Ω της ερήμου εσύ, μονάκριβε…. Γ. Βερίτης

Σήμερα είναι μια μικρή Μεγάλη Παρασκευή, μια δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή.  Αποτομή της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς |  iconandlight

 

Βαπτιστής

Ι

Ω της ερήμου εσύ, μονάκριβε, σαν ποιο τραγούδι να σου ψάλλω;
Το στόμα της αλήθειας σ’ έκραξε των γεννητών τον πιο μεγάλο.
Άστρο ορθρινό! καθώς επρόβαλες μεσ’ στης αυγής τ’ απαλοθάμπη,
μας προμηνάς το ακτινοβόλημα του Ήλιου π’ ανέσπερος θα λάμπη.
Φωνή που κράζεις μεσ’ στην έρημο και στην κοιλάδα του Ιορδάνη,
είσαι γλυκό και πρώτο ανάκρουσμα της απολύτρωσης που φθάνει.

II

Στάθηκες πάντολμος κι ατρόμητος μέσα στου Ηρώδη το παλάτι,
κι αδέκαστη η φωνή σου αντήχησεν από ‘να θειο παλμό γεμάτη.
Δε θα δειλιάσουν τον αδείλιαστο και χίλιοι θάνατοι και χάροι.
Σκληρά του ελέγχου το μαστίγωμα χτύπά το αμαρτωλό ζευγάρι.
Ας σε παιδέψουν κι ας ρουφήξουνε σαν λύκοι το αίμα της καρδιάς σου για του Κυρίου τ’ άγιο θέλημα όλα σαν τίποτα μπροστά σου.

III

Κι ωρθώθη μπρος σου ο σπεκουλάτορας κι έσκυψες σαν το αρνί στο θύτη κι ουδέ φοβήθης το μαχαίρι του π’ άστραψε πάνω σου, ω προφήτη. Της Μαχαιρούντος το λιθόστρωτο με τ’ άγιο αίμα επορφυρώθη και το κεφάλι σου το πάντιμο δώρο στη μοιχαλίδα εδόθη. Μα πάλι ανάπαυση δεν έβρισκε στης αμαρτίας της το μεθύσι: Νεκρή σου η κεφαλή κι εφώναζεν• ουκ εξεστί σοι!

Γ. Βερίτης

Ηλίας: Ένας «αντιπολιτευόμενος» Προφήτης

 

Ο Προφήτης Ηλίας

Η αντιπολιτευτική προφητεία του 9ου π.Χ. αιώνα, ο «άνθρωπος του Θεού» και η σχέση του προφήτη με το Δημιουργό του.

Ο προφήτης Ηλίας, «η κρηπίς των προφητών, ο δεύτερος Πρόδρομος της παρουσίας του Χριστού» (Απολυτίκο του Προφήτη Ηλία), όπως αναφέρει η υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έζησε και έδρασε κατά τον 9ο π.Χ. αιώνα. Ο 9ος π.Χ. αιώνας βρίσκει το βασίλειο του Ισραήλ υπό την ηγεσία του βασιλιά Αμβρί, ο οποίος κατόρθωσε να επιφέρει στο βασίλειό του πολιτική σταθερότητα, υλική ευημερία και ανάπτυξη υπερασπίζοντάς το από τους γειτονικούς εχθρικούς λαούς. Όμως στο θρησκευτικό τομέα «εποίησεν το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου» (Γ’ Βασ. 16,25). Την ίδια τακτική με τον Αμβρί ακολούθησε ο γιος και διάδοχός του Αχαάβ, ο οποίος νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Ιεζάβελ κόρη του βασιλιά των Σιδωνίων και με το γάμο αυτό άνοιξε η δίοδος της λατρείας του Βάαλ και ανοικοδόμησε θυσιαστήριο προς τιμή του (Γ’ Βασ. 16,30-34) πράττοντας «το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου» (Γ’ Βασ. 16,25).

HLIAS

Μέσα σε αυτή τη δεινή θρησκευτική παρέκκλιση εμφανίζεται η εξέχουσα φυσιογνωμία του προφήτη Ηλία, ο οποίος καταγόταν από τη Θίσβη και παρουσιάζεται ως επικεφαλής του «θρησκευτικού πολέμου» που ξέσπασε μεταξύ της βασιλικής αυλής και των προφητών του μόνου αληθινού Θεού. Στα βιβλία των Βασιλειών, όπου περιγράφεται η προφητική δράση του Ηλία καταφαίνεται η αποστολή του και κυρίως το γεγονός της πεποίθησης του Ηλία ότι έχει τεθεί στην υπηρεσία του Θεού, τον οποίο υπηρετεί και υπερασπίζεται μέχρι τέλους.

Με την προφητική και κηρυγματική δράση του προφήτη Ηλία και κατόπιν του Ελισαίου, ως μαθητή και διαδόχου του, σηματοδοτείται η εμφάνιση της αντιπολιτευτικής – αντιστασιακής προφητείας του 9ου π.Χ. αιώνα. Οι προφήτες αυτοί και οι ομάδες των προφητών που τους περιστοίχιζαν εμφανίστηκαν ως ανεξάρτητοι χωρίς κρατική κατοχύρωση και αναγνώριση, σε αντίθεση με τους ψευδοπροφήτες της βασιλικής αυλής,  ζώντας ως περιπλανώμενοι και αποκόμιζαν τα προς το ζην είτε κάνοντας θαυματουργίες είτε ασκώντας κάποιο επάγγελμα. Η ανάδειξη του Ηλία στο προφητικό αξίωμα σήμαινε ότι άνθρωποι μη ευγενούς καταγωγής, που προέρχονταν από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα είχαν τη δυνατότητα να αναδειχθούν ως προφήτες του Θεού και να υπερασπιστούν τη θρησκεία. Ο προφήτης Ηλίας, κατόπιν ο Ελισαίος αλλά και ο προφήτης Μιχαίας γιος του Ιεμβλά αποτελούν την απάντηση του Θεού και την αντίσταση των ανθρώπων του προς την οργιαστική λατρεία των προφητών του Βάαλ και της Αστάρτης, οι οποίοι είχαν κατακλύσει το βασίλειο του Ισραήλ.

Θέλοντας ο Ηλίας να δείξει την υπεροχή του Θεού έναντι του Βάαλ και των προφητών του προκάλεσε τον Αχαάβ σε «μάχη» μεταξύ αυτού και των ιερέων του Βάαλ, όταν ο Αχαάβ βγήκε στη χώρα μαζί με τον αρχιοικονόμο του Αβδιού  να αναζητήσουν τον Ηλία . Στο Γ’ Βασ. 18,9 περιγράφεται η σκηνή της συνάντησης του Αβδιού με τον προφήτη Ηλία. Ο Αβδιού ήταν άνθρωπος που φοβόταν το Θεό και αφού προσκύνησε τον άνθρωπο του Θεού, δηλ. τον Ηλία, τον ρώτησε: «τι ημάρτηκα ότι δίδως τον δούλον σου εις χείρας Αχαάβ του θανατώσαι με;» εκδηλώνοντας έτσι το φόβο που είχε επειδή έπρεπε να αναζητήσει τον Ηλία τον άνθρωπο που ο βασιλιάς θεωρούσε ως ταραχοποιό του Ισραήλ.

Ο Αβδιού, ο οποίος μνημονεύεται στο Γ’ Βασ. 18,4 δε θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ταυτιστεί με τον προφήτη Αβδιού η Οβδιού το συγγραφέα του ομώνυμου προφητικού βιβλίου, ήταν αυτός που έλαβε τους εκατό προφήτες και τους έκρυψε σε σπήλαια ανά πενήντα για να τους γλιτώσει από τη μανία της Ιεζάβελ, η οποία σκότωνε τους προφήτες του Θεού (Γ’ Βασ. 18,4).

Ο Αχαάβ θεωρούσε τον Ηλία ως «διαστροφέα του ισραηλιτικού λαού» (Γ’ Βασ. 18,17) και ο Ηλίας του απάντησε πως διαστροφέας του λαού ήταν ο ίδιος ο Αχαάβ, ο οποίος εγκατέλειψε το Θεό και ακολούθησε το Βάαλ. Τότε ο Ηλίας προκάλεσε το βασιλιά να συναθροίσει τους προφήτες του Βάαλ, τους οποίους αποκαλεί ως «προφήτας τας αισχύνης» (Γ’ Βασ. 18,19), να προσφέρουν θυσία επικαλούμενοι το θεό τους να ρίξει φωτιά για τη διεξαγωγή της. Αφού απέτυχε η προσπάθεια των προφητών του Βάαλ, ο Ηλίας οικοδόμησε νέο θυσιαστήριο χρησιμοποιώντας δώδεκα λίθους, όσες και οι φυλές του Ισραήλ, έριξε νερό στα ξύλα και στο θυσιαστήριο και με δυνατή φωνή επικαλέστηκε το Θεό να ρίξει φωτιά όπως και έγινε. Τότε ο Ηλίας συνέλαβε τους ιερείς και τους προφήτες του Βάαλ και τους έσφαξε κοντά στο χείμαρρο Κισών (Γ’ Βασ. 18,20-40). Ως άλλος Μωυσής λοιπόν ο Ηλίας ανοικοδόμησε νέο θυσιαστήριο και προσευχήθηκε στο Θεό όπως παλαιότερα ο Μωυσής έσπασε τις δυο πλάκες του νόμου όταν αντίκρισε τους Ισραηλίτες να προσεύχονται στο χρυσό μόσχο και ξανανέβηκε στο όρος Σινά για να παραλάβει το νόμο εκ νέου.

Η «μάχη» αυτή που διεξήχθη στο όρος Κάρμηλος, ήταν στην πραγματικότητα μάχη μεταξύ του Θεού και του Βάαλ, διακύρηξη της παντοδυναμίας και μονοκρατορίας Του και απόδειξη του «ασθενούς των λαοπλάνων δαιμόνων και το του θεού παντοδύναμον» (Θεοδωρήτου Κύρου, P.G. 80,729). Μάλιστα η σφαγή των ψευδοπροφητών από τον προφήτη Ηλία ωφέλησε το λαό, διότι οι ιερείς του Βάαλ συνήθιζαν να θυσιάζουν ακόμα και μικρά παιδιά προς τιμή του θεού τους και η ήττα τους ενώπιον του μόνου αληθινού Θεού είχε ως αποτέλεσμα να «πληρώσουν» με το ίδιο νόμισμα τις βδελυρές τους πράξεις, γι  αυτό το λόγο ο λαός όχι μόνο δεν αγανάκτησε κατά του προφήτη Ηλία αλλά δέχτηκε σιωπηρά τα όσα έπραξε ο Ηλία γι  αυτούς. Αφού «νίκησε» ο Ηλίας προσευχήθηκε στο Θεό και έτσι λύθηκε η ανομβρία (Γ’ Βασ. 18,45-46), την οποία είχε προφητεύσει ως τιμωρία για την αποστασία του Αχαάβ (Γ’ Βασ. 17,1-6). Η προφητεία που αφορούσε την ανομβρία και η λύση της αποτελούσε την τεράστια διαφορά και αντίθεση μεταξύ του Γιαχβέ και του Βάαλ του φοινικικού θεού της βροχής.

Μετά την ήττα των προφητών και των ιερέων του Βάαλ στο όρος Κάρμηλος, ο βασιλιάς Αχαάβ έφυγε λυπημένος με το άρμα του προς την πόλη της Ιεζράελ. Τότε ο Ηλίας παρελήφθη από το χέρι του Θεού και έτρεξε γρηγορότερα από το άρμα του Αχαάβ και βρέθηκε μπροστά του (Γ’ Βασ. 18,45-46). Το δυναμικό αυτό στοιχείο, το χέρι του Θεού, δεν είναι άλλο από το Πνεύμα του Θεού, το δυναμικό φαινόμενο που κάνει τους προφήτες του 10ου και του 9ου π.Χ, αιώνα να περιέρχονται σε έκσταση και να εξέρχεται από τα χείλη τους ο λόγος του Θεού, βασικό χαρακτηριστικό της ισραηλιτικής προφητείας κατά την προκλασική της περίοδο δηλ. κατά το 10ο και το 9ο π.Χ. αιώνα. Το πνεύμα του Θεού, στα ιστορικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, είναι αυτό που καθοδηγεί τους χαρισματικούς ηγέτες του Ισραήλ, όπως ο Ιησούς του Ναυή και αποκαλύπτει το λόγο του Θεού στους προφήτες του 10ου και του 9ου π.Χ. αιώνα.

ILIAS_PROPHET_thumb

Έχοντας, ο Ηλίας, φονεύσει τους προφήτες και τους ιερείς του Βάαλ φεύγει έντρομος φοβούμενος την οργή και το θυμό της Ιεζάβελ, με προορισμό τη Βηρσαβεέ και ύστερα από σαράντα ημέρες έφτασε στο όρος Χωρήβ (Γ’  Βασ. 19,1-8). Ο Θεοδώρητος Κύρου θέλοντας να εξηγήσει τη δειλία, στην οποία περιήλθε ο προφήτης Ηλίας αναφέρει ότι ο φόβος αυτός  προήλθε αφενός επειδή ο Ηλίας εκτός από προφήτης ήταν κυρίως άνθρωπος, αφετέρου να μην περιέλθει σε έπαρση λόγω του μεγέθους της θαυματουργίας και χάρη αυτών περιήλθε σε δειλία για να του υπενθυμίζει την ασθενή ανθρώπινη φύση (Θεοδωρήτου Κύρου, P.G. 80,732-733).

Στο όρος Χωρήβ έλαβε χώρα το γεγονός της Θεοφάνειας, της συνάντησης και συνδιαλλαγής του προφήτη με το Θεό. Έχοντας φτάσει στο όρος και παραμένοντας σε μια σπηλιά, ο προφήτης φοβισμένος και απογοητευμένος ζητεί να συναντήσει το Θεό, τότε εμφανίζεται άγγελος Κυρίου και του ανακοινώνει ότι την επομένη ημέρα θα εμφανιστεί ο Θεός προς αυτόν. Έτσι λοιπόν ο Ηλίας έτοιμος να συναντήσει το Θεό ξεσπά ισχυρότατος άνεμος αλλά ο Θεός δεν ήταν εκεί. Κατόπιν γίνεται τρομερός σεισμός, αλλά ούτε εκεί ήταν ο Θεός. Στη συνέχεια ήλθε φωτιά, αλλά ούτε μέσα σε αυτήν ήταν ο Θεός. Στο τέλος είδε το Θεό μέσα σε λεπτή αύρα και τότε συνομίλησαν και ο Θεός του υπέδειξε να χρίσει τα πρόσωπα που του υπέδειξε ως βασιλείς και τον Ελισαίο ως προφήτη και να τον ορίσει διάδοχό του (Γ’  Βασ. 19,9-19).

Η εμφάνιση του Θεού μέσα σε λεπτή αύρα, σε αντίθεση με τον άνεμο, το σεισμό και τη φωτιά αποσκοπεί να καταδείξει στον Ηλία ότι η θρησκεία δεν επιβάλλεται με σκληρά μέσα αλλά με ήπια. Για τον Θεοδώρητο Κύρου ο Θεός αρέσκεται στη μακροθυμία και τη φιλανθρωπία (Θεοδωρήτου Κύρου, P.G. 80,733).

Στο Γ’ Βασ. 17,18 και στο Γ’ Βασ. 17,24 ο προφήτης Ηλίας αναφέρεται ως «άνθρωπος του Θεού». Ο προφητικός αυτός όρος «άνθρωπος του Θεού» απαντάται κυρίας στα βιβλία των Βασιλειών στις διηγήσεις περί Ηλία και Ελισαίου φανερώνοντας έτσι την ιδιαίτερη σχέση που είχαν οι προφήτες αυτοί με το Θεό καθώς και το χάρισμα τους με θεϊκή εξουσία θαυματουργίας. Ο χαρακτηρισμός αυτός, του «ανθρώπου του Θεού», τον φέρνει αντιμέτωπο με το βασιλιά όχι μόνο για τη θρησκευτική παρέκκλιση της Αυλής αλλά και για κοινωνικά ζητήματα κατακρίνοντας το βασιλιά για την αδικία που διέπραξε σκοτώνοντας το Ναβουθαί και άρπαξε τον αμπελώνα του όταν εκείνος αρνήθηκε να του τον πουλήσει (Γ’ Βασ. 20,1-16). Ο Ηλίας συναντώντας το βασιλιά στο δρόμο του επιτέθηκε δριμύτατα λέγοντας του: «ως συ εφόνευσας και εκληρονόμησας, δια τούτο τάδε λέγει Κυριος· εν παντί τόπω, ω έλειξαν αι ύες και οι κύνες το αίμα Ναβουθαί, εκεί λείξουσιν οι κύνες το αίμα σου, και αι πόρναι λούσονται εν τω αίματί σου» (Γ’ Βασ. 20,19).

Έχοντας χρίσει τον Ελισαίο προφήτη και διάδοχό του, γεγονός το οποίο αφενός έγινε κατόπιν υποδείξεως του Θεού: «τον  Ελισαιὲ υιόν Σαφάτ χρίσεις εις προφήτην αντί σου» (Γ’ Βασ. 19,16) αφετέρου η διαδοχή αυτή είναι μοναδική σε ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη, ήρθε η ώρα να αποχωριστεί τον παρόντα κόσμο. Όμως ο Θεός δεν επέτρεψε στον προφήτη Ηλία να γευτεί θάνατο, αλλά τον παρέλαβε αναλαμβάνοντάς τον στους ουρανούς. Έχοντας φθάσει στο τέλος της αποστολής του ο Ηλίας ανακοινώνει στον Ελισαίο ότι θα εκπληρωθεί το αίτημά του, να λάβει δηλ. την ευλογία και χάρη του Ηλία αφού ο Ηλίας αναληφθεί στους ουρανούς. Μάλιστα ο Ελισαίος δεν ήθελε με τίποτα να αποχωριστεί τον Ηλία, αλλά να τον ακολουθήσει ακόμα και στους ουρανούς. Τότε ο Ελισαίος είδε ένα πύρινο άρμα που το έσερναν πύρινοι ίπποι, παρέλαβε τον Ηλία και τον ανεβίβασε στους ουρανούς (Δ’ Βασ. 2,1-11).

Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει ότι αυτός που αναλαμβάνει τον προφήτη Ηλία στους ουρανούς είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος λέει στον Ηλία ότι θα τον αναλάβει στους ουρανούς διότι ο Ηλίας δεν μπόρεσε να φέρει αμαρτωλούς στη σωτηρία και γι  αυτό το λόγο θα κατέλθει στη γη ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού για να πραγματοποιήσει το γεγονός της κλήσεως των αμαρτωλών (Ιωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 56,586). Από το γεγονός της μεταθέσεως του προφήτου και της αναλήψεώς του στους ουρανούς από τον Υιό και Λόγο του Θεού, ο υμνογράφος της Ορθοδόξου Εκκλησίας λαμβάνει αφορμή να αναγγέλλει μεγαλοφώνως: «ο τον Θεσβίτην Ηλίαν πυρίνω άρματι, από της γης οικτίρμον, μεταθέμενος Λόγε» (Στιχηρό Προσόμοιο του Εσπερινού της εορτής του Προφήτη Ηλία).

ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

«Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν επαινέσωμεν Πέτρον και Παύλον;»

Απόστολοι Πέτρος και Παύλος: Εορτάζουν 29 Ιουνίου | Dogma

«Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν επαινέσωμεν Πέτρον και Παύλον;»

Αρχ. Παύλου ΔημητρακοπούλουΘεολόγου -Συγγραφέως-Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς

Εν Πειραιεί τη 28η Ιουνίου 2020

Εορτάζει και πανηγυρίζει αγαπητοί μου αδελφοί, η αγία μας Εκκλησία σήμερα την μνήμη δύο μεγάλων και κορυφαίων αποστόλων, των αγίων ενδόξων πρωτοκορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου, τους οποίους ο υμνογράφος στο μεν απολυτίκιο της εορτής χαρακτηρίζει ως «πρωτοθρόνους των αποστόλων και διδασκάλους της οικούμενης», σε ένα δε από τα στιχηρά ιδιόμελα του εσπερινού εκφράζει την απορία του και δεν βρίσκει λόγια και εγκώμια αντάξια, για να τους εγκωμιάσει και να τους τιμήσει: «Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν επαινέσωμεν Πέτρον και Παύλον;» Το χαρμόσυνο γεγονός της παρούσης εορτής  μας δίδει την αφορμή να στρέψουμε την προσοχή μας για μια ακόμη φορά χρεωστικώς προς τους μεγάλους αυτούς φωστήρας και να αναφερθούμε σ’ αυτούς, δανειζόμενοι την θεοφώτιστη γλώσσα του κορυφαίου Πατρός της Εκκλησίας μας, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Ο μεγάλος αυτός και οικουμενικός διδάσκαλος της Εκκλησίας μας έχει εκφωνίσει έναν υπέροχο εγκωμιαστικό λόγο προς τους δύο αυτούς αποστόλους, από τον οποίο θα παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα προς δόξαν και τιμήν των σήμερα εορταζομένων αγίων και προς ωφέλεια πνευματική όλων μας. Λέγει λοιπόν μεταξύ άλλων τα εξής ο άγιος: «Τί γαρ ερούμεν προς τους διδασκάλους της άνω και της κάτω κτίσεως; Ουχ ευρίσκω γαρ λόγον άξιον εγκωμιάσαι τους εγκωμιάσαντας το γένος ημών. Τι γαρ Πέτρου μείζον; τι δε Παύλου ίσον; οίτινες τω έργω και τω λόγω πάσαν την εν ουρανοίς και επί γης κτίσιν ενίκησαν. Οι τω πηλώ του σώματος συμπεπλεγμένοι και αμείνους αγγέλων ευρεθέντες». Δηλαδή, τι μπορούμε να πούμε και με ποιά λόγια να εγκωμιάσουμε αυτούς, που αναδείχθηκαν διδάσκαλοι της άνω και της κάτω κτίσεως, μύστες και χειραγωγοί της ανθρωπότητος στα επίγεια και τα επουράνια μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών; Δεν βρίσκω λόγια να εγκωμιάσω αυτούς, που εγκωμίασαν το γένος μας. Διότι τί μεγαλύτερον από τον Πέτρον, ή τί ίσον με τον Παύλον μπορεί να υπάρξει; Aυτοί με τα έργα και την διδασκαλία τους ενίκησαν όλη την κτίση, την ορατή και αόρατη και παρά το ότι έφεραν γήινο ανθρώπινο σώμα, υπερέβησαν ακόμη και την φύση των αγγέλων.

Και αν ακόμη είχαμε δέκα στόματα και δέκα γλώσσες σαν αυτές του ιερού Χρυσοστόμου και πάλι δεν θα μπορούσαμε να παραστήσουμε επάξια το ύψος της αρετής και της αγιότητος των δύο αυτών γιγαντιαίων μορφών, που λάμπουν ως αστέρες πρώτου μεγέθους, εν μέσω όλων των αγίων της Εκκλησίας. Αυτοί βέβαια δεν έχουν ανάγκη από τα δικά μας εγκώμια, διότι έχουν ένα άλλο, ασυγκρίτως ανώτερο εγκώμιο, το εγκώμιο, που έπλεξε ο ίδιος ο Χριστός γιά τον καθέναν από αυτούς. Πράγματι τον μέν απόστολο Πέτρο εμακάρισε με τους λόγους: «Μακάριος εί Σίμων Βαριωνά, ότι σάρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω, ότι συ εί Πέτρος και επί ταύτη τη Πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ού κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω σοι τας κλείς της Βασιλείας των Ουρανών και ό εάν δήσης επί της γής, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς και ό εάν λύσης επί της γής έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ.16,17-19). Τον δε απόστολο Παύλο ονόμασε «σκεύος εκλογής», εκλεκτό όργανό του, που τον έχει προορίσει, να βαστάσει το όνομά του ενώπιον εθνών και βασιλέων και να διαδώσει το ευαγγελικό κήρυγμα σ’ όλους τους λαούς της γής: «σκεύος εκλογής μοι εστίν ούτος, του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων υιών τε Ισραήλ» (Πρ.9,15).

Σε άλλη συνάφεια του λόγου του γράφει τα εξής ο ιερός Πατήρ: «Χαίροις Πέτρε της πίστεως η πέτρα. Χαίροις Παύλε της Εκκλησίας το καύχημα. Χαίροις Πέτρε η κρηπίς της Ορθοδοξίας. Χαίροις Παύλε η μέριμνα πασών των Εκκλησιών. Χαίροις Πέτρε το εγκαλλώπισμα της οικουμένης. Χαίροις Παύλε, η είσοδος του παραδείσου. Χαίροις Πέτρε ο χειραγωγός της βασιλείας των ουρανών. Χαίροις Παύλε ο εύδιος λιμήν των χειμαζομένων. Χαίροις Πέτρε, ο πολλών επαίνων υπό του Κυρίου αξιωθείς. Χαίροις Παύλε ο πολλών χαρισμάτων κυβερνήτης υπάρχων. Χαίροις Πέτρε ο θερμός και ζέων τω Πνεύματι τω Αγίω. Χαίροις Παύλε, ο εύτονος δρομεύς. Οι την υφήλιον πάσαν τω κηρύγματι φωτίσαντες, οι μύρια δεινά δι’ αυτήν υπομείναντες. Οι εν φυλακαίς κατακλειόμενοι, υπό Ιουδαίων βδελυττόμενοι, υπό βαρβάρων συρόμενοι, υπό βασιλέων αικιζόμενοι, οι μηδέ αναπνείν συγχωρούμενοι και παύσασθαι της διδασκαλίας μη ανεχόμενοι. Οι μέλος του σώματος κινήσαι μη δυνάμενοι διά το βάρος των δεσμών και πάσαν την οικουμένην, δεδεμένην τη αμαρτία, δι’ επιστολών λύοντες. Των δαιμόνων τας φάλλαγγας υμείς κατετροπώσατε. Δι’ υμών η του αγίου Πνεύματος Χάρις εις την οικουμένην εφήπλωται. Την αχλύν της πλάνης υμείς από της γης συνεστείλατε. Πάσαν ψευδώνυμον λατρείαν υμείς σποδόν εποιήσατε».

Στο παρά πάνω απόσπασμα μας εκπλήσσει το πλήθος των χαρακτηρισμών που αποδίδει ο άγιος σε κάθε έναν από τους δύο αποστόλους. Ο απόστολος Πέτρος είναι η πέτρα της πίστεως, η κρηπίδα, το θεμέλιο, της Ορθοδοξίας, το εγκαλλώπισμα, το στολίδι, της οικουμένης, ο χειραγωγός της βασιλείας των ουρανών, αυτός που αξιώθηκε πολλών επαίνων από τον Κύριο, ο θερμός και ζέων τω Πνεύματι τω Αγίω. Ο δε απόστολος Παύλος είναι το καύχημα της Εκκλησίας, η μέριμνα για την πνευματική προκοπή όλων των Εκκλησιών, η είσοδος του παραδείσου, το γαλήνιο λιμάνι όλων εκείνων που περνούν δοκιμασίες και θλίψεις, ο κυβερνήτης πολλών χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος, ο ισχυρός δρομέας της στενής και τεθλιμμένης οδού, που οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών. Οι δύο απόστολοι είναι εκείνοι που φώτισαν με το κήρυγμά τους όλη την οικουμένη και υπέμειναν γι’ αυτήν πάμπολλα δεινά. Υπέμειναν φυλακίσεις κατά την διεξαγωγή του ιεραποστολικού των έργου, δέχθηκαν την αποστροφή και τον διωγμό από τους συμπατριώτες των Ιουδαίους, ενώ από τους εθνικούς ειδωλολάτρες έγιναν αντικείμενο βιαίας μεταχειρίσεως. Βασανιστήκαν από βασιλείς μέχρι σημείου να μην μπορούν να αναπνεύσουν, καθ’ ον χρόνον εκείνοι δεν έπαυαν να διδάσκουν. Στις φυλακές, κάτω από το βάρος των δεσμών, δεν μπορούσαν να κινήσουν κανένα μέλος του σώματός των και όμως έλυσαν την οικουμένη από τα δεσμά της αμαρτίας με τις επιστολές των. Κατατρόπωσαν τις φάλαγγες των δαιμόνων, ενώ απλώθηκε παντού η Χάρις του Αγίου Πνεύματος. Περιόρισαν την καταχνιά της πλάνης από τη γη, ενώ έκαναν σκόνη κάθε ψεύτικη λατρεία.

Παρά κάτω προσθέτει άλλα, περισσότερα εγκώμια ο ιερός Πατήρ, τα οποία παραθέτουμε σε μετάφραση: «Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δυνατότεροι από βασιλείς, ισχυρότεροι από στρατιώτες, πλουσιότεροι από πλουσίους, φιλοσοφότεροι από φιλοσόφους, ευγλωτότεροι από ρήτορες. Οι μη έχοντες κανένα γήϊνο απόκτημα, ενώ κατέχετε τα πάντα. Εσείς είστε των μαρτύρων η υπομονή, των Πατριαρχών το ορθόδοξον, των μοναζόντων η άσκησις, των παρθένων οι στεφανωτές, αυτών που ακολούθησαν τον έγγαμο βίο οι ειρηνοποιοί, των αρπακτών και αδίκων οι χαλινοί, των ακολάστων οι σωφρονιστές, η σκέπη των βασιλέων, τα τείχη των χριστιανών, των βαρβάρων οι αντίπαλοι, αυτοί που αποστομώσατε τους αιρετικούς, οι νεκρούντες τα πάθη των σωμάτων, οι στύλοι της Εκκλησίας, οι μεγάλοι της οικούμενης φωστήρες».

Υπέροχα επίσης και εκπληκτικά είναι και τα όσα προσθέτει στη συνέχεια: «Ποιές ευχαριστίες λοιπόν να ανταποδώσουμε σε σας, οι οποίοι τόσα πολλά κοπιάσατε για μας; Σε ενθυμούμαι Πέτρε και εκπλήσσομαι. Σε φέρνω στη μνήμη μου Παύλε και μένοντας κατάπληκτος, έρχονται δάκρυα στα μάτια μου. Τι να πω και πως να μιλήσω, καθώς παρατηρώ και πάλι τις θλίψεις σας; Δεν ξέρω. Πόσες φυλακές αγιάσατε; Πόσες αλυσίδες ελαμπρύνατε; Πόσα βάσανα υπομείνατε; Τα μέλη σας είναι γεμάτα αίματα διά την Εκκλησία. Κανένας πριν από σας, ή μετά από σας, φάνηκε τέτοιος, όπως εσείς. Ποιός τόλμησε ποτέ από εκείνους που ασκούν διδασκαλικό έργο, να πουν κάτι, χωρίς να καταφύγουν στη διδασκαλία σας;»

Ποίες τώρα ευχαριστίες να ανταποδώσομε για όλα τα παραπάνω προς τους κοινούς ευεργέτες της ανθρωπότητος; Ιδιαίτερα εμείς οι Έλληνες, με ποιό τρόπο θα μπορέσουμε ποτέ να εξοφλήσουμε το χρέος της οφειλής μας προς τον κατ’ εξοχήν απόστολο της Ελλάδος, τον απόστολο Παύλο; Αν η Ελλάδα σήμερα είναι χριστιανική, το οφείλει στον απόστολο Παύλο. Νομίζω, ότι ο καλύτερος τρόπος ανταποδώσεως είναι η κατά δύναμιν εφαρμογή της προτροπής του: «Παρακαλώ ουν υμάς μιμηταί μου γίνεσθε» (Α΄Κορ.4,16). Ας παρακαλούμε δε αυτούς να πρεσβεύουν αδιαλείπτως υπέρ της σωτηρίας των ψυχών ημών. Αμήν.

ΠΗΓΗ.ΑΚΤΙΝΕΣ

Οι περιπέτειες των ιερών λειψάνων της Οσίας Θεοδώρας πολιούχου της Άρτας

του Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας είναι να γίνεται η ανακομιδή των λειψάνων κεκοιμημένου Ορθοδόξου χριστιανού μετά την συμπλήρωση τριών – πέντε ετών από του θανάτου του. Η ανακομιδή λειψάνων είναι πρακτική που εφαρμόζεται πάνω από 1500 χρόνια σε όλες τις Ορθόδοξες χριστιανικές Μονές του κόσμου.

Η τοπική εκκλησία της Άρτας την Κυριακή Β Ματθαίου, που φέτος είναι η Κυριακή 21 Ιουνίου 2020, εορτάζει την ανάμνηση της ανακομιδής των λειψάνων της Οσίας μητρός ημών Θεοδώρας. Για το θέμα της ανακομιδής των λειψάνων της Οσίας Θεοδώρας υπάρχουν συγκεχυμένες πληροφορίες επειδή ως επίσημη ανακομιδή αναφέρεται αυτή του 1873 (19ος αιώνας), για την οποία έχει συνταχθεί και δημοσιευτεί σχετικό πρωτόκολλο. Όμως και η υμνογραφία της εορτής της 11ης Μαρτίου και η προφορική παράδοση μάς δίνουν μαρτυρίες και για άλλες ανακομιδές.

Α. Υμνογραφικές μαρτυρίες για ανακομιδές λειψάνων της Οσίας

Ο βιογράφος της Οσίας μοναχός Ιώβ (που έζησε τον 13ο αιώνα) σε τροπάριο της λιτής και σε κανόνα της ακολουθίας της 11ης Μαρτίου, που συνέθεσε, γράφει για την ύπαρξη θαυματουργών λειψάνων, που είναι τοποθετημένα σε λάρνακα, γεγονός που αποδεικνύει, ότι είχε πραγματοποιηθεί ανακομιδή των λειψάνων της Οσίας σύμφωνα με το μοναχικό τυπικό. Συγκεκριμένα:

-Στο πρώτο τροπάριο της λιτής αναφέρονται τα εξής:

«Ποταμοί των ιαμάτων εκ της τιμίας σου λάρνακος προχέουσιν εκάστοτε, δι΄ ών τας των νοσούντων μαλακίας Θεοδώρα θεραπεύεις, δυνάμει του Παναγίου Πνεύματος……»

-Στον δεύτερο κανόνα στην δ ωδή γράφονται τα εξής:

«Ιατρείον τοις νοσούσιν, η σορός των λειψάνων σου ανεδείχθη πάσι, ρώσιν, Θεοδώρα, παρέχουσα…..».

Β. Μαρτυρίες της προφορικής παράδοσης

Υπάρχουν μαρτυρίες της τοπικής παράδοσης, οι οποίες αναφέρονται σε προσπάθεια σύλησης του τάφου της Οσίας και την αναγκαστική ανακομιδή.
Η πρώτη αναφέρεται στην εποχή του Νικηφόρου και της Άννας Παλαιολογινας – Καντακουζηνής (13ος αιώνας). Την εποχή εκείνη είχε δοθεί διαταγή ή μάλλον είχαν εντολή οι διάφοροι ανά την Ελλάδα απεσταλμένοι του Πάπα να συγκεντρώσουν όσο το δυνατόν περισσότερα ιερά και όσια των Ορθοδόξων και να αποσταλούν στην πόλη Αμάλφυ της Ιταλίας και στην συνέχεια στην Ρώμη. Την προσπάθεια απαγωγής των ιερών λειψάνων της Οσίας την απέτρεψαν Αρτινοί πολίτες που αντιλήφθηκαν τα τεκταινόμενα στον ναό του Αγίου Γεωργίου. Το βράδυ κατά το οποίο έγινε η προσπάθεια σύλησης του τάφου, περικύκλωσαν τον ναό και ζήτησαν την παρέμβαση της Βασίλισσας Άννας. Οι ευρισκόμενοι εργάτες εντός του Ναού του Αγίου Γεωργίου έφυγαν από την άλλη θύρα του ναού πανικόβλητοι, αφήνοντας στο ναό τα λείψανα τα οποία μάζεψε η Άννα και τα τοποθέτησε σε ειδική λειψανοθήκη. Γι΄αυτό ο Ιώβ μιλάει για την ύπαρξη θαυματουργικών λειψάνων της Οσίας. Στην συνέχεια η Άννα κατασκεύασε το προστατευτικό μνημείο, όπου τοποθέτησε τα λείψανα για ασφάλεια.

Η δεύτερη είναι η ανακομιδή των λειψάνων στο τάφο – μνημείο της Οσίας που έγινε το 1873 επί Αρχιερατείας Σεραφείμ Ξενόπουλου, επειδή πολλές φορές έγινε προσπάθεια σύλησης του νέου τάφου και αμφισβητούσαν πολλοί την ύπαρξη ιερών λειψάνων.

Γράφει σχετικά ο Μητροπολίτης Σεραφείμ.

«Εν τω ιερώ ναώ της Αγίας Θεοδώρας της Βασιλίδος υπάρχουσι τα ιερά αυτής οστά, εκτός της κεφαλής, ανορυχθέντα Αρχιερατική του Μητροπολίτη επιταγή τω έτει 1873 Μαρτίου 20, τας ιάσεις αφθόνως προχέοντα τοις ευσεβέσιν. (ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΕΒΕΖΗΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ -ΚΕΦ.ΙΔ-σελ.149 και 150).

(Για το θέμα έχουμε κάνει σχετική δημοσίευση με τα λάθη και τις αντιφάσεις του πρωτοκόλου εκταφής. Το συγκεκριμένο έγγραφο, λόγω των αντιφάσεων που έχει, περιπλέκει το θέμα της ανακομιδής των λειψάνων της Οσίας Θεοδώρας, παρά το διαφωτίζει. Ίσως γι΄αυτό να μην το συμπεριέλαβε και ο Σεραφείμ ο Βυζάντιος στο ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΑΡΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΕΒΕΖΗΣ. Περισσότερα στο περιοδικό Σκουφάς τεύχος 107).

Η προφορική όμως παράδοση αναφέρει και μια άλλη προσπάθεια σύλησης του τάφου της Οσίας Θεοδώρας πάλι στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Συγκεκριμένα διασώζονται τα εξής:

«Κατά την πρώτη δεκαετία της Τουρκοκρατίας έφθασε στην Άρτα ο Φαΐκ πασάς, με σκοπό να αναγείρει μουσουλμανικούς ναούς στην περιοχή. Ο Φαϊκ πασάς είχε καταλάβει και έμενε και κατοικούσε σε μια οικία κοντά στο Τουρκοπάζαρο και διατηρούσε χαρέμι με πέντε συζύγους. Νεότερη δε από όλες και ωραιότερη ήταν η Χαριφέ από την Προύσα.

Αρχικό σχέδιο του Φαϊκ πασά ήταν η μεταβολή σε τζαμιά των ναών πρώτα της Αγίας Θεοδώρας και μετά του ναού της Παρηγορήτισσας και του ναού της Μονής Ελεούσας. Σύμφωνα με το σχέδιό του οι κίονες και τα κιονόκρανα του ναού της Αγίας Θεοδώρας θα χρησιμοποιηθούν για την στήριξη του τρούλου του τεμένους και στο δεξιό μέρος, εκεί που βρίσκεται ο σημερινός τάφος της Οσίας, να αναγερθεί το τζαμί. Αφού κατέστρεψε την βόρεια πλευρά του εξώναου, ο Φαϊκ πασάς προσπάθησε να εξαφανίσει τα τυχόν υπάρχοντα λείψανα της Αγίας, αποβλέποντας συγχρόνως στην ανεύρεση εντός του τάφου διάφορων τιμαλφών ή κειμηλίων. Κάποια μέρα έξι Τούρκοι στρατιώτες άρχισαν να σκάβουν στην περιοχή του μνημείου – τάφου. Αφού έσπασαν μέρος από την προστατευτική πλάκα, βρίσκουν μέσα στον τάφο λείψανα γυναικός με μόνο ένα βραχιόλι ασημένιο. Κατά τις εργασίες εκσκαφής ένας Τούρκος στρατιώτης κτυπά ελαφρά στο δάκτυλο του δεξιού ποδιού.

Η πληροφορία της τυμβωρυχίας διαδόθηκε αστραπιαία σε ολόκληρη την πόλη της Άρτας και αμέσως κλήρος και λαός περικύκλωσαν τον ναό. Οι Τούρκοι στρατιώτες έφυγαν φοβισμένοι, αλλά όλοι είδαν το τραυματισμένο πόδι του Τούρκου, που συμμετείχε στην τυμβωρυχία.

Και ενώ ο λαός δυσανασχετούσε για τις ενέργειες του Φαϊκ πασά, δύο απροσδόκητες πληροφορίες τονώνουν το ηθικό των χριστιανών. Η ωραία Χαριφέ βρέθηκε νεκρή και ο τραυματισμένος Τούρκος στρατιώτης πέθανε από δηλητηρίαση. Τα συμβάντα αυτά ανάγκασαν τον Φαϊκ πασά να αναθεωρήσει την απόφασή του για την μετατροπή του ναού της Αγίας Θεοδώρας σε τζαμί. Και μάλιστα μετανοημένος πρωτοστάτησε σε έρανο για να διορθώσει τις επεμβάσεις στο μνημείο – τάφο της Οσίας.

Διηγήσεις άγνωστων θαυμάτων της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας

Ο οικονόμος π. Σταύρος Παπαχρήστου, Αρχιερατικός Επίτροπος Μητροπόλεως Άρτης, σε χειρόγραφες σημειώσεις του που διασώθηκαν αναφέρει τα δύο παρακάτω θαύματα της Οσίας Θεοδώρας. Στο κείμενο που δημοσιεύουμε διατηρούμε το γλωσσικό ύφος και την ορθογραφία του αρχικού κειμένου. Ευχαριστούμε τον θεολόγο κ. Γεροκόμο Γεώργιο για την ευγενή παραχώρηση του κειμένου:

«…Επειδή εις τον Ναόν της αγίας Θεοδώρας ο ιερεύς Χρήστος Κωτσάκης ήτο γέρων περίπου 80 ετών, εγώ ως νεώτερος επήγενα συχνά και ιερουργούσα εις τον Ναόν της Αγ. Θεοδώρας. Μίαν ημέραν ήλθεν εις τον ιερόν Ναόν της Αγ. Θεοδώρας η κυρία Θεοδώρα Θυμοπούλου αδελφή του πρώην Βουλευτού Άρτης κ. Σπυρίδωνος Βαρζέλη και έφερεν εις τον Ναόν τηλιγμένον εντός μεταξωτού Μανδυλίου ολόκληρον την ομοπλάτην της Αγίας Θεοδώρας, την παραλάβαμαι την ασπάσθημεν και την τοποθετήσαμαι εις την Λάρνακα της Αγίας. Εις την Λάρνακα δεν υπήρχον πολλά οστά, άγια Λείψανα της Αγίας Θεοδώρας, ούτε οστά, των ποδών, ούτε των χειρών, μόνον ένα της χειρός η σαΐτα, η σπονδιλική στίλη, ολίγα μέρη των πλευρών, εκ της αγίας κάρας ένα πολλοί μικρόν μέρος μετά ενός οδόντος, και όλιγι σκόνη εκ των αγίων Λειψάνων, εγώ ο ίδιος το έτος 1930 μετά του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Άρτης κ. Σπυρίδωνος ήνειξα την Λάρνακα της Αγίας και ετοποθέτησα κατά σειράν τα ολίγα άγια Λείψανα εις το κουβούκλιον άνωθεν των αγίων Λειψάνων ετοποθέτησα την εικόνα της Αγ. Θεοδώρας η οποία εδωρήθη υπ’ εμού εις Μνημόσυνόν μου, την εικόνα της αγίας Θεοδώρας την εζωγράφησε ο Αγιογράφος του Αγίου Όρους Λάζαρος Μοναχός της νέας Σκήτης, όπισθεν της Αγίας Εικόνας, γράφω το όνομά μου και έχω σφραγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτης.

Επανέρχομαι πάλιν περί της ομοπλάτης της αγίας Θεοδώρας. Εγώ είπον της κυρίας Θ. Θυμοπούλου πως είχεν αυτή το μέρος αυτό της αγ. Θεοδώρας και πως και διατί το έφερεν σήμερον εις τον ιερόν Ναόν της Αγ. Θεοδώρας. (το είχε φέρει τον Αύγουστον 1914).

Μου είπεν όταν είχε γίνη, η ανακομιδή των αγίων Λειψάνων ο πατήρ της ή αδελφός της δεν ενθυμούμαι καλώς είτον πρόξενος ίσως της Ρωσσίας, και τότε επήρεν αυτός το τεμάχιον αυτό και το είχε εν τη Οικία του, πολλάκις η αγία παρουσιάζετο καθ’ ύπνον εις ένα μέλος της οικογενείας Βαρζέλη και τους έλεγεν επί λέξη διατί με έχιται εδώ, να με υπάγιται εις την Εκκλησίαν, τους έχει ειπή εάν δεν με υπάγιται εις την Εκκλησίαν ολόκληρος η οικογένεια Βαρζέλη θα καταστραφή, όπου πράγματι κατεστράφη, δεν υπάρχει οικογένεια Βαρζέλη. Η κυρία Θ. Θυμοπούλου τρομαγμένη μας είπεν, ότι της έγραψε ο αδελφός της Σπυρίδων Βαρζέλης να φέρη το μέρος αυτό του αγ. Λειψάνου εις τον Ναόν διότι κατ’ όναρ του παρουσιάσθη η αγία Θεοδώρα και του είπεν αμέσως να στείλης το άγιον Λείψανόν μου εις την Εκκλησίαν διότι πολλάκις σας ειδοποίησα και δεν συμορφώνισται, και δια αυτόν τον λόγον φέρω ταύτην την στιγμήν το μέρος του Αγ. Λειψάνου της αγ. Θεοδώρας δια να μην έχω την οργήν της».

Περί Δευτέρου θαύματος της Αγίας Θεοδώρας

«Το έτος 1915 κατά τον Ιούλιον μήνα ήλθον εις τον Ναόν της αγίας Θεοδώρας η υπηρέτρια του κ. Γεωργίου Κόννη τότε Δικηγόρου, έπειτα Εισαγγελέως Πατρών, και Αργοστολίου και εζήτησεν το κητίον των αγίων Λειψάνων της Αγίας Θεοδώρας, εγώ έδοσα το κητίον των αγ. Λειψάνων και μετά παρέλευσιν τριών ημερών επήγα εγώ εις την Οικίαν του Γεωργίου Κόννη να ψάλλω αγιασμόν, έψαλλα τον αγιασμόν ερώτησα από πότε είναι ασθενής μου είπεν προ οκτώ ημερών κ.λ.π.

Μου ομολόγησεν η ασθενής Μαριάνθη Γ. Κόννη το εξής ότι ενώ είτον ασθενείς οι θεράποντες ιατροί κατόπην Συμβουλίου απεφάσισαν και είπον ότι ήρχισε η δηλιτηρίασις τα χείλη ήρχισαν να μαυρίζουν, είχεν από την ημέραν όπου είτον ασθενής να κοιμηθεί, δεν εκοιμάτο, και εν τη απελπισία των εζήτησαν τα άγια Λείψανα της αγίας Θεοδώρας. Μόλις επήγαν εν τη οικία της Μαριάνθης τα άγια Λείψανα εκοιμήθη, όπως μου ομολόγησεν η ιδία, καθ’ ύπνον της είδεν ότι επήρε μίαν Λαμπάδα και επήγε εις την Εκκλησίαν της Αγ. Θεοδώρας, μόλις εισήλθεν εις την θύραν της Εκκλησίας αριστερά είναι ο Τάφος της αγίας Θεοδώρας, άναψε την Λαμπάδα και την ετοποθέτησε εις το Μανουάλιον, την στιγμήν αυτήν παρουσιάσθη μία γυναίκα γραία με μαύρα ρουχα και την εκτήπισε εις τους όμους της Μαριάνθης και της είπεν, μην φοβάσε Μαριάνθη, εγώ θα σε κάμο καλά υγιά, θα σε θεραπεύσω, η αγία κατόπιν από αυτάς τας λέξεις, λέγει προς εμέ η Μαριάνθη, έγινε άφαντος. Την αυτήν στιγμήν η Μαριάνθη εξήπνισε ταραγμένη και ομολόγησε εις την μητέρα της κ. Ελένην Πέτρου Σουλίου καθώς και εις τον σύζυγον της το της συνέβη μετά της Αγίας Θεοδώρας την αυτήν στιγμήν έστειλαν μίαν Λαμπάδα εις την αγίαν Θεοδώραν δια να την ευχαριστήσουν διά το θαύμα όπου έκαμε. Από εκείνην την στιγμήν ήλθον οι ιατροί και εβεβαίωσαν ότι η ασθενής είναι καλυτέρα η κατάστασίς της, και έτσι διά θαύματος της αγίας Θεοδώρας εθεραπεύθη».

Εγώ έμεινα Εφημέριος της αγίας Θεοδώρας μέχρι 13 Σεπτεμβρίου 1919 και έκτοτε μένω Εφημέριος Αγ. Δημητρίου Άρτης.

Εν Άρτη τη 20 Ιουνίου 1939

Σταύρος Παπαχρήστου Οικονόμος

Αρχιερατικός Επίτροπος Μητροπόλεως Άρτης.

Πηγή: http://www.maxitisartas.gr-ΗΧΩ ΑΡΤΑΣ