Διηγήσεις θαυμαστές και ωφέλιμες από τον βίο της Αγίας Αικατερίνης.

Απολυτίκιο της Αγίας Αικατερίνης

Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν,
Αικατερίναν την θείαν και πολιούχον Σινά,
την βοήθειαν ημών και αντίληψιν ότι
εφήμωσε λαμπρώς τους κομψούς
των ασεβών του Πνεύματος τη μαχαίρα,
και νυν ως μάρτυς στεφθείσα,
αιτείται πάσι το μέγα έλεος.

 

Βασιλική καταγωγή

Η Αγία Αικατερίνη είναι από τις πιό κοσμοαγάπητες Αγιες. Της κτίζουνε οι ανθρώποι μεγαλοπρεπείς Ναούς στο όνομα της. Οι ρήτορες της πλέξανε τα καλλίτερα εγκώμια. Οι υμνογράφοι της συνέθεσαν τους ωραιότερους ύμνους. Οι μεγαλύτεροι αγιογράφοι ασχολήθησαν με την μορφή της. Και οι ζωγράφοι κάνουν τις θαυμασιώτερες εικόνες γι’ αυτήν.Γιατί όμως είναι τόσο δημοφιλής; Διότι υπήρξαν μεγάλα τα κατορθώματα της. Πράγματι, θαυμαστά και υπέροχα είναι τόσο η δράσις της, όσο και τα έργα της, όπως θα δούμε.
Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Ελληνικώτατη και μεγάλη πόλη της Αιγύπτου, την Αλεξάνδρεια. Η οικογένεια της ήτανε από τις μεγαλύτερες και επισημότερες οικογένειες.
Είχε καταγωγή βασιλική. Ήταν απόγονος των Πτολεμαίων, των βασιλέων της Αιγύπτου. Ο δε πατέρας της λεγόταν Κώνστας και είχε διορισθή από εκείνους, που διοικούσαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τοπάρχης στην Κύπρο. Κατόπιν όμως μετετέθη στην Αλεξάνδρεια. Εις δε την Κύπρο έμεινε ένας αδελφός του. Όταν όμως πέθανε ο πατέρας της Αικατερίνης, αυτή ωδηγήθηκε στην Κύπρο, στον θείο της. Αλλά, όταν εκείνος έμαθε, οτι συμπαθούσε την Χριστιανική Θρησκεία, την έκλεισε στην φυλακή. Κατ’ αρχάς μεν στην Σαλαμίνα και μετά στην Πάφο. Κατόπιν από εκεί την έστειλε πάλιν στην Αλεξάνδρεια.
Σήμερα στην Κύπρο κοντά στο νεκροταφείο της αρχαίας πόλεως Σαλαμίνος, υπάρχη φυλακή που λέγεται ” Φυλακή της Αγίας Αικατερίνης”.

Μόρφωσις καταπληκτική

Η Αικατερίνη ήτανε εξυπνότατη και είχε μεγάλη όρεξι, για σπουδή και γράμματα. Ως τα δεκαοκτώ χρόνια έμαθε τέλεια την Ελληνική και Ρωμαϊκή Παιδεία και Επιστήμη. Έμαθε τους μεγάλους ποιητές, τον Όμηρο και τον Βιργίλιο. Σπούδασε την Ιατρική και διάβασε τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό, τους ιατρούς. Περισσότερο όμως ασχολήθηκε με την Φιλοσοφία. Τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Φιλιστίωνα και τους άλλους φιλοσόφους τους έπαιζε στα δάκτυλα.

Ασχολήθηκε και με τους μεγάλους μάγους και αποκρυφιστάς, τον Διονύσιον και την Σίβυλλαν. Έμαθε την ρητορική τέχνη και είχε ευφράδεια καταπληκτική. Έμαθε επίσης πολλές γλώσσες. Τόση δε ήταν η εξυπνάδα της και η σοφία, που απέκτησε, ώστε έμειναν κατάπληκτοι όσοι την έβλεπαν και την άκουγαν.

Παρθενική ζωή

Είχε κάλλος και ομορφιά ασύγκριτη. Όταν μεγάλωσε, από το ένα μέρος η ομορφιά και η κορμοστασιά της νέας και από το άλλο η σοφία και η μόρφωσις συγκίνησαν πολλούς πλούσιους, άρχοντες και αξιωματούχους. Στρατιωτικοί, Συγκλιτικοί, μορφομένοι και μεγιστάνοι του πλούτου την ζητήσανε σε γάμο. Όχι μόνο από την Αλεξάνδρεια, αλλά ακόμη και από τη Ρώμη.

Εκείνη όμως ταπεινά απαντούσε σε όλους, οτι δεν ήθελε να παντρευτή. Και, όταν επέμειναν γι’ αυτό φορτικά, εκείνη απαντούσε οτι θέλει να ζήση μοναχή της και να περάσητη ζωή της εν παρθενία.

Η μητέρα της όμως, που σκεπτόταν κοσμικά και οι συγγενείς της την πιέζανε καθημερινά. Της λέγανε, οτι είναι ανάγκη να παντρευτή για να μην φύγουν από τα χέρια της οι οικογενιακοί τίτλοι. Είναι κρίμα, της τόνιζαν, με τέτοια ομορφιά, με τέτοια μόρφωσι και με τόσον πλούτο και οικογενιακή δόξα να μείνης ανύπαντρη, Τότε η Αικατερίνη, για να πάψουν να την ενοχλούν η μάννα της και οι συγγενείς της τους είπε:

– Βρέστε μου εσείς ένα νέον, που να μου μοιάζη σ’ αυτά τα χαρίσματα που λέτε, πως τα έχω παραπάνω από τις άλλες κοπέλλες και θα τον παντρευτώ. Διότι δεν καταδέχομαι να πάρω κατώτερο μου. Ψάξτε, λοιπόν, παντού. Αν όμως του λείπη έστω και ένα από αυτά, είτε η ευγενικιά καταγωγή, είτε ο πλούτος, είτε η σοφία, είτε η ομορφιά, να ξέρετε, πως δεν θα τον πάρω.
– Είναι, της είπαν, ο γιός του αυτοκράτορα της Ρώμης και μερικοί άλλοι αξιωματούχοι. Αυτοί και από μεγάλη οικογένεια είναι και πλουσιώτεροι από σένα. Μόνο στην ομορφιά και στην μόρφωσι είναι λίγο κατώτεροι σου.
– Αφού είναι κατώτεροι μου, σας είπα, δεν δέχομαι, τους απάντησε.

Ο ασκητής την καθοδηγεί

Όταν η μητέρα της είδε, οτι δεν μπορούσε να την καταφέρη να παντρευτή, σκέφθηκε να συμβουλευτή έναν άγιο άνθρωπο, και σοφό Χριστιανό, που τον λέγανε Ανανία. Αυτός ασκήτευε έξω από την πόλη, κρυμμένος σε μια ερημική τοποθεσία. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγανε να τον συμβουλευθούνε.

Ο ασκητής τους άκουσε με προσοχή. Στο καθαρό μυαλό του έκαναν εντύπωση τα γνωστικά λόγια της Αικατερίνης και σκέφθηκε να πλησιάση την καρδιά της στον Ουράνιο Νυμφίο – Χριστό.

– Εγώ, τους είπε, ξέρω έναν θαυμάσιο γαμπρό. Αυτός σε περνάει σε όλα τα χαρίσματα που είπες, οτι έχεις. Δεν του βγαίνεις μπροστά Του.
Η Αικατερίνη σαν το άκουσε αυτό έχασε το χρώμα της. Νόμισε πως κάποιος επίγειος άρχοντας θα ήταν και θα βρισκόταν τώρα σε δύσκολη θέση ν’ αρνηθή.

– Μα υπάρχει τέτοιος άνθρωπος πράγματι; Του είπε.
– Παιδί μου με βλέπεις, πως είμαι γέροντας με άσπρα γένεια και έχω βάλει όρο στη ζωή μου να μην πω ποτέ ψέμα, διότι το απαγορεύει ο Θεός.
– Αφού έτσι είναι, μπορώ να ιδώ και να συναντήσω τον νέον αυτόν; Ρώτησε η Αικατερίνη.

– Και βέβαια μπορείς! Αποκρίθηκε ο ασκητής. Αρκεί να με ακούσης σε οτι θα σου πω.

– Ευχαρίστως, του απάντησε, γιατί σε βλέπω σεβάσμιο και γνωστικό γέροντα.
– Άκουσε,παιδί μου. Πάρε αυτή την Εικόνα της Παναγίας, που κρατάει το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά της και πήγαινε στο σπίτι σου. Κλείσε την πόρτα του δωματίου σου και προσευχή σου όλη τη νύκτα. Η Παναγία θα σε οδηγήση και θα σε φωτίση. Αύριο δε έλα πάλι να τα πούμε.

Ο Νυμφίος την αποστρέφεται

Πράγματι η Αικατερίνη πήρε την Εικόνα της Θεομήτορος από τον Ασκητή και πήγε στο σπίτι της γεμάτη σκέψεις και απορίες. Εκεί στο αρχοντικό της άφησε εντολή να μην την ενοχλήση κανείς και κλείστηκε, όπως της είπε ο ασκητής, ολομόναχη στο δωμάτιο της.

Προσευχόταν τη νύκτα συνεχώς. Τα βαθειά μεσάνυχτα, όμως, από την κούρασι και την αγωνία, την πήρε ο ύπνος. Και τι βλέπει στον ύπνο της!
Βλέπει την Βασίλισσα των Ουρανών, την Παρθένα Μαρία, με το Θείο Βρέφος τον Χριστόν στην αγκαλιά της. Ο Χριστός ακτινοβολούσε περισσότερο από τον ήλιο. Κοίταζε όμως την Μητέρα του και όχι την Αικατερίνη. Η Αικατερίνη δεν μπορούσε να ιδή το Πρόσωπο Του. Βλέπει επίσης στον ύπνο της, πως άλλαξε θέση. Πήγε από το άλλο μέρος για να αντικρύση το πρόσωπο Του και το βλέμμα Του. Ο Χριστός όμως γύρισε από το αντίθετο μέρος το πρόσωπο Του. Αυτό συνέβη τρείς φορές. Στην τρίτη φορά άκουσε την Παναγία να λέγη:
– Κοίταξε παιδί μου, την δούλη Σου Αικατερίνη πόσο ωραία είναι, πόσο όμορφη, πόσο λαμπρή…
– Όχι, απάντησε, το Θείο Βρέφος. Είναι άσχημη, μαύρη και σκοτεινή. Δεν μπορώ να την βλέπω.
– Μα είναι η πιο όμορφη από όλους τους φιλοσόφους και ρήτορας, η πιό ευγενής και η πιό πλούσια από όλες τις νέες του τόπου, λέγει η Παναγία.
– Και Εγώ, λοιπόν Μητέρα, σου λέγω πως είναι αμόρφωτη, φτωχή και άξια περιφρονήσεως. Εφ’ όσον βρίσκεται στην κατάσταση που βρίσκεται ( πλάνη της ειδωλολατρίας ή της αθεΐας ), δεν καταδέχομαι να Μου ιδή το πρόσωπο Μου.

– Παιδί μου, μη την καταφρονείς την νέα. Βοήθησε την, καθοδήγησε την, πως να μπορέση να ιδή το υπέρλαμπρον πρόσωπον Σου, πρόσθεσε η Θεοτόκος.
– Να πάη, απάντησε ο Χριστός, στο γέροντα που της έδωσε την Εικόνα και οτι εκείνος την συμβουλέψη, να κάνη. Μόνον έτσι θα ιδή το πρόσωπον Μου και θα νοιώση χαρά ανείπωτη και θα βρή την ευτυχία της.
Αυτά βεβαίως η Αικατερίνη τα είδε, όπως είπαμε, στον ύπνο της και ξύπνησε ταραγμένη.

Το δακτυλίδι της Θείας Μνηστείας

Νύχτα σχεδόν ξεκίνησε με μερικές άλλες γυναίκες, για να συναντήση τον άγιο εκείνο γέροντα ασκητή. Όταν έφτασε, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του και άρχισε να του διηγήται λεπτομερώς όσα είδε στον ύπνο της. Έπειτα τον παρακαλούσε να την συμβουλέψη τι να κάνη, για να μπορέση να ιδή το πρόσωπον του Χριστού.

Ο ασκητής δεν έχασε την ευκαιρία. Της μίλησε για την χριστιανική Πίστι. Για τα μυστήρια του σύμπαντος και τον προορισμό του ανθρώπου. Της είπε έπειτα για τον Νυμφίον – Χριστόν και την αγάπη, που έδειξε για το ανθρώπινο γένος, ώστε να εγκαταλείψη την Βασιλεία των Ουρανών και να έλθη στη γη και να σταυρωθή για την κάθε ψυχή. Ακόμη της είπε για την ευτυχία, που ευρίσκουν οι ψυχές, που κατορθώνουν να γυρίσουν στον Χριστό, να συνδεθούν μαζί Του και να γίνουν νύμφες Του.

Η Αικατερίνη τ’ άκουσε όλα αυτά με μεγάλη προσοχή. Το σοφό μυαλό της και η ευαίσθητη καρδιά της δεν άργησαν να κλείσουν μέσα τους την αλήθεια της χριστιανικής Πίστεως. Ζήτησε μάλιστα να βαπτισθή. Μέχρι τότε ήταν αβάπτιστη. Πράγματι ο ασκητής, που είδε την αγάπη της προς τον Χριστό, την εβάπτισε.

Χαρούμενη τώρα η Αικατερίνη, πήγε στο μέγαρο και όλη τη νύχτα προσευχότανε στον Χριστό. Τι χαρά ήταν εκείνη! Τι ευτυχία!… Όταν όμως την πήρε ο ύπνος, βλέπει πάλι την Παναγία, με το λαμπερό Θείο Βρέφος. Αλλά αυτή τη φορά, δεν γύρισε το Βρέφος αλλού τα μάτια Του. Αλλά την κοίταζε με γλυκό και γαλήνιο βλέμμα.

– Πως, Τον ρώτησε η Παρθένος, Σου φαίνεται τώρα η νέα;
– Τώρα μάλιστα, απάντησε! Τώρα έγινε λαμπερή, ένδοξη, πλούσια και πάνσοφος. Τίποτε από τα παλαιά δεν ευρίσκω επάνω της. Έφυγε το σκοτάδι. Εξαφανίστηκε η ασχήμια της. Χάθηκε η φτώχια και η αμορφωσιά της. Τώρα είναι καλή. Είναι γεμάτη χαρές και αγαθά. Τώρα, μάλιστα, συμφωνώ και αποφασίζω να την μνηστευθώ, για νύμφη Μου άφθορο.

Τότε η Αικατερίνη, είδε, πως έπεσε χάμω και πως με δάκρυα Του έλεγε:
– Υπερένδοξε Δέσποτα, δεν είμαι άξια να ιδώ την Βασιλεία Σου. Αλλά αξίωσε με να γίνω μια ταπεινή δούλη Σου.
Εκείνη τη στιγμή βλέπει – στον ύπνο της πάντα – την Παναγία να της πιάνη το δεξί της χέρι και να λέγη:
– Δός της παιδί Μου, το δακτυλίδι, να την νυμφευθής, για να την αξιώσης της Βασιλείας Σου της αιωνίου.

Πράγματι! Ο Δεσπότης – Χριστός της έβαλε στο δάκτυλο ένα ωραίο δακτυλίδι και της είπε:

” Ιδού σήμερα σε λαμβάνω για νύμφη Μου άφθορο και αιώνιο. Φύλαξε με ακρίβεια αυτή τη συμφωνία και μη λάβης πλέον άλλον νυμφίον επίγειον”.
Με τα λόγια αυτά του Χριστού ξύπνησε η Αγία Αικατερίνη. Κοίταξε το δεξί της χέρι και βλέπει – ώ του θαύματος! – οτι φορούσε το δακτυλίδι, ενώ στη ζωή της ποτέ άλλοτε δεν είχε φορέσει!

Πλημμύρισε τότε η καρδιά της από ιερή συγκίνησι και θείο έρωτα. Δόθηκε από τότε ολόψυχα στον Χριστό.

Ακούραστη στην υπηρεσία Του

Η μεταστροφή της στον Χριστιανισμό έκανε μεγάλη εντύπωση σ’ όλους εκεί στην Αλεξάνδρεια. Προσπαθούσε να κάνη πολλές και καλές πράξεις και ν’ αρέσει στον Νυμφίο της Χριστό. Σκεφτόταν πάντα τον Χριστόν. Μελετούσε για τον Χριστό. Ζούσε για τον Χριστό. Εργαζόταν ακούραστα για τον Χριστό.

Έγινε το υπόδειγμα της Χριστιανής παρθένου. Πονούσε όμως η καρδιά της, όταν έβλεπε, οτι οι άλλες κοπέλλες, αλλά και πολύς κόσμος βρισκότανε στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας, χωρίς να γνωρίζει τον Χριστό.

Γι’ αυτό επιδόθηκε ολόψυχα στη διάδοση της διδασκαλίας του Χριστού. Με την ευγλωττία και το παράδειγμα της, τράβηξε πολλούς συμπολίτες της στην Πίστη του Χριστού και προ παντός διανοούμενους. Εκεί έρριξε τα δίχτυα σαν άλλος Πέτρος: Στις οικογένειες των ευγενών και διανοουμένων, της ανωτέρας λεγομένης τάξεως.

Χάριν του Ευαγγελίου δεν λογάριαζε κόπους και κινδύνους. Δούλευε στο ιεραποστολικό της έργο, όχι μόνο στην Αλεξάνδρεια, αλλά και στα γύρω μέρη. Ήταν ακούραστη.

Ο τύραννος διατάσσει

Δεν ήταν όμως εύκολη και ακίνδυνη η εργασία της αυτή. Κατά τους χρόνους εκείνους, που έζησε η Μεγαλομάρτυς Αικατερίνη, ο Χριστιανισμός ευρισκόταν σε συνεχή και ανελέητο διωγμό. Όποιος έλεγε πως πιστεύει στον Χριστό, όποιος έλεγε πως ήταν Χριστιανός, ήτανε σαν να υπέγραφε την θανατική του καταδίκη.

Μετά από ανακρίσεις, άρχιζαν τα μαρτύρια. Μαρτύρια δε φοβερά και τρομερά, που τελείωναν πάντοτε με τον θάνατο! Και όμως πάντοτε υπήρχαν μάρτυρες της Πίστεως. Πάντοτε ακουγόταν γενναία η φωνή των μαρτύρων:
” Είμαι Χριστιανός! Πιστεύω στον Χριστό! Είμαι οπαδός του Ναζωραίου! Πεθαίνω για την Πίστι Του!”

Αυτές οι φωνές των μυριάδων μαρτύρων της Χριστιανοσύνης τάραζαν καθημερινά τις ναρκωμένες ψυχές και αδιάφορες καρδιές των ειδωλολατρών. Στα στάδια, στους δημόσιους κήπους, στα ιπποδρόμια, στους δρόμους παντού έβλεπε κανείς Χριστιανικές ζωές, που τελείωναν με το Όνομα του Χριστού στο στόμα.

Σκληρός, φοβερός, τρομερός και θηριώδης ο διωγμός. Αλλά δυνατή, φλογερή, ατσαλένια και η Πίστις των Χριστιανών.

Ένας από τους Χριστιανομάχους κυβερνήτες ήταν και ο Μαξιμίνος, που ήταν Διοικητής της Αιγύπτου. Αυτός σε ένα και μόνο μήνα εφόνεψε και κατέκαψε ΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΝΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ 180.000 Χριστιανούς στην Αίγυπτο μονάχα!

Έζησε στον καιρό της Αγίας Αικατερίνης. Αυτός τιμούσε πολύ τους αναίσθητους ειδωλολατρικούς θεούς. Ήθελε μάλιστα να προσφέρη σ’ αυτούς μια εντυπωσιακή θυσία. Γι’ αυτό έστειλε γενική διαταγή στις πόλεις και τα χωριά της επικράτειας του, να τρέξουν όλοι στην πρωτεύουσα, την Αλεξάνδρεια, και να προσφέρουν θυσίες.

Η διαταγή του εκείνη τελείωνε έτσι:
” Όποιος τολμήσει και καταφρονήσει το πρόσταγμά μου και προσκυνήσει άλλο θεό, να ξέρη πως η τιμωρία του θα είναι σκληρή και φοβερή”.
Λαός και άρχοντες άρχισαν μετά τη διαταγή αυτή να τρέχουν προς την πρωτεύουσα και να προσφέρουν θυσίες. Άλλοι κουβαλούσαν μαζί τους βόδια, άλλοι πρόβατα, άλλοι γίδια και άλλοι αρνιά. Και οι πιο φτωχοί έσερναν και αυτοί μαζί τους οτι είχαν, έστω και μια κότα.

Όταν έφθασε η ημέρα της μεγάλης και συχαμερής εκείνης θυσίας που έμοιαζε σαν ζωοπανήγυρις, πρώτος θυσίασε ο ασεβής τύραννος Μαξιμίνος. Προσέφερε θυσία 130 ταύρους. Ακολούθησαν μετά οι θυσίες των ηγεμόνων και των άλλων αρχόντων. Γέμισε τότε η πόλη από τους καπνούς των καιομένων ζώων. Η μυρωδιά από την κνίσσα ήταν αισθητή από πολύ μακριά. Σύγχυση, φόβος και απελπισία επικρατούσε σ’ όλη την πόλη.

Η Αικατερίνη ατρόμητη

Η Αικατερίνη μόλις είδε τον λαό να τρέχη φοβισμένος και τρομαγμένος, παρά τη θέληση του, για να θυσιάση στα είδωλα, λυπήθηκε κατάκαρδα. Ήξερε πως εκείνη τη στιγμή από φόβο και για να γλυτώσουνε τη σάρκα τους πολλοί προδίνανε την Πίστη τους και χάνανε τη ψυχή τους.

Η Αικατερίνη έλαβε τότε την ηρωϊκή απόφαση να συγκρατήση από το αμάρτημα αυτό τους Χριστιανούς. Γι’ αυτό περιήρχετο την πόλη και ενεθάρρυνε τους Χριστιανούς και τους έλεγε να μη θυσιάσουν, ούτε να πάνε στις ειδωλολατρικές τελετές.

Αλλά και στους ειδωλολάτρες έλεγε, οτι είναι ανόητο να θυσιάζη και να προσφέρη λατρεία ο άνθρωπος ο λογικός στα άψυχα αγάλματα, που είναι πέτρινα και ξύλινα και που δεν έχουν καμμιά δύναμη.

– Πιστέψτε, τους έλεγε, στο μόνο Αληθινό Θεό, που δημιούργησε τον Ουρανό και τη γη. Πιστέψτε στον Υιό Του, τον Χριστό, που σταυρώθηκε για μας.
Απο το θάρρος της αυτό έπαιρναν θάρρος οι Χριστιανοί. Απο την ευγλωττία της πολλοί ειδωλολάτρες γυρίζανε στην αληθινή Πίστη του Χριστού.
Η Αικατερίνη προέβλεπε, οτι η Αλεξάνδρεια θα έπλεε, όχι μόνο στο αίμα των ταύρων, αλλά και αυτών των Χριστιανών. Γι’ αυτό πήρε μαζί της μερικούς δούλους από το αρχοντικό της και βάδισε με τόλμη προς τον ναόν του Σεράπιδος. Εκεί ήταν ο Μαξιμίνος, που μαζί με άλλους άρχοντες θυσίαζε στους θεούς.

Η Αγία μόλις έφθασε, σταμάτησε στην κεντρική πύλη της εισόδου. Τα βλέμματα όλων καρφώθηκαν επάνω της. Η σωματική και η ψυχική ομορφιά της τους μαγνίτησε. Το πρόσωπο της έλαμπε και τα μάτια της άστραφταν. Από τη θέση εκείνη είπε, οτι θέλει κάτι σοβαρό να πη στον Τοπάρχη.
Ο Μαξιμίνος διέταξε να μπη μέσα στο ναό. Οι φρουροί της κεντρικής πόρτας του ναού παραμέρισαν. Εκείνη προχώρησε, σοβαρή, ωραία και μεγαλοπρεπής καθώς ήταν. Την παρακολουθούσαν όλοι με θαυμασμό. Στάθηκε μπροστά στον Τοπάρχη.

Έκανε μια υπόκλιση και έπειτα με τόλμη και θάρρος, σπάνιο για μια γυναίκα εκείνη την εποχή, του είπε με σταθερή φωνή:
” Δεν πρέπει και είναι μεγάλη ντροπή βασιλεύ, να λατρεύετε σαν θεούς, φθαρτά και αναίσθητα είδωλα. Συ τουλάχιστον δεν πιστεύεις τον σοφό σου Διόδωρον; Δεν πιστεύεις όσα λέγει, πως οι θεοί σας ήσαν ανθρώπινα κατασκευάσματα και που τελείωσαν ελεεινά τη ζωή τους; Ο σοφός σου αυτός δεν λέγει, οτι πήρανε το όνομα των αθανάτων, επειδή έκαναν κάποια ηρωική πράξη στη ζωή τους; Και οτι τους έφτιαξαν αγάλματα, για να τους θυμούνται; Και σεις τώρα τους προσκυνάτε σαν θεούς; Τι φρικτό κατάντημα!!… Και άλλος σοφός, ο Πλούταρχος, δεν κοροϊδεύει και περιφρονεί όσους καταδέχονται να σέβονται και λατρεύουν τέτοια αγάλματα;

Μην γίνεσαι, λοιπόν, σε βασιλεύ, η αιτία να χαθούνε τόσες ψυχές. Μην τις οδηγείς στο σκοτάδι, γιατί η τιμωρία σου θα είναι φρικτή στην αιώνια Κόλαση.

Να ξέρης δε, να ξέρετε και όλοι σας, οτι Ένας είναι ο Αληθινός, ο Αθάνατος Θεός. Είναι Εκείνος, που έγινε για την σωτηρία μας άνθρωπος. Με την δύναμη Του ευτυχούν οι βασιλείς και κυβερνούνται τα κράτη. Ο Θεός αυτός δεν έχει ανάγκη από θυσίες, από καμένες σάρκες ζώων. Ένα μόνο θέλει: Να τηρούμε τον Νόμο Του, να φυλάσσουμε τις Εντολές Του.”

Μόλις άκουσε αυτά ο Μαξιμίνος τά χασε. Έμεινε για λίγο σκεφτικός και άφωνος. Έπειτα γεμάτος θυμό και μη μπορώντας να την αντιμετωπίση είπε:
– Άσε να τελειώσουμε τη θυσία και τότε ακούμε τα λόγια σου καλύτερα…
Όταν τελείωσε η θυσία, ο Μαξιμίνος γύρισε στο παλάτι του αναστατωμένος και γεμάτος θυμό. Διέταξε δε αμέσως να του παρουσιάσουν μπροστά του την τολμηρή εκείνη νέα. Και όταν την αντίκρυσε, γεμάτος οργή την ρώτησε:

– Δεν μου λές, ποιά είσαι συ και τι ήθελες να πής;

– Εγώ του απαντά, είμαι η θυγατέρα του Κωνστάντος, του Τοπάρχου, που ήτανε πριν από σένα. Με λένε Αικατερίνη. Έχω σπουδάσει φιλοσοφία, ρητορική, γεωμετρία, ιατρική και ξένες γλώσσες. Όλα όμως αυτά τα θεωρώ τιποτένια. Ακολουθώ, αντί όλων αυτών, που είναι τόσο μάταια, τον Δεσπότη Χριστό.

Ο τύραννος την κοίταξε βουβός και αμίλητος. Το κάλλος της Αικατερίνης ήταν κάτι το ξεχωριστό, κάτι το αλλοιώτικο. Μέσα όμως στην έκπληξη του κάτι θέλησε να της πει για την ομορφιά της. Αλλά η Αγία αμέσως του λέει:
– Εγώ, του είπε, είμαι “γη και στάχτη”. Και όμως ο Θεός μου ( οχι οι ψευτικοι θεοί και δαίμονες που τιμάς εσύ) , με ετίμησε και μου έδωσε εικόνα αγγελική. Αυτό που πρέπει να θαυμάζεται ο Δημιουργός μου, ο Θεός που έδωσε στην ύλη και στο χώμα τόση αρμονία και χάρη…

– Μην λέγεις κακό για τους αθάνατους θεούς μου, είπε τότε ο Μαξιμίνος.
-Διώξε, του λέγει η Αγία, από το μυαλό σου την ομίχλη, για να μπορέσης εύκολα να καταλάβης, δύστυχε, σε ποιά μεγάλη πλάνη βρίσκεσαι. Εύκολα τότε θα μπορέσης να δείς πόσο δυνατός και φανερός είναι ο Θεός των Χριστιανών και πως μπορεί και ντροπιάζει τους ψεύτικους θεούς σας. Πάντως εάν θέλης, μπορώ να σου αποδείξω την Αλήθεια. Είμαι πρόθυμη να το κάνω οποιαδήποτε στιγμή.

Ο Μαξιμίνος είδε πως είχε να κάνη με μια σοφή και επιδέξια στο χειρισμό της συζητήσεως νέα. Γι’ αυτό απέφυγε να δεχθή την πρόταση της. Φοβήθηκε μήπως ντροπιαστή μπροστά της. Κι αυτό το δικαιολόγησε λέγοντας:

– Δεν επιτρέπεται να συζητή ο Ηγέμονας με γυναίκες. Θα καλέσω όμως τους σοφούς ρήτορας μου και θα νοιώσης την πλάνη σου. Θα γνωρίσης μετά από τη συζήτησι το συμφέρον σου και θα έλθης πάλι στη λατρεία των θεών μας.

Δημόσια συζήτηση με 150 σοφούς


Ο Μαξιμίνος κατόπιν διέταξε να κρατούν τη μάρτυρα υπό περιορισμό και να την φρουρούν. Έστειλε συγχρόνως επιστολές σε όλους τους σοφούς και ρήτορας των πόλεων της εξουσίας του. Τους έγραφε δε να παρουσιασθούν το συντομώτερο μπροστά του για ν’ αποστομώσουν με τη σοφία τους μια σοφή νεα, που παρουσιάσθηκε αυτές τις μέρες και κοροϊδεύει τους θεούς. Να της αποδείξουν, οτι οι πράξεις των θεών δεν είναι παραμύθια, όπως εκείνη υποστηρίζει. Τέλος, τους έγραφε, οτι για τη δουλειά τους θα πάρουν γερή αμοιβή…

Εκατόν πενήντα εκλεκτοί σοφοί ρήτορες, ανθρώποι των γραμμάτων και του πνεύματος συγκεντρώθηκαν στο βασιλικό ανάκτορο. Με την παρουσία του ο Μαξιμίνος ανακουφίσθηκε και ζήτησε να συγκεντρωθούν να τους πη δυό λόγια:

– Σας τονίζω, να ετοιμασθήτε καλά. Να σκεφθήτε με ποιό τρόπο και ποιά επιχειρήματα θα την αντιμετωπίσετε. Σκεφθήτε πως έχετε να κάνετε όχι απλώς με μια γυναίκα, αλλά με ένα επιδέξιο σοφό αντίπαλο. Επαναλαμβάνω και σας το ξαναλέω. Προετοιμασθήτε με προσοχή. Εάν νικήσετε θα λάβετε μεγάλα δώρα. Αλλοίμονο σας όμως αν σας νικήση. Σας περιμένει η ντροπή και ο θάνατος.

Τότε ένας από τους ρήτορες, ο πιό ξακουστός είπε στον Άρχοντα:
– Και εάν ακόμη πιστεύετε πως ξεπερνάει στην σοφία και αυτόν τον φιλόσοφο Πλάτωνα, σας διαβεβαιώνω πως δεν πρόκειται να τα βγάλει μαζί μας πέρα. Θα της απογυμνώσουμε τις ψεύτικες θεωρίες και θα της τσακίσουμε τον εγωισμό…

Ο Μαξιμίνος πλημμύρισε από χαρά, όταν άκουσε τα λόγια αυτά του ρήτορα. Πίστεψε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να ταπεινώση και να ντροπιάση την σοφία και τη ρητορική δύναμη της νέας. Στήριζε μεγάλες ελπίδες γι’ αυτό στους σοφούς του ρήτορες.

Διέταξε λοιπόν ο Άρχοντας να συγκεντρωθή ο κόσμος στο μεγάλο αμφιθέατρο, όπου επρόκειτο να γίνει η δημόσια συζήτηση της Αγίας Αικατερίνης με τους 150 σοφούς ρήτορες. Έστειλε δε φρουρά να παραλάβη τη νέα από το δεσμωτήριο και να τη φέρη στο αμφιθέατρο.

Προτού όμως φθάσουν εκεί οι στρατιώτες, την επισκέφθηκε ο αρχάγγελος Μιχαήλ και της είπε:

” Μη φοβάσαι, κόρη του Κυρίου. Ο Θεός θα προσθέση σοφία στις γνώσεις σου και θα νικήσης τους εκατόν πενήντα σοφούς ρήτορες. Και όχι μόνο αυτοί αλλά και πολλοί άλλοι θα πιστέψουν στο Χριστό και θα πάρουν το στεφάνι του μαρτυρίου για την πίστη τους.

Οι απεσταλμένοι φρουροί του διοικητού της Αιγύπτου ωδήγησαν την Αγία στο αμφιθέατρο. Το αμφιθέατρο είχε γεμίσει νωρίς από κόσμο, που περίμενε με αγωνία και περιέργεια ν’ ακούση τη συζήτηση και να ιδή το αποτέλεσμα.
Όταν μπήκε στο αμφιθέατρο η Αικατερίνη τα γέλια, οι φωνές, οι συζητήσεις και τα χάχανα σταμάτησαν. Η επιβλητική μορφή της, η χάρη της, η ομορφιά της και η ακτινοβολία της αγίας της ψυχής προκάλεσαν θαυμαστμό και εντύπωση.

Η Αικατερίνη προχώρησε προς την εξέδρα εκεί, που την περίμεναν οι 150 σοφοί ρήτορες για ν’ αναμετρηθούν μαζί της.
Εκείνοι μόλις την είδαν ν’ ανεβαίνη στην εξέδρα και να στέκεται απέναντι τους με θάρρος, χαμογέλασαν ειρωνικά και άρχισαν να ψιθυρίζουν ο ένας στο αυτί του άλλου…
Τότε ο πιό σοφός, ο πιό ξακουστός ρήτορας πήρε πρώτος το λόγο και της είπε:
– Ωστέ εσύ είσαι, που βρίζεις τους Θεούς μας τόσο αδιάντροπα;
– Εγώ είμαι, του απάντησε, η Αικατερίνη, αλλά δεν έβρισα. Είπα την αλήθεια. Την σοφία μου, είπε η Αικατερίνη, μου την έδωσε ο Θεός μου, ο αληθινός Θεός, ο Θεός των Χριστιανών. Σ’ εκείνον χρωστάω την ευγνωμοσύνη μου. Εκείνος είναι η αστείρευτη πηγή της σοφίας. Αυτός είναι το φώς. Κάτω από τη δική του σκιά βασιλεύει η αγάπη και η δικαιοσύνη. Πέστε μου όμως: τι γνώμη έχετε για τους δικούς σας θεούς; Η ζωή τους δεν είναι γεμάτη μίση, έχθρες και ντροπές;

– Μεγάλο το λάθος σου, Αικατερίνη. Τους θεούς μας τους ύμνησαν μεγάλοι ποιηταί. Ο ασύγκριτος Όμηρος, ” Μέγιστο θεό” ονομάζει τον Δία και ” Αθανάτους” τους άλλους. Και ο Οργφεύς ονομάζει τον Απόλλωνα ” κραταιό”, δυνατό. Τον βλέπει χρυσό, σαν τον ήλιο και φτερωτό…

– Μη ξεχνάς όμως, μεγάλε ρήτορα, ότι ο Όμηρος δεν λέει μονάχα αυτά για τον Δία. Σε πολλές περιπτώσεις τον ονομάζει ψεύτη, πανούργο, ραδιουργό και απατεώνα. Βλέπουμε στους ψεύτικους θεούς σου πάθη και μίση φοβερά. Οι θεοί σας, ο Ποσειδών και η Αθηνά αποφασίζουν να συλλάβουν και να δέσουν τη θεά σας Ήρα. Εκείνη όμως το μαθαίνει, κρύβεται και γλυτώνει… Τι σας λένε όλες αυτές οι ιστορίες; Και όταν οι θεοί σας φιλονικούν εσείς τι θα κάνετε; Με ποιανών το μέρος θα πάτε; Πόση ψευτιά και πόση ματαιότητα δεν κρύβουν όλα αυτά;

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για τον Θεό των Χριστιανών. Δεν συμβαίνει το ίδιο για τον Χριστό, τον οποίον προσκυνώ. Εκείνος κυριαρχεί του ουρανού και της γής, ενώ οι δικοί σας θεοί γονατίζουν στις αδυναμίες και στα πάθη τους.
Η πίστις στο Χριστό είναι Φως και φωτισμός. Είναι μεγάλη δύναμη.
Ο αληθινός αυτός Θεός είναι Θεός αγάπης και συγγνώμης. Είναι Δημιουργός τους κόσμου. Είναι Παντοδύναμος. Από το χάος και το τίποτε έφτιαξε τον κόσμο. Δημιούργησε τη γη, τ’ αστέρια και τους πλανήτες. Έπλασε τον άνθρωπο και του έδωσε ζωή και πνοή. Και όταν ο άνθρωπος αγνώμων παρακούει την εντολή Του, τον τιμωρεί σαν καλός Πατέρας, αλλά και φροντίζει να τον κάνει και πάλι άξιο της τιμής του Θεού.

Στέλνει στη γη τον μονογενή του Υιό τον Χριστό. Διδάσκει στους ανθρώπους την αλήθεια. Τους βγάζει από τα σκοτάδια και την αβεβαιότητα. Λυτρώνει τους δούλους και χαράζει το δρόμο μιάς καινούργιας ζωής. Και έπειτα για να ξεπλύνη τα αμαρτήματα μας παίρνει στους ώμους του τον Σταυρό του μαρτυρίου.

Η Ανάσταση Του λυτρώνει τις καρδιές από το σκοτάδι και το φόβο του θανάτου. Για τους πιστούς καταργήθηκε ο θάνατος. Νικήθηκε. Και ο Άδης νεκρώθηκε και πικράθηκε.

Οι οπαδοί Του αυξάνουν. Το θείο κράτος Του μεγαλώνει. Ζωές και νειάτα προσφέρονται θυσία στο Άγιο Όνομα Του.

Μυριάδες αναρίθμητες είναι οι εθελοντές Του! Που είναι λοιπόν η πίστη η δική σας για τους θεούς σας; Ποιός από σας έδωσε το αίμα του και τη ζωή του γι’ αυτούς; Ποιός δέχεται να θυσιασθή για τον Δία;

Για να λυτρωθούν οι ψυχές μας από την πλάνη. Για να γλυτώσουμε από την απιστία, μας άφησε ο Χριστός ανοιχτή την πόρτα. Μας προσκαλεί όλους κοντά του.

Ελάτε εδώ μας λέγει. Κουρασμένοι κι απελπισμένοι, λυγισμένοι και τσακισμένοι από την αμαρτία ελάτε κοντά μου. Κι εγώ θα σας αναπαύσω!
Σε καλε΄κι εσένα, άξιε ρήτορα. Εσένα περισσότερο ίσως από πολλούς άλλους. Σε προίκισε με τόσες αρετές και θα χαρή αν τον πλησιάσης. Σε περιμένει με στοργή. Ποτέ δεν είναι αργά…

Αυτά και πολλά άλλα είπε η Αικατερίνη.

Το πλήθος την κοίταξε με θαυμασμό. Όλη εκείνη την ώρα που μιλούσε είχε καρφωθή το πλήθος στη θέση του. Τα λόγια της είχαν μπει βαθιά στην καρδιά των ανθρώπων.
Αλλά και ο ρήτορας έμεινε άφωνος. Το μυαλό του φωτίστηκε. Συμφωνούσε τώρα πως η Αικατερίνη είχε δίκιο.

Το μαρτυρικό τέλος των ρητόρων

Ο Μαξιμίνος τρέμοντας από θυμό για την αποτυχία του ξακουστού ρήτορα αλλά περισσότερο για την ξαφνική στροφή του υπέρ του Θεού της Αικατερίνης, διέταξε τότε τους άλλους ρήτορες να την αντιμετωπίσουν.Εκείνοι όμως αρνούνται.
Κανένας δεν θέλει να συνεχίση τον αντίλογο. Παραιτούνται ο ένας μετά τον άλλο λέγοντας:

– Ο Καλλίτερος από μας ρήτορας νικήθηκε. Πήγε μάλιστα με το μέρος της. Εμείς πως θα αντισταθούμε στα λόγια της που είναι τόσο αληθινά;
Έξαλλος ο Μαξιμίνος και ντροπιασμένος από τη νίκη της Αικατερίνης, διέταξε ν’ ανάψουν φωτιά στο μέσο της πλατείας της Αλεξάνδρειας και να κάψουν τους 150 σοφούς ρήτορες.

Η Αικατερίνη τους είπε:
” Είσθε αληθινά μακάριοι και καλότυχοι. Αποχαιρετήσατε το σκοτάδι και ήρθατε στο φώς. Φύγατε από το φθαρτό και πρόσκαιρο βασιλέα και βαδίζεται τώρα προς την αιώνια χαρά και αγαλλίαση. Η φωτιά που σας περιμένει, είναι βάπτισμα και καθαρμός. Είναι η πόρτα που σας οδηγεί στην μακαριότητα, τη γαλήνη και την ευτυχία…
Αφού τους έδωσε θάρρος, σταύρωσε τα μέτωπα τους και τους έστειλε στο μαρτύριο.

Εκεί στην πλατεία της πόλεως, που η φωτιά έκαιγε με φλόγες ψηλές, οι στρατιώτες πέταξαν τους ρήτορες στ’ αναμένα ξύλα, ενω ο Μαξιμίνος έτριβε ο βάρβαρος ευχαριστημένος τα χέρια του.

Αργά το βράδυ, πήγαν μερικοί ευσεβείς χριστιανοί να μαζέψουν τα λείψανα τους και είδαν γεμάτοι έκπληξη, οτι τα σώματα των ρητόρων ήταν νεκρά αλλά ανέπαφα. Ούτε τρίχα δεν είχε καή.

Πήραν λοιπόν οι χριστιανοί τα λείψανα τους και τα έθαψαν, θαυμάζοντας τη δύναμη του Κυρίου.

Τη μνήμη των σοφών αυτών μαρτύρων η Εκκλησία μας τιμά και εορτάζει την 17η Νοεμβερίου.

Ο ελιγμός του Άρχοντα

Όταν είδε ο Μαξιμίνος, οτι έχασε στην πρώτη τακτική. Άρχισε να κολακεύη και να την καλοπιάνη:
– Άκουσε με Αικατερίνη. Σε συμβουλεύω σαν πατέρας σου. Άσε το πείσμα σου και προσκύνησε τους θεούς. Σου ορκίζομαι στ’ όνομα τους, οτι θα σου δώσω το μισό βασίλειο μου. Θα κατοικείς μαζί μου στα παλάτια…
Η νεαρά μάρτυς του Κυρίου, που κατάλαβε τα πανούργα σχέδια του Μαξιμίνου, του είπε:
– Βγάλε τη μάσκα της πονηρίας και της ψευτιάς, άρχοντα. Εγώ σου είπα από την αρχή, οτι είμαι Χριστιανή και ήρθα εδώ να νυμφευθώ τον Χριστόν. Αυτόν εγω έχω μοναδικό Νυμρφίο, κηδεμόνα και σύμβολο στη ζωή μου. Εκείνον έχω στολή και οχυρό στην παρθενική μου ζωή. Ποθώ το μαρτύριο ασύγκριτα περισσότερο από την πιό μεγάλη δόξα και ταπό τα στέμματα και τα στεφάνια τα βασιλικά…

– Μη με κάνη να σε βρίσω, παρά τη θέληση μου ενώ αναγνωρίζω την αξία σου! Είπε τότε ο άρχοντας.

Και γεμάτος οργή διέταξε να της βγάλουν την βασιλική πορφύρα και ν’ αρχίσουν να την δέρνουν με νεύρα βοδιών αλύπητα.

Επί δύο ώρες την κτυπούσαν με τα μαστίγια βάρβαρα. Το ωραίο της, άλλοτε, σώμα, γέμισε πληγές. Το αίμα έτρεχε από παντού άφθονο. Οι ανοιχτές πληγές πονούσαν φοβερά. Η μάρτυς όμως στεκόταν γενναία και αλύγιστη. Τα μάτια της κοίταζαν ψηλά. Η ψυχή της ήθελε να ενωθή με τον Χριστό, αλλά η ώρα εκείνη δεν είχε φθάση ακόμη… Το απόγευμα διέταξε ο Μαξιμίνος να τη φυλακίσουν και να μη της δώσουν φαγητό επί δώδεκα ημέρες. Εώς τότε θα απεφάσιζε πως θα την εθανάτωνε.

Η σύζυγος του μιαρού εκείνου άρχοντα ήταν καλού χαρακτήρος, γυναίκα και πονόψυχος. Πολύ στεναχωρήθηκε, όταν έμαθε για τα μαρτύρια της Αικατερίνης. Και μέσα στην καρδιά της φούντωσε η συμπάθεια και η αγάπη γι’ αυτήν. Κυριολεκτικώς την θαύμαζε και ήθελε να την ιδή.
Ο Πορφυρίων ο στρατοπεδάρχης που είδε τον πόθο της κυρίας του, της είπε:
– Εγώ θα εκπληρώσω την επιθυμία σας.

Η Αυγούστα επισκέπτεται την Αγία

Μιά νύχτα λοιπόν που ο Μαξιμίνος απουσίαζε σε ταξίδι, πήρε ο Πορφυρίων διακόσιους στρατιώτες και έχοντας κοντά του την Αυγούστα έφθασε στο δεσμωτήριο. Εκεί πλήρωσε τον δεσμοφύλακα και αυτός άνοιξε την πόρτα την φυλακής. Τότε η αυτοκράτειρα προχώρησε με συγκίνηση, με λαχτάρα…

Μέσα από το μισοσκόταδο ξεχύθηκε μια υγρασία και ένα κρύο φοβερό. Η φυλακή ήταν απάνθρωπη. Στο βάθος είδε ένα φωτεινό πρόσωπο. Ήταν η Αγία Αικατερίνη. Το πρόσωπο της έλαμπε από παράδοξη θεία λάμψη. Θαύμασε η Αυγούστα την ομορφιά της. Τα έχασε όταν είδε τέτοια νειάτα και τέτοια κάλλη. Έπεσε στα πόδια της και με δάκρυα της είπε:

– Τώρα είμαι ευτυχύς, διότι είδα και απόλαυσα το βασιλικό σου πρόσωπο, το οποίο τόσο πολύ διψούσα. Είδα από τα μάτια σου την όμορφη ανατολή του ήλιου και ευφράνθηκε η καρδιά μου. Είσαι μακαρία διότι από τέτοιο Δεσπότη πήρες τα χαρίσματα…

Και η Αγία της αποκρίθηκε:
– Ευτυχισμένη και ζηλευτή είσαι κι εσύ Βασίλισσα Αυγούστα. Στεφάνι λαμπρό βλέπω να βάζουν στο κεφάλι σου άγιοι άγγελοι. Και αλήθεια το στεφάνι αυτό θα το πάρης σε τρείς μέρες. Θα υποφέρης, θα μαρτυρήσης για λίγο, αλλά έπειτα θα πας στον ουράνιο Βασιλέα και θα ζής στην αιώνια ευτυχία.

Η Αυγούστα φοβισμένη απάντησε:

– Φοβούμαι τα βασανιστήρια και τον άνδρα μου τον Μαξιμίνο, διότι είναι πολύ σκληρός και απάνθρωπος.

Αλλά η Αγία την ενθαρρύνει και της λέγει:

– Έχε θάρρος, διότι στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σου δίνει δύναμη και θάρρος.

Κι ενώ έτσι έδινε θάρρος η Αγία στην Αυγούστα, ο Πορφυρίον ττην ρώτησε:
– Πες μου Αικατερίνη, είναι αλήθεια πως ο Θεός σου χαρίζει στους πιστούς του την αιώνια ζωή και την σωτηρία;

– Δεν μπορή η ανθρώπινη γλώσσα να αριθμήση τα αγαθά που μας χαρίζει και μας προετοιμάζει ο πανάγαθος Θεός, Πορφυρίονα.

– Σε ρωτάω, Αικατερίνη, διότι μια άγνωστη δύναμη με φέρνει κοντά στη πίστι σου. Μέρες τώρα σκεύτομαι τον ηρωισμό των Χριστιανών και πάνω στις σκέψεις μου αυτές έρχεται το δικό σου παράδειγμα, που διώχνει τους δισταγμούς μου… Δεν στο κρύβω πλέον. Είμαι κι εγώ ένας από τους οπαδούς του Χριστού. Έγινα τώρα…

Οι στρατιώτες του Πορφυρίωνα, που είναι συγκεντωμένοι στους διαδρόμους της φυλακής, μέσα στην αγκαλιά της νύκτας, ακούνε τα λόγια του αξιωματικού τους, χωρίς απορία. Και στις δικές τους καρδιές υπάρχει η ίδια σκέψη. Να πιστέψουν σε κάποιον, που υπόσχεται αγάπη κι όχι να υπηρετούν ένα άρχοντα, που βάφει στο αίμα τον τόπο…

Έτσι φυλακισμένη και σε σκληρή απομόνωση έμεινε η Αγία δώδεκα περίπου μέρες. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα σύμφωνα με διαταγή του Μαξιμίνου, είχε αυστηρά απαγορευθή να της δίνουν τροφή. Με αυτό τον τρόπο υπελόγιζε ο άρχοντας εκείνος να λυγίση ή να εξοντώση την Αικατερίνη.

Ο Θεός όμως, που βρέχει επι δικαίους και αδίκους, δεν ήταν δυνατό να αφήση τη δούλη του απροστάτευτη. Όλες εκείνες τις ημέρες της πήγαινε τροφή ένα περιστέρι.

Και όχι μόνο αυτό αλλά άκουσε η Αγία και μια φωνή θεία, που την ενεθάρρυνε λέγοντας:

” Μη δειλιάσης, μη φοβηθής, αγαπημένη μου Θυγατέρα. Εγώ θα είμαι μαζί σου. Με την υπομονή σου πολούς θα γυρίσης στο δρόμο μου και πολλούς θα κάνης να πεθάνουν για τ’ όνομα μου. Και συ θ’ αξιωθής πολλά στεφάνια δόξας Ουρανίας.

Πάλι μπροστά στον Μαξιμίνο

Μετά τις δώδεκα ημέρες, ο Μαξιμίνος διέταξε να φέρουν μπροστά του την Αγία. Εκείνη σιδεροδέσμια, αλλά υπερήφανα και καρτερικά, προχωρεί μέσα στο ανάκτορο. Η ωραιότητα της είναι κάτι το απερίγραπτο. Η χάρη της συναρπάζει. Το παρουσιαστικό της γεμίζει θεία γαλήνη όποιον την κοιτάζει.

Ο Μαξιμίνος την βλέπει όλη φρεσκάδα και λάμψη. Ούτε έχει αδυνατίσει από την πείνα. Ούτε έχει ασχημίσει από τη φυλακή. Γίνεται λοιπόν έξω φρενών, διότι πιστεύει, ότι κάποιος της έδινε κρυφά τροφή. Είναι έτοιμος να κακοποιήση τους φύλακες.Τότε η Αγία του λέγει:

– Άδικα εκνευρίζεσαι και ταράζεσαι. Άδικα υποπτεύεσαι. Κανένας δικός σου δεν μου έδωσε τροφή. Φρόντισε για μένα ο Κύριος μου, ο Χριστός!
Τότε ο Μαξιμίνος προσπάθησε να συγκρατηθή. Έκανε δε μια τελευταία προσπάθεια να κερδίση την Αικατερίνη. Της μίλησε με γλυκό τρόπο. Άρχισε να την κολακεύη ύπουλα.

– Ηλιόμορφη κόρη, της είπε, συ που ξεπερνάς και τη θεά Αφροδίτη στην ομορφιά, σου ανήκει το βασίλειο μου… Έλα λοιπον και θυσίασε στους θεούς και θα σε κάνω βασίλισσα. Θα περνάς κοντά μου ευτυχισμένες μέρες. Είναι άδικο, είναι κρίμα να πέσης στα φρικτά μαρτύρια.

– Όχι Μαξιμίνε, εγώ διάλεξα πλέον τον Άρχοντα της ζωής μου. Όσο για την ομορφιά, δεν με νοιάζει. Ξέρω πολύ καλά, οτι περνά και σβήνει. Είναι σαν το λουλούδι…
Και πάνω στην στιγμή της αμηχανίας και της οργής του Μαξιμίνου, αλλά και της προσβολής από τα λόγια της Αικατερίνης, μπήκε μέσα στο δωμάτιο του ένας, πονηρός, νευρικός και πανούργος έπαρχος, ονομαζόμενος Χουρσασαδέν. Εκείνος θέλοντας να δείξη στον Μαξιμίνο αγάπη και ν’ αποκτήση εύνοια, του είπε:

– Άρχοντα, εγώ βρήκα ένα τρόπο, με τον οποίο θα μπορέσης ή να νικήσης την κόρη ή να πεθάνη με φρικτούς πόνους. Διέταξε να κάνουν τέσσερις ξύλινους τροχούς σε μια περόνη και να κολλήσουν γύρω τους ξυράφια και βελόνια. Ανάμεσα στους τροχούς αυτούς βάλτε την Αικατερίνη και αρχίστε να γυρίζετε τους τροχούς. Δείξτε της πρώτα το μηχάνημα και εάν δήτε πως δεν φοβηθή, βάλτε την επάνω. Καθώς θα γυρίζουν οι τροχοί θα σχίζονται οι σάρκες της και ο θάνατος της θα είναι φρικτός και τρομερός.

Η σατανική σκέψη του επάρχου άρεσε πολύ στον Μαξιμίνο. Γι’ αυτό διέταξε αμέσως να του το κατασκευάσουν. Τρείς ολόκληρες μέρες δούλευαν οι τεχνίτες, για να τελειώσουν το κατασκεύασμα εκείνο του μαρτυρίου. Και όταν το είχαν τελειοποιήσει και το είχαν βάλει στη θέση του, ο άρχων εκείνος το έδειξα για εκφοβισμό στην Αγία και της είπε:

– Το βλέπεις το μηχάνημα; Βλέπεις πως στριφογυρίζουν με τους τροχούς τα ξυράφια και τα βελόνια; Πρόσεξε! Ο θάνατος σε περιμένει με ανοιχτό στόμα, εάν δεν προσκυνήσης τα είδωλα.

Η πίστη όμως της Αγίας δεν λυγίζει. Η απόφαση δεν αλλάζει. Και τότε ο Μαξιμίνος αγριεμένος φωνάζει:

– Πετάξτε την στους τροχούς και κινήστε τους με γρηγοράδα. Πρέπει να πεθάνη αυτή τη στιγμή. Τώρα αμέσως…

Την πέταξαν, λοιπόν, την Αγία στους τροχούς και όλοι περίμεναν να ιδούν τις σάρκες της να τεμαχίζωνται και το αίμα να τρέχη άφθονο. Αντί αυτού όμως, την είδαν να ξεφεύγη από τους τροχούς και να λύνεται από τα δεσμά της θαυματουργικά. Οι δε ρόδες των τροχών ανατινάχτηκαν στον αέρα και σκότωσαν τους δήμιους που ήταν γύρω. Πουθενά δεν φαίνοταν ξυραφιές στο σώμα της. Από το κορμί της δεν έβγαινε ούτε σταγόνα αίματος. Όλοι τριγύρω, όταν είδαν εκείνο το γεγονός, τα έχασαν. Πολλοί δε έλεγαν:
” Μέγας ο Θεός των Χριστιανών “!

Το μαρτύριο της Αυγούστας

Όταν έμαθε η Αυγούστα την ενέργεια του ανδρός της Μαξιμίνου εναντίον της Μάρτυρος, βγήκε από τον κοιτώνα της και του έκανε φοβερή σκηνή.
– Μα μωρός και ανόητος είσαι, με το να θέλης να τα βάζης εναντίον του Αληθινού Θεού και να βασανίζης τη δούλη του άδικα;

Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Μαξιμίνος, από το στόμα της γυναίκας του Αυγούστας, τα έχασε. Κατάλαβε πως ο Χριστός, που τόσο Τον κυνηγούσε, είχε μπεί και στην οικογένεια του. Έγινε τότε θηρίο ασυγκράτητο. Άφησε για λίγο την Αικατερίνη κι έστρεψε όλο το μίσος του εναντίον της γυναίκας του. Διατάζει με θηριωδία να κόψουν τους μαστούς της. Καμμιά λύπη δεν ένοιωθε στην ψυχρή και βάρβαρη ψυχή του. Και το αίμα της γυναίκας του άφθονο πότιζε τη γή.

Τελικώς αποκεφαλίσθη η Αυγούστα και η ψυχή της με το μαρτύριο ανέβηκε ολόλευκη στους ουρανούς.

Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη της στις 23 Νοεμβρίου. Ο στρατηλάτης όμως Πορφυρίων πήγε κρυφά τη νύχτα με στρατιώτες του κι έθαψε το τίμιο λείψανο της.

Και για την ταφή της γυναίκας του ωργίσθηκε ο μιαρός εκείνος άρχοντας Μαξιμίνος. Με επιμονή ζητούσε να βρή τους υπεύθυνους. Και επειδή δεν μπορούσε, άρπαξε τυχαία μερικούς, για να τους τιμωρήση.

Τότε παρουσιάσθηκε ο Πορφυρίων, με τους στρατιώτες, που έθαψαν την Αυγούστα και είπε:
– Κι εμείς χριστιανοί είμαστε! Πιστοί Εκείνου. Δικοί του δούλοι! Δούλοι του Χριστού.
Ο Μαξιμίνος γίνεται έξω φρενών. Κτυπάει το κεφάλι του με τις παλάμες απελπισμένα.
– Πάει, λέει. Χάθηκα! Έχασα τον καλύτερο στρατηγό μου…
Μανιασμένος ο Μαξιμίνος, μετά από αυτό το νέο χτύπημα, δεν μπορεί πλέον να μιλήση. Δεν ζητά εξηγήσεις. Κοιτάζει τον Πορφυρίωνα και τους στρατιώτες σταν απελπισμένο θηρίο και διατάζει:
– Αποκεφαλίστε τους!
Η διαταγή εκτελείται αμέσως. Και έτσι μπαίνουν κι αυτοί στην εκλεκτή μερίδα των πιστών. Στους μάρτυρες.

Η μνήμη τους εορτάζεται στις 24 Νοεμβρίου.

Το άγιο τέλος της Αικατερίνης

Την άλλη μέρα πήγαν οι φρουροί την Αικατερίνη και πάλι ενώπιον του Μαξιμίνου.Κάνει μια ύστατη προσπάθεια να την καταφέρη. Της υπόσχεται να την παντρευθή και να την κάνει νόμιμη σύζυγο, αρκεί να θυσιάση στους θεούς. Της υπόσχεται δόξες και τιμές. Την παρακαλεί επίμονα.Έπειτα επειδή βλέπει, οτι έτσι δεν πετυχαίνει το σχέδιο του, τη βρίζει, τη φοβερίζη και την απειλεί με βασανιστήρια.

Παρ’ όλα αυτά όμως χάνει το παιγνίδι του. Απελπισμένος και απογοητευμένος διατάζει να την αποκεφαλίσουν στη πλατεία της πόλεως.
Όταν έφτασε η μέρα και η ώρα της εκτελέσεως της μάρτυρος, πλήθος αναριθμητο περίμενε να ιδή το στερνό δύσκολο δρόμο της. Οι Χριστιανοί έκλαιγαν. Οι ειδωλολάτρες της έλεγαν, πως ήταν κρίμα να φύγη πάνω στα νειάτα της, σαν δροσάτο λουλούδι, από τη ζωή, και πως έπρεπε γι’ αυτό να υπακούση στον Μαξιμίνο.

Εκείνη όμως ατάραχη απαντούσε:

– Μη με λυπάσθε! Βαδίζω προς τον δρόμο της αιωνίας άνοιξης. Με περιμένουν τοα κάλλη του ουρανού, η ευτυχία του Παραδείσου
Όταν έφθασε στην πλατεία, κι ενώ δίπλα της έστεκε με το ξίφος ο δήμιος, σήκωσε πάλι τα μάτια της στον ουρανό κι ευχαρίστησε τον Χριστό. Παρακάλεσε δε στη προσευχή της, όπως το σώμα της, μετά το μαρτύριο να γίνη αθέατο και φυλαχθή σώο και ακέραιο. Και όποιος στο ψυχορράγημα του την επικαλεσθή να μπορή να τον βοηθήση.

Έπειτα έκανε νεύμα στον δήμιο να εκτελέση την διαταγή. Ένα αστραφτερό ξίφος υψώθηκε τότε, κατέβηκε με δύναμη και έκοψε την τίμια κεφαλή της Αγία Αικατερίνης. Ήταν 25 Νοεμβρίου 307 μ. Χ.

Όπως αναφέρουν οι συναξαριστές δύο θαύματα έγιναν κατά την ώρα της αποκεφαλίσεως της. Το πρώτο είναι, οτι αντί για αίμα έτρεξε κατά την αποκεφάλιση της από τον λαιμό της γάλα και το δεύτερο, οτι το σώμα της εξαφανίστηκε μπροστά από τα μάτια του κόσμου, που παρακολουθούσε το τέλος της.

Οι άγγελοι το μετέφεραν στη κορυφή του όρους Σινά, η οποία από τότε ονομάζεται ¨ κορυφή της Αγίας Αικατερίνης “. Εκεί σώζεται ακόμη σήμερα το λιθόκτιστο εκκλησάκι.

Απο το εκκλησάκι αυτό τον 8ον αιώνα μετέφεραν τα λείψανα της στην Ι. Μονή Αγίας Αικατερίνης του όρους Σινά, την οποία είχε κτίσει ο Ιουστινιανός. Εκεί φυλάσσονται ακόμη τα λείψανα της Αγίας. Επάνω στον τάφο της καίουν 9 ολόχρυσες κανδήλες.

Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου
Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑΙ 1999

Κοντάκιο της Αγίας Ακατερίνης

Χορείαν σεπτήν ενθέως, φιλομάρτυρες, εγείρατε νυν
γεραίροντες την πάνσοφον Αικατερίναν, Αύτη γαρ
εν σταδίω τον Χριστόν εκήρυξε και τον όφιν επάτησε
ρητόρων την γνώσιν καταπτύσασα.

Μεγαλυνάριο της Αγίας Αικατερίνης

Έχει το σον πνεύμα ο ουρανός,
σώμα δε θείον τεθησαύρισται εν Σινά,
αίμα μαρτυρίου εν Αλεξανδρουπόλει,
σοφή Αικατερίνα σκέπε τους δούλους σου.

πηγή:ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ

Η Μνηστεία της αγίας Αικατερίνης. Μια αξιόλογη εικόνα του Γ. Κλότζα (16ος αιώνας)

Άρτα, ναός Αγίας Σοφίας. Σήμερα φυλάσσεται στο ναό του Αγίου Δημητρίου.

Διαστάσεις:0,86 x 0,78 x 0,018μ.

Γεώργιος Κλόντζας-Β΄μισό του 16ου αιώνα

Η εικόνα σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση, με λιγοστές φθορές περιμετρικά.

Στο κέντρο της παράστασης εικονίζεται η Παναγία ένθρονη, Βρεφοκρατούσα. Με το δεξί της χέρι κρατάει τον Χριστό και με το αριστερό ακουμπάει προστατευτικά τον ώμο της αγίας Αικατερίνης. Φοράει κοκκινωπό κροσσωτό μαφόριο με χρυσή παρυφή και γαλάζιο χειριδωτό χιτώνα που κοσμείται με πολυτελή πόρπη. Η μορφή της είναι ευγενική και αποπνέει ηρεμία και πνευματικότητα. Έχει λεπτά χαρακτηριστικά που πλάθονται με ομαλές χρωματικές μεταβάσεις και πολλά λευκά φώτα γύρω από τα μάτια, στο μέτωπο, στο πιγούνι και στο λαιμό. Ο Χριστός στρέφεται προς τα δεξιά, ευλογεί και προσφέρει ένα δαχτυλίδι στη νεαρή αγία. Είναι ενδεδυμένος γκριζόλευκο χιτώνα και πορτοκαλόχρωμο ιμάτιο με πυκνές χρυσοκοντυλιές, που αναδιπλώνεται δημιουργώντας απόπτυγμα. Τα παιδικά χαρακτηριστικά του πλάθονται με ανοιχτά χρώματα και έχουν σοβαρή έκφραση.

Δεξιά της Παναγίας εικονίζεται γονατιστή η αγία Αικατερίνη, με κλαδί φοίνικα στο αριστερό της χέρι. Φοράει πολυτελή ενδύματα με διάλιθες ταινίες και χρυσό στέμμα. Το πρόσωπό της αποδίδεται με πλαστικότητα και πλαισιώνεται από μακριά κοκκινόξανθα μαλλιά. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προοπτική απεικόνιση του τροχού στο πλάι της αγίας, που παραπέμπει στο μαρτύριό της.

Δύο ζεύγη αγγέλων πλαισιώνουν την Παναγία. Ο πρώτος από αριστερά εικονίζεται ολόσωμος να κρατάει ένα κλαδί φοίνικα και ο άγγελος στη δεξιά πλευρά στέφει την αγία Αικατερίνη με ένα δεύτερο στέμμα. Και οι τέσσερις άγγελοι έχουν ωραία νεανικά χαρακτηριστικά, πλούσια σγουρά μαλλιά, δεμένα με τη χαρακτηριστική ταινία, και πολυτελή ενδύματα. Τα φωτοστέφανά τους, όπως και αυτό της Παναγίας, δηλώνονται με διπλούς εγχάρακτους κύκλους. Τα φτερά τους φέρουν πυκνές χρυσοκοντυλιές.

Στο πάνω μέρος της εικόνας υπάρχει η επιγραφή: ΧΑΙΡΕ ΤΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ΠΟΛΥΘΡΥΛΛΗΤΟΝ ΘΑΥΜΑ. Κάτω από την αγία Αικατερίνη διαβάζουμε την επιγραφή: ΑΙΚ(Α)ΤΕΡΙΝΑ ΣΟΦΗ Κ ΠΑΡΘΕ(ΝΟΣ ΕΚ Δ)ΕΞ(Ι)ΦΟΥΣ Κ ΜΑΡΤΥΣ(…).

Η υπογραφή του ζωγράφου σώζεται στο πράσινο έδαφος, στο κάτω δεξιό άκρο της εικόνας: ΧΕΙΡ (ΓΕΩ)ΡΓΙΟΥ ΚΛΟΤΖΑ.

Η παράσταση της εικόνας μας αποτελεί συνδυασμό του εικονογραφικού θέματος της «Βασίλισσας των Αγγέλων» και του επεισοδίου της Μνηστείας της αγίας Αικατερίνης, το οποίο συμβολίζει τον πνευματικό δεσμό Χριστού – Εκκλησίας. Το θέμα ήταν εξαιρετικά διαδεδομένο στη δυτική τέχνη, ενώ αντίθετα, στην εικονογραφία της ορθόδοξης Ανατολής δεν φαίνεται να είχε ιδιαίτερη απήχηση, καθώς ήταν περισσότερο αγαπητός ο γνωστός τύπος της ένθρονης αγίας. Ανάμεσα στα ελάχιστα γνωστά παραδείγματα «δυτικού τύπου» είναι μια εικόνα από το νησάκι  Κάλαμος της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, καθώς και μια χαλκογραφία του 18ου αιώνα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

Η ένταξη ενός κατεξοχήν δυτικού θέματος σ’ ένα αυστηρό σχήμα της βυζαντινής παράδοσης θα πρέπει να συνδεθεί με την προσωπικότητα του αγιογράφου. Ο Γεώργιος Κλόντζας υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Κρητικούς αγιογράφους του 16ου αιώνα και καλός γνώστης της δυτικής ζωγραφικής της εποχής του. Η εικόνα μας αποτελεί ένα από τα δεκατέσσερα ενυπόγραφα έργα του και κατέχει ιδιαίτερη θέση ανάμεσά τους, καθώς διαφοροποιείται από τις πολυπρόσωπες μικρογραφικές συνθέσεις που χαρακτηρίζουν τα περισσότερα από αυτά. Η απομάκρυνση του ζωγράφου από τη βυζαντινή παράδοση και οι επιδράσεις από τον σύγχρονο ιταλικό μανιερισμό, η πρωτοτυπία των εικονογραφικών θεμάτων και η πλούσια χρωματική παλέτα αποτελούν ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του χρωστήρα του, ενώ οι καταβολές του μπορούν να αναζητηθούν σε όψιμα παλαιολόγεια έργα.

Στην εικόνα μας παρατηρείται ακόμη, άψογη σχεδίαση των μορφών, μικρογραφική δεινότητα στην απόδοση των λεπτομερειών, συμμετρία και μνημειακότητα. Παρουσιάζει  ομοιότητες με άλλη εικόνα του ίδιου αγιογράφου, με θέμα την ένθρονη Πλατυτέρα, η οποία βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Ζακύνθου.

Είναι άγνωστο πώς βρέθηκε η εξαιρετική αυτή εικόνα στην Άρτα. Μία πιθανή υπόθεση είναι να φιλοτεχνήθηκε στην Κρήτη και να μεταφέρθηκε εκεί μέσω Επτανήσων. Σήμερα φυλάσσεται στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου της Άρτας, αλλά η αρχική της θέση ήταν στο ναό της Αγίας Σοφίας.

Βιβλιογραφία

Παπαδάκη, «Εικόνα του Γεωργίου Κλόντζα», σ.147-162.-ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (13 Νοεμβρίου) (Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου)

 

 

Αυτός ο μεγάλος φωστήρας και μεγαλόφωνος της οικουμένης διδάσκαλος, καταγόταν από την μεγαλόπολη Αντιόχεια, υιός όντας γονέων ευσεβών· ο πατέρας του ήταν ο αρχιστράτηγος Σεκούνδος, η δε μητέρα του η Ανθούσα. Αμέσως λοιπόν από την αρχή της ζωής του πολλή αγάπη και έρωτα είχε ο Άγιος αυτός στους λόγους και στα μαθήματα. Γι’ αυτό και σε μικρό χρονικό διάστημα έγινε κάτοχος όλης της σοφίας των Ελλήνων και των Χριστιανών και έγινε διάσημος στην λογική και ρητορική τέχνη και σε κάθε επιστήμη. Έτσι για την πρόοδο και την αρετή του από μεν τον Άγιο Μελέτιο, τον Πατριάρχη Αντιοχείας, έγινε κληρικός δηλαδή Αναγνώστης, ενώ από τον Αντιοχείας Φλαβιανό έγινε Διάκονος και Πρεσβύτερος. Πολλούς λόγους συνέταξε ό χρυσός του κάλαμος, σχεδόν περισσότερο από εκατό στον αριθμό, τόσο περί μετανοίας, όσο και περί της ευκοσμίας και καταστάσεως των ηθών. Και ολόκληρη σχεδόν τήν θεόπνευστη Γραφή ερμήνευσε. Και όταν ο Νεκτάριος, ο Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης, «εκοιμήθη εν Κυρίω», τότε με την απόφαση των Επισκόπων και με την προσταγή του βασιλέως Αρκαδίου κλήθηκε ο μακάριος αυτός Ιωάννης από την Αντιόχεια και έγινε κανονικά Πατριάρχης της βασιλίδος των πόλεων. Και τόσο πολύ παρέδωσε ο αοίδιμος τον εαυτό του στην άσκηση και στην εγκράτεια, ώστε έτρωγε μόνο τον χυλό του κριθαριού. Και πάλι από αυτόν δεν χόρταινε, αλλά λίγο μόνο έτρωγε. Και ο ύπνος του ήταν λίγος και κοιμόταν όχι επάνω σε κλίνη αναπαυόμενος, αλλά στεκόμενος όρθιος και βασταζόμενος από σχοινιά. Και όταν κουραζόταν πολύ, τότε καθόταν λίγο.

Τότε και περισσότερο ασχολείτο και παραδόθηκε ολόψυχα ο θείος Πατήρ στις ερμηνείες των θείων Γραφών και στις διαλέξεις και διδασκαλίες, με τις οποίες πολλούς έφερε σε θεογνωσία και μετάνοια. Τόση υπερβολική φιλανθρωπία είχε στους πτωχούς και σε όσους είχαν ανάγκη ο μιμητής του Χριστού, ώστε έγινε και στους άλλους τύπος και παράδειγμα φιλοπτωχείας. Γι’ αυτό και με τους λόγους στην Εκκλησία δίδασκε όλους τους Χριστιανούς να αγαπούν και να εργάζονται την αρετή αυτή της φιλοπτωχείας, να απέχουν όμως από την πλεονεξία.

Όποτε, για την αιτία αυτή, αρχικά προσέκρουσε στην βασίλισσα Ευδοξία και έγινε με αυτήν εχθρικός. Διότι αυτή άρπαξε τον αμπελώνα μιας χήρας, που λεγόταν Καλλιτρόπη, η οποία διαμαρτυρόταν ζητώντας την περιουσία της. Ο Άγιος την συμβούλευε να μη κρατά το ξένο πράγμα. Και επειδή εκείνη δεν επείθετο, γι’ αυτό την έλεγχε και την παρομοίαζε ο Άγιος με το παράδειγμα της Ιεζάβελ. Τότε η Ευδοξία αγριεύοντας ως θηρίο, κατέβασε τον Άγιο από τον θρόνο του. Αρχικά μόνη της, ύστερα όμως με τους Επισκόπους εκείνους, οι οποίοι ακολουθούσαν περισσότερο τις εξουσίες και αξιώσεις των αρχόντων, που είχαν διάφορα αξιώματα, παρά την ευσέβεια και τους θείους νόμους. Έπειτα πάλι αποκαταστάθηκε ο Άγιος στον θρόνο του.

Τελευταία εξορίστηκε ο Άγιος στην Κουκουσό της Αρμενίας. Και εκεί, αφού υπέμεινε θλίψεις πολλές και πολλούς άπιστους επέστρεψε στην θεογνωσία, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, κατά το έτος 402. Ο δε αναλυτικός Βίος του Αγίου γράφει, ότι μετά την κατάβαση από τον θρόνο και την εξορία του θείου Πατρός, όσοι Επίσκοποι συνήργησαν σ’ αυτήν, όλοι βασανίστηκαν πρώτα από τον Θεό με φοβερές και πολλές ασθένειες και έπειτα πέθαναν. Η δε Ευδοξία πρώτη έπαθε αυτές τις ασθένειες επειδή πρώτη αυτή παρανόμησε και έγινε πρόξενος απώλειας και στους Επισκόπους. Λένε ακόμη, ότι μετά τον θάνατό της για να αποδειχθεί η αδικία που έκανε στον μέγα Χρυσόστομο, ο τάφος της σειόταν και έτρεμε για διάστημα τριάντα δυο ολόκληρων ετών. Και όταν μεταφέρθηκε το λείψανο του Αγίου στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε, όπου τώρα είναι, τότε και ο τάφος εκείνης σταμάτησε και πλέον δεν έτρεμε.

Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι η αγία κοίμηση του θείου Χρυσοστόμου έγινε κατά την 14η του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν τελείται η του Τιμίου Σταυρού Ύψωσις. Μετατέθηκε όμως αύτη στην σημερινή ήμερα, όπως νομίζω, για να ψάλλεται ή Ακολουθία της, όπως γράφεται στον χειρόγραφο Συναξαριστή.

Δεν μπορώ εδώ να αποσκοπήσω εκείνο το γεγονός το οποίο προξενεί έναν μεγάλο και ξεχωριστό έπαινο σ’ αυτόν τον χρυσό Άγιο, όπως το διηγείται στον αναλυτικό του Βίο ο Ανώνυμος συγγραφέας. Ο Αδελφειός, λέει αυτός, ο Επίσκοπος της έν Καππαδοκία Αραβισσού, ο οποίος πολύ περιποιήθηκε στην εξορία τον Άγιο, αυτός λέω, παρακαλούσε τον Θεό με θερμές δεήσεις να του φανερώσει, ποιά δόξα αξιώθηκε στους Ουρανούς ο θείος Χρυσόστομος. Την ώρα λοιπόν, που προσευχόταν ο Αδελφειός ήλθε σε έκσταση. Και να, βλέπει έναν άνδρα ολοφώτεινο, που του έδειχνε όλους τους Διδασκάλους και Ιεράρχες και Όσιους και όλο τον χορό όλων των δικαίων, όσοι πρόφθασαν να μεταβούν από την γη στους Ουρανούς Τότε ο Αδελφειός έβλεπε όλους εκείνους με χαρά, επιθυμώντας να δει και τον Ιωάννη. Επειδή όμως δεν τον είδε εκεί, λυπήθηκε. Τότε ο φωτόμορφος εκείνος είπε προς τον Αδελφειό· «Γιατί λυπήθηκες»; Εκείνος απάντησε· «Διότι δεν είδα στο τάγμα των Ιεραρχών τον Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη». Και ο εμφανισθείς του λέει· «Τον χρυσό, λες Ιωάννη, το στόμα του Θεού; εκείνον τον υπεράνθρωπο; Γνώριζε ότι αυτόν δεν μπορείς να τον δεις διότι αυτός βρίσκεται εκεί, πού είναι ο θρόνος του Δεσπότου Χριστού». Μία παρόμοια οπτασία είδε και ο Όσιος Μάρκος ο ασκητής και άκουσε τα ίδια λόγια, που άκουσε και ο Αδελφειός, από τον Κύπρου Επιφάνιο, που τον καθοδηγούσε στην οπτασία, που είδε όντας σε έκσταση.

 

(Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής τ. Β΄, Έκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ι. Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄», Νέα Σκήτη Άγιον Όρος σ. 99-101).

Το μαρτύριο του Αγίου Μηνά του Αιγυπτίου(11η Νοεμβρίου)

 

Οι παλαιοί βιογράφοι του Μεγαλομάρτυρα Μηνά μας δίνουν λίγα στοιχεία για την παιδική και νεανική του ηλικία.

Από τα λίγα αυτά, που γνωρίζουμε, είναι το ότι καταγόταν από την Αίγυπτο και ότι γεννήθηκε και έζησε τον Γ΄ μ.Χ. αιώνα (ίσως το 250 μ.Χ. ), εφόσον στον βίο του αναφέρονται άρχοντες της εποχής εκείνης.

Ένα άλλο γνωστό στοιχείο είναι το ότι οι γονείς του Μηνά ήταν ειδωλολάτρες και επομένως με τα κριτήρια της πίστεως μας, ασεβείς. Δηλαδή δεν σεβόταν τον αληθινό Θεό.

Ως τόπος γέννησης του αναφέρεται το Νίκιον της Αιγύπτου, το οποίο συμπίπτει με το σημερινό Κάιρο.

Προερχόμενος από ειδωλολάτρες γονείς ήταν φυσικό να οδηγηθεί, στα πρώτα χρόνια της της ζωής του τουλάχιστον, στην ειδωλολατρική πίστη. Φαίνεται όμως πώς ο Θεός, ο παντογνώστης, έβλεπε άλλα πράγματα στην καρδιά του Μηνά. Και στην εφηβική του ηλικία, με τρόπο που δεν αναφέρουν οι βιογράφοι του, τον οδήγησε στην αληθινή πίστη. Γιατί ο Θεός έβλεπε στον Μηνά τον μελλοντικό ομολογητή και μάρτυρα, όπως πολύ πριν συνέβη αυτό και με τον Απόστολο Παύλο.

Ο άγιος Μηνάς ανάμεσα σε δυο καμήλες. Ελεφάντινο ανάγλυφο 5ου αιώνα.( μουσείο Μιλάνου)

Ελεφάντινο ανάγλυφο 5ου αι. Εικονίζει τον Άγιο Μηνά προσευχόμενο, ανάμεσα στα δυο χαρακτηριστικά ζώα. (Μουσείο Μιλάνου)
Ίσως, στην επιστροφή του Μηνά στην πίστη, ο Θεός να χρησιμοποίησε τους Χριστιανούς της πατρίδας του, ή κάποιους μάρτυρες που «ομιλούν» και μόνο με το μαρτύριο τους.
Ίσως πάλι κάποιους μοναχούς πού, κατ΄άνθρωπον, βρέθηκαν τυχαία στη ζωή του. Το θέμα είναι ότι ο Μηνάς είδε την πλάνη των ειδώλων και γνώρισε το μεγαλείο της πίστεως των Χριστιανών.

Όταν μεγάλωσε ο Μηνάς διάλεξε για επάγγελμα τη στρατιωτική σταδιοδρομία στο ρωμαϊκό στρατό, κάτι που για την εποχή του ήταν πολύ τιμητικό. Κατατάχθηκε στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, κάτω από τις διαταγές κάποιου Αργυρίσκου. Το τάγμα αυτό είχε την έδρα του στο Κοτυάειο της Φρυγίας Σαλουταρίας, δηλαδή στη σημερινή Κιουτάχεια.

 

Ο Μηνάς μόνος του με τον Θεό

O Μηνάς δεν ανεχόταν την ειδωλολατρεία με την ηθική σήψη μάλιστα, που την ακολουθούσε. Την ειδωλολατρία πού επικρατούσε στο στράτευμα, όπως και σε όλη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. ‘Εβλεπε με τα εσωτερικά του μάτια πως πλησίαζε το τέλος της. ‘Ομως κάθε θηρίο, πριν να πεθάνει, έχει τις τελευταίες αναλαμπές. ‘Ετσι κι΄εκείνη. Αφανίστηκε και απεχώρησε από το θέατρο της ιστορίας ξεσηκώνοντας διωγμούς κυρίως εναντίον των Χριστιανών.

Το 297, λοιπόν, μ.Χ. ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός, που ηγεμόνευε μαζί με τον Διοκλητιανό, διέταξε διωγμό εναντίον των Χριστιανών.

Ο ταξίαρχος Φιρμηλιανός, στον οποίον ανήκε και η μονάδα του Μηνά, πήρε εντολή να μεταφέρει τα στρατεύματά του στη Βερβερία της Βόρειας Αφρικής με σκοπό να συλλαμβάνουν τους Χριστιανούς, να τους βασανίζουν για να αλλάξουν την πίστη τους και επιστρέψουν στην ειδωλολατρία, και στην επιμονή τους να τους σκοτώσουν.

Ο Μηνάς δεν το άντεξε αυτό. Κι όταν πληροφορήθηκε τον σκοπό της εκστρατείας, με αγανάκτηση και μίσος, για το στρατιωτικό επάγγελμα, λιποτάκτησε. Πέταξε τη στρατιωτική του ζώνη, που ήταν το εξωτερικό γνώρισμα του στρατιώτη, και ανέβηκε στο βουνό, που βρισκόταν πιο πάνω από το Κοτυάειο, αφιερώνοντας ολοκληρωτικά τον εαυτό του στον Θεό και ζώντας ασκητικό βίο, με προσευχή, νηστεία και αγρυπνία.

Προτίμησε να ζει με τα θηρία παρά να βρίσκεται με τους ειδωλολάτρες, τους εχθρούς του Χριστού.
Έμεινε στο βουνό αρκετό καιρό ζώντας ασκητικά. Η πίστη του σιγά σιγά δυνάμωνε και η καρδιά του κεκαθαρμένη γέμιζε από θείο ζήλο. Ο νους του φωτίστηκε και άναψε μέσα του η φλόγα της θείας αγάπης, και ο πόθος του να ομολογήσει δημόσια τον Χριστό και να μαρτυρήσει γι΄Αυτόν. Τότε του αποκαλύφθηκε ότι ο καιρός του μαρτυρίου έφθασε.

Και καθώς οι ειδήσεις, που έφταναν στον τόπο της ασκήσεως του, μιλούσαν για φοβερούς διωγμούς και βασανιστήρια Χριστιανών, ακόμη και γερόντων και γυναικών και παιδιών, που διαπράττονταν από τους ειδωλολάτρες με σκληρότητα και ωμή βία, έχασε την ησυχία του. Του φαινόταν πως είναι αδικία και ανισότητα, εκείνος να απολαμβάνει την ησυχία και την ασφάλεια και οι Χριστιανοί, που ζούσαν στις πόλεις να ρίχνονται στις φυλακές, να βασανίζονται και να πεθαίνουν.

Ο 'Αγιος Μηνάς στο όρος. Λεπτομέρεια εικόνας, Ο 'Αγιος Μηνάς  Το μαρτύριο και τα θαύματα του (1737)

Λεπτομέρεια εικ. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ. ανώνυμη (1737) παλαιού ναού «Ο άγιος Μηνάς στο όρος»

Κι όταν τόσες γυναίκες και παιδιά και γέροντες καταφρονούσαν τους κινδύνους και περιγελούσαν όλα τα είδη των βασανιστηρίων, τους
τροχούς, τα μαχαίρια, τα σιδερένια νύχια, τις αναμμένες λαμπάδες , τα ξίφη και τα θηρία, αυτός να βρίσκεται απαθής στο βουνό.
Ομολογία πίστεως του Μηνά και έλεγχος των ειδώλων

Η παρουσία του Μηνά στην εορτή των ειδώλων. Λεπτομέρεια εικόνας: Ο 'Αγιος Μηνάς Το μαρτύριο και τα θαύματά του (1737)

Λεπτομέρεια εικ. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ. ανώνυμη (1737) παλαιού ναού «Ο άγιος Μηνάς στην εορτή των ειδώλων»

Τα φοβερά βασανιστήρια που υπέφεραν οι Χριστιανοί τον έκαναν να πάρει την απόφαση να κατεβεί από το βουνό στην πόλη. Την ημέρα εκείνη οι ειδωλολάτρες είχαν γιορτή και πανηγύριζαν με χορούς, αγώνες ιπποδρομίες και διασκεδάσεις. Ήταν μια καλή ευκαιρία για τον Μηνά. Στάθηκε στη μέση της συγκέντρωσης τους και φώναξε δυνατά:

– Είναι καιρός πλέον, όλοι εσείς να μάθετε πώς ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός. Όσο γι’ αυτά τα είδωλα που εσείς λατρεύετε, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ξύλα τυφλά, άλαλα και αναίσθητα.

Όταν οι ειδωλολάτρες άκουσαν αυτά τα λόγια, άφησαν τους χορούς, τους αγώνες και τα παιχνίδια και συγκεντρώθηκαν γύρω του για να δουν ποιος ήταν. Και θαύμασαν για το πώς ένας απλοϊκός άνθρωπος τόλμησε μόνος του να εκστομίσει αυτά τα τολμηρά λόγια μπροστά σε τόσο μεγάλο πλήθος.

Μέσα στο πλήθος υπήρχαν και κρυπτοχριστιανοί, που χάρηκαν και θαύμασαν πολύ το μεγάλο θάρρος του και ενισχύθηκε η πίστη τους. Αντίθετα οι ειδωλολάτρες, μετά τον πρώτο θαυμασμό, γέμισαν με οργή και λύσσα. Όρμησαν επάνω του και τον συνέλαβαν. Σέρνοντάς τον και χτυπώντας τον τόν έφεραν μπροστά στο διοικητή της πόλης, τον Πύρρο. Εκείνη την ώρα καθόταν σ’ ένα υψηλό θρόνο και παρακολουθούσε τη γιορτή.

Η σεμνή περιβολή του Μηνά, η ηλικία του – ήταν τότε γύρω στα πενήντα – γενικά η μορφή του, έκαναν τον διοικητή να τον εξετάσει με καλοσύνη. Τον ρώτησε, λοιπόν, με ηρεμία από ποια χώρα καταγόταν, πώς λεγόταν, ποιος ήταν και ποια θρησκεία πρέσβευε.

Ο Μηνάς ενώπιον του δικαστή - τριβούνου. Λεπτομέρεια εικόνας: Ο 'Αγιος Μηνάς Το μαρτύριο και τα θαύματά του (1737)

Ο Μηνάς τότε του απάντησε με θάρρος:

– Λέγομαι Μηνάς και κατάγομαι από την Αίγυπτο. Κάποτε ήμουν κι εγώ στρατιώτης, αλλά βλέποντας πως εσείς οι ειδωλολάτρες είσαστε σκληροί προς τους Χριστιανούς και ασεβείς, παράτησα τα αξιώματά σας και έφυγα στα βουνά για να ζήσω ως Χριστιανός. Τώρα ήλθα να παρουσιαστώ μπροστά σας και να ομολογήσω πως ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός γιατί κι Αυτός θα με ομολογήσει ως ταπεινό δούλο Του άξιο της βασιλείας των ουρανών, όπως το διακήρυξε ο Ίδιος: «Καθέναν που θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά στον Πατέρα μου, που βρίσκεται στους ουρανούς» (Λουκ. ιβ΄8).

‘Οταν τα άκουσε αυτά ο διοικητής θύμωσε πολύ και διέταξε να φυλακίσουν τον Μηνά, για να σκεφθεί με ποιο μαρτύριο θα τον θανατώσει.

Την άλλη μέρα, όταν τελείωσε πια το ειδωλολατρικό πανηγύρι, ο Πύρρος διέταξε να φέρουν τον Μηνά, από τη φυλακή, μπροστά του. Κι όταν τον έφεραν του εξέθεσε δυο κατηγορίες. Η πρώτη ήταν πώς τόλμησε να λέει υβριστικά λόγια για τους θεούς μπροστά σε τόσο πλήθος, χωρίς να

λογαριάσει την αξιοπρέπεια του διοικητή, και η δεύτερη, πώς λιποτάκτησε από την υπηρεσία του βασιλιά.

Ο Μηνάς παραδεχόμενος τις κατηγορίες, του απάντησε με θάρρος:

– Ναι, άρχοντα μου μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να ομολογούμε φανερά και με θάρρος τον Χριστό, διότι είναι Θεός, και το αληθινό φως. Και δεν πρέπει να φοβόμαστε εκείνους, που σκοτώνουν το σώμα, δεν μπορούν όμως να βλάψουν την ψυχή ( Ματθ. ι΄28), αλλά και να Τον διακηρύττουμε με όλη μας τη δύναμη.

Ο διοικητής άκουσε τα λόγια του Μηνά και του είπε:

– Μηνά δεν είσαι κανένας ανόητος νέος, που να μη γνωρίζει το συμφέρον του. Είσαι σχεδόν γέρος. Μη συμπεριφέρεσαι, λοιπόν, ανόητα, καταφρονώντας τη ζωή και προτιμώντας τον θάνατο. Σκέψου σαν ώριμος άνδρας και έλα με το μέρος μας για να έχεις την πρώτη θέση. Οι θεοί που χθες έβριζες θα σε συγχωρήσουν και ο βασιλιάς θα σε τιμήσει.

Ο Μηνάς σαν άκουσε τα λόγια αυτά του διοικητή, γέλασε και του είπε:

– Άρχοντα μου, δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο, το οποίο να μπορεί να με κάνει ν’ αλλάξω γνώμη. Δεν υπάρχει κανένα βασανιστήριο που να μπορέσει να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Κι αν θέλεις να το δοκιμάσεις στην πράξη, μεταχειρίσου όποιο βάσανο θέλεις και εγώ θα σου χρωστώ ευγνωμοσύνη.

 

Ο Μηνάς στα βασανιστήρια

Ακούγοντας τα προκλητικά αυτά λόγια του Μηνά ο Πύρρος, έξω φρενών και με ασυγκράτητο θυμό πρόσταξε τους στρατιώτες του:

 

– Πιάστε αυτόν τον υβριστή και τεντώστε τον στη γη από τα τέσσερα άκρα του. Πάρτε νωπά βούνευρα και χτυπάτε τον αλύπητα, για να απολαύσει εκείνο που ζητά.

 

Οι στρατιώτες ανέλαβαν αμέσως το έργο. Αλλά ο Μηνάς έδειξε τέτοια καρτερία και υπομονή, που θα

 

νόμιζε κανείς πως βασανιζόταν κάποιος άλλος και όχι αυτός, και φαινόταν πως το μαρτύριο μάλλον τον ευχαριστούσε. Οι στρατιώτες κουράστηκαν να χτυπούν και άλλαξαν δυο-τρεις φορές, χωρίς ν΄αλλάξει ο Μηνάς. Και όλοι θαύμαζαν την ανδρεία και την υπομονή του. Κάποιος παλιός φίλος του από τους στρατιώτες, ο Πηγάσιος, βλέποντας πως το σώμα του Μηνά κόντευε να διαλυθεί από τις πολλές πληγές, τον πλησίασε και τον παρακάλεσε:

– Δεν βλέπεις, Μηνά, πως σχεδόν έχεις διαλυθεί; Οι σάρκες σου κολλάνε στα λουριά των μαστιγίων και σε λίγη ώρα άδικα θα θανατωθείς; Πες μόνο με τα χείλη σου πως θυσιάζεις στα είδωλα, και ο Θεός σου, που γνωρίζει την καρδιά σου, δεν θα στο λογαριάσει. Δε θα το κάνεις με τη θέληση σου, αλλά υποχωρώντας μόνο στη βία και τις αφόρητες πληγές.

Όταν άκουσε τα λόγια αυτά ο Μηνάς, τον κοίταξε με αυστηρό βλέμμα και του είπε:

– Φύγε από κοντά μου, εχθρέ της αλήθειας. Δεν είσαι πια φίλος μου, όταν λες αυτά τα λόγια. Εγώ μόνο στο Χριστό προσφέρω θυσίες και θα θυσιαστώ μόνο σ’ Αυτόν, που είναι βοηθός και

σωτήρας μου. Αυτός με βοηθά για να υπομένω και να αντέχω τις πληγές αυτές με χαρά.
Πεισματωμένος ο Πύρρος από τη στάση αυτή του Μηνά, πρόσταξε τους στρατιώτες του να τον δέσουν ψηλά τεντωμένο, επάνω σε όρθια σανίδα και με σιδερένια νύχια να ξύνουν το σώμα του μέχρι που να φανούν τα σπλάχνα του. Σε όλη τη διάρκεια και αυτού του βασανιστηρίου ο άκαρδος Πύρρος τον ειρωνευόταν:

– Δοκίμασε, Μηνά, στο σώμα σου λίγα βασανιστήρια, για να σωφρονιστείς, ή μήπως θέλεις και άλλη τιμωρία για να αισθανθείς πιο μεγάλη χαρά και αγαλλίαση;

Ο Μάρτυρας τότε του απάντησε:

– Είναι ανοησία σου να νομίζεις πως θα μου αλλάξεις την πίστη με τέτοια παιχνίδια. Στο ξαναλέω πως με κανένα μαρτύριο δεν πρόκειται να μετακινήσεις ούτε να σαλέψεις την ομολογία μου στον Χριστό.

Τότε ο Πύρρος διέταξε τους στρατιώτες να ξύνουν το σώμα του Μηνά πιο δυνατά. Και συγχρόνως του έλεγε:

– Άφησε το πείσμα σου, Μηνά, και υποτάξου στη διαταγή του μεγάλου αυτοκράτορα Μαξιμιανού.

Και ο άρχοντας πήρε την κατάλληλη απάντηση από τον Μηνά:

– Φαίνεται πως δεν ξέρεις ποιος είναι ο Βασιλιάς, στον Οποίον πιστεύω, γι’ αυτό με παροτρύνεις να Τον απαρνηθώ και να υποταχθώ στον θνητό γήϊνο βασιλιά. Εγώ, όμως, δεν αρνούμαι τον αληθινό Βασιλιά, που χαρίζει ζωή και πνοή σε όλα όσα υπάρχουν στη γη και δίνει και την εξουσία στους βασιλείς.

Η επιμονή του Μηνά έκανε τον Πύρρο να απελπιστεί. Γι’αυτό δοκίμασε άλλη μέθοδο για να τον προσελκύσει. Έκανε πως δεν αντιλαμβανόταν τι του έλεγε ο Μηνάς και τον ρώτησε:

– Και ποιος είναι, Μηνά αυτός που δίνει εξουσία στους βασιλείς και είναι βασιλιάς όλης της κτίσης;

Έτσι δόθηκε στον Μηνά μια φορά ακόμα η ευκαιρία να ομολογήσει τον Χριστό.

Σκηνή από το μαρτύριο. Λεπτομέρεια εικόνας: Ο Άγιος Μηνάς  (1828)

 

 

 

Λεπτομέρεια εικ. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ. από τον μητροπολίτη Κρήτης Καλλίνικο (1828) παλαιού ναού «Σκηνή από το μαρτύριο»

 

Απάντησε στον Πύρρο: – Αυτός, άρχοντά μου, είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού. Είναι αθάνατος και σ΄Αυτόν υποτάσσονται όλα όσα υπάρχουν στον ουρανό και τη γη.

 

Ο σκληρός άρχοντας απάντησε με έμφαση:

 

– Δεν ξέρεις, Μηνά, πως το όνομα αυτό που αναφέρεις, εξοργίζει τους βασιλείς και προστάζουν να σας τιμωρούμε αλύπητα, όταν το προφέρετε;

Κι ο Άγιος του αποκρίθηκε:

– Δε με ενδιαφέρει, ούτε με στενοχωρεί αν εξοργίζονται οι βασιλείς. Εγώ έχω ένα σκοπό μόνο: Να πεθάνω ομολογώντας το όνομα του Ιησού Χριστού, γιατί, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Ούτε θλίψη, ούτε διωγμός, ούτε λύπη, ούτε γυμνότητα, ούτε κίνδυνος, ούτε θάνατος με ξίφος (Ρωμ. η΄38).

Αγρίεψε ο Πύρρος ακούγοντας αυτά τα λόγια του Μηνά και πρόσταξε τους στρατιώτες να πάρουν τρίχινα σακιά και με αυτά να τρίβουν δυνατά το ήδη γδαρμένο σώμα του Μηνά. Εκείνος, παρ΄όλα αυτά άκαμπτος, τους έλεγε:

– Ξεντύνομαι σήμερα τον δερμάτινο χιτώνα της αμαρτίας και ντύνομαι το λαμπρό φόρεμα της βασιλείας του Θεού.

Ο Πύρρος πρόσθεσε κι άλλο βασανιστήριο, όταν είδε πως ο Μηνάς δεν λύγισε. Πρόσταξε ν΄ανάψουν λαμπάδες και να καίνε το πληγωμένο σώμα του Μηνά. Ούτε όμως και με αυτό έφερνε το αποτέλεσμα που ήθελε, γιατί ο Μηνάς θεωρούσε το βασανιστήριο αυτό παιχνίδι και έλεγε:

– Έχω βοηθό μου τον Χριστό, που μας δίδαξε να μη φοβόμαστε εκείνους που σκοτώνουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να βλάψουν τη ψυχή μας. (Ματθ. ι΄28).

Όταν απελπισμένος ο Πύρρος είδε πως τίποτε δεν μπορούσε να πτοήσει τον Μηνά, πρόσταξε να τον κατεβάσουν από το ξύλο και αφού τον ‘φέραν μπροστά του, τον ρώτησε:

– Πες μου, Μηνά από που απέκτησες αυτή τη σοφία, ώστε να αποκρίνεσαι στο καθετί με τόση ευστοχία, αφού ήσουν ένας τραχύς στρατιώτης, συνηθισμένος στους πολέμους και σκοτωμούς;

Ο Μηνάς φωτισμένος από τον Θεό, είπε:

– Ο Θεός μου, που είναι η μόνη αληθινή σοφία, με φώτισε να ελέγξω την αθεϊα σας. Αυτός μας δίδαξε πως, «όταν πηγαίνετε μπροστά σε βασιλείς και ηγεμόνες για το όνομα μου, να μη φροντίζετε πώς και τι θα μιλήσετε, διότι την ώρα εκείνη θα σας δοθεί σοφία, ώστε κανένας να μη μπορεί να σας φέρει αντίρρηση ή να σας αντισταθεί κι όταν ακόμη δεν συμφωνεί μαζί σας » (Λουκ.κα΄15).

Ο Πύρρος ρώτησε:

– Ήξερε ο Χριστός σας ότι επρόκειτο να βασανιστείτε από εμάς;

Και ο Μηνάς του απάντησε:

– Και βέβαια το ήξερε, γιατί είναι Θεός αληθινός, παντογνώστης, και γνωρίζει τα πάντα που πρόκειται να συμβούν.

Τέλος ο Πύρρος, μη μπορώντας να αποστομώσει τον Μηνά με κανένα τρόπο, και να ξεφύγει από τη συζήτηση, του είπε:

– Άφησε Μηνά τις μωρολογίες και τις περιττολογίες και διάλεξε ένα από τα δύο. Το να ακολουθήσεις τον Χριστό, ή να έλθεις μαζί μας.

Ο Μηνάς του απάντησε:

-Με τον Χριστό μου ήμουν, είμαι και θα είμαι πάντοτε.

Κι ο Πύρρος πρόσθεσε:

– Λυπάμαι να σε θανατώσω, Μηνά γιατί μου φαίνεσαι καλός άνθρωπος. Σου δίνω προθεσμία μιας ώρας για να σκεφτείς το ζήτημα καλύτερα.

Ο Μηνάς ενώπιον του δικαστή - τριβούνου. Λεπτομέρεια εικόνας: Ο 'Αγιος Μηνάς Το μαρτύριο και τα θαύματά του (1737)

 

 

 

Λεπτομέρεια εικ., Ο ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ, ανώνυμη (1737) παλαιού ναού «Ο άγιος Μηνάς ενώπιον του δικαστού (τριβούνου)»

 

Όμως ο Άγιος τον διέκοψε
– Και δέκα χρόνια κι αν μ’ αφήσεις, άρχοντα μου, δεν πρόκειται να

 

αλλάξω γνώμη και αυτό που ξέρω είναι να κηρύττω πάντα τον Χριστό μου, αληθινό Θεό, τους δε δικούς σας θεούς να τους ονομάζω, όπως και πραγματικά είναι, ξύλα κούφια και τυφλά κι αναίσθητα κι ακάθαρτους δαίμονες.
Εξοργισμένος ο άρχοντας προστάζει να ρίξουν σιδερένια τριβόλια στη γη οι στρατιώτες του και να σύρουν επάνω τους τον Άγιο γυμνό για αρκετή ώρα. Ο Μηνάς άντεξε, περιφρονώντας τους ειδωλολατρικούς θεούς. Γι’ αυτό ο Πύρρος διέταξε τους στρατιώτες του να τον χτυπούν συγχρόνως και με αγκαθωτά ραβδιά στον τράχηλο λέγοντάς του να τιμά τους θεούς και τους βασιλείς. Ωστόσο ο Μηνάς έχαιρε ψάλλοντας:

 

– « Παρανόμους εμίσησα, τον δε νόμον σου ηγάπησα » (Ψαλμ. ριη΄ 113).

 

 

 
Το τέλος του Μηνά.

Ο Μηνάς σταθερός στην πίστη του αντιμετώπιζε με καρτερικότητα τα βασανιστήρια. Το σώμα του μπορεί να υπέφερε όμως η ψυχή του ήταν δοσμένη στο δημιουργό και Θεό Του. Δεν τον ενδιέφερε όποια απόφαση και αν έπαιρνε ο δικαστής. Ήταν αποφασισμένος να πεθάνει για την πίστη του.

Η απόφαση του αποκεφαλισμού. Λεπτομέρεια εικόνας:Ο  Άγιος Μηνάς Το μαρτύριο και τα θαύματά του (1737)

Απόφαση του αποκεφαλισμού.

Τότε ένας από τους στρατιώτες που λεγόταν Ηλιόδωρος, θέλοντας να φανεί ευάρεστος στον Πύρρο, τον πλησίασε και του είπε:

– Νομίζω, άρχοντα μου, πως αυτό το μιαρό γένος των Χριστιανών είναι ισχυρογνώμον. Δεν πείθεται με τίποτε. Για να γλιτώσεις από αυτόν, δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά να διατάξεις να τον αποκεφαλίσουν και έτσι να λάβει το τέλος που του αρμόζει.

Όταν το άκουσε αυτό ο Πύρρος, κι αφού βεβαιώθηκε ότι ο Μηνάς είχε αμετάθετη γνώμη, μετά από όσα συνέβησαν, υπέγραψε τη θανατική απόφαση, που έλεγε:

« Τον Αιγύπτιο Μηνά τον υβριστή των μεγάλων θεών, διατάσσω να τον αποκεφαλίσουν ».

Όταν κοινοποιήθηκε η απόφαση, πολλοί φίλοι του Μηνά έτρεξαν κοντά του και με λύπη τον παρακαλούσαν:

– Μη μας περιφρονείς, Μηνά, εμάς τους φίλους σου. Μη περιφρονείς τη γλυκειά ζωή, προτιμώντας τον θάνατο. Άλλαξε γνώμη για να βρίσκεσαι πάντοτε μαζί μας και να είσαι καύχημά μας.

Έλεγαν κι άλλα πολλά οι φίλοι του προσπαθώντας να τον κάνουν να αλλάξει γνώμη, έστω και την ύστατη στιγμή. Αυτός όμως τα θεώρησε δαιμονικές προτροπές και φαρμάκι φιδιού και τους απάντησε.

– Φύγετε από κοντά μου, θεόμαχοι, και φροντίστε να αλλάξετε εσείς γνώμη, και να απομακρυνθείτε από την πλάνη των ειδώλων. Η ζωή αυτή η πρόσκαιρη σε λίγο θα παρέλθει και θα κληρονομήσετε εσείς και οι βασιλείς σας αυτό που διαλέξατε, την αιώνια καταδίκη.

Βλέποντας οι στρατιώτες ότι ήταν αδύνατον να τον μεταπείσουν, τον οδήγησαν έξω από την πόλη για να τον αποκεφαλίσουν.
Στην πορεία του ο Μηνάς διέκρινε μερικούς φίλους του κρυπτοχριστιανούς και τους είπε μυστικά την επιθυμία του. Μετά τον αποκεφαλισμό του να παραλάβουν το σώμα του και να τον μεταφέρουν στην πατρίδα του την Αίγυπτο. Όταν έφτασαν στον τόπο της εκτέλεσης, ο Μηνάς ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και προσευχήθηκε μ’ αυτά τα λόγια:

– Σ’ ευχαριστώ, Κύριε και Θεέ μου, γιατί με καταξίωσες να υποφέρω όλα αυτά τα βασανιστήρια και να γίνω κοινωνός των παθημάτων Σου. Σ’ ευχαριστώ που δεν επέτρεψες να με κερδίσουν οι αντίχριστοι, αλλά με φύλαξες σταθερόν ως το τέλος στην ομολογία Σου. Σε παρακαλώ τώρα, παράλαβε την ψυχή μου και κάνε με άξιο της επουράνιας Βασιλείας Σου. Και δώσε τη χάρη και βοήθεια σ’ εκείνους που θα επικαλούνται το όνομα μου.

Όταν τελείωσε, γονάτισε και ο δήμιος του έκοψε το κεφάλι. Ήταν 11 Νοεμβρίου του έτους 296μ.Χ..

Η σκηνή του αποκεφαλισμού. Λεπτομέρεια εικόνας: Το μαρτύριο και τα θαύματά του (1737)Ο αποκεφαλισμός.

Οι ειδωλολάτρες πήραν το κεφάλι και το σώμα του Αγίου και τα έριξαν στη φωτιά. Ότι όμως απέμειναν από τη φωτιά, το πήραν οι κρυπτοχριστιανοί και το τύλιξαν με σεντόνια και μύρα το μετέφεραν κοντά στη Μαρεώτιδα λίμνη της κάτω Αιγύπτου, στη θέση που σήμερα λέγεται στα αραβικά Ελ Αλαμέιν, δηλαδή τόπος του Μηνά.

Στο μέρος εκείνο, η καμήλα που μετέφερε τα άγια λείψανα του, σταμάτησε και δεν προχωρούσε με κανένα τρόπο. Τότε εννόησαν όλοι πως ήταν θέλημα Θεού να ταφούν εκεί τα άγια λείψανα.

Σύντομα ο τάφος του έγινε τόπος προσκυνήματος και πολλοί μετέβαιναν εκεί για να θεραπευτούν από την ελονοσία παίρνοντας το θαυματουργό νερό από την πηγή του.

Ο Μηνάς έλαβε χάρη από τον Κύριο να θαυματουργεί. Και θαυματουργεί συνεχώς από την εποχή του μαρτυρίου μέχρι σήμερα.

ΠΗΓΗ.www.clab.edc.uoc.gr