Το τελετουργικό της αγιοκατάταξης κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη Φώτιο Β’

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης, 

Η μη ύπαρξη όμως επίσημα αναγνωρισμένων αγίων στη Ρουμανία, φαίνεται να οφείλεται όχι τόσο στην έλλειψη προσώπων που διακρίθηκαν για την αγιότητα του βίου τους στο ρουμανικό χώρο, όσο στο γεγονός ότι η Εκκλησία Ρουμανίας συνέδεε το θέμα της επισήμου αναγνωρίσεως ρουμάνων αγίων, με το θέμα της ανυψώσεώς της σε Πατριαρχείο, έχοντας προφανώς μια αντίληψη περί αναδείξεως αγίων στην Ορθόδοξο Εκκλησία, επηρεασμένη από τη διαδικασία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ή την κατ’ απομίμηση αυτής, πράξη της Εκκλησίας της Ρωσσίας.

Ως προς το σημείο αυτό, ο Μητροπολίτης Ολτενίας Νέστωρ είναι κάθε άλλο παρά ασαφής. Διότι, ενώ αναγνωρίζει ότι ο Ορθόδοξος ρουμανικός λαός ανέκαθεν έδειχνε μια βαθειά και γνήσια ευσέβεια απέναντι στους ήρωες της πίστεως, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε επίσημη εκκλησιαστική αναγνώριση, δεν παραλείπει να προσθέσει ότι «οι πρώτες επίσημες αναγνωρίσεις ρουμάνων αγίων, έγιναν στις μέρες μας όταν η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ρουμανίας ήταν πλέον σε θέση να αναλάβει μια τέτοια πρωτοβουλία», δοθέντος ότι «η υπαγωγή της Ρουμανικής Εκκλησίας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν ευώδωνε τη λήψη πρωτοβουλιών επισήμου κανονισμού άγιων»[8]. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το από 10 Νοεμβρίου 1930 γράμμα του Πατριάρχου Βουκουρεστίου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, αποστέλλεται πέντε μόλις χρόνια μετά την αναγνώριση της Εκκλησίας Ρουμανίας ως Πατριαρχείου, εν όψει προφανώς της επισήμου ανακηρύξεως ρουμάνων αγίων.

Ανταποκρινόμενος στο αίτημα του Πατριάρχου Βουκουρεστίου, και με βάση μια έκθεση της Συνοδικής Επιτροπής επί των Κανονικών Ζητημάτων, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Φώτιος ο Β’, πληροφορούσε ότι «προκειμένου περί της αναγνωρίσεως και κατατάξεως εις τον χορόν των Αγίων της Εκκλησίας των υπό του Θεού δεδοξασμένων προσώπων», στην Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως εφαρμόζονταν οι εξής γενικές αρχές:

«α) Η εξέλεγξις των στοιχείων της αγιότητος οφείλει γίγνεσθαι διά Συνόδου, συγκροτουμένης εξ απάντων των Μητροπολιτών, Αρχιεπισκόπων, Επισκόπων και οφφικιάλων κληρικών της οικείας Εκκλησίας,

β) Η εξέλεγξις περιττεύει περί των ιερών εκείνων προσώπων, άπερ η γενική εκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων και ποιμαινομένων ανεγνώρισεν ως αγίους και ως τοιούτους επί μακρόν ήδη χρόνον τιμά και γεραίρει. Των ιερών τούτων προσώπων των σιωπηρώς μέχρι του νυν ως ηγιασμένων και δεδοξασμένων παρά Θεού τιμωμένων γίγνεται μόνον τυπική αναγνώρισις υπό της Εκκλησίας κατά τα ανωτέρω.

γ) Κατά την ανακήρυξιν γίγνεται σχετική εκκλησιαστική πράξις, περί ης ως δείγμα τι δύναται χρησιμεύσαι η εν αντιγράφω έγκλειστος ώδε πράξις του καθαγιασμού του Αγίου Γερασίμου του Νέου, του γενομένου επί του μακαρίου Πατριάρχου Κυρίλλου του Λουκάρεως κατά τας αρχάς του ΙΖ’ αιώνος.

δ) Η πράξις της ανακηρύξεως υπογράφεται πανηγυρικούς εν τω ναώ, γινομένης της προσηκούσης εκκλησιαστικής τελετής ως εξής: Κατερχομένης δηλ. απάσης της Συνόδου εις τον ναόν και τιθέμενου εν τω μέσω του Ευαγγελίου, ψάλλονται τα τροπάρια «Ευλογητός ει, Χριστέ ο Θεός ημών…», «Ότε καταβάς…» κτλ. Είτα αναγινώσκεται και υπογράφεται υπό πάντων των της γενικής Συνόδου μελών, άτινα παρίστανται, η πράξις της αγιοποιήσεως, αμέσως δε μετά τούτο ψάλλονται τα τροπάρια «Άγιοι μάρτυρες οι καλώς αθλήσαντες…», «Τας αλγηδόνας των Αγίων, ας υπέρ σου έπαθον…», «Των εν όλω τω κόσμω μαρτύρων σου ως πορφύραν και βύσσον τα αίματα…».

ε)Ευκαίρως περί των αξιολογωτέρων εκ των ανακηρυχθησομένων αγίων συντάσσεται, ως εικός, και ιδιαιτέρα ανάλογος ακολουθία προς χρήσιν εν ταις εκκλησίαις εντός του πλαισίου της υμνολογίας και τελετουργίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

στ) Επίσης αναγκαία εστίν η ανακομιδή των λειψάνων, αν ταύτα σώζωνται, και το χρίσμα αυτών δι’ Αγίου Μύρου, κατά την ανακομιδήν δε των λειψάνων συνήθεις εισί παννυχίδες και λειτουργίαι πανηγυρικαί»[9].

Σχολιάζοντας το ανωτέρω γράμμα με κάποια αυστηρότητα, ο Α. Αλιβιζάτος, παρατηρούσε ότι, εξαιρουμένου του β’ σημείου του, που αναφέρεται στο περιττό της εξελέγξεως των στοιχείων αγιότητος, προκειμένου για πρόσωπα που ήδη τιμώνται από τη γενική εκκλησιαστική συνείδηση, τα λοιπά στοιχεία του γράμματος αυτού, είναι άγνωστα στην αρχαία παράδοση της Εκκλησίας, μερικά δε από αυτά, όπως η χρίση των ιερών λειψάνων με Άγιο Μύρο, είναι ερανισμένα από την πράξη της Ρωσσικής Εκκλησίας[10].

Όσο όμως και αν η άποψη αυτή έχει κάποια δόση αλήθειας, μια προσεκτική «ανάγνωση του προς τον Πατριάρχη Βουκουρεστίου γράμματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, καθώς και μια ανάλυσή του, υπό το φως της εκθέσεως της Συνοδικής Επιτροπής επί των Κανονικών Ζητημάτων, για την οποία έγινε ήδη λόγος, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν παρεκκλίνει από την παράδοση της Εκκλησίας, αλλά στην ουσία του βρίσκεται σύμφωνο προς την αρχαία πράξη της.

ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

 

[8] Νέστορος Όλτενίας, μν. εργ., σελ. 46.
[9] Βλ. Ορθοδοξία, ενθ. άν..
[10] Α. Άλιβιζάτου, μν. έργ., σελ. 43 εξ. Τη χρήση Αγίου Μύρου κατά την ανακομιδή των λειψάνων αγίων αναφέρει και ο Αρχιμ. (νυν Μητροπολίτης Σουηδίας) Παύλος Μενεβίσογλου, έχων υπ’ όψη το συγκεκριμένο αυτό σημείο του Γράμματος του Πατριάρχου Φωτίου Β’. Βλ. Π. Μενεβίσογλου, Το Άγιον Μύρον εν τη Ορθοδόξω Ανατολική Εκκλησία, Ανάλεκτα Βλατάδων 14, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 226. Ως προς το θέμα όμως της χρίσεως των λειψάνων με Άγιο Μύρο κατά την ανακομιδή τους, φαίνεται ότι σφάλλουν τόσο ο συντάκτης του Πατριαρχικού Γράμματος, όσο και ο Α. Αλιβιζάτος, η δε πλάνη τους οφείλεται ενδεχομένως σε παρερμηνεία της περιγραφής ανακηρύξεως αγίων στη Ρωσσία, που κάμει ο J. Bois στο «Λεξικό της Καθολικής Θεολογίας», και την οποία είχαν προφανώς υπ’ όψη τους αμφότεροι. Ο Bois αναφέρει συγκεκριμένα ότι κατά τη Λιτή της παραμονής της ανακηρύξεως του αγίου, και έπειτα από την περιφορά του ι. σκήνους γύρω από το Ναό, αρχίζει η «προσκύνηση των ιερών λειψάνων, την οποία ακολουθεί το χρίσμα, το οποίο δίνεται συνήθως σ’ αυτό το σημείο της ι. ακολουθίας… Ο Ναός παραμένει ανοικτός όλη τη νύκτα, οι δε πιστοί προσερχόμενοι προσκυνούν τα ιερά λείψανα και χρίονται με έλαιο που καθαγιάζεται κατά την τελετή». Βλ
. J. Bois, Canonisation dans l’ Eglise Russe, εν A. Vacant – E. Mangenot, Dictionnaire de Theologie Catholique, Τόμ. II/2, Paris 1932, σελ. 1672. Στην εν λόγω περίπτωση πρόκειται μάλλον περί ελαιοδοσίας, (όπως συμβαίνει και σήμερα στη Ρωσσία κατά τις Λιτές μεγάλων εορτών, όπου οι πιστοί χρίονται με το ευλογημένο έλαιο της αρτοκλασίας), και όχι περί καθαγιασμού των ιερών λειψάνων με Άγιο Μύρο. (Για την αρχαιότατη αυτή πράξη της ελαιοδοσίας και της χρίσεως των πιστών με έλαιο από την κανδήλα της εικόνος ενός αγίου, βλ. εν Χρυσοστόμου Θαυμακού, Το έλαιον εξ επόψεως τελετουργικής, εν Εκκλησία, 37 (1960), σελ. 409). Η φράση του Bois «Veneration des reliques, accompagnee de l’onction qui se donne ordinairement a ce moment de l’office», θεωρήθηκε φαίνεται ότι δήλωνε τη χρίση των λειψάνων με Άγιο Μύρο. Εξ άλλου, όπως μαρτυρεί ο Golubinski, περιγράφοντας την ανακήρυξη ως αγίου του Επισκόπου Βορονέζ Τύχωνος (1874), τα μετακομιζόμενα λείψανα του αγίου απλώς ραντίζονται με αγιασμό, κατά τη στιγμή που τοποθετούνται στη λάρνακα, όπου θα φυλάσσονται στο διηνεκές. Βλ. Ε. Golubinski, μν.έργ., σελ. 512. Πρέπει να σημειωθεί μολαταύτα ότι κατά τα εγκαίνια ναών, ο προεξάρχων Αρχιερεύς επιχέει Άγιον Μύρον στα ιερά λείψανα που τοποθετούνται στην καθαγιαζόμενη Αγία Τράπεζα. Βλ. Ακολουθία εις Εγκαίνια Ναού, Μέγα Ευχολόγιον, έκδ. Μ. Σαλιβέρου, Αθήναι (χωρίς χρόνο εκδόσεως), σελ. 241.

Η διαδικασία αγιοκατατάξεως στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως σήμερα

sv-maksim-grk

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης, 

Παρά τις κατά καιρούς πρωτοβουλίες Πατριαρχών, κυρίως μετά την Άλωση, να επισημοποιούν τη μνήμη ενός ήδη τιμωμένου αγίου με σχετική συνοδική απόφαση, διαπιστώνουμε ότι έως τις αρχές του αιώνα μας, στη Μεγάλη του Χρίστου Εκκλησία δεν υπήρχε καθιερωμένη διαδικασία αναγνωρίσεως άγιων. Η γνώμη ότι η διαδικασία της κανονικής ανακηρύξεως ενός αγίου μιας οποιασδήποτε Εκκλησίας πρέπει να κινείται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σύμφωνα προς τη μακραίωνα κανονική παράδοση και πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας[1], όπως και η άποψη ότι η αναγνώριση άγιων με επίσημη εκκλησιαστική πράξη και έκδοση Πατριαρχικού Τόμου, είναι νέα πρακτική, βασιζόμενη σε παλαιότερες παραδόσεις και πράξεις[2], δεν έχουν ιστορικό έρεισμα. Τουναντίον, όπως έγινε ήδη λόγος διά μακρών, ολόκληρο νέφος μαρτύρων της πρωτογενούς Εκκλησίας και πλήθος άγιων και οσίων ανδρών και γυναικών της βυζαντινής περιόδου εντάχθηκαν στο Εορτολόγιο της Εκκλησίας, με μόνη βάση την ετυμηγορία των πιστών μιας τοπικής Εκκλησίας, όπως και πολλοί Νεομάρτυρες των Κάτω Χρόνων μπήκαν στο Εορτολόγιο αυθόρμητα, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας και χωρίς καμμιά επί τούτω κανονική πράξη η ιδιαίτερη τελετουργία. Και τούτο διότι, απλώς, δεν υπήρχε καμμιά εν προκειμένω διαδικασία η Ιερά Ακολουθία, πράγμα το οποίο «φαίνεται και εκ της παντελούς περί τούτου παρασιωπήσεως του Ευχολογίου και του Τυπικού»[3] .

Η πράξη που συνίσταται στην υποβολή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ενός «κανονικού φακέλλου», προκειμένου να ενταχθεί επίσημα στο Εορτολόγιο ένας ήδη τιμώμενος άγιος μιας τοπικής Εκκλησίας, του ελλαδικού κυρίως χώρου, είναι σχετικά πρόσφατη. Με κανένα δε τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ως απορρέουσα από κάποιο «δικαίωμα» του Οικουμενικού Πατριαρχείου να ανακηρύττει επίσημα αγίους[4]. Παρόμοιο δικαίωμα θα προσέδιδε στην Κωνσταντινούπολη ένα ρωμαϊκού τύπου και εμπνεύσεως συγκεντρωτισμό, τον οποίο αυτή ποτέ δε διεκδίκησε, η δε Ορθοδοξία πάντοτε επέκρινε, μεταξύ άλλων και ως προς το θέμα της αναγνωρίσεως των αγίων. Η νέα αυτή μέθοδος που γενικεύθηκε πρόσφατα, πρέπει να ενταχθεί στα πλαίσια της ευθύνης του Πατριαρχείου, ως Πρωτόθρονου Εκκλησίας, να διακονήσει την Ορθοδοξία και να εκφράσει την πανορθόδοξο ενότητα, όπως θα αναλύσουμε διεξοδικώτερα παρακάτω. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μόλις τον Μάρτιο του 1931, κάμει γνωστή την τάξη που εφαρμόζεται στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου «περί αναγνωρίσεως και κατατάξεως εις τον χορόν των αγίων της Εκκλησίας των υπό του Θεού δεδοξασμένων προσώπων»[5] , και διατυπώνει μερικές γενικές αρχές που διέπουν την πράξη αυτή της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως είχε προβεί στην ενέργεια αυτή παίρνοντας αφορμή από ένα γράμμα του Πατριάρχου Βουκουρεστίου Μύρωνος Κριστέα, με το οποίο ο Προκαθήμενος της Ρουμανικής Εκκλησίας ζητούσε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Φώτιο Β’ να του υποδείξει «την πράξιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ήτις τηρείται, όταν χριστιανός τις μετά θάνατον αναγνωρίζηται και ανακηρύσσηται άγιος, και το τυπικόν το οποίον χρησιμοποιείται εν τοιαύτη πράξει»[6] .
Για την ιστορία θα έπρεπε ίσως να αναφερθούν, παρενθετικά, οι λόγοι οι οποίοι είχαν ωθήσει την Εκκλησία Ρουμανίας να υποβάλει το παραπάνω ερώτημα, χωρίς το οποίο η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως δε θα αισθανόταν ενδεχομένως την ανάγκη να διατυπώσει κάποια διαδικασία και ένα μάλλον απλό τυπικό, σχετικά με την ένταξη ενός αγίου στο Εορτολόγιο.

Από το 1894 ήδη, λίγα χρόνια μετά τη χορήγηση του αυτοκεφάλου στην Εκκλησία της Ρουμανίας (1885), διάφοροι ρουμάνοι διανοούμενοι, όπως οι Ιωάννης Kalinderu, Κωνσταντίνος Erbiceanu και Δημοσθένης Russo, εφιστούσαν την προσοχή στο γεγονός ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ρουμανίας δεν είχε αναδείξει τοπικούς αγίους, παρά το ότι στη μακραίωνη ιστορία της είχαν παρουσιασθεί πρόσωπα άξια σεβασμού και τιμής. Ο ιστορικός και φιλόσοφος Bogdan Ρ. Hasdeu μάλιστα, μπροστά στο μεγάλο αριθμό αγίων πού είχαν να επιδείξουν έλληνες και σλάβοι, εξέφραζε τη λύπη του διότι οι ρουμάνοι δεν είχαν αξιωθεί να ανακηρύξουν επίσημα αυτόχθονες αγίους[7] .

 

[1] Β. Φειδά, Μάξιμος ο Γραικός, Φωτιστής των Ρώσσων, εν Εκκλησία, ΞΕ΄ (1988), σελ. 274.

[2] Γ.Χ. Χρυσοστόμου, Η αναγνώριση του Μαξίμου Γραικού ως Αγίου και ο καθορισμός κοινής Εκκλησιαστικής Πράξης αναγνώρισης άγιων από την Ορθόδοξη Εκκλησία, Άρτα 1989, σελ. 9.

[3] Α. Άλιβιζάτου, μν. εργ., σελ. 42. Πρβλ. και Στ. Παπαδοπούλου, μν. εργ., σελ. 27.

[4] Γ.Χ. Χρυσοστόμου, μν. εργ., σελ. 15.

[5] Βλ. ’Ορθοδοξία, 6 (1931), σελ. 284-285. Πρβλ. Χρ. Παπαδοπούλου,Περί της Άνακηρύξεως ‘Αγίων, σελ. 334, Α. Άλφιζάτον, μν. εργ., σελ. 42 εξ.,Κωνσταντίνου Δέρκων, μν. εργ., σελ. 228.

[6] Βλ. Η Άνάδειξις ‘Αγίων εν τη Όρθοδόξω Εκκλησία, εν ’Ορθοδοξία, 6(1931), σελ. 281.

[7] L. Stan, Les Saints Roumains, Sibiu 1945, σελ. 6. Βλ. και Νέστορος Όλτενίας, μν. ε’ργ., σελ. 45.

ΠΗΓΗ.ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ

Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος ὁ Μυροβλύτης (Ἐγκωμιαστικοὶ Λόγοι)

Ἅγιος Νεόφυτος ὁ ἔγκλειστος,
Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον καὶ ἔνδοξον
μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ
Νεοφύτου πρεσβυτέρου μοναχοῦ καὶ ἐγκλείστου ἐγκωμιαστικὸς λόγος στὸν ἅγιο καὶ ἔνδοξο μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Δημήτριο καθὼς καὶ σχετικὰ μὲ τὸ μαρτύριο, τὰ θαύματα καὶ τὸ σεβάσμιο ναό του.
1. Ὁ ἔνδοξος Δημήτριος καὶ συμμέτοχος στὴν οὐράνια δόξα, μᾶς χάρισε σήμερα τὴν πανήγυρή του ὡς ὑπέρτατο δῶρο. Ἐμπρὸς λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ποὺ ἀποτελοῦμε τὸ θίασο ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸ μάρτυρα, ἂς τὸν τιμήσουμε μὲ θεόπνευστους ὕμνους καὶ ἐγκώμια, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει ὁ φίλος καὶ μάρτυρας ὡς μεσολαβητὴς στὸ βασιλέα Χριστό. Ἂς τονίσουμε λοιπὸν καὶ τὸ θεϊκό του ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὰ ἐνάρετα προτερήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἂς γεμίσουμε μὲ θεϊκὴ χαρὰ ὅπως ἔχει γραφεῖ, γιατὶ ἀναφέρεται ὅτι, ὅταν ἐγκωμιάζεται ὁ δίκαιος, γεμίζουν μὲ εὐφροσύνη οἱ λαοί. Μακάρι ὅμως νὰ μὴν γεμίσουμε μόνο μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὶς ὁμιλίες καὶ τὶς τιμητικὲς ἐκδηλώσεις στὴ μνήμη τοῦ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

2. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ μακάριος Δημήτριος, ποὺ εἶναι πράγματι πολίτης στὴν οὐράνια πόλη καὶ βασιλεία τιμήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίγεια θνητὴ βασιλεία. Γιατὶ μιὰ καὶ εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ καὶ μεγάλη φήμη καὶ φρόντιζε ἀπὸ μικρὴ ἡλικία γιὰ τὸν ἄψογο καὶ ἔντιμο βίο, τὸν ἀγάπησαν καὶ τὸν τίμησαν πολὺ συνάμα καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἀρχικὰ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐκσκέπτορος καὶ ἦταν συνεργὸς καὶ συμμέτοχος στὴ σύγκλητο. Στὴ συνέχεια ἀναγορεύθηκε ἀνθύπατος τῆς Ἑλλάδας. Γιὰ τὸν ἴδιο ὅμως ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος καὶ ἡ δόξα ἦταν αὐτή, νὰ εἶναι δηλαδὴ καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦν χριστιανό, καὶ δὲν ὑπολόγιζε καθόλου τὶς τιμὲς τῶν βασιλιάδων. Γι᾿ αὐτὸ ἐπειδὴ ξεχείλιζε ἀπὸ διδασκαλία γεμάτη μὲ θεϊκὴ σοφία καὶ πνευματικὸ λόγο, ἄλλαζε τὴν πίστη πολλῶν καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀληθινὴ πίστη.
3. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ ἅγιος τέτοια κήρυττε στὸ λαὸ στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἐξαπλωνόταν ἡ φήμη του σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ αὐτήν, τὸν συνέλαβαν οἱ διῶκτες τῆς ἀλήθειας καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν τύραννο Μαξιμιανό. Ὁ ἅγιος ὅμως εἶχε λαμπερὸ τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν παρέμβαση τῆς θείας χάρης καὶ προκάλεσε ἔκπληξη στὸν τύραννο, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ ντράπηκε τελικὰ δὲν τὸν τιμώρησε, ἀλλὰ τὸν κατηγόρησε ὡς ἀχάριστο γιατὶ λησμόνησε βαθιὰ τὶς βασιλικὲς τιμὲς καὶ πίστεψε στὸ σταυρωμένο Χριστό. Ἐκφράζοντας λοιπὸν αὐτὰ τὰ λόγια καὶ κάποιες ἄλλες κολακευτικὲς μωρολογίες προσπαθοῦσε νὰ παρασύρει τὸν ἅγιο ἀπὸ τὴν πίστη του. Αὐτὸς ὅμως ἀντιστεκόταν σὰν ἀκλόνητος στύλος καὶ σὰν βράχος στὴν ἀκτὴ ἀπέναντι στὰ χτυπήματα τῶν κυμάτων. ‘Ὅταν τὸν ρώτησε καὶ πάλι ὁ βασιλιὰς ἂν ἐπιμένει νὰ πιστεύει στὸ σταυρωμένο Χριστό, ὁ ἅγιος του ἀπάντησε: «Μακάρι νὰ μποροῦσα, βασιλιά, ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ τὸν πείσω νὰ πιστεύει στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεγαλομανία καὶ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Καὶ ἐγὼ βέβαια εἶμαι ἕτοιμος στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μου νὰ ὑποστῶ ὄχι μόνον ἕναν θάνατο, ἀλλὰ πολλούς, ἂν βέβαια αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπει ἡ φύση μου».
4. Ὁ βασιλιὰς λοιπόν, ὅταν εἶδε τὴ μεγάλη τόλμη τοῦ ἄνδρα καὶ κατάλαβε τὴν ἀκλόνητη ἀπόφασή του, ἔγινε θηρίο ἀπὸ θυμὸ γιὰ νὰ βασανίσει τὸν ἅγιο. Συγκράτησε ὡστόσο τὸ θυμό του γιὰ τὸ τέλος, γιατὶ ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέατρο καὶ τὸ στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἔφτασε σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος μὲ ἅμαξα. Διέταξε νὰ φρουρήσουν τὸ μάρτυρα σὲ μιὰ κάμαρα λουτροκαμίνου, ποὺ δὲν τὴν εἶχαν ἀκόμη ἀνάψει, ὥσπου νὰ βρεῖ εὐκαιρία ἀπὸ τὰ μάταια θεάματα καὶ στὴ συνέχεια νὰ ὁδηγήσει τὸν ἅγιο σὲ ἐξέταση.
5. Τὸ θέατρο τῆς πόλης, ποὺ τὸ ἔλεγαν καὶ στάδιο, ἦταν κλεισμένο γύρω – γύρω μὲ σανίδες καὶ ὁρισμένα μάγγανα, ὅπου ὅσοι ἔμπαιναν, παρακολουθοῦσαν σὰν σὲ θέατρο, καὶ σκότωναν σὲ μονομαχία γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν αἱμοχαρῆ βασιλιὰ μὲ τὸ νὰ χύνουν συχνὰ ἀνθρώπινο αἷμα.
6. Ὁ βασιλιὰς εἶχε ἀποκτήσει κάποιον μονομάχο, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λυαῖο, πολὺ δυνατὸ καὶ μεγαλόσωμο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Βανδάλων καὶ ὁ ὁποῖος στὴ Ρώμη, στὸ Σέρμιο καὶ στὴ Θεσσαλονίκη, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους τόπους σκότωσε πολλοὺς ἀνθρώπους σὲ μονομαχία, καὶ ὁ βασιλιὰς θεωροῦσε θαυματουργὴ τὴν πολὺ μεγάλη του δύναμη καὶ τὴν ἱκανότητά του στὸ φόνο καὶ κόμπαζε.
7. Ὅταν αὐτὸς στάθηκε στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε, καὶ ὁ βασιλιὰς καλοῦσε τὸν κόσμο μὲ τοὺς κήρυκες ὑποσχόμενος χρήματα σ᾿ ὅποιον ἐπιθυμοῦσε ἀπὸ τοὺς πολίτες νὰ μονομαχήσει μὲ τὸ Λυαῖο, κανεὶς δὲν εἶχε τὴν τόλμη νὰ μονομαχήσει μὲ αὐτόν, γιατὶ ὅλοι ἔτρεμαν ἀπὸ φόβο καὶ μόνο ἀπὸ τὴν ὄψη καὶ τὸ θράσος τοῦ Λυαίου.
8. Τότε λοιπὸν ἕνας νεαρὸς παρακινήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐναντίον αὐτοῦ του κακοποιοῦ, ποὺ τὸν ἔλεγαν Νέστορα, ποὺ ἦταν ὡραῖος στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, καὶ γνωστὸς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τρέχει σ᾿ αὐτόν, στὸν τόπο ποὺ τὸν φρουροῦσαν, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας «Νὰ προσευχηθεῖς γιὰ μένα, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἐπικαλεστεῖς τὸ Χριστό. Γιατὶ θέλω νὰ μονομαχήσω πρόθυμα μὲ αὐτόν». Τότε ὁ ἅγιος σταύρωσε τὸ μέτωπο καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Νέστορος καὶ λέγει στὸν ἴδιο. «Πήγαινε, παιδί μου, καὶ τὸ Λυαῖο θὰ νικήσεις καὶ θὰ μαρτυρήσεις γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ».
9. Καὶ αὐτὸς ἐξοπλίστηκε μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου σὰν νὰ φόρεσε θεῖο θώρακα, ἔρχεται τρεχάτος στὸ στάδιο, ἔβγαλε καὶ πέταξε κάτω τὸ χιτώνα του καὶ πηδώντας ἀπὸ τὶς βαθμίδες στάθηκε μπροστὰ στὸ βασιλιά. Αὐτὸς ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν τόλμη τοῦ νεαροῦ καὶ τοῦ λέγει: «Νεαρέ μου, ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων σὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τόλμημα. Ἐγὼ βέβαια, ἐπειδὴ λυπᾶμαι καὶ τὴν ὀμορφιά σου καὶ τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης σου, σοῦ δίνω τὰ χρήματα καὶ παραδέχομαι τὴ γενναιότητά σου καὶ φύγε κερδίζοντας καὶ τὴ ζωή σου καὶ τὰ χρήματα. Μὴν ἀντισταθεῖς ὅμως στὸ Λυαῖο, γιατὶ πολλοὺς ἔστειλε στὸ θάνατο, πιὸ δυνατοὺς ἀπὸ σένα».
10. Ὅταν λοιπὸν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Νέστωρ, οὔτε τὸ Λυαῖο φοβήθηκε γιὰ τοὺς ἐπαίνους, οὔτε ὑποχώρησε στὴ γενναιοδωρία τοῦ βασιλιά, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: «βασιλιά μου, δὲν ἔχω ἔρθει σ᾿ αὐτὴ τὴ μονομαχία γιατὶ ἐπιθυμῶ χρήματα, ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἀποδείξω σήμερα μπροστά σου πιὸ ἰσχυρὸ τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ τὸ Λυαῖο». Τότε λοιπὸν ὁ βασιλιὰς καὶ οἱ σύνεδροί του γεμάτοι θυμὸ κατάλαβαν τὴν ἀλαζονεία τοῦ Νέστορος καὶ ἐνθάρρυναν ὑπερβολικὰ τὸ Λυαῖο γιὰ τὴν ἐξόντωσή του.
11. Καὶ ὁ νεανίας τοῦ Θεοῦ ἐνισχύθηκε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, πῆρε στὰ χέρια του τὸν ἀκινάκη, σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, προσευχήθηκε καὶ εἶπε «ὁ Θεὸς τοῦ δούλου σου Δημητρίου καὶ ὁ ἀγαπημένος γιὸς σου Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ νίκησες τὸν ἐχθρὸ Γολιὰθ μὲ τὸν ἐκλεκτό σου Δαβίδ, ἐσὺ Κύριε νίκησε καὶ τούτη τὴ στιγμὴ τὴ δύναμη τοῦ Λυαίου». Ἔτσι λοιπὸν προσευχήθηκε καὶ πήδησε μέσα ἀπὸ τὰ μάγγανα καί, ὅταν ἔγινε ἡ συμπλοκή, ὁ Λυαῖος δέχτηκε καίριο χτύπημα στὴν καρδιὰ ἀπὸ τὸ Νέστορα καὶ πέθανε ἀμέσως καὶ ἔφερε τὴν πιὸ μεγάλη στενοχώρια στὰ βασιλιά. Καὶ ὁ Νέστωρ δόξαζε τὸ Θεό, γιατὶ ὁ βάρβαρος σκοτώθηκε μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
12. Ὁ Μαξιμιανὸς ὅμως τινάχτηκε μὲ θυμὸ ἀπὸ τὴν καθέδρα, καὶ συμπεριφερόταν στυγνὰ στοὺς αὐλικούς του λέγοντας «μὰ τοὺς θεούς, ἂν δὲν ἔγινε κάποια μαγεία, ἕνας μικρόσωμος νεαρὸς δὲν θὰ σκότωνε τὸ Λυαῖο, ποὺ ἔχει κάνει τόσα καὶ τέτοια κατορθώματα».
13. Τότε ὁ τύραννος κάλεσε τὸ Νέστορα καὶ τὸν ρώτησε λέγοντάς του «ἀπάντησέ μας, νεαρέ μου, μὲ ποιὰ μαγικὰ τεχνάσματα καὶ ποιοὺς συνεργάτες εἶχες καὶ σκότωσες τὸ Λυαῖο;». Ὁ Νέστωρ λοιπὸν πῆρε τὸ λόγο καὶ εἶπε «οὔτε μὲ μαγεία, οὔτε μὲ μαγγανεία, ὅπως εἶπες, βασιλιά, σκοτώθηκε ὁ Λυαῖος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ Δημητρίου, ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, ἔστειλε τὸν ἄγγελό του καὶ σκότωσε τὸ Λυαῖο μὲ τὸ χέρι μου, γιατὶ ἦταν μιαρὸς καὶ ἐγωιστής». Τότε λοιπὸν ὁ θεομάχος γέμισε μὲ θυμὸ καὶ ὀργὴ καὶ διέταξε νὰ ὁδηγήσουν τὸ Νέστορα στὸ δυτικὸ μέρος τῆς Θεσσαλονίκης, στὴ λεγάμενη Χρυσὴ πύλη, καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν, γιατὶ ἦταν χριστιανός, καὶ ἔτσι λοιπὸν ὁ ἅγιος αὐτὸς νεανίας στεφανώθηκε μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, στὶς εἰκοσιπέντε τοῦ Ὀκτωβρίου.
14. Αὐτὸς ὁ ἱερὸς μεγαλομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος βλέπει στὴν καμάρα ποὺ τὸν φρουροῦσαν νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴ γῆ ἕνας πελώριος σκορπιὸς ἕτοιμος νὰ τὸν πλήξει μὲ τὸ κεντρί του, μνημονεύει ἐκεῖνον ποὺ ἔδωσε ἐξουσία νὰ πατοῦμε πάνω σε φίδια καὶ σκορπιούς, ἔφτυσε τὸ σκορπιό, τὸν σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τὸν ἐπέδειξε ἀμέσως νεκρό. Ἀμέσως τότε ἄγγελος Κυρίου πῆρε ἕνα θεϊκὸ στεφάνι καὶ στεφάνωσε τὴν κάρα τοῦ μάρτυρα, ἡ στέψη δὲν ἔγινε ἴσως γιὰ τὴ νέκρωση τοῦ σκορπιοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴ σφαγὴ τοῦ ἁγίου στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ γινόταν μετὰ ἀπὸ λίγο. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἔλεγε ὁ ἄγγελος «Εἰρήνη σὲ σένα, ἀθλητὴ τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἔχεις θάρρος καὶ νὰ φανεῖς γενναῖος ἄντρας».
15. Τότε λοιπὸν ὁρισμένοι ἄρχοντες συκοφάντες κατηγοροῦν τὸ Δημήτριο στὸ βασιλιὰ ὡς αἴτιο τῆς σφαγῆς τοῦ Λυαίου. Ὅταν τὸ ἄκουσε ὁ ἴδιος, ἔλεγε πὼς δὲν ἦταν καλὸς οἰωνὸς ἡ συνάντησή του μὲ τὸν ἅγιο στὰ στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ βράζοντας ἀπὸ τὸ θυμό του ἐναντίον τοῦ μάρτυρα, διατάζει νὰ τὸν σκοτώσουν μὲ λόγχη, ἐκεῖ μέσα στὶς καμάρες, ὅπου τὸν φρουροῦσαν, πράγμα ποὺ ἔκαναν ἀμέσως μὲ πολλὴ γρηγοράδα οἱ δήμιοι χωρὶς λύπηση στὶς εἰκοσιέξι Ὀκτωβρίου.
16. Καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἀθλητῆ ἦταν σύντομο καὶ χαλαρό, ὁ ἴδιος ὅμως ἐπιθυμοῦσε νὰ ὑποστεῖ τὸ μαρτύριο ὄχι μόνο σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, ἀλλὰ γιὰ πολλὲς ἡμέρες καὶ μὲ περίπλοκα βάσανα γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸ Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ καρδιογνώστης Θεός, ἐπειδὴ δέχτηκε τὴ στιγμιαία σφαγὴ ὡς πολύχρονο μαρτύριο καὶ τὴ συντομία της ὡς διαρκέστερο μαρτύριο, τὸν στεφάνωσε γιὰ τὴν πρόθεσή του καὶ τὸν ἐφοδίασε μὲ πολλὲς θαυματουργικὲς ἱκανότητες καὶ ἰαματικὰ χαρίσματα, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἴδια ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγίου λειψάνου νὰ ἀναδίδει συνέχεια τὸ μύρο, σὰν πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, ὥστε πιὸ εὔκολα νὰ λιγοστεύει τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, παρὰ νὰ λιγοστέψει ποτὲ ἐκείνη ἡ πηγὴ τοῦ μύρου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο λοιπὸν ὁ γενναιόδωρος Θεὸς γνωρίζει νὰ ἀνταποδίδει τὴ δόξα σ᾿ ὅσους τὸν δοξάζουν.
17. Καὶ ὁ Λοῦπος, ὁ ὑπηρέτης τοῦ μάρτυρα βλέποντας τὴ σφαγὴ τοῦ ἀφέντη του ἀποκομίζει σημαντικὸ κέρδος. Ἀφοῦ πῆρε λοιπὸν τὸ ὀράριο τοῦ ἁγίου καὶ τὸ βασιλικὸ δαχτυλίδι ἀπὸ τὸ χέρι του καὶ τὰ ἔβαψε μέσα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, ἐπιτελοῦσε μὲ αὐτὰ θεραπεῖες κάθε νοσήματος καὶ ἀπομάκρυνε τὰ πονηρὰ πνεύματα. Ἐπειδὴ ἡ φήμη τῶν θαυμάτων ἐξαπλώθηκε σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ἔφτασε μέχρι καὶ στὸ βασιλιά, ὁ ὁποῖος παθιασμένος ἀπὸ τὸ θυμὸ διέταξε νὰ σκοτώσουν καὶ τὸ Λοῦπο, τὸν ὁποῖο σκότωσαν στὸ λεγόμενο δημαρχεῖο τῆς πόλης τῆς Θεσσαλονίκης.
18. Τὸ καλλίνικο καὶ πανάγιο λείψανο τοῦ ἁγίου Δημητρίου βρισκόταν περιφρονημένο ἀπὸ φόβο στὸ βασιλιὰ καὶ τοὺς διῶχτες. Τὴ νύχτα ὅμως, τὸ ἔκλεψαν ὁρισμένοι πιστοὶ ἄνθρωποι καὶ τὸ ἔκρυψαν στὸ χῶμα, ὅσο μποροῦσαν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ μιὰ πόλη, ποὺ βρίσκεται στὴν κορφὴ τοῦ βουνοῦ, οὔτε αὐτὸ τὸ ἄφησε νὰ κρυφτεῖ ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων, ἀλλὰ ἔγινε ξακουστὸς σ᾿ ὁλόκληρη τὴ Μακεδονία καὶ τὴ Θεσσαλία ὁ ἅγιος μὲ τὰ θαύματά του δηλαδή, μὲ τὰ ὁποῖα νικήθηκαν οἱ αὐθάδειες τῆς μανίας τῶν εἰδώλων καὶ λαμπρύνονταν τὰ δόγματα τῆς ἄμεμπτης πίστης τῶν χριστιανῶν.
19. Τότε λοιπὸν ἕνα εὐσεβὴς καὶ ἔνδοξος ἄντρας, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λεόντιο, καὶ ἔγινε ὕπαρχος τοῦ Ἰλλυρικοῦ, πήγαινε στὴ χώρα τῶν Θρακῶν καὶ ἀρρώστησε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια· τὸν ὁδήγησαν οἱ δικοί του στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης μ᾿ ἕνα φορεῖο καὶ τὸν ξάπλωσαν πάνω στὸ ἰαματικὸ μνῆμα τοῦ μάρτυρα καὶ ἀμέσως ἔγινε ἐντελῶς καλά, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ ὁ ἴδιος ὁ ὕπαρχος καὶ ὅλοι οἱ γύρω του νὰ θαυμάζουν τὴν ταχύτατη βοήθεια τοῦ μάρτυρα, νὰ δοξάζουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐγκωμιάζουν τὸ μάρτυρά του Δημήτριο.
20. Αὐτὸς λοιπὸν κατέστρεψε τὶς καμάρες τῶν καμινιῶν καὶ τὰ κτίσματα τῶν θερμῶν λουτρῶν καὶ καθάρισε ἐντελῶς τὸν τόπο ἀπὸ ὅλα τα ξύλα καὶ τὰ σκουπίδια, ἀνήγειρε πανέμορφο καὶ πάνσεπτο ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἀνάμεσα στὸ δημόσιο λουτρὸ καὶ στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως, τὸν ὁποῖο κόσμησε μὲ δαπάνη πολλῶν χρημάτων καὶ τὸν ἔκανε πολὺ λαμπρό. Αὐτὸς μέχρι καὶ σήμερα καμαρώνει σὰν ἐπίγειος οὐρανός, γιατὶ τὸν ἔχει κάνει ἔνδοξο ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων, αὐτὸς φέρει πάντα τὴ θεοβρυτη λάρνακα τοῦ μύρου ὡς ἀνεξάντλητη πηγή, αὐτὸς ὑπάρχει παυσίπονο φάρμακο, ποὺ θεραπεύει τὰ διάφορα νοσήματα, αὐτὸς ἔχοντας ὡς ἀσυναγώνιστο οἰκοδεσπότη τὸν ξακουστὸ Δημήτριο δὲν θὰ φοβηθεῖ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν βαρβάρων ἐχθρῶν, αὐτὸς πολλὲς φορὲς εἶναι ἡ λύτρωση τῶν αἰχμαλώτων, μὲ ἀποτέλεσμα πολλὲς φορὲς νὰ βρίσκονται αἰχμάλωτοι σ᾿ ἐκεῖνον τὸν ἱερὸ ναὸ μαζὶ μὲ τὶς ἁλυσίδες τους καὶ ἀπὸ τὴ Συρία καὶ ἀπὸ ἄλλες βαρβαρικὲς χῶρες καὶ νὰ λένε ὅτι τοὺς ἁρπάζει ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ τοὺς διασώζει φέρνοντάς τους μετέωρους μέχρι τὸ ναό του.
21. Καὶ ὄχι μόνο αὐτῶν ἀλλὰ καὶ τῶν πιστῶν βασιλιάδων εἶναι σύμμαχος αὐτὸς ὁ ἱερὸς ὁπλίτης, στὸν ὁποῖο καὶ ἐγὼ γεμάτος χαρὰ θὰ ἀπευθύνω λίγους χαιρετισμοὺς καὶ θὰ τελειώσω τὸ λόγο μου.
22. Χαῖρε, ἀσυναγώνιστε στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ τρισευτυχισμένε Δημήτριε, γιατὶ σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο, ἀγωνίστηκες τὸν ὡραῖο ἀγώνα, ἔχεις τρέξει τὸ δρόμο μέχρι τὸ τέρμα, ἔχεις διαφυλάξει τὴν πίστη καὶ στεφανώθηκες ἐπάξια ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ τὸ στέφανο τῆς δικαιοσύνης.
Χαῖρε μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἂν καὶ ἔχεις δεχτεῖ καὶ σὺ στὸ σῶμα σου τὶς πληγὲς ποὺ δέχτηκε ὁ Χριστός, ἀνέβηκες στὸν ἴδιον μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἔγινες πράγματι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος βέβαια γιὰ χάρη ὅλων μας δέχτηκε τὴ λόγχη ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ στρατιώτη στὴν ἀμόλυντη πλευρά του καὶ σὺ ὡς εὐσεβὴς στρατιώτης του γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ δέχτηκες τὴ λόγχη στὴ φυλακὴ ἀπὸ ἀσεβεῖς στρατιῶτες.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἔχεις πλουτίσει μὲ τὴν ἀγγελικὴ χάρη καὶ ἀποδεικνύεσαι ἐπίγειος ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος γεμάτος δόξα.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ εἶσαι μυημένος στὴ χάρη καὶ ἐλευθερωτὴς τῶν αἰχμαλώτων καὶ πολὺ γρήγορος γιατρὸς τῶν διάφορων ἀσθενειῶν.
Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, μαζὶ μὲ τὸ Γεώργιο καὶ τὸ Θεόδωρο, τοὺς συναθλητὲς καὶ συμμέτοχούς σου, τὸ τρισευτυχισμένο ὅπλο τῶν εὐσεβῶν βασιλιάδων μας, τὸ ξίφος τους μὲ τὶς τρεῖς αἰχμὲς ἐναντίον τῶν ἄθεων βαρβάρων, τὸ τριπλὸ τεῖχος τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, τὸ τρίσπαθο κάρφωμα στὴν καρδιὰ τῶν σκληρῶν ἐχθρῶν, τὸ τριστόλιστο στέμμα τῶν βασιλιάδων μας, τὸ τριπλὸ φῶς τῆς ὁδοιπορίας τοὺς μέρα καὶ νύχτα, τὸ τριπλὸ ὅπλο τοῦ ἐκφοβισμοῦ τους καὶ τὸ πολὺ ἀγαπητὸ καὶ ἰσάριθμό της Τριάδος.
Χαῖρε, γιατὶ ἔχεις ἀξιωθεῖ τὴν ἀκατάπαυτη χαρὰ καὶ εἶσαι συνοδὸς τῶν πιστῶν βασιλιάδων. Καὶ ἐγὼ τὸ γνωρίζω ὅτι νικιέται ἡ παράταξή μας σὲ περίοδο πολέμου. Ἀλλὰ δὲν ρίχνουμε τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἥττα στὴν ἀδράνεια αὐτῶν τῶν στρατηγῶν, ἀλλὰ οἱ καρποὶ τῶν κακῶν πράξεων κάνουν πιὸ ἰσχυρούς τους ἐχθρούς μας ἐναντίον μας. Πῶς λοιπόν, ἀναφέρει ὁ προφήτης, ἕνας θὰ καταδιώξει χίλιους καὶ δύο θὰ μετακινήσουν μυριάδες καὶ τὰ ἀκόλουθα.
23. Καὶ ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ὁ Λεόντιος, ὅταν ὁλοκλήρωσε τὸν πανσεβάσμιο ναὸ τοῦ μάρτυρα καὶ ἐπρόκειτο νὰ φύγει στὸ Ἰλλυρικό, σκεπτόταν νὰ πάρει μαζί του κάποιο λείψανο, γιὰ νὰ ἀνεγείρει καὶ ἐκεῖ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου. Ὁ ἅγιος ὅμως τὴ νύχτα παρουσιάστηκε σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ ἔκοψε τὴν ὁρμή. Τότε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος πῆρε τὴ χλαμύδα τοῦ ἁγίου καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ὀράριο, ποὺ ἦταν βαμμένα κατακόκκινα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, κατασκεύασε ἀργυρὴ λειψανοθήκη, τὰ ἀπέθεσε μέσα σ᾿ αὐτὴν καὶ συνέχισε τὸ δρόμο του.
24. Ὅταν ἔφτασε σ᾿ ἕναν ποταμό, ποὺ τὸν λένε Δούναβι, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἀπὸ τὸ θυελλώδη καιρὸ καὶ τὸ φούσκωμα τοῦ ὁρμητικοῦ ρεύματος, καθόταν καὶ περίμενε νὰ λιγοστέψει ὁ ποταμός, αὐτὸς ὅμως πιὸ πολὺ φούσκωνε, ἀντὶ νὰ λιγοστεύει. Καὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος παρουσιάστηκε νύχτα σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Διῶξε ἀπὸ μέσα σου κάθε δειλία καὶ ἀπιστία, ἀνέβα πάνω στὸ πλοιάριό σου, πάρε στὰ χέρια σου τὴ σορὸ ποὺ φέρνεις μαζί σου καὶ πέρνα ἄφοβα τὸν ποταμὸ μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία σου». Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα, πέρασε ἀβλαβὴς τὸν ποταμὸ καὶ ἔτσι διασώθηκε καὶ ἀπέθεσε τὴν ἁγία λειψανοθήκη μὲ τὰ ἁγιάσματά της, ἐκεῖ ὅπου ἔχτισε καὶ ἄλλον ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἁγίου Δημητρίου, δίπλα στὸ σεβάσμιο ναὸ τῆς καλλίνικου μάρτυρας Ἀναστασίας, ἀπ᾿ ὅπου ξεχύθηκαν πολλοὶ ποταμοὶ θαυμάτων. Ἀπὸ αὐτούς, Χριστὲ βασιλιά μου, ἀφοῦ μᾶς ποτίσεις, ὡς ποταμὸς τῆς εἰρήνης, γέμισέ μας, φώτισε, καθάρισε, θεράπευσε τὶς ψυχές μας μαζὶ καὶ τὰ σώματά μας μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ὑπηρέτη Σου καὶ μάρτυρα Δημητρίου καὶ τῆς ἄχραντης Θεοτόκου, γιὰ νὰ δοξαστεῖ καὶ ἀπὸ ἐδῶ τὸ πανάγιο ὄνομά Σου, γιατὶ Σοῦ πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Σου καὶ τὸ ἅγιό Σου πνεῦμα πάντοτε, καὶ τώρα καὶ γιὰ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες Ἀμήν.
Συμεών μοναχὸς καὶ φιλόσοφος,
Ἐγκωμιαστικὸς λόγος εἰς τὸν ἅγιον καὶ πανένδοξον μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ
1. Φίλοι τοῦ μάρτυρα, σήμερα μᾶς συγκέντρωσε ὁ σπουδαῖος ἀνάμεσα στοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος, ὁ ἀληθινὸς πολιοῦχος καὶ θερμοτατος προστάτης μας, προσφέροντάς μας τοὺς ἄθλους του σὲ πνευματικὸ συμπόσιο.
Ὅτι ἦταν λοιπὸν ξεχωριστὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ ὑπερεῖχε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους σὲ δύο πράγματα, στὴ γενιὰ καὶ τὴν εὐημερία τῆς φύσης, καθὼς καὶ στὴ σύνεση τῶν θείων καὶ τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπινων εἶναι φανερὸ ἀπὸ πολλά, ποὺ τὸ δείχνουν καθαρά, ὅλα ὅσα σχετίζονται μ᾿ αὐτόν, ὅτι ἦταν ὅμως καὶ στοὺς ἄθλους ἀσυναγώνιστος, τὸ ἐπιβεβαιώνουν αὐτὰ ποὺ βλέπουμε.
Ποιὰ τιμὴ λοιπὸν τόσο μεγάλη καὶ ὑπέροχη, καὶ χοροστάσια μὲ τὴ συμμετοχὴ ὅλου του λαοῦ καὶ ἄσματα γεμάτα χάρη, τοῦ ἔχουν ἀποδώσει ἀκόμη καὶ οἱ ἴδιοι οἱ βασιλιάδες περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον;
Καὶ ἂν αὐτὰ ποὺ τελοῦμε ἐδῶ γιὰ τὰ μαρτύρια καὶ τοὺς ἄθλους του, ποὺ ἔκανε γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἀποδεικνύουν τόσο σπουδαῖο καὶ λαμπρό, πόσο σπουδαῖο θὰ τὸν ἀναδείξει ἡ εὐτυχία του στοὺς οὐρανούς;
Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι νικητὴς σὲ κάθε λόγο, δὲν εἶναι καθόλου ἄξιο ἀπορίας ἂν θὰ κατανικήσει καὶ τοὺς δικούς μας ἐπαίνους. Ἀπὸ ἐδῶ λοιπὸν θὰ ἀποδειχτεῖ πολὺ περισσότερο ἄξιος θαυμασμοῦ, γιατὶ ὑστεροῦν ὅλοι λόγω τῆς ἀνωτερότητας τῆς δόξας του καὶ θὰ δοξαστεῖ περισσότερο, γιατὶ μειονεκτοῦν ὅλοι μετὰ ἀπὸ αὐτόν.
2. Θὰ ἀδιαφορήσουμε λοιπὸν γιὰ ἕνα τόσο σπουδαῖο θέμα ἂν καὶ ἔχουμε ἀνταποκριθεῖ πιὸ ἀργὰ ἀπὸ τὸν κατάλληλο χρόνο καὶ γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε κατώτεροι ἀπὸ τοὺς προηγούμενους ὁμιλητές του μάρτυρα; Τόσο πολὺ θὰ διστάσουμε, ὥστε νὰ νομίζουμε ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν τὸν ἐγκωμιάζουμε τιμοῦμε περισσότερό τους ἑαυτούς μας καὶ καθαγιάζουμε τὴ γλώσσα; Σὲ καμιὰ περίπτωση. Καὶ αὐτὸ λοιπὸν τὸ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν οἱ λόγοι γιὰ τὴν ἀξία ἐκείνου καὶ ὑποχωροῦν μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο του ἀποτελεῖ μεγάλη φιλοδοξία γιὰ ὅσους τὸν ἐπαινοῦν. Τόσο μεγάλη δόξα εἶναι ὁ ἔπαινος τοῦ μάρτυρα.
3. Μιὰ καὶ ἔχω τονίσει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ προοίμιο τοῦ λόγου ὅτι αὐτὸς ἦταν ἐξαιρετικὸς σὲ ὅλα καὶ πανένδοξος καὶ στὰ δύο, ἀπὸ ποῦ νὰ ἐπιχειρήσω νὰ πλέξω τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων; Ἀπὸ ὅπου λοιπὸν καὶ νὰ θελήσουμε, θὰ βροῦμε εὔκολα πολλὰ καὶ σπουδαία καὶ δὲν θὰ παραχωρήσουμε γενικὰ (ἐνν. τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων) σὲ κανέναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν ἐξουσία καὶ τὰ πρωτεῖα, μέχρι ποὺ κανεὶς λόγος δὲν θὰ μὲ πείθει ὅτι δὲν καμαρώνουν οἱ μάρτυρες μὲ τοὺς ἐπαινετικοὺς λόγους, ποὺ ἀφιερώνονται σ᾿ αὐτούς, σὰν νὰ εἶναι δικοί τους.
Νὰ μιλήσει λοιπὸν κανεὶς γιὰ τὴ γενιά του, ποιὰ ἦταν, καὶ γιὰ τὴν οἰκογενειαά του καὶ γιὰ τὴν πατρίδα του καὶ γιὰ τὴ στρατιωτική του δύναμη καὶ τὴν ἐπαγγελματική του σταδιοδρομία καὶ τὴν εὐτυχία καὶ τὸν κλῆρο, τὰ ὁποῖα κέρδισε μὲ ἀφθονία χάρη στὴν εὐσέβεια καὶ στὶς δύο ζωές του, θὰ τραβοῦσε πολὺ μακριά, εἶναι κοπιαστικό, καὶ ἀποτελεῖ ἔργο τῆς ἱστορίας καὶ ὄχι τοῦ ἐγκωμίου. Μὲ τὴν ἐξαίρεση ὅμως νὰ ποῦμε ὅσα θὰ ἔπρεπε, εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ σὰν ἕνας ἄλλος Ἰώβ, δὲν ἦταν βέβαια βασιλιάς, ὅπως ἐκεῖνος, τῆς Ἀνατολῆς ἢ τῆς Δύσης, γιὰ νὰ μιλήσουμε πιὸ οἰκεία, ἀλλὰ ἦταν ἀνθύπατος τῶν δικῶν μᾶς βασιλιάδων καὶ τῆς συγκλήτου.
4. Πατρίδα του ἦταν ἡ Θεσσαλονίκη, ὁ ἔνδοξος τόπος μας χάρη σ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο, περισσότερο φημισμένη ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες πόλεις, καὶ ὑπερέχει ἀπὸ ὅλες σὲ ὅλα, γιὰ ὅσα ἐγκωμιάζεται μιὰ πόλη, πολὺ περισσότερο ὅμως γιατὶ ἔχει πολιοῦχο τὸ μάρτυρα. Ἡ στρατιωτική του καριέρα καὶ τὰ ἄλλα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξυμνεῖται ἡ ἐπίγεια φήμη, ὑπῆρξαν σ᾿ αὐτὸν λαμπρὰ καὶ σπουδαία, τοῦ φαίνονταν ὡστόσο ἀσήμαντα μπροστὰ στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν εὐτυχία ποὺ προερχόταν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ τὴν αἰώνια δόξα. Γιατὶ μόνο τὸ Χριστὸ ἀγαποῦσε καὶ σεβόταν πάνω ἀπ᾿ ὅλους καὶ τὸν κήρυττε σωστὰ καὶ μὲ σαφήνεια στοὺς συμπατριῶτες του.
5. Ὅπως πάντα καὶ τότε τὸ νυχτερινὸ σκοτάδι τὸ διέλυε ὁ ἥλιος, ἔτσι καὶ τὸ σκοτάδι τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς μανίας τῶν εἰδώλων, ποὺ ξερνοῦσε ἀπὸ τὰ μύχια του εἰδωλολάτρη Μαξιμιανοῦ, ποὺ κυβερνοῦσε ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ὁ Δημήτριος τὸ διέλυε μὲ τὶς ἀστραπὲς τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπειδὴ σκεφτόταν συνάμα μὲ σοφία καὶ σύνεση, ἀντάλλασσε τὸν πρόσκαιρο καὶ ἄθεο βασιλιὰ μὲ τὸν ἀληθινὸ καὶ αἰώνιο, καὶ γινόταν ἀπὸ ὕπατος ἀπόστολος καὶ ἀπὸ ἰλλούστριος γνώστης τῶν θείων μυστηρίων. Γιατὶ γνώριζε τὸ ἀνώτερο καὶ προοριζόταν μᾶλλον νὰ τὸν ρίξουν στοὺς ναοὺς τοῦ Θεοῦ παρὰ στὰ ἀνάκτορα τῶν ἁμαρτωλῶν βασιλιάδων, ποὺ ἀποπνέουν ἀσέβεια.
6. Αὐτὴ ἡ μεγαλόπολη λοιπὸν τὸν εἶχε ὅπως τώρα δὰ καὶ τότε καὶ ὑπέρλαμπρο ἄστρο τῆς αὐγῆς ποὺ ὑπερεῖχε μὲ τὴν ἀκτινοβολία τῆς εὐσέβειας τοῦ θείου καὶ νοητοῦ ἡλίου καὶ μὲ τὸ φεγγοβόλημα τῆς ψυχῆς, καθόλου κατώτερο ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ ὀμορφιὰ τοῦ σώματος ποὺ ἦταν στὸ ἄνθος της καὶ ἀκτινοβολοῦσαν ἀπὸ πολὺ μακριά.
7. Καὶ ὁ Μαξιμιανὸς λοιπόν, Ἐρκούλιος στὴ γενιὰ καὶ στὴ συμπεριφορὰ συνάμα, ὁρμᾶ στὴν περιοχὴ τῶν Ἰλλυριῶν σὰν ἀπειλητικὸ σύννεφο, ποὺ φέρνει τὴν καταστροφή· γιατὶ ἦταν ἰσχυρὸς στὴν ἀσέβεια συνάμα καὶ στὴ σκληρότητα, κομπάζοντας καὶ μὲ ἄλλον τρόπο γιὰ τὴν τυραννία του, κυρίως ὅμως καυχιόταν μὲ τὶς νίκες τοῦ κατὰ τῶν Σαυροματῶν καὶ τῶν Γότθων. Μπαίνει λοιπὸν πρῶτα σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴν πόλη καὶ παραμένει μὲ ἀλαζονεία καὶ μὲ κακία, δυναμώνοντας συνάμα καὶ κατοχυρώνοντας τὴν ἀσέβεια.
8. Καὶ ὅταν ξεχύθηκε στὴ Δύση σὰν μιὰ ὁμίχλη καὶ ἄγρια θύελλα καὶ αἰγυπτιακὸ σκοτάδι, ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ περιγράφει λοιπὸν ἱκανοποιητικὰ τὶς συμφορὲς καὶ τὸν πόλεμο κατὰ τῶν χριστιανῶν; Ὁ λόγος εἶναι σύντομος καὶ ὁ χρόνος δὲν ἐπαρκεῖ.
Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ μιλοῦσαν μὲ τόλμη γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ κατέφευγαν στοὺς ἀγῶνες, πέθαιναν μὲ διάφορα φοβερὰ βασανιστήρια, ὅσοι ὅμως λόγω τῆς ἀσθενικῆς φύσης φοβόντουσαν λίγο ἀκόμη τὴ δοκιμασία, κρύβονταν στὶς σπηλιὲς καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ ἀνοίγματα τῆς γῆς.
Τότε λοιπὸν ὁ λαμπρὸς λυχνίτης τῆς εὐσέβειας Δημήτριος, ποὺ δὲν κρυβόταν ἔξω καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ στὸ κέντρο της, γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι ἀποφεύγει τὸ μαρτύριο ἢ ἔχει δισταγμοὺς γιὰ τὸν ἀγώνα ἢ ἀπαρνιέται τοὺς κόπους (μὲ ποιὸν τρόπο ἄλλωστε θὰ ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα, αὐτὸς ποὺ ἔκανε πολλοὺς μάρτυρες μὲ τὶς σοφές του παραινέσεις), ἀλλὰ γιὰ νὰ ὁδηγήσει περισσότερους στὸ Χριστὸ μὲ τὴ διδασκαλία, διοχέτευε πλούσια σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησίαζαν τὸ θεῖο φωτισμό. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ κρυφτεῖ ὁλόκληρο τὸ λυχνάρι κάτω ἀπὸ τὸ μόδι.
Γιατὶ σὲ κάθε μέρος ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στὴ μανία τῶν εἰδώλων καὶ ὑπηρετοῦσαν τοὺς κυβερνῆτες τῆς ἀσέβειας, ὠμὰ καὶ χωρὶς ἔλεος γύριζαν παντοῦ καὶ ἔψαχναν τὰ πλήθη τῶν χριστιανῶν, γεμίζοντας χαρὰ μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων καὶ σὰν νὰ χόρταιναν ἀκόμη καὶ μὲ αὐτὸ μιμούμενοι τὴν αἱμοβόρα διάθεση τῶν δαιμόνων, ποὺ λάτρευαν οἱ ἴδιοι.
9. Καὶ γιατὶ πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸ λόγο; Σ᾿ αὐτὸν τὸν πανένδοξο Δημήτριο φτάνουν πιὰ μὲ ὁρμὴ σὰν ἄγρια θηρία στὶς ὑπόγειες στοές, ὅπου κρυβόταν, καὶ μὲ μεγάλη χαρά, γιατὶ τάχα πέτυχαν τὸ πιὸ σπουδαῖο θήραμα καὶ ἀπέδωσαν μεγαλύτερη εὐγνωμοσύνη στὸ Μαξιμιανό, ἔσυραν ὀδηγώντας ὡς ὑπεύθυνο τὸν ἀνεύθυνο.
10. Ἀλλὰ αὐτοὶ συνέλαβαν τὸν ἅγιο καὶ πήγαιναν βιαστικὰ μὲ μεγάλη χαρὰ στὸ βέβηλο καὶ ἐκεῖνος ὁ ἀσεβὴς Μαξιμιανὸς ποὺ διασκέδαζε μὲ τὴν εὐμένεια τῶν ὑπηκόων του καὶ ἔκανε διασκέδαση ὁλόκληρη τὴ ζωή του, πήγαινε βιαστικὰ στὸ στάδιο τῆς πόλης, γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὰ πένταθλα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν πιὸ πολὺ ἀπὸ τοὺς ἄλλους οἱ ἄνθρωποι τοῦ θεάτρου, καὶ τὰ ὁποῖα μακάρι νὰ μὴν εἶχαν ὀνομασία, οὔτε νὰ ἦταν γνωστά, στὴν πραγματικότητα ὅμως, γιατὶ χαιρόταν μὲ τὶς αἱματοχυσίες καὶ ἱκανοποιοῦνταν μὲ τὸ φόνο τῶν ἀνθρώπων.
Ὑποστήριζε λοιπὸν πολὺ κάποιον Λυαῖο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Βανδάλων, ὁ ὁποῖος ὑπερίσχυε ἀπ᾿ ὅλους τους ἄλλους καὶ στὸ μέγεθος καὶ τὴ δύναμη τοῦ σώματος καὶ διέτρεχε μὲ μεγάλη πείρα μέσα ἀπὸ τὶς σανίδες τῶν μαγγάνων, καὶ ὁ ὁποῖος ὅταν συμπλεκόταν μὲ πολλοὺς σὲ ἀγῶνες, πολλοὺς μέσα ἀπὸ τέτοια μονομαχία τοὺς ἔστειλε στὸ θάνατο.
Καθὼς λοιπὸν αὐτὸς πήγαινε μὲ σκοπὸ νὰ παρακολουθήσει τέτοια θεάματα καὶ εἶχε προετοιμαστεῖ ἐντελῶς γιὰ τὸ θέατρο, τὸν συνάντησε ὁ σπουδαῖος Δημήτριος, καθὼς τὸν ὁδηγοῦσαν σ᾿ αὐτόν.
11. Τώρα ὅμως ὁ λόγος γίνεται γεμάτος ἀγωνία, γιατὶ ἔφτασε στὸ σπουδαιότερο μέρος τῶν ἀγώνων τοῦ στεφανωμένου μάρτυρα. Μὲ ποιὸν τρόπο λοιπὸν θὰ περγράψω ἀντάξια εἴτε τὸ θράσος τοῦ τυράννου εἴτε τὴ σταθερότητα τοῦ ἁγίου; Αὐτὸς πήγαινε πάνω στὴν ἅμαξα μὲ μεγάλη ἔπαρση καὶ φούσκωνε σύμφωνα μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Φαραώ, σὰν ἄλλος Αἰγύπτιος, βλασφημώντας τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξαπολύοντας ὑβριστικὰ λόγια κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ὅσοι προπορεύονταν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν δυνάμωναν τὸ βόρβορο τῆς θρασύτητας καὶ φούντωναν τὴ φλόγα τῆς ἀλαζονίας.
Καὶ αὐτὸς ὁδηγοῦνταν μὲ χαμηλωμένα μάτια, ὅπως ὁ Χριστός μας στὸ παρελθὸν στὸν Ἡρώδη καὶ τὸν Πιλάτο ἀποστρέφοντας τὸ πρόσωπο νὰ κοιτάξει μὲ ἐκεῖνο τὸ βλέμμα τοῦ μαρτυρίου τὰ πρόσωπα τῶν ἀσεβῶν. Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ μὲ τοὺς σωματοφύλακές του ἀπηύθυνε αὐτὲς τὶς ἄθεες καὶ ἀσεβεῖς ἐρωτήσεις, δηλαδὴ ἂν εἶναι χριστιανὸς καὶ ἂν τὸ ἐπιβεβαιώνει ὅτι εἶναι καὶ δὲν ἔχει ἀλλάξει τὸ χαρακτήρα του.
Καὶ αὐτὸς δείχνοντας τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ψυχή, γεμάτα χάρη καὶ λαμπρότητα μὲ καθαρὴ καὶ γεμάτη σύνεση φωνή, συντάραξε τὰ αὐτιὰ τοῦ ἀσεβοῦς. Καὶ εἶπε «δὲν ἤθελες ἐσὺ βέβαια, σοφὲ στὰ μάταια καὶ ἰσχυρὲ στὴν ἀσέβεια νὰ εἶμαι καὶ νὰ ὀνομάζομαι χριστιανὸς καὶ νὰ λατρεύω τὸν κτίστη ἀπ᾿ ὅ,τι βέβαια τὴ κτίση, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ κάνω μαζὶ μὲ σένα ἀνόητες ἐνέργειες καὶ νὰ προσκυνῶ τὴν ἄψυχη καὶ ἀναίσθητη ὕλη καὶ νὰ βάλω ἐμένα πάνω ἀπ᾿ ὅσα ἔχουν γίνει γιὰ χάρη μου καὶ ὄχι βέβαια τὸ Θεὸ ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ τὰ ἔστησε μὲ θαυμαστὸ τρόπο.
Ἀλλὰ ἐγὼ βέβαια δὲν τυφλώνω τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, καὶ ὅπως ἐσὺ ποὺ εἶσαι μύωπας στὸ θεῖο φῶς ἢ προσπαθεῖς νὰ κλείσεις τὰ μάτια στὴν ἀλήθεια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξευμενίζεις ἀποστάτες καὶ ψυχοφθόρους θεοὺς μὲ ξόανα καὶ ἀγάλματα καὶ σπονδὲς καὶ κνίσες καὶ νὰ πηγαίνεις νὰ βγάζεις δόγμα γιὰ τὴ κτίση μπροστὰ στὸ δημιουργό. Μακάρι καὶ σὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐπανερχόσουν ἀπὸ τέτοια πλάνη καὶ νὰ μὴν προσπαθοῦσες νὰ κάνεις καὶ πολλοὺς ἄλλους συμμέτοχους στὴν καταστροφή σου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποκάμεις ἀπὸ τὰ πάντα, πολέμησε μόνο ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖς νὰ πολεμήσεις, τὸ σῶμα καὶ πλήγωσέ το καὶ χτύπησέ το μὲ ὁποιοδήποτε χτύπημα θανάτου. Πάλι λοιπὸν αὐτὸ θὰ τὸ λάβω ἄφθαρτο στὴν Ἀνάσταση καὶ θὰ δοξαστῶ αἰωνίως μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, γιὰ τὸν ὁποῖο ὑποφέρω προσωρινά. Γιατὶ οὔτε σύ, οὔτε ἄλλος ἄνθρωπος ἔχει ἀποκτήσει τὴν ἐξουσία νὰ τιμωρεῖ τὴ νοερὴ ψυχή, παρὰ μόνο ὁ Θεός».
12. Μπροστὰ λοιπὸν σὲ τέτοια καὶ τόσο μεγάλη τόλμη τοῦ περίφημου καὶ ἐκλεκτοῦ μας ὁ ἀσεβὴς ἀφοῦ ἀπόκαμε μὲ ἔκπληξη καὶ σαστιμάρα καὶ ἀκόμη ἐπειδὴ πήγαινε βιαστικὰ στὸ στάδιο καὶ γιὰ τὰ ἄλλα θεάματα καὶ κυρίως γιὰ τὴ μονομαχία τοῦ Λυαίου, διέταξε τελικὰ νὰ φρουροῦν τὸν ἅγιο κάπου ἐδῶ, στὶς στοὲς κάποιου δημόσιου λουτροῦ κοντὰ στὸ στάδιο. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ μάρτυρας συνέτριψε τὰ ψυχοφθόρα βέλη τῶν λόγων τοῦ ἀσεβοῦς, γιατὶ δὲν ταίριαζε νὰ χαρακτηρίσουμε διαφορετικά τα βλάσφημα λόγια του, καὶ πέτυχε τὸν πρῶτο ἄθλο του σύμφωνα μὲ τὸ Χριστὸ καὶ νίκησε δυναμικὰ αὐτὸν ποὺ κυριαρχοῦσε σὲ πολλοὺς μὲ τὴν τυραννία του.
13. Καὶ τὸν ἀθλητὴ λοιπὸν ἀκολούθησε ἡ φυλακὴ καὶ ἀντὶ τοῦ Μαξιμιανοῦ προσπαθοῦσε νὰ τὸν κεντρώσει ἕνας σκορπιός· γιατὶ ὁ ἐχθρός των ἁγίων εἶναι προορισμένος ἀπὸ τὴ φύση του νὰ ἐπιτίθεται σ᾿ αὐτοὺς μὲ ὅλα τα μέσα καὶ νὰ καταντροπιάζεται, γιατὶ νικιέται παντοῦ· μὲ τὸ χέρι λοιπὸν τοῦ μάρτυρα, ποὺ σχημάτισε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ὁ σκορπιὸς φάνηκε καθαρὰ ἀμέσως νεκρὸς καὶ ἀδρανής.
14. Ὁ Μαξιμιανὸς ὅμως κάθισε στὴν πρώτη θέση στὸ στάδιο μαζὶ μὲ τοὺς συνέδρους του καὶ ξεκίνησε νὰ καλεῖ μὲ τοὺς κήρυκες ὅποιους ἤθελαν νὰ μονομαχήσουν μὲ τὸ Λυαῖο· καὶ ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶχαν φοβηθεῖ τὴ δύναμη καὶ τὸ ψηλὸ ἀνάστημα τοῦ Λυαίου, ἕνας Νέστωρ ἀρκετὰ νέος, χριστιανὸς καὶ στὸ ἦθος καὶ στὴ γενναιότητα καὶ πολὺ πιὸ δυνατὸς στὸ θάρρος καὶ τὴ φρόνηση ἀπὸ τὸ Νέστορα τῆς Πύλου, τρέχει στὸ μάρτυρα, ποὺ βρισκόταν στὴ φυλακή, καὶ τοῦ ἀνακοινώνει τὴν ἀπόφασή του καὶ τοῦ ζητᾶ ἐπίμονα νὰ τὸν βοηθήσει μὲ τὴν προσευχὴ στὴ μονομαχία μὲ τὸν ἐχθρὸ καὶ νὰ καταβάλει τὸ θράσος τοῦ Λυαίου.
15. Πιὸ γρήγορα λοιπὸν ὁ μάρτυρας μὲ τὴν παράκληση στὸ Χριστὸ γιὰ βοήθεια καὶ μὲ τὸ ἐφόδιο τοῦ σταυροῦ προφήτεψε στὸ Νέστορα καὶ τὴ νίκη τοῦ κατὰ τοῦ Λυαίου καὶ τὸ μαρτύριό του γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἔστειλε θωρακισμένο στὸ στάδιο.
16. Ἐμφανίζεται λοιπὸν ὁ Νέστωρ μὲ θάρρος στὸ βασιλιά, κάνει φανερὸ τὸ σκοπὸ τῆς παρουσίας του, τὸν εὐσπλαχνίζονται ὅλοι καὶ μόνο γιὰ τὴν τόλμη του, τὸν θαυμάζουν ὁ Μαξιμιανὸς καὶ οἱ σύνεδροί του, τὸν πιέζουν νὰ λάβει χρήματα, ὥστε νὰ ἀπαλλαγεῖ μὲ αὐτὰ ἀπὸ τὸ Λυαῖο καὶ νὰ μὴν ζεῖ μὲ δυσκολία. Ὁ Νέστωρ τοὺς περιγελᾶ ὅλους καὶ τοὺς περιφρονεῖ· δηλώνει φανερὰ ὅτι ἔσπευσε νὰ νικήσει μόνο τὴ θρασύτητα τοῦ Λυαίου· συμπλέκεται μὲ τὸ Λυαῖο, τοῦ δίνει καίριο χτύπημα, σκοτώνει τὸν ἐχθρὸ καὶ τελικὰ ἀφοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς ἀκολούθησε τὸ δρόμο γιὰ τὸ θάνατο, νίκησε διπλὴ νίκη καὶ κέρδισε διπλὰ ἔπαθλα.
17. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὅμως ἡ καρδιὰ τοῦ Μαξιμιανοῦ εἶχε γεμίσει μὲ σκοτοδίνη καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ βρεῖ μὲ τί τρόπο θὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὴ συμφορὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Λυαίου· ἀποδείχτηκε λοιπὸν πιὸ σκληρὸς ἀπέναντι στοὺς χριστιανοὺς ἀπ᾿ ὅ,τι προηγουμένως καὶ βγάζει τὸ πιὸ σκληρὸ διάταγμα νὰ τοὺς ἐξαφανίσει ἀπὸ τὴ γῆ.
18. Καὶ τότε λοιπόν, ὅταν τοῦ θύμισαν γιὰ τὸν καλλίνικο μάρτυρα Δημήτριο, αὐτοὶ ποὺ τὸν κατέτρωγαν μὲ τὰ ἀφανέρωτα σαγόνια τοῦ φθόνου, ὅτι ἀποδείχτηκε κακὸς οἰωνὸς γι᾿ αὐτόν, δίνει διαταγὴ στοὺς σωματοφύλακές του νὰ πᾶνε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπου φρουροῦσαν τὸν ἅγιο, καὶ νὰ τὸν κατασφάξουν μὲ τὶς λόγχες καὶ τὶς ρομφαῖες ὅλων καὶ νὰ τὸν θανατώσουν. Μποροῦσε λοιπὸν νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς ἕνα θόρυβο καὶ μιὰ ἄτακτη προσέλευση σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀνταγωνίζονταν, ποιὸς θὰ βυθίσει πρῶτος τὸ ξίφος στὸ μάρτυρα καὶ θὰ προσφέρει τὴν πιὸ μεγάλη χάρη στὸ Μαξιμιανό. Τὰ διάφορα ξίφη λοιπὸν κατευθύνονταν μὲ μιὰ φορὰ στὸ ἴδιο μέρος τοῦ σώματος καὶ προξενοῦσαν στὸν ἀθλητὴ δυνατοὺς καὶ βίαιους πόνους.
19. Ὅμως ἀπέφυγε ἐκεῖνα τὰ ἀσεβῆ χέρια τοῦ Βριάρεως καὶ τὴν ψυχοφθόρα Χάρυβδη ἢ τὴν ἀναρρόφηση τῆς μανίας τῶν εἰδώλων καὶ μπαίνει στὸ οὐράνιο λιμάνι μὲ εὐχαριστήριους ὕμνους καὶ παρουσιάζεται στὸ Χριστό, γιὰ τὸν ὁποῖο σφαγιάστηκε μὲ προθυμία λάμποντας ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτες καὶ ἔχοντας λάβει τὴ θεϊκὴ καὶ ἀπρόσιτη κληρονομιὰ μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς μάρτυρες καὶ ὅλους τους ἁγίους ἀπὸ πάντα.
Καὶ τώρα βρίσκεται στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ ὅλους τους ἁγίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πῆρε τὰ πιὸ καλὰ ἀπὸ τὸν καθένα καὶ δημιούργησε ἀκριβῶς τὸ πιὸ ὡραῖο εἶδος τῆς ἀρετῆς. Γιατὶ ἄλλου μιμήθηκε τὴ σοφία, ἄλλου τὴ γενναιότητα, ἄλλου τὴν ἐπιείκεια, ἄλλου τὴν πιὸ μεγάλη καρτερικότητα στὸ μαρτύριο, τὰ πάντα ὅσο κανένας, καὶ ἔτσι ὅλα συγκεντρώθηκαν σ᾿ αὐτὸν στὸν ὑπέρτατο βαθμό, ὅσο σὲ κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Μὲ τὸ νὰ ἐπιτύχει λοιπὸν ὅλα αὐτά σε ὑπερβολικὸ βαθμό, κυριάρχησε σὲ ὅλους ἀσύγκριτα.
20. Ἂν πρέπει ὡστόσο νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὸ λόγο μας, λίγες ρανίδες αἵματος πλημμυρίζουν συνεχὲς μύρο καὶ τὸ θαῦμα ἔχει ξεπεράσει κάθε ἀνθρώπινη λογική. Ἴσως λοιπὸν ὁ Νεῖλος τῆς Αἰγύπτου καὶ ὁ ὠκεανὸς μὲ τὰ βαθιὰ ρεύματα, ἂν ἀντλοῦνταν ἀπὸ τόσους πολλοὺς καὶ κάθε μέρα, θὰ περιορίζονταν σὲ πολὺ μικρὰ ὅρια.
21. Σχετικὰ λοιπὸν μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἔγιναν μέχρι τὶς μέρες μας, ἂν προσπαθήσει κανεὶς νὰ τὰ περιγράψει ἀναλυτικά, μοῦ φαίνεται τὸ ἴδιο σὰν νὰ νομίζει κάποιος πὼς ἀπαριθμεῖ τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ ἢ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας ἢ τῆς βροχῆς τὶς στάλες μὲ τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου.
Γιατὶ ποιὸς θὰ μπορέσει μέχρι καὶ σήμερα, ἀπὸ τότε ποὺ ἀγωνίστηκε μὲ πάθος γιὰ τὸ Χριστό, νὰ περιγράψει τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων του, ποὺ ἔγιναν παντοῦ καὶ στὴν πόλη του καὶ στὰ περισσότερα καὶ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου σὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ἐκεῖνα ποὺ ἀποτρέπουν τοὺς ἐχθρούς, ὅταν βρίσκεται μπροστὰ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς στὴ μάχη καὶ στὸν κίνδυνο, ἐκεῖνα ποὺ διαλύουν τὴ μεγάλη πείνα καὶ τὶς μεταδοτικὲς καὶ διάφορες ἄλλες ἀρρώστιες σὲ διαφορετικὲς ἐποχὲς καὶ μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, ὅταν συμφωνεῖ μὲ συμπάθεια στὰ αἰτήματα, αὐτῶν ποὺ ζητοῦν, καὶ ὅσα θαύματα ἔγιναν στὴ θάλασσα καὶ ὅσα ἔγιναν σὲ ὅλους καὶ στὸν καθένα χωριστά, ὅταν συμπαραστέκεται καὶ προασπίζει αὐτοὺς ποῦ τὸν παρακαλοῦν;
Ἀκόμη λοιπὸν καὶ ἂν εἶχα, σύμφωνα μὲ τὴν ποίηση, δέκα γλῶσσες καὶ δέκα στόματα, ἐγὼ βέβαια θὰ πρόσθετα καὶ ἄλλα τόσα χέρια, δὲν θὰ κατόρθωνα οὔτε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ λέω καὶ νὰ περιγράφω ἀκριβῶς τὶς θαυματουργικὲς ἱκανότητες τοῦ θαυματουργοῦ Δημητρίου.
22. Εἶναι καλύτερα ὅμως νὰ λέμε ἐκεῖνο τὸ λόγο, ὅτι δηλαδὴ ὁ Κύριος θὰ πραγματοποιήσει τὸ θέλημα αὐτῶν ποὺ τὸν σέβονται· καὶ στοὺς ἁγίους του στὴ γῆ ἔκανε θαυμαστὰ ὅλα τα θελήματά του μὲ αὐτούς. Τί καλὸ περιεχόμενο καὶ πραμάτεια εἶχε ἐκεῖνος, τί ἄθληση καὶ τί σύνεση! Μὲ λίγο αἷμα πῆρε ὡς ἀντάλλαγμα τὴν οὐράνια βασιλεία, μὲ τοὺς πρόσκαιρους πόνους, τὴν ἀπέραντη εὐφροσύνη καὶ μὲ τὴν πολὺ σύντομη ζωὴ τοῦ τὴ μακραίωνη καὶ ἀτελεύτητη ζωή.
23. Ἂς μιμηθοῦμε λοιπὸν μὲ ζέση τὸ Δημήτριο κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅσοι συγκεντρωθήκαμε καὶ τιμοῦμε τοὺς ἄθλους του καὶ πανηγυρίζουμε γι᾿ αὐτοὺς μὲ λαμπρὸ τρόπο. Ἂς σπεύσουμε καὶ στὴ θεωρία καὶ στὴν πράξη, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν κερδίσουμε τὴν ἴδια δόξα μὲ ἐκεῖνον, εἶναι βέβαια ὑπερβολικὸ νὰ ποῦμε αὐτὸ τὸ πράγμα, ἀλλὰ τουλάχιστον μικρότερη. Ἂν ὅμως δὲν κερδίσουμε οὔτε αὐτή, γιατὶ καὶ αὐτὸ μας εἶναι ἀρκετὸ λόγω τῆς νωθρότητας ποὺ ἔχουμε, τουλάχιστον, ἐπειδὴ νομίζουμε ὅτι πανηγυρίζουμε ἀντάξια καὶ θεάρεστα γιὰ ὅσα ὁ Θεὸς χαίρεται μαζὶ μὲ τὸ μάρτυρα καὶ ὅτι ἑορτάζουμε μὲ θεϊκὸ τρόπο, νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε περισσότερο τὶς ἡδονὲς χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ χαριζόμαστε πιὸ πολὺ στοὺς δαίμονες καὶ νὰ πάθουμε τὸ ἴδιο πράγμα μὲ αὐτοὺς ποὺ κινδυνεύουν στὸ λιμάνι καὶ προσβάλλονται ἀπὸ ἀθεράπευτες ἀσθένειες στὸ ἰατρεῖο.
24. Ἔχουμε συνεργὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὶς καλὲς πράξεις, μὲ τὶς προσευχὲς τῆς Θεοτόκου, τῶν ἐπουράνιων τάξεων, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν καὶ τῶν μαρτύρων καὶ τῶν αἰώνια ἁγίων, καὶ αὐτὸν ποὺ τώρα τελοῦμε τὴ μνήμη του νὰ ἱκετεύει συνέχεια γιὰ χάρη μας. Χαίρεται ὁ κόσμος τῶν ἁγίων μὲ κάθε τρόπο καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ ἀπὸ κάθε ἡλικία καὶ τάξη, γιατὶ βλέπουν τὸ πλῆθος τους νὰ δυναμώνει καὶ νὰ αὐξάνεται, σὰν νὰ καταλαβαίνουν ὅτι ἡ πολυπληθὴς μερίδα ποὺ βρίσκεται ἀριστερὰ τοῦ Θεοῦ πάλι εἶναι σκυθρωπή.
25. Ὅμως, Δημήτριε, κόσμημα καὶ ὀμορφιὰ τῶν ἀθλητῶν, ξαναγυρίζω σὲ σένα πιὰ καὶ στρέφω τὸ λόγο πρὸς τὰ ἐπάνω, γιατὶ ἔχω λυγίσει περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν ἀγάπη μου γιὰ σένα καὶ ἐπιθυμῶ πιὸ πολὺ νὰ ἀναπνέω ἐσένα παρὰ τὰ εὐωδιαστὰ ἀρώματα, εὐσεβὲς καὶ εὐγενέστατο βλάστημα ἀπὸ εὐσεβῆ καὶ εὐγενικὴ ρίζα, κατάφορτο ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἄθλησης, λαμπρὲ καὶ στὰ δύο καὶ ἐνδοξότατε σὲ ὅλα καὶ ὁλόφωτη λαμπάδα τῶν χριστιανῶν, καταστροφὴ τῆς ἀσέβειας καὶ τοῦ Μαξιμιανοῦ, δάσκαλε καὶ σύμμαχε τοῦ Νέστορα καὶ πρόξενε τῆς ἄθλησης καὶ ἰσχυρότατε καταστροφέα τῆς ἀλαζονείας τοῦ Λυαίου, σὺ ποὺ ἀπεικόνισες τὸ πάθος τοῦ Δεσπότη καὶ πληγώθηκες μὲ τὶς λόγχες στὴν πλευρά, ὅπως ἐκεῖνος καὶ γιὰ τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσες τότε ἀναβλύζεις τώρα σὰν κρουνὸς τὸ εὐωδέστατο καὶ ἰαματικὸ μύρο, σὺ ποὺ περιπολεῖς μὲ τὸ πνεῦμα σου τοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ παρευρίσκεσαι μαζί τους στὸν ἀκλόνητο θρόνο τοῦ Θεοῦ, καὶ χάρισες σὲ μᾶς καὶ τὴν πόλη σου τὸ μαρτυρικότατο σῶμα σου σὰν ἀκένωτο θησαυρό, τὸ ἀνυπολόγιστο πέλαγος τῶν ἄπειρων καὶ πιὸ μεγάλων θαυμάτων, σὺ ποὺ μοίρασες σωστὰ τὸν ἑαυτό σου στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ καθόλου δὲν ἀπουσιάζεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάνω ἐποπτεύεις καὶ κάτω φροντίζεις τὴν πόλη σου, φιλοπόλι καὶ φιλάνθρωπε ποὺ ἐπαναφέρεις σύντομα τὴ συμπάθεια τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑποχωρεῖ μερικὲς φορὲς ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας, εἴθε νὰ δέχεσαι τοὺς λόγους καὶ τοὺς ἐπαίνους μας ποὺ προσφέρονται στὴ λαμπρὴ μνήμη τῶν ἀγώνων σου, ὅπως ὁ ἀθλοθέτης Χριστὸς ἔπλεξε τὸν ἔπαινο τῶν νηπίων, καὶ ἂν δὲν φτάνουν τὴ δική σου ἀξία, ὅμως δὲν ὑστεροῦν στὴν ἀγαθή μας πρόθεση· ρίξε ἕνα βλέμμα λοιπὸν ἀπὸ τὸν οὐρανό, κατέβα γιὰ λίγο ἐδῶ μαζί μας καὶ δὲς τὴν ἀγάπη τῆς πόλης σου γιὰ σένα, παρατήρησε τὶς μελωδίες τῶν συγκεντρωμένων, τὸ ἱερότατο ποίμνιό σου νὰ συμμετέχει στὸ πνευματικὸ συμπόσιο μαζὶ μὲ τὸν ἱεράρχη στὴ μνήμη σου, ὁλόκληρο τὸ ναό σου νὰ φωτίζει ὅλους τους παρόντες ἀπὸ τὴν ἄφθονη φωτοχυσία, τὴν εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ θυμιάματα νὰ γεμίζει τὸν ἀέρα καὶ κάθε ἡλικία καὶ τάξη νὰ ἐπικροτοῦν μὲ μεγάλη χαρὰ τοὺς ἄθλους σου. Σχεδὸν σήμερα ἡ γῆ μιμεῖται τὸν οὐρανὸ καὶ ἡ ἁπλωμένη λαμπρότητα στὸ ναὸ τοῦ καλλίνικου σώματός σου κάνει ὁλοφάνερη τὴν ἐκεῖ λάμψη τοῦ φωτὸς ποὺ προστίθεται σὲ σένα ἀπὸ τὸ Θεό.
26. Εἴθε νὰ ἀνταμείβεις ἐπάξια ὅλους, μοιράζοντας τὶς προσφορές σου καθημερινὰ στὸν καθένα. Πρῶτα στεφάνωσε τοὺς πιστοὺς βασιλιάδες μας μὲ νίκες· γιατὶ καὶ οἱ ἴδιοι ἐπίσης τιμοῦν ξεχωριστὰ τὴν πανηγυρική σου ἑορτή. Ὑπόταξε στὰ πόδια τους τὰ στρατεύματα τῶν ἐχθρικῶν ἐθνοτήτων, παράτεινε εἰρηνικὰ τὴν ὑπόλοιπη ζωή τους, ἐνισχύοντάς τους μὲ τὴν ὀρθοδοξία, καὶ ρυθμίζοντάς την μὲ τὴ σωστὴ διοίκηση.
27. Ἀπομάκρυνε τὰ σκάνδαλα τῶν Ἐκκλησιῶν, συμμάχησε μὲ τὸ στρατὸ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, δίνε συνεχῶς τὴ χάρη σου, ποὺ βοηθᾶ μὲ κάθε τρόπο, στὸν ποιμένα καὶ ἱεράρχη τῆς πατρίδας σου, ἐποπτεύοντας μαζὶ μὲ τὸν ἱεράρχη, βοηθώντας τὸ ποίμνιο νὰ εἶναι σὲ ἐπαγρύπνηση καὶ νὰ τὸν σέβεται, προετοιμάζοντας τὸν νὰ διδάσκει τὸ ποίμνιο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ τὸ ἀποδείξει πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τοὺς λύκους ποὺ καταστρέφουν τὴν ψυχή, καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσει στὴν οὐράνια μάνδρα. Παρηγόρησε ὅσους βρίσκονται σὲ στενοχώριες, βοηθώντας ἀνάλογα πλούσιους καὶ φτωχούς, κάνοντας συνετοὺς καὶ τοὺς γέρους καὶ τοὺς νέους στὰ καθήκοντά τους, ἀξιώνοντας κάθε ἡλικία μὲ πολὺ μεγάλη φροντίδα γιὰ τὴ δωρεὰ τῶν χαρίτων σου.
28. Γιὰ ὅλα αὐτά, εἴθε νὰ μᾶς χαρίσεις τὴ νίκη κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ τῶν παθῶν καὶ ὅταν λίγο ἀργότερα ἀποδημήσουμε ἐκεῖ νὰ μᾶς κάνεις δεξιοὺς παραστάτες τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὶς παρακλήσεις σου, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ συμμετέχουμε σὰν ἀσήμαντοι δοῦλοι σου στὴν αἰώνια καὶ θεία λαμπρότητα, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχει τὴ δόξα καὶ τὴ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
πηγή: Ἅγιος Δημήτριος, Ἐγκωμιαστικοὶ λόγοι
ἐπιφανῶν Βυζαντινῶν λογίων, ἔκδ. ΖΗΤΡΟΣ, 2004.
[Νεοφύτου Ἐγκλείστου] [Συμεὼν Φιλοσόφου]
http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/agios_megalomartys_dhmhtrios_myroblyths.htm

Πατερικόν Εγκώμιον στον πολιούχο της Θεσσαλονίκης – Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

220px-saint_demetrius_of_protat

Καθε Οκτώβριο ευφραίνεται και πανηγυρίζει η συμπρωτεύουσα της Ελλάδος και πρωτεύουσα της Μακεδονίας μας με την εορτή του πολιούχου και προστάτου της μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου. Διοργανώνονται διάφορες εκδηλώσεις προς τιμήν του, τα γνωστά «Δημήτρια», και αισθάνεται όλη η μεγαλούπολι του ελληνικού βορρά την παρουσία του Αγίου όχι μόνο στον μεγαλοπρεπέστατο Ναο του αλλά και στους δρόμους και στις πλατείες της.
Συμμετέχοντας στις οφειλόμενες τιμητικές εκδηλώσεις προς το καύχημα της Θεσσαλονίκης μας, παραθέτουμε στη συνέχεια μερικά αποσπάσματα από μια εξαίρετη εγκωμιαστική ομιλία προς τον άγιο Δημήτριο, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.

ΚΕΙΜΕΝΟ

« Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός, λίαν εκραταιώθησαν αι αρχαί αυτών», Δαβίδ εκείνός φησίν ο των απ’ αιώνος ωδικών ενθεώτατος… οις εμπρέπει περιφανώς ανέχων και των πλείστων εξόχως ο μάλιστα σήμερον παρ’ ημών υμνούμενος και τιμώμενος, ο αυτόχθων ημίν και ημεδαπός πολιούχος, το μέγα της οικουμένης θαύμα, το μέγα της ιεράς Εκκλησίας ωράϊσμα, ο πολύς τα πάντα, και θαυματουργός και μυροβλήτης Δημήτριος…
Και πάντα ην σχεδόν εκ παιδός ομού, στήλη τις αυθέδραστος και ακαθαίρετος παντός καλού, πάσης αρετής έμπνουν και αυτοκίνητον άγαλμα, θείων και ανθρωπίνων χαρίτων εστία και συστοιχία, βίβλος ζώσα τε και λαλούσα τα προς δόξαν και οδηγίαν του κρείττονος…
Τούτω δε κόσμος τίς; Η ακαθαίρετος πίστις, η απειρόδωρος χάρις, ο θείος και αναφαίρετος πλούτος των θεοειδών αρετών, ος νυν εστίν εντεθησαυρισμένος τοις ουρανοίς, προσθήκη τοις εκεί ταμείοις των καλλίστων γενόμενος• μάλλον δε από γης εις ουρανόν φθάνει, και περιών έτι τω βίω και γεγονώς εξ ανθρώπων, προσθήκη μεγίστη τοις αϊδίοις καλοίς υπάρχων Δημήτριος και καλλονή παγκόσμιός τε άμα και υπερκόσμιος.
Τούτον ο Δαβίδ προλαβών εμακάρισε και ανύμνησε «Μακάριος», λέγων, «ανήρ, ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών και εν οδώ αμαρτωλών ουκ έστη». Ουδέ γαρ εν νω ποτέ κατεδέξατό τι των μη θεοσεβών, ούτε προς πράξιν ώδευσεν ου θεάρεστον• αλλά φυλάξας εαυτώ την εκ του κατά Χριστόν βαπτίσματος θείαν χάριν αμίαντον, τω του Κυρίου νόμω συνάδον είχε το θέλημα… πάντα πράττων, ώστε παρθένος είναι και το σώμα και την ψυχήν, και δι’ αυτού το πολίτευμα εν ουρανοίς έχειν, και τοις ασωμάτοις εξ εφαμίλλου χωρείν μετά σώματος…
Ην ουν και διδάσκαλος και απόστολος τουντεύθεν Δημήτριος, ο σοφός, και παρθένος, και όσιος, και ως ειπείν πάγκαλός τε και παναμώμητος, και φύσει και σπουδή και χάριτι λαμπρυνόμενος… τον αμπελώνα Κυρίου καλλιεργών, και τα ουράνια καταβαλλόμενος εις γην σπέρματα… τη σαγήνη του λόγου περιλαμβάνων Θεσσαλονίκην, Αττικήν, Αχαϊαν, μάλλον δε όσην νυν περιβάλλει, και όσην φθάνει δια των μύρων, και των θαυμάτων, και τοις εν πάσι αφθονίας της χάριτος. Ην γαρ και τότε τη οικουμένη θαύμα εν λόγοις Δημήτριος…
Νυν μεν ούτω γεωργών ψυχάς ανθρώπων ή ζωγρών τούτους… νυν δε οικοδομών τω Θεώ ναόν εκ λίθων ζώντων και όντως τιμίων, ως εργαλείον είχε τον λόγον κατάλληλον. Οτε δε προς τους αντικειμένους τω Χριστώ συνεκρότει τον πόλεμον… κατά το γεγραμμένον, περί του πρωταγωνιστού των μαρτύρων, ουδείς είχεν αντιστήναι τη του Δημητρίου σοφία και τω πνεύματι ω ελάλει…
(ΡG 151, 536-541).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Ο ξακουστός εκείνος Δαβίδ, που μέσα στους μουσικούς των αιώνων είναι ο περισσότερο από κάθε άλλον εμπνευσμένος από θεϊκή δύναμι, ψάλλει• από εμένα έχουν τιμηθεί πολύ οι φίλοι σου, Θεε μου, η ζωη και το έργο τους και η όλη ύπαρξί τους ήταν ισχυρότατη και αδιάσειστη… Ανάμεσα σ’ αυτούς ανήκει, κατέχοντας περίοπτη και εξαίρετη θέσι, ανώτερος από τους πιο περισπούδαστους, αυτός προ πάντων τον οποίον τιμούμε και υμνούμε εμείς σήμερα, ο συμπατριώτης μας και πολιούχος μας, το μέγα θαύμα της οικουμένης, το μεγάλο στολίδι και καμάρι της ιεράς Εκκλησίας, ο σπουδαίος από κάθε άποψι και θαυματουργός και μυροβλήτης Δημήτριος…
Και σε όλα σχεδόν από την παιδική του ηλικία ήταν σαν μια δημόσια στημένη λίθινη πλάκα, υπόδειγμα κάθε καλού, πλάκα ακλόνητη, στηριγμένη στη δική του αξία, ένα έμψυχο και κινούμενο με τη δύναμί του άγαλμα, μια εστία που συγκέντρωνε στον εαυτό της αρμονικά θείες και ανθρώπινες χάριτες, ένα ζωντανό βιβλίο που διαλαλούσε και υπεδείκνυε όσα είναι ένδοξα και οδηγούν στα ανώτερα…
Ποιός ήταν ο στολισμός του; Η αδιάσειστη πίστι, η γεμάτη άπειρες δωρεές χάρι, ο θείος και αναφαίρετος πλούτος των αρετών, που κάμνουν τον άνθρωπο να μοιάζει με τον Θεο. Ο πλούτος αυτός τώρα έχει αποθησαυρισθεί στους ουρανούς και έγινε μια από τις πιο καλές προσθήκες στα ουράνια ταμεία• μάλλον δε ενώ ακόμη ήταν στη γη και ζούσε ως άνθρωπος, ο πνευματικός αυτός πλούτος έφθανε στον ουρανό και αποτελούσε μεγάλη προσθήκη στα αιώνια αγαθά, ο Δημήτριος, η πνευματική αυτή ωραιότης η παγκόσμια, συνάμα δε και υπερκόσμια…
Τον άνδρα αυτόν τον εμακάρισε πριν χιλιάδες χρόνια ο Δαβίδ και τον ανύμνησε ψάλλοντας «είναι μακάριος ο άνθρωπος που δεν πήγε ποτέ σε σύσκεψι ασεβών ανθρώπων και δεν στάθηκε κοντά σε αμαρτωλούς για να κάνει τα ίδια μ’ αυτούς». Διότι ποτέ ούτε κατά διάνοιαν δεν κατεδέχθη να σκεφθεί κάτι από όσα δεν είναι θεοσεβή, ούτε προχώρησε σε κάποια μη θεάρεστη πράξι. Αλλά, αφού εφύλαξε αμόλυντη μέσα του τη θεία Χαρι, που έλαβε από το Βάπτισμα στο όνομα του Χριστού, είχε πλέον τη θέλησί του σύμφωνη προς τον Νομον του Θεού… Εκαμνε τα πάντα, ώστε να είναι παρθένος και στο σώμα και στην ψυχή, και να έχει έτσι το πολίτευμά του στους ουρανούς και να ζει με το σώμα του ζωη εφάμιλλη με τη ζωη των ασωμάτων αγγέλων…
Ηταν λοιπόν και διδάσκαλος και Απόστολος ο σοφός και παρθένος όσιος Δημήτριος, και για να πω καλύτερα, και πάγκαλος και καθ’ όλα άμωμος και άψογος, δοξαζόμενος και για τα φυσικά του χαρίσματα και για όσα κατόρθωσε με τη φιλοπονία του και για όσα έλαβε από τη θεία Χαρι. Καλλιεργούσε τον πνευματικό αμπελώνα του Κυρίου φυτεύοντας βαθιά τα ουράνια σπέρματα στο έδαφος της ψυχής των ανθρώπων, περιλαμβάνοντας στο δίχτυ του λόγου του την Θεσσαλονίκη, την Αττική και την Αχαϊα, μάλλον δε όση περιοχή περιλαμβάνει τώρα από τους ουρανούς και σ’ όσους φθάνει με τα μύρα του, με τα θαύματά του και με την αφθονία της Χάριτος του προς όλους. Διότι ήταν και τότε για την οικουμένη ένα θαύμα με τα λόγια του ο Δημήτριος…
Αλλοτε καλλιεργούσε τις ψυχές των ανθρώπων, άλλοτε τις είλκυε σαν ψαράς στην πίστι από την θάλασσα της απιστίας… άλλοτε οικοδομούσε με τα πνευματικά λόγια του, με τις ψυχές των ανθρώπων, σαν με άλλους ζωντανούς και όντως πολυτίμους λίθους, οικοδόμημα πνευματικό αφιερωμένο στο Θεο. Είχε δε προς τούτο εργαλείο κατάλληλο τον θείο λόγο. Και όταν πολεμούσε με τα λόγια του προς τους εχθρούς του Χριστού, σύμφωνα με αυτό που έχει γραφεί για τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο, κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στο πνεύμα και στην σοφία με τα οποία μιλούσε ο Δημήτριος.

Από το περιοδικό: η Δράσις μας” τεύχος Οκτωβρίου 2008.