H Aνακομιδή των ιερών λειψάνων της Αγίας Θεοδώρας,της βασιλίσσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Theodora1

0081

Advertisements

 ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

 

 agios-gewrgios-708

            Ο άγιος Γεώργιος, ο Τροπαιοφόρος, είναι ένας από τους πιο γνωστούς αγίους του Χριστιανισμού και από τους περισσότερο τιμώμενους στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Γεννήθηκε το 275 στην Καππαδοκία από χριστιανική οικογένεια (πατέρας από την Καππαδοκία και μητέρα από τη Λύδδα της Παλαιστίνης). Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του τον μετέφερε στη Λύδδα, όπου μορφώθηκε και διακρίθηκε για την ευφυΐα και την ευγένειά του. Στρατεύθηκε στα 18 του χρόνια στη Νικομήδεια στο τάγμα των τριβούνων (διοικητών πεζικού) και σύντομα έφθασε σε πολύ ψηλό βαθμό και διάκριση και τελικά πήρε το τίτλο του κόμη, οπότε ως τέτοιος υπηρέτησε ως ιδιαίτερος σύμβουλος του αυτοκράτορα Διοκλητιανού.

 

Το 305, σε ηλικία 30 ετών αποκαλύφθηκε η ιδιότητά του ως χριστιανού (την οποία επιμελώς απέκρυπτε), οπότε συνελήφθη και παρά τις προσπάθειες του αυτοκράτορα να μεταστραφεί, εκείνος αρνήθηκε, σύμφωνα δε με το σχετικό διάταγμα, αποκεφαλίστηκε (παρά τη μεγάλη λύπη του αυτοκράτορα που έπρεπε να θυσιάσει ένα τέτοιο άξιο αξιωματικό). Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του συνέβησαν θαυμαστά πράγματα τέτοια, που συνέβαλαν στο να γίνει χριστιανή ακόμη και η σύζυγος του αυτοκράτορα, Αλεξάνδρα. Για τη μεταστροφή της αυτή φυλακίστηκε από τον σύζυγό της Διοκλητιανό, με το διάταγμά του δε αποφασίστηκε ο αποκεφαλισμός της, ο οποίος όμως δεν πραγματοποιήθηκε, διότι πέθανε στη φυλακή την ώρα της προσευχής. Η μνήμη της εορτάζεται στις 21 Απριλίου.

 

Ο Γεώργιος ανακηρύχθηκε άγιος και ήδη από τον 4ο αιώνα υπήρχαν ναοί στο όνομά του στην Αίγυπτο, Συρία, Κωνσταντινούπολη, αλλά και στη Δύση. Η ΡΚαθολική «εκκλησία» κατά το 1961 τον διέγραψε από το αγιολόγιό της, με το δικαιολογητικό της έλλειψης αυθεντικών μαρτυριών!!! Τόσο η υμνογραφία, όσο και ο πλούτος των θαυμάτων είναι πάρα πολλά. Αποτελεί τον ελευθερωτή των αιχμαλώτων, υπερασπιστή των πτωχών, ιατρό των ασθενούντων και υπέρμαχο των βασιλέων, η δε μνήμη του στις 23 Απριλίου συνδέθηκε με πλήθος λαογραφικών εθίμων. Εάν η μνήμη της εορτής του προηγηθεί της εορτής του Πάσχα, τότε εορτάζεται την δεύτερη ημέρα του Πάσχα.

 

Η ημέρα της εορτής του αποτελεί για τον αγροτικό και κυρίως για τον ποιμενικό πληθυσμό, το ορόσημο του τέλους του χειμώνα και της έναρξης του θέρους, το οποίο τερματίζεται στην μνήμη ενός άλλου μεγάλου αγίου, του αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου. Την ημέρα της εορτής του αγίου Γεωργίου άρχιζαν οι ποικίλες χρονικές συμβάσεις των αγροτών και ιδιαίτερα αυτές που αφορούσαν τη πρόσληψη βοσκών για τα ποιμνιοστάσια. Η εορτή του είναι μια προέκταση της Πασχαλιάς, γι’ αυτό μοιράζονται κόκκινα αβγά και τελούνται ζωοθυσίες.

 

Η λαϊκή παράδοση έχει δημιουργήσει τη δοξασία της δρακοντοκτονίας του αγίου. Σύμφωνα με αυτή ένας δράκοντας φύλαγε μια νεροπηγή απ’ όπου υδρευόταν μια πόλη και για να αφεθεί το νερό, έπρεπε να ταϊστεί ο δράκοντας με ανθρώπινη τροφή, που κάθε φορά οριζόταν με κλήρωση. Όταν στην κλήρωση έλαχε σαν τροφή η κόρη του βασιλιά, τότε επενέβη έφιππος ο άγιος ο οποίος σκότωσε τον δράκοντα και απελευθέρωσε την κόρη. Ο θρύλος αυτός συνδέεται με παρόμοιο, που υπήρχε στον αρχαίο ελληνικό μύθο της απελευθέρωσης της Ανδρομέδας από τον Περσέα. Επίσης στις 3 Νοεμβρίου, όπου εορτάζεται η ανακομιδή των λειψάνων του αγίου έχει συνδεθεί η εορτή του, με το άνοιγμα και τη δοκιμή των κρασιών της νέας εσοδείας, γι’ αυτό αναφέρεται τότε, ως ο άγιος Γεώργιος ο Μεθυστής. Σε άλλες περιοχές την ημέρα της εορτής γίνονται αγώνες δρόμου, πάλης και ιπποδρομιών.

 

23.4.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ 

ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΚΑΛΥΒΙΤΗ

maxresdefault

Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

_____________________

Θυμάμαι ακόμα τη γιαγιά Ελένη, την αδελφή του παππού μου, στο σκλαβωμένο απο τους αλλόθρησκους εισβολείς χωριό μου της περιοχής Μόρφου, ξαπλωμένη στο κρεββάτι της υπομονής σ’ ενα δωματιάκι και να  μας διηγείται μονάχα βίους Αγίων.  Τίποτε άλλο δεν τη θυμάμαι να μας διηγείται.  Εμείς τότε μικρά παιδιά γύρω από το κρεββατάκι της, ακούγαμε τις διηγήσεις της.

 

Απ’ όλες αυτές τις διηγήσεις της γιαγιάς, ιδιαίτερα θυμάμαι τη διήγηση του Βίου το Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη.  Δεν ξέρω γιατί, η γιαγιά Ελένη τον καλούσε Χρυσοκαλυβίτη.  Πιθανώς να τον καλούσε έτσι, γιατί στο φτωχό καλυβάκι που έφτιαξε στην αυλή του αρχοντικού των γονιών του, από την άσκηση, την αρετή και την όντως μαρτυρική καρτερία να μη φανερωθεί στους γονείς του, έγινε  παραδείσιο καλυβάκι.  Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αυτό που εις ήχον δεύτερον ψάλλομε στο δοξαστικό της εορτής του Αγίου, ‘’τη καλύβη διαιτώμενος ως εν Παραδείσω μυστικώς’’.

 

Κάπως έτσι μας διηγήθηκε η γιαγιά Ελένη, το βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη : «Στα μέρη της Κωνσταντινούπολης, ήταν ένας άρχοντας που είχε ένα γιό που τον έλεγαν Ιωάννη.  Οι γονείς του (Ευτρόπιος και Θεοδώρα), ήταν ευσεβείς άνθρωποι και έτσι του χάρισαν ένα Ευαγγέλιο.  Εκείνο τον καιρό, τα Ευαγγέλια ήταν χειρόγραφα και έπρεπε να ήσουν πλούσιος να τα αγοράσεις.  Τα εξώφυλλά τους τα στόλιζαν μάλιστα με πολύτιμα πετράδια. Για να διαβάσουν Ευαγγέλιο κάποιοι Χριστιανοί εκείνο τον καιρό, κρατούσαν σειρά στα Μοναστήρια που πήγαιναν.  Για να διαβάσουν δηλαδή από μια σελίδα ο καθένας.  Πέρασε λοιπόν από τα μέρη που ζούσε ο  Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης ένας μοναχός (από τη Μονή των Ακοιμήτων) πηγαίνοντας για τους Αγίους Τόπους.  Ο  Άγιος Ιωάννης του ζήτησε να τον πάρει κρυφά από τους γονείς του μαζί του.  Όταν επέστρεψε ο μοναχός από τους Αγίους Τόπους, τον πήρε μαζί του στο Μοναστήρι.  Το μόνο που πήρε μαζί του ήταν εκείνο το Ευαγγέλιο που του χάρισαν οι γονείς του.  Οι γονείς του τον έψαξαν παντού αλλά δεν τον βρήκαν.  Ο Άγιος στο μοναστήρι ζούσε με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή.  Ο πόλεμος όμως της αγάπης προς τους γονείς, τον οδηγεί να ζητήσει την ευλογία του Ηγουμένου και των αδελφών της Μονής να πάει να ακητεύσει στο πατρικό του σπίτι.  Πήγε λοιπόν στο αρχονικό του πατέρα του. Όταν άνοιξε η πόρτα κανείς δεν τον κατάλαβε γιατί από τη άσκηση έγινε αγνώριστος στην όψη.  Ζήτησε λοιπόν  την άδεια, αυτός που φαινόταν στην όψη περαστικός ζητιάνος, να φτιάξει ένα καλυβάκι στην αυλή.  Για φαγητό ζήτησε κανένα ξεροκόμματο ψωμί.  Όταν πέρασαν τα χρόνια και ο Άγιος πληροφορήθηκε από τον Κύριο ότι σε τρεις μέρες θα τον πάρει κοντά του, κάλεσε τους γονείς του να τους μιλήσει. Ανήξεροι οι γονείς τι ήθελε να τους πει ο ζητιάνος αυτός, πήγαν στο καλυβάκι του.  Ο Άγιος τους ευχαρίστησε για τη φιλοξενία και τους είπε ότι θέλει να τους χαρίσει κάτι.  Και τότε ο Άγιος τους έδωσε το Ευαγγέλιο που του χάρισαν όταν ήταν μικρός.  Οι γονείς του ταραγμένοι τον ρώτησαν που βρήκε το Ευαγγέλιο αυτό, γιατί ήταν εκείνο που χάρισαν στον γιό τους όταν ήταν μικρός.  Ο Άγιος τότε τους είπε ότι ‘’εγώ είμαι ο γιός σας ο Ιωάννης’’ και ότι ο Κύριος θα τον πάρει κοντά του σε τρεις μέρες.  Οι γονείς τους δεν ήξεραν τι να κάνουν, να χαρούν που βρήκαν το γιο τους ή να λυπηθούν που θα πέθαινε».  Κάπως έτσι ήταν η διήγηση της γιαγιάς Ελένης που βρήκε μαρτυρικό τέλος στη διάρκεια της Τουρκικής εισβολής.

 

Χρυσοκαλυβίτη γιατί να τον ειπεί

_____________

Με προσοχή φυλάγεται περίσσια

στη Μονή του Παντοκράτορα

τ΄ Άη Γιάννη του Καλυβίτη το Ευαγγέλιο

σε παμπάλαιη

μικρογράμματη γραφή.

Θυμάμαι  ακόμα

τη γιαγιά εκείνη

στο σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου

από του πόνου το κρεββάτι

ετούτη την βιοτή  να ιστορεί.

Κείνο που διαπορώ ακόμα

Χρυσοκαλυβίτη γιατί να τον ειπεί.

Ίσως και τούτο νάναι

αιτία κι αφορμή

που εις ήχον δεύτερον υμνούμεν

που ¨τη καλύβη¨ ετούτη ¨διαιτώμενος¨

¨ως εν Παραδείσω μυστικώς¨.

 

 

*   ¨κατκαλβδιαιτμενος, ὡς ν Παραδεσμυστικς¨ Από το δοξαστικό του β΄ ήχου του Εσπερινού της εορτής τουΑγίου.

Το τελετουργικό της αγιοκατάταξης κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη Φώτιο Β’

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης, 

Η μη ύπαρξη όμως επίσημα αναγνωρισμένων αγίων στη Ρουμανία, φαίνεται να οφείλεται όχι τόσο στην έλλειψη προσώπων που διακρίθηκαν για την αγιότητα του βίου τους στο ρουμανικό χώρο, όσο στο γεγονός ότι η Εκκλησία Ρουμανίας συνέδεε το θέμα της επισήμου αναγνωρίσεως ρουμάνων αγίων, με το θέμα της ανυψώσεώς της σε Πατριαρχείο, έχοντας προφανώς μια αντίληψη περί αναδείξεως αγίων στην Ορθόδοξο Εκκλησία, επηρεασμένη από τη διαδικασία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ή την κατ’ απομίμηση αυτής, πράξη της Εκκλησίας της Ρωσσίας.

Ως προς το σημείο αυτό, ο Μητροπολίτης Ολτενίας Νέστωρ είναι κάθε άλλο παρά ασαφής. Διότι, ενώ αναγνωρίζει ότι ο Ορθόδοξος ρουμανικός λαός ανέκαθεν έδειχνε μια βαθειά και γνήσια ευσέβεια απέναντι στους ήρωες της πίστεως, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε επίσημη εκκλησιαστική αναγνώριση, δεν παραλείπει να προσθέσει ότι «οι πρώτες επίσημες αναγνωρίσεις ρουμάνων αγίων, έγιναν στις μέρες μας όταν η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ρουμανίας ήταν πλέον σε θέση να αναλάβει μια τέτοια πρωτοβουλία», δοθέντος ότι «η υπαγωγή της Ρουμανικής Εκκλησίας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν ευώδωνε τη λήψη πρωτοβουλιών επισήμου κανονισμού άγιων»[8]. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το από 10 Νοεμβρίου 1930 γράμμα του Πατριάρχου Βουκουρεστίου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, αποστέλλεται πέντε μόλις χρόνια μετά την αναγνώριση της Εκκλησίας Ρουμανίας ως Πατριαρχείου, εν όψει προφανώς της επισήμου ανακηρύξεως ρουμάνων αγίων.

Ανταποκρινόμενος στο αίτημα του Πατριάρχου Βουκουρεστίου, και με βάση μια έκθεση της Συνοδικής Επιτροπής επί των Κανονικών Ζητημάτων, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Φώτιος ο Β’, πληροφορούσε ότι «προκειμένου περί της αναγνωρίσεως και κατατάξεως εις τον χορόν των Αγίων της Εκκλησίας των υπό του Θεού δεδοξασμένων προσώπων», στην Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως εφαρμόζονταν οι εξής γενικές αρχές:

«α) Η εξέλεγξις των στοιχείων της αγιότητος οφείλει γίγνεσθαι διά Συνόδου, συγκροτουμένης εξ απάντων των Μητροπολιτών, Αρχιεπισκόπων, Επισκόπων και οφφικιάλων κληρικών της οικείας Εκκλησίας,

β) Η εξέλεγξις περιττεύει περί των ιερών εκείνων προσώπων, άπερ η γενική εκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων και ποιμαινομένων ανεγνώρισεν ως αγίους και ως τοιούτους επί μακρόν ήδη χρόνον τιμά και γεραίρει. Των ιερών τούτων προσώπων των σιωπηρώς μέχρι του νυν ως ηγιασμένων και δεδοξασμένων παρά Θεού τιμωμένων γίγνεται μόνον τυπική αναγνώρισις υπό της Εκκλησίας κατά τα ανωτέρω.

γ) Κατά την ανακήρυξιν γίγνεται σχετική εκκλησιαστική πράξις, περί ης ως δείγμα τι δύναται χρησιμεύσαι η εν αντιγράφω έγκλειστος ώδε πράξις του καθαγιασμού του Αγίου Γερασίμου του Νέου, του γενομένου επί του μακαρίου Πατριάρχου Κυρίλλου του Λουκάρεως κατά τας αρχάς του ΙΖ’ αιώνος.

δ) Η πράξις της ανακηρύξεως υπογράφεται πανηγυρικούς εν τω ναώ, γινομένης της προσηκούσης εκκλησιαστικής τελετής ως εξής: Κατερχομένης δηλ. απάσης της Συνόδου εις τον ναόν και τιθέμενου εν τω μέσω του Ευαγγελίου, ψάλλονται τα τροπάρια «Ευλογητός ει, Χριστέ ο Θεός ημών…», «Ότε καταβάς…» κτλ. Είτα αναγινώσκεται και υπογράφεται υπό πάντων των της γενικής Συνόδου μελών, άτινα παρίστανται, η πράξις της αγιοποιήσεως, αμέσως δε μετά τούτο ψάλλονται τα τροπάρια «Άγιοι μάρτυρες οι καλώς αθλήσαντες…», «Τας αλγηδόνας των Αγίων, ας υπέρ σου έπαθον…», «Των εν όλω τω κόσμω μαρτύρων σου ως πορφύραν και βύσσον τα αίματα…».

ε)Ευκαίρως περί των αξιολογωτέρων εκ των ανακηρυχθησομένων αγίων συντάσσεται, ως εικός, και ιδιαιτέρα ανάλογος ακολουθία προς χρήσιν εν ταις εκκλησίαις εντός του πλαισίου της υμνολογίας και τελετουργίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

στ) Επίσης αναγκαία εστίν η ανακομιδή των λειψάνων, αν ταύτα σώζωνται, και το χρίσμα αυτών δι’ Αγίου Μύρου, κατά την ανακομιδήν δε των λειψάνων συνήθεις εισί παννυχίδες και λειτουργίαι πανηγυρικαί»[9].

Σχολιάζοντας το ανωτέρω γράμμα με κάποια αυστηρότητα, ο Α. Αλιβιζάτος, παρατηρούσε ότι, εξαιρουμένου του β’ σημείου του, που αναφέρεται στο περιττό της εξελέγξεως των στοιχείων αγιότητος, προκειμένου για πρόσωπα που ήδη τιμώνται από τη γενική εκκλησιαστική συνείδηση, τα λοιπά στοιχεία του γράμματος αυτού, είναι άγνωστα στην αρχαία παράδοση της Εκκλησίας, μερικά δε από αυτά, όπως η χρίση των ιερών λειψάνων με Άγιο Μύρο, είναι ερανισμένα από την πράξη της Ρωσσικής Εκκλησίας[10].

Όσο όμως και αν η άποψη αυτή έχει κάποια δόση αλήθειας, μια προσεκτική «ανάγνωση του προς τον Πατριάρχη Βουκουρεστίου γράμματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, καθώς και μια ανάλυσή του, υπό το φως της εκθέσεως της Συνοδικής Επιτροπής επί των Κανονικών Ζητημάτων, για την οποία έγινε ήδη λόγος, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν παρεκκλίνει από την παράδοση της Εκκλησίας, αλλά στην ουσία του βρίσκεται σύμφωνο προς την αρχαία πράξη της.

ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

 

[8] Νέστορος Όλτενίας, μν. εργ., σελ. 46.
[9] Βλ. Ορθοδοξία, ενθ. άν..
[10] Α. Άλιβιζάτου, μν. έργ., σελ. 43 εξ. Τη χρήση Αγίου Μύρου κατά την ανακομιδή των λειψάνων αγίων αναφέρει και ο Αρχιμ. (νυν Μητροπολίτης Σουηδίας) Παύλος Μενεβίσογλου, έχων υπ’ όψη το συγκεκριμένο αυτό σημείο του Γράμματος του Πατριάρχου Φωτίου Β’. Βλ. Π. Μενεβίσογλου, Το Άγιον Μύρον εν τη Ορθοδόξω Ανατολική Εκκλησία, Ανάλεκτα Βλατάδων 14, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 226. Ως προς το θέμα όμως της χρίσεως των λειψάνων με Άγιο Μύρο κατά την ανακομιδή τους, φαίνεται ότι σφάλλουν τόσο ο συντάκτης του Πατριαρχικού Γράμματος, όσο και ο Α. Αλιβιζάτος, η δε πλάνη τους οφείλεται ενδεχομένως σε παρερμηνεία της περιγραφής ανακηρύξεως αγίων στη Ρωσσία, που κάμει ο J. Bois στο «Λεξικό της Καθολικής Θεολογίας», και την οποία είχαν προφανώς υπ’ όψη τους αμφότεροι. Ο Bois αναφέρει συγκεκριμένα ότι κατά τη Λιτή της παραμονής της ανακηρύξεως του αγίου, και έπειτα από την περιφορά του ι. σκήνους γύρω από το Ναό, αρχίζει η «προσκύνηση των ιερών λειψάνων, την οποία ακολουθεί το χρίσμα, το οποίο δίνεται συνήθως σ’ αυτό το σημείο της ι. ακολουθίας… Ο Ναός παραμένει ανοικτός όλη τη νύκτα, οι δε πιστοί προσερχόμενοι προσκυνούν τα ιερά λείψανα και χρίονται με έλαιο που καθαγιάζεται κατά την τελετή». Βλ
. J. Bois, Canonisation dans l’ Eglise Russe, εν A. Vacant – E. Mangenot, Dictionnaire de Theologie Catholique, Τόμ. II/2, Paris 1932, σελ. 1672. Στην εν λόγω περίπτωση πρόκειται μάλλον περί ελαιοδοσίας, (όπως συμβαίνει και σήμερα στη Ρωσσία κατά τις Λιτές μεγάλων εορτών, όπου οι πιστοί χρίονται με το ευλογημένο έλαιο της αρτοκλασίας), και όχι περί καθαγιασμού των ιερών λειψάνων με Άγιο Μύρο. (Για την αρχαιότατη αυτή πράξη της ελαιοδοσίας και της χρίσεως των πιστών με έλαιο από την κανδήλα της εικόνος ενός αγίου, βλ. εν Χρυσοστόμου Θαυμακού, Το έλαιον εξ επόψεως τελετουργικής, εν Εκκλησία, 37 (1960), σελ. 409). Η φράση του Bois «Veneration des reliques, accompagnee de l’onction qui se donne ordinairement a ce moment de l’office», θεωρήθηκε φαίνεται ότι δήλωνε τη χρίση των λειψάνων με Άγιο Μύρο. Εξ άλλου, όπως μαρτυρεί ο Golubinski, περιγράφοντας την ανακήρυξη ως αγίου του Επισκόπου Βορονέζ Τύχωνος (1874), τα μετακομιζόμενα λείψανα του αγίου απλώς ραντίζονται με αγιασμό, κατά τη στιγμή που τοποθετούνται στη λάρνακα, όπου θα φυλάσσονται στο διηνεκές. Βλ. Ε. Golubinski, μν.έργ., σελ. 512. Πρέπει να σημειωθεί μολαταύτα ότι κατά τα εγκαίνια ναών, ο προεξάρχων Αρχιερεύς επιχέει Άγιον Μύρον στα ιερά λείψανα που τοποθετούνται στην καθαγιαζόμενη Αγία Τράπεζα. Βλ. Ακολουθία εις Εγκαίνια Ναού, Μέγα Ευχολόγιον, έκδ. Μ. Σαλιβέρου, Αθήναι (χωρίς χρόνο εκδόσεως), σελ. 241.