RSS

Category Archives: ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (+ 10 Νοεμβρίου 1924)


 

 

    […] Αυτό δε που βοηθούσε περισσότερο και ενίσχυε τους φοβισμένους Χριστιανούς για να μένουν σταθεροί στην πίστη τους, δεν ήταν τα ενισχυτικά του λόγια μόνο, αλλά τα θαυμαστά έργα, που έβλεπαν να κάνει ο Πατήρ Αρσένιος, διότι είχε άφθονη την θεία Χάρη και θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Οι Χριστιανοί, όταν τα έβλεπαν, γίνονταν πιο πιστοί, διότι έβλεπαν την μεγάλη δύναμη της πίστεως μας. Οι δε Τούρκοι, που τα έβλεπαν και αυτοί, και Χριστιανοί να μη γίνονταν, έπαυαν κάπως να δαγκώνουν τους Χριστιανούς.

    Η συνηθισμένη τροφή του Πατρός ήταν τα κριθαρένια πέτουρα, τα οποία έψηνε μόνος του επάνω σε μια λαμαρίνα· γι’ αυτό και μερικοί Φαρασιώτες αστειευόμενοι τον έλεγαν Αρπατζή, που σημαίνει κριθαρά στην Τουρκική γλώσσα. Έψηνε απ’ αυτά τα πέτουρα κάθε μήνα και τα έβρεχε, όταν του χρειάζονταν. Έβραζε καμιά φορά ούμπα (σαν φιδόχορτα), ξινολάπατα, αγριοκρέμμυδα και κάπου-κάπου πλιγούρι. Δοκίμαζε δε και από όλες τις άλλες τροφές, και ένα είδος από τα αρτύσιμα δεν το δοκίμαζε για ένα χρόνο, άλλοτε το ψάρι, άλλοτε τα γαλακτερά. Κρέας φυσικά δεν έτρωγε, όταν όμως τύχαινε να βρεθεί σε τραπέζι, δεν μιλούσε, αλλά έτρωγε λίγο με διάκριση -όταν είχε κατάλυση- για να μη τους λυπήσει  και βάλει σε ανησυχία. Οι Φαρασιώτες σ’ αυτές τις περιπτώσεις πάντα προσπαθούσαν να τον οικονομήσουν με κάτι άλλο, γιατί ήξεραν ότι θα κάνει μετά αγώνα στο κελλί του, με το να μη πίνει νερό για τις μπουκιές του κρέατος που έφαγε από αγάπη.

    Η διακριτική του άσκηση πάντοτε συνοδευόταν με την αγάπη προς τους άλλους και με την ταπείνωση στον εαυτό του. Όσο όμως κι αν προσπαθούσε ο Πατήρ να κρυφτεί, δεν ήταν εύκολο, διότι τον ζούσαν ολόκληρα χρόνια από κοντά. Όλες τις νηστείες, και ακόμη κάθε Τετάρτη, Παρασκευή και την Δευτέρα, που είναι αφιερωμένη στους αγγέλους, δεν έπινε ούτε νερό μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος.

    Στις ολονυκτίες, που έκανε στα μακρινά Εξωκκλήσια συνήθως, όσο μακριά και αν ήταν, ποτέ δεν έπαιρνε ζώο, αλλά πάντοτε με τα πόδια του πήγαινε, και σ’ όλη την διάρκεια της ολονυκτίας στεκόταν όρθιος. Πολλές φορές τον παρακαλούσε ο ψάλτης του να καθίσει και αυτός λίγο στο γαϊδουράκι, που έπαιρνε στα μακρινά Εξωκκλήσια, αλλ’ ο Πατήρ δεν δεχόταν ποτέ, γιατί είχε τυπικό να μη κάθεται σε ζώο ποτέ σ’ όλη του τη ζωή, όσο μακρινή και αν ήταν η απόσταση του δρόμου· αφού και στα Ιεροσόλυμα που πήγε πέντε φορές, με τα πόδια βάδιζε πέντε ήμερες μέχρι την Μερσίνα, για να πάρει το πλοίο.

    Η μεγάλη ευαισθησία του Πατρός δεν άντεχε να κουράζει τα ζώα και να ξεκουράζει τον εαυτό του. Δεν φθάνει που βάδιζε πεζός, αλλά συνήθιζε και ξυπόλυτος. Όταν πλησίαζε ανθρώπους, φορούσε λίγο τα παπούτσια του, και όταν απομακρυνόταν, πάλι τα έβαζε στον τουρβά του.

   Στην Νίγδη δεν τον περίμεναν μόνον οι Φαρασιώτες, αλλά και πολλοί κάτοικοι της πόλεως ασθενείς, για να τους θεραπεύσει, όταν άκουσαν ότι περνούσε από εκεί. Μεταξύ των άλλων ήταν και μία δαιμονισμένη, κόρη ενός πλουσίου, με φοβερό δαιμόνιο. Επειδή είδε ο Πατήρ να τρέχουν πολλοί από περιέργεια πίσω από την βασανισμένη ψυχή, που έκανε αταξίες, τους έδιωξε όλους και είπε στον πατέρα της να την φέρει την άλλη ημέρα. Πράγματι την πήγε, και αφού ο Πατήρ της διάβασε το Ευαγγέλιο, το δαιμόνιο έφυγε αμέσως και έγινε καλά. Ο πατέρας της κόρης από ευγνωμοσύνη έβγαλε τον κεσέ του (πουγκί) και παρακαλούσε τον Πατέρα Αρσένιο να τον δεχθεί, αλλά δεν τον δεχόταν με κανένα τρόπο. Εκείνος όμως επέμενε, νομίζοντας ότι θα ξαναπάθαινε η κόρη του, εάν δεν δεχόταν ο Πατήρ τα χρήματα. Βλέποντας λοιπόν την επιμονή του ο Πατήρ Αρσένιος, αδειάζει κατά γης τον κεσέ και λέγει.

-Εάν θέλεις να μη πάθει η κόρη σου τίποτε άλλη φορά, μοίρασέ τα με τα χέρια σου στους φτωχούς.

Εκείνος με χαρά τότε μοίρασε τα χρήματα μόνος του.

   Βλέπει κανείς ότι, ενώ βρισκόταν μέσα στην ανθρώπινη εκείνη εγκατάλειψη, στον δρόμο της ταλαιπωρίας, για να είναι όμως ο Άγιος Πατήρ ενωμένος με το Θεό, σκορπούσε συνέχεια την θεία Χάρη και έτσι ένοιωθαν οι γύρω του την θεία σιγουριά.

    Αυτός ήταν ο Πατήρ Αρσένιος!

Μόνος, μικρός, με μόνη του Θεού την προστασία!

Μόνος, μεγάλος, δοσμένος μόνο στον Θεό και στην εικόνα Του !

Μόνος στο τέλος της ζωής του με τον Θεό μόνο !

     Επανειλημμένως του έκαναν προτάσεις για Επίσκοπο, αλλά πάντα αρνιόταν προφασιζόμενος ότι δεν πρέπει να γίνει, επειδή είναι θυμώδης. Σ’ αυτούς πάλι, που τον είχαν καταλάβει πως είναι πράος, έλεγε· «δεν γίνομαι, γιατί φοβάμαι την υπερηφάνεια· όσο ψηλά είναι τα βουνά, τόσο περισσότερη αντάρα μαζεύουν». Και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων ήθελε να τον κάνει Επίσκοπο και είχε βάλει και τον αδελφό του Πατρός, τον Βλάσιο, να τον παρακαλέσει να δεχθεί, αλλά ο Πατήρ Αρσένιος πάλι δεν δέχθηκε.

Προτίμησε του φτωχού το σακί στις πλάτες, το οποίο και έκρυβε συνέχεια την Βασιλεία του Θεού, που κατοικούσε μέσα στην ταπεινή ψυχή του, από τον πολύτιμο Αρχιερατικά σάκο, τον βασιλικό. Επειδή όμως δεν θέλησε να λυπήσει τον Πατριάρχη, δέχθηκε να γίνει Έξαρχος του Παναγίου Τάφου, για να βοηθά τους προσκυνητές, και Έξαρχος της Περιφερείας του, για να μη λυπήσει τον Άγιο Καισαρείας, ο οποίος πολύ τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε. Η αρετή, βλέπετε, δεν κρύβεται, όσο και να θέλει κανείς, όπως ο ήλιος δεν κρύβεται με το κόσκινο, διότι από τις τρυπούλες θα περάσουν ακτίνες αρκετές.

…, επόμενο ήταν και να τον ευλαβούνται σαν Άγιο, όπως και ήταν.

    Και όμως όλα αυτά έφεραν τον Πατέρα σε δύσκολη θέση και τον ανάγκασαν να μπει σε άλλο μεγαλύτερο αγώνα, πώς να καλύψει την αγιότητα του και να αποφύγει τους ανθρώπινους επαίνους. Μπορεί να μη βλάπτονταν στο να υπερηφανευθεί, αλλά οι έπαινοι των ανθρώπων του έκαναν την εξόφληση των αγώνων του σε τούτη την μάταιη ζωή.

      Η μόνη λύση ήταν να κάνει κάπου-κάπου και «τον διά Χριστόν σαλόν», και να παρουσιάζεται αντίθετος απ’ ό,τι ήταν, με προσποιητές ιδιοτροπίες, όπως και έκανε. Για να μη τον λένε πράο, έκανε τον θυμώδη. Για να μη τον λένε νηστευτή, έκανε τον γαστρίμαργο, όπως και πολλά άλλα παρόμοια. Όταν κανείς του έλεγε, «εσύ είσαι Άγιος», ο Πατήρ του απαντούσε· «το δικό σου το σόι, σόι δεν είναι». Όταν το άκουγε αυτό ο άλλος, να του κατηγορεί το σόι του με απότομο ύφος, θιγόταν πολύ, και άλλη φορά δεν έλεγε ότι ο Πατήρ Αρσένιος είναι Άγιος, αλλά θα ήταν Άγιος, αν είχε καλή συμπεριφορά.

Πολλές φορές όμως, που πήγαινε να κάνει τον θυμώδη, δεν τα κατάφερνε καλά, διότι κάτω από τα φρύδια του γελούσε. Αλλά εκείνος προσπαθούσε να πείσει και με τα λόγια τους άλλους, ότι είναι άνθρωπος αμαρτωλός και με πολλά πάθη. Έλεγε δε τα εξής:

—Να, τέτοιος είμαι που βλέπετε. Τί νομίζετε ότι είμαι Άγιος;

 

(Μοναχού Παϊσίου, Αγιορείτου, «Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης»-αποσπάσματα)

 

 

Πτυχές της προσωπικότητας του Αγίου Νεκταρίου

(Από ομιλία του π. Σαράντη Σαράντου στους Ιεροσπουδαστές της Ριζαρείου)
Πραγματικά ο Άγιος Νεκτάριος εβίωσε σε όλα και με όλα τα μέρη της υπάρξεώς του την Ορθοδοξία μας ,την οποία και ερμήνευσε και εξέφρασε προσωπικά και δυναμικά στο καθολικό πλήρωμα των Ορθοδόξων αδελφών και γενικότερα στην Οικουμένη.
Είναι τόσο πλούσια η προσωπικότητά του , τόσο βαθειά , τόσο μεγαλειώδης, συνδυασμένη με θεϊκή πραγματικά απλότητα , που θα ’πρεπε ο φτωχός δικός μας ανθρώπινος λόγος να αργήσει. Και μάλιστα λόγος που προέρχεται από χείλη αδέξια, ισχνόφωνα και κακόηχα σαν τα δικά μου. Συγχωρήστε μου λοιπόν την θρασύτητα και επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω τον συμβατικό λόγο για ωφέλεια όλων μας και για την κατά δύναμιν τιμή  προς τον Άγιο του αιώνα μας.
Θεμέλιο σ’αυτήν την προσλαλιά ας είναι το παρακάτω υπαρκτό περιστατικό από τη ζωή του Αγίου.
Μετά από κάποιες περιπέτειες που μεθόδευσε στη ζωή του ο μισόκαλλος, βρίσκεται ο Άγιος ,σαν ιεροκήρυκας Χαλκίδος ,επίσκοπος όντας, στο μικρό νησί της Σκιάθου, για να λειτουργήσει και να κηρύξει. Φιλοξενείται από βραδύς σ’ένα απλό δωματιάκι του νησιού. Περνάνε οι ώρες της νύχτας και το φως του δωματίου του δεν σβήνει. Κάποιοι περίεργοι βρίσκουν τον τρόπο να κρυφοκοιτάξουν. Βλέπουν τον Άγιο Επίσκοπο να κάνει εδαφιαίες μετάνοιες και κάτι να ψελίζει. Το φως έσβησε , όταν ξεκίνησε για την πρωϊνή ακολουθία και την Θεία Λειτουργία.
Το γεγονός αυτό αδελφοί ,λέει πάρα πολλά. Βάση στη ζωή του ο Άγιος από τα νεανικά του χρόνια είχε αυτό που όλοι οι πατέρες και άγιοι είχαν ,τη νηπτική εργασία , την προσεκτική φροντίδα του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, της αθανάτου και θεοεικέλου ψυχής. Μολονότι επίσκοπος , πεπειραμένος στα πνευματικά , κάποιας ηλικίας ,όμως δεν αντικαθιστά με τίποτα την αγαπημένη του πνευματική εργασία για την προσωπική του ένωση με τον εν Τριάδι Θεό. Δόξα τώ εν Τριάδι Θεώ για τέτοιους ανθρώπους που αναδεικνύει σε όλες τις εποχές και τους έχει μαζί ίσως και με άλλους αφανεστέρους , δείγματα της Ορθοδόξου πνευματικότητος , που αληθινά όζει (μυρίζει) αγάπη Χριστού.
Ο Άγ. Νεκτάριος γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1846 στη Συληβρία της Θράκης. Σάν παιδί και σά νέος ήταν πολύ φιλομαθής και ιδιαίτερα όπως οι Τρείς Ιεράρχες , αγάπησε την αρχαία ελληνική γλώσσα και τα Πατερικά κείμενα. Το βιβλίο που ο ίδιος εξέδωσε «Λογίων θησαύρισμα» είναι ακριβές απόσταγμα των Πατερικών Μελετών στις οποίες από μικρός αφιερωνόταν. Απ’αυτό το ανθολόγιο των πολυτίμων μελετών του φαίνεται η νηπτική εργασία και η δυνατή έφεση που είχε στα βάθη του για τον Θεό και η δίψα του για την τελειότητα της εν Χριστώ ζωής.
Από πολύ νωρίς συγκεκριμενοποίησε τον ουράνιο πόθο του και τον ταύτισε με τη μοναχική ζωή. Το 1876 εκάρη μοναχός στη Νέα Μονή της Χίου με το όνομα Λάζαρος από Αναστάσιος Κεφαλάς. Από τα στοιχεία της Ιεράς Μονής φαίνεται καθαρά ότι έμεινε τρία χρόνια πραγματικά, ασκούμενος στη μοναχική και μοναδική ,όπως αναφέρεται από τους Αγίους Πατέρες μας ,πολιτεία. Η άσκηση του παρθενικού βίου τον έκανε προσηνή επειδή συνδύασε την τραχύτητα της ασκήσεως με την άκρα ταπείνωση. Γι’αυτό έγινε αγαπητός από τη λοιπή μοναστική αδελφότητα , προτάθηκε για χειροτονία και προχειρίσθηκε διάκονος το 1877 σε ηλικία ώριμη και σύμφωνη με τους Θεοπνεύστους ιερούς κανόνες,τριάντα ενός δηλαδή ετών, με το όνομα Νεκτάριος. Μέ άδεια και ευλογία της Ιεράς Μονής της μετανοίας του συμπληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα , κατόπιν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου , κοντά στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο και πάλι στην Αθήνα, όπου μετά από ευδόκιμες θεολογικές σπουδές το 1885 εκατατάχθηκε στους πτυχιούχους της Θεολογικής Σχολής της «οποίας υπήρξε και υπότροφος . Το επόμενο έτος 1886 χειροτονείται πρεσβύτερος και Αρχιμανδρίτης στην Αλεξάνδρεια από τον ίδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο , κοντά στον οποίο υπηρέτησε σαν ιεροκήρυκας και γραμματέας του Πατριαρχείου και Πατριαρχικός επίτροπος στο Κάϊρο. Ένα χρόνο αργότερα το 1889 χειροτονείται Μητροπολίτης της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως από τον ίδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο.
Αυτή την επέτειο των εκατό χρόνων από της χειροτονίας του σε επίσκοπο τιμάμε και γιορτάζουμε σήμερα.
Γιατί ιδιαίτερα αυτήν την επέτειο εξαίρουμε;
Γιατί και ο άγ.Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και ο μεγάλος Θεολόγος Νικόλαος Καβάσιλας υποστηρίζουν ότι ο επίσκοπος είναι ζωντανή εικόνα του Σωτήρος Χριστού και ζωντανός φορέας όλης της Χριστιανικής Παραδόσεως. Ίσως σε μερικές περιπτώσεις αμφιβάλλουμε για τα υποστηριζόμενα από τους αγίους , γιατί δεν βλέπουμε πάντοτε σαρκωμένες αυτές τις αρετές στα Επισκοπικά πρόσωπα. Στην περίπτωση όμως του Αγίου Νεκταρίου ταυτίσθηκε η αληθινή χριστιανική ζωή και το ποιμαντικό αρχέτυπο με το πρόσωπό του. Οι λειτουργίες του , τα κηρύγματά του , η φροντίδα του για την ευπρέπεια και διακόσμηση των Ιερών Ναών , το προσωπικό , ποιμαντικό και ανθρωπιστικό ενδιαφέρον , η συμπάθεια στους καχεκτικούς στην πίστη και στην ηθική , οι διοικητικές του ικανότητες και ιδιαίτατα ο άμεμπτος βίος κατάφερναν να συγκρατούν το θεσμό της Εκκλησίας και τα λογικά πρόβατα στη μάνδρα του Χριστού. Η ποιότητα της Χριστιανικής ψυχής του και η Χριστιανική διαύγεια των φρονημάτων του φαίνεται ολοκάθαρα στους άδικους διωγμούς του. «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» δεν είπε ο Κύριος; Αφανείς αντίχριστες δυνάμεις κατάφεραν να μεθοδεύσουν έτσι κάποιες συκοφαντίες , ώστε να απολυθεί από τις Εκκλησιαστικές αρχές της Αλεξανδρείας και να παυθεί από τη θέση του. Καμιά σαφής κατηγορία αλλά και καμιά ακύρωση των συκοφαντιών. Σαν ελεύθερος άνθρωπος και αθώος διαμαρτύρεται για την αδικία αλλά και οι επιστολές –διαμαρτυρίες προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, λίγο αργότερα προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Φώτιο και προς τον Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ` είναι γεμάτες εκκλησιαστικό ήθος που σπάνια συναντάμε.
Άνθρωπος ψημένος στη μοναχική άσκηση και στους κανόνες ταπεινοφροσύνης , δεν μπορούσε παρά αυτό το ήθος να αποκτήσει των Μεγάλων Πατέρων, που είτε τους έβριζαν είτε τους εγκωμίαζαν, το ίδιο αισθάνονταν και ανεξίκακα αντιδρούσαν.
Ουδείς αδοκίμαστος ευδόκιμος.
Αξίζει κανείς να διαβάσει και μόνο αυτές τις επιστολές για να προσεγγίσει αυτόν τον πολύτιμο αδάμαντα της Ορθοδοξίας. Μικρές επιστολές γραμμένες με σαφήνεια , γλωσσική αρτιότητα , τέλεια νοήματα , λέξεις ιεροπρεπείς και κατάμεστες από σεβασμό στο πρόσωπο που απευθύνεται και το οποίο τον αδίκησε. Δεν βρίσκεις ίχνος δηκτικότητας να υπολανθάνει. Κρατά τον πόνο του σε καθαρά πνευματικό επίπεδο. Αυτές οι επιστολές αποπνέουν το άρωμα της απαθούς και χαριτωμένης ψυχής του , που προετοιμάζεται έκδηλα από τον Εσταυρωμένο Κύριο για τη μέλλουσα τιμή και παγκόσμια δόξα που του χάρισε. Η ποιότητα της ψυχικής καλλιεργείας του επιβεβαιώνεται και από το  ποιμαντικό έργο του στις ψυχές των ανθρώπων και την ανάλογη ποιμαντική εν Χριστώ αγωγή, που τους προσέφερε.
Πάνω από εννιακόσιοι πιστοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Καίρου συνέταξαν μια διαμαρτυρία και συνάμα αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τον Άγιο Πενταπόλεως που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μεταρρύθμισις» της Αλεξάνδρειας. Μέσα σ’αυτό το γράμμα φαίνεται για άλλη μια φορά από άλλη σκοπιά , από τη σκοπιά των λαϊκών, ο πραότατος και ειρηνικός χαρακτήρας του Αγίου. Στο δημοσίευμα αυτό δεν υποφώσκει ίχνος εμπαθείας ή φανατισμού κατά των αδικησάντων εκκλησιαστικών ανδρών τον Άγιο Πενταπόλεως.
Πόσο ταπεινά και χριστοκεντρικά θα είχε εργασθεί ο Άγιος στην Άμπελο του Κυρίου ,ώστε να μεταφυτεύει και στους άλλους τον αληθινό τρόπο Χριστιανικής ζωής , της Θεανθρώπινης ζωής που ο ίδιος βίωνε.
Από την επιστολή αυτή των λαϊκών του Καίρου φαίνεται η μεγάλη εν Χριστώ αγάπη που του είχαν, φαίνεται διάφανα η εν Χριστώ ηγετική φυσιογνωμία του Αγίου , αλλά τελικά η υπακοή (αυτό είναι το γνήσιο εκκλησιαστικό χριστιανικό φρόνημα) και του Αγίου και των πνευματικών του τέκνων στις αποφάσεις της Μητέρας Εκκλησίας. Ήταν βαθύς και όχι επιπόλαιος και υποπτευόταν ότι πίσω από την ανθρώπινη αδικία κρύβονται μεγαλεπίβολα, μά ανεξιχνίαστα θεϊκά σχέδια. Και κατάφερε αυτήν του τη νοοτροπία να μεταβιβάσει ζωντανά στο λαό του Καίρου, πράγμα που διακρίνεται με ενάργεια προς το τέλος της επιστολής–διαμαρτυρίας.
Ίσως οι βουλές του Θεού έχουν διαφορετικές προοπτικές.
Επιτρέψτε μου να επιμείνω λίγο ακόμη σ’αυτήν την κρίσιμη καμπή της ζωής του. Αν ο Άγιος έπαιρνε κάποια άλλη διαφορετική στάση, καταλάβαινε με τον σώφρονα λογισμό που του είχε χαρίσει η Ορθόδοξη μοναχική νηπτική άσκηση , καταλάβαινε ότι κατάστρεφε ό, τι ωραιότερο,  ό, τι πιο θεανθρώπινο είχε μεταγγίσει στις ψυχές των πνευματικών του τέκνων.
Σαν αληθινός Λειτουργός του ‘Υψίστου προτιμά να αδικείται παρά να καταστρέψει στα μάτια και στις ψυχές των πιστών την εικόνα της Αρχιερωσύνης, χτυπώντας τους άλλους αρχιερείς που τον αδίκησαν.
Παρακαλώ πολύ όλους μας να εγκύψουμε με πολλή ευλάβεια σ’αυτήν την πτυχή της ζωής του Αγίου Πενταπόλεως και στην θεανδρική στάση του γιατί καθένας μας έχει ή ενδέχεται να έχει πικρίες συκοφαντικές στο μετερίζι από το οποίο μάχεται.
Στή συνέχεια για ένα έτος ταλαιπωρήθηκε «φυτοζωών», λέει ο βιογράφος του άγιος πρ. Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης, ζητώντας στην Αθήνα εργασία και μη βρίσκοντας. Επί τέλους στις 15 Φεβρουαρόυ 1891 διορίσθηκε ιεροκήρυκας του Νομού Ευβοίας , σπάνιο φαινόμενο στα χρονικά της Εκκλησίας. Δηλ. Επίσκοπος να διορίζεται απλός ιεροκήρυκας. Όμως δέχθηκε και εργάσθηκε διόμιση χρόνια ακάματα πνευματικά , αγάπησε το λαό του Θεού και αγαπήθηκε. Πάλι δυσκολίες και μετάθεση στο Νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Αξίζει και πάλι να τονισθεί η κρυστάλλινη ποιότητα του ποιμαντικού του λειτουργήματος που εκφράζει το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Δημάρχου Κυμαίων Καρυστίας προς τον Άγιο.
Ο Κύριος όμως αφού τον προετοίμασε με την θλίψη και τον διωγμό , αφού του έκλεισε τις άλλες πόρτες , του άνοιξε την υψηλή και μεγάλη προοπτική του Διευθυντή της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Μέ Β. Διάταγμα διορίσθηκε την 1η Μαρτίου του 1894 και έμεινε σ’αυτήν την περίοπτη θέση μέχρι το 1908 , από την οποία παραιτήθηκε , όπως ο ίδιος γράφει στην αίτησή του προς το Δ. Σ. για λόγους υγείας.
Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια εργάσθηκε συστηματικά ο Άγιος στο θερμοκήπιο των Ιερατικών κλήσεων . Ό, τι ιερότερο , ό, τι θεανθρωπινότερο , ό, τι χριστοευγενέστερο , ό, τι ουράνιο είχε κατακτήσει με την άσκησή του και με τη χάρη του Θεού , με πολύ ζήλο το αποτύπωσε στις ψυχές των Ιεροσπουδαστών του. Πίστευε ότι το νεοσύστατο μετά τον τουρκικό ζυγό έθνος θα μπορέσει να ορθοποδήσει και πνευματικά να μεγαλουργήσει , αν οι ποιμένες αυτού του τόπου τραφούν με τον επιούσιο Άρτο της Ορθοδόξου Θεολογίας και ποτισθούν με τα αστείρευτα νάματα της Ορθοδόξου Ευσεβείας. Πετύχαινε πραγματικά να μεταλαμπαδεύσει στις ψυχές των Ιεροσπουδαστών όλη την χριστοφλόγα της ψυχής του ,με τον πιο εκλεκτό τρόπο , την εν Χριστώ αγάπη, που είναι το πιο δυνατό φίλτρο. Αυτό μπορεί να συγκινήσει το νέο και να βάλει σε συναγερμό και κινητοποίηση όλα τα ψυχοδυναμικά του για εγκόσμια και υπερκόσμια δημιουργία.
Ο πρωτοπρεσβύτερος παπαΝικόλας Μυλωνάς και ο Οικονόμος Θεμιστοκλής Παπακωνσταντίνου που τον είχαν δάσκαλο επαληθεύουν την άριστα παιδαγωγική συμπεριφορά του προς τα νεαρά βλαστάρια. Ποτέ δεν είχαμε δεί το ειρηνικό και χαρίεν πρόσωπό του να αλλοιώνεται από τις νεανικές αταξίες.
Είχε μια απεριόριστη εσωτερική ανεκτικότητα και μεγαλοψυχιά λέγουν, με την οποία κατόρθωσε να διορθώσει τις ανωριμότητες των νέων χωρίς να τραυματίσει το ψυχολογικό πεδίο. Και κάποιος άλλος μαθητής του έλεγε με θαυμασμό για τον Άγιο , ότι ανεχόταν ακόμη και να κοροϊδεύεταιμερικές φορές και μολονότι διαισθανόταν πώς του λένε ψέμματα δεν επενέβαινε βίαια, αυταρχικά, πιεστικά, για να διορθώσει τον αμαρτάνοντα. Αυτή η αγάπη και η εκτίμηση προς τα ανώριμα ακόμα παιδιά , τα έφερνε λίγο αργότερα σε αυτοσυναίσθηση του σφάλματος , σε μετάνοια και οριστική και ειλικρινή διόρθωση. Ήδη από τον καιρό της τριετούς μοναστικής ασκήσεώς του στην Ιερά Μονή της χώρας της Χίου , αλλά και από την περισσή εμπειρία του από την διακονία του στο λεπτό και ευαίσθητο έργο του πνευματικού είχε διαπιστώσει πόσο εύθραυστος είναι ο ψυχολογικός παράγοντας σε κάθε άνθρωπο και πόσο αποφασιστικό ρόλο παίζει στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας και στον αγιασμό της. Είχε κατέβει , όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναίτης , ο συγγραφέας της Κλίμακος , είχε κατέβει στα βάθη της ψυχής , γνώριζε πολύ καλά τις αντιδράσεις της και ιδιαίτερα την καταστροφή που προξενούν τα πάθη και οι κακίες των μεγαλυτέρων στην ανέλιξη και ανάπτυξη των νεωτέρων.Και ήθελε αυτός ο μακάριος άνδρας , να μην πληγώσει ,να μην τσαλαπατήσει, να μην σταυρώσει με τιμωρίες τα παιδιά του αλλά να τα ανυψώσει, να τα αναπτερώσει , να τα εμψυχώσει με τη μέθη της δικής του εν Χριστώ αγάπης. Είχε βιώσει βέβαια αυτό που  λέγει ο πρύτανις των ασκητών πατέρων άγιος Ισαάκ ο Σύρος , ότι η αγάπη είναι μέθη ψυχής και έχει την δύναμη να μεθύσει και τους γύρω.
Κάποιος άλλος μαθητής του, ο Ν. Λούβαρης ,θυμάται ότι προτιμούσε ο ίδιος να υποβάλλεται σε ασκήσεις, για παράδειγμα σε νηστεία ,για να μην τιμωρήσει το ανώριμο εύθραυστο βλαστάρι, τον ιερό σπουδαστή του , όταν η διάκριση, που άφθονη είχε , τον πληροφορούσε, ότι η τιμωρία θα δημιουργήσει απωθημένη εμπάθεια ή ψυχολογικά τραύματα. Και δεν πρέπει ένας ποιμένας, ένας ταγός να κατατρύχεται από ψυχολογικά προβλήματα, που μπερδεύουν τους γύρω του , και εξουθενώνουν τις ψυχές και δεν τις οδηγούν στην ελευθερία «ή Χριστός ημάς ηλευθέρωσε». Αναλάμβανε ο άγιος του Θεού ,ο θεόπνευστος αυτός παιδαγωγός πάνω του το βάρος της αμαρτίας των παιδών του , για να ανοίγει μπροστά τους ο δρόμος της προκοπής και της δημιουργίας και όχι της μιζέριας κα΄ς της μικροψυχίας.
Πιθανώς να υπήρξαν και περιπτώσεις που ο άγιος να μεταχειρίσθηκε και την παιδαγωγική μέθοδο της αυστηρότητας , όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Κυριαρχούσε πάνω από όλα η Ποιμαντική της αγάπης , της καλωσύνης και της πατρικής επισκοπής , θα λέγαμε γενναιοψυχίας.
Ο Ι. Φ. Κωνστανταράκης , μαθητής του αγίου Νεκταρίου ,αναφέρει ότι οι ιεροσπουδαστές είχαν νύχτα και μέρα ενώπιόν τους ένα αρχέτυπο τελείου και ολοκληρωμένου ανθρώπου.
Ήταν φίλεργος και πολυγραφότατος .
Έγραφε θεολογικές μελέτες.
Συνέθετε ύμνους στην Κυρία Θεοτόκο που όταν τους έψαλε, μεταρσιωνόταν και μετέφερε πνευματικό ενθουσιασμό στους μαθητές του.
Το κήρυγμά του ήταν πολύ εποικοδομητικό και στο ναό της Σχολής και σε πολλούς άλλους που τον καλούσαν.
Η Λειτουργία του ήταν μυσταγωγία και συναγερμός όλου του εκκλησιάσματος προς τον εν Τριάδι Κύριο .
Πρός τους ετερόδοξους συμπεριφερόταν με ευγένεια και καλωσύνη χωρίς να κρύβει κανένα σημείο της Ορθοδόξου ομολογίας του.
Παράλληλα σημειώνει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος «ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών» που τον δέχθηκε στην Διεύθυνση της Σχολής, ενδιαφέρθηκε ο άγιος Νεκτάριος για τον κήπο της Σχολής , για την εύρυθμη λειτουργία όλων των συνεργείων της, για την απρόσκοπτη Διεύθυνση και το όλο πολιτιστικό κλίμα της. Δεν ήταν δυνατό ο άνθρωπος που είχε ταξινομήσει παραδεισιακά τα εσωτερικά πνευματικά του ζητήματα , δεν ήταν δυνατόν να μην εκφράσει αυτήν του την εσωτερική του χριστοαρμονία και να μην  την απεικονίσει ταπεινά από όλα του τα αγαπημένα πρόσωπα , σ’όλα τα πράγματα γύρω του και σ’ό,τι άγγιζε.
Αποκορύφωμα και αποκρυστάλλωμα της όλης του ποιμαντικής δραστηριότητας υπήρξε η ανασύσταση της Γυναικείας Ι. Μονής της Αγίας Τριάδος, στην Αίγινα. Όλο του τον μισθό που έπαιρνε από την Ριζάρειο τον διέθετε για να κτισθεί η ερειπωμένη Ιερά Μονή και για να συντηρούνται οι μοναχές της αδελφότητας.
Ενδιαφερόταν να γίνει ένα ωραίο εκκλησιαστικό οικοδόμημα , όπως και έγινε, για να στεγάσει ένα ιερό ησυχαστήριο και φροντιστήριο Ορθοδόξου μοναστικής ευσεβείας . Είχε αγαπήσει με πάθος απαθές , όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναίτης ,την φιλανθρωπία και χαιρόταν να ξοδεύει τον μισθό του τόσο γι’αυτό τον σκοπό όσο και για περιπτώσεις φτωχών ανθρώπων ,που του ζητούσαν βοήθεια. .Ήταν αχόρταγος στο  να δίνει ,τόσο που μερικές φορές δεν είχε τα ναύλα του ,για να επισκεφθεί τη μοναστική αδελφότητα της Αγίας Τριάδος που παρακολουθούσε πνευματικά και την καθοδηγούσε , ενώ παράλληλα ήταν διευθυντής στη Ριζάρειο.
Τις ημέρες των διακοπών του Πάσχα ,των Χριστουγέννων και του καλοκαιριού έμενε στην ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος και προσπαθούσε εφαρμόζοντας τους αυστηρούς ασκητικούς όρους του Μ. Βασιλείου , να οργανώσει φιλόθεα και φιλάνθρωπα την εσωτερική ζωή της αδελφότητας.
Ευτυχώς που μας έχουν διασωθεί 136 επιστολές του Αγίου ,που έστελνε από την Ριζάρειο στη μοναστική αδελφότητα της Αγίας Τριάδος. Μέσα σε αυτή διακρίνεται η λαμπρότητα και η ωραιότητα του παρθενικού του χαρίσματος που αύξησε ο Χριστός εκατονταπλάσια μέσα του με σύμφωνη την αγαθή προαίρεσή του.
Επίσης διακρίνεται η πνευματική ,η εν Χριστώ αγάπη του αγίου προς τα πνευματικά του τέκνα , τις μοναχές , μέσα στις ψυχές των οποίων , όπως ο θείος Παύλος , θέλησε να μορφώσει τον Χριστό και τη ζωή του Χριστού. Πρότυπό του στη φιλανθρωπία είχε τον άγιο Νικόλαο που από μικρός είχε αγαπήσει και τον είχε προστάτη του.
Ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης τονίζει στο «ωραιότατο βιβλίο του «ο άγιος Νεκτάριος ο θαυματουργός» ότι μέσα στις επιστολές αυτές φαίνεται η μεγάλη διάκριση που είχε ο άγιος . Σε κάθε μια μοναχή δίνει τις κατάλληλες γι’αυτήν οδηγίες , σεβόμενος τα προσωπικά όρια αντοχής της και ανοίγοντάς της τον κατάλληλο δρόμο που θα οδηγήσει αυτήν προς τον Σωτήρα Χριστό , χωρίς να ισοπεδώνει το πρόσωπο.
Ήξερε πολύ καλά αυτός ο βαθυνούστατος επίσκοπος πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της γυναίκας μέσα στη ζωή της Εκκλησίας . Γι’αυτό χωρίς να υποτιμά το Μέγα Μυστήριο του γάμου, λέγει ο π. Θεόκλητος , όμως προσπαθεί να καταρτίσει άριστα τη  γυναικεία προσωπικότητα στην ευσέβεια και στην εν Χριστώ ζωή , για να έχει η κοινωνία , τα δείγματα έστω , της αληθινής χριστιανικής ζωής ,σαρκωμένης στα πρόσωπα των μοναζουσών. Μέσα σε αυτές τις επιστολές μπορούν και οι σημερινές Χριστιανές να σπουδάσουν το γνήσιο χριστιανικό φεμινιστικό κίνημα , που συνοψίζεται στην εν Χριστώ υπακοή ,στο υπάκουο κλίμα της και στην ατμόσφαιρά της.
Και στ’αλήθεια πέτυχε ο άγιος του Θεού να φυτεύσει και μετά την παραίτησή του από την Ριζάρειο, μένοντας κοντά τους , να καταρτίσει τη μοναστική αυτή άμπελο της ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος, που η ζωή και η ακτινοβολία της συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το καλοκαίρι το 1898 έκανε περιοδεία προσκυνηματική στο Άγιο Όρος. Πήρε ευλογίες από το Περιβόλι της Παναγίας , έδωσε όμως και από το ταμείο των δικών του θησαυρών στους μοναχούς που με πολλή χαρά τον καλοδέχθηκαν και ξεχωριστά τίμησαν επίσημα τον ταπεινόφρονα ιεράρχη. Η επικοινωνία του με αγίους μοναχούς , όπως τον π. Δανιήλ Κατουνακιώτη , τον συνέδεσε πνευματικά με το Άγιο Όρος, έτσι ώστε επιστρέφοντας στον κόσμο , να είναι ένας αγιορείτης εκτός Αγίου Όρους και μέσα στην υπακοή της δικής του , ας πούμε δικής του , μονής.
Αφήσαμε μια πτυχή της ζωής του τελευταία . Σκόπιμα. Γιά να την τονίσουμε. Βέβαια από όσα μέχρι τώρα έχουμε αναφέρει διαφαίνεται ολοκάθαρα.
Ο Άγιος Νεκτάριος ήταν ένας χαρισματούχος πνευματικός.
Αυτόπτης μάρτυς μου ανέφερε ότι τον είδε να εισέρχεται στο ιερό βήμα , να φορά το πετραχήλι του και να πηγαίνει να κατασπάζεται τον εσταυρωμένο και να κλαίει. Μετά από αυτήν τη μυσταγωγική και κατανυκτική προετοιμασία προσφερόταν να βοηθήσει στο Μυστήριο της ι. εξομολογήσεως όχι μόνο τις μοναχές που πρωτύτερα αναφέραμε , όχι μόνο τους ιεροσπουδαστές του , αλλά και τον κοσμάκι που συνέρρεε για να αποθέσει τον βαρύ κλοιό και φόρτο της αμαρτίας.
Ικανότατος στον ποιμαντικό διάλογο , αμέσως αποσπούσε την εμπιστοσύνη του εξομολογουμένου. Πρόσωπο με πρόσωπο ο πνευματικός πατέρας με τον πνευματικό υιό /την πνευματική θυγατέρα, μπορούσε με την δύναμη του Τελεταρχικού και ζωοποιού Πνεύματος και με την απάθεια της άσπιλης και αμόλυντης ψυχής του , να ανασπά από την άβυσσο το ναυαγημένο καράβι, όπως σοφότατα περιγράφει ό άγιος Ιωάννης ο Σιναίτης. Μέσα στο κλίμα της εν Χριστώ θερμής και απλής αγάπης , μπορούσε μοναδικά να εκφρασθεί και ειλικρινά να εξαγορευθεί ο αμαρτωλός και φιλόστοργα να εμφυσήσει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και την άφεση ο χαρισματούχος πνευματικός Πατήρ.
Τέλος η αγαθή Πρόνοια του Θεού οικονόμησε έτσι τη ζωή του Αγίου Νεκταρίου , ώστε παραιτούμενος από την Ριζάρειο να αποσυρθεί στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, να βοηθήσει αποφασιστικά στην οργάνωση του Κοινοβίου της μέχρι το 1920 οπότε και παρέδωσε νικηφόρα την αγία ψυχή του στον Κύριο.
Μέ μία τόσο πλούσια και εκλεκτή ποιμαντική προσφορά μάνιασε ο δαίμονας της συκοφαντίας . Άνθρωποι μικρόψυχοι , εξ ιδίων κρίνοντες τα αλλότρια , κολλημένοι σά στρείδια στα πάθη της ανηθικότητας , πρόβαλαν τον αβυσσαλέο ψυχικό ρύπο τους στο πρόσωπο του αγίου .Τούς ήταν αδιανόητος ο παρθενικός τρόπος ζωής, ο τρόπος που ο νέος Αδάμ, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, εγκαινίασε με το παρθενικό πρόσωπό του στη νέα δική του δημιουργία, στην Εκκλησία του. Έπλασαν λοιπόν μύθους , από το βορβορώδες υλικό που τους χορήγησε ο μισόκαλλος και προσπάθησαν να σπιλώσουν , τον άσπιλο. Μαζί τους μπλέχθηκαν και κάποιοι άλλοι «εκκλησιαστικοί ταγοί» που σαν αφελείς και αδόκιμοι στην κατά Χριστό ζωή , παρασύρθηκαν στις δεινές συκοφαντίες .
Αρνητικό ήταν και το κοινωνικό-πολιτικό κλίμα της εποχής που μισούσε τα μοναστήρια, επηρεασμένο από βαυαρικό επιτελείο που είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα και προσπαθούσε να την εκπολιτίσει. Δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να χωνέψουν πώς ο Διευθυντής της Ριζαρείου καταντά στον καλογερικό τρόπο ζωής. Εβδομήντα δύο χρονών άνθρωπος πλέον ο Άγιος και συκοφαντείται άσχημα.  «Ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται», λέγει ο προφήτης Ησαίας.,για τον Κύριό μας. Τά ίδια συμβαίνουν και στον Άγιο.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας , υποστηρίζουν ότι το αφορητότερο μαρτύριο για έναν αθώο είναι η συκοφαντία. Και την επιτρέπει ο Κύριος στους δικούς του για μείζονα τελείωση και ουράνια δόξα.
«Ωστόσο η χάρη πληθαίνει πάνω του και επαληθεύεται με τα ποικίλα θαύματα που τελούνται με τα αγιασμένα χέρια του και τις διάπυρες ευχές του . Ο ίδιος όμως σωματικά κάμπτεται. Μία χρόνια προστατίτιδα που είχε, επιδεινώνεται , για λίγο θεραπεύεται από την Παναγία την Χρυσολεόντισσα στην Αίγινα που προσκύνησε, αλλά και πάλι βάρυνε. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στο νοσοκομείο Αρεταίειο , σαν απλός ιερομόναχος , έμεινε δυό μήνες και ενώ τον ετοίμαζαν οι γιατροί για εγχείρηση , παρέδωσε το πνεύμα του τη νύχτα στις 8 Νοεμβρίου 1920.
Ο Άγιος του αιώνα μας όπως πετυχημένα τον απεκάλεσε ο λογοτέχνης Σώτος Χονδρόπουλος, στα τελευταία του, ρίζωσε στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος σαν  Ελαία κατάκαρπος και σαν το δένδρο το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων ο τον καρπόν αυτού δώσει.
Και έδωσε αναρρίθμητους καρπούς στην Εκκλησία και στο έθνος μας. Και από εκεί μεταπήδησε στη ζωή αής Αγίας Τριάδος που τόσο είχε λαχταρήσει.
Κάποιοι ονομάζουν τον Άγιο Νεκτάριο, Χρυσόστομο του αιώνα μας, τόσο για την πολυσχιδή προσωπικότητά του, όσο και για το πλούσιο και πολύμορφο έργο του.
Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να συμφωνήσουμε με αυτόν τον υψηλό χαρακτηρισμό και την εκλεκτή παρομοίωση, γιατί πράγματι ο Άγιος Νεκτάριος ολοκληρώθηκε σε μια καθολική προσωπικότητα. Μολονότι μοναχός αρχικά και ασκητής , με αυστηρούς περιορισμούς και μοναστικούς κανόνες, όμως τόσο πολύ διευθύνθηκε η προσωπικότητά του, ώστε να φθάσει στα μέτρα των Μεγάλων Αγίων και μάλιστα τα Χρυσοστομικά.
Ο Άγιος αφού έλυσε οριστικά το υπαρξιακο του πρόβλημα ανοίχθηκε με την σώζουσα χάρη του εν Τριάδι Θεού στον μεγάλο γάμο της ΄’Εκκλησίας. Ξεκινώντας από τον Μοναχισμό έφθασε στον τελικό προορισμό, Θεανθρώπινο προορισμό που είναι η ένωση με τον Θεό και την εν Χριστώ αδελφότητα.
Κατάκτησε χαρακτηριστικά και βίωσε τον μυστικό Γάμο της ψυχής του  με την Εκκλησία του Χριστού, στην οποία και ολόψυχα και αφιερώθηκε.
Λειτουργός με φλόγα πύρινη, φιλοστοργικότατος και διακριτικότατος πνευματικός Πατήρ , υψιπέτης Θεολόγος , συγγραφέας όχι κοινός , Θεόπνευστος,ιεροκήρυκας , παιδαγωγός άριστος, θαυματουργός και εν ζωή και μετά θάνατον , κοινωνικός εργάτης και βαθύς και ακαταπόνητος . Καλλιεργητής ιερατικών κλήσεων και το κυριώτερο, θεόπτης του ακτίστου θαβωρίου φωτός, προσέφερε άπειρες ευεργεσίες στο Ορθόδοξο Νεοελληνικό έθνος μας. Δυνατό πρότυπο για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς καθηγητές και ιεροσπουδαστές , τον τιμάμε , Αυτόν τον ένθεο θεράποντα του Χριστού και εξαιτούμεθα τις διάπυρες ευχές του προς τον Κύριο.
Γιά να δώσει προφητική και Τριαδική Ιερωσύνη κατ’εικόνα και ομοίωσιν του Αγίου Ιεράρχου,
Λαό με φωτόμορφα και θεοφώτιστα τέκνα της ζωντανής Ελληνορθοδόξου Εκκλησίας.
Και το κυριώτερο, τη νέα γενιά παραλαμβάνουσα μετά φόβου Θεού και αγάπης ,την ολοζώντανή μας Θεανθρώπινη παράδοση, με τις πανάγιες ευχές του εν αγίοις ενδόξου πατρός ημών Νεκταρίου επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού. 

 
Σχολιάστε

Posted by στο Νοεμβρίου 8, 2011 in ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Οι Άγιοι αρχάγγελοι και οι ασώματες δυνάμεις των ουρανών (Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)


Η Αγία Γραφή δίνει σαφή και ακράδαντα μαρτυρία ότι οι άγγελοι ακαταπαύστως επικοινωνούν με τούτο τον κόσμο. Η Ιερά Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μάς διδάσκει τα ονόματα των επτά αρχηγών των αγγελικών δυνάμεων: Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ, Ουριήλ, Σαλαθιήλ, Ιεγουδιήλ και Βαραχιήλ (ενίοτε συμπληρώνεται και ένας όγδοος, ο Ιερεμιήλ).

 

«Μιχαήλ» στην Εβραϊκή γλώσσα σημαίνει «ποιός είναι όμοιος με τον Θεό;» (τις ως ο Θεός ημών;). Ο άγιος Αρχάγγελος Μιχαήλ απεικονίστηκε ήδη από τους πρώτους χριστιανούς ως στρατηγός, ο οποίος κρατάει στο δεξί χέρι του δόρυ, με το οποίο επιτίθεται στον Εωσφόρο, τον Σατανά, και στο αριστερό του χέρι κρατά ένα πράσινο κλαδί φοίνικα. Στην κορυφή του δόρατος υπάρχει μια λινή κορδέλα με κόκκινο σταυρό. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ θεωρείται ως ο φρουρός της Ορθοδόξου πίστεως, ο οποίος μάχεται κατά των αιρέσεων.

«Γαβριήλ» σημαίνει «Άνθρωπος του Θεού», η «ισχύς του Θεού». Είναι ο αγγελιαφόρος των μυστηρίων του Θεού, ιδιαιτέρως δε της Ενσαρκώσεως του Θεού και όλων των σχετικών με αυτήν μυστηρίων. Απεικονίζεται συνήθως κρατώντας στο δεξί χέρι του φανάρι με φωτισμένη λαμπάδα και στο αριστερό του χέρι έναν καθρέφτη από πράσινο ίασπη. Ο καθρέφτης σηματοδοτεί τη σοφία του Θεού ως ένα κρυμμένο μυστήριο.

«Ραφαήλ» σημαίνει «Θεία θεραπεία» ή «Θεός ο θεραπευτής» (Τωβίτ 3, 17 και 12, 15). Ο Ραφαήλ απεικονίζεται να οδηγεί με το δεξί χέρι του τον Τωβίτ (ο οποίος κρατάει ένα ψάρι αλιευμένο στον Τίγρη ποταμό) και με το αριστερό μία αλαβάστρινη ιατρική θήκη.

«Ουριήλ» σημαίνει «Πυρ του Θεού», ή «Φως του Θεού» (Γ΄ Έσδρας 3,1 και 5,20). Απεικονίζεται να κρατάει ένα σπαθί κατά των Περσών στο δεξί χέρι του και μια πύρινη φλόγα στο αριστερό,

«Σαλαθιήλ» σημαίνει «πρεσβευτής προς τον Θεό» (Γ΄ Έσδρας 5, 16), Απεικονίζεται με χαμηλωμένο το πρόσωπο και τα μάτια του, κρατώντας τα χέρια του στο στήθος σε στάση προσευχής.

«Ιεγουδιήλ» σημαίνει «αυτός που δοξάζει τον Θεό». Απεικονίζεται με χρυσό στεφάνι στο δεξί του χέρι και τριπλό μαστίγιο στο αριστερό.

«Βαραχιήλ» σημαίνει «Ευλογία του Θεού». Απεικονίζεται να κρατά στο χέρι του λευκό τριαντάφυλλο κοντά στο στήθος του.

«Ιερεμήλ» σημαίνει «εξύμνηση του Θεού». Τιμάται ως εμπνευστής υψηλών σκέψεων, που ανυψώνουν τον άνθρωπο προς τον Θεό (Γ΄ Έσδρας 4, 36).

 

 

Ύμνος στους Αγίους αρχιστρατήγους και τις λοιπές ουράνιες Δυνάμεις

 

Ουράνιοι Αρχιστράτηγοι,

εσείς που άνωθεν επιβλέπετε με μεγάλη στοργή,

σκεπάστε μας με τις φτερούγες σας,

προστατέψτε μας με τη δύναμή σας.

 

Είσαστε οπλισμένοι με τη δύναμη του Θεού,

στεφανωμένοι με τη δόξα Του,

κρατάτε πύρινες ρομφαίες

για να θερίζετε τους δαίμονες.

 

Αστραπιαία, σαν ακτίνες φωτός

διασχίζετε τα σύννεφα,

τα σύννεφα του αέρα, όπου δίνετε μάχες,

παλεύοντας υπέρ του Θεού.

 

Ακούραστοι, άγρυπνοι φρουροί, χαριέστατοι,

ακαταπαύστως υπερίπτασθε

πάνω από τους ανθρώπους και όλη την κτίση,

πάνω από αναρίθμητους κόσμους.

 

Όλες οι κραταιές στρατιές του ουρανού

– οι ενάρετες λεγεώνες

με τα αγαθοποιά τάγματα των αγγέλων –

δικές σας είναι,

αδελφοί μας, κατά τον κοινό μας Πλάστη!

 

Θείοι αρχιστράτηγοι των ουρανίων Δυνάμεων,

οδηγήστε μας εκεί όπου πρέπει να αρθούμε,

στον θρόνο του Υψίστου Θεού,

ο Οποίος τα πάντα δημιούργησε εκ του μηδενός!

 

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος» -Νοέμβριος,  εκδ. Άθως)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λόγος εις τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ.(Aγ.Νικοδήμου του Αγιορείτη)

Αν ίσως, αγαπητοί μου Πατέρες και αδελφοί, ήθελε δοθή εις έμέ τον ταπεινόν το χάρισμα τούτο, το να αποκτήσω δηλαδή μίαν γλώσσαν από έκείνας όπου έχουσιν οι Άγγελοι, ως λέγει ό του Χριστού Απόστολος Παύλος, εάν τάς γλώσσας των Αγγέλων λαλώ, βέβαιον και ακόλουθο ήταν ότι με την άγγελικήν αυτήν γλώσσαν ήθελε δυνηθώ να εγκωμιάσω κατ’ αξία τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ, τους Αρχαγγέλους του Κυρίου• διότι φυσικώ τω τρόπω, κάθε όμοιον με το όμοιον πάλιν δύναται να επαινεθή και εις τους άλλους να παρασταθή. Ανίσως και είχα μίαν από τάς πύρινους και άΰλους έκείνας γλώσσας όπου εδόθησαν εις τους ιερούς και θείους Αποστόλους, πρεπόντως ήθελε λαλήσω τα υπερφυσικά εγκώμια των πύρινων και άύλων Αρχιστρατήγων. Άνίσως —καν το ελάχιστον— ήθελε έχω καθαρισμένη την γλώσσαν μου, ωσάν ό Ησαΐας από την Σεραφική εκείνη λαβίδα, ήταν έλπίς ότι ήθελε ειπώ κάποιον τι άξιον της των Ταξιαρχών μεγαλοπρέπειας. Άλλ’ επειδή είμαι στερημένος όλων τούτων των καλών και γλώσσαν έχω όχι άγγελικήν, άλλ’ ανθρώπινη όχι πύρινη, αλλά πήλινη όχι άυλον, άλλα υλική όχι καθαράν, άλλ’ ακάθαρτον και προς τούτοις όχι ρητορική και ευμέθοδον, άλλ’ αμαθή και αμέθοδο —τι πρέπει να προσμένητε; Το να ακούσητε δηλαδή ολίγα τινά και ευτελή περί των ιερών Αρχαγγέλων. Αφήνων λοιπόν εις ένα μέρος το να εξετάσω οποία είναι ή φύσις των Αρχαγγέλων και πότε δημιουργήθησαν, και πώς και πού και τίνι τρόπω νοούσι, και πώς μεταβαίνουσιν από τόπου εις τόπον, και τα άλλα αγγλοπρεπή αυτών ιδιώματα, περί των οποίων οι Θεολόγοι διδάσκουσι, και μάλιστα ή φιλάγγελος και μεγαλόδοξος γλώσσα Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, θέλω αποδείξει μόνον εις το παρόν εγκώμιο ότι ό θείος Μιχαήλ και ό ιερός Γαβριήλ εστάθησαν οι εξαίρετοι ύπηρέται των εξαίρετων ενεργειών και έργων του Παντοδυνάμου Θεού• και προσέχετε δια να το καταλάβητε.

Δύο είναι κατά τους Θεολόγους αί κυριώτεραι ενέργειαι και τα εξαίρετα προσόντα και ιδιώματα του αγίου Θεού: το εν ή δικαιοσύνη, ήτις και απονομία και κρίσης ονομάζεται, και το άλλο ή Αγαθότης, ήτις και χρηστότης και ευσπλαχνία και έλεος ονομάζεται• περί ων λέγει ό Δαβίδ• έλεον και κρίσιν ασομαί σοι Κύριε. Με την δικαιοσύνην ό Θεός κρίνει και παιδεύει τους ανθρώπους, όταν αμαρτάνωσι και δεν φυλάττωσι τάς eντολάς του και με την αγαθότητα πάλιν τους ελεεί και ευσπλαγχνίζεται.

Τώρα ό Αρχάγγελος Μιχαήλ έρχεται να είναι ό εξαίρετος Άγγελος της του Θεού δικαιοσύνης, διότι αυτόν βλέπομεν να μεταχειρίζηται υπηρέτη εις το να παιδεύη μεν και να σωφρονίζη τους κακούς, να φυλάττη δε και να υπερασπίζηται τους καλούς• καθώς τούτο είναι φανερό και από πολλά άλλα μέρη της θείας Γραφής και μάλιστα από τον θάνατον μεν όπου έδωκεν ό Μιχαήλ εις τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων, διαφύλαξιν δε και ζωήν εις τα πρωτότοκα των Εβραίων.

Ό δε Αρχάγγελος Γαβριήλ φαίνεται να είναι ό εξαίρετος Άγγελος της αγαθότητας και ευσπλαχνίας του Θεού, διότι αυτόν βλέπομεν να μεταχειρίζηται υπηρέτη, όταν έχη να κάμη εις τινας καμμιάν εξαίρετων εύσπλαγχνίαν και έλεος• καθώς και τούτο ομοίως είναι φανερό και από άλλα πολλά, μάλιστα δε από τα αγαθά ευαγγέλια οπού έφερε εις τον κόσμον ό Γαβριήλ, του μεγάλου ελέους της ελεύσεως του Χριστού.

Τρία είναι τα εξαίρετα και μεγαλύτερα έργα οπού έκαμε ό Θεός: πρώτον ή δημιουργία του νοητού κόσμου, δεύτερον ή δημιουργία του αισθητού κόσμου και τρίτον ή ένσαρκος οικονομία του Θεού Λόγου. Και εις τα τρία ταύτα πρώτους και εξαίρετους υπηρέτας μεταχειρίζεται τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ.

Δημιουργεί πρώτον ό Θεός τον νοητό κόσμο εκ του μη όντος εις το είναι, ήτοι τον εμπύρινον λεγόμενον ουρανόν, και τον γεμίζει, ωσάν από τόσα λαμπρότατα άστρα, από τα μυριάριθμα πλήθη των άυλον Αγγέλων, τον στολίζει από τάς τρεις τριαδικάς Ιεραρχίας: των Θρόνων, Χερουβείμ και Σεραφείμ• των Κυριοτήτων, Δυνάμεων και Εξουσιών των Άρχων, Αρχαγγέλων και Αγγέλων και επάνω εις όλα ταύτα τα εννέα τάγματα κατασταίνει πρώτους ηγεμόνας και διδασκάλους τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ. Και τίνι τρόπω; Ακούσατε:

Ό Μιχαήλ, με το να εστάθη ευγνωμονέστατος δούλος του Θεού Παντοκράτορας, έκαμε νοητό πόλεμον εις τον Ούρανόν με τον αποστάτη διάβολο και τους αγγέλους του, όταν υπερηφανεύθηκαν κατά του Θεού του ζώντος και εκρήμνισεν αυτούς εις τα καταχθόνια της γης, καθώς είναι γεγραμμένον εις την Ιεράν Αποκάλυψιν: Και έγένετο πόλεμος εν τω ουρανώ ό Μιχαήλ και οι Άγγελοι αυτόν πολέμησαν μετά του δράκοντας… και εβλήδη ό δράκων ό μέγας, ό όφις ό αρχαίος, ό καλούμενος διάβολος και ό σατανάς, ό πλανών την οικουμένη όλην, εβλήθη εις την γήν, και οί άγγελοι αυτού μετ’ αυτού εβλήθησαν. Όθεν δια την μεγάλην ανδραγαθία ταυτην όπου έκαμε κατεστάθη πρώτος επάνω εις όλα τα εννέα τάγματα των Αγγέλων και τους δίδαξε να φυλάττουν προς τον Θεόν ευγνωμοσύνη, υπακοή, ταπείνωσιν και διαμονή μετ’ αυτού παντοτινή και αχώριστο.

Ό δε Γαβριήλ, με το να ενεπιστεύθη μόνος από όλους τους άλλους Αγγέλους το μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας, καθώς λέγει ό θείος Χρυσόστομος —συν αύτω δε και οί εις τον Ευαγγελισμό μελωδοί σοι μόνω θαρρών το μυστήριον και έγινε ό πρώτος και εξαίρετος τούτου υπηρέτης από την αρχήν έως τέλους, κατεστάθη και ό πρώτος ηγεμών και διδάσκαλος όλων των αγγελικών ταγμάτων, έως και αυτών των ανωτάτων Χερουβείμ και Σεραφείμ, και τους δίδαξε όλους τους απόκρυφους λόγους και γνώσεις οπού μέσα εις το βάθος του μυστηρίου τούτου σκεπάζονται. Και αν ό Παύλος λέγει ότι δια της Εκκλησίας εγνωρίσθη ταίς Αρχαίς και ταίς Εξουσίαις ή πολυποίκιλος σοφία του Θεού, τούτο πρέπει να νοήται ότι έγινε δια μεσιτείας του θείου Γαβριήλ, ό οποίος καθώς έμαθε αμέσως παρ’ αυτού του σαρκωθέντος Λόγου και του τούτω συνόντος Αγίου Πνεύματος την πολυποίκιλο ταυτην σοφία —ήτις είναι κατά τον Νύσσης Γρηγόριο το να νικήση ό Θεός τα εναντία με τα εναντία: την ύπερηφάνειαν με την ταπείνωσιν, την δόξαν με την άτιμίαν, την δύναμιν με την άσθένειαν, την σοφία με την μωρίαν— και ούτω μετέδωκε την πολυποίκιλο ταυτην σοφία και εις όλας τάς τάξεις των Αγγέλων χωρίς να φθονήση, λέγων εις αύτάς εκείνο του Σολομώντος: αδόλως έμαθαν, αφθόνως μεταδίδωμι.

Ότι δε ό Γαβριήλ εστάθη πρώτος εις όλα τα εννέα τάγματα και εκ τούτου είναι φανερό: Είναι κοινή δόξα της Εκκλησίας και μάλιστα και του Άββά Ισαάκ ότι από τον Χριστόν λαμβάνουσι κάθε φωτισμό όλαι αϊ τάξεις των Αγγέλων, αναβαίνοντας κατά Παύλον υπεράνω πάσης Αρχής και Εξουσίας και Δυνάμεως και παντός ονόματος εν τω μέλλοντι αίώνι ονομαζόμενου. Ομοίως είναι κοινή δόξα ότι από την Θεοτόκο, ανωτέρα ούσα των Σεραφείμ ασυγκρίτως, πάσαι φωτίζονται αϊ Αγγελικέ τάξεις, ως μάλιστα τούτο λέγει ό Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (λόγω πρώτο εις τα ΕΙΣΟΔΙΑ και λόγω εις την Κοίμησιν). Επειδή δε πλησιέστερος του Χριστού και της Θεοτόκου άλλος δεν είναι από τον Γαβριήλ, λοιπόν δι` αυτού φωτίζονται πασαι αί των Αγγέλων τάξεις. Ει γαρ και ό θείος Διονύσιος λέγει ότι πρώτη τάξις είναι ή των Θρόνων και ογδόη ή των Αρχαγγέλων, αλλά τούτο νοείται προ της ενανθρωπήσεως• μετά την ενανθρώπισιν γαρ ανεστράφη ή τάξις κατά τον άγιον Ισαάκ και οι πρώτοι έγιναν έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι.

Και τοιουτοτρόπως και οι δύο ομού Αρχάγγελοι, ό Μιχαήλ και ό Γαβριήλ, με το ιερόν αυτό και τελειοποιόν μάθημα της αγίας ταπεινώσεως όπου παρέδωκαν εις όλους τους Αγγέλους, τους τελείωσαν και τους έκαμαν να είναι όχι μόνον δυσκίνητοι εις το κακόν, καθώς ήταν προτήτερα κατά τον Θεολόγο Γρηγόριο , αλλά και πάντη ακίνητοι εις την κακίαν και άτρεπτοι, ως λέγει ό μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος και ό ιερός Νικήτας και ό σχολιαστής Γρηγορίου του Θεολόγου .

Δημιουργεί δεύτερον ό Θεός εις εξ ημέρας τον αισθητόν τούτον κόσμον, στολίζει τον ούρανόν με τα πολυποίκιλα άστρα και τους φωστήρας, καλλωπίζει την γήν με τα διάφορα φυτά και ζώα, γεμίζει τον αέρα από τα γλυκύτατα των πετεινών κελαδήματα, τελευταίον δημιουργεί τον άνθρωπον και τον βάλλει εις τον Παράδεισον και τον διορίζει να φύλαξη την παρά πάντων εγνωσμένη θείαν του εντολή. Άλλ’ ό άνθρωπος —οίμοι!— γίνεται παραβάτης της εντολής και εξορίζεται από τον Παράδεισον της τρυφής εις ταύτην την πολύδακρυν γήν. Καί εδώ πάλιν μεταχειρίζεται ό Θεός τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ εξαίρετους ύπηρέτας της προνοίας και κρίσεως όπου έδειξε εις τον άνθρωπον εν διαστήματι πέντε και ήμισυ χιλιάδων χρόνων. Δια τούτο ό μεν θείος Μιχαήλ, ευθύς οπού εξωρίσθη ό Αδάμ, συμπόνεσε την συμφορά του και τον δίδαξε —ως άπειρον έτι όντα— πώς να γεωργή την γήν, πώς να σπείρη, πώς να θερίζη και απλώς πώς να κυβερνά την πολύμοχθο του ζωήν από τροφήν έως ενδύματα, καθώς είναι γνώμη τινών ιεροδιδασκάλων της Εκκλησίας. Αυτός ό ίδιος Μιχαήλ δεν έλειπε από το να προνοείται και να διαφυλάττει όλους τους προ Νόμου Προπάτορας: τον Σήθ, τον Ένώς, τον Ενώχ, τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ και τους δώδεκα Πατριάρχες• τώρα μεν οδηγών αυτούς εις την έπίγνωσιν του μόνου αληθινού θεού, τώρα δε παιδεύων και τιμωρών όλους εκείνους οπού ήθελε του εναντιωθούν. Αυτός έστάθη ό παιδαγωγός και δημαγωγός όλου του Ισραηλιτικού λαού προπορευόμενος και συμπορευόμενος με αυτόν, νικών τα αλλόφυλα έθνη όπου τον πολεμούν και οδηγών αυτούς εις την γήν της επαγγελίας.

Και εδώ είναι άξιον να θαυμάσωμεν την μεγαλειότητα του θείου Μιχαήλ. Διότι, τα μεν έθνη τα διεμοιράσθησαν οι Άγγελοι και επεστάτει ένας εις ένα έθνος και άλλος εις άλλο, τον δε Ισραηλιτικό λαόν δεν επήρε Άγγελος εις την μερίδα του, άλλ’ αυτός ό ίδιος ό Θεός, καθώς λέγει ό Μωυσής εις την ωδή: Έστησε όρια εθνών κατά αριθμόν Αγγέλων Θεού, και εγεννήθη μερίς Κυρίου λαός αυτόν Ιακώβ. Και όμως αυτός ό Θεός λέγει πολλαίς φοραίς εις τον Μωϋσή ότι αντί εαυτού θέλει δώσει επιστάτη εις τον Ισραήλ τον Άγγελόν του, ήτοι τον θείον Μιχαήλ, καθώς ερμηνεύουσιν οι διδάσκαλοι. Διό και ό Αρεοπαγίτης Διονύσιος λέγει ότι ή θεολογία άρχοντα του Ιουδαίων λάου τον Μιχαήλ ονομάζει. Βλέπετε προνόμια; Βλέπετε πώς ό Μιχαήλ έστάθη ό αόρατος μεσίτης και διάκονος δια μέσου του οποίου έδωκεν ό Θεός τον Νόμον εις τον Μωϋσή εν τω ορει τω Σινά; Διότι, αν ό νόμος εδόθη δια των άλλων Αγγέλων, ως λέγει ό Παύλος: ει ό δι’ Αγγέλων λαληθείς λόγος και πάλιν: τι ούν ό νόμος;.., διαταγής δι’ Αγγέλων εν χειρι μεσίτου , πόσο μάλλον εδόθη δια του Αρχαγγέλου αυτών Μιχαήλ;

Ό δε θειος Γαβριήλ δεν έλειπε και αυτός τώρα μεν να ευαγγελίζηται τα χαροποιά μηνύματα της γεννήσεως πολλών στείρων προ νόμου και μετά τον νόμον, τώρα δε να σαφηνίζη εις τους Προφήτας τάς αποκαλύψεις και οράματα όπου εβλεπον και δια τούτων πάντων να τους οδηγή εις την πίστιν του ελευσομένου Μεσσία• καθώς και ονομαστί φέρεται ό Γαβριήλ εις την θείαν Γραφήν ότι συνέστησε φανερότατα εις τον Προφήτη Δανιήλ όχι μόνον πώς έχει να γεννηθεί και να σταυρωθεί ό Χριστός, αλλά και εις πόσους χρόνους έχουν ταύτα να γίνουν.

Και οί δύο ομού Αρχάγγελοι φαίνονται φανερά ενωμένοι εις την προφητεία του Δανιήλ την αναγνωσθείσαν άφ’ εσπέρας, έχουσα ούτως: Ό Δανιήλ νήστευσε είκοσι μίαν ημέρας εις την Βαβυλώνα και παρακαλεί τον Θεόν δια να ελευθέρωση τους Εβραίους από την αιχμαλωσία των Περσών και Βαβυλωνίων. Ό Αρχάγγελος Γαβριήλ πρόσφερε του Δανιήλ την δέησιν έμπροσθεν τον Θεού. Ό δε Άγγελος όπου ήταν άρχων εις εκείνα τα έθνη αντεστέκετο και μπόδιζε την ελευθερία των Εβραίων —όχι με κακόν σκοπό, αλλά διότι πολλοί από τους ειδωλολάτρες συναναστρεφόμενοι με τους Εβραίους πίστευαν εις τον αληθή Θεόν, καθώς ερμηνεύει ό Ιερώνυμος• ίσως δε μπόδιζε και διότι δεν απεκαλύφθη θεόθεν ή των Εβραίων ελευθερία— άλλ’ ό άρχων Μιχαήλ ήλθε και βοήθησε εις τον Γαβριήλ και ούτω δια των δύο Αγγέλων ηλευθερώθησαν οί Ιουδαίοι.

Τέλος πάντων ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, οτε έμελλε να έλθη εις τον κόσμον ό Υιός του Θεού δια να τελείωση το μέγα και εξαίρετων έργον της σωτηρίας των ανθρώπων. Και εδώ πάλιν εξαίρετους ύπηρέτας του μεταχειρίζεται τους δύο Αρχαγγέλους• με ταύτην όμως την διαφοράν: ότι ό Γαβριήλ γίνεται πρώτος και Ο Μιχαήλ δεύτερος• διότι έπρεπε ό Γαβριήλ, όστις δήλοι «Θεός και άνθρωπος» κατά τον άγιον Πρόκλον, να γίνη και πρώτος λειτουργός του Θεανθρώπου Λόγου. Όθεν αυτός ό θεοειδέστατος Γαβριήλ μόνος αποκαλύπτεται το μυστήριον τούτο, ως είπωμεν. Αυτός και αποστέλλεται προς την Παντοβασίλισσαν και Αειπάρθενο Μαριάμ και της φέρει τα της χαράς ευαγγέλια, λέγων εις αυτήν τον κοσμοσωτήριο ασπασμό, το Χαίρε Κεχαριτωμένη, ό Κύριος μετά σου. Αυτός ό ίδιος Γαβριήλ ευαγγελίζεται εις τους ποιμένας τα χαρμόσυνα γενέθλια του σαρκωθέντος Δεσπότου, οδηγεί δι’ αστέρος τους μάγους, μηνύει κατ’ όναρ εις τον Ιωσήφ να καταβή εις Αίγυπτο ν και εκείθεν πάλιν να άναβή εις γήν Ισραήλ, ευαγγελίζεται εις τάς Μυροφόρους την Ανάστασιν του Σωτήρος και εν τη Ανάληψη καταβάς προλέγει εις τους Αποστόλους την δευτέραν έλευσιν του αναληφθέντος Χριστου.

Ομοίως και ό θείος Μιχαήλ θέλουσιν τίνες ότι αυτός να ήταν ό Άγγελος όπου ενίσχυσε και δυνάμωσε τον Ιησούν αγωνιώντα δια το πάθος, ως λέγει ό ιερός Λουκάς: ήλθε άπ’ ουρανού Άγγελος ενισχύων αυτόν, συμπεραίνοντας τούτο από την ονομασία του, επειδή Μιχαήλ θέλει να ειπεί «δύναμις Θεού»• δύναμις δε και ισχύς είναι το αυτό. Αυτός συν τω Γαβριήλ ευηγγέλισε την Άνάστασιν εις τάς Μυροφόρους, ως λέγει ό Δαμασκηνός Ιωάννης εις τον των Αρχαγγέλων κανόνα. Αυτός συν τω Γαβριήλ προείπε εις τους Μαθητάς την ελευσιν Χριστού του αναληφθέντος. Αυτός λέγουσι να λύτρωσε τον Απόστολο Πέτρο από την φυλακήν και επέταξε τον Ηρώδη και έγινε σκωληκόβρωτος. Είδετε τώρα πώς ό Μιχαήλ και ό Γαβριήλ έστάθησαν οί δύο εξαίρετοι ύπηρέται των εξαίρετων ενεργειών και έργων του Θεού, καθώς ήταν ή πρότασίς μας;

Και λοιπόν ό Μιχαήλ και ό Γαβριήλ είναι οί δύο φωτεινότατοι οφθαλμοί του παντεπόπτου Θεού με τους οποίους βλέπει και φωτίζει όλον τον ορατόν και αόρατο κόσμον. Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι αϊ δύο κραταιόταται χείρες του Παντοκράτορας, με τάς οποίας διοικεί όλα τα πάντα, ουράνια και επίγεια. Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι οί δύο ταχύτατοι και μυριόπτεροι πόδες του πανταχού παρόντος Κυρίου, με τους οποίους περιέρχεται και εμπεριπατεί όχι μόνον την οικουμένη όλην, άλλ’ έως και αύτάς τάς άϋλους ψυχάς των ανθρώπων, έως και αύτάς τάς σκοτεινοτάτας αβύσσους. Δια τούτο εις μίαν στιγμήν βλέπεις αυτούς να εύρίσκωνται εις το ένα άκρον του κόσμου και εις την άλλην στιγμήν να εύρίσκωνται εις το άλλο άκρον, τώρα να θαυματουργούσιν εις την στεριά και τώρα να αρπάζωσιν από τα βάθη της αβύσσου τους καταβυθισθέντας.

Μιχαήλ, Ο Άγγελος του θείου φόβου• Γαβριήλ, ό Άγγελος της θείας χαράς. Μιχαήλ, ή παιδευτική δεξιά του Δικαίου• Γαβριήλ, ή ελεημονητική δεξιά του Φιλάνθρωπου. Μιχαήλ, ό επί των δυνάμεων Γαβριήλ, ό εξ απορρήτων. Μιχαήλ, το βλοσυρό όμμα του Κριτου• Γαβριήλ, το ήμερων βλέμμα του Προνοητού. Μιχαήλ, αί φοβεραι φωναί και βρονταί και αστραπαί καί σάλπιγγες της καταβάσεως του Θεού εν τω Όρει Σινά Γαβριήλ, αί γαληναί αύραι, οί ήμεροι ασπασμοί, τα ιλαρά φώτα καί αί αψοφητί επί πόκον ερχόμενε σταγόνες της καταβάσεως του Θεού Λόγου εις την κοιλίαν της Μαριάμ. Μιχαήλ, ό έξοχος διάκονος του Παλαιού Νόμου• Γαβριήλ, ό εκλεκτός υπηρέτης της νέας χάριτος του Ευαγγελίου.

Ό Μιχαήλ είχε λόγον της εισαγωγικής πράξεως, διότι υπηρετεί εις τον Νόμον, όστις κατά Παύλον παιδαγωγός γέγονεν ημίν εις Χριστό ό Γαβριήλ είχε λόγον τελειωτικής θεωρίας, διότι υπηρετήσαν εις το μυστήριον του Χριστού, όστις ήτο το τέλος του Νόμου καί το συμπέρασμα. Ό Μιχαήλ ήταν αρχή καί ό Γαβριήλ τέλος. Ό Μιχαήλ προπαιδευτής και ό Γαβριήλ τελειωτής. Ό Μιχαήλ Άλφα καί ό Γαβριήλ Ωμέγα. Άλλα δεν ήταν ενάντιοι ή ασύμφωνοι αναμεταξύ των, μη γένοιτο• άλλ’ ως ούτε πράξης είναι χωρίς την θεωρίαν ούτε ή θεωρία χωρίς την πράξιν κατά τους Πατέρας, τοιουτοτρόπως ούτε ό Μιχαήλ είναι χωρίς τον Γαβριήλ ούτε ό Γαβριήλ χωρίς τον Μιχαήλ. Καθώς ό Νόμος περιέχεται εν τω Ευαγγελία καί το Εύαγγέλιον εν τω Νόμω, τοιουτοτρόπως εν τω Μιχαήλ ευρίσκεται ό Γαβριήλ καί εν τω Γαβριήλ ευρίσκεται ό Μιχαήλ καί ένας με τον άλλον είναι ηνωμένοι περισσότερον παρά όπου είναι ή ψυχή με το σώμα. Δια τούτο, οπού ό Μιχαήλ εκεί καί ό Γαβριήλ καί οπού ό Γαβριήλ εκεί καί ό Μιχαήλ. Πάντοτε καί πανταχού οί δύο αχώριστοι• αχώριστοι εις τον Ούρανόν, αχώριστοι εις την Πάλαιαν Διαθήκην, αχώριστοι εις την Νέαν. Καί εις τάς θαυματουργίας αχώριστοι. Καί αν ό Μιχαήλ παιδεύη τους κακούς, τους παιδεύει προς σωφρονισμόν, δια να φοβώνται την δύναμιν καί μεγαλειότητα του Θεού καί μη καταφρονούν αυτήν από την πολλήν αυτού αγαθότητα. Καί αν ό Γαβριήλ πάλιν τους ευσπλαγχνίζεται, τούτο το κάμνει, δια να ελπίζουν καί μη έλθουν εις απελπισμό από τον πολύν φόβον. Καί οί δύο ομού ένα σκοπό έχουν: την σωτηρίαν των ανθρώπων καί το να πληρώσουν το του Θεού πανάγαθο θέλημα, ως τούτου αγαθοί Αγαθάγγελοι.

Δεν είναι ανάμεσα εις τους δύο Αρχαγγέλους κανένας πρώτος, όχι! Διότι ή υπερβάλλουσα αγάπη οπού έχουν τους αναγκάζει να γίνεται ό εις τον άλλον δεύτερος. Δεν είναι ανάμεσα εις αυτούς δεύτερος, διότι ή ίση αρχαγγελική αξία οπού έχουν τους θέλει να είναι ό καθείς πρώτος. Ώστε καί οί δύο είναι καί οί πρώτοι, καί οί δύο είναι καί οί δεύτεροι. Καί ποίοι άλλοι είναι οί δύο λαμπρότατοι φωστήρες, με τους οποίους εστόλισεν ό Θεός τον εμπύρινον ούρανόν του αγγελικού διακόσμου, ίσοι εις το μέγεθος, ίσοι εις την αξία, ίσοι εις την λαμπρότητα, ίσοι εις την ταχύτητα, παρά οί δύο Αρχάγγελοι; Ποίοι άλλοι είναι οί δύο ουράνιοι πόλοι, ό αρκτικός και ό ανταρκτικός, ό βόρειος και ό νότιος, επάνω εις τους οποίους κυκλογυρίζει ό Θεός το νοητό της Εκκλησίας στερέωμα, παρά οι δύο Αρχάγγελοι; Ποίοι άλλοι είναι οί δύο εκείνοι περιφανείς στύλοι, τους οποίους Έστησε ό Σολομών έμπροσθεν του οίκου Κυρίου (και Σολομών εποίησε δύο στύλους έμπροσθεν του οίκου;), ειμή οί δύο Αρχάγγελοι, τους οποίους Έστησε ό ειρηνικός «Σολομών» Χριστός έμπροσθεν του άνω καί κάτω κόσμου, δια να τους βλέπουν όλοι οί εισερχόμενοι καί να θαυμάζουν την μεγαλειότητα των καί να επικαλώνται την βοήθειάν των; Της οποίας δια να έχομεν πολλήν χρείαν διώρισεν ή Εκκλησία να τελήται ή Σύναξις των Αρχαγγέλων κάθε Δευτέραν.

Καί λοιπόν, αν κατά τους Θεολόγους οί Θρόνοι κρίνωσι, τα Σεραφείμ μας θερμαίνωσι, τα Χερουβείμ μας σοφίζωσιν, αί Κυριότητες κελεύωσιν, αί Δυνάμεις ενεργώσιν, αί Εξουσίαι διατηρώσιν, αί Αρχαί εθναρχώσιν, οί Αρχάγγελοι τα της πίστεως διοικώσι καί οί Άγγελοι λειτουργώσιν, όμως ό Μιχαήλ καί ό Γαβριήλ ως τούτων πάντων ταξιάρχαι περισσότερον μας κρίνουσι, μας θερμαίνουσι καί μας σοφίζουσι, περισσότερον μας κελεύουσι, μας ενεργούσι καί μας διατηρούσι, περισσότερον ενθαρχούσι, διοικούσι την πίστιν καί μας λειτουργούσι. Καί αν κατά τον αγιον Νικήταν αί ανώτεραι τρεις τάξεις των Αγγέλων δοξολογούσιν απαύστως την Αγίαν Τριάδα με τον ύμνον Γέλ, Γέ λ, όπερ δήλοι «ανακυκλισμός» (καί «ανακάλυψης» κατά τον κρυφιομύστην Διονύσιο) καί αι μέσαι τρεις τάξεις με το Άγιος, Άγιος, Άγιος, καί αί ύστερε τρεις τάξεις με το Αλληλούια, αλλά της τοιαύτης ακαταπαύστου δοξολογίας προεξάρχοντες καί συμμελωδοί καί συν-θεολογούντες είναι ό Μιχαήλ καί ό Γαβριήλ.

Κατά άλήθειαν απορώ, αδελφοί, καί δεν ήξεύρω τι να ειπώ περί των θαυμαστών Αρχαγγέλων! Βλέπω εικονισμένο τον θειότατο Μιχαήλ, όλον φοβερόν εις το είδος, όλον αστραπόμορφο εις την όψιν, όλον αρματωμένο εις τάς χείρας, καί από τον φόβον μου καθηλούνται κατά τον Προφήτη αϊ σάρκες μου, αφήνω τον κόσμον καί μελετώ την ώρα όπου έχω να αποθάνω. Βλέπω καί τον θείον Γαβριήλ, όλον ημερότατων εις το είδος, όλον χαριέστατον εις την θέαν, όλον γαληνότατον εις όλα τα μέλη, καί παρευθύς λησμονώ τον θάνατον, λησμονώ τον φόβον, καί όλος ένθους από την χαράν καί την ηδονή γίνομαι. Στοχάζομαι από το εν μέρος τα φοβερά θαυμάσια του Μιχαήλ, εδώ να θερίζη με την σπάθη του χιλιάδας ανθρώπων, εκεί να ανασπά ψυχάς αμαρτωλών ανελεήμονος, καί έμφοβος γίνομαι καί την δικαίαν κρίσιν του Θεού δειλιώ καί παρ’ ολίγον απογινώσκομαι. Στοχάζομαι από το άλλο μέρος καί τα κοσμοχαρμόσυνα ευαγγέλια του ωραιότατου Γαβριήλ, καί πληρούμαι όλος από ελπίδας, καί του Κριτου την φιλανθρωπία εννοώ, καί παρ’ ολίγον ένδον της βασιλείας των ουρανών γίνομαι. Βλέπω καί τους δύο Αρχαγγέλους ομού, καί μοί φαίνεται ότι βλέπω τους δύο εκείνους ουρανομήκης στύλους όπου οδηγούν τους Ισραηλίτες εις την κάτω Ιερουσαλήμ, τον Μιχαήλ ωσάν τον στύλων του πυρός και τον Γαβριήλ ωσάν τον στύλων της Νεφέλης, οίτινες οδηγώσι συμφώνως τους Χριστιανούς εις την άνω Ιερουσαλήμ, την επουράνιον πόλιν.

τι να πολυλογώ, αδελφοί; Θέλετε να ειπώ περί των Αρχαγγέλων ένα μεγάλον, άλλα αρμόδιο νόημα; Οι δύο Αρχάγγελοι έχουν εικόνα των δύο φύσεων του Χριστού, της Θεότητας λέγω και ανθρωπότητας. Ό Μιχαήλ έχει εικόνα της Θεότητας, διότι έστάθη ταύτης ένδικος υπερασπιστής, και ό Γαβριήλ της ανθρωπότητας, διότι έστάθη ταύτης υπηρέτης και ευαγγελιστής. Να ειπώ ακόμη και μεγαλύτερον; Ό Μιχαήλ και ό Γαβριήλ έχουν αναλογία με τον ενυπόστατον Λόγον του Πατρός και με το Πανάγιον Πνεύμα αυτού. Ό Μιχαήλ ομοιάζει τρόπον τινά με τον ενυπόστατον Λόγον, διότι καθώς δι’ αυτού ό Πατήρ διέκρινε και διεχώρισεν όλα τα όντα και απέδωκε εις το καθ’ ένα εκείνο το είδος και την εικόνα οπού του έπρεπε, ούτω δια του θείου Μιχαήλ, Αγγέλου όντος της δικαιοσύνης, διέκρινε τους καλούς από τους κακούς, όσον Αγγέλους τόσον και ανθρώπους, και απέδωκε εις τον καθ’ ένα το δίκαιον οπού του έπρεπε. Ό δε Γαβριήλ ομοιάζει με το Αγιον Πνεύμα, διότι καθώς δι’ αυτού ό Πατήρ τελείωσε την πλάσιν του κόσμου, ούτω δια των ευαγγελίων του Γαβριήλ τελείωσε την του Κόσμου ανάπλασιν. Ω δόξαις! Ώ λαμπρότητες, ω μεγαλεία των Αρχαγγέλων!

Καί λοιπόν δεν σε φοβούμεθα, διάβολε• όχι, δεν σε φοβούμεθα. Δεν δειλιάζομεν πλέον τάς επιβουλάς σου. Δεν βάνομεν εις τον νουν μας τους λυπηρούς λογισμούς οπού μας προσβάλλεις. Καταφρονούμεν ως βέλη νηπίων τα βέλη και τα τόξα σου. Εχομεν γαρ, εχομεν βοηθούς και άγρυπνους ημών φύλακας τους δύο μέγιστους Αρχαγγέλους. Εχομεν τον ηλιόμορφο Μιχαήλ, ό όποιος σε κατεκρήμνισεν από τους ουρανούς εις τα καταχθόνια• εχομεν τον ιεροπρεπέστατον Γαβριήλ, ό όποιος με της χαράς του τα ευαγγέλια διέλυσεν ως αράχνην την πρώτη λύπην και κατάρα όπου προξένησες εις το γένος μας. Έμαθες με την δοκιμήν, αρχέκακε δράκον, πόσον είσαι ασθενέστατος έμπροσθεν του κραταιοτάτου μας Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, όταν ωσάν εν κυνάριον ή ζωύφιον σε απεδίωξε από το νεκρό σώμα του Μωϋσέως, ειπών σοι μόνον επιτίμησε σοι Κύριος. Αυτός και τώρα ομού με τον συναρχιστράτηγόν του Γαβριήλ θέλει σε επιτιμήσει και θέλει σε φυγαδεύσει από ημάς, τους επικαλούμενους πάντοτε το όνομα των δύο τούτων. Όπου δε το όνομα αυτών επικαλεσθεί, εκείθεν διώκεται και καταργείται ή δύναμίς σου, διότι οΰτως απεφάσισε ό Θεός εις τον Ιώβ, να περιπαίζησαι ως ένα ουδέν από τους Αγγέλους του, λέγων περί σου ουκ εστίν όμοιον αντω επί της γης πεποιημένον, εγκαταπαίζεσθαι υπό των Αγγέλων μου.

Εάν όμως άγαπώμεν, πατέρες και αδελφοί, να διαμένωσιν αχώριστοι από ημάς οι Αρχάγγελοι, πρέπει όσον το δυνατόν να άπέχωμεν από κάθε κακίαν, επειδή λέγει ό μέγας Βασίλειος ότι, καθώς ό καπνός διώκει τάς μέλισσας, ούτω και ή πολύδακρυς αμαρτία διώκει από ημάς τους αγαθούς αγγέλους. Και ομού με το όνομα του Μιχαήλ ας ένθυμώμεθα και την ώραν του θανάτου και της φοβέρας κρίσεως και κολάσεως, ομού δε με το όνομα του Γαβριήλ ας ένθυμώμεθα και της βασιλείας των ουρανών την χαράν και απόλαυσιν.

Άλλ’ ω υπερένδοξοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, τα γλυκύτατα παρά πάσιν Άγγέλοις και άνθρώποις και πράγματα και ονόματα• οί της δικαιοσύνης του Θεού και αγαθότητας Άγγελοι• οί των εξαίρετων έργων του Θεού ύπηρέται εξαίρετοι• οί δύο άργυροχρυσοπτέρυγοι αετοί• οί της ζωαρχικής Τριάδος δύο μέγιστοι Αρχιστράτηγοι- οί με όμμα ακλινές βλέποντες το άκτιστον φως της τρισηλίου Θεότητας• οί του Βασιλέως των βασιλέων και Κυρίου των κυρίων δύο αρχισατράπαι και πρώτο σύμβουλοι οί του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού σωματοφύλακες άμεσοι• ζεύγος αρχαγγελικό και ηγαπημένον δυάς κοσμοπόθητε και παντοπόθητε• των Αγγέλων απάντων τα αγλαίσματα- των Χριστιανών τα καυχήματα• κατ’ εξοχήν δε και εξαιρέτως οδηγοί και υπερασπισταί του Μοναχικού τάγματος των μιμούμενων ως δυνατόν την άγγελικήν υμών πολιτείαν! Προσδέξασθε το παρόν εφύμνιον οπού σας προσφέρομεν ημείς άπαντες οί συναθροισθέντες σήμερον προς δοξολογίαν του Παντοκράτορας και Φιλάνθρωπου Θεού και εις μνήμην της ιεράς Υμών Συνάξεως. Προσδέξασθε ως δώρον τούτο και σημείον ελάχιστον ευχαριστίας, ανθ’ ων καθ` έκάστην ημάς τους ευτελείς ευεργετείτε, περιθάλπετε και πολυτρόπως εκ παντός κακού διασώζετε. Και σας παρακαλούμεν δουλικός να μη λήψη άφ’ ημών ή πατρική πρόνοια σας, άλλ’ ως συμπαθέστατοι και ευσπλαγχνικώτατοι, πλησιάζετε πάντοτε εις ημάς και περιτειχίζετε μας, δια να μας γεμίζητε από θεωρίας αγίας και πνευματικάς εννοίας και δια να φεύγωσιν από ημάς εξ αίτιας του πλησιασμού σας όλοι οί πονηροί και αισχροί λογισμοί και απλώς όλοι οί αόρατοι και ορατοί εχθροί οπού μας πειράζουσιν επειδή τοιαύτας χάριτας προξενείτε, οπού και αν πλησιάστε. Λέγει γαρ ό άγιος Μάρκος ό ασκητής οΰτως: Όταν οί άγιοι Άγγελοι πλησιάσωσιν ημίν, πληρούσιν ημάς θεωρίας πνευματικής. Ομοίως και ό Άββάς Ισαάκ• Οτε οί άγιοι Άγγελοι σε πλησιάσωσι περιτειχίζοντες, πάντες οί πειράζοντες αποστήσονται. Και επειδή οί θεολογούντες λέγουσι ότι εξ τίνα χαρίζουσιν οί Άγγελοι εις τους ανθρώπους εν τη παρούση ζωή, μη λείπετε, ω θείοι Αρχάγγελοι, από του να χαρίζητε ταύτα και σεις εις ημάς, τα όποια είναι ταύτα: πρώτον, το να διώκετε από τα σώματα και ψυχάς μας όλας έκείνας τάς βλάβας οπού ημπορούν να μας ακολουθήσουν από έσωθεν και έξωθεν δεύτερον, το να μας παρακινείτε πάντοτε εις τα καλά, φωτίζοντες τον μεν νουν μας με τάς θείας εκλάμψεις, γλυκαίνοντες δε την θέλησιν και τάς καρδίας μας με τάς θείας χάριτας• τρίτον, το να εμποδίζητε από ημάς τάς ορμάς και επιβουλάς των δαιμόνων τέταρτον, το να προσφέρητε τάς προσευχάς μας εις τον Θεόν, ως ό Άγγελός Ραφαήλ πρόσφερε την προσευχήν του Τωβίτ και οι εν τη Αποκαλύψει Άγγελοι τάς προσευχάς των Αγίων πέμπτον, το να πρεσβευήτε πάντοτε εις τον Θεόν υπέρ ημών και έκτον, να μας παιδεύητε πατρικώς ενίοτε, όταν ατακτώμεν, όχι δι’ εκδίκησιν, καθώς μας παιδεύουν οι πονηροί δαίμονες, αλλά δια διόρθωσιν και σωφρονισμόν και τούτο γαρ χάρις λογίζεται εις ημάς.

Και αύθις παρακαλούμεν, επακούσατε της δεήσεως ημών, φιλανθρωπότατοι του θεού Αρχιστράτηγοι, και παύσατε με τάς αέναους πρεσβείας σας την καθ’ ημών του θεού αγανάκτησιν, πείθοντες τούτον να παράβλεψη ως Πολυέλεος τα πταίσματα ημών άπαντα, με όσα εν έργω ή εν λόγω ή εν διάνοια αυτόν καθ’ έκάστην παραπικραίνομε. Ναι, αμαρτωλοί είμεθα —το ομολογούμεν— και παραβάται των αγίων αυτού εντολών, αλλά πλην αυτού Θεόν άλλον ου γινώσκομεν. Αξιώσατε ημάς, ω Παρθένοι και έφοροι των παρθένων Αρχάγγελοι, να διαπερνώ-μεν την ζωήν μας εν σωφροσύνη και παρθενία, καθώς υπεσχέθημεν, όταν φορέσαμε το Αγγελικόν τούτο Σχήμα. Φανείτε προστάται και άγρυπνοι φύλακες, τόσον ημών, όσον και πάντων των εορταζόντων την πανάγια σας Σύναξιν. Και εν όσο μεν ευρισκόμεθα εις την παρούσαν ζωήν, διώκετε άφ’ ημών τα σκάνδαλα, ως είπωμεν, και μηχανάς πάντων των ορατών και αοράτων εχθρών εν δε τη ώρα του θανάτου παρασταθείτε εις ημάς τους αμαρτωλούς βοηθοί, ο εις από τα δεξιά και ο άλλος από τα αριστερά, σκεπάζοντας ημάς με τάς χρυσάς πτέρυγας σας, ίνα μη δη ή ψυχή μας την ζοφεράν όψιν των πονηρών δαιμόνων. Και ούτω παραλαβόντες ημάς οδηγήσατε εις τάς αιωνίους και φωτεινός της των ουρανών βασιλείας σκηνάς, ίνα δοξολογώμεν αεί μεθ’ υμών την μίαν εν Τριάδι Θεότητα, ή πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. ΑΜΗΝ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ. ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.

 
Σχολιάστε

Posted by στο Νοεμβρίου 7, 2011 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Ποιά είναι η ζωή των αγγέλων και των δαιμόνων; (+Α. Θεοδώρου, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου)


 

    Η φύση των πνευμάτων, αν και άυλη και ασώματη, δεν παύει να είναι τρεπτή και αλλοιωτή. Αναλλοίωτη και άτρεπτη είναι μόνο η φύση του Θεού, που είναι το απόλυτο πνεύμα. Σε σύγκριση με αυτή, η φύση των αγγέλων είναι σχετικά άυλη. Κατά την αντίληψη ορισμένων, αυτή περιβάλλεται από ένα λεπτό, αδιόρατο και αιθέριο σώμα, χωρίς καμιά σχέση βέβαια με την υλικότητα των φυσικών κτισμάτων.

    Στην ηθική και πνευματική σφαίρα την τρεπτότητα των πνευμάτων προσδιορίζει η ελευθέρη βούλησή τους. Όταν πλάστηκαν, είχαν τη δυνατότητα να μένουν ή να μη μένουν κοντά στο Θεό. Ήσαν ελεύθερα να εμμένουν την πιστότητά τους στο αγγελικό τους αξίωμα ή να μην την τηρούν. Απ’ αυτό προήλθε η κατοπινή τους διάκριση σε αγγέλους αγαθούς και δαίμονες, δηλαδή σε πνεύματα αγαθά και πονηρά.

    Η διάκρισή τους αυτή έπρεπε να περάσει από μια πορεία ηθικής δοκιμασίας, χωρίς βέβαια να δοθεί σ’ αυτούς από το Θεό η τήρηση μιας συγκεκριμένης εντολής, όπως δόθηκε στον άνθρωπο. Η ηθική κίνηση του πνεύματος βρισκόταν μέσα στη φύση του, εξαρτώμενη από την ελεύθερη τοποθέτηση και την κίνηση της βουλήσεώς του. Και μέρος μεν των πνευμάτων —ίσως το μεγαλύτερο— κάνοντας καλή χρήση της ηθικής ελευθερίας του και μένοντας πιστά στο λόγο της υπάρξεώς του, στο τέλος παγιώθηκαν στο αγαθό, και εισήλθαν στο στάδιο της μακαρίας δόξης του Θεού, χωρίς να υπάρχει στο έξης το ενδεχόμενο εκπτώσεώς τους από το αγαθό. Οι άγγελοι δεν έχουν τη δυνατότητα να αμαρτήσουν, την οποία είχαν φυσικά μέχρι της σταθεροποιήσεώς τους στο θέλημα του Θεού. Είναι άτρεπτοι και αμετακίνητοι προς την κακία. Σε αντίθεση με αυτούς, ένα μέρος των πνευμάτων —μικρότερο πιθανότατα εκείνων, οπωσδήποτε όμως μεγαλύτερο του συνολικού αριθμού των ανθρώπων— ακολούθησε άλλη πορεία. Αυτοπροαίρετα αποσκίρτησαν από το αγαθό, αποστάτησαν από τον δημιουργό τους και πρόδωσαν το αγγελικό τους αξίωμα. Έτσι η πεσμένη φύση τους παγιώθηκε στο κακό, χωρίς να έχουν καμιά άλλη δυνατότητα εξελίξεως. Ο Εωσφόρος (ο πρώτος άγγελος, ο φορέας του φωτός της δόξης του Θεού) και η σκοτεινή δορυφορία του ταυτίστηκαν οριστικά με την κόλαση, στην αντιθετική τους διαπάλη με τη βασιλεία του Θεού, τη χώρα των αγαθών πνευμάτων.

     Φυσικά ο τρόπος με τον οποίο έγιναν όλα αυτά, είναι κάτι που διαφεύγει την ιστορική μας πείρα και αντίληψη. Είναι κάτι στο οποίο πιστεύουμε σαν φανερωμένο από το Θεό. Είναι λόγος πίστεως και όχι φυσικής πείρας και ιστορικής μαθήσεως.

    Η ζωή των αγγέλων και των δαιμόνων είναι ζωή άυλη και πνευματική, όπως άυλη και πνευματική είναι και η φύση τους. Φυσικά κάτι τέτοιο εμείς, που ζούμε την υλικοπνευματική φύση μας στο χώρο και το χρόνο, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, ότι η φύση των πνευμάτων καλύπτει το χώρο και το χρόνο, ή ότι βρίσκεται έξω και πέρα από κάθε έννοια και κατηγορία χωροχρονική. Αυτό μόνο στο Θεό συμβαίνει, που είναι απόλυτο πνεύμα, βρίσκεται σε όλα και συγχρόνως υπέρκειται όλων. Τα πνεύματα άλλωστε είναι όντα κτιστά και πεπερασμένα και, ως τέτοια, δεν μπορούν να έχουν τις ιδιότητες τού Θεού. Να λέγαμε, ότι ζουν σε ένα ιδιαίτερο «μυστηριακό» τόπο και χρόνο; Πιθανόν. Φυσικά στις κινήσεις τους, που είναι ταχύτατες και αστραπιαίες, τα πνεύματα δεν εμποδίζονται από τη χρονική στιγμή και την παχύτητα των υλικών σωμάτων.

    Η ζωή των αγαθών πνευμάτων εξελίσσεται με ηρεμία και γαλήνη στη φωτεινή ακτίνα της θείας ενέργειας. Είναι πλήρως αφιερωμένα στο Θεό. Είναι λειτουργικά πνεύματα, τα οποία διακονούν τους σκοπούς της θείας Βασιλείας. Εξαγγέλλουν στους ανθρώπους τις βουλές του Θεού (γι’ αυτό και άγγελοι) εκτελούν το θέλημά του, φυλάσσουν και προστατεύουν τους ανθρώπους, ιδιαίτερα τους πιστούς, από κάθε επιβουλή του εχθρού και κάθε λογής κινδύνους, και τους ενισχύουν στη διάπραξη του αγαθού και της αρετής. Ως δορυφορία πνευματική του Θεού, ως υπηρέτες του «Παμβασιλέως της δόξης» και λειτουργοί της θείας βασιλείας, παράλληλα με το διακονικό έργο τους, απευθύνουν διαρκή αίνο και ανύμνηση στο όνομα του παντοκράτορος Θεού, δοξολογώντας ακατάπαυστα τη θεία του μεγαλειότητα. Ποιά να είναι άραγε η φύση της απόκοσμης «μυστηριακής» εκείνης αρμονίας, που βγαίνει από τα φλογισμένα χείλη αναρίθμητων αγγελικών φύσεων και δονεί τα άυλα σώματα της θείας Βασιλείας; Πόσο θελξικάρδιος ο ήχος των εορταζόντων το κράτος της θείας παναρχίας, το μέλος το γλυκύ και παναρμόνιο, το οποίο θα επιτείνει και η χαρά των σωσμένων ανθρώπων στο φωτεινό χώρο του Θεού;

     Οι άγγελοι, ως όντα πνευματικά και ασώματα, είναι ελεύθερα από κάθε υλικό συσχετισμό. Δεν έχουν ανάγκη τροφής για να συντηρηθούν. Δεν έχουν ανάγκη αναπαραγωγής του είδους τους, ούτε πάλι πολλαπλασιάζονται -αν και αυτό ελέχθη- κατά ένα τρόπο μυστηριώδη και άρρητο. Πλάστηκαν «εφ’ άπαξ» από το Θεό. Δεν ασθενούν ούτε πεθαίνουν. Δεν κουράζονται στην άσκηση του λειτουργικού και δοξολογικού έργου τους. Ούτε, αντίθετα, αισθάνονται ανία και κόρο, από τη δήθεν μονοτονία της ζωής τους. Αυτά ισχύουν μονάχα για τη ζωή των ανθρώπων, που εξελίσσονται στον τόπο και το χρόνο και υφίστανται μεταβολές και μεταπτώσεις στη ζωή τους, και όχι για τα άυλα πνεύματα του Θεού.

     Η ζωή όμως των δαιμονικών φύσεων είναι εντελώς αντίθετη από τη ζωή των αγαθών πνευμάτων. Ούτε και το ασήμαντο ίχνος θείας ενέργειας δεν υπάρχει στη φύση τους. Ούτε και η παραμικρότερη λάμψη στο αβυσσώδες έρεβος της σκοτεινιασμένης ουσίας τους. Είναι πλάσματα πωρωμένα και αναίσθητα. Είναι ντυμένα στο πυκνό ηθικό σκοτάδι, όπως κατάντησαν μετά την αποστασία τους. Τόση είναι η κακομορφία και τόση η κακοσμία της ηθικής τους σήψεως, ώστε να μη μπορεί να τις αντικρύσει γυμνές το κτιστό πλάσμα και να ζήσει. Ένα απύθμενο μίσος σαλεύει την αγριεμένη φύση τους ενάντια στο Θεό και τα κτίσματά του. Μισούν θανάσιμα τη δημιουργία και ιδιαίτερα τον άνθρωπο, του οποίου ζηλεύουν τα υψηλά προνόμια και τη δόξα του. Σπείρουν παντού τον όλεθρο και την καταστροφή. Η ιδιαίτερη χαρά τους είναι να βασανίζουν τον άνθρωπο και να τον απομακρύνουν μακριά από το Θεό, κατά το δικό τους αποτρόπαιο πρότυπο. Αυτό εννοείται κάνουν πάντοτε με την ανοχή του Θεού. Αν και η δύναμή τους, ως σκοτεινή συμπυκνωμένη ενέργεια, είναι τόση, ώστε εν ριπή οφθαλμού να καταστρέψει ολόκληρο το σύμπαν, όμως δεν έχουν εξουσία να κάνουν αυτοπροαίρετα εκείνο που θέλουν. Η δύναμή τους είναι πάντοτε ελεγχόμενη. Κάνουν τόσο, όσο τους επιτρέπει το σχέδιο της πρόνοιας του Θεού για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Απόλυτη εξουσία θα έχουν μόνο στη κόλαση, που θα είναι ο αιώνιος φυσικός βιότοπος της σκοτεινής τους υποστάσεως στον οποίο, βασανιζόμενοι πρώτα αυτοί, θα βασανίζουν στη συνέχεια με όλη την φρικαλεότητα του κολασμένου πάθους τους και σε βαθμό υπέρτατο και ασυγκράτητο το μακάβριο περιεχόμενο της εγκληματικής βουλιμίας τους, τα κολασμένα πλάσματα!

    Μια κάποια αίσθηση της κακότητας αυτής των δαιμονικών φύσεων —τηρουμένων φυσικά των αναλογιών— έχουμε εδώ στη γη την περίπτωση των δαιμονισμένων ανθρώπων!  Ο διάβολος (ένας ή πολλοί) μπαίνουν μέσα στο πλάσμα και κυριαρχούν στο σώμα και το πνεύμα του. Του αφαιρούν την προσωπικότητά του και στη θέση της τοποθετούν το δικό τους εγώ. Κυριαρχούν στο άθλιο πλάσμα, το δυναστεύουν και το βασανίζουν. Πολλές φορές προσπαθούν να το οδηγήσουν στο θάνατο. Πώς επιτρέπει άραγε αυτό ο Θεός; Κανένας δεν γνωρίζει. Φρίττουμε από φόβο μπροστά στο φαινόμενο, αγνοούντες το βαθύτερο λόγο της ανεξιχνίαστης θείας βουλής. Φυσικά πολλοί από τους δαιμονιζόμενους γίνονται καλά, πράγμα που κατά έναν τρόπο εκφράζει την κρύφια παιδαγωγία του Θεού. Πάντως το φαινόμενο είναι μια μικρή πικρή πρόγευση του τί μέλλει να συμβεί στο μελλοντικό τόπο της βασάνου. Κόλαση προ της κολάσεως!

 

(Α. Θεοδώρου, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά», εκδ. Απ. Διακονία, σ.51-65)

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο Νοεμβρίου 7, 2011 in ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

H συγχωρητικὴ δύναμις του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως και μέγα θαύμα των Αγίων Αρχαγγέλων.

Εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι διστάζουν καὶ διὰ τὸ Μυστήριον τῆς ᾿Εξομολογήσεως, ἄν πράγματι συγχωρῇ ἁμαρτίας καὶ ἕτεροι ἀμφιβάλλοντες διὰ τὴν  ψυχοθεραπευτικήν του ἰδιότητα. ᾿Επ᾿ αὐτῶν τῶν περιπτώσεων θὰ διηγηθῶ ἐν τῷ παρόντι πονήματι περίπτωσιν,

ἧς ἐγενόμην αὐτόπτης καὶ πιστοποιῶ μετὰ φόβου Θεοῦ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν.

Κατὰ τὸν ᾿Οκτώβριον τοῦ 1913 ὁ ᾿Επιτελάρχης τοῦ ᾿Εθνικοῦ μας Στρατοῦ, Στρατηγὸς Βίκτωρ Δούσμανης, μᾶς ἔστειλε συνοδείᾳ δύο στρατιωτῶν ἕνα ἀνεψιόν του ψυχοπαθῆ καὶ δαιμονιῶντα ἀπὸ πνεῦμα πύθωνος, ὡς ποτὲ ἡ ἐν Φιλίπποις μαντευομένη, καὶ ἐπιστολὴν πρὸς τὴν Μονήν μας [τὴν ῾Ιερὰν Μονὴν Διονυσίου ῾Αγίου ῎Ορους], ἐν ᾗ ἔλεγεν ὅτι ἐδῶ Πατέρες εἰς τὴν πατρίδα μου (Κέρκυραν) εἶναι τὸ καλλίτερον ψυχιατρεῖον της ῾Ελλάδος, καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ ὁ ἀνεψιός μου αὐτὸς ᾿Ιωάννης, ἀλλὰ δὲν εἴδομεν καμμίαν βελτίωσιν, μᾶς εἶπον

δὲ καὶ οἱ ἰατροὶ ὅτι ἐξήντλησαν ὅλα τὰ μέσα τῆς ᾿Επιστήμης, ὡς ἐκ τούτου ἀπεφασίσαμεν καὶ τὸν στέλλομεν εἰς τὰ ἅγια μέρη σας καὶ παρακαλοῦμεν νὰ τὸν δεχθῆτε καὶ νὰ τοῦ κάμετε ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πνευματικῶς, ἴσως δι᾿ εὐχῶν σας λυπηθῇ ὁ Θεὸς καὶ ἡμᾶς καὶ αὐτὸν καὶ τὸν κάμῃ καλά. Τὸν ἐδέχθη ἡ Μονή μας, τόσον ἐκ καθήκοντος ὅσον καὶ ὡς συγγενῆ τοῦ Στρατηγοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ κυριώτερος συντελεστὴς τῶν νικηφόρων πολέμων τοῦ 1912 καὶ 1913 μετὰ τὸν–  Βασιλέα Κωνσταντῖνον.

Τὸν ἔφερον οἱ στρατιῶται ἐλαφρῶς δεδεμένον, ἀλλὰ μᾶς εἶπον νὰ τὸν προσέχωμεν, διότι ἔχει τάσεις πρὸς φυγὴν καὶ δὲν ἔχει ἐπίγνωσιν τοῦ κινδύνου. ᾿Εφ᾿  ᾧ  καὶ ἐνεκλείσθη εἰς δωμάτιον τοῦ Ξενῶνος μὲ παράθυρα σιδηρόφρακτα. ᾿Εκεῖ λοιπὸν μετέβαινον οἱ ῾Ιερεῖς καὶ

τοῦ ἐδιάβαζον εὐχὰς καὶ ἐξορκισμούς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐφέρετο ἡσύχως, ὅταν ὅμως εἶχε κρίσεις ἐφώναζεν, ἐβλασφήμει καὶ ἐλύετο ἐκ τῶν δεσμῶν παραδόξως. Πρὸς τοῦτο ἔφερον μίαν ἡμέραν τὸν λεμβοῦχον τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος τὸν ἔδεσε μὲ ναυτικοὺς κόμβους δυσλύτους, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐντὸς λεπτῶν ἐλύετο αὐτομάτως.

῾Οδηγούμενος δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ δαιμονικοῦ πνεύματος, μόλις ἔβλεπε ἀδελφὸν μεταβαίνοντα πρὸς ἐπίσκεψίν του, τοῦ ἔλεγε τὸ παρελθόν του, ἰδίᾳ τὰς ἀνεξομολογήτους ἁμαρτίας. ᾿Αρχοντάρης ξενοδόχος συνέπεσε νὰ εἶναι τότε νεαρὸς Μοναχός, ἐπὶ ἔτη ἐργασθεὶς εἰς

ξενοδοχεῖα καὶ ἑστιατόρια τῶν ᾿Αθηνῶν, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ ἐπήγαινε τὰ χρειώδη ἐκεῖ εἰς τὴν φυλακήν, ἀλλὰ ἤκουε παρ᾿ αὐτοῦ κάθε φορὰν Φιλιππικοὺς διὰ τὸν πρότερόν του κοσμικὸν βίον. Μετέβην καὶ ἐγὼ μίαν ἡμέραν μαζί του καὶ μόλις μᾶς εἶδεν ἤρχισεν ἀμέσως νὰ τοῦ

λέγῃ ἐπὶ λέξει: «῾Ορῖστε μοῦτρα διὰ μεγαλόσχημος καλόγηρος. Δὲν θυμᾶσαι βρέ, τὶ ἔκαμες ἐκεῖ στὰ παγκάκια τοῦ Ζαππείου; Στὰ ξενοδοχεῖα, καὶ ἄλλα χειρότερα».

῞Οταν ἐφύγαμε, μοὶ λέγει ὁ ἀδελφός:  «Δὲν ξαναπάγω, θὰ εἰπῶ στὸν Γέροντα νὰ στείλῃ ἄλλον νὰ τὸν ὑπηρετῇ. Κάθε φορὰ ποὺ μὲ βλέπει, μὲ ρεζιλεύει». Τὸν ἐρώτησα:  «῎Εχονται ἀληθείας αὐτὰ ποὺ λέγει ἤ γαυγίζει συνεργίᾳ τοῦ δαίμονος;». Μοὶ λέγει μετὰ λύπης:

«Δυστυχῶς εἶναι ὅπως τὰ λέγει». Τὸν ἐρωτῶ καὶ πάλιν: «Δὲν ἐξωμολογήθης αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα;» «Δὲν τὰ ἐξωμολογήθηκα», ἀπήντησε στενάζοντας, «ἐντρέπομαι». Τότε τοῦ λέγω: «Νὰ σηκωθῇς ἀμέσως νὰ πᾷς εἰς τὸν παπα-Νεόφυτο στὴν Σκήτην καὶ νὰ ἐξομολογηθῇς καταλεπτῶς, νὰ φύγῃ τὸ βάρος ἀπὸ ἐπάνω σου καὶ νὰ μὴ δύναται ὁ

δαίμων νὰ σὲ στηλιτεύῃ».

Μὲ ἤκουσε καὶ ἐπῆγεν, ἐπιστρέφοντας ἦλθε καὶ μὲ ἐπῆρε καὶ ἐπήγαμε μαζὶ εἰς τὸν δαιμονιζόμενον. Μόλις μᾶς εἶδε, τοῦ λέγει:

«Τώρα θὰ σὲ ἀρχίσω πάλιν ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ καταστίχου καὶ θὰ σοῦ τὰ ψάλω ὅπως πρέπει». Μετὰ μικρὸν ὅμως καὶ ἀγριεμένος, ἄρ- χισε νὰ φωνάζῃ: «Δὲν βλέπω τίποτα· ποιός τὰ ἔσβησε; ποιός σὲ συμβούλεψε; τί νὰ σὲ κάνω τώρα, δὲν βλέπω τίποτε μέσα στὸ κατά-

στιχο»… ᾿Εμείναμεν ἀμφότεροι ἐνεοὶ καὶ μετὰ δακρύων ἐδοξάσαμεν τὸν Πανάγαθον Θεόν, τὸν οἰκονομοῦντα τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων διὰ τῆς ᾿Εξομολογήσεως.

* * *

Δὲν δύναμαι δὲ νὰ σιωπήσω καὶ τὸ γενόμενον τότε θαῦμα τῶν ῾Αγίων ᾿Αρχαγγέλων εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν δαιμονιζόμενον.

῏Ητο ἡ ἀγρυπνία τῆς ἑορτῆς τῶν ῾Αγίων ᾿Αρχαγγέλων καὶ ἐν ἀρχῇ ταύτης ὡμίλησεν ὁ μακαριστὸς Γέροντάς μας, ὁ Καθηγούμενος, πρὸς τοὺς Πατέρας, ὅτι θὰ κατεβάσωμεν ἐντὸς ὀλίγου εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν τὸν ἀδελφὸν ᾿Ιωάννην καὶ νὰ παρακαλέσητε ὅλοι νὰ τὸν λυπηθῇ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ῞Αγιοι ᾿Αρχάγγελοι νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ Σατανᾶ, εἰς ἐμὲ δὲ καὶ ἕτερον συνομήλικον ἀδελφὸν ἀνέθεσε νὰ τὸν φέρωμεν εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν καὶ νὰ τὸν προσέχωμεν, ἵνα μὴ ἀτακτήσῃ ἤ μᾶς φύγῃ. Τὸν ἐφέραμεν καὶ ἐκάθησεν εἰς ἕνα στασίδι εἰς τὰ λεγόμενα τῶν ἀρχαρίων καὶ ἡμεῖς στεκόμεθα ἑκατέρωθεν διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον. ῎Εμεινε σχετικῶς ἢσυχα, μόνον κατὰ περιόδους μουρμούριζε καὶ ὅταν εἰς τὴν Λιτὴν τὸν ἐμνημόνευσεν εἰδικῶς ὁ ῾Ιερεύς, ἔβγαλε φωνὴν ὡς μουγκρητὸν ἀσυνάρτητον.

Εἰς τοὺς αἴνους τὸν ἐπήγαμεν καὶ χαιρέτησε τὴν εἰκόνα τῶν ῾Αγίων ᾿Αρχαγγέλων, καὶ ὅταν τὸν φέραμε στὸ στασίδι του ἄρχισε ν᾿ ἀνησυχῇ καὶ νὰ σηκώνεται διὰ νὰ φύγῃ. Τὸν προσέχαμεν καὶ μὲ τὸ καλὸ τὸν ἡσυχάζαμεν, ἀλλ᾿ ὅταν ἐψάλλετο τὸ δοξαστικὸν τοῦ ᾿Αρχαγγέλου Μιχαὴλ

«῞Οπου ἐπισκιάσει ἡ χάρις σου ᾿Αρχάγγελε, ἐκεῖθεν τοῦ διαβόλου διώκεται ἡ δύναμις»,

τότε ὡς ἀστραπὴ φεύγει ἀπὸ ἀνάμεσά μας καὶ διὰ τῆς μικρᾶς πύλης τῆς Λιτῆς, ὁπό-

θεν οὐδέποτε εἶχε διέλθει, κατηυθύνετο πρὸς τὸν ἐξώστην τὸν πρὸς τὴν θάλασ-

σαν, ὕψους ἑκατὸ περίπου μέτρων. ᾿Ετρέξαμεν, ὡς καὶ ἄλλοι Πατέρες, μὲ τὴν ἀπόγνωσιν ὅτι πηγαίνει νὰ γκρεμισθῇ. ᾿Αλλ᾿, ὤ τῆς χάριτός σας, ἀξιύμνητοι ᾿Αρχάγγελοι! ᾿Εκεῖ εἰς ἀπόστασιν μικρὰν ἀπὸ τῆς Λιτῆς, εἰς τὴν κάμαραν, ὅπως τὴν λέγομεν, εἶναι θολωτὴ ἁψίς, ἔνθεν δὲ καὶ ἔνθεν αὐτῆς εἶναι ἐζωγραφισμένοι οἱ ῞Αγιοι ᾿Αρχάγγελοι. ᾿Εκεῖ εἰς τὸ μέσον τὸν προφθάσαμεν ὄρθιον καὶ ἀκίνητον. Τὸν ἐρωτήσαμεν ἀσθμαί νοντες: «Τί ἔπαθες Γιάννη;» «Δὲν ἔπαθα τίποτε», μᾶς λέγει, «ἔγινακαλά, οἱ ῞Αγιοι ᾿Αρχάγγελοι μὲ κάμαν καλά», καὶ σταυροκοπηθεὶς ἠσπάσθη τὰς Εἰκόνας των. Τὸν ἐπήγαμε μετὰ χαρᾶς εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν, μετὰ εἰς τὴν Λειτουργίαν καὶ τὴν Τράπεζαν. ῏Ητο ἢσυχος, σωφρονῶν καὶ ἱματισμένος, ὡσὰν νὰ μὴ ἦτο αὐτὸς ὁ ἄγριος πρώην καὶ ἀπρόσιτος.

῎Εμεινε 3-4 ἡμέρας καὶ κατόπιν τὸν ἐπῆγα εἰς τὴν Δάφνην τὴν ἡμέραν ποὺ διήρχετο ἀτμόπλοιον, ἐπιβιβάσας αὐτόν, μὲ παράκλησιν πρὸς τὸν πλοίαρχον, ὅπως τηλεφωνήσῃ ἐκ Πειραιῶς πρὸς τὸν Στρατηγὸν καὶ τὸν παραλάβῃ, ὅπερ καὶ ἐγένετο, μετ᾿ ὀλίγας δὲ ἡμέρας

ἐλάβομεν ἐπιστολὴν εὐχαριστήριον τοῦ Στρατηγοῦ καὶ ὅτι ὀ ἐν λόγῳ ἦτο καλά.

* * *

Κατόπιν τούτου ἐπαφίεται εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην τοῦ ἀναγνώστου, νὰ κρίνῃ τὴν συγχωρητικὴν δύναμιν τοῦ Μυστηρίου τῆς ᾿Εξομολογήσεως…

(*) Βλ.  ᾿Αρχιμανδρίτου Γαβριὴλ (†), ῾Οδηγὸς Πνευματικοῦ καὶ ἐξομολογουμένου,

σελ. 88-91, ῎Εκδοσις δʹ, «᾿Ορθοδόξου Τύπου», ᾿Αθῆναι 1990.-Περιοδικό Άγιος Κυπριανός

 
1 σχόλιο

Posted by στο Νοεμβρίου 6, 2011 in ΘΑΥΜΑΤΑ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Eγκωμιαστικός λόγος στον άγιο και ένδοξο μεγαλομάρτυρα του Χριστού Δημήτριο καθώς και σχετικά με το μαρτύριο, τα θαύματα και το σεβάσμιο ναό του.(Νεοφύτου πρεσβυτέρου μοναχού και εγκλείστου)

 

1. Ο ένδοξος Δημήτριος και συμμέτοχος στην ουράνια δόξα, μάς χάρισε σήμερα την πανήγυρή του ως υπέρτατο δώρο. Εμπρός λοιπόν και εμείς, που αποτελούμε το θίασο εκείνων που αγαπούν το μάρτυρα, ας τον τιμήσουμε με θεόπνευστους ύμνους και εγκώμια, για να μας ωφελήσει ο φίλος και μάρτυρας ως μεσολαβητής στο βασιλέα Χριστό. Ας τονίσουμε λοιπόν και το θεϊκό του ζήλο και την αγάπη του για το Χριστό και τα ενάρετα προτερήματα του ανθρώπου και ας γεμίσουμε με θεϊκή χαρά όπως έχει γραφεί, γιατί αναφέρεται ότι, όταν εγκωμιάζεται ο δίκαιος, γεμίζουν με ευφροσύνη οι λαοί. Μακάρι όμως να μην γεμίσουμε μόνο με αγαλλίαση, αλλά να ωφεληθούμε από τις ομιλίες και τις τιμητικές εκδηλώσεις στη μνήμη του σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

2. Αυτός λοιπόν ο μακάριος Δημήτριος, που είναι πράγματι πολίτης στην ουράνια πόλη και βασιλεία τιμήθηκε και από την επίγεια θνητή βασιλεία. Γιατί μια και είχε ευγενική καταγωγή και μεγάλη φήμη και φρόντιζε από μικρή ηλικία για τον άψογο και έντιμο βίο, τον αγάπησαν και τον τίμησαν πολύ συνάμα και ο Θεός και οι άνθρωποι. Γι’ αυτό λοιπόν αρχικά έλαβε το αξίωμα του εκσκέπτορος και ήταν συνεργός και συμμέτοχος στη σύγκλητο. Στη συνέχεια αναγορεύθηκε ανθύπατος της Ελλάδας. Για τον ίδιο όμως ο αληθινός πλούτος και η δόξα ήταν αυτή, να είναι δηλαδή και να τον αποκαλούν χριστιανό, και δεν υπολόγιζε καθόλου τις τιμές των βασιλιάδων. Γι’ αυτό επειδή ξεχείλιζε από διδασκαλία γεμάτη με θεϊκή σοφία και πνευματικό λόγο, άλλαζε την πίστη πολλών και από την πλάνη των ειδώλων τους οδηγούσε στην αληθινή πίστη.

3. Επειδή λοιπόν ο άγιος τέτοια κήρυττε στο λαό στην πόλη της Θεσσαλονίκης και εξαπλωνόταν η φήμη του σ’ ολόκληρη την περιοχή γύρω από αυτήν, τον συνέλαβαν οι διώκτες της αλήθειας και τον οδήγησαν στον τύραννο Μαξιμιανό. Ο άγιος όμως είχε λαμπερό το πρόσωπό του με την παρέμβαση της θείας χάρης και προκάλεσε έκπληξη στον τύραννο, ο οποίος επειδή ντράπηκε τελικά δεν τον τιμώρησε, αλλά τον κατηγόρησε ως αχάριστο γιατί λησμόνησε βαθιά τις βασιλικές τιμές και πίστεψε στο σταυρωμένο Χριστό. Εκφράζοντας λοιπόν αυτά τα λόγια και κάποιες άλλες κολακευτικές μωρολογίες προσπαθούσε να παρασύρει τον άγιο από την πίστη του. Αυτός όμως αντιστεκόταν σαν ακλόνητος στύλος και σαν βράχος στην ακτή απέναντι στα χτυπήματα των κυμάτων. ‘Οταν τον ρώτησε και πάλι ο βασιλιάς αν επιμένει να πιστεύει στο σταυρωμένο Χριστό, ο άγιος του απάντησε: «Μακάρι να μπορούσα, βασιλιά, όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά και όλο τον κόσμο να τον πείσω να πιστεύει στον Εσταυρωμένο και να τους απαλλάξω από αυτή τη μεγαλομανία και την πλάνη των ειδώλων. Και εγώ βέβαια είμαι έτοιμος στο όνομα του Χριστού μου να υποστώ όχι μόνον έναν θάνατο, αλλά πολλούς, αν βέβαια αυτό το επιτρέπει η φύση μου».

4. Ο βασιλιάς λοιπόν, όταν είδε τη μεγάλη τόλμη του άνδρα και κατάλαβε την ακλόνητη απόφασή του, έγινε θηρίο από θυμό για να βασανίσει τον άγιο. Συγκράτησε ωστόσο το θυμό του για το τέλος, γιατί ήθελε να ασχοληθεί με το θέατρο και το στάδιο. Γι’ αυτό λοιπόν έφτασε σ’ αυτό το μέρος με άμαξα. Διέταξε να φρουρήσουν το μάρτυρα σε μια κάμαρα λουτροκαμίνου, που δεν την είχαν ακόμη ανάψει, ώσπου να βρεί ευκαιρία από τα μάταια θεάματα και στη συνέχεια να οδηγήσει τον άγιο σε εξέταση.

5. Το θέατρο της πόλης, που το έλεγαν και στάδιο, ήταν κλεισμένο γύρω – γύρω με σανίδες και ορισμένα μάγγανα, όπου όσοι έμπαιναν, παρακολουθούσαν σαν σε θέατρο, και σκότωναν σε μονομαχία για να ευχαριστήσουν τον αιμοχαρή βασιλιά με το να χύνουν συχνά ανθρώπινο αίμα.

6. Ο βασιλιάς είχε αποκτήσει κάποιον μονομάχο, που τον έλεγαν Λυαίο, πολύ δυνατό και μεγαλόσωμο, που καταγόταν από το έθνος των Βανδάλων και ο οποίος στη Ρώμη, στο Σέρμιο και στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε πολλούς άλλους τόπους σκότωσε πολλούς ανθρώπους σε μονομαχία, και ο βασιλιάς θεωρούσε θαυματουργή την πολύ μεγάλη του δύναμη και την ικανότητά του στο φόνο και κόμπαζε.

7. Όταν αυτός στάθηκε στο στάδιο, που αναφέραμε, και ο βασιλιάς καλούσε τον κόσμο με τους κήρυκες υποσχόμενος χρήματα σ’ όποιον επιθυμούσε από τους πολίτες να μονομαχήσει με το Λυαίο, κανείς δεν είχε την τόλμη να μονομαχήσει με αυτόν, γιατί όλοι έτρεμαν από φόβο και μόνο από την όψη και το θράσος του Λυαίου.

8. Τότε λοιπόν ένας νεαρός παρακινήθηκε από το Θεό εναντίον αυτού του κακοποιού, που τον έλεγαν Νέστορα, που ήταν ωραίος στο σώμα και την ψυχή, και γνωστός του αγίου Δημητρίου, τρέχει σ’ αυτόν, στον τόπο που τον φρουρούσαν, έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε λέγοντας «Να προσευχηθείς για μένα, δούλε του Θεού, και να επικαλεστείς το Χριστό. Γιατί θέλω να μονομαχήσω πρόθυμα με αυτόν». Τότε ο άγιος σταύρωσε το μέτωπο και την καρδιά του Νέστορος και λέγει στον ίδιο. «Πήγαινε, παιδί μου, και το Λυαίο θα νικήσεις και θα μαρτυρήσεις για χάρη του Χριστού».

9. Και αυτός εξοπλίστηκε με την ευχή του αγίου Δημητρίου σαν να φόρεσε θείο θώρακα, έρχεται τρεχάτος στο στάδιο, έβγαλε και πέταξε κάτω το χιτώνα του και πηδώντας από τις βαθμίδες στάθηκε μπροστά στο βασιλιά. Αυτός έμεινε έκπληκτος από την τόλμη του νεαρού και του λέγει: «Νεαρέ μου, απ’ ό,τι φαίνεται η επιθυμία των χρημάτων σε οδήγησε σ’ αυτό το τόλμημα. Εγώ βέβαια, επειδή λυπάμαι και την ομορφιά σου και τον ανθό της νιότης σου, σου δίνω τα χρήματα και παραδέχομαι τη γενναιότητά σου και φύγε κερδίζοντας και τη ζωή σου και τα χρήματα. Μην αντισταθείς όμως στο Λυαίο, γιατί πολλούς έστειλε στο θάνατο, πιο δυνατούς από σένα».

10. Όταν λοιπόν τα άκουσε αυτά ο Νέστωρ, ούτε το Λυαίο φοβήθηκε για τους επαίνους, ούτε υποχώρησε στη γενναιοδωρία του βασιλιά, αλλά του είπε: «βασιλιά μου, δεν έχω έρθει σ’ αυτή τη μονομαχία γιατί επιθυμώ χρήματα, αλλά για ν’ αποδείξω σήμερα μπροστά σου πιο ισχυρό τον εαυτό μου από το Λυαίο». Τότε λοιπόν ο βασιλιάς και οι σύνεδροί του γεμάτοι θυμό κατάλαβαν την αλαζονεία του Νέστορος και ενθάρρυναν υπερβολικά το Λυαίο για την εξόντωσή του.

11. Και ο νεανίας του Θεού ενισχύθηκε με το σημείο του σταυρού, πήρε στα χέρια του τον ακινάκη, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, προσευχήθηκε και είπε «ο Θεός του δούλου σου Δημητρίου και ο αγαπημένος γιος σου Ιησούς Χριστός, που νίκησες τον εχθρό Γολιάθ με τον εκλεκτό σου Δαβίδ, εσύ Κύριε νίκησε και τούτη τη στιγμή τη δύναμη του Λυαίου». Έτσι λοιπόν προσευχήθηκε και πήδησε μέσα από τα μάγγανα και, όταν έγινε η συμπλοκή, ο Λυαίος δέχτηκε καίριο χτύπημα στην καρδιά από το Νέστορα και πέθανε αμέσως και έφερε την πιο μεγάλη στενοχώρια στα βασιλιά. Και ο Νέστωρ δόξαζε το Θεό, γιατί ο βάρβαρος σκοτώθηκε με τις προσευχές του αγίου Δημητρίου.

12. Ο Μαξιμιανός όμως τινάχτηκε με θυμό από την καθέδρα, και συμπεριφερόταν στυγνά στους αυλικούς του λέγοντας «μα τους θεούς, αν δεν έγινε κάποια μαγεία, ένας μικρόσωμος νεαρός δεν θα σκότωνε το Λυαίο, που έχει κάνει τόσα και τέτοια κατορθώματα».

13. Τότε ο τύραννος κάλεσε το Νέστορα και τον ρώτησε λέγοντάς του «απάντησέ μας, νεαρέ μου, με ποια μαγικά τεχνάσματα και ποιους συνεργάτες είχες και σκότωσες το Λυαίο;». Ο Νέστωρ λοιπόν πήρε το λόγο και είπε «ούτε με μαγεία, ούτε με μαγγανεία, όπως είπες, βασιλιά, σκοτώθηκε ο Λυαίος, αλλά ο ίδιος ο Θεός του Δημητρίου, ο Θεός των χριστιανών, έστειλε τον άγγελό του και σκότωσε το Λυαίο με το χέρι μου, γιατί ήταν μιαρός και εγωιστής». Τότε λοιπόν ο θεομάχος γέμισε με θυμό και οργή και διέταξε να οδηγήσουν το Νέστορα στο δυτικό μέρος της Θεσσαλονίκης, στη λεγάμενη Χρυσή πύλη, και να τον σκοτώσουν, γιατί ήταν χριστιανός, και έτσι λοιπόν ο άγιος αυτός νεανίας στεφανώθηκε με το στεφάνι του μαρτυρίου, στις εικοσιπέντε του Οκτωβρίου.

14. Αυτός ο ιερός μεγαλομάρτυρας του Χριστού Δημήτριος βλέπει στην καμάρα που τον φρουρούσαν να βγαίνει από τη γη ένας πελώριος σκορπιός έτοιμος να τον πλήξει με το κεντρί του, μνημονεύει εκείνον που έδωσε εξουσία να πατούμε πάνω σε φίδια και σκορπιούς, έφτυσε το σκορπιό, τον σφράγισε με το σημείο του σταυρού και τον επέδειξε αμέσως νεκρό. Αμέσως τότε άγγελος Κυρίου πήρε ένα θεϊκό στεφάνι και στεφάνωσε την κάρα του μάρτυρα, η στέψη δεν έγινε ίσως για τη νέκρωση του σκορπιού, αλλά για τη σφαγή του αγίου στο όνομα του Χριστού, που θα γινόταν μετά από λίγο. Γι’ αυτό και του έλεγε ο άγγελος «Ειρήνη σε σένα, αθλητή του Χριστού, να έχεις θάρρος και να φανείς γενναίος άντρας».

15. Τότε λοιπόν ορισμένοι άρχοντες συκοφάντες κατηγορούν το Δημήτριο στο βασιλιά ως αίτιο της σφαγής του Λυαίου. Όταν το άκουσε ο ίδιος, έλεγε πως δεν ήταν καλός οιωνός η συνάντησή του με τον άγιο στα στάδιο. Γι’ αυτό βράζοντας από το θυμό του εναντίον του μάρτυρα, διατάζει να τον σκοτώσουν με λόγχη, εκεί μέσα στις καμάρες, όπου τον φρουρούσαν, πράγμα που έκαναν αμέσως με πολλή γρηγοράδα οι δήμιοι χωρίς λύπηση στις εικοσιέξι Οκτωβρίου.

16. Και το μαρτύριο του αθλητή ήταν σύντομο και χαλαρό, ο ίδιος όμως επιθυμούσε να υποστεί το μαρτύριο όχι μόνο σε σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά για πολλές ημέρες και με περίπλοκα βάσανα για την αγάπη του στο Χριστό. Γι’ αυτό και ο καρδιογνώστης Θεός, επειδή δέχτηκε τη στιγμιαία σφαγή ως πολύχρονο μαρτύριο και τη συντομία της ως διαρκέστερο μαρτύριο, τον στεφάνωσε για την πρόθεσή του και τον εφόδιασε με πολλές θαυματουργικές ικανότητες και ιαματικά χαρίσματα, με αποτέλεσμα η ίδια η κιβωτός του αγίου λειψάνου να αναδίδει συνέχεια το μύρο, σαν πηγή του ζώντος ύδατος, ώστε πιο εύκολα να λιγοστεύει το νερό της πηγής, παρά να λιγοστέψει ποτέ εκείνη η πηγή του μύρου. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο γενναιόδωρος Θεός γνωρίζει να ανταποδίδει τη δόξα σ’ όσους τον δοξάζουν.

17. Και ο Λούπος, ο υπηρέτης του μάρτυρα βλέποντας τη σφαγή του αφέντη του αποκομίζει σημαντικό κέρδος. Αφού πήρε λοιπόν το οράριο του αγίου και το βασιλικό δαχτυλίδι από το χέρι του και τα έβαψε μέσα στο αίμα του αγίου, επιτελούσε με αυτά θεραπείες κάθε νοσήματος και απομάκρυνε τα πονηρά πνεύματα. Επειδή η φήμη των θαυμάτων εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη την περιοχή γύρω από τη Θεσσαλονίκη, έφτασε μέχρι και στο βασιλιά, ο οποίος παθιασμένος από το θυμό διέταξε να σκοτώσουν και το Λούπο, τον οποίο σκότωσαν στο λεγόμενο δημαρχείο της πόλης της Θεσσαλονίκης.

18. Το καλλίνικο και πανάγιο λείψανο του αγίου Δημητρίου βρισκόταν περιφρονημένο από φόβο στο βασιλιά και τους διώχτες. Τη νύχτα όμως, το έκλεψαν ορισμένοι πιστοί άνθρωποι και το έκρυψαν στο χώμα, όσο μπορούσαν. Επειδή όμως δεν μπορεί να κρυφτεί μια πόλη, που βρίσκεται στην κορφή του βουνού, ούτε αυτό το άφησε να κρυφτεί η πηγή των θαυμάτων, αλλά έγινε ξακουστός σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία ο άγιος με τα θαύματά του δηλαδή, με τα οποία νικήθηκαν οι αυθάδειες της μανίας των ειδώλων και λαμπρύνονταν τα δόγματα της άμεμπτης πίστης των χριστιανών.

19. Τότε λοιπόν ένα ευσεβής και ένδοξος άντρας, που τον έλεγαν Λεόντιο, και έγινε ύπαρχος του Ιλλυρικού, πήγαινε στη χώρα των Θρακών και αρρώστησε από ανίατη ασθένεια· τον οδήγησαν οι δικοί του στην πόλη της Θεσσαλονίκης μ’ ένα φορείο και τον ξάπλωσαν πάνω στο ιαματικό μνήμα του μάρτυρα και αμέσως έγινε εντελώς καλά, με αποτέλεσμα και ο ίδιος ο ύπαρχος και όλοι οι γύρω του να θαυμάζουν την ταχύτατη βοήθεια του μάρτυρα, να δοξάζουν το Θεό και να εγκωμιάζουν το μάρτυρά του Δημήτριο.

20. Αυτός λοιπόν κατέστρεψε τις καμάρες των καμινιών και τα κτίσματα των θερμών λουτρών και καθάρισε εντελώς τον τόπο από όλα τα ξύλα και τα σκουπίδια, ανήγειρε πανέμορφο και πάνσεπτο ναό προς τιμήν του μάρτυρα ανάμεσα στο δημόσιο λουτρό και στο στάδιο, που αναφέραμε προηγουμένως, τον οποίο κόσμησε με δαπάνη πολλών χρημάτων και τον έκανε πολύ λαμπρό. Αυτός μέχρι και σήμερα καμαρώνει σαν επίγειος ουρανός, γιατί τον έχει κάνει ένδοξο η πηγή των θαυμάτων, αυτός φέρει πάντα τη θεόβρυτη λάρνακα του μύρου ως ανεξάντλητη πηγή, αυτός υπάρχει παυσίπονο φάρμακο, που θεραπεύει τα διάφορα νοσήματα, αυτός έχοντας ως ασυναγώνιστο οικοδεσπότη τον ξακουστό Δημήτριο δεν θα φοβηθεί τις επιδρομές των βαρβάρων εχθρών, αυτός πολλές φορές είναι η λύτρωση των αιχμαλώτων, με αποτέλεσμα πολλές φορές να βρίσκονται αιχμάλωτοι σ’ εκείνον τον ιερό ναό μαζί με τις αλυσίδες τους και από τη Συρία και από άλλες βαρβαρικές χώρες και να λένε ότι τους αρπάζει ο άγιος Δημήτριος και τους διασώζει φέρνοντάς τους μετέωρους μέχρι το ναό του.

21. Και όχι μόνο αυτών αλλά και των πιστών βασιλιάδων είναι σύμμαχος αυτός ο ιερός οπλίτης, στον οποίο και εγώ γεμάτος χαρά θα απευθύνω λίγους χαιρετισμούς και θα τελειώσω το λόγο μου.

22. Χαίρε, ασυναγώνιστε στρατιώτη του Χριστού τρισευτυχισμένε Δημήτριε, γιατί σύμφωνα με τον Παύλο, αγωνίστηκες τον ωραίο αγώνα, έχεις τρέξει το δρόμο μέχρι το τέρμα, έχεις διαφυλάξει την πίστη και στεφανώθηκες επάξια από το Θεό με το στέφανο της δικαιοσύνης.

Χαίρε μάρτυρα Δημήτριε, γιατί αν και έχεις δεχτεί και συ στο σώμα σου τις πληγές που δέχτηκε ο Χριστός, ανέβηκες στον ίδιον με χαρά και αγαλλίαση.

Χαίρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατί έγινες πράγματι μιμητής του Χριστού. Εκείνος βέβαια για χάρη όλων μας δέχτηκε τη λόγχη από τον ασεβή στρατιώτη στην αμόλυντη πλευρά του και συ ως ευσεβής στρατιώτης του για χάρη της αγάπης του δέχτηκες τη λόγχη στη φυλακή από ασεβείς στρατιώτες.

Χαίρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατί έχεις πλουτίσει με την αγγελική χάρη και αποδεικνύεσαι επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος γεμάτος δόξα.

Χαίρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατί είσαι μυημένος στη χάρη και ελευθερωτής των αιχμαλώτων και πολύ γρήγορος γιατρός των διάφορων ασθενειών.

Χαίρε, μάρτυρα Δημήτριε, μαζί με το Γεώργιο και το Θεόδωρο, τους συναθλητές και συμμέτοχούς σου, το τρισευτυχισμένο όπλο των ευσεβών βασιλιάδων μας, το ξίφος τους με τις τρείς αιχμές εναντίον των άθεων βαρβάρων, το τριπλό τείχος της βασιλικής αυλής, το τρίσπαθο κάρφωμα στην καρδιά των σκληρών εχθρών, το τριστόλιστο στέμμα των βασιλιάδων μας, το τριπλό φως της οδοιπορίας τους μέρα και νύχτα, το τριπλό όπλο του εκφοβισμού τους και το πολύ αγαπητό και ισάριθμο της Τριάδος.

Χαίρε, γιατί έχεις αξιωθεί την ακατάπαυτη χαρά και είσαι συνοδός των πιστών βασιλιάδων. Και εγώ το γνωρίζω ότι νικιέται η παράταξή μας σε περίοδο πολέμου. Αλλά δεν ρίχνουμε την ευθύνη για την ήττα στην αδράνεια αυτών των στρατηγών, αλλά οι καρποί των κακών πράξεων κάνουν πιο ισχυρούς τους εχθρούς μας εναντίον μας. Πώς λοιπόν, αναφέρει ο προφήτης, ένας θα καταδιώξει χίλιους και δύο θα μετακινήσουν μυριάδες και τα ακόλουθα.

23. Και ο άγιος εκείνος άνθρωπος, ο Λεόντιος, όταν ολοκλήρωσε τον πανσεβάσμιο ναό του μάρτυρα και επρόκειτο να φύγει στο Ιλλυρικό, σκεπτόταν να πάρει μαζί του κάποιο λείψανο, για να ανεγείρει και εκεί ναό στο όνομα του αγίου. Ο άγιος όμως τη νύχτα παρουσιάστηκε σ’ αυτόν και του έκοψε την ορμή. Τότε λοιπόν ο άνθρωπος πήρε τη χλαμύδα του αγίου και ένα μέρος από το οράριο, που ήταν βαμμένα κατακόκκινα στο αίμα του αγίου, κατασκεύασε αργυρή λειψανοθήκη, τα απέθεσε μέσα σ’ αυτήν και συνέχισε το δρόμο του.

24. Όταν έφτασε σ’ έναν ποταμό, που τον λένε Δούναβι, επειδή δεν μπορούσε να περάσει από το θυελλώδη καιρό και το φούσκωμα του ορμητικού ρεύματος, καθόταν και περίμενε να λιγοστέψει ο ποταμός, αυτός όμως πιο πολύ φούσκωνε, αντί να λιγοστεύει. Και ο άγιος Δημήτριος παρουσιάστηκε νύχτα σ’ αυτόν και του είπε: «Διώξε από μέσα σου κάθε δειλία και απιστία, ανέβα πάνω στο πλοιάριό σου, πάρε στα χέρια σου τη σορό που φέρνεις μαζί σου και πέρνα άφοβα τον ποταμό μαζί με τη συνοδεία σου». Και ο άνθρωπος έκανε αυτό το πράγμα, πέρασε αβλαβής τον ποταμό και έτσι διασώθηκε και απέθεσε την αγία λειψανοθήκη με τα αγιάσματά της, εκεί όπου έχτισε και άλλον ναό προς τιμήν του μάρτυρα αγίου Δημητρίου, δίπλα στο σεβάσμιο ναό της καλλίνικου μάρτυρας Αναστασίας, απ’ όπου ξεχύθηκαν πολλοί ποταμοί θαυμάτων. Από αυτούς, Χριστέ βασιλιά μου, αφού μας ποτίσεις, ως ποταμός της ειρήνης, γέμισέ μας, φώτισε, καθάρισε, θεράπευσε τις ψυχές μας μαζί και τα σώματά μας με τις προσευχές του υπηρέτη Σου και μάρτυρα Δημητρίου και της άχραντης Θεοτόκου, για να δοξαστεί και από εδώ το πανάγιο όνομά Σου, γιατί Σου πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον Πατέρα Σου και το άγιο Σου πνεύμα πάντοτε, και τώρα και για πάντα και στους αιώνες αμήν.

——————————————————

πηγή: Άγιος Δημήτριος, Εγκωμιαστικοί λόγοι επιφανών Βυζαντινών λογίων, εκδ. ΖΗΤΡΟΣ, 2004.

 

Συμεών μοναχός και φιλόσοφος: Εγκωμιαστικός λόγος στον άγιο και πανένδοξο μεγαλομάρτυρα του Χριστού, ΔΗΜΗΤΡΙΟ

Μετάφραση: Πέτρος Βλαχάκος

1. Φίλοι του μάρτυρα, σήμερα μάς συγκέντρωσε ο σπουδαίος ανάμεσα στους αγωνιστές του Χριστού Δημήτριος, ο αληθινός πολιούχος και θερμότατος προστάτης μας, προσφέροντάς μας τους άθλους του σε πνευματικό συμπόσιο.

Ότι ήταν λοιπόν ξεχωριστός ο άνθρωπος και υπερείχε απ’ όλους τους άλλους σε δύο πράγματα, στη γενιά και την ευημερία της φύσης, καθώς και στη σύνεση των θείων και τη δόξα των ανθρώπινων είναι φανερό από πολλά, που το δείχνουν καθαρά, όλα όσα σχετίζονται μ’ αυτόν, ότι ήταν όμως και στους άθλους ασυναγώνιστος, το επιβεβαιώνουν αυτά που βλέπουμε.

Ποια τιμή λοιπόν τόσο μεγάλη και υπέροχη, και χοροστάσια με τη συμμετοχή όλου του λαού και άσματα γεμάτα χάρη, του έχουν αποδώσει ακόμη και οι ίδιοι οι βασιλιάδες περισσότερο από κάθε άλλον;

Και αν αυτά που τελούμε εδώ για τα μαρτύρια και τους άθλους του, που έκανε για χάρη του Χριστού, τον αποδεικνύουν τόσο σπουδαίο και λαμπρό, πόσο σπουδαίο θα τον αναδείξει η ευτυχία του στους ουρανούς;

Επειδή λοιπόν είναι νικητής σε κάθε λόγο, δεν είναι καθόλου άξιο απορίας αν θα κατανικήσει και τους δικούς μας επαίνους. Από εδώ λοιπόν θα αποδειχτεί πολύ περισσότερο άξιος θαυμασμού, γιατί υστερούν όλοι λόγω της ανωτερότητας της δόξας του και θα δοξαστεί περισσότερο, γιατί μειονεκτούν όλοι μετά από αυτόν.

2. Θα αδιαφορήσουμε λοιπόν για ένα τόσο σπουδαίο θέμα αν και έχουμε ανταποκριθεί πιο αργά από τον κατάλληλο χρόνο και για να μη φανούμε κατώτεροι από τους προηγούμενους ομιλητές του μάρτυρα; Τόσο πολύ θα διστάσουμε, ώστε να νομίζουμε ότι με το να μην τον εγκωμιάζουμε τιμούμε περισσότερο τους εαυτούς μας και καθαγιάζουμε τη γλώσσα; Σε καμιά περίπτωση. Και αυτό λοιπόν το ότι δεν επαρκούν οι λόγοι για την αξία εκείνου και υποχωρούν μπροστά στο μεγαλείο του αποτελεί μεγάλη φιλοδοξία για όσους τον επαινούν. Τόσο μεγάλη δόξα είναι ο έπαινος του μάρτυρα.

3. Μια και έχω τονίσει από το ίδιο το προοίμιο του λόγου ότι αυτός ήταν εξαιρετικός σε όλα και πανένδοξος και στα δύο, από πού να επιχειρήσω να πλέξω το υφάδι των εγκωμίων; Από όπου λοιπόν και να θελήσουμε, θα βρούμε εύκολα πολλά και σπουδαία και δεν θα παραχωρήσουμε γενικά (ενν. το υφάδι των εγκωμίων) σε κανέναν από αυτούς που έχουν την εξουσία και τα πρωτεία, μέχρι που κανείς λόγος δεν θα με πείθει ότι δεν καμαρώνουν οι μάρτυρες με τους επαινετικούς λόγους, που αφιερώνονται σ’ αυτούς, σαν να είναι δικοί τους.

Να μιλήσει λοιπόν κανείς για τη γενιά του, ποια ήταν, και για την οικογένειαά του και για την πατρίδα του και για τη στρατιωτική του δύναμη και την επαγγελματική του σταδιοδρομία και την ευτυχία και τον κλήρο, τα οποία κέρδισε με αφθονία χάρη στην ευσέβεια και στις δύο ζωές του, θα τραβούσε πολύ μακριά, είναι κοπιαστικό, και αποτελεί έργο της ιστορίας και όχι του εγκωμίου. Με την εξαίρεση όμως να πούμε όσα θα έπρεπε, είχε ευγενική καταγωγή σαν ένας άλλος Ιώβ, δεν ήταν βέβαια βασιλιάς, όπως εκείνος, της Ανατολής ή της Δύσης, για να μιλήσουμε πιο οικεία, αλλά ήταν ανθύπατος των δικών μας βασιλιάδων και της συγκλήτου.

4. Πατρίδα του ήταν η Θεσσαλονίκη, ο ένδοξος τόπος μας χάρη σ’ αυτόν τον ίδιο, περισσότερο φημισμένη από τις υπόλοιπες πόλεις, και υπερέχει από όλες σε όλα, για όσα εγκωμιάζεται μια πόλη, πολύ περισσότερο όμως γιατί έχει πολιούχο το μάρτυρα. Η στρατιωτική του καριέρα και τα άλλα, με τα οποία εξυμνείται η επίγεια φήμη, υπήρξαν σ’ αυτόν λαμπρά και σπουδαία, του φαίνονταν ωστόσο ασήμαντα μπροστά στην πίστη του Χριστού και την ευτυχία που προερχόταν από εκεί και την αιώνια δόξα. Γιατί μόνο το Χριστό αγαπούσε και σεβόταν πάνω απ’ όλους και τον κήρυττε σωστά και με σαφήνεια στους συμπατριώτες του.

5. Όπως πάντα και τότε το νυχτερινό σκοτάδι το διέλυε ο ήλιος, έτσι και το σκοτάδι της ασέβειας και της μανίας των ειδώλων, που ξερνούσε από τα μύχια του ειδωλολάτρη Μαξιμιανού, που κυβερνούσε ολόκληρη την οικουμένη, ο Δημήτριος το διέλυε με τις αστραπές της διδασκαλίας του Χριστού και επειδή σκεφτόταν συνάμα με σοφία και σύνεση, αντάλλασσε τον πρόσκαιρο και άθεο βασιλιά με τον αληθινό και αιώνιο, και γινόταν από ύπατος απόστολος και από ιλλούστριος γνώστης των θείων μυστηρίων. Γιατί γνώριζε το ανώτερο και προοριζόταν μάλλον να τον ρίξουν στους ναούς του Θεού παρά στα ανάκτορα των αμαρτωλών βασιλιάδων, που αποπνέουν ασέβεια.

6. Αυτή η μεγαλόπολη λοιπόν τον είχε όπως τώρα δα και τότε και υπέρλαμπρο άστρο της αυγής που υπερείχε με την ακτινοβολία της ευσέβειας του θείου και νοητού ηλίου και με το φεγγοβόλημα της ψυχής, καθόλου κατώτερο από την εξωτερική ομορφιά του σώματος που ήταν στο άνθος της και ακτινοβολούσαν από πολύ μακριά.

7. Και ο Μαξιμιανός λοιπόν, Ερκούλιος στη γενιά και στη συμπεριφορά συνάμα, ορμά στην περιοχή των Ιλλυριών σαν απειλητικό σύννεφο, που φέρνει την καταστροφή· γιατί ήταν ισχυρός στην ασέβεια συνάμα και στη σκληρότητα, κομπάζοντας και με άλλον τρόπο για την τυραννία του, κυρίως όμως καυχιόταν με τις νίκες του κατά των Σαυροματών και των Γότθων. Μπαίνει λοιπόν πρώτα σ’ αυτήν εδώ την πόλη και παραμένει με αλαζονεία και με κακία, δυναμώνοντας συνάμα και κατοχυρώνοντας την ασέβεια.

8. Και όταν ξεχύθηκε στη Δύση σαν μια ομίχλη και άγρια θύελλα και αιγυπτιακό σκοτάδι, ποιος θα μπορούσε να περιγράφει λοιπόν ικανοποιητικά τις συμφορές και τον πόλεμο κατά των χριστιανών; Ο λόγος είναι σύντομος και ο χρόνος δεν επαρκεί.

Εκείνοι λοιπόν που μιλούσαν με τόλμη για την ευσέβεια και κατέφευγαν στους αγώνες, πέθαιναν με διάφορα φοβερά βασανιστήρια, όσοι όμως λόγω της ασθενικής φύσης φοβόντουσαν λίγο ακόμη τη δοκιμασία, κρύβονταν στις σπηλιές και τα βουνά και τα ανοίγματα της γης.

Τότε λοιπόν ο λαμπρός λυχνίτης της ευσέβειας Δημήτριος, που δεν κρυβόταν έξω και μακριά από την πατρίδα του, αλλά στο κέντρο της, για να μη νομίσει κανείς ότι αποφεύγει το μαρτύριο ή έχει δισταγμούς για τον αγώνα ή απαρνιέται τους κόπους (με ποιον τρόπο άλλωστε θα έκανε αυτό το πράγμα, αυτός που έκανε πολλούς μάρτυρες με τις σοφές του παραινέσεις), αλλά για να οδηγήσει περισσότερους στο Χριστό με τη διδασκαλία, διοχέτευε πλούσια σ’ αυτούς που τον πλησίαζαν το θείο φωτισμό. Δεν είναι δυνατόν όμως να κρυφτεί ολόκληρο το λυχνάρι κάτω από το μόδι.

Γιατί σε κάθε μέρος εκείνοι που είχαν αφοσιωθεί στη μανία των ειδώλων και υπηρετούσαν τους κυβερνήτες της ασέβειας, ωμά και χωρίς έλεος γύριζαν παντού και έψαχναν τα πλήθη των χριστιανών, γεμίζοντας χαρά με το αίμα των μαρτύρων και σαν να χόρταιναν ακόμη και με αυτό μιμούμενοι την αιμοβόρα διάθεση των δαιμόνων, που λάτρευαν οι ίδιοι.

9. Και γιατί πρέπει να υπερβούμε το λόγο; Σ’ αυτόν τον πανένδοξο Δημήτριο φτάνουν πια με ορμή σαν άγρια θηρία στις υπόγειες στοές, όπου κρυβόταν, και με μεγάλη χαρά, γιατί τάχα πέτυχαν το πιο σπουδαίο θήραμα και απέδωσαν μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη στο Μαξιμιανό, έσυραν οδηγώντας ως υπεύθυνο τον ανεύθυνο.

10. Αλλά αυτοί συνέλαβαν τον άγιο και πήγαιναν βιαστικά με μεγάλη χαρά στο βέβηλο και εκείνος ο ασεβής Μαξιμιανός που διασκέδαζε με την ευμένεια των υπηκόων του και έκανε διασκέδαση ολόκληρη τη ζωή του, πήγαινε βιαστικά στο στάδιο της πόλης, για να παρακολουθήσει τα πένταθλα, τα οποία γνωρίζουν πιο πολύ από τους άλλους οι άνθρωποι του θεάτρου, και τα οποία μακάρι να μην είχαν ονομασία, ούτε να ήταν γνωστά, στην πραγματικότητα όμως, γιατί χαιρόταν με τις αιματοχυσίες και ικανοποιούνταν με το φόνο των ανθρώπων.

Υποστήριζε λοιπόν πολύ κάποιον Λυαίο, που καταγόταν από το έθνος των Βανδάλων, ο οποίος υπερίσχυε απ’ όλους τους άλλους και στο μέγεθος και τη δύναμη του σώματος και διέτρεχε με μεγάλη πείρα μέσα από τις σανίδες των μαγγάνων, και ο οποίος όταν συμπλεκόταν με πολλούς σε αγώνες, πολλούς μέσα από τέτοια μονομαχία τους έστειλε στο θάνατο.

Καθώς λοιπόν αυτός πήγαινε με σκοπό να παρακολουθήσει τέτοια θεάματα και είχε προετοιμαστεί εντελώς για το θέατρο, τον συνάντησε ο σπουδαίος Δημήτριος, καθώς τον οδηγούσαν σ’ αυτόν.

11. Τώρα όμως ο λόγος γίνεται γεμάτος αγωνία, γιατί έφτασε στο σπουδαιότερο μέρος των αγώνων του στεφανωμένου μάρτυρα. Με ποιον τρόπο λοιπόν θα περγράψω αντάξια είτε το θράσος του τυράννου είτε τη σταθερότητα του αγίου; Αυτός πήγαινε πάνω στην άμαξα με μεγάλη έπαρση και φούσκωνε σύμφωνα με τη συμπεριφορά του Φαραώ, σαν άλλος Αιγύπτιος, βλασφημώντας τον οίκο του Θεού και εξαπολύοντας υβριστικά λόγια κατά του Δημιουργού και όσοι προπορεύονταν και τον ακολουθούσαν δυνάμωναν το βόρβορο της θρασύτητας και φούντωναν τη φλόγα της αλαζονίας.

Και αυτός οδηγούνταν με χαμηλωμένα μάτια, όπως ο Χριστός μας στο παρελθόν στον Ηρώδη και τον Πιλάτο αποστρέφοντας το πρόσωπο να κοιτάξει με εκείνο το βλέμμα του μαρτυρίου τα πρόσωπα των ασεβών. Και αυτός ο ίδιος και με τους σωματοφύλακές του απηύθυνε αυτές τις άθεες και ασεβείς ερωτήσεις, δηλαδή αν είναι χριστιανός και αν το επιβεβαιώνει ότι είναι και δεν έχει αλλάξει το χαρακτήρα του.

Και αυτός δείχνοντας το πρόσωπο και την ψυχή, γεμάτα χάρη και λαμπρότητα με καθαρή και γεμάτη σύνεση φωνή, συντάραξε τα αυτιά του ασεβούς. Kαι είπε «δεν ήθελες εσύ βέβαια, σοφέ στα μάταια και ισχυρέ στην ασέβεια να είμαι και να ονομάζομαι χριστιανός και να λατρεύω τον κτίστη απ’ ό,τι βέβαια τη κτίση, αλλά μάλλον να κάνω μαζί με σένα ανόητες ενέργειες και να προσκυνώ την άψυχη και αναίσθητη ύλη και να βάλω εμένα πάνω απ’ όσα έχουν γίνει για χάρη μου και όχι βέβαια το Θεό που δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν και τα έστησε με θαυμαστό τρόπο.

Αλλά εγώ βέβαια δεν τυφλώνω τα μάτια της ψυχής μου, και όπως εσύ που είσαι μύωπας στο θείο φως ή προσπαθείς να κλείσεις τα μάτια στην αλήθεια, με αποτέλεσμα να εξευμενίζεις αποστάτες και ψυχοφθόρους θεούς με ξόανα και αγάλματα και σπονδές και κνίσες και να πηγαίνεις να βγάζεις δόγμα για τη κτίση μπροστά στο δημιουργό. Μακάρι και συ ο ίδιος να επανερχόσουν από τέτοια πλάνη και να μην προσπαθούσες να κάνεις και πολλούς άλλους συμμέτοχους στην καταστροφή σου. Αφού λοιπόν αποκάμεις από τα πάντα, πολέμησε μόνο εκείνο που μπορείς να πολεμήσεις, το σώμα και πλήγωσέ το και χτύπησέ το με οποιοδήποτε χτύπημα θανάτου. Πάλι λοιπόν αυτό θα το λάβω άφθαρτο στην Ανάσταση και θα δοξαστώ αιωνίως μαζί με το Χριστό, για τον οποίο υποφέρω προσωρινά. Γιατί ούτε συ, ούτε άλλος άνθρωπος έχει αποκτήσει την εξουσία να τιμωρεί τη νοερή ψυχή, παρά μόνο ο Θεός».

12. Μπροστά λοιπόν σε τέτοια και τόσο μεγάλη τόλμη του περίφημου και εκλεκτού μας ο ασεβής αφού απόκαμε με έκπληξη και σαστιμάρα και ακόμη επειδή πήγαινε βιαστικά στο στάδιο και για τα άλλα θεάματα και κυρίως για τη μονομαχία του Λυαίου, διέταξε τελικά να φρουρούν τον άγιο κάπου εδώ, στις στοές κάποιου δημόσιου λουτρού κοντά στο στάδιο. Και με αυτόν τον τρόπο ο μάρτυρας συνέτριψε τα ψυχοφθόρα βέλη των λόγων του ασεβούς, γιατί δεν ταίριαζε να χαρακτηρίσουμε διαφορετικά τα βλάσφημα λόγια του, και πέτυχε τον πρώτο άθλο του σύμφωνα με το Χριστό και νίκησε δυναμικά αυτόν που κυριαρχούσε σε πολλούς με την τυραννία του.

13. Και τον αθλητή λοιπόν ακολούθησε η φυλακή και αντί του Μαξιμιανού προσπαθούσε να τον κεντρώσει ένας σκορπιός· γιατί ο εχθρός των αγίων είναι προορισμένος από τη φύση του να επιτίθεται σ’ αυτούς με όλα τα μέσα και να καταντροπιάζεται, γιατί νικιέται παντού· με το χέρι λοιπόν του μάρτυρα, που σχημάτισε το σημείο του σταυρού, ο σκορπιός φάνηκε καθαρά αμέσως νεκρός και αδρανής.

14. Ο Μαξιμιανός όμως κάθισε στην πρώτη θέση στο στάδιο μαζί με τους συνέδρους του και ξεκίνησε να καλεί με τους κήρυκες όποιους ήθελαν να μονομαχήσουν με το Λυαίο· και ενώ όλοι οι άλλοι είχαν φοβηθεί τη δύναμη και το ψηλό ανάστημα του Λυαίου, ένας Νέστωρ αρκετά νέος, χριστιανός και στο ήθος και στη γενναιότητα και πολύ πιο δυνατός στο θάρρος και τη φρόνηση από το Νέστορα της Πύλου, τρέχει στο μάρτυρα, που βρισκόταν στη φυλακή, και του ανακοινώνει την απόφασή του και του ζητά επίμονα να τον βοηθήσει με την προσευχή στη μονομαχία με τον εχθρό και να καταβάλει το θράσος του Λυαίου.

15. Πιο γρήγορα λοιπόν ο μάρτυρας με την παράκληση στο Χριστό για βοήθεια και με το εφόδιο του σταυρού προφήτεψε στο Νέστορα και τη νίκη του κατά του Λυαίου και το μαρτύριό του για χάρη του Χριστού και τον έστειλε θωρακισμένο στο στάδιο.

16. Εμφανίζεται λοιπόν ο Νέστωρ με θάρρος στο βασιλιά, κάνει φανερό το σκοπό της παρουσίας του, τον ευσπλαχνίζονται όλοι και μόνο για την τόλμη του, τον θαυμάζουν ο Μαξιμιανός και οι σύνεδροί του, τον πιέζουν να λάβει χρήματα, ώστε να απαλλαγεί με αυτά από το Λυαίο και να μην ζει με δυσκολία. Ο Νέστωρ τους περιγελά όλους και τους περιφρονει· δηλώνει φανερά ότι έσπευσε να νικήσει μόνο τη θρασύτητα του Λυαίου· συμπλέκεται με το Λυαίο, του δίνει καίριο χτύπημα, σκοτώνει τον εχθρό και τελικά αφού δήλωσε ότι είναι χριστιανός ακολούθησε το δρόμο για το θάνατο, νίκησε διπλή νίκη και κέρδισε διπλά έπαθλα.

17. Από εκεί και πέρα όμως η καρδιά του Μαξιμιανού είχε γεμίσει με σκοτοδίνη και δεν μπορούσε καθόλου να βρει με τι τρόπο θα παρηγορηθεί για τη συμφορά από το θάνατο του Λυαίου· αποδείχτηκε λοιπόν πιο σκληρός απέναντι στους χριστιανούς απ’ ό,τι προηγουμένως και βγάζει το πιο σκληρό διάταγμα να τους εξαφανίσει από τη γη.

18. Και τότε λοιπόν, όταν του θύμισαν για τον καλλίνικο μάρτυρα Δημήτριο, αυτοί που τον κατέτρωγαν με τα αφανέρωτα σαγόνια του φθόνου, ότι αποδείχτηκε κακός οιωνός γι’ αυτόν, δίνει διαταγή στους σωματοφύλακές του να πάνε σ’ εκείνο το μέρος, όπου φρουρούσαν τον άγιο, και να τον κατασφάξουν με τις λόγχες και τις ρομφαίες όλων και να τον θανατώσουν. Μπορούσε λοιπόν να αντιληφθεί κανείς ένα θόρυβο και μια άτακτη προσέλευση σ’ αυτό το μέρος όλων αυτών που ανταγωνίζονταν, ποιος θα βυθίσει πρώτος το ξίφος στο μάρτυρα και θα προσφέρει την πιο μεγάλη χάρη στο Μαξιμιανό. Τα διάφορα ξίφη λοιπόν κατευθύνονταν με μια φορά στο ίδιο μέρος του σώματος και προξενούσαν στον αθλητή δυνατούς και βίαιους πόνους.

19. Όμως απέφυγε εκείνα τα ασεβή χέρια του Βριάρεως και την ψυχοφθόρα Χάρυβδη ή την αναρρόφηση της μανίας των ειδώλων και μπαίνει στο ουράνιο λιμάνι με ευχαριστήριους ύμνους και παρουσιάζεται στο Χριστό, για τον οποίο σφαγιάστηκε με προθυμία λάμποντας από τους ιδρώτες και έχοντας λάβει τη θεϊκή και απρόσιτη κληρονομιά μαζί με τους αποστόλους και τους προφήτες και τους μάρτυρες και όλους τους αγίους από πάντα.

Και τώρα βρίσκεται στους ουρανούς μαζί με όλους τους αγίους, από τους οποίους πήρε τα πιο καλά από τον καθένα και δημιούργησε ακριβώς το πιο ωραίο είδος της αρετής. Γιατί άλλου μιμήθηκε τη σοφία, άλλου τη γενναιότητα, άλλου την επιείκεια, άλλου την πιο μεγάλη καρτερικότητα στο μαρτύριο, τα πάντα όσο κανένας, και έτσι όλα συγκεντρώθηκαν σ’ αυτόν στον υπέρτατο βαθμό, όσο σε κανέναν άλλον από τους υπόλοιπους. Με το να επιτύχει λοιπόν όλα αυτά σε υπερβολικό βαθμό, κυριάρχησε σε όλους ασύγκριτα.

20. Αν πρέπει ωστόσο να επιβεβαιώσουμε το λόγο μας, λίγες ρανίδες αίματος πλημμυρίζουν συνεχές μύρο και το θαύμα έχει ξεπεράσει κάθε ανθρώπινη λογική. Ίσως λοιπόν ο Νείλος της Αιγύπτου και ο ωκεανός με τα βαθιά ρεύματα, αν αντλούνταν από τόσους πολλούς και κάθε μέρα, θα περιορίζονταν σε πολύ μικρά όρια.

21. Σχετικά λοιπόν με τα θαύματα που έγιναν μέχρι τις μέρες μας, αν προσπαθήσει κανείς να τα περιγράψει αναλυτικά, μου φαίνεται το ίδιο σαν να νομίζει κάποιος πως απαριθμεί τα αστέρια του ουρανού ή την άμμο της θάλασσας ή της βροχής τις στάλες με τα θαύματα του αγίου.

Γιατί ποιός θα μπορέσει μέχρι και σήμερα, από τότε που αγωνίστηκε με πάθος για το Χριστό, να περιγράψει το πλήθος των θαυμάτων του, που έγιναν παντού και στην πόλη του και στα περισσότερα και διάφορα μέρη του κόσμου σε ολόκληρη την οικουμένη, εκείνα που αποτρέπουν τους εχθρούς, όταν βρίσκεται μπροστά από τους πιστούς στη μάχη και στον κίνδυνο, εκείνα που διαλύουν τη μεγάλη πείνα και τις μεταδοτικές και διάφορες άλλες αρρώστιες σε διαφορετικές εποχές και με διαφορετικούς τρόπους, όταν συμφωνεί με συμπάθεια στα αιτήματα, αυτών που ζητούν, και όσα θαύματα έγιναν στη θάλασσα και όσα έγιναν σε όλους και στον καθένα χωριστά, όταν συμπαραστέκεται και προασπίζει αυτούς που τον παρακαλούν;

Ακόμη λοιπόν και αν είχα, σύμφωνα με την ποίηση, δέκα γλώσσες και δέκα στόματα, εγώ βέβαια θα πρόσθετα και άλλα τόσα χέρια, δεν θα κατόρθωνα ούτε με αυτόν τον τρόπο να λέω και να περιγράφω ακριβώς τις θαυματουργικές ικανότητες του θαυματουργού Δημητρίου.

22. Είναι καλύτερα όμως να λέμε εκείνο το λόγο, ότι δηλαδή ο Κύριος θα πραγματοποιήσει το θέλημα αυτών που τον σέβονται· και στους αγίους του στη γη έκανε θαυμαστά όλα τα θελήματά του με αυτούς. Τι καλό περιεχόμενο και πραμάτεια είχε εκείνος, τι άθληση και τι σύνεση! Με λίγο αίμα πήρε ως αντάλλαγμα την ουράνια βασιλεία, με τους πρόσκαιρους πόνους, την απέραντη ευφροσύνη και με την πολύ σύντομη ζωή του τη μακραίωνη και ατελεύτητη ζωή.

23. Ας μιμηθούμε λοιπόν με ζέση το Δημήτριο κατά τον ίδιο τρόπο, όσοι συγκεντρωθήκαμε και τιμούμε τους άθλους του και πανηγυρίζουμε γι’ αυτούς με λαμπρό τρόπο. Ας σπεύσουμε και στη θεωρία και στην πράξη, ακόμη και αν δεν κερδίσουμε την ίδια δόξα με εκείνον, είναι βέβαια υπερβολικό να πούμε αυτό το πράγμα, αλλά τουλάχιστον μικρότερη. Αν όμως δεν κερδίσουμε ούτε αυτή, γιατί και αυτό μας είναι αρκετό λόγω της νωθρότητας που έχουμε, τουλάχιστον, επειδή νομίζουμε ότι πανηγυρίζουμε αντάξια και θεάρεστα για όσα ο Θεός χαίρεται μαζί με το μάρτυρα και ότι εορτάζουμε με θεϊκό τρόπο, να μην επιθυμούμε περισσότερο τις ηδονές χωρίς να το καταλάβουμε και να χαριζόμαστε πιο πολύ στους δαίμονες και να πάθουμε το ίδιο πράγμα με αυτούς που κινδυνεύουν στο λιμάνι και προσβάλλονται από αθεράπευτες ασθένειες στο ιατρείο.

24. Έχουμε συνεργό το Θεό για τις καλές πράξεις, με τις προσευχές της Θεοτόκου, των επουράνιων τάξεων, των αποστόλων και των προφητών και των μαρτύρων και των αιώνια αγίων, και αυτόν που τώρα τελούμε τη μνήμη του να ικετεύει συνέχεια για χάρη μας. Χαίρεται ο κόσμος των αγίων με κάθε τρόπο και σε κάθε εποχή από κάθε ηλικία και τάξη, γιατί βλέπουν το πλήθος τους να δυναμώνει και να αυξάνεται, σαν να καταλαβαίνουν ότι η πολυπληθής μερίδα που βρίσκεται αριστερά του Θεού πάλι είναι σκυθρωπή.

25. Όμως, Δημήτριε, κόσμημα και ομορφιά των αθλητών, ξαναγυρίζω σε σένα πια και στρέφω το λόγο προς τα επάνω, γιατί έχω λυγίσει περισσότερο από τους άλλους από την αγάπη μου για σένα και επιθυμώ πιο πολύ να αναπνέω εσένα παρά τα ευωδιαστά αρώματα, ευσεβές και ευγενέστατο βλάστημα από ευσεβή και ευγενική ρίζα, κατάφορτο από τους καρπούς των αρετών και της άθλησης, λαμπρέ και στα δύο και ενδοξότατε σε όλα και ολόφωτη λαμπάδα των χριστιανών, καταστροφή της ασέβειας και του Μαξιμιανού, δάσκαλε και σύμμαχε του Νέστορα και πρόξενε της άθλησης και ισχυρότατε καταστροφέα της αλαζονείας του Λυαίου, συ που απεικόνισες το πάθος του Δεσπότη και πληγώθηκες με τις λόγχες στην πλευρά, όπως εκείνος και για το αίμα που έχυσες τότε αναβλύζεις τώρα σαν κρουνός το ευωδέστατο και ιαματικό μύρο, συ που περιπολείς με το πνεύμα σου τους ουρανούς μαζί με τους αγγέλους και παρευρίσκεσαι μαζί τους στον ακλόνητο θρόνο του Θεού, και χάρισες σε μας και την πόλη σου το μαρτυρικότατο σώμα σου σαν ακένωτο θησαυρό, το ανυπολόγιστο πέλαγος των άπειρων και πιο μεγάλων θαυμάτων, συ που μοίρασες σωστά τον εαυτό σου στη γη και στον ουρανό και καθόλου δεν απουσιάζεις, αλλά και από πάνω εποπτεύεις και κάτω φροντίζεις την πόλη σου, φιλόπολι και φιλάνθρωπε που επαναφέρεις σύντομα τη συμπάθεια του Θεού, όταν υποχωρεί μερικές φορές από το πλήθος των αμαρτημάτων μας, είθε να δέχεσαι τους λόγους και τους επαίνους μας που προσφέρονται στη λαμπρή μνήμη των αγώνων σου, όπως ο αθλοθέτης Χριστός έπλεξε τον έπαινο των νηπίων, και αν δεν φτάνουν τη δική σου αξία, όμως δεν υστερούν στην αγαθή μας πρόθεση· ρίξε ένα βλέμμα λοιπόν από τον ουρανό, κατέβα για λίγο εδώ μαζί μας και δες την αγάπη της πόλης σου για σένα, παρατήρησε τις μελωδίες των συγκεντρωμένων, το ιερότατο ποίμνιό σου να συμμετέχει στο πνευματικό συμπόσιο μαζί με τον ιεράρχη στη μνήμη σου, ολόκληρο το ναό σου να φωτίζει όλους τους παρόντες από την άφθονη φωτοχυσία, την ευωδιά από τα θυμιάματα να γεμίζει τον αέρα και κάθε ηλικία και τάξη να επικροτούν με μεγάλη χαρά τους άθλους σου. Σχεδόν σήμερα η γη μιμείται τον ουρανό και η απλωμένη λαμπρότητα στο ναό του καλλίνικου σώματός σου κάνει ολοφάνερη την εκεί λάμψη του φωτός που προστίθεται σε σένα από το Θεό.

26. Είθε να ανταμείβεις επάξια όλους, μοιράζοντας τις προσφορές σου καθημερινά στον καθένα. Πρώτα στεφάνωσε τους πιστούς βασιλιάδες μας με νίκες· γιατί και οι ίδιοι επίσης τιμούν ξεχωριστά την πανηγυρική σου εορτή. Υπόταξε στα πόδια τους τα στρατεύματα των εχθρικών εθνοτήτων, παράτεινε ειρηνικά την υπόλοιπη ζωή τους, ενισχύοντάς τους με την ορθοδοξία, και ρυθμίζοντάς την με τη σωστή διοίκηση.

27. Απομάκρυνε τα σκάνδαλα των Εκκλησιών, συμμάχησε με το στρατό εναντίον των εχθρών, δίνε συνεχώς τη χάρη σου, που βοηθά με κάθε τρόπο, στον ποιμένα και ιεράρχη της πατρίδας σου, εποπτεύοντας μαζί με τον ιεράρχη, βοηθώντας το ποίμνιο να είναι σε επαγρύπνηση και να τον σέβεται, προετοιμάζοντάς τον να διδάσκει το ποίμνιο με την αγάπη του Θεού, ώστε να το αποδείξει πιο δυνατό από τους λύκους που καταστρέφουν την ψυχή, και να το οδηγήσει στην ουράνια μάνδρα. Παρηγόρησε όσους βρίσκονται σε στενοχώριες, βοηθώντας ανάλογα πλούσιους και φτωχούς, κάνοντας συνετούς και τους γέρους και τους νέους στα καθήκοντά τους, αξιώνοντας κάθε ηλικία με πολύ μεγάλη φροντίδα για τη δωρεά των χαρίτων σου.

28. Για όλα αυτά, είθε να μας χαρίσεις τη νίκη κατά των δαιμόνων και των παθών και όταν λίγο αργότερα αποδημήσουμε εκεί να μας κάνεις δεξιούς παραστάτες του τριαδικού Θεού με τις παρακλήσεις σου, και από εκεί θα συμμετέχουμε σαν ασήμαντοι δούλοι σου στην αιώνια και θεία λαμπρότητα, με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που έχει τη δόξα και τη δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

—————————————————–

 
1 σχόλιο

Posted by στο Οκτωβρίου 24, 2011 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 
 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 147 ακόμα followers