Περί των κινήτρων του Αγίου Κωνσταντίνου για το Διάταγμα των Μεδιολάνων

Περί των κινήτρων του Αγίου Κωνσταντίνου για το Διάταγμα των Μεδιολάνων

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Κατά καιρούς εκφράστηκαν και εκφράζονται απόψεις, που αμφισβητούν τα ειλικρινή κίνητρα του Αγίου Κωνσταντίνου, όσον αφορά την έκδοση του Διατάγματος των  Μεδιολάνων, θεωρώντας τα ως δήθεν πολιτικά κίνητρα, απόψεις οι οποίες είναι αυθαίρετες και αθεμελίωτες ιστορικά. 

Ο Άγιος Κωνσταντίνος με το Διάταγμα των Μεδιολάνων «έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την αναγνώριση της Χριστιανικής Πίστης, ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας ευνοώντας έμπρακτα τους Χριστιανούς», αναφέρει χαρακτηριστικά η καθηγήτρια της Ιστορίας στο King’s College του Λονδίνου, Judith Herrin στο σύγγραμμα της «Τι είναι το Βυζάντιο».  Αξίζει επίσης να αναφερθούν τα λόγια του Χάϊνριχ Κράφτ, ο οποίος σημειώνει ότι «ο Ρωμαϊκός κόσμος ήταν ώριμος να γίνει χριστιανικός και ο Κωνσταντίνος ανταποκρίθηκε στην ανάγκη της εποχής, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του χριστιανό» (1).

Εάν όντως συνέβαινε αυτό που οι αμφισβητούντες λέγουν, πως ένας Αυτοκράτορας, που αναμφισβήτητα για την εποχή του ήταν ο Πανίσχυρος Αυτοκράτορας της Οικουμένης, θα κατεδείκνυε ως άλλος Ιωάννης Πρόδρομος εμπράκτως, το «εκείνον δει αυξάνειν , εμέ δε ελαττούσθαι» Ιω.3,30, αποποιούμενος το παλαιόν έθος, της θεοποίησης του Αυτοκράτορα και ανταλλάσσοντας την βασιλικήν αλουργίδα με το λευκό του Αγίου Βαπτίσματος ένδυμα, το οποίο και διετήρησε μέχρι τον θάνατό του;   Είναι άξια αναφοράς τα λόγια του Ρούντολφ Χέρνεγκερ, ο οποίος σημειώνει ότι «δεν υπάρχει στην Ιστορία σχεδόν καμία άλλη προσωπικότητα που η ακτινοβολία της να διαρκεί αδιάκοπα επί δεκαεπτά αιώνες»(2).  Και το μεγαλείο τούτο αφορά τον καθοριστικό ρόλο του Αγίου Κωνσταντίνου στην εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Η μετέπειτα πορεία των δύο αυτοκρατόρων, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του Λικινίου αποδεικνύει την πρόθεση, καθώς και τα κίνητρα ενός εκάστου.  Το κίνητρο της πολιτικής σκοπιμότητος, θα μπορούσε κάποιος να το αποδώσει κάλλιστα στον Λικίνιο, ο οποίος παρεβίασε το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας, μετά που ηττήθηκε από τον Άγιο Κωνσταντίνο, διώκοντας και πάλι τους Χριστιανούς. Αντιθέτως η μετέπειτα στάση του Αγίου Κωνσταντίνου του πρώτου Χριστιανού Αυτοκράτορα, του «μεγαλύτερου ηγέτη της Ρωμιοσύνης», όπως τον καλεί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, αποδεικνύει  ότι η υποστήριξη προς τους χριστιανούς, κάθε άλλο παρά επιφανειακή ήταν και το κατ’ εξοχή κίνητρο, ήταν η πίστη του Αγίου Κωνσταντίνου στον Χριστό.  

Όταν εγκαινίαζε ο Μέγας Κωνσταντίνος τη Νέα Ρώμη, η αφιέρωση στην αναθηματική ιδρυτική στήλη ανέγραφε «Σοι Χριστέ Κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι την δε την δούλην πόλιν και σκήπτρα της δε και το παν Ρώμης Κράτος, φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης». Ο καθιερωθείς επίσης τίτλος του κάθε βυζαντινού αυτοκράτορος, «πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων», τίτλος ο οποίος  διατηρήθηκε μέχρι την άλωση της Πόλης, όπως σημειώνει η Ελένη Γλυκατζή –Αρβελέρ στο σύγγραμμά της «Γιατί το Βυζάντιο», καταμαρτυρεί τούτη την αλήθεια..  Το γεγονός ότι «γρήγορα η Κωνσταντινούπολη ονομάστηκε εκτός από Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ και Νέα Σιών», όπως αναφέρει η συγγραφεύς, συνηγορεί επίσης προς τούτο. 

 «Οπωσδήποτε, αυτά τα δύο σημαντικότατα γεγονότα, η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και η αποδοχή του Χριστιανισμού, οφείλονται σ’ έναν μόνο άνθρωπο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο», αναφέρει η Ελένη Γλυκατζή –Αρβελέρ. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε τα λόγια του π. Ιωάννη Ρωμανίδη από το σύγγραμμά του «Ρωμιοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη», ο οποίος σημειώνει τα εξής :  «Αφ΄ενός μεν οι Ρωμαίοι έγιναν Έλληνες, αφ’ ετέρου δε οι Έλληνες έγιναν Ρωμαίοι.  Ακολουθούν πως το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου, το έθνος των Χριστιανών εταυτίσθη με το έθνος των Ρωμαίων, ιδίως εν τω προσώπω του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ούτως εγεννήθη ή ετελειοποιήθη η Ρωμαιοσύνη ή ο Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός με κέντρον την Κωνσταντινούπολιν νέαν Ρώμην».

Επιπρόσθετη απόδειξη ότι είναι παντελώς λανθασμένη η άποψη ότι ο Άγιος  Κωνσταντίνος εξέδωσε το Διατάγμα  των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας με σκοπό να κερδίσει τη εύνοια των χριστιανών, αποτελεί και το γεγονός ότι οι χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην Αυτοκρατορία κατά τον καιρό εκείνο της έκδοσης του διατάγματος.  Όπως αναφέρει ο βυζαντινολόγος Steven Runciman στο βιβλίο του «Η Βυζαντινή Θεοκρατορία», «έχει υπολογιστεί ότι την εποχή του Διατάγματος των Μεδιολάνων το 313, όταν η Χριστιανική Εκκλησία απέκτησε πλήρη ελευθερία λατρείας και νομική υπόσταση, οι χριστιανοί δεν αριθμούσαν περισσότερο από το ένα έβδομο του πληθυσμού της αυτοκρατορίας». 

Πως ήταν λοιπόν δυνατό, τα ελατήρια του Μεγάλου Κωνσταντίνου να ήταν πολιτικά, εφ’όσον οι Χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην αυτοκρατορία;  Συνεπώς είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι το έπραξε με ιδιοτελή σκοπό, για να κερδίσει την εύνοια των χριστιανών.  Ο μεγάλος αυτός Άγιος, αναμφισβήτητα  έγινε η αιτία η Πίστις της Αληθείας να εξαπλωθεί σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. 

 ………………………………………………..

(1) Τα λόγια τούτα του Χάϊνριχ Κραφτ, αναφέρονται προλογικά στο βιβλίο του Έμπερχαρντ Χορστ «Μέγας Κωνσταντίνος – Βιογραφία»

(2)Τα λόγια τούτα του Ρούντολφ Χέρνεγκερ αναφέρονται προλογικά στο βιβλίο του Έμπερχαρντ Χορστ «Μέγας Κωνσταντίνος -Βιογραφία»

(3) «Η πολιτική ιδεολογία  της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Ελένης Γλυκατζή-Αρβελέρ

Οι νεότεροι βιογράφοι της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας της πολιούχου της Άρτας

Έρευνα πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου, εκπαιδευτικού (χημικού)

Εισαγωγικά
Σύμφωνα με την καθιερωμένη εκκλησιαστική τάξη το εν χρήσει Συναξάριο της Οσίας είναι αυτό του μοναχού Ιώβ Μέλη.Όπως αποδείξαμε σε παλιότερο άρθρο ο συγγραφέας Ιώβ Μέλης ή Μελίας έζησε τον 13ο αιώνα και δεν έχει καμία σχέση με τον μοναχό Ιώβ τον Ιασίτη. Σε ανέκδοτη εργασία μας επίσης αποδεικνύουμε ότι ο υμνογράφος της Οσίας Ιώβ μοναχός δεν έχει καμία επίσης σχέση με τον Ιώβ Μέλη.Επειδή όμως τα αγιολογικά θέματα που έχουν σχέση με την πολιούχο μας Οσία Θεοδώρα είναι πολλά και χρειάζονται περαιτέρω έρευνα θα σημειώσουμε μόνο τα εξής:

1.Απαιτείται η άμεση επίσημη αγιοκατάταξη της Οσίας στο εορτολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την προβλεπόμενη εκκλησιαστική διαδικασία. (http://www.ec-patr.eu/gr/typikon/2020/2020-03-11.htm

2.Η επίσημη αγιοκατάταξη θα έχει ως συνέπεια, η Αγία Θεοδώρα να τιμάται από την παγκόσμια Ορθοδοξία και να μην είναι η εορτή της απλά μια τοπική εορτή.

3.Επειδή και η ιστορία και η προφορική τοπική δημώδης παράδοση διατήρησαν πολλά στοιχεία από την ζωή της Οσίας, που δεν αναφέρονται στο συναξάριο του Ιώβ Μέλη, απαιτείται περαιτέρω έρευνα,ώστε να ξαναγραφεί ολοκληρωμένη η ζωή της Οσίας και η προσφορά της στο Ορθόδοξο γένος. Επίσης πρέπει να συμπληρωθεί και η ασματική ακολουθία της Οσίας με στοιχεία που αναφέρονται στην εκκλησιαστική της προσφορά.

4.Σχολιασμός του περιεχομένου του Συναξαρίου του Ιώβ Μέλη καθώς και του υλικού της δημώδους προφορικής παράδοσης θα γίνει σε άρθρα που θα δημοσιεύσουμε αργότερα.

5.Στο παρακάτω άρθρο (απόσπασμα ανέκδοτης εργασίας μου) θα αναφερθούμε σε άγνωστα στοιχεία από την ζωή της Οσίας, όπως τα διατήρησε η τοπική δημώδης παράδοση και περιλαμβάνονται σε βιβλία έγκριτων συγγραφέων και ιστορικών ερευνητών.

Οι νεότεροι βιογράφοι της Σεπτής Βασιλίσσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου Αγίας Θεοδώρας και οι παραλλαγές του Βίου της.
Οι βιογράφοι της Αγίας Θεοδώρας χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:
Α. Σε αυτούς, που βασίζονται στην διήγηση του μοναχού Ιώβ.
Β. Σε αυτούς, που βασίζονται στην προφορική παράδοση, χωρίς αναφορά σε ιστορικές πηγές..
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι βιογράφοι:
1.Αρχιμ.Χαράλαμπος Βασιλόπουλος με το βιβλίο του: Η Αγία Θεοδώρα Βασίλισσα της Άρτας.(έκδοση Ορθοδόξου Τύπου-Αθήνα 1974).
2. D.M.Nicol: The Despotate of Epirus. Oxford 1957 καιΑθήνα 1991
3. Iωάννης Ρωμανός: Περί του Δεσποτάτου της Ηπείρου. (Κέρκυρα 1895)
4.Μιχαήλ Περάνθης με το ψευδώνυμο Όλμος Περάνθης στο άρθρο του: Η Οσία Θεοδώρα ως ιστορικό πρόσωπο.(Αθήνα 1938)
5. Δημήτριος Τσάμης με σχετικό θέμα στο Μητερικό 3, σελ.354 -Θεσ/νικη 2001.
6.Δημήτριος Γιαννούλης- Ιερά Μητρόπολις Άρτας με το βιβλίο: Η Αγία Θεοδώρα, η Βασίλισσα της Άρτας. (τρεις εκδόσεις- τελευταία Άρτα 2019).
7. Κ.Τσιλιγιάννης, ο οποίος εξέδωσε τρία σχετικά βιβλία.
8.Η φιλόλογος και θεολόγος Αρετή Κασελούρη με το βιβλίο της: Η πριγκίπισσα με την μεγάλη καρδιά. (μυθοπλαστική βιογραφία) Εκδόσεις Κυριακίδη.
9.Ο Μιχαήλ Αβέρωφ στο εκτενέστατο άρθρο του «Το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Mich. Averoff.Περιοδικό Σκουφάς τόμος Η σελ. 128
10.Η καθηγήτρια Φιλολογίας Θέμις Χατζηγεωργίου στο βιβλίο της «Το Δεσποτάτο της Ηπείρου –Πρόμαχος του Ελληνισμού στην πάλη κατά της Λατινοκρατίας και του Σλαβισμού. θήνα 1962
Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι παρακάτω.
1. Κων/νος Στρατής με το μικρό βιβλίο: Θεοδώρα. Η Βασίλισσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και Ακαρνανίας.(Άρτα 1960)
2. Αναστασία Ν. Κυνηγοπούλου, με σχετική ενότητα στο βιβλίο της: Βασίλισσες και πριγκίπισσες Άγιες της Εκκλησίας
3.Αθανάσιος και Χρήστος Μακρυγιάννης με εκτενή αναφορά στον βίο της Οσίας στο βιβλίο: «Ιστοριογραφία της Πίνδου» Έκδοση Δήμου Αγνάντων 2010 σελ.252)
4.Ν.Ζιάγκας στο βιβλίο του Φεουδαρχική Ήπειρος.
5. Δημήτριος Φερούσης με το βιβλίο του Θεοδώρα Κομνηνή Βασίλισσα και μοναχή. (Μυθιστορηματική βιογραφία)
Στην συνέχεια δημοσιεύουμε σχετικά αποσπάσματα από τις παραπάνω εργασίες.
Α. Από το βιβλίο «Ιστοριογραφία της Πίνδου» των Αθανασίου και Χρίστου Μακρυγιάννη Έκδοση Δήμου Αγνάντων 2010 σελ.252).
«Η Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Καταρράκτη (Σχωρέτσαινα) (1215-1220), ιδρύθηκε την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου (επί Μιχαήλ του Α 1205-1230 περίπου) και αποπερατώθηκε με την ιερή χορηγία της Αγίας Θεοδώρας συζύγου του Μιχαήλ Β Αγγέλου.
Μετά από δύο ή τρία χρόνια περίπου έγγαμου βίου η Αγία εκδιώκεται από το παλάτι καθόσον ο Δεσπότης Μιχαήλ ο Β ερωτοτροπούσε με μια Αρτινή αρχόντισσα τη Γαγγρινή, η οποία ανέβηκε στο θρόνο του Δεσποτάτου.
Η Αγία Θεοδώρα εξουθενωμένη καταφεύγει στα βουνά των Τζουμέρκων. Με το γιο της Νικηφόρο και μια πιστή της Μοναχή εγκαθίσταται για μικρό χρονικό διάστημα στο χωριό Βλαχέρνα, όπου τη φρόντιζαν οι κάτοικοι και ονομαστές οικογένειες της Άρτας. Διαμένει σε ένα μικρό οίκημα, εκεί που τώρα, είναι ο ναός της Παναγίας των Βλαχερνών.
Όμως η νέα ένοικος του Παλατιού την καταδιώκει να απομακρυνθεί από τα περίχωρα της Πόλης. Τότε η Αγία Θεοδώρα διαμένει για μικρό χρονικό διάστημα περίπου, ένα χρόνο, στο χωριό Μαρκινιάδα. Εκεί κατά την παράδοση ζει σε μια πιστή οικογένεια ποιμένων. Οι ποιμένες εκείνοι είχαν τα θερινά βοσκοτόπια πάνω στα Τζουμέρκα και συγκεκριμένα στο Παλαιοκάτουνο Βουργαρελίου. Δεν αποκλείεται με την πρόταση της Αγίας στο Σεβαστοκράτορα να ιδρύθηκε η λεγόμενη «Κόκκινη Εκκλησία». Για άγνωστο λόγο μεταβαίνει στα Σχωρέτσαινα(Καταρράκτης), όπου φιλοξενείται στο νέο Μοναστήρι, που χτίστηκε λίγα χρόνια πριν επί Μιχαήλ του Α. Στη Μονή διαμένει ένα χρόνο γύρω στο 1332-1333 περίπου, με την αμέριστη συμπαράσταση του αγίου Ηγουμένου και των Μοναχών. Αυτά δεν τα γράφουν οι χρονογράφοι για τη μεγάλη αυτή συγκινητική περιπέτεια της Αγίας….. Η πληροφορία προέρχεται από άγιο γέροντα της Μονής Καρακάλου του Αγίου Όρους καταγόμενο από το Αθαμάνιο Τζουμέρκων.
———————————————————————————–
Β.Από το βιβλίο της κ. Αναστασίας Ν. Κυνηγοπούλου Βασίλισσες και πριγκίπισσες Άγιες της Εκκλησίας (απόσπασμα)
«….Ο Μιχαήλ Β’ Κομνηνός και η Θεοδώρα γίνανε δεκτοί από τους Άρχοντες και το λαό με πολύ ενθουσιασμό και πανηγύρια στην Άρτα. Κύριο μέλημα του Μιχαήλ Β’ του Κομνηνού ήταν να δώσει την παλιά του αίγλη στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Μέρες, εβδομάδες ακόμη και μήνες απουσίαζε ο Δούκας από την Άρτα και έτσι βυθισμένος στις βασιλικές υποχρεώσεις απομακρυνόταν από την οικογενειακή θαλπωρή και αγάπη. Όμως και η Θεοδώρα δεν άφηνε τον εαυτό της να παρασυρθεί στην αδράνεια της εγκατάλειψης. Κατακτούσε το λαό και την αγάπη των ανθρώπων με τον δικό της τρόπο΄ με την κάλυψη των καθημερινών αναγκών και τη θεραπεία της φτώχιας και του ψυχικού τους πόνου. Οργάνωνε συσσίτια για τους περιπλανώμενους και τους μετανάστες εξαιτίας των πολέμων. Συστηματοποιούσε τη φιλανθρωπία σε μόνιμη βάση. Ίδρυε προνοιακούς σταθμούς και ενθάρρυνε τις εκκλησίες και τα μοναστήρια να κτίζουν πλάι τους κελιά και ξενώνες για τους άπορους και τους ταξιδιώτες. Οι κάτοικοι ολόκληρης της Ηπείρου επισκέπτονταν συχνά τη Βασίλισσα και εκείνη τους συνέτρεχε σε ό,τι είχαν ανάγκη. Τα πράγματα όμως με το Δούκα Μιχαήλ δεν πήγαιναν και τόσο καλά. Το πάθος του για την εξουσία, για τη δόξα, και την επικράτησή του σε όλον τον κόσμο, πραγματικά τον αποξένωναν από τους δικούς του ανθρώπους και κυρίως από τη Βασίλισσα και σύζυγο του Θεοδώρα και έτσι τον καθιστούσαν ευάλωτο σε παντοδαπούς ψυχικούς πειρασμούς και αισθησιακές προκλήσεις. Πολύ γρήγορα ο Δούκας Μιχαήλ Β’ ‘Αγγελος Κομνηνός έμπλεξε με την Γαγγρηνή.

Η απομάκρυνση της Θεοδώρας από το παλάτι
“Τα πράγματα μεταξύ του Μιχαήλ Β’ Κομνηνού και της Θεοδώρας άρχισαν να μην πηγαίνουν τόσο καλά. Πολύ γρήγορα ο Δούκας Μιχαήλ Β’ Άγγελος Κομνηνός έμπλεξε με την Γαγγρηνή. Η Γαγγρηνή ήταν μια νέα και πολύ όμορφη γυναίκα πολυδιδαγμένη και έμπειρη στα ερωτικά.
Ο άνδρας της ήτανε οφικιάλιος του στρατού της Ανατολής και είχε αυτομολήσει στην Άρτα, όπου ο Μιχαήλ τον ένταξε στο επιτελείο του. Αλλά σε κάποια πολεμική σύγκρουση σκοτώθηκε, αφήνοντας την Γαγγρηνή χήρα στον κύκλο των μεγαλοκυράδων του παλατιού της Ηπείρου. Μένοντας όμως στο κοντινό περιβάλλον του Δούκα, πονηρή και ακατανίκητη καθώς ήταν, προσέγγισε το νεαρό Βασιλιά. Χρησιμοποιώντας τη μαγεία, στην αρχή κατάφερε να του κλέψει την προσοχή και στη συνέχεια τον κατέστησε παιχνίδι της, ωθώντας τον επίμονα και προκλητικά, να διώξει από κοντά του τη νόμιμη γυναίκα του και Βασίλισσα Θεοδώρα και στη θέση της μεγαλόπρεπα και ηγεμονικά να θρονιαστεί εκείνη. Ταπεινωμένη σε έσχατο βαθμό και πονεμένη η Θεοδώρα αποφάσισε να φύγει από το παλάτι και να βρει καταφύγιο πέρα στις άγνωστες λαγκαδιές και στα άγρια καταράχια των Τζουμέρκων και εκεί να περιμένει καρτερικά τη βέβαιη παρέμβαση του Θεού. Έτσι και έγινε και αφού περιπλανήθηκε αρκετά στις ερημικές περιοχές των Τζουμέρκων, βρέθηκε μπροστά σε ένα μισοερειπωμένο μοναστήρι. Σε αυτό το μοναστήρι που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο, ζούσαν δύο γερόντισσες μοναχές οι οποίες με χαρά και χωρίς να ρωτήσουν τίποτα, δέχτηκαν να φιλοξενήσουν τη Θεοδώρα.

Η γέννηση του διαδόχου
Η Θεοδώρα έμεινε κάμποσες μέρες μέσα στη ζεστή ατμόσφαιρα του μοναστηριού του Αη-Νικόλα ,όμως φοβόταν να μείνει περισσότερο σκεπτόμενη ότι η πιθανή ανακάλυψή της θα είχε συνέπειες και σε εκείνη και στο παιδί που θα έφερνε σε λίγο στον κόσμο. Για να αποφύγει τους πιθανούς διώκτες της αποφάσισε να εγκαταλείψει για λίγο το φιλόξενο καταφύγιό της για να επιστρέψει πάλι σε αυτό, όταν θα ερχόταν η ώρα της να γεννήσει το διάδοχο. Ο διάδοχος γεννήθηκε, αλλά ο φόβος δεν έφυγε από τη νεαρή μητέρα, η οποία αποφάσισε να φύγει για δεύτερη φορά από το φιλόξενο μοναστήρι και να ξαναγυρίσει στο κρησφύγετο της Πίνδου που της πρόσφεραν μεγαλύτερη προστασία. Ο βαρύς όμως χειμώνας θα αναγκάσει τη Θεοδώρα να πάρει το μωρό της και να επιστρέψει στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου. Στο μοναστήρι θα συναντήσει τη Βασίλισσα Θεοδώρα ο πατήρ Νικηφόρος, ένας ταπεινός και καλοκάγαθος κληρικός από το χωριό Πρένιτσα.
Ο παπά-Νικηφόρος ήτανε ο λειτουργός και ο πνευματικός της μονής. Σε αυτόν τον ταπεινό λευίτη η Θεοδώρα θα εμπιστευτεί το δράμα της και θα του εναποθέσει τον πόνο και τις ελπίδες της και αυτός με τη σειρά του θα πάρει τη μητέρα και το παιδί και θα τους οδηγήσει για μεγαλύτερη ασφάλεια στο σπίτι του, στο χωριό Πρένιτσα. …
Στο μεταξύ στο παλάτι της Άρτας ο Μιχαήλ με την πολύτιμη βοήθεια των ανθρώπων του ανακάλυψε τον πραγματικό ρόλο που έπαιζε όλα αυτά τα χρόνια η Γαγγρηνή η οποία και ομολόγησε πως με τη βοήθεια της μαγείας και άλλων αθέμιτων μέσων κρατούσε τον Μιχαήλ δέσμιο των σχεδίων της. Ο Μιχαήλ, αν και είχε αποκτήσει δύο νόθους γιούς με τη Γαγγρηνή, κουρασμένος και αηδιασμένος την έδιωξε από κοντά του και στη συνέχεια μετανοιωμένος αποζητούσε τη γυναίκα του.

Η επάνοδος της Θεοδώρας στην Άρτα
Η επάνοδος της Θεοδώρας στην Άρτα ύστερα από πέντε χρόνια εξορίας έγινε βασιλικά και με κάθε επισημότητα.
Πριν μπει όμως η Αυγούστα στην πόλη της Άρτας ζήτησε να επισκεφθεί πρώτα τη θαυματουργή Οδηγήτρια στη μονή της Παναγίας Βλαχέρνας και να την ευχαριστήσει που άκουσε τις προσευχές της. Πολύ γρήγορα η Θεοδώρα άρχισε να παίρνει πρωτοβουλίες σε έργα είρηνικά.…άρχισε να κτίζει ιδρύματα, ναούς μεγαλοπρεπείς και μοναστήρια που κοσμούσαν όλη την Ήπειρο, τη Μακεδονία, την Αίτωλοακαρνανία και τον Αμβρακικό. Ενώ ξεχωριστά κτίσματα, αληθινά κοσμήματα, αναστηλώνονταν ή ανακαινίζονταν εξαρχής. Η μονή της Παντάνασσας κοντά στην Φιλιππιάδα, η Παναγία η Βλαχέρνα που ξεχώριζε για την εικόνα της Οδηγήτριας, η Κάτω Παναγιά, ο Άγιος Δημήτριος του Κατσούρη ανάμεσα στους μπαξέδες της Άρτας, ήτανε έργα που δείχνανε την πίστη και το σεβασμό της Αυγούστας.
Ακόμη της ίδιας εποχής ήτανε η μονή του Αγίου Γεωργίου, η Μεταμόρφωση στο Γαλαξίδι που βεβαίωναν τη ψυχική μεταστροφή του Μιχαήλ Β’, αλλά και την πνευματική αναλαμπή των Κομνηνοδουκάδων. Μέσα σε αυτό το κλίμα, στην καθημερινή δραστηριότητα και στην ανεμπόδιστη ροή της ιστορίας, η Θεοδώρα έβρισκε και όλο τον καιρό, όχι μόνο Βασίλισσα και Αυγούστα να είναι, αλλά και γυναίκα και σύνευνη και μητέρα. …..”

ΠΗΓΗ.ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΗΧΩ (https://ixotisartas.gr.

Ο παπα-Νικόλας Πλανάς († 2 Μαρτίου) μέσα από τη γραφίδα του Παπαδιαμάντη

Ο παπα-Νικόλας Πλανάς († 2 Μαρτίου) μέσα από τη γραφίδα του Παπαδιαμάντη

Όπως είναι γνωστό,  ο “άγιος των γραμμάτων μας”, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε ο πρώτος που μας παραδίδει γραπτές μαρτυρίες για τον άγιο Νικόλαο Πλανά. Στα Αθηναϊκά του διηγήματα γράφει για έναν απλό ιερέα που γνώρισε στο παρεκκλήσι του Προφήτου Ελισσαίου, στο Μοναστηράκι. Είναι επίσης γνωστό, ότι ο μεγάλος Σκιαθίτης λογοτέχνης (μαζί με τον τρίτο ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραϊτίδη) λειτουργούνταν τακτικά στον Άγιο Ελισσαίο, ψάλλοντας μάλιστα σε λειτουργίες, εσπερινούς, όρθρους και αγρυπνίες.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο Α. Παπαδιαμάντης καταγράφει εκτενώς τη φιλοκαλική φιγούρα του ταπεινού λευΐτη και σύγχρονου αγίου.

ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ

…Μεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί, εις τας πόλεις και εις τα χωρία. Είναι τύποι λαικοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνώσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πως να διδάσκωσι το ποίμνιον.

Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοικότερος των ανθρώπων. Διά πάσαν ιεροπραξίαν αν του δώσης μίαν δραχμήν η πενήντα λεπτά η μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν του δώσης τίποτε, δεν ζητεί. Διά τρεις δραχμάς εκτελεί ολόκληρον παννύχιον ακολουθίαν. Απόδειπνον, Εσπερινόν, Όρθρον, Ώρας, Λειτουργίαν. Το όλον διαρκεί εννέα ώρας. Αν του δώσης μόνον δύο δραχμάς, δεν παραπονείται.

Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ του δώσης, το κρατεί διά πάντοτε. Επί δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα, δι᾿ είκοσι λεπτά τα οποία του έδωκες εισάπαξ. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο η τρεις χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Η προσκομιδή παρ᾿ αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία άλλας δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός του ιερού, από πρόσφορα η αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.

Μίαν φοράν έτυχε να χρεωστή μικρόν χρηματικόν ποσόν, και ήθελε να το πληρώση, είχε δέκα η δεκαπέντε δραχμάς, όλα εις χαλκόν, επί δύο ώρας εμετρούσεν, εμετρούσε και δεν ημπορούσε να τα εύρη πόσα ήσαν. Τέλος, εις άλλος χριστιανός έλαβε τον κόπον και του τα εμέτρησεν.

Είναι ολίγον τι βραδύγλωσσος, και περισσότερον αγράμματος. Εις τας ευχάς, τας περισσοτέρας λέξεις τας λέγει ορθάς, εις το Ευαγγέλιον τας περισσοτέρας εσφαλμένας. Θα ειπήτε, διατί η αντίθεσις αυτή; Αλλά τας ευχάς τας ιδίας απαγγέλλει καθ᾿ εκάστην, ενώ την δείνα περικοπήν του Ευαγγελίου θα την αναγνώση άπαξ η δις ή, το πολύ, τρις του έτους, εξαιρέσει ωρισμένων περικοπών συχνά αλλ᾿ ατάκτως επανερχομένων, ως εις τους Αγιασμούς και τας Παρακλήσεις.

Τα λάθη, όσα κάμνει εις την ανάγνωσιν, είναι πολλάκις κωμικά. Καί όμως εξ όλων των ακροατών του, εξ όλου του εκκλησιάσματος, κανείς μας δεν γελά. Διατί; Τον εσυνηθίσαμεν, και μας αρέσει. Είναι αξιαγάπητος. Είναι απλοικός και ενάρετος. Είναι άξιος του πρώτου των Μακαρισμών του Σωτήρος.

Τώρα, υποθέσατε δύο υποθέσεις, μίαν αδύνατον, και μίαν δυνατήν, υποθέσατε ότι αυτός ο ίδιος ιερεύς είχεν εξέλθει από ιεροδιδασκαλείον, παλαιόν η νέον· θα είχε διαφοράν επί το βέλτιον; Θα ήτο πασσαλειμμένος με ολίγα ατελή, κακοχώνευτα και συγκεχυμένα γράμματα, με περισσότερον οίησιν και αξιώσεις. Θα ήτο διά τούτο καλύτερος; …

***

Μνεία – και μάλιστα ονομαστική – στον άγ. Νικόλαο Πλανά πραγματοποιεί ο Παπαδιαμάντης και στο διήγημα «Τα τραγούδια του Θεού». Σ’ αυτό περιγράφει το θάνατο της μικρής Κούλας Μπούκη και την Εξόδιο ακολουθία της. Όταν λοιπόν οι ψάλτες μαζί με τους ιερείς έψαλλαν το «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» συνέβη το εξής:

Μόνος ο παπα-Νικόλας από τον Αη-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι επίανε χωριστήν ακολουθίαν, εμουρμούριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα. «Τι μουρμουρίζεις παπά;», του είπα από το όπισθεν του στασιδίου, όπου είχεν ακουμβήσει. Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου», είπεν ο παπα-Νικόλας. «Εις αυτό το άκακον αρμόζει η ακολουθία των νηπίων».