους.

Στίς 29 Δεκεμβρίου 1978, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ.κ. Δημήτριος μέ ἐπιστολή του πρός τόν Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης τόν συνέχαιρε ἐγκάρδια γιά τήν ἐπαναπόκτηση τῆς τιμίας κάρας καί εὐχόταν ὁλόψυχα στόν Θεό νά βοηθήσει στήν ἀπόκτηση καί τῶν ἄλλων i. λειψάνων τοῦ Μεγαλομάρτυρα.

Τό 1980 συμπληρώθηκαν 1700 χρόνια ἀπό τήν γέννηση τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Αὐτόν ἀκριβῶς τό χρόνο καί μάλιστα στίς 10 Ἀπριλίου, τήν Πέμπτη της Διακαινησίμου, ὁ Ἐπίσκοπος Φάνου Κωνστάντιο Μίτσι μετά ἀπό συγκινητικές τελετές, παρέδωσε τά ὑπόλοιπα ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στόν Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης πού συνοδευόταν ἀπό τόν ἐκπρόσωπο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Κρατείας κ.κ. Γενάδιο καί τόν Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Ἀρχιμανδρίτη κ. Παντελεήμονα Καλπακίδη.

Τήν ἑπομένη ἡμέρα ὁ Παναγιώτατος συνοδευόμενος καί ἀπό τόν ἐφημέριό του Σάν Λορέντζο Αἰδεσιμολογιώτατο ‘Ἀράλντο ‘Ἀντζελόνι Λίνο Ρίτσι, ἀντιπρόσωπο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας Φάνο καί Πέργκολα, τόν δήμαρχο κ. Ρεράτο Ρίτζι καί τόν Εἰρηνοδίκη του Σάν Λορέντζο, ἔφτασαν στό ἀεροδρόμιο τοῦ Ἑλληνικοῦ μέ τό μεγαλύτερο μέρος τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἕξ μεγάλα τεμάχια ἰ. λειψάνων κράτησαν στό Σάν Λορέντζο. Στό ἀεροδρόμιο ὑποδέχθηκε τά τίμια λείψανα καί τόν Παναγιώτατο μέ τήν συνοδεία τοῦ ὁ Πρωτοπρεσβύτερος κ. Δημήτριος Βακάρος, Γενικός ‘Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης καί ἐκπρόσωποι τοῦ Τύπου.

Τό Σάββατο στίς 12 Ἀπριλίου ἡ πομπή ξεκίνησε ἀπ’ τήν ‘Ἀθήνα καί στίς 5,30 ? μ.μ. ἔφθασε στή γέφυρα τοῦ Γαλλικοῦ ποταμοῦ ἔξω ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, ὅπου ὑποδέχθηκαν τά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ὁ Ὑπουργός Βορείου Ἑλλάδος κ. Ν. Μάρτης, ὁ Νομάρχης Θεσσαλονίκης κ. Τσάκωνας, ὁ Ὑποστράτηγος κ. Παπαναστασίου ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Γ ? Σώματος Στρατοῦ, ὁ Ἐπιθεωρητής Χωροφυλακῆς Βορείου Ἑλλάδος, ἄλλοι ἐκπρόσωποι πολιτικῶν καί στρατιωτικῶν ἀρχῶν καί πλῆθος κληρικῶν καί πιστῶν, ἐνῶ συγχρόνως τά πλοῖα στό λιμάνι τῆς Θεσσαλονίκης σφύριζαν πανηγυρικά καί οἱ καμπάνες τῶν Ἐκκλησιῶν χτυποῦσαν χαρμόσυνα.

Ἡ ἱερή πομπή περνώντας ἀπό τίς ὁδούς 26ης Ὀκτωβρίου, ‘Ἐγνατίας, Βενιζέλου καί Ἁγίου Δημητρίου, ἔφθασε στόν ἱστορικό ναό τοῦ Πολιούχου Ἁγίου Δημητρίου ὅπου τά τίμια λείψανα τοῦ Ἁγίου ὑποδέχθηκαν οἱ Μητροπολίτες Λαγκαδά κ. Σπυρίδων, Καλαμαριᾶς καί Νέας Κρήνης κ. Προκόπιος, Πολυανής καί Κιλκισίου κ. Ἀμβρόσιος, Τυρολόης καί Σερεντίου κ. Παντελεήμων, οἱ Ὑφυπουργοί Οἰκονομικῶν κ. Μποκοβός, Συγκοινωνιῶν κ. Μούτσιος, Βουλευτές, ὁ Δήμαρχος Θεσσαλονίκης κ. Παπαδόπουλος, ἀντιπροσωπίες ἀξιωματικῶν τῶν ‘Ἐνόπλων Δυνάμεων καί τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, Μακεδονομάχοι μέ παραδοσιακές ἐθνικές στολές, ἡ Βυζαντινολόγος – ‘Ἀρχαιολόγος δ. Μαρία Θεοχάρη, Καθηγητές Πανεπιστημίου, ἐκπρόσωποι ἱδρυμάτων, πολιτιστικῶν συλλόγων, ὀργανισμῶν, συνδέσμων συνδικάτων καί ἀδελφοτήτων καί πλήθη ὀρθοδόξων πιστῶν. Παράλληλα οἱ φιλαρμονικές τοῦ Στρατοῦ , τῆς Χωροφυλακῆς καί τοῦ Δήμου ἀπέδιδαν τιμές, ἐνῶ νεάνιδες ἔραιναν μέ ἄνθη, καί οἱ καμπάνες χτυποῦσαν χαρμόσυνα εὐαγγελίζοντας τή μεγάλη χαρά τῆς πόλης γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ πολιούχου καί προστάτη τῆς ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρα Δημητρίου.

Στόν πανηγυρικό Ἑσπερινό πού ἀκολούθησε χοροστάτησαν ἐκτός ἀπό τόν Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονα, οἱ Ἀρχιερεῖς Λαγκαδά κ. Σπυρίδων, Καλαμαριᾶς καί Νέας Κρήνης κ. Προκόπιος, Πολυανής καί Κιλκισίου κ. Ἀμβρόσιος, Τυρολόης καί Σερεντίου κ. Παντελεήμων, τακτικός Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου. Ἔλαβαν ἀκόμη μέρος πολλοί ἱερεῖς καί διάκονοι, ἐνῶ πλήθη ὀρθοδόξων πιστῶν παρακολουθοῦσαν μέ πίστη καί κατάνυξη τήν ἰ. ἀκολουθία. Κατά τήν διάρκεια τοῦ Μεγάλου αὐτοῦ Ἑσπερινοῦ ὁ Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμων ἐξεφώνησε ἐμπνευσμένο λόγο τόν ὁποῖο παραθέτουμε παρακάτω ἕνεκα τῆς σπουδαιότητας καί τῆς ἀξίας του, γιατί πιστεύουμε πῶς ἦταν καί εἶναι ὄχι μόνο ἡ πιό εὔγλωττη ἀλλά καί ἡ ἐπισημότερη ἔκφραση τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης στιγμῆς τόσο γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅσο καί γιά τούς Θεσσαλονικεῖς οἱ ὁποῖοι πανηγύριζαν τήν ἐπαναφορά τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ προστάτη καί πολιούχου τούς Ἁγίου Δημητρίου στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου Του.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Κ.Κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

«Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίω περί πάντων
ὧν ἀνταπέδωκεν ἠμϊν;»

Θεοφιλέστατε ἐπίσκοπε Κρατείας κ.κ. Γενάδιε, ἐκπρόσωΤο πέ τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικοῦ ΠαΌλο) τριάρχου κ.κ. Δημητρίου, Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Πολυανῆς καί Κιλκισίου κ.κ. Ἀμβρόσιε, ἐκπρόσωπα τῆς ἁγίας καί Ἱερᾶς ἠμῶν Συνόδου, Σεβασμιώτατοι καί λίαν μοί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἅγιοι ἀδελφοί, τίμιον πρεσβυτέριον, Χριστοῦ διακονία, ἔξοχωτατε κ. ὑφυπουργέ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀξιότιμοι κ.κ. βουλευται, ἀξιότιμε κ. Νομάρχα, ἐνδοξότατοι στρατηγοί μου, ἐκπρόσωποι τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Γ’ Σώματος Στρατοῦ, ἀξιότιμε κ. Ταξίαρχε, ἐκπρόσωπα τῆς Ἑλληνικῆς Χωροφυλακῆς, ἔλλογιμωτατε κ. ἀντιπρύτανι, λοιπαι ἀξιότιμοι πολιτικαί, δικαστικοί καί στρατιωτικαί ἀρχαί, Αἰδεσιμολογιώτατοι ἐκπρόσωποι τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ‘Ἀξιότιμε Κύριε Δήμαρχέ του Σάν Λορέντζο ἴν Κάμπο, Ἀξιότιμε Κύριε Δήμαρχε τῆς Θεσσαλονίκης, Λαέ τοῦ Θεοῦ ἠγαπημένε.

Μελετῶν τίς τό θεόπνευστον βιβλίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τό ὁποῖον καί Ψαλτήριον ἀποκαλεῖται διακόπτει τήν μελέτης τοῦ εἰς τόν θεόπνευστον στίχον τόν ὁποῖον πρό ὀλίγου ἀνέφερον πρός ὑμᾶς.

«Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίω περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἠμίν;» διερωτᾶται, δικαίως, ὁ Θεόπνευστος Προφητάναξ καί Ψαλμωδός Δαβίδ. Δηλαδή, τί θά πρέπει νά ἀνταποδώση εἰς τόν Κύριον, «Ὅστις καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐπιδαψιλεύει πρός αὐτόν πλείστας ὄσας πνευματικᾶς καί ὑλικᾶς δωρεᾶς;

‘Ἀλλά τό λόγιον, εὐλαβέστατον ἐκκλησίασμα, εὑρίσκει πλήρη ἀπήχησιν καί εἰς τάς καρδίας ἁπάντων ἠμῶν, πάντοτε μέν, ἰδιαιτέρως δέ σήμερον, κατά τήν εὔσημον ταύτην ἑσπέραν ἐν τῷ πανσέπτω καί Ἱερό Ναό τοῦ Μεγαλομάρτυρος καί Μυροβλύτου

Ἁγίου Δημητρίου. Ὁ διακαής ἠμῶν πόθος, περί ἐπανακομιδής καί τῶν ὑπολοίπων Ἁγίων Λειψάνων τοῦ Μεγαλομάρτυρος εἰς ἐκείνης τήν πόλιν, εἰς ἤν ἐγεννήθη, ἀνετράφη, ἔδρασεν πολιτικῶς, στρατιωτικῶς, ἱεραποστολικῶς καί ἐμαρτύρησε, τουτέστιν τήν ὡραίαν, ἱστορικῆς καί ἔνδοξον Θεσσαλονίκην, ἐκπληροῦται σήμερον. Βεβαίως, μικρόν τί μέρος ἐκ τῶν χαριτοβρύτων καί μυροβλύτων Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου παρέμεινεν ὡς εὐλογία εἰς τό Σάν Λορέντζο ἴν Κάμπο, ἀλλά καί ὡς ἔνδειξις τιμῆς καί εὐγνωμοσύνης πρός τούς εὐσεβεῖς κατοίκους του, οἵτινες ἐπί ὀκτώ αἰώνας διεφύλαξαν τά πανάγια ταῦτα Λείψανα. Συγκίνησις βαθεία διακατέχει τήν καρδίαν μου, ὅταν ἀναμιμνήσκομαι τῶν συγκινητικῶν ἐκείνων στιγμῶν τῆς παραδόσεως εἰς τήν ἐλαχιστότητά μου ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Φάνο, Πέγκολα, Φοσομπρόνε καί Κάλι Κυρίου Κωνστάντζο Μίτσι τῆς λάρνακος μετά τῶν ὑπολοίπων Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Κλῆρος καί λαός τῆς περιοχῆς ἐν ἐνί στόματι καί μία καρδία ἀνεφώνει: « «Ἅγιε Δημήτριε, μνήσθητι ἤμων ἐν τῷ παραδείσω.»

«Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίω περί πάντων, ὧν ἀνταπέδωκεν ἠμϊν;»

Τί νά ἀνταποδώσωμεν καί ἠμεῖς πρός τόν Θεόν ἔναντι ἐκείνων τά ὁποία Οὗτος διά πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου ἀνταπέδωκεν ἠμίν: ‘Ἀδυνατεῖ ἡ διάνοια ἤμων νά ἐξεύρη τάς καταλλήλους λέξεις, νά προσηκόντως εὐχαριστήση τόν Δωρεοδότην Θεόν, διά τήν ὑψίστης αὐτήν καί ἀνεκτίμητον δωρεάν. Περιοριζόμεθα μόνον κατά τήν ἱεράν ταύτην στιγμήν νά ἀπευθύνωμεν πρός Αὐτόν τήν ἐκ μέσης ψυχῆς ἐξερχομένην εὐχήν: «Δόξα σοί, «Ἅγιε, δόξα σοί, Κύριε, δόξα σοί, Βασιλεῦ.»

Ἀπό τοῦδε, εὐλαβέστατον ἐκκλησίασμα, ὁ «Ἅγιος ἠμῶν θά εὑρίσκεται πλησίον ἠμῶν, οὐχί μόνον πνευματικῶς, ἀλλά καί σωματικῶς, διά τῶν Ἁγίων Αὐτοῦ Λειψάνων. Ἀπονέμοντες τήν τιμητικήν προσκύνησιν πρός τά Τίμια Αὐτοῦ Λείψανα ἐνθέρμως θά παρακαλῶμεν τόν «Ἅγιον, ἴνα Οὗτος προστατεύη τήν πόλιν Του, τήν ὁποίαν περιπαθῶς ἠγάπησεν, ἐκ παντός κινδύνου ὡς ἐπίσης καί τούς κατοίκους αὐτῆς καί δή τήν νεολαίας αὐτῆς, διά τήν ὁποίαν τόσον ἐμόχθησε κατά τήν ἐπίγειος Αὐτοῦ ζωήν, διά τήν κατά Χριστόν μόρφωσιν αὐτῆς.

Χαίρει δικαίως σήμερον ἤ φιλτάτη ἠμῶν Μακεδονία καί δή ἡ καρδία αὐτῆς ἤ Θεσσαλονίκη. Εὐφραίνεται καί ἀγάλλεται καί ἅπασα ἡ Ἑλλάς ἐπί τή ἐπανακομιδή τῶν Λειψάνων τοῦ ἐνδοξοτάτου τέκνου αὐτῆς Μεγαλομάρτυρος καί Μυροβλύτου Ἁγίου Δημητρίου. Γεννᾶται τό ἐρώτημα. Κατά ποιόν τρόπον ἠμεῖς θά τιμήσωμεν τόν Μεγαλομάρτυρα «Ἅγιος Δημήτριον, «Ὅστις καθ’ ἅπασαν τήν ἐπίγειος Αὐτοῦ ζωήν ἐτίμησεν καί ἐδόξασεν «τόν ‘Ἀρχηγόν καί τελειωτής τῆς πίστεως ἠμῶν» Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν;

Τήν ἀπάντησιν εἰς τά ἐρωτήματα ταῦτα τήν εὔρισκομεν εἷς τινά ἐγκωμιαστικόν λόγον τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου πρός τούς Καλλινίκους μάρτυρας τῆς Ἁγίας ἠμῶν Ἐκκλησίας: «Τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος» τονίζει ὁ μέγας Ἀντιοχεύς Πατήρ. Ἑπομένως τό λαμπρόν καί ἀκτινοβόλον παράδειγμα τοῦ Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου θά πρέπει πάντοτε νά φρονηματίζει ἠμᾶς καί νά ὁδηγῆ ἠμᾶς «ἐν γῆ εὐθεία». Τοιουτοτρόπως θά ἐκδηλώσωμεν τήν εὐγνωμοσύνης ἠμῶν πρός τόν ἐν Τριάδι Θεόν, παρ’ Οὔ «πάσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον», ἅμα δέ καί εἰς τό ἐκλεκτῶν Αὐτοῦ τέκνον, τόν προστάτην ἠμῶν «Ἅγιος Δημήτριον. ‘Ἀπερχόμενοι δέ ἡμέραν τινά τοῦ παρόντος κόσμου θά εὔρεθωμεν καί ἠμεῖς πλησίον του Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἐν τή ἐν οὐρανούς θριαμβευούση Ἐκκλησία τοῦ Πρωτοτόκου ‘Ἀδελφοῦ ἠμῶν Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τελευτῶν, εὐχαριστῶ ἀπό καρδίας τούς συντελέσαντας εἰς τήν εὐόδωσιν τοῦ θεαρέστου τούτου καί ἐθνοφελούς ἔργου καί δή τόν Σεβασμιώτατος Ἐπίσκοπον Φάνο, Πέργκολα, Φοσομπρόνε καί Κάλι Κύριον Κωνστάντζο Μίτσι, τόν Ντόν ‘Ἀράλντο, Ἱερατικῶς προϊστάμενος τῆς Βασιλικῆς του Ἁγίου Λαυρεντίου τῆς πεδιάδος, τόν ‘Ἀξιότιμον Κύριον Δήμαρχος τῶν Λαυρεντίνων καί τήν Ἐλλογιμωτάτην Δεσποινίδα Μαρίαν Θεοχάρη, ἤτις διά τῆς περισπουδάστου ἀνακοινώσεως αὐτῆς ἐν τή ‘Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ὑπό τοῦ ἀειμνήστου Ἀκαδημαϊκοῦ Ἀναστασίου ‘Ὀρλάνδου κατά τήν συνεδρίαν τῆς 15ης Ἰουνίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1978 συνέβαλεν τά μέγιστα εἰς τήν πραγμάτωσιν τοῦ ἱεροῦ τούτου καί ἀνεκτιμήτου ἔργου.

πηγη.https://www.agdimitriosthes.gr/

Η συγκλονιστική ιστορία της επανακομιδής των ιερών λειψάνων του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου μετά από 800 (!!!) χρόνια στην πατρίδα…

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ «ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ»

hic requiescat corpus sancti Demetri

Η συγκλονιστική ιστορία της επανακομιδής των ιερών λειψάνων του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com

Το δημοσίευμα της «Μακεδονίας» της 13ης Αυγούστου 1978 είχε 4στηλο τίτλο με ερωτηματικό: «Υπάρχουν τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου σ’ ένα ιταλικό χωριό;». Στον υπότιτλο αναφερόταν: «Στο Σαν Λορέντζο ιν Κάμπο, κοντά στην Αγκόνα. – Σε κρύπτη του αββαείου βρέθηκε λάρνακα με λατινική επιγραφή που το αναφέρει». Στον υπέρτιτλο («καπέλο») έγραφε: «Ανακοίνωση έγινε στην Ακαδημία».

Διαβάζουμε στο lead του δημοσιεύματος: «Τα ιερά λείψανα του μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου, πολιούχου της Θεσσαλονίκης, βρίσκονται σε μία μικρή ιταλική πολίχνη λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Αγκόνα. Τα ιερά λείψανα του Μυροβλύτη Αγίου, που είναι τόσο συνδεδεμένος με την ιστορία της Θεσσαλονίκης, ανακάλυψε η βυζαντινολόγος δ. Μαρία Θεοχάρη, που υπηρετεί στο ανώτατο ινστιτούτο οικουμενικών σπουδών του Μπάρι και διδάσκει ιστορία της βυζαντινής τέχνης».

Το San Lorenzo in Campo είναι μία ιταλική κωμόπολη 3.500 κατοίκων στην επαρχία Pesaro e Urbino, στη διοικητική περιφέρεια του Marche, 45 χιλιόμετρα δυτικά της Αγκόνα και 35 χιλιόμετρα νότια του Πέζαρο. Το κυριότερο αξιοθέατο της κωμόπολης είναι η γοτθικού ρυθμού εκκλησία του San Lorenzo, η οποία αποτελούσε τμήμα ενός Αββαείου των Βενεδικτίνων που ιδρύθηκε τον 10οαιώνα. Σε κρύπτη του Αββαείου βρέθηκαν τα ιερά λείψανα.

Η Ελληνίδα αρχαιολόγος είχε οδηγηθεί στα λείψανα του Αγίου Δημητρίου μελετώντας μία ψηφιδωτή εικόνα του 13ου αιώνα στοSassoferrato, μία κωμόπολη κοντά στο San Lorenzo in Campo. Τα συμπεράσματά της ανακοίνωσε σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών, στις 15 Ιουνίου 1978, και καταχωρήθηκαν στα Πρακτικά της Ακαδημίας στον τ. 53 με τίτλο: «Ψηφιδωτή εικών του αγίου Δημητρίου και η ανεύρεσις των λειψάνων του αγίου εις Ιταλίαν».

Γιατί όμως οι Θεσσαλονικείς πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά, το συγκλονιστικό αυτό γεγονός, δύο μήνες μετά τις ανακοινώσεις της Θεοχάρη στην Ακαδημία Αθηνών; Μα γιατί στις 20 Ιουνίου 1978 η πόλη βίωσε τον σεισμό των 6,5 ή 6,6 Ρίχτερ, με εστιακό βάθος μόλις 10-16 χιλιομέτρων στο χωριό Στίβος, ανάμεσα στις λίμνες Κορώνεια και Βόλβη. Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης καταγράφηκε στους ισχυρότερους σεισμούς του 1978 παγκοσμίως. Εάν δεν έπεφτε η μοιραία πολυκατοικία στην πλατεία Ιπποδρομίου με τους 37 νεκρούς ενοίκους, θα επρόκειτο για σεισμό με το μικρότερο αριθμό απωλειών σε σχέση με την ένταση και το μέγεθος των καταστροφών, καθώς εκτιμήθηκε ως «καταστροφικός» στη 12βάθμια κλίμακα Μερκάλι.

Καταλαβαίνει κανείς τη συγκίνηση των Θεσσαλονικέων, και ενώ ακόμη η πόλη δεν είχε συνέλθει από τις καταστροφικές συνέπειες του σεισμού, όταν πληροφορήθηκαν τη χαρμόσυνη αυτή είδηση. Ο τότε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Μακαριστός Παντελεήμων Β΄ αντέδρασε ακαριαίως. Με αρχιερατική επιστολή προς τον Επίσκοπο του Fano,Costanzo Micci, στον οποίο υπαγόταν εκκλησιαστικώς το Αββαείο του San Lorenzo in Campo, ο Παντελεήμων εξουσιοδότησε τον τότε Αρχιμανδρίτη Παντελεήμονα Καλπακίδη, Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, να παραλάβει και να μεταφέρει από το Αββαείο της ιταλικής κωμόπολης το ιερό λείψανο του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου.

Ο τότε Αρχιμανδρίτης και νυν Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων θα γράψει 25 χρόνια αργότερα, στον πρόλογο της συναρπαστικής έκδοσης «Μεθ’ ημών ο χαριτόβρυτος Δημήτριος», με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 25 χρόνων από την επανακομιδή των ιερών λειψάνων στη Θεσσαλονίκη: «Η χάρις του αγίου μεγαλομάρτυρος αγίου Δημητρίου και η εμπιστοσύνη του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος του Β΄ στο ταπεινό πρόσωπό μου με αξίωσαν να διακονήσω στο έργο της επανακομιδής από την Ιταλία των πανσέπτων και χαριτοβρύτων λειψάνων του πολιούχου της Θεσσαλονίκης, αγίου Δημητρίου, και να συνοδεύσω μαζί με τον Παναγιώτατο τον Οκτώβριο του 1978 την τίμια Κάρα του και τον Απρίλιο του 1980 το μεγαλύτερο μέρος των ιερών λειψάνων του Αγίου στη γενέτειρά τους Θεσσαλονίκη».

ΕΙΧΕ « ΛΑΛΗΣΕΙ ΑΓΑΘΑ»

Προσφάτως, είχαμε την τιμή και τη χαρά να ακούσουμε από τον ίδιο τον σεβασμιότατο Μητροπολίτη Βεροίας και Ναούσης κ. Παντελεήμονα να εξιστορεί το χρονικό της αποστολής του στην Ιταλία, το οποίο εμπεριστατωμένα και τεκμηριωμένα παρουσίασε το 2005 στο «Μεθ’ ημών ο χαριτόβρυτος Δημήτριος», που ευγενικά χορήγησε στην istorikimnimi. Ακούγοντας και διαβάζοντας τις λεπτομέρειες της συγκλονιστικής αυτής εξιστόρησης θα επισημάνουμε δύο πράγματα: α) Όπως είναι προφανές, γίνεται κατανοητό ότι ελάχιστοι ιεράρχες είχαν τη χαρά και την ευλογία να βιώσουν ένα τέτοιο γεγονός, β) πώς ήταν δυνατόν μία επισκοπή να συναινέσει να δοθούν στη Θεσσαλονίκη τα ιερά λείψανα ενός Αγίου που επί σειρά αιώνων γιόρταζαν και τιμούσαν ως Άγιο της πόλης τους; Την απάντηση έδωσε ο σεβασμιότατος κ. Παντελεήμων:

«Φθάσαμε στο επισκοπείο και άρχισε η συζήτηση. Για πολλοστή φορά ο Παναγιώτατος και εγώ επαναλάβαμε το δίκαιο αίτημα της επαναφοράς των αγίων λειψάνων στη Θεσσαλονίκη, επαναλάβαμε τα επιχειρήματά μας όσο πιο πειστικά μπορούσαμε. Και εκείνοι με τη σειρά τους προσπαθούσαν να μας εξηγήσουν ότι τους ήταν δύσκολο να αποχωρισθούν τον άγιο Δημήτριο, με τον οποίο είχαν συνδέσει αιώνες τώρα τη ζωή τους και τη ζωή της πόλεώς τους.

Κάποια στιγμή, και ενώ η συζήτηση διαρκούσε, ο Επίσκοπος τουFano ζήτησε να αποσυρθεί για λίγο με τον προϊστάμενο του ναού και τον Γενικό Γραμματέα της επισκοπής του Fano. Εμείς μείναμε και τους περιμέναμε. Από το διπλανό γραφείο στο οποίο είχαν αποσυρθεί ακούσθηκε κάποια στιγμή μία πολύ έντονη συζήτηση που έμοιαζε περισσότερο με λογομαχία. Δεν καταλαβαίναμε τι έλεγαν, σε λίγο όμως επέστρεψαν και ο Επίσκοπος του Fano μας ανακοίνωση τη χαρμόσυνη είδηση. Θα μας έδιναν σε πρώτη φάση την τιμία Κάρα και στη συνέχεια και τα υπόλοιπα ιερά λείψανα του Αγίου. Την αγωνία μας διαδέχθηκε η χαρά και την ανησυχία μας η συγκίνηση. Ο άγιος Δημήτριος είχε κάνει για μία ακόμη φορά το θαύμα του, είχε «λαλήσει αγαθά» στην ψυχή του Επισκόπου και των Λαουρεντίων που δέχθηκαν να μας χαρίσουν αυτόν τον πολύτιμο θησαυρό. Ο άγιος Δημήτριος θα επέστρεφε μετά από οκτακόσια χρόνια και πάλι στην πατρίδα του για να ενισχύσει και να ενθαρρύνει τους συμπολίτες του σε μία τόσο δύσκολη ώρα».

Ένα μήνα πριν ο κ. Παντελεήμων είχε επισκεφθεί ως προσκυνητής την κρύπτη του Αββαείου και ο προϊστάμενος donAraldo Angeloni του είχε δώσει ένα μικρό τεμάχιο του ιερού λειψάνου, γνωρίζοντας βεβαίως την ιδιότητα του κ. Παντελεήμονος στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Ως εκ τούτου, ο don Araldoεξεπλάγην αργότερα με το αίτημα για την επιστροφή των σεπτών και μυροβλύτων λειψάνων στη Θεσσαλονίκη, αλλά παρ’ όλα αυτά συναίνεσε εκ καρδίας. Από πού προκύπτει αυτό; Τον don AraldoAngeloni είχαμε τη χαρά να τον γνωρίσουμε κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη Μητρόπολη Βεροίας και Ναούσης. Είναι σήμερα 94 ετών και χαίρει άκρας υγείας και πλήρους διαύγειας! Ο donAraldo έχει την προστασία του Αγίου Δημητρίου!

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΩΝ ΛΕΗΛΑΣΙΩΝ

Την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και τους Ενετούς τον Απρίλιο του 1204 ακολούθησε η μεγαλύτερη λεηλασία και καταστροφή πολιτιστικών θησαυρών που γνώρισε η ανθρωπότητα. Οι Λατίνοι λεηλάτησαν συσσωρευμένο πλούτο αιώνων από κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό κτίριο. Τεράστιες ποσότητες χρυσού και αργύρου μεταφέρθηκαν στη Δύση. Τα μοναστήρια και οι εκκλησίες απογυμνώθηκαν και εκτός των πολυτίμων σκευών και χειρογράφων μεταφέρθηκαν στις πόλεις των Λατίνων και τα ιερά λείψανα δεκάδων Αγίων. «Οι Άγιες Τράπεζες της Αγίας Σοφίας, που τις θαύμαζε όλη η οικουμένη, τεμαχίστηκαν, προκειμένου να προσποριστούν οι Σταυροφόροι τα πολύτιμα υλικά τους. Άλογα και μουλάρια οδηγήθηκαν στο ναό για να μεταφέρουν τα φορτία των ιερών σκευών, των χρυσών και αργυρών πλακών του θρόνου, των αμβώνων και των θυρών και των όμορφων διακοσμήσεών του».  Ο Βυζαντινός αξιωματούχος και ιστορικός του 12ου αιώνα Νικήτας Χωνιάτης υπήρξε αυτόπτης μάρτυς της Άλωσης της πόλης από τους Σταυροφόρους και περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα την τραγική εκείνη περίοδο στο κυριότερο έργο του «Χρονική διήγησις του Χωνιάτου κυρ Νικήτα αρχομένη από της Βασιλείας Ιωάννου του Κομνηνού και λήγουσα μέχρι της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως».

Δεν έγινε επιβεβαιωθεί βιβλιογραφικά και σύμφωνα με τις πηγές σε ποια χρονική περίοδο αφαιρέθηκαν τα ιερά λείψανα του αγίου Δημητρίου από το ναό της Θεσσαλονίκης. Κατά τις ανασκαφικές εργασίες στο ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου, μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, επιβεβαιώθηκε οριστικά ότι τα ιερά λείψανα δεν βρίσκονταν εκεί. Συνεπώς, μία πολύ πιθανή εκδοχή είναι να αφαιρέθηκαν από τους Σταυροφόρους κατά τη διάρκεια της κατοχής της πόλης μεταξύ του 1204 και του 1223. Πώς όμως βρέθηκαν στο San Lorenzo in Campo; Γράφει ο κ. Παντελεήμων, επικαλούμενος τα πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών με την παρουσίαση του θέματος από την αρχαιολόγο Μαρία Θεοχάρη:

«Σύμφωνα με το αρχείο του Αββαείου, το ιερό λείψανο αποκαλύφθηκε θαυματουργικά στις 20 Ιουνίου του 1520, όταν κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας οι πιστοί άκουαν θορύβους που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν. Μετά από έρευνες που έγιναν με πρωτοβουλία του επισκόπου Marco Vigerio, στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκε η μονή, αποκαλύφθηκε κάτω από την κεντρική αγία Τράπεζα, κτισμένη μέσα στον τοίχο, ξύλινη ερυθρόχρωμη λάρνακα που περιείχε ιερά λείψανα. Μέσα στη λάρνακα βρισκόταν μία μολύβδινη πλάκα με την επιγραφή “hic requiescat corpus sanctiDemetrii” (εδώ αναπαύεται το σώμα του αγίου Δημητρίου)».

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΙ ΝΕΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ. «Τα παιδιά μας στον 21ον αιώνα – Γενικά προβλήματα»

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΙ ΝΕΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ. «Τα παιδιά μας στον 21ον αιώνα – Γενικά προβλήματα»

Όταν προβάλλουμε με τον σωστό τρόπο τους Αγίους μας στους ανθρώπους και κυρίως στους νέους που ψάχνουν για πρότυπα στη ζωή τους, τους δίνουμε τη μεγαλύτερη ωφέλεια και την πιο αποτελεσματική διδασκαλία, όπου πειστικά και αβίαστα φαίνεται και αποδεικνύεται η αλήθεια του Ευαγγελίου, ότι ο «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας».

Ο Άγ. Δημήτριος, κατά τον Συναξαριστή, από μικρή ηλικία είχε πολλή ευγένεια στην ψυχή του, γλυκύς στον λόγο και τον χαρακτήρα, με πολύ ζήλο για παιδεία και την κατά Θεόν γνώση. Ζούσε με ψυχική και σωματική παρθενία, εγκράτεια και σωφροσύνη, ώστε, σύμφωνα και με τον Άγ. Γρηγόριο τον Παλαμά, ποτέ δεν επέτρεπε να περάσει από τον νου του οτιδήποτε που να μην ήταν θεάρεστο.

Με τη σοφία, τη σύνεση και την ανδρεία του γίνεται γνωστός και περιβόητος και η παρουσία του εντυπωσιάζει ακόμη και τον Βασιλιά, ώστε, παρά το νεαρό της ηλικίας του, τον καθιστά αρχικά Συγκλητικό και αργότερα Ανθύπατο της Ελλάδος. Στην ηλικία των μόλις 25 ετών αναδεικνύεται ένας δίκαιος Διοικητής. Διοικούσε με δικαιοσύνη και ακρίβεια, πάντοτε όμως με αγάπη, ταπείνωση και ευσέβεια. Παρά την κοσμική εξουσία, διατηρεί με ταπείνωση τον ένθεο ζήλο της πίστης, αλλά και όλες τις αρετές του. Μάλιστα κάποια παράδοση λέει ότι είχε ορίσει κάποιον έμπιστο του άνθρωπο να τον ξυπνά συχνά τις νυχτερινές ώρες για να προσεύχεται.

Με τη σύνεση και τη σοφία που τον διέκρινε, ο Άγ. Δημήτριος αναδείχθηκε παιδαριογέρων, δηλ. νέος μεν ως προς την ηλικία, αλλά γέροντας ως προς τη σοφία. Στον καθένα πρόσφερε ό,τι χρειαζόταν∙ ήταν πατέρας ορφανών, προστάτης χηρών και δίδασκε σ’ όλους τον λόγο του Θεού· με παρρησία και θείο ζήλο.

Όταν φυλακίστηκε και όταν υπέμεινε όλα τα βασανιστήρια, τις απειλές και τους εξευτελισμούς, διατηρούσε τον ίδιο ζήλο και την ευσέβεια, η οποία πήγαζε από την πολλή του αγάπη προς τον Σωτήρα Χριστό και έτυχε ως γνωστό και του λογχισμού της πλευράς, όπως και ο ηγαπημένος του Κύριος.

Αναφερθήκαμε έτσι σύντομα σε κάποιες από τις πτυχές της ζωής του Αγίου Δημητρίου για να δείξουμε κατά δύναμη – το ακέραιο του χαρακτήρα του και την ψυχοσωματική ολοκλήρωσή του με τις μεγάλες σωματικές, κυρίως όμως τις ψυχικές αρετές και τα χαρίσματα που διέθετε. Όλες αυτές οι αρετές βέβαια και ο πλούσιος ψυχικός του κόσμος, πήγαζαν από τη ζωντανή σχέση του με τον Θεό και την αγάπη και πίστη του προς Αυτόν αλλά και την προθυμία για αγώνα και άσκηση. Αυτή η αναφορά στο πρόσωπο και τις αρετές του Αγίου μας, θα μας βοηθήσει στη συνέχεια να κατανοήσουμε πόσο καταξιώνεται ο άνθρωπος κοντά στον Θεό από τη νεανική ηλικία και παίρνει νόημα και ουσία η ζωή και η ύπαρξή του, αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες και τους πειρασμούς με εμπιστοσύνη στον Θεό, σύνεση και σοφία.

Στην περίπτωσή μας, όλοι μιλούμε για τα μεγάλα προβλήματα που μαστίζουν τους νέους – ναρκωτικά ή άλλου είδους εξαρτήσεις, σατανισμός, μαγεία – αλλά και τις διάφορες προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν μέσα στον σύγχρονο «αναπτυγμένο» κόσμο της παγκοσμιοποίησης και του καταναλωτισμού, της εμπορικοποίησης των πάντων – ακόμη και αυτού του ιδίου του ανθρώπου και της αξιοπρέπειάς του – του κατ’ εικόνα Θεού δημιουργηθέντος ανθρώπου· της έλλειψης αξιών, ηθών και ιδανικών και τελικά της έλλειψης αγάπης προς την ίδια τη ζωή, τον Θεό και τον άνθρωπο.

Ο νέος άνθρωπος, όπως είναι γνωστό, μόλις αρχίσει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο, αρχίζει να ψάχνεται, αρχίζει να αναρωτιέται πρώτα για τα διάφορα φαινόμενα και γεγονότα της ζωής και αργότερα ψάχνει να βρει εκείνο ή εκείνα τα πράγματα, είτε υλικά είτε πνευματικά, που να γεμίζουν το είναι του και να δίνουν νόημα, σκοπό και ομορφιά στη ζωή του.

Μπροστά σ’ αυτή τη σύγχυση του πανδαιμονισμού (με όλη τη σημασία της λέξης) που έχει να αντιμετωπίσει η ευαίσθητη, άκακη αλλά και άπειρη ψυχή του νέου ανθρώπου – όπου γίνεται ένας αγώνας δρόμου θα μπορούσαμε να πούμε για το ποιος θα προλάβει να τον κερδίσει και να τον οδηγήσει εκεί που θέλει και να τον εκμεταλλευτεί – ο νέος βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση, κρίσιμα σταυροδρόμια, επικίνδυνα και τεχνητά διλήμματα και επιλογές. Οι διάφοροι επιτήδειοι με κούφιες και ψεύτικες υποσχέσεις, υπόσχονται επίγειους παραδείσους χωρίς προβλήματα και δυσκολίες, αλλά μόνο χαρές, ηδονές και απολαύσεις που τελικά, ίσως όμως αργά, αποδεικνύονται δολώματα που τον πιάνουν όπως το ψάρι στο αγκίστρι, αφαιρώντας του τη βούληση και τη νόηση, την κρίση και την αξιοπρέπεια και όχι λίγες φορές αυτή ακόμη την ίδια του τη ζωή.

Αυτοί oι «έμποροι των εθνών», όπως θα τους χαρακτήριζε κανείς, διαβασμένοι πολύ σε νεανική ψυχολογία και συμπεριφορά, εκμεταλλεύονται την άγνοια και την ευαισθησία των νέων και άλλοτε με το πρόσχημα της πρότασης για πνευματική χαλάρωση και ξεκούραση, άλλοτε τη μόδα και την πρόοδο, αλλά και την ευκαιρία για γνώση και τέλος την «ανάγκη» για εκπλήρωση αυτού που ζητά η σάρκα και η ύλη, ώστε να βρίσκεται ο νέος σε ψυχοσωματική ισορροπία και ηρεμία σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, παραπλανούν τους νέους και τους οδηγούν σε περιπέτειες, αγώνες και αγωνίες και για τους ιδίους, αλλά και για την οικογένειά τους με αποτέλεσμα τον ψυχικό, ακόμη και τον σωματικό τους θάνατο.

Τα μεγαλύτερα προβλήματα των νέων σήμερα είναι ψυχικά και πνευματικά, τα οποία βρίσκουν συνεργό την κοινωνία μας· την κοινωνία του καταναλωτισμού και του ευδαιμονισμού, την οποία δημιουργήσαμε εκούσια ή ακούσια οι μεγαλύτεροι και τους την προσφέρουμε με την εντύπωση ότι τους παραχωρούμε την είσοδο σε μια παραδεισένια ζωή, για να ζήσουν καλύτερα με λιγότερα βάσανα και δυσκολίες όπως, τη ζήσαμε οι παλαιότεροι, όπως συνηθίζουμε να λέμε.

Δυστυχώς σήμερα αρκετοί νέοι μας χαρακτηρίζονται από έλλειψη ολοκληρωμένης προσωπικότητας, σκοπού και προγράμματος στη ζωή τους, σωστής αγάπης για τη ζωή, τον άνθρωπο και την κτίση ολόκληρη, δεν ξέρουν τι θέλουν με απλά λόγια μαστίζονται από μία αδιαφορία, η οποία εκφράζει το ψυχικό τους κενό, την εσωτερική τους ακαταστασία.

«Η αδιαφορία για τον Θεό, κατά τον μακαριστό Γέροντα Παΐσιο, φέρνει και την αδιαφορία για όλα τα άλλα, φέρνει την αποσύνθεση. Λατρεύει ο άνθρωπος τον Θεό και ύστερα αγαπά και τους γονείς του, το σπίτι, τους συγγενείς του, τη δουλειά του, το χωριό του, το κράτος του, την πατρίδα του».

Αυτή η ψυχική κατάσταση, η αδυναμία και το απύθμενο κενό που βιώνει ο μακράν του Θεού άνθρωπος – και συγκεκριμένα ο νέος – είναι η βασικότερη αιτία που τον οδηγεί σε άλλου είδους διεξόδους και λύσεις, που τελικά αποδεικνύονται πλοκάμια περίπλοκα. Μπορεί βέβαια να υπάρχουν εξωτερικές αφορμές, αλλά τα αίτια είναι βαθύτερα όπως είπαμε όπου γεννιούνται ίσως, σίγουρα όμως καλλιεργούνται και επιδεινώνονται στην οικογένεια και στην κοινωνία γενικότερα.

Τα ναρκωτικά, η μάστιγα αυτή της εποχής μας όπως χαρακτηρίζεται, είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα σ’ ολόκληρο τον κόσμο, δυστυχώς τα τελευταία χρόνια και στο ίδιο το νησί μας. Ο αργός αυτός θάνατος δεν απειλεί απλώς το νησί μας, τα σπίτια μας, τα παιδιά μας, αλλά βρίσκεται ήδη στα σπίτια μας και αρκετά παιδιά μας ταλαιπωρούνται και απειλούνται ακόμη και με φυσικό θάνατο. Η κοινωνία πέραν των τυπικών και πρακτικών προλήψεων και της χωρίς αποτέλεσμα αντιμετώπισης της κατάστασης, όχι μόνο ψηλώνει τα χέρια, αλλά και με τη στάση και τον τρόπο που λειτουργεί, δυστυχώς την επιδεινώνει.

Η μαγεία και ο σατανισμός είναι μια άλλη πρόκληση, αλλά και πρόβλημα για τον νέο άνθρωπο, ο οποίος μέσα στις πνευματικές αναζητήσεις και απορίες που έχει για φυσικά και μεταφυσικά πράγματα και γεγονότα, αλλά και την επιθυμία για την απόκτηση υπερφυσικών δυνάμεων και γνώση του υπερφυσικού και άγνωστου, βρίσκει μπροστά του την εύκολη και προβατόσχημη λύση, πρόκληση και πρόσκληση που του προτείνει ο ίδιος ο διάβολος μέσα από πρόσωπα και καταστάσεις.

Με διάφορους τρόπους ο διάβολος καταφέρνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του άπειρου και ενίοτε αφελούς νέου και μετά από το δόλωμα και το παραπλανητικό προσωπείο του αποκαλύπτει τον πραγματικό του εαυτό. Συμβαίνει όμως πολλές φορές το τραγικό, ο άνθρωπος να έχει αντιληφθεί την παγίδα στην οποία έχει πέσει, να μην μπορεί όμως με τις φτωχές του δυνάμεις να απεγκλωβιστεί, ιδίως αν έχει κάνει και συμβόλαιο με τον ίδιο τον διάβολο, υπογράφοντάς το, ναι! ακόμη και με αυτό το ίδιο του το αίμα. Αυτή η συμφωνία σημαίνει πλήρη – τυφλή όπως λέμε – υπακοή στον διάβολο και τις εντολές του, που Θεός φυλάξοι, πολλές φορές σημαίνει και τη διάπραξη εγκλημάτων, ακόμη και τον τερματισμό της ίδιας του της ζωής. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο νέος εκτός από ψυχική στήριξη και προσευχή εκ μέρους του περιβάλλοντός του, χρειάζεται και πολλή θέληση εκ μέρους του, περισσότερο όμως μετάνοια και προσκόλληση στην Εκκλησία και τη θεραπευτική αγωγή της, ώστε να καταφέρει να απελευθερωθεί.

Ένα από τα δολώματα και τα προσωπεία, πίσω από τα οποία κρύβεται ο διάβολος και παραπλανεί τους νέους, είναι η ίδια η μουσική ή κατά τα άλλα θεμιτή και ευγενική έκφραση και δραστηριότητα του ανθρώπου. Εκμεταλλεύεται ο διάβολος την ευαισθησία και επιθυμία αυτή του νέου ανθρώπου για ψυχαγωγία και ξεκούραση, ώστε να χύσει το δηλητήριό του.

Αυτά είναι μερικά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά μας, οι νέοι μας, στον αιώνα που ζούμε. Δεν μπορούμε δυστυχώς λόγω του περιορισμού του χρόνου να αναφερθούμε εκτενέστερα και σε περισσότερα προβλήματα.

Σ’ αυτά όλα έρχονται να συμπληρώσουν και να χειροτερέψουν την κατάσταση η ξενομανία και ο δυτικός τρόπος ζωής, η κακή χρήση της τεχνολογίας με την κατάχρηση των κινητών τηλεφώνων και του διαδικτύου και όλων των «ευκολιών» που προσφέρουν και βεβαίως μαζί με αυτά η τηλεόραση με τις απροκάλυπτες πλέον και χωρίς όρια και περιορισμούς προκλήσεις και διαφημίσεις της ανηθικότητας και του εξευτελισμού του ανθρωπίνου προσώπου.

Βασική και πρώτιστη ευθύνη βέβαια έχει η οικογένεια με τη σωστή ανατροφή, διαπαιδαγώγηση και διαφώτιση των παιδιών. Υποστηρίζουν σύγχρονοι Γέροντες και το επιβεβαιώνουν και οι επιστήμονες ότι η διάπλαση του χαρακτήρα και του ψυχικού κόσμου. Ενός ανθρώπου αρχίζει από τη στιγμή της σύλληψής του, πέραν βέβαια της κληρονομικότητας του φέρνει από τους γονείς του. Η συμπεριφορά των γονιών μεταξύ τους σ’ όλα τα στάδια της ανάπτυξης του παιδιού, αλλά και η σχέση του μ’ αυτούς, επηρεάζουν τη μετέπειτα πορεία της ζωής του και μπορούν να αποβούν σωτήριες ή καταστροφικές για την υπόλοιπη ζωή και τον χαρακτήρα του παιδιού.

Η υπερπροστατευτικότητα από τη μια, αλλά και η έλλειψη σωστής και υγιούς αγάπης από τους γονείς από την άλλη, καθώς και η αδιαφορία για τα ερωτήματα και τις ανησυχίες του νέου ανθρώπου, αποτελούν παράθυρα για «πνευματικά κρυολογήματα», όπως θα έλεγε ο μακαριστός Γέροντας ΙΙαΐσιος.

Αποτελούν αφορμές για μη σωστή ανάπτυξη και ωρίμανση του παιδιού και σπρωξίματα για αναζητήσεις έξω από την οικογένεια. Πρέπει να μάθουμε επιτέλους να επικοινωνούμε σωστά με τα παιδιά μας και όχι να εφησυχάζουμε, όταν τους προσφέρουμε τα υλικά πράγματα, αδιαφορώντας όμως τελείως για τις πνευματικές τους ανησυχίες και προβληματισμούς, περιοριζόμενοι απλώς σε τυπικές συνομιλίες μαζί τους.

Το σωστό παράδειγμα εξάλλου των γονιών και η πολλή προσευχή γι’ αυτά, φέρνουν καλύτερα αποτελέσματα από ασταμάτητες συμβουλές, πολλά λόγια και αστυνομικές παρακολουθήσεις.

Συμβουλεύει ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος τους σύγχρονους γονείς: «Πιο πολύ να κάνεις προσευχή και λίγα λόγια να τους λέεις. Να μη γινόμαστε ενοχλητικοί, αλλά να προσευχόμαστε μυστικά και μετά να μιλάμε. Να τα λέεις στον Θεό και ο Θεός θα τα λέει μέσα τους».

Μεγάλη ευθύνη ασφαλώς φέρει το σχολείο με τη σωστή παιδεία-διαπαιδαγώγηση των νέων μας. Τα αναλυτικά εκπαιδευτικά προγράμματα να μην αποσκοπούν στην απλή μετάδοση ξερών γνώσεων, άλλα στην ψυχική καλλιέργεια των νέων, διαπλάθοντας πρόσωπα ολοκληρωμένα με αξίες και ιδανικά στη ζωή τους.

Η Εκκλησία επίσης έχει σοβαρότατο λόγο κα ευθύνη για την κατάσταση αυτή. Πρέπει να πλησιάσει πιο πολύ τους νέους και με την αγάπη και την ειλικρίνεια των κληρικών της και όσων ασχολούνται με την ποιμαντική διακονία, να καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των παιδιών μας, ώστε να μπορέσει να τους προσφέρει πειστικά την Αλήθεια, τον Ίδιο τον Χριστό μας, για να γεμίσει το είναι τους και να μη ζητούν να χορτάσουν από τα ξυλοκέρατα μακριά από την πατρική αγκαλιά του φιλεύσπλαγχνου Πατέρα.

Τέλος, όλοι μας, η κοινωνία γενικά, οφείλουμε να συμβάλουμε στην κατάσταση· να προφυλάξουμε τα παιδιά μας και να συμπαρασταθούμε σ’ αυτά ο καθένας μας από τη θέση και τον τρόπο του, γιατί αυτά είναι η ελπίδα μας, το μέλλον του τόπου και του ελληνορθόδοξου μας γένους. Μπροστά στον κίνδυνο της αφομοίωσης και αλλοτρίωσης μέσα στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις γενικότερες απειλές της παγκοσμιοποίησης, οφείλουμε – όχι εθνικιστικά και φανατικά, αλλά με συναίσθηση ευθύνης μπροστά στην ιστορία και την παράδοση της Ρωμιοσύνης μας – να πλάσουμε ανθρώπους πραγματικά ελεύθερους με γνώση της ταυτότητάς τους και με αρχοντιά.

Τελειώνοντας, ας ευχηθούμε ο Θεός, με τις πρεσβείες του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου, να φωτίσει όλους μας για σωστό και εποικοδομητικό προβληματισμό και ας παρακαλέσουμε την Παναγία μας μαζί με τον Υμνογράφο του Δοξαστικού του Εσπερινού της Κοιμήσεώς της: «πρεσβεῦε τῷ τόκῳ σου διηνηκώς, περιφρουρήσαι καὶ σώσαι ἀπὸ πάσης προσβολῆς ἐναντίας τὴν νεολαίαν σου». Αμήν.

(Τό πιο πάνω κείμενο είναι απόσπασμα από εισήγηση του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αμαθούντος κ. Νικολάου, σε ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στην ενορία Αγ. Δημητρίου στο Παραλίμνι στις 17/10/2005)

http://www.imlemesou.org