Άγιος Νικόλαος ,«ο γαληνεμένος όρμος και το λιμάνι της σωτηρίας»

st.Nicolas

Ο άγιος Νικόλαος, η ήμερη πρεσβυτική μορφή μέσα στη χορεία των αγίων Ιεραρχών της Εκκλησίας, είναι ο τύπος και ο κανόνας της ιερατικής ταπεινοφροσύνης και πραότητας. «Εικόνα πραότητος» τον ονομάζει η Εκκλησία, γιατί πρώτος καρπός της ταπεινοφροσύνης είναι η πραότητα. Ο άγιος Νικόλαος είναι ο λειτουργός της Εκκλησίας, που με την ταπεινοφροσύνη και την πραότητά του, με το φρόνημα της στερήσεως μάλλον και της εκούσιας φτώχειας, έφτασε στην πνευματική πληρότητα και απόκτησε τον ουρανό. Κανόνας και πρότυπο είναι ο άγιος Ιεράρχης, καθώς το ψάλλει η Εκκλησία στο γνωστό σε όλους τροπάριο. «Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε τη ποίμνη σου η των πραγμάτων αλήθεια· διά τούτο εκτήσω τη ταπεινώσει τα υψηλά τη πτωχεία τα πλού¬σια…».
Η υμνολογία κάθε εορτής είναι πάντα η καλύτερη γλώσσα, με την οποία η Εκκλησία εκφράζει το φρόνημά της απέναντι στα πρόσωπα και τα γεγονότα της πίστεως. Γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία πρόσωπα και γεγονότα πάντα εορτάζει· τα πρόσωπα του Ιησού Χριστού και όλων των αγίων και τα γεγονότα της θείας οικονομίας, όσα έπραξε ο Λόγος του Θεού κατά το διάστημα της ενσάρκου επιδημίας του εδώ στη γη. Και η υμνολογία λοιπόν της σημερινής εορτής κατά τον καλύτερο τρόπο και πολύ παραστατικά εκφράζει την τιμή και τα ιερά αισθήματα της Εκκλησίας προς τον άγιο Νικόλαο. Και πρέπει να προλάβουμε να πούμε πως τα εγκώμια προς τον άγιο δεν είναι απλώς ποιητικές εκφράσεις και δεν είναι καν εγκώμια, αλλά ιστορία πραγματικών γεγονότων, «η των πραγμάτων αλήθεια» από τη ζωή και την επισκοπική διακονία του αγίου Νικολάου, κι όταν ήταν εδώ στη γη κι όταν έφυγε στους ουρανούς και τελεί τώρα τη θεία Λειτουργία στο ουράνιο θυσιαστήριο. Οι άγιοι είναι οι φίλοι του Θεού και οι ευεργέτες των ανθρώπων και στη ζωή εδώ και «μετά θάνα¬τον», όταν οι μάρτυρες με το αίμα τους και οι ιεράρχες με την ιερωσύνη τους και όλοι με την αγιωσύνη τους πρεσβεύουν για μας στο Θεό. Έτσι η Εκκλησία είναι Εκκλησία αγγέλων και ανθρώπων, ανθρώπων των «εν ουρανοίς απογεγραμμένων» και των «επί γης περιλειπομένων».
Ανεξάντλητη είναι η έμπνευση των ιερών υμνογράφων, παίρνοντας αφορμή από την αγιωσύνη και το ιερατικό του έργο, για να υμνήσει τον άγιο Νικόλαο. Είναι εκείνος που, «πανταχού καλούμενος», προφταίνει να δείξει σε όλους την ευεργετική του προστασία. Είναι ο «μέγας αντιλήπτωρ και θερμός τοις εν κινδύνοις τελούσιν…», σε κείνους που κινδυνεύουν είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα, «τοις εν γη και τοις πλέουσι». Στην εορτή του σήμερα η Εκκλησία εγκωμιάζει «της ευσέβειας τον πύργον των πιστών τον πρόμαχον», και ο ιερός υμνογράφος βάζει στο στόμα των πιστών αυτά τα λόγια και τους χαρακτηρισμούς για τον άγιο ιεράρχη, που ιδιαίτερα είναι προστάτης των θαλασσινών «όρμος ο γαληνότατος εν ω καταφεύγοντες οι τρικυμίαις του βίου περιστατούμενοι σώζονται…». Οι τρικυμίες δεν είναι μόνο στη θάλασσα, αλλά όλος ο βίος των ανθρώπων είναι τρικυμισμένο πέλαγος, που για να το διαπλεύσουν χρειάζονται πλοηγό, που θα τους οδηγήσει να φτάσουν στο γαληνεμένο όρμο και το λιμάνι της σωτηρίας. Και ο άγιος Νικόλαος, όπως τον βλέπει στη συνείδησή της και τον εγκωμιάζει η Εκκλησία, είναι ο μέγας και θερμός προστάτης και βοηθός εκείνων που κινδυνεύουν και στη γη και στη θάλασσα· «μέγας αντιλήπτωρ και θερμός τοις εν τοις κινδύνοις τελούσι… τοις εν γη και τοις πλέουσιν».
Αλλά ακόμα πιο πολύ, στο ιερό πρόσωπο του αγίου Νικολάου, η Εκκλησία εγκωμιάζει τον ιερέα και το λειτουργό των θείων μυστηρίων, τον καλό ποιμένα και τον Ιεράρχη, «της ευσέβειας τον πύργο των πιστών τον πρόμαχον». Γιατί ο επίσκοπος των Μύρων της Λυκίας, μέσα σε όλη του την ταπεινοφροσύνη και την πραότητα, υπήρξε ο ισχυρός προστάτης της ορθοδοξίας, καθώς το έδειξε στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, που με ένα δικό του πρακτικό τρόπο υπεράσπισε την αληθινή πίστη. Γι’ αυτό η Εκκλησία στο πρόσωπο του υμνεί «Ιεραρχών την καλλονήν και των Πατέρων κλέος», και τον ονομάζει «Ιεραρχών ωραιότατον κλέος και δόξαν». Απευθύνεται προς τον άγιο με βαθειά ευλάβεια και προσευχητική οικειότητα, για να του πει λόγια αληθινής πνευματικής ωραιότητας• «άνθρωπε του Θεού και πιστέ θεράπον και οικονόμε των αυτού μυστηρίων…».
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ιδιόμελο της εορτής της Πεντηκοστής «Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον», ψάλλεται κατά την εκλογή των Επισκόπων, και τονίζεται σ’ αυτό η φράση ότι το Άγιο Πνεύμα «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας», που ακριβώς είναι θεσμός ιερωσύνης.
Αυτού του Αγίου Πνεύματος ο άγιος Νικόλαος, «ο θείος της θειοτάτης ιερωσύνης κανών», είναι η μυροθήκη, καθώς σε ένα ιδιόμελο ποιητικότατα ψάλλει η Εκκλησία· «Πάτερ Νικόλαε του Παναγίου Πνεύματος μυροθήκη υπάρ¬χων ως έαρ μυρίζεις ευφρόσυνον των θείων αρωμάτων Χριστού». Το όνομα Ιησούς στη θεία Γραφή λέγεται «μύρον εκκενωθέν», το μύρο που χύθηκε σαν από αλαβάστρινο δοχείο και «επλήρωσε τα σύμπαντα ευωδίας», μοσκοβόλησε ο κόσμος. Το ίδιο, σαν ανοιξιάτικα μυρόπνοα άνθη, άνθη του Παραδείσου, καθώς στην εορτή των αγίων Πατέρων ψάλλει η Εκκλησία, το ίδιο όλοι οι άγιοι, σαν μυροθήκες του Αγίου Πνεύματος, αρωματίζουν τη ζωή του κόσμου. Όχι μόνο με τα λόγια τους, όχι μόνο με τα έργα τους, αλλά και με την αγιασμένη τους μορφή, καθώς σε μια ομιλία του λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι «των αγίων ουχί τα ρήματα, αλλά και αυτά τα πρόσωπα πνευματικής γέμει χάριτος».
Το αισθανόμαστε και το ζούμε αυτό, όταν βλέπουμε και την εικόνα του αγίου Νικολάου· στα ιερό πρόσωπο του αγίου, έτσι όπως η μορφή του σώζεται στην παράδοση της ορθόδοξης εικονογραφίας, διαλάμπει μια πνευματική χάρη, μια ψυχική γαλήνη και μια εσωτερική ομορφιά, που όλα αυτά είναι καρπός του πνεύματος της ταπεινοφροσύνης και της πραότητας. Αυτές οι αρετές πρώτες είναι που ανεβάζουν και υψώνουν τους αγίους και τους κάνουν σαν αγγέλους στη γη, ώστε να τους εγκωμιάζει η Εκκλησία και να μην κινδυνεύει να κατηγορηθώ για υπερβολή όταν ψάλλει, καθώς τώρα στον άγιο Νικόλαο «Βροτός υπάρχων ουράνιος ισάγγελος εν γη πεφανέρωσαι».
Αλλά καιρός είναι να συναγάγουμε τα πρακτικά συμπεράσματα από την υμνολογία της εορτής του αγίου Νικολάου και να συγκροτήσουμε την ευαγγελική διδαχή της ταπεινοφροσύνης και της πραότητας, που είναι τα κύρια γνωρίσματα της ιερής προσωπικότητας, που εορτάζει και τιμά σήμερα η Εκκλησία. Δεν είναι λοιπόν ο εξωτερικός θόρυβος και η κοσμική επίδειξη, που επιβάλλουν και καθιερώνουν τον ιερό ποιμένα στη συνείδηση του εκκλησιαστικού ποιμνίου του· δεν είναι η κοινωνική λαμπρότητα και επιβολή, που τον αναδεικνύουν. Είναι «η των πραγμάτων αλήθεια». Τούτο πάντα το ξεχνάμε και οι εκκλησιαστικοί ποιμένες και ο λαός, γιατί μας ξεγελά η επιφάνεια και δεν προσέχουμε στο βάθος των πραγμάτων. Εκεί στο βάθος είναι η αλήθεια, μα για να τη βρει κανείς και να την αγαπήσει πρέπει να έχει ταπεινό φρόνημα. Να μην τον ξεγελά ό,τι λάμπει κι ό,τι κάνει θόρυβο, κι αλλοίμονο, αν πιστέψουμε και οι ποιμένες και ο λαός πως η ιερατική μας διακονία είναι ζήτημα κοσμικών συνθηκών και προσωπικών μας μόνο ικανοτήτων. Τότε θα μας αφήσει η θεία Χάρη και θα μείνουμε κενοί και άχρηστοι, γιατί ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσε¬ται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».
Η πρώτη ευαγγελική αρετή είναι η ταπεινοφροσύνη. Όχι το συναίσθημα της μειονεξίας, για το οποίο κάνουν λόγο η σύγχρονη παιδαγωγική και η ψυχολογία. Ούτε πολύ περισσότερο η ταπεινολογία, που είναι υποκρισία και ψεύδος. Αλλά η ταπεινοφροσύνη, που είναι η βαθειά και άγια αρετή στον πιστό άνθρωπο, να θέλει να γνωρίζει καλά τον εαυτό του. Ένα τέτοιο φρόνημα είναι η βάση και η αρχή της προκοπής· της πνευματικής προκοπής, γιατί αυτό μας ενδιαφέρει πάντα. Κανένας δεν πηγαίνει πιο πάνω στη σκάλα της αγιωσύνης, αν δεν ομολογήσει στον εαυτό του πως είναι χαμηλά, πως του λείπουν ακόμα πολλά, πως δεν είναι εκείνος που έπρεπε και μπορούσε να είναι. Ο Ιησούς Χριστός το είπε επιγραμματικά· «πας ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται»· υψοποιός αρετή είναι η ταπεινοφροσύνη.
Επάνω στην ταπεινοφροσύνη στηρίζεται όλο το οικοδόμημα του χριστιανικού βίου. Γι’ αυτό ο Ιησούς Χριστός άρχισε την «επί του όρους» ομιλία με το μακαρισμό των ταπεινοφρόνων ανθρώπων «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…». Χαρά σε κείνους που έχουν ταπεινό φρόνημα, μικρή γνώμη για τον εαυτό τους· που δεν βλέπουν τους άλλους ανθρώπους παρακάτω απ’ αυτούς, που δεν έχουν την αξίωση όλος ο κόσμος να τους προσκυνά και να τους υπηρετεί· αντίθετα αισθάνονται χρέος τους αυτοί να διακονήσουν τούς άλλους· «ουκ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι…», είπε ο Ιησούς Χριστός. Κι όχι μόνο το είπε, αλλά και το έπραξε. Το ίδιο ο μεγάλος Απόστολος το έγραψε με αυτά τα λόγια· «Μηδείς το εαυτού ζητήτω, αλλά το ετέρου έκαστος». Αυτό είναι η ταπεινοφροσύνη σε μια θετική και ευεργετική της έκφραση, συνδυασμένη με την αγάπη· και δεν υπάρχει αμφιβολία πως από τούτο εδώ το σημείο αρχίζει η λύση όλων των προβλημάτων, που απασχολούν πάντα την κοινωνική ζωή των ανθρώπων, και ίσως περισσότερα σήμερα.
Λίγοι κέρδισαν τόση αγάπη και τόση συμπάθεια στις συνειδήσεις των ανθρώπων, όσο ο άγιος Νικόλαος, του οποίου σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά τη μνήμη. Στον άγιο Νικόλαο πραγματοποιήθηκε κατά λέξη ο λόγος του Κυρίου Ιησού Χριστού· «Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην». «Πράος και ταπεινός τη καρδία», καθώς ο Ιησούς Χριστός, ο άγιος Νικόλαος είναι γνωστός και τιμάται σε κάθε τόπο. Το όνομά του είναι γνωστό σ’ όλο τον κόσμο, και σχεδόν δεν υπάρχει χριστιανική οικογένεια, που να μην το τιμά σ’ ένα της πρόσωπο. Η Εκκλησία, καθώς το ακούσαμε, τον ονομάζει «μυροθήκην του Αγίου Πνεύματος», «κανόνα πίστεως» και «εικόνα πραότητος». Η υμνολογία της εορτής του αγίου είναι πλούσια σε πνευματικά άνθη και ιερό ποιητικό λυρισμό, που φανερώνει ακριβώς την ευλάβεια της Εκκλησίας προς τον «κατ’ εξοχήν» οικογενειακό, προστάτη και πατέρα άγιο. «Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων», λέει η θεία Γραφή, και πραγματικά η μνήμη του αγίου επισκόπου των Μύρων με πολλά εγκώμια διατηρείται και σώζεται στο πέρασμα του χρόνου μέσα στις συνειδήσεις των χριστιανών.

(+Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητρ. Σερβίων και Κοζάνης, Ο Λόγος του Θεού, τ. Α΄, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.549-555, αποσπάσματα)

Άγιος Ιερομάρτυρας Σεραφείμ, Επίσκοπος Φαναρίου- (4 Δεκεμβρίου) -«Άραγε, Σεραφείμ, συνετίσθηκες;»

 

 st._serafeim

       Ο  Άγιος, ενόσω βρισκόταν στην φυλακή και έβλεπε επάνω του τα στίγματα του Χριστού, χαιρόταν και στον Χριστό ομολογούσε μεγάλες τις χάριτες, που τον αξίωσε να πάθει για το όνομά του το Άγιο, και τον παρακαλούσε να του δώσει υπομονή να πελεκήσει το Μαρτύριο. Την δε επομένη ημέρα, αφού κάθισε πάλι ο άρχοντας στον δικαστικό θρόνο με υπερβολική έπαρση, πρόσταξε και έφεραν τον Άγιο μπροστά του. Και άρχισε πάλι να λέει προς αυτόν· «Άραγε, Σεραφείμ, συνετίσθηκες από το χθεσινό παίδεμα, κατάλαβες το συμφέρον σου, ώστε να κάνεις εκείνο που σου λέω και ως φίλος σου σε συμβουλεύω, ή επιμένεις ακόμη στην κακή εκείνη άποψη; Ο Άγιος όμως. αφού σηκώθηκε με γελαστό το πρόσωπο, είπε· «Θα έπρεπε, ηγεμών, να μη σου δώσω καμμία απάντηση σ’ αυτά, επειδή λες πως είσαι και φίλος μου και μου δίνεις αυτήν την κακή συμβουλή, να αφήσω τον Κύριό μου Ιησού, τον ποιητή μου και πλάστη μου και να πιστέψω σε έναν άνθρωπο θνητό, αγράμματο, εχθρό και πολέμιο του Χριστού μου». Και ενώ έλεγε αυτά ο Άγιος, ο άρχοντας δεν περίμενε να τελειώσει τον λόγο του, αλλά αμέσως διέταξε πάλι να τον δείρουν σφοδρότατα, έπειτα να του τεντώσουν χέρια και πόδια και να βάλουν επάνω στην κοιλιά του μία μεγάλη πέτρα και ανελέητα να κατακόβουν και να ξεσχίζουν τις σάρκες του. Έπειτα τον πότιζαν νερό ανακατωμένο με σκόνη και χολή. Ο δε Άγιος, όταν είδε να γίνεται σ’ αυτόν το πάθος του Δεσπότη Χριστού, χαιρόταν τόσο πολύ, ώστε και οι ίδιοι οι ανηλεείς δήμιοι, βλέποντάς τον που υπέμεινε τέτοια και τόσα βασανιστήρια με ευχαρίστηση και το πρόσωπό του που ήταν λαμπρό και χαρούμενο σαν να ήταν σε ξεφάντωμα, και όχι σε τιμωρία, τον θαύμαζαν. Ο δε άρχοντας βλέποντας το σταθερό και αμετάθετο της γνώμης του, έδωσε την τελευταία καταδικαστική απόφαση, να τον παλουκώσουν, για να λάβει βίαιο θάνατο. Και αφού μετέφεραν τον Άγιο στον τόπο της καταδίκης, μία αράπισσα πιο μελανή στην ψυχή, παρά στο σώμα, ενώ στεκόταν δίπλα σε κάποιον τοίχο, έβριζε, και ατίμαζε τον Άγιο με αισχρές και άτιμες ύβρεις. Ο πιστότατος υπηρέτης του Δεσπότη Χριστού, μιμούμενος και σε αυτό τον Χριστό, δεν είπε μεν καμμία κατάρα εναντίον εκείνης της αθέου, αλλά μόνον, αφού στράφηκε, και την είδε με το γελαστό του εκείνο πρόσωπο, αμέσως σαν να βγήκε δύναμη από το ευλογημένο του πρόσωπο και την χτύπησε. Και, ω του θαύματος! στράφηκε προς τα πίσω η αναιδής και μελανή εκείνη ό­φις, παρομοίως και το στόμα και τα μάτια της στράφηκαν, και έγινε όμοια με τον πατέρα της τον διάβολο, και έζησε με την πληγή εκείνη δεκαπέντε χρόνια, και κατέστη θέαμα ελεεινό γι’ αυτούς που την έβλεπαν. Ωστόσο αν και ήταν δύστροπη και δαιμονιώδης και έπαθε τέτοια πράγματα, δεν εγκατέλειψε την κακή της άποψη, αλλά με την ίδια δυστροπία διέρρηξε την μιαρή της ψυχή, καθώς έφευγε για τον ετοιμασμένο γι’ αυτήν και όλους τους ομοίους της τόπο της αιωνίου κολάσεως. Ο δε Άγιος, αφού έφθασε στον τόπο της καταδίκης, όπου γινόταν εκείνο τον καιρό οι συναλλαγές, (δηλαδή το παζάρι), κοντά στο κυπαρίσσι, που βρισκόταν εκεί, και ενώ σουβλίσθηκε από τους άσπλαχνους, ευχαριστώντας, παρέδωσε την ιερή του και τρισευλογημένη ψυχή στα χέρια του Θεού, στις 4 Δεκεμβρίου του 1601. Το δε Άγιό του σώμα, όρισε ο θηριώδης εκείνος άρχοντας, να μείνει επάνω στο ξύλο πολλές ημέρες δήθεν για σωφρονισμό των άλλων. Αλλά και παρ’ όλο που έμεινε νεκρό αρκετές ημέρες, δεν έπαθε τίποτε με τη χάρη του Θεού, από όσα είναι στη φύση των νεκρών σωμάτων να παθαίνουν, ούτε εξογκώθηκε δηλαδή, ούτε κάποια δυσοσμία έβγαλε. Αλλά το αντίθετο έγινε και φαινόταν σαν να ήταν ζωντανό και ευωδία έβγαζε ανείπωτη. Το οποίο ακόμη και οι αλλοεθνείς, βλέποντάς το, θαύμαζαν. Οι δε ευσεβείς χαίρονταν και απέδιδαν στον Θεό μεγάλες ευχαριστίες, για την καλή ομολογία του Αγίου και διότι σ’ αυτή την ύστατη γενεά τους αξίωσε να δουν εκείνα, που είχαν ακούσει, ότι έγιναν στους παλαιούς καιρούς. Και επειδή ήθελαν να πάρουν το αθλητικό εκείνο σώμα, να το έχουν για προσκύνηση και βοήθειά τους, δεν το κατόρθωσαν, διότι ο άρχοντας έβαλε αρκετούς φύλακες και το φύλαγαν ημέρα και νύχτα. Και μετά από ημέρες έκοψαν την μακαρία του κεφαλή και την μετέφεραν στα Τρίκαλα, μαζί με άλλες κεφαλές κακούργων. Τις οποίες, αφού τις έβαλαν σε κοντάρια, τις έστησαν με την σειρά όλες να βλέπουν προς τη δύση. Και αυτά μεν έκαμναν το βράδυ· το πρωί όμως όλες οι υπόλοιπες κεφαλές των κακούργων στέκονταν, όπως τις έβαλαν, την κεφαλή του Αγίου όμως τη βρήκαν να βλέπει προς την ανατολή. Και αυτό όχι μία, αλλά πολλές ημέρες γινόταν. Και τον καιρό εκείνο, που ετελείτο αυτό το θαυμαστό γεγονός, κατ’ οικονομία του Θεού, έτυχε να βρίσκεται εκεί στα Τρίκαλα ο ηγούμενος της ιεράς μονής, που ονομαζόταν Δούσικο, και μόλις είδε οφθαλμοφανώς το θαύμα, έβαλε μέσα στη καρδιά του απόφαση καλή και ζήλο Θεού, να βρει τρόπο να πάρει την ιερά εκείνη και πολύτιμη κεφαλή στο Μοναστήρι, του, να την έχει για αγιασμό και θησαυρό του Μοναστηριού του άξιο. Γι’ αυτό συμφώνησε με κάποιον Αλβανό Χριστιανό και του έταξε πενήντα γρόσια, για να βρει τρόπο, να κλέψει τη θαυματουργή εκείνη κεφαλή, και να του τη φέρει. Ο οποίος παραφύλαγε όλη εκείνη τη νύχτα και κοντά προς την αυγή, όταν είδε τους φύλακες, να είναι νικημένοι από την αγρυπνία και να τους παίρνει ο ύπνος, πήγε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Ωστόσο κατεβάζοντας την τίμια κεφαλή από το ξύλο και από τη βιασύνη και από το φόβο του, άφησε το ξύλο, και, όπως έπεσε χτύπησε και ξύπνησε τους φυλακές. Οι οποίοι, βλέποντας τον καλό εκείνο Χριστιανό, που έκανε αυτή τη θαυμαστή κλεψιά, έτρεξαν να τον πιάσουν. Ο δε γενναίος εκείνος, από ζήλο από τη μία και για τον μισθό από την άλλη, άρπαξε με τόλμη τον πολύτιμο εκείνο θησαυρό από τα μαλλιά και τον έρριξε στους ώμους του και όσο μπορούσε έφευγε. Τον κατεδίωκαν βέβαια και οι φύλακες με πολλή ορμή από την ντροπή τους. Ο δε καλός εκείνος Χριστιανός, ενώ βρισκόταν επάνω σε ένα γεφύρι της Σαλαμβρίας και καθώς έβλεπε τους φύλακες, που τον πλησίαζαν και επειδή φοβήθηκε, έρριξε το θαυμαστό κλέψιμο στον ποταμό. Γι’ αυτό και οι φύλακες, επειδή είδαν το γεγονός γύρισαν άπρακτοι. Και σ’ εκείνο τον ποταμό, κάτω από το γεφύρι, για αρκετό διάστημα, κάποιοι ψαράδες είχαν φράχτες κατασκευασμένους, για να πιάνουν ψάρια, στους οποίους, αφού ακούμπησε η τρισευλογημένη εκείνη κεφαλή, πιάστηκε από τα μαλλιά. Και επειδή ήταν δύο οι ψαράδες, ο μεν ένας από αυτούς πήγε στο σπίτι του, ενώ ο άλλος έμεινε τη νύχτα εκείνη να φυλάει τους φράχτες. Και ενώ καθόταν στο κρεββάτι και έβλεπε προς τον φράχτη, (ω των θαυμάσιων σου, Χριστέ Βασιλιά!) είδε έναν πύρινο στύλο, που κρατιόταν από τον φράχτη και έφθανε έως τον ουρανό και άκουγε αοράτως θαυμαστές ψαλμωδίες. Και επειδή φοβήθηκε, βγήκε από τον ποταμό και φεύγοντας κρύφθηκε στο κούφωμα ενός δέντρου και έμεινε εκεί όλη τη νύχτα άυπνος. Και όταν ξημέρωσε, αφού βγήκε από εκεί, πήγε στα Τρίκαλα και διηγήθηκε στον σύντροφό του το θαύμα. Γι’ αυτό την επόμενη νύκτα πήγαν και οι δυο να δουν τί ήταν αυτό που εμφανίσθηκε. Και αφού διανυκτέρευσαν, είδαν πάλι ομοίως τον πύρινο στύλο και άκουσαν τις ψαλμωδίες. Και επειδή δεν άντεξαν το φοβερό του θαύματος, φεύγοντας από εκεί, πήγαν πάλι στο κουφωτό δέντρο. Και, αφού μπήκαν μέσα, έβλεπαν από εκεί από την τρύπα το τεράστιο όλη τη νύχτα, χωρίς να κοιμηθούν καθόλου από το φόβο τους. Και, όταν έφθασε η ημέρα, πήγαν να δουν τι ήταν το θαύμα που έβλεπαν τη νύχτα. Και καθώς κοίταζαν προς εκείνο το μέρος, όπου έβλεπαν τον πύρινο στύλο, βρήκαν τη μαρτυρική και γεμάτη χάρη κεφαλή μπλεγμένη στο φράχτη. Και, επειδή την αναγνώρισαν, χάρηκαν με την εύρεση του πολυτίμου θησαυρού. Γι’ αυτό λοιπόν, αφού την τύλιξαν και την σήκωσαν την μετέφεραν στον προαναφερθέντα ηγούμενο. Ο δε καλότυχος ηγούμενος, μόλις είδε το ποθούμενο, ανασκίρτησε. Και, αφού πήρε το θαυμαστό κυνήγι, έδωσε σ’ αυτούς χάριν της ευρέσεως πενήντα γρόσια. Μετά δε από καιρό, όταν έμαθαν οι αδελφοί της Κρυεράς πηγής την υπόθεση, έστειλαν τον ηγούμενό τους, μαζί με κάποιον προεστό του Νεοχωρίου, που ονομαζόταν Παναγιώτης Κωσκολάς, να πάνε να ζητήσουν την Ιερή και μαρτυρική κάρα από το Δούσικο, επειδή άνηκε σ’ αυτούς, διότι είναι ο Άγιος Κοινοβιάτης τους. Και, όταν έφυγαν, κατ’ οικονομία του Θεού, βρήκαν στα Τρίκαλα και τον Μητροπολίτη Λαρίσης, στον οποίο φανέρωσαν τη σκέψη τους και τον παρακάλεσαν να τους βοηθήσει στο δίκαιο αίτημά τους. Ο οποίος, επειδή το έκρινε δίκαιο, απεφάσισε να πάρουν οι Δουσικιώτες τα πενήντα γρόσια και να δώσουν τον θησαυρό, πράγμα που έγινε. Ο δε ηγούμενος και ο προαναφερθείς Παναγιώτης αφού πήραν το ποθούμενο, το μετέφεραν στο Μοναστήρι της Κρυεράς πηγής. Και αφού κατασκεύασαν κιβώτιο θαυμαστό, το έβαλαν και το απέθεσαν σε τόπο ιερό και κατάλληλο, που μένει μέχρι και τώρα σώα, ευωδιάζουσα και επιτελεί άπειρα θαύματα. Και ελευθερώνει από όλα τα νοσήματα αυτούς που προσέρχονται με πίστη.  Και στην ολέθρια πανούκλα στάθηκε χιλιάδες φορές θαυματουργή και πολλές χώρες ευσεβών ελευθέρωσε μέχρι και σήμερα από την επικίνδυνη αυτή ασθένεια.

 

(Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, «Συναξαριστής» τ. Β΄, εκδ. Συνοδίας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ι. Καλύβη “Αγιος Σπυρίδων Α”, Ν. Σκήτη-Αγ. Όρος,  σ. 240-243)

Ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κισάμου καί Σελίνου κ. Ἀμφιλοχίου, κατά τήν Θρονικήν Ἑορτήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου(30.11.2009).

 

 

«Ἄνωθεν μέν Δαυΐδ ἀναστέλλει ἁμαρτωλόν, ὡς ἐμέ, διηγεῖσθαι Θεοῦ εὐλόγως τά διακαιώματα∙ ὅμως πρός πίστιν διδάσκει πάλιν, καί ἐν δάκρυσι πλείστοις ἐξαγορεύει…» (Οἶκος, Ὄρθρου Λ΄ Νοεμβρίου).

 

Παναγιώτατε καί Θειότατε Πάτερ καί Δέσποτα,

Ὑπήκων εἰς τήν Ὑμετέραν εὐλογίαν καί προτροπήν εὑρίσκομαι ἐνώπιον τῆς πανηγυριζούσης ταύτης ὁμηγύρεως, ἐνώπιον ὑμῶν σεβαστοί πατέρες καί τιμιώτατοι ἀδελφοί, κατά τήν εὔσημον ταύτην ἡμέραν τῆς ἑορτίου μνήμης τοῦ Ἱδρυτοῦ καί Προστάτου τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὑπερνικῶν τήν ὡς ἄνω ἀναστολήν τοῦ προφητάνακτος, ὄχι διά νά διδάξω πρός πίστιν ἤ ἐπιστηριγμόν, ἀλλά ἵνα ἐξαγορεύσω ἐκ μυχοῦ καρδίας καί ἐν συστολῇ πολλῇ τήν βιουμένην ἀνά τούς αἰῶνας Ἀλήθειαν καί ποικίλως ἐκφραζομένην ὑπό τῶν ἐν Ἀποστολικῇ διαδοχῇ κλεϊσάντων τόν πανίερον αὐτόν Θρόνον καί τά νῦν προβαλλόντων, οὐχ ἡσσόνως, τό μέγεθος καί τήν σπουδαιότητά του εἰς τήν σύγχρονον ἀνήσυχον, καί ἐν πολλοῖς, μέλαιναν πραγματικότητα.

Τήν ἀπαρχήν τῆς ἀποστολικότητός Της, τοῦτο μέν ὡς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ὡς παρουσίας, δηλονότι, τῆς χάριτος καί ἐμπειρίας τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς, τοῦτο δέ, ὡς ἀποστολικῆς παραδόσεως, τῆς συνεχείας, ἤτοι, τῆς συνειδήσεως και τῆς ταυτότητος τοῦ μηνύματος τό ὁποῖο προσέλαβε, ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ὀφείλει εἰς τόν κλεινόν καί πρωτόκλητον τῶν Ἀποστόλων, σήμερον ἑορταζόμενον Ἅγιον Ἀνδρέαν.

Ὁ τῆς ἀνδρείας ὄντως ἐπώνυμος ἠμπορεῖ νά μή συγκαταλέγηται ἐν τῇ χορείᾳ τῶν προκρίτων καί πρωτοκορυφαίων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου, ἀναμφιβόλως ὅμως ἔχαιρε προτεραιότητος καί διακρίσεως ἔναντι τῶν ὑπολοίπων καί ἀνεγνωρίζετο ἡ οἰκειότης του πρός τόν Διδάσκαλον. Συνεργός καί διάκονος ὑπάρχων τό πρότερον εἰς τό μετανοίας κήρυγμα τοῦ Προφήτου καί Βαπτιστοῦ τοῦ Κυρίου, Ἰωάννου, ὑπῆρξεν διά βίου ἀνήρ σεμνός καί αἰδέσιμος, κατά τόν βιογράφον αὐτοῦ, καί μέ τήν βαθεῖαν φρόνησιν ἡ ὁποία ἐκόσμει τόν χαρακτῆρα του, ἀνίχνευε τήν ἀλήθειαν πού ὑπῆρχεν εἰς τό βάθος τῶν κειμένων τῆς ἰουδαϊκῆς γραμματείας καί ἐζήτει ἐπιμόνως νά ἑρμηνεύσῃ τάς ῥήσεις τῶν προφητῶν ἀναφορικῶς μέ τήν ἔλευσιν τοῦ Μεσσίου καί νά ἀνεύρῃ τί τό πραγματικόν νόημα, τίς ἡ ἀλήθεια τῶν καλυπτομένων ὑπό παραπετάσματος, ὑπό σκότους καί σκιᾶς Μεσσιανικῶν προσδοκιῶν.

Χαρακτηριστικῶς καί ἰδιαζόντως ἀναφέρει ἡ σήμερον ἀναγνωσθεῖσα περικοπή, ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην ἱεροῦ Εὐαγγελίου ὅτι, ὅταν ἔλαβεν χῶρα ἡ συνάντησις Ἀνδρέου καί Ἰωάννου μετά τοῦ Ἰησοῦ εἰς τόν τόπον ὅπου ἐφιλοξενεῖτο «ὥρα δέ ἦν ὡς δεκάτη» (Ἰωάν. 1.40). Ἦτο ἡ ὥρα τῆς ἀποκαλύψεως, ἡ στιγμή τῆς Ἀληθείας, τοῦ περάσματος ἀπό τήν ἁπλήν ἱστορικήν γνῶσιν εἰς τήν χριστολογικήν ἀναγνώρισιν. Ἦτο ὁ σταθμός τῆς μεταβάσεως ἀπό τήν προφητείαν εἰς τήν ἐκπλήρωσιν, ἀπό τήν ἱστορικήν πραγματικότητα εἰς τήν ἐσχατολογικήν προοπτικήν, ἀπό τόν χρόνον εἰς τήν αἰωνιότητα. Ἦτο ἡ στιγμή τῆς προσωπικῆς ὑπό τοῦ Χριστοῦ κλήσεως τοῦ Ἀνδρέου καί τοῦ Ἰωάννου, ἡ ἀποδοχή τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο νά καταστῇ ἀφετηρία καινοῦ βίου.

Ἡ πρόσληψις τῶν ὅσων συνεζητήθησαν μετά τοῦ Ἰησοῦ ὑπό τοῦ Ἀνδρέου, δέν ἦτο ἀποτέλεσμα γνώσεως πού προῆλθεν ἀπό τόν περιβάλλοντα αὐτόν αἰσθητόν καί ἱστορικόν κόσμον, ἀπό πληροφορίας καί ἐμπειρίας πού τοῦ παρεῖχεν ὁ περίγυρός του καί ἡ ἐποχή του, ἀλλά προϊόν θείας ἀποκαλύψεως καί φανερώσεως. Μιᾶς ἀποκαλυπτικῆς στιγμῆς πού δέν ἔχει ποτέ τήν ἔννοιαν τῆς τελικότητος, ἀλλά τῆς ἀρχῆς καί ἐνάρξεως μιᾶς δυσκόλου πορείας πρός τήν πλήρωσιν καί τήν ὁλοκλήρωσιν.

Διά τοῦτο καί κατά τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς ὁ Πρωτόκλητος μαθητής «ἔνδον λαβών ἐν καρδίᾳ τό πῦρ τό νοερόν τό φωτίζον διανοίας  καί φλογίζον ἁμαρτίας, λάμπει μέν ταῖς μυστικαῖς ἀκτῖσι τῶν διδαχῶν, ἐν ταῖς τῶν ἐθνῶν ἀφωτίστοις καρδίαις∙ φλέγει δέ πάλιν τάς φρυγανώδεις τῶν ἀσεβῶν μυθουργίας∙ τό πῦρ γάρ τοῦ Πνεύματος τοιαύτην ἔχει τήν ἐνέργειαν», κατά τόν ποιητήν Ἀνδρέαν Ἱεροσολυμίτην.(Στιχ. Ἰδιόμ. Λιτῆς).

Μέ κατηυγασμένην τήν διάνοιαν ἀπό τάς τελειοτάτας μαρμαρυγάς τῆς Τριαδικῆς Θεότητος μεταλαμπαδεύει εἰς τάς ἀκτάς τῆς Μαύρης Θαλάσσης, τήν Βιθυνίαν, Θράκην καί Ἑλλάδα τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, χερσῶν τήν θάλασσαν καί γεωργῶν τήν ξηράν. Ἡ ἀποστολική δέ μαρτυρία του καί τό προνοιακόν σχέδιον τοῦ Θεοῦ ἐγγίζει καί τήν μικράν τότε πόλιν τοῦ Βύζαντος, καθαγιάζοντας τήν Ἐκκλησίαν ἐκείνην ἡ ὁποία ἔμελλε καθοριστικῶς νά πρωτεύσῃ εἰς τήν περιχαράκωσιν καί ἐξάπλωσιν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.

Τό κήρυγμα ἀλλά καί ἡ ζωή τοῦ Πρωτοκλήτου δέν ἀποτελοῦν παρά διδασκαλίαν Σταυροῦ καί Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, κατηγλαϊσμένην ὑπό τῶν ἐκφαντορικῶν ἐλλάμψεων τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Τήν οὐσίαν αὐτήν τῆς ἀποστολικῆς διδαχῆς βιώνει ἔκτοτε, ἀπό τοῦ πρώτου ἐπισκόπου του Στάχυος, καί ἀνά τούς αἰῶνας μέχρι σήμερον, διαδόχως καί κατά ἀδιάσπαστον συνέχειαν, ὁ οὕτω ἐνωρίτατα ἀναδεικνυόμενος Πάνσεπτος Οἰκουμενικός Θρόνος, ἡ Πρωτόθρονος Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἱστορία Της καταγγέλει, ὡς ταπεινά φρονῶ, σελίδας μόνον δόξης καί ἀκτινοβολίας, εἴτε καταστεφομένης ὑπό λαμπρῶν καί ἐνδόξων ἐπιφανειῶν, εἴτε δοκιμαζομένης καί μεστουμένης ἀνά τόν χρόνον ὑπό ἄθλων μαρτυρίου, αἵματος, αἰχμαλωσίας καί ὑποδουλώσεως, πολλάκις ἄχρι θανάτου, γενομένη «κατά πάντα καί διά πάντα» μιμητής τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ, τοῦ Ἐσταυρωμένου Βασιλέως τῆς Δόξης, καί τοῦ σήμερον λαμπρῶς ἑορταζομένου ἐνδόξου πάτρωνός Της.

Καί αἱ ἔνδοξοι ἐπιφάνειαι ἀλλά καί τό ἀτιμωτικόν μαρτύριον θά ἀπετέλουν μόνον ἀνθρωπίνους ἐκφάνσεις τῆς ἱστορίας μιᾶς Ἐκκλησίας, ἔστω καί Πρωτοθρόνου,  αἱ ὁποῖαι θά περιεβάλοντο, μεθ’ οὐ πολύ, διά τῆς λήθης, τῆς ἀμφιβολίας, ἤ καί τῆς ἀπορρίψεως, ἐάν εἰς αὐτάς δέν ἦτο παρόν τό Ἅγιον καί Τελεταρχικόν Πνεῦμα, ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, τό Ὁποῖον ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» καί «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κατοχύρωσις τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας διά συγκλήσεως τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων αἱ ὁποῖαι συνεκροτήθησαν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἤ εἰς περιοχάς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καθιστᾷ τήν Ἐκκλησίαν τῆς Νέας Ρώμης μαρτυρικήν καί ἐν ταὐτῷ ὁμολογιακήν Ἐκκλησίαν, θεματοφύλακα τῆς Πίστεως καί τῆς Ἀληθείας. Καί ἐάν ὁ χρόνος καί ἡ ἀνάγκη διατυπώσεως τοῦ δόγματος καί ὁριοθετήσεως τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας ἔχει παρέλθει, ἡ Μητρόπολις τῆς Ὀρθοδοξίας δέν δύναται νά ἀποποιηθῇ τοῦ ἱεροῦ καί ἐπιτακτικοῦ χρέους Της καί τῆς μείζονος εὐθύνης Της, τοῦτο μέν διά τήν διατήρησιν τῆς ἐνεστώσης ἑνότητος τῆς πίστεως ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, τοῦτο δέ διά τήν οἰκοδομήν τῆς διαρραγείσης τοιαύτης μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ἀδελφῶν «ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης καί ἐν τῇ γνώσει τῆς ἀληθείας», διά νά χρησιμοποιήσω τούς λόγους Σας, Παναγιώτατε. (Ὁμιλ. Α.Θ.Π. ἐνώπιον τοῦ Καρδιναλίου τῶν Παρισίων Jean Marie Lustiger, Νοεμ. 2005).

 

Ὅτε ἔλαβε χῶραν ἡ συνομιλία τοῦ Ἀνδρέου μέ τόν Χριστόν «ὥρα δέ ἦν ὡς δεκάτη». Ἀλλά καί ὅτε οἱ Ἕλληνες ἀνέβησαν εἰς Ἱεροσόλυμα διά νά ἑωρτάσουν τό Πάσχα καί ἐζήτουν νά ἰδοῦν καί συνωμιλήσουν μετά τοῦ Χριστοῦ, ἐπλησίασαν τόν Φίλιππον καί ἐξέφρασαν εἰς αὐτόν τόν πόθον τους∙ διστάζων δέ οὗτος, μετέφερεν τό αἴτημά των εἰς τόν Ἀνδρέαν. Καί ἐκεῖνος ἔχων πεπλατυσμένην τήν καρδίαν καί εὐρύ τό πνεῦμα, ἔχων κατανοήσει τήν ἀποστολήν καί τό λυτρωτικόν ἔργον τοῦ Διδασκάλου μή ἐγκλωβιζόμενον εἰς τά στενά ὅρια μιᾶς ἐσκληρυμένης καρδίας τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἀλλά προοριζόμενον καί ἀπευθυνόμενον εἰς τόν σύμπαντα κόσμον, σπεύδει πρός τόν Ἰησοῦν καί μεταφέρει τήν ἐπιθυμίαν τῶν Ἑλλήνων. Ἦτο ἡ κρίσιμος στιγμή τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐντός τῆς Ἱστορίας τῆς καθολικῆς Ἀνθρωπότητος, ὑπερβαίνοντας τήν στενότητα τῶν θριγκίων τῆς Ἰσραηλιτικῆς αὐλῆς.

 

Εἰς τήν σημερινήν ἐποχήν, κατά τήν ὁποίαν ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ὄχι μόνον κεκορεσμένος ὑπό τῶν ἐπιτευγμάτων του  τῆς τεχνικῆς καί τῆς ἐπιστήμης ἀλλά καί ἐν πολλοῖς ἐγκλωβισμένος ἐπικινδύνως εἰς αὐτά.

 

Ὅτε αἱ πολύμορφοι ἀνέσεις, ἡ πληθώρα τῶν ἀγαθῶν, ἡ διά σπουδῆς κάλυψις τῶν οὕτω ἀφθόνως παρουσιαζομένων ὡς οὐσιωδῶν χρειῶν τῆς ζωῆς τόν καθιστοῦν τῷ ὄντι δέσμιον καί δυστυχῆ, παρά τοῦ χαρίζουν τήν ὑπεσχημένην καί ποθητήν ἐλευθερίαν καί εὐτυχίαν, πολλῷ δέ μᾶλλον τόν ὁδηγοῦν εἰς ἔντονον προβληματισμόν καί νέα ἀδιέξοδα.

 

Ὅτε αἱ κοινωνίαι καθίστανται πολυπολιτισμικαί καί αἱ ταυτότηται τῶν λαῶν ἀλλοιώνονται παρά τάς ὅποιας προσπαθείας ἀκριβοῦς ἀποτυπώσεως καί κωδικοποιήσεώς των.

 

Ὅτε ἡ ἀνεργία, ἡ χρῆσις ναρκωτικῶν καί λοιπῶν ἐξαρτησιογόνων οὐσιῶν, ἡ οἰκονομική ὀλισθηρότης τοῦ βίου, ἡ ἀμφισβήτησις τῶν παραδεδομένων ἀξιῶν καί ἡ ἔλλειψις προτύπων συμβάλλουν εἰς τήν προβολήν ἑνός ζοφεροῦ παρόντος καί προμηνύουν ἕν ἀβέβαιον, δυσοίωνον καί ἀπαισιόδοξον μέλλον.

 

Ὅτε ἡ ἀνελευθερία τῶν ἀπολυταρχικῶν καθεστώτων, ἤ ἡ ἐπιβολή τῆς δυνάμεως τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς ἐπί τῶν ἀσθενεστέρων λαῶν μέ στόχον τήν ἐκμετάλλευσίν των δημιουργοῦν πολώσεις, πού κάθε ἄλλο παρά ἀμβλύνουν τάς ἐντάσεις καί τάς ὀξύτητας.

 

Ὅτε σύμπασα ἡ κτίσις συστενάζει καί συνοδυνᾶται μετά τοῦ ἀλόγως καί ἀπερισκέπτως διαχειριζομένου τόν φυσικόν πλοῦτον ἀνθρώπου, ἐμφορουμένου καί διαπνεομένου ὑπό τοῦ ὑπερμέτρου καταναλωτισμοῦ καί τοῦ ἀνοικείου πλουτισμοῦ.

 

Ὅτε ἡ κατακερματισμένη καί διῃρημένη ἐκκλησιαστική περί τήν πίστιν ἑνότης ἀποπροσανατολίζει καί διχάζει ἔτι περισσότερον τόν σήμερον ἀναμφιβόλως στρεφόμενον πρός τάς πνευματικάς καί ἀνθρωπιστικάς ἐπιστήμας, πρός τήν θρησκείαν καί τήν ἐσωτερικήν ζωήν ἄνθρωπον.

 

Σήμερον, τήν ἐσχάτην αὐτήν στιγμήν τῆς κρισίμου καμπῆς τῆς ἀγωνιούσης καί μέ προσδοκίαν καί ἐλπίδα ἐνατενιζούσης τόν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρωπότητος, ἡ ἔκφρασις τῆς ἀληθοῦς Θεολογίας καί τῆς Πίστεως τῶν Πατέρων κρούει τήν θύραν τῆς καρδίας τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.

 

Αὕτη δέ μή μένουσα ἀνάλγητος εἰς τήν κραυγήν τοῦ πόνου τοῦ ἀπέλπιδος ἀνθρώπου, πολλῷ δέ μᾶλλον, βαστάζουσα τήν βαρύτιμον κληρονομίαν τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου ἐπί τῶν ὤμων Της καί τήν πλουσίαν πατερικήν Διδαχήν τήν ἐκπεφρασθεῖσαν διά τήν διακονίαν καί σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἵσταται γενναίως εἰς τό ὕψος τῶν περιστάσεων αἴρουσα, ὡς ἄλλος Κυρηναῖος, τόν σταυρόν τῆς βασάνου τῆς πολυπαθοῦς ἀνθρωπότητος.

 

Ἰδιαίτερα μάλιστα κατά τά τελευταῖα ἔτη, εἰς τό θεόσοφον πρόσωπον τοῦ παγκοσμίως κατηξιωμένου καί θεοδωρήτου Οἰακοστρόφου Της, ἡ σύμπασα Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει τόν Πατριάρχην τοῦ Γένους, τόν πιστόν θεράποντα καί λειτουργόν τοῦ Κυρίου, τόν στύλον καί ἑδραίωμα τῆς Ἐκκλησίας, τόν κληρονόμον τῆς Βασιλείας, τό πτύον τό λικμίζον τά ζιζάνια τῆς πλάνης καί τά ἀχυρώδη διδάγματά της, τόν ἐφάμιλλον τῶν μεγίστων προκατόχων τοῦ Θρόνου Του.

 

Ἀλλά καί ὁ καθολικός κόσμος ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ εὑρίσκει τόν συνοδίτην καί συνοδοιπόρον ἐν ταῖς ζάλαις τοῦ βίου, τό ἀκεσώδυνον φάρμακον ἐν ταῖς δειναῖς ἐτάσεσι, τόν ἔνθερμον προστάτιν ἐν τοῖς πικοίλοις κινδύνοις, τόν ταχύν ἀντιλήπτορα ἐν ταῖς ἀνάγκαις, τόν ποιμένα ὁ ὁποῖος τίθησι τήν ψυχήν Του ὑπέρ τῶν λογικῶν προβάτων.

«Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν∙ ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τό ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν∙» (Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας). Αὐτό εἶναι τό κήρυγμα τῆς Μητρός, Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, αὐτή εἶναι ἡ λαλιά καί ἡ φρόνησίς Της κατά τούς γενομένους θεολογικούς διαλόγους μετά τῶν Ἑτεροδόξων καί μή ἀδελφῶν. Αὐτήν τήν πατρῴαν πίστιν ἔχει ἀνάγκην ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος νά ἐναγκαλισθῇ, νά ἀσπασθῇ καί νά ἐγκολπωθῇ καί διά τοῦ πνευματικοῦ του ἀγῶνος νά φθάσῃ εἰς τήν μέθεξιν τῆς ἅπαξ ἀποκαλυφθείσης θείας Ἀληθείας. Καί καθώς ἡ πίστις καί ὁ ἁγιασμός, ἡ προσωπική τελείωσις καί ἡ θέωσις κατανοοῦνται μόνον ὡς ἐκκλησιολογικά γεγονότα παρά ὡς ἀτομικά ἐπιτεύγματα, ἡ ἐπαναφορά ὅσων ἀφίστανται τῶν κόλπων τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, τῆς ἐχούσης τήν βεβαιότητα τοῦ πληρώματος τῆς Ἀληθείας καί τῆς Χάριτος, καθίσταται ἀφετηριακός παράγων οἱασδήποτε προσπαθείας.

 

Αὐτή ταύτη δέ ἡ γνῶσις καί ἀποκρυστάλλωσις τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ ἐπιβάλλει ἐπιτακτικήν τήν ἀνάγκην καί τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συνδιαλλαγῆς μετά τοῦ συγχρόνου κόσμου, ὡς χρέος ἀγάπης Χριστοῦ πρός τούς ἀδελφούς μας τούς «ἐκτός τῆς αὐλῆς ταύτης» εὑρισκομένους, καί παρουσιάσεως τοῦ πολυτίμου τούτου μαργαρίτου καί τῆς τιμαλφοῦς παραδόσεως τήν ὁποίαν κατέχομεν. Ἡ πατρική οἰκία καί ἡ γονική ἀγκάλη ἀπό τάς ὁποίας ἐν ἐλευθερίᾳ οὗτοι ἀπεσκίρτησαν  εἶναι ἀνάγκη νά μένουν πάντοτε ἀνοικταί διά τήν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἱστορίας  τῆς ἐπιστροφῆς καί τῆς ἐπανεντάξεως τῶν ἀνθρώπων τῶν ἐπικινδύνων ἐπιλογῶν, καί διά τήν ἐπίτευξιν τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς, ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ σήμερον λαμπρῶς τιμώμενος Ἀπόστολος Ἀνδρέας, ἐκ τοῦ οὐρανίου στερεώματος εὑρισκόμενος μετά τῆς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας τῶν πρωτοτόκων χαίρει καί ἐπαγάλλεται, ὅτι ὁ πολύπαθος βίος του, τό κήρυγμα, τό μαρτύριο καί ὁ σταυρικός του θάνατος ἐστάθησαν αἱ ἀδιάσειστοι βάσεις ἐπί τῶν ὁποίων ἐπήχθη καί ἐμεγαλούργησεν τό ἱερόν Θυσιαστήριον τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας. Στρέφοντες δέ τούς ὀφθαλμούς μας εἰς τήν περιβάλλουσαν ἡμῖν πραγματικότητα, ἀναμφιβόλως ἀναγνωρίζομεν τήν κενωτικήν ἀγάπην τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ὀρθοδοξίας Κέντρου ἐφαπλουμένην εἰς ἑκάστην ἐσχατιάν τῆς γῆς, ἐκπεμπομένην ἐκ τοῦ τηλαυγοῦς Φαναρίου, ὀρθοτομοῦσαν τόν λόγον τῆς Ἀληθείας καί καλοῦσαν ἕναν ἕκαστον ἐξ ἡμῶν ἵνα ἐξέλθῃ τῆς οἰκείας αὐτοῦ βουλήσεως καί γνώμης, πρός ὑπάντησιν τοῦ ἠγαπημένου Νυμφίου. Καί ἀκριβῶς ὁ μυστηριώδης αὐτός τόπος εἰς τόν ὁποῖον τελεσιουργεῖται ἡ συνάντησις Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί ἡ θέωσις ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.

Διά ταῦτα πάντα, «Κύκλῳ τῆς τραπέζης σου, ὡς στελέχη βλέπων τά ἔκγονά σου, χαῖρε εὐφραίνου, προσάγων ταῦτα τῷ Χριστῷ Ποιμενάρχα». (Ἦχος Βαρύς, Ἀντίφ. Γ΄τοῦ ὄρθρου.) Γένοιτο!

Ο Όσιος Πατήρ ημών Στυλιανός ο Παφλαγών.(26 Νοεμβρίου)

 

«Ο όσιος Στυλιανός αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του και έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Έδωσε μάλιστα ό,τι περιουσία  είχε στους πτωχούς και ακολούθησε τον μοναχικό βίο, ξεπερνώντας όλους στην επίπονη άσκηση και τη σκληραγωγία. Έπειτα πήγε στην έρημο, κι αφού βρήκε ένα σπήλαιο ως τόπο κατοικίας, δεχόταν τροφή από θείο άγγελο κι έγινε θεραπευτής ποικίλων ανιάτων παθών. Όταν κάποτε ο φθοροποιός θάνατος, προσβάλλοντας  νεογνά, έκανε άτεκνες αυτές που είχαν γεννήσει, οι μητέρες επικαλούνταν το όνομα του αγίου και φτιάχνοντας το τίμιο εικόνισμά του ξαναγίνονταν και πάλι ικανές προς τεκνοποιία. Όταν πέθανε, το σώμα του κατατέθηκε στη χώρα των Παφλαγόνων, επιτελώντας πολλές ιάσεις και θαυματουργίες».
Ο όσιος Στυλιανός είναι γνωστός ως προστάτης, κυρίως, των παιδιών: των νηπίων, των βρεφών, των νεογνών. «Εξαιρέτως νεογνών και νηπίων και βρεφών προστάτης εδείχθης θερμότατος». Το ιδιαίτερο αυτό χάρισμά του ως προς τα παιδιά, όπως σημειώνει το συναξάρι του,  δεν του δόθηκε αυθαίρετα. Ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε τη θέλησή Του να θεραπεύονται τα παιδιά μέσω αυτού: η επίκληση του ονόματός του γινόταν ίαμα σ’ αυτά και στις μητέρες τους. «Ο Χριστός σε εμεγάλυνε, χάριτι πολλή, και θείοις θαύμασι, και νεογνών και νηπίων ακέστορα (=θεραπευτή, σωτήρα), Πάτερ, τω κόσμω σε έδειξε». Ποια η αιτία που πρέπει να εννοήσουμε για το χάρισμα αυτό; Γιατί κατεξοχήν αυτός να θεωρείται ο ευεργέτης των παιδιών; Η απάντηση μάλλον σχετίζεται με αυτό που κατά κόρον θίγει ο υμνογράφος της ακολουθίας του, εν προκειμένω ο μακαριστός γέροντας π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης: ότι αγιάστηκε ήδη από την κοιλιά της μητέρας του. «Θεώ από παιδός ανετέθη»∙ «ηγίασε, Πάτερ, σε ο Θεός μητρός εκ κοιλίας»∙ «αγιασθείς από μητρώας νηδύος». Και τούτο διότι ο Θεός προείδε, μέσα στα πλαίσια της παγγνωσίας Του, τη θετική προς Αυτόν στάση του, οπότε τον χαρίτωσε με πλούσια χαρίσματα και σημεία. «Απαλών εξ ονύχων σε ο Θεός προσελάβετο, προειδώς του βίου σου την χρηστότητα». Η από τόσο νωρίς κλήση του από τον Θεό μάλιστα κάνει τον υμνογράφο να τον παραλληλίζει με γιγάντια από το παρελθόν αναστήματα, που και αυτά είχαν κληθεί με αντίστοιχο τρόπο: τον προφήτη Σαμουήλ, τον προφήτη Ιερεμία, τον προφήτη και Πρόδρομο του Κυρίου, Ιωάννη τον Βαπτιστή («Σαμουήλ ως ένθεος», «ως ο κλεινός Ιερεμίας», «ώσπερ ο μέγας Βαπτιστής»).
Ο περιορισμός όμως των χαρισμάτων του μεγάλου Στυλιανού μόνο στον κόσμο των παιδιών θα ήταν μία συρρίκνωση μη αληθινή της θαυμαστής παρουσίας του στην Εκκλησία. Και τούτο διότι η Εκκλησία μας τον προβάλλει, πέρα από προστάτη των παιδιών, και ευρύτερα ως έναν από τους στύλους της, ως ένα από τα στηρίγματά της: «στύλος άσειστος της Εκκλησίας, Στυλιανέ, ανεδείχθης, μακάριε», κατά το γνωστό απολυτίκιό του. Χρειάζεται να το εξηγήσουμε. Η Εκκλησία μας βεβαίως στηρίζεται στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της, γι’  αυτό και ως θεοΐδρυτη «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», όμως ο ίδιος ο Χριστός θέλησε να μαρτυρείται στον κόσμο και να στερεώνονται οι άνθρωποι και μέσω των πιστών Του. Εκείνος ήταν που είπε ότι οι μαθητές Του θα αποτελούν τους μάρτυρές Του στον κόσμο όλο, όπως και ότι το όνομά Του θα βλασφημείται ή όχι εξαιτίας τους. Από την άποψη αυτή, ο πιστός που με συνέπεια ακολουθεί τον Κύριο, σαν τον όσιο Στυλιανό – «τω Χριστώ ηκολούθησας τελείω φρονήματι» – γίνεται και αυτός ένας στύλος της Εκκλησίας, κατά το θέλημα του ίδιου του Χριστού: οι άνθρωποι μπορούν να στηρίζονται επάνω του, βλέποντας σαν σε διαφάνεια την παρουσία Εκείνου.
Ποιο το κύριο γνώρισμα της αγιασμένης ζωής του, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας; Ο άγιος Στυλιανός «αξίως διέπρεψε ηθών καθαρότητι και αγώσιν ιεροίς αρετών τελειότητος, ώσπερ άγγελος». (Διέπρεψε στην καθαρότητα των ηθών και στους ιερούς αγώνες για να αποκτήσει την τελειότητα των αρετών ως άγγελος). Κι αυτό θα πει ότι αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του, ώστε να ζήσει την αγάπη του Θεού, ήταν η εγκράτεια. Επανειλημμένως η ακολουθία του αναφέρει ότι υπήρξε «στήλη έμψυχος της εγκρατείας», «της εγκρατείας αληθής υποτύπωσις». Δεν είναι τυχαίο ότι προβάλλεται «ως άσαρκος», «φθαρτών την αίσθησιν ολικώς βδελυξάμενος», ζώντας σε ένα σπήλαιο και τρεφόμενος από άγγελο του Θεού. Μιλώντας όμως για εγκράτεια δεν πρέπει να την εννοήσουμε με έννοια αιρετική: ως αποχή των αισθητών από μίσος προς αυτά ή ως μία άρνηση γενικότερα προς τη ζωή. Η εγκράτεια, κατά την πίστη μας, είναι η απομάκρυνση από τη γοητεία που ασκεί ο κόσμος  στον άνθρωπο μέσω των αισθήσεών του, διότι έχει προσανατολίσει εν αγάπη και θείω έρωτι τον νου και την καρδιά του προς τον Θεό. Η εγκράτεια δηλαδή είναι μία γενική αρετή, που χαρακτηρίζει όλη τη ζωή του ανθρώπου. «Ο πιστός πάντα εγκρατεύεται».
Που σημαίνει: δεν είναι δυνατόν να στραφεί κάποιος προς τον Θεό, αν ταυτοχρόνως δεν καταβάλλει προσπάθεια απεγκλωβισμού του από τον μαγνήτη των παθών. «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να είναι κανείς με τον Θεό, να ακολουθεί τα ίχνη του Χριστού, χωρίς να θέλει να νηστεύει. Η νηστεία, ως στοιχείο εγκράτειας, δηλώνει το πού έχει ρίξει ο πιστός το κέντρο βάρους της ψυχής του. Αδυναμία νηστείας – εννοείται χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος – σημαίνει ότι η ψυχή είναι «δεμένη» με τα πράγματα του κόσμου τούτου και όχι με τον Χριστό.  Έτσι η εγκράτεια κατανοείται πρωτίστως με θετική διάσταση. Για να χρησιμοποιήσουμε μία εικόνα: είναι σαν το ελατήριο εκείνο που συμπιεζόμενο, μπορεί να φαίνεται ότι μικραίνει, μαζεύει όμως τεράστια ενέργεια. Κι η ενέργεια αυτή μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση πετάγματος. Η εγκράτεια λοιπόν, ασκούμενη σωστά στην Εκκλησία, δίνει εκείνη την τεράστια ενέργεια, προκειμένου κανείς να «πετάξει», να ακολουθήσει δηλαδή τα χνάρια του Χριστού. Στην πραγματικότητα είναι το «απαρνησάσθω εαυτόν» που είπε ο Κύριος, για να γίνει κάποιος ακόλουθος και μαθητής Του. «Κατεπλάγησαν την σην ασκητικήν διαγωγήν οι ορώντες σε, σοφέ, άσαρκον βίον εν σαρκί πολιτευόμενον έρωτι τω αγίω» θα σημειώσει για τον άγιο Στυλιανό επί του θέματος ο υμνογράφος. Δηλαδή: Αυτοί που σε έβλεπαν, σοφέ, να ζεις από άγιο θεϊκό έρωτα άσαρκο βίο μέσα σε σάρκα, έμειναν έκπληκτοι για την ασκητική σου διαγωγή. Είθε, με τις πρεσβείες του οσίου μεγάλου Στυλιανού, η χάρη του Θεού να δώσει να ζούμε και εμείς με λίγη εγκράτεια, σ’  έναν κόσμο που ταλανίζεται μεν από όλων των ειδών τις κρίσεις, αλλά είναι βουτηγμένος κατά το πλείστον στις διάφορες εμπαθείς ηδονές.
π.Γεώργιος Δορμπαράκης.