Ο Άγιος Κωνσταντίνος τω Φωτί του Χριστού επορεύθη

Ο Άγιος Κωνσταντίνος τω Φωτί του Χριστού επορεύθη

  Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

«Tην οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου», με αυτόν τον λόγο, το Δοξαστικό των Στιχηρών, της ακολουθίας του Εσπερινού, από την εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ο υμνογράφος αποδίδει το «ισαπόστολον κάλλος» και το μέγεθος του έργου του Αγίου Κωνσταντίνου.

 Όσοι εκφράζουν αυθαίρετες  «απόψεις» για την αγιοκατάταξη του Αγίου Κωνσταντίνου, δεν έχουν εκκλησιαστικά κριτήρια. Τον καθοριστικό ρόλο του Αγίου Κωνσταντίνου στην εξάπλωση του Χριστιανισμού ποιος τον αμφισβητεί;  Τα άλλα κίνητρα που καταλογίζουν οι πολέμιοι της αγιοκατάταξής του δεν ευσταθούν.  Η μετέπειτα πορεία των δύο αυτοκρατόρων, του Αγίου  Κωνσταντίνου και του Λικινίου αποδεικνύει την πρόθεση, καθώς και τα κίνητρα ενός εκάστου. 

 Το κίνητρο της πολιτικής σκοπιμότητος, θα μπορούσε κάποιος να το αποδώσει κάλλιστα στον Λικίνιο, ο οποίος παραβίασε το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας, μετά την ήττα του από τον Άγιο Κωνσταντίνο στην Κάτω Παννονία και τη απόσυρση του στο Σύρμιο, διώκοντας και πάλι τους Χριστιανούς.

 Αντιθέτως η μετέπειτα στάση του Αγίου Κωνσταντίνου του Πρώτου Χριστιανού Αυτοκράτορα, του «μεγαλύτερου ηγέτη της Ρωμιοσύνης», όπως τον καλεί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, αποδεικνύει  ότι η υποστήριξή του προς τους χριστιανούς δεν ήταν αποτέλεσμα σκοπιμότητος.

 Όταν εγκαινίαζε ο Μέγας Κωνσταντίνος την Νέα Ρώμη, η αφιέρωση στην αναθηματική ιδρυτική στήλη ανέγραφε «Σοι Χριστέ Κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι την δε την δούλην πόλιν και σκήπτρα της δε και το παν Ρώμης Κράτος, φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης». 

Με την ενέργεια αυτή του Αγίου Κωνσταντίνου, το Κράτος των Ρωμιών, έγινε το «πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν Κράτος», όπως αναφέρει ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης ο οποίος έζησε τον 6ον αιώνα.  Και έγινε τούτο το Κράτος των Ρωμιών, «Έθνος Χριστιανών», όπως αναφέρει ο Λέων ο Στ΄ ο Σοφός. 

 Πως ήταν δυνατό τα ελατήρια του Αγίου Κωνσταντίνου να ήταν πολιτικά, αφού οι Χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην αυτοκρατορία;  Συνεπώς είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι το έπραξε τούτο με ιδιοτελή σκοπό, για να κερδίσει δήθεν την εύνοια των χριστιανών. 

Το τι φρονεί η Εκκλησία μας, εκφράζεται στην Ακολουθία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  Ο Άγιος Κωνσταντίνος καλείται Ισαπόστολος εις τα Στιχηρά Ιδιόμελα της Λιτής «Χρεωστικώς εκτελούμεν την μνήμην σου, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε…». 

 Στα Στιχηρά Προσόμοια, καλείται «Πρώτος Βασιλεύς Χριστιανών».  Στον Εσπερινό στα Στιχηρά των Αγίων ψάλλομε, «Πρώτος καθυπέταξας, την αλουργίδα αείμνηστε, βασιλεύ εκουσίως Χριστώ, αυτόν επιγνούς Θεόν και παμβασιλέα…» και «…την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω κτίστη σου, και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή…».  

 Στη Λιτή, στα Στιχηρά Ιδιόμελα ψάλλομε «…πάσαν εφαίδρυνας την Εκκλησίαν του Χριστού…» και «ουκ εξ ανθρώπων την κλήσιν έλαβες, αλλ’ ως  ο θεσπέσιος Παύλος, έσχες μάλλον ένδοξε ταύτην εξ ύψους, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, παρά Χριστού του Θεού». 

 Πραγματοποιείται λοιπόν, στο πρόσωπο του Αγίου Κωνσταντίνου, αυτό που ο Προφήτης Ησαΐας λέγει, «και πορεύσονται βασιλείς τω φωτί σου και έθνη τη λαμπρότητι σου» (Ησ.60,1-3).  Όντως ο πρώτος βασιλεύς της Ρωμιοσύνης, τω Φωτί του Φωτοδότου Χριστού επορεύθη και το έθνος των Ρωμιών τη λαμπρότητι αυτού.

Τη Α΄ (1η) Απριλίου, μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΜΑΡΙΑΣ της Αιγυπτίας.

Ο κατά πλάτος Βίος και Πολιτεία της Οσίας Μητρός ημών ΜΑΡΙΑΣ της Αιγυπτίας μεταφρασθείς εις την κοινήν γλώσσαν παρά του εν Μοναχοίς ελαχίστου Δαμασκηνού του Υποδιακόνου και Στουδίτου:

https://miteriko.blogspot.com/2022/04/1.html

Του εν Αγίοις Πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Ε΄ του Νέου Ιερομάρτυρος(10 Απριλίου)

Τη Ι΄ (10η) Απριλίου, μνήμην επιτελούμεν του εν Αγίοις Πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Ε΄ του Νέου Ιερομάρτυρος, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως και Οικομενικού Πατριάρχου, του δι’ αγχόνης μαρτυρήσαντος εν αυτή κατά το έτος αωκα΄ (1821), υπέρ της ελευθερίας, της Πίστεως και του Ελληνικού Έθνους, επί της βασιλείας του Ασιάτου Σουλτάνου Μαχμούτ.

Γρηγόριος Ε΄ ο Αγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης και Μάρτυς του Χριστού εγεννήθη κατά το έτος αψδε΄ (1745) εις Δημητσάναν της Πελοποννήσου εξ ευλαβών γονέων Ιωάννου Αγγελοπούλου και Ασημίνας το γένος Παναγιωτοπούλου καλουμένων, ωνομάσθη δε κατά το άγιον Βάπτισμα Γεώργιος. Τα εγκύκλια γράμματα εξεπαιδεύθη ο Άγιος εις την πατρίδα αυτού υπό του θείου και αναδόχου του Ιεροδιδασκάλου Μελετίου Ιερομονάχου και Αθανασίου Ιερομονάχου Ρουσοπούλου, εικοσαέτης δε γενόμενος απεδήμησεν εν έτει αψξε΄ (1765) μετά του δευτέρου των διδασκάλων του εις Αθήνας όπου και εμαθήτευσε δύο σχεδόν έτη πλησίον του μεγάλου διδασκάλου Δημητρίου Βόδα.

Ύστερον αυτός μεν απέπλευσεν εις Σμύρνην, ο δε Ρουσόπουλος παρέμεινεν εις Αθήνας διδάσκων εις την εν αυταίς σχολήν μέχρι της αποβιώσεώς του (1780). Φθάσας δε εις Σμύρνην ο Γεώργιος συγκατώκησε μετά του εκεί διαμένοντος θείου του Μελετίου Ιερομονάχου, υπηρετών αυτόν και διακούων άμα καρποφόρως τα μαθήματα της Ευαγγελικής Σχολής.Μετά δε ταύτα ελθών εις την Μονήν των Στροφάδων ηκολούθησε την μοναχικήν πολιτείαν και μετωνομάσθη Γρηγόριος. Διατρίψας δε ολίγον χρόνον εις την Μονήν της νήσου ταύτης απήλθεν εις Πάτμον και διήκουσε την διδασκαλίαν του εκεί διδασκάλου Δανιήλ του Κεραμέως. Εξεπαιδεύετο δε εις την θεολογίαν και την φιλοσοφίαν μετ’ αδιαλείπτου επιμελείας.

Επειδή δε ο τότε Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος ο Πελοποννήσιος εγνώριζε τον Γρηγόριον εκ της προτέρας εν Σμύρνη παραμονήε του, προσεκάλεσεν αυτόν εκεί, αφού είχεν ήδη διανύσει το στάδιον των εν τη Πατμιακή Σχολή σπουδών. Ευθύς λοιπόν ως ήλθε τον εχειροτόνησεν Αρχιδιάκονον της Μητροπόλεώς του, πριν δε να παρέλθη πολύς χρόνος τον εχειροτόνησε και Πρεσβύτερον. Τότε επέστρεψεν ο Άγιος εις την πατρίδα του Δημητσάναν, εις την οποίαν πολλά καλά επροξένησε κατά την ολιγοχρόνιον εκεί διατριβήν του, μετά δε ταύτα επανήλθεν εις Σμύρνην και υπηρέτει μετά πάσης ευλαβείας εις την Μητρόπολιν.

Κατά δε το έτος αψπε΄ (1785), του Μητροπολίτου Προκοπίου προσκληθέντος εις τον ανώτατον της Ορθοδοξίας θρόνον, εξελέγη διάδοχος αυτού, Μητροπολίτης Σμύρνης, ο θείος Γρηγόριος. Προσκληθείς τότε εις Κωνσταντινούπολιν εχειροτονήθη Μητροπολίτης Σμύρνης κατά δε την ιδ΄ (14ην) Οκτωβρίου του έτους αψπε΄ (1785) επέστρεψεν εις Σμύρνην, της οποίας την Εκκλησίαν εποίμανεν επί δώδεκα έτη μετ’ εξαιρέτου ζήλου και δραστηριότητος. Μεριμνών δε προ πάντων δια την ανοικοδόμησιν των κατεστραμμένων Ναών της περιοχής της Σμύρνης, ίδρυσε κατ’ αρχάς εις δύο χωρία μικρούς ευκτηρίους οίκους επί τη βάσει προνομίου επιτρέποντος τούτο εις τους Επισκόπους, τούτους δε συν τω χρόνω επηύξησε και κατέστησεν ευρυχωροτάτους Ναούς.

Εντός δε της Σμύρνης ανήγειρεν εις την θέσιν τού πεπαλαιωμένου Ναού της Αγίας Φωτεινής λαμπρόν και μέγαν Μητροπολιτικόν Ναόν. Εφρόντισεν επίσης περί της ιδρύσεως σχολείων και της προστασίας απόρων μαθητών και πάντων των εχόντων ανάγκην, επέτυχε δε να απαλλάξη τον Κλήρον από του κεφαλικού φόρου, συμφωνήσας να πληρώνηται ωρισμένον τι ποσόν υπό του κοινού της πόλεως ως κεφαλικός φόρος απάντων των Κληρικών. Η τοιαύτη δράσις του θείου Γρηγορίου προεκάλει τας συμπαθείας σύμπαντος του λαού, αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος φθονών προσεπάθησε να σπείρη ζιζάνια. Ούτως, ενώ ποτε ηγωνίζετο να συμβιβάση Χριστιανούς τινάς διαπληκτιζομένους, παρεσύρθη χωρίς να το εννοήση υπέρ των εχόντων άδικον.

Αντιληφθείς όμως μετ’ ολίγον το παράπτωμά του προσήλθεν εις τον Ναόν, ωμίλησε περί ομονοίας και φορών την αρχιερατικήν στολήν, το σχήμα ταπεινός, την καρδίαν συντετριμμένος και τους οφθαλμούς πλήρης έχων δακρύων ομολογεί το αμάρτημα και προσπίπτει και ζητεί παρά πάντων συγχώρησιν και ούτω προέλαβε την εναντίον του καταφοράν του πληρώματος της Εκκλησίας. Ως Μητροπολίτης Σμύρνης ο αοίδιμος Γρηγόριος διετέλεσε μέλος της εν Κωνσταντινουπόλει Ιεράς Συνόδου κατά τα έτη 1793 και 1797, ότε και ενεκαινίασε τον υπό του πρίγκηπος Υψηλάντου ανεγερθέντα εις την Εμπορικήν Σχολήν της Χάλκης Ναόν του Αγίου Ιωάννου. Παραιτηθέντος δε κατά το έτος 1797 του αειμνήστου Οικουμενικού Πατριάρχου Γερασίμου Γ΄, ψήφω κοινή και αποφάσει συνοδική εξελέγη διάδοχος τούτου ο θείος Γρηγόριος, πέμπτος τη καταριθμήσει καταλεγόμενος, ανέλαβε δε τα Πατριαρχικά καθήκοντα κατά την ιθ΄ (19ην) Απριλίου του αυτού έτους. Ανελθών επί του θρόνου ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ευρέθη εν μέσω δυσχερεστάτων περιστάσεων ένεκα της αρξαμένης τότε απελευθερωτικής κινήσεως του Έθνους, αλλά το σεμνόν και αυστηρόν τού ήθους, η λιτή δίαιτα, η ταπεινή στολή, το αφιλάργυρον του τρόπου, ο προς την Πίστιν ένθερμος ζήλος, η περί την κοσμιότητα των εκκλησιαστικών πραγμάτων οξυδέρκεια, η οξυτάτη δραστηριότης, η προς τα προσκόμματα και τους κινδύνους περιφρόνησις, ο σταθερός και άκαμπτος αυτού χαρακτήρ καθίστων τον Ιεράρχην σεβαστόν εις πάντας. Ευθύς ανήγειρεν εκ βάθρων το τότε σεσαθρωμένον μέγαρον των Πατριαρχείων συλλέξας δι’ εράνων των Αρχιερέων, Ιερέων, Μονών κλπ. το απαιτηθέν ποσόν, συνέστησε δε εντός αυτών τυπογραφείον, εις το οποίον εξεδόθησαν υπό την αυστηροτάτην επιτήρησιν του Αγίου πλείστα ωφέλιμα βιβλία. Εμερίμνησε δια το κήρυγμα του θείου λόγου, περί της παιδείας και της ιδρύσεως σχολείων, ως και περί της καθόλου κοινωνικής ζωής. Ησχολήθη δε έτι περισσότερον και περί την ακριβή τήρησιν των ιερών Κανόνων συντάξας προς τούτο και εκδώσας τόμον Συνοδικόν επιγραφόμενον «Υπέρ της απαραβάτου διατηρήσεως και φυλακής της των ιερών Κανόνων ακριβείας».

Εξέδωκεν ωσαύτως ο Άγιος πολλάκις εγκυκλίους προς τους υπό το Οικουμενικόν Πατριαρχείον Αρχιερείς, δια των οποίων επρόστασσε την κανονικήν διοίκησιν των Εκκλησιών· απηγόρευσε την χειροτονίαν Αρχιερέων μη εχόντων την απαιτουμένην ηλικίαν και αξιότητα, περιώρισε τας περιττάς χειροτονίας Ιερέων, θεσπίσας να μη χειροτονούνται εάν δεν υπάρχη Εκκλησία και άνευ προηγουμένης δοκιμασίας, απηγόρευσεν εις τους Ιερείς να εξέρχωνται των ιδίων τόπων άνευ αιτίας δεδικαιολογημένης υπό του Αρχιερέως αυτών ως και την ανάμιξιν τωνΚληρικών εις τα κοσμικά και των κοσμικών εις τα Εκκλησιαστικά πράγματα. Δι’ εγκυκλίων δε προέτρεπε και τους Αρχιερείς αφ’ ενός μεν να τηρώσιν αυστηρώς τους περί γάμου ιερούς Κανόνας, αφ’ ετέρου δε να μη χορηγώσι προχείρως διαζύγια, αλλά δια συχνών συμβουλών να προσπαθώσι να διαλλάττωσι τους διαφερομένους συζύγους. Εισήγαγεν επίσης αυστηράν τάξιν εις άπαντα τα υπό την εξουσίαν αυτού Μοναστήρια, εφρόντιζε δε μετά ζήλου, ίνα ανεγείρωνται ή ανακαινίζωνται Εκκλησίαι κατά τόπους, επιτυγχάνων την έκδοσιν της απαιτουμένης αδείας των τουρκικών αρχών δια των ισχυόντων τότε ομογενών.
Κατά το έτος 1798 οι την Επτάνησον τότε κατέχοντες Γάλλη πέμψαντες κήρυκας εις την Πρέβεζαν και τα παράλια της Άρτης εξήπτον το υπέρ της εκευθερίας φρόνημα των κατοίκων, μαθών δε τούτο ο Αλή πασάς το κατήγγειλεν εις τον σουλτάνον ως αποστασίαν, ούτος δε ητοίμαζε να αποστείλη πολυάριθμον στρατόν προς αποκατάστασιν της ησυχίας. Παρεμβάς τότε ο θείος Γρηγόριος επέτυχεν, όπως εξουσιοδοτηθή η Εκκλησά, ίνα καταπαύση τας εν λόγω ταραχάς, τας οποίας αυτός ενόμιζεν υποψίας προελθούσας εκ της γειτονίας των Γάλλων. Η μεσιτεία του Πατριάρχου εγένετο δεκτή, απεστάλη δε εξαρχικώς εις την Άρταν ο Πρωτοσύγκελλος Ιωαννίκιος ο Βυζάντιος μετά των προσηκόντων γραμμάτων της Εκκλησίας, όστις επιστρέψας εκόμισεν αναφοράν του κριτού της Άρτης βεβαιούσαν, ότι επικρατεί άκρα ησυχία. Συγχρόνως προσεκόμισε και πανδήμους αναφοράς του λαού εκφράζοντος την πιστήν αυτού υπακοήν προς τον σουλτάνον, ταύτα δε παρουσιάσας ο Πατράρχης εις τον σουλτάνον κατώρθωσε να ματαιώση την φοβεράν κατά των ανωτέρω περιοχών εκστρατείαν των Τούρκων. Παρά τας εντατικάς και θεοφιλείς ταύτας ενεργείας του θείου Γρηγορίου, Αρχιερείς τινές, αδικαιολογήτως διατρίβοντες εν Κωνσταντινουπόλει και μη θέλοντες να μεταβώσιν εις τας επαρχίας των, από τας οποίας μόνον τας απολαβάς ελάμβανον, χολωθέντες διότι ο θείος Γρηγόριος υπεχρέωσε τούτους να μεταβώσιν εις αυτάς, διέβαλον τούτον ως άνθρωπον βίαιον και ανίκανον προς διατήρησιν της υποταγής των Χριστιανών. Όθεν ο Άγιος κατέστη ύποπτος εις την Τουρκικήν διοίκησιν και ευθύς μετά πατριαρχείαν ενός μόλις και ημίσεως έτους (1797 – 1798), διετάχθη υπό του σουλτάνου η εξορία τούτου εις Χαλκηδόνα. Τότε ο θείος Γρηγόριος υποβαλών κατά τύπους παραίτησιν διέμεινεν επ’ ολίγον χρόνον εις την Χαλκηδόνα, μετά δε ταύτα διετάχθη να μεταβή εις την Δράμαν και εν συνεχεία εις την εν Καλαβρύτοις Μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου. Πριν όμως ή προλάβη να μεταβή εκεί ήλθε νέα διαταγή δια της οποίας ωρίζετο ως τόπος εξορίας του το Άγιον Όρος, όπου και μετέβη εγκατασταθείς εις την Μονήν των Ιβήρων. Κατά την εκεί παραμονήν του, διαρκέσασαν περί τα πέντε έτη, περιήλθεν όλας τας Μονάς και τας Σκήτας του Αγίου Όρους κηρύττων συνεχώς επ’ Εκκλησίαις τον θείον λόγον και λύων τας ενίοτε αναφυομένας διαφοράς μεταξύ των Μοναχών και των Μοναστηρίων. Παρείχε δε και εαυτόν υπόδειγμα εναρέτου Μοναχικού βίου. Εν τω μεταξύ εις τα Πατριαρχεία, εξωσθέντος του θείου Γρηγορίου, διεδέχθη τούτον ο Νεόφυτος Ζ΄, το δεύτερον (1798 – 1801), αλλά και τούτου μετά δύο και ήμισυ έτη εκβληθέντος ανήλθεν εις τον θρόνον ο Καλλίνικος Ε΄ το πρώτον (1801 – 1806). Επικρατησάσης όμως τότε της φιλογαλλικής μερίδος, διότι και εκεί υπήρχον τότε τα κόμματα, επαύθησαν δια των ενεργειών του Γάλλου πρεσβευτού τω αωστ΄ (1806) ως ρωσόφιλοι οι Έλληνες ηγεμόνες Μολδαυϊας και Βλαχίας Αλέξανδρος Μουρούζης και Κωνσταντίνος Υψηλάντης και αντικατεστάθησαν υπό των Αλεξάνδρου Σούτσου και Σκαρλάτου Καλλιμάχου, οίτινες προέτρεψαν τον ασθενούς χαρακτήρος Πατριάρχην Καλλίνικον Ε΄ να παραιτηθή. Ούτος υπέβαλε παραίτησιν την κβ΄ (22αν) Σεπτεμβρίου αωστ΄ (1806), κατά δε την κδ΄ (24ην) του αυτού μηνός εν γενική συνελεύσει των Αρχιερέων και επί παρουσία του μεγάλου διερμηνέως Αλεξάνδρου Χατζερή, του μεγάλου λογοθέτου Αλεξάνδρου Μάνου και αντιπροσώπων των λαϊκών οργανώσεων εξελέγη ομοφώνως υπό της Ιεράς Συνόδου Πατριάρχης το δεύτερον ο θείος Γρηγόριος Ε΄, όστις επανελθών κατά την ιη΄ (18ην) Οκτωβρίου του αωστ΄ (1806) εις Κωνσταντινούπολιν εγένετο ενθουσιωδώς δεκτός υπό παντός του Κλήρου και του λαού της πόλεως. Κατά την δευτέραν πατριαρχείαν του ο θείος Γρηγόριος εξηκολούθησε την προτέραν εκκλησιαστικήν και εθνικήν αυτού δράσιν. Παρεκάλεσε δε τους Αρχιερείς, ίνα συνέρχωνται προθύμως εις τας τεταγμένας συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου, αν δε τινες εμποδισθώσι, να αποστέλλωσιν εγγράφως τας γνώμας αυτών. Δι’ εγκυκλίων πάλιν προς πόλεις και χώρας προέτρεπε την σύστασιν σχολείων και βελτίωσιν των υπαρχόντων, δι’ ετέρων δε προς τους Αρχιερείς και τους Καθηγουμένους των Μοναστηρίων επρόστασσε την εκπλήρωσιν διαφόρων εκκλησιαστικών καθηκόντων, απηγόρευσε δε δι’ αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου την επί ψιλώ ονόματι χειροτονίαν Αρχιερέων (τιτουλαρίων) και έλυσε μετά των Συνοδικών τον από του έτους αψξζ΄ (1767) εκδεδομέ αφορισμόν κατά των τραχωμάτων, ως ελέγοντο τότε αι κατά τα συνοικέσια διδόμεναι εις τον γαμβρόν παρά της νύμφης χρηματικαί επιδόσεις. Επειδή δε τινες των νεωστί χειροτονουμένων Αρχιερέων εδανείζοντο χρήματα, εθέσπισεν, ότι τα τοιαύτα δάνεια δεν αναγνωρίζονται υπό της Εκκλησίας, αν τις εκ των Αρχιερέων τούτων αποθάνη, άπαντα δε τα υπό αποθανόντος καταλειφθέντα πράγματα θα ανήκωσιν εις την Εκκλησίαν, την οποίαν εποίμαινεν ο αποθανών. Εμερίμνησεν επίσης και περί του υπ’ αυτού ιδρυθέντος τυπογραφείου, εις το οποίον εξέδωκε κατά το δεύτερον έτος της δευτέρας αυτού πατριαρχείας «Εξήγησιν των εις την εξαήμερον ένδεκα ομιλιών του εν Αγίοις θεοφόρου Πατρός ημών Βασιλείου του Μεγάλου» (1807), την οποίαν συνέγραψεν ο Άγιος κατά την εν Αγίω Όρει παραμονήν του. Την ε΄ (5ην) Ιανουαρίου αωζ΄ (1807) ο σουλτάνος, κηρύξας επισήμως τον πόλεμον κατά της Ρωσίας, ηνάγκασε τον Πατριάρχην να εκδώση «Εκκλησιαστικόν και συμβουλευτικόν γράμμα» προς τους Έλληνας εναντίον των Ρώσων, όπερ έπραξεν ούτος, δια να αποφύγη τας σφαγάς των Ελλήνων εν περιπτώσει συμπράξεως τούτων μετά των Ρώσων. Κατά τον Μάρτιον του έτους αωζ΄ (1807) ο Ρώσος ναύαρχος Σενιάβιν εξέπεμψε προκηρύξεις προς τους Χριστιανούς κατοίκους του Οθωμανικού Κράτους, εν συνεννοήσει δε και μετά του αρματωλού της Θεσσαλίας Νίκου Τσάρα εκίνησεν επανάστασιν κατά των Τούρκων. Ο σουλτάνος εζήτησε τότε παρά του Πατριάρχου να προτρέψη τους επαναστάτας να διαλυθώσιν, όπερ και εγένετο, έτεροι όμως απεσταλμένοι της Ρωσίας μεταβάντες εις τον Όλυμπον εκίνησαν νέαν επανάστασιν, της οποίας ηγήθη ο Ιερεύς Ευθύμιος Βλαχάβας. Κατ’ απαίτησιν τότε του σουλτάνου έγραψε και εις τον Βλαχάβαν ο Γρηγόριος, όστις επείσθη και κατέπαυσε την επανάστασιν. Κατά την η΄ (8ην) Ιουλίου του έτους αψη΄ (1808) γενομένης στάσεως εν Κωνσταντινουπόλει εξεβλήθη του θρόνου ο σουλτάνος Σελίμ υπό των Γενιτσάρων επί κεφαλής εχόντων τον Μουσταφά Μπαϊρακτάρ, όστις ενεθρόνισε τον σουλτάνον Μαχμούτ, ηξίωσε δε και την απομάκρυνσιν του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄, όστις ηναγκάσθη να υπογράψη την παραίτησίν του την ι΄ (10ην) Σεπτεμβρίου αωη΄ (1808) και να αποσυρθή εις την εν Πριγκήπω Μονήν της Μεταμορφώσεως, εις την οποίαν διέμεινεν επί εν έτος. Μετά την δευτέραν απομάκρυνσιν του θείου Γρηγορίου ανήλθεν επί του Πατριαρχικού θρόνου το δεύτερον ο Καλλίνικος Ε΄ (1808 – 1809) άνευ κανονικής εκλογής αυτού υπό της Ιεράς Συνόδου, αλλά δι’ απλού βεζυρικού διατάγματος, μετά δεκάμηνον δε πατριαρχείαν εξωσθέντος και τούτου ανήλθεν επί του Οικουμενικού θρόνου ο Ιερεμίας Δ΄ (1809 – 1813), όστις εξώρισε τον θείον Γρηγόριον εις το Άγιον Όρος. Τότε ο Άγιος μεταβάς ευχαρίστως και πάλιν εις το Άγιον Όρος εγκατεστάθη εις την Μονήν των Ιβήρων και επεδόθη και πάλιν εις τας προσφιλείς αυτού μελέτας και Μοναχικάς ασκήσεις. Εκείθεν δε επί εννέα όλα έτη παρηκολούθει τα της Εκκλησίας και του Γένους πράγματα.
Κατά δε τα μέσα του έτους αωιη΄ (1818) επισκεφθείς τον θείον Γρηγόριον ο Ιωάννης Φαρμάκης, ανήγγειλεν εις αυτόν τα της Φιλικής Εταιρείας, περί της οποίας έδειξεν ευθύς ζωηρότατον ενθουσιασμόν και ηυχήθη από καρδίας υπέρ της επιτυχίας του σκοπού ταύτης, ηρνήθη όμως να δώση τον όρκον του Φιλικού και συνέστησεν εις τον Φαρμάκην να προσέξωσι πολύ οι εταίροι, μήπως βλάψωσιν αντί να ωφελήσωσι την Ελλάδα, θεωρών, ως ο Κοραής και ο Καποδίστριας, πρόωρον την άνευ προπαρασκευής επανάστασιν. Κατά την ιδ΄ (14ην) Δεκεμβρίου του έτους αωιη΄ (1818) παραιτηθέντος του Πατριάρχου Κυρίλλου ΣΤ΄ εξελέγη το τρίτον Οικουμενικός Πατριάρχης ο μακάριος Γρηγόριος Ε΄, όστις κληθείς εκ του Αγίου Όρους ανέλαβε τα καθήκοντά του την ιδ΄ (14ην) Ιανουαρίου του έτους αωιθ΄ (1819) και ήρχισε πάλιν ποιμαίνων το ποίμνιον αυτού μετά ζήλου και ακαμάτου δραστηριότητος. Κατά την τρίτην ταύτην Πατριαρχείαν του εξέδωκεν εγκύκλιον περί σχολείων, δια της οποίας προέτρεπε πάντας όπως πλην της άλλης παιδείας στραφούν και προς την σπουδήν της Ελληνικής γλώσσης, επειδή έμαθεν, ότι εις τινα των σχολείων της Ελλάδος οι μαθηταί, αρεσκόμενοι εις τας καινοφανείς ιδέας της νεωτέρας φιλοσοφίας, ημέλουν την ακριβή εκμάθησιν της Ελληνικής γλώσσης. Συνέστησεν επίσης το κληθέν «Κιβώτιον του ελέους», εις το οποίον κατέβαλλον ικανά ποσά Αρχιερείς, μεγιστάνες και πλούσιοι ομογενείς υπέρ των πτωχών και δεινοπαθούντων Χριστιανών. Διωρίσθη δε και Επιτροπεία επιστατούσα εις την συλλογήν των εράνων και εις την διανομήν αυτών εις τους έχοντας ανάγκην βοηθείας, εκτάκτως μεν οσάκις παρουσιάζετο τοιαύτη ανάγκη, τακτικώς δε κατά τας παραμονάς των δύο μεγάλων εορτών του έτους, ήτοι των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Κατά το έτος αωκ΄ (1820) αναδιωργάνωσε και το υπ’ αυτού ιδρυθέν πατριαρχικόν τυπογραφείον, αλλά τα τότε επακολουθήσαντα πολιτικά γεγονότα ηνάγκασαν τούτον να διακόψη την φιλάνθρωπον και χριστιανικήν αυτού δράσιν και να βαδίση γαλήνιος και ατάραχος, μέχρι της τελευταίας στιγμής, την οδόν του μοναδικού και πρωτοφανούς αυτού Μαρτυρίου. Εισελθόντος του Υψηλάντου εις την Μολδαυϊαν κατά την ι΄ (10ην) Φεβρουαρίου του έτους αωκα΄ (1821) εκλήθησαν υπό του μεγάλου βεζύρου ο Πατριάρχης μετά του διερμηνέως Δ. Μουρούζη και ηρωτήθησαν φιλικώς, εάν εγνώριζον τι περί της φημιζομένης ως μελλούσης να εκραγή εν Πελοποννήσω Επαναστάσεως, αμφότεροι όμως ηρνήθησαν τοιούτον τι. Κατά τας αρχάς του Μαρτίου συνελήφθη και εφυλακίσθη ο Μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος ο Καλλιάρχης, την επομένην δε απεκεφαλίσθησαν πάντες οι εν Κωνσταντινουπόλει ευγενείς οι έχοντες συγγενείς εν Μολδοβλαχία. Κατά την τρίτην εβδομάδα των Νηστειών εφυλακίσθησαν έτεροι δύο εκ των Συνοδικών Αρχιερέων, ο Νικομηδείας Αθανάσιος και ο Δέρκων Γρηγόριος. Ο Πατριάρχης διεμαρτυρήθη προς την Υψηλήν Πύλην υπέρ της αθωότητος των τριών Αρχιερέων, αλλ’ αντί απαντήσεως έμαθεν, ότι συνελήφθη και ο Αγχιάλου Ευγένιος. Ήδη ήρχισαν να έρχωνται εις φως υπό τινων προδοτών και τα της Φιλικής Εταιρείας, μάλιστα δε υπό του Πελοποννησίου προδότου Ασημάκη. Επειδή δε ο εκ των προυχόντων της Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρος Χατζερής, φοβηθείς την μανίαν των Τούρκων, έσπευσε να εξαφανισθή εκ Κωνσταντινουπόλεως, εξεδόθη διάταγμα, δια του οποίου ωρίζετο, όπως μετοικήσωσιν εντός του Φαναρίου άπασαι αι ηγεμονικαί και αρχοντικαί Ελληνικαί οικογένειαι.

Ο Πατριάρχης, συγκαλέσας τότε συμβούλιον των προκρίτων, απεφάσισε μετ’ αυτών να υποβάλωσιν αναφοράν εις την Υψηλήν Πύλην, δια της οποίας να εγγυώνται εις την Τουρκικήν κυβέρνησιν περί της εν Κωνσταντινουπόλει διαμονής αυτών, καθό πιστών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας υπηκόων και περί της συμπράξεως τούτων, εφ’ όσον δυνηθώσι, προς αποκατάστασιν της κοινής ησυχίας. Κατά την κ΄ (20ην) Μαρτίου ο μέγας διερμηνεύς έλαβεν εντολήν να εξελληνίση διάταγμα περί αμνηστίας, δια ν’ αναγνωσθή εις τας Εκκλησίας εις επήκοον πάντων, συγχρόνως δε η Υψηλή Πύλη υπεχρέωσε τον Πατριάρχην να εκδώση αφορισμόν εναντίον του Υψηλάντου και των συν αυτώ, υπέσχετο δε η Υψηλή Πύλη να αμνηστεύση πάντας τους εις την Φιλικήν Εταιρείαν ανήκοντας και επανερχομένους εις την προτέραν αυτών υπακοήν.

Ο αφορισμός ούτος ανεγνώσθη από του άμβωνος την κγ΄ (23ην) Μαρτίου και υπεγράφη επί της Αγίας Τραπέζης υπό των Πατριαρχών Γρηγορίου Κωνσταντινουπόλεως και Ιεροσολύμων Πολυκάρπου και των λοιπών παρόντων Αρχιερέων. Την λα΄ (31ην) Μαρτίου ανηγγέλθη εις την Υψηλήν Πύλην η εν Πελοποννήσω έκρηξις της Ελληνικής Επαναστάσεως και την πρωϊαν της Μεγάλης Δευτέρας (2α Απριλίου) απεκεφαλίσθη ο μέγας διερμηνεύς Κωνσταντίνος Μουρούζης, εσφάγησαν δε ή απηγχονίσθησαν και άλλοι τινές των επισήμων, ιδίως οι εκ Πελοποννήσου καταγόμενοι. Το Μέγα Σάββοτον έλαβεν ο Πατριάρχης διαταγήν, ίνα παραγγείλη εις τους Χριστιανούς να προσέλθωσιν εις την Εκκλησίαν κατά την ημέραν του Πάσχα, να προσευχηθώσι και κατόπιν να αναχωρήσωσιν έκαστος εις τα ίδια άνευ των συνήθων χαιρετισμών και επισκέψεων. Τότε ο θείος Γρηγόριος στραφείς προς τινα των παρακαθημένων Αρχιερέων είπε· «Πληρούται και εφ’ ημάς το προφητικόν «και μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος» (Αμώς η:10). Παρά πάντα ταύτα ο μακάριος Γρηγόριος παρέμεινε μέχρι της τελευταίας αυτού στιγμής απτόητος και ανδρείος, προβλέπων δε τον επικείμενον κίνδυνον ηρώτα κατά τας παραμονάς· «Ποίος θάνατος είναι προτιμότερος, ο δια καρατομήσεως ή ο δι’ αγχόνης;», αλλ’ απέκρουεν εκάστοτε εντόνως τας επανειλημμένας συστάσεις της ρωσικής πρεσβείας και των προκρίτων ομογενών, όπως διαφύγη δι’ ασφαλούς οδού και σωθή, λέγων· «Μη με παρακινείτε εις φυγήν. Πως θα εγκαταλείψω το ποίμνιόν μου;…. Είμαι Πατριάρχης δια να σώσω τον λαόν μου, όχι δια να τον ρίψω εις τας μαχαίρας των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου θα χρησιμεύση περισσότερον ή η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες δεν θα ίδωσι με αδιαφορίαν την εν τω προσώπω μου ύβριν της Πίστεώς των. Εκ δε των Ελλήνων οι άνδρες των όπλων θα μάχωνται με απελπισίαν, ήτις συχνά χαρίζει την νίκην. Όχι, δεν θα χρησιμεύσω ως περίγελως του κόσμου, δεν θα ανεχθώ διερχόμενος δια των οδών της Οδησσού ή της Κερκύρας ή της Αγκώνος να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες, ιδού ο φονεύς Πατριάρχης. Υπάγω όπου με καλεί η μεγάλη μοίρα του Έθνους μου και ο πανάγαθος Θεός, ο έφορος των θείων και των ανθρωπίνων πραγμάτων». Ό,τι προέβλεψεν ο Γρηγόριος, τούτο και εγένετο μετά πρωτοφανούς αγριότητος και θηριωδίας. Την ι΄ (10ην) Απριλίου, ημέραν του Πάσχα, κατήλθεν εις τον Πατριαρχικόν Ναόν και ετέλεσε την θείαν Λειτουργίαν μετ’ αταραξίας και ηρεμίας μεγαλειώδους, την οποίαν διέκοπτε μόνον η συγκίνησις και τα δάκρυα. Καθ’ ον δε χρόνον εψάλλετο το «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου» ησπάσθη τον τελευταίον ασπασμόν τους συνιερουργήσαντας οκτώ Αρχιερείς. Μετά το πέρας της θείας Λειτουργίας ανήλθεν εις το Πατριαρχείον και απεσύρθη εις τα ίδια, όπως ησυχάση. Εκεί προσελθών τις εκ των οικείων του τού ανήγγειλεν, ότι επιβάται επτανησιακού πλοίου προερχομένου εκ Πελοποννήσου επεβεβαίωσαν την περί εξεγέρσεως των Ελλήνων είδησιν και προσέθηκε· «Και τώρα τι έχει να γίνη;» Ο δε Πατριάρχης ατάραχος απήντησε· «Και τώρα και πάντοτε το θέλημα του Κυρίου γενέσθω». Κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν του Αγίου Πάσχα και περί ώραν δεκάτην προ μεσημβρίας, του ανήγγειλαν οι εκεί παρευρισκόμενοι Κληρικοί ότι ήλθον εις τα Πατριαρχεία και τον ζητούν ο μέγας διερμηνεύς Σταυράκης Αριστάρχης και ο Τούρκος γενικός γραμματεύς του υπουργείου των Εξωτερικών, νομίσας δε ο Άγιος ότι ήλθον δι’ επίσκεψιν επί τη εορτή του Πάσχα ηγέρθη και ανέμενεν. Αλλ’ ο διερμηνεύς μεταβάς εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου και προσκαλέσας εσπευσμένως τους Αρχιερείς ανέγνωσε σουλτανικόν φιρμάνιον δια του οποίου ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ επαύετο ως ανάξιος του Πατριαρχικού θρόνου, αγνώμων προς την Υψηλήν Πύλην και άπιστος. Ο έκπτωτος Πατριάρχης συλληφθείς αμέσως υπό των παρισταμένων Γενιτσάρων απήχθη εις τας φυλακάς Μποστανζήμπαση, ένθα υποβληθείς εις πολυτρόπους βασάνους και εμπαικτικάς ερωτήσεις ετήρησεν αξιοθαύμαστον σιωπήν, την οποίαν διέκοψεν άπαξ μόνον εις τας προτροπάς των βασανιστών, όπως εξομώση την εις Χριστόν Πίστιν και σωθή, ειπών· «Ο Πατριάρχης των Χριστιανών Χριστιανός αποθνήσκει». Μετά τινας ώρας ωδηγήθη υπό πολυαρίθμου φρουράς εις την αποβάθραν του Φαναρίου, νομίσας δε ότι εκεί ήτο ο τόπος της εκτελέσεώς του, ανέτεινε τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν και ποιήσας το σημείον του Σταυρού εγονυπέτησε και έκλινε τον αυχένα προς αποκεφαλισμόν. Ηγέρθη όμως και πάλιν εκείθεν συρόμενος υπό των δημίων, οίτινες περιήγαγον αυτόν δια του πολυαρίθμου τουρκικού πλήθους μέχρι των Πατριαρχείων, όπου και τον απηγχόνισαν εις την μεσαίαν πύλην αυτών. Έκτοτε η πύλη αύτη παραμένει κλειστή. Κατά δε την τελευταίαν προ του απαγχονισμού του στιγμήν, εκτείνας ο μακάριος εκείνος Πατριάρχης τας χείρας του, ηυλόγησε πάντας τους πιστούς και είπε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου». Ταύτα πάντα συνέβησαν καθ’ ον χρόνον οι ευρισκόμενοι εις τα Πατριαρχεία Αρχιερείς, αγνοούντες τα γενόμενα και νομίζοντες τον μακάριον Γρηγόριον εις εξορίαν μόνον απαχθέντα, ανευφήμουν τον νέον Πατριάρχην Ευγένιον. Επί δε του ασπαίροντος έτι σώματος του αοιδίμου Γρηγορίου προσελθών ο Τούρκος φρούραρχος ανήρτησε χάρτην, επί του οποίου ανεγράφετο δια μακρών η αιτία της καταδίκης του. Το νεκρόν σώμα του Γρηγορίου παρέμεινεν επί της αγχόνης επί τρεις ημέρας, εις μάτην δε ο νέος Πατριάρχης Ευγένιος προσεπάθησε να αγοράση τούτο προς ενταφιασμόν. Την ιγ΄ (13ην) Απριλίου οι Εβραίοι, αγοράσαντες αντί οκτακοσίων γροσίων το θείον Λείψανον του Αγίου Γρηγορίου έσυρον τούτο αλαλάζοντες επί των λιθοστρώτων δρομίσκων του Φαναρίου, μέχρις ότου αποκαμόντες έρριψαν αυτό υβρίζοντες εις την θάλασσαν. Τότε ο δήμιος επιβάς ακατίου έσυρε δια σχοινίου το άγιον Λείψανον μέχρι των μέσων του Κερατίου Κόλπου και εκεί προσδέσας μέγαν λίθον εις τον λαιμόν τούτου και διατρυπήσας επανειλημένως το σώμα δια μαχαίρας δια να καταβυθισθή, αφήκε τούτο και ανεχώρησεν.

Παρά ταύτα όμως, θέλων ο στεφοδότης Χριστός να δοξάση και νεκρόν τον Άγιον, εχαρίτωσε τόσον το ιερόν αυτού Λείψανον, ώστε αναδυθέν τούτο αφ’ εαυτού εκ του βυθού της θαλάσσης, παρ’ όλον το βάρος τού προσδεδεμένου λίθου και υπό των κυμάτων παραρριπτόμενον προσήγγισεν εις ελληνικόν τι πλοίον υπό ρωσικήν σημαίαν. Αναγνωρισθέν τότε υπό των ναυτών, ανεσύρθη κρυφίως την νύκτα και μετά πάσης σπουδής μετεφέρθη υπό του Κεφαλλήνος πλοιάρχου Μαρίνου Σκλάβου εις την Οδησσόν της Ρωσίας. Εκεί άσηπτον και άοσμον διατηρούμενον, ως βεβαιούσι τα υπό των ρωσικών αρχών καταρτισθέντα πρωτόκολλα, ενεταφιάσθη μετ’ αυτοκρατορικής μεγαλοπρεπείας εις την Ελληνικήν Εκκλησίαν της Αγίας Τριάδος εν βαθυτάτη συγκινήσει απάσης της Ορθοδόξου Ρωσίας. Κατά δε το έτος αωοα΄ (1871), επί τη εορτή της πεντηκονταετηρίδος τού υπέρ της απελευθερώσεως της Ελλάδος Αγώνος, ανεκομίσθη το ιερόν τού Αγίου τούτου Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ Λείψανον εξ Οδησσού εις Αθήνας μετά βασιλικής πομπής και μεγαλοπρεπούς παρατάξεως και κατετέθη εν τω Ιερώ Ναώ της Μητροπόλεως των Αθηνών. Αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός ημών, ο εύσπλαγχνος και ελεήμων, σκέπαζε εσαεί εν ειρήνη και ευσεβεία την Αγίαν Σου Εκκλησίαν και σώζε τας ψυχάς ημών. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΦΩΝΗ

Άγνωστες πτυχές από το μαρτύριο  της Οσίας Μητρός ημών  Θεοδώρας της πολιούχου της Άρτας.(απόσπασμα)

Έρευνα πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου – εκπαιδευτικού (χημικού)

Eισαγωγικά

Ο κύριος βιογράφος και συγγραφέας του επίσημου συναξαρίου της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας είναι ο μοναχός Ιώβ Μέλης. Το συγκεκριμένο συναξάριο παρουσιάζει αρκετά προβλήματα που θα τα παρουσιάσουμε μελλοντικά σε άλλες δημοσιεύσεις.

Η πολυετής έρευνά μας  απέδειξε ότι η προφορική τοπική παράδοση διέσωσε πολλά άγνωστα στοιχεία για το πενταετές μαρτύριο της Οσίας στην ορεινή Άρτα και μάλιστα μερικά δίνουν άλλη διάσταση στην αφήγηση του Συναξαρίου του Ιώβ . Τα άγνωστα σε πολλούς  στοιχεία περιλαμβάνονται  και σε αρκετές δημοσιεύσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις  παρακάτω:

Α. Στο βιβλίο της καθηγήτριας  Αναστασίας   Ν. Κυνηγοπούλου και στην  σχετική ενότητα «Βασίλισσες και πριγκίπισσες Άγιες της Εκκλησίας»

Β. Στο βιβλίο-«Ιστοριογραφία της Πίνδου» -Έκδοση Δήμου Αγνάντων 2010 σελ.252) των Αθανασίου και Χρίστου Μακρυγιάννη.

Γ. Στο βιβλίο του Δημητρίου  Φερούση  με τίτλο Θεοδώρα Κομνηνή Βασίλισσα και μοναχή. (Μυθιστορηματική βιογραφία)

Δ. Στο εξαντλημένο βιβλίο «Θεοδώρα. Η Βασίλισσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και Ακαρνανίας». (Άρτα 1960) κ.α

Ένα καινούργιο στοιχείο που προκύπτει από την τοπική προφορική παράδοση είναι και ο τόπος εξορίας της Οσίας. Σύμφωνα με την σωζόμενη προφορική παράδοση, η Αγία Θεοδώρα δεν εξορίστηκε στην Πρένιστα (σημερινό Κορφοβούνι), αλλά στο δάσος της Πρέντας, που βρισκόταν κοντά στο σημερινό χωριό Πηγές, το οποίο αργότερα ονομάστηκε Βρέστην –Νίτσα ή Βρεστενίτσα.

( Βρεστενίτσα, σλαβικό τοπωνύμιο (Брестеница) που σημαίνει «Φτελότοπος)

 Οπότε από τις λέξεις Πρέντα + Νίτσα προέκυψε το Πρένιστα. (Πρέντα +Νίτσα= Πρέντιστα ή Πρένιστα.)

Στην συνέχεια δημοσιεύουμε απόσπασμα από την νέα βιογραφία της Οσίας που συνθέσαμε με βάση τα στοιχεία της τοπικής  παράδοσης τα οποία συλλέξαμε. Προτείνουμε στους αρμόδιους φορείς, αφού ασχοληθούν πρώτα με την επίσημη Αγιοκατάταξη της Οσίας στο Εορτολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου (ώστε η μνήμη της να τελείται πανορθοδόξως στις 11 Μαρτίου) να ασχοληθούν εκτενέστερα με τον βίο και την πολιτεία της όπως διασώζει και η ιστορική και η τοπική παράδοση, να γραφεί εκτενέστερα το Συναξάριο και να διορθωθούν πολλά από τα λάθη που υπάρχουν στις μέχρι τώρα εκδόσεις, που αφορούν την  Οσία.

1.Σύντομα ιστορικά στοιχεία

Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας (1170 – 1215) από τον Οίκο των Αγγέλων ήταν ο ιδρυτής του Δεσποτάτου της Ηπείρου και πρώτος Δεσπότης της Ηπείρου (1205 – 1215).

Η ακριβής ταυτότητα της πρώτης συζύγου του Μιχαήλ Α΄ είναι άγνωστη. Ο Μιχαήλ Α΄ νυμφεύτηκε δύο φορές· το όνομα της πρώτης συζύγου του είναι άγνωστο, αλλά ανήκε στην Οικογένεια Μελισσηνών και απεβίωσε πρόωρα σε κάποια άγνωστη χρονική στιγμή. Η πρώτη εξαδέλφη της πρώτης συζύγου παντρεύτηκε τον στρατηγό του Θέματος της Νικόπολης (Ηπείρου) Σεναχειρίμ και μετά το τέλος αυτού από εξέγερση των υπηκόων του, ο Μιχαήλ Α΄ νυμφεύτηκε τη χήρα εκείνου. Η Εκκλησία δεν αναγνώρισε τον δεύτερο γάμο του, επειδή η δεύτερη σύζυγος ήταν εξαδέλφη της πρώτης. Ο Μιχαήλ Α΄ επικρίθηκε σκληρά από τους εχθρικούς ιστορικούς για τον δεύτερο αυτόν γάμο του και κατηγόρησαν τον γιο του Μιχαήλ Β΄ σαν νόθο. Ο Μιχαήλ Α΄ πιεζόμενος από τις αρνητικές κριτικές, απέρριψε από την διαδοχή τον γιο του αυτόν.

Ο ιστορικός Δημήτριος Πολέμης εκτιμά ότι ο Μιχαήλ Β΄ γεννήθηκε τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του πατέρα του (1205 – 1215), πιθανότατα το 1206. Συνολικά απέκτησε πέντε παιδιά, τρία από την πρώτη του σύζυγο και δύο από την δεύτερη. Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι η δεύτερη σύζυγος του Μιχαήλ Α  λεγόταν Αναστασία. Ο Μιχαήλ Β (Μιχαλίτζης ή Μιχαλίτσης), ο σύζυγος της Αγίας Θεοδώρας, τελικά όχι μόνο θα κυβερνήσει, αλλά θα είναι και ο πρώτος που θα πάρει επίσημα τον τίτλο του Δεσπότη. (τα υπόλοιπα ιστορικά στοιχεία παραλείπονται για λόγους συντομίας του άρθρου)

2.Η γνωριμία του Μιχαήλ Β με την Γαγγρινή.

Βρισκόμαστε στην εποχή που  ο Μιχαήλ Β, ο γιός της Αναστασίας, ήταν περίπου 18 ετών και έμεινε στα βόρεια του Δεσποτάτου. Γνωρίζει και συνδέεται με κάποιο αξιωματούχο Αλγέριο, ο οποίος τον γνωρίζει και τον συνδέει με την ωραιότατη φίλη του, χήρα μεγάλης για την εποχή μόρφωσης, που  ονομαζόταν Κάσσια –Κασιανή (άλλοι την ονόμαζαν Έλσα). Αυτή  ήταν γλωσσομαθής, αοιδός και δεινή χορεύτρια. Καταγόταν από τα Γάγγρα της Τουρκίας, πόλη που βρίσκεται κοντά στην Άγκυρα.

 Οι κάτοικοι της πόλεως αυτής ήταν Ασάνιδες (Βλαχοβούλγαροι) στην καταγωγή. Ήταν ανιψιά του Ιωάννου Ασάν, ο οποίος την εποχή εκείνη βρισκόταν σε πόλεμο με τον Δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Άγγελο στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Η παρουσία της στο ιστορικό προσκήνιο έχει ως πιθανότερη ερμηνεία, ότι ήταν κατάσκοπος του θείου της Ιωάννη Ασάν. Ο άνδρας της ήτανε οφικιάλιος του στρατού της Ανατολής και είχε αυτομολήσει στην ‘Αρτα, όπου ο Μιχαήλ Α τον ενέταξε στο επιτελείο του. Αλλά σε κάποια πολεμική σύγκρουση σκοτώθηκε, αφήνοντας την Γαγγρηνή χήρα στο κύκλο των μεγαλοκυράδων του παλατιού της Ηπείρου.  Η γνωριμία της με τον Μιχαήλ Β εξελίχθηκε σε κεραυνοβόλο έρωτα, τον οποίο επεδίωξε με κάθε τρόπο η Κασσιανή.

Όταν ο Μιχαήλ Β  24 ετών περίπου, πληροφορήθηκε, ότι ο θείος σου Θεόδωρος Α νικήθηκε το 1230 από τον Ιωάννη Β Ασάν, επικοινώνησε με τον άλλο θείο του τον Μανουήλ, ο οποίος τον κάλεσε επειγόντως στην Θεσσαλονίκη. Εκεί ο θείος του πρότεινε να πάει στα Σέρβια να γνωρίσει τον Θεόδωρο Πετραλείφη, άρχοντα των Σερβίων, διορισμένο πριν τον Θεόδωρο και να συνάψουν στρατιωτική  συνεργασία και στην συνέχεια με πολεμική συνοδεία να έλθει στην Άρτα και να αναλάβει την ηγεμονία του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Έτσι ο Μιχαήλ με την μητέρα του Αναστασία αναχωρούν για τα Σέρβια.

Στην αποχαιρετιστήρια συνάντησή του με την Κασσιανή ο νεαρός πρίγκιπας πληροφορείται από αυτήν ότι πολύ σύντομα πρόκειται να τοποθετηθεί Δεσπότης στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και ότι η Κασσιανή θα βρίσκεται στην Άρτα νωρίτερα από αυτόν. Η πληροφορία ευχαρίστησε μεν τον Μιχαήλ Β, αλλά δεν γνώριζε την προέλευσή της. Πάντως στην μητέρα του Αναστασία δεν ανέφερε τίποτα.

3. Ο γάμος του Μιχαήλ με την Θεοδώρα

Στα Σέρβια ο Μιχαήλ γνώρισε την Θεοδώρα και εντυπωσιάσθηκε  από την ομορφιά της και τα άλλα της χαρίσματα. O Michell Averoff  στο βιβλίο του “Jadis en Romanie”(=Μια φορά στην Ρωμανία)  περιγράφει ως εξής την γνωριμία του Μιχαήλ και της Θεοδώρας.

« Ένα νεαρό πρόσωπο τράβηξε την προσοχή του Μιχαήλ περισσότερο από τα άλλα της συντροφιάς. Ήταν ένα νεαρότατο κορίτσι …Έμαθε ότι ήταν η δευτερότοκη κόρη των Πετραλίφα  Θεοδώρα. Ήταν πανέμορφη και οι χαριτωμένοι τρόποι της εντυπωσίασαν τον Μιχαήλ. Τόσα προτερήματα συμπλήρωναν αυτή την ομορφιά, τόσες χάρες, που αυτός ο αυστηρός Δεσπότης ούτε καν φανταζόταν ότι υπήρχαν. Μαγεύτηκε από την έκφραση των μεγάλων ματιών με τα μαύρα βλέφαρα.

Μετά από δύο τρεις συναντήσεις ο Μιχαήλ κατάλαβε ότι είχε πλήρη συνείδηση της βαθιάς εντύπωσης που προκαλούσε και ότι δεν την πείραζε καθόλου…. Ήταν η πρώτη φορά που η Θεοδώρα γνώριζε παρόμοιο άνθρωπο, σπουδαίο και με επιθυμητή φυσιογνωμία που όμως το βελούδινο βλέμμα, μαύρο και διαπεραστικό πλημμύριζε από τρυφερότητα, όταν απευθυνόταν σ΄ αυτήν. Αυτός από την μεριά του πίστευε ότι προς το παρόν υπήρχε κάτι περισσότερο από εύθυμη περιέργεια στο βλέμμα με το οποίο αυτή αντιμετώπιζε την συμπεριφορά του. Έχοντας εμπιστοσύνη στο μέλλον του ο Μιχαήλ έκανε πρόταση γάμου στην οικογένεια της νεαρής, η οποία έγινε αμέσως δεκτή.».

Μετά τις θρησκευτικές και εκκλησιαστικές διαδικασίες  το νιόπαντρο ζευγάρι Μιχαήλ και Θεοδώρα ήρθε  στην Άρτα.

Η Θεοδώρα αναλαμβάνει την οικονομική διαχείριση για την αναστήλωση της πόλεως Άρτας και των συνοικισμών εξαιτίας των πλημμυρών του ποταμού Αράχθου. Για την τόνωση του ηθικού του υπόλοιπου πληθυσμού αποφασίζεται η ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού αφιερωμένου στην Θεοτόκο Ευαγγελίστρια, από την οποία ανέμεναν τον Ευαγγελισμό και την φώτιση, ώστε να κτιστεί μια μόνιμη γέφυρα, που θα παρηγορούσε και θα εξυπηρετούσε τον πληθυσμό της περιοχής.

Δεν είχε συμπληρωθεί ακόμα ένας χρόνος και ξαφνικά φτάνει στην Άρτα η μητέρα του Μιχαήλ και πεθερά της Θεοδώρας Αναστασία.

4.Το μαρτύριο της Βασίλισσας Θεοδώρας.

Η Αναστασία από την πρώτη στιγμή της άφιξής της ζητά να πληροφορηθεί από τον γιό της Μιχαήλ, εάν έχει σχέση με την Κάσσια και με τον Αλγέριο. Ο Μιχαήλ απέφυγε να το αποκαλύψει. Στην συνέχεια η μητέρα του με επιτακτικό ύφος ζητά να εγκατασταθεί η Κασσιανή εντός των Ανακτόρων, γεγονός που συμφωνεί και ο Μιχαήλ.

Διαδίδεται στην πόλη της Άρτας, ότι η πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου κατασκοπεύεται δήθεν από μια γυναίκα, που ήλθε από τα Γάγγρα. Και ενώ ο Μιχαήλ απουσιάζει προεδρεύει του Συμβουλίου η Θεοδώρα, που χωρίς να γνωρίζει την παγίδα εγκρίνει την σύλληψη της Γαγγρινής, η οποία δεν είναι άλλη από την πρώην φίλη του Μιχαήλ. Το πρωί της επόμενης μέρας η Κάσσια-Γαγγρινή συλλαμβάνεται, οδηγείται στα ανάκτορα και την κλείνουν στις φυλακές. Μόλις πληροφορήθηκε η Βασίλισσα Θεοδώρα την σύλληψη της Γαγγρινής, την ζητά σε συζήτηση-ανάκριση. Αμέσως με την είσοδο αυτής στο Γραφείο του Στέμματος, μπαίνει και η πεθερά της βασίλισσας Αναστασία, η οποία βλέποντας την Κασσιανή την αγκαλιάζει και την φιλάει ενώπιον της Θεοδώρας. Διαμαρτύρεται στην Θεοδώρα  έντονα για την σύλληψή της και αναλαμβάνει την ευθύνη για το ποιόν της Γαγγρινής. Προτείνει να αφεθεί ελεύθερη εντός των ανακτόρων  και της ανατίθεται μια εργασία για να απασχολείται. Το τελευταίο το πρότεινε για να παρακολουθείται δήθεν η Γαγγρινή, ενώ στην πραγματικότητα ήταν να προετοιμάσει την απομάκρυνση της ίδιας της Θεοδώρας.

Ένα νέο σοβαρό πρόβλημα επίσης προκύπτει και αφορά την σχέση του Μιχαήλ Β με την Θεοδώρα. Η Θεοδώρα  κατηγορείται στον Μιχαήλ, που μόλις είχε επιστρέψει, ότι κατασπαταλά τα χρήματα των Ανακτόρων. Τα έργα γενικά σταματούν. Ο ανθρωποκτόνος διάβολος έφερε επίσης  μεγάλες πορνικές προσβολές κατά του ανδρός της Μιχαήλ. «Η Γαγρινή με τας σατανικάς της μαγείας καταμαλάξασα την γνώμην του Βασιλέως Μιχαήλ,  ολίγον κατ’ ολίγον τον έκαμε έξω φρενών, και εις μεγάλην μανίαν τον έφερε τόσον, οπού εκοιμάτο του λοιπού με την Γαγρινήν, πορνεύων αυτήν ο Βασιλεύς και ως ιδίαν γυναίκα την πόρνην μεταχειριζόμενος, κατά δε της νομίμου γυναικός του Αγίας Θεοδώρας εκίνησε μεγάλην έχθραν, τόσον οπού, ου μόνον την εκαταφρόνει και την έδερνε, και διάφορα άλλα κακά ο Βασιλεύς την έκαμνε καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν, δια καταφρόνησίν της, κινούμενος από τας μαγείας της πόρνης Γαγρινής, την οποίαν είχε πάντοτε εις το παλάτι του, ασελγών μετ’ αυτής και πορνεύων, χωρίς να στοχάζεται μήτε φόβον Θεού, μήτε εντροπήν ανθρώπων, αλλ’ επρόσταξε τους δούλους του και όλους του παλατίου να μη υπακούωσι και να γνωρίζωσι δια κυρίαν των την μοιχαλίδα εκείνην Γαγρινήν και εκείνης το θέλημα να κάμνωσι». (Ο. Περάνθης)

Η κλίνη της Βασίλισσας Θεοδώρας συνεχώς μολύνεται από την μοιχαλίδα Γαγγρινή, ενώ η Αγία Θεοδώρα είναι έγκυος. Και όμως δεν μιλάει, αλλά μόνο προσεύχεται και κλαίει. Το μόνο έργο που πρόλαβε να τελειώσει ήταν ο  ναός του Αγίου Γεωργίου, εκτός από τον εξώναο.

Ο γάμος του Μιχαήλ με την Θεοδώρα ήταν μια προετοιμασία της Αναστασίας, ώστε να αναγκαστεί ο   Δεσπότης Θεόδωρος να εγκρίνει την επαναφορά και τοποθέτηση του γιού της Μιχαήλ Β στην πρωτεύουσα Άρτα, το οποίο και πέτυχε. Τώρα δεύτερος σκοπός της ήταν να εξαφανίσει την Θεοδώρα και να την αντικαταστήσει με την Γαγγρινή, που είναι της ίδιας καταγωγής και συγγενής της. Και έτσι με τον τρόπο αυτό το Δεσποτάτο της Ηπείρου θα ήταν πάντα υποχείριο των Βλαχοβουλγάρων Ασάνηδων.

5.Η Βασίλισσα Θεοδώρα αποπέμπεται

Ήταν τριών μηνών έγκυος η Αγία Θεοδώρα, όταν της στήνεται η δεύτερη παγίδα. Κάποια μέρα επισκέπτεται τα ανάκτορα μια γερόντισσα, η οποία διηγείται στην Αναστασία ένα πλαστό όνειρο, το οποίο αυτές οι δύο είχαν σκηνοθετήσει. Δήθεν παρουσιάστηκε στην γερόντισσα ο Χριστός και ζήτησε να οικοδομήσει μια μικρή εκκλησία σε σπήλαιο ασκητηρίου της περιοχής του δάσους της Πρέντας, όπου ασκητεύει ένας γέρος ασκητής. Όταν άκουσε αυτό η Θεοδώρα  αποφασίζει να μεταβεί επί τόπου αν και  ήταν έγκυος. Ήταν η πρώτη φορά που η Αναστασία ενδιαφέρεται για την ανέγερση ναού.

6.H εγκατάλειψη

Την μεθεπομένη μέρα, ενώ πάλι απουσίαζε ο Μιχαήλ, ξεκινάει μια μικρή πομπή για την Πρέντα. Μαζί με την βασίλισσα Θεοδώρα είναι ο Αλγέριος και τρεις αυλικοί αξιωματούχοι. Η εκκίνηση έγινε πολύ πρωί, διότι θα επέστρεφαν το βράδυ. Υπολογίστηκε δε ότι όλο το ταξίδι θα διαρκούσε  8 -10 ώρες. Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα φθάνουν στο δάσος της Πρέντας. Βαδίζοντας σε μια μικρή στενωπό, φθάνουν σε ένα σημείο το οποίο δεν επέτρεπε την παραπέρα πορεία. Εκεί αφιππεύουν και αποφασίζουν να γίνει μια ανίχνευση στην γύρω περιοχή για την ανακάλυψη δήθεν του Ασκητηρίου. Αναχωρούν για την ανίχνευση και οι τέσσερις ιππείς και ακολουθούνται από το λευκό άλογο της Βασίλισσας το οποίο σκόπιμα δεν είχε δεθεί. Και έτσι η Θεοδώρα παρέμεινε στο δάσος μόνη της περιμένοντας την επιστροφή των αξιωματούχων.

7.Το σωτήριο όνειρο.

Η εγκυμοσύνη και η κόπωση από την πολύωρη πορεία, αλλά και η αναμονή της επιστροφής του Αλγερίου με τους αξιωματούχους της έφερε σε κατάσταση ύπνου την βασίλισσα. Μέσα στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα, βλέπει το εξής όνειρο. Παρουσιάζεται ενώπιον της Αγίας ένας άγνωστος Ιεράρχης ντυμένος με τα ιερά του άμφια ο οποίος της λέγει:

«Λάβε εκ του σακιδίου σου τα πυρεία, τις λαμπάδες και το λάδι, τα οποία έχεις προορισμένα για το ασκητήριο και άναψε μεγάλη φωτιά και διατήρησέ την για μια μέρα και δύο νύκτες και θα σωθείς».

Μόλις ξύπνησε η Θεοδώρα ήταν 5 μ.μ και τίποτε δεν άκουγε παρά μόνο το θρόϊσμα των φύλλων από τα δένδρα. Αμέσως συγκεντρώνει φρύγανα και ξύλα και τα τοποθετεί στην ρίζα ενός ξηρού δένδρου και ανάβει μεγάλη φωτιά, με αποτέλεσμα να πάρει φωτιά και το δένδρο. Και η ανταύγεια του φλεγόμενου δένδρου ήταν πολύ μεγάλη. Το όνειρο συντάραξε την Θεοδώρα η οποία άρχισε να προσεύχεται. Είχε πλέον αντιληφθεί ότι είχε εγκαταλειφθεί στην ερημιά.

Είχε νυκτώσει πλέον, όταν τα ουρλιάσματα των άγριων ζώων προσέγγιζαν την θέση της φωτιάς, χωρίς όμως να τολμούν να πλησιάσουν.

Η νύκτα πέρασε ήρεμα και το πρωί η Βασίλισσα βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Κοντά στην φωτιά έμεινε όλη την μέρα προσευχόμενη να ξαναδεί όνειρο συμβουλευτικό. Η δεύτερη νύκτα υπήρξε σκοτεινή και εφιαλτική.

Στα ανάκτορα μυστικά πανηγύριζαν την εξαφάνιση της Αγίας, χωρίς ο λαός να γνωρίζει κάτι. Οι δε τέσσερις αξιωματούχοι που επέστρεψαν ακούστηκαν να λένε στην Γαγγρινή, ότι ούτε κόκκαλο αυτής θα βρεθεί, επειδή τα θηρία του δάσους θα την κατασπαράξουν.

Κοντά στην φωτιά που είχε ανάψει η Βασίλισσα, συνεχίζει να προσεύχεται, ενώ σε κάποια κορυφή που δέσποζε  της περιοχής αυτής, ένας γέρος ασκητής βγαίνοντας κατά την 2η μεταμεσονύκτια ώρα από το ασκητήριό του, βλέπει την φωτιά και « πνευματικώ τω τρόπω» διαισθάνεται την ζητούμενη βοήθεια. Πολύ πρωϊ ξεκινάει για το μέρος όπου υπάρχει η φωτιά και μετά τετράωρη πορεία βρίσκεται μπροστά στην σχεδόν λιπόθυμη βασίλισσα στην οποία προσφέρει γαλακτώδη τροφή και νερό.

Η ενδυμασία πολλά προδίδει, αλλά ο ασκητής δεν μπορεί να φανταστεί τα συμβαίνοντα, περί δε της ταυτότητάς της τίποτε δεν λέγει η Θεοδώρα.

Κατά το σούρουπο η Βασίλισσα και ο Ανανίας (Τέλτσος ή Σέλτσος) –ο ασκητής –φθάνουν επιτέλους στην σπηλιά, όπου ήταν το ασκητήριο.

Την τρίτη νύκτα η Βασίλισσα κλαίει συνέχεια και προσεύχεται για όλους. Το πρωί λέγει στον ασκητή:

-Πάτερ Ανανία, γνώριζε ότι ούτε υπάρχει γυναίκα στο ασκητήριό σου, ούτε φάνηκε ποτέ. Αυτή θα πρέπει να είναι επί του παρόντος η απάντησή σου  σε οποιονδήποτε σε ρωτήσει. Αυτό είναι αρκετό προς το παρόν.

Μετά από λίγο χρονικό διάστημα ο Ανανίας αντιλαμβάνεται την συνασκήτριά  του έγκυο και πιστεύει ότι είναι μοιχαλίδα, αλλά τίποτε δεν ανέφερε γι΄αυτό. Όμως φρόντισε να μετακομίσει  σε διπλανό σπήλαιο -ασκητήριο.

Πέρασαν περίπου έξι μήνες και η Βασίλισσα Θεοδώρα γεννά στην ερημιά τον γιο της τον πρωτότοκο και τον ονομάζει Νικηφόρο, όνομα του θείου του συζύγου της.

Στα ανάκτορα στην Άρτα τα πάντα είναι ήσυχα. Ο Μιχαήλ Β με την μοιχαλίδα του και κατάσκοπο Γαγγρινή γεννά δύο γιούς, τον Ιωάννη και τον Θεόδωρο. Ο Ιωάννης γεννήθηκε ένα χρόνο μετά την εξαφάνιση της Θεοδώρας. Η Αναστασία πλέον είναι σίγουρη ότι η Θεοδώρα δεν ζει και στις συζητήσεις της την αποκαλούσε «συγχωρεμένη».

8.Το τραγικό τέλος της Αναστασίας

Εν τω μεταξύ από το έτος 1223 ο Δεσπότης Θεόδωρος είναι εγκατεστημένος στην Θεσσαλονίκη, την οποία είχε ανακηρύξει Πρωτεύουσα. Ονομάζει τον εαυτό του Αυτοκράτορα των Ρωμαίων και τιτλοφορείται Θεόδωρος ο Α΄ Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, Κομνηνός Άγγελος Δούκας και Δεσπότης του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Η Αναστασία ετοιμάζεται να ρυθμίσει το ζήτημα της διαδοχής του Αυτοκράτορα του Θεοδώρου Αγγέλου. Γι΄ αυτό  μεταβαίνει στην Θεσσαλονίκη στον Θεόδωρο, ο οποίος πλέον γνωρίζει λεπτομερώς για την εξαφάνιση της Θεοδώρας.

Συνδυάζει δε αυτό το ταξίδι η Αναστασία και με επίσκεψη στους Ασάνηδες συγγενείς της. Αλλά στην διαδρομή της συναντά αγέλη πεινασμένων λύκων που επιτίθενται και κατασπαράζουν και αυτή αλλά και τους τέσσερις συνοδούς της μαζί με τα άλογά τους. Έτσι απαλλάχτηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου από τις μηχανορραφίες της Αναστασίας.

9.Η ζωή στο Ασκητήριο.

Ο ασκητής Ανανίας είχε φροντίσει να βρει, με την βοήθεια των κατοίκων της Πρέντας δύο κατσίκες, για να τρέφεται με γάλα ο Νικηφόρος και η μητέρα του. Ο Νικηφόρος είναι πλέον τεσσάρων ετών και πάντα ακολουθεί την μητέρα του στην βοσκή των δύο ζώων.

Εν τω μεταξύ οι λιγοστοί  κάτοικοι της Πρέντας, όταν συναντιόταν με τον ασκητή του μετέφεραν τα πάντα για την Γαγγρινή, η οποία τελευταία είχε μισηθεί από τον λαό. Όσα μάθαινε τα μετέφερε στην Θεοδώρα από την οποία όμως δεν έπαιρνε καμία απάντηση ή σχόλιο. (Συνεχίζεται)

10.Η απώλεια του μοναδικού κειμηλίου της Αγίας.

Κάποια μέρα η Θεοδώρα με τον Νικηφόρο πήγαν για βοσκή τα δύο ζώα τους. Η Θεοδώρα ανέβηκε σε κάποιο δένδρο, έκοβε φύλλα και τα έριχνε στα ζώα για τροφή. Χωρίς να το αντιληφθεί, κάποια στιγμή κάποιο κλαδί κόβει την χρυσή αλυσίδα με το περιδέραιο που έφερε το Βασιλικό στέμμα στο στήθος της.  Την απώλεια αυτή την αντιλήφθηκε πολύ αργότερα και δεν μπόρεσε να καθορίσει την ημέρα κατά την οποία έχασε το βασιλικό περιδέραιο. Και παρόλες τις προσπάθειές της δεν μπόρεσε να το βρει. Στενοχωρήθηκε πολύ γιατί πλέον έχασε την μοναδική απόδειξη της ταυτότητάς της.

Ήταν μεγάλη Τεσσαρακοστή. Κάποια μέρα ο Ανανίας, ενώ καθόταν στην σκιά ενός δένδρου βλέπει να κινείται μπροστά του μια ανακλαστική ακτίνα του  ήλιου, όπως συμβαίνει και με τους καθρέπτες. Παρατηρώντας προσεκτικά την ακτινοβολία βλέπει πάνω στο δένδρο να κρέμεται ένα αντικείμενο που λάμπει, το οποίο με το ραβδί του το ρίχνει στη γη. Όταν το περιεργάστηκε ύψωσε τα μάτια του στον  ουρανό και προσευχήθηκε για το θείο αυτό δώρο, με την αξία του οποίου θα κάλυπτε τις ανάγκες των ενοίκων του ασκητηρίου εν όψει του Πάσχα. Έκρυψε με επιμέλεια το πολύτιμο αντικείμενο και κράτησε μυστική την ανεύρεσή του. Και μεταβαίνει την επόμενη μέρα στο χωριό Πρέντα. Φτάνει στο χωριό το μεσημέρι και πηγαίνει στο σπίτι, όπου έμεινε γνωστή του οικογένεια. Χωρίς να χάσει καιρό ρωτάει τον γιο της οικογένειας Ιππόλυτο, αν κατεβαίνει τακτικά στην Άρτα και αν μπορεί να του εμπιστευτεί μια σοβαρή υπόθεση. Στην καταφατική απάντηση του Ιππολύτου, ο Ανανίας παίρνει θάρρος και του λέει.

-Άκουσε παιδί μου. Εδώ στο ράσο μου έχω κρυμμένο αυτό το χρυσαφικό. Αυτό είναι η μόνη μου περιουσία. Θα σε παρακαλέσω, όταν μεταβείς στην Άρτα, να ρωτήσεις ένα χρυσοχόο τι αξίζει, να το πουλήσεις και με τα χρήματα αυτά θέλω να αγοράσω μία κατσίκα, ρούχα και λάδι.

11.H αποκάλυψη

Ο Ιππόλυτος μεταβαίνει στην Άρτα για την εκτέλεση της εμπιστευτικής αποστολής και επισκέπτεται ένα Χρυσοχοείο, για να πληροφορηθεί τα σχετικά με την αξία του περιδέραιου. Ο χρυσοχόος, αφού περιεργάστηκε το κόσμημα, άρχισε να κλαίει. Πίσω από το στέμμα διέκρινε μικρά γράμματα με τις λέξεις. «Θεοδώρα Βασίλισσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, σύζυγος Μιχαήλ του Β». Με δακρυσμένα μάτια ρωτάει τον Ιππόλυτο.

-Τίνος είναι αυτό άνθρωπέ μου;

-Είναι του Ανανία του ασκητή, απαντάει ο Ιππόλυτος.

Και συνεχίζει: «Βρίσκεται σε ελεεινή κατάσταση και μου το έδωσε να το πουλήσω και να του αγοράσω λίγα απαραίτητα πράγματα»

Ο χρυσοχόος χωρίς καθυστέρηση αδειάζει όλα τα χρήματα που είχε στο συρτάρι του και χωρίς να τα μετρήσει τα βάζει στην μανδήλα του Ιππόλυτου και του λέγει:

-Πάρε τα χρήματα αυτά τώρα και θα σου δώσω πολύ περισσότερα ακόμα και θα σου επιστρέψω το περιδέραιο αρκεί να με βοηθήσεις.

-Μα πώς θα σε βοηθήσω, του λέγει ο Ιππόλυτος.

-Να ανακαλύψουμε την βασίλισσά μας, γιατί αν δεν την βρούμε, θα χαθούμε όλοι μας με την διαφθαρμένη Γαγγρινή, του απαντά ο χρυσοχόος.

-Έλα μαζί μου Ιππόλυτε, του λέγει ο χρυσοχόος, θα πάμε μια στιγμή στην Μητρόπολη στον Επίσκοπο….

Μέσα σε μια ώρα η είδηση κυκλοφορεί σε ολόκληρη την Άρτα. «Η Βασίλισσα μας ζει….»

12.Η μυστική συνεδρίαση στην Μητρόπολη.

Όταν ο χρυσοχόος με τον Ιππόλυτο φτάνουν στην Μητρόπολη, παρουσιάστηκαν αμέσως στον Επίσκοπο, ο οποίος κάλεσε επειγόντως τους άμεσους συνεργάτες του  ιερείς, καθώς και τις δύο ηγουμένες Κάτω  Παναγιάς και Ελεούσας και άρχισε αμέσως η συνεδρίαση.

Ο Μητροπολίτης ερωτά τον Ιππόλυτο, για να μάθει σε ποιόν ανήκει το περιδέραιο και ακούει ότι ανήκει στον Ανανία και σε κανέναν άλλο.

Τότε ερωτά μήπως μετά την κατασπάραξη της Βασίλισσας από τα θηρία βρήκε ο ασκητής το περιδέραιο. Και ο χρυσοχόος απαντά:

«Εάν Σεβασμιότατε το περιδέραιο βρισκόταν μετά την κατασπάραξη της Βασίλισσας από τα θηρία θα ήταν σε πολλά σημεία κομμένο ή κατεστραμμένο ή θα είχε εμφανή σημάδια τέτοιου γεγονότος. Ενώ τούτο είναι παντελώς ανέπαφο. Ζει  Σεβασμιότατε η Βασίλισσά μας».

Τότε παίρνει τον λόγο η Ηγουμένη της Κάτω Παναγιάς Μαρία, η οποία ρωτάει:

-Πότε θα επανέλθει Ιππόλυτε ο Ανανίας, για να παραλάβει τα είδη που θα αγοράσεις από το αντίτιμο του κοσμήματος;

-Την ερχόμενη Τετάρτη» απαντά ο Ιππόλυτος.

-Τότε Ιππόλυτε, λέγει η Μαρία, θα σου δώσει η Μητρόπολη πόσα χρήματα χρειάζεται για να αγοράσεις άνετα όσα σου είπε ο ασκητής και τα υπόλοιπα θα τα ρυθμίσουμε εμείς.

-Έχω αρκετά χρήματα, απαντά ο Ιππόλυτος, μου έδωσε ο χρυσοχόος.

-Τότε είσαι ελεύθερος, Ιππόλυτε. Άλλωστε και σύ επιθυμείς να βρεθεί η Βασίλισσά μας, λέγει η Μαρία.

-Όλοι λατρεύομε την Βασίλισσα, λέγει ο Ιππόλυτος και αποχωρεί.

Όταν αυτός απομακρύνθηκε, συνεχίζει η Ηγουμένη Μαρία:

-Σεβασμιότατε, αν συγκεντρώσουμε γυναικεία ρούχα σε ένα σάκο και τα παραδώσουμε στον Ανανία, αφού προηγουμένως του τα δείξουμε, τι γνώμη έχετε, θα δεχθεί να τα παραλάβει εφόσον θα είναι άχρηστα για το ασκητήριό του; Εάν λοιπόν τα δεχθεί, τούτο θα είναι μια επί πλέον απόδειξη, ότι ζει η Βασίλισσά μας. Εάν δεν τα δεχθεί, θα αποτελεί τεκμήριο ότι δεν ζει».

-Πολύ σοφή η πρόταση, Ηγουμένη Μαρία, λέγει ο Επίσκοπος. Ρυθμίστε το ζήτημα, όπως νομίζετε. Πέντε ιερείς και δύο Ηγουμένες είστε αρκετοί για να διαλευκάνετε την υπόθεση. Ο Θεός βοηθός σας.

13.Η συνάντηση

Είναι μέρα της εβδομάδος Τρίτη και  πριν την Μεγάλη εβδομάδα, όταν αποβραδίς ο Ανανίας επισκέπτεται την Θεοδώρα στο Ασκητήριό του και την ενημερώνει, ότι την αυριανή μέρα θα ξαναπάει στην Πρέντα.

Ο Νικηφόρος παρακολουθεί με προσοχή και παίρνει την απόφαση με το παιδικό του μυαλό, να ακολουθήσει τον παπά.

Εξάλλου από την Τρίτη το βράδυ οι δύο ηγουμένες βρίσκονται στην οικία του Ιππολύτου στην Πρέντα, για να συναντήσουν την επομένη τον Ανανία. Ταυτόχρονα διασκορπίζονται οι πέντε ιερείς και καταλαμβάνουν θέσεις σε όλες τις διαβάσεις του δάσους, ένας δε εξ αυτών κρύβεται κοντά στο μοναδικό πηγάδι της περιοχής.

Όταν ο Ανανίας αναχώρησε από το ασκητήριο, ήταν πολύ πρωί, βαθύ σκοτάδι και δεν κατάλαβε ότι τον ακολουθούσε ο μικρός Νικηφόρος. Αυτός είχε σηκωθεί κρυφά, όταν η μητέρα του βγήκε από το σπήλαιο για να τακτοποιήσει τις δύο κατσίκες. Όταν όμως μετά από μισή ώρα επέστρεψε στο σπήλαιο, διαπίστωσε την απουσία του μικρού Νικηφόρου και κατάλαβε ότι ακολούθησε τον ασκητή. Αμέσως έντρομη ακολούθησε την στενωπό του δάσους, μήπως και προλάβει τον Νικηφόρο.

Γύρω στο μεσημέρι της Τετάρτης, ο Ανανίας βρισκόταν σε θέση που απείχε γύρω στο ένα τέταρτο από την Πρέντα, όταν ακούει γρύλισμα άγριου ζώου και εν συνεχεία φωνές μικρού παιδιού. Αμέσως επιστρέφει προς τα εκεί που ακούστηκαν οι φωνές και βλέπει τον Νικηφόρο τραυματισμένο, να βρίσκεται μέσα σε ένα χαντάκι. Αμέσως τον παίρνει στα χέρια και τον μεταφέρει γρήγορα, παρά τα γεράματα και τη κούρασή του,  στο πρώτο σπίτι του χωριού που συναντά. Παρακάλεσε δε την οικοδέσποινα να τον περιποιηθεί μέχρις ότου επιστρέψει και τον παραλάβει.

Όταν έφυγε από το σπίτι ο Ανανίας, για να πάει στην οικία του Ιππολύτου, η οικοδέσποινα ρωτά το παιδί και μαθαίνει ότι ονομάζεται Νικηφόρος και είναι γιός της Θεοδώρας και του παππού. Κατάλαβε ότι ο μικρός είναι ο Διάδοχος του θρόνου. Δεν πρόλαβε να συνέλθει από την ταραχή της, όταν βλέπει την Θεοδώρα να μπαίνει στην αυλή του σπιτιού. Όταν την είδε ο μικρός Νικηφόρος έτρεξε στην αγκαλιά της.

Η οικοδέσποινα αμέσως γονατίζει μπροστά στην επισκέπτρια και αναφωνεί:

-Βασίλισσά μου Θεοδώρα, ο λαός σε αναζητεί.

-Κάποιο λάθος έγινε. Δεν είμαι η βασίλισσα, αλλά δούλη του Υψίστου, απαντά  η Θεοδώρα. Και παίρνει τον Νικηφόρο και φεύγει γρήγορα.

Όταν η οικοδέσποινα εκείνη συνήλθε από την ταραχή της, τρέχει αμέσως να ειδοποιήσει ότι είδε την βασίλισσα. Φτάνει στο πηγάδι, όπου ήταν ένας ιερεύς, στον οποίο αναφέρει τα πάντα. Και ο ιερεύς στην συνέχεια αποκαλύπτει στην γυναίκα ότι ο ίδιος πριν λίγη ώρα, που βρισκόταν σε κάποιο σημείο του δάσους κόβοντας ξύλα, συνάντησε μια γυναίκα που αναζητούσε ένα γέροντα με ένα παιδί και την θεώρησε τρελή.

Η οικοδέσποινα τρέχει προς την οικία του Ιππολύτου για να ειδοποιήσει ότι είδε την βασίλισσα, ο δε ιερέας τρέχει για να προλάβει καθ΄οδόν την βασίλισσα.

14.Ο Ανανίας και οι δύο Γερόντισσες  στο σπίτι του Ιππόλυτου.

Στο σπίτι του Ιππολύτου εν τω μεταξύ είχε φτάσει ο Ανανίας. Τον υποδέχτηκαν εγκάρδια και οι οικείοι, αλλά και οι δύο ηγουμένες, που βρισκόταν εκεί από το προηγούμενο βράδυ. Λαμβάνοντας τον λόγο η Ηγουμένη Μαρία λέγει στον ασκητή Ανανία.

-Πάτερ Ανανία, σας φέρουμε τις ευλογίες του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη, που σας στέλνει δύο κατσίκες, ρουχισμό και τρόφιμα. Επειδή ο ρουχισμός και τα τρόφιμα είναι πολλά, να εκλέξεις μόνος σου όσα σου χρειάζονται και τα υπόλοιπα να μοιραστούν στους φτωχούς.

Ανοίγει δε εν συνεχεία τον σάκο, ο οποίος περιέχει κατά μεγάλο μέρος γυναικείο ρουχισμό. Όταν τα είδε ο Ανανίας, όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε  αλλά ακούστηκε να λέγει:

-Ο Θεός φώτισε τον Άγιο Μητροπολίτη μας…

Ταυτόχρονα μόνος του διπλώνει τα ρούχα και τα τοποθετεί στον σάκκο.

Αμέσως η Ηγουμένη Μαρία τον ρωτάει:

-Υπάρχει πάτερ καμιά γυναίκα στο ασκητήριο;

-Όχι, απαντά ο ασκητής.

-Τότε θα σας είναι άχρηστα τα γυναικεία ρούχα, του λέγει η Ηγουμένη.

Ο Ανανίας σιωπά και γίνεται  κατακίτρινος. Βρίσκεται σε μεγάλη αγωνία και μπροστά σε ένα μεγάλο δίλλημα. Δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνει.

Σε λίγο φτάνει στο σπίτι και η γυναίκα που περιποιήθηκε τον τραυματισμένο Νικηφόρο φωνάζοντας: «Είδα την βασίλισσα….»

Ταραχή και δέος κατέλαβε τους πάντες. Και ενώ οι ηγουμένες κλαίνε ο Ιππόλυτος βγαίνει από το σπίτι του τρέχει και ανεβαίνει σε κάποιο βράχο και σφυρίζει συνέχεια για να προσέλθουν και οι υπόλοιποι ιερείς. Σε λίγο φτάνουν ασθμαίνοντες όχι μόνο οι ιερείς, αλλά και πολλοί χωρικοί από τα γύρω, που έμαθαν για το γεγονός.

15.Περιπλανώμενη η Οσία  στα Τζουμέρκα.

Νέα δοκιμασία ξεκινάει για την βασίλισσα. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να χαθούν τα ίχνη της.. Έχοντας στην αγκαλιά της τον μικρό Νικηφόρο, προσπαθεί να κρυφτεί σε λαγκάδια και ρεματιές. Μέρες ταλαιπωρείται στα ορεινά Τζουμέρκα. Δεν γνωρίζει όμως ότι πολύ διακριτικότατα την παρακολουθεί ο παπα-Νικόλας, ένας από τους ιερείς που συμμετείχαν στην προσπάθεια εντοπισμού της. Κουρασμένη και ταλαιπωρημένη  καθώς ήταν κάθησε σε ένα βράχο, που είχε σχήμα αναπαυτηρίου, για να ξεκουραστεί. (πρόκειται για τον βράχο που αναφέρει η παράδοση). Εκεί την πλησιάζει ο ιερέας, που την παρακολουθούσε μέρες, της υποκλίνεται εδαφιαία και λέγει σ΄αυτή, δίνοντάς της το περιδέραιο.

-Βασίλισσά μου, έχω εντολή από τον Μητροπολίτη να σας επιστρέψω το κειμήλιο, το οποίο χάσατε….

-Ούτε κειμήλιο έχασα, ούτε βασίλισσα είμαι. Η Βασίλισσά σας βρίσκεται στα ανάκτορα. Εγώ είμαι απλά μια δούλη του Υψίστου.

Ο ιερέας επιμένει. Μετά από επίμονη προσπάθεια να μάθει ποια είναι, η Θεοδώρα του φανερώνεται και δέχεται να φιλοξενηθεί στο σπίτι του. Ζητάει δε να συναντήσει τον ασκητή Ανανία.

Ο Ανανίας ειδοποιείται και καταφτάνει μετά από λίγες μέρες μαζί με τις δύο ηγουμένες. Η Θεοδώρα βλέποντας τον κάτωχρο Ανανία, παίρνει το περιδέραιο, το δείχνει στον ασκητή και του λέγει:

-Πάτερ Ανανία, ο χρυσός πρόδωσε αυτόν τούτον τον Χριστό. Πώς είναι δυνατόν να λυπηθεί εμένα;

Οι κατάξηροι από τις στερήσεις οφθαλμοί του Ανανία, υγραίνονται από τα δάκρυα που αρχίζουν να κυλούν στο πρόσωπό του και το στόμα του ψελλίζει

-Συγχώρηση ζητώ Βασίλισσά μου..

Η Ηγουμένη Μαρία αρχίζει να παρακαλεί την Θεοδώρα να επιστρέψει, αλλά συναντά την σθεναρή αντίδραση της .

Τελικά αποφάσισε να γυρίσει.

Η συγκίνηση που κατέλαβε τους πάντες στο άκουσμα της απόφασης της Θεοδώρας  ήταν απερίγραπτη. Δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τα μάτια των παρισταμένων.

Στην Άρτα ο λαός της πόλης είναι κυριολεκτικά ανάστατος. «Ζει η Βασίλισσα… Να φύγει η Γαγγρινή… Έρχεται η Θεοδώρα…» ακούγεται σε ολόκληρη την πόλη. Ο λαός γιορτάζει. Η Βασίλισσα Θεοδώρα αναμένεται σαν λύτρωση της πόλης και του Δεσποτάτου από τα δεινά του πρόσφατου κακού παρελθόντος.

16.Η μεταστροφή του Μιχαήλ

Ο Ευθύμιος στο «Χρονικό του Γαλαξειδίου» αναφέρει ότι η ψυχή του Μιχαήλ ταραζόταν και έβλεπε άσχημα όνειρα και είχε χάσει τον ύπνο του από τις τύψεις της συνειδήσεως. Και ένα βράδυ φανερώθηκε στον Μιχαήλ ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός με όλη του την λάμψη της θεϊκής ευμορφίας και του είπε τα εξής λόγια:

« Μιχαήλ! το κακό, όπου έκαμες, θα σού γένη  ένα φοβερότατο κρίμα, διατί ακούοντας του εχθρού μου Σατανά τα διαβολικά λόγια, εδίωξες την αγγελικήν σου γυναίκα· εγώ θα σε παιδεύσω παραδειγματικά, ρίχνοντας από τον ουρανό φωτιαίς και αστροπελέκια, που να σε κατακάψουνε μαζί με την παλλακή την μιαρώτατη του Σατανά φιλενάδα· και αν αγαπάς την αγάπη μου, γοργόν να  πηγαίνης να πάρης την Θεοδώραν στο αρχοντικό σου, διά να σού συχωρέσω το κακό, που έκαμες».

Έτσι αρχίζει πλέον η μετάνοια του Μιχαήλ. Απαιτεί από την Γαγγρινή να εγκαταλείψει τα Ανάκτορα και να φύγει. Η Γαγγρινή αρνείται πεισματικά. Οργισμένος ο Μιχαήλ καλεί δύο από τους έμπιστους αξιωματικούς της αυλής, τους δίνει τις δέουσες οδηγίες για την υποδοχή της Θεοδώρας, ο ίδιος δε λόγω υποχρεώσεων αναχωρεί για τα νησιά του Δεσποτάτου.

17.Η επιστροφή

Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων της Άρτας και των περιχώρων  συγκεντρώθηκε  στην περιοχή της Γέφυρας προκειμένου να υποδεχθεί την βασίλισσα. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν χαρμόσυνα.

Πριν μπει όμως η Αυγούστα στην πόλη της ‘Άρτας, ζήτησε να επισκεφθεί πρώτα τη θαυματουργή Οδηγήτρια στη μονή της Παναγίας Βλαχέρνας και να την ευχαριστήσει που άκουσε τις προσευχές της.

Στις τρείς το μεσημέρι φθάνει η πομπή  στην περιοχή της γέφυρας.  Τέσσερις ημίονοι μεταφέροντας την συνοδεία της βασίλισσας. Πρώτος κατεβαίνει από το άλογο Ανανίας με τον Νικηφόρο, στην συνέχεια οι δύο  ηγουμένες και τελευταία η Θεοδώρα. Η πομπή ξεκινάει και μια παράξενη σιωπή κυριαρχεί παντού. Μια πομπή μου μοιάζει με κηδεία. Κηδεία της προηγούμενης κακής κατάστασης, που έμελλε να αναστήσει εντός ολίγου την νεκρή βασίλισσα Θεοδώρα. Όταν η πομπή έφτασε στην υψηλή καμάρα της θρυλικής γέφυρας, η βασίλισσα σταματά. Υψώνει το κεφάλι της και βλέπει τον περικαλλή ναό της Παρηγορήτισσας, για τον οποίο κατηγορήθηκε ως σπάταλη, βλέπει την Μονή της Κάτω Παναγιάς και της Ελεούσας, γονατίζει και κλαίει. Μαζί της ο λαός, γονατίζει και όλοι σιωπηλά προσεύχονται. . Ευχαριστεί την Παναγία την Παρηγορήτισσα  για την προστασία που της πρόσφερε κατά την διάρκεια της πεντάχρονης εξορίας της και συγχρόνως την παρακαλεί να γίνει φρουρός της Άρτας και προστάτης του λαού της, που ποτέ δεν την ξέχασε αλλά  αγωνίστηκε γι΄αυτήν. Έτσι δια των προσευχών της Οσίας η πόλη της Άρτας έγινε Παναγιοφρούρητη και Θεομητοροσκέπαστη.

Σηκώνεται πρώτη η βασίλισσα και προχωρεί προς την Μητρόπολη της πόλεως μαζί με την συνοδεία της και ολόκληρη εκείνη η ανθρωποθάλασσα την ακολουθεί. Φθάνει στην Πύλη ή τόξο του  Ναού του Αγίου Γεωργίου, που μετονομάστηκε αργότερα «Ναός της Αγίας Θεοδώρας της Βασίλισσας». Εκεί την περιμένει ο Επίσκοπος, κληρικοί  και μοναχές. Η Θεοδώρα γονατίζει, ασπάζεται το χέρι του Αρχιερέα και το ιερό εγκόλπιό του. Αυτός δε της λέει:

-Ζήθι Βασίλισσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου Θεοδώρα.

-Άρατε πύλας, άρατε και εισελεύσεται η Βασίλισσα.

Όλοι εισέρχονται εντός του ναού και αρχίζει η δοξολογία. Η Θεοδώρα καταλαμβάνει την θέση στο μέσον. Μπροστά της βρίσκεται ο Νικηφόρος, δίπλα της οι δύο ηγουμένες και πίσω ο ασκητής Ανανίας.

18.Το τέλος της Γαγγρινής

Ο Αλγέριος ο οποίος παρακολουθούσε την κατάσταση που δημιουργήθηκε, πείστηκε ότι τα πάντα χάθηκαν και τα σχέδια ανατράπηκαν. Συγκεντρώνει τους φίλους του τους αυλικούς και μαζί με αυτούς την  Κασσιανή την Γαγγρινή. Διατάζει ίππευση και αναχωρούν «εν καλπασμώ» από τα ανάκτορα. Μετά από λίγες μέρες γίνεται γνωστό στην Άρτα ότι η Γαγγρινή έπεσε από το αφηνιαμένο της άλογο και σκοτώθηκε.

19.Η επιστροφή της Θεοδώρας  στα ανάκτορα.

Η βασιλική πομπή έφθασε στα ανάκτορα, που ήταν εκεί, όπου είναι η σημερινή Μητρόπολη. Η Θεοδώρα  μπαίνει στα ανάκτορα και κατευθύνεται στα διαμερίσματά της που είναι κλειδωμένα και σφραγισμένα. Διατάσσει την διάρρηξη των θυρών και τότε βρέθηκε προ εκπλήξεως. Τα δωμάτιά της  είχαν μετατραπεί σε αποθήκες αποσκευών της Γαγγρινής. Αυτή είχε συγκεντρώσει ό,τι μπόρεσε, τα συσκεύασε  για να τα φορτώσει, αλλά δεν πρόλαβε να τα φυγαδεύσει.

Το πρωί της επομένης, με εντολή της Θεοδώρας ανοίχθηκαν οι συσκευασίες της Γαγγρινής, καταγράφτηκε το περιεχόμενό τους και διαμοιράστηκε στους πληγέντας από τις πλημμύρες του Αράχθου κατοίκους των συνοικισμών Πλησίων οίκων (Πλησιών ), Μακράν οίκων (Κωστακιών), του συνοικισμού του νέου εκ του ποταμού χώρου (Νεοχωρακίου), Γραμμενίτσας και Βλαχέρνας. Ήταν μεγάλη εβδομάδα, όταν συνέβησαν αυτά και η Βασίλισσα μαζί με τον διάδοχο Νικηφόρο αποσύρθηκε στην Κάτω Παναγιά για να ησυχάσει, στην πραγματικότητα όμως περίμενε την επιστροφή του συζύγου της Μιχαήλ Β. Στην ίδια μονή γιόρτασε και την Ανάσταση.

Την Κυριακή της Ανάστασης, πέρασε από το Ίδρυμα της Συνεστιάσεως, όπου οι φτωχοί έπαιρναν τον «Κόμματον», δηλαδή την μερίδα του άρτου και της τροφής (στα σημερινά κομμάτια) και τα βρήκε σε άθλια κατάσταση λόγω της εγκατάλειψης. Έδωσε εντολή να ξεκινήσουν την επαναλειτουργία τους, γεγονός που δεν σταμάτησε σε όλη την διάρκεια της ζωής της βασίλισσας.

20.Η συνάντηση της Θεοδώρας με τον σύζυγό της Μιχαήλ Β.

Ολόκληρη την ημέρα της Κυριακής του Πάσχα και την νύκτα η Θεοδώρα την πέρασε στην Μονή της Ελεούσας. Την Δευτέρα μεταβαίνει στην Βλαχέρνα. Εκεί έρχεται και την συναντά ο σύζυγός της Μιχαήλ Β και μεταβαίνουν μαζί στην Μονή των Εισοδίων της Παναγίας.

Στην συνέχεια η Αγία Θεοδώρα επιστρέφει στα ανάκτορα. Αρχίζει πάλι να  εργάζεται για την οικονομική στήριξη, την ηθική και χριστιανική διαπαιδαγώγηση του λαού. Έτσι αναδεικνύεται το ίνδαλμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και ιδιαίτερα του λαού της Άρτας, η οποία αναδημιουργείται από την καταστροφή.

Η Αγία εκτός των άλλων, ανέθρεψε και διαπαιδαγώγησε και τα νόθα τέκνα του συζύγου της, που είχε αποκτήσει με την Γαγγρινή, τον Ιωάννη και τον Θεόδωρο, τα οποία εγκαταλείφθηκαν από την μητέρα τους.

Το 1260 μ.Χ. πεθαίνει ο Μιχαήλ Β΄ σε ηλικία 60 ετών. Η Αγία Θεοδώρα μετά τον θάνατο του συζύγου της γίνεται μοναχή και εγκαταλείπει τα εγκόσμια. Από τότε η επικράτεια του Δεσποτάτου βρίσκεται υπό την εξουσία του Νικηφόρου…….

Επίλογος. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλουμε  στην Οσία μητέρα μας Θεοδώρα που μας  αξίωσε να συνθέσουμε νέα συναξαριακή πληρέστερη  βιογραφία της. Η παρουσία της και συμπόρευσή της  ήταν και είναι εμφανέστατη σε όλη την ερευνητική πορεία. Ως ανάξια όμως τέκνα της τολμούμε να την παρακαλέσουμε:

Α. Να μας συγχωρέσει, γιατί στην εποχή της πανδημίας λησμονήσαμε «έργω και λόγω» ότι τα χαριτόβρυτα λείψανά της αποτελούν «ΙΑΜΑΤΩΝ ΡΕΙΘΡΟΝ ΑΚΕΝΩΤΟΝ».

Β. Να μην παύσει να πρεσβεύει υπέρ ημών και του  λαού ιδιαιτέρως σήμερα που η παναίρεση του οικουμενισμού (με όλα τα παρακλάδια της) μόλυνε  τον εκκλησιαστικό χώρο και  αλλοίωσε συνειδήσεις.

 Γ. Να ενισχύει δια των πρεσβειών της τους αγωνιστές Ορθοδόξους Χριστιανούς, ώστε να αναδεικνύονται Ομολογιακά αναστήματα

Δ. Να φωτίσει  τους αρμόδιους, ώστε να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την επίσημη ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ μαζί με την ΟΜΟΛΟΓΗΤΡΙΑ ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗ ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΔΟΥΚΑΙΝΑ, ώστε η μνήμη τους να εορτάζεται συγχρόνως στις 11 Μαρτίου πανηγυρικά ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΑ εις ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΑΜΗΝ.