RSS

Category Archives: ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

Οι Εν Σεβαστεία Τεσσαράκοντα Μάρτυρες

40martires

Χαίρετε ἀθλοφόροι τοῦ Χριστοῦ, Ἡσύχιε, Μελίτων, Ἡράκλειε, Σμάραγδε καὶ Δόμνε, Εὐνοϊκὲ Οὐάλη καὶ Βιβιανέ, Κλαύδιε καὶ Πρίσκε,

Χαίρετε Θεόδουλε Εὐτύχιε καὶ Ἰωάννη, Ξανθία Ἡλιανὲ Σισίνιε, Κυρίων Ἀγγία, Ἀέτιε καὶ Φλάβιε,

Χαίρετε Ἀκάκιε, Ἐκδίκιε, Λυσίμαχε, Ἀλέξανδρε, Ἠλία καὶ Καύδιδε, Θεόφιλε Δομετιανέ καὶ Θεῖε Γάϊε Γοργόνιε, Χαίρετε Εὐτυχές καὶ Ἀθανάσιε, Κύριλλε καὶ Σαρκεδών, Νικόλαε καὶ Οὐαλέριε, Φιλοκτῆμον, Σεβηριανέ, Χουδίων καὶ Ἀγλάϊε.

Ὡς ἔχοντες παρρησίαν πρὸς Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, Μάρτυρες παναοίδιμοι, αὐτὸν ἐκτενῶς πρεσβεύσατε, τοῦ σωθῆναι τοὺς ἐν πίστει ἐκτελοῦντας, τὴν πανσέβαστον μνήμην ὑμῶν.

Σύντομο Συναξάριο

Ανήκαν στο ίδιο τάγμα που έδρευε στην πόλη Σεβάστεια της Μικράς Ασίας (σημερινή Σιβάς Τουρκίας). Επειδή αρνήθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα, αφού πρώτα βασανίσθηκαν με διαταγή του τοπικού ηγεμόνα Αγρακόλαου, στη συνέχεια καταδικάστηκαν να περάσουν μία νύχτα μέσα στα παγωμένα νερά της λίμνης της Σεβάστειας. Ένας από αυτούς λιποψύχησε και αντικαταστάθηκε από τον καπικλάριο (δεσμοφύλακα) Αγλάιο, ο οποίος βλέποντας το μαρτύριό τους, πίστεψε στον Χριστό. Την επομένη, όταν αρνήθηκαν εκ νέου να θυσιάσουν στα είδωλα, κάηκαν στην πυρά και οι σοροί τους πετάχτηκαν στη λίμνη. Χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής περισυνέλεξαν τα λείψανά τους και τα έθαψαν με κάθε τιμή.

Τα ονόματα των 40 Μαρτύρων:

  • Αγγίας
  • Καπικλάριος Αγλάιος
  • Αέτιος
  • Αθανάσιος
  • Ακάκιος
  • Αλέξανδρος
  • Βιβιανός
  • Γάιος
  • Γοργόνιος
  • Δομετιανός
  • Δόμνος
  • Εκδίκιος
  • Ευνοϊκός
  • Ευτύχιος
  • Ηλιάκης
  • Ιουλιανός
  • Ηράκλειος
  • Ησύχιος
  • Θεόδουλος
  • Θεόφιλος
  • Ιωάννης
  • Κλαύδιος
  • Κύριλλος
  • Κάνδιδος
  • Κυρίων
  • Λεόντιος
  • Λυσίμαχος
  • Μελίτων
  • Νικόλαος
  • Ξάνθιος
  • Ουαλέριος
  • Ουάλης
  • Πρίσκος
  • Σαρκεδών
  • Σεβηριανός
  • Σισίννιος
  • Σμάραγδος
  • Φιλοκτήμων
  • Φλάβιος
  • Χουδίων.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη των 40 Μαρτύρων κάθε χρόνο στις 9 Μαρτίου και η Καθολική την επομένη.Την ημέρα αυτή γιορτάζουν ο Σαράντος και η Σαραντούλα.

Απολυτίκια

Τας αλγηδόνας των Αγίων, ας υπέρ σου έπαθον, δυσωπήθητι, Κύριε· και πάσας ημών τας οδύνας ίασαι, φιλάνθρωπε δεόμεθα.

Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δήμος ώφθητε, τροπαιοφόρος, Αθλοφόροι Χριστού Τεσσαράκοντα, δια πυρός γαρ και ύδατος ένδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρώς εδοξάσθητε. Αλλ’ αιτήσασθε, Τριάδα την υπερούσιον, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Κοντάκιον

Πάσαν στρατιάν, του κόσμου καταλιπόντες, τω εν ουρανοίς Δεσπότῃ προσεκολλήθητε, Αθλοφόροι Κυρίου Τεσσαράκοντα, δια πυρός γαρ καί ύδατος, διελθόντες μακάριοι, επαξίως εκομίσασθε, δόξαν εκ των ουρανών, και στεφάνων πληθύν.

Λαογραφία

Οι λαϊκές δοξασίες, που σχετίζονται με την ημέρα, έχουν ως βάση τη σημασία του αριθμού σαράντα.

Εδέσματα της ημέρας, η σαραντόπιτα (πίτα με σαράντα φύλλα), σαράντα τηγανίτες ή φαγητά από σαράντα χόρτα. Σχετική είναι και η παροιμία: «Σαράντα φας, σαράντα πιεις, σαράντα δωσ’ για την ψυχή σου».

Η ημέρα αυτή, ενταγμένη μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, έδινε παλαιότερα την ευκαιρία για ψυχαγωγικές εκδηλώσεις, όπως μαρτυρεί το δίστιχο που τραγουδούσαν στην Αθήνα, στο γιορταστικό τραπέζι: «Ας χορέψουμε κι ας είναι, των αγιω-Σαράντων είναι».

ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ*

Το θαυμάσιο τούτο κείμενο δε ξέρουμε ποιο χρόνο γράφηκε. Εκφωνήθηκε όμως στη μνήμη (9 Μαρτίου) των 40 Μαρτύρων, που το 320 θανατώθηκαν κατά το διωγμό του Λικινίου. Τους ιερούς αυτούς αθλητές, επειδή γενναία ομολόγησαν πίστη στον Χριστό, τους σύναξαν και τους έστησαν στην παγωμένη λίμνη στο κέντρο της Σεβάστειας. Ο Μέγας Βασίλειος, χάρη στις άριστες ιατρικές του γνώσεις, περιγράφει με τρόπο εκπληκτικό τις διεργασίες που συντελούνται στον ανθρώπινο οργανισμό από το ψύχος και το πάγωμα και πώς επέρχεται ο θάνατος. Πέραν όμως τούτου έχουμε στα μάτια μας ένα πολύ αρρενωπό κείμενο, έξοχα δομημένο, που δίνει ανάγλυφη τη θεολογία του μαρτυρίου, τη σημασία που αυτό έχει για τον ίδιο το μάρτυρα, για τους λοιπούς πιστούς και για την Εκκλησία γενικά.

1. Πώς θα μπορούσε να υπάρξει κορεσμός από τη μνήμη των μαρτύρων σ’ όποιον τους αγαπά; Γιατί η τιμή στους γενναίους από τους συνδούλους τους αποδεικνύει την καλή διάθεση προς τον κοινό Κύριο. Μια κι είναι φανερό πως όποιος παραδέχεται τους γενναίους άνδρες, δεν θα παραλείψει να τους μιμηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις.

Να μακαρίσεις ειλικρινά αυτόν που μαρτύρησε, για να γίνεις μάρτυρας κατά την προαίρεση, με αποτέλεσμα, χωρίς διωγμό, χωρίς φωτιά, χωρίς μαστίγωμα, ν’ αξιωθείς τις ίδιες μ’ εκείνους ανταμοιβές. Εμείς, τώρα, δεν πρόκειται να θαυμάσουμε ούτε έναν, ούτε δυο μονάχα, ούτε στους δέκα φθάνει ο αριθμός αυτών που μακαρίζονται. Αλλά σαράντα άνδρες, που σαν να είχαν μια ψυχή σε ξεχωριστά σώματα, με μια σύμπνοια κι ομόνοια πίστης, μιαν εμφάνισαν και την καρτερία στα δεινά και την αντίσταση χάρη της αλήθειας. Όλοι όμοιοι ο καθένας στον άλλο, ίδιοι στη διάθεση κι ίδιοι στην άθληση. Γι’ αυτό και καταξιώθηκαν ισότιμα τα στεφάνια της δόξας. Ποιος λοιπόν λόγος θ’ απόδινε την αξία τους; Ούτε σαράντα γλώσσες δεν θ’ αρκούσαν ν’ ανυμνήσουν την αρετή τόσο μεγάλων ανδρών. Ενώ, ακόμα κι αν ένας ήταν ο θαυμαζόμενος, θ’ αρκούσε βέβαια να συντρίψει τη δύναμη των λόγων μας, πιο πολύ δε πλήθος τόσο, στρατιωτική φάλαγγα, παράταξη δυσκολοκαταγώνιστη, το ίδιο και σε πολέμους ανίκητη και σ’ επαίνους απρόσιτη.

2. Εμπρός λοιπόν, ας τους φέρουμε στη μέση, θυμίζοντας την ιστορία τους. Κι έτσι θα ωφεληθούν όλοι οι παρόντες, ατενίζοντας, σαν σε ζωγραφιά, τα λαμπρά κατορθώματα αυτών των ανδρών. Έτσι προβάλλουν και τα πολεμικά ανδραγαθήματα πολλές φορές οι ρήτορες κι οι ζωγράφοι. Οι πρώτοι, με τον στολισμένο απ’ αυτά λόγο τους. Οι άλλοι, αποδίνοντάς τα με τις ζωγραφιές τους. Με αποτέλεσμα, να κεντρίζουν προς την ανδρεία πολλούς κι οι μεν κι οι δε. Γιατί το ίδιο θέμα η προφορική ιστορία παριστάνει στην ακοή κι η ζωγραφική σιωπώντας εμφανίζει με την απεικόνιση. Έτσι λοιπόν κι εμείς ας ανακαλέσουμε στη μνήμη σας την αρετή αυτών των ανδρών. Και σαν να θέτουμε μπροστά στα μάτια σας τα κατορθώματά τους, ας κινήσουμε σε μίμησή τους όσους είναι γενναιότεροι κι έχουν ψυχική διάθεση πλησιέστερη στην ψυχική διάθεση εκείνων. Γιατί αυτό είναι το καλύτερο εγκώμιο των μαρτύρων, το να ωθεί και να προτρέπει κανείς προς την αρετή το εκκλησίασμα.

Άλλωστε, οι λόγοι που έχουν θέμα τους τους αγίους, δεν καταδέχονται να υπηρετούν στους κανόνες των κοσμικών εγκωμίων. Γιατί οι ρήτορες που επαινούν, αντλούν τα υμνητικά τους λόγια από κοσμικές αιτίες. Αλλά για όσους ο κόσμος έχει σταυρωθεί, αυτοί πώς είναι μπορετό ν’ αντλήσουν από τον κόσμο κάτι που θα τους δόξαζε; Δεν ήταν μια η πατρίδα στους αγίους. Ο ένας καταγόταν από εδώ, ο άλλος από εκεί. Τί λοιπόν; Θα πούμε ότι δεν είχαν πόλεις ή ότι ήταν πολίτες της οικουμένης; Όταν γίνεται κάποιος έρανος, ό,τι συνεισφέρει ο καθένας, καταντά κοινό κτήμα όλων όσοι πρόσφεραν στον έρανο. Έτσι και με τους μακαρίους αυτούς. Η πατρίδα του καθενός είναι κοινή για όλους κι όλοι μοιράζονται ο ένας με τον άλλο τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, απ’ όπου κι αν κατάγονται. Αλλά γιατί να κοιτάζουμε να βρούμε τις γενέτειρες που είναι στο χώμα, ενώ θα έπρεπε να σκεφθούμε ποια είναι η τωρινή τους πόλη;

Πόλη λοιπόν των μαρτύρων είναι η πόλη του Θεού, «που τεχνίτης και δημιουργός της είναι ο Θεός» (Εβρ. 11, 10), η άνω Ιερουσαλήμ, η ελεύθερη, η μητέρα του Παύλου και των ομοίων του. Κι ως προς το γένος, από ανθρώπινη μεν πλευρά, το ένα διαφέρει από το άλλο, ενώ από πνευματική πλευρά είναι ένα για όλους. Γιατί κοινό πατέρα έχουν το Θεό κι είναι όλοι αδελφοί, όχι επειδή γεννήθηκαν από έναν άνδρα και μια γυναίκα, αλλά γιατί συνδέθηκαν αρμονικά ο ένας με τον άλλο μέσα στην ομόνοια που χαρίζει η αγάπη, αφού τους ανέδειξε τέκνα Θεού το Πνεύμα. Σύνολο έτοιμο, μεγάλη συνδρομή όσων ανέκαθεν δοξάζουν τον Κύριο, χωρίς να έχουν συναθροισθεί ένας-ένας, αλλά αφού όλοι μαζί μετατέθηκαν. Και πώς μετατέθηκαν; Αυτοί, με το εντυπωσιακό σωματικό τους ανάστημα και με τα χρυσά τους νιάτα και με τη δύναμή τους αφού διακρίθηκαν ανάμεσα σε όλους τους συνομηλίκους τους, κατατάχθηκαν στο στρατό. Και χάρη στην πολεμική τους εμπειρία και την ανδρεία της ψυχής τους, τους τιμούσαν ήδη πρώτους-πρώτους οι βασιλιάδες κι είχαν βγάλει όνομα για την αρετή τους ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους.

3. Κι όταν εκδόθηκε και κυκλοφόρησε εκείνο το άθεο κι ασεβές διάταγμα, να μην ομολογεί κανείς το Χριστό, αλλιώς θα έπεφτε σε κίνδυνο. καθώς επισειόταν κάθε λογής τιμωρία και πολύς και θηριώδης ο θυμός από τους κριτές της αδικίας είχε κινηθεί κατά των πιστών χριστιανών. καθώς μηχανορραφίες και σκευωρίες πλέκονταν εναντίον τους κι ο νους κατέβαζε διάφορα είδη βασάνων. όταν οι βασανιστές δεν αποφεύγονταν, η φωτιά ήταν έτοιμη, το ξίφος είχε συρθεί πάνω στο ακόνι κι ο σταυρός είχε μπηχθεί στο χώμα. όταν ακόμα οι λάκκοι είχαν ανοιχθεί, ο τροχός ήταν στημένος και τα μαστίγια ήταν εκεί. όταν άλλοι τρέπονταν σε φυγή, άλλοι λύγιζαν κι άλλοι κλονίζονταν όταν μερικοί, πριν πάθουν τίποτα, τα έχαναν μπροστά σε μόνη την απειλή, άλλων δε, φθάνοντας σιμά στα δεινά, σάλεψε ο νους.όταν άλλοι, αφού κατέβηκαν στους αγώνες, κατόπιν δεν μπόρεσαν ν’ αντέξουν στην επίπονη προσπάθεια ως το τέλος και τα παράτησαν όλα κάπου στη μέση της άθλησης και, όπως αυτούς που τους λαχαίνει φοβερή τρικυμία στο πέλαγος, βούλιαξαν μαζί με το φορτίο της υπομονής που είχαν ως εκείνη τη στιγμή. τότε λοιπόν αυτοί οι ανίκητοι και γενναίοι στρατιώτες του Χριστού πρόβαλαν στη μέση, ενώ ο άρχοντας έδειχνε το βασιλικό διάταγμα κι απαιτούσε υπακοή. Μ’ ελεύθερη φωνή, με θάρρος πολύ κι ανδρεία, δεν ζάρωσαν από το φόβο μπροστά σε ό,τι έβλεπαν, ούτε τρόμαξαν από τις απειλές, αλλά φώναξαν για να το ακούσουν όλοι πως ήταν χριστιανοί. Ω μακάριες γλώσσες απ’ όπου ανάβρυσε εκείνη η ιερή ομολογία, που ο αέρας σαν τη δέχθηκε άγιασε, οι δε άγγελοι ακούοντάς τη την επικρότησαν, ο διάβολος με τους δαίμονες τραυματίσθηκε απ’ αυτή, ο δε Κύριος στους ουρανούς την έγραψε για να μη χαθεί!

4. Είπαν λοιπόν ο καθένας, προχωρώντας στη μέση: Είμαι χριστιανός. Και συνέβη ό,τι κάνουν οι αθλητές στα στάδια, όπου πηγαίνουν να λάβουν μέρος στα αγωνίσματα λέγοντας συνάμα τα ονόματά τους και στον τόπο του αγωνίσματος καταλήγοντας. Έτσι κι αυτοί τότε. Αφού πέταξαν σαν άχρηστα τα ονόματα που είχαν αφ’ ότου γεννήθηκαν, έλεγαν σαν όνομά του ο καθένας τη λέξη που παράγεται από το όνομα του κοινού Σωτήρα (Χριστός – χριστιανός). Κι αυτό το έκαναν όλοι, ο ένας πίσω από τον άλλο. Έτσι, όλοι παρουσιάσθηκαν μ’ ένα όνομα. Γιατί πλέον δεν ήταν ο άλφα ή ο βήτα, αλλά όλοι φώναζαν σαν όνομά τους τη λέξη χριστιανός. Τί έκανε λοιπόν τότε ο άρχοντας; Ήταν άνθρωπος φοβερός και πολύτροπος, τόσο για να τους παρασύρει με καλοπιάσματα, όσο και για να τους μεταπείσει με απειλές. Αρχικά μεν τους έπαιρνε με το καλό, αποσκοπώντας να τους παραλύσει τη δύναμη της ευσέβειας. Μην προδώσετε τα νιάτα σας, τους έλεγε, μήτε με πρόωρο θάνατο ν’ αφήσετε αυτή τη γλυκεά ζωή. Γιατί δεν είναι σωστό οι συνηθισμένοι σε πολεμικές αριστείες να πεθαίνουν με το θάνατο των κακοποιών. Ακόμα, τους υποσχόταν και χρήματα. Κι άλλα τους πρόσφερνε, όπως βασιλικές τιμές κι απονομές αξιωμάτων και με χίλιες δυο επινοήσεις προσπαθούσε να τους εξουδετερώσει. Και καθώς δεν νικήθηκαν σ’ αυτή την απόπειρα, χρησιμοποίησε το άλλο είδος της παραπλάνησης. Τους απειλούσε με πλήγματα και θανάτους και βασανιστήρια αθεράπευτα. Κι αυτά μεν έκανε εκείνος. Των δε μαρτύρων ποια στάθηκε η συμπεριφορά; Τί, λέει, μας δελεάζεις, εχθρέ του Θεού, να φύγουμε από το Θεό το ζώντα και να είμαστε δούλοι σε καταστροφικούς δαίμονες, προσφέροντάς μας τα αγαθά σου; Δίνεις πολλά, γιατί πολλά πασχίζεις να μας αφαιρέσεις; Μισώ τη δωρεά που προξενεί ζημιά. Δεν δέχομαι την τιμή που γεννά ατίμωση. Προσφέρεις χρήματα που απομένουν εδώ στη γη, δόξα που σαν άνθος μαραίνεται. Με κάνεις γνώριμο στο βασιλιά, αλλά με αποξενώνεις από τον αληθινό βασιλιά. Γιατί, με φειδώ, λιγοστά από τα αγαθά του κόσμου προσφέρεις; Εμείς όλο τον κόσμο έχουμε καταφρονήσει. Απέναντι σ’ αυτά που ποθούμε κι ελπίζουμε, δεν έχουν αξία τα ορατά πράγματα. Βλέπεις αυτόν τον ουρανό πόσο ωραίος είναι στην όψη και τί απέραντος; Και τη γη, πόσο μεγάλη και τί θαυμαστά είναι όσα υπάρχουν σ’ αυτή; Τίποτ’ απ’ αυτά δεν είναι ίσο με τη μακαριότητα των δικαίων. Γιατί αυτά φεύγουν και χάνονται, ενώ τα δικά μας μένουν. Μια χάρη ποθώ, το στεφάνι της δικαιοσύνης. Μια δόξα λογαριάζω με δέος, αυτήν που υπάρχει στη βασιλεία των ουρανών. Επιζητώ τιμή, αλλά την άνω και φοβάμαι την τιμωρία που είναι στη γέεννα. Εκείνη η φωτιά είναι για μένα φοβερή, ενώ αυτή που σεις με απειλείτε, είναι ομόδουλη. Γνωρίζει να σέβεται αυτούς που καταφρονούν τα είδωλα. Σαν βέλη νηπίων λογαριάζω τα πλήγματά σας. Γιατί το σώμα πλήττεις που, αν μεν αντέξει περισσότερο, λαμπρότερα στεφανώνεται. Αν δε πιο γρήγορα υποκύψει, φεύγει απαλλαγμένο από δικαστές τόσο βαναύσους που, ενώ σας ανατέθηκε να υπηρετείτε τα σώματα, επιδιώκετε να εξουσιάζετε και τις ψυχές. Σας πειράζει λοιπόν πολύ το ότι δεν σας τιμάμε περισσότερο από το Θεό και το θαρρείτε άκρα προσβολή για το πρόσωπό σας. Κι έτσι μας απειλείτε μ’ αυτές τις φοβερές τιμωρίες, καταλογίζοντάς μας σαν ενοχή την ευσέβεια. Αλλά δεν θα έχετε να κάνετε με δειλούς, ούτε με ανθρώπους που αγαπούν τη ζωή τους, ούτε με ανθρώπους που εύκολα τρομάζουν και τα χάνουν. Εδώ πρόκειται για την αγάπη προς το Θεό. Λοιπόν, εμείς είμαστε έτοιμοι και στον τροχό να μας βάλετε και να μας στρεβλώσετε τα μέλη και να μας κάνετε παρανάλωμα της φωτιάς και γενικά κάθε είδους βασανιστήρια ν’ αντιμετωπίσουμε.

5. Κι αφού τους άκουσε εκείνος ο αλαζόνας και βάρβαρος, δεν βάσταξε το θάρρος των λόγων τους. Άναψε στο έπακρο από θυμό. Και συλλογιζόταν ποιο σατανικό τρόπο να βρει, ώστε να τους κάνει το θάνατο κι αργό και πικρό μαζί. Βρήκε λοιπόν κάτι πρωτότυπο και κοιτάχτε τι φοβερό. Έλαβε υπ’ όψη τη φύση της χώρας, ότι ήταν παγερή. Και την εποχή του χρόνου, ότι ήταν χειμώνας. Παραφύλαξε τη νύχτα, όπου προ παντός το κακό γίνεται πιο αβάσταχτο, αφού άλλωστε έπνεε τότε βοριάς. Πρόσταξε λοιπόν να τους γυμνώσουν όλους στο ύπαιθρο, καταμεσίς της πόλης και να τους αφήσουν να πεθάνουν παγώνοντας. Και γνωρίζετε βέβαια όλοι όσοι έχετε πείρα του χειμώνα, πόσο ανυπόφορο είναι αυτό το είδος βασάνου. Κι ούτε είναι μπορετό να το παραστήσει κανείς σε άλλους, εξόν απ’ αυτούς που έχουν υπ’ όψη σχετικά παραδείγματα από την ίδια τους την πείρα. Το σώμα λοιπόν που βρέθηκε μέσα στο μεγάλο ψύχος, πρώτα ολάκερο γίνεται πελιδνό, καθώς πήζει το αίμα. Έπειτα κλονίζεται κι αναταράζεται, τα δόντια χτυπούν δυνατά, οι ίνες σπάζουν και χάνεται ο έλεγχος όλων των κινήσεων. Κι ένας κοφτερός πόνος, που δεν περιγράφεται και που φθάνει ως το μεδούλι των οστών, κάνει όσους παγώνουν να αισθάνονται απεριόριστη δυσφορία. Ύστερα το σώμα ακρωτηριάζεται, σαν να καίει και ν’ αποκόπτει τα άκρα η φωτιά. Γιατί η ζέστη διώχνεται από τα πέρατα του σώματος και φεύγει όλη μαζί στο βάθος κι έτσι αφήνει νεκρά τα μέρη απ’ όπου απομακρύνθηκε, τα δε άλλα, όπου συμμαζεύεται, τα κάνει να πονούν κι ο θάνατος, με το πάγωμα, επέρχεται λίγο-λίγο. Τότε λοιπόν στο ύπαιθρο να περάσουν τη νύχτα καταδικάσθηκαν, όταν η μεν λίμνη που γύρω της είναι η πόλη χτισμένη κι όπου οι άγιοι έκαναν αυτά τα κατορθώματα, έμοιαζε με γήπεδο ιπποδρομιών, έχοντας μεταμορφωθεί από τον πάγο. Το ψύχος την είχε κάνει σαν στερεό έδαφος κι οι περίοικοι μπορούσαν έτσι να περπατούν στην επιφάνειά της, χωρίς φόβο να βουλιάξουν. Τα δε ποτάμια που έρρεαν αέναα, αφού δέθηκαν από το πάγωμα, σταμάτησαν το ρου τους. Κι η ρευστή φύση του νερού άλλαξε κι έγινε σκληρή σαν πέτρα. Του δε βοριά οι ψυχρότατες πνοές κάθε έμψυχο το ωθούσαν στο θάνατο.

6. Τότε λοιπόν, σαν άκουσαν το πρόσταγμα (και βλέπε εδώ των ανδρών αυτών το ανίκητο φρόνημα), μετά χαράς πέταξαν κατά γης ο καθένας και τον τελευταίο χιτώνα. Κι όρμησαν προς το θάνατο που αιτία του ήταν το ψύχος, προτρέποντας ο ένας τον άλλο, σαν ν’ άρπαζαν λάφυρα. Δεν αποβάλλουμε, έλεγαν, ιμάτιο, αλλά τον παλαιόν άνθρωπο ξεντυνόμαστε, «που φθείρεται κατά τις επιθυμίες της απάτης» (Εφ. 4, 22). Σ’ ευχαριστούμε, Κύριε, που μαζί μ’ αυτό το ιμάτιο αποβάλλουμε και την αμαρτία. Αφού εξ αιτίας του φιδιού ντυθήκαμε (πρβλ. Γεν. 3, 21), ας γδυθούμε χάρη στον Χριστό. Ας μην κρατήσουμε πάνω μας ιμάτια για τον παράδεισο που χάσαμε. Τί ν’ ανταποδώσουμε στον Κύριο; Γδύθηκε κι ο Κύριός μας. Είναι τόσο σπουδαίο για το δούλο να πάθει ό,τι κι ο Κύριος; Άλλωστε και τον ίδιο τον Κύριο εμείς είμαστε που τον γδύσαμε. Γιατί εκείνο το τόλμημα στρατιώτες το έπραξαν. Εκείνοι τον έγδυσαν και «διεμερίσαντο τα ιμάτια» (Ματθ. 27, 35). Λοιπόν, κατηγορία γραμμένη εναντίον μας ας τη σβήσουμε οι ίδιοι. Δριμύς ο χειμώνας, αλλά γλυκός ο παράδεισος. Γεμάτο πόνο το πάγωμα, αλλά ευχάριστη η ανάπαυση. Λίγο ας περιμένουμε και θα βρεθούμε στη θαλπωρή της αγκάλης του πατριάρχη Αβραάμ. Με μια και μόνη νύχτα, ας κερδίσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα. Ας καεί το πόδι, για να κροτεί χορευτικά μαζί με τους αγγέλους αδιάκοπα. Ας πέσει το χέρι, για να έχει θάρρος να υψώνεται δεητικά προς τον Κύριο. Πόσοι από τους συναδέλφους μας στο στρατό έπεσαν στη μάχη για ν’ αποδείξουν την αφοσίωσή τους σε βασιλιά φθαρτό; Κι εμείς, χάρη της πίστης στον αληθινό βασιλιά, θα λογαριάσουμε αυτή τη ζωή; Πόσοι υποβλήθηκαν στο θάνατο των κακοποιών, αφού καταδικάσθηκαν για τα εγκλήματά τους; Κι εμείς, για χάρη της δικαιοσύνης, δεν θα υποφέρουμε το θάνατο; Ας μην πλαγιοδρομήσουμε, συνάδελφοι, ας γυρίσουμε τις πλάτες στο διάβολο. Σάρκες είναι ας μη τις λυπηθούμε. Αφού οπωσδήποτε θα πεθάνουμε μια μέρα, ας πεθάνουμε για να ζήσουμε. «Ας γίνει η θυσία μας ενώπιόν σου» (Δαν. 3, 40), Κύριε. Κι ας μας δεχθείς σαν «θυσία ζώσα» (Ρωμ. 12, 1), ευάρεστη σε σένα, καθώς μας κατακαίει αυτό το ψύχος. Ωραία η προσφορά. Νέο το ολοκαύτωμα, που πραγματοποιείται όχι με φωτιά, αλλά με το ψύχος. Αυτά τα στηριχτικά λόγια ανταλλάσσοντας μεταξύ τους κι ο ένας τον άλλο προτρέποντας, έμοιαζαν με προχωρημένο τμήμα σε ώρα πολέμου κι έτσι έκαναν να περνά η νύχτα τους, υπομένοντας με γενναία καρδιά τα παρόντα, δοκιμάζοντας χαρά για τα ελπιζόμενα και καταγελώντας τον εχθρό. Κι ένα ήταν όλων το τάμα: Σαράντα μπήκαμε στο στάδιο κι οι σαράντα ας στεφανωθούμε. Κύριε. Ας μη χαλάσει τον αριθμό ούτε ένας. Είναι αριθμός τιμημένος. Τον τίμησες με τη νηστεία των σαράντα ημερών. Μέσ’ απ’ αυτόν, ο νόμος σου εισήλθε στον κόσμο. Ο προφήτης Ηλίας, αφού με τη νηστεία σαράντα ημερών εκζήτησε τον Κύριο, τέλος πέτυχε να τον δει. Και το μεν τάμα εκείνων αυτό ήταν. Ένας όμως από τον αριθμό τους λύγισε μπροστά στη δοκιμασία, λιποτάχτησε κι έφυγε, αφήνοντας απαρηγόρητο πένθος στους αγίους. Μα ο Κύριος δεν άφησε απραγματοποίητη την παράκλησή τους. Γιατί εκείνος που του είχε ανατεθεί η επιτήρηση των μαρτύρων, βρισκόταν πλησίον τους και θερμαινόταν σ’ ένα χώρο καταυλισμού, αναμένοντας τί θα συμβεί, έτοιμος να υποδεχθεί όσους στρατιώτες θα κατέφευγαν τυχόν εκεί. Αφού κι αυτό είχε προνοηθεί, να υπάρχει εκεί κοντά λουτρό, που να υπόσχεται γρήγορη τη βοήθεια σε όσους θ’ άλλαζαν γνώμη. Αυτό όμως που επινόησαν με κακό σκοπό οι εχθροί, να βρουν δηλαδή τέτοιο τόπο για το μαρτύριο, ώστε η έτοιμη παρηγορία να παραλύει τη σταθερότητα των αγωνιστών, αυτό ακριβώς ανάδειξε λαμπρότερη την υπομονή των μαρτύρων. Γιατί καρτερικός δεν είναι όποιος στερείται τα αναγκαία, αλλά εκείνος που υπομένει τις δοκιμασίες ενώ γύρω του είναι άφθονες οι απολαύσεις.

7. Καθώς λοιπόν εκείνοι αγωνίζονταν κι αυτός περίμενε να δει τί θ’ απογίνει, βλέπει ένα παράξενο θέαμα. Κάποιες δυνάμεις να κατεβαίνουν από τα ουράνια και σαν βασιλικές δωρεές μεγάλες να μοιράζουν στους στρατιώτες. Αυτές οι δυνάμεις σε όλους τους άλλους μοίραζαν τις δωρεές, αλλά έναν μονάχα άφησαν αβράβευτο, αφού τον έκριναν ανάξιο για τις ουράνιες τιμές. Αυτός, ευθύς λυγίζοντας μπροστά στη δοκιμασία, λιποτάχτησε στους εχθρούς. Αξιοθρήνητο θέαμα για τους δικαίους: Ο στρατιώτης να το βάλει στα πόδια. Ο αριστέας να καταλήξει αιχμάλωτος. Το πρόβατο του Χριστού να πέσει στα δόντια του θηρίου. Αλλά το πιο αξιοθρήνητο είναι ότι και την αιώνια ζωή έχασε, αλλά και την εδώ κάτω δεν απόλαυε, γιατί η σάρκα του, μόλις ήλθε σ’ επαφή με τη θερμότητα, διαλύθηκε. Έτσι, αυτός που αγαπούσε τη ζωή του έπεσε, αμαρτάνοντας μάταια. Ο δήμιος όμως, σαν είδε να ξεστρατίζει και να τρέχει στο λουτρό, τον αντικατέστησε, παίρνοντας ο ίδιος τη θέση εκείνου. Κι αφού έρριξε πέρα τα ρούχα του, βρέθηκε ανάμεσα στους γυμνούς, φωνάζοντας την ίδια με τους αγίους φράση: Είμαι χριστιανός. Κι έχοντας, με την ξαφνική του αλλαγή, εκπλήξει όσους ήταν παρόντες, αναπλήρωσε τον αριθμό και προσθέτοντας τον εαυτό του παρηγόρησε τη λύπη τους για εκείνον που άνανδρα έπεσε. Κι έτσι θυμήθηκε τους πολεμιστές, που, όταν πέσει κανείς στην πρώτη γραμμή της παράταξης, ευθύς τον αναπληρώνουν, ώστε το τείχος των ασπίδων εμπρός να μη διακοπεί με την απουσία του σκοτωμένου. Κάτι παρόμοιο λοιπόν κι αυτός έπραξε. Είδε τα ουράνια θαύματα, φωτίσθηκε από την αλήθεια, έτρεξε στον Κύριο, έγινε ένας από τους μάρτυρες. Έτσι, ξανασυνέβη ό,τι και με τους μαθητές του Χριστού. Έφυγε ο Ιούδας και τη θέση του πήρε ο Ματθίας (πρβλ. Πράξ. 1, 26). Μιμητής έγινε του Παύλου, χθες κατατρέχοντας, σήμερα κηρύττοντας το Ευαγγέλιο (Πράξ. 9, 20). Άνωθεν έλαβε κι αυτός την κλήση, «όχι από ανθρώπους, ούτε μέσω ανθρώπου» (Γαλ. 1, 1). Πίστεψε στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Βαπτί­σθηκε σ’ αυτόν, όχι από άλλον, αλλά με τη δική του πίστη. Όχι στο νερό, αλλά στο δικό του αίμα.

8. Κι έτσι, ενώ ξημέρωνε, ακόμα αναπνέοντας, παραδόθηκαν στη φωτιά. Κι ό,τι απόμεινε από τη φωτιά, απορρίχθηκε στο ποτάμι, ώστε μες απ’ όλη την κτίση ναπεράσει το κατόρθωμα των μακαρίων εκείνων. Πάνω στη γη αγωνίσθηκαν. Απέναντι στον αέρα έδειξαν τη μεγάλη τους καρτερία. Στη φωτιά παραδόθηκαν. Το νερό τους υποδέχθηκε. Δική τους σαν να είναι η φράση: «Περάσαμε μες από φωτιά και νερό καιμας έβγαλες σε ανάπαυση» (Ψαλ. 65, 12). Αυτοί είναι που στην περιοχή μας εγκαταστάθηκαν και σαν πύργοι στερεοί μας παρέχουν ασφάλεια απέναντι στιςεφόδους των εχθρών. Και δεν έχουν περιορισθεί σ’ ένα τόπο, αλλά ήδη φιλοξενήθηκαν σε πολλά μέρη και πολλές πατρίδες καταστόλισαν. Και το θαυμαστό είναι ότι δεν προσέρχονται, σε όσους τους δέχονται, ένας-ένας χωρισμένοι, αλλά όλοι μαζί, σαν αδιαίρετο σύνολο, είναι. Ω τί θαύμα! Ούτε υπολείπονται στον αριθμό, ούτε τον ανέχονται να γίνει μεγαλύτερος. Αν σ’ εκατό τους διαιρέσεις, δεν ξεπερνούν το δικό τους αριθμό. Αν σ’ ένα τους συνοψίσεις, σαράντα πάλι παραμένουν, σύμφωνα με τη φύση της φωτιάς. Γιατί κι εκείνη και σ’ αυτόν που την ανάβει μεταβαίνει κι ολόκληρη υπάρχει σ’ αυτόν που την έχει. Έτσι κι οι σαράντα. Κι όλοι είναι μαζί κι όλοι είναι στον καθένα. Η άφθονη ευεργεσία, η ανεξάντλητη χάρη. Έτοιμη βοήθεια για τους χριστιανούς, εκκλησία μαρτύρων, στρατός τροπαιοφόρων, λατρευτικό σύνολο δοξολογίας. Πόσο θα κόπιαζες για να βρεις μόλις έναν που για σένα να εκλιπαρεί τον Κύριο; Σαράντα είναι που αναπέμπουν προσευχή με μια φωνή. Όπου δυο ή τρεις είναι συναγμένοι στο όνομα του Κυρίου, εκεί βρίσκεται ανάμεσά τους. Κι όπου είναι σαράντα, ποιος αμφιβάλλει για την παρουσία του Θεού; Όποιος θλίβεται, στους σαράντα καταφεύγει. Όποιος χαίρει, σ’ αυτούς τρέχει. Ο πρώτος, για ν’ απαλλαγεί από τα δυσάρεστα. Ο άλλος, για να εξασφαλίσει τα καλύτερα. Εδώ προβάλλει γυναίκα ευσεβής να προσεύχεται για τα τέκνα της, να ζητά το γυρισμό του ξενητεμένου άνδρα της, τη σωτηρία του αρρώστου. Μαζί με τους μάρτυρες ας γίνονται τα αιτήματά σας. Οι νεαροί ας μιμούνται τους συνομηλίκους τους. Οι πατέρες ας εύχονται τέτοιων γιων να είναι πατέρες. Οι μητέρες ας διδα­χθούν από την ιστορία μιας καλής μητέρας. Η μητέρα ενός από τους μακαρίους εκείνους είδε τους άλλους να έχουν ήδη πεθάνει από το ψύχος, το γιο της δε ν’ αναπνέει ακόμα εξ αιτίας της σωματικής του δύναμης και της καρτερίας του στα δεινά. Οι δήμιοι, στο μεταξύ, τον είχαν παρατήσει, γιατί ήταν πιθανό ν’ αλλάξει γνώμη. Η ίδια τότε, με τα ίδια της τα χέρια, τον σήκωσε και τον έβαλε πάνω στην άμαξα, όπου οι υπόλοιποι σαν ένας σωρός φέρνονταν προς τη φωτιά, αληθινή μητέρα μάρτυρα. Δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ από δειλία, ούτε ξεστόμισε κάτι το τιποτένιο κι ανάξιο της ώρας. Αλλά είπε: Πήγαινε παιδί μου, στον καλό δρόμο, μαζί με τους συνομηλίκους σου, μαζί με τους συναδέλφους σου. Μη μείνεις έξω από την ομάδα τους. Μην εμφανισθείς στον Κύριο έπειτ’ απ’ αυτούς. Αληθινά, καλής ρίζας καλό βλαστάρι. Έδειξε η γενναία μητέρα πως τον είχε εκθρέψει με τις αλήθειες της πίστης μάλλον παρά με το γάλα της. Κι εκείνος, αφού έτσι ανατράφηκε, έτσι προπέμφθηκε από την ευσεβή μητέρα του. Ο δε διάβολος έφυγε καταντροπιασμένος. Γιατί, αφού κίνησε εναντίον τους όλα τα στοιχεία της φύσης, όλα τα είδε νικημένα από την αρετή εκείνων των ανδρών, τη μανιασμένη νύχτα, την παγερή χώρα, την εποχή της χρονιάς, τη γύμνωση των σωμάτων. Ω αγία ομάδα! Ω ιερή στρατιωτική μο­νάδα! Ω αδιάσπαστε συνασπισμέ! Ω κοινοί φύλακες του ανθρώπινου γένους! Καλόβολοι συμμέτοχοι των φροντίδων μας, συνεργοί στις δεήσεις μας, μεσολαβητές ισχυρότατοι, αστέρες της οικουμένης, άνθη των κατά τόπους Εκκλησιών. Δεν σας έκρυψε στα σπλάχνα της η γη, αλλά ο ουρανός σας υποδέχθηκε. Άνοιξαν για σας οι πύλες του παραδείσου. Άξιο θέαμα για τη στρατιά των αγγέλων, για τους πατριάρχες, για τους προφήτες, για τους δικαίους, άνδρες που όντας πάνω στο άνθος της νιότης, δεν λογάριασαν καθόλου τη ζωή, γιατί αγάπησαν τον Κύριο πάνω από γονείς, πάνω από τέκνα. Ενώ βρίσκονταν ακριβώς στην ηλικία που έχει μπροστά της τη ζωή, παρέβλεψαν την πρόσκαιρη ζωή, για να δοξάσουν το Θεό στα ίδια τους τα μέλη. Έγιναν θέαμα στον κόσμο. Και στουςαγγέλους και στους ανθρώπους. Κι έτσι, όσους είχαν πέσει τους σήκωσαν, όσους αμφέβαλλαν τους στερέωσαν και στους πιστούς αύξησαν τον ιερό πόθο. Αφού ένα για χάρη της πίστης έστησαν τρόπαιο, μ’ ένα επίσης στεφάνι της δικαιοσύνης καταστολίσθηκαν, ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό τον Κύριό μας, που του ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

* Η απόδοση του λόγου έγινε από τον κ. Βασ. Μουστάκη και είναι έκδοση της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (1980)

Ένα θαύμα των Αγίων Τεσσαράκοντα στο Γομάτι Χαλκιδικής

Ένα θαύμα των Αγίων Τεσσαράκοντα στο Γομάτι Χαλκιδικής

Στην περιοχή του χωρίου Γοματίου της Χαλκιδικής υπήρχε μετόχι της Μονής Ξηροποτάμου.

Η κτηματική περιουσία του μετοχίου απαλλοτριώθηκε και παραμένει μόνον ο ναός προς τιμήν των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, που υπάγεται στην ενορία Γοματίου. Η εορτή των αγίων Τεσσαράκοντα είναι και η κυρία εορτή της ενορίας. Λειτουργεί πάντοτε ο Μητροπολίτης Ιερισσού και παρατίθεται τράπεζα (κουρμπάνι) σ’ όλους τους προσκυνητάς που έρχονται από το χωριό και από τα άλλα γειτονικά χωριά.

Οι άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες συνδέονται με μία θαυμαστή διάσωσι του χωριού από βέβαιη καταστροφή, η οποία διασώζεται στην προφορική παράδοσι των κατοίκων.

Βρισκόμαστε στα 1905, όταν Τούρκοι στρατιώτες ήλθαν απεσταλμένοι από τον Μαντέμ Αγά της Στρατονίκης να πάρουν άνδρες για τα μεταλλεία. Ως γνωστόν τότε όλα τα χωριά της Βορείου Χαλκιδικής (Μαντεμοχώρια), ήσαν υποχρεωμένα να στέλνουν άνδρες στα μεταλλεία. Οι κάτοικοι όμως του Γοματίου αντέδρασαν βίαια στην στρατολόγησι εργατών και σκότωσαν τους Τούρκους στρατιώτες.

Αυτό όμως εξώργισε τους Τούρκους και ο Σουλτάνος διέταξε να καή το χωριό και να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι κάτοικοι. Ξεκίνησε λοιπόν σώμα στρατού από την Θεσσαλονίκη με κατεύθυνσι το Γομάτι και σκοπό να εκτελέσουν τα διαταχθέντα. Μόλις όμως έφθασαν κοντά στο χωριό, όπου ευρίσκεται ο ναός των αγίων Τεσσαράκοντα, συνέβη κάτι το θαυμαστό. Ο επικεφαλής αξιωματικός λυπήθηκε τον κόσμο και άλλαξε γνώμη:

—Γιατί να τους τιμωρήσω με τέτοιο σκληρό τρόπο;
Έφθασε στην πλατεία του χωριού και εκεί συγκέντρωσε όλους τους Χριστιανούς, οι οποίοι τρομοκρατημένοι περίμεναν την δίκαιη τιμωρία τους. Τότε ο Τούρκος αξιωματικός ρώτησε:

—Δεν μου λέτε, τι άγιος είναι η εκκλησία που είναι έξω από το χωριό σας;

—Άγιοι Σαράντα, απάντησαν οι κάτοικοι.

—Αλήθεια; Είναι άγιοι Σαράντα; Ξέρετε πώς με λένε έμενα; Με λένε Σαράντο. Ας είμαι Τούρκος. Κατάγομαι από την Σεβάστεια της Μικράς Ασίας, όπου μαρτύρησαν οι άγιοι Σαράντα. Η μητέρα μου έκανε παιδιά, άλλα κανένα δεν ζούσε. Μια χριστιανή είπε στη μάνα μου να με τάξη στους Αγίους Σαράντα. Εκεί στη Σεβάστεια κατοικούσαν Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι. Εγώ είμαι το παιδί που έταξε η μάνα μου στους αγίους Σαράντα και ζω και έχω και το όνομά τους. Ε, οι άγιοι Σαράντα που έσωσαν εμένα, έσωσαν και σας. Γιατί μόλις έφθασα μπροστά στο εκκλησάκι τους άλλαξα γνώμη. Εμπρός, συνέχισε, πάμε όλοι μαζί να τους ευχαριστήσουμε.

Όλοι μαζί γεμάτοι ευγνωμοσύνη και εμπρός ο Τούρκος κατευθύνθηκαν στο μετόχι των αγίων Σαράντα. Τότε ο Τούρκος γονάτισε μπροστά στην εικόνα των αγίων και γεμάτος συγκίνησι έβγαλε μια χρυσή λίρα και την κρέμασε στην εικόνα. Όλοι γεμάτοι ευγνωμοσύνη ευχαρίστησαν τους αγίους Σαράντα για την θαυμαστή τους διάσωσι.
Εμείς δε που ακούμε και διαβάζουμε το θαύμα αυτό, ας δώσουμε δόξα στον εν Τριάδι Θεό, που γίνεται θαυμαστός «διά των αγίων Του».

*Καταγράφηκε από τον Πρωτοσύγκελλο της Ι. Μητροπόλεως Ιερισσού Αρχιμ. Χρυσόστομο Μαϊδώνη

Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία έκσοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος 11

ΠΗΓΗ.ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ

 
Γράψτε ένα σχόλιο

Αναρτήθηκε από τον/την στο Μαρτίου 9, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ (19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

 0219_AgFilothei2
«Ἡ Ὁσία Φιλοθέη γεννήθηκε τὸ ἔτος 1522 μ.Χ. στὴν τουρκοκρατούμενη τότε Ἀθήνα. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς της ὀνομάζονταν Ἄγγελος καὶ Συρίγα Μπενιζέλου. Ἡ μητέρα της ἦταν στείρα καὶ ἀπέκτησε τὴν Ἁγία μετὰ ἀπὸ θερμὴ καὶ συνεχὴ προσευχή. Ὁ Κύριος ποὺ ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημα ἐκείνων ποὺ Τὸν σέβονται καὶ Τὸν ἀγαποῦν, ἄκουσε τὴν δέησή της. Καὶ πράγματι, μία ἡμέρα ἡ Συρίγα μπῆκε κατὰ τὴν συνήθειά της στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἀπὸ τὸν κόπο τῆς ἔντονης και ἐπίμονης προσευχῆς τὴν πῆρε γιὰ λίγο ὁ ὕπνος. Τότε ἀκριβῶς εἶδε ἕνα θαυμαστὸ ὅραμα. Ἕνα φῶς ἰσχυρὸ καὶ λαμπρὸ βγῆκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καὶ εἰσῆλθε στὴν κοιλιά της. Ἔτσι ξύπνησε ἀμέσως καὶ ἔκρινε ὅτι τὸ ὅραμα αὐτὸ σήμαινε στὴν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός της. Ἔτσι κι ἔγινε. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἡ Συρίγα ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἔφερε στὸν κόσμο τὴ μονάκριβη θυγατέρα της. Μαζὶ μὲ τὴν Χριστιανικὴ ἀνατροφή, ἔδωσαν στὴν μοναχοκόρη τους καὶ κάθε δυνατή, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, μόρφωση. Ἔτσι ἡ Ρηγούλα, αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά της προτοῦ γίνει μοναχή, ὅσο αὔξανε κατὰ τὴν σωματικὴ ἡλικία, τόσο προέκοπτε καὶ κατὰ τὴν ψυχή, ὅπως λέει τὸ συναξάρι της.
Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν, οἱ γονεῖς της τὴν πάντρεψαν μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς Ἀθήνας. Ἀργότερα, ἀφοῦ πέθαναν οἱ γονεῖς καὶ ὁ σύζυγός της, ήρθε ἡ ὥρα νὰ πραγματοποιήσει ἕνα μεγάλο πόθο της. Ἀφιερώνεται ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Χριστό, γίνεται μοναχὴ καὶ παίρνει τὸ ὄνομα Φιλοθέη. Κατ’ ἀρχήν, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτόκλητου, τὸν ὁποῖο εἶδε σὲ ὅραμα, οἰκοδόμησε ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μὲ ἀρκετὰ κελιά, στὸ ὁποῖο καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ τὸν τιμήσει. Στὸ μοναστήρι πρόσθεσε καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα οἰκοδομήματα καὶ ἐκτάσεις καὶ τὸ προικοδότησε μὲ μετόχια καὶ ὑποστατικά, ποὺ ὑπερεπαρκοῦσαν γιὰ τὴ διατροφὴ καὶ συντήρηση τῶν μοναζουσῶν. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα σῳζόταν στὴν Ἀθήνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας καὶ ἦταν πλουτισμένο, ὄχι μόνο μὲ ὑποστατικὰ καὶ διάφορα μετόχια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολυειδὴ χρυσοΰφαντα ἱερατικὰ ἄμφια καὶ σκεύη, ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἐτήσιες ἱερὲς τελετὲς καὶ ἀγρυπνίες. Προπαντὸς ὅμως τὸ μοναστήρι σεμνυνόταν καὶ ἐγκαλλωπιζόταν μὲ τὸ θησαυρὸ τοῦ τιμίου καὶ ἁγίου λειψάνου τῆς Ἁγίας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀποθησαυρισμένο καὶ ἀποτεθειμένο στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου καὶ τὸ ἀσπάζονταν μὲ εὐλάβεια ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Τὸ τίμιο λείψανο τῆς Ἁγίας σκορποῦσε εὐωδία, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε ἐμφανὴ μαρτυρία καὶ ἀπόδειξη τῆς ἁγιότητας αὐτῆς. Τὸ παράδειγμά της, λοιπόν, νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Χριστό, τὸ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες νέες. Σὲ λίγο διάστημα, ἡ μονὴ ἔφθασε νὰ ἔχει διακόσιες ἀδελφές. Ἡ μονὴ τῆς Ὁσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικὸ λιμάνι. Ἐκεῖ βρίσκουν προστασία ὅλοι οἱ ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴν σκλαβιά. Ἐκεῖ οἱ ἄρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οἱ πεινασμένοι τροφή, οἱ γέροντες στήριγμα καὶ τὰ ὀρφανὰ στοργή. Ἡ Ὁσία, παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν Τούρκων, οἰκοδομεῖ διάφορα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, νοσηλευτήρια, ὀρφανοτροφεῖα, «σχολεῖα διὰ τοὺς παῖδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεῖ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα ἡ ἡγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴ ζωή της. Στηρίζει τοὺς πονεμένους σκλάβους μὲ τὴν προσευχή της. Ἰδιαίτερες εἶναι οἱ φροντίδες της γιὰ νὰ σώσει ἀπὸ τὸν ἐξισλαμισμὸ ἢ τὴν ἁρπαγὴ τῶν Τούρκων τὶς νέες Ἑλληνίδες.
 αγία Φιλοθέη διδάσκουσα
Ἡ ὅλη ὅμως δράση τῆς Ἁγίας Φιλοθέης ἐξαγρίωσε κάποτε τοὺς Τούρκους. Κάποια στιγμὴ τὴν συλλαμβάνουν καὶ ἐκείνη μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολογεῖ: «Ἐγὼ διψῶ νὰ ὑπομείνω διάφορα εἴδη βασανιστηρίων γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο λατρεύω καὶ προσκυνῶ μὲ ὅλη μου τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά, ὡς Θεὸ ἀληθινὸ καὶ ἄνθρωπο τέλειο καὶ θὰ σᾶς χρωστάω μεγάλη εὐγνωμοσύνη ἂν μπορεῖτε μία ὥρα πρωτύτερα νὰ μὲ στείλετε πρὸς Αὐτὸν μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου». Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ ἀπάντηση πρὸς τοὺς κατακτητές, ὅλοι πίστευαν ὅτι ἡ πανευτυχὴς καὶ φερώνυμη Φιλοθέη ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐτελειοῦτο διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ὅμως, κατὰ θεία βούληση, τὴν τελευταία σχεδὸν στιγμὴ πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοὶ καὶ καταπράϋναν τὸν ἡγεμόνα μὲ διάφορους τρόπους. Ἔτσι πέτυχαν νὰ ἐλευθερώσουν τὴν Ἁγία. Ἀφεθεῖσα πλέον ἐλεύθερη, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἐπέστρεψε ἀναίμακτη στὸ μοναστήρι της, ὅπως ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὁ μυροβλύτης Νικόλαος καὶ πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Φρόντιζε δέ, ὄχι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς δικῆς της ψυχῆς ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, ἀφοῦ τοὺς μὲν ἐνάρετους τοὺς στερέωνε στὴν ἀρετή, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς τοὺς βελτίωνε ἠθικὰ καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴ μετάνοια. Καὶ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ πέρασε στὴ νῆσο Τζιὰ (Κέα), ὅπου πρὸ πολλοῦ εἶχε οἰκοδομήσει μετόχι, γιὰ νά ἀποστέλλει ἐκεῖ τὶς μοναχὲς ἐκεῖνες ποὺ φοβοῦνταν γιὰ διαφόρους λόγους νὰ διαμένουν στὴν Ἀθήνα. Στὴν Τζιὰ ἔμεινε ἀρκετὸ χρόνο καὶ κατήχησε θεαρέστως τὶς ἀσκούμενες ἀδελφὲς στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν κανόνων τῆς μοναστικῆς ζωῆς. Μόλις τελείωσε τὸ ἔργο της ἐκεῖ, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἀθήνα.
Ἔτσι λοιπόν, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἀφοῦ ἔφθασε στὴν τελειότητα καὶ στὴν πράξη καὶ στὴν θεωρία, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, πρὸς ἀπόδειξη τοῦ θαυματουργικοῦ της χαρίσματος, θὰ μνημονεύσουμε ἕνα μόνο, τὸ ἀκόλουθο: Ζοῦσε στὴν ἐποχή της ἕνας νέος, ποιμένας προβάτων, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολὺ μικρὸς εἶχε συνηθίσει στὶς κλεψιὲς καὶ στὶς ρᾳδιουργίες. Ὁ νέος αὐτός, κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, κυριεύθηκε ἀπὸ τὸν Σατανᾶ. Ἐξ αἰτίας τούτου περιφερόταν στὰ βουνὰ καὶ στὶς σπηλιὲς γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος , θέαμα ὄντως ἐλεεινό. Πολλὲς φορές, ὅταν συνερχόταν ἀπὸ τὴν τρέλα, στὴν ὁποία τὸν εἶχε ὁδηγήσει ὁ Σατανᾶς, σύχναζε στὰ γύρω μοναστήρια γιὰ νὰ βρεῖ θεραπεία στὴν ἀσθένειά του. Δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ πετύχει τίποτε. Κάποιοι, ποὺ τὸν εὐσπλαγχνίστηκαν, τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἁγία Φιλοθέη ἡ ὁποία, ὕστερα ἀπὸ πολὺ καὶ ἐκτενὴ προσευχὴ τὸν λύτρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴ διαβολικὴ μάστιγα. Ἔπειτα, ἀφοῦ τὸ νουθέτησε ἀρκετά, τὸν εἰσήγαγε καὶ στὴν τάξη τῶν μοναχῶν. Καὶ ἔτσι ὁ νέος ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχός, πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του μὲ μετάνοια καὶ ἄσκηση, θαυμαζόμενος ἀπ’ ὅλους.
Μάταια οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νὰ ἀνακόψουν τὴν δράση της. Ὥσπου μία νύχτα, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1588, πῆγαν στὸ μονύδριο ποὺ εἶχαν οἰκοδομήσει στὰ Πατήσια (ἔτυχε τότε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ ἡ Ἁγία μαζὶ μέ τὶς ἄλλες ἀδελφὲς βρίσκονταν στὸν ἱερὸ ναὸ ἐπιτελώντας ὁλονύκτια ἀγρυπνία) καὶ πέντε ἀπὸ αὐτοὺς ἀνέβηκαν στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο καὶ πήδησαν μέσα στὴν αὐλή. Στὴν συνέχεια εἰσέβαλαν στὸ ναό, ὅπου ἅρπαξαν τὴν Ἁγία καὶ τὴν μαστίγωσαν μὲ μανία καὶ βαναυσότητα. Τὸ ἀσκητικό της σῶμα δὲν ἄντεξε πολύ. Ἡ Δορκὰς τῶν Ἀθηνῶν ὑπέκυψε.
images
Εἴκοσι ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας, ὁ τάφος της εὐωδίαζε. Ἀκόμη, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἔγινε ἡ ἀνακομιδή, τὸ τίμιο λείψανό της βρέθηκε σῶο καὶ ἀκέραιο. Ἐπιπλέον ἦταν γεμάτο μὲ εὐωδιαστὸ μύρο, τρανὴ καὶ λαμπρὴ ἀπόδειξη τῆς θεάρεστης καὶ ἐνάρετης πολιτείας της, πρὸς δόξα καὶ αἶνο τοῦ Θεοῦ καὶ καύχημα τῆς πίστεώς μας. Τὸ ἱερὸ λείψανό της βρίσκεται σήμερα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Αθηνών».
————————————————————————————————————————————

Ημέρα ξεχωριστής χαράς η σημερινή, και μάλιστα για την Αθήνα, η οποία τιμά ιδιαιτέρως την οσιομάρτυρα Φιλοθέη. Και δικαίως: στην Αθήνα έζησε και αγίασε και μαρτύρησε η αγία. Κι ακόμη περισσότερο: εκεί βρίσκονται και τα τίμια λείψανά της. Τα λείψανα των αγίων, ως γνωστόν, αποτελούν το μεγαλύτερο θησαυρό για έναν τόπο, με το δεδομένο βεβαίως ότι υπάρχουν πιστοί ορθόδοξοι χριστιανοί. Διότι οι ορθόδοξοι έχουμε τα «μάτια»   να μπορούμε να βλέπουμε τη χάρη του Θεού σ’ αυτό που για τους απίστους είναι ένα νεκρό σώμα, ένα πτώμα. Για εμάς, το «πτώμα» είναι η ζωντανή παρουσία του αγίου και η απτή απόδειξη ότι ο Χριστός αγιάζει τον άνθρωπο ολοτελή: και στην ψυχή και στο σώμα. Πού σημαίνει: η ψυχή ζει την ενέργεια του Θεού, καθώς είναι στραμμένη σ’ Εκείνον, κι αυτή η ενέργεια μεταγγίζεται και στο συνδεδεμένο με αυτήν σώμα. Κανείς υλισμός δεν είναι ανώτερος και δραστικότερος από αυτόν της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα καθημερινά θαύματα που επιτελούνται από τον άγιο, μέσω των λειψάνων του, είναι η επιβεβαίωση της παραπάνω αλήθειας. Κι ακόμη: τα λείψανα, ευωδιάζοντα και μυροβολούντα, δείχνουν σε πόση πλάνη βρίσκονται όλοι εκείνοι που πρεσβεύουν την καύση των νεκρών. Πόσος πνευματικός μυωπασμός και έλλειμμα πίστεως κρύβεται πίσω από την πεποίθηση αυτή. Η ακολουθία της ημέρας έρχεται να εξαγγείλει αυτήν τη χαρά. «Σήμερα η ένδοξη Αθήνα χαίρεται, γιατί τίθενται σε προσκύνηση τα θεία λείψανα της Φιλοθέης, κι όλος ο λαός κατασπάζεται αυτά με πόθο» («Σήμερον χαίρουσιν αι κλειναί Αθήναι, ότι εις προσκύνησιν τα θεία λείψανα της Φιλοθέης προτίθεται και μετά πόθου πας ο λαός ταύτα κατασπάζεται»).

Η χαρά όμως, κατά τον υμνογράφο, δεν είναι μόνον για την ύπαρξη των λειψάνων της αγίας. Η πόλη χαίρεται – και μαζί της κάθε πόλη και χώρα –  και για το γεγονός ότι η αγία υπήρξε μία ζωντανή και αληθινή φανέρωση, όσο ζούσε, του ίδιου του Θεού. Διότι φανέρωνε την αγάπη Εκείνου – «ο Θεός αγάπη εστί» – σε βαθμό που υπήρξε μία δεύτερη ακένωτη πηγή της κεφαλαιώδους αυτής αρετής. Η οσιομάρτυς δηλαδή όχι μόνον είχε συμπάθεια προς τον συνάνθρωπο, αλλά είχε την αγάπη του Χριστού, η οποία φθάνει σε σημείο θυσίας για χάρη του συνανθρώπου, ακόμη και του θεωρούμενου εχθρού. Κι αυτή η αγάπη του Χριστού, επειδή ακριβώς λειτουργεί στην καρδιά του αληθινού πιστού, δεν τελειώνει ποτέ. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις, στενοχωρία, κίνδυνος, μάχαιρα; Ουδέν δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού». Το ίδιο λοιπόν επισημαίνουμε και στην αγία Φιλοθέη. «Φάνηκες ατέλειωτη πηγή αγάπης» («αγάπης ώφθης πηγή ακένωτος»). Κι είναι ευνόητο βεβαίως ότι μία τέτοια αγάπη δεν μπορεί να έχει χαρακτήρα θεωρητικό. Εκφράζεται πάντοτε έμπρακτα, ως προσφορά στον συνάνθρωπο. «Πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε, ξένος ήμουν και με περιμαζέψατε», λέει ο ίδιος ο Κύριος. Άλλωστε μία αγάπη που δεν παίρνει συγκεκριμένη μορφή, σταματά να είναι αγάπη. Γίνεται ένα ιδεολόγημα, που εξυπηρετεί μάλλον άλλες σκοπιμότητες. Η αγία Φιλοθέη λοιπόν υπήρξε ένα υπόμνημα αυτής της έμπρακτης αγάπης. Κατά το συναξάρι και κατά τον υμνογράφο συνεπώς, «πρέπει να χαίρεται, γιατί σκόρπισε όλον τον επίγειο πλούτο της για να περιθάλψει τον κάθε αναγκεμένο, κατεξοχήν δε των νέων γυναικών». «Χαίρε, πανέντιμε. Συ γαρ τον επίγειον πλούτον σκορπίσασα, περί σαυτήν δε συνάξασα παρθένων πλήθη, αγάπης ώφθης πηγή ακένωτος». «Συ, οσία, μοίρασες τον ρευστό πλούτο σου στους αναγκεμένους» («Συ τον πλούτον ένειμας, οσία, τον σον δεομένοις, τον ρευστόν»).

Η προσφορά της αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, εγγίζει κορυφές πνευματικού όρους,  διότι ακριβώς υπήρξε σε πολύ δύσκολη εποχή. Δεν έκανε ελεημοσύνες σε εποχή ελευθερίας, που έχει κανείς ίσως την άνεση για κάτι τέτοιο. Η ζωή της όλη, ζωή ελεημοσυνών, βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση από τους Τούρκους και απειλείτο διαρκώς. Και στο τέλος δεν απέφυγε πράγματι τον μαρτυρικό θάνατο. Θα έλεγε κανείς ότι υπήρξε στο σκοτάδι το έντονο φως και στον χειμώνα ένα μοσχομύριστο λουλούδι και στη στυγνή δουλεία της Τουρκοκρατίας ένας ζεστός ήλιος. Και όντως έτσι την παρουσιάζει μεταξύ άλλων ο υμνογράφος: «Σαν ολόλαμπρος αστέρας έλαμψες στο σκοτάδι, και σαν ευωδιαστό και μυρόπνοο άνθος άνθησες τον χειμώνα. Σαν φως και σαν ήλιος ανέτειλες χαμογελαστά στην Αθήνα, θερμαίνοντας και φωτίζοντας τους σκοτεινιασμένους από τη στυγνή δουλεία» («ως αστήρ φαεινότατος εν τω σκότει επάλαμψας και ως άνθος εύοσμον και μυρόπνοον εν τω χειμώνι εξήνθησας∙ ως φως και ως ήλιος εξανέτειλας φαιδρώς εν Αθήναις, θερμαίνουσα και φωτίζουσα τους δουλεία στυγνή εζοφωμένους»).

 AgiaFilothei03

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας καταλήγουν στο αυτονόητο: να πρεσβεύει η αγία για όλους μας, κυρίως όμως για την αγαπημένη της πόλη. «Πρέσβευε για την πόλη, στην οποία έζησες τη ζωή σου με οσιότητα» («υπέρ του άστεως πρέσβευε, εν ω τον βίον εν οσιότητι διετέλεσας»). Και θα ‘λεγε κανείς ότι είναι το πιο επίκαιρο και κρίσιμο αίτημα αυτό για την Αθήνα, όταν βλέπει το πώς την έχουν καταντήσει και οι κάτοικοί της, οι οποίοι σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό σηκώθηκαν και έφυγαν για «καλύτερες» περιοχές, και οι διάφοροι εχθροί της, οι οποίοι κάθε λίγο και λιγάκι, χωρίς κανένα ίχνος σεβασμού στις ομορφιές και τις παραδόσεις της, στα μνημεία και τα προσκυνήματά της, την καταστρέφουν και την διασύρουν παγκοσμίως. Πρέπει να θλίβεται πάρα πολύ η αγιασμένη ψυχή της, βλέποντας αυτά που κάθε φορά διαδραματίζονται «εις τας κλεινάς Αθήνας». Ίσως την προφυλάσσει και ο Κύριος, καλύπτοντας τους οφθαλμούς της, για να μη βλέπει τι ασχήμια υπάρχει, εκεί που υμνήθηκε ο αττικός ουρανός και αναπέμφθηκαν ολόθερμες δεήσεις προς τον Κύριο της δόξης. Η Εκκλησία μας όμως, θέλοντας να βλέπει με αισιοδοξία τα πράγματα και γνωρίζοντας ότι τελικώς το καλό κυριαρχεί επί του κακού,  επιμένει και θα επιμένει: ««Περίσωζε την πόλη σου με τις προσευχές σου προς τον Δεσπότη Χριστό» («Σαις προσευχαίς προς τον Δεσπότην την πόλιν περίσωζε την σην»). Γένοιτο.

———————————————————————-
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ
AgiaFilothei11

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης. (Ἰωάννου Μαρτίνου).

Ἀθηνῶν τῶν κλεινῶν τε νῦν καὶ πάλαι τὸ βλάστημα, καὶ τῶν χθὲς καὶ πρώην Ὁσίων τὸ ἀρίζηλον καύχημα, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις οἱ πιστοί, Ὁσίαν Φιλοθέην εὐλαβῶς· ὅτι τὸν Χριστὸν εὐτόνως, πάντων τῶν γεηρῶν ἀντήλλαξεν, ἔχουσα οὖν συμπρεσβευτήν, τὸν παμμέγαν Διονύσιον, σῶζε τοὺς προσκυνοῦντας, εὐσεβῶς τὸ πάνσεπτον σκῆνός σου.

Από την Ακολουθία του Εσπερινού

Τὸ χρυσόχροον σκήνωμα, καὶ λαμπρότατον ἄγαλμα, τὸ χρυσεπώνυμον αὖθις ἄκουσμα, ὁ πολυποίκιλος στέφανος, τὸ στόμα τὸ πάντερπνον, ὁ ποιμὴν ὁ γαληνός, τῆς ἀγάπης ὁ σύνδεσμος, ὁ μελίῤῥυτος, ποταμὸς τῆς εἰρήνης Φιλοθέη, ὁ φωστῆρ τῶν μοναζόντων, σὺ ἀνεδείχθης λαμπρότατα.

————————————————————————————————————–

Ὡς ἀστὴρ φαεινότατος, ἐν Ἀθήναις ἐπέλαμψας, καὶ ὡς μύρον κάλλιστον καὶ ἡδύπνοον, ὡς ἀηδὼν δὲ εὐκέλαδος, ὡς μῆλον τὸ εὔοσμον, καὶ ὡς ἥλιος φαιδρός, πανταχοῦ ἐξανέτειλας καὶ ἐφώτισας, μοναχῶν καὶ μιγάδων τὰς καρδίας, ὅθεν ἅπαντες ὑμνοῦμεν, σοῦ τὴν Ἁγίαν Μετάστασιν.

———————————————————————————————————

Καὶ πτωχῶν καταφύγιον, καὶ τῶν ξένων διάσωσμα, νεανίδων σύναξις Μήτερ γέγονας, ταῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις, καὶ νόσων καὶ θλίψεων, ἰατρὸς καὶ ὁδηγός, τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων τε. Διὰ τοῦτό σε, ὁ Χριστὸς ἀγαπήσας εἰς τὰ ἄνω, οὐρανίους ἀναπαύσεις, ἐνέθηκέ σε πανένδοξε.

 Από την Ακολουθία του Όρθρου

Στιχηρά των Άίνων

Σήμερον χαίρει ἡ γῆ καὶ συγχορεύει, διδοῦσα τὸ βλάστημα αὐτῆς εἰς χεῖρας Θεοῦ, ὡς θεῖον δῶρον καὶ μέγιστον, τὴν Φιλοθέην, τὴν ἐν Ἀθήναις ἀναβλαστήσασαν. Εὐφραίνεται ἅπασα, τῶν οὐρανῶν ἡ πληθύς, ὡς δεξαμένη τὴν ἄσπιλον, καὶ θειοτάτην, καὶ ὅλην οὖσαν Θεοῦ κατοίκησιν. Χαίρει δὲ μᾶλλον καὶ ἀγάλλεται, Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὅς ἀνήγαγε ταύτην εἰς τὰ ἄδυτα βασίλεια.

———————————————————————————————————————————

Ἡ ἱλαρὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν, ἥλιος ὁ πάμφωτος, ἀστὴρ λαμπρότατος[11], περιστερὰ ἡ ἀκέραιος,ἡ Φιλοθέη, ἡ μῦρο οὖσα καὶ μῆλον πάγχρυσον, ἡ ὅλη μυρίσασα, καὶ χαριτώσασα, νοῦν καὶ ψυχὴν καὶ καρδίαν τε, σὺν τῷ σαρκίῳ, καὶ γενομένη φῶς καὶ ἀπαύγασμα, νῦν δὲ ἀφεῖσα τὰ ἐπίκηρα, ἀνελήλυθεν ὄντως πρὸς Κύριον, καὶ πρεσβεύει ἀπαύστως, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰςἡμῶν.

Φυτὸν ὡραῖον ἐβλάστησε και κλάδον, ἡ θεία Μητρόπολις τῶν Ἀθηνῶν ἡ λαμπρά, φέρον καρπὸν εὐωδέστατον, πλήρη χαρίτων, γλυκὺν εἰς γεῦσιν καὶ θυμηδέστατον, τὴν θείαν καὶ ἄσπιλον καὶ θεοδόξαστον, τὴν Φιλοθέην τὴν πράξει τε καὶ θεωρίᾳ, κατακοσμοῦσαν ψυχὴν τοῦ σώματος, ὅθεν ἐν ὕμνοις μεγαλύνομεν, καὶ γεραίρομεν ταύτης τὴν κοίμησιν, ἐν ψαλμοῖς μελιῤῥύτοις, καὶ τερπνοῖς τοῖς μελῳδήμασιν.

Δόξα. Ἦχος β΄.

Τῶν ὑπὲρ νοῦν ἀγαθῶν, δεξαμένη ἔρωτα, πάντα τὰ ἐν κόσμῳ τερπνά, ὑπερεῖδες θεόληπτε, ἐντεῦθεν γὰρ τῷ καρπῷ οὐχ ἑάλως, καθάπερ Ἀδάμ, τὸν ὄφιν δὲ ἀποκρουσαμένη δι’ ἐγκρατείας ἀγγελικῶς τὸν βίον διήνυσας. Καὶ νῦν ἐν οὐρανοῖς αὐλίζῃ, ἐπαπολαύουσα τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, Θεὸν ἱλεουμένην ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν πιστῶς ἐκτελούντων, ἡγιασμένη Φιλοθέη τὴν μνήμην σου.
ΠΗΓΕΣ.

Α.http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Β.ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

Γ.VOUTSINASILIAS

 
Γράψτε ένα σχόλιο

Αναρτήθηκε από τον/την στο Φεβρουαρίου 18, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Άγιος Μελέτιος Επίσκοπος Αντιοχείας

 
ag-Meletiios-Antioxeias

    Γεννήθηκε στη Μελιτηνή Μικράς Αρμενίας το 310 μ. Χ. Ήταν βλαστός επιφανούς και ευπόρου οικογενείας. Υπήρξε ευσεβής, πράος, ευθύς και μορφωμένος. Θεολογικώς στην αρχή ήταν οπαδός των Ομοίων, είδος μετριοπαθών αρειανών. Το 359 στη σύνοδο Σελευκίας υπέγραψε ομολογία των Ομοίων.

    Το 358 μια φιλοαρειανική σύνοδος στην Μελιτινή, την πατρίδα του, τον εκλέγει επίσκοπο Σεβαστείας, αφού εκθρόνισε τον προηγούμενο επίσκοπο Ευστάθιο λόγω των υπεραυστηρών ασκητικών ιδεών του. Ο λαός όμως δεν τον δέχθηκε, μ’ αποτέλεσμα να καταφύγει στην Βέροια της Συρίας (το σημερινό Χαλέπι), που ανήκε εκκλησιαστικώς στο πατριαρχείο Αντιοχείας. Εδώ φαίνεται πόσο ρόλο παίζει η θέληση του λαού στα εκκλησιαστικά θέματα. «Φωνή λαού οργή Θεού» λέει η παροιμία. Συνεπώς δεν πρέπει ν’ αγνοείται από την ιεραρχία.

    Το 360 εκλέγεται πατριάρχης Αντιοχείας διαδεχθείς τον αρειανό Ευδόξιο ο οποίος μετατέθηκε εις Κων/πολη. Η Αντιόχεια είναι η πόλη που ονομάσθηκαν όσοι πίστευαν στον Χριστό χριστιανοί (Πραξ. 11,26). Ήταν κέντρο εμπορικό, μορφωτικό, θρησκευτικό κι ονομαζόταν Αντιόχεια η Μεγάλη, αφού ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Ασίας. Την εκλογή του τη στήριξαν ο αυτοκράτωρ Κωνστάντιος (υιός του Μ. Κων/νου) και αρειανοί επίσκοποι που τον θεωρούσαν δικό τους. Τον δέχθηκαν και οι ορθόδοξοι, εκτός των οπαδών του Ευσταθίου, διότι πίστευαν ότι κατά βάθος είναι ορθόδοξος. Ακόμη και οι Ιουδαίοι και οι ειδωλολάτρες τον έβλεπαν με συμπάθεια λόγω της αγαθότητας του χαρακτήρα του.

    Ο Ευστάθιος, που αναφέραμε, χειροτονήθηκε το 320 επίσκοπος Βεροίας της Συρίας και λίγο πριν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο έγινε πατριάρχης Αντιοχείας (324). Έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική όπου υπεράσπισε με σθένος την ορθοδοξία και καταφέρθηκε εναντίον του Ευσεβίου Καισαρείας της Παλαιστίνης, ο οποίος ήταν αρειανός, μ’ αποτέλεσμα να επισύρει το μίσος των αρειανών επισκόπων, οι οποίοι, στη σύνοδο Αντιοχείας το 330 και με ψευδή κατηγορία περί ανηθικότητας τον καθαίρεσαν και τον εξόρισαν στην Τραϊανούπολη της Θράκης, όπου και αργότερα απέθανε. Μέχρι το 360 που εκλέχτηκε ο Μελέτιος ποίμαναν την Αντιόχεια επτά αρειανοί ή αρειανίζοντες επίσκοποι. Οι οπαδοί του Ευσταθίου με αρχηγό τον πρεσβύτερο Παυλίνο δεν υποτάχτηκαν ποτέ στους αρειανούς διαδόχους του.Έτσι άρχισε το λεγόμενο σχίσμα της Αντιοχείας τον οποίο κράτησε με ποικίλες φάσεις και μετά το θάνατο του Μελετίου (381) και έληξε μερικώς επί του διαδόχου του Φλαβιανού (+404) και πλήρως το 483 που επέστρεψαν από την εξορία τα λείψανα του Ευσταθίου. Διήρκεσε δηλαδή 483-330=153 χρόνια!

    Το σχίσμα αυτό διαίρεσε και πατέρες της Εκκλησίας μας και τοπικές Εκκλησίες. Ο Μ. Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ήταν με τον Μελέτιο ενώ ο Μ. Αθανάσιος, με επισκόπους Αιγύπτου και Δύσεως ήταν κατά. Αργότερα, το 362, οι επίσκοποι Αιγύπτου και Δύσεως έστειλαν τον Λουκίφερο, επίσκοπο Καλάρεως της Σαρδικής, για να φροντίσει να καταπαύσει το σχίσμα, αλλά εκείνος δυστυχώς χειροτόνησε τον πρεσβύτερο Παυλίνο ως επίσκοπο Αντιοχείας. Πολλοί χριστιανοί και διαπρεπείς κληρικοί, όπως ο Φλαβιανός που τον διαδέχθηκε, μείνανε πιστοί σ’ αυτόν. Έτσι το σχίσμα εδραιώθηκε και ταλαιπώρησε την Εκκλησία για πολλά χρόνια όπως προαναφέραμε.

    Κατά την ημέρα της χειροτονίας του Μελετίου ο αυτοκράτορας ζήτησε από τους παρισταμένους επισκόπους να μιλήσουν ερμηνεύοντας το ρητό των Παροιμιών «Κύριος έκτισε με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού» (8,22). Ο Γεώργιος Αλεξανδρείας μίλησε αιρετικά, όπως και ο Καισαρείας της Παλαιστίνης Ακάκιος. Ο Μελέτιος όμως μίλησε ορθόδοξα. Οι αρειανοί εξεπλάγησαν. Ένα μήνα μετά την εγκατάστασή του τον εξορίζουν με την υποστήριξη του αυτοκράτορα Κωνσταντίου.

    Ο ιερός Χρυσόστομος σε λόγο του αναφέρει συγκινητικό στιγμιότυπο που αποκαλύπτει τον άγιο χαρακτήρα του Μελετίου. Ενώ μεταφερόταν με την άμαξα στην εξορία, σταμάτησαν την άμαξα οι χριστιανοί και άρχισαν να πετροβολούν τον διοικητή της πόλεως. Τότε ο Μελέτιος, επειδή δεν μπόρεσε να πείσει τους χριστιανούς του να σταματήσουν τον λιθοβολισμό, σηκώθηκε και σκέπασε τον διοικητή με το σώμα του!

    Μετά από δύο έτη εξορίας έρχεται ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο οποίος από πολιτικό υπολογισμό ανακαλεί όλα τα διατάγματα που εξόρισαν ορθοδόξους επισκόπους. Έτσι ο κατ’ εξοχήν διώκτης του χριστιανισμού επαναφέρει από την εξορία τους ηγέτες των χριστιανών. Αλήθεια τι μυστήρια μας επιφυλάσσει η πρόνοια του Θεού! Και οι άνθρωποι του σατανά να υπηρετούν μερικές φορές τα σχέδια της. Ή μάλλον πάντα υπηρετούν τα σχέδια του Θεού, ακόμη κι όταν διώκουν την Εκκλησία του.

    Το 365 εξορίζεται από Ουάλη για δύο χρόνια. Το 372 τον ξαναεξορίζει ο ίδιος για μια εξαετία.Συνεπώς εξορίσθηκε τρεις φορές και πέρασε δέκα ολόκληρα χρόνια στην εξορία. Από την τελευταία εξορία επανήλθε μετά τον θάνατο του Ουάλη. Ο Γρηγόριος Νύσσης μιλώντας στον επικήδειό του για τον άγιο Μελέτιο είπε ότι τιμώντας ο Μελέτιος σε όλα την Τριάδα την τίμησε και με τον αριθμό των εξοριών του.

    Ο άγιος Μελέτιος κατά την διάρκεια της αρχιερατικής θητείας του προήδρευσε στις εξής συνόδους.

α΄) Στη σύνοδο της Αντιοχείας το 363, με 27 επισκόπους, κατά την οποία αποδέχθηκε τον όρο «ομοούσιος» για τον Χριστό και συνέστησε πιστότητα στο σύμβολο της Νικαίας.

β΄) Στη σύνοδο της Αντιοχείας το 379 προέστη 150 επισκόπων, τόνισε και πάλι την πίστη στο σύμβολο της Νικαίας και καταδίκασε όλες τις αιρέσεις.

γ΄) Στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο Κων/πόλεως προήδρευσε μέχρι την 1η Μαΐου του 381 που πέθανε. Η κηδεία του έγινε εν μέσω τιμών και τον επικήδειο τον εκφώνησε ο Γρηγόριος Νύσσης. Τις εργασίες της η σύνοδος συνέχισε με πρόεδρο τον Γρηγόριο Θεολόγο, ο οποίος πρότεινε για να κλείσει το σχίσμα, αφού κοιμήθηκε ο Μελέτιος, να θεωρηθεί επίσκοπος Αντιοχείας ο Παυλίνος. Αυτό δυσαρέστησε τους φίλους του επισκόπους, οι οποίοι συμμάχησαν με τους εχθρούς του και τον ανάγκασαν να παραιτηθεί. Έτσι το σχίσμα της Αντιοχείας μαζί με τ’ άλλα δεινά που επέφερε στην Εκκλησία, συνετέλεσε να χάσει το θρόνο του ο Γρηγόριος ο Θεολόγος.

    Τα λείψανα από την Κωνσταντινούπολη μεταφέρθηκαν στην Αντιόχεια στις 12 Φεβρουαρίου του 382, και την ημέρα αυτή τελείται και μνήμη του.

—————————————————

(Αποσπάσματα από το Συναξάρι του Αγίου)

…Οι δε Ορθόδοξοι, διαπιστώνοντας τις Αρετές του,
είχαν εμπιστοσύνη ότι αυτές δεν μπορούσαν να είναι
παρά η έκφραση της καθαρότητας της Πίστεώς του…
 
…Οι αιρετικοί άρχισαν αμέσως να ραδιουργούν κατά του νέου Επισκόπου
και έπεισαν τον αυτοκράτορα να τον εξορίσει στην Μελιτινή
και να τοποθετήσει στην θεση του έναν αρειανόφρονα.
Ο λαός όμως έτρεφε γι’ αυτόν τόση αγάπη, ώστε προσπάθησε
να φονεύσει επί τόπου τον αξιωματούχο που ήλθε να τον συλλάβει.
Ο Άγιος του έσωσε τότε την ζωή καλύπτοντάς τον με τον μανδύα του,
διδάσκοντας με τον τρόπο αυτόν σε όλους
την μεγαθυμία έναντι των εχθρών μας…
 
…Οιι οπαδοί του μετέβησαν σύσσωμοι μέχρι την Αρμενία
για να επισκεφθούν τον εξόριστο Ιεράρχη 
και να ακούσουν τις διδαχές του.
Στην Αντιόχεια οι Ορθόδοξοι έδιναν το όνομά του στα παιδιά τους,
ζωγράφιζαν την μορφή του στους τοίχους των σπιτιών τους
και συμπεριφέρονταν σαν να ήταν παρών,
αρνούμενοι να έχουν κοινωνία με τον παρείσακτο αιρετικό…
 
(Αποσπάσματα από το Συναξάρι του Αγίου)
 
Γράψτε ένα σχόλιο

Αναρτήθηκε από τον/την στο Φεβρουαρίου 11, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΝ ΙΩΑΝΝΙΝΟΙΣ «Χριστιανός εἶμαι· προσκυνῶ τὸν Χριστό μου καὶ τὴν Δέσποινά μου Θεοτόκο».

 Σύντομο χρονικό.

•    Έτος 1808: Ο Γεώργιος γεννήθηκε στο χωριό Τσούρφλι (σήμερα Άγιος Γεώργιος) της Επαρχίας Γρεβενών, από γονείς Χριστιανούς και Έλληνας.

•   Έτος 1822: Σε ηλικία 14 ετών προσλαμβάνεται σαν υποκόμος του, από τον Τούρκο αξιωματικό Αβδοϋλάχ. Μένει όμως πιστός στη Θρησκεία του.

•   Έτος 1824: Έρχεται στα Γιάννινα. Εξακολουθεί να εργάζεται σαν υποκόμος.

• Έτος 1836: Ενυμφεύθη την Γιαννιώτισσα Ελένη, πτωχή, αλλ’ ευσεβή κόρη. Έκανε χριστιανικό γάμο που προκάλεσε την αντίδραση του τουρκικού στοιχείου, που τον νόμιζε Τούρκο. Συλλαμβάνεται. Έπειτα από σωματική έρευνα κρίνεται από το δικαστήριο αθώος, ελεύθερος. Ήταν Χριστιανός. Μπορούσε να κάνει χριστιανικό γάμο.

•   Έτος 1837: Ακριβώς τις τελευταίες ημέρες του χρόνου γεννήθηκε απ’ την ευλογημένη αυτή συζυγία ένα αγοράκι.

•  Έτος 1838: Την ημέρα του Αγίου Ιωάννου (7 Ιανουαρίου), βάπτισαν το παιδί τους. Του έδωσαν το όνομα του Αγίου Προδρόμου. ΙΩΑΝΝΗΣ.

•   Έτος 1838: Ιανουαρίου δέκα τέσσερες (14). Ο Γεώργιος συλλαμβάνεται για δεύτερη φορά. Ανακρίνεται και φυλακίζεται. Στη φυλακή βασανίζεται για να αλλάξει την πίστη του. Εκείνος έμεινε σταθερός. Πάντοτε συνεσταλμένος και ολιγόλογος απαντούσε. «Είμαι Χριστιανός. Πιστεύω στο Χριστό μου και την κυρά την Παναγιά».

•   Έτος 1838: Ιανουαρίου δέκα πέντε (15). Νέα ανάκριση. Αποδεικνύεται αθώος. Για να ικανοποιηθεί όμως ο φανατισμός των Τούρκων κλίνεται και πάλι στη φυλακή.

Ιανουαρίου 16. Απόπειρα ν’ αποφυλακισθεί απ’ την Χριστιανική Εκκλησία και τους προκρίτους της πόλεως απέτυχεν. Η εύκολη εξαγορά των δεσμοφυλάκων και η δραπέτευση προς την Άρτα — όπου ήτο ήδη ελληνικό — βρίσκει αντίθετο το Γεώργιο που επιμένει: «Εγώ πεθαίνω για το Χριστό μου. Είμαι Χριστιανός».

•  Ιανουαρίου δέκα επτά (17). Περί το μεσημέρι στην κεντρική πλατεία του Κουρμανιού ο Γεώργιος δέχεται με χαρά το μαρτύριο για το Χριστό. Έδωσε την καλήν ομολογίαν ότι είναι Χριστιανός και πεθαίνει Χριστιανός. Τίποτε άλλο δεν θεωρεί πιο πάνω απ’ το Χριστό. «Μη οϋν προτιμήσεις τι τοϋ Θεοϋ».

Το σώμα του έμεινε εκεί κρεμασμένο τρείς μέρες και τρείς νύχτες. Τα βράδια το κεφάλι του στόλιζε ένα φωτοστέφανο. Όλοι πίστεψαν ότι ο Θεός δέχθηκε την προσφορά του και αγίασε. Απ’ την πρώτη στιγμή καθιερώθηκε στις ψυχές των Χριστιανών ως ο Άγιος και Μάρτυς, ως προστάτης της πόλεως.

•  Ιανουαρίου είκοσι (20). Την τρίτη ημέρα απ’ το φρικτό μαρτύριο του παρέλαβαν το σώμα του οι Χριστιανοί. Απ’ τα στενά δρομάκια της συνοικίας «Σιαράβα» το μετέφεραν στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου. Εκεί παρουσία πολλών αρχιερέων έψαλλαν την ακολουθία της εξόδου του εκ του κόσμου τούτου και με βαθύ σεβασμό και ευλάβεια, ετάφη αριστερά του ιερού του ναού του Αγίου Αθανασίου.

Ένας τάφος απλός με ξύλινα κάγκελα κάλυψε το σκήνωμα του Αγίου μας.

•   Δέκα επτά (17) χρόνια απέριττος αλλ’ ιερός και άγιος ο τάφος του Αγίου. Χιλιάδες τον προσκυνούσαν. Πολλά, μεγάλα καθημερινά θαύματα. Τα ίδια θαύματα γινόταν και στο σπίτι του Αγίου, που απ’ την πρώτη στιγμή καθιερώθηκε σε ναό.

•   Έτος 1855: Έγινε ο περικαλής μαρμάρινος τάφος του Αγίου, τον οποίον μπορεί κάθε ευλαβής Χριστιανός να προσκυνηθεί και σήμερα.

Αργότερα — δεν γνωρίζομεν ακριβώς πότε — έγινε το σημερινό απέριττο κτίσμα που περικλείει και σκεπάζει τον τάφο του Αγίου. Ίσως το 1862.

Είναι δε πολύ χαρακτηριστικόν της ευλαβείας των Χριστιανών της εποχής εκείνης, το ότι δίπλα στον τάφο του Νεομάρτυρος Γεωργίου, έφτιαξαν και παρεκκλήσιον του Νεομάρτυρος Ιωάννου του εξ Ιωαννίνων, ώστε αδελφωμένοι οι δυό αθληταί νεομάρτυρες να τιμώνται από τους πιστούς.

 γιος νεομάρτυς Γεώργιος ἐν ωαννίνοις

ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΕΟΜ. ΕΝ ΙΩΑΝ..

Ἔτος 1838. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἕνα πρῶτο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶχε ἀποτινάξει τὶς βαριὲς ἁλυσίδες τῆς σκλαβιᾶς καὶ ἀπολάμβανε τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας. Ὅμως τὸ μεγαλύτερο τμῆμα του ὑπέφερε φρικτὰ κάτω ἀπὸ τὴν τουρκικὴ τυραννία. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ σκλαβιὰ στέναζε καὶ ἡ ἄλλοτε ἔνδοξη πόλη τῶν Ἰωαννίνων. Δεκαέξι χρόνια πρὶν ἡ πόλη εἶχε καταστραφεῖ σχεδὸν ὁλόκληρη, ὅταν τὰ σουλτανικὰ στρατεύματα κατανίκησαν τὸν περίφημο Ἀλὴ πασὰ καὶ τὸν κατέσφαξαν. Ἀπὸ τότε ἡ πόλη ἔπεσε σὲ μαρασμό. Ἀναρχία, ληστρικὲς ἐπιδρομές, ἐξαθλίωση, καταπίεση, ἐξισλαμισμοί… αὐτὰ συνθέτουν τὴ σκοτεινὴ ἀτμόσφαιρα τῶν χρόνων ἐκείνων… Ξαφνικά, μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πυκνὸ σκοτάδι ἔλαμψε σὰν ὁλόφωτος ἥλιος ὁ νεομάρτυς ἅγιος Γεώργιος, τὸ λαμπρότερο διαμάντι τῶν Ἰωαννίνων καὶ ἡ δόξα τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας.
.           Ὁ ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε στὸ χωριὸ Τσούρχλι τοῦ νομοῦ Γρεβενῶν, ποὺ σήμερα πρὸς τιμήν του ὀνομάζεται Ἅγιος Γεώργιος. Εἶχε γονεῖς φτωχοὺς ἀλλὰ εὐσεβεῖς, τὸν Κωνσταντῖνο καὶ τὴν Βασίλω, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔφυγαν νωρὶς ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ ἄφησαν τὸν Γεώργιο ὀρφανὸ σὲ ἡλικία μόλις 8 ἐτῶν. Πέντε χρόνια ἀργότερα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ζήσει προσκολλήθηκε ὡς μισθωτὸς σὲ κάποιους ἀγάδες καὶ κατέληξε νὰ εἶναι ἱπποκόμος τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλλάχ, ἑνὸς ἔμπιστου ἀξιωματικοῦ τοῦ Ἰμὶν πασᾶ, ποὺ ἦταν ὁ διοικητὴς τοῦ πασαλικιοῦ τῶν Ἰωαννίνων. Σ’ ὅλο τὸ διάστημα ποὺ ἐργαζόταν ἐκεῖ, οἱ ὑπόλοιποι Τοῦρκοι, γιὰ νὰ τὸν πιέσουν νὰ γίνει μουσουλμάνος, τὸν φώναζαν μὲ τὸ ὄνομα Χασάν. Ἔτσι ἄλλοι, μακρύτερα βρισκόμενοι, νόμιζαν ὅτι εἶναι Τοῦρκος. Αὐτὸ γινόταν ἐπίτηδες, γιὰ νὰ ἀναγκάζονται οἱ Χριστιανοὶ νὰ γίνονται μουσουλμάνοι. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ εἶχαν ἤδη πετύχει νὰ ἐξισλαμίσουν πολλούς.
.           Τὸ ἔτος 1836 ὁ Γεώργιος ἀρραβωνιάστηκε μία φτωχή, ὀρφανή, μὰ πολὺ ἐνάρετη Γιαννιωτοπούλα, τὴν Ἑλένη. Ὅταν τὸ γεγονὸς μαθεύτηκε, ἕνας φθονερὸς χότζας κατήγγειλε τὸν Γεώργιο ὡς δῆθεν προδότη τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας καὶ ὁ ἅγιος ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν δικαστή. Ἡ ἀκλόνητη στάση του ἀλλὰ καὶ ἡ διαβεβαίωση τοῦ ἀφεντικοῦ του Ἀβδουλλάχ, ὅτι ὁ Γεώργιος δὲν ἦταν ποτὲ μουσουλμάνος ἀλλὰ  Χριστιανός, συνετέλεσαν, ὥστε σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη δίκη νὰ ἀθωωθεῖ.
.           Λίγους μῆνες ἀργότερα ἔγινε ὁ γάμος του μὲ τὴν Ἑλένη καὶ στὶς 30 Δεκεμβρίου τοῦ 1837 γεννήθηκε τὸ παιδί τους, ποὺ 8 μέρες μετά, στὶς 7 Ἰανουαρίου, ἑορτὴ τοῦ Προδρόμου, βαπτίστηκε καί, λόγῳ τῆς ἡμέρας, ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἰωάννης. Ὁ Γεώργιος ἦταν γεμάτος χαρὰ γιὰ τὸ γεγονός, ἀλλὰ δὲν πρόλαβε νὰ χαρεῖ πολύ.

Ἦταν ἡμέρα Τετάρτη, 12 Ἰανουαρίου. Τὸ πρωὶ ἑτοιμάζεται νὰ πάει στὴν ἀγορὰ μήπως βρεῖ κάποια ἐργασία. Παραδόξως ζητάει ἀπὸ τὴν σύζυγό του νὰ τοῦ δώσει τὰ καλά του ἐνδύματα. Πηγαίνει ὣς τὴν πόρτα, ἐκεῖ ὅμως κοντοστέκεται, γυρίζει καὶ κοιτάζει μὲ ἔκσταση τὴν Ἑλένη, τὸ παιδὶ καὶ τοὺς ἄλλους συγγενεῖς. Ἀποροῦν ὅλοι.

—Τί μᾶς θωρεῖς ἔτσι; τὸν ρωτοῦν.
—Τί σᾶς πειράζει; ἦταν ἡ ἀπάντησή του.
Κάνει νὰ φύγει, γυρίζει ὅμως πίσω καὶ ἀσπάζεται τρυφερὰ τὸ παιδί. Καὶ «ὡς νὰ ἐπήγαινεν εἰς ἀγύριστον ὁδόν», ξαναγυρίζει καὶ ἀσπάζεται γιὰ τρίτη καὶ τελευταία φορὰ τὸ παιδί του. Ἔφυγε. Εἶχε πάρει ἤδη τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου…

.           Ἔφτασε στὴν ἀγορά, στὴν πλατεία τοῦ πλατάνου, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται σήμερα τὸ Γυαλὶ-καφενέ. Ὅμως νὰ ποὺ ξαναπαρουσιάστηκε ἐκείνη τὴν ὥρα μπροστά του ὁ φθονερὸς ἐκεῖνος χότζας, ὁ ὁποῖος σὰν τρελός, τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὸ γιλέκο καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει:
—Μπρέ, ὣς πότε θὰ ἐμπαίζεις τὴν πίστη μας; Ἢ Χριστιανὸς εἶσαι ἢ Τοῦρκος.

Συγκεντρώθηκε κόσμος πολύς, χριστιανοὶ καὶ μουσουλμάνοι, καὶ ἔγινε μεγάλη ὀχλαγωγία καὶ συμπλοκή. Ἕνα στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα συνέλαβε τότε τὸν ἅγιο καὶ τὸν ὁδήγησαν ἀρχικὰ στὸν Νταοὺτ πασὰ καὶ κατόπιν στὸν Κατὴ μὲ τὴ γνωστὴ κατηγορία ὅτι ἦταν μουσουλμάνος καὶ ἔγινε χριστιανός.
Ὁ Γεώργιος δὲν δείλιασε. Ὅπου κι ἂν τὸν πήγαιναν, θαρραλέα ὁμολογοῦσε:
—Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανὸς εἶμαι, Χριστιανὸς πεθαίνω.
Ὁ Κατὴς τὸν ἀπειλεῖ:
—Ἢ νὰ τουρκίσεις ἢ θὰ χαλαστεῖς!
—Ὅ,τι θέλεις κάμε! ἦταν ἡ ἀτρόμητη ἀπάντηση τοῦ ἁγίου.
Τὸν ὁδήγησαν στὴν φυλακή. Ἐν τῷ μεταξὺ γίνεται κινητοποίηση γιὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσουν. Ὁ μητροπολίτης Ἰωαννίνων Ἰωακεὶμ πηγαίνει στὸ δικαστήριο καὶ στὸ διοικητήριο· παρὰ τὶς ἀκλόνητες ἀποδείξεις ὅμως, «οὐδὲν ἴσχυσε». Τὴν Πέμπτη τὸ πρωί, 13 Ἰανουαρίου, τὸν ὁδηγοῦν καὶ πάλι στὸ δικαστήριο. Ὁ ἅγιος μένει ἀκλόνητος:
—Χριστιανός εἶμαι, Χριστιανὸς πεθαίνω!

.             Πάλι στὴ φυλακὴ καὶ ἀρχίζουν τὰ βασανιστήρια: ἀκινητοποιοῦν τὰ πόδια του στὸ βασανιστικὸ ξύλο, τοῦ μπήγουν ἀγκάθια καὶ ἀκίδες στὰ νύχια, τὸν κατακαίουν μὲ ἀλειμματοκέρια σὲ εὐαίσθητα μέρη τοῦ σώματός του καὶ τέλος τοῦ βάζουν μία βαριὰ πλάκα 50 ὀκάδων ἐπάνω στὸ στῆθος. Οἱ συγκρατούμενοί του νομίζουν ὅτι θὰ πεθάνει. Ὅταν ξυπνοῦν τὸ πρωὶ καὶ τὸν ρωτοῦν πῶς πέρασε, ὁ ἅγιος τοὺς βεβαιώνει ὅτι εἶχε κοιμηθεῖ σὰν πουλάκι καὶ μάλιστα εἶχε δεῖ καὶ μία ὀπτασία· ἕναν ἀσπροφορεμένο νέο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε:
—Χαῖρε, μὴ φοβᾶσαι, Γεώργιε· ἐγὼ θὰ σοῦ δώσω γρήγορα τὴ σωτηρία.
Τὰ βασανιστήρια συνεχίστηκαν φοβερότερα. Καὶ τὸ Σάββατο ὁδηγεῖται ξανὰ στὸν Κατή. Αὐτὸς προσπαθεῖ νὰ τὸν δελεάσει μὲ ὑποσχέσεις γιὰ τιμὲς καὶ ἀξιώματα. Ὁ ἅγιος ἀκλόνητος.
—Τότε ἦρθε ἡ ὥρα νὰ χαλαστεῖς. Θὰ σὲ κάμω ἰλιάμι (δηλ. θὰ βγάλω θανατικὴ ἀπόφαση).
Ὁ ἅγιος ἦταν γενικὰ ὀλιγόλογος.
—Ὅ,τι θέλεις κάμε. Δὲν σὲ φοβοῦμαι τίποτες· ὄχι ἕνα ἰλιάμι, ἀλλὰ ἑκατόν! ἦταν ἡ θαρραλέα ἀπάντησή του.

.           Βλέποντας τὴ γενναιότητα τοῦ ἁγίου, ὁ Κατὴς σκέφθηκε νὰ τὸν ἀπολύσει. Ὅταν ὅμως αὐτὸ μαθεύτηκε, οἱ φανατικοὶ Τοῦρκοι ξεσηκώθηκαν καὶ ὁ Κατὴς ὑπέγραψε τὴ θανατικὴ καταδίκη τοῦ ἁγίου. Στὴ φυλακὴ δύο συγκρατούμενοι τοῦ ἁγίου, ὁ Γεώργιος καὶ ὁ Χαραλάμπης, θέλησαν νὰ τὸν ἐνισχύσουν, φοβούμενοι μήπως λιποψυχήσει. Ὀλιγόλογος ὅπως πάντα ὁ ἅγιος τοὺς καθησύχασε λέγοντας:
—Μὴ φοβάστε· ἐγὼ θὰ μαρτυρήσω γιὰ τὸν Χριστό μου προθυμότατα.

Οἱ δεσμοφύλακες τοῦ πρότειναν τότε νὰ ἀλλαξοπιστήσει εἰκονικὰ καὶ κατόπιν νὰ φύγει σὲ ἄλλο μέρος καὶ νὰ ζήσει ὡς Χριστιανός.
—Χριστιανός θὰ πεθάνω, ἦταν ἡ σταθερὴ ἀπάντησή του.

.           Δευτέρα 17 Ἰανουαρίου. 5 δήμιοι τὸν παίρνουν καὶ τὸν ὁδηγοῦν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, στὸ Κουρμανιό, κοντὰ στὴν κεντρικὴ πύλη τοῦ κάστρου. Ὁ Γεώργιος ἔλαμπε. Ἔτρεχε, δὲν περπατοῦσε.

—Ἄλλαξε, τοῦ λένε.
—Κρεμάστε με, ἀπάντησε.
Πρὶν τραβήξουν τὸ σχοινί, τὸν ρωτοῦν:
—Τί εἶσαι;
—Χριστιανός· προσκυνῶ τὸν Χριστό μου καὶ τὴ Δέσποινά μου Θεοτόκο.
Ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ γυρίζοντας πρὸς τοὺς Χριστιανούς, ποὺ ἦσαν κοντά, εἶπε:
—Συγχωρήσατέ μοι, ἀδελφοί, καὶ ὁ Θεὸς νὰ σᾶς συγχωρήσει!
Ἔπειτα οἱ δήμιοι τράβηξαν τὸ σχοινὶ καὶ ὁ ἅγιος παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Ἦταν μόλις 30 ἐτῶν.

.           Τρεῖς ἡμέρες ἔμεινε κρεμασμένος στὴν ἀγχόνη καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ κάθε βράδυ ἕνα οὐράνιο φῶς ἔλαμπε στὸ κεφάλι του. Ἀπὸ τὴν ὥρα δὲ ἐκείνη ἕνας καταιγισμὸς θαυμάτων πλημμύρισε τὴνP1172148 πόλη. Πλῆθος παραλύτων καὶ πασχόντων ἀπὸ ποικίλες ἀσθένειες προστρέχοντας στὸν ἅγιο λάμβαναν τὴ θεραπεία τους. Ἀκόμη καὶ «μία Τούρκα (Τουρκάλα) ἅρπαξε τὴν κάλτσα ἀπὸ τὸ πόδι τοῦ ἁγίου καὶ ἔτρεξεν εἰς μίαν ἄρρωστη Τούρκα, ἥτις ἐθεραπεύθη ἀμέσως». Γι’ αὐτὸ καὶ στὶς εἰκόνες ὁ ἅγιος εἰκονίζεται κρεμασμένος καὶ φορώντας κάλτσα μόνο στὸ ἕνα πόδι, ἡ πρώτη μάλιστα εἰκόνα του φιλοτεχνήθηκε 13 μόλις ἡμέρες μετὰ τὸ μαρτύριό του.
.           Ἡ ταφὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου ἔγινε μὲ τιμὲς μάρτυρος δίπλα ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου καὶ 133 χρόνια ἀργότερα, τὸ ἔτος 1971, ἔγινε λαμπρὴ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων καὶ τοποθέτησή τους μέσα σὲ ἀσημένια λειψανοθήκη στὸν νέο περικαλλῆ Ναὸ τοῦ ἁγίου.
.           Τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου «ἔγινεν ἀνάστασις τῶν πιστῶν καὶ πτῶσις τῶν ἀπίστων», ὄχι μόνο διότι οἱ Χριστιανοὶ πῆραν θάρρος καὶ ἔπαυσε τὸ κύμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ Τοῦρκοι φοβήθηκαν καὶ ἔπαυσαν νὰ καταπιέζουν βάναυσα τοὺς Χριστιανούς. Καὶ ἡ πόλη τῶν Ἰωαννίνων ἄρχισε ἀπὸ τότε νὰ ξαναβρίσκει τὴν παλαιά της δόξα…

Βοηθήματα

Ἀρχιμ. Θεοδ. Μπεράτη, «ΑΘΛΗΤΑΙ ΣΤΕΦΑΝΗΦΟΡΟΙ», σελ. 318-325

Ἀσημίνας Δεδούση, «ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΣΤΕΦΑΝΙΑ», σελ. 169-171

 
Γράψτε ένα σχόλιο

Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιανουαρίου 16, 2014 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 102 other followers