Άγιος Βονιφάτιος(19 Δεκεμβρίου)-Ο μέθυσος και πόρνος μάρτυρας του Χριστού

Ζητών Bονιφάτιος οστά Mαρτύρων,
Eαυτόν εύρε Mάρτυρα τμηθείς ξίφει.
Eννεακαιδεκάτη Bονιφάτιος αυχένα κάρθη.

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σί΄ [290], δούλος μιάς γυναικός συγκλητικής, ονόματι Aγλαΐδος, θυγατρός Aκακίου του ανθυπάτου Pώμης. Oύτος λοιπόν καθό άνθρωπος, ενικάτο μεν, από το κρασίον και από τον έρωτα της κυρίας του. Ήτον όμως ελεήμων και φιλόξενοςΠροθύμως μεν βοηθών τους δεομένους, σπλαγχνιζόμενος δε και συμπονών εις τας συμφοράς και παρακαλέσεις των καταπονουμένων. Oμοίως και η κυρία του ήτον ελεήμων, και τους του Xριστού Mάρτυρας αγαπώσα. Ον μιά δε των ημερών λέγει αύτη εις τον Bονιφάτιον. Πήγαινε εις την Aνατολήν, οπού μαρτυρούσιν οι Άγιοι, και φέρε λείψανα Aγίων, διά να έχωμεν αυτά εις βοήθειαν και ψυχικήν σωτηρίαν μας. O δε Bονιφάτιος χαμογελώντας, απεκρίθη. Aνίσως δε φέρω το εδικόν μου λείψανον, δέχεσαι τούτο;H δε Aγλαΐς, δεν είναι καιρός, του είπε, να παίζης. Όθεν αρκετά τούτον επιτιμήσασα, έβαλεν εις την καρδίαν του τον του Θεού φόβον. Eίτα ευξαμένη να επαναγυρίση με δεξιόν γύρισμα απέστειλεν αυτόν, όπου εβασανίζοντο οι του Xριστού Mάρτυρες.
Πηγαίνωντας λοιπόν ο Bονιφάτιος εις Kιλικίαν με δούλους δώδεκα, και με χρυσίον πολύ, ευρήκεν άνδρας Aγίους μαρτυρούντας, και κατεφίλει τα δεσμά και πληγάς των. Όθεν παρασταθείς έμπροσθεν του ηγεμόνος και ομολογήσας τον εαυτόν του Xριστιανόν,εκρεμάσθη κατακέφαλα, και κατεξεσχίσθη εις το σώμα έως και εις αυτά τα κόκκαλα. Eίτα έμπηξαν εις τα ονύχιά του καλάμια κοπτερά. Kαι επότισαν αυτόν μολύβι βρασμένον. Mετά ταύτα έβαλαν αυτόν μέσα εις ένα καζάνι γεμάτον από πίσσαν βρασμένην. Kαι ο μεν Άγιος εφυλάχθη από αυτά αβλαβής με την χάριν του Θεού, διεφθάρησαν δε δήμιοι πεντήκοντα. Tελευταίον δε, απέκοψαν την τιμίαν κεφαλήν του. Kαι από το κόψιμον ευγήκε παραδόξως γάλα, ανακατωμένον με αίμα. Όθεν επίστευσαν εις τον Xριστόν άνδρες πεντήκοντα. Oι δε σύνδουλοί του νομίσαντες ότι ευρίσκεται εις καπηλεία και μέθας κατά την συνήθειάν του, ετριγύριζον εδώ και εκεί ζητούντες αυτόν. Mόλις δε έμαθον από τους στρατιώτας τα γενόμενα. Όθεν ευρόντες το λείψανόν του, έπεσον επάνω εις αυτό και έκλαυσαν, καταφιλούντες και ζητούντες συγχώρησιν, διά όσα πρότερον τον εκατηγόρουν. Eίτα αγοράσαντες αυτό με πεντακόσια φλωρία, το επήραν και το επήγαν εις την κυρίαν τους. Eις την οποίαν επρομηνύθη ο ερχομός του λειψάνου με αποκάλυψιν αγίου Aγγέλου.
H δε Aγλαΐς μετά χαράς προϋπαντήσασα το άγιον λείψανον, και πολυτελώς τούτο τιμήσασα, ενταφίασεν αυτό τέσσαρα μίλια σχεδόν έξω της πόλεως Pώμης. Ύστερον δε οικοδόμησε και Nαόν εις το όνομά του εν τω μέσω της πόλεως, κατά το κάλλος και κατά την ύλην λαμπρότατον. Όπου καθ’ εκάστην πηγάς ιαμάτων προχέει. Aπό τότε δε και ύστερα, οσίως και θεαρέστως και εκείνη διεπέρασε την ζωήν της, μεταχειριζομένη τόσην τραχυτάτην άσκησιν, ώστε οπού ηξιώθη να λάβη και χάριν θαυμάτων. Kαι ούτως εν ειρήνη το πνεύμα αυτής τω Kυρίω παρέδωκε.

(κείμενο από τον συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου, εικόνα από τον ιστοχώρο της Μονής Σρετένσκυ της Μόσχας με τον ελληνικής καταγωγής ηγούμενο Τύχωνα)

ΠΗΓΗ.misha.pblogs.gr

————————————–

«Ο άγιος Βονιφάτιος ήταν επί της βασιλείας του Διοκλητιανού, δούλος κάποιας γυναίκας συγκλητικής, ονόματι Αγλαΐδος, κόρης του ανθυπάτου της Ρώμης Ακακίου, και είχε παράνομες σχέσεις με την κυρία του. Ήταν μάλιστα μέθυσος, αλλά παράλληλα και ελεήμων και φιλόξενος, με μαλακή καρδιά  στις συμφορές των ανθρώπων και στις ικεσίες τους. Το ίδιο και η κυρία του ήταν ελεήμων και φιλομάρτυς. Κάποια ημέρα λοιπόν η Αγλαΐς είπε στον Βονιφάτιο: Πήγαινε στην Ανατολή, εκεί που μαρτυρούν οι άγιοι, και φέρε λείψανα μαρτύρων, ώστε να τα έχουμε για  βοήθεια και ψυχική σωτηρία. Ο Βονιφάτιος είπε γελώντας: Εάν φέρω το δικό μου λείψανο, θα το δεχτείς; Γέλασε κι αυτή κι αφού τον χαρακτήρισε μέθυσο, έπειτα τον νουθέτησε, του ευχήθηκε και τον έστειλε δίνοντάς του χρήματα. Ο Βονιφάτιος λοιπόν έφυγε μαζί με δώδεκα δούλους και πολύ χρυσάφι για την Κιλικία, εκεί που βασανίζονταν οι άγιοι, βρήκε αγίους άνδρες να αθλούνται στα μαρτύρια της πίστεως και καταφιλούσε τα δεσμά και τις πληγές τους. Παρακινήθηκε κι αυτός και πήγε ενώπιον του ηγεμόνα, ομολογώντας ότι και ο ίδιος είναι χριστιανός. Συνελήφθη αμέσως, οπότε τον κρέμασαν με το κεφάλι κάτω, και του έξυναν τις σάρκες με σκληρότητα, του έμπηξαν έπειτα μυτερά καλάμια στα νύχια του, του έριξαν λιωμένο μολύβι στο στόμα του και τον έβαλαν με το κεφάλι μέσα σε καζάνι πίσσας που έβραζε. Σε όλα αυτά διέμεινε αβλαβής, ενώ πέθαναν πενήντα άνδρες από τους δημίους. Στο τέλος του έκοψαν το κεφάλι με ξίφος, αλλά αντί για αίμα έρευσε γάλα, θαύμα που έκανε πενήντα άνδρες να πιστέψουν στον Χριστό και να βαπτιστούν. Εν τω μεταξύ οι δούλοι που είχαν έλθει μαζί του από τη Ρώμη και που δεν είχαν μάθει τι είχε συμβεί, γιατί θεώρησαν ότι κατά τη συνήθειά του άργησε από την καταφυγή του στα καπηλειά και τις μέθες, μόλις έμαθαν από τους στρατιώτες τα επί μέρους βασανιστήρια που υπέμεινε μέχρι την τελείωσή του, βρήκαν το λείψανό του. Πρόσπεσαν τότε στον άγιο και ζήτησαν συγνώμη για όσα άσχημα σκέφτηκαν και είπαν γι’ αυτόν, οπότε στη συνέχεια αφού έδωσαν πεντακόσια νομίσματα αγόρασαν το σώμα του και το μετέφεραν στη Ρώμη. Η δε κυρία του Αγλαΐς, αφού της αποκαλύφθηκαν  όλα  από άγγελο Κυρίου, έτρεξε να τον  προϋπαντήσει και να τον υποδεχτεί. Τον τίμησε με λαμπρό τρόπο και τον κήδεψε μεγαλοπρεπώς, πεντακόσια στάδια έξω από την πόλη. Ύστερα  του ανήγειρε ναό στο όνομά του, στο μέσο της πόλεως, στο σπίτι της, και τον μετέφερε εκεί, όπου καθημερινά προχέει πηγές ιαμάτων. Και εκείνη έκτοτε έζησε όσια και θεάρεστα, και με την καλή αυτή πολιτεία της παρέδωσε το πνεύμα εν ειρήνη στον Θεό».

Παράδοξα αυτά που τελεσιουργούνται στη ζωή του αγίου Βονιφατίου.  Μέθυσος αυτός,  λάγνος, πόρνος και μοιχός μεταστρέφεται αιφνιδίως στην πίστη του Χριστού. Κι όχι μόνον αυτό: η μεταστροφή του συνοδεύεται με θαρραλέα ομολογία του Χριστού, τέτοια που τον οδηγεί στο να υποστεί  πάμπολλα μαρτύρια που είναι αδύνατο να υπομείνει ένας άνθρωπος, που μέχρι εκείνη την ώρα κυλιόταν στο βούρκο της φιληδονίας. Κι ακόμη περισσότερο: το μαρτύριό του φανερώνεται ότι γίνεται αμέσως αποδεκτό από τον Κύριο κ α ι  με το γάλα που έρευσε αντί αίματος την ώρα της αποτομής της κεφαλής του κ α ι  με το τίμιο λείψανό του, που έκτοτε πρόχεε «πηγάς ιαμάτων» κατά το συναξάρι του. Πού είναι η συνήθης πορεία των μαρτύρων του Χριστού, που μέχρι να φτάσουν στο μαρτύριο είχαν κατηχηθεί στην πίστη και είχαν ενισχυθεί από εκείνους που θεωρούνταν οι «αλείπτες» τους; Πού είναι η επιφύλαξη όλων εκείνων που δεν επέτρεπαν το μαρτύριο υπέρ Χριστού, αν οι υποψήφιοι μάρτυρες δεν είχαν ετοιμαστεί γι’ αυτό, με πνευματικά αγωνίσματα, με εξομολόγηση, με συμμετοχή στη θεία ευχαριστία, κι αυτό με τον δικαιολογημένο φόβο μήπως καμφθούν μπροστά στα βάσανα; Στο μαρτύριο του αγίου Βονιφατίου έχουμε την ακύρωση όλων των «κανονικών» αυτών  προϋποθέσεων. Έχουμε μία άνωθεν επέμβαση, του ίδιου του Χριστού, που προκαλεί την αλλοίωση της καρδιάς του, ώστε διά μιας να φτάσει στο χαρισματικό σημείο του μαρτυρίου. «Σαρκικών ανώτερον αποδειχθείς φρονημάτων, εν αλλοιώσει θεία, αθρόον πάσαν προσβολήν των δυσχερών υπήνεγκας γηθόμενος, μάρτυς Βονιφάτιε», σημειώνει έκθαμβος ο άγιος υμνογράφος.  (Φάνηκες ανώτερος από τα σαρκικά αμαρτωλά φρονήματα, με αλλοίωση που σου προκάλεσε ο Θεός, μάρτυς Βονιφάτιε, και υπέμεινες με χαρά κατά τρόπο μαζεμένο την προσβολή των βασάνων).

Δεν είναι ο μόνος. Σαν τον άγιο Βονιφάτιο έχουμε πολλούς στην Εκκλησία μας, που εκτάκτως, όλως «αντικανονικά», οδηγούνται στο μαρτύριο από άλλες οδούς πέραν της κανονικής πορείας. Αλλά ποιος μπορεί να καθορίσει την πορεία, όταν δρα ο ίδιος ο Θεός, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς» και συνεπώς μόνος γνώστης του τι διαδραματίζεται στο βάθος της καρδιάς του κάθε ανθρώπου; Να θυμηθούμε πρώτα από όλα τον ληστή που συσταυρώθηκε με τον Κύριο. Ποια κανονικότητα υφίσταται σ’ αυτόν; Ήρκεσε να δει τον Κύριο και η καρδιά του «έλιωσε», αλλοιώθηκε. Η μετάνοιά του τον κάνει να ζητήσει τη συγγνώμη από τον Κύριο, γενόμενος έτσι ο πρώτος «οικιστής» του Παραδείσου. «Αμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ’  εμού έση εν τω Παραδείσω». Ποια κανονικότητα υπήρξε στον απόστολο Παύλο, όταν την ώρα της δίωξης των χριστιανών, δέχεται την κλήση του Κυρίου να γίνει απόστολός Του; Ποια κανονικότητα υπήρξε στον άγιο Πορφύριο τον μίμο (15 Σεπτεμβρίου), που την ώρα της διακωμώδησης από αυτόν των μυστηρίων, ομολογεί Χριστό και του κόβουνε το κεφάλι; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και περισσότερο η αγάπη του ίδιου του Θεού μας!

Κι όμως! Υπάρχει κάτι στην πρότερη αμαρτωλή ζωή του Βονιφατίου, που προφανώς αυτό υπήρξε η πρόκληση για την πλούσια ενέργεια της χάρης του Θεού: το φιλεύσπλαχνο του χαρακτήρα του. Να σημειώσουμε ακριβώς τα λόγια του συναξαρίου: «Ην δε και μέθυσος, αλλά και ελεήμων, και φιλόξενος και συμφοραίς ανθρώπων και ικεσίαις επικαμπτόμενος». Να το «μυστικό». Να αυτό που «έκαμψε» τον παντοδύναμο Κύριο: η θεοείδειά του λόγω της ελεήμονος καρδίας του. Το συμπέρασμα είναι προφανές: άνθρωπος ελεήμων, ακόμη και βουτηγμένος σε όλα τα σαρκικά πάθη κι αν είναι, δεν πρόκειται να χαθεί. Η χάρη του Θεού θα τον καλέσει, την ώρα που εκείνη θα κρίνει. Μέσα σε τέτοιον άνθρωπο λειτουργεί ο Θεός, έστω κι αν όλα εξωτερικά φαντάζουν ανάποδα και αμαρτωλά. Και το ξέρουμε και από άλλα ανάλογα περιστατικά της ζωή των αγίων μας. Η Ταϊσία η πόρνη για παράδειγμα. Βουτηγμένη και αυτή στα πάθη της ατιμίας. Κι όμως ελεήμων και φιλεύσπλαγχνος. Γι’ αυτό  κυνηγημένη από τη χάρη του Θεού. Γι’   αυτό αργότερα μετανοημένη και αγία και θαυματουργός. Ποιος μπορεί έτσι να βγάλει κρίσεις για τους συνανθρώπους του; Ποιος είναι εκείνος που μπορεί να καυχηθεί για τη δική του ηθική ζωή; Και βεβαίως καταλαβαίνουμε έτσι ότι αν η ελεήμων καρδία, έστω και με το περίβλημα της σαρκολατρείας, φέρνει τόση χάρη από τον Θεό σε δεδομένη στιγμή, πόσο περισσότερη θα φέρει όταν είναι συνδυασμένη και με καλή και ενάρετη ζωή;

Δεν μπορούμε όμως να μη σημειώσουμε και το αυτονόητο: ο άγιος Βονιφάτιος βεβαίως οδηγήθηκε στο ύψος του μαρτυρίου και της αγιότητος λόγω της καλής καρδιάς του, όμως η αγάπη προς τον Θεό πυροδοτήθηκε, όταν είδε μπροστά του τα μαρτύρια των άλλων αγίων. Εκεί, στην έμπρακτη πίστη, τη μέχρι θυσίας, είδε την αλήθεια του Θεού και της χριστιανικής πίστεως. Και ζήλεψε τους μάρτυρες. Κι αυτό μεταξύ άλλων επισημαίνει και ο υμνογράφος: «Προθύμω λογισμώ τους αγώνας ζηλώσας των γενναίων αθλητών, ενήθλησας στερρώς και τον όφιν ενέκρωσας άθλοις σου τοις ζωηφόροις, ιερέ Βονιφάτιε». (Ζήλεψες με πρόθυμο λογισμό τους αγώνες των γενναίων αθλητών, ιερέ Βονιφάτιε, και άθλησες με σταθερότητα και νέκρωσες το φίδι με τους ζωηφόρους αγώνες σου).

Ο υμνογράφος όμως του αγίου δεν μπορεί να μη θυμηθεί ότι ο ίδιος εορτάζεται λίγες ημέρες πριν από τα άγια Χριστούγεννα. Και ψάχνει και βρίσκει αφορμή να συνδέσει την εορτή του με το υπερφυές γεγονός της Γέννησης του Κυρίου. Και τη βρίσκει: από τη Δύση ορμήθηκε να πάει στην Ανατολή για να βρει λείψανα μαρτύρων. Σαν να ήταν η Ανατολή ένα αστέρι, που τον καθοδήγησε προς τον γεννηθέντα Χριστό. Όπως λοιπόν και οι εκ Περσίδος μάγοι καθοδηγήθηκαν από το αστέρι για να φτάσουν στον Χριστό, έτσι κι αυτός. Βρίσκει μάλιστα και την αντιστοιχία των δώρων. Χρυσό και λιβάνι και σμύρνα προσέφεραν οι μάγοι, πίστη, ελπίδα και αγάπη προσφέρει εκείνος, κι ακόμη περισσότερο: τον ίδιο του τον εαυτό –  το πιο καθαρό και άμωμο δώρο. «Ανατολής ώσπερ αστήρ τους μάγους εκ Περσίδος, ούτω σε θεία νεύσις εκ δυσμών ωδήγησε, θεόφρον, τεχθήναι εν σπηλαίω, τω ευδοκήσαντι Χριστώ προσκυνήσαι ως βασιλεί απάσης της κτίσεως, και τούτω δώρα προσαγαγείν, ως λίβανον και σμύρναν και χρυσόν, Πίστιν Αγάπην και Ελπίδα. Όθεν σαυτόν ολόκληρον προσήγαγες αυτώ άμωμον δώρον». (Όπως ο αστέρας της Ανατολής οδήγησε τους εκ Περσίας μάγους να προσκυνήσουν τον Χριστό που ευδόκησε να γεννηθεί σε σπήλαιο, και να Του προσφέρουν δώρα, λιβάνι και σμύρνα και χρυσάφι, έτσι και σένα, θείο κάλεσμα σε έφερε από Δυσμάς να προσκυνήσεις τον Χριστό και να Του προσφέρεις την Πίστη, την Αγάπη και την Ελπίδα. Γι’ αυτό πρόσφερες στον Χριστό σαν άμωμο και καθαρό δώρο ολόκληρο τον εαυτό σου). Πράγματι, σημαντικότερο δώρο στον Χριστό για την ευλογία του ερχομού Του στον κόσμο από την προσφορά του ίδιου μας του εαυτού, και μάλιστα την εν μετανοία κατάθεση των αμαρτιών μας, δεν υπάρχει.

pgdorbas.blogspot.com/ .

———————————————————————–

 

Άγιοι Μάρτυρες Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης. (13 Δεκεμβρίου)

 

Άγιοι Ευστράτιος,Αυξέντιος,Ευγένιος,Μαρδάριος,Ορέστης

Αυτοί οι Άγιοι έζησαν στα χρόνια του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού, των ασεβών βασιλέων, κατά το έτος 296.

Δεν μπορώ να αποσιωπήσω το χαριέστατο θαύμα, που έκαναν αυτοί οι Άγιοι πέντε Μάρτυρες σε ένα Μετόχι της Νέας Μονής της Χίου, το οποίο τιμάται στο όνομα των πέντε αυτών Αγίων Μαρτύρων. Όπως το διηγείται αυτό ο ευλαβής εκείνος Νικόλαος ο Μαλαξός ο πρωτοπαπάς Ναυπλίου. Γι’ αυτό το αναφέρω εδώ με συντομία για χάρη των φιλοχρίστων. Το Μετόχι αυτό προμηθεύεται και διοικείται σε όλα τα απαραίτητα και αυτής της ετήσιας μνήμης των Αγίων από το ανωτέρω Μοναστήρι της αγίας Μονής. Συνέβη όμως μία φορά να γίνει πάρα πολύ δυνατή κακοκαιρία, τον καιρό της εορτής των Αγίων, ώστε από το πολύ το χιόνι που έπεσε, όχι μόνο δεν μπόρεσαν να κατέβουν οι Πατέρες του Μοναστηρίου και να φέρουν τα απαραίτητα για την εορτή κατά την συνήθεια, αλλ’ ούτε οι άνθρωποι της χώρας μπόρεσαν να έλθουν στην Εκκλησία από το υπερβολικό ψύχος Στον εσπερινό, πήγαν μερικοί, στον όρθρο όμως μόνος ο εφημέριος πήγε στην Εκκλησία. Και αφού άναψε τα κανδήλια, χτύπησε το σήμαντρο και έβαλε «ευλογητός» για να διαβάσει την Ακολουθία.

Τότε αμέσως βλέπει πέντε ανθρώπους ευπρεπείς και εύτακτους, που μπήκαν με ευλάβεια στον Ναό. Οι οποίοι, από μεν το ήθος και το σχήμα φαίνονταν, ότι είναι ξένοι άνθρωποι, από το πρόσωπο, όμως, φαίνονταν απόλυτα όμοιοι με αυτούς τους πέντε ένδοξους Μάρτυρες, τον Ευστράτιο, λέω, τον Αυξέντιο, τον Ευγένιο, τον Μαρδάριο και τον Ορέστη, όπως φαίνονται ζωγραφισμένοι στις εικόνες τους. Αφού λοιπόν μπήκαν στην Εκκλησία, οι μεν δύο στάθηκαν στον δεξιό χορό. Οι δε άλλοι δύο στάθηκαν στον αριστερό. Και ο πέμπτος, ο οποίος έμοιαζε με τον Άγιο Ορέστη, στάθηκε στο αναλόγιο. Και όταν ήλθε η ώρα. κανοναρχούσε και διάβαζε με ωραία και καθαρή φωνή. Οι άλλοι τέσσερις, που στέκονταν από τον δεξιό και αριστερό χορό, όπως είπαμε, έψαλλαν με φωνή γλυκύτατη και λιγερή τα ιερά άσματα

Αυτά λοιπόν βλέποντας και ακούοντας ο Ιερέας, χαιρόταν μέσα του και δόξαζε τον Θεό, που έστειλε τέτοιους βοηθούς της Ακολουθίας, την στιγμή που δεν ήταν κανένας άλλος βοηθός. Απορούσε λοιπόν και θαύμαζε αφενός για την ομοιότητα που είχαν και οι πέντε, με την εικόνα των Αγίων και αφετέρου για την ευπρέπεια και ορθότητα και χάρη της αναγνώσεώς τους και για την γλυκύτατη μελωδία της φωνής τους Οπότε απορούσε ποιοί να ήταν οι φαινόμενοι. Και δεν ήξερε τι να κάνει. Βιαζόταν πριν τον όρθρο να τους ρωτήσει, ποιοί ήταν. Βλέποντας όμως την σεμνοπρέπεια και προθυμία, που είχαν στην ακολουθία, αποφάσισε να τους ρωτήσει μετά το τέλος του όρθρου.

Όταν όμως έφθασε η ώρα της αναγνώσεως του Μαρτυρίου των Αγίων, πήγε στη μέση και έκανε ανάγνωση εκείνος που φαινόταν όμοιος με τον Ορέστη. Και αυτός μεν με πολλή παρρησία και ωραία φωνή διάβαζε. Οι δε άλλοι τέσσερις με μεγάλη ευχαρίστηση και προσοχή μεγάλη άκουαν τα αναγιγνωσκόμενα Όταν όμως έφθασε εκείνος που διάβαζε στο μέρος εκείνο, που λέει, ότι πρόσταξε 0 Αγρικόλαος να φερθεί μία κλίνη σιδερένια πυρωμένη και επάνω σ’ αυτήν να απλωθεί ο Άγιος Ορέστης και ότι ο Άγιος Ορέστης όταν φερόταν στην κλίνη δείλιασε, αυτό, λέω, το μέρος διαβάζοντας εκείνος που φαινόταν όμοιος με τον Άγιο Ορέστη, δεν είπε όπως ήταν γραμμένο, ότι «εδειλίασεν», αλλά άλλαξε το ρήμα και αντί να πει «εδειλίασεν», είπεν «εμειδίασεν», δηλαδή, ότι, ενώ φερόταν στην κλίνη χαμογέλασε.

Όταν άκουσε αυτό εκείνος, που έμοιαζε με τον Άγιο Ευστράτιο, σήκωσε τα μάτια του και βλέποντας με πολλή παρατήρηση τον όμοιο του Ορέστη, του λέει· «Γιατί αλλάζεις το ρήμα και δεν το λες, όπως είναι γραμμένο; Λοιπόν διάβασέ το πάλι για δεύτερη φορά, όπως είναι». Και εκείνος, αφού το διάβασε και για δεύτερη φορά πάλι άλλαξε το ρήμα, ντρεπόμενος κατά κάποιο τρόπο να πει, ότι «εδειλίασε». Τότε ο Άγιος Ευστράτιος του λέει με δυνατότερη φωνή· «Διάβασέ το γραμμένο, όπως το έπαθες. Διότι δεν «εμειδίασες», δηλαδή δεν χαμογέλασες, βλέποντας τήν κλίνη, αλλά «εδειλίασες». Και μαζί με τον λόγο, αμέσως και οι πέντε εξαφανίσθηκαν. Ο Ιερέας βλέποντας τέτοιο παράδοξο, έμεινε άφωνος για πολλή ώρα. Και όταν συνήλθε, τελείωσε την ακολουθία, όπως μπόρεσε. Και μετά την θεία Λειτουργία διηγήθηκε στους παρευρισκόμενους Χριστιανούς αυτή την φανερή οπτασία. Και όλοι δόξασαν τον Θεό, ο οποίος κάνει θαυμαστούς τους Αγίους του.

 

(Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, «Συναξαριστής», τ. Β΄,Νοέμβριος-Δεκέμβριος, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη “Άγιος Σπυρίδων Α΄”, Νέα Σκήτη –Άγ. Όρος, σ. 299-300)

 

Άγιος Νικόλαος ,«ο γαληνεμένος όρμος και το λιμάνι της σωτηρίας»

st.Nicolas

Ο άγιος Νικόλαος, η ήμερη πρεσβυτική μορφή μέσα στη χορεία των αγίων Ιεραρχών της Εκκλησίας, είναι ο τύπος και ο κανόνας της ιερατικής ταπεινοφροσύνης και πραότητας. «Εικόνα πραότητος» τον ονομάζει η Εκκλησία, γιατί πρώτος καρπός της ταπεινοφροσύνης είναι η πραότητα. Ο άγιος Νικόλαος είναι ο λειτουργός της Εκκλησίας, που με την ταπεινοφροσύνη και την πραότητά του, με το φρόνημα της στερήσεως μάλλον και της εκούσιας φτώχειας, έφτασε στην πνευματική πληρότητα και απόκτησε τον ουρανό. Κανόνας και πρότυπο είναι ο άγιος Ιεράρχης, καθώς το ψάλλει η Εκκλησία στο γνωστό σε όλους τροπάριο. «Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε τη ποίμνη σου η των πραγμάτων αλήθεια· διά τούτο εκτήσω τη ταπεινώσει τα υψηλά τη πτωχεία τα πλού¬σια…».
Η υμνολογία κάθε εορτής είναι πάντα η καλύτερη γλώσσα, με την οποία η Εκκλησία εκφράζει το φρόνημά της απέναντι στα πρόσωπα και τα γεγονότα της πίστεως. Γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία πρόσωπα και γεγονότα πάντα εορτάζει· τα πρόσωπα του Ιησού Χριστού και όλων των αγίων και τα γεγονότα της θείας οικονομίας, όσα έπραξε ο Λόγος του Θεού κατά το διάστημα της ενσάρκου επιδημίας του εδώ στη γη. Και η υμνολογία λοιπόν της σημερινής εορτής κατά τον καλύτερο τρόπο και πολύ παραστατικά εκφράζει την τιμή και τα ιερά αισθήματα της Εκκλησίας προς τον άγιο Νικόλαο. Και πρέπει να προλάβουμε να πούμε πως τα εγκώμια προς τον άγιο δεν είναι απλώς ποιητικές εκφράσεις και δεν είναι καν εγκώμια, αλλά ιστορία πραγματικών γεγονότων, «η των πραγμάτων αλήθεια» από τη ζωή και την επισκοπική διακονία του αγίου Νικολάου, κι όταν ήταν εδώ στη γη κι όταν έφυγε στους ουρανούς και τελεί τώρα τη θεία Λειτουργία στο ουράνιο θυσιαστήριο. Οι άγιοι είναι οι φίλοι του Θεού και οι ευεργέτες των ανθρώπων και στη ζωή εδώ και «μετά θάνα¬τον», όταν οι μάρτυρες με το αίμα τους και οι ιεράρχες με την ιερωσύνη τους και όλοι με την αγιωσύνη τους πρεσβεύουν για μας στο Θεό. Έτσι η Εκκλησία είναι Εκκλησία αγγέλων και ανθρώπων, ανθρώπων των «εν ουρανοίς απογεγραμμένων» και των «επί γης περιλειπομένων».
Ανεξάντλητη είναι η έμπνευση των ιερών υμνογράφων, παίρνοντας αφορμή από την αγιωσύνη και το ιερατικό του έργο, για να υμνήσει τον άγιο Νικόλαο. Είναι εκείνος που, «πανταχού καλούμενος», προφταίνει να δείξει σε όλους την ευεργετική του προστασία. Είναι ο «μέγας αντιλήπτωρ και θερμός τοις εν κινδύνοις τελούσιν…», σε κείνους που κινδυνεύουν είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα, «τοις εν γη και τοις πλέουσι». Στην εορτή του σήμερα η Εκκλησία εγκωμιάζει «της ευσέβειας τον πύργον των πιστών τον πρόμαχον», και ο ιερός υμνογράφος βάζει στο στόμα των πιστών αυτά τα λόγια και τους χαρακτηρισμούς για τον άγιο ιεράρχη, που ιδιαίτερα είναι προστάτης των θαλασσινών «όρμος ο γαληνότατος εν ω καταφεύγοντες οι τρικυμίαις του βίου περιστατούμενοι σώζονται…». Οι τρικυμίες δεν είναι μόνο στη θάλασσα, αλλά όλος ο βίος των ανθρώπων είναι τρικυμισμένο πέλαγος, που για να το διαπλεύσουν χρειάζονται πλοηγό, που θα τους οδηγήσει να φτάσουν στο γαληνεμένο όρμο και το λιμάνι της σωτηρίας. Και ο άγιος Νικόλαος, όπως τον βλέπει στη συνείδησή της και τον εγκωμιάζει η Εκκλησία, είναι ο μέγας και θερμός προστάτης και βοηθός εκείνων που κινδυνεύουν και στη γη και στη θάλασσα· «μέγας αντιλήπτωρ και θερμός τοις εν τοις κινδύνοις τελούσι… τοις εν γη και τοις πλέουσιν».
Αλλά ακόμα πιο πολύ, στο ιερό πρόσωπο του αγίου Νικολάου, η Εκκλησία εγκωμιάζει τον ιερέα και το λειτουργό των θείων μυστηρίων, τον καλό ποιμένα και τον Ιεράρχη, «της ευσέβειας τον πύργο των πιστών τον πρόμαχον». Γιατί ο επίσκοπος των Μύρων της Λυκίας, μέσα σε όλη του την ταπεινοφροσύνη και την πραότητα, υπήρξε ο ισχυρός προστάτης της ορθοδοξίας, καθώς το έδειξε στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, που με ένα δικό του πρακτικό τρόπο υπεράσπισε την αληθινή πίστη. Γι’ αυτό η Εκκλησία στο πρόσωπο του υμνεί «Ιεραρχών την καλλονήν και των Πατέρων κλέος», και τον ονομάζει «Ιεραρχών ωραιότατον κλέος και δόξαν». Απευθύνεται προς τον άγιο με βαθειά ευλάβεια και προσευχητική οικειότητα, για να του πει λόγια αληθινής πνευματικής ωραιότητας• «άνθρωπε του Θεού και πιστέ θεράπον και οικονόμε των αυτού μυστηρίων…».
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ιδιόμελο της εορτής της Πεντηκοστής «Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον», ψάλλεται κατά την εκλογή των Επισκόπων, και τονίζεται σ’ αυτό η φράση ότι το Άγιο Πνεύμα «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας», που ακριβώς είναι θεσμός ιερωσύνης.
Αυτού του Αγίου Πνεύματος ο άγιος Νικόλαος, «ο θείος της θειοτάτης ιερωσύνης κανών», είναι η μυροθήκη, καθώς σε ένα ιδιόμελο ποιητικότατα ψάλλει η Εκκλησία· «Πάτερ Νικόλαε του Παναγίου Πνεύματος μυροθήκη υπάρ¬χων ως έαρ μυρίζεις ευφρόσυνον των θείων αρωμάτων Χριστού». Το όνομα Ιησούς στη θεία Γραφή λέγεται «μύρον εκκενωθέν», το μύρο που χύθηκε σαν από αλαβάστρινο δοχείο και «επλήρωσε τα σύμπαντα ευωδίας», μοσκοβόλησε ο κόσμος. Το ίδιο, σαν ανοιξιάτικα μυρόπνοα άνθη, άνθη του Παραδείσου, καθώς στην εορτή των αγίων Πατέρων ψάλλει η Εκκλησία, το ίδιο όλοι οι άγιοι, σαν μυροθήκες του Αγίου Πνεύματος, αρωματίζουν τη ζωή του κόσμου. Όχι μόνο με τα λόγια τους, όχι μόνο με τα έργα τους, αλλά και με την αγιασμένη τους μορφή, καθώς σε μια ομιλία του λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι «των αγίων ουχί τα ρήματα, αλλά και αυτά τα πρόσωπα πνευματικής γέμει χάριτος».
Το αισθανόμαστε και το ζούμε αυτό, όταν βλέπουμε και την εικόνα του αγίου Νικολάου· στα ιερό πρόσωπο του αγίου, έτσι όπως η μορφή του σώζεται στην παράδοση της ορθόδοξης εικονογραφίας, διαλάμπει μια πνευματική χάρη, μια ψυχική γαλήνη και μια εσωτερική ομορφιά, που όλα αυτά είναι καρπός του πνεύματος της ταπεινοφροσύνης και της πραότητας. Αυτές οι αρετές πρώτες είναι που ανεβάζουν και υψώνουν τους αγίους και τους κάνουν σαν αγγέλους στη γη, ώστε να τους εγκωμιάζει η Εκκλησία και να μην κινδυνεύει να κατηγορηθώ για υπερβολή όταν ψάλλει, καθώς τώρα στον άγιο Νικόλαο «Βροτός υπάρχων ουράνιος ισάγγελος εν γη πεφανέρωσαι».
Αλλά καιρός είναι να συναγάγουμε τα πρακτικά συμπεράσματα από την υμνολογία της εορτής του αγίου Νικολάου και να συγκροτήσουμε την ευαγγελική διδαχή της ταπεινοφροσύνης και της πραότητας, που είναι τα κύρια γνωρίσματα της ιερής προσωπικότητας, που εορτάζει και τιμά σήμερα η Εκκλησία. Δεν είναι λοιπόν ο εξωτερικός θόρυβος και η κοσμική επίδειξη, που επιβάλλουν και καθιερώνουν τον ιερό ποιμένα στη συνείδηση του εκκλησιαστικού ποιμνίου του· δεν είναι η κοινωνική λαμπρότητα και επιβολή, που τον αναδεικνύουν. Είναι «η των πραγμάτων αλήθεια». Τούτο πάντα το ξεχνάμε και οι εκκλησιαστικοί ποιμένες και ο λαός, γιατί μας ξεγελά η επιφάνεια και δεν προσέχουμε στο βάθος των πραγμάτων. Εκεί στο βάθος είναι η αλήθεια, μα για να τη βρει κανείς και να την αγαπήσει πρέπει να έχει ταπεινό φρόνημα. Να μην τον ξεγελά ό,τι λάμπει κι ό,τι κάνει θόρυβο, κι αλλοίμονο, αν πιστέψουμε και οι ποιμένες και ο λαός πως η ιερατική μας διακονία είναι ζήτημα κοσμικών συνθηκών και προσωπικών μας μόνο ικανοτήτων. Τότε θα μας αφήσει η θεία Χάρη και θα μείνουμε κενοί και άχρηστοι, γιατί ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσε¬ται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».
Η πρώτη ευαγγελική αρετή είναι η ταπεινοφροσύνη. Όχι το συναίσθημα της μειονεξίας, για το οποίο κάνουν λόγο η σύγχρονη παιδαγωγική και η ψυχολογία. Ούτε πολύ περισσότερο η ταπεινολογία, που είναι υποκρισία και ψεύδος. Αλλά η ταπεινοφροσύνη, που είναι η βαθειά και άγια αρετή στον πιστό άνθρωπο, να θέλει να γνωρίζει καλά τον εαυτό του. Ένα τέτοιο φρόνημα είναι η βάση και η αρχή της προκοπής· της πνευματικής προκοπής, γιατί αυτό μας ενδιαφέρει πάντα. Κανένας δεν πηγαίνει πιο πάνω στη σκάλα της αγιωσύνης, αν δεν ομολογήσει στον εαυτό του πως είναι χαμηλά, πως του λείπουν ακόμα πολλά, πως δεν είναι εκείνος που έπρεπε και μπορούσε να είναι. Ο Ιησούς Χριστός το είπε επιγραμματικά· «πας ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται»· υψοποιός αρετή είναι η ταπεινοφροσύνη.
Επάνω στην ταπεινοφροσύνη στηρίζεται όλο το οικοδόμημα του χριστιανικού βίου. Γι’ αυτό ο Ιησούς Χριστός άρχισε την «επί του όρους» ομιλία με το μακαρισμό των ταπεινοφρόνων ανθρώπων «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…». Χαρά σε κείνους που έχουν ταπεινό φρόνημα, μικρή γνώμη για τον εαυτό τους· που δεν βλέπουν τους άλλους ανθρώπους παρακάτω απ’ αυτούς, που δεν έχουν την αξίωση όλος ο κόσμος να τους προσκυνά και να τους υπηρετεί· αντίθετα αισθάνονται χρέος τους αυτοί να διακονήσουν τούς άλλους· «ουκ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι…», είπε ο Ιησούς Χριστός. Κι όχι μόνο το είπε, αλλά και το έπραξε. Το ίδιο ο μεγάλος Απόστολος το έγραψε με αυτά τα λόγια· «Μηδείς το εαυτού ζητήτω, αλλά το ετέρου έκαστος». Αυτό είναι η ταπεινοφροσύνη σε μια θετική και ευεργετική της έκφραση, συνδυασμένη με την αγάπη· και δεν υπάρχει αμφιβολία πως από τούτο εδώ το σημείο αρχίζει η λύση όλων των προβλημάτων, που απασχολούν πάντα την κοινωνική ζωή των ανθρώπων, και ίσως περισσότερα σήμερα.
Λίγοι κέρδισαν τόση αγάπη και τόση συμπάθεια στις συνειδήσεις των ανθρώπων, όσο ο άγιος Νικόλαος, του οποίου σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά τη μνήμη. Στον άγιο Νικόλαο πραγματοποιήθηκε κατά λέξη ο λόγος του Κυρίου Ιησού Χριστού· «Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην». «Πράος και ταπεινός τη καρδία», καθώς ο Ιησούς Χριστός, ο άγιος Νικόλαος είναι γνωστός και τιμάται σε κάθε τόπο. Το όνομά του είναι γνωστό σ’ όλο τον κόσμο, και σχεδόν δεν υπάρχει χριστιανική οικογένεια, που να μην το τιμά σ’ ένα της πρόσωπο. Η Εκκλησία, καθώς το ακούσαμε, τον ονομάζει «μυροθήκην του Αγίου Πνεύματος», «κανόνα πίστεως» και «εικόνα πραότητος». Η υμνολογία της εορτής του αγίου είναι πλούσια σε πνευματικά άνθη και ιερό ποιητικό λυρισμό, που φανερώνει ακριβώς την ευλάβεια της Εκκλησίας προς τον «κατ’ εξοχήν» οικογενειακό, προστάτη και πατέρα άγιο. «Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων», λέει η θεία Γραφή, και πραγματικά η μνήμη του αγίου επισκόπου των Μύρων με πολλά εγκώμια διατηρείται και σώζεται στο πέρασμα του χρόνου μέσα στις συνειδήσεις των χριστιανών.

(+Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητρ. Σερβίων και Κοζάνης, Ο Λόγος του Θεού, τ. Α΄, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.549-555, αποσπάσματα)

Άγιος Ιερομάρτυρας Σεραφείμ, Επίσκοπος Φαναρίου- (4 Δεκεμβρίου) -«Άραγε, Σεραφείμ, συνετίσθηκες;»

 

 st._serafeim

       Ο  Άγιος, ενόσω βρισκόταν στην φυλακή και έβλεπε επάνω του τα στίγματα του Χριστού, χαιρόταν και στον Χριστό ομολογούσε μεγάλες τις χάριτες, που τον αξίωσε να πάθει για το όνομά του το Άγιο, και τον παρακαλούσε να του δώσει υπομονή να πελεκήσει το Μαρτύριο. Την δε επομένη ημέρα, αφού κάθισε πάλι ο άρχοντας στον δικαστικό θρόνο με υπερβολική έπαρση, πρόσταξε και έφεραν τον Άγιο μπροστά του. Και άρχισε πάλι να λέει προς αυτόν· «Άραγε, Σεραφείμ, συνετίσθηκες από το χθεσινό παίδεμα, κατάλαβες το συμφέρον σου, ώστε να κάνεις εκείνο που σου λέω και ως φίλος σου σε συμβουλεύω, ή επιμένεις ακόμη στην κακή εκείνη άποψη; Ο Άγιος όμως. αφού σηκώθηκε με γελαστό το πρόσωπο, είπε· «Θα έπρεπε, ηγεμών, να μη σου δώσω καμμία απάντηση σ’ αυτά, επειδή λες πως είσαι και φίλος μου και μου δίνεις αυτήν την κακή συμβουλή, να αφήσω τον Κύριό μου Ιησού, τον ποιητή μου και πλάστη μου και να πιστέψω σε έναν άνθρωπο θνητό, αγράμματο, εχθρό και πολέμιο του Χριστού μου». Και ενώ έλεγε αυτά ο Άγιος, ο άρχοντας δεν περίμενε να τελειώσει τον λόγο του, αλλά αμέσως διέταξε πάλι να τον δείρουν σφοδρότατα, έπειτα να του τεντώσουν χέρια και πόδια και να βάλουν επάνω στην κοιλιά του μία μεγάλη πέτρα και ανελέητα να κατακόβουν και να ξεσχίζουν τις σάρκες του. Έπειτα τον πότιζαν νερό ανακατωμένο με σκόνη και χολή. Ο δε Άγιος, όταν είδε να γίνεται σ’ αυτόν το πάθος του Δεσπότη Χριστού, χαιρόταν τόσο πολύ, ώστε και οι ίδιοι οι ανηλεείς δήμιοι, βλέποντάς τον που υπέμεινε τέτοια και τόσα βασανιστήρια με ευχαρίστηση και το πρόσωπό του που ήταν λαμπρό και χαρούμενο σαν να ήταν σε ξεφάντωμα, και όχι σε τιμωρία, τον θαύμαζαν. Ο δε άρχοντας βλέποντας το σταθερό και αμετάθετο της γνώμης του, έδωσε την τελευταία καταδικαστική απόφαση, να τον παλουκώσουν, για να λάβει βίαιο θάνατο. Και αφού μετέφεραν τον Άγιο στον τόπο της καταδίκης, μία αράπισσα πιο μελανή στην ψυχή, παρά στο σώμα, ενώ στεκόταν δίπλα σε κάποιον τοίχο, έβριζε, και ατίμαζε τον Άγιο με αισχρές και άτιμες ύβρεις. Ο πιστότατος υπηρέτης του Δεσπότη Χριστού, μιμούμενος και σε αυτό τον Χριστό, δεν είπε μεν καμμία κατάρα εναντίον εκείνης της αθέου, αλλά μόνον, αφού στράφηκε, και την είδε με το γελαστό του εκείνο πρόσωπο, αμέσως σαν να βγήκε δύναμη από το ευλογημένο του πρόσωπο και την χτύπησε. Και, ω του θαύματος! στράφηκε προς τα πίσω η αναιδής και μελανή εκείνη ό­φις, παρομοίως και το στόμα και τα μάτια της στράφηκαν, και έγινε όμοια με τον πατέρα της τον διάβολο, και έζησε με την πληγή εκείνη δεκαπέντε χρόνια, και κατέστη θέαμα ελεεινό γι’ αυτούς που την έβλεπαν. Ωστόσο αν και ήταν δύστροπη και δαιμονιώδης και έπαθε τέτοια πράγματα, δεν εγκατέλειψε την κακή της άποψη, αλλά με την ίδια δυστροπία διέρρηξε την μιαρή της ψυχή, καθώς έφευγε για τον ετοιμασμένο γι’ αυτήν και όλους τους ομοίους της τόπο της αιωνίου κολάσεως. Ο δε Άγιος, αφού έφθασε στον τόπο της καταδίκης, όπου γινόταν εκείνο τον καιρό οι συναλλαγές, (δηλαδή το παζάρι), κοντά στο κυπαρίσσι, που βρισκόταν εκεί, και ενώ σουβλίσθηκε από τους άσπλαχνους, ευχαριστώντας, παρέδωσε την ιερή του και τρισευλογημένη ψυχή στα χέρια του Θεού, στις 4 Δεκεμβρίου του 1601. Το δε Άγιό του σώμα, όρισε ο θηριώδης εκείνος άρχοντας, να μείνει επάνω στο ξύλο πολλές ημέρες δήθεν για σωφρονισμό των άλλων. Αλλά και παρ’ όλο που έμεινε νεκρό αρκετές ημέρες, δεν έπαθε τίποτε με τη χάρη του Θεού, από όσα είναι στη φύση των νεκρών σωμάτων να παθαίνουν, ούτε εξογκώθηκε δηλαδή, ούτε κάποια δυσοσμία έβγαλε. Αλλά το αντίθετο έγινε και φαινόταν σαν να ήταν ζωντανό και ευωδία έβγαζε ανείπωτη. Το οποίο ακόμη και οι αλλοεθνείς, βλέποντάς το, θαύμαζαν. Οι δε ευσεβείς χαίρονταν και απέδιδαν στον Θεό μεγάλες ευχαριστίες, για την καλή ομολογία του Αγίου και διότι σ’ αυτή την ύστατη γενεά τους αξίωσε να δουν εκείνα, που είχαν ακούσει, ότι έγιναν στους παλαιούς καιρούς. Και επειδή ήθελαν να πάρουν το αθλητικό εκείνο σώμα, να το έχουν για προσκύνηση και βοήθειά τους, δεν το κατόρθωσαν, διότι ο άρχοντας έβαλε αρκετούς φύλακες και το φύλαγαν ημέρα και νύχτα. Και μετά από ημέρες έκοψαν την μακαρία του κεφαλή και την μετέφεραν στα Τρίκαλα, μαζί με άλλες κεφαλές κακούργων. Τις οποίες, αφού τις έβαλαν σε κοντάρια, τις έστησαν με την σειρά όλες να βλέπουν προς τη δύση. Και αυτά μεν έκαμναν το βράδυ· το πρωί όμως όλες οι υπόλοιπες κεφαλές των κακούργων στέκονταν, όπως τις έβαλαν, την κεφαλή του Αγίου όμως τη βρήκαν να βλέπει προς την ανατολή. Και αυτό όχι μία, αλλά πολλές ημέρες γινόταν. Και τον καιρό εκείνο, που ετελείτο αυτό το θαυμαστό γεγονός, κατ’ οικονομία του Θεού, έτυχε να βρίσκεται εκεί στα Τρίκαλα ο ηγούμενος της ιεράς μονής, που ονομαζόταν Δούσικο, και μόλις είδε οφθαλμοφανώς το θαύμα, έβαλε μέσα στη καρδιά του απόφαση καλή και ζήλο Θεού, να βρει τρόπο να πάρει την ιερά εκείνη και πολύτιμη κεφαλή στο Μοναστήρι, του, να την έχει για αγιασμό και θησαυρό του Μοναστηριού του άξιο. Γι’ αυτό συμφώνησε με κάποιον Αλβανό Χριστιανό και του έταξε πενήντα γρόσια, για να βρει τρόπο, να κλέψει τη θαυματουργή εκείνη κεφαλή, και να του τη φέρει. Ο οποίος παραφύλαγε όλη εκείνη τη νύχτα και κοντά προς την αυγή, όταν είδε τους φύλακες, να είναι νικημένοι από την αγρυπνία και να τους παίρνει ο ύπνος, πήγε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Ωστόσο κατεβάζοντας την τίμια κεφαλή από το ξύλο και από τη βιασύνη και από το φόβο του, άφησε το ξύλο, και, όπως έπεσε χτύπησε και ξύπνησε τους φυλακές. Οι οποίοι, βλέποντας τον καλό εκείνο Χριστιανό, που έκανε αυτή τη θαυμαστή κλεψιά, έτρεξαν να τον πιάσουν. Ο δε γενναίος εκείνος, από ζήλο από τη μία και για τον μισθό από την άλλη, άρπαξε με τόλμη τον πολύτιμο εκείνο θησαυρό από τα μαλλιά και τον έρριξε στους ώμους του και όσο μπορούσε έφευγε. Τον κατεδίωκαν βέβαια και οι φύλακες με πολλή ορμή από την ντροπή τους. Ο δε καλός εκείνος Χριστιανός, ενώ βρισκόταν επάνω σε ένα γεφύρι της Σαλαμβρίας και καθώς έβλεπε τους φύλακες, που τον πλησίαζαν και επειδή φοβήθηκε, έρριξε το θαυμαστό κλέψιμο στον ποταμό. Γι’ αυτό και οι φύλακες, επειδή είδαν το γεγονός γύρισαν άπρακτοι. Και σ’ εκείνο τον ποταμό, κάτω από το γεφύρι, για αρκετό διάστημα, κάποιοι ψαράδες είχαν φράχτες κατασκευασμένους, για να πιάνουν ψάρια, στους οποίους, αφού ακούμπησε η τρισευλογημένη εκείνη κεφαλή, πιάστηκε από τα μαλλιά. Και επειδή ήταν δύο οι ψαράδες, ο μεν ένας από αυτούς πήγε στο σπίτι του, ενώ ο άλλος έμεινε τη νύχτα εκείνη να φυλάει τους φράχτες. Και ενώ καθόταν στο κρεββάτι και έβλεπε προς τον φράχτη, (ω των θαυμάσιων σου, Χριστέ Βασιλιά!) είδε έναν πύρινο στύλο, που κρατιόταν από τον φράχτη και έφθανε έως τον ουρανό και άκουγε αοράτως θαυμαστές ψαλμωδίες. Και επειδή φοβήθηκε, βγήκε από τον ποταμό και φεύγοντας κρύφθηκε στο κούφωμα ενός δέντρου και έμεινε εκεί όλη τη νύχτα άυπνος. Και όταν ξημέρωσε, αφού βγήκε από εκεί, πήγε στα Τρίκαλα και διηγήθηκε στον σύντροφό του το θαύμα. Γι’ αυτό την επόμενη νύκτα πήγαν και οι δυο να δουν τί ήταν αυτό που εμφανίσθηκε. Και αφού διανυκτέρευσαν, είδαν πάλι ομοίως τον πύρινο στύλο και άκουσαν τις ψαλμωδίες. Και επειδή δεν άντεξαν το φοβερό του θαύματος, φεύγοντας από εκεί, πήγαν πάλι στο κουφωτό δέντρο. Και, αφού μπήκαν μέσα, έβλεπαν από εκεί από την τρύπα το τεράστιο όλη τη νύχτα, χωρίς να κοιμηθούν καθόλου από το φόβο τους. Και, όταν έφθασε η ημέρα, πήγαν να δουν τι ήταν το θαύμα που έβλεπαν τη νύχτα. Και καθώς κοίταζαν προς εκείνο το μέρος, όπου έβλεπαν τον πύρινο στύλο, βρήκαν τη μαρτυρική και γεμάτη χάρη κεφαλή μπλεγμένη στο φράχτη. Και, επειδή την αναγνώρισαν, χάρηκαν με την εύρεση του πολυτίμου θησαυρού. Γι’ αυτό λοιπόν, αφού την τύλιξαν και την σήκωσαν την μετέφεραν στον προαναφερθέντα ηγούμενο. Ο δε καλότυχος ηγούμενος, μόλις είδε το ποθούμενο, ανασκίρτησε. Και, αφού πήρε το θαυμαστό κυνήγι, έδωσε σ’ αυτούς χάριν της ευρέσεως πενήντα γρόσια. Μετά δε από καιρό, όταν έμαθαν οι αδελφοί της Κρυεράς πηγής την υπόθεση, έστειλαν τον ηγούμενό τους, μαζί με κάποιον προεστό του Νεοχωρίου, που ονομαζόταν Παναγιώτης Κωσκολάς, να πάνε να ζητήσουν την Ιερή και μαρτυρική κάρα από το Δούσικο, επειδή άνηκε σ’ αυτούς, διότι είναι ο Άγιος Κοινοβιάτης τους. Και, όταν έφυγαν, κατ’ οικονομία του Θεού, βρήκαν στα Τρίκαλα και τον Μητροπολίτη Λαρίσης, στον οποίο φανέρωσαν τη σκέψη τους και τον παρακάλεσαν να τους βοηθήσει στο δίκαιο αίτημά τους. Ο οποίος, επειδή το έκρινε δίκαιο, απεφάσισε να πάρουν οι Δουσικιώτες τα πενήντα γρόσια και να δώσουν τον θησαυρό, πράγμα που έγινε. Ο δε ηγούμενος και ο προαναφερθείς Παναγιώτης αφού πήραν το ποθούμενο, το μετέφεραν στο Μοναστήρι της Κρυεράς πηγής. Και αφού κατασκεύασαν κιβώτιο θαυμαστό, το έβαλαν και το απέθεσαν σε τόπο ιερό και κατάλληλο, που μένει μέχρι και τώρα σώα, ευωδιάζουσα και επιτελεί άπειρα θαύματα. Και ελευθερώνει από όλα τα νοσήματα αυτούς που προσέρχονται με πίστη.  Και στην ολέθρια πανούκλα στάθηκε χιλιάδες φορές θαυματουργή και πολλές χώρες ευσεβών ελευθέρωσε μέχρι και σήμερα από την επικίνδυνη αυτή ασθένεια.

 

(Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, «Συναξαριστής» τ. Β΄, εκδ. Συνοδίας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ι. Καλύβη “Αγιος Σπυρίδων Α”, Ν. Σκήτη-Αγ. Όρος,  σ. 240-243)