Άγνωστοι Νεομάρτυρες της «εν Άρτη Εκκλησίας»

Του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

-εκπαιδευτικού (χημικού)

Η Κυριακή Γ Ματθαίου (φέτος είναι η Κυριακή 11 Ιουλίου 2021) είναι αφιερωμένη στους Αγίους Νεομάρτυρες. Νεομάρτυρας είναι ο ορθόδοξος χριστιανός που υπέστη μαρτυρικό θάνατο λόγω της θρησκευτικής πίστης του, κυρίως κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας έως και τη Μικρασιατική Καταστροφή.(1452-1922).
Οι Νεομάρτυρες, ως φορείς της μακραίωνης χριστιανικής και ελληνικής παράδοσης, ήταν αυτοί που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της σκέψης και της συνείδησης κάθε χριστιανού.

Το στοιχείο που κυριαρχούσε στον αγώνα τους, από την αρχή μέχρι το τέλος, ήταν η ομολογία πίστης στο Χριστό, μιας πίστης που έφτανε μέχρι το μαρτυρικό τους τέλος, προκαλώντας συγκίνηση στους ομόδοξους και ενθαρρύνοντάς τους, επιπλέον, να μείνουν σταθεροί στη χριστιανική πίστη. Αν και οι περισσότεροι ήταν απλοί άνθρωποι, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, συμπεριλαμβάνονταν όμως σ’ αυτούς και κατώτεροι και ανώτεροι κληρικοί. Είχαν σταθερό εκκλησιαστικό φρόνημα, ακέραιο χαρακτήρα και σταθερή πίστη που τους αναδείκνυε νικητές στις σκληρές δοκιμασίες που τους υπέβαλαν οι κατακτητές, με στόχο να κάμψουν το φρόνημά τους και να τους αναγκάσουν να εξισλαμιστούν.

Έτσι με τη θυσία τους συγκρατήθηκε η χριστιανική πίστη στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, δείχνοντας στους υποδουλωμένους ραγιάδες ότι, όσο κι αν υποφέρουν και ταλαιπωρούνται, πρέπει να υπομένουν και να μην χάνουν την πίστη τους και την ελπίδα τους. Στέκονταν με θάρρος απέναντι στους ανακριτές και με παρρησία υπερασπίζονταν το δικαίωμα του κάθε χριστιανού να έχει τα πιστεύω του, γι΄ αυτό η συγκίνηση και το δέος που προκαλούσε η θυσία ενός Νεομάρτυρα στις ψυχές των χριστιανών ήταν ισχυρότερα από διδασκαλίες και νουθεσίες.

Αυτή η παρρησία και η σταθερότητα των Νεομαρτύρων πήγαζε όχι μόνο από τη βαθιά και ακλόνητη πίστη τους στο Χριστό αλλά και γιατί θεωρούσαν ότι ύψιστη τιμή και δόξα τους ήταν η μέλλουσα εν Χριστώ ζωή και όχι οι πρόσκαιρες απολαύσεις και τιμές που τους πρόσφεραν οι κατακτητές για να τους δελεάσουν να αλλαξοπιστήσουν. Έτσι τα μαρτυρολόγια, που διέσωσαν τις τελευταίες συγκλονιστικές στιγμές της ζωής και της θυσίας τους, έγιναν οι πιο διαδεδομένες ψυχωφελείς διηγήσεις, οι οποίες παρηγορούσαν και ενθάρρυναν το λαό να αντέξει τις δυσκολίες, ενώ τα λείψανά τους ή τμήματα αυτών, που με δυσκολία και κίνδυνο της ζωής τους διέσωσαν οι πιστοί, καταβάλλοντας, πολλές φορές, σημαντικά χρηματικά ποσά, έγιναν πολύτιμα κειμήλια με τα οποία καθαγίαζαν τόπους ιερούς.

Οι νεομάρτυρες της «εν Άρτη Εκκλησίας»
Όπως κάθε τοπική εκκλησία έτσι και η Άρτα έχει τους δικούς της νεομάρτυρες. Αυτοί ταξινομούνται στις εξής κατηγορίες
Α. Στους γνωστούς νεομάρτυρες που έχουν ημερομηνία εορτής και είναι δύο: Ο Άγιος ιερομάρτυρας Παρθένιος, επίσκοπος Ραδοβυζίων(εορτάζει την 21 Ιουλίου) και ο Άγιος νεομάρτυρας Ζαχαρίας,που καταγόταν από την Άρτα,μαρτύρησε στην Πάτρα και εορτάζεται την 20η Ιανουαρίου.

Β. Στους άγνωστους νεομάρτυρες, που η νεότερη έρευνα ανέδειξε και είναι οι παρακάτω.
• Ό άγνωστος Αρτινός νεομάρτυρας που βασανίστηκε και τελικά τον κρέμασαν στον πλάτανο κοντά στην Γέφυρα, το μαρτύριο του οποίου κατέγραψε ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός,ως αυτόπτης μάρτυρας.
• Ο ιερομάρτυρας Σάββας Γρούσης, του οποίου αγιογραφία υπάρχει στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου.
• Ο άγνωστος νεομάρτυρας από τη Βόνιτσα που μαρτύρησε στην Άρτα και αναφέρει ο Μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος στο ΔΟΚΙΜΙΟ του.

Αρτινός Ανώνυμος νεομάρτυρας
Τον βίο και το μαρτύριό του έγραψε ως αυτόπτης μάρτυρας ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός και βρίσκεται σήμερα δημοσιευμένο στον Γ τόμο των Απάντων του Αγίου Μαξίμου,που εξέδωσε η Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου. Για το θέμα αυτό ασχολήθηκε διεξοδικά ο μακαριστός δικηγόρος και ιστορικός Αρτινός ερευνητής Κ.Τσιλιγιάννης. Αυτός εξέδωσε και συγκεκριμένο βιβλίο για τον νεομάρτυρα, όπου παραθέτει πλήθος στοιχείων που αποδεικνύουν ότι το μαρτύριο συνέβη στην Άρτα. Επίσης ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος, ο οποίος ως γνωστόν ασχολήθηκε και με την Ηπειρώτικη Αγιολογία, δημοσίευσε στο περιοδικό ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ (τεύχος 214/Μάϊος 2001) άρθρο με τίτλο ΕΝΑΣ ΕΝΔΟΞΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ στο οποίο αναφέρει από την αρχή ότι ο Μάρτυρας αυτός έζησε και μαρτύρησε στην Άρτα.h

Παραθέτουμε στην συνέχεια την διήγηση του μαρτυρίου του άγνωστου Αρτινού νεομάρτυρα.
Ήταν κάποιος νέος πολύ ευσεβής, στολισμένος με εξωτερική εμφάνιση,είχε άφθονες ψυχικές αρετές και ήταν πιστός χριστιανός. Δεν είχε πλήρη μόρφωση, αλλά είχε ορθόδοξο ήθος.Ήταν σκλάβος ενός πλούσιου Αγαρηνού και βοσκούσε τα πρόβατα εκείνου σε εύφορα λιβάδια.

Η όμορφη κόρη του Τούρκου αγάπησε παράφορα τον νεαρό βοσκό, ο οποίος όμως αρνείται να την παντρευτεί, αν πρώτα δεν βαπτιστεί χριστιανή. “Εκείνη, ερωτευμένη και μαγεμένη από την ομορφιά και τη λεβεντιά του χριστιανού νέου, συμφωνεί ν’ αλλαξοπιστήσει. Για χάρη του κάνει τα πάντα και τελικά αποφασίζουν να φύγουν μαζί έξω από την πόλη. Θέλουν να πάνε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τους γονείς και το σπίτι τους”.
“Αλλ’ ο βλέπων όλα τα καλά με ζηλόφθονο μάτι, δεν άφησε έξω από τα δικά του ζηλόφθονα δίχτυα και αυτή την υπόθεση… Και συνεχίζει παραβάλλοντας τα ζηλόφθονα δίχτυα και τις μηχανορραφίες του Σατανά με το κατόρθωμα του διαβολικού Τούρκου, που κατάφερε τελικά να τους ανακαλύψει στο δάσος και να τους συλλάβει”.

” Ο Αγαρηνός, πνέων μένεα, μόλις τους ανακάλυψε τραυμάτισε βάναυσα με φοβερό ξυλοδαρμό τον νεαρό βοσκό του, γιατί δεν ήξερε, ότι τα δύο παιδιά, παρά τον παράφορο έρωτά τους, ήταν ακόμη αγνά.
Ο Τούρκος έδεσε το βοσκό σφιχτά και τον ξανάφερε στο σπίτι του. Εκεί έμεινε άναυδος, όταν πληροφορήθηκε από την ίδια του την κόρη, ότι ο βοσκός ήταν αγνός και εγκρατής και ότι χάρη σ’ αυτόν παρέμεινε αγνή και ανέγγιχτη. Αμέσως γαλήνεψε και αντιμετώπισε ψύχραιμα την κατάσταση. Προσπάθησε με γλυκά λόγια να κάνει το βοσκό να δεχθεί τις προτάσεις του λέγοντας: «Να απαρνηθείς, ω καλό μου παιδί, τη δική σου πατρική πίστη, να δεχθείς τη δικιά μου και να είσαι όπως εγώ και θα δέσω εσένα με την κόρη μου που επιθυμείς με γάμο, και θα σε κάνω γενικό κληρονόμο όλων των κτημάτων μου».

Αλλά οι προτάσεις του Τούρκου κρίθηκαν απαράδεκτες από το νεαρό βοσκό. Το χριστιανόπουλο, ακούγοντας ότι ο Τούρκος τού έδινε την κόρη και την περιουσία με την προϋπόθεση ν’ απαρνηθεί τη χριστιανική πίστη του, σηκώθηκε με ορμή όρθιος και η ύπαρξή του πλημμύρισε ευθύς από το Άγιο Πνεύμα. Φλογίστηκε και φωτίστηκε η αγνή του ψυχή με τη θεϊκή αγάπη και, ως φυσικό επακόλουθο, τού γεννήθηκε η υπέροχη και υπέρτατη επιθυμία του μαρτυρίου. Θεία ακτινοβολία τον περιέλουσε και έλαμψε ολόκληρος”.

Η απάντηση του νέου είναι μαχητική και μακροσκελής.«Εγώ την πίστη στο Θεό μου θα την διαφυλάξω αγνή, όσο έχω τις δυνάμεις μου, εσένα και τα πλούτη και την κόρη σου, και την ίδια την πλάνη του άθεου Μωάμεθ σας απορρίπτω μετά χαράς».
Ο Αγαρηνός εκνευρίσθηκε σφόδρα και όπως ένας λυσσασμένος σκύλος επιτέθηκε κατά του νεαρού και άρχισε να τον κτυπά με γροθιές και κλωτσιές. Ύστερα του έβαλε σχοινί στο λαιμό και δένοντας τα χέρια πίσω τον έσυρε απάνθρωπα και τον παρουσίασε στο δικαστή. Εκεί στο δικαστήριο τον κατηγόρησε ως απαγωγέα και ληστή της κόρης του και ως υβριστή του Μωάμεθ μαζί με άλλες πρόσθετες συκοφαντικές κατηγορίες, που επιβάρυναν καταδικαστικά το δύστυχο νέο.
Οι λόγοι και οι αιτίες της παραπομπής του γενναίου και θεοσεβούς νέου είναι οι ίδιες οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν: ληστεία, απαγωγή και βλασφημία. Οι δύο πρώτες κατηγορίες όμως δεν θα γίνουν αποδεκτές από τον κατή. Γι’ αυτόν ικανοποιητική, για να προχωρήσει στην καταδίκη του νέου, είναι η τρίτη κατηγορία.

“Στο δικαστήριο ο κατής προσπαθεί να καλοπιάσει και να πείσει τον αξιόλογο νεαρό με υποσχέσεις, γλυκόλογα και δολοπλοκίες. Επιδίωξε να πετύχει τα ακατόρθωτα. Προσπάθησε να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικός από τον προσβεβλημένο Τούρκο πατέρα”.
” Προσπαθούσε ο κατής να αφανίσει τον ψυχικό στύλο του εξαίρετου νέου, αλλά συνάντησε σ’ αυτόν αμετακίνητο βουνό, το οποίο και προσπαθούσε να μετακινήσει από τη θέση του και σαν να ήθελε με την βελόνα να ελέγξει τον σκληρότατο αδάμαντα.

Όταν ο κατής βεβαιώθηκε, ότι με κανέναν τρόπο, με καμία υπόσχεση και με κανένα επιχείρημα ή και βασανιστήριο, δεν θα μπορούσε να κάμψει την πεποίθηση του εξαίρετου νέου, διέταξε να τον θανατώσουν μαρτυρικά. Του πέρασαν το σχοινί στο λαιμό. Στη συνέχεια τον σήκωσαν σιγά-σιγά από τη γη και τον κατέβαζαν κάτω απότομα”.
Όμως το μαρτύριο του βοσκού συνεχίζεται και ο κατής του λέγει: «Λυπήσου την ανθηρή νεότητά σου». Του υπενθυμίζει πόσο τρομερό είναι να μαρτυρεί τώρα πάνω στην νεότητά του, στα καλύτερα του χρόνια, και τον πιέζει να επιλέξει τη ζωή με το να αλλάξει την πίστη του. Αλλά ο θαρραλέος νέος είναι πια αποφασισμένος. Έχοντας βαθιά ριζωμένη μέσα του τη χριστιανική πίστη, ψελλίζει την ώρα που τον σφίγγει το σχοινί για να πεθάνει: Ο Χριστός είναι ο Θεός μου και ο Βασιλιάς μου.
“Τρεις φορές μαρτύρησε κατ’ αυτόν τον τρόπο και την τρίτη φορά πέθανε. Η χαρά του μάρτυρα που πραγματοποιεί την υπέρτατη θυσία για το Χριστό, πηγαίνοντας να κατακτήσει την ουράνια ζωή, διακρινόταν εκείνη τη στιγμή στο τελευταίο βλέμμα του θνητού από τη γη προς τον Ουράνιο Πατέρα”.

Ο Άγιος Σάββας Γρούσης ο εξ Άρτης


Αγιογραφία του υπάρχει στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου της Άρτας. Στοιχεία για τον συγκεκριμένο Άγιο υπάρχουν στο εξαντλημένο βιβλίο του Ηπειρώτη Προκοπίου Τσιμάνη με τίτλο «ΑΠΟ ΥΨΗΛΗ ΣΚΟΠΙΑ ΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ».
Στην σελίδα 132 γράφονται τα εξής:«Γνωστόν επίσης, χωρίς όμως λεπτομερείας είναι ότι κατά την μακρινήν εκείνην εποχήν εμαρτύρησεν και ο εξ Άρτης ιερεύς Σάββας Γρούσης, ο οποίος επροξένησε πολλάς ζημίας εις τους Τούρκους και συνελήφθη αιχμάλωτος από τον πρώτον Σουλτανικόν Ναύαρχον Ιμέρ Αλήν. Ούτος τον έδεσε ζωντανόν οπίσω από το πλοίον του και τον έσυρεν ολόκληρα μίλλια έως ότου ο τραγικός ιερεύς κατεσπαράχθη από τα σαρκοβόρα κήτη της θαλάσσης».
Νεομάρτυς εκ Βονίτσης, που μαρτύρησε στην Άρτα «Άνωθεν του ιερού ναού των Αγίων Θεοδώρων, μακράν 25 λεπτών, εν τω βουνώ, υπάρχει μέχρι της σήμερον σωζόμενον μέρος τοίχου μετά τινος θυρίδος μικράς, όπου ετάφη κατά το 1823 σκολοπισθείς ως μη βουληθείς εξομόσαι το πάτριον δόγμα, ορθόδοξος τις εκ Βονίτσης ου το όνομα άδηλον» (Δοκίμιο σελ. 143)

Επίλογος
Με τη γνωστοποίηση των απαραίτητων ιστορικών στοιχείων στους αρμόδιους με πρωτοκολλημένα υπομνήματα,αλλά και με δημοσιεύσεις σε τοπικά περιοδικά και σε εφημερίδες, έγινε προσπάθεια να ενταχθούν στο Αρτινό αγιολόγιο οι παραπάνω αναφερόμενοι άγιοι νεομάρτυρες. Δυστυχώς, όμως αναγκαζόμαστε να καταγράψουμε τις εξής θλιβερές διαπιστώσεις. Το χριστεπώνυμο πλήρωμα της τοπικής εκκλησίας συνεχίζει να τους αγνοεί, επειδή μέχρι τώρα δεν αποτέλεσαν οι νεομάρτυρες αυτοί θέμα κατηχητικών ομιλιών και κηρυγμάτων. Στην σχετική εκκλησιαστική ιστοσελίδα δεν γίνεται καμία αναφορά σ΄αυτούς.

Στην εορτή και στην εικόνα της εορτής της «Σύναξης των εν Άρτη Αγίων» απουσιάζουν και στο ημερολόγιο τσέπης που εκδόθηκε για τους Αρτινούς Αγίους δεν υπάρχει καμία αναφορά σ’ αυτούς. Η προκλητική αυτή απαξίωση στους συγκεκριμένους Αγίους αποτελεί έμμεση αλλοίωση της τοπικής εκκλησιαστικής ιστορίας, αλλά και σοβαρότατο πνευματικό παράπτωμα με όποιες συνέπειες μπορεί να έχει εν «εκείνη τη Ημέρα». Και προκειμένου,έστω και τώρα, να διορθωθεί αυτό το λάθος προτείνουμε να καθιερώσει η τοπική εκκλησία την τιμή σ’ αυτούς ειδικά τους νεομάρτυρες την Γ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ(ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ). Ευχόμαστε να φθάσει η πρόταση αυτή σε «ειδήμονα ώτα ακουόντων».

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ — Αθωνικά άνθη

«Τα κατά πόλιν δεσμά και τας θλίψεις σου, τις διηγήσεται ένδοξε Απόστολε Παύλε; Τους κόπους, τους μόχθους, τας αγρυπνίας, τας εν λιμώ και δίψει κακοπαθείας, τας εν ψύχει και γυμνότητι, την σαργάνην, τους ραβδισμούς, τους λιθασμούς, την περίοδον, τον βυθόν, τα ναυάγια;…». Εκκλ. Υμνογραφία.

Η κατανυκτική κατ’ έτος εορτή του Αποστόλου των Εθνών, φέρει εγγύτερον προς ημάς την θείαν εικόνα της προσωπικότητός του. και η αγάπη μας και η ευλάβειά μας προς τον μέγαν Παύλον αναπαριστώσι πληρέστερον και ουσιωδέστερον την πολυσχιδή και πολύμοχθον αποστολικήν διδασκαλίαν του.

Ο Απόστολος Παύλος είναι ένα εκπληκτικόν θαύμα εν τη ιστορία του κόσμου. Ένα θαύμα, προ του οποίου, η μεν αρνητική κριτική παραμένει άφωνος και εκστατική, η δε ευσεβής χριστιανική σκέψις μετουσιούται, επί είκοσιν ήδη αιώνας εις στροφάς λατρείας, εις αισθήματα αγάπης, εις αίνους και ωδάς πνευματικάς. Ολόκληροι τόμοι εγράφησαν από των αποστολικών εισέτι χρόνων, δια τον θεόληπτον Ταρσέα, και μοναδικά εγκώμια επλάκησαν εις την αγίαν και εκτάκτως μεγαλοφυά μορφήν του, εις το «σκεύος της εκλογής» του Χριστού. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας και διδάσκαλοι της οικουμένης, ενείδον εν τω θείω Αποστόλω μίαν πρωτοφανή και παγκόσμιον δύναμιν, συμπυκνούσαν σπανιώτατα και όλως έκτατα πνευματικά στοιχεία, η οποία ανέστρεψε προς τον ουρανόν και τον ταλαίπωρον ρουν της δυστήνου ανθρωπίνης ιστορίας. Δεν ήτο κοινός άνθρωπος ο Παύλος, με τας μετρίας εκ της φύσεως ιδιότητας, ούτε η ελληνική του παιδεία μετά της ιουδαϊκής, ην εξέμαθε «παρά τους πόδας του Γαμαλιήλ» ήσαν ευκαταφρόνητοι δια την εποχήν του.

Ο Παύλος ήτο μέγας, υπό την σημασίαν, ότι συνεκέντρου εν εαυτώ εκτάτους πνευματικάς ιδιότητας και μίαν σπανίαν θυμικήν δύναμιν, τας οποίας η χάρις του Χριστού απεκάθηρεν, ήγνισεν, ελάμπρυνε και εξηγίασεν. Αφ’ ότου τον περιέλαμψε το άκτιστον φως της προς Δαμασκόν οδού, αι εξαίρετοι αυτού νοητικαί δυνάμεις και η αδάμαστος καρδία του εφωτίσθησαν και ανεδύθη εν όλω τω μεγαλείω αυτής η έξοχος φύσις του, ήτις, εν συνεργασία μετά του Πνεύματος του αγίου, ανέδειξε τον άνδρα ως τον κυριώτερον ερμηνευτήν της αποκαλυφθείσης ευαγγελικής αληθείας. «Όταν δε Παύλον είπω, τον Χριστόν πάλιν λέγω». Είναι χρυσοστομικόν το ιερόν τούτο διανόημα, το οποίον δίδει το μέτρον της πνευματικής και ηθικής αξίας του αγίου Παύλου, και όπερ επεξηγεί παρακατιών ο χρυσούς άγιος, λέγων: «δια γαρ του Παύλου, ο Χριστός εφθέγγετο». Ο δε ίδιος θείος Απόστολος, οιονεί επιβεβαιών το ανωτέρω, γράφει: «Ζω ουκέτι εγώ· ζη δε εν εμοί Χριστός».

Η πολυμέρεια της προσωπικότητος του Παύλου, κατέστησεν εις τούτον δυνατήν την βίωσιν του Χριστιανισμού εις όλην την κλίμακα των ενδεχομένων μορφών και παραλλαγών του. Η μεγάλη και αγία ψυχή του εκινείτο μετά καταπληκτικής ευκολίας εις τους απείρους κόσμους των υπερφυών «θεωριών» του, μετά της οποίας πάλιν κατήρχετο από την θέαν των μυστηρίων του «τρίτου ουρανού», εις την γεηράν πεζότητα της ρυθμίσεως των πρακτικών σχέσεων της συζυγικής κοίτης και των στοιχειωδών αναγκών των Εκκλησιών, ων είχεν αυτός την μέριμναν. Ήτο και απόστολος του Ευαγγελίου της πίστεως και κοινωνιολόγος του Χριστιανισμού, και θεολόγος αυθεντικώτατος, και ασκητής, και ποιμήν των Εκκλησιών, και δογματικός, και βαθύς μύστης και ερμηνεύς των μυστηρίων της βασιλείας των ουρανών, και πατήρ και αδελφός των πιστών τρυφερώτατος.

Σπανίως συναντώμεν την πολυμέρειαν της παυλείου ψυχής εις το αγιολόγιον της Εκκλησίας μας, αυτόν τον συνδυασμόν της ποικιλίας των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος εν μια ψυχή, ως συνέβη με αυτόν τον μικρόσωμον Ιουδαίον, τον νευρώδη αγωνιστήν, τον ζηλωτήν Χριστιανόν, τον πυρίπνουν πρώην άγριον θήρα Σαύλον, ον το θείον φως του Χριστού μετέβαλεν εις ήμερον άρνα και ηπιώτατον ευαγγελιστήν της αγίας εν Χριστώ αγάπης. Είναι αμφίβολον εάν υπάρχη έτερος άγιος εν τη Εκκλησία, όστις να εβίωσε την αγωνίαν και την αγάπην του Χριστού εις έκτασιν, έντασιν, βάθος και ψυχικήν αίσθησιν, όπως ο Απόστολός μας, ο οποίος ένθους και εξιστάμενος εν θεοληψία από την ενέργειαν της συμβίου του αγίας αγάπης ανεφώνει: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Ο δε ιερός υμνογράφος του, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, μένει ενεός και έκθαμβος προ του ψυχικού μεγαλείου του Παύλου, όστις εν τη βαθεία ταπεινώσει του, διακηρύττει εις όλον τον κόσμον, ότι αυτός δεν είναι Απόστολος, ή ελάχιστος των Αποστόλων, διότι εδίωξε την Εκκλησίαν του Χριστού, ότι μεταξύ αμαρτωλών είναι πρώτος αυτός, ότι δεν είναι άνθρωπος, αλλ’ έκτρωμα. Θα ημπορούσαμεν να είπωμεν μετά του Βοσσουέτου, ότι «ούτε άγγελος δεν δύναται να υμνήση τον Παύλον». Εκτός των «κατά πόλιν δεσμών και των θλίψεών του», εκτός όλης της περιπετειώδους αποστολικής του δραστηριότητος, καθ’ ην εκήρυξε το Ευαγγέλιον «από Ιερουσαλήμ μέχρι κύκλω του Ιλλυρικού», δοκιμάσας πολλάκις «το απόκριμα του θανάτου», τα προσωπικά βιώματά του, ως ζώντος «εν Χριστώ και τούτω Εσταυρωμένω», έχουν τι το μοναδικόν εν αγιότητι, όπερ εις ουδένα των αγίων συναντάται.

Το πλούσιον πνευματικόν φως του θείου Παύλου, το οποίον διαχέεται εις τον κόσμον εις μεγάλας δέσμας, υφίσταται μίαν ταλαίπωρον διάθλασιν από τους ανθρώπους, αναλόγως των πνευματικών οφθαλμών εκάστου. Η διδασκαλία του Αποστόλου και ο άγιος βίος του, ομοιάζουν προς μίαν πολύχρωμον ίριδα, της οποίας τα χρώματα δεν γίνονται ορατά με ένα βλέμμα, αλλά άλλος συλλαμβάνει τούτο και άλλος το έτερον. Εκ τούτου παρατηρείται μεταξύ των πιστών μία ποικιλία γνωμών περί της διδασκαλίας και του βίου του αγίου Παύλου, με τάσεις μάλιστα να δημιουργούν σχολαί εν ονόματί του, ως εκφραστικαί του πνεύματός του, ενώ ουσιαστικώς πρόκειται, ως εκ της μονομερείας, περί ασυγχωρήτων παραποιήσεων, αίτινες αλλοιούν θεμελιωδώς την εν αγίω Πνεύματι υψηλήν διδασκαλίαν του. λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι ο Παύλος περισσότερον παντός άλλου και πληρέστερον διερμήνευσε το πνεύμα της Καινής Διαθήκης, γίνεται αντιληπτόν πόσον απομακρύνουν από τον γνήσιον Χριστιανισμόν αι τοιαύται μονομερείς τάσεις, αξιούσαι την ανάπλασιν του κόσμου. Φρονούμεν, ότι αι πεπλανημέναι ερμηνείαι, οφείλονται κυρίως εις την διάστασιν μεταξύ θεωρίας και πράξεως. Ο Χριστιανισμός δεν είναι θεωρητικόν τι είδος ή σύνταγμα ηθικών κανόνων. Είναι βίωσις εντολών, εκ της οποίας θα εξαρτηθή το ποσόν της γνώσεως. Εάν ζήσωμεν όλας τας εντολάς με συνέπειαν εις όλον το βάθος και την έκτασίν των, τότε θα ίδωμεν τον κεκρυμμένον εις αυτάς Χριστόν, πρόσωπον προς πρόσωπον. Είναι αδύνατον να εννοήσωμεν το Ευαγγέλιον της χάριτος χωρίς προηγουμένως να το κάμωμεν ζωήν. Ο άγιος απόστολος Παύλος, επορίζετο την περί της Καινής Διαθήκης γνώσιν του, από την αποκάλυψιν του αγίου Πνεύματος και από την μίμησιν του Χριστού και την εργασίαν των εντολών του. Ωσαύτως και οι αυθεντικόν ερμηνευτικόν κύρος κεκτημένοι άγιοι Πατέρες, ήσαν μιμηταί του Χριστού και φύλακες των εντολών του. Δεν δυνάμεθα δια της κριτικής ερεύνης να εισδύσωμεν εκεί, όπου μόνον δι’ απλότητος καρδίας και αγιότητος βίου, ως εκ της τηρήσεως των εντολών, εισερχόμεθα. Αι ποικίλαι αντιλήψεις περί του πνεύματος του Αποστόλου, εκφράζουν την ελαφρότητα των ερμηνευτών και την πλάνην, καθ’ ην δύνανται να προσεγγίσουν την διδασκαλίαν του δια της πτωχοτάτης και διεφθαρμένης ανθρωπίνης σκέψεως. Εις το σημείον τούτο της απονοίας, έφθασεν ο Προτεσταντισμός, ορθολογιστικώς αξιών να επιλύση τας Γραφικάς δυσκολίας και τα θεολογικά προβλήματα. Αντιθέτως, η Ορθοδοξία εδημιουργήθη από την ταπείνωσιν των Πατέρων και το πένθος των και από την προς εαυτούς απιστίαν, στοιχεία που τόσον έντονα χαρακτηρίζουν την ζωήν του Αποστόλου Παύλου, ώστε να μη δυσκολευώμεθα να τον ονομάσωμεν θεμελιωτήν της Ορθοδόξου πνευματικής παραδόσεως.

Και ομολογουμένως, τα πρώτα στοιχεία της Ορθοδόξου πνευματικής παραδόσεως κατέβαλεν ο Απόστολος των Εθνών, λόγω της εν αγίω Πνεύματι βαθυτάτης και μυστικωτάτης βιώσεώς του, ήτις υπήρξεν ο τύπος και υπογραμμός δια τους ηγαπηκότας την επιφάνειαν του Χριστού πιστούς. Όταν λέγωμεν Ορθόδοξον πνευματικήν παράδοσιν, εννοούμεν τον βαθύν, τον εσωτερικόν, τον γνήσιον χριστιανισμόν, την «εν Χριστώ ζωήν». Εννοούμεν την βίωσιν του χαροποιού πένθους της ταπεινώσεως του Χριστού, της αγάπης του Χριστού, την εσωτερικήν αγωνίαν, τον κλαυθμόν, την λυγμώδη και εν στεναγμοίς γενομένην προσευχήν, την εκ βαθέων αγάπην προς τον πλησίον, την ζώσαν εν Κυρίω ψυχήν. Μόνον δια της εσωτερικής αυτής ζωής, ήτις είναι όντως χριστιανική ζωή, ευρίσκει δικαίωσιν η κλήσις ημών ως Χριστιανών, «εν καινότητι ζωής περιπατούντων». Ούτω μόνον αξιοποιείται η θυσία του Κυρίου, εξηγείται η θεία υιοθεσία ημών, νοείται η χάρις της ητοιμασμένης ημίν Βασιλείας των ουρανών και η μετά του Χριστού αιώνιος ζωή.

Αυτήν την θείαν ζωήν εβίωσεν ο μέγας Παύλος και αυτήν παρέδωκεν, ως υπεύθυνος ευαγγελιστής του κόσμου, «εις τους μέλλοντας κληρονομείν την Βασιλείαν των ουρανών». Αυτήν την ζωήν έζησαν οι άγιοι ημών Πατέρες και από συστάσεως της αγίας Εκκλησίας μας ανώνυμοι αδελφοί μας και εδημιουργήθη η Ορθόδοξος πνευματική παράδοσις, της οποίας ο Παύλος υπήρξεν ο σοφός αρχιτέκτων, το καθαρόν υπόδειγμα και η θεόγραφος εικών προς μίμησιν. Δια να αντιληφθώμεν τούτο, δια να γνωρίσωμεν τον άγιον Απόστολον Παύλον, δεν αρκεί μόνον να αναγνώσωμεν τας επιστολάς του, αι οποίαι είναι αι θεόγραφοι πλάκες του χριστιανισμού, αλλά είναι απαραίτητον να βιώσωμεν τον βίον του, να γίνωμεν μιμηταί του ως και αυτός εγένετο του Χριστού. Μόνον υπό τον όρον αυτόν θα δυνηθώμεν να εννοήσωμεν την «αδιάλειπτον οδύνην εν τη καρδία του» τον ύμνον του εις την αγάπην, τους «αλαλήτους στεναγμούς του», την συνοχήν του «εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι», το βάθος της ταπεινώσεώς του και όλον τον έντονον εσωτερικόν του βίον. Όταν γίνωμεν «μιμηταί Παύλου», τότε δεν θα πλανώμεθα διαστρέφοντες τον Παύλον κατά τας αρεσκείας μας.

πηγη.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΦΩΝΗ

ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΟΡΤΗ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ : ΣΗΜΕΡΑ ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ!

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2020 12:57
Τα μυστικά της Αγιάς Σοφιάς - Μυστήρια-θρύλοι και ο πανικός των Τούρκων! |  Pentapostagma

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Η. ΑΡΚΟΜΑΝΗ Πτυχιούχος (BSc )Πολιτικών Επιστημών, Δημόσιας Διοίκησης &Οικονομίας – Δημόσιο και Ιδιωτικό Δίκαιο (MSc) – Φοιτητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης- Πρωτοψάλτης Ζωοδόχου Πηγής-Καρδίτσας-Πρόεδρος & Δνων Σύμβουλος Α.Ε.

Τῆς ἑορτῆς μεσούσης, τῆς σῆς Χριστὲ Ἀναστάσεως, καὶ θείας παρουσίας τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, συνελθόντες τῶν θαυμάτων σου, ἀνυμνοῦμεν τὰ μυστήρια, ἐν ᾗ κατάπεμψον ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ὁ Θεόδωρος Στουδίτης, χαρακτηρίζων αὐτὴν τὴν ἑορτὴν «δεσποτικήν», λέγει ὅτι οἱ πρὸ αὐτοῦ ἅγιοι Πατέρες «αὐτὴν ἀνενδοιάστως ἑόρταζόν τε καὶ εἰς πᾶν ἔσθιον». Βεβαίως, δὲν ἐπιμένει σ’ αὐτὴν τὴν παράδοση, ἀλλὰ τὴν προτείνει, ὥστε νὰ γίνη προσωπικὴ διάθεση καὶ ἐπιλογή: «Νῦν δὲ ὁ χωρῶν, χωρείτω ἐν ταύτῃ, εἰ δυνατόν», λέγει.

Πάντως δικαιολογεῖ τοὺς πρὸ αὐτοῦ Πατέρες, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτὶ ἡ Μεσοπεντηκοστὴ «ἐπισυνάπτει τὴν τε ἀνάστασιν καὶ τὴν τοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτησιν• καὶ ἐπιφαίνεται χαρμόσυνος ἡ νῦν ἑορτὴ τοῦ Μονογενοῦς, ὡς μέσον θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος αὐτὸς δοξαζόμενος καὶ προσκυνούμενος»[i]. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία δέχεται ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν Τετάρτη γίνεται κατάλυση ἰχθύος, ὅπως καὶ τὴν Τετάρτη τῆς ἀποδόσεως τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου[ii].

Τὴν ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς τὴν ἑορτάζουμε γιὰ τὴν τιμὴ τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν, δηλαδὴ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Πεντηκοστῆς, ἐπειδὴ αὐτὴ καὶ ἑνώνει καὶ συνδέει τὶς δύο αὐτὲς ἑορτές. Ἡ ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς θεσπίστηκε γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο:

Μετὰ τὸ ὑπερφυὲς θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς στὸ παράλυτο, οἱ Ἰουδαῖοι, σκανδαλισμένοι δῆθεν γιὰ τὸ Σαββάτου (διότι πράγματι, Σάββατο θεράπευσε ὁ Κύριος τὸν παράλυτο), Τὸν καταδίωκαν καὶ ζητοῦσαν νὰ τὸν σκοτώσουν.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς ἔφυγε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ πῆγε στὴ Γαλιλαία, ὅπου καὶ διέμενε στὰ ὅρη τῆς περιοχῆς ἐκείνης μὲ τοὺς μαθητές Του. Ἐκεῖ ἔκανε τὸ ὑπερφυὲς θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ἰχθύων, καὶ ἔφαγαν καὶ χόρτασαν πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωρὶς νὰ ὑπολογίζονται στὸν ἀριθμὸ αὐτὸ γυναῖκες καὶ παιδιά.

Σκηνοπηγία ή εορτή της Συγκομιδής[iii] ή εορτή των Σκηνών[iv], ονομαζόταν και ονομάζεται η τελευταία από τις τρεις μεγάλες γιορτές των Ιουδαίων, μετά το Πάσχα και την Πεντηκοστή, διάρκειας επτά ημερών[v], που “τελείται προς ευχαριστίαν για την συγκομιδή των καρπών και προς ανάμνηση της καθοδήγησης του Ισραήλ από τον Θεό στην Έρημο του Σινά μετά την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο και την διαμονή τους σε σκηνές.”[vi].

Ήταν ετήσια γιορτή και ξεκινούσε πέντε μέρες μετά την ημέρα του Εξιλασμού[vii], δηλ. τη 15η ημέρα του μήνα Τισρί (τέλη Σεπτεμβρίου – αρχές Οκτωβρίου), του έβδομου μήνα του εβραϊκού ημερολόγιου. Ο Ιώσηπος την χαρακτηρίζει ως “εορτήν σφόδρα παρά τοις Εβραίοις αγιωτάτην και μεγίστην”[viii].

Την εποχή της τελικής εκδόσεως του Λευϊτικού (6ος αι. π.Χ.), εορταζόταν μόνο στην Ιερουσαλήμ. Κατά τη διάρκεια της στήνονταν σκηνές από κλαδιά στα δώματα των σπιτιών, στους δρόμους, τους κήπους και τις πλατείες και μέσα εκεί έμεναν μέχρι το τέλος της γιορτής[ix].

Έτσι, οι Εβραίοι μιμούμενοι τη διαβίωση του λαού τους μετά την έξοδο από την Αίγυπτο[x], απέδιδαν ευχαριστίες στο Θεό για τις τότε θαυματουργικές εκδηλώσεις του[xi]. Επίσης, με αυτή την “χαναανιτικής προελεύσεως αγροτική εορτή, οι Ισραηλίτες με ευγνωμοσύνη έκλειναν τον τρύγο και την συγκομιδή των ελαιών το φθινόπωρο”[xii] ντύνοντας την όμως και “με μια σημασία δεμένη με τη σωτηρία του Ισραήλ [που] θυμίζει το νομαδικό παρελθόν και την περιπλάνηση του λαού μέσα στην έρημο”[xiii].

H Μισνά στην πραγματεία Sukka, αναφέρει τις εξής εκδηλώσεις της γιορτής:

“Κατά τας νύκτας οι ιερείς και λευίται έψαλλον εις την αυλήν του Ναού τους καθωρισμένους ψαλμούς και έπαιζον μουσικά όργανα, από της πρώτης δε ημέρας όλοι οι εορτάζοντες Ιουδαίοι έφερον εις χείρας κλάδους φοινίκων και διαφόρους καρπούς, οι οποίοι εσυμβόλιζον την εσοδείαν που εχάρισεν εις αυτούς ο Θεός κατά την διάρκειαν του έτους.

Καθημερινώς εγίνετο περιφορά πέριξ του θυσιαστηρίου, την δε 7ην ημέραν η περιφορά επανελαμβάνετο επτάκις εις άνάμνησιν της καταλήψεως της Ιεριχούς. Κατά την τελευταίαν ημέραν της εορτής, ήτοι την 8ην ημέραν μετά την παρέλευσιν του επταημέρου, ήτις εθεωρείτο ως το εξόδιον όλων των εορτών του έτους και εκαλείτο ημερα του ‘μεγάλου Ωσαννά’, εγίνετο πανηγυρική σύναξις του λαού και εψάλλοντο διάφοροι ψαλμοί”[xiv].

Η γιορτή αυτή ήταν τόσο χαρμόσυνη που οι ραββίνοι συνήθιζαν να λένε πως εκείνος ο οποίος “δεν παρέστη εις τας τελετάς αυτάς, δεν εγνώρισε τι είναι χαρά!”[xv]. Ο Πλούταρχος μάλιστα, ο οποίος είχε προφανώς παρακολουθήσει την γιορτή, κάνει λόγο για όλα τα παραπάνω και θεωρούσε ότι “εικός δε βακχείαν είναι τα ποιούμενα”[xvi] δηλ. μοιάζουν με όσα τελούσαν οι Έλληνες στις γιορτές του Διονύσου.

Η Σκηνοπηγία στην Καινή Διαθήκη

Η γιορτή της Σκηνοπηγίας αναφέρεται και στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον. Κατά τη διάρκειά της οι αδελφοί του Χριστού του συνέστησαν να μεταβεί από τη Γαλιλαία στην Ιερουσαλήμ, για να προβάλλει σαφέστερα το έργο του. Ο Ιησούς, “μεσούσης της εορτής”[xvii] ανέβηκε και δίδασκε στα πλήθη.

Η συνέχεια του κηρύγματος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα κατά την εορτή της Σκηνοπηγίας φαίνεται στο Ιω 7:37 όπου κατά την πρωινή λατρεία της 8ης ημέρας, της εξόδιας ημέρας, γίνονταν σπονδή νερού, μια παράσταση της ευλογίας του ύδατος κατά την είσοδο στη γη της επαγγελίας μετά τη δύσκολη ζωή της ερήμου [xviii].

Μετέπειτα, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας (ἦταν δὲ καὶ αὐτὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων), ὁ Ἰησοῦς ἀνέβηκε καὶ πάλι στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ περπατοῦσε στὰ κρυφά. Στὸ μέσο ὅμως τῆς ἑορτῆς ἀνέβηκε στὸ Ναὸ καὶ δίδασκε· καὶ ὅλοι ἔμεναν ἔκπληκτοι ἀπὸ τὴ διδαχή Του.

Ἀλλά, ἐπειδὴ Τὸν φθονοῦσαν, ἔλεγαν: «Πῶς αὐτὸς ξέρει γράμματα, ἐνῶ δὲν ἔχει σπουδάσει;». Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς, ὄντας πράγματι νέος Ἀδάμ, ὅπως ἐκεῖνος ὁ πρῶτος ἦταν κατάμεστος ἀπὸ σοφία, ἔτσι καὶ Αὐτός, ὄντας ἐπιπλέον καὶ Θεός, ἦταν παντογνώστης . Γόγγυζαν λοιπὸν ὅλοι κατὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπιδίωκαν νὰ Τὸν σκοτώσουν ὁπωσδήποτε. Ἐκεῖνος δέ, ἐλέγχοντάς τους ὅτι μάχονταν δῆθεν ὑπὲρ τοῦ Σαββάτου, εἶπε: «Γιατί ζητᾶτε νὰ μὲ σκοτώσετε;».

Καὶ στρέφοντας τὴ σκέψη τῶν Ἰουδαίων στὸ μωσαϊκὸ Νόμο, τοὺς εἶπε ἐπιπρόσθετα ὅτι δὲν εἶχαν κανένα λόγο νὰ θυμώνουν ἐναντίον του, ἐπειδὴ θεράπευσε κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου τὸν παράλυτο, διότι καὶ ὁ Μωυσῆς ἔχει νομοθετήσει ὅτι τὸ Σάββατο μπορεῖ νὰ καταλύεται, στὴ περίπτωση ποὺ πρόκειται γιὰ περιτομή, (ὅταν ἡ ὄγδοη ἡμέρα ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ ἀρσενικοῦ παιδιοῦ, κατὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε αὐτὴ νὰ γίνει, συνέπιπτε μὲ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου.

Καὶ συνεχίζοντας ὁ Κύριος, εἶπε: «Ἂν ἕνας ἄνθρωπος περιτέμνεται τὸ Σάββατο, γιὰ νὰ μὴν παραβιαστεῖ ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ, ἐσεῖς θυμώνετε ἐναντίον μου, ἐπειδὴ θεράπευσα ἕναν ὁλόκληρο ἄνθρωπο κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;»). Καὶ βέβαια ὁ Κύριος ἔκαμε διάλογο πολλὴ ὥρα μὲ τοὺς Ἰουδαίους περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ τοὺς τόνισε ὅτι δοτήρας τοῦ Νόμου ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ ὅτι ἦταν ἴσος πρὸς τὸν Πατέρα.

Καὶ αὐτὸ τὸ τόνισε ἰδιαίτερα κατὰ τὴν τελευταία καὶ πιὸ ἐπίσημη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς (λέγοντάς τους: «Ἐὰν κανεὶς διψάει, ἂς ἔλθει σ’ ἐμένα καὶ ἂς πιεῖ»). Μετὰ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε καὶ πάρα πολλὰ ἄλλα, καὶ ἰδιαίτερα βαρυσήμαντα. Τότε ἐκεῖνοι πῆραν στὰ χέρια τοὺς πέτρες, γιὰ νὰ τὶς ρίξουν καταπάνω Του, πλὴν ὅμως πέτρα δὲν Τὸν ἄγγιξε οὔτε κατ’ ἐλάχιστον.

Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Ἰησοῦς χάθηκε θαυματουργικὰ ἀπὸ τὰ μάτια τους καί, περνώντας ἀπὸ ἀνάμεσά τους ἀπαρατήρητος, ἔφυγε ἀπὸ τὸ Ναό. Φεύγοντας δὲ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Κύριος καὶ διαβαίνοντας ἀπὸ τὸ μέσο τῆς πόλεως, εἶδε κάποιον ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλὸς καὶ τὸν θεράπευσε, κάνοντας τὰ μάτια του νὰ βλέπουν.

Πρέπει δὲ νὰ ξέρουμε ὅτι οἱ μέγιστες ἑορτὲς τῶν Ἰουδαίων εἶναι τρεῖς: Πρώτη εἶναι ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, ἡ ὁποία τελεῖται κατὰ τὸν πρῶτο μήνα, πρὸς ἀνάμνηση τῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας.

Δεύτερη εἶναι ἡ Πεντηκοστή, ἡ ὁποία θεσπίστηκε πρὸς ἀνάμνηση τῆς παραμονῆς τους στὴν ἔρημο ἐπὶ πενήντα ἡμέρες, μετὰ τὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας -πενήντα ἡμέρες, πράγματι, πέρασαν ἀπὸ τὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρὰς μέχρι ποὺ ἔλαβαν τὸ μωσαϊκὸ Νόμο. (Συνολικὰ βέβαια στὴν ἔρημο ἔμειναν σαράντα χρόνια).

Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ γίνεται καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ ἀριθμοῦ ἑφτά, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ἀπὸ αὐτοὺς ἱερός. Τρίτη εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας, ἡ ὁποία θεσπίστηκε πρὸς ἀνάμνηση τῆς σκηνῆς, τὴν ὁποία ὁ Μωυσῆς κατασκεύασε καὶ ἔστησε μὲ ἀρχιτέκτονα τὸν Βεσελεὴλ καὶ ἔχοντας ὡς πρότυπο τὴ σκηνὴ ποὺ εἶδε (ποὺ τοῦ περιέγραψε ὁ Θεὸς) στὴ νεφέλη στὸ ὅρος Σινᾶ.

Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ διαρκεῖ ἑπτὰ ἡμέρες καί, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν παραπάνω λόγο, θεσπίστηκε καὶ πρὸς ἀνάμνηση τῆς ἐπὶ σαράντα χρόνια παραμονῆς τῶν Ἑβραίων στὴν ἔρημο. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν σχετίζεται ἡ ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας. Τότε, λοιπόν, ἐνῶ τελοῦνταν ἡ ἑορτὴ αὐτή, στάθηκε ὄρθιος ὁ Χριστὸς καὶ ἔκραξε μὲ φωνὴ μεγάλη: «Ἐὰν τὶς διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω».

Ἐὰν δηλαδὴ κάποιος αἰσθάνεται πόθο καὶ δίψα, ὄχι γιὰ ἀγαθὰ ὑλικὰ καὶ φθαρτά, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη καὶ τὴ μακαριότητα τῆς θείας ζωῆς, ἂς ἔρχεται πρὸς ἔμενα διὰ τῆς πίστεως καὶ ἂς πίνει ἐλεύθερα. Πλησίον μου θὰ ἱκανοποιηθοῦν ὅλοι οἱ εὐγενεῖς του πόθοι καὶ θὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἡ ψυχή του.

Ἐπειδὴ λοιπὸν μὲ τὴ διδασκαλία Του αὐτὴ ὁ Χριστὸς ἀπέδειξε ὅτι εἶναι Μεσσίας (δηλαδὴ χρισμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ Πατέρα βασιλέας καὶ λυτρωτής), ἀφοῦ ἔγινε μεσίτης καὶ συμφιλιωτὴς τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ αἰώνιου Πατέρα Του, γι’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν αἰτία, ἑορτάζοντας τὴν ἑορτὴ αὐτὴ καὶ ὀνομάζοντάς την Μεσοπεντηκοστή, ἀνυμνοῦμε καὶ τὸν Μεσσία Χριστό, ἀλλὰ συνάμα δηλώνουμε καὶ τὴ μεγάλη σημασία ποὺ ἔχει ἡ ἑορτὴ αὐτὴ εὑρισκόμενη στὸ μέσο μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, δηλαδὴ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Πεντηκοστῆς.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ λοιπόν θεσπίστηκε νὰ γίνεται μετὰ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ ἡ ἑορτὴ τῆς Σαμαρείτιδας, διότι καὶ σ’ ἐκείνη τὴν ἑορτὴ γίνεται λόγος γιὰ τὸ Μεσσία Χριστὸ καὶ περὶ ὕδατος καὶ δίψας, ὅπως καὶ κατὰ τὴν παροῦσα ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Πέραν δὲ τούτου, κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, ὁ διάλογος μὲ τὴ Σαμαρείτιδα ἔγινε ἀρκετὰ πρὶν ἀπὸ τὴ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ.

Ποιο Πρόσωπο τιμάται στους ναούς που φέρουν το όνομα «Αγία Σοφία» και πότε εορτάζει ένας τέτοιος ναός;

Πολλές είναι οι εκκλησίες σ’ όλη την Ορθοδοξία που φέρουν το όνομα αυτό: Πρώτη η εν Κωνσταντινουπόλει «μεγάλη εκκλησία» που συγκινεί για τη μεγαλοπρέπεια, αλλά και τις περιπέτειές της, όλο τον Ορθόδοξο κόσμο και που χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο( έστω και σε μικρότερη κλίμακα) για την ανέγερση των άλλων, μεταγενέστερων, ναών. Φημισμένη και η της Τραπεζούντας που είχε την ίδια τύχη και τις ίδιες περιπέτειες με την της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωστή σε όλους και αυτή της Θεσσαλονίκης, κτίσμα, κατά πάσα πιθανότητα, του 8ου αιώνα, πάνω σε θεμέλια προϋπάρχουσας βασιλικής.

Και ο μεγαλοπρεπής ναός στο Κίεβο, που κτίστηκε τον 11ο αιώνα, εκείνος στη Σόφια της Βουλγαρίας, που κτίστηκε τον 12ο αιώνα, από τον οποίο πήρε το όνομα και η πόλη, καθώς και ο πρώτος ναός των Ελλήνων στο Λονδίνο. Μέχρι και τη φτωχική Πάφο, με την κοινότητα του Στρουμπιού να σεμνύνεται για ναό της Αγίας Σοφίας. Αναντίλεκτα από τους μεγαλοπρεπέστερους και ευρυχωρότερους είναι και ο ναός σας.

Οι Τούρκοι, ως γνωστόν, ονομάζουν «Αγιά Σοφιά» όσες εκκλησίες μας με τρούλλο κατέκτησαν και μετέτρεψαν σε τζαμιά. Ονομάζουν το τέμενος στην Τίμη Αγία Σοφία, ενώ είναι γνωστό πως ήταν εκκλησία της Αγίας Ειρήνης. Στον Μούτταλο ονομάζουν πάλι το τέμενος Αγία Σοφία, παρόλο που ήταν ο ναός του Αγίου Φιλαγρίου επισκόπου Πάφου.

Στο όνομα ποιου αγίου προσώπου ήταν αφιερωμένες οι εκκλησίες αυτές; Υπάρχει μια πληθώρα τέτοιων προσώπων στην θρησκευτική μας παράδοση. Οι περισσότερες θεωρούνται ότι ήταν αφιερωμένες στο Άγιο Πνεύμα γι’ αυτό και γιόρταζαν τη Δευτέρα μετά την Πεντηκοστή, Θεωρούσαν ως Σοφία του Θεού το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Άγιο Πνεύμα.

Άλλοι γιόρταζαν την Κυριακή της Πεντηκοστής και θεωρούσαν ότι ήσαν αφιερωμένες στο μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Κάποιες άλλες γιόρταζαν στα Εισόδια ή στην Κοίμηση της Θεοτόκου και μερικές ακόμα θεωρούνταν ως αφιερωμένες στη μάρτυρα Σοφία και στις τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη.

Ο μ. Κωνσταντίνος Καλοκύρης, καθηγητής της Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, σε μια μελέτη του, αποδεικνύει ιστορικά ότι ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ήταν αφιερωμένος στον Λόγο του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το οποίο, στην Παλαιά Διαθήκη, προτυπώνεται και ονομάζεται ως Σοφία του Θεού, ενώ στην Καινή Διαθήκη ξεκάθαρα ομολογείται ως «η Σοφία του Θεού». Στον Μυστρά, στον ναό της Αγίας Σοφίας, μνημονεύεται επιγραφή στην οποία αναφερόταν ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος «τω παντοποιώ του Θεού Πατρός Λόγω».

Ασφαλώς το σχετικό ερώτημα σε ποιο πρόσωπο ήταν ή πρέπει να είναι αφιερωμένες οι εκκλησίες με το όνομα «Αγία Σοφία» λύνεται εύκολα αν όντως αποδειχθεί και κατοχυρωθεί σε ποιον ήταν αφιερωμένος ο πρώτος και μεγαλοπρεπέστερος όλων τέτοιος ναός, εκείνος της Κωνσταντινουπόλεως. Και προς αυτή την κατεύθυνση θα στρέψουμε την προσοχή μας:

Στην Παλαιά Διαθήκη η Σοφία παρουσιάζεται-όχι βέβαια τόσο ξεκάθαρα όπως στην Καινή Διαθήκη- ως θεϊκό πρόσωπο. Κάτω από το φως της Καινής Διαθήκης, για μας, τα χωρία αυτά μιλούν για τον Χριστό, που είναι «η Σοφία του Θεού».

Έτσι η Σοφία, στο βιβλίο των Παροιμιών, παρουσιάζεται να είναι παρούσα στη Δημιουργία και να έχει γεννηθεί από τον Θεόν πριν από αυτή (τη Δημιουργία): «Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού…προ πάντων των βουνών γεννά με»[xix](Παροιμ.8,22-25). Και παρακάτω «Ηνίκα ητοίμαζε τον ουρανόν, συμπαρήμην αυτώ…..ήμην παρ’ αυτώ αρμόζουσα∙ εγώ ήμην ή προσέχαιρε»[xx](Παροιμ.8,27-31). Και αλλού: «Ο Θεός τη σοφία εθεμελίωσε την γην, ητοίμασε δε ουρανούς φρονήσει..»[xxi](Παροιμ.3,19).

Στη Σοφία Σειράχ η Σοφία παρουσιάζεται να υπάρχει από πάντα και για πάντα. «Προ του αιώνος απ’ αρχής έκτισέ με και έως του αιώνος ου μη εκλίπω»(Σειρ.24,9). Έχει ως κατοικία της τον ουρανό: «Εγώ εν υψηλοίς κατεσκήνωσα και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης»(Σειρ.24,4). Είναι απόρροια του στόματος του Υψίστου, όπως ο Λόγος Του: «Εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον και ως ομίχλη κατεκάλυψα την γην»[xxii](Σειρ.24,3).

Η Σοφία Σολομώντος φτάνει σε λεπτομερείς περιγραφές της Σοφίας, παρόμοιες μ’εκείνες που χρησιμοποιεί ο Απόστολος Παύλος. Αναφέρει η Σοφία Σολομώντος: «Ατμίς γαρ εστι της του Θεού δυνάμεως και απόρροια της του Θεού παντοκράτορος δόξης ειλικρινής…απαύγασμα γαρ εστι φωτός αϊδίου και έσοπτρον ακηλίδωτον της του Θεού ενεργείας και εικών της αγαθότητος αυτού»(Σοφ.Σολ.7,25-26[xxiii]).

Αυτή ζει πολύ κοντά στον Θεό «Συμβίωσιν Θεού έχουσα»(Σοφ.Σολ.9,3) και μοιράζεται τον θρόνο Του, αφού η παράκληση του ευσεβούς αναφέρει «δος μοι την των σων θρόνων πάρεδρον σοφίαν»(Σοφ.Σολ.9,4). Συνεχίζει δε να κυβερνά τον κόσμο: «Διατείνει από πέρατος εις πέρας ευρώστως και διοικεί τα πάντα χρηστώς»(Σολ.8,1).

Η οικειότητα μαζί της δεν ξεχωρίζει από την οικειότητα με τον ίδιο τον Θεό, αφού «φίλους Θεού και προφήτας κατασκευάζει»(Σοφ.Σολ.7,27). Όλες αυτές οι αναφορές αφήνουν να διαφανεί η ανεξιχνίαστη προσωπικότητα του Υιού του Θεού, χωρίς και να σκανδαλίζουν όσους ήσαν προσηλωμένοι στον αυστηρά μονοθεϊστικό χαρακτήρα της Ιουδαϊκής θρησκείας.

Όταν η Καινή Διαθήκη θα ταυτίσει τη Σοφία με τον Χριστό, Υιό και Λόγο του Θεού, θα βρει σ’ αυτή, την τελευταία διδασκαλία, την ακριβή προετοιμασία μιας πλήρους αποκαλύψεως: Ο άνθρωπος ενωμένος με τον Χριστό, συμμετέχει στη θεϊκή Σοφία και νιώθει να εισάγεται στο οικείο περιβάλλον του Θεού.

Ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή αναφέρεται στον Χριστό ως «Σοφία του Θεού». «Ημείς δε κηρύσσομεν… Χριστόν, Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν»(Α΄Κορ.1,23-24). Αν ο Χριστός αποκαλείται έτσι δεν είναι μόνο γιατί μεταδίδει τη σοφία στους ανθρώπους, αλλά γιατί ο ίδιος είναι η Σοφία.

Γι’ αυτό και μιλώντας για την προΰπαρξη του Χριστού κοντά στον Πατέρα, ο Παύλος, χρησιμοποιεί τους ίδιους όρους που προσδιόριζαν παλαιότερα τη θεϊκή Σοφία. Έτσι στην προς Κολασσαείς επιστολή λέγει: «Ος εστιν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως»(Κολ.1,15). Όπως στην Παλαιά Διαθήκη «Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού και έργα αυτού…..προπάντων των βουνών γεννά με»(Παροιμ.8,22).

Στην προς Εβραίους επιστολή λέγεται για τον Χριστό «Ος ων απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού, φέρων τε τα πάντα τω ρήματι της δυνάμεως αυτού..»(Εβρ.9,13). Μα και η Σοφία Σολομώντος όπως αναφέραμε πιο πάνω έτσι λέγει: «Ατμίς γαρ εστι της του Θεού δυνάμεως και απόρροια της του Θεού παντοκράτορος δόξης ειλικρινής…απαύγασμα γαρ εστι φωτός αϊδίου και έσοπτρον ακηλίδωτον της του Θεού ενεργείας και εικών της αγαθότητος αυτού»(Σοφ.Σολ.7,25-26).

Είναι, λοιπόν, χωρίς αμφιβολία ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, η Σοφία του Θεού. Αυτή η προσωπική Σοφία ήταν άλλοτε κρυμμένη μέσα στον γενικότερο όρο «Θεός» αν και κυβερνούσε το σύμπαν, κατηύθυνε την Ιστορία και φανερωνόταν στον Νόμο και στη διδασκαλία των προφητών. Τώρα αποκαλύπτεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Ερχόμαστε τώρα στη διερεύνηση της υποθέσεως αν η Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως τιμώταν επ’ονόματι του Χριστού, ως του Υιού και Λόγου του Θεού.

Από το Συναξάριον της Εκκλησίας ξέρουμε ότι «τα εγκαίνια της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ήτοι της Αγίας Σοφίας», εορτάζονται στις 23 Δεκεμβρίου. Τα πρώτα εγκαίνια, ξέρουμε από την Ιστορία, ότι έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου 537, και τα δεύτερα εγκαίνια, μετά την κατάρρευση του τρούλου έγιναν στις 24 Δεκεμβρίου 563. Είναι γνωστό ότι υπήρχε αρχαία συνήθεια, που σε μερικές περιπτώσεις εφαρμόζεται μέχρι σήμερα, να εορτάζει ο ναός κατά την ημέρα των εγκαινίων του.

Μια άλλη πληροφορία φαίνεται χρήσιμη και συμπληρωματική των πιο πάνω: Ο ναός της Αγίας Σοφίας είναι προσανατολισμένος Νοτιοανατολικά, σε γωνία 33,7 μοιρών, γιατί από εκεί ανατέλλει ο ήλιος στο χειμερινό ηλιοστάσιο. Όλα αυτά συγκλίνουν στο ότι ο ναός πανηγύριζε αρχικά στις 25 Δεκεμβρίου, την ημέρα των Χριστουγέννων, όντας αφιερωμένος στον Ιησού Χριστό. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός αυτής της αφιέρωσης.

Μετά την αντιμετώπιση του Αρειανισμού, προκειμένου να εξαρθεί ο Χριστός ως «ομοούσιος τω Πατρί», ως «φως εκ του φωτός» και ως «η δημιουργική και συνεκτική των απάντων Θεού Σοφία και Δύναμις» κτίστηκαν πολλοί ναοί, κυρίως από το τέλος του 4ου αιώνος, που αφιερώθηκαν στον Χριστό, ως την του Θεού Σοφίαν.

Ανάμεσα σ’ αυτούς, ο πρώτος μάλιστα, στην Κωνσταντινούπολη, που πιθανόν να σχεδιάστηκε από τον ίδιο τον Μ.Κωνσταντίνο, εγκαινιάστηκε, όμως, το 360 υπό των διαδόχων του.

Ήταν επιβεβλημένο το κτίσιμο σε κεντρικό σημείο της Πρωτεύουσας του νέου Κράτους ναού επ’ όνόματι της του Θεού Σοφίας για να διακηρύττεται στην πράξη η πίστη στο δόγμα της Α΄Οικουμενικής Συνόδου. Ήταν φυσικό και ο επί Ιουστινιανού κτισθείς περικαλλής ναός να ήτο αφιερωμένος και πάλιν στον Υιό και Λόγο του Θεού.

Τότε που είχε διατυπωθεί και ο όρος της Χαλκηδόνος για τον Χριστό ότι είναι «έν πρόσωπον εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως, γνωριζόμενος».

Η παράδοση μάλιστα συνδέει τον ύμνο «Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού» με τον Ιουστινιανό και τον ναό της του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Είναι γνωστό πως και ο ναός της Αγίας Ειρήνης, δίπλα στην Αγία Σοφία, είναι αφιερωμένος και αυτός στην Ειρήνη του Θεού και όχι στη μεγαλομάρτυρα Ειρήνη.

Ο Κωνσταντίνος Καλοκύρης, μετά την ιστορική απόδειξή του ότι ο ναός της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως ήταν αφιερωμένος στον Ιησού Χριστό και αρχικά γιόρταζε στις 25 Δεκεμβρίου, την ημέρα των Χριστουγέννων, υποστηρίζει ότι οι ναοί που είναι αφιερωμένοι στην «του Θεού Σοφίαν» πρέπει να εορτάζουν την Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής, όπως εξάγεται από την υμνογραφία της μεγάλης αυτής εορτής, της άγνωστης, όμως, στο ευρύ κοινό.

Ο καθηγητής Ιωάννης Φουντούλης, από την άλλη, μας πληροφορεί ότι, όντως, η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν «η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως».

Παραπέμπει, μάλιστα, στην έκθεση της Βασιλείου Τάξεως του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου για το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως γινόταν μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903, που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντος Στ΄ του Σοφού.

Αξίζει τον κόπο να αναφερθούμε στη διαμόρφωση αυτής της εορτής και τη σύνδεσή της με τον Χριστό ως Σοφία του Θεού.

Είναι γνωστό πως από πολύ νωρίς είχαν καθοριστεί οι ευαγγελικές περικοπές, όπως και οι αντίστοιχες αποστολικές, που θα αναγινώσκονταν στις εκκλησίες αμέσως μετά το Πάσχα για λόγους συστηματικής διδαχής των νεοεισερχομένων στην Εκκλησία, όσων δηλαδή εδέχοντο το άγιο βάπτισμα το βράδυ του Μ.Σαββάτου. Ξεκινούσε έτσι η ανάγνωση των Πράξεων και του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου.

Ο Γεώργιος Μπεκατώρος αναφέρει ότι, τουλάχιστον από τον 7ο αιώνα, κατά την Τετάρτη της δ΄ εβδομάδος του Πάσχα, η οποία δεν μαρτυρείται πουθενά, να ήτο τότε εορτή, διαβαζόταν, όπως και σήμερα, στη Θ.Λειτουργία η περικοπή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου που αρχίζει με την πρόταση: «Της εορτής μεσούσης, ανέβη ο Ιησούς εις το ιερόν και εδίδασκεν». Η εορτή που αναφέρει ο Ευαγγελιστής είναι η εορτή της Σκηνοπηγίας.

Μετά την καθιέρωση της εορτής της Μεσοπεντηκοστής, σε χρόνους μεταγενέστερους, ως του μέσου της περιόδου που ενώνει τις δύο μεγάλες εορτές, του Πάσχα και της Πεντηκοστής, εξελήφθη από μερικούς, λανθασμένα, ότι η αναφερόμενη στο Ευαγγέλιο εορτή ήταν η εορτή της Πεντηκοστής η οποία στους Εβραίους θύμιζε την παραλαβή του Νόμου στο όρος Σινά. Αφέθηκε, λοιπόν, η ίδια ευαγγελική περικοπή, ως ενώνουσα τώρα, τις δύο χριστιανικές εορτές: το Χριστιανικό Πάσχα και την Χριστιανική Πεντηκοστή.

Πήρε, φυσικά, άλλο περιεχόμενο ως ενώνουσα, το Πάσχα που γιορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού και την Πεντηκοστή, που γιορτάζουμε την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, οπότε έχουμε και τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού.

Πολλοί διείδαν στην καθιέρωση της εορτής της Μεσοπεντηκοστής την επανάληψη της προηγούμενης πράξης της Εκκλησίας να θεσπίσει την εορτή της Σταυροπροσκυνήσεως.

Όπως δηλαδή στο μέσον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής προβάλλεται προς προσκύνηση ο Τίμιος Σταυρός για ενίσχυση των πιστών, προκειμένου να αξιωθούν να προσκυνήσουν τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, έτσι και τώρα, στο μέσο του Πεντηκοσταρίου, προβάλλονται οι λόγοι του Χριστού για τη θεία καταγωγή Του(όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω) για να μπορέσουμε, φυλλάσοντας τις εντολές Του, «και την ανάληψιν εορτάσαι και της παρουσίας τυχείν του Αγίου Πνεύματος».

Στην ευαγγελική περικοπή αυτής της μέρας διαβάζουμε ότι ο Χριστός εδίδασκε ως εξουσίαν έχων και ως Υιός του Θεού Πατρός. «Και εθαύμαζον οι Ιουδαίοι λέγοντες πώς ούτος γράμματα οίδε μη μεμαθηκώς;»

Ο Χριστός αποκάλυψε τότε τη θεότητα Του: «Η εμή διδαχή ουκ εστιν εμή, αλλά του πέμψαντός με. Εάν τις θέλη το θέλημα αυτού ποιείν, γνώσεται περί της διδαχής, πότερον εκ του Θεού εστιν, ή εγώ απ’ εαυτού λαλώ»[xxiv](Ιω.7,15-17) Εδώ σαφέστατα δηλώνεται ότι ο Χριστός είναι η Σοφία του Θεού και δεν έχει σχέση με τη σοφία των ανθρώπων.

Στο Συναξάριο της ημέρας, λόγω την ως άνω ευαγγελικής περικοπής, ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος γράφει: «Επεί ουν τη διδασκαλία ταύτη, ο Χριστός Μεσσίαν εαυτόν απέδειξε, μεσίτης και διαλλάκτης ημών γενόμενος, και του αιωνίου αυτού Πατρός, διά ταύτην την αιτίαν την παρούσαν εορτήν εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες, τον Μεσσίαν τε ανυμνούμεν Χριστόν, και το τίμιον των παρ’ εκάτερα δύο μεγάλων εορτών παριστάνομεν». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται «κεχρισμένος». Ηχητικά όμως μοιάζει προς το μέσο.

Έτσι έγινε αφορμή η παρετυμολογία αυτή στο συναξάριο να παρουσιαστεί ο Χριστός ως Μεσσίας-μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός», σε συνδυασμό με την εορτή που επισημαίνει το μέσο της χρονικής απόστασης μεταξύ Πάσχα και Πεντηκοστής.

Στην ακολουθία που διαμορφώθηκε για την εορτή της Μεσοπεντηκοστής έχουμε πολλά τροπάρια να αναφέρονται στον Χριστό ως Σοφία του Θεού. Έτσι στα ιδιόμελα των Στίχων του εσπερινού ψάλλουμε: «Εν τω Ιερώ επέστης η Σοφία του Θεού, μεσούσης της εορτής…» Στο δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού πάλι λέγεται: «…αγνοούντες(οι Ιουδαίοι) ότι συ ει η σοφία η κατασκευάσασα τον κόσμον».

Σ’ ένα τροπάριο της η΄ ωδής του κανόνα του Όρθρου αναφέρεται: «Η σοφία του Θεού, της εορτής μεσούσης καθώς γέγραπται, τω ιερώ επέστη και εδίδασκεν ότι όντως αυτός ην ο Μεσσίας Χριστός δι’ου η σωτηρία». Στο πρώτο στιχηρό των Αίνων πάλι ψάλλουμε: «Η σοφία και δύναμις, του Πατρός το απαύγασμα, Λόγος ο αΐδιος και Υιός του Θεού, εν Ιερώ παρεγένετο σαρκί και εδίδασκε..»

Είναι επίσης χαρακτηριστικό το τρίτο ανάγνωσμα του εσπερινού της εορτής, παρμένο από τις Παροιμίες Σολομώντος, που αναφέρεται στη Σοφία του Θεού, το γνωστό και από άλλες εορτές: «Η σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον..»

Πέραν της ταύτισης του Χριστού με τη Σοφία του Θεού σε πολλά τροπάρια της ακολουθίας της Τετάρτης της Μεσοπεντηκοστής ο Χριστός παρουσιάζεται να κυριαρχεί με τη διδασκαλία Του, που παίρνει αφορμή από όσα συνέβαιναν στην εορτή της Σκηνοπηγίας και διχάζει τους Ιουδαίους. Οι αντιδράσεις ήσαν ποικίλες.

Άλλοι έλεγαν «Ούτος εστιν αληθώς ο προφήτης», «ούτος εστιν ο Χριστός»(Ιω.7,40-41), «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο άνθρωπος»(Ιω.7,46) και άλλοι έλεγαν ότι είναι Σαμαρείτης και έχει δαιμόνια. Γι’ αυτό και «σχίσμα εν τω όχλω εγένετο δι’ αυτόν». Μάλιστα επιχείρησαν να Τον συλλάβουν και να Τον σκοτώσουν.

Η υμνολογία της εορτής αναφέρεται και στη διδασκαλία που έκανε ο Χριστός την τελευταία ημέρα της εορτής της Σκηνοπηγίας, που είναι, όμως, το περιεχόμενο της ευαγγελικής περικοπής της εορτής της Πεντηκοστής.

Παίρνοντας αφορμή από το τελετουργικό της εορτής, κατά το οποίον, με μιαν πομπή, οι Ιουδαίοι πήγαιναν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και μετέφεραν νερό το οποίο έχυναν στο θυσιαστήριο των ολοκαυτομάτων, πράγμα που συμβόλιζε την έκβλυση νερού από την πέτρα στην έρημο και το ξεδίψασμα των προγόνων τους, ο Χριστός δίδαξε πως αυτός είναι το πραγματικό νερό που ξεδιψά τον άνθρωπο. «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω», είπε.

Συνδέει μάλιστα το πρόσωπό Του με τις προαγγελίες των Προφητών: «Ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η Γραφή..» συνεχίζει. Έχει πλήρη αυτοσυνειδησία του ποιος είναι και αυτό αφήνει να ακουστεί στον λάο.

Παίρνοντας, επίσης, αφορμή από τη φωτιά που άναβαν οι Ιουδαίοι κατά την εορτή, για να φαίνεται σ’ όλη την Ιερουσαλήμ, ο Χριστός διακήρυξε ότι Αυτός ήταν το φως του κόσμου. «Εγώ ειμι το φως του κόσμου∙ ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής». Παραπέμπει, έτσι, ο Χριστός στην Παλαιά Διαθήκη όπου ως Σοφία του Θεού διακηρύττεται ότι είναι «απαύγασμα φωτός αΐδιου και έσοπτρον ακηλίδωτον της του Θεού ενεργείας»[xxv](Σοφ.Σολ.2,25).

Από την υμνολογία της ημέρας που αναφέρεται σ’ αυτή την διδασκαλία του Χριστού αναφέρω ενδεικτικά το απολυτίκιο της εορτής: «Μεσούσης της εορτής, διψώσαν μου την ψυχήν, ευσεβείας πότισον νάματα.

Ότι πάσι Σωτήρ εβόησας∙ ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω…», καθώς και το κοντάκιον: «Της εορτής της νομικής μεσαζούσης, ο των απάντων ποιητής και Δεσπότης, προς τους παρόντας έλεγες Χριστέ ο Θεός∙ Δεύτε και αρύσαθε ύδωρ αθανασίας…» Ιδιαιτέρως, όμως, το εξαποστειλάριον εκφράζει και την ευχή κάθε πιστού: «Ο τον κρατήρα έχων, των ακενώτων δωρεών, δος μοι αρύσαθαι ύδωρ, εις άφεσιν αμαρτιών∙ ότι συνέχομαι δίψη, εύσπλαχνε μόνε οικτίρμον».

Η υμνολογία κάνει χρήση και της διδασκαλίας του Χριστού ως φωτός του κόσμου, ιδιαίτερα στους κανόνες της εορτής. Ξεκινώντας από τον ειρμό «Συ Κύριε μου φως εις τον κόσμον ελήλυθας», αναφέρουν τα τροπάρια: «..Όντως γαρ ήλθε Χριστός και πάντας εφώτισε..»(β΄κανόνας, δ΄ωδή). Και σε άλλο: «..Ύμνον σοι δε προσάγομεν, τω δι’ημάς επί γης οφθέντι και κόσμον φωτίσαντι»(β΄κανόνας, ε΄ωδή).

Σε άλλο αποκαλείται ο Χριστός «φως το ακατάληπτον»(α΄κανών, η΄ωδή) και σε άλλο καλείται ο Χριστός όπως «τα όμματα φωτίση επί κλίνης οδύνης μου..»(β΄κανών, θ΄ωδή).

Είναι, απ’ όλα τα πιο πάνω, φανερό ότι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής έχει ξεχωριστό λαπρό περιεχόμενο Δεσποτικής εορτής, με μια διαφορά από τις άλλες Δεσποτικές εορτές. Δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο γεγονός της ζωής του Χριστού(όπως Γέννηση, Βάπτιση, Σταύρωση, Ανάσταση, Ανάληψη κλπ) αλλά σε μια διδασκαλία του Χριστού και σε μια διδασκαλία της Γραφής και της Εκκλησίας περί Αυτού.

Και αιτιολογείται, κατά τη γνώμη μου, πλήρως ότι αυτή την ημέρα της μεγάλης εορτής της Μεσοπεντηκοστής με το ιδιαίτερο θεολογικό περιεχόμενο, που υμνείται ο Χριστός ως το ύδωρ το ζων και το φως του κόσμου, που είναι η Σοφία του Θεού, γιόρταζε και η Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, κατά την πληροφορία του καθηγητή Ιωαννη Φουντούλη.

Την πληροφορία αυτή-που είναι αποδεδειγμένη, αναντίλεκτη γνώση για το Οικουμενικό Πατριαρχείο-, άκουσα για πρώτη φορά από τον Μητροπολίτη Σεβαστείας Δημήτριο όταν συνόδευσα τον Μακαριώτατο στην επίσημη επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη. Προς επίρρωση αυτής της θέσης προβάλλεται από πολλούς και το στοιχείο του φωτός που κατακλύζει τον ναό της Αγίας Σοφίας.

Όσοι ασχολούνται με τη μελέτη του Ναού της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως τονίζουν το φως που περιλούζει τον ναό αφού οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος και Ισίδωρος ήθελαν να δηλώσουν το Άκτιστο φως που βγαίνει από τον Χριστό που είναι η Σοφία και ο Λόγος του Θεού, το πραγματικό «Φως του κόσμου».

Ο Κωνσταντίνος Καλοκύρης[xxvi] σημειώνει ότι «το άπλετο φως, το οποίον καταιονιστικώς εισβάλλει διά των παραθύρων, η τοσαύτη του φωτός παρουσία καταυγάζει τον χώρον και συμβάλλει εις την εντύπωσιν της εξαϋλώσεως και μεταστοιχειώσεως των πάντων».

Η Κωνσταντινούπολη, όπως είναι γνωστό, είχε αφιερωθεί στην Παναγία. Το υπενθυμίζει σε όλους το κοντάκιο «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…αναγράφω σοι η πόλις σου Θεοτόκε». Στο κέντρο της Πόλεως υπήρχε ο ναός της του Θεού Σοφίας, της αφιερωμένης στον Χριστό. Με αυτές τις δυο αφιερώσεις είναι σαν να εικονογραφείται πάνω στον χώρο η εικόνα της Παναγίας που κρατά στην αγκαλιά της τον Χριστό.

Ο καθηγητής του Παν/μίου Κρήτης Θεοχάρης Δετοράκης εξέδωσε πολυτελή τόμο-λεύκωμα με τίτλο:[xxvii] “ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ – Ο Ναός της του Θεού Σοφίας”, εκδόσεις ΕΦΕΣΟΣ 2004, τόμος που παρουσιάστηκε επίσημα στις 26 -10 – 2004 στο Μουσείο Μπενάκη.

Περιγράφοντας εν συντομία την αρχιτεκτονική του Ναού, στη σ. 67 αναφέρει:
“… Έχει παρατηρηθεί ότι ο Ναός της Αγ. Σοφίας δεν βλέπει κανονικά προς την Ανατολή, όπως όλες οι ορθόδοξες εκκλησίες, αλλά στρέφεται λίγο ΝΑ, σε γωνία 33,7 μοιρών. Σωστά παρατηρεί ο Προκόπιος ότι ο Ναός προσανατολίσθηκε προς “ανίσχοντα ήλιον”.

Ο ναός, αφιερωμένος στο δεύτερο πρόσωπο της Αγ. Τριάδας τον Ιησού Χριστό, τιμάται την ημέρα των Χριστουγέννων, δηλαδή την ημέρα της επιφάνειας του Θεού, του νοητού ηλίου.
Και επειδή την περίοδο αυτήν ο ήλιος βρίσκεται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, ήταν φυσικό οι αρχιτέκτονες να προσδιορίσουν τον άξονα του Ναού προς το σημείο του ορίζοντα από το οποίο φαίνεται να ανατέλλει ο ήλιος αυτήν την εποχή του έτους”.

Πραγματικά, παρατηρήστε ότι όλες τις εορτές, δηλ. τα διάφορα εγκαίνια ή θυρανοίξια του Ναού εορτάζονται γύρω από τα Χριστούγεννα. Δεν είναι τυχαίο:
27-12-537 έγιναν τα πρώτα εγκαίνια.
24-12-563 τα δεύτερα, μετά την κατάρρευση του τρούλλου το 558.
Ο ίδιος καθηγητής γράφει επίσης (σ. 37):

“Στο επίσημο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, όπως διασώζεται στον Πατμιακό κώδικα 266 (θ΄- ι΄ αιώνα), τα θυρανοίξια του ναού εορτάζονται την 22 Δεκεμβρίου μαζί με το “φωτοδρόμιον”, μια μορφή λιτανείας με αναμμένες λαμπάδες γύρω από τον ναό και την 23 τιμάται η ανάμνηση των εγκαινίων με ειδική ακολουθία, η οποία λεπτομερώς περιγράφεται”.

Μια άλλη εκδοχή γι αυτό, πάλι από τον παραπάνω τόμο του κ. Δετοράκη (σ. 45), που αξίζει σαφώς να σημειωθεί είναι και η εξής:

“Ο γιος και διάδοχος του Κων/νου Πορφυρογέννητου Λέων Στ΄ο Σοφός αφιέρωσε την ψηφιδωτή εικόνα στην κόγχη πάνω από τη βασιλική πύλη του νάρθηκα, με το Χριστό ένθρονο και στα πόδια του γονατιστό και δεόμενο έναν αυτοκράτορα. Η ταυτότητα του εικονιζόμενου αυτοκράτορα έχει προβληματίσει τους μελετητές.

Γενικά πιστεύεται ότι είναι ο ίδιος ο Λέων Στ΄ο Σοφός, που θέλησε να εκφράσει με τον τρόπο αυτόν τη μεταμέλειά του για το αμάρτημα της τετραγαμίας στο οποίο είχε περιπέσει και για το οποίο ο πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός του είχε επιβάλλει επιτίμιο, απαγορεύοντας την είσοδό του στη Μεγάλη εκκλησία”. Η παραπάνω άποψη ίσως έχει μεγάλη σημασία καθώς ίσως είναι πιο λογική.

Συμπερασματικά: Νομίζω πως είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ήταν αφιερωμένος στον Χριστό, την ενυπόστατο Σοφία του Θεού.

Ο χρόνος ανέγερσής του, μετά τις Χριστολογικές έριδες, στο κέντρο της νέας πρωτεύουσας, ο προσανατολισμός του εκεί που ανατέλλει ο ήλιος στο χειμερινό ηλιοστάσιο, τα εγκαίνια του γύρω στις 25 Δεκεμβρίου, η ύπαρξη εκεί κοντά και του άλλου μεγαλοπρεπούς ναού του αφιερωμένου εις την Ειρήνη του Θεού δεν αφήνουν αμφιβολίες για τούτο.

Από την άλλη, η διαμόρφωση της ακολουθίας της Τετάρτης της Μεσοπεντηκοστής με τέτοιο τρόπο ώστε τόσο τα αναγνώσματα όσο και η υμνολογία να αναφέρονται στον Χριστό ως την Σοφίαν του Θεού, «την κατασκευάσαν τον κόσμον», και ως τον μοναδικό Μεσσίαν και σωτήρα του κόσμου, ως φως του κόσμου και πηγή εκ της οποίας «ρέουσι ποταμοί ύδατος ζώντος», πείθει ότι πολύ νωρίς η εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας μετατέθηκε στην ημέρα αυτή της Μεσοπεντηκοστής.

Η έκθεση της Βασιλείου Τάξεως του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου είναι ξεκάθαρη. Πολύ σοβαρή και η μαρτυρία του καταξιωμένου καθηγητού μ. Ιωάννη Φουντούλη καθώς και η παράδοση που μεταφέρουν μέχρι σήμερα οι Κωνσταντινουπολίτες.

Επακόλουθο αυτού είναι πως και οι άλλοι ναοί που κτίστηκαν «κατά μίμησιν» εκείνου του λαμπρού κτίσματος, θα πρέπει να ετιμώντο και να τιμώνται στο όνομα του Χριστού, και να γιορτάζουν όπως και εκείνος, την Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής.

Στη δική μας περίπτωση, εδώ στην Κύπρο, πέραν του θεολογικού μηνύματος της εορτής της Μεσοπεντηκοστής, υπάρχει και η συναισθηματική σύνδεση με ότι προέρχεται από την Πόλη των ονείρων μας, που συνιστά ταυτόχρονα και τη μεγάλη πληγή της καρδίας μας.

Αφού το κέντρο της εθνικής και θρησκευτικής μας ζωής, που και σήμερα, παρά τα χαλάσματα και τους εθνικούς κατακλυσμούς, παραμένει τέτοιο, γιόρταζε αυτή τη μέρα δεν θα μπορούσαμε και εμείς να κάμουμε διαφορετικά.

Γιορτάζοντας στον ναό μας η σκέψη μας ασφαλώς περιφέρεται στον Βόσπορο και παρακολουθεί με συγκίνηση την ανέλιξη του άγνωστου σ’ εμάς σχεδίου του Θεού για τον Ελληνισμό αλλά και τη σωτηρία του καθενός μας.

Τέλος, ας μην λησμονούμε ότι η Εκκλησία είναι ο παράδεισος που φυτεύθηκε σε αυτόν τον κόσμο.

———–[i] Θεοδώρου Στουδίτου, Διδασκαλία…, 10, PG 99, 1700Α.

[ii] Βλ. Σχόλιον εἰς τὸ τέλος τῆς Συμφωνίας τοῦ Κ’ κανόνος τῆς Ἀ’ Συνόδου (Πηδάλιον, σελ. 789).

[iii] Έξοδ. 23:16.

[iv] Δευτερ. 16:13

[v] Λευιτ. 23:41

[vi] λήμμ. “Σκηνοπηγίας, εορτή”, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 54, εκδ. Δίας, Αθήνα 2004[

vii] Ισραηλιτική γιορτή δημοσίας μετανοίας και αφέσεως των αμαρτιών, που εορτάζεται με αυστηρή νηστεία και αργία.[

viii] Iουδ. Aρχαιολ. 8, 4, 1.[

ix] Καραβιδόπουλος Δ. Ιωάννης, λήμμ. “Σκηνοπηγία”, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 11, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 224.

[x] Λευιτ. 23:42-43

[xi] ΘΗΕ, ό.π..

[xii] Φούντας Ιερεμίας (Μητρ. Γόρτυνος & Μεγαλοπόλεως.), Ερμηνεία Παλαιάς Διαθήκης – ‘Λευιτικόν’, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2005, σελ. 315.

[xiii] Chouraqui Andre, ‘Η Καθημερινή Ζωή των Ανθρώπων της Βίβλου’, Παπαδήμας, Αθήνα 1992, σελ. 153

[xiv] ΘΗΕ, ό.π., στ. 225.

[xv] λήμμ. “Σκηνοπηγία”, Κολιτσάρας Θ. Ιωάννης, Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν της Αγίας Γραφής, εκδ. ‘Η Ζωή’, 2η έκδ., Αθήναι 1998

[xvi] Συμποσιακών Προβλήματα, IV, 6, 2.

[xvii] Ιω 7:14

[xviii] Αγουρίδης Σάββας, Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, τόμ. Α’, Πουρναράς, θεσσαλονίκη 2005, σελ. 422.

[xix] Παροιμ.8,22-25

[xx] Παροιμ.8,27-31

[xxi] Παροιμ.3,19

[xxii] Σειρ.24,3

[xxiii] Σοφ.Σολ.7,25-26

[xxiv] Ιω.7,15-17[

xxv] Σοφ.Σολ.2,25

[xxvi] Καθηγητοῦ Κωνσταντίνου Δ. Καλοκύρη, Ὁ Μουσουργός Ἰωάννης Θ. Σακελλαρίδης καί ἡ Βυζαντινή Μουσική, Θεσσαλονίκη 1988, Παράρτημα ἐκ 15 σελίδων μέ τίτλο: ΟΙ ΝΑΟΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΟΥΣ (Οἱ εἰκονογραφικοί τύποι Μεσοπεντηκοστῆς καί ἁγίας Σοφίας).[xxvii] Καθηγητής του Παν/μίου Κρήτης Θεοχάρης Δετοράκης -ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ – Ο Ναός της του Θεού Σοφίας”, εκδόσεις ΕΦΕΣΟΣ 2004,

πηγη.Εκκλησία Online