RSS

Category Archives: ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

Αγ.Νικολάου Πλανά Παράκλησις +Συναξάρι

ΠΗΓΗ.Misha.Sarov.

 
Σχολιάστε

Posted by στο Μαρτίου 2, 2015 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ, ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ιστορική και θεολογική ανάλυση εικόνας του Αγίου Χαραλάμπου του 17ου αιώνα, με έξι σκηνές από το μαρτύριό του.

ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-003
ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-002ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-004 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-005 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-006 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-007 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-008 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-009 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-010 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-011 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-012 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-013 ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ-page-014

 
Σχολιάστε

Posted by στο Φεβρουαρίου 9, 2015 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

O Mέγας Αθανάσιος:αγωνιστής της ορθής πίστης.

G 15_O Megas Athanasios-page-001 G 15_O Megas Athanasios-page-002 G 15_O Megas Athanasios-page-003 G 15_O Megas Athanasios-page-004 G 15_O Megas Athanasios-page-005 G 15_O Megas Athanasios-page-006 G 15_O Megas Athanasios-page-007 G 15_O Megas Athanasios-page-008 G 15_O Megas Athanasios-page-009 G 15_O Megas Athanasios-page-010 G 15_O Megas Athanasios-page-011 G 15_O Megas Athanasios-page-012 G 15_O Megas Athanasios-page-013 G 15_O Megas Athanasios-page-014

 
Σχολιάστε

Posted by στο Ιανουαρίου 17, 2015 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις.

 
Σχολιάστε

Posted by στο Ιανουαρίου 16, 2015 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ, VIDEOS

 

Η Θεολογία του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου.(Του Σεβ. Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ.κ.Ἰερεμία)

Ignatius_of_Antioch

Σήμερα αγαπητοί μου χριστιανοί, η αγία μας Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του αγίου Ιγνατίου του θεοφόρου, επισκόπου Αντιοχείας. Λέγεται «θεοφόρος» ο Επίσκοπος αυτός, επειδή, κατά την παράδοση, αυτό ήταν το παιδί εκείνο που διαβάζουμε στα Ευαγγέλια ότι το πήρε ο Χριστός και το έστησε
 στο μέσον των μαθητών του και είπε: «Εάν δεν στραφείτε να γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα εισέλθετε στην Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. 18,1-3).

Επειδή λοιπόν τον άγιο τον έφερε ο Χριστός στα χέρια Του από παιδί, γι᾽ αυτό και λέγεται θεοφόρος. Για τον βίο του δεν ξέρουμε πολλά. Ξέρουμε όμως ότι έδωσε δυνατή μαρτυρία για την πίστη του Χριστού στον αυτοκράτορα Τραϊανό. Και γι᾽ αυτή του την μαρτυρία οδηγήθηκε δεμένος από φρουρά στρατιωτών από την Αντιόχεια μέχρι την Ρώμη, για να φαγωθεί από τα θηρία. Στην πορεία του από την Αντιόχεια μέχρι την Ρώμη έγραψε επτά επιστολές, περίφημες επιστολές, πού έχουν πολύ ωραία θεολογική διδασκαλία. Αυτή την διδασκαλία του αγίου Ιγνατίου του θεοφόρου θέλω, αγαπητοί μου, με λίγα λόγια να σας πω στο σημερινό μου κήρυγμα.

2. Στα χρόνια του αγίου Ιγνατίου υπήρχε μία μεγάλη αίρεση, η αίρεση των Δοκητών. Αυτοί έλεγαν ότι δεν σαρκώθηκε πραγματικά ο Χριστός, ότι δεν έλαβε πραγματικό ανθρώπινο σώμα, αλλά φανταστικό. Και ο άγιος Ιγνάτιος, αν και ήταν πολύ γλυκός και εκφραζόταν πολύ ταπεινά, όμως για τους αιρετικούς αυτούς εκφράζεται με πολύ καυτές εκφράσεις. Τούς λέει «λύκους με σχήμα προβάτου», τους λέει «κακά βότανα», «σπέρμα του πονηρού» και «ανθρωπόμορφα θηρία». Πραγματικά τέτοιοι ήταν οι Δοκήτες και τέτοιοι είναι οι αιρετικοί όλων των αιώνων, μεταξύ των οποίων και οι Παπικοί. Και εναντίον των αιρετικών πρέπει να εκφραζόμαστε δυναμικά, όπως τέτοιο παράδειγμα μας δίνει ο άγιος Ιγνάτιος και όλοι ο άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Πολύ να προσέχουμε από τους αιρετικούς, μας λέγει ο άγιος Ιγνάτιος, γιατί μιλάνε με δόλιο τρόπο. Το πικρό δηλητήριό τους, λέει, το κερνάνε με μέλι και έτσι παραπλανώνται οι αμαθείς και παρασύρονται στην πλάνη (βλ. Τραλ. 6). Κατά την πίστη της Εκκλησίας μας, αντίθετα με αυτό που έλεγαν οι αιρετικοί Δοκήτες, ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού έγινε πραγματικά άνθρωπος σαρκωθείς στην αγιασμένη Κοιλία της Παναγίας Θεοτόκου. Γι᾽ αυτό και ο άγιος Ιγνάτιος στις επιστολές του (βλ. Εφεσ. 7,2) ονομάζει τον Ιησού Χριστό και «εκ Θεού» και «εκ Μαρίας» γεννηθέντα. Τον ονομάζει και «απαθή» και «παθητό». «Απαθής», γιατί ήταν Θεός και «παθητός»,γιατί ήταν άνθρωπος.

3. Αφού ο Ιησούς Χριστός είναι πραγματικά Θεός και πραγματικά άνθρωπος, με μία λέξη Θεάνθρωπος, αυτό που κοινωνάμε στην Θεία Λειτουργία είναι πραγματικά «η Σάρκα του Χριστού που έπαθε» (Σμυρν. 7,1), είναι αυτό το Ίδιο Αίμα του Χριστού πού χύθηκε στον Γολγοθά την Μεγάλη Παρασκευή. Για την Θεία Κοινωνία λέγει πολύ ωραίες εκφράσεις ο άγιος Ιγνάτιος, αδελφοί. Λέει ότι είναι «φάρμακο αθανασίας», «αντίδοτο του μη αποθανείν». Αυτό σημαίνει ότι για τις αμαρτίες που κάνουμε και οι οποίες μας φέρνουν τον θάνατο της ψυχής μας, για «αντίδοτο» να μην πεθάνουμε, πρέπει να κοινωνάμε στην Θεία Λειτουργία το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Γι᾽ αυτό και ο Ιερέας, όταν κοινωνάει τον πιστό, του λέγει: «Εις ζωήν αιώνιον και αθάνατον». Γι᾽ αυτούς που κοινωνάνε με καθαρή την καρδιά, λέει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος ότι γίνονται «θεοφόροι», «χριστοφόροι», «ναοφόροι» καί «αγιοφόροι» (Εφεσ. 9,2)!

4. Ο άγιος Ιγνάτιος είναι ο πρώτος που ονόμασε την Εκκλησία μας «Καθολική» (Σμυρν. 8,2), την δε ονομασία αυτή ακούμε στο Πιστεύω μας, όταν λέμε «Εις Μιαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Ώστε λοιπόν δεν είναι Καθολικοί ο Παπικοί, όπως θέλουν να λέγονται, επειδή έχουν κοσμικές επιδιώξεις να εξαπλωθούν παντού, αλλά εμείς, οι Ορθόδοξοι, είμαστε τα πραγματικά μέλη της πραγματικής Καθολικής Εκκλησίας. –Αλλά τι είναι Εκκλησία, αδελφοί μου; Για την Εκκλησία ο άγιος Ιγνάτιος λέγει ότι είναι «το θυσιαστήριο» (Εφεσ. 5,10. Τραλ. 7,2), δηλαδή η Αγία Τράπεζα, δηλαδή η Θεία Λειτουργία, που γίνεται επάνω στην Αγία Τράπεζα. Ώστε λοιπόν στην Θεία Λειτουργία λαμβάνουμε την ουσιαστική έννοια του τί είναι Εκκλησία. Και λέγω τώρα: Αφού με τούς Παπικούς δεν μπορούμε να τελέσουμε μαζί την Θεία Λειτουργία, δεν συνιστούν αυτοί οι Παπικοί Εκκλησία. Εκκλησία είμαστε μόνο εμείς οι Ορθόδοξοι, γι᾽ αυτό και λέμε «Εις ΜΙΑΝ, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Ο όρος όμως και η προϋπόθεση, κατά τον άγιο Ιγνάτιο, ότι ανήκει κάποιος στην Εκκλησία, είναι η ενότητά του με τον Επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, στην οποία ανήκει αυτός (Σμυρν. 8,1. 9,1. Φιλαδ. 3,2).

5. Τέλος, ο άγιος Ιγνάτιος δίνει μια ωραία ερμηνεία για την μνηστεία της Παρθένου Παναγίας με τον Ιωσήφ, που θέλω να σας την πω, αγαπητοί μου. Γιατί εμνηστεύθη τον Ιωσήφ η Παναγία μας, αφού ως σκοπό είχε την παρθενία; Αυτό, λέγει ο άγιος Ιγνάτιος, έγινε κατά το σοφό σχέδιο του Θεού, για να απατηθεί ο Διάβολος. Γιατί ο Διάβολος άκουσε την προφητεία του Ησαΐου, ότι ο Μεσσίας θα γεννηθεί από παρθένο (βλ. Ησ. 7,14). Δεν είχε όμως συμφέρον ο τρισκατάρατος Διάβολος να γεννηθεί ο Μεσσίας, επειδή θα του κατέλυε τα έργα του (βλ. Α´ Ιωάν. 3,8). Γι᾽ αυτό και βάλθηκε, όπως το λέμε, να μολύνονται οι γυναίκες ή να υπανδρεύονται, ώστε να μην υπάρχει παρθένα γυναίκα να γεννήσει τον Μεσσία. Έτσι, όταν εμνηστεύθη η Παρθένος Μαρία τον Ιωσήφ, ο Διάβολος ενόμισε ότι ούτε και Αυτή θα είναι η Μητέρα του Μεσσίου, αφού εμνηστεύθη. Την έπαθε ο «μπατίστας»! Όπως αυτός απάτησε τους Πρωτοπλάστους και τους παρέσυρε να φάνε τον απηγορευμένο καρπό, έτσι απατήθηκε και ο ίδιος τώρα! Και την ίδια απάτη την έπαθε και στον θάνατο του Χριστού. Ο άγιος Ιγνάτιος μιλάει για τρία «μυστήρια κραυγής», την παρθενία της Παναγίας, τον τοκετό Της και τον θάνατο του Χριστού, τα οποία «εν ησυχία Θεού επράχθη» (βλ. Εφεσ. 19,1)!

πηγή: http://www.pentapostagma.gr/

 

Διηγήσεις από τον βίο του Αγίου Αμβροσίου,Επισκόπου Μεδιολάνων.

santambrogio_mosaicosacello-e1354843281678

Λαοπρόβλητος επίσκοπος
Ο Αμβρόσιος, λοιπόν, γεννήθηκεν το 340 μ.Χ. από μία διάσημην όσον και χριστιανικήν οικογένειαν, πιθανώς στα Τρέβηρα της Γαλατίας, όπου ο πατήρ του ήταν έπαρχος.

Ήταν το τρίτον παιδί της οικογένειας μετά την αδελφήν του Μαρκελλίναν και τον αδελφόν του Σάτυρο. Μετά τον πρόωρο θάνατον του πατέρα του ωδηγήθηκεν από τη μητέρα του στη Ρώμην, όπου έλαβε μίαν επιμελημένη φιλολογικήν και νομικήν παιδείαν. Νωρίς προσκολλήθηκεν στον Sextus Petronius Probus, έπαρχον της Ιταλίας, ο οποίος περί το 370 τον έστειλε με τον τίτλον και τις εξουσίες του υπάτου της επαρχίας Λιγουρίας-Αιμιλίας της Βορείου Ιταλίας στο Μιλάνον (Μεδιόλανα), πρωτεύουσαν της επαρχίας.

Ήταν η εποχή που ο νόμιμος επίσκοπος Μιλάνου, άγιος Διονύσιος, μόλις είχε πεθάνει στην εξορίαν αλλά και ο παρείσακτος αρειανός επίσκοπος Αυξέντιος, που επί είκοσιν περίπου έτη κατεπίεζεν τους ορθοδόξους, κι’ αυτός μόλις είχεν πεθάνει.

Ο Αμβρόσιος ο οποίος σημειωτέο δεν είχεν ακόμη λάβει το βάπτισμα, αλλ’ ήταν μόνον κατηχούμενος, υπό την ανωτέρω πολιτικήν ιδιότητά του εκλήθη να διατηρήση την τάξιν σε μία θορυβώδη και οπωσδήποτε δύσκολην εκλογή διαδόχου επισκόπου. Απευθύνθηκεν, λοιπόν, στο πλήθος των συναγμένων χριστιανών και τους ωμίλησεν περί της απαιτουμένης διά την περίστασιν ειρήνης με τόση δε ευγλωττίαν ώστε στην αρχήν μεν ακούστηκε μια φωνή κατόπιν όμως όλος ο λαός μαζί με τους επισκόπους εξέλεξαν διά βοής ως επίσκοπόν τους τον Αμβρόσιον, ο οποίος εις μάτην προσπάθησε να αποφύγη ένα τόσο βαρύ όσον και απροσδόκητον αξίωμα, βαπτισθείς δε στην συνέχειαν, εχειροτονήθη ολίγες μέρες μετά (7 Δεκεμβρίου 374) επίσκοπος. Καί επειδή δεν είχε θεολογική μόρφωσιν μέχρι τότε, αμέσως έπεσεν σε μίαν αδιάκοπον και βαθειά μελέτη για να μυηθή στη χριστιανική διδασκαλίαν που θα δίδασκεν στο ποίμνιόν του. Ρούφηξε υπό την καθοδήγησιν του σοφού χριστιανού ιερέως Σιμπλικιανού με απληστίαν τους χριστιανούς συγγραφείς, ιδιαίτερα τους έλληνας, τόσον τους παλαιότερους όσον και τους σύγχρονούς του

Ο Μεγας Βασίλειος, μόλις χειροτονήθηκε ο Αμβρόσιος του έγραψε από την Καισάρεια επιστολή, στην οποία του έλεγε το έξης: «Ου παρά ανθρώπων παρέλαβες και εδιδάχθης το Ευαγγέλιον του Χριστού, αλλ’ αυτός σε ο Κύριος από των κριτών της γης, επί την προεδρείαν των Αποστόλων μετέθηκε.»

Η Αγία Μόνικα επισκέπτεται τον Άγιο Αμβρόσιο.

Μια μέρα χτύπησε την πορτα της μητρόπολής του μια χήρα γυναίκα πού έκλαιγε.—Γιατί κλαις; —Για το παιδί μου. —είναι άρρωστο; —Όχι είναι ζωηρό, πολύ άτακτο. Δέ’ μ’ ακούει. Κάνει κακές παρέες, γυρίζει μέρα -νύχτα. Αχ, θα χάσω το παιδί μου!…

Ό ιερός Αμβρόσιος την παρηγόρησε και της είπε·

—Παιδί, πού ή μάνα του προσεύχεται και κλαίει, δε’ θα χαθεί.Ποια ήταν ή μάνα αυτή; Ή Μόνικα. Και το παιδί; Ό ιερός Αυγουστίνος.Από τα δάκρυα της αγίας εκείνης γυναίκας βγήκε ο Ιερός Αυγουστίνος, τον όποιο έπειτα δίδασκε και κατηχούσε ό άγιος Αμβρόσιος.”Λίγα χρόνια αργότερα, την νύχτα του Πάσχα στις 25 Απριλίου τοῦ 387 μ.Χ., ὁ Αυγουστίνος βαπτίσθηκε από τον Άγιο Αμβρόσιο, Επίσκοπο Μεδιολάνων καὶη Αγία ήταν παρούσα στην βάπτιση του υιού της.Ο Άγιος Αμβρόσιος συνέταξε και τον πρώτο  κατὰ την βάπτιση του Ιερού Αυγουστίνου ψαλέντα ύμνο. «Σὲ ὑμνοῦμεν, Σὲ εὐλογοῦμεν, Σοὶ εὐχαριστοῦμεν Κύριε καὶ δεόμεθά σου ὁ Θεὸς ἡμῶν».

Ο Άγιος Αμβρόσιος και ο Μ.Θεοδόσιος

Το 390 μ.Χ. κατά διαταγή του ηγούμενου των Ιλλύριων στρατιωτών  Βουθέρικου συνελήφθηκε ηνίοχος του Ιπποδρόμου λόγω κακοήθειας. Επειδή ο όχλος απαιτούσε την αποφυλάκισή του και ο Βουθέρικος αρνούνταν, ο λαός στασίασε και σκότωσαν αυτόν και τους αξιωματούχους του. Ο Θεοδόσιος μόλις πληροφορήθηκε το περιστατικό οργίστηκε τόσο πολύ ώστε διοργάνωσε αγώνες στον Ιππόδρομο με στόχο την εξολόθρευση του παρευρισκόμενου πλήθους. Κατά την σφαγή σκοτώθηκαν 7000 ή κατά άλλους 15000 πολίτες.

Ο Αμβρόσιος ταράχθηκε τόσο από την συμπεριφορά του Θεοδόσιου ώστε κατέφυγε εις την εξοχή και δεν επιθυμούσε να τον δει. Εκεί του έγραψε μια επιστολή ελέγχοντας αυτόν και του συνιστούσε βαθιά μετάνοια, άνευ της οποίας δεν θα τον άφηνε να μεταλάβει τα άχραντα μυστήρια. Ο Θεοδόσιος δεν έδωσε σημασία στην επιστολή και μετά από λίγες ημέρες εμφανίσθηκε εις τον ναό. Κατά την διήγηση του Θεοδώρητου ο Αμβρόσιος εμφανίσθηκε εις τα πρόθυρα και εμπόδισε την είσοδο στον αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας με τις συστάσεις του Αμβρόσιου υπέβαλε «εαυτόν εις οκτάμηνο μετάνοια» καθ’ όλο το διάστημα της οποίας «βασιλικώ κόσμω ουκ εχρήσαντος» Τότε υπό υπόδειξη του Αμβρόσιου ο αυτοκράτορας εφάρμοσε νόμο ο οποίος απαγόρευε την εκτέλεση της θανατικής καταδίκης άνευ παρέλευσης χρονικού διαστήματος ενός μηνός ώστε να υπάρχει χρόνος για πιο σωστές αποφάσεις. Τέλος όταν ο Θεοδόσιος τα Χριστούγεννα μετανόησε πέφτοντας στα γόνατα, απεττίλοντας τις τρίχες του και κλαίγοντας, του επετράπη από τον Αμβρόσιο να συμμετάσχει των αχράντων μυστηρίων. Το επιτίμιο αυτό προς τον αυτοκράτορα μας το αναφέρει ο Παυλίνος (γραμματέας του αγίου), στο Βίος Αμβροσίου,

Κατά τον Θεοδώρητο σε άλλο περιστατικό ο Αμβρόσιος δεν άφησε τον Θεοδόσιο να εισέλθει στο ιερό με το ιερατείο αλλά του όρισε θέση ανάλογη με τον λοιπό λαό φρονώντας ότι «αλουργίς βασιλέας ουχ ιερά ποιεί».

Το κήρυγμα του Αμβρόσιου σε γενικές γραμμές ήταν πάρα πολύ δυνατό ώστε και αυτός ο Αυγουστίνος επέστρεψε από τους λόγους του στον Χριστιανισμό το 387 μ.Χ. Ο Αμβρόσιος συνέγραψε ως ηθικολόγος πλήθος έργων και ύμνους σε ιαμβικό δίμετρο. Έλληνες οι οποίοι έγραψαν για τον Αμβρόσιο είναι ο Σωκράτης, ο Σωζόμενος, ο Θεοδώρητος, ο Νικηφόρος Κάλλιστος και ο Συμεών ο μεταφραστής.

 

 Εποχή μεγάλης τρικυμίας

Ο τρομερός αιρεσιάρχης Άρειος είχε καταδικαστεί από την Εκκλησία μα η αίρεσή του εξακολουθούσε να συνταράζει την εκκλησιαστική ειρήνη.

Του Αμβρόσιου η αρχιερατική του ζωή δεν ήταν λοιπόν τίποτε άλλο, παρά μια ατέλειωτη πάλη, ένας σκληρός αγώνας εναντίον των αιρέσεων, μαζί με ευσπλαχνία και προστασία των φτωχών και των δυστυχισμένων.
Μερικοί άρχοντες έκαναν ορισμένα σφάλματα και ο Αμβρόσιος δε δίστασε να ελέγξει αυστηρά τον βασιλιά. Ο ευσεβής βασιλιάς όχι μόνο δεν δυσαρεστήθηκε αλλά τον επαίνεσε λέγοντας: «Γνώριζα το ζήλο σου, γιαυτό επέμενα να γίνεις αρχιερέας, γιάτρευε λοιπόν όπως ορίζει ο νόμος του Θεού, τις αμαρτίες μας».

Αφού ο ευσεβής Ουαλεντινανός κυβέρνησε για δεκαοκτώ χρόνια το βασίλειο παράδωσε την ψυχή του στον Κύριο κι άφησε διαδόχους του τα παιδιά του. Ο Ουάλης που ήταν Αρειανός και βασίλευε στο Ανατολικό μέρος πέθανε. Έμεινε όλη η βασιλεία στον Γρατιανό που ήταν ευσεβής όπως ο πατέρας του Ουαλεντινιανός. Ο Γρατιανός ανακάλεσε όλους τους αρχιερείς που ο Θείος του Ουάλης είχε εξορίσει.

Ανάδειξε αρχιστράτηγο τον Μ. Θεοδόσιο και τον έστειλε εναντίον των βαρβάρων και ο Θεοδόσιος με όπλο τον σταυρό νίκησε. Τότε ο Γρατιανός τον έστειλε να κυβερνά στην Ανατολή μένοντας ο ίδιος στη Δύση. Και οι δύο αγωνίζονταν εναντίον των Αρειανών. περισσότερο ο Θεοδόσιος, γιατί στην Ανατολή ήταν πολλοί εξαιτίας του Ουάλεντα. Όταν πέθανε ο Γρατιανός άφησε διάδοχο τον μικρό αδελφό του Ουαλεντινιανό Β’, του οποίου την ηλικία καταφρονώντας κάποιος Μάξιμος άρπαζε την κυβέρνηση της Δύσης. Η μητέρα του βασιλιά Ιουστίνη υποστήριζε τους αιρετικούς γιατί ήταν αιρετική, και όσο ζούσε ο σύζυγός της δεν το φανέρωσε. Αυτή συμβούλευε το γιο της και τον έκαμε Αρειανό.

 Ελεήμονας αλλά και ασκητικός

Αφού χειροτονήθηκε ο μέγας Αμβρόσιος διερχόμενος πολιτεία αγγελική, νήστευε όλη την εβδομάδα, μόνο Σάββατο και Κυριακή έτρωγε, έκανε πολλές ελεημοσύνες στους φτωχούς και φυλακισμένους. Μοίρασε όλη την περιουσία του πατέρα του στους άπορους και έδωσε ακίνητα, χωράφια, αμπέλια στην Εκκλησία, μιμούμενος το   Δεσπότη   Χριστό   στην   ακτημοσύνη.

Όταν πληροφορήθηκε ότι ο νέος βασιλιάς εξαπατήθηκε από την μητέρα του και υποστήριζε τους Αρειανούς, φρόντισε να τον λυτρώσει. Το συμβούλευε κάθε μέρα, ο βασιλιάς όμως επειδή ήταν άπειρος πίστευε πιο πολύ στα λόγια της μητέρας του και τον έδιωχνε από την εκκλησία. Ο Άγιος όμως του είπε: «Εγώ θεληματικά δεν βγαίνω. Δεν παραδίνω την μάντρα των λογικών προβάτων, που μου εμπιστεύτηκε ο Κύριος έστω κι’ αν πρόκειται να χύσω το αίμα μου».

Οι αγώνες του εναντίον των αιρετικών

Όταν κάποτε για την εξαγορά αιχμαλώτων διάταξε να πουλήσουν χρυσά σκεύη της εκκλησίας που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στο θυσιαστήριο, κατηγορήθηκε γιαυτό από τους Αρειανούς. Αυτός όμως δεν πτοήθηκε, αλλά απάντησε ότι μόνο με αυτό το μέσο ήταν δυνατό να σωθεί η ζωή και η πίστη των ανθρώπων αυτών, που θεωρούσε ασύγκριτα πολυτιμότερη από τα χρυσά σκεύη.

Οι αγώνες του κατά των Αρειανών πήραν μεγάλες διαστάσεις, γιατί η αίρεση αυτή κατάφερε να αποκτήσει αρκετούς οπαδούς στα Μεδιόλανα και να εισχωρήσει μέσα στα βασιλικά ανάκτορα. Η χήρα του Ουαλεντινιανού Α’ δεν δίσταζε να ραδιουργεί εναντίον του έχοντας πειθήνιο όργανο τον γιο της Ουαλεντινιανό Β’. Η Ιουστίνη, το 385 ζήτησε πρώτα μικρό ναό για να τον χρησιμοποιούν οι Αρειανοί, αλλ’ ο Άγιος αντιστάθηκε λέγοντας: «Στον αυτοκράτορα ανήκουν τα παλάτια, στον ιερέα οι ναοί». Αργότερα όταν η Ιουστίνη ξαναζήτησε τον ναό έγιναν συμπλοκές μεταξύ των Ορθοδόξων και του στρατού, που στάλθηκε για να τον συλλάβει. Με την επέμβαση όμως του Πνευματοφόρου Πατρός ειρήνευσαν τα πνεύματα: «Δεν ήλθαμε στον ναό είπε, για να πολεμήσουμε αλλά για να προσευχηθούμε. θα προσευχηθούμε, χωρίς να φοβηθούμε».

Τέλος το 386 ο νεαρός αυτοκράτορας επέμενε ξανά να δοθή ένας ναός. Ο Αμβρόσιος όμως του διαμήνυσε ότι ο αυτοκράτορας πρέπει να είναι «εν τη εκκλησία και ουχί υπέρ την Εκκλησίαν». Ο Άγιος έχοντας ο ίδιος την εμπειρία της καθαρότητας που προκαλεί στην καρδία των πιστών η παρουσία σ’ αυτήν του Αγίου Πνεύματος, γνώριζε ότι η παραχώρηση του μικρού ναού στους Αρειανούς θα συντελούσε στη διαιώνιση της Θεότητας του Ιησού, με αποτέλεσμα τον μη αγιασμό των Χριστιανών. Διότι οι Χριστιανοί αγιάζονται με το Άγιο Πνεύμα που φέρει σε προσωπική επαφή τον άνθρωπο με τον Θεό και που η παρουσία του στον πιστό προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα πίστη στα αποκαλυμμένα δόγματα. Γιαυτό αντιστάθηκε θαρραλέα και όταν του εσύστησαν να φύγει απάντησε ότι δεν συνηθίζει να εγκαταλείπει το ποίμνιό του. Τέλος η Αυλή υποχώρησε και η Ορθοδοξία υπερίσχυσε.

. Ποιμένας, διδάσκαλος και συγγραφέας

Όταν το 383 δολοφονήθηκε στην Λυών από το στασιαστή Μάξιμο ο 24χρονος αυτοκράτορας Γρατιανός, που τον εκτιμούσε πολύ, μετάβηκε αυτοπροσώπως στα Τρέβηρα προς το δολοφόνο και μνηστήρα του θρόνου Μάξιμο και τον έπεισε να μην στραφεί κατά της Ιταλίας και προσβάλει τα δικαιώματα για τον θρόνο του δωδεκάχρονου Ουαλεντινιανού Β’, αλλά να αρκεσθεί στο αξίωμα του συνάρχοντα για τη Γαλλία, Ισπανία και Βρεττανία. Και αργότερα ξαναπήγε στα Τρέβηρα με αποστολή προς τον Μάξιμο το 386. Με σύστασή του ο αυτοκράτορας Γρατιανός (375-383) απομάκρυνε από την Ρωμαϊκή γερουσία το άγαλμα της Νίκης που τοποθέτησε ο αυτοκράτορας Αύγουστος. Όταν η γερουσία ζήτησε στη βασιλεία του Ουαλεντινιανού Β’ (385-392) να ξαναστηθεί το άγαλμα, ο Αμβρόσιος ήταν εκείνος που έπεισε τον αυτοκράτορα να απορρίψει την αίτηση.

Αλλά και ο Θεοδόσιος ο Α’ (379-395) τον εκτιμούσε πολύ. Η μεγάλη επιρροή του Αγίου στον Θεοδόσιο φαίνεται από το αιματηρό δράμα της Θεσσαλονίκης το 390. Μετά από διαταγη του Βουθερίκου που ήταν διοικητής του Ιλλυρικού στρατού της πόλεως, συνελήφθη κάποιος ηνίοχος του ιπποδρόμου και φυλακίστηκε. Επειδή ο λαός απαιτούσε την αποφυλάκισή του και ο Βουθερίκος αρνιόταν, εξερράγη επανάσταση και φονεύθηκε ο Βουθερίκος και άλλοι αξιωματούχοι του. Όταν έμαθε αυτό ο Θεοδόσιος οργίσθηκε υπερβολικά και διάταξε να τιμωρηθεί ο λαός με σφαγή. έγινε πρόσκληση στο λαό να παρακολουθήσει τις ιπποδρομίες και ξαφνικά οι στρατιώτες επιτέθηκαν και σκότωσαν επτά χιλιάδες άτομα.

Ο Αμβρόσιος όταν έμαθε το έγκλημα, ταράχτηκε και ανεχώρησε σ’ ένα ησυχαστήριο, όπου αναλύθηκε στην προσευχή και έκλαψε για τον αδικοσφαγέντα λαό και τον αυτοκράτορα. Έγραψε στον Θεοδόσιο και ελέγχοντάς τον του συνιστούσε μετάνοια ειλικρινή, χωρίς την οποία δεν θα του επέτρεπε να κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Ο Θεοδόσιος, χωρίς να δώσει σημασία στην επιστολή προσήλθε μετά από λίγες μέρες στο ναό. Ο Αμβρόσιος όμως, όπως μας διασώζει ο ιστορικός Θεοδώρητος, στάθηκε στα πρόθυρα του ναού και εμποδίζοντάς του την είσοδο, έλεγε προς αυτόν, όπως μιμήθηκε τον Δαυίδ στην αμαρτία, να τον μιμηθεί και στη μετάνοια. Ο Αυτοκράτορας υποχώρησε και υπέβαλε τον εαυτό του σε οκτάμηνη μετάνοια. Καθ’ όλο τούτο το διάστημα «βασιλικώ κόσμω ουκ εχρήσατο». Τότε με την υπόδειξη του Αμβροσίου, εξέδωσε διάταγμα, με το οποίον όριζε ότι οι θανατικές εκτελέσεις των καταδίκων να μην εκτελούνται πριν από την προέλευση ενός μήνα από την καταδίκη, ώστε να μένει καιρός ψύχραιμης αναψηλάφησης των αποφάσεων.

Τέλος ο Αμβρόσιος όταν είδε την ειλικρινή μετάνοια του αυτοκράτορα ο οποίος όταν ήλθε στο ναό, έπεσε μπρούμυτα και τραβούσε τις τρίχες της κεφαλής και κτυπούσε το πρόσωπό του με δάκρυα, τον συγχώρεσε τα Χριστούγεννα και του επέτρεψε την Θεία Κοινωνία. Ο Θεοδώρητος μας αναφέρει και άλλο μάθημα που έδωσε ο Αμβρόσιος στον Θεοδόσιο, μη επιτρέποντας σ’ αυτόν να εισέλθει με το ιερατείο μέσα στο ιερό, αλλά υποδεικνύοντάς του ξεχωριστή θέση ανάμεσα στο λαό.

Ο Αμβρόσιος συγχρόνως φημίστηκε σαν ένας από τους περιφημότερους διαφωτιστές του λαού με τους λόγους του και τα συγγράμματά του. Δεν παρέλειπε καθημερινά να διδάσκει ώστε και από παντού συνέρρεαν οι πιστοί για να ωφεληθούν από τη διδασκαλία του. Αυτός ο ιερός Αυγουστίνος, μετά από ένα κήρυγμα του Αγίου επέστρεψε το 387 στον Χριστιανισμό, οριστικά.

Πέρα από τα αρχιερατικά του καθήκοντα και τους άλλους περισπασμούς εύρισκε καιρό για μια πλούσια σε ποιότητα και ποσότητα συγγραφική δράση. Κάτοχος της αρχαίας παιδείας και πλήρης Πνεύματος Αγίου ώστε ο υμνογράφος να τον εγκωμιάζει σαν «εύηχον κιθάρα του Παρακλήτου» έγραψε έργα ερμηνευτικά της Αγίας Γραφής, ηθικά, δογματικά, επιστολές και ύμνους.

Θαύματα του Αγίου

Πηγαίνοντας προς την Ρώμη κάποια μέρα ο Αμβρόσιος για μια υπόθεση, νυκτώθηκε και έμεινε στην οικία κάποιου πλούσιου της περιοχής ο οποίος φιλοξένησε πλουσιοπάροχα τον Αρχιερέα και τους κληρικούς που τον συνόδευαν. Το πρωί τον ερώτησε ο Άγιος εάν δοκίμασε καθόλου θλίψεις στην ζωή του. Τον ερώτησε γιατί πρόσεξε ότι είχε πολλά πλούτη. Αυτός του αποκρίθηκε: «Με τις ευχές σου Δέσποτα Άγιε, ουδέποτε με λύπησε ο Θεός, ούτε με ζημίωσε, ούτε γνωρίζω τι είναι ασθένεια. αλλά και πολλές δωρεές μου απέστειλε ο Πανάγαθος, πλούτη, δόξα και κάθε άλλη απόλαυση». Όταν άκουσε αυτά ο Άγιος δάκρυσε και είπε προς τους κληρικούς: «Σηκωθείτε γρήγορα να φύγουμε από την καταραμένη αυτήν οικία πριν μας προλάβει ο θυμός του Θεού». Βλέποντας ότι αμελούσαν να ετοιμάσουν τα άλογα τους πρόσταζε εντονώτερα να φύγουν το συντομώτερο. Μόλις αναχώρησαν και προχώρησαν λίγη απόσταση, άνοιξε η γη και κατάπιε την οικία με τον πλούσιο, τους συγγενείς και τα πλούτη του.

Αυτοί που ακολουθούσαν εθαύμασαν για το φοβερό γεγονός και ερώτησαν τον Άγιο πώς το γνώρισε. Αυτός τους αποκρίθηκε: «Γνωρίζετε βέβαια, ότι όταν έχει κάποιος θλίψεις, διάφορους πειρασμούς και βάσανα, ο Κύριος είναι μαζί του και τον παιδεύει σαν παιδί του αγαπημένο, για να το ετοιμάσει για την αιώνια του Βασιλεία. Όταν κάποιος έχει σ’ αυτόν τον κόσμο απολαύσεις, υγεία, ευημερία, χωρίς θλίψεις, αυτό είναι σημείο της απώλειας του αψευδέστατο, διότι είναι παροργισμένος, μαζί του ο Κύριος για τις πράξεις του και τον έχει αποφασισμένο για την αιώνια κόλαση. Γιαυτό του δίνει τώρα πρόσκαιρη απόλαυση. Αλήθεια σας λέγω αδελφοί έπρεπε να θρηνούμε απαρηγόρητα όταν δεν μας έρχονται πειρασμοί και βάσανα και όταν μας παιδεύει ο Κύριος σαν δίκαιος κριτής και πάνσοφος γιατρός, όχι μόνο να υπομένουμε τους πόνους καρτερικά, αλλά και να τον ευχαριστούμε με υποχρέωση, όπως και τους σωματικούς γιατρούς που πληρώνουμε να κόψουν και να κάψουν τα μέλη μας για την ποθούμενη υγεία και σωτηρία μας».

Αυτά έλεγε ο ποιμένας ο καλός και έτρεφε το ποίμνιό του. Αφού έφθασαν στη Ρώμη τον παρακάλεσε η αδελφή του να λειτουργήσει στην εκκλησία μιας αρχόντισσας που του είχε αρκετή ευλάβεια και καθώς λειτουργούσε του έφεραν μια γυναίκα παράλυτη να την θεραπεύσει. Ο Άγιος την σπλαχνίσθηκε και δεόμενος προς τον Κύριο την θεράπευσε.

Αφού έκαμε πολλά θαύματα στη Ρώμη επέστρεψε στα Μεδιόλανα. Οι αιρετικοί έλεγαν ότι με μαντική τέχνη τα έκαμνε. Ένας όμως απ’ αυτούς που κατηγορούσε τον Άγιο περισσότερο, δαιμονίστηκε μπροστά σε όλους που παρευρίσκονταν, και όταν τον ετάρασσε το δαιμόνιο, ομολογούσε παρά την θέλησή του την αλήθεια, λέγοντας ότι ο Αμβρόσιος είναι Άγιος και τα δόγματά του Ορθόδοξα, και των Αρειανών ψεύτικα και μάταια. Κάποιος άλλος αιρετικός από τους πρώτους πίστεψε και βαπτίστηκε. Όταν τον ερώτησαν την αιτία για την οποία πίστεψε τόσο γρήγορα, αποκρίθηκε ότι εγνώρισε με τα μάτια του την αλήθεια, διότι όταν δίδασκε ο Αμβρόσιος έβλεπε ένα ωραιότατο άγγελο, που του μιλούσε στα αυτιά και τον νουθετούσε όταν κήρυττε.

Πολλά και άλλα θαυμάσια έκανε ο Παντοδύναμος Θεός με τις προσευχές του Αγίου, ώστε απλώθηκε παντού η φήμη του. Από μακρινά μέρη έρχονταν πολλοί για να ακούσουν τα μελίρρυτα λόγια του. Η βασίλισσα των Μαρκομάννων (Γερμανικός λαός) που πίστευε στα είδωλα, όταν άκουσε την ένθεη πολιτεία του, τον επισκέφθηκε και τόσο ευφράνθηκε από τα λόγια του, ώστε πίστεψε στον Χριστό. Ο Άγιος την βάπτισε, της έδωσε γραπτώς την ορθόδοξη πίστη και την δίδαξε πώς να ζει για την σωτηρία της. Την παρακάλεσε ακόμα να μην αφήσει τον άνδρα της ποτέ να επιτεθεί εναντίον των Ρωμαίων.

Το τέλος του Αγίου

Ήλθε όμως η ώρα να πάει στον ποθούμενο Χριστό. Αρρώστησε και έμεινε στο κρεββάτι. Ο Στηλίχων, ο ηγεμόνας, αφού άκουσε ότι πέθανε ο Αμβρόσιος λυπήθηκε πολύ και έλεγε ότι ο θάνατός του θα ήταν απώλεια ολόκληρης της Ιταλίας.

Έστειλε ανθρώπους να πουν στον Άγιο να παρακαλέσει τον Θεό να του δώσει ακόμη λίγη ζωή για το συμφέρο του λαού, αυτός όμως αρνήθηκε λέγοντας ότι όταν ο Κύριος ορίσει να τον πάρει θα παραδώσει το πνεύμα του ευχαριστώντας και δοξάζοντάς Τον.

Κοντά στο κελλί του Αγίου, δύο διάκονοι συνομιλούσαν μυστικά και απορούσαν ποιος θα γίνει επίσκοπος μετά το τέλος του Αγίου. Όταν ο ένας διατύπωσε την γνώμη ότι κάποιος Συμπλίκιος, ηγούμενος ενός μοναστηριού θα τον διαδεχθεί, ο ετοιμοθάνατος Αμβρόσιος γνωρίζοντας από το Άγιο Πνεύμα τα λεγόμενα αποκρίθηκε δυνατά λέγοντας: «Καλός είναι ο Συμπλίκιος, αλλά έχει γεράσει». Οι διάκονοι έμειναν έκπληκτοι και το είπαν στον λαό και έτσι εψήφισαν τον Συμπλίκιο Αρχιερέα.

Ο Άγιος προσευχόμενος παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού στις 4 Απριλίου του 397, παραμονή του Πάσχα. Αλλά επειδή τα περισσότερα χρόνια συμπίπτει με την Ανάσταση ή τη Μεγάλη Εβδομάδα, η Εκκλησία μας γιορτάζει την μνήμη του στις 7 Δεκεμβρίου που χειροτονήθηκε Επίσκοπος.

ΠΗΓΗ.Ο ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ
«Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»-ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

 

Ὁμιλία ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου ἐπί τῇ Θρονικῇ Ἑορτῇ (30/11/2007). (Μακαριστού Μητροπολίτου Ἰωαννίνων κυρού Θεοκλήτου.

 IMG_0139
«Ἄρτι δέ… ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς… ὁ Χριστός… τῇ ράβδῳ τῆς ἑαυτοῦ δυνάμεως, ἥτις ἐστί ὁ σταυρός, τήν ἄνικμόν μου πλήξει διάνοιαν… διά τῆς ἑαυτοῦ χάριτος προσκορεῖ τάς ἀκοάς ὑμῶν ἀπεργάσεται ὕδατα ἐκκρουνίσας εὐλογίας…. Ἀρξώμεθα δ’ οὖν ἐντεῦθεν…» .Παναγιώτατε καί Θειότατε Πάτερ καί Δέσποτα,«…Σήμερον γάρ τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἐάν ἀκούσητε, καρδίας μή σκληρυνθῆτε, ὥς ποτέ ὁ Ἰσραήλ παρεπίκρανεν. Ἐπάγει οὖν τῷ ἑξῆς ψαλμῷ τῷ Κυρίῳ ἡ σύμπασα γῆ ἄσατε. Εὑρήκαμεν δεῦτε τόν ποθούμενον» .

Αὕτη ἡ φωνή τοῦ «μυστολέκτου τῆς Θείας οἰκονομίας Χριστοῦ» Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, «εὑρήκαμεν τόν ποθούμενον», πρός τόν ὅμαιμόν του Ἅγιον Ἀπόστολον Πέτρον, ἰδού ὁ ἀνά τούς αἰῶνας λόγος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγος προσκαλῶν εἰς τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, λόγος καταφάσκων τό νόημα τῆς εὐχαριστίας Της καί φανερώνων τήν ἀποκεκαλυμένην Ἀλήθειαν Αὐτῆς, ἥτις καθοδηγεῖ τήν παρρησίαν τοῦ κηρύγματος διά τόν «Λόγον τόν προάναρχον» καί «ὁδοποιεῖ» τούς ποθοῦντας «Χριστῷ συγγενέσθαι», «θείοις ῥεύμασιν», εἰς «ποταμούς Θεογνωσίας» .

Κατά τήν εὐχαριστηριακήν σύναξιν, τό μυστήριον τοῦτο τῆς ἑνότητος κτιστοῦ καί ἀκτίστου, εἰς τόν λειτουργούμενον χρόνον τῆς παρουσίας, μέ ἀνεῳγμένους τούς οὐρανούς, συλλειτουργοῦντες τοῖς ἁγίοις ἀγγέλοις, συμμετέχομεν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὑπό τόν θρόνον τοῦ Ἀμνοῦ, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων προεξαρχόντων καί δή τοῦ Πρωτοκλήτου, καί προσευχόμεθα ὑπέρ μιᾶς κοσμικῆς ἀποκαταστάσεως, μιᾶς κοσμικῆς Πεντηκοστῆς, ὑπέρ τῆς ὑπό πάντων μεταλήψεως τοῦ πληρώματος, τοὐτέστιν τῆς πληρότητος τῆς Θεοποιημένης ἀνθρωπότητος καί τοῦ μεταμεμορφωμένου σύμπαντος, κοινωνοῦντες καί μεταδίδοντες τόν Ὅλον τοῖς πᾶσιν.

Ἐντός αὐτοῦ τοῦ εὐχαριστηριακοῦ χρόνου τῆς φανερώσεως τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, «σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία τῶν υἱῶν τοῦ Βαπτίσματος», δοξολογοῦσα τόν ἐν Τριάδι Ἅγιον Θεόν δι’ ὅσα τήν Ἐκκλησίαν κατεκόσμησε ὁ «θεόληπτος ἀνήρ», ὁ «μυστοπόλος αὐτόπτης καί ῥήτωρ, τῆς ἀποῤῥήτου γνώσεως Χριστοῦ», ὁ «ἐθνῶν πνευματικός», ὁ «πρῶτος Χριστῷ καλοῦντι», τό «ἅλας τό τίμιον», τῶν «μαθητῶν ὁ πρώτιστος» .

Τῆς παρούσης πανηγύρεως τοῦ Θρόνου Σου, Παναγιώτατε, «… ὁ μέγας οὗτος Ἀνδρέας τάς προφάσεις δέδωκεν…», «… ὁ πρῶτος διδάσκαλον τόν Δεσπότην ἐπιγραψάμενος…», «… ἡ πρώτη τῶν ἀποστόλων φυτεία, οὗτος ἠνέῳξε τῆς Χριστοῦ μαθητείας τάς πύλας…», «πρῶτος τῶν παρά πάντων προσδοκώμενον περιπτύσσεται…» , κατά τόν Μέγαν τῆς Ἀλεξανδρείας πατέρα καί διδάσκαλον. «… Θαῦμα ξένον καί φοβερόν! ἡ πηλώδης γλῶσσα, ἡ πηλίνη φύσις, τό σῶμα τό χοϊκόν, ὁ ‘’δεξάμενος ἄνωθεν Πνεῦμα Ἅγιον…‘’ τήν νοεράν καί ἄυλον ὑπεδέξατο γνῶσιν» .

Τό μέγιστον σημεῖον ἀναφορᾶς τῆς ἀποδιδομένης τιμῆς τῷ Πρωτοκλήτῳ, τῷ ἱδρυτῇ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, σημεῖον ἐκ τοῦ ὁποίου ἀναβλύζει ἡ εὐφροσύνη σήμερον, ἐπικεντροῦται εἰς τό γεγονός ὅτι ἀπό τῆς πολιᾶς ἀρχῆς ὁ Θρόνος Σου, Παναγιώτατε, κατέστη Θρόνος διά τοῦ ὁποίου «… ὁ πάντας ἑλκύσας σταυρῷ τούς θεομύστας, ἐκληροδότησεν ὑμῖν, τοῖς θεολόγοις αὐτοῦ» , διά τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, καθέδραν τῆς περί τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὀρθοδόξου θεολογίας τῶν πρώτων αἰώνων. «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», «… ὅν προφητικαί βοῶσαι σάλπιγγες ἀναμένειν ἐκέλευον». Ὁ Ἀνδρέας «παραιτεῖται τόν νόμον τῷ νόμῳ πειθόμενος. Ἤκουσε Μωσέως λαλοῦντος ‘’Αὐτοῦ ἀκούετε‘’. Ἤκουσεν Ἰωάννου βοῶντος ‘’Ἴδε ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ‘’ καί γέγονεν πρός τήν δεῖξιν αὐτόμολος» . Καί ὁ Θρόνος Σου καί ἦν καί ἔστι καί ἔσται εἰς τούς αἰῶνας αὐτόμολος πρός τήν δεῖξιν τοῦ ἀναμενομένου, ἐν τε τῷ νῦν παρόντος καί ἐν ταὐτῷ ἐρχομένου.

Ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία δικαίως ἀγάλλεται ὅτι ἡ τοῦ Πρωτοκλήτου φωνή εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν κατέπηξε κατά τάς ἀπαρχάς Αὐτῆς μυστικόν θυσιαστήριον, ἐπί τοῦ ὁποίου ἡ εὐδοκία τοῦ Πατρός κατέδειξε τό πρόσωπον τοῦ σεσαρκωμένου Υἱοῦ, τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, διά τῆς διδασκαλίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Εἰς τήν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, τήν νέαν Σιών, οἱ πατέρες, ἐν ἁγίαις καί οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, ἐκήρυξαν τήν ὁμολογίαν τῆς πίστεως, ἐλειτούργησαν τό θαῦμα τῆς ἑνώσεως κτιστοῦ καί ἀκτίστου εἰς τήν βυζαντινήν λειτουργικήν θεολογίαν, ἀπεκάλυψαν τό μέγεθος τῆς θείας Οἰκονομίας, ἐδογμάτισαν τήν ἐλευθερίαν τῶν προσώπων ὡς βάσιν τῆς Τριαδολογίας, ἔφυγον τόν πειρασμόν τῆς κεχωρισμένης θεωρήσεως Τριαδολογίας, Χριστολογίας, Πνευματολογίας, καθώρισαν μέ σαφήνειαν τόν Χαλκηδόνιον χωροχρόνον τῆς σωτηριολογίας, ᾖραν τάς μεταβλητάς τῶν αἱρέσεων ὡς παραθεωρήσεις καί παραχαράξεις τῆς σωτηρίας ὁδοῦ καί, κατ’ ἀκρίβειαν ἐκκλησιολογοῦντες, κατέδειξαν λειτουργικόν τό μυστήριον τῆς καταργήσεως τοῦ θανάτου, ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Οὕτως, ὁ Θρόνος Σου ἑορτάζει τόν τιμώμενον Πρωτόκλητον, ὡς Πρωτόθρονος ἐν τιμῇ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Πῶς, ὅμως, ἐνῶ πάντα ταῦτα μεταγενεστέρως ἐπισυνέβησαν, ἐν τούτοις εὑρίσκονται ἐν συμφωνίᾳ μετά τῆς πρός τόν Αἰγεάτην εὐχαριστηριακῆς μαρτυρίας τοῦ Πρωτοκλήτου «Ἐγώ τῷ παντοκράτορι Θεῷ τῷ μόνῳ ἀληθινῷ ὑπάρχοντι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν θυσίαν προσκομίζω, οὗτινος τό σῶμα πᾶς ὁ τῶν πιστῶν λαός μεταλαμβάνων καί τό αἷμα αὐτοῦ πίνων, ὁ ἱερουργηθείς ἀμνός μετά τοῦτο ὁλόκληρος διαμένει καί ζῶν. Ἀληθῶς οὖν ἱερουργεῖται, καί ἀληθῶς τό σῶμα αὐτοῦ παρά τοῦ λαοῦ βιβρώσκεται καί τό αἷμα αὐτοῦ ὁμοίως πίνεται, ὅμως, καθώς ἔφην, ὁλόκληρος διαμένει καί ἀμώμητος καί ζῶν» ;

Ἰδού λοιπόν πῶς ἡ πίστις τῆς Ἐκκλησίας, «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», «τόν ποθούμενον», «ὡς κῦμα γαληνόν πραέῳ πνεύματι κινούμενον…» εἰσοικίζει, «πόθῳ πόθον προσθεῖσα…» , τά μέλη Της εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Θά ἦτο ὅμως ἐλλιπής ὁ λόγος σήμερον, ἐάν δέν ἀνεφέρετο εἰς τήν δήλωσιν τοῦ σημαίνοντος, τῆς εὑρέσεως δηλονότι, τοῦ Μεσσίου. Ἰδού τίνι τρόπῳ ὁ Μέγας Ἀλεξανδρινός Πατήρ σημαίνει τό σημαινόμενον: «… ἐπιγνούς δέ τόν προφητευθέντα…, χειραγωγεῖ τόν ἀδελφόν πρός τήν εὕρεσιν. Ἀγνοοῦντι τῷ Πέτρῳ τόν θησαυρόν, δείκνυσιν ‘’εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν‘’ ὅν ἐπιποθοῦμεν. Οὗ τήν παρουσίαν ἠλπίσαμεν, τούτου τήν θεωρίαν ἁρπάσωμεν… καί μερίζεται πρός αὐτόν τῆς θεωρίας τόν θησαυρόν. Χειραγωγεῖ πρός τόν Δεσπότην τόν Πέτρον… Οὕτω μαθητής Ἀνδρέας καί καθηγητής ἀνθρώπων καθίσταται. Ἀπό τοῦ διδάσκειν, τοῦ μανθάνειν ἀπήρξατο, ἁρπάζει τῆς ἀποστολῆς τήν ἀξίαν… Τοῦτο πρῶτον Ἀνδρέου κατόρθωμα. Ηὔξησε τῶν ἀποστόλων τόν ἀριθμόν, προσήνεγκε Πέτρον, ἵν’ εὕρῃ Χριστός τόν τῶν μαθητῶν κορυφαῖον. Ὥστε καί ἐν οἷς ὕστερον εὐδοκιμῶν ὁ Πέτρος εὑρίσκεται, παρά Ἀνδρέου τῆς εὐδοκιμήσεως ἔχει τά σπέρματα. Ἀλλ’ ἡ τῶν ἐπαίνων ἰσόρροπος ἐξ ἑκατέρων πρός ἀλλήλους ἀντίδοσις γίνεται…» . Τό θαυμαστόν τοῦ Μεγάλου Πατρός ἐγκωμιαστικόν ἀπόσπασμα ἐπαναφέρει εἰς τήν σήμερον τήν εὐλογίαν τῆς χθές.

Ἐν τούτοις ἡ χαρά ἀπομειοῦται, διότι ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία τῶν πρώτων δέκα αἰώνων ἀφίσταται τῆς κοινωνίας, κρίμασιν οἷς οἶδεν Κύριος. Ὁμιλοῦμεν περί τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας καί οὐχί περί τῶν ἱδρυτῶν ἀποστόλων. Λέγομεν ἅ λέγομεν ἐν διασταλτικῇ ἐννοίᾳ, σεβόμενοι καί τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν τήν περί τῆς Ἐκκλησίας αὐτῶν θεώρησιν. Πρός τιμήν καί οἰκονομίαν ὀνομάζομεν τήν ἀδελφήν ὡς τοῦ Κορυφαίου, ἔχοντες δι’ ἐλπίδος καί πίστεως τήν βεβαιότητα ὅτι πρός ὅν ἐπιποθοῦμεν ἡ χειραγώγησις γίνεται. Ὡς μαθηταί τῆς καθηγεσίας τοῦ Πρωτοκλήτου ὁμιλοῦμεν, ἀπό τοῦ μανθάνειν τήν σπουδήν τῆς ἑνότητος ἀρχόμεθα καί ἁρπάζομεν τῆς ἀποστολῆς τήν εὐθύνην διά τήν κοινωνίαν ἐν ἁγίῳ Πνεύματι. Λαβόντες ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν τούς τοῦ Πέτρου ἀδελφούς, προσάγομεν τῷ Δεσπότῃ τούς μεριστάς τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, τοὐτέστιν τῆς παρ’ Αὐτοῦ δοθείσης ἑνότητος, κοινωνούς τῆς διδασκαλίας Ἀνδρέου συναπεργαζόμενοι.

Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν ἀναφωνεῖ ἡ Ἐκκλησία σήμερον, καί, ὡς παραγγέλλει ὁ χρυσοῤῥήμων τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας προκάτοχός Σου, Παναγιώτατε, «ἄκουσον δέ καί τούτου μετά τῆς ἄρθρου προσθήκης λέγοντος. Οὐ γάρ εἶπε, Μεσσίαν, ἀλλά, τόν Μεσσίαν, οὕτως ἕνα τινά Χριστόν προσεδόκων, οὐδέν κοινόν πρός τούς ἄλλους ἔχοντα. Θέα δέ μοι καί ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τήν εὐπειθῆ καί εὐήνιον τοῦ Πέτρου διάνοιαν. Εὐθέως γάρ ἐπέδραμε μηδέν μελλήσας. Ἤγαγε γάρ αὐτόν, φησί, πρός τόν Ἰησοῦν…» .

Αὐτόν τόν ἕνα καί μόνον Χριστόν, τόν Μεσσίαν, Ὅν εὑρήκαμεν καί παρά τῶν Ἀποστόλων ἐδιδάχθημεν, Αὐτόν ἐπαύσαμεν νά ὁμολογῶμεν ἐν Πνεύματι καί διά Πνεύματος ἁγίου. Ὁ μερισμός τῆς πίστεως θλίβει καί λυπεῖ, διότι ἀπουσιάζει ἡ κηρυττομένη ὑπό τοῦ Ἀποστόλου «ἑνότης τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» , ἑνότης, τοὐτέστιν, ὀντολογικῆς ὑφῆς καί κοινωνίας μετά τοῦ Χριστοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ὁποίου καί μόνον δύναται αὕτη νά ὑπάρξῃ ἀληθῶς.

Ἐδήλωσας, Παναγιώτατε, πρό ὀλίγων ἐτῶν, τήν αὐτήν μέ τήν σήμερον ἡμέραν, βασικήν τινα ἀρχήν ἐπί τῆς ὁποίας ἑδράζεται ἡ σαφής ὀρθόδοξος θεώρησις τοῦ ὅλου προβλήματος. Εἶπας, «ἡ συμφωνία αὐτή προϋποθέτει ὀντολογικήν ἕνωσιν τῶν συνηγμένων πιστῶν μετά τοῦ Χριστοῦ, τό νά δύναται ἕκαστος αὐτῶν νά εἴπῃ: ‘’ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός‘’ (Γαλ. 2,20)» .

Τήν σημαίνουσαν ἀξίαν τῶν λόγων Σου ἑρμηνεύει εἷς τῶν ἐπιφανεστάτων ἐπισκόπων τοῦ θρόνου Σου, λέγων: «… εἰς τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὑπερβαίνεται ἡ φθορά, ὑπερβαίνεται ὁ θάνατος. Ἀφοῦ συμβαίνουν ταῦτα εἰς τόν Χριστόν, τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ καθίσταται πλέον ἕν σῶμα ἐπί τοῦ ὁποίου πᾶσα ἡ ἀνθρωπότης γίνεται μέτοχος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οὕτως, ὁ Χριστός παύει νά εἶναι ἕν ἄτομον, γίνεται Καθολική ὕπαρξις, ἥτις λαμβάνει τήν μοῖραν τοῦ πεπτωκότος κτιστοῦ καί οὕτω λαμβάνει καί τήν μοῖραν τοῦ λελυτρωμένου κτιστοῦ, τοῦ ἀπηλευθερωμένου ἐκ τῶν ὁρίων του κτιστοῦ, διότι αὕτη εἶναι ἡ λύτρωσις ἐκ τῶν ὁρίων τοῦ κτιστοῦ. Αὕτη ἡ λύτρωσις, αὕτη ἡ ἀπελευθέρωσις εἶναι ἔργον τοῦ ἁγίου Πνεύματος συντελούμενον πρῶτον εἰς τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, καί ἐν συνεχείᾳ εἰς τούς ἀνθρώπους, πάλιν ὡς δωρεά καί ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Διά τοῦτο ὁ Χριστός, ὡς τό Καθολικόν Ὄν εἰς τό ὁποῖον ὑπερβαίνονται τά ὅρια τοῦ κτιστοῦ, μεταδίδει ἤ πραγματοποιεῖ τήν ὑπέρβασιν τῶν ὁρίων τοῦ κτιστοῦ δι’ ὅλην τήν ἀνθρωπότητα, οὐχί ὡς ἄτομον Χριστός, ἀλλά διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χορηγῶν τό Ἅγιον Πνεῦμα» .

Τάς ἀρχάς αὐτάς τάς ὁποίας ἡ συνόλη, ὑπό τήν ἐν τιμῇ πρωτοκαθεδρίαν Σου, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀσπάζεται καί ἐν ἀσπασμῷ ἁγίῳ, συνεχομένη τῷ Θείῳ θελήματι, προσέρχεται εἰς τούς διαλόγους μετά τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν τῆς Ρώμης, ὡς καί τῶν ἄλλων ὁμολογιῶν, τραυματίζουν ἐνίοτε ἐκ τῶν ἔσω πείσμονες ψευδαδελφοί, συγκροτοῦντες ὁμάδας φανατικῶν ὑποστηρικτῶν τῶν δῆθεν «θεσμίων», δέσμιοι ἐν πολλοῖς μιᾶς θρησκευτικῆς ἀπιστίας, ἑνός νεομανιχαϊστικοῦ φονταμεν-ταλισμοῦ, μιᾶς προβολικῆς μεταφυσικῆς ἐνοχῆς, ἑνός ἔργου εὐκόλου διά νά ζοῦν δίκην σεκτῶν οἱ μεταπράται τῆς «καθαρᾶς θρησκείας». Τό ἴδιον φαινόμενον ταλαιπωρεῖ καί τήν ἀδελφήν Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν.

Ἐν τούτοις, ἡ μή φωνασκοῦσα κοινοβλαβῶς ἀνθρωπότης, ἀλλά ἀναμένουσα θεοφρόνως, ὡς καί οἱ ἄνθρωποι καλῆς θελήσεως οἱ ἐνδιαφερόμενοι διά τήν προαγωγήν τῆς ἑνότητος, τῆς ὁμονοίας καί τῆς καταλλαγῆς, ὅπου δεῖ, ἐπικροτεῖ, προσδοκᾶ καί προσεύχεται, ὅπως ἡ διάφανος πραγματικότης τῆς Ἐκκλησίας στήσῃ τόν κόσμον εἰς τήν θέαν τοῦ κάλλους τοῦ Θεοῦ.

Τά μετανεωτερικά ἐπιτεύγματα τοῦ ἀνθρώπου εἰς ὅλους τούς τομεῖς καί τάς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του ἀρχίζουν νά ἀποκτοῦν χροιάν «τεχνογνωστικῆς ἐσχατολογίας» καί ἐπ’ αὐτοῦ αἱ Χριστιανικαί Ἐκκλησίαι ὀφείλουν νά λειτουργοῦν βάσει τοῦ προφητικοῦ – ἐσχατολογικοῦ χαρίσματος, διότι ἡ εὐθύνη ἡμῶν ἔναντι τῶν ραγδαίων, ἀσαφῶν καί πολυσυνθέτων προβλημάτων καί ἐξελίξεων ἐγγράφει εἰς βάρος ἡμῶν πίστωσιν ἔναντι τοῦ Πατρός, τοῦ σεσαρκωμένου Υἱοῦ καί τοῦ ἐπιδημοῦντος Ἁγίου Πνεύματος.

Οὐδόλως ἀγνοεῖ ὁ θρόνος Σου ὅτι ὁ Χριστός «ἦλθεν ἁρμοσόμενος τήν Ἐκκλησίαν» , στήκει οὖν καί κράττει τῆς θελήσεως τοῦ Κυρίου Σου.

Κατά τόν δοθέντα μοι, δι’ εὐλογίας, λόγον σήμερον, ἐπιθυμοῦμεν, ἁδραῖς γραμμαῖς, νά σημειώσωμεν τήν ἀγαθήν καρδίαν τῶν ἀκολουθησάντων τόν Ἰησοῦν πρώην μαθητῶν Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἐν οἷς καί ὁ Ἀνδρέας, θαυμάζοντες τήν πρό τῶν μακαρισμῶν μακαριότητά των. Λέγει ὁ χρυσοῤῥήμων Ἱερός Πατήρ: «… Οὐδέν γάρ οὐδέπω μαθόντες παρ’ αὐτοῦ, οὐδέ ἀκούσαντες, διδάσκαλον αὐτόν καλοῦσιν, εἰς τούς μαθητάς εἰσωθοῦντες ἑαυτούς, καί τήν αἰτίαν δεικνύντες, δι’ ἥν ἠκολούθουν, ὥς τι τῶν χρησίμων ἀκουσόμενοι. Θέα δέ μοι καί τήν σύνεσιν. Οὐκ εἶπον. Δίδαξον ἡμᾶς περί δογμάτων ἤ τινος ἑτέρου τῶν ἀναγκαίων, ἀλλά τί; ‘’Ποῦ μένεις;‘’ … Διά τοῦτο ὁ Χριστός οὐ λέγει τά σημεῖα τῆς οἰκίας, οὐδέ τόν τόπον, ἀλλ’ ἐπισπᾶται πλέον αὐτούς πρός τήν ἀκολούθησιν, δεικνύς ὅτι αὐτούς ἀπεδέξατο…» .

Ὁ Ἱερός Πατήρ ἑρμηνεύει στοχαστικῶς καί διευκρινίζει τόν ἱερόν ζῆλον καί τήν χαράν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καί τοῦ ἄλλου μαθητοῦ, εἰς τό ἐρώτημά των πρός τόν Ἰησοῦν σχετικῶς μέ τόν τόπον τῆς διαμονῆς Του. Ἡμεῖς ὅμως ἐρωτῶμεν Σέ, τόν Πατριάρχην: Ποῦ μένεις; Ὅστις σπεύσει εἰς ἀπόκρισιν ἴσως διαμαρτήσῃ τῆς ἀληθείας. Οἱ ἐνταῦθα κατέναντί Σου ἐρωτοῦν «διατί μένεις;». Καί, ὤ τῆς παραλόγου συμφωνίας, συναντῶνται μετά τῶν ἐκτός «τῶν ὁρίων Τύρου καί Σιδῶνος» εἰς τό αὐτόν ἐρώτημα. Μέ διαφόρους τρόπους ἡ κακία, δι’ ὅσους ἀδίκως αἰσθάνονται ὅτι κινδυνεύουν ὑπό Σοῦ, καταφάσκει τούς κατεναντίους.

Ἀσχάλλουν, διότι παραμένεις ἐδῶ εἰς τήν ὑπό τήν φυλακτήριον σκέπην καί τό ἀπροσμάχητον κράτος τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ παναρχαίαν ἕδραν Σου, ἐνοχλοῦνται τόσον διά τήν πίστιν ὅσον καί διά τόν τόπον. Προσβλέπουν εἰς τήν φυγήν, ἐπιθυμοῦν τήν ἔξοδόν Σου δι’ ὅσα ἐκράτησας ἑρμητικῶς κεκλεισμένα, καί, εἰ δυνατόν, «διά τῆς μαρτυρικῆς τοιαύτης θύρας» νά μεταφέρῃς τήν καθέδραν Σου. Ὀνειρεύονται, ὅταν ἀπογοητεύωνται, νά ὑποκύψῃς εἰς τάς ἐπινοήσεις τοῦ νεοϊστορισμοῦ, νά συνδιαλλαγῇς, νά ἀπολέσῃς τήν ἀλήθειαν τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀποδεχθῇς νέας ἑρμηνείας, νά προσχωρήσῃς εἰς τόν παραλογισμόν τῆς δυνάμεως τοῦ κόσμου τούτου, ἡ ὁποία κακοφρόνως ἑδράζεται εἰς τόν ἀριθμητικόν ὄγκον, προδίδων οὕτω καί ἀπορρίπτων τήν δύναμιν τοῦ λήμματος καί ἀφιστάμενος τοῦ μεγέθους τῆς Πεντηκοστῆς.

Ἀδελφοί καί τέκνα ὁμογάλακτα ἐν τῇ πίστει τῶν Ὀρθοδόξων, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἑτερότητα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως, ἥτις ἀδυνατεῖ νά ἑρμηνεύσῃ καί νά ἀποδεχθῇ τό ἄ-λογον τῆς θεωρήσεως ταύτης –τιμή ἥπερ τῆς ἀναλογεῖ καί τῆς ἀναγνωρίζεται- ἐπιχειροῦν ματαίως νά συγγράψουν νέαν ἱστορίαν ἐρήμην τῶν πηγῶν, ἀποβλέποντες εἰς ἴδιον ὄφελος. Διαπιστοῦται ἐδῶ ἡ ἀπόκλισις ἐκ τοῦ Δόγματος τῆς Τριαδολογίας, δίδουν ἐπίφασιν δυνάμεως εἰς τήν ἐκτός προσώπων οὐσίαν, ἄγουν τήν οὐσίαν τῆς δυνάμεως ὡς κέντρον τῆς Ἐκκλησίας, ἐρειδόμενοι εἰς τήν δύναμιν τήν προερχομένην ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Ἀγνοοῦν ὅτι ἡ ἀμφισβήτησις τῆς Οἰκουμενικότητος τοῦ Θρόνου Σου θρυμματίζει τό Θυσιαστήριον πάσης τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται διά τῆς κενώσεως τῆς Οἰκουμενικῆς τοῦ Θρόνου Σου διακονίας.

Ἡ ἀπώλεια τῆς διορατικότητος, χαρίσματος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούς καθιστᾶ εὐαλώτους εἰς τήν ἐπιδιωκομένην, ἀλλά καί ἀλυσιτελῆ μένουσαν παρ’ αὐτοῖς δυναμικήν τῆς ἀριθμήσεως. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως φανεροῖ εἰς τόν κόσμον τό «καινόν», τοὐτέστιν τό νέον, διά τοῦ ὁποίου κοσμεῖ τήν Οἰκουμενικότητα τῆς Ἐπισκοπῆς Σου. Ἀπότοκοι τοῦ «καινοῦ» εἶναι ὅλαι αἱ νέαι Ἐκκλησίαι, τά Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα, αἱ Αὐτοκέφαλοι, Αὐτόνομοι καί Ἡμιαυτόνομοι Ἐκκλησίαι.

Τό θυσιαστήριον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι «πρεσβυγενές θυσιαστήριον», ἀλλά καί τό μόνον ἐκ τῶν πρεσβυγενῶν τό ὁποῖον ἅμα τῇ κλάσει τοῦ Ἄρτου ἔδωκεν τόν μελιζόμενον καί μηδέποτε διαιρούμενον, Θεοῦ εὐδοκίᾳ καί οἰκείᾳ βουλήσει πρός πῆξιν θυσιαστηρίων καί ἐν ἄλλοις τόποις καί εἰς πάντα τά ἔθνη, πιστόν εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὥστε μένειν Αὐτόν μηδέποτε δαπανώμενον ἐν τῇ ἀληθείᾳ ταύτῃ.

Οὐδεμία ἄλλη πρεσβυγενής Ἐκκλησία ἀπήλαυσεν τοιαύτης «εὐτεκνίας», ὡς ἡ πρεσβυγενής Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τήν ὁποίαν ὅμως δέν ἀντεπεδόθη καί «ἡ ἀκατάγνωστος διαγωγή». Ὅστις εἶναι μετά τῆς Ἐκκλησίας Σου ἡνωμένος, οὐδέν ἀπειλεῖται, διότι Σύ ἔδωκας ἅ κατέχει. Ἀντιθέτως, ὁ κίνδυνος ἐπικρέμαται, καθ’ ὅσον ὅτε τοῦ γεννήτορος ἡ φωνή οὐ βοᾷ, τότε καί τό τῆς υἱοθεσίας χάρισμα παύει.

Μένεις λοιπόν εἰς τό θυσιαστήριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῷ ὁποίῳ λειτουργεῖς τό μυστήριον τῆς ἑνότητος πασῶν τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, διαμερίζων ἐν τῇ Οἰκουμένῃ κατά τόπους Ἐκκλησίας, συνδράμων Αὐτάς ἔκπαλαι, διά τῆς ἐξ ὕψους δυνάμεως, καί ἕως τάς προσφάτως δεινῶς δοκιμασθείσας καί δοκιμαζομένας τοιαύτας, παρ’ ὅ,τι ἡ δοκιμασία «μένει ἐν Σοί» ἐπί χρόνους τεσσάρους καί πεντήκοντα καί πεντακοσίους, καθ’ ὅν χρόνον ἤρχισεν ἡ Βαβυλώνιος δοκιμασία Σου, ἡ ὁποία ὅμως κατέστησεν τόν Θρόνον Σου μαρτυρικόν καί ἐν ταυτῷ Ἀναστάσιμον τῇ Οἰκουμένῃ, κατάστικτον τοῖς μώλωψιν καί πανσθενουργόν. Μένει ὁ Θρόνος Σου πιστός εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῶν Ἐθνῶν, Αὐτήν διακονεῖ εἰς τήν Οἰκουμένην καί τοῦτο ἀντιμάχεται ἐν τῷ προσώπῳ Σου ἡ αἵρεσις τοῦ νεοεθνοφυλετισμοῦ.

Μένεις ἐδῶ εἰς τήν Πόλιν τῶν Πόλεων ἐστερημένος ἐνίοτε τοῦ ὀφειλετικοῦ σεβασμοῦ καί τῆς στηρίξεως τῆς θυγατρικῆς ἀγάπης, παραδεδομένος ὅμως ἀπολύτως εἰς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πιστός εἰς τήν Ἀποστολικήν εὐεργεσίαν καί χάριν. Οὕτω πως Σέ προσλαμβάνομεν καί διά τοῦτο ἀναφωνοῦμεν μετά τοῦ Ἁγίου πατρός τῆς Ἐκκλησίας καί προκατόχου Σου, ὅστις προφητικῶς ἀνεφώνησεν: «τίς ἴδε ποτέ νεκρούς ἁλιεύοντας, καί ζῶντας ἁλιευομένους;» .

Ἡ ἑορτάζουσα σήμερον τήν Θρονικήν Αὑτῆς Ἑορτήν ἐν τιμῇ, εὐθύνῃ καί διακονίᾳ Πρωτόθρονος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ὀρθοδόξων, πιστή εἰς τήν Ἀποστολικήν κλῆσιν τοῦ Πρωτοκλήτου ἱδρυτοῦ Της, ὑπηρετεῖ εἰς τόν νῦν αἰῶνα τόν Θεόν Λόγον. Αὕτη ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων «ἐψηλάφησε σαρκωθέντα τόν ἀσχημάτιστον», διά τῆς Θεολογίας τῶν Ἱερῶν Πατέρων Της «ἠκολούθησε βαδίζοντα τόν πανταχοῦ ὄντα», μετά τῶν ἡσυχαστῶν Της «ἤκουσε τῆς φωνῆς τοῦ ποιήσαντος λόγῳ τά πάντα», μετά τῶν Ἱεραποστόλων Της «ἐσαγήνευσε διά γλώττης τόν κόσμον καί περιῆλθεν διά τοῦ κηρύγματος πάντα τά πέρατα». Διά τῆς ἀνά τόν κόσμον διακονίας Της «συνήγαγε τήν Ἐκκλησίαν ὡς ποίμνιον καί ἐσώρευσε τούς Ὀρθοδόξους ὡς σῖτον», διά τῶν μαρτύρων καί ὁμολογητῶν Της «ἀπεσκυβάλισε τάς αἱρέσεις ὡς ἄχυρα» .

Ἐνταῦθα οὖν μένεις εἰς ὅλα, ὅσα παρέλαβες, διά τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅστις «ἠροτρίασεν τῷ σταυρῷ τήν φύσιν»  καί ἐφανέρωσεν τόν Θεόν εἰς τήν ἱστορίαν. Σύ δέ πορεύεσαι, ἀπ’ ἀρχῆς, μέ τήν Χάριν τοῦ Παρακλήτου εἰς χρόνους ἀποδεσμευμένους ἀπό τήν φθοράν καί τόν θάνατον, ἐκεῖθεν τῶν περί τοῦ κόσμου τούτου θεωρήσεων.

Ζεῖ ὁ Θρόνος Σου εἰς τούς χρόνους καθ’ οὕς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἰσήγαγεν τά ἔσχατα εἰς τήν ἱστορίαν, καθ’ ὅτι οἱ καιροί Σου εἶναι ἐσχατολογικοί. Δι’ αὐτό καί δέν νοοῦν μήτε καταλαμβάνουν τό ἐν τῇ Βασιλίδι μυστήριον τῆς ζωῆς τοῦ Θρόνου Σου, οἱ θρησκευόμενοι ἀπίστως καί οἱ πιστῶς ἀντιθεΐζοντες. Ἐρευνοῦν, ἀναλύουν, ὑπολογίζουν καί ἀναμένουν θεοδικοῦντες. Ὅμως ὁ Θεός, Κύριος ὤν τῆς ἱστορίας, ἄλλα θέλει καί ἐκεῖνα μέλλει νά ἀποκαλύψῃ διά τήν Ἐκκλησίαν Σου. Ἐσύ μένεις πιστός εἰς τόν Κύριον καί Θεόν Σου «… ἵνα τῇ κοινωνίᾳ τοῦ πάθους δείξῃς τοῦ πόθου τό μέγεθος…» .

Οἱ στίχοι τοῦ Συναξαρίου τῆς ἑορτῆς τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἁγίου Ἀνδρέου ἀνέφερον σήμερον:
«Ἀντίστροφον σταύρωσιν Ἀνδρέας φέρει,
Φανείς ἀληθῶς οὐ σκιώδης ἀντίπους».

Ἡ ἀντίστροφος σταύρωσις τοῦ πάτρωνος τοῦ Θρόνου Σου, Παναγιώτατε, ἐγένετο εἰς καιρούς και χρόνους ἀντιστροφῆς τοῦ ῥοῦ τῆς ἱστορίας διά τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ζῶμεν πλέον εἰς αὐτούς τούς καιρούς τῆς ἀντιστροφῆς, κατά τούς ὁποίους φαίνει ἀληθῶς ἡ δύναμις τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν ζεῖς καί ὁμολογεῖς. Ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν εἰς τήν ἀντίστροφον φοράν τῆς ἱστορίας, οὐχί πρός τήν φθοράν καί τόν θάνατον, ἀλλά εἰς τήν εἴσοδον τῶν ἐσχάτων εἰς αὐτήν. Ταύτην τήν μαρτυρίαν καταθέτεις καί αὐτῆς τῆς μαρτυρίας ἐσμέν προσκυνηταί καί διά ταύτην στεῤῥῶς μένομεν ἐν Σοί.

Ζῆθι, Παναγιώτατε καί Θειότατε Πάτερ καί Δέσποτα, ἔτη πολλά ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἀντίστρεψον ταῦτα εἰς τό ἀεί τῆς ὄντως ζωῆς τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαρτυρῶν τῷ λαῷ Αὐτοῦ ὅτι εὗρες τόν ποθούμενον καί ἀναμενόμενον, Ὅν καί προσδοκῶμεν εἰς Ἀνάστασιν ζωῆς. Ἀμήν.

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο Νοεμβρίου 29, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ, Uncategorized

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 142 other followers