Η μαρτυρική ομολογία

(Μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Από το βιβλίο Διδαχές από τον Άθωνα, ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ,
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ»- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1989.
Ηλεκτρονική ψηφιοποίηση katanixi.gr


Η μαρτυρική ομολογία
(Μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων)

Οι δύο πόλοι της πνευματικής ζωής

Εις ένα τροπάριο της ακολουθίας των εορταζομένων Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, λέγεται: «Φέροντες τα παρόντα γενναίως, χαίροντες τοις ελπιζομένοις έλεγον οι Άγιοι Μάρτυρες».

Από την αρχή φαίνεται η ετοιμότητα της εφαρμογής του ομολογιακού χαρακτήρας του Χριστιανισμού.

«Φέροντες τα παρόντα». Ποια είναι αυτά; Οτιδήποτε μπορεί να φαντασθή η διαβολική διάνοια, πού επινοεί τρόπους για να εμποδίση τους πιστούς να συνεχίσουν το δρόμο τους. Και αρχίζει από τις παραμικρές ενοχλήσεις, είτε εσωτερικές είτε εξωτερικές και φθάνει στο τέρμα των κακών, τον θάνατο. Γι’ αυτό οι χριστιανοί πρέπει να είναι έτοιμοι ακριβώς εις αυτή την έκτασι των κακών, ούτως ώστε να φέρουν «τα παρόντα» γενναίως, όχι με μικροψυχία. Και αυτό θα το κατορθώσουν, εάν ευρίσκονται «χαίροντες τοις ελπιζομένοις».

Πραγματικά, εάν υπολογίσωμε το τι περιμένει τους πιστούς από την θεία αμοιβή, «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι» (Ρωμ, 8,18). Ποία δόξα; Αυτή πού λέει ο αθλητής της αγάπης. «Νυν τέκνα Θεού έσμεν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα’ οίδαμεν δε οτι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα» (Α’ Ιωάν. 3,2). Και τότε θα ευρίσκεται ο Ιησούς μας, Θεός εν μέσω Θεών. Δικαίως λοιπόν λέγει· «Εγώ είπα θεοί εστέ και υιοί Υψίστου πάντες».

Εις αυτά τα ελπιζόμενα χαίροντες, αλληλοπαρεκινούντο οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες και έλεγαν. «Εάν τώρα δέν αποθάνουμε, τεθνηξόμεθα πάντως». Εάν τώρα, στην ώρα της ομολογίας για την πίστι μας, τώρα πού ήλθε ο διάβολος να μας φράξη τον δρόμο πού οδηγεί στον Χριστό, αρνηθούμε να πεθάνωμε, δεν θα πεθάνωμε ούτως ή άλλως ύστερα από λίγο καιρό; Έτσι και αλλοιώς ο θάνατος υπάρχει και είναι αδύνατο να τον αποφύγωμε. Τι θα κερδίσωμε, λοιπόν, αν παρατείνωμε την ζωή μας για λίγο μέσα εις αυτό το χάος, την κόλασι πού ζούμε; θα πεθάνωμε για την αγάπη του Χριστού, ώστε να κερδίσωμε την ιδική Του αγάπη. Βλέπετε σύνεσι; Και άντεξαν στο φοβερό εκείνο κρύο και τα τόσα άλλα δεινά πού τους υπέβαλαν. Δεν παρήλθαν όμως τα δεινά εκείνα; Πόσο εκράτησαν;

Από τότε όμως, από τον 2ον αιώνα, πού άθλησαν οι Άγιοι Μάρτυρες και απέδειξαν την αγάπη τους προς τον Θεό, μέχρι σήμερα, ποσά εκατομμύρια γόνατα δεν

ελύγισαν μπροστά στην εικόνα τους, μέσα στους Ιερούς ναούς, κατά την μνήμη τους και τους επεκαλέσθησαν με βάθος ταπεινοφροσύνης, να συγκατέβουν και να επιβλέψουν ευμενώς και εις αυτούς; Και αυτή είναι η επί γης αίγλη πού έχουν, η εν ουρανοίς πόση, αφού έγιναν υιοί Θεού;

Έτσι πρέπει και εμείς να ερεθίζωμε τον εαυτό μας. Γιατί, όπως είπε ο Ιησούς μας, «το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. 26,41). Αυτά τα δύο, το πνεύμα και η σαρξ, παρ’ όλο πού είναι δύο, εν τούτοις είναι κατά τέτοιο τρόπο ενωμένα, πού επηρεάζει το ένα το άλλο. Εάν στην «σάρκα», τον εξωτερικό άνθρωπο, ο οποίος είναι περισσότερο αισθητός, δεν δίνουμε τρόπους για να τον παρακινούμε και μένει μόνος του μέσα στα συναισθήματα του τα βαριά και συγκεχυμένα, τα μετά την πτώσι, τότε αυτή η κατάστασι επιδρά και στο πνεύμα του, και δεν τον αφήνει να προχωρήση μπροστά παρ’ όλες τις καλές προθέσεις πού έχει. Επιδρά και σπρώχνει τον άνθρωπο στη νωχέλεια και την αδιαφορία και έτσι εμποδίζει τον καλό σκοπό.

Ο άνθρωπος είναι αγαθό κτίσμα και έχει ροπή προς το αγαθό, έχει όμως εξαιτίας της πτώσεως μεγάλη ροπή και προς το κακό, γι’ αυτό ωφελούν πάρα πολύ οι διάφοροι τρόποι και υποκινήσεις, λόγω του ότι χαρακτηριστικό της φύσεως μας είναι η μιμητικότηςΜε διαφόρους τρόπους και επίνοιες παρακινούμε και σπρώχνομε τον εαυτό μας να αποκτήση συνήθεια του καλού και να αποφεύγη το κακό με τον φόβο και την απειλή. Αυτό το βρίσκουμε πολλές φορές στους βίους των Πατέρων μας και εις αυτούς τους Μάρτυρες. Κατά την ώρα του μαρτυρίου, ενώ ευρίσκονται μέσα στο στάδιο, είτε παρηγορεί ο ένας τον άλλο, είτε ενθαρρύνουν οι ίδιοι τον εαυτό τους. Ξέρουν ότι η φύσι μετά την πτώσι έχει αποκτήση βαρύτητα και αν δεν την σπρώξης δεν ανεβαίνει. Πολλές αγαθές μνήμες και παραδειγματισμούς αναφέρουν οι Πατέρες μας και ιδιαίτερα ο Αββάς Ησαΐας. Ας επιστρέψωμε όμως στο μαρτύριο των Αγίων.

Στο τέλος, όταν ο ένας εξ αυτών ελύγισε και αρνήθηκε την ομολογία του, τότε έκαναν προσευχή οι Άγιοι να τους αξίωση ο Θεός όπως ήταν πιο πριν σαράντα τον αριθμό, σαράντα και να μαρτυρήσουν. Και αμέσως συνεπληρώθη η θέσι του πεπτωκότος και έτσι έμεινε ο αριθμός τους, όπως παρεκάλεσαν. Αφού με διαφόρους τρόπους εθανατώθησαν οι μάρτυρες, διετάχθη, όσα σώματα ήσαν νεκρά, να φορτωθούν σε άμαξες και να πεταχτούν μέσα στο ποτάμι για να εξαφανισθούν, ή να ριχθούν στη φωτιά.

Όταν εδόθη η εντολή, άρχισαν να μαζεύουν τα λείψανα. Ένα όμως εφαίνετο ότι ήτο ακόμη ζωντανό. Αυτό το παραμέρισαν, γιατί η διαταγή ήτο μόνο τα σώματα των νεκρών να καταστρέψουν. Στον τόπο του μαρτυρίου παρευρίσκετο και η μητέρα του ζωντανού μάρτυρος. Ευσεβέστατη μητέρα, η οποία, όταν ήκουσε ότι το παιδί της συνελήφθη και εμαρτυρούσε, έτρεξε εκεί για να το καμάρωση και να καυχηθή για την χριστιανική της ιδιότητα, αλλά και να το ενίσχυση συγχρόνως, μην τυχόν και λυγίση σαν άνθρωπος. Πραγματική ηρωίδα! Όταν είδε λοιπόν, ότι οι στρατιώται άφησαν το σώμα του παιδιού της, γιατί ήταν ακόμα ζωντανό και έφευγαν, αυτή εφώναξε να το πάρουν, αλλά δεν την ήκουσαν. Τι κάνει λοιπόν; Δια να ολοκληρώση πράγματι τον ηρωισμό της σαν χριστιανή μητέρα, το φορτώνεται και τους ακολουθεί, θέλει να το ρίξη πάνω στα άλλα λείψανα, να συντελειωθή και αυτός με τους άλλους, μήπως και παραμείνει πίσω και υστερηθή την δόξα που του ανήκε. Εδώ, μόνο με την σιωπή ημπορεί να σταθή κανείς.

Πώς να χαρακτηρίση τους παλμούς αυτής της χριστιανικής καρδιάς; Μητέρα αυτή, να βλέπει το πολτοποιημένο παιδί της να σπαράζη και αντί να επινοήση τρόπους να το παρηγόρηση και απαλύνη τους πόνους, αντί να επινοήση τρόπους παρηγοριάς της πληγωμένης καρδίας της από το αίσθημα της φρίκης, φοβάται μήπως δεν ολοκληρωθή η αγάπη αυτής και του παιδιού της προς τον Χριστό. Ξεχνά όλους τους πόνους, την γυναικεία αδυναμία και ασθένεια και τρέχει μήπως και υστερηθή το παιδί της της ολοκληρωτικής αξίας των συμμαρτυρησάντων. Ιδού χριστιανική καρδιά, ο οποία αγαπά υπεράνω όλων τον Θεό και μόνο!

Τελειότατο παράδειγμα, πού πρέπει να συγκινή τον καθένα και ιδίως εμάς τους μοναχούς, οι όποιοι ετύχαμε τέτοιας κλήσεως, της ιδιαιτέρας προνοίας του Θεού. Μας ελύτρωσε από την αιχμαλωσία της ματαιοφροσύνης γενικά και μας εκάλεσε ειδικά στο στάδιο εκείνο, πού εστάθησαν όσοι τον αγάπησαν ολοκληρωτικά και εθυσίασαν το πάν, ακόμα και αυτή την ζωή τους, για να ολοκληρώσουν την αγάπη τους προς Αυτόν.

Είμεθα οι συνεχισταί και συναθληταί των Σαράντα μαρτύρων και όλων εκείνων, οι οποίοι κληθέντες από τον Ιησού μας, αφού ελκύσθησαν από τον Πατέρα Του και ενισχύθησαν από την Χάρι του Παναγίου Πνεύματος, κατώρθωσαν να αποδείξουν ότι ηγάπησαν εξ ολοκλήρου τον Θεό και το απέδειξαν με κάθε είδος αυταπαρνήσεως και φιλοθεΐας, όση περιείχε η φύσι των. Δεν είναι καθόλου υπερβολή, όταν βάζομε και εμείς την ευτέλεια μας εις αυτή την γραμμή. Ναι, σαν ανθρώπινα όντα των δυστυχισμένων τούτων καιρών, μας λείπουν πάρα πολλά. Και ναι μεν εις εμάς συνέβη δυστυχώς αυτή η εξέλιξι προς τα κάτωο Θεός όμως δεν άλλαξε την θέσι του απέναντι μας. Παραμένει η απόλυτος πατρική στοργή και αγάπησε και εμάς όπως αγάπησε και τους προηγούμενους αθλητές· εκείνους τους μεγάλους μάρτυρες και ομολογητές. Έβαλε και εμάς

στην ίδια μερίδα, στο ίδιο στάδιο, και περιμένει και από μας στο μέτρο των δυνάμεων μας, να αποδείξωμε ότι προτιμούμε την αγάπη Του παρά οτιδήποτε άλλο. «Μηδεμίαν εν μηδενί δίδοντες προσκοπήν,ίνα μη μωμηθή η διακονία, άλλ’ εν παντί συνιστώντες εαυτούς ως Θεού διάκονοι» (Β’ Κορ. 6,3.4).

Και έτσι να είστε βέβαιοι, ότι η θεία Χάρι, πού δεν κάνει λάθος ποτέ, η οποία προείδε ότι είμεθα ασθενή όντα, ευτελή και ουτιδανά υποκείμενα, κατεδέχθη στην θεοπρεπή της μεγαλοσύνη να μην μας υστερήση της ευλογίας και να μας κατατάξη στην μερίδα των εκλεκτών. Έχομε προς τούτοις και την πρεσβεία των προαπελθόντων θεωμένων Μαρτύρων, πού καταδέχονται εμάς τους ευτελείς, παρακαλούντες την αγάπη του Θεού να βαστάζη τις αδυναμίες μας, να ενισχύση τις ελλείψεις μας και να μην μας αφαιρέση την καλή κλήσι την οποία μας προσέφερε, παρ’ όλες τις προδοσίες μας.

Με καλή πρόθεσι λοιπόν, όλοι μας να γυρίσωμε και να παρακαλέσωμε τους Μάρτυρες σήμερον, και αύριον τους Οσίους και μεθαύριο τους Ομολογητάς και εν συνεχεία πάντας τους Αγίους, οι οποίοι μας αναμένουν, να εντείνουν την προσπάθεια τους, την πατρική τους στοργή, να ικετεύσουν την παναγαθότητα του Χριστού μας να μας ανεχθή και να δώσουν σε μας ζήλο, μόρια του ζήλου, από αυτά πού είχαν εκείνοι στην ψυχή τους και κατώρθωσαν να τελειώσουν την μεγάλη τους αποστολή. Πράγματι, θα γίνη και σε μας, σαν τα παιδιά εκείνα τα οποία είχαν πλουσίους γονείς και παρ’ όλο, πού αυτά ούτε εργάσθησαν, ούτε για να εργασθούν ήσαν ικανά, εν τούτοις απέκτησαν ευμάρεια κληρονομική. Εάν το κατά δύναμι καταθέσωμε και εμείς, τότε θα καταδεχθούν οι Πατέρες μας, οι Μάρτυρες, οι Άγιοι, να μας δώσουν με την πρεσβεία τους αυτό πού μας λείπει και έτσι θα επιτύχωμε και εμείς.

Όλοι μας λοιπόν, είμεθα υποχρεωμένοι να αποδεικνύωμε όντως, ότι όχι μόνο δεν μεταμεληθήκαμε για την κλήσι μας, αλλά στενάζομε κάθε ημέρα με συνείδησι της αδυναμίας μας, ομολογούμε την ευτέλεια και κηρύττομε την ανικανότητά μας, αλλά όμως δεν υποχωρούμε κατά πρόθεσι. Επιθυμούμε και εμείς να συνεχίσωμε τον δρόμο και να τον τελειώσωμε εν Χριστώ.

Αμήν

Ο Χιώτης άγιος, που ήταν πολύ ήρεμος όταν του έκοβαν το κεφάλι

xiopolitis 1

Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος για την Romfea.gr


Η μετάνοια αλλάζει τον άνθρωπο και τον ανεβάζει πολύ ψηλά. Αυτό διδάσκει ο βίος του νεομάρτυρα Δημητρίου από τη Χίο, που μαρτύρησε στις 29 Ιανουαρίου του 1802, αφού του έκοψαν το κεφάλι του. Και πολλοί έτρεχαν στον τάφο του, όπου ένιωθαν τα θαύματά του.

Πηγαίνοντας εμπορεύματα, εργαζόμενος κοντά στο μεγαλύτερο αδελφό του στην Κωνσταντινούπολη, σ’ ένα πλούσιο σπίτι, τον ερωτεύτηκε η Μουσουλμάνα κόρη του Τούρκου ιδιοκτήτη.

Και τον έπεισε να αλλαξοπιστήσει, από Χριστιανός δηλαδή να γίνει Μωαμεθανός, προκειμένου να την παντρευτεί.

Αν και μπλέχτηκε στην αμαρτία, δεν διεφθάρηκε τελείως. Γι’ αυτό πολύ γρήγορα κατάλαβε τι έκανε, πως συμπεριφέρθηκε ανάξια και λαχτάρησε η ψυχή του το Χριστό. Επέστρεψε σ’ Αυτόν και σώθηκε.

Όταν συνειδητοποίησε το τραγικό σφάλμα του στράφηκε εναντίον του εαυτού του, όχι μόνο ελέγχοντάς τον αυστηρά, αλλά και γδέρνοντας με τα νύχια το πρόσωπό του. Και παραμένοντας για 20 ημέρες νηστικός και άυπνος.

Εξομολογήθηκε την πράξη του και εμφανίστηκε αποφασισμένος να ξεπλυθεί με το αίμα του μαρτυρίου του.

Παρουσιάστηκε μπροστά στον Τούρκο διοικητή, πέταξε το σαρίκι, που φορούσε στο κεφάλι και κατέληξε σ’ ένα υγρό και υγρό κελί με απειλές και ραβδισμούς. Ακόμη και στη φυλακή δέχθηκε και την επίσκεψη της Μουσουλμάνας, που τον παρότρυνε να ξαναγυρίσει κοντά της ως Μουσουλμάνος.

Επειδή δεν υπάρχει άνθρωπος, ο οποίος όσα λάθη και αν κάνει, να μην έχει κάποια χαρίσματα, έτσι και ο νεομάρτυρας Δημήτριος, ενεργοποίησε την καλή πλευρά του εαυτού του και οριστικά δέχθηκε το σπόρο του Θεού και καρποφόρησε μέσα του αρετές.

Έκλεισε τα αυτιά του στα γλυκόλογα της κοπέλας και επέλεξε το θάνατο. Αρνήθηκε την προσφορά των συντοπιτών του από τη Χίο, που ζούσαν στην Πόλη, οι οποίοι συγκέντρωσαν χρήματα για να τον αποφυλακίσουν προσωρινά και έτοιμος εμφανίστηκε μπροστά στους εκτελεστές του.

Λέγοντας «Μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία Σου» έσκυψε ήρεμα, χωρίς να θελήσει να του κλείσουν τα μάτια, όπως συνηθιζόταν, και αποκεφαλίστηκε.

Και οι άγιοι εμφανίζουν ως άνθρωποι ελαττώματα, αλλά επειδή τα ξεπερνούν, φθάνουν στην αγιότητα.

Ευτυχώς η συνείδηση δεν δέχεται την επ’ αόριστον νάρκωσή της. Αργά ή γρήγορα γίνεται το κεντρί.

Μας αφυπνίζει. Μας θυμίζει το σπίτι του Πατέρα μας και μας καλεί να απομακρυνθούμε από τα φίδια, που μας περιζώνουν.

Από τις ερινύες, που μας κυνηγούν. Από τα εφιαλτικά όνειρα, που μας ταράσσουν από τον ύπνο. Από τα δάκρυα, που σε ώρες μοναξιάς και ανάνηψης μας πνίγουν. Από τη δυστυχία της αποστασίας και της απιστίας. Είναι πικρό καταπότι η απισιτία, όση εξωτερική επικάλυψη ζαχαρίνης και αν έχει.

Η μετάνοια απαιτεί ηρωισμό, γιατί το να βρει κανείς το δρόμο του γυρισμού δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.

Είναι μεγάλη απόφαση.

Το ταξίδι του παπα-Χαιρέτη. (Η ιστορία του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος και η Άρτα).

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ιστορία του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος και η Άρτα).

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Ο Άγιος απεβίωσε και τάφηκε  στην Τριμυθούντα, την κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής του 1974 σημερινή Τρεμετουσιά, όπως διασώζει σχετική παράδοση, που επεδείκνυε και τη μαρμάρινη σαρκοφάγο του, η οποία σωζόταν εντός του καθολικού της Μονής του. Στο πέρασμα του χρόνου, το άγιο λείψανο διατηρήθηκε άφθορο στη σαρκοφάγο, κατά θαυμαστό τρόπο, και αποτέλεσε το μεγάλο θαύμα, το οποίο ευδόκησε ο Θεός, ώστε να διαπιστώνουν οι πιστοί την αγιότητα του βίου του ταπεινού Σπυρίδωνος.

Στη συνέχεια, όμως, στα τέλη του 7ου αιώνα, στα πλαίσια μάλλον της μετακίνησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού του νησιού από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ στην περιοχή του Ελλησπόντου, εξαιτίας των αραβικών επιδρομών, το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε για ασφάλεια στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε στον ναό των Αγίων Αποστόλων.

Όταν δε, αρκετούς αιώνες αργότερα, η Πόλη κατελήφθη από τους Οθωμανούς, το 1453, ένας  ιερέας από την Κωνσταντινούπολη, Γιώργος Καλοχαιρέτης ονομαζόμενος, μετέφερε το Άγιο Λείψανο, με αυτό της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης.

Πρώτη ιστορική άποψη.

Το  1456  ένας πρεσβύτερος, κερκυραϊκής καταγωγής, ο π. Γεώργιος Καλοχαιρέτης, έκρυψε το ιερό σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνα καθώς και της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, μέσα σ’ ένα καλάθι και αφού τα σκέπασε με χόρτα, τα φυγάδευσε από την τουρκεμένη Κωνσταντινούπολη. Ο λόγος… ο φόβος των Τούρκων και το μίσος σε κάθε τι Χριστιανικό. Τελικός προορισμός του παπα-Χαιρέτη ήταν η Κέρκυρα η οποία από το 1386  «…ειχεν εκουσίως παραδοθεί εις το Χρισταινικόν και ελεύθερον κράτος της Βενετίας». Και το δρομολόγιό του ήταν, από την Πόλη να φθάσει στην Άρτα ,συνέχεια στην Σαλαώρα και από εκεί με καϊκι στην Κέρκυρα. Στο μεγάλο αυτό ταξίδι ο παπα-Χαιρέτης «ίνα εξασφαλίση κατά της μανίας των ασεβών τα ιερά εκείνα κειμήλια,τα οποία επιχείρησε να ανασώση μεθ΄εαυτού,ενέκλεισεν αυτά εντός δύο σάκκων πληρωθέντων αχύρου και θέσας επί υποζυγίου διήγαγεν αυτά ενεπηρεάστως δια της πορθουμένης ελληνικής χώρας, διότι οι απαντώντες αυτόν επείθοντο ότι το φορτίον εκείνο ουδέν άλλο ήτο, ει μη του φέροντος κτήνους η τροφή» (Ανδρέα Μαρμαρά .Ιστορία Κέρκυρας.1672).

Έτσι με κρυμμένα λείψανα μέσα στα άχυρα έφτασε ο παπα-Χαιρέτης στην Άρτα κι από εκεί στο χωριό Πλησιοί. Εκεί με ευλάβεια τοποθέτησε τα λείψανα στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου (Κατσούρη) και αυτός και η οικογένειά του έμειναν σε κοντινό σπίτι. Στους Πλησιούς ο παπα-Χαιρέτης δεν έμεινε πολύ καιρό. Κάποιο όνειρο τον ανάγκασε να φύγει από την περιοχή. Είδε στον ύπνο του πως μερικοί «από κερδοσκοπίας και ανευλαβείας ορμώμενοι» θα πουλήσουν σε ετερόθρησκους τα ιερά λείψανα. Και οι Άγιοι Σπυρίδων και Θεοδώρα τον προέτρεψαν να φύγει γρήγορα μαζί με τα ιερά λείψανα. Έτσι και έκανε. Συμβουλεύτηκε τον ηγούμενο του μοναστηριού, φόρτωσε τα ιερά σώματα και «ανεπιστρεπτί ανεχώρησε δια Σαλαώρας». Ένα από τα αδέλφια του παπα-Χαιρέτη παρέμεινε στην Άρτα.

Τελικά φτάνει στην Παραμυθιά που τα χρόνια εκείνα ήταν μεγάλο Θρησκευτικό κέντρο. Σε αυτή την περιοχή και στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Παραμυθίας εναποτέθηκαν τα ιερά σκηνώματα του Αγίου Σπυρίδωνα και της Αγίας Θεοδώρας. Τα ιερά Σκηνώματα, λατρεύτηκαν από τον τοπικό λαό και κλήρο, παρά τον φόβο της τρομοκρατίας και του ανθελληνισμού που επικρατούσε σε όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας. Άλλωστε την Παραμυθιά την είχαν επιλέξει οι Οθωμανοί ως διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής με ότι αυτό και αν σημαίνει. Αυτός ήταν και ο λόγος που μερικά χρόνια μετά, οι συνθήκες επέβαλαν για λόγους ασφαλείας την μεταφορά τους στην Κέρκυρα.

Τα ιερά λείψανα, που τοποθετήθηκαν αρχικά στο ναό του Αγίου Αθανασίου, τα κληρονόμησαν οι τρεις γιοί του Καλοχαιρέτη, Μάρκος, Λουκάς και Φίλιππος (έτσι συνηθιζόταν τότε στην Ενετική Κέρκυρα). Το μερίδιο του ο Μάρκος, το σκήνωμα της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, το δώρισε το 1483 στο λαό της Κέρκυρας.

Οι κληρονόμοι του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα προσπάθησαν να μεταφέρουν το άγιο λείψανο εκτός της Κέρκυρας αλλά συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση των Κερκυραίων και εγκατέλειψαν το σχέδιο τους. Εν τέλει μεταβίβασαν τα δικαιώματα τους στην κόρη του Φιλίππου, Ασημίνα. Το λείψανο πέρασε τελικά στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βούλγαρη, ως προίκα της Ασημίνας, όταν παντρεύτηκε το Σταματέλλο Βούλγαρη το 1520. Από τότε και για τέσσερις αιώνες έως το 1925, βρισκόταν στην κυριότητα της οικογένειας. Αρχικά και μέχρι το 1528 το λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό του Ταξιάρχου Μιχαήλ στο Καμπιέλο. Το 1528 ο Σταματέλλος Βούλγαρης το μετέφερε στο ναό, που έχτισε η οικογένεια προς τιμήν του Αγίου στο προάστιο του Σαρόκκου (Αγίου Ρόκκου).

Η άποψη κατά την οποία ο πρεσβύτερος Γεώργιος Καλοχαιρέτης μετάφερε το Λείψανο του ιερού Σπυρίδωνος και εκείνο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης από την Κωνσταντινούπολη εις την Κέρκυρα, διατυπώθηκε από τον Νικόλαο Βούλγαρη, σε έκθεσή του περί του ιερού Λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος, η οποία δημοσιεύτηκε πρώτα ιταλικά εις την Βενετία το έτος 1669 (Vera relatione del thaumaturgo etc. Venetia MDCLXIX). Ο Βούλγαρης στηρίζει την άποψή του σε διάφορα έγγραφα της οικογένειάς του. Την είδηση επαναλαμβάνει μετά από λίγο ο Κερκυραίος ιστορικός Ανδρεάς Μαρμοράς,ο οποίος μάλιστα, άγνωστο από που αντλεί, σημειώνει και τον τρόπο μεταφοράς των ιερών Λειψάνων.

Δεύτερη ιστορική μαρτυρία.

– Η περί του πρεσβύτερου Γ. Καλοχαιρέτη μαρτυρία έμεινε απρόσβλητη μέχρι το έτος 1808.Στις αρχές του ιθ αιώνα ανακαλύφτηκαν παλαιά χειρόγραφα του ιε αιώνα ,που διατύπωναν διαφορετική άποψη για την μεταφορά των λειψάνων. Όπως γράφει  ο σεβ. Μεθόδιος Κοντοστάνος, Μητροπολίτης Κερκύρας και Παξών, στα Προλεγόμενά της υπ’ αυτού γενομένης εκδόσεως της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του αγίου Σπυρίδωνος:

«Το ιερό και Σεβάσμιο Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος δεν μετακομίσθηκε στην Κέρκυρα παρά τον Ιερέα Γεωργίου Καλοχαιρέτη, ως ανακριβώς ίσως δε και εν λόγων σκοπιμότητας ανεγράφη. Αλλά, ως εξάγεται εκ Δουκικού Διατάγματος του Συμβουλίου των Δέκα της Βενετικής Δημοκρατίας, εκδοθέντος την 14 Μαΐου 1489, το Ιερό Λείψανο του Αγίου, παραλαβών αυτό εκ της Κωνσταντινούπολης… μετακόμισε εις Παραμυθιά της Ηπείρου, όπου και παρέμεινε επί χρονικό τι διάστημα, ο Ιερεύς Γρηγόριος Πολύευκτος,  ο αυτός δε εκείθεν κατά το έτος 1456, μετακόμισε αυτό εις την Κέρκυρα. Ο αυτός δε Γρηγόριος Πολύευκτος, βρίσκοντας στην Κέρκυρα τον Ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη, πρόσφυγα δε και τούτον και συμπολίτη του, κληροδότησε (!)_εις αυτόν το Ιερό Λείψανον του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο δε Λουκάς Καλοχαιρέτης, ένας από τους Κληρονόμους και «υἱὸς τοῦ Ἱερέως  Γεωργίου Καλοχαιρέτη, ἐδωρήσατο τῇ ἰδίᾳ ἀνεψιᾷ Ἀσημίνῃ τὸ ἐπὶ τοῦ Λειψάνου μερίδιόν του»(!)». Έτσι το Ιερό και Σεβάσμιο του Αγίου Λείψανο, Κύριος είδε εκ τίνος κρίματος υφαρπαγής, πέρασε στον Λουκά Καλοχαιρέτη, δια δωρητήριο συμβόλαιο που συντάχθηκε στην Άρτα κατά το έτος 1512, ως αντικείμενο προικοδοτήσεως (!) δια τους εξής λόγους: «ἔτι[πάλιν ὁμολογῶ, τό Λείψανον τοῦ Ἀγίου Σπυρίδωνος, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς τοὺς Κορφοὺς, καὶ κατὰ κληρονομία εὑρέθη εἰς ἡμᾶς καὶ εἴχαμεν ἐξουσίαν πάλιν χαρίζωμι τῆς ἄνωθεν είρημένης Ἀσημίνης τῆς ἀνεψιᾶς μου»

Η δε Ασημίνα, θυγατέρα του παπα- Φιλίππου υιού του Γεώργιου Καλοχαιρέτη, που ήταν εφημέριος στην Άρτα, έχουσα νόμιμη προίκα (!!!) το Ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος, νυμφεύθηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη. Δια διαθήκης δε, χρονολογουμένης από 25 Νοεμβρίου 1571, όρισε ως το Ιερό Λείψανο του Αγίου διαμένει ως κληρονομιά στους υιούς της και στους απογόνους τους…

Αφιερωτήριο του Λουκά Καλοχαιρέτου.

Εν ονόματι Ιησού Χριστού του Θεού ημών, αμήν.

Καγώ Λουκάς ο Καλοχαιρέτης ποιώ την παρούσαν μου ομολογίαν και υποσχετικήν ευεργεσίαν προςτην ανεψιάν μου Ασημίναν,την θυγατέρα του παπα κυρ.Φιλίππου του αδελφού μου γάρ από την μοιρασιάν ην εποιήσαμεν από πρώτης ημέρας και ώρας με τους αδελφούς μου το λαχόν μοι εκείνο μέρος,τόσον από τάματα,τόσον από ρόγαν, το όπερ τυχαίνει από τον Άγιον Αθανάσιον αλλά δη και από τον Ασώματον και από έτι άλλο ελάμβανεν ο μακαρίτης ο αδελφός μου ο παπα κυρ.Φίλιππος, ταύτα πάντα χαρίζω τη ανεψιά μου Ασημίνη,ένεκα ψυχικής μου δωρεάς.Πάλιν ομολογώ το Λείψανον του Αγίου Σπυρίδωνος ,όπερ ευρίσκεται εις τους Κορφούς κατά κληρονομίαν ευρέθη εις ημάς και είχομεν εξουσίαν επιτροπής εις εκείνο το άγιο λείψανον,εκείνη την επιτροπήν και εξουσίαν πάλι χαρίζωμε τη άνωθεν ειρημένη ανεψιά μου,ως καθώς ακαρτερεί και εις εμένα και μηδείς εκ του ημετέρου γένους,εκ των άλλων θυγατέρων του αδελφού μου ,αλλά δη και εκ των ημετέρων τέκνων, εχέτω άδειαν παρασαλεύσαι την παρούσαν μου ψυχικήν ευεργεσίαν, ην ενώπιον του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου ημών και των αυτού τιμιωτάτων Κληρικών και Σταυροφόρων της Θεοσώστου πόλεως Άρτης εποίησα εις ην υπογράφω οικειοχείρως.Ει δει ποτέκαιρώ η χρόνω παρασαλεύσουσι την ομολογίαν μου ταύτην εις εκ του ημετέρου γένους ή παίδων ή ανεψιών μου, καταδικασθήτω από παντοίας κρίσεως δικαίας. Ένεκεν τούτου εγεγόνει η παρούσα μου ομολογία και ευεργεσία ψυχική και επεδόθη τη ανεψιά μου Ασημίνη τη θυγατρί παπα Φιλίππου του αδελφού μου.

Εν έτει από Θεογενείας 1512 κατά μήνα Σεπτέμβριον

Λουκάς Καλοχαιρέτης ούτω ομολογώ

Πέτρος Σπόγγος δημόσιοε νοτάριος Κορυφών έγραψα

Οι μάρτυρες

Ακάκιος ιερεύς,ο ευλογημένος Εκκλησιάρχης

Βασίλειος ιερεύς,Σακελλάριος Αρτης

Νεόφυτος ιερομόναχος και Αρχιμανδρίτης Άρτης

Πέτρος ιερεύς και Πρωτονοτάριος Άρτης

Ταπεινός Αρχιεπίσκοπος Άρτης Ιάκωβος ο και το ύφος γράψας μαρτυρών υπέγραψεν

(Δοκίμιο Σεραφείμ σελ.40)

Από την εποχή εκείνη το ιερό σκήνωμα μεταβιβαζόταν κληρονομιά στους απογόνους της οικογένειας Βούλγαρη με τον εξής όρο. Ο αρχηγός της οικογένειας ανέκαθεν έπαιρνε το ιερατικό σχήμα και διοριζόταν εφημέριος του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα , του οποίου εισέπραττε τους πόρους ,που προήρχοντο από εισφορές των πιστών και προσκυνητών σε χρήμα και είδος.

Αυτό το αναχρονιστικό προνόμιο της οικογένειας Βούλγαρη δια νομοθετικού διατάγματος στο 1927,έληξε και η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα έγινε ενοριακή,το δε ιερό λείψανο μεταβιβάστηκε στην Ιερά Μητρόπολη Κέρκυρας.

……………………………………………………………

Άγιος Δαμασκηνός Στουδίτης. Ο Δάσκαλος του υπόδουλου Γένους


Του Κωνσταντίνου Χολέβα – Πολιτικού Επιστήμονος 

Στόν χειμαζόμενο από την τουρκική κατάκτηση Ελληνισμό έστειλε η Θεία Πρόνοια μία μεγάλη μορφή κατά τον 16ο αιώνα. Πρόκειται για τον Άγιο Δαμασκηνό Στουδίτη, τον οποίο η Εκκλησία μας τιμά στις 27 Νοεμβρίου. Κληρικός, λόγιος, μαχητικός Ορθόδοξος, συγγραφεύς θαυμαστών βιβλίων, σοφός, σεμνός και ασκητικός, ο Δαμασκηνός υπήρξε άριστος Ποιμενάρχης στις δύο Επισκοπές όπου τον απέστειλε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Πρώτα στην Επισκοπή Λητής και Ρεντίνης (σημερινή Μητρόπολη Λαγκαδά) και στη συνέχεια στην Μητρόπολη Ναυπάκτου και Άρτης, όπως ονομαζόταν τότε.

Ο Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη μάλλον το 1520. Σπούδασε στην Κωνσταντινούποληκαι είχε δάσκαλο τον διάσημο στην εποχή του Θεοφάνη Ελεαβούλκο Νοταρά. Συνδέθηκε με την ιστορική Μονή Στουδίου, γι’ αυτό και ονομάσθηκε Στουδίτης. Συνεργάσθηκε στενά με σπουδαίους Πατριάρχες όπως ο Μητροφάνης, ο Ιωάσαφ Β΄ο Μεγαλοπρεπής και ο Ιερεμίας ο Τρανός. Εξελέγη Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης το1560 και η χειροτονία του έγινε στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα στον γνωστό Ναό της Ροτόντας, σήμερα Ναό του Αγίου Γεωργίου. Λόγω της Τουρκοκρατίας ο Μητροπολιτικός Ναός της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης είχε μετατραπεί σε τζαμί και για ένα διάστημα ως Μητροπολιτικός Ναός εχρησίμευσε η Ροτόντα, γνωστή τότε ως Ναός των Αρχαγγέλων.

Ένεκα του κύρους του απέκτησε και τον τίτλο: Πρόεδρος Πολυανής (δηλαδή του σημερινού Κιλκίς).Λόγω της παιδείας του εστάλη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη Μικρά Ρωσία (Ουκρανία και Λευκορωσία) για να στηρίξει το Ορθόδοξο ποίμνιο απέναντι στην προπαγάνδα των Παπικών, οι οποίοι υπεστηρίζοντο από τους Λιθουανούς κατακτητές. Επίσης λόγω του θαυμασμού, που έτρεφαν πολλοί προς τις γνώσεις του, εκλήθη να μετάσχει στη επιτροπή διαλόγου με τους Λουθηρανούς θεολόγους του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης, οι οποίοι είχαν συντάξει την «Αυγουστιαία Ομολογία».

Το 1573 ο Δαμασκηνός ονομάζεται Πρόεδρος Επισκοπής Δημονίκου και Ελασσώνος και διαμένει για μικρό διάστημα στη Μονή Ολυμπιωτίσσης κοντά στην Ελασσώνα.
Το 1574 προάγεται σε ανώτερη θέση.Η Λητή ήταν Επισκοπή υπό τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Τώρα αποστέλλεται στην Άρτα, έδρα Μητροπολίτου με μεγάλη έκταση. Ο Ναυπάκτου και Άρτης εποίμαινε επί Τουρκοκρατίας τρεις σημερινούς Νομούς: Άρτης, Πρεβέζης και Αιτωλοακαρνανίας. Στην Άρτα εκοιμήθη το έτος 1577. Ο Ακαρνάν λόγιος Συμεών Καβάσιλας έγραψε το ακόλουθο επίγραμμα, για να επαινέσει την αρχαιοελληνική παιδεία και το ήθος του Δαμασκηνού:

«Τὸν πάρος εἴκελον Ἀθανάτοις γράψαντα τάδ’ ἄνδρα,
Φεῦ κόνις Αἰτωλῶν κρύψεν ἄδηλον ἅλις,
Ἑλλήνων μὲν τὴν σοφίαν βαρὺς ὤλεσεν αἰών,
Ὅς δὲ φιλέλληνας πάντας ἀπωρφάνισεν.

Εἰς τὸν σοφώτατον Μητροπολίτην Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης Κύριον Δαμασκηνὸν καὶ τὴν αὐτοῦ βίβλον».

Δηλαδή: «Τον όμοιο με τους Αθάνατους άνδρα που έγραψε αυτά (τα έργα),
Αλλίμονο, το χώμα των Αιτωλών έκρυψε αρκετά, ώστε να μη φαίνεται,
κακή στιγμή έφερε φθορά στη σοφία των Ελλήνων,
Αυτός δε άφησε ορφανούς όλους τους φιλέλληνες.

Στο σοφώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτης Κύριον Δαμασκηνόν και τα βιβλία του».

Βλέπουμε ότι ο Συμεών επαινεί τον Δαμασκηνό ως φορέα της σοφίας των Ελλήνων, γεγονός που αποδεικνύει ότι κατά την περίοδο εκείνη δεν έπαυσε να χρησιμοποιείται το όνομα Έλλην παράλληλα με τα ονόματα Ρωμηός και Γραικός.

Για τη μεγάλη του προσφορά και την αγία ζωή του Δαμασκηνού, το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2013, με τις ενέργειες του Μητροπολίτου Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης κ. Ιωάννου, τον ανεκήρυξε Άγιο και όρισε να εορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Νοεμβρίου.
Ο Δαμασκηνός υπήρξε πραγματικός δάσκαλος του υποδούλου Γένους. Ο 16ος αιώνας ήταν μία σκοτεινή περίοδος με διώξεις των Χριστιανών από τους Οθωμανούς δυνάστες, εξισλαμισμούς, ταπεινώσεις, απαγορεύσεις και άλλα δεινά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αγωνίσθηκε να διατηρήσει όχι μόνον την Πίστη, αλλά και τη γλώσσα και την εθνική ταυτότητα. Όποιος εξισλαμιζόταν, έλεγαν ότι τούρκεψε. Με απλά λόγια: Όποιος χανόταν για την Ορθοδοξία χανόταν και για τον Ελληνισμό. Ο Δαμασκηνός είχε πλήρη συνείδηση των δυσκολιών και των ευθυνών. Έδωσε βάρος στη Χριστιανική και στην ελληνοπρεπή παιδεία.

Για τη στήριξη της Πίστης έγραψε το 1558 «Ακολουθία και Εγκώμιον εις τον Νεομάρυρα Νκόλαον». Άλλωστε είχε και συγγένεια με έναν άλλο Νεομάρτυρα, τον Δαμιανό από το Μυρίχοβο Καρδίτσης. Έγραψε επίσης στίχους μιμούμενος το δακτυλικό εξάμετρο του Ομήρου. Είχε γνώσεις περί των φυσικών επιστημών, όπως φαίνεται στο έργο του: «Προγνωστικά σημεία περί βροχής, ανέμου, εκ των αστέρων και της σελήνης, εκ διαφόρων ποιητών και διδασκάλων, ποίημα κυρού Δαμασκηνού, Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτης».

Το πιο διάσημο και πολυδιαβασμένο έργο του εγράφη όταν ο Δαμασκηνός ήταν απλός υποδιάκονος. Έχει τον τίτλο: «Θησαυρός Δαμασκηνού του υποδιακόνου και Στουδίτου του Θεσσαλονικέως, μετά της προσθήκης εν τω τέλει και ετέρων επτά λόγων ψυχωφελετάτων και της εξηγήσεως του Πάτερ ημών». Το βιβλίο περιέχει 36 αγιολογικούς, πανηγυρικούς και ηθικούς λόγους, γραμμένους σε γλώσσα κατανοητή από τον απλό λαό. Ο Θησαυρός μεταφράσθηκε σε όλες σχεδόν τις γλώσσες των Βαλκανίων και ωφέλησε τα μέγιστα τους Ορθοδόξους, οι οποίοι έπρεπε να σταθούν όρθιοι απέναντι στο καταπιεστικό Οθωμανικό Ισλάμ και στις προπαγάνδες των Δυτικών Χριστιανών.

Η μνήμη του Αγίου Δαμασκηνού Στουδίτου τιμάται πανηγυρικώς στις τρεις Μητροπόλεις, τις οποίες εποίμανε: Στη σημερινή Μητρόπολη Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης, στη Μητρόπολη Ναυπάκτου και στη Μητρόπολη Άρτης. Στο παρεκκλήσιο του Επισκοπείου της Άρτης έχει αγιογραφηθεί η εικόνα του. Προσευχόμαστε να έχουμε την ευλογία του!

Εφ. Ορθόδοξη Αλήθεια