RSS

Category Archives: ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

Ο «Έγκλειστος» Άγιος Νεόφυτος ο Κύπριος (28 Σεπτεμβρίου)

(Φώτης Κόντογλου)

Αυτός ο άγιος ήτανε βλάστημα της μοσκοβολημένης Κύπρου. Γεννήθηκε στα 1134 στο χωριό Λεύκαρα, που τώρα το λένε Κάτω Δρυ, κοντά στη Λάρνακα. Η Κάτω Δρυ χτίσθηκε ύστερα από την κοίμηση του αγίου. Η γενιά του λεγότανε Καταμούτηδες και βρίσκεται ακόμα. Από μικρός ήτανε διαλεγμένος από το Θεό να γίνει άγιος. Γιατί δεν συνήθιζε σαν τ᾿ άλλα τα παιδιά που παίζουνε και διασκεδάζουνε, παρά ο μονάχος πόθος του ήτανε να αφοσιωθεί στον Χριστό και τη θρησκεία του. Σαν γίνηκε 18 χρονών, οι γονιοί του τον αρραβωνιάσανε. Μα ο Νεόφυτος έφυγε από το πατρικό του σπίτι και πήγε στο μοναστήρι του Χρυσοστόμου στο βουνό Κουτζουβέντη. Ύστερα από δύο μήνες τον βρήκανε οι δικοί του και γύρισε στο σπίτι τους, μα δεν έστερξε να παντρευτεί, παρά ήθελε να καλογερέψει. Βλέποντας οι γονιοί του αυτή τη στερεή απόφαση του, τον αφήσανε λεύτερο. Βγαίνει λοιπόν πάλι από το σπίτι τους και πηγαίνει για δεύτερη φορά στο μοναστήρι του Κουτζουβέντη κ᾿ έπεσε στα πόδια του ηγουμένου παρακαλώντας τον να τον κάνει δόκιμο. Και κείνος τον έκανε. Επί πέντε χρόνια φύλαγε τ᾿ αμπέλια του μοναστηριού και μάθαινε να λέγει απ έξω το Ψαλτήρι και άλλα τα γράμματα. Αλλά δεν τον ευχαριστούσε η ασκητική ζωή σ᾿ αυτό το μοναστήρι, γιατί ήθελε πιο αυστηρή καλογερική, και μίσεψε από κει και πήγε στο Μελισσόβουνο κι᾿ ασκήτεψε ένα χρόνο μέσα σ᾿ ένα σπήλαιο. ΄Υστερα μπαρκάρισε και πήγε στον Άγιο Τάφο κι᾿ απόμεινε έξι μήνες εκεί πέρα. Μετά, γύρισε πάλι στην Κύπρο και πήγε στην Πάφο και τον πιάσανε οι στρατιώτες που φυλάγανε το κάστρο και τον βάλανε φυλακή ένα μερόνυχτο. Σαν τον λευτερώσανε, τράβηξε παραμέσα στο νησί για να βρει μέρος ήσυχο να ασκητέψει. Περπάτησε όπως τον φώτισε ο Θεός κ᾿ έφτασε σ᾿ ένα μέρος απόγκρεμνο, και έψαχνε από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβρη. Τέλος βρήκε ένα σπήλαιο που φωλιάζανε μέσα όρνια και φίδια κ᾿ έπιασε και το βάθαινε. Ένα χρόνο δούλεψε σκληρά κι᾿ αποτελείωσε τ᾿ ασκηταριό του τη μέρα του Τιμίου Σταυρού. Αυτό το σπήλαιο το ονόμασε ο άγιος «Εγκλείστρα» κι᾿ ο ίδιος είναι γραμμένος στο συναξάρι του με τ’ όνομα «ο άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος». Η αγιοσύνη του ξακούσθηκε σε όλη την Κύπρο και προστρέξανε πολλοί να μονάσουνε κοντά του. Τότε έπιασε κ᾿ έχτισε μοναστήρι μεγάλο, τιμημένο εις μνήμην του Τιμίου Σταυρού. Όλα βρίσκονται ως τα σήμερα απείραχτα. Η σπηλιά της Εγκλείστρας είναι καταζωγραφισμένη από τον καιρό του αγίου Νεοφύτου, με υποθέσεις από το Ευαγγέλιο και με οσίους σε σχήμα ήσυχο και απλό. Σ᾿ ένα κελλί σκαμμένο στο παραμέσα μέρος του βράχου, βρίσκεται ο τάφος του αγίου. Μέσα σ᾿ αυτό το σπήλαιο απόμεινε κατακλειδωμένος με νηστεία και με προσευχή επί πολλά χρόνια. Μονάχα κάθε Κυριακή κατέβαινε με μία σκάλα στην παρακάτω σπηλιά και δίδασκε τους μαθητές του. Σ᾿ αυτή τη διαγωγή έζησε πενήντα πέντε χρόνια και μελετούσε την αγία Γραφή μέρα και νύχτα. Και με όλο που ήτανε λιγογράμματος ο μακάριος, έγραψε πολλά αγιασμένα γραψίματα, γεμάτα από την ευωδία του Αγίου Πνεύματος, σε δεκαέξι βιβλία συναθροισμένα. Προείδε τη μέρα της κοίμησής του και μάζεψε γύρω του τους μαθητές του και τους ορμήνεψε να ζούνε με αγάπη και ομόνοια, σύμφωνα με τον Κανόνα, που τους άφησε γραμμένο. Παράδωσε το πνεύμα του στον Κύριο στις 12 Απριλίου κατά το 1215 πάνω κάτω.

Αυτός ο άγιος είναι από εκείνες τις απλές ψυχές που δεχτήκανε τον Χριστό σαν φυσική θροφή της ψυχής τους, δίχως να μάθουνε γράμματα πονηρά. Το πρώτο βιβλίο, που έμαθε να το λέγει απέξω και που τ᾿ αγάπησε πολύ, ήτανε το Ψαλτήρι του προφητάνακτα Δαυίδ. Ύστερα αποστήθισε διάφορες ευχές και τροπάρια και λόγια των πατέρων της Εκκλησίας. Κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν τον δίδαξε, γι᾿ αυτό μπορεί να πει κανένας πως ο άγιος Νεόφυτος είναι «διδακτὸς Θεού». Ό,τι έγραψε είναι γραμμένο με το δικό του τον τρόπο, ευωδιασμένο από ευλάβεια κι᾿ από φόβο Θεού. Έγραψε «Ερμηνείαν εις την Εξαήμερον» ήγουν για τη Δημιουργία του κόσμου, λόγους «εις την αρχὴν του Ινδίκτου, εις τον Αρχάγγελον Γαβριήλ, εις τον άγιον μάρτυρα Μάμαντα, εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, εις τον τίμιον και ζωοποιὸν Σταυρόν, εις τον οσιομάρτυρα Πολυχρόνιον» και πολλοὺς άλλους. Έγραψε ακόμα «Περὶ της Αποκαλύψεως του Αγίου Ιωάννου», «Περὶ σεισμών διαφόρων», «Ερμηνείαν των Ψαλμών» και άλλα. Απ᾿ αυτά σταχυολογήσαμε λιγοστά και τα βάζουμε παρακάτω.

Στην Ερμηνεία της Εξαημέρου, γράφει πως αποφάσισε να γράψει γι᾿ αυτή τη μεγάλη υπόθεση: «Μου φαίνεται καλὸ να πω από ποιὰ αιτία έφθασα στην απόφαση να συντάξω τούτο το βιβλίο. Τον καιρό λοιπόν που με φώτισε κάποια θεϊκή ανατολή άνωθεν και με έστρεψε μακριά από τις ματαιότητες της ζωής, κι᾿ οδήγησε τα πόδια μου σε ίσιους δρόμους και σε οδόν ειρήνης, ώστε να ακολουθήσω το μοναχικό βίο, ξέφυγα κρυφά από τους γονιούς μου κι᾿ από τα εφτά τ᾿ αδέρφια μου, αρσενικά και θηλυκά, κ᾿ έφθασα σε κάποιο άγιο μοναστήρι. Εκεί πέρα έτυχε να ακούσω την προφητεία που λέγει «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» και τ’ άλλα λόγια που έρχουνται κατόπι, και πολύ θαύμασα σαν τ᾿ άκουσα· γιατί δεν είχα ακούσει ποτε τέτοιον λόγο, επειδή ήμουνα αγράμματος και δεν ήξερα ούτε το άλφα κ᾿ ήμουνα παιδί ως δεκαοχτὼ χρονών στην ηλικία. Και τόσο θαύμασα από τα λόγια αυτά που άκουσα και τόσο πολὺ τ᾿ αγάπησε η ψυχή μου, που μακάρι έλεγα να διαβάζανε τέτοια αναγνώσματα και να τ’ άκουγα, μ᾿ όλο που δεν καταλάβαινα το νόημα που είχανε, εκτός το «εν αρχή εποίησεν ο Θεός και ότι είδεν ο Θεός ότι καλά λίαν» και τίποτα περισσότερο απ᾿ αυτά δεν ένοιωθα. Αλλὰ δεν ήθελα να ρωτήσω και κανέναν να μου τα εξηγήσει, και μονάχα μέσα στης καρδιάς μου τον κρυφό τόπο φύλαγα αυτό το θαύμα. Και σαν με βάλανε οι γέροντές μου να κλαδεύω τ᾿ αμπέλια, έπιασα να μαθαίνω κάποια γράμματα με τη βοήθεια του Θεού και τις ευχὲς που λέγανε οι μοναχοί τη νύχτα και τη μέρα. Μα η θεία χάρη μου χάρισε περισσότερο κι᾿ από αυτά, ώστε να μάθω να λέγω απ’ έξω ολόκληρο το ιερό Ψαλτήρι. Και σαν μου ήρθε πάλι κάποια φώτιση να φύγω από το θόρυβο του κοινοβίου και να πάγω να ησυχάσω, τότε ήβρα καιρό ησυχίας, κ᾿ επειδή είχα στη θύμησή μου αυτά τα θεϊκά λόγια που είπα, έψαχνα να βρω περισσότερο από κάθε άλλο βιβλίο εκείνο το προφητικό. Και σαν το βρήκα, το έμαθα απ᾿ έξω με τη βοήθεια του Θεού, από τον πόθο που είχα για όσα έλεγε. Κ᾿ έμαθα όχι μονάχα την εξαήμερη κοσμοκτισία, αλλὰ κι᾿ όσα λέγει για τον Παράδεισο και για την παράβαση, για τον κατακλυσμό και για την πυργοποιΐα, έως το φίλο του Θεού τον Αβραάμ, κι᾿ είχα πολύ θαυμασμό για τα θεϊκά λόγια αυτής της Γραφής».

Για τις συμφορές της Κύπρου γράφει «Περὶ των κατά την χώραν Κύπρον σκαιών», κι᾿ αρχίζει με τούτα τα λόγια: «Το σύννεφο σκεπάζει τον ήλιο κ᾿ η αντάρα τα όρη και τα βουνά, και μποδίζανε τη ζέστη και τη φωτεινη αχτίνα του ήλιου για λίγον καιρό. Κ᾿ εμάς μας έχει σκεπασμένους δώδεκα χρόνια τώρα σύννεφο κι᾿ αντάρα από βάσανα απανωδιαστά που πέσανε πάνω στη χώρα μας. Γιατί σαν πήρε την Ιερουσαλὴμ ο άθεος Σαλαχαντὴς και την Κύπρο ο Ισαάκιος ο Κομνηνός, σκεπάσανε τον τόπο χειρότερα από αντάρες και φουρτούνες, πόλεμοι και ταραχὲς κι᾿ ακαταστασίες, κουρσέματα κ᾿ αιματοχυσίες. Γιατί να, ο ζωηφόρος τάφος του Κυρίου και τ’ άλλα τα άγια δοθήκανε στους σκύλους Μουσουλμάνους για τις αμαρτίες μας και δακρύζει για τούτη τη συμφορά κάθε ψυχή π᾿ αγαπά το Θεό. Σαν τα είδανε αυτά, ταραχθήκανε τα έθνη και τα βασίλεια, κατά το γραμμένο, ο Αλαμάνος λέγω κι᾿ ο Εγκλινίας και σχεδόν κάθε έθνος κίνησε για να σώσει την Ιερουσαλήμ και δεν μπορέσανε να κάνουνε τίποτα. Και να, δώδεκα χρόνια, και τα κύματα αγριεύουνε και ψηλώνουνε χειρότερα… Κι᾿ αυτά συγχωρηθήκανε να γίνουνε για τις αμαρτίες μας τις μεγάλες, με δίκαια απόφαση του Θεού, για να ταπεινωθούμε κ᾿ ίσως συγχωρεθούμε. Είναι μία χώρα Ιγκλιτέρρα, πιο μακριά από τη Ρωμανία κατά το βοριά, κι᾿ από δαύτη σύννεφο Ιγκλίνων μαζί με τον άρχοντά τους μπήκανε σε κάτι καράβια μεγάλα που τα λένε νάκκες και ταξιδέψανε για τα Ιεροσόλυμα. Τότε τράβηξε για τα Ιεροσόλυμα κι᾿ ο βασιλιάς των Αλαμάνων με εννιακόσιες χιλιάδες. Μα αυτός, περπατώντας κατά τα ανατολικά μέρη του Ικονίου, έχασε τα στρατεύματά του από το περπάτημα κι᾿ από την πείνα κι᾿ από τη δίψα κι᾿ ο ίδιος ο βασιλιάς πνίγηκε μέσα σ᾿ ένα ποταμό καβάλα στ᾿ άλογό του. Κι᾿ ο Ιγκλίτερ ήρθε στη Κύπρο και τη βρήκε σαν χαροκαμένη μάνα…

Η χώρα μας είναι σαν τη θάλασσα πούναι αγριεμένη από πολλή ανεμοζάλη. Και μάλιστα η συμφορά μας είναι χειρότερη κι᾿ από την άγρια τη θάλασσα. Γιατί η θάλασσα, σαν περάσει η αγριάδα της, έρχεται η γαλήνη, ενώ σ᾿ εμάς η φουρτούνα χειροτερεύει κάθε μέρα κ᾿ η μανία της δεν έχει τέλος. Στο Λευιτικό βιβλίο είναι γραμμένα όσα βρήκανε τη χώρα μας, πόλεμοι, σπάρσιμο χωρίς απολαβή, φάγωμα των κόπων μας από τους οχτρούς μας. Κ᾿ η δύναμή μας γίνηκε ένα τίποτα· κι᾿ απομείναμε λιγοστοί. «Πορευθήκατε σε μένα πλάγια, μας λέγει ο Θεός, κ᾿ εγώ θα πορευθώ σε σας με θυμό πλάγιον». Κι᾿ αληθινά έτσι είναι· γιατί αν δεν κουτσαθεί κανένας, ούτε κι᾿ ο γιατρός τον κόβει με το νυστέρι, κι᾿ ούτε του καίει το πονεμένο μέρος. Λοιπόν είναι φανερό πως κ᾿ εμείς, αν δεν πικραίναμε κάποτε τον πανάγαθο γιατρό μας και δεν πηγαίναμε σ᾿ αυτόν πλάγια, κ᾿ Εκείνος δε θα φερνότανε σε μας πλάγια και δε θα μας πίκραινε για να σωθούμε».

(Φώτης Κόντογλου, από το «Ασάλευτο Θεμέλιο», Ακρίτας 1996)

 
Σχολιάστε

Posted by στο Σεπτεμβρίου 27, 2011 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Αγ. Νικάνορας

 

 Ο άγιος Νικάνορας είναι ο δικός μας Άγιος εδώ στη Δυτική Μακεδονία. Το μοναστήρι του, επάνω από την αριστερή όχθη καθώς κατεβαίνει ο ποταμός Αλιάκμονας στην επαρχία Γρεβενών, για πεντακόσια και παραπάνω χρόνια είναι το ιερό προσκύνημα του τόπου μας. Και τα άγια λείψανά του κάθε χρόνο από χωριό σε χωριό μεταδίδουν τη θεία χάρη στα σπίτια, στα ζώα και στα χωράφια των χριστιανών. Από γενεά σε γενεά οι άνθρωποι κρατάνε την παράδοση της ιερής μνήμης του και θυμούνται τα πολλά θαύματά του.

Ο άγιος Νικάνορας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1363. Οι γονείς του Ιωάννης και Μαρία ήσαν ευγενείς άνθρωποι και ευσεβείς χριστιανοί. Δεν είχαν όμως παιδιά, στα οποία θα άφηναν τα καλά τους και τα οποία θα τους γηροκομούσαν. Προσεύχονταν λοιπόν και παρακαλούσαν ο Θεός να τους δώσει ένα παιδί. Η μητέρα του σε μια ολονυκτία στον ναό του αγίου Μηνά, σε μια στιγμή που λίγο αποκοιμήθηκε, είδε σε όραμα τον άγιο Μηνά, που της είπε πως θα κάμει παιδί. Πραγματικά η αγία γυναίκα, σαν παλιά η αγία Άννα, ύστερα από λίγο καιρό συνέλαβε και γέννησε παιδί, που το ονόμασαν Νικόλαο. Ήταν ο ύστερα όσιος και θαυματουργός Νικάνορας.

Ο Νικόλαος, σαν παιδί που γεννήθηκε με προσευχή κι ανατράφηκε με πολλή φροντίδα από τους ευσεβείς γονείς του, έδειξε από μικρός τί θα γινότανε. Όταν ήταν είκοσι ετών πέθανε ο πατέρας του, κι η μητέρα του ήθελε να τον βάλει σε κόσμο. Εκείνος προφασιζότανε κι έπαιρνε αναβολή από τη μητέρα του. Ύστερα από λίγο καιρό ο Θεός πήρε και τη μητέρα του, κι ο Νικόλαος έμεινε ελεύθερος να πάρει το δρόμο του. Έμεινε λίγο καιρό ακόμα στη Θεσσαλονίκη, ξέκαμε και μοίρασε την περιουσία του, έγινε μοναχός με το όνομα Νικάνωρ, χειροτονήθηκε ιερέας και, οδηγημένος από το Άγιο Πνεύμα, το 1400 σε ηλικία 47 ετών ήταν στη Σαρακίνα. Εκεί έμεινε για καιρό κι οι άνθρωποι είδαν την αγιότητα και τα θαύματα του.

Όταν έγινε πολύ γνωστός, θέλοντας να αποφύγει τις τιμές του κόσμου, ο όσιος Νικάνορας έφυγε από τη Σαρακίνα κι ήλθε στο Καλλίστρατο όρος κι εκεί, πάλι οδηγημένος από το Θεό, ανέβηκε με κόπο σε μια σπηλιά πάνω από το ποτάμι του Αλιάκμονα κι έμεινε εκεί μέσα σε μεγάλη νηστεία και προσευχή. Αυτό το ασκηταριό του οσίου Νικάνορα υπάρχει ακόμα και πολλοί ευσεβείς χριστιανοί κατορθώνουν να ανεβούν ως εκεί για να προσκυνήσουν. Ήταν πια γνωστή η μεγάλη ταπεινοσύνη και η οσιότητα του αγίου Νικάνορα, ώστε παντού μιλούσαν γι’ αυτόν. Μια μέρα λοιπόν στον Όλυμπο ο άγιος Διονύσιος είπε στους μοναχούς και τους μαθητές του· «Βλέπετε, αδελφοί, τί μεγάλο θησαυρό κρύβει από κάτω εκείνο το φτωχό και τριμμένο ράσο!».

Αυτό ήταν αρκετό, όταν το έμαθαν δυο ευσεβείς χριστιανοί, που ποθούσαν το δρόμο της άσκησης, ήλθαν να βρουν τον όσιο Νικάνορα στο ασκηταριό του.

Εκείνος στην αρχή δεν τοις δέχτηκε, μα όταν κατάλαβε πως αυτοί αληθινά θέλανε να ασκητέψουν, τους πήρε μαζί του και τους έκαμε μονάχους. Μια νύχτα τότε, εκεί που προσευχότανε, ο Άγιος άκουσε μια φωνή·«Νικάνορ, ανέβα γρήγορα στο βουνό. Σκάψε και θα βρεις κρυμμένη την εικόνα μου. Εκεί να χτίσεις εκκλησία και κελιά στο όνομά μου». Ο όσιος Νικάνορας δεν μπορούσε να μην υπακούσει στην εντολή. Ανέβηκε στο βουνό, έσκαψε και βρήκε την εικόνα, πήρε τεχνίτες κι άρχισε να κτίζει το μοναστήρι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα Χριστού. Αυτό είναι το μοναστήρι της Ζάβορδας, που υπάρχει μέχρι σήμερα.

Στις 7 Αυγούστου το 1419 ο όσιος Νικάνορας κοιμήθηκε ειρηνικά, σε ηλικία 56 ετών. Λειτούργησε το πρωί, ευλόγησε τους μοναχούς και τους λαϊκούς, πλάγιασε στο ξυλοκρέββατό του και παράδωσε το πνεύμα του στο Θεό. Σπουδαία και γνωστή είναι η διαθήκη του, που άφησε στους μοναχούς για την πνευματική διοίκηση του μοναστηρίου. «Να φυλάσσετε ακριβώς την παράδοσιν των αγίων Πατέρων…», γράφει προς τους μοναχούς, σαν τελευταία του επιθυμία και εντολή. Παρεκτός όμως από τη διαθήκη του οσίου Νικάνορα, ιερή κληρονομιά και θησαυρός στον τόπο μας είναι τα άγια λείψανά του, τα οποία αναβλύζουν ευωδία πνευματική και τα οποία προσκυνούν με πίστη «οι εν ανάγκαις όντες και θεραπεύονται». Αμήν.

 

(Επισκόπου Διονυσίου(+), Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Εικόνες έμψυχοι»)

 
Σχολιάστε

Posted by στο Σεπτεμβρίου 26, 2011 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

11/24 Σεπτεμβρίου, Μνήμη του οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου

«Χριστόν διδάσκαλον εν οδώ ταπεινώσεως προσευξάμενος έλαβες, μαρτυρούντος του Πνεύματος, εν ση καρδία την λύτρωσιν, διά τούτο ασκήσεως ανεδείχθης συ οδηγός, ως φωτός θείου έμπλεως. Όσιε πάτερ Σιλουανέ, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.»

Ο άγιος Σιλουανός είναι ένα μεγάλο δώρο του
Θεού στην μπερδεμένη εποχή μας.

Γιατί έζησε σταυροαναστάσιμα,παραδοσιακά,υπομονετικά,
ησυχαστικά ,με συμπονοια για όλα τα πλάσματα μέσα στο πολυάνθρωπο ρωσικό μοναστήρι των αρχών του 20ου αιώνα.

Μάς άφησε πολύτιμη παρακαταθήκη τα θεόσοφα,παρηγορητικά κείμενα του ,τα άγια λείψανα του αλλά και το πνευματικό του παιδί γεροντα Σωφρόνιο που εκοιμήθη προ 14 ετών ο οποίος κατέθεσε μια σπάνια μαρτυρία βιωματικής ορθοδόξου θεολογίας  στον Άθωνα,μα κυρίως στην νεκρωμένη πνευματικά Ευρώπη.

Και  μας παρέδωσε εκ νέου τον λόγο του Χριστού προς τον γέροντα Σιλουανό:«κράτα το νου σου στον Αδη και μην απελπίζεσαι» αποδίδοντας του την τεράστια οντολογική διάσταση και σημασία που έχει για τον καταναλωτή-άνθρωπο των ημερών μας,ο οποίος δεν ξέρει που πατά και πού πηγαίνει.

 

 

Τιμώντας τον άγιο Σιλουανό παραθέτουμε ένα μικρό κείμενο του για την ορθόδοξη γνωσιολογία

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΤΡΟΠΟΥΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.

Ο γεροντας ήταν προικισμένος με ζωντανό και ωραίο μυαλό,ασυνήθιστα τολμηρό.Γράφει:
«Με το μυαλό μας δεν μπορούμε να γνωρίσουμε ούτε πώς έγινε ο ήλιος.Κι όταν παρακαλούμε τον Θεό:»Πες μας πώς έκανες τον ήλιο»,τότε ακούμε στην καρδιάμας καθαρή την απάντηση:»Ταπεινώσου και θα γνωρίσης όχι μόνο τον ήλιο,αλλά και τον Δημιουργό του».Κι όταν η ψυχή γνωρίση με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο,τότε από τη χαρά της λησμονεί τον ήλιο κι όλο τον κόσμοκαι αδιαφορεί για την επίγεια γνώση.»

Εδώ πίσω απ αυτή την σχεδόν αφελή εκφραση,κρύβεται μια ένδειξη για δύο διαφορετικούς τρόπους γνώσεως  των όντων.Η συνηθισμένη οδός προς την γνώση που την ξέρουν όλοι είναι η εξής:η γνωστική δύναμη του ανθρωπίνου πνεύματος κατευθύνεται προς τα έξω και συναντάται με μιαν αναρίθμητη πολυμορφία φαινομένων,ειδών και μορφών,καθώς και με μιαν ατέλειωτη διαφοροποιηση των επιμέρους γεγονοτων.Γι αυτό και η γνώση δεν φθανει ποτέ στην πληρότητα της ούτε και στην αληθινή και πραγματική ενότητα.

Σε αυτό τον τρόπο τήςς γνώσεως ο νους που ζητά επίμονα την ενότητα ,καταφεύγει στη σύνθεση-πάντοτε και αναπόφευκτα τεχνητή.Έτσι και η ενότητα που πετυχαίνει ακολουθώντας αυτό τον δρόμο.δεν είναι κάτι που υπάρχει πραγματικά και αντικειμενικά,αλλά απλά μια μορφή αφηρημένης διανοήσεως που προσιδιάζει στο νού.

Η άλλη οδός προς τη γνώση της υπάρξεως είναι η στροφή του ανθρωπίνου πνεύματος προς τον εαυτό του και στη συνέχεια προς τον Θεό.Το συνακόλουθο ειναι το αντίθετο απ ότι είδαμε στον πρώτο τρόπο της γνώσεως:ο νους βγαίνει από το απέραντο πλήθος και τον κατακερματισμό των φαινομένων και στρέφεται με όλη την δύναμη του προς τον Θεό και μένοντας στο Θεό βλέπει τον εαυτό του και όλο τον κόσμο .

Για τέτοιο τρόπο γνώσεως με την προσευχή αγωνιζόταν η ψυχή του Γέροντα.Κι έτσι,χωρίς ποτέ να χάση το υγιές αίσθημα της πραγματικότητας της επίγειας ζωής,παρέμενε μεχρι τα τελευταία του μακριά από τις βιοτικές μέριμνες και ξένος προς την κοσμική προσπάθεια και περιέργεια.
Το πνεύμα του ήταν πάντα απασχολημένο μόνο με τον Θεό και τον άνθρωπο.

misha.pblogs.gr
 

Η Σύλληψη του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου-23 Σεπτεμβρίου

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΠΑΤΡ/ΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ)  

 

Ευαγγελισμός του Προφήτη Ζαχαρία.Ρωσική εικόνα.

Δος μας, Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου; Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του.

 

Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

 

Ας μιλήσουμε τώρα για τη θαυμαστή σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου. Και πριν από τη σύλληψή του, αυτός φανερώθηκε πως θα γίνει μέγας και τρανός και πως θα υπηρετήσει την προσδοκία των ανθρώπων για πολύ πιό μεγάλες και σωτήριες υποθέσεις, εφόσον δεν θα έμενε άσχετος από τις συνέπειες που είχε για όλο το ανθρώπινο γένος η πτώση των πρωτοπλάστων και η αποστασία από το Θεό. Και ο νόμος της Παλαιάς Διαθήκης βρήκε το πλήρωμά του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Όλοι οι δίκαιοι άνδρες και προφήτες περίμεναν με ιερή λαχτάρα τη λύτρωση του ανθρωπίνου γένους και την ποθούσαν και το εύχονταν με ειδικές δεήσεις και το ζητούσαν από το Θεό. Όπως ο Αβραάμ, ο Δαυίδ και τόσοι άλλοι, μάλιστα δε και ο Συμεών που το πέτυχε να Τον δεχθεί στην αγκαλιά του.

 

Ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους διακρινόταν και ο πρεσβύτης και ιερέας Ζαχαρίας, που τα χρόνια του είχαν περάσει και μαζί με τη σωματική παρακμή είχαν φέρει και το θάνατο πιό κοντά του. Αυτός προσευχόταν στο Θεό συχνά και επίμονα – γιατί η γλώσσα του δεν είχε δεθεί – να μη στερηθεί ένα τέτοιο θέαμα, που όλοι το περίμεναν, ούτε να βρει το θάνατο, που ήταν τόσο κοντά στη πόρτα του, πριν να δει το Σωτήρα του Κόσμου.

 

Αυτή τη προσευχή πάντοτε την έκανε ο άγιος αυτός γέροντας στο Θεό, παρακαλώντας τον, τόσο να κάνει ώστε το φως της σωτηρίας να λάμψει γρήγορα, όσο και να του επιτρέψει του ίδιου να δει την ανατολή αυτού του φωτός. Και για να μη τον αρπάξει ο θάνατος αμέτοχο αυτής της θεωρίας, ακριβώς τη στιγμή που θα έφτανε το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτή τη προσευχή, αλλά περισσότερο τότε που ως ιερέας πρόσφερε στο Θεό τις λατρευτικές του υπηρεσίες, σύμφωνα με το Νόμο.

 

Τον παρακαλούσε λοιπόν η πραγματοποίηση αυτής της υποσχέσεως να γίνει γρήγορα, ώστε όσο το δυνατόν πιό πνευματικά και πιό τέλεια, να λυτρωθούν από το βάρος της αμαρτίας όλοι εκείνοι που μοιράζονταν μαζί του την ιερωσύνη. Αυτό το έκανε κάθε φορά που στο καιρό της εφημερίας του έμπαινε στα Άγια των Αγίων να προσφέρει θυμίαμα. Εκεί που μιά φορά το χρόνο έμπαινε μονάχα ο Αρχιερέας, έχοντας ραντισμένα τα χέρια του με αίμα και δηλώνοντας έτσι τόσο φανερά, με αυτή τη πράξη του, τη θυσία του Σωτήρα μας Χριστού, η οποία θα ήταν η μοναδική και πραγματική θυσία, που την πρόσφερε στο Θεό και πατέρα Του ο Ίδιος και σαν Αρχιερέας και σαν θύμα, σαν αμνός που θυσιάστηκε για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων.

 

Μέσα στα Άγια των Αγίων λοιπόν είχε βρεθεί ο Ζαχαρίας, γιατί ήταν άξιος και είχε τον ιερατικό βαθμό για μια τέτοια υπηρεσία. Καθώς λοιπόν βρισκόταν στο θυσιαστήριο, δέχθηκε μέσα στην επίμονη προσευχή του, την επίσκεψη ουρανίου αγγέλου. Τον είδε να στέκεται δεξιά από το θυσιαστήριο που προσφερόταν το θυμίαμα και να του μιλάει για τον ερχομό του Λόγου του Θεού στη γη, χαρίζοντάς του έτσι την πιο ουράνια και πιο ευχάριστη αγγελία.

 

Ο Άγγελος που έφερε αυτά τα σπουδαία μηνύματα ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Αυτός και μόνο με το όνομά του φανερώνει τη σημασία που είχαν τα μηνύματα που έφερνε. Γιατί αυτός ήρθε στο θυσιαστήριο να αναγγείλει θαυμαστά γεγονότα, που θα γινόταν πριν από την ενανθρώπιση του Θεού, για την οποία και ο ιερέας Ζαχαρίας τόσο επίμονα παρακαλούσε. Αυτόν τον Ζαχαρία τον είδε ο άγγελος του Θεού να συγκλονίζεται από το όραμα της παρουσίας του και κατάλαβε ότι όσο πιο πολύ φοβόταν τόσο πιο πολύ κλονιζόταν. Ο τρόμος του Ζαχαρία (Λουκ.1,12) φανέρωνε ότι έφτανε ο χρόνος που θα σταματούσε η απόλυτη ισχύς του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης και ότι ήρθε ο καιρός που οι άνθρωποι θα ακολουθούσαν το δρόμο του Ευαγγελίου. Διώχνει λοιπόν το φόβο από το Ζαχαρία και στη συνέχεια του δίνει τα ευχάριστα μηνύματα. Τι φοβάσαι σεβάσμιε γέροντα, τώρα που παίρνεις αυτά που ζητάς; Τώρα που λυτρώνεσαι από το βάρος της νομικής λατρείας; Τώρα που βλέπεις το φως μετά από τη σκιά;

 

Αντίθετα πρέπει να χαρείς και να ευχαριστηθείς μαζί μου, γιατί αυτά από τη φύση τους είναι πρόξενα χαράς και ευφροσύνης. Η λύτρωση των ανθρώπων βρίσκεται πιο κοντά τους, έφτασε η ώρα να σηκωθούν οι πεσμένοι. Ο νόμος βρήκε το σκοπό του. Έχει πια ανατείλει ο καιρός της Θείας Χάριτος. Θα δεις το Θεό Λόγο να σαρκώνεται από τη Παρθένο, να γεννιέται όπως όλοι εμείς οι άνθρωποι και να σώζει όλο το ανθρώπινο γένος. Όχι μόνο να θαυμάσεις αυτά που τόσο πολύ επεθύμησες, αλλά και να τα υπηρετήσεις.

 

Για να πιστέψεις δε στα λόγια μου, του λέγει ο αρχάγγελος, προσθέτω – και σε παρακαλώ να πιστέψεις – ένα αξιοθαύμαστο γεγονός και σου αποκαλύπτω ότι θα γίνουν πραγματικότητα εκείνα για τα οποία είχες χάσει την ελπίδα σου. Ποιά είναι αυτά; <<Η γυναίκα σου η Ελισάβετ, θα σου γεννήσει γιό και θα τον ονομάσεις Ιωάννη. Και θα δοκιμάσεις χαρά και αγαλλίαση και πολλοί θα χαρούν για τη γέννησή του. Αυτός θα αναδειχθεί μεγάλος ενώπιον του Κυρίου και δεν θα πιεί κρασί και οινοπνευματώδη ποτά, και θα γεμίσει από Άγιο Πνεύμα, από το καιρό ακόμα που θα βρίσκεται στη κοιλιά της μάνας του. Και πολλούς απογόνους θα επαναφέρει με τη μετάνοια στο Κύριο και Θεό τους. Θα προπορευθεί πριν από Αυτόν, και θα ετοιμάσει όλους που θα έχουν καλή προαίρεση, ώστε να δεχθούν τον Κύριο.>> (Λουκ.1,13-18).

 

Και ο Σαμουήλ γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, αλλά δεν ήταν γηρασμένη, και ο Ιακώβ και ο Ιωσήφ ήταν καρποί στείρων γυναικών, ο δε Ισαάκ γεννήθηκε μεν από γηρασμένους γονείς, αλλά κανείς δεν πληρώθηκε από Άγιο Πνεύμα όταν ακόμα ήταν στη κοιλιά της μάνας του, ούτε η γέννησή τους προξένησε τόση χαρά, όση αξιώθηκε ο Πρόδρομος της παγκόσμιας χαράς και κανείς δεν έγινε στρατάρχης τουν παρθενικού τάγματος όπως ο Ιωάννης. Πόσο δε μεγάλη απόσταση υπάρχει μεταξύ παρθενίας και ηθικής ακεραιότητας, το μαρτυρούν μόνες τους αυτές οι ίδιες αρετές.

 

Μπροστά στα υπέροχα και ανυπέρβλητα δώρα του Ιωάννη και ο ιερέας Ζαχαρίας, έμεινε κατάπληκτος και η πολλή του αμηχανία τον έκανε να δεχτεί με το νου του το κεντρί της δυσπιστίας. Και αποτόλμησε να εκφράσει προς τον άγγελο εκείνα τα φοβερά λόγια της δυσπιστίας: <<Τι είναι αυτό που θα με κάνει να πιστέψω αυτά που μου λες, αφου είμαστε γέροι;>> Αυτά βέβαια δεν τα είπε ως πατέρας του Ιωάννη, αλλά ως εκπρόσωπος του στενόφωνου και βραδύγλωσσου νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Γι’ αυτό το λόγο αμέσως σιώπησε, ως τιμωρία της δυσπιστίας του, για να προσημάνει ότι η ισχύς του Μωσαϊκού Νόμου θα σταματήσει, μόλις φανερωθεί πλέον ως άνθρωπος, ο Σαρκωμένος Λόγος, ο Μεγάλος Νομοθέτης της Χάριτος, Ιησούς Χριστός.

 

Έπρεπε να δεχτεί με απλή πίστη ότι ο Θεός μπορούσε να κάνει, αν ήθελε, οποιοδήποτε αξιοθαύμαστο και υπερφυσικό έργο. Τα πίστεψε όμως όλα αυτά ο Ζαχαρίας, όταν ο Γαβριήλ του επέβαλε τη σιωπή, μέχρι να γίνουν αυτά που του φανέρωσε.

 

Αυτό το σημείο θα έχεις να είσαι βουβός, επειδή δεν πίστεψες τα λόγια μου. (Λουκ. 1,19-20). Εφόσον λοιπόν δυσπίστησε για τη γέννηση της φωνής του Λόγου, ήταν δίκαιο να στερηθεί και τη δική του φωνή.

 

Ο Ιωάννης λοιπόν βλάστησε στην άγονη γη, δηλαδή στη στείρα μήτρα της μάνας του και κήρυξε στην έρημο την Ιουδαϊκή, δηλαδή στις ψυχές, που δεν είχαν καρπούς πίστεως.

 

Γιατί πως θα μπορούσε ποτέ να μη πειστεί στα χαρμόσυνα αυτά μηνύματα ο σεβάσμιος αυτός γέροντας και ιερέας, που όχι μόνο πίστευε στο Νόμο, αλλά δίδασκε και τους άλλους να περιμένουν το Μεσσία και προσευχόταν επίμονα γι’ αυτό. Προτύπωνε λοιπόν και συμβόλιζε ο ίδιος της δυσπιστία όλων εκείνων που θα έμεναν έξω από τη πίστη στο Χριστό.

 

Ο μεγάλος λοιπόν αυτός ιερέας δυσπίστησε μυστικά και πιο μυστικά χάνει τη φωνή του, για να φανερώσει με το τρόπο αυτό πόσο παράλογη θα είναι η δυσπιστία των Ιουδαίων για τον αναμενόμενο Μεσσία.

 

Ο Ζαχαρίας ετοιμάσθηκε από το Θεό και στάθηκε στα χέρια του Θεού ένα τέλειο και κατάλληλο όργανο. Το πνευματικό του ανάστημα φανερώνεται από αυτά που προφήτευσε για το παιδί του λέγοντας: <<Και συ παιδί μου, θα ονομαστείς προφήτης του Υψίστου, γιατί θα προηγηθείς πριν από το Κύριο, για να ετοιμάσεις στις καρδιές των ανθρώπων τους δρόμους Του.>> (Λουκ.1,76-78). Άρα όπως είναι γραμμένο, ο Ζαχαρίας πληρώθηκε από το Άγιο Πνεύμα και δεν θα γινόταν πατέρας του Ιωάννη, αν δεν ήταν άξιος για μια τέτοια τιμή.

 

Η ευαγγελική μαρτυρία που αναφέρεται στους γονείς του Ιωάννη, φανερώνει ότι ζούσαν πάνω στην ακρόπολη των αρετών, γι’ αυτό τους αποκάλεσε δίκαιους, ενώπιον του Κυρίου. Και συλλαμβάνεται στη κοιλιά της αγίας μάνας του, που ήταν κοσμημένη με προφητικό χάρισμα, από τον ιερέα και προφήτη πατέρα του. Ο Ιωάννης που μόνος από τους ανθρώπους αξιώθηκε να προφητεύσει, όντας ακόμα στη κοιλιά της μάνας του, όταν αξιώθηκε να αναγνωρίσει το Δεσπότη Χριστό, μέσα στη κοιλιά της Παρθένου. Έτσι και πριν από την ώρα του έγινε προάγγελος του ερχομού του Χριστού, γιατί δεν στάθηκε τίποτε ικανό να τον εμποδίσει, ούτε που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα του, ως βρέφος με τα σκιρτήματά του φώναζε ότι τώρα βρίσκεται μπροστά του Αυτός που θα μας λυτρώσει. Και η μητέρα του θα πει τότε στη Μακαρία Παρθένο: <<Ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου.>> Αυτό είναι κήρυγμα του Ιωάννη, έστω και αν έχει διακηρυχθεί από το στόμα της Ελισάβετ.

 

Και βέβαια γνωρίζουμε ότι λύθηκε η αφωνία του Ζαχαρία όταν έδωσε το όνομα του Ιωάννη, που σημαίνει δώρο, Χάρη Θεού.

 

Εμείς που αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε το τρόπο που ανέτειλε ο λύχνος, που χαρίζει σε μας την ανταύγεια του Αγίου Πνεύματος να προσπαθήσουμε να ζήσουμε και να μεταδώσουμε τα μυστικά αυτά νοήματα που κρύβονταν στη σύλληψη και το όνομα του Ιωάννη.

 

______________________________

 

Εορτάζει η Εκκλησία μας όχι μόνο την γέννηση, αλλά και τη σύλληψη των αγίων μας και έτσι φαίνεται πόσο εγκληματικό πράγμα είναι οι εκτρώσεις στα ανυπεράσπιστα έμβρυα.

 

(Απόσπασμα: ΤΟ ΘΕΪΚΟ ΛΥΧΝΑΡΙ-ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΡΕΑ-ΛΟΓΟΣ Ε’)

 
Σχολιάστε

Posted by στο Σεπτεμβρίου 22, 2011 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Λόγος στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και στην Αγία Ανάσταση.(Σωφρονίου Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων)

Σταυρού πανήγυρις και ποίος να μην σκιρτήση; Αναστάσεως διακήρυξις και ποίος χαρούμενα να μην γελάση;

Ναι, ανασκίρτησις διά τον Σταυρόν: Διότι όταν αυτός ενεπήχθη εις τον τόπον του Κρανίου έχοντας καρφωμένον επάνω του τον Δεσπότην της κτίσεως, έσχισε το εις βάρος μας χρεωστικόν έγγραφον1, το οποίον είχεν υπογράψει ο προπάτωρ μας ο Αδάμ, όταν παρέβη τας εντολάς του Θεού. Ούτως ο Σταυρός μας ηλευθέρωσεν από τα δεσμά της αμαρτίας κάμνοντάς μας να αναπηδούμε με εύθυμα σκιρτήματα σαν μικροί μόσχοι που έχουν λυθή από κάποια δεσμά. Διότι όπου η αμαρτία επλεόνασεν, εκεί επερίσσευσεν η χάρις του Θεού2.

Διά δε την Ανάστασιν γέλως χαράς: Διότι αυτή εξώρισε την φθοράν του θανάτου και εξεδίωξε το ζοφερόν σκότος του Άδου και ανέστησε τους νεκρούς από τους τάφους. Εξήλειψε το δάκρυον από κάθε πρόσωπον, όπως λέγει ο προφήτης3, και αντ’ αυτού εχάρισε την πραγματικώς ατελείωτον χαράν εις κάθε άνθρωπον. Και αληθώς, το δώρημα της Αναστάσεως δεν είναι μόνον διά μερικούς ούτε το κατόρθωμά της επραγματοποιήθη προς χάριν κάποιων ολίγων. Διότι κατ’ αυτήν εκείνος ο οποίος επραγματοποίησε με ανθρωπίνην σάρκα την ταφήν, μάλλον δε την Ανάστασιν, δεν ήτο άλλος από τον Θεόν ολοκλήρου της κτίσεως, ο οποίος ποτέ δεν χορηγεί χαρίσματα εις μερικούς μόνον ούτε υπάρχει εις Αυτόν καμμία προσωποληψία4. Αποδεικνύοντας λοιπόν τον εαυτόν του αληθή Θεόν των όλων, απλώνει την δωρεάν της σωτηρίας εις όλους τους ανθρώπους, ευσπλαχνιζόμενος την ιδικήν του εικόνα και ανακαινίζοντάς την εξ ολοκλήρου. διότι κατ’ εικόνα Θεού έχει πλασθή κάθε άνθρωπος επί της γης.

Του Σταυρού η επέτειος επρόβαλε. και ποίος άνθρωπος να μην σταυρώση τον εαυτόν του; Διότι ο Σταυρός γνωρίζει ως απολύτως γνήσιον προσκυνητήν του, μόνον εκείνον ο οποίος εσταύρωσε τον εαυτόν του ως προς τον κόσμον5 και απέδειξε έτσι εμπράκτως διά τον εαυτόν του, ότι είναι απροκαλύπτως γνήσιος φίλος του Σταυρού.

Αναστάσεως τα εγκαίνια. και ποίος πιστός δεν θα ανακαινισθή, απορρίπτοντας κάθε νέκρωσιν την εκ των παθών και ενδυόμενος αφθαρσίαν ψυχής; Διότι αλλιώς ορίζεται ο θάνατος της ψυχής και αλλιώς γνωρίζεται ο θάνατος του περί αυτήν σώματος. Τον πρώτον τον κυοφορεί η αμαρτία, όπως έγραψε ο αρχηγέτης και προεξάρχων αυτού του θρόνου, ο αδελφόθεος Ιάκωβος6. Τον δε δεύτερον είναι νόμος της φύσεως να τον γεννά η διάλυσις των στοιχείων τα οποία συνθέτουν την ουσίαν των όντων. Εκτός αυτού δε τον γεννά και η αναχώρησις της αθανάτου ψυχής, κι ας μην είναι αυτό ορατό από τους ιατρούς, των οποίων επάγγελμα είναι να θεραπεύουν μόνον τα σώματα. διότι αφ’ ότου ο άνθρωπος παρήκουσε την θείαν εντολήν, αυτό ακριβώς του εδόθη ως επιτίμιον από τον Κτίστην του.

Ο Σταυρός υψώνεται και ποίος δεν θα υψωθή μυστικώς από την γην; Διότι όπου υπερυψούται ο Λυτρωτής, εκεί πέρα πηδά και παρίσταται και ο λυτρωθείς, ποθώντας να ευρίσκεται πάντοτε μαζί με τον Σωτήρα του και να τρυγά Εκείνου την άφθαρτον βοήθειαν.

Σήμερον προβάλλει η Ανάστασις και με την εμφάνισίν της φαιδρύνει τα πάντα. Αύριον εμφανίζεται ο Σταυρός και παρέχει τα δώρα του εις τους προσκυνητάς του.

Σήμερον η Ανάστασις έχει απλωθή και αύριον ο Σταυρός υπεράνω αυτής θα πετασθή. Αυτή στηλιτεύει την φθοράν, εκείνος τας φάλαγγας των δαιμόνων. Αυτή αποτελεί αφ’ εαυτής μίαν διακήρυξιν, ότι αληθώς εθανατώθη ο θάνατος. εκείνος διαλαλεί εις πάντας ότι κατηργήθη κάθε κακουργία των δαιμόνων και απενεκρώθη κάθε μιαρά και ψυχοφθόρος ενέργειά τους.

Και, ω του θαύματος! Απορώ με τι λόγους να εκφράσω το μυστήριον! Διότι, ενώ παλαιά της Αναστάσεως είχε προηγήθη ο Σταυρός, τώρα ο Σταυρός έχει προπομπόν και πρόδρομον την Ανάστασιν. Τι θαυμαστή εναλλαγή! Βλέπω λοιπόν και εδώ εις αυτά τα δύο να εκπληρώνεται εμφανέστατα ο λόγος του Σωτήρος. Διότι, ιδού, οι έσχατοι έγιναν πρώτοι και αντιστρόφως οι πρώτοι ανεδείχθησαν έσχατοι7. Και ποίος άραγε θα ημπορέση να εξηγήση την αιτίαν αυτών των εναλλαγών και μεταβολών; Όχι βεβαίως ότι έκαμαν κανένα αγώνα δρόμου και αυτή μεν δι’ άλματος εβγήκε μπροστά, ενώ εκείνος ως βραδύς έμεινε πίσω. Διατί λοιπόν ο θείος Σταυρός να μην αστράψη ανατέλλοντας πρώτος όπως και πριν και η φωτοφόρος Ανάστασις να λάμψη τρεις ημέρας μετά από εκείνον;

Όσον αφορά το τί είχαν εις τον νουν τους οι πατέρες μας και έκαμαν αυτήν την εναλλαγήν, τίποτε δεν ημπορούμε να ειπούμε με απόλυτον βεβαιότητα. Υποθέτουμε όμως και στοχαζόμεθα, πως η αιτία αυτής της αμοιβαίας καθυστερήσεως και προπορεύσεως είναι ο κόσμος, ο οποίος καταφθάνει εδώ από τα πέρατα της γης χάριν της ζωηφόρου προσκυνήσεως αυτών των δύο. Ώστε να εορτάζουν αυτοί πρώτα την περιχαρή και λαμπράν εορτήν της Αναστάσεως και αμέσως μετά από αυτήν να βλέπουν την μακαρίαν ύψωσιν του Σταυρού, ούτως ώστε φεύγοντας να έχουν ως καλόν και σωτήριον εφόδιον διά τον δρόμον τους την παντοδύναμον συνοδείαν του, η οποία να τρέχη μαζί τους κατά τας οδοιπορίας, να συμπλέη εις το πέλαγος, να τους διασώζη εις κάθε τόπον, να τους φυλάγη από όλες τις κακοτυχίες και να σας8 αποδεικνύη εμπράκτως, ότι η πανίσχυρος δύναμις του Σταυρού έχει περιλάβει όλα τα πέρατα της οικουμένης, ότι γεμίζει τα πάντα διά της παρουσίας της και χωρίς κόπον παρευρίσκεται παντού, διασώζει τους πιστούς από τας δυσκολίας και, εφ’ όσον αυτοί ζουν ευσεβώς, τους μεταλαμπαδεύει την σωτηρίαν και καταργεί τα σχέδια όλων των εχθρών.

Ίσως δε να υπάρχη και κάποιος άλλος λόγος κρυφός, τον οποίον εγνώριζαν και είχαν κατά νουν εκείνοι που υπήρξαν παλαιά διδάσκαλοι αυτής εδώ της Εκκλησίας, τον οποίον τώρα εμείς οι ελάχιστοι δεν ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε ότι δεν τον γνωρίζουμε σαφώς. Είθε να δώση ο Θεός να γίνη και αυτός γνωστός, όπως και ακράδαντα πιστεύουμε ότι θα γίνη, μόνον και μόνον διά την ωφέλειαν την ιδικήν σας, που τόσο πιστοί είσθε και ευλαβείς9.

Τι έχουμε λοιπόν υψηλότερον από αυτάς τας μακαρίας εορτάς; Ποίον από όλα όσα έχουμε είναι ιερώτερον από αυτάς τας ιεράς πανηγύρεις; Πώς δεν θα χαρούμε και δεν θα σκιρτήσουμε επιτελώντας τούτων των δύο τας εορτάς; Αναστάσεως ολόλαμπρος φωταψία και Σταυρού πυρσοφώτιστος προσκύνησις! Αυτά τα δύο είναι δι’ ημάς τα τρόπαια ολοκλήρου της σωτηρίας μας. Αυτά μας ελύτρωσαν από τον θάνατον και τα πάθη και την χειρίστην κακοποίησιν των δαιμόνων και μας ωδήγησαν πίσω εις τον Δεσπότην μας. Αυτά κατέλυσαν κάθε κατήφειαν και σκυθρωπότητα και ανέτειλαν εις ημάς την αυγήν της χαράς. — Ή μήπως η ζωοδότρια Ανάστασις δεν μας δωρίζει την είσοδον της αθανάτου ζωής; και ο Σταυρός που υψούται δεν γεννά μέσα μας την απολύτρωσιν των παθών;10 Διότι πράγματι, αυτά μας ανέδειξαν και πάλιν μετόχους της προς τον Θεόν οικειώσεως, χάριν της οποίας και ήλθαν εις τον κόσμον και ανέτειλαν εις όλους εμάς τους γηγενείς.

Γνωρίζοντας λοιπόν εμείς την μυστικήν δύναμίν των και πόσον αυτά μας ευηργέτησαν και ποίων αγαθών υπήρξαν πρόξενα, ας τα εορτάσουμε καλώς και ευσεβώς, όπως δηλαδή αυτά τα ίδια θέλουν να τιμώνται. «Όχι με ακολασίας και ασελγείας, όχι με έριδας και ζηλοτυπίας»11, όχι με αρπαγάς και αδικίας και τα υπόλοιπα όλα, που δεν θέλω τώρα να απαριθμήσω.

Διότι, αδελφοί μου γνησιώτατοι και συγκληρονόμοι της ιδίας πίστεως και συμμέτοχοι της ιδίας πνευματικής γεννήσεως με εμάς, τολμώ να ειπώ, πως τα ιερά μας σεβάσματα όχι μόνον δεν στρέφονται καν να ιδούν και δεν προσδέχονται όποιον θέλει να τα εορτάζη με εκείνα που απηρίθμησα, αλλά και τον αποστρέφονται και τον βδελύττονται, διότι συμπεριφέρεται απρεπώς απέναντί τους και πράττει πράγματα εντελώς μισητά εις αυτά12. Διά τούτο παρακαλώ και προτρέπω να μισούμε και να αποφεύγουμε εκείνα που μισούν τα σεβάσματά μας και μόνο εκείνα να αγαπούμε και να πράττουμε, όσα είμαστε βέβαιοι πως τους είναι ευάρεστα. Εκείνα δε τα έργα τα οποία είναι αρεστά και ευχάριστα, είναι όσα επαναφέρουν προς σωτηρίαν και οδηγούν προς την αιώνιον ζωήν εκείνον που τα πράττει. Ή μήπως όταν αυτά τα σεβάσματά μας εξέλαμψαν από τον Χριστόν εις τους ανθρώπους, δεν ηκτινοβόλησαν εις ημάς ζωήν που δεν τελειώνει και φως που δεν δύει ποτέ;

Ας αλλάξουμε λοιπόν και εμείς την πολιτείαν μας, ας εκδυθούμε τον προηγούμενον τρόπον ζωής μας ως βλαβερόν και ολέθριον και ας βαδίσουμε εις τον καλόν δρόμον μιας νέας ζωής. — Ή μήπως η Ανάστασις δεν μας δωρίζει την κληρονομίαν της ζωής; και ο Σταυρός δεν εσταύρωσε τον παλαιόν μας άνθρωπον;13

Εάν λοιπόν ευλαβούμεθα την Ανάστασιν και πανηγυρίζουμε την εορτήν της ας αγαπήσουμε και την νέαν ζωήν, διά της οποίας δεν θα είμεθα πλέον φίλοι της μόνον εις τα λόγια, αλλά και οικειότατοι μύσται της. Εφ’ όσον δε ασπαζόμεθα και τον Σταυρόν, διατί δεν συσταυρώνουμε και εμείς τα επίγεια μέλη μας14, δηλαδή τα γήινα πάθη, ώστε να φωνάξουμε και εμείς μαζί με τον Παύλον: «Έχω σταυρωθή μαζί με τον Χριστόν. Δεν ζω δε πλέον εγώ, αλλά ζη μέσα μου ο Χριστός»;15 Αν λοιπόν εκείνοι με τους οποίους υπόσχεται να ζη ο Χριστός είναι όσοι εσταύρωσαν τους εαυτούς τους ως προς τον κόσμον16 και ενέκρωσαν τα επίγεια μέλη τους17, όπως βοά και μαρτυρεί ο Παύλος, διατί και εμείς δεν πράττουμε τα ίδια και δεν νεκρώνουμε κάθε επίγειον μέλος μας, δηλαδή τα πάθη, τας κακάς επιθυμίας και όσα άλλα συναριθμούνται εκεί, ώστε να ζήση μέσα μας ο Χριστός και να μας δωρίση την ζωήν της αφθαρσίας;

Λοιπόν ας επιδιώκουμε να έχουμε ειρήνην με όλους και μαζί με αυτήν ας αποκτήσουμε και τον αγιασμόν. Διότι χωρίς αυτά δεν θα ημπορέση ποτέ να ιδή κανείς τον Κύριον, όπως πάλιν ο Παύλος μας διεβεβαίωσε18. Και δι’ αυτόν τον λόγον ο Χριστός και ειρήνη αποκαλείται («διότι αυτός είναι», λέγει, «η ειρήνη μας»19) και αγιασμός ονομάζεται20. Ειρήνη μεν, διότι έφερε εις τον κόσμον ειρηνοποιόν ομόνοιαν, αφού ήνωσε τα ουράνια με τα επίγεια και εκ των δύο απειργάσθη μίαν και μόνην εκκλησίαν. Αγιασμός δε και απολύτρωσις (διότι κοντά εις τα προηγούμενα και με τούτο το όνομα κηρύττεται: απολύτρωσις21), καθ’ όσον έγινε ελευθερωτής ημών των αιχμαλώτων και όχι μόνον μας ελύτρωσεν από τους δαίμονας και τα πάθη, αλλά και ενεφύτευσε μέσα μας τον θειικόν αγιασμόν.

Όσα λοιπόν ηκούσατε από το στόμα μου, ας τα επιδιώκουμε με όλον μας τον ζήλον και την προαίρεσιν, ας τα κατακτούμε, ας τα αρπάζουμε και δι’ αυτών ας συναπτώμεθα μετά του Χριστού με την καλήν και μακαρίαν συνάφειαν. Διότι εκείνον που με τέτοιαν διάθεσιν έρχεται προς αυτόν δεν θα τον εκβάλη έξω22 από την αγαθότητα και μακαριότητά Του, όχι! Ας σπεύσουμε λοιπόν να αποκτήσουμε αυτήν εδώ την συμφωνίαν με Αυτόν, από την οποίαν τίποτε δεν υπάρχει προτιμότερον, και ας τρέξουμε να οικειωθούμε το να ζη ο Χριστός μέσα μας, του οποίου τίποτε δεν υπάρχει ανώτερον. Και έτσι, αφού αυτόν τον πλούτον αποκτήσουμε, να απολαύσουμε και την βασιλείαν των ουρανών και να βρούμε την αιώνιον ζωήν μέσα εις τον ίδιον τον Χριστόν, τον Θεόν και Σωτήρα μας, μετά του οποίου ας είναι δόξα εις τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

1. βλ. Κολασ. β’ 14
2. πρβλ. Ρωμ. ε’ 21
3. πρβλ. Ησ. κε’ 8
4. βλ. Εφ. ς’ 9
5. πρβλ. Γαλ. ς’ 14
6. βλ. Ιακ. α’ 15
7. πρβλ. Ματθ. ιθ’ 30
8. Η αιφνιδία χρήσις β’ πληθυντικού προσώπου αποτελεί απροσδόκητον αποστροφήν του ιερού συγγραφέως προς τους ακροατάς του, οι οποίοι δεν είναι άλλοι παρά τα πλήθη των συγκεντρωθέντων διά την εορτήν από τα πέρατα της γης, διά τους οποίους ωμίλησεν αμέσως προηγουμένως.
9. Η ομιλία αυτή εξεφωνήθη μάλλον κατά το πρώτον έτος της αρχιερατείας του αγίου Σωφρονίου. Διά τούτο ως νεοαφιχθείς δεν γνωρίζει ακόμη πλήρως την παράδοσιν, αλλά ελπίζει συν τω χρόνω είτε να ενημερωθή καλύτερα είτε να δώση ο Θεός με κάποιον τρόπον να λυθή η απορία. Από ιστορικής απόψεως η προσκύνησις του Τιμίου Σταυρού κατά την δευτέραν ημέραν της εορτής των Εγκαινίων του Ναού της Αναστάσεως εξηγείται, διότι η πανήγυρις των Εγκαινίων καθιερώθη πρώτη, ενώ η επί αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων Μακαρίου μαρτυρουμένη πρώτη Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού έγινεν επ’ ευκαιρία εκείνης και διά να δυνηθή το συρρεύσαν πλήθος να ίδη και να προσκυνήση τον άρτι υπό της αγίας Ελένης ανακαλυφθέντα Τίμιον Σταυρόν.
10. Με αυτάς τας ερωτήσεις ο ιερός Πατήρ επιχειρεί να αφυπνίση τεχνηέντως τας συνειδήσεις των ακροατών του.
11. Ρωμ. ιγ’ 13
12. Η ευλάβεια του ιερού Πατρός φθάνει εδώ μέχρι κάποιου είδους προσωποποιήσεως του Σταυρού και της Αναστάσεως.
13. βλ. αν. υποσ. 10
14. βλ. Κολ. γ’ 5
15. Γαλ. β’ 20
16. πρβλ. Γαλ. ς’ 14
17. πρβλ. Κολ. γ’ 5
18. βλ. Εβρ. ιβ’ 14
19. Εφ. β’ 14
20. βλ. Α’ Κορ. α’ 30
21. ένθ. αν.
22. βλ. Ιωάν. ς’ 37

 
Σχολιάστε

Posted by στο Σεπτεμβρίου 14, 2011 in ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Λόγος στην Ύψωση του Τιμίου καί Ζωοποιού Σταυρού (ΦΙΛΟΘΕΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως)

α´ ᾿Επειδή ἀπεκόπημεν ἀπό τήν πρώτη καί θεία καί μακαρία ζωή λόγῳ τῆς παραβάσεως τοῦ προπάτορος, καί μακρυνθέντες ἀπό τόν Θεόν, ἐγίναμε ἐξόριστοι τοῦ Παραδείσου, καί ξεπέσαμε εἰς μία πολύ ἁμαρτωλή ζωή, καί κατεκρίθημεν εἰς τό νά ἀποθάνωμε, καί κατατεμαχισθήκαμε σέ ἀναρίθμητες γνῶμες, καί πλάνες καί ἀσέβειες, ὡς δοῦλοι τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου μέ τίς φιληδονίες καί τά πάθη τῆς σαρκός, καί διά τοῦτο εἴχαμε ἀνάγκη νά σαρκωθῇ ὁ Θεός, ὁ ῾Οποῖος δέν ὑπέφερε τήν ζημία τοῦ πλάσματός Του, οὔτε ἤθελε νά τό ἀφήσῃ νά καταστραφῇ· προκειμένου ἀπό Αὐτόν πού ἐπλάσθημεν, ἀπό Αὐτόν καί νά ἀναπλασθῶμεν, δι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγον, ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Λόγος, ὁ ῾Οποῖος ἀπ᾿ αἰῶνος ὑπάρχει μαζί μέ τόν Πατέρα, ἄχρονος ὤν, εὐσπλαγχνισθείς τήν φύσιν μας, ἡ ὁποία ἐγλίστρησε καί ἀπεμακρύνθη ἀπό τό καλό, καί ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας ἔφθασε εἰς τά βάθη τοῦ ᾅδου· εὐδόκησε καί ἠθέλησε νά γίνῃ ἄνθρωπος σέ μία ὡρισμένη στιγμή, καί νά εἰσέλθῃ μέσα εἰς τόν χρόνον, καί νά γίνῃ ὅμοιος κατά πάντα μέ ἡμᾶς, πλήν τῆς ἁμαρτίας. Διά τοῦτο ὁ ᾿Αχώρητος χωρεῖται μέσα σέ Παρθενικά σπλάγχνα, καί περιγράφεται κατά τήν σάρκα ὁ ᾿Απερίγραπτος, καί διά τῆς κοινωνίας αὐτῆς θεώνει τό πρόσλημμα, καί γίνεται ἀληθινός καί τέλειος ἄνθρωπος, Αὐτός πού πάντοτε ἦτο τέλειος Θεός.

β´ ᾿Αφοῦ λοιπόν συνανεστράφη καί ἔζησε μέσα εἰς τόν κόσμον, ἔδωσε ἐντολάς δικαιοσύνης καί ἀρετῆς, καί ἔδειξε τήν ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας, ἐδίδαξε τά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη, ἔκαμε θαύματα ὑπερφυσικά, μεγάλα καί θαυμαστά. ῞Υστερα παραδίδεται ἑκουσίως εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καί ἀδίκων, καί κατακρίνεται, καί καταδικάζεται, καί πάσχει, καί ὑπομένει τά φρικτά Πάθη, φέροντας ᾿Εκεῖνος ἀντί γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς, τήν σωτήριον τιμωρίαν, καί ὀδύνην, καί κάκωσιν σύμφωνα μέ ἐκεῖνο πού ἔχει γραφῇ· «Οὗτος τάς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται· Αὐτός τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασεν».

Καταδέχεται ὁ Κύριος τῆς δόξης καί πτυσίματα καί κτυπήματα εἰς τό πρόσωπον, κολαφίσματα, καί ὕβρεις, καί γέλωτα, τόν κόκκινον μανδύαν καί τόν ἀκάνθινον στέφανον, κάλαμον καί σπόγγον καί χολήν μέ ξύδι, τούς ἥλους καί τήν λόγχην, καί μαζί μέ ὅλα αὐτά τόν Σταυρόν καί τόν θάνατον· ἔτσι ἀφ᾿ ἑνός μέν, καταργεῖ διά τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ θανάτου Του τήν καταδίκη καί τήν ἀπόφασι τῆς παλαιᾶς κατάρας, μέ τό νά γίνῃ κατάρα γιά χάρι μας, καθώς ἔχει γραφῇ· «᾿Επικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου»· ἀφ᾿ ἑτέρου δέ, διά τῆς ταφῆς καί τῆς ἀναστάσεως μᾶς ἐξάγει ἀπό τό σκοτάδι τῆς πικρᾶς καταδίκης, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά ἄλυτα δεσμά τοῦ τυράννου διαβόλου, καί χαρίζει κάθε ἐλευθερία. Διότι ὁ Κύριος ἀνίσταται τήν τρίτην ἡμέραν, καί ἀναβαίνει εἰς τούς Οὐρανούς μεσιτεύων καί προσευχόμενος γιά μᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός· καί πρόκειται πάλιν νά ἔλθῃ μέ δόξα, διά νά κρίνῃ ὅλην τήν γῆν, καί νά ἀποδώσῃ εἰς τόν καθ᾿ ἕνα κατά τά ἔργα αὐτοῦ.

γ´ ῎Ετσι ἐπρονόησε γιά μᾶς ὁ Θεός, καί ἔτσι ἐφρόντισε νά μᾶς βγάλῃ ἀπό τήν τυραννία καί τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου. ῎Ετσι ηὐδόκησε νά γίνῃ ἄνθρωπος ὑπέρ ἡμῶν, καί μᾶς ἔδωσε ὡς φάρμακα πρός θεραπείαν τῆς ἀσθενείας μας τά θεῖά Του Πάθη. Καί μέ αὐτά ἀνεπλάσθημεν, καί ἀξιωθήκαμε τῆς αἰωνίου ζωῆς, καί ἐγίναμε μέτοχοι θείων Μυστηρίων, καί ἀπολαμβάνομε τά Χαρίσματα καί τάς Δωρεάς τοῦ Πνεύματος. Κατά τόν θεῖον ᾿Απόστολον· «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ Νόμου, γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Εγινε κατάρα γιά μᾶς ὁ Χριστός, ἐπειδή θυσίασε τόν ἑαυτόν Του ὑπέρ ἡμῶν, μέ τό νά ἀποθάνῃ μέ τήν θέλησίν Του τόν ἐπονείδιστον καί ἀδοξότατον θάνατον. Μᾶς ἐξηγόρασε ἀπό τήν κατάρα, διότι προσέφερε τό θεῖον καί ῞Αγιον Αἷμά Του καί μᾶς ἐλύτρωσε ἀπό τήν δουλεία τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου, καθώς καί ἀπό τήν καταδίκη καί τήν φθορά τοῦ ᾅδου. ῎Εγινε κατάρα ὁ Χριστός, ἐπειδή ἀπέθανε τόν θάνατον τῶν ἐπικαταράτων καί κακούργων. ᾿Επειδή δέ, «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι Αὐτοῦ», διά τοῦτο μετέβαλε τήν κατάρα εἰς εὐλογίαν, καί βέβαια, ἀπεμάκρυνε καί συνέτριψε τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καί μᾶς ἐχάρισε ὁδόν σωτηρίας. Διότι ἦλθε ὁ Κύριος διά νά βαστάσῃ καί νά ἐξαλείψῃ τήν ἐναντίον μας κατάραν. Δι᾿ αὐτό καί ἐδέχθη τόν σταυρικόν θάνατον. Διότι πῶς ἠμποροῦσε διαφορετικά νά γίνῃ κατάρα, παρά μέ τό νά δεχθῇ τόν σταυρικόν θάνατον, τόν ὁποῖον ἐδοκίμαζον οἱ ἐπικατάρατοι; Πῶς ἐπίσης θά μᾶς προσκαλοῦσε εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας, ἐάν δέν ἐσταυρώνετο; Διότι μόνον ἐπάνω σέ σταυρό ἀποθνήσκει κανείς ἔχοντας ἐκτεταμένα τά χέρια του. ῞Απλωσε λοιπόν τάς παλάμας ὁ Κύριος διά νά ἑλκύσῃ ὅλους κοντά Του καί νά τούς ἑνώσῃ μέ μίαν μυστικήν καί θείαν κοινωνίαν μεθ᾿ ἑαυτοῦ, καθώς Αὐτός εἶπεν· «῞Οταν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν».

δ´ Διότι ὁ διάβολος πεσών ἀπό τόν Οὐρανόν μαζί μέ τούς συναποστάτας του πονηρούς δαίμονες, περιπλανᾶται τριγύρω εἰς τόν ἀέρα, καί προσπαθεῖ νά ἐμποδίσῃ αὐτούς πού ἀνέρχονται εἰς τόν Οὐρανόν. ῏Ηλθε λοιπόν ὁ Κύριος, διά νά συντρίψῃ τόν διάβολον, καί τόν ἀέρα νά καθαρίσῃ, καί νά ἀνοίξῃ γιά μᾶς δρόμο πρός τόν Οὐρανόν διά τῆς σαρκός Του, καί νά δείξῃ ὅτι Αὐτός εἶναι πού συνέχει καί διακρατεῖ τά πάντα. ᾿Επειδή λοιπόν ὁ θάνατός Του ἁγιάζει τά σύμπαντα, διά τοῦτο εὐλόγως ἐδέχθη νά ὑποστῇ τόν ἀτιμότατον σταυρικόν θάνατον.

Τοῦτο τό σχῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐγκωμίασε καί ὁ θεῖος Δαυίδ λέγων· «Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός Σου, καί ἀπό τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; ᾿Εάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν», τοῦτο φανερώνει τό ὕψος, «ἐάν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην», τοῦτο φανερώνει τό βάθος, «ἐάν ἀναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον», τό ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου· τοῦτο φανερώνει τό πλάτος, «καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης», τάς δυσμάς ὀνομάζει ἔτσι· τοῦτο φανερώνει τό μῆκος.

ε´ Καί ὁ θεῖος Παῦλος τοῦτο τό σχῆμα ὑπονοοῦσε γράφων πρός ᾿Εφεσίους· «῞Ινα ἐξισχύσητε», λέγει, «καταλαβέσθαι σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις, τί τό μῆκος, καί πλάτος, καί βάθος, καί ὕψος»· ἐννοῶντας διά μέν τοῦ ὕψους τά ἐπουράνια, διά δέ τοῦ βάθους τά ὑπόγεια τοῦ ᾅδου, διά δέ τοῦ πλάτους καί μήκους τά ἑκατέρωθεν ἄκρα, τά ὁποῖα κατέχονται ἀπό τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία βαστάζει καί διακρατεῖ τά πάντα. Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ Κύριος, ὅτι· «Δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου σταυρωθῆναι», δηλαδή, δέν μπορεῖ διαφορετικά νά γίνῃ τό Πάθος, παρά μόνο διά τοῦ Σταυροῦ· καί ἐνῶ ὑπῆρχαν πολλά ἄλλα μέσα θανατικῆς καταδίκης, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσε ὁ Κύριος νά πληρώσῃ τήν οἰκονομίαν τοῦ θανάτου ὑπέρ ἡμῶν, ἀπό ὅλα τά ἄλλα εἴδη, προετιμήθη ὁ σταυρικός θάνατος, ὡς ἀναγκαῖος καί ἀπαραίτητος.

῎Ετσι τώρα ὅπου καί νά χαραχθῇ ὁ Σταυρός, εὐλογεῖ, ἁγιάζει, φωτίζει, καί δίδει ὅλα τά σωτήρια. Τοῦτον λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἔχοντας ἀκατανίκητον ὅπλον, ἄς μή τρέμωμε, καί ἄς μή φοβούμεθα τούς ἐχθρούς· διότι αὐτοί τρέμουν τόν θεῖον Σταυρόν, καί φοβοῦνται, καί φεύγουν, ἐπειδή δέν μποροῦν, οὔτε γιά λίγο, νά ἀντικρύσουν τό σημεῖο του. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον, ὅλα μας τά ἔργα ἄς τά ἐπιτελοῦμε καί τελειώνουμε μέ τό σημεῖον τοῦ θείου Σταυροῦ. Διά τοῦτο ὑψώνοντες καί προσκυνοῦντες αὐτόν, μεγαλύνομε καί δοξάζομε τόν Χριστόν, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη ἐπ᾿ αὐτοῦ. Διότι ἐκεῖνος πού ἐγκωμιάζει τόν Σταυρόν, τιμᾷ καί δοξάζει καί προσκυνεῖ τόν Σταυρωθέντα Χριστόν. Διότι διά τοῦ Σταυροῦ ὁ τύραννος διάβολος ᾐχμαλωτίσθη· διά Σταυροῦ ὁ θάνατος ἐνικήθη καί ἐξηφανίσθη, καί ὁ ᾅδης ἀπεγυμνώθη. ῎Επρεπε δηλαδή, μέ ἐκεῖνα πού μᾶς ἐνίκησε ὁ διάβολος, μέ ἐκεῖνα πάλιν νά ὑπερισχύσῃ καί νά ἐπικρατήσῃ ὁ Χριστός.

στ´ Τά αἴτια, δηλαδή, τῆς καταδίκης καί τῆς φθορᾶς μας ἦσαν ἡ γυναῖκα, τό ξύλον καί ὁ θάνατος. Διότι ἡ Εὔα ἐξηπατήθη ἀπό τόν ὄφιν διάβολον. Τό ξύλον ἦτο τό δένδρον ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖον καί ἡ Εὔα καί ὁ ᾿Αδάμ ἔφαγον παρανόμως. ῾Ο θάνατος δέ, ἦτο ἡ τιμωρία τῆς παρανόμου αὐτῆς γεύσεως. ᾿Αλλ᾿ ὅμως, νά ὅτι πάλι Παρθένος καί Ξύλον καί Θάνατος! Καί ἐκεῖνα πού ἦσαν τότε αἴτια τῆς κατακρίσεως καί τῆς καταδίκης μας, τώρα ἔχουν γίνει πρόξενα τῆς νίκης καί τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας μας. ᾿Αντί τῆς Εὔας ἡ ὑπερευλογημένη καί ᾿Αειπάρθενος Μαριάμ· ἀντί τοῦ ξύλου πού ἦτο εἰς τόν Παράδεισον, τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ· ἀντί τοῦ θανάτου τοῦ ᾿Αδάμ, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Διότι μέ ἐκεῖνα πού ἐνίκησεν ὁ διάβολος, μέ αὐτά πάλι κατηργήθη καί συνετρίβη. Διά τοῦ δένδρου ἐκείνου ὁ ἐχθρός ἐνίκησε τόν ᾿Αδάμ· διά τοῦ Σταυροῦ συνέτριψε τόν ἐχθρόν ὁ Χριστός. Καί ἐκεῖνο μέν τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔγινε αἰτία θανάτου καί μᾶς ὡδήγησε εἰς τόν ᾅδην· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ καί αὐτούς πού εὑρίσκοντο εἰς τόν ᾅδην τούς ἠλευθέρωσε. Τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔκαμε τόν ᾿Αδάμ αἰχμάλωτον καί γυμνόν, καί τόν ἠνάγκασε νά κρυβῇ· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ ἔδειξε ἀπό ψηλά πρός ὅλους τόν νικητήν Χριστόν ἐπάνω εἰς τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ, ἐνίκησε τελείως, ὡσάν ἄλλος γενναῖος ἀθλητής, τάς ἐχθρικάς δυνάμεις τοῦ Πονηροῦ. Καί ὁ μέν θάνατος τοῦ ᾿Αδάμ, καί τούς ἀπογόνους του κατεδίκασε, κατέκρινε καί ἐθανάτωσε· ἐνῶ ἀντιθέτως, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, καί τούς πρίν ἀπό Αὐτόν πεσόντας καί θανατωθέντας ἀνέστησε, καί ἐζωοποίησε, καί εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους ἐχάρισε τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.

ζ´ «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Ας προσέχωμε τούς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί, μήπως πάλι πέσωμεν ὑπό κατάραν, μέ τό νά ἀμελήσωμε τόν φόβον τοῦ Θεοῦ καί τάς σωτηρίους ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ. Μᾶς ἔλουσε ὁ Χριστός μέσα εἰς τό ῞Αγιον Βάπτισμα «διά λουτροῦ παλιγγενεσίας καί ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Αγίου»· ἄς μήν ἐπιστρέψωμε πάλιν «ἐπί τόν ἴδιον ἔμετον».

Μᾶς ἔκαμε ὁ Χριστός συμμόρφους καί συσσώμους μέ τόν ἑαυτόν Του· μή λοιπόν κάνωμε «τά μέλη τοῦ Χριστοῦ μέλη πόρνης», καταμολύνοντες τό σῶμα, καί ἀμαυροῦντες τήν βασιλικήν εἰκόνα. Μᾶς ἁγίασε ὁ Χριστός, καί μᾶς ἐκαθάρισε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας διά τοῦ τιμίου καί ἀχράντου Αἵματός Του, ὥστε νά «μή ἔχωμε κανένα σπῖλο ἤ ῥυτίδα», οὔτε κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού δημιουργοῦν ἀσχήμιαν ἤ ἀποκρουστικότητα. ῎Ας μή ἐγκαταλείψωμε τήν ἀρετή, διά νά ὑπάγωμεν εἰς τήν ἁμαρτίαν, μήτε νά ἀγαπήσωμε τήν δυσωδία τῶν παθῶν, καί τήν ἀκαθαρσία τοῦ ῥύπου τῶν ἡδονῶν πού προέρχεται ἀπό αὐτά. Μᾶς ἐγέμισε ὁ Χριστός ἀπό φῶς λαμπρότατο καί καθαρό· ἄς μή προτιμήσωμε πάλι τό ζοφερό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Μᾶς ἔκαμε ὁ Θεός συμπολίτας μέ τούς ἁγίους ᾿Αγγέλους, καί μᾶς ἀξίωσε νά γίνωμε συγκληρονόμοι τῶν αἰωνίων Του ἀγαθῶν· ἄς μή διαλέξωμε πάλι τήν ἀδοξίαν, τήν φθοράν καί τήν καταδίκην, ἀλλά ἄς παραμείνωμε σταθεροί εἰς τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν πού μᾶς ἐξησφάλισε ὁ Χριστός, ἁγιαζόμενοι ἐν τῇ δόξῃ Αὐτοῦ· καί ἄς πολιτευώμεθα, ἀδελφοί μου, μέ κάθε νῆψι καί προσοχή, ὥστε νά μείνωμε σταθεροί εἰς τήν πίστιν καί τήν σωτηρίαν πού μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεός, καί διά τῆς ὁποίας δικαιούμεθα καί σωζόμεθα. Διότι ἐάν δέν μείνωμεν ἔτσι σταθεροί, ἀλλά γυρίσωμεν εἰς τά ὀπίσω, θά τιμωρηθοῦμε αὐστηρά, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος διά νά κρίνῃ τήν γῆν. Διά νά μή γίνῃ λοιπόν αὐτό, ἄς ζήσωμε μέ εὐλάβεια καί μετάνοια, ὅπως ἀρέσει εἰς τόν Θεόν, ἀγωνιζόμενοι νά ἀποκτήσωμε τήν καθαρότητα τοῦ βίου, τάς ἀρετάς τῶν δακρύων καί τῆς κατανύξεως, ὑποτάσσοντες καί δουλαγωγοῦντες τό σῶμα, ζωογονοῦντες καί διατρέφοντες τήν ψυχήν, μέ Πνευματικά λόγια καί ἔργα, ἐργαζόμενοι τά ἔργα τοῦ Θεοῦ χωρίς ῥαθυμίαν, καί χωρίς νυσταγμόν καί ἀμέλειαν.

η´ ᾿Εάν δέ ῥαθυμήσωμε καί ἀμελήσωμε, ἐπειδή ἡ φύσις μας εἶναι ἀσθενής καί εὔκολα γλιστρᾷ, πάλιν ἄς μετανοῶμεν, ἄς μεταμελώμεθα καί ἄς ἐξομολογούμεθα τά ἁμαρτήματά μας. ῎Ας συντρίβωμε τάς καρδίας μας μέ μετάνοια καί νῆψι, καί ἔτσι ἄς ἐπανερχώμεθα εἰς τήν προηγουμένην καλήν κατάστασίν μας.

῎Ας φυλάττωμε τήν καλήν «παρακαταθήκην», καί τόν σεβασμό πρός τόν νέον βασιλέα μας, «τόν χριστόν Κυρίου», ὁ ὁποῖος ἔχει τήν βασιλείαν ἐκ πατρός καί πάππου καί προπάππου. ῎Ας ὑποτασσώμεθα εἰς τήν δικαίαν καί νόμιμον ἐξουσίαν του σέ ὅλα. ῎Ετσι ἀγαπῶντες καί διακονοῦντες αὐτόν, θά ζήσωμε μέ εὐσέβειαν, θά ἀναδειχθῶμεν καθαροί ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, καί θά ἀκούσωμε τόν Θεόν νά μᾶς λέγῃ· ᾿Εγώ «ὕψωσα τόν δοῦλόν μου» τόν βασιλέα, διά τῆς ᾿Εκκλησίας μου· «ἐν ἐλέει ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν· ἡ γάρ χείρ μου συναντιλήψεται αὐτῷ καί ὁ βραχίων μου κατισχύσει αὐτόν· οὐκ ὠφελήσει ἐχθρός ἐν αὐτῷ, καί υἱός ἀνομίας οὐ προσθήσει τοῦ κακῶσαι αὐτόν. Καί συγκόψω ἀπό προσώπου αὐτοῦ τούς ἐχθρούς αὐτοῦ καί τούς μισοῦντας αὐτόν τροπώσομαι. Καί ἡ ἀλήθειά μου καί τό ἔλεός μου μετ᾿ αὐτοῦ, καί ἐν τῷ ὀνόματί μου ὑψωθήσεται τό κέρας αὐτοῦ. Καί θήσομαι ἐν θαλάσσῃ χεῖρα αὐτοῦ καί ἐν ποταμοῖς δεξιάν αὐτοῦ». ᾿Εγώ εἶμαι ὁ Πατέρας σας, ἐγώ ἡ ῥίζα, ἐγώ τό θεμέλιον, ἐγώ ὁ τροφεύς, ἐγώ τό σπίτι, ἐγώ τό ἱμάτιον, κάθε τι πού θελήσετε, ἐγώ εἶμαι γιά σᾶς. Τίποτε δέν θά ἔχετε ἀνάγκη, ἀρκεῖ νά εὑρίσκεσθε κοντά μου διά τῆς ἀρετῆς. Σεῖς εἶσθε δι᾿ ἐμέ ὅλα· καί φίλοι, καί μέλη, καί συγκληρονόμοι, ἀρκεῖ μόνον νά πορεύεσθε, κατά τά προστάγματά μου καί νά φυλάσσετε τάς ἐντολάς μου, μέ τό νά ποιῆτε αὐτάς· παραλλήλως δέ, νά δείχνετε κάθε φροντίδα καί προστασίαν καί εὐσπλαχνίαν πρός τούς πτωχούς τοῦ λαοῦ μου.

θ´ Εἰς τάς κρίσεις σας μή κάμετε καμμία ἀδικία, οὔτε νά διαστρέψετε καί νά καταπατήσετε τό δίκαιον τοῦ πτωχοῦ. Νά μή σᾶς ἐπηρεάζῃ καμμία προσωποληψία ἀρχόντων, οὔτε νά ἔχετε σχέσεις μέ δωροδοκίας. ᾿Εξ ἴσου νά κρίνεται καί τούς ταπεινούς καί ἀσήμους, καί τούς ἀξιωματούχους καί ἐπισήμους καί νά ἀποσπάσετε τόν ἀθῷον ἀπό τά χέρια ἐκείνου πού τόν ἀδικεῖ. Μή θέλετε νά ἀκούετε λόγους πονηρούς καί ματαίους. Διότι ὑπάρχουν μερικοί πού δέν ἔχουν καλή συμπεριφορά, καί μή ἔχοντες προσωπικάς ἀρετάς, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσαν νά ἐκτιμηθοῦν, διαμορφώνουν τόν ἑαυτό τους παρασυρόμενοι ἀπό τήν κακίαν τοῦ περιβάλλοντος.

Μή στηρίζετε τάς ἐλπίδας σας εἰς τόν πλοῦτον καί εἰς τήν ἀδικίαν. Μή φλογίζεσθε ἀπό τόν πόθον διά πλούτη, πού προέρχονται ἀπό ἁρπαγάς. Κάμετε κρίσεις δικαίας, διά νά σκεπασθῆτε κατά τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς Κρίσεώς μου. Καμμία χήραν καί κανένα ὀρφανόν νά μή ἀδικήσετε. ᾿Εάν ἀδικήσετε αὐτούς καί κράξουν πρός ἐμέ ἐναντίον σας, ἐγώ θά ἀκούσω τήν φωνήν των καί θά ὀργισθῶ καί θά ἐπιτρέψω νά φονευθῆτε ἐν στόματι μαχαίρας καί ἔτσι αἱ γυναῖκες σας θά γίνουν χῆραι καί τά παιδιά σας ὀρφανά, ὡσάν ἐκεῖνα πού ἐσεῖς ἠδικήσατε.

῎Ας φοβηθῶμεν καί ἄς φρίξωμεν, ἀδελφοί μου, ἀκούοντες αὐτά, καί ὅσοι εὑρίσκεσθε μέσα εἰς τήν κακίαν, τήν ἀδικίαν, τήν ἁρπαγήν, τήν πλεονεξία καί τήν ἀπιστίαν, ἐπιστρέψατε καί μετανοήσατε. ῞Οσοι δέ στέκεσθε εἰς τήν ἀρετήν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἀλήθειαν καί τήν πίστιν, μή ῥαθυμήσετε, οὔτε νά ὑποχωρήσετε· ὥστε καί ὁ Σταυρός ὁ Τίμιος, ὁ ἄξιος προσκυνήσεως καί σεβασμοῦ, ἡ ἰσχύς τῆς οἰκουμένης, τό στερεό φρούριον τῆς Χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας, τό ἀνίκητον ὅπλον τῶν ᾿Ορθοδόξων βασιλέων, τό ἄθραυστο ὀχύρωμα, νά μᾶς ἐνδυναμώσῃ μέ τήν ἀήττητον δύναμίν του, καί νά μᾶς καταξιώσῃ νά διέλθωμε τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μας μέ ἁγιασμόν καί θεάρεστον πολιτείαν· καθώς ἐπίσης νά ἀναδείξῃ τούς ᾿Ορθοδόξους καί ἁγίους βασιλεῖς μας νικητάς κατά τῶν ἐχθρῶν πού μᾶς πολεμοῦν, μᾶς ἀδικοῦν καί μᾶς μισοῦν· καί ἔτσι νά λάβωμε κάποια παρηγορία, εἰρήνη καί γαλήνη, ὅπως ἐλπίζομε καί προσευχόμεθα, κατά τόν παρόντα βίον. Εἰς δέ τόν μέλλοντα αἰώνα νά ἀπολαύσωμε τήν ἄφατον χαράν καί ἀγαλλίασιν τῶν δικαίων· αὐτῆς εἴθε νά ἀξιωθῶμεν ὅλοι διά τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ῟ῼ πρέπει δόξα καί κράτος σύν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί καί Ζωοποιͺῷ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ᾿Αμήν.

 
Σχολιάστε

Posted by στο Σεπτεμβρίου 13, 2011 in ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Η ιστορία του ξύλου του Τιμίου Σταυρού.

ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Το Τίμιο Ξύλο αποτελείται από κέδρο, πεύκο και κυπαρίσσι, το οποίο οι προσκυνητές των Αγίων Τόπων, το συναντούν και στις δύο μορφές του: την φυσική σαν δέντρο και στον Ι.Ν. της Αναστάσεως, σαν προσκύνημα, το εμποτισμένο Τίμιο Ξύλο, με τις θείες ρανίδες αίματος Του Σταυρωθέντος Χριστού. (Ζωντανό καθώς αφομοιώνει θαυμαστά, το φυσικό ξύλο από έτος σε έτος, οπότε δεν ελαττώνεται), Ζωοδόχο (γιατί δέχτηκε το Αίμα της Ζωής=Χριστός) και Ζωοπάροχο, εκ του πρώτου θαύματος (και όχι μόνο) στην ανεύρεσή του από την Αγία Ελένη, της αναστάσεως της νεκρής διερχόμενης Ιουδαίας).

Σύμφωνα με μία ευλαβή παράδοση η προέλευση του ξύλου είναι η εξής.

«Οι τρεις Άγγελοι, τούς οποίους εφιλοξένησε ό Αβραάμ εις τύπον της Αγίας Τριάδος, φεύγοντες «ελησμόνησαν» τάχα τάς ράβδους των εκεί, παρά τήν δρύν Μαμβρή….

Ταύτας μετεχειρίσθη ή Σάρα επανειλημμένως ως ξύλα εις την φωτιάν όμως εκαπνίζοντο χωρίς να καίονται. Επειδή όμως είχαν μια ξεχωριστή ευωδία, ο Αβραάμ τα έβγαλε από τη φωτιά και τα φύλαξε σα θεόσταλτο δώρο.

Όταν ό Λώτ μέθυσε εποίησε την αμαρτίαν με τας θυγατέρας του, ανανήψας υπήγεν εις τον θείον του Αβραάμ και εξωμολογήθη το κακόν που του συνέβη.

Ό δε είπε μεγάλη η αμαρτία σου, τέκνον πλην λάβε αυτούς τους τρεις δαυλούς (τά ξύλα πού πέταξε ή Σάρα) φύτευσέ τα εις το υποδειχθέν μέρος και φέρε νερό από τον Ιορδάνη να τα ποτίζης∙ αν βλαστήσουν, σημείον ότι εδέχθη ο Θεός την μετάνοιάν σου καί σε συγχώρησε.

Εποίησεν ούτως ο Λώτ και έφερε νερό από τον Ιορδάνην, όστις απέχει μιας ημέρας όδόν. ‘Αλλ’ ό διάβολος, μετασχηματισμένος άλλοτε μεν εις κεκοπιακότα διψασμένο οδοιπόρο, άλλοτε δε εις γέροντα ασθενή και άλλοτε εις γυναίκα πτωχήν καί δυστυχή, του έπινε το νερό καθ’ όδόν. Τον λυπήθηκεν ο Θεός και μίαν φοράν διέφυγε την συνάντησιν και πότισε μίαν μόνην φοράν τα ξύλα, τα οποία εβλάστησαν και ηνώθησαν εις το τρισύνθετον ξύλον πεύκη, κέδρος καί κυπάρισσος. Ό τόπος τούτου δεικνύεται εντός του Ναού της Μονής του Σταυρού εις τα προάστια της Ιερουσαλήμ.

Όταν δε ο Σολομών, μετά χίλια σχεδόν έτη (1015—975 π.Χ.), ανήγειρε τόν Ναόν και όλοι οι άνθρωποι και η φύσις προσέφεραν στην οικοδομή του, εκόπηκε καί το δένδρον τούτο γι` αυτόν τον σκοπό.

Όταν όμως επρόκειτο να χρησιμοποιηθή, όπου ετίθετο, ήταν άλλοτε μέν κοντό άλλοτε δέ μακρύ και τελικώς τό πέταξαν ως άχρηστον σε μία γωνία ειπόντες «κατηραμένον ξύλον».

Καί όταν αι ιουδαίοι έτρεχον καί ζήτουσαν ξύλον δια την σταύρωσιν του Κυρίου, -εύρον προχείρως αυτό καί ήτο κατάλληλον και δια αύτου κατεσκευάσθη ο σταυρός του Χριστού.

 
1 σχόλιο

Posted by στο Σεπτεμβρίου 12, 2011 in AΞΙΟΛΟΓΑ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 135 other followers