Η τοποθέτηση των ιερών Λειψανων της Αγίας Νεομ. Κασσάνδρας της Τραπεζούντιας

Μια ιστορικής σημασίας τελετή έλαβε χώρα χθες 25η Νοεμβρίου 2021 (π. ημ.) στη Μονή Κοσμοσωτειρας Κρυονεριου, ενταγμένη στον εορτασμό των 200 ετών της Επαναστάσεως του 1821. Πρόκειται για την τοποθέτηση των ιερών Λειψανων της Αγίας Νεομ. Κασσάνδρας της Τραπεζουντιας, προγόνου των Πριγκηπων Αλεξάνδρου και Δημητρίου Υψηλάντη, εκ των ηγετών της Επαναστάσεως, σε ειδική ασημένια λαρνακα που φιλοτεχνηθηκε για τον σκοπό αυτό.

Η αγ. Κασσάνδρα τελειωθηκε μαρτυρικα στην Τραπεζούντα το 1677, σε ηλικία 33 ετων. Αρνουμενη να αλλαξοπιστησει, δέθηκε από τους Τούρκους σε δύο κυπαρίσσια και διαμελίστηκε. Τα λείψανα της κατά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922, μεταφέρθηκαν από Χριστιανική οικογένεια στη Θεσσαλονίκη, από όπου κατεληξαν στη Μονη Κοιμ. Θεοτόκου Λευκτρων και τελικά δωρηθηκαν στον Σεβ. Μητροπ.

Γ. Ο. Χ. Αττικής και Βοιωτιας κ. Χρυσόστομο (της υπό τον Αρχιεπ. Καλλινικο Ιεράς Συνόδου).

(Εκτενές ρεπορτάζ και φωτογραφικό υλικό δημοσιεύεται στην Ιστοσελίδα της Μητροπόλεως Αττικής και Βοιωτίας).. Κατωτερω δημοσιεύουμε:

-Την Καρα της Αγίας. Τοποθετήθηκε σε ασημένια κεφαλοσχημη λειψανοθηκη, (διακρινεται το εξαιρετικής τέχνης πριγκιπικο ένδυμα, κεντημένο στην Προύσα της Βιθυνιας, με το οποίο περιβλήθηκε το λείψανο).

-Την αδιάφορη δεξιά της, τοποθετημένη σε ασημένια λειψανοθηκη.

-Το ιερό λειψανο εντός της Λάρνακας.

Την περίτεχνα ασημένια Λάρνακα, μήκους 1 μέτρου 60 εκατοστών και 77 χιλιοστών, σε ανάμνηση του έτους μαρτύριου της (1677) και ύψους 33 εκατοστών, σε ανάμνηση της ηλικίας της (33 ετων).

Τα λείψανα της λεκάνης. Είναι διαμελισμενη από το φρικτό της μαρτύριο. Η λάρνακα θα τοποθετηθεί στον λαμπρό Ναό της Παναγίας Σουμελά Ασπροπύργου, ο οποίος παραδίδεται στην κοινή λατρεία τους επόμενους μήνες. Η Ακολουθία της Νεομ. Κασσάνδρας είναι ποίημα της Γεροντισσης Μαγδαληνής, Ηγουμένης της Μονής Υπαπαντής Χορτοκοπιου Καβάλας.

Ο Παρακλητικος της Κανών και οι προς τιμήν της Χαιρετισμοι είναι ποιήματα του υμνογράφου κ.Αντωνίου Μάρκου. Ας έχουμε την ευχή της.

πηγή.Facebook

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΥΡΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τήν πρώτη πληροφορία γιά τήν ἀνάβλυση τοῦμύρου βρίσκουμε στόν Ἰωάννη Καμενιάτη, ὁ ὁποῖος ἐξιστόρησε τήν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπό τούς Σαρακηνούς τό 904. Αὐτός γιά πρώτη φορά ἀποκαλεῖ τόν Ἅγιο Δημήτριο «μυροβλύτην». Γράφει ὁ Καμενιάτης: «Αὐτόν γάρ αὐχεῖ Θεσσαλονίκη τόν Παῦλον ἔχειν τῆς εὐσεβείας διδάσκαλον τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, μετ’ ἐκεῖνον δέ τόν μέγαν ἐν μάρτυσι καί ἀξιοθαύμαστον ἐν ἀθλοφόροις Δημήτριον τόνΜυροβλύτην, πολύν ἀγῶνα ὑπέρ τῆς εὐσεβείας καταβαλόμενον», (διότι γι’ αὐτόν τόν λόγο εἶναι περήφανη ἡ Θεσσαλονίκη, ἐπειδή ἔχει τόν Παῦλο, τό σκεῦος ἐκλογῆς, διδάσκαλο τῆς εὐσέβειας, καί μετά τόν Παῦλο τόν μεγάλο μεταξύ τῶν μαρτύρων καί ἀξιοθαύμαστο μεταξύ τῶν ἀθλοφόρων, τόν Δημήτριο τόν Μυροβλύτη, ὁ ὁποῖος καί αὐτός ἀγωνίσθηκε πολύ καί κοπίασε γιά τήν εὐσέβεια).

Ὁ Κωνσταντίνος Ἀκροπολίτης (Μέγας Λογοθέτης ἀπό τό 1296 ὡς τό 1321, γνωστός συναξαριστής, ρήτορας, καί ἐπιστολογράφος) στόν λόγο του «εἰς τόνΜεγαλομάρτυρα καί μυροβλύτην Δημήτριον» περιγράφοντας ἕνα θαῦμα θεραπείας ὀφθαλμῶν διά τοῦ μύρου, ἀποκαλεῖ τόν Ἅγιο «μυροβλύτην». Γράφει ὁ Ακροπολίτης: «…σπεύδοιμι δέ πρός τήν τοῦ Μεγάλου Δημητρίου πόλιν ὅση μοι δύναμις, ὡς ἄν ἐκεῖσε γενόμενος παρά τε τόν ναόν ἀφικοίμην καί τῇ τιμίᾳ προσεπιρριφείην σορῷ καί τῷ θείῳτούς ὀφθαλμούς ἐπιχρισαίμην μύρῳκαί τήν ὀπτικήν ἀπολάβοιμι, πέποιθα γάρ ὡς πάραυτά μοι τάς ὄψεις ὁ μυροβλύτης ἰάσαιτο. Καί ὁ μυροβλύτης «ἀλλά δεῦρό μοι τοῦ ἵππου ἐπίβηθι πρός βραχύ καί πρός ὀλίγον δια ναπαύθητι», (βιάζομαι νά πάω στήν πόλη τοῦ μεγάλου Δημητρίου μέ ὅση δύναμη ἔχω, φτάνοντας δέ στόν ναό καί προσπίπτοντας στήν τιμία σορό ἐπάλειψα τά μάτια μου μέ τό θεῖο μύρο καί ἀπέκτησα τήν ὅρασή μου. Εἶχα πιστέψει πώς ἀμέσως ὁ μυροβλύτης θά μοῦ χάριζε τήν ὅρασή μου. Καί ὁ μυροβλύτης μοῦ εἶπε: «ἔλα ἀνέβα πάνω στό ἄλογό μου γιά λίγο καί ξεκουρά σου λιγάκι»).

Ἐπίσης ὁ Ἰσίδωρος Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (1342-1396) ὀνομάζει τόνἍγιο Δημήτριο «μυρορρόα»: «ἀλλ’ οὐ τοῦτο μόνον ἱκανόν, ἀγαπητοί, ἕως ἄν ἡμῖν μή προσῇ καί βίος ἐπαινετός καί εὐώδης καί ὁ Δημήτριος ὀσφραινόμενος ἥδεται μυρορρόας…», (ἀλλά μόνον αὐτό δέν εἶναι ἀρκετό ἀγαπητοί, ἄν δέν μᾶς παρουσιάσει καί ζωή ἀξιέπαινη καί εὐώδη, ἀπό τήν ὁποία ὀσφραινόμενος ὁ Δημήτριος μυροβλύζει εὐχάριστα).

Ἀλλά καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γαβριήλ (1397-1416) στίς ὁμιλίες του ὀνομάζει τόν Ἅγιο μυροβλύτη. «Σύ, δέ, μάρτυς, μέγιστε τοῦ Χριστοῦ, μυροβλύτα Δημήτριε…», (Ἐσύ δέ μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, μυροβλύτα Δημήτριε…). Ὁ ἴδιος ἐπίσης λίγο παρακάτω γράφει: «Διά ταῦτα καί ἡμεῖς ὑπόθεσιν μεγίστων προθέντες τόν θαυματουργόν καί μυροβλύτην Δημήτριον…» (γι’ αὐτό κι ἐμεῖς ὡς μεγάλη ὑπόθεση προβάλουμε τόν θαυματουργό καί μυροβλύτη Δημήτριο…).

Ἀπό μία ἐπιγραφή τοῦ 1284 μ.Χ. πάνω σέ λευκόμάρμαρο, ἡ oποία βρέθηκε στή Θεσσαλονίκη δίπλα στήν πύλη τοῦ τζαμιοῦ Ἐσκί Σεράι (ναός τοῦ Προφήτη Ἠλία) πού δημοσιεύθηκε ἀπό τούς Εὐθ. Τσιγαρίδα – Κάτια Λοβέρδου-Τσιγαρίδα καί σήμερα βρίσκεται στό Ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου (Ροτόντα), πληροφορούμαστε ὅτι ὁ ἀνακαινιζόμενος ναός τοῦ τρισμάκαρος «ἔχει ἐντός τόν μέγα μυροβλύτη».

Τέλος, νά ποῦμε πώς πολλοί ἐγκωμιαστές ἐπιγράφουν τούς λόγους καί τά ἐγκώμιά τους ἀποκαλώντας τόν μεγαλομάρτυρα Ἅγιο Δημήτριο «μυροβλύτη». Στήν λειτουργική ἐπίσης ζωή καί παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας μετά τόν 10ο αἰῶνα ὁ Ἅγιος Δημήτριος μνημονεύεται ὡς «μεγαλομάρτυς καί μυροβλύτης».

Ἀπό τή μελέτη τῶν πηγῶν, τῶν κανόνων, τῶν ὕμνων, τῶν τροπαρίων καί γενικά τῆς λειτουργικῆς καί λατρευτικῆς παράδοσης, προκύπτει ὅτι ἡ ἀνάβλυση τοῦ μύρου γινόταν εἴτε ἀπό τό πηγάδι , εἴτε ἀπό τόν τάφο, εἴτε ἀπό τή λάρνακα καί τό κιβώριο, εἴτε ἀπό τή λογχισμέ νη πλευρά, εἴτε ἀπό τό σῶμα καί τή σορό τοῦ μάρτυρα, ὡς τήν ἀστείρευτη πηγή. Τά μύρα αὐτά ἦταν «ἀείρροα», σχημάτιζαν «ποταμόν» πού διαπότιζε ὄχι μόνο τήν πόλη ἀλλά καί «πᾶσαν τήν γῆν» μέ ἀποτέλεσμα νά καταγγέλλεται στήν οἰκουμένη ὅτι τό μύρο εἶναι «ἀμοιβή τῆς ἁγνείας» τοῦ μάρτυρα καί δεῖγμα «ἀληθοῦς ἀφθαρσίας». Ἐπίσης «τό αἷμα Δημητρίου»πού ἔρρευσε ἀπό τή λογχισμένη πλευρά μεταβάλλεται σέ «μύρον κοινόν ἀναβλύζον ἐξ αὐτῆς καί παρέχον τοῖς πιστοῖς ἰάματα» (τό αἷμα τοῦ Δημητρίου πού ἔρρευσε ἀπό τήν πλευρά του μεταβάλλεται σέ κοινό – πού μποροῦν νά τό πάρουν ὅλοι – μύρο πού ἀναβλύζει ἀπό αὐτήν (τήν πληγή) καί παρέχει θεραπεῖες στούς πιστούς), ἐνῶ ἡ εὐωδία του ἐκδιώκει τούς δαίμονες. Ἡ σορός τῶν ἁγίων λειψάνων ἀνέκαθεν, ἀναφέρει ὁ ἅγιος Συμεών ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἀποτελεῖ «πηγή ἀκενώτων δωρεῶν πού ἀναβλύζει ἀβύσσους ἰαμάτων πρός ἀνακούφιση ὅσων δοκιμάζονται», διότι ἀναδεικνύεται πάντα «θεραπευτήριο ὅσων πάσχουν, θεραπεία τῶν ἀσθενῶν, παρηγοριά γιά ὅσους στενοχωριοῦνται, κοινό καί σωτήριο καταφύγιο» ὅλων τῶν ἀνθρώπων ὄχι μόνο τῶν πολιτῶν αὐτῆς τῆς πόλης ἀλλά «καί τῶν ξένων». (Ἐπιγραφή ψηφιδωτοῦ δεξιοῦ πεσσοῦ ἱεροῦ βήματος 7ου αἰ.).

Βιώνοντας ὁ ὑμνογράφος τήν εὐεργεσία πού λαμβάνει κανείς ἀπό τίς πρεσβείες τοῦ Ἁγίου, πού ἑνώθηκε μέ τήν πηγή τοῦ μύρου πού εἶναι ὁ Χριστός, κι ἀπαθανατίζοντας ἐπιγραμματικά τήν ὀρθόδοξη θεολογική θεώρηση τῶν ἁγίων ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Χριστός, ἡ κεφαλή καί ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας, αὐτός εἶναι τό μύρο. «Τό μύρον Χριστός ἐν τῇ ψυχῇ σου, Δημήτριε, ῥεῦσαν νοητῶς, ὡς χείλεσι σοῖς μέλεσι, μύρου πηγήν ἐξέχεε, τῆς χάριτος τοῦΠνεύματος σεπτόν δεικνύων σε σκήνωμα». Ὁ Χριστός, πού εἶναι τό αἰώνιο μύρο, ἔρρευσε στήν καρδιά σου, Δημήτριε. Κι αὐτό τό μύρο, ὁ Χριστός, ξεχείλιζε ὄχι μόνο ἀπό τό στόμα – μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία σου – ἀλλά ἀπό ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός σου, τοῦ ἁγνοῦ καί ἁγίου. Ἔγινες ὁ ἴδιος πηγή μύρου κι εὐωδίαζες μέσα στόν κόσμο σκορπώντας τό ἄρωμα τῆς χάρης στήν Ἐκκλησία.

Ὁ στενός καί ἀδιάρρηκτος δεσμός μέ τόν Κύριο τόν ταυτίζει μαζί του, ὥστε τελικά καί τό αἷμα τοῦ Μάρτυρα νά γίνεται μύρο. Ἀκούει ὁ ποιητής τόν Μεγαλομάρτυρα νά ἀπευθύνεται μέ περιπάθεια πρός τόν Κύριο:

«Ἐγώ φησιν ὁ ἐρώμενος, ἐγώ, Νυμφίε, σπεύδω ὀπίσω σου· ὀσμή γάρ μύρων σου πάντων τῶν μύρων ὑπέρκειται, ἥτις ἡμῶν τό αἷμα μύρον εἰργάσατο». Πληγωμένος ἀπό τόν ἔρωτά σου, Νυμφίε μου, λέει ὁ ἅγιος, τρέχω ξοπίσω σου. Τό ἄρωμα τῶν δικῶν Σου μύρων ξεπερνᾶ κάθε μύρο. Κι εἶναι αὐτό πού μέ ἀλλοιώνει, ὥστε καί τό αἷμα μου μετέβαλε σέ μύρο.

Σέ ἄλλο τροπάριο ἀπηχεῖ ἡ ἔννοια τοῦ χωρίου τῆς Β΄ πρός Κορινθίους Ἐπιστολῆς (2, 15) ὅτι ὁ χριστιανός ἔχοντας μέσα του τόν Χριστό, μέ τή διδασκαλία καί τά μυστήρια, γίνεται «εὐωδία Χριστοῦ».

Τέλος, ὁ 132ος Ψαλμός τοῦ Δαυίδ, ὅπου γίνεται λόγος γιά τό μύρο πού εὐωδίαζε κατά τή στέψη τοῦ Ἀαρών καί συμβόλιζε τήν ἑνότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, δίνει ἀφορμή στόν ἅγιο πατριάρχη Φιλόθεο νά διατυπώσει μία θεμελιώδη ἐκκλησιολογική ἀλήθεια. Ἀπευθυνόμενος πρός τόν μυροβλύτη ἅγιο λέγει: «Ὡς μύρον μέν ἔφησε Δαυίδ ὁ θεῖος, ἐν Πνεύματι, τήν ἕνωσιν, ἔνδοξε, τῶν ἀδελφῶν τήν τερπνήν· τά δέ μύρα σου, σοφέ, τήν νέαν κτίσιν συνάγει πρός ἕνωσιν, μύρου τοῦ κρείττονος». Ἡ μνήμη τοῦ Μυροβλύτη, πού συνάγει ὅλους τούς χριστιανούς, εἶναι ἕνα δυνατό μάθημα πρός ὅλα τά μέλη τῆς νέας κτίσης, τῆς Ἐκκλησίας. Προτρέπει νά διατηρήσουμε τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος, νά μείνουμε ἑνωμένοι στή μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅπου ἀναβλύζει τό ἀνώτερο, τό «κρεῖττον» μύρο, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Τό ἀληθινό μεγαλεῖο τό βρίσκουμε σέ δύο στοιχεῖα πού ἀναβλύζουν ἀπό τή ζωή του καί ἀρδεύουν τήν Ὀρθοδοξία: τό μύρο καί τό αἷμα, πού πρόσφερε στόν Χριστό. Μέσα σ’ αὐτά κλείνεται σάν σέ πολύτιμες φιάλες τό ἀπόσταγμα τῆς ὕπαρξης τοῦ Δημητρίου, πού παίρνει ἡ Ἐκκλησία καί τό προσφέρει στούς πιστούς.

Γνώρισμα λαμπρό τοῦ ἁγίου εἶναι ἡ παρθενία, πού ἄσκησε μέ μία τέλεια ἀφιέρωση στόν Θεό. Ὁ Δημήτριος κράτησε καθαρή τή σκέψη καί τήν καρδιά του, ἁγνό τό σῶμα του καί ἅγια τήν ψυχή του, δοσμένη ὁλοκληρωτικά στόν Κύριο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τόν χαρακτηρίζει ὅσιο, παρθένο, πάγκαλο καί παναμώμητο. Εἶχε ἔργο του κύριο τό κήρυγμα καί τή διδασκαλία τοῦ εὐαγγελίου. Προικισμένος μέ διδακτικό χάρισμα, συγκέντρωνε πλήθη Θεσσαλονικέων στή Χαλκευτική στοά καί μέ παρρησία, «ἀπτοήτῳ γλώσσῃ» κατά τόν Λέοντα Σοφό, εὐαγγελιζόταν στόν εἰδωλολατρικό κόσμο τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κατέστησε ἔτσι τόν ἑαυτό του ὁ ἅγιος σκεῦος εὐωδιαστό, πού ἀνέβλυζε τήν ὀσμή τῆς ζωῆς στούς γύρω του(Β΄ Κορ. 2,14.16). Κι ὅταν ἀργότερα οἱ χριστιανοί βρέθηκαν μπρός στό ἁγιασμένο νερό τοῦ πηγαδιοῦ, μέσα στό ὁποῖο ρίχτηκε τό νεκρό σῶμα τοῦ Μάρτυρα, αὐθόρμητα συνεδύασαν τό μύρο τοῦ τάφου μέ τήν εὐωδία τῆς ἁγνότητας καί τό εἶδαν ὡς σύμβολο παρθενίας. Σχολιάζει ἐμπνευσμένα ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας προσφωνώντας τόν ἅγιο Δημήτριο: «Ὤ σύ, πού δέν φάνηκες μόνο ὁ ἴδιος εὐωδία Χριστοῦ, ἀλλά καί στούς ἄλλους ἀνθρώπους συνιστοῦσες τό “κενωθέν μύρον”.Ὤσύ, πού ἄφησες πρῶτα μέν αἷμα, τώρα δέ μύρο ἀπ’ τίς πληγές σου ἤ μᾶλλον καί τώρα ὄχι λιγότερο ἀπό πρίν αἷμα. Διότι τό σῶμα σου, πού πληγώθηκε ἀπό χτυπήματα καί τραύματα τότε, ἀνέβλυσε μύρο. Ἐπειδή καθόλου δέν τοῦ ἔλειπε ἡ καθαρότητα καί ἡ ἁγνότητα καί ἡ παρθενία, μετέσχε κι αὐτό στήν εὐωδία τοῦ πνεύματος. Τό αἷμα κατέστη τό ἴδιο μύρο».

Ἄν τό μύρο συμβολίζει τήν παρθενία τοῦ Δημητρίου, τό αἷμα δηλώνει τό μαρτύριό του. Ὁ ἅγιος ὑπῆρξε παρθένος ἀλλά καί ὁμολογητής. Ὑπῆρξε διδάσκαλος ἀλλά καί ἀθλητής. Ὁμολόγησε τήν πίστη του μπροστά στόν αὐτοκράτορα τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους πού βρέθηκε ἐκεῖνες τίς μέρες στή Θεσσαλονίκη ἐπιστρέφοντας ἀπό μία ἐκστρατεία καί ἄθλησε γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ παλεύοντας μέ τό θάνατο. Ὑπακούοντας στήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν Τιμόθεο, πρῶτος αὐτός γεύθηκε τούς καρπούς τῆς διδασκαλίας του, τό μαρτύριο δηλαδή, καί τή δόξα του, ὅπως ὁ καλός γεωργός μεταλαμβάνει πρῶτος ἀπό τούς καρπούς τῶν κόπων του (Β΄ Τίμ. 2,6). Φυλακισμένος μέσα στά λουτρά καί ἀποδυτήρια τοῦ σταδίου, λογχίστηκε μόλις ἔγινε γνωστό ὅτι «ὁ Θεός τοῦ Δημητρίου» βοήθησε τόν Νέστορα νά νικήσει τόν φοβερό μονομάχο Λυαῖο. Τό σῶμα του ρίχτηκε μέσα σ’ ἕνα πηγάδι τῶν λουτρῶν καί τό αἷμα του πορφύρωσε τό νερό μεταβάλλοντάς το σέ μύρο. Ἀλλά τό μύρο καί τό αἷμα τοῦ Δημητρίου θά ἔμενε περιβεβλημένο μόνο μέ ἀνθρώπινη αἴγλη, ἄν τό περιορίζαμε στό πλαίσιο μίας ἁπλῆς θυσίας, μεγαλειώδους ὁπωσδήποτε καί ἡρωικῆς, ὅπως εἶναι κάθε θυσία ἀνθρώπου γιά μία πίστη. Ἡ θυσία ὅμως τοῦ ἁγίου ἔχει ἄλλες διαστάσεις, πού ξεφεύγουν ἀπό τά μέτρα αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί τήν περιβάλλουν μέ φωτοστέφανο θεϊκό. Συντελεῖται ὡς μίμηση Θεοῦ καί ἐπιτελεῖται ἐν ἀγάπῃ, «καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷΘεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (ὅπως καί ὁ Χριστός μᾶς ἀγάπησε καί ἔδωσε τή ζωή του γιά μᾶς ὡς προσφορά καί θυσία, πού τή δέχεται εὐχάριστα ὁ Θεός) (Εφ 5, 1-2). Ἀπό τό μαρτυρικό τέλος του, λοιπόν, ἐπί βασιλείας Μαξιμιανοῦ (286-305) μέχρι καί σήμερα ὁ μεγαλομάρτυρας καί μυροβλύτης Ἅγιος Δημήτριος ἀξιώνεται μεγάλης τιμῆς καί εὐλάβειας σ’ ὅλο τόν χριστιανικό κόσμο. Χριστιανοί ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς κατέκλυζαν τόν τάφο τοῦ μάρτυρα καί καθαγίαζαν τίς ψυχές καί τά σώματα ἀπό τό ἅγιο μύρο πού ἀνέβλυζε ἀπό τή σορό του, ἐνῶ προκαθήμενοι ἅγιοι καί ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῶν Θεσσαλονικέων ἀπό τό ἕνα μέρος καί λόγιοι ἄνδρες, ποιητές καί ρήτορες ἀπό τό ἄλλο, μέ λόγους, ἐγκώμια καί ὕμνους, ὕμνησαν καί τίμησαν τόν Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθεῖ μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μεγάλη καί πλούσια ρητορική καί ποιητική φιλολογία γύρω ἀπό τόν Ἅγιο. Ἡ ἀφθονία καί τό ἀέναο τοῦ μύρου κατακλύζει καί ἀρδεύει ὡς ποταμός καί πέλαγος ὄχι μόνο τή Θεσσαλονίκη ἀλλά καί ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη καί ὁ μεγαλομάρτυς ἀπό ὑπέρμαχος καί φρουρός τῆς Θεσσαλονίκης γίνεται «ὑπέρμαχος τῆς οἰκουμένης» ὁλόκληρης.

Ἡ εὐλογία τοῦ μύρου τοῦ Ἁγίου Δημητρίου εἶναι ἐμφανής σέ ὅσους προστρέχουν στή χάρη τοῦ μεγαλομάρτυρος καί στήν ἐποχή μας.  Καθημερινά οἱ ἱερεῖς καί οἱ συνεργάτες τοῦ Ναοῦ γίνονται μάρτυρες τῶν θαυμαστῶν ἐπεμβάσεων καί θεραπειῶν πού ἐπιτελοῦνται μέ τό ἅγιο μύρο σέ ὅλο τόν κόσμο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει χαρακτηριστικά πώς ὁ Ναός τοῦ ἁγίου Δημητρίου στή Θεσσαλονίκη γίνεται «παράδεισος ἄλλος, οὗ πηγήν μύρων ἐκτρέχουσα τό τῆς γῆς ποτίζει ἅπαν πρόσωπον» καί τόν «κόσμον ὅλον ποταμιδόν καταρδεύει»  (παράδεισος τοῦ ὁποίου ἡ πηγή τῶν μύρων πού τρέχει ποτίζει ὅλο τό πρόσωπο τῆς γῆς καί σάν ποτάμι καταρδεύει ὅλο τόν κόσμο).

Πρωτ/ρου Γεωργίου Θεοδωρή,
«Το Μύρο του Αγίου Δημητρίου
– Ιστορία και σύγχρονα Θαύματα»

Εγκώμιον εις τον άγιον και ένδοξον μεγαλομάρτυρα του Χριστού Δημήτριον (Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος)

Νεοφύτου πρεσβυτέρου μοναχοῦ καὶ ἐγκλείστου ἐγκωμιαστικὸς λόγος στὸν ἅγιο καὶ ἔνδοξο μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Δημήτριο, καθὼς καὶ σχετικὰ μὲ τὸ μαρτύριο, τὰ θαύματα καὶ τὸν σεβάσμιο ναό του.

1. Ὁ ἔνδοξος Δημήτριος καὶ συμμέτοχος στὴν οὐράνια δόξα, μᾶς χάρισε σήμερα τὴν πανήγυρή του ὡς ὑπέρτατο δῶρο. Ἐμπρὸς λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ποὺ ἀποτελοῦμε τὸν θίασο ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸν μάρτυρα, ἂς τὸν τιμήσουμε μὲ θεόπνευστους ὕμνους καὶ ἐγκώμια, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει ὁ φίλος καὶ μάρτυρας ὡς μεσολαβητὴς στὸν βασιλέα Χριστό. Ἂς τονίσουμε λοιπὸν καὶ τὸν θεϊκό του ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὰ ἐνάρετα προτερήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἂς γεμίσουμε μὲ θεϊκὴ χαρὰ ὅπως ἔχει γραφεῖ, ἐπειδὴ ἀναφέρεται ὅτι, ὅταν ἐγκωμιάζεται ὁ δίκαιος, γεμίζουν μὲ εὐφροσύνη οἱ λαοί. Μακάρι ὅμως νὰ μὴν γεμίσουμε μόνο μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὶς ὁμιλίες καὶ τὶς τιμητικὲς ἐκδηλώσεις στὴν μνήμη του, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

2. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ μακάριος Δημήτριος, ποὺ εἶναι πράγματι πολίτης στὴν οὐράνια πόλη καὶ βασιλεία τιμήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίγεια θνητὴ βασιλεία. Διότι μιὰ καὶ εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ καὶ μεγάλη φήμη καὶ φρόντιζε ἀπὸ μικρὴ ἡλικία γιὰ τὸν ἄψογο καὶ ἔντιμο βίο, τὸν ἀγάπησαν καὶ τὸν τίμησαν πολύ, συνάμα καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἀρχικὰ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐκσκέπτορος καὶ ἦταν συνεργὸς καὶ συμμέτοχος στὴν σύγκλητο. Στὴν συνέχεια ἀναγορεύθηκε ἀνθύπατος τῆς Ἑλλάδος. Γιὰ τὸν ἴδιο ὅμως ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος καὶ ἡ δόξα ἦταν αὐτή, νὰ εἶναι δηλαδὴ καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦν χριστιανό, καὶ δὲν ὑπολόγιζε καθόλου τὶς τιμὲς τῶν βασιλιάδων. Γι᾿ αὐτὸ ἐπειδὴ ξεχείλιζε ἀπὸ διδασκαλία γεμάτη μὲ θεϊκὴ σοφία καὶ πνευματικὸ λόγο, ἄλλαζε τὴν πίστη πολλῶν καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀληθινὴ πίστη.

3. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ ἅγιος τέτοια κήρυττε στὸν λαὸ στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἐξαπλωνόταν ἡ φήμη του σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ αὐτήν, τὸν συνέλαβαν οἱ διῶκτες τῆς ἀλήθειας καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν τύραννο Μαξιμιανό. Ὁ ἅγιος ὅμως εἶχε λαμπερὸ τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν παρέμβαση τῆς θείας χάριτος καὶ προκάλεσε ἔκπληξη στὸν τύραννο, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ ντράπηκε τελικὰ δὲν τὸν τιμώρησε, ἀλλὰ τὸν κατηγόρησε ὡς ἀχάριστο, διότι λησμόνησε βαθιὰ τὶς βασιλικὲς τιμὲς καὶ πίστεψε στὸν σταυρωμένο Χριστό. Ἐκφράζοντας λοιπὸν αὐτὰ τὰ λόγια καὶ κάποιες ἄλλες κολακευτικὲς μωρολογίες, προσπαθοῦσε νὰ παρασύρει τὸν ἅγιο ἀπὸ τὴν πίστη του. Αὐτὸς ὅμως ἀντιστεκόταν σὰν ἀκλόνητος στύλος καὶ σὰν βράχος στὴν ἀκτὴ ἀπέναντι στὰ χτυπήματα τῶν κυμάτων. Ὅταν τὸν ρώτησε καὶ πάλι ὁ βασιλιὰς ἂν ἐπιμένει νὰ πιστεύει στὸν σταυρωμένο Χριστό, ὁ ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: «Μακάρι νὰ μποροῦσα, βασιλιά, ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ τὸν πείσω νὰ πιστεύει στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάξω ἀπὸ αὐτὴ τὴν μεγαλομανία καὶ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Καὶ ἐγὼ βέβαια εἶμαι ἕτοιμος στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μου νὰ ὑποστῶ ὄχι μόνον ἕναν θάνατο, ἀλλὰ πολλούς, ἂν βέβαια αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπει ἡ φύση μου».

4. Ὁ βασιλιὰς λοιπόν, ὅταν εἶδε τὴν μεγάλη τόλμη τοῦ ἄνδρα καὶ κατάλαβε τὴν ἀκλόνητη ἀπόφασή του, ἔγινε θηρίο ἀπὸ θυμὸ γιὰ νὰ βασανίσει τὸν ἅγιο. Συγκράτησε ὡστόσο τὸν θυμό του γιὰ τὸ τέλος, διότι ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέατρο καὶ τὸ στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἔφτασε σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος μὲ ἅμαξα. Διέταξε νὰ φρουρήσουν τὸν μάρτυρα σὲ μιὰ κάμαρα λουτροκαμίνου, ποὺ δὲν τὴν εἶχαν ἀκόμη ἀνάψει, ὥσπου νὰ βρεῖ εὐκαιρία ἀπὸ τὰ μάταια θεάματα καὶ στὴν συνέχεια νὰ ὁδηγήσει τὸν ἅγιο σὲ ἐξέταση.

5. Τὸ θέατρο τῆς πόλεως, ποὺ τὸ ἔλεγαν καὶ στάδιο, ἦταν κλεισμένο γύρω – γύρω μὲ σανίδες καὶ ὁρισμένα μάγγανα, ὅπου ὅσοι ἔμπαιναν, παρακολουθοῦσαν σὰν σὲ θέατρο, καὶ σκότωναν σὲ μονομαχία γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν αἱμοχαρῆ βασιλιά, μὲ τὸ νὰ χύνουν συχνὰ ἀνθρώπινο αἷμα.

6. Ὁ βασιλιὰς εἶχε ἀποκτήσει κάποιον μονομάχο, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λυαῖο, πολὺ δυνατὸ καὶ μεγαλόσωμο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Βανδάλων καὶ ὁ ὁποῖος στὴν Ρώμη, στὸ Σίρμιο καὶ στὴν Θεσσαλονίκη, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους τόπους, σκότωσε πολλοὺς ἀνθρώπους σὲ μονομαχία, καὶ ὁ βασιλιὰς θεωροῦσε θαυματουργὴ τὴν πολὺ μεγάλη του δύναμη καὶ τὴν ἱκανότητά του στὸν φόνο καὶ κόμπαζε.

7. Ὅταν αὐτὸς στάθηκε στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε, καὶ ὁ βασιλιὰς καλοῦσε τὸν κόσμο μὲ τοὺς κήρυκες ὑποσχόμενος χρήματα σ᾿ ὅποιον ἐπιθυμοῦσε ἀπὸ τοὺς πολίτες νὰ μονομαχήσει μὲ τὸν Λυαῖο, κανεὶς δὲν εἶχε τὴν τόλμη νὰ μονομαχήσει μὲ αὐτόν, διότι ὅλοι ἔτρεμαν ἀπὸ φόβο καὶ μόνο ἀπὸ τὴν ὄψη καὶ τὸ θράσος τοῦ Λυαίου.

8. Τότε λοιπὸν ἕνας νεαρὸς παρακινήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐναντίον αὐτοῦ του κακοποιοῦ, ποὺ τὸν ἔλεγαν Νέστορα, ποὺ ἦταν ὡραῖος στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, καὶ γνωστὸς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τρέχει σ᾿ αὐτόν, στὸν τόπο ποὺ τὸν φρουροῦσαν, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας· «Νὰ προσευχηθεῖς γιὰ μένα, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἐπικαλεστεῖς τὸν Χριστό, διότι θέλω νὰ μονομαχήσω πρόθυμα μὲ αὐτόν». Τότε ὁ ἅγιος σταύρωσε τὸ μέτωπο καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Νέστορος καὶ λέγει στὸν ἴδιο. «Πήγαινε, παιδί μου, καὶ τὸν Λυαῖο θὰ νικήσεις καὶ θὰ μαρτυρήσεις γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ».

9. Καὶ αὐτὸς ἐξοπλίστηκε μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου σὰν νὰ φόρεσε θεῖο θώρακα, ἔρχεται τρεχάτος στὸ στάδιο, ἔβγαλε καὶ πέταξε κάτω τὸν χιτώνα του καὶ πηδώντας ἀπὸ τὶς βαθμίδες στάθηκε μπροστὰ στὸν βασιλιά. Αὐτὸς ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν τόλμη τοῦ νεαροῦ καὶ τοῦ λέγει: «Νεαρέ μου, ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων σὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τόλμημα. Ἐγὼ βέβαια, ἐπειδὴ λυπᾶμαι καὶ τὴν ὀμορφιά σου καὶ τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης σου, σοῦ δίνω τὰ χρήματα καὶ παραδέχομαι τὴν γενναιότητά σου· φύγε κερδίζοντας καὶ τὴν ζωή σου καὶ τὰ χρήματα. Μὴν ἀντισταθεῖς ὅμως στὸν Λυαῖο, διότι πολλοὺς ἔστειλε στὸν θάνατο, πιὸ δυνατοὺς ἀπὸ σένα».

10. Ὅταν λοιπὸν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Νέστωρ, οὔτε τὸν Λυαῖο φοβήθηκε γιὰ τοὺς ἐπαίνους, οὔτε ὑποχώρησε στὴν γενναιοδωρία τοῦ βασιλιᾶ, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: «βασιλιά μου, δὲν ἔχω ἔρθει σ᾿ αὐτὴ τὴν μονομαχία διότι ἐπιθυμῶ χρήματα, ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἀποδείξω σήμερα μπροστά σου πιὸ ἰσχυρὸ τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ τὸν Λυαῖο». Τότε λοιπὸν ὁ βασιλιὰς καὶ οἱ σύνεδροί του γεμάτοι θυμὸ κατάλαβαν τὴν ἀλαζονεία τοῦ Νέστορος καὶ ἐνθάρρυναν ὑπερβολικὰ τὸν Λυαῖο γιὰ τὴν ἐξόντωσή του.

11. Καὶ ὁ νεανίας τοῦ Θεοῦ ἐνισχύθηκε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, πῆρε στὰ χέρια του τὸν ἀκινάκη, σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, προσευχήθηκε καὶ εἶπε «ὁ Θεὸς τοῦ δούλου σου Δημητρίου καὶ ὁ ἀγαπημένος γιὸς σου Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ νίκησες τὸν ἐχθρὸ Γολιὰθ μὲ τὸν ἐκλεκτό σου Δαβίδ, ἐσὺ Κύριε νίκησε καὶ τούτη τὴν στιγμὴ τὴν δύναμη τοῦ Λυαίου». Ἔτσι λοιπὸν προσευχήθηκε καὶ πήδησε μέσα ἀπὸ τὰ μάγγανα καί, ὅταν ἔγινε ἡ συμπλοκή, ὁ Λυαῖος δέχτηκε καίριο χτύπημα στὴν καρδιὰ ἀπὸ τὸν Νέστορα καὶ πέθανε ἀμέσως καὶ ἔφερε τὴν πιὸ μεγάλη στενοχώρια στὸν βασιλιά. Καὶ ὁ Νέστωρ δόξαζε τὸν Θεό, διότι ὁ βάρβαρος σκοτώθηκε μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

12. Ὁ Μαξιμιανὸς ὅμως τινάχτηκε μὲ θυμὸ ἀπὸ τὴν καθέδρα, καὶ συμπεριφερόταν στυγνὰ στοὺς αὐλικούς του, λέγοντας· «μὰ τοὺς θεούς, ἂν δὲν ἔγινε κάποια μαγεία, ἕνας μικρόσωμος νεαρὸς δὲν θὰ σκότωνε τὸν Λυαῖο, ποὺ ἔχει κάνει τόσα καὶ τέτοια κατορθώματα».

13. Τότε ὁ τύραννος κάλεσε τὸν Νέστορα καὶ τὸν ρώτησε λέγοντάς του «ἀπάντησέ μας, νεαρέ μου, μὲ ποιὰ μαγικὰ τεχνάσματα καὶ ποιοὺς συνεργάτες εἶχες καὶ σκότωσες τὸν Λυαῖο;». Ὁ Νέστωρ λοιπὸν πῆρε τὸν λόγο καὶ εἶπε· «οὔτε μὲ μαγεία, οὔτε μὲ μαγγανεία, ὅπως εἶπες, βασιλιά, σκοτώθηκε ὁ Λυαῖος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ Δημητρίου, ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, ἔστειλε τὸν ἄγγελό του καὶ σκότωσε τὸν Λυαῖο μὲ τὸ χέρι μου, διότι ἦταν μιαρὸς καὶ ἐγωιστής». Τότε λοιπὸν ὁ θεομάχος γέμισε μὲ θυμὸ καὶ ὀργὴ καὶ διέταξε νὰ ὁδηγήσουν τὸν Νέστορα στὸ δυτικὸ μέρος τῆς Θεσσαλονίκης, στὴν λεγάμενη χρυσὴ πύλη, καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν, διότι ἦταν χριστιανός, καὶ ἔτσι λοιπὸν ὁ ἅγιος αὐτὸς νεανίας στεφανώθηκε μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, στὶς εἰκοσιπέντε τοῦ Ὀκτωβρίου.

14. Αὐτὸς ὁ ἱερὸς μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος βλέπει στὴν καμάρα ποὺ τὸν φρουροῦσαν νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν γῆ ἕνας πελώριος σκορπιὸς ἕτοιμος νὰ τὸν πλήξει μὲ τὸ κεντρί του, μνημονεύει ἐκεῖνον ποὺ ἔδωσε ἐξουσία νὰ πατοῦμε πάνω σε φίδια καὶ σκορπιούς, ἔφτυσε τὸ σκορπιό, τὸν σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τὸν ἐπέδειξε ἀμέσως νεκρό. Ἀμέσως τότε ἄγγελος Κυρίου πῆρε ἕνα θεϊκὸ στεφάνι καὶ στεφάνωσε τὴν κάρα τοῦ μάρτυρα, ἡ στέψη δὲν ἔγινε ἴσως γιὰ τὴν νέκρωση τοῦ σκορπιοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴν σφαγὴ τοῦ ἁγίου στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ γινόταν μετὰ ἀπὸ λίγο. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἔλεγε ὁ ἄγγελος· «Εἰρήνη σὲ σένα, ἀθλητὴ τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἔχεις θάρρος καὶ νὰ φανεῖς γενναῖος ἄνδρας».

15. Τότε λοιπὸν ὁρισμένοι ἄρχοντες συκοφάντες κατηγοροῦν τὸν Δημήτριο στὸν βασιλιὰ ὡς αἴτιο τῆς σφαγῆς τοῦ Λυαίου. Ὅταν τὸ ἄκουσε ὁ ἴδιος, ἔλεγε πὼς δὲν ἦταν καλὸς οἰωνὸς ἡ συνάντησή του μὲ τὸν ἅγιο στό στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ βράζοντας ἀπὸ τὸν θυμό του ἐναντίον τοῦ μάρτυρα, διατάζει νὰ τὸν σκοτώσουν μὲ λόγχη, ἐκεῖ μέσα στὶς καμάρες, ὅπου τὸν φρουροῦσαν, πράγμα ποὺ ἔκαναν ἀμέσως μὲ πολλὴ γρηγοράδα οἱ δήμιοι χωρὶς λύπηση στὶς εἰκοσιέξι Ὀκτωβρίου.

16. Καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἀθλητῆ ἦταν σύντομο καὶ χαλαρό, ὁ ἴδιος ὅμως ἐπιθυμοῦσε νὰ ὑποστεῖ τὸ μαρτύριο ὄχι μόνο σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, ἀλλὰ γιὰ πολλὲς ἡμέρες καὶ μὲ περίπλοκα βάσανα γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸν Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ καρδιογνώστης Θεός, ἐπειδὴ δέχτηκε τὴν στιγμιαία σφαγὴ ὡς πολύχρονο μαρτύριο καὶ τὴν συντομία της ὡς διαρκέστερο μαρτύριο, τὸν στεφάνωσε γιὰ τὴν πρόθεσή του καὶ τὸν ἐφοδίασε μὲ πολλὲς θαυματουργικὲς ἱκανότητες καὶ ἰαματικὰ χαρίσματα, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἴδια ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγίου λειψάνου νὰ ἀναδίδει συνέχεια τὸ μύρο, σὰν πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, ὥστε πιὸ εὔκολα νὰ λιγοστεύει τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, παρὰ νὰ λιγοστέψει ποτὲ ἐκείνη ἡ πηγὴ τοῦ μύρου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο λοιπὸν ὁ γενναιόδωρος Θεὸς γνωρίζει νὰ ἀνταποδίδει τὴν δόξα σ᾿ ὅσους τὸν δοξάζουν.

17. Καὶ ὁ Λοῦπος, ὁ ὑπηρέτης τοῦ μάρτυρα βλέποντας τὴν σφαγὴ τοῦ ἀφέντη του ἀποκομίζει σημαντικὸ κέρδος. Ἀφοῦ πῆρε λοιπὸν τὸ ὀράριο τοῦ ἁγίου καὶ τὸ βασιλικὸ δαχτυλίδι ἀπὸ τὸ χέρι του καὶ τὰ ἔβαψε μέσα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, ἐπιτελοῦσε μὲ αὐτὰ θεραπεῖες κάθε νοσήματος καὶ ἀπομάκρυνε τὰ πονηρὰ πνεύματα. Ἐπειδὴ ἡ φήμη τῶν θαυμάτων ἐξαπλώθηκε σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, ἔφτασε μέχρι καὶ στὸν βασιλιά, ὁ ὁποῖος παθιασμένος ἀπὸ τὸν θυμὸ διέταξε νὰ σκοτώσουν καὶ τὸν Λοῦπο, τὸν ὁποῖο σκότωσαν στὸ λεγόμενο δημαρχεῖον τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης.

18. Τὸ καλλίνικο καὶ πανάγιο λείψανο τοῦ ἁγίου Δημητρίου βρισκόταν περιφρονημένο ἀπὸ φόβο στὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς διῶκτες. Τὴ νύχτα ὅμως, τὸ ἔκλεψαν ὁρισμένοι πιστοὶ ἄνθρωποι καὶ τὸ ἔκρυψαν στὸ χῶμα, ὅσο μποροῦσαν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ μιὰ πόλη, ποὺ βρίσκεται στὴν κορυφὴ βουνοῦ, οὔτε αὐτὸ τὸ ἄφησε νὰ κρυφτεῖ ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων, ἀλλὰ ἔγινε ξακουστὸς σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Μακεδονία καὶ τὴν Θεσσαλία ὁ ἅγιος, μὲ τὰ θαύματά του δηλαδή, μὲ τὰ ὁποῖα νικήθηκαν οἱ αὐθάδειες τῆς μανίας τῶν εἰδώλων καὶ λαμπρύνονταν τὰ δόγματα τῆς ἄμεμπτης πίστεως τῶν χριστιανῶν.

19. Τότε λοιπὸν ἕνας εὐσεβὴς καὶ ἔνδοξος ἄνδρας, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λεόντιο, καὶ ἔγινε ὕπαρχος τοῦ Ἰλλυρικοῦ, πήγαινε στὴν χώρα τῶν Θρακῶν καὶ ἀρρώστησε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια· τὸν ὁδήγησαν οἱ δικοί του στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης μ᾿ ἕνα φορεῖο καὶ τὸν ξάπλωσαν πάνω στὸ ἰαματικὸ μνῆμα τοῦ μάρτυρα· καὶ ἀμέσως ἔγινε ἐντελῶς καλά, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ ὁ ἴδιος ὁ ὕπαρχος καὶ ὅλοι οἱ γύρω του νὰ θαυμάζουν τὴν ταχύτατη βοήθεια τοῦ μάρτυρα, νὰ δοξάζουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐγκωμιάζουν τὸν μάρτυρά του Δημήτριο.

20. Αὐτὸς λοιπὸν κατέστρεψε τὶς καμάρες τῶν καμινιῶν καὶ τὰ κτίσματα τῶν θερμῶν λουτρῶν καὶ καθάρισε ἐντελῶς τὸν τόπο ἀπὸ ὅλα τὰ ξύλα καὶ τὰ σκουπίδια, ἀνήγειρε πανέμορφο καὶ πάνσεπτο ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἀνάμεσα στὸ δημόσιο λουτρὸ καὶ στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως, τὸν ὁποῖο κόσμησε μὲ δαπάνη πολλῶν χρημάτων καὶ τὸν ἔκανε πολὺ λαμπρό. Αὐτὸς μέχρι καὶ σήμερα καμαρώνει σὰν ἐπίγειος οὐρανός, διότι τὸν ἔχει κάνει ἔνδοξο ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων· αὐτὸς φέρει πάντα τὴν θεόβρυτη λάρνακα τοῦ μύρου ὡς ἀνεξάντλητη πηγή· αὐτὸς ὑπάρχει παυσίπονο φάρμακο, ποὺ θεραπεύει τὰ διάφορα νοσήματα· αὐτὸς ἔχοντας ὡς ἀσυναγώνιστο οἰκοδεσπότη τὸν ξακουστὸ Δημήτριο δὲν θὰ φοβηθεῖ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν βαρβάρων ἐχθρῶν· αὐτὸς πολλὲς φορὲς εἶναι ἡ λύτρωση τῶν αἰχμαλώτων, μὲ ἀποτέλεσμα πολλὲς φορὲς νὰ βρίσκονται αἰχμάλωτοι σ᾿ ἐκεῖνον τὸν ἱερὸ ναὸ μαζὶ μὲ τὶς ἁλυσίδες τους καὶ ἀπὸ τὴν Συρία καὶ ἀπὸ ἄλλες βαρβαρικὲς χῶρες καὶ νὰ λένε ὅτι τοὺς ἁρπάζει ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ τοὺς διασώζει φέρνοντάς τους μετέωρους μέχρι τὸν ναό του.

21. Καὶ ὄχι μόνο αὐτῶν ἀλλὰ καὶ τῶν πιστῶν βασιλιάδων εἶναι σύμμαχος αὐτὸς ὁ ἱερὸς ὁπλίτης, στὸν ὁποῖο καὶ ἐγὼ γεμάτος χαρὰ θὰ ἀπευθύνω λίγους χαιρετισμοὺς καὶ θὰ τελειώσω τὸν λόγο μου.

22. Χαῖρε, ἀσυναγώνιστε στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ τρισευτυχισμένε Δημήτριε, διότι σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο, ἀγωνίστηκες τὸν ὡραῖο ἀγώνα, ἔχεις τρέξει τὸν δρόμο μέχρι τὸ τέρμα, ἔχεις διαφυλάξει τὴν πίστη καὶ στεφανώθηκες ἐπάξια ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸν στέφανο τῆς δικαιοσύνης.

Χαῖρε μάρτυρα Δημήτριε, διότι ἂν καὶ ἔχεις δεχτεῖ καὶ σὺ στὸ σῶμα σου τὶς πληγὲς ποὺ δέχτηκε ὁ Χριστός, ἀνέβηκες στὸν ἴδιον μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, διότι ἔγινες πράγματι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος βέβαια γιὰ χάρη ὅλων μας δέχτηκε τὴν λόγχη ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ στρατιώτη στὴν ἀμόλυντη πλευρά του καὶ σὺ ὡς εὐσεβὴς στρατιώτης του γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης του δέχτηκες τὴν λόγχη στὴν φυλακὴ ἀπὸ ἀσεβεῖς στρατιῶτες.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, διότι ἔχεις πλουτίσει μὲ τὴν ἀγγελικὴ χάρη καὶ ἀποδεικνύεσαι ἐπίγειος ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος γεμάτος δόξα.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, διότι εἶσαι μυημένος στὴν χάρη καὶ ἐλευθερωτὴς τῶν αἰχμαλώτων καὶ πολὺ γρήγορος ἰατρὸς τῶν διαφόρων ἀσθενειῶν.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, μαζὶ μὲ τὸν Γεώργιο καὶ τὸν Θεόδωρο, τοὺς συναθλητὲς καὶ συμμέτοχούς σου, τὸ τρισευτυχισμένο ὅπλο τῶν εὐσεβῶν βασιλέων μας, τὸ ξίφος τους μὲ τὶς τρεῖς αἰχμὲς ἐναντίον τῶν ἀθέων βαρβάρων, τὸ τριπλὸ τεῖχος τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, τὸ τρίσπαθο κάρφωμα στὴν καρδιὰ τῶν σκληρῶν ἐχθρῶν, τὸ τριστόλιστο στέμμα τῶν βασιλιάδων μας, τὸ τριπλὸ φῶς τῆς ὁδοιπορίας τους ἡμέρα καὶ νύχτα, τὸ τριπλὸ ὅπλο τοῦ ἐκφοβισμοῦ τους καὶ τὸ πολὺ ἀγαπητὸ καὶ ἰσάριθμο τῆς Τριάδος.

Χαῖρε, διότι ἔχεις ἀξιωθεῖ τὴν ἀκατάπαυτη χαρὰ καὶ εἶσαι συνοδὸς τῶν πιστῶν βασιλιάδων. Καὶ ἐγὼ τὸ γνωρίζω ὅτι νικιέται ἡ παράταξή μας σὲ περίοδο πολέμου. Ἀλλὰ δὲν ρίχνουμε τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἥττα στὴν ἀδράνεια αὐτῶν τῶν στρατηγῶν, ἀλλὰ οἱ καρποὶ τῶν κακῶν πράξεων κάνουν πιὸ ἰσχυροὺς τοὺς ἐχθρούς μας ἐναντίον μας. Πῶς λοιπόν, ἀναφέρει ὁ προφήτης, ἕνας θὰ καταδιώξει χίλιους, καὶ δύο θὰ μετακινήσουν μυριάδες καὶ τὰ ἀκόλουθα.

23. Καὶ ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ὁ Λεόντιος, ὅταν ὁλοκλήρωσε τὸν πανσεβάσμιο ναὸ τοῦ μάρτυρα καὶ ἐπρόκειτο νὰ φύγει στὸ Ἰλλυρικό, σκεπτόταν νὰ πάρει μαζί του κάποιο λείψανο, γιὰ νὰ ἀνεγείρει καὶ ἐκεῖ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου. Ὁ ἅγιος ὅμως τὴν νύχτα παρουσιάστηκε σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ ἔκοψε τὴν ὁρμή. Τότε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος πῆρε τὴν χλαμύδα τοῦ ἁγίου καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ὀράριο, ποὺ ἦταν βαμμένα κατακόκκινα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, κατασκεύασε ἀργυρὴ λειψανοθήκη, τὰ ἀπέθεσε μέσα σ᾿ αὐτὴν καὶ συνέχισε τὸν δρόμο του.

24. Ὅταν ἔφτασε σ᾿ ἕναν ποταμό, ποὺ τὸν λένε Δούναβι, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἀπὸ τὸν θυελλώδη καιρὸ καὶ τὸ φούσκωμα τοῦ ὁρμητικοῦ ρεύματος, καθόταν καὶ περίμενε νὰ λιγοστέψει ὁ ποταμός, αὐτὸς ὅμως πιὸ πολὺ φούσκωνε, ἀντὶ νὰ λιγοστεύει. Καὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος παρουσιάστηκε νύχτα σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Διῶξε ἀπὸ μέσα σου κάθε δειλία καὶ ἀπιστία, ἀνέβα πάνω στὸ πλοιάριό σου, πάρε στὰ χέρια σου τὴν σορὸ ποὺ φέρνεις μαζί σου καὶ πέρνα ἄφοβα τὸν ποταμὸ μαζὶ μὲ τὴν συνοδεία σου». Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα, πέρασε ἀβλαβὴς τὸν ποταμὸ καὶ ἔτσι διασώθηκε καὶ ἀπέθεσε τὴν ἁγία λειψανοθήκη μὲ τὰ ἁγιάσματά της, ἐκεῖ ὅπου ἔχτισε καὶ ἄλλον ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἁγίου Δημητρίου, δίπλα στὸν σεβάσμιο ναὸ τῆς καλλινίκου μάρτυρος Ἀναστασίας, ἀπ᾿ ὅπου ξεχύθηκαν πολλοὶ ποταμοὶ θαυμάτων. Ἀπὸ αὐτούς, Χριστὲ βασιλιά μου, ἀφοῦ μᾶς ποτίσεις, ὡς ποταμὸς τῆς εἰρήνης, γέμισέ μας, φώτισε, καθάρισε, θεράπευσε τὶς ψυχές μας μαζὶ καὶ τὰ σώματά μας μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ὑπηρέτη Σου καὶ μάρτυρα Δημητρίου καὶ τῆς ἄχραντης Θεοτόκου, γιὰ νὰ δοξαστεῖ καὶ ἀπὸ ἐδῶ τὸ πανάγιο ὄνομά Σου, διότι Σοῦ πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Σου καὶ τὸ ἅγιό Σου πνεῦμα πάντοτε, καὶ τώρα καὶ γιὰ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

(Ἅγιος Δημήτριος, Ἐγκωμιαστικοὶ λόγοι ἐπιφανῶν Βυζαντινῶν λογίων, ἔκδ. ΖΗΤΡΟΣ, 2004)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: nektarios.gr)

Ο άγιος Δημήτριος (η «μεγάλη εβδομάδα» του Αγίου στην Βυζαντινή Θεσσαλονίκη) – Ιωάννου Φουντούλη

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ

Ακούστε το επόμενο κείμενο, όπως αυτό «δημοσιεύθηκε» στο 173-ο τεύχος (Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου του 2018) του ηχητικού περιοδικού μας, Ορθόδοξη Πορεία.

Ο άγιος Δημήτριος (η μεγάλη εβδομάδα του Αγίου στην Βυζαντινή Θεσσαλονίκη) – Ιωάννου Φουντούλη.mp3

Η λειτουργική αυτή εκπομπή, που γίνεται από σταθμό της Θεσσαλονίκης, δεν θα ήταν δυνατόν να μη περιλάβη στην σειρά των εορτολογικών της θεμάτων και την εορτή του πολιούχου της πόλεως αυτής, του αγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του μυροβλήτου. Η μνήμη του θα εορτασθή και πάλι με την αρμόζουσα λαμπρότητα. Πλήθη πιστών θα συρρεύσουν στον περίλαμπρο ναό, που έχει κτισθή στον τόπο του μαρτυρίου και της ταφής του, και ιεροί ύμνοι θα ψαλούν και μεγαλοπρεπείς ακολουθίαι θα τελεσθούν προς δόξαν και τιμήν του καλλινίκου μάρτυρος. Ο Δημήτριος είναι ο κατ΄εξοχήν άγιος της Θεσσαλονίκης και η Θεσσαλονίκη είναι η πόλις του ˙ η πόλις του αγίου Δημητρίου. Από της εποχής του μαρτυρίου του μέχρι σήμερα η θρησκευτική, αλλά και η πολιτική ζωή της Θεσσαλονίκης είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με τον μεγαλομάρτυρα, τον άγιό της. Αυτός είναι η χαρά της, ο θησαυρός της, ο ευεργέτης της, ο προστάτης της. Την δικαία ακριβώς αυτή καύχησι της πόλεως, που επορφυρώθη από το μαρτυρικό αίμα του Δημητρίου και σήμερα επί τη εορτή του λαμπροφορεί, εκφράζει χαρακτηριστικά το πρώτο ιδιόμελο της λιτής του α΄ήχου, ποίημα Γεωργίου του Σικελιώτου:

«Ευφραίνου εν Κυρίω, πόλις Θεσσαλονίκη,
αγάλλου και χόρευε πίστει λαμπροφορούσα,
Δημήτριον τον πανένδοξον αθλητήν
και μάρτυρα της αληθείας
εν κόλποις κατέχουσα ως θησαυρόν ˙
απόλαυε των θαυμάτων τας ιάσεις καθορώσα
και βλέπε καταράσσοντα των βαρβάρων τα θράση
και ευχαρίστως τω Σωτήρι ανάκραξον ˙
Κύριε, δόξα σοι».

Συνεπείς προς τον ιδιαίτερο σκοπό της εκπομπής, δεν θα αναφερθούμε στον βίο και στο μαρτύριο ή στα θαύματα και στα ιστορικά γεγονότα που συνέδεσαν την πόλι αυτή με τον πολιούχο της. Αυτά είναι εν πολλοίς γνωστά. Θέμα μας θα είναι οι τελετουργικές εκδηλώσεις, που συνώδευαν τον πανηγυρισμό της μνήμης του. Παρουσιάζουν δε αυτές εντελώς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί κανενός άλλου άγίου η λειτουργική τιμή, καθ΄όσον τουλάχιστον γνωρίζομε, δεν πήρε ποτέ την έκτασι που προσέλαβε η εορτή του αγίου Δημητρίου. Και σήμερα τελούνται προς τιμήν του στην πόλι μας λαμπρές, καθώς είπαμε και στην αρχή, ακολουθίες. Όλοι θα έχωμε την ευκαιρία να τις παρακολουθήσωμε: Μεγαλοπρεπής λιτανεία την παραμονή, εορταστικός εσπερινός, όρθρος και θεία λειτουργία την επομένη, με την συμμετοχή των αρχών της πόλεως, χιλιάδων λαού, πολλών αρχιερέων και ιερέων και πολυμελών χορών ιεροψαλτών. Αλλ΄αυτά, ας μη φανή υπερβολική η έκφρασις, είναι μία σκιά των όσων ετελούντο στην πόλι του μυροβλήτου κατά την βυζαντινή εποχή. Οι σημερινές ακολουθίες στηρίζονται στα εν χρήσει λειτουργικά βιβλία, στα Μηνιαία. Και όπως θα τελεσθή σ΄όλους τους ναούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας η ακολουθία του μάρτυρος, έτσι θα τελεσθή και στον ναό του, με κάποια βέβαια ιδιαιτέρα μεγαλοπρέπεια. Πριν όμως από την άλωσι της πόλεως από τους Τούρκους το 1430 και την μετατροπή του ναού του σε μουσουλμανικό τέμενος, η ακολουθία ετελείτο από ιδιαίτερα λειτουργικά βιβλία, που ευτυχώς μας έχουν περισωθή σε χειρόγραφα. Επίσης από εγκωμιαστικούς λόγους που εξεφωνούντο κατά την μνήμη του και από άλλες πηγές, έχομε αρκετές μαρτυρίες, τόσες που μπορούμε χωρίς υπερβολή να ειπούμε, ότι γνωρίζομε σήμερα λεπτομερώς την τάξι και το περιεχόμενο των ακολουθιών αυτών.
Ο Συμεών Θεσσαλονίκης επιγραμματικά με λίγες λέξεις μας δίδει το κλειδί της κατανοήσεως όλου του εορτολογικού κύκλου που περιέβαλλε την εορτή του μάρτυρος. Χαρακτηριστικά λέγει, ότι η μνήμη του εωρτάζετο στον ναό του «κατά τον τύπον της αγίας και μεγάλης Κυριακής της του Χριστού και Θεού ημών αναστάσεως». Οι προς τιμήν του μάρτυρος δηλαδή ακολουθίες είχαν πασχάλιο χαρακτήρα, είχαν διαμορφωθή κατά το πρότυπο των εορτών και των ακολουθιών του Πάσχα. Στον παραλληλισμό αυτόν του αγίου Δημητρίου προς τον Χριστό συνετέλεσε, εκτός από την παναρχαία ιδέα ότι οι μάρτυρες δια του πάθους των εμιμούντο το πάθος του Χριστού, και αυτός ο τρόπος του μαρτυρικού θανάτου του Δημητρίου. Ως γνωστόν εθανατώθη δια λογχισμού. Δια της «λογχονύκτου» του πλευράς εμιμήθη τον λογχισμό του Χριστού. «Ανεζωγράφησε» το σωτήριον πάθος. Εδέχθη «της σωτηρίου πλευράς την χάριν», κατά τους υμνογράφους. Επί πλέον, κατά τις συναξαριστικές αφηγήσεις, το σώμα του Δημητρίου παρέμενε άφθαρτο στον τάφο, όπως άφθαρτο διετηρήθη μετά τον θάνατο και το σώμα του Κυρίου. Η σαρξ και των δύο «ουκ οίδε διαφθοράν» 1 .
Του Πάσχα προηγείτο νηστεία. Και της εορτής του μεγαλομάρτυρος προηγείτο νηστεία, που ήρχιζε από την 1η του μηνός Οκτωβρίου. Παρετείνετο δε ο εορτασμός επί οκτώ ημέρας μετά την μνήμη του, όπως και το Πάσχα συνωδεύετο από την διακαινήσιμο εβδομάδα. Έτσι όλος ο Οκτώβριος μήνας αφιερούτο στον μάρτυρα. Από την Τρίτη Κυριακή πρό της 26ης Οκτωβρίου ήρχιζαν να ψάλλωνται τα προεόρτια. Την Κυριακή αυτή εψάλλετο προεόρτιος κανών προσόμοιος του κανόνος της εορτής των Βαΐων, προς το «Ώφθησαν αι πηγαί της αβύσσου» του δ΄ήχου, ποίημα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών:

«Ώφθησαν ως πηγαί της πλευράς σου,
Χριστέ, οι ρύακες
και ανεμορφώθη η κτίσις
εκπλυθείσα σου τω αίματι ˙
ο δε κλεινός Δημήτριος,
ταύτην εκμιμησάμενος,
λογχευόμενος πάντας ηγίασεν
άδοντας
επινίκιον ύμνον σοι, Κύριε».

Ήδη από το πρώτο τροπάριο τίθεται το θέμα του κανόνος ˙ ο παραλληλισμός του πάθους του Κυρίου προς τον μαρτυρικό θάνατο του μάρτυρος. Και συνεχίζει ο κανών με την ιδία ακροστιχίδα («Ωσαννά Χριστός ευλογημένος Θεός») και με τις ίδιες πολλές φορές λέξεις με τον κανόνα της Κυριακής των Βαΐων.
Ο ίδιος ποιητής, ο Συμεών Θεσσαλονίκης, συνέθεσε σειρά τριωδίων προσομοίων των αντιστοίχων τριωδίων της Μεγάλης Εβδομάδος. Έτσι την 19η του Οκτωβρίου εψάλλετο το προσόμοιον προς το τριώδιον της Μεγάλης Δευτέρας του β΄ήχου «Τω την άβατον», με ακροστιχίδα «Τη Δευτέρα»:

«Τω την άθεον
εγειρομένην θάλασσαν
θείω αυτού εν αίματι
εξαφανίσαντι
και οδεύσαι κατ΄αυτής
τον στεφανηφόρον
ισχύσαντι Δημήτριον
Κυρίω άσωμεν,
ενδόξως γαρ δεδόξασται».

Την 20η το διώδιον, προσόμοιον του διωδίου της Μεγάλης Τρίτης «Τω δόγματι τω τυραννικώ», του β΄και αυτού ήχου με την ιδία ακροστιχίδα «Τρίτη τε»:
«Τω δόγματι τω τυραννικώ
Δημήτριος ο μέγας μη υπείξας,
εν τη φρουρά καθειρχθείς
τον Χριστόν ανυμνών εκραύγαζεν ˙
Ευλογείτε τα έργα
Κυρίου τον Κύριον».

Την 21η εψάλλετο το τριώδιον του β΄ήχου «Της πίστεως εν πέτρα εστηριγμένος», προσόμοιον του τριωδίου της Μεγάλης Τετάρτης με την ακροστιχίδα «Τετράδι ψαλώ»:

«Της πίστεως εν πέτρα εστηριγμένος
διήνοιξας το στόμα σου κατά πλάνης
και ηύφρανας τοις άθλοις σου τον Χριστόν σου
κράζων, Δημήτριε ˙ Συ ει Θεός ημών
και ουκ έστι δίκαιος πλην σου, Κύριε».

Την 22α του Οκτωβρίου εψάλλετο κανών του πλ. β΄ήχου, προσόμοιος του κανόνος της Μεγάλης Πέμπτης, με την ίδια ακροστιχίδα με εκείνον «Τη μακρά Πέμπτη μακρόν ύμνον εξάδω»:

«Τμηθείση ράβδω
σχίζεται υγρά,
κύματα πλάνης δε ξηραίνεται σταυρώ ˙
ο αυτός Θεός και τότε εν Μωσή
ποιών και Δημητρίω ξένα ˙
ωδή ουν εξ αμφοτέρων νυν πλέκεται ˙
Ενδόξως δεδόξασται
Χριστός ο Θεός ημών».

Το τριώδιο της Μεγάλης Παρασκευής «Προς σε ορθρίζω» αποτελεί το αυτόμελο του τριωδίου που εψάλλετο την 24η Οκτωβρίου ˙ και αυτό ήταν του ιδίου ήχου, του πλ. β΄, και είχε την ιδία ακροστοιχίδα «Προσάββατόν τε»:

«Προς σε προσφεύγω
τον δια τον κτίστην
εαυτόν τοις ανόμοις
θελήσαντα εκδούναι
και μέχρι σφαγής
ευθαρσώς εναθλήσαντα,
μάρτυς Χριστού,
και ιάσεις παρέχοντα, Δημήτριε».

Τέλος την σειρά των προεορτίων έκλειε ο κανών προς το «Κύματι θαλάσσης» του πλ. β΄ήχου, που εψάλλετο την παραμονή της εορτής. Είχε την ιδία ακροστιχίδα προς τον κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου ˙ «Και σήμερον δε Σάββατον μέλπω μέγα»:

«Κύματι θαλάσσης
ο πάλαι βυθίσας
Θεός τον τύραννον
σοι ισχύν δέδωκε
κατά τυράννου αθλούντι ˙
αλλ΄ημείς ως μέγαν μάρτυρα
τω Κυρίω άδοντες
υμνούμεν σε, Δημήτριε».

Με τα τριώδια αυτά και με τους προεορτίους κανόνας, συνεπλέκοντο και τροπάρια, έργα του ιδίου υμνογράφου, προσόμοια των τροπαρίων των αντιστοίχων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος, προς τα στιχηρά των αίνων της Κυριακής των Βαΐων, προς το κάθισμα «Τον τάφον σου Σωτήρ», προς τα κοντάκια και τους οίκους της Μεγάλης Εβδομάδος «Ο Ιακώβ ωδύρετο», «Τον δι΄ημάς σταυρωθέντα», «Την άβυσσον ο κλείσας» και προς το εξαποστειλάριον «Τον νυμφώνα σου βλέπω».
Έτσι ο παραλληλισμός των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδος προς την προεόρτιο εβδομάδα ήταν πλήρης. Την παραμονή εγίνετο λαμπρά λιτανεία εις ανάμνησιν του «χριστομιμήτου πάθους» και του ελκυσμού εις αυτό του μάρτυρος. Λεπτομερή περιγραφή της μας δίδει και πάλιν ο Συμεών Θεσσαλονίκης στο Τυπικό του. Στον ναό του αγίου, όπου κατέληγε η λιτανεία, ετελείτο ένα είδος απομιμήσεως των ακολουθιών του Μεγάλου Σαββάτου. Κατά την παννυχίδα εψάλλετο παρά τον τάφον του μάρτυρος ο άμωμος, ο 118ος δηλαδή ψαλμός, με εφύμνια παρόμοια προς τα εγκώμια του επιταφίου θρήνου:

«Μακαρίζομέν σε, αθλοφόρε Χριστού,
και τιμώμεν την αγίαν εικόνα σου,
ως αντίτυπον της θείας σου μορφής».

Και «Μακαρίζομέν σε, αθλητά του Χριστού,
και τιμώμεν την αγίαν σου λάρνακα,
ως πηγάζουσαν τα μύρα τοις πιστοίς».

Κατά τους αίνους εψάλλοντο τροπάρια προσόμοια προς το «Πάσχα ιερόν», «Δεύτε από θέας γυναίκες», «Αι μυροφόροι γυναίκες» και «Πάσχα το τερπνόν», τα γνωστά στιχηρά των αίνων του Πάσχα:

«Έαρ νοητόν ημίν σήμερον ανατέταλκεν…»
«Δεύρο από θέας των άνω ελθέ, Δημήτριε…»
«Οι εν πυρφόρω καμίνου λύπης βαθείας…»
και «Χαίροις, αθλητά ˙ Χαίρε, οπλίτα, χαίρε…».

Τέλος αντί του «Χριστός ανέστη» εψάλλετο κατά την μικρά λιτανεία που εγίνετο εντός του ναού προ της θείας λειτουργίας, κατά μίμησιν της ακολουθίας της αναστάσεως («ως και επί της αναστάσεως»), σε ήχο πλ. α’ το τροπάριο:

«Χριστού την δόξαν μαρτυρεί
πηγάζων εκ πλευράς τα μύρα
ο μάρτυς Δημήτριος ˙
αυτόν μεγαλύνομεν».

Η σήμερον εν χρήσει ακολουθία του αγίου δεν περισώζει αναμνήσεις από την παλαιά πασχάλιο λαμπρότητά της. Οι ακολουθίες εκείνες ήσαν καθαρώς τοπικές – γεννήματα της Θεσσαλονίκης – και ειδικά συντεθειμένες μόνο για την πόλι αυτή και ιδιαιτέρως για τον ναό του μεγαλομάρτυρος. Οι εν χρήσει είναι μάλλον οικουμενικές, που ταιριάζουν σε κάθε τόπο. Έχομε όμως και σ΄αυτές αρκετούς ύμνους που εγράφησαν στην Θεσσαλονίκη και αναφέρονται στον ναό του αγίου, στον τάφο, στα μύρα και στην υπέρμαχο προστασία του πολιούχου κατά τους κινδύνους και τις συμφορές της πόλεως.
Ένα από τα τροπάρια αυτά, ποίημα του ποιητού Ανατολίου, το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. δ΄ήχου θα κατακλείση την εκπομπή μας. Είναι από τα ωραιότερα τροπάρια της ακολουθίας. Η θειοτάτη και άμωμος ψυχή του μάρτυρος κατοικεί στην ουρανία Ιερουσαλήμ. Το σώμα του στον «περίλυτο» ναό της Θεσσαλονίκης, από όπου φρουρεί από κάθε προσβολή των εναντίων την πόλι του, που επαξίως τον μεγαλύνει:

«Έχει μεν η θειοτάτη σου ψυχή και άμωμος,
αοίδιμε Δημήτριε,
την ουράνιον Ιερουσαλήμ κατοικητήριον,
ης τα τείχη εν ταις αχράντοις χερσί
του αοράτου Θεού εζωγραφήνται.
Έχει δε και το πανέντιμον
και αθλητικώτατόν σου σώμα
τον περίκλυτον τούτον ναόν επί γης
ταμείον άσυλον θαυμάτων,
νοσημάτων αλεξιτήριον,
ένθα προστρέχοντες
τας ιάσεις αρυόμεθα.
Φρούρησον, πανεύφημε,
την σε μεγαλύνουσαν πόλιν
από των εναντίων προσβολών,
παρρησίαν έχων προς Χριστόν
τον σε δοξάσαντα».

(24 Οκτωβρίου 1970)

Υ Π Ο Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

1. Πράξ. 2, 27. 13, 35 – 37.

(Από το βιβλίο “Λογική Λατρεία”, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1984).

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.