Ο νευροχειρουργός αρχιδιάκονος που γνώρισε με τον γέροντα Ιουστίνο Πίρβου | π. Στέφανος Μίντεα

___

Ο ιατρός π. Στέφανος Μίντεα, πατέρας έξη παιδιών, εγκατέλειψε μια σπουδαία καριέρα στην Αμερική και στο Στάνφορντ, επέστρεψε στη γενέτειρά του, τη Ρουμανία, και τάχθηκε στην υπηρεσία του ταλαιπωρημένου λαού.

Υπάρχουν προσωπικότητες που έχουν το υγιές χάρισμα να διευρύνουν τον ορίζοντα της ζωής των άλλων ανθρώπων. Τέτοια μορφή ήταν ο γέροντας Ιουστίνος Πίρβου από τη Ρουμανία, που έμεινε στις φυλακές επί 16 ολόκληρα χρόνια, καταδιωγμένος από το καθεστώς μιας σκοτεινής εποχής. Βασανίστηκε, υπέφερε, πείνασε και δεν κατηγόρησε τους υπαίτιους του άδικου δράματος που βίωσε.

Πριν από λίγο καιρό έγιναν στην Αθήνα μια σειρά εκδηλώσεων για τον γέροντα Ιουστίνο Πίρβου. Για να μιλήσουν για τον γέροντα Ιουστίνο και τον αντίκτυπο που είχε η συναναστροφή μαζί του στις ζωές τους έφθασαν στην Αθήνα από τη Ρουμανία η γερόντισσα Ιουστίνα, πνευματική του θυγατέρα και ηγουμένη της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου που ίδρυσε ο π. Ιουστίνος, μαζί με μια ομάδα μοναχών. Επίσης ο π. Ιουστίνος ο νεότερος, υποτακτικός του γέροντα. Και τέλος ο π. Στέφανος Μίντεα, ιατρός, νευροχειρουργός και αρχιδιάκονος και η σύζυγός του επίσης ιατρός, Μαγδαληνή.

Ο π. Στέφανος μας τίμησε παραχωρώντας μας μια συνέντευξη για την Ορθόδοξη Αλήθεια. Πατέρας σήμερα 6 παιδιών υπήρξε σε νεαρή ηλικία ένας από τους πλέον υποσχόμενους γιατρούς στην Αμερική. Διευθυντής του νευροχειρουργικού τμήματος του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, εξειδικευμένος στην ελάχιστα επεμβατική μεθοδολογία στη χειρουργική της σπονδυλικής στήλης και Καθηγητής στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια.

Πάτερ Στέφανε, γεννηθήκατε στην ευρύτερη κοινή μας περιοχή, τα Βαλκάνια και συγκεκριμένα στη Ρουμανία. Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;

Όταν ήμουν παιδί οι γονείς μου μετανάστευσαν στην Αμερική. Πρώτα μετανάστευσε στην Αμερική ο πατέρας μου και τότε δεν επιτρεπόταν να μεταναστεύσει μια ολόκληρη οικογένεια. Η μητέρα μου χρειάστηκε να περιμένει κάποιο διάστημα ώσπου να εγκριθεί η άδεια να πάει να συναντήσει τον πατέρα μου. Τότε χρειάστηκε να μείνω πίσω με τη γιαγιά μου στο χωριό. Η γιαγιά μου ήταν μια γυναίκα ολιγογράμματη. Είχε πάει μόνον μέχρι την Τετάρτη δημοτικού. Είχε όμως ανεπτυγμένο μέσα της τον φόβο του Θεού. Εκεί θυμάμαι πολύ έντονα ότι η γιαγιά με πήγαινε στην εκκλησία με μεγάλη ευλάβεια. Στα τέσσερά μου πήγα και εγώ στην Αμερική και εκεί τελείωσα το σχολείο. Οι γονείς ήταν πτωχοί και εργάζονταν όλη μέρα. Η γιαγιά που είχε έρθει μαζί μας ασχολείτο με εμένα και με πήγαινε πολύ συχνά στην εκκλησία, μας έμαθε την αξία της προσευχής.

Σπουδάσατε ιατρός νευροχειρουργός και στη συνέχεια αναδειχθήκατε σε κορυφαίο στέλεχος του Νοσοκομείου του Στάνφορντ, ενός πολύ σημαντικού νοσοκομείου όπου εργάζονται και πολλοί έλληνες γιατροί. Με τι ακριβώς ασχοληθήκατε από ιατρικής απόψεως;

Ασχολήθηκα με την μικροεπεμβατική όπου με έναν πολύ εξελιγμένο εξοπλισμό αποκτούμε πρόσβαση στο νευρικό σύστημα. ΄Ήταν πολύ σημαντική αυτή η εμπειρία γιατί είχαμε τη δυνατότητα να έχουμε πρόσβαση σε έναν τεχνολογικό εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας ιδιαίτερα ανεπτυγμένης.

Τώρα όμως εργάζεστε στη Ρουμανία σε ένα νοσοκομείο.

Ακριβώς. Το 2013 επέστρεψα στη Ρουμανία και από το 2014 εργάζομαι κανονικά εκεί. Χρειάστηκε ένας χρόνος για να πάρω την άδεια εξάσκησης του επαγγέλματος καθώς έπρεπε να μελετήσω την ορολογία στη ρουμανική γλώσσα.

Σκέπτομαι πόσο δύσκολο είναι για κάποιον που έφυγε στα τέσσερά του για την Αμερική να επιστρέφει στη Ρουμανία μετά από τόσα χρόνια. Είναι μια τεράστια αλλαγή στη ζωή τού κάθε μετανάστη δεύτερης γενιάς που απαιτεί τόλμη και υπομονή. Δεν σκεφθήκατε να μείνετε για πάντα στην Αμερική;

«Ζούσαμε το αμερικάνικο όνειρο. Είχαμε κοινωνικό κύρος, είχαμε πραγματοποιήσει τα όνειρά μας. Υπήρχε όμως κάτι που δεν είχαμε που το συνειδητοποίησα όταν πήγα στην πατρίδα για να κάνω κάποια χειρουργεία»

Βεβαίως. Εγώ ανατράφηκα στις ΗΠΑ. Η γυναίκα μου ήρθε εκεί όταν ήταν 14 ετών. Ζούσαμε το αμερικάνικο Όνειρο. Τα είχαμε όλα στην Αμερική. Είχαμε πολύ καλές Πανεπιστημιακές θέσεις, από υλικής απόψεως είμασταν πολύ καλά. Ζούσαμε όπως σας είπα το αμερικάνικο Όνειρο. Είχαμε κοινωνικό κύρος, είχαμε πραγματοποιήσει τα όνειρά μας. Είχαμε ακόμη και Ορθόδοξη εκκλησία κοντά μας. Τα είχαμε όλα. Υπήρχε όμως κάτι που δεν είχαμε που το συνειδητοποίησα όταν πήγα στη Ρουμανία για μια εβδομάδα με έναν συνάδελφο για να κάνουμε κάποια χειρουργεία.

Αρκεί στη ζωή μας ένα μικρό χρονικό διάστημα για ν΄ αλλάξουμε καθολικά τον τρόπο που ζούμε! Ωστόσο για τον καθένα που του συμβαίνει αυτό, έχει προηγηθεί ένα γεγονός συνήθως συνταρακτικό.

Πράγματι! Στη διάρκεια μιας εβδομάδας κάναμε στη Ρουμανία μερικά περίπλοκα χειρουργεία. Ήταν μια μεγάλη εμπειρία για εμένα, ένα σοκ στην κυριολεξία όταν είδα ότι στα νοσοκομεία υπήρχαν πολύ καλοί άνθρωποι που ήθελαν να κάνουν σωστή δουλειά, αλλά που δεν ήταν εξοπλισμένοι για να μπορέσουν να την κάνουν. Μια εμπειρία που με συγκλόνισε ήταν όταν έτυχε να πέσει στην αντίληψή μου ένα περιστατικό με μια γυναίκα γύρω στα 25, μητέρα δύο μικρών παιδιών. Ένα ταξί την τραυμάτισε και η γυναίκα έμεινε παράλυτη, γιατί δεν υπήρχαν τα κατάλληλα μέσα για να τη χειρουργήσουν με τη χρήση υψηλής τεχνολογίας.

«Είμαι πεισμένος ότι μέσα από τις προσευχές του φωτίστηκα κι εγώ. Σε άφηνε ελεύθερο!»

Στις ιδιαίτερες συνθήκες που επηρεάζουν την εξέλιξη ενός ανθρώπου, παίζει ρόλο η δική μας απόφαση να αφεθούμε σε αυτό που συμβαίνει; Με άλλα λόγια, η συνάντησή σας με τον γέροντα Ιουστίνο στη Ρουμανία εκείνη την εβδομάδα ήταν ένα γεγονός που έπαιξε ρόλο στη μετέπειτα ζωή σας;

Οπωσδήποτε! Όντως, στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού γνώρισα τον γέροντα. Γνώριζα τον πατέρα Ιουστίνο τον νεότερο. Ο πατήρ Ιουστίνος ήταν από παιδί κοντά στον γέροντα, η οικογένειά του συνδεόταν με αυτόν. Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του γέροντα έμεινε κοντά του και τον διακόνησε μέχρι το τέλος που ήταν πολύ οδυνηρό. Ο νεότερος πατήρ Ιουστίνος με πήγε λοιπόν να γνωρίσω τον γέροντα Ιουστίνο. Δεν είχα ακούσει για αυτόν. Είχα ακούσει στην Αμερική μόνον για τον άγιο Παΐσιο και Πορφύριο. Δεν ήξερα πώς είναι ένας γέροντας. Εντυπωσιάστηκα από το γεγονός ότι αν και ήταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία είχε πολύ νεανική σκέψη. Καταλάβαινε και μπορούσε να μιλήσει με έναν άνθρωπο σαν και μένα που διένυα την τρίτη δεκαετία της ζωής μου. Μπορούσε να κατανοήσει τότε ότι εγώ ενδιαφερόμουν κυρίως για την καριέρα μου, καταλάβαινε τα πολιτικά πράγματα πώς διαδραματίζονταν σε όλη την Υφήλιο και γενικά ήταν πολύ σύγχρονος. Μου έθεσε ωστόσο με απαλό τρόπο ορισμένα ερωτήματα: Με ρώτησε τι σημαίνει για μένα να είμαι Ρουμάνος, τι σημαίνει να είμαι Ορθόδοξος και τι σημαίνει για μένα να είμαι πατέρας παιδιών που πρέπει να μεγαλώσουν σ΄ αυτό τον κόσμο;

Ήταν αυτό που σας έκανε να εγκαταλείψετε την Αμερική και τη σημαντική καριέρα που χτίσατε και να πάρετε τη μεγάλη απόφαση μιας ανατρεπτικής αλλαγής μένοντας για πάντα στη Ρουμανία;

«Ξεκίνησε μια εσωτερική επαναξιολόγηση των στόχων μου και του πώς θα ήθελα να συνεχίσω τη ζωή μου»

Έτσι ξεκίνησε μια εσωτερική επαναξιολόγηση των στόχων μου και του πώς θα ήθελα να συνεχίζω τη ζωή μου. Πρέπει να τονίσω ότι ποτέ δεν μου είπε επιτακτικά «είσαι υπεύθυνος για τη χώρα, πρέπει να γυρίσεις, πρέπει να έλθεις, ποτέ!». Άφηνε μια ελευθερία στους ανθρώπους. Πάντα έδινε ελευθερία, αλλά σου έθετε ερωτήματα. Είμαι πεισμένος ότι μέσα από τις προσευχές του φωτίστηκα και εγώ. Σε άφηνε ελεύθερο.

Ο Gilles Deleuze έλεγε ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να βρεθείς φυλακισμένος στο όνειρο ενός άλλου. Μας κάνατε κατανοητό για ποιο λόγο νιώσατε ελεύθερος κοντά του, να πραγματοποιήσετε τα δικά σας όνειρα. Πάτερ Στέφανε, σήμερα μετά από την τριβή σας με την πνευματική ζωή, αλλά και την ιατρική εμπειρία τόσων ετών, θεωρείτε ότι η πίστη βοηθά στην εργασία σας;

Θα ήταν λάθος να υποστηρίζουμε ότι τα πράγματα πάντοτε λειτουργούν όπως εμείς θέλουμε (κατά το θέλημά μας). Οι άρρωστοι έχουν την τάση να γίνονται δύσπιστοι και δειλοί. Εάν ο Θεός δεν κατοικεί μέσα στην καρδιά τους υποκύπτουν σε διάφορους φόβους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μόλις διαγνωσθούν τα κύρια σημάδια μιας νόσου, πρέπει να προσεγγίσουμε την ψυχή του ασθενούς με πίστη και αγάπη.

«Προσεύχομαι από τη στιγμή που ένας ασθενής μπαίνει στο ιατρείο μέχρι να τον χειρουργήσω ή όχι»

Όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις αισθάνεται κανείς ανεπαρκής. Στη νευροχειρουργική υπάρχουν πολλές ιδιαίτερα περίπλοκες καταστάσεις. Έτσι, σε δύσκολες περιπτώσεις όπως ο καρκίνος ή οι μεταστάσεις απλά σηκώνει κανείς το βλέμμα του στον ουρανό και αναζητά καθοδήγηση από το Θεό για να παίρνει αποφάσεις. Συνηθίζω να προσεύχομαι από τη στιγμή που ένας ασθενής μπαίνει στο ιατρείο μου μέχρι τη στιγμή που αποφασίζω να τον χειρουργήσω ή όχι. Ζητώ με ειλικρίνεια από τον Κύριο να με φωτίσει και να με εμποδίσει να χειρουργήσω έναν ασθενή που δεν θα επιβιώσει από μια χειρουργική επέμβαση ή εφόσον διαφαίνεται ότι η επέμβαση δεν θα ήταν αποτελεσματική. Και κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης, η προσευχή μού δίνει εμπιστοσύνη και δύναμη. Δεν σηκώνω την άγκυρα, αλλά κρατιέμαι στιβαρά πάνω στον σύνδεσμό μου με τον καλό Θεό.

* * *

Ο π. Στέφανος εκπέμπει μια βεβαιότητα και μια ηρεμία. Παρά το γεγονός ότι είναι ένας διακεκριμένος επιστήμονας αλλά και ιερωμένος, εξακολουθεί να είναι προσιτός και απλός. Έχει την ικανότητα της απλής εγγύτητας. Προφανώς το χάρισμα αυτό να το πήρε από τον γέροντά του. Γνωρίζοντάς τον, συμπέρανα πως η γιαγιά του έπαιξε ρόλο στην πρώιμη ηλικία του. Οι απλοί άνθρωποί μας είναι αυτοί που μπορούν να διδάσκουν την ορθοδοξία στην πράξη, φυτεύοντας τον σπόρο και προστατεύοντάς τον καλά κρύβοντάς τον βαθιά στη καλή γη.

* * *

Ο π. Στέφανος αγγίζει τις καρδιές όλων με την αμεσότητα, τη γνησιότητα των λόγων του και το σπουδαίο του παράδειγμα. Εγκατέλειψε μια σπουδαία καριέρα στην Αμερική για να επιστρέψει στη γενέτειρά του και να ταχθεί στην υπηρεσία του ταλαιπωρημένου λαού της. Αυτό μας κάνει να σκεφτόμαστε με ελπίδα όλους τους Έλληνες γιατρούς που έφυγαν από τη χώρα μας κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Τον π. Στέφανο συνόδευε η σύζυγός του Μαγδαληνή, μια ήρεμη και φωτεινή παρουσία, γιατρός αναισθησιολόγος και μητέρα έξι παιδιών. Και αυτή εντυπωσίασε με την απλότητα και την εγκαρδιότητα με την οποία αντιμετώπιζε όλους τους ανθρώπους που βρέθηκαν στις εκδηλώσεις για τον γέροντα Ιουστίνο. Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες και οι Ρουμάνοι έχουμε ένα φυσικό τρόπο επικοινωνίας, είμαστε έθνη με πολλά κοινά.

__________

Σοφία Χατζή

δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 01.04.2020

Οι φωτογραφίες 1,2&4 είναι από τον ιστότοπο: http://orthochristian.com/

Ένας σύγχρονος ομολογητής του Χριστού στις φυλακές της Ρουμανίας

Με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τη γέννηση του π. Ιουστίνου Πίρβου, η γερόντισσα Ιουστίνα, Ηγουμένη της Ι.Μ. Πάλτιν – Πέτρου Βόντα, αναφέρεται στη ζωή, τις διδαχές και τα θαύματά του.

«Ο Θεός ήταν πιο κοντά μας στη φυλακή, απ’ ό,τι σε άλλες καταστάσεις. Βλέπαμε τα σημεία και τα θαύματά του όλη την ώρα. Στη φυλακή η προσευχή μας εισακουγόταν κι έπαιρνε πιο γρήγορα απάντηση. Ο Θεός ήταν εκεί μαζί μας. Ο ίδιος ο Θεός διώχθηκε και φυλακίστηκε από μια θεσμοποιημένη κοινωνία που ήθελε να υπάρχει χωρίς τον Θεό».

Εκατό χρόνια συμπληρώθηκαν από τη γέννηση ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ρουμάνους γέροντες, του πατρός Ιουστίνου Πίρβου. Ο μεγάλος αυτός σύγχρονος ασκητής και ομολογητής γεννήθηκε στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Υπέμεινε ανελέητο διωγμό και ομολόγησε τον Χριστό στις φυλακές της Ρουμανίας την εποχή που κυριαρχούσε το ανελεύθερο καθεστώς. Χαριτώθηκε πνευματικά μέσα στη φυλακή και την αιχμαλωσία και όταν ελευθερώθηκε αναδείχθηκε σε πνευματικό φάρο.

Έγινε πνευματικός πατέρας πολυάριθμων μοναχών αλλά και λαϊκών και στήριξε τον λαό του σε δύσκολους καιρούς.

Με την ευκαιρία των εκατό ετών από τη γέννησή του και την ταυτόχρονη κυκλοφορία ενός τόμου αφιερωμένου στη ζωή, στις διδαχές και στα θαύματά του επισκέφτηκαν την Ελλάδα άνθρωποι που τον γνώρισαν από κοντά.

Με την αφορμή αυτή συναντήσαμε τη γερόντισσα Ιουστίνα, ηγουμένη της Ιεράς Μονής Πάλτιν Πέτρου Βόντα. Το γυναικείο αυτό μοναστήρι είναι το μεγαλύτερο σήμερα γυναικείο κοινόβιο στη Ρουμανία με μεγάλο πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο. Στη συνομιλία μας διακρίναμε την ευγένεια της αεικίνητης γερόντισσας. Είναι πολύ προσιτή και ταπεινή. Τίποτε πάνω της δεν μαρτυρεί ότι ηγείται μιας μεγάλης αδελφότητας. 

Γερόντισα Ιουστίνα, Θεωρείτε σημαντική την παρουσίαση της μορφής του γέροντος Ιουστίνου Πίρβου στην Ελλάδα;

Ο γέροντας Ιουστίνος αγαπούσε ιδιαίτερα τους Έλληνες και συχνά τους έφερνε ως παράδειγμα όταν μιλούσε στη Ρουμανία. Τόνιζε ότι οι Έλληνες προσπαθούν να μαθαίνουν την αλήθεια πίσω από τα γεγονότα. Toυς θαύμαζε για το κουράγιο και την τόλμη τους να αντιστέκονται σε ό,τι αντιστρατεύεται τις χριστιανικές αξίες.

Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να γνωρίσει ο ελληνικός λαός τον γέροντα Ιουστίνο και να στηριχθεί από τον αγώνα του. Ο γέροντας Ιουστίνος ήταν ένας πνευματικός ηγέτης που όλοι τον άκουγαν, διανοούμενοι, πολιτικοί, καλλιτέχνες αλλά και ο απλός λαός. Ήταν μια σημαντική φωνή.

Να έλθουμε τώρα στην περίοδο που ο γέροντας είχε φυλακιστεί. Περιγράψτε μας εκείνη την εποχή.

Όταν έφθασε ο Ρωσικός στρατός με τους μυημένους ήδη στον κομμουνισμό στρατιώτες του, ξεκίνησε μια εποχή μεγάλου τρόμου και πνευματικής αγωνίας για τους Ορθοδόξους στη Ρουμανία. Μετά από λίγο ξέσπασαν διωγμοί, έρευνες, ανακρίσεις, συλλήψεις. Ήταν τέτοιες εποχές εκείνες, που ήσουν ύποπτος ακόμη κι επειδή φορούσες ένα φανταχτερό ρούχο η επειδή μιλούσες συχνά με κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο. Πολλοί αθώοι άνθρωποι κατέληξαν έτσι στη φυλακή, χωρίς να ξέρουν γιατί· ορισμένοι μάλιστα πέθαναν εκεί μέσα. Στόχος της Ασφάλειας ήταν να συλλάβει όσο το δυνατόν περισσότερους, για να δικαιολογήσει τη δράση της. Από σεβαστός άνθρωπος που ήσουν στην κοινωνία, γινόσουν αίφνης ένας παρίας, ένα ‘κάθαρμα’, ‘απατεώνας’, ένας ‘εχθρός του έθνους’, ένας ‘λεγεωνάριος’, ένας ‘οπισθοδρομικός’ και πολύ περισσότερα κι έτσι σου φόρτωναν πολλά και πολύ δύσκολα χρόνια στη φυλακή. Όσο για τον γέροντα κατέληξε κι ο ίδιος στη φυλακή. Στα 1947 συνέβη να δει ο πατήρ Ιουστίνος τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Ντουράου, εικόνα που είχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά του, λίγες μέρες μετά το Πάσχα να σπάει. Μόλις δύο εβδομάδες αργότερα τον συνέλαβαν και δεν επέστρεψε στο μοναστήρι και στην εικόνα, παρά ύστερα από δεκαεπτά χρόνια».

Πώς αντιμετώπιζε ο π. Ιουστίνος το μαρτύριο του εγκλεισμού και της αδικίας.

Χρειαζόσουν δυνατή πίστη για να επιβιώσεις σ’ αυτές τις φοβερές συνθήκες. Το 1948, όταν μπήκε ο γέροντας στη φυλακή, απαγορεύτηκαν τα βιβλία, έτσι ούτε ένα προσευχητάριο δεν μπορούσε να κυκλοφορεί στα χέρια κρατουμένων. Οι φυλακισμένοι πριν το 1948 που ακόμη επιτρέπονταν τα βιβλία είχαν μάθει προσευχές απέξω, ακόμη και τη Φιλοκαλία. Σας μεταφέρω τα λογια του:

«Ήταν εκπληκτικό: ίσως πουθενά, σ’ όλον τον κόσμο, δεν είχαν τόση αξία και σημασία οι προσευχές, όσο είχαν εκεί, σ’ εκείνες τις μεγάλες δυσκολίες!». Αργότερα μας έλεγε ενθυμούμενος τα χρόνια των βασανιστηρίων:

«Η μόνη διαύγεια που μας προσφέρεται είναι η σταγόνα αίματος των μαρτύρων μας. Τι είναι το αίμα των μαρτύρων; Είναι ο σπόρος του χριστιανισμού. Οι δε ήρωές μας, οι μάρτυρες της Εκκλησίας και του έθνους μας, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί άγιοι, μέσα από τις φυλακές του Αιούντ, της Γκέρλα, του Πιτέστι, αυτοί πρέπει να αποτελέσουν το πρότυπό μας».

Ο γέροντας Ιουστίνος θεωρείται από τον λαό της Ρουμανίας ως ένας άγιος και ομολογητής της πίστεως;

Μάλιστα, πιστεύω ότι ο ρουμανικός λαός είναι πεισμένος για την αγιότητά του. Μετά την κοίμησή του πλείστα θαύματα μαρτυρούν ότι βρήκε παρρησία από τον Θεό.

Όλοι οι άγιοι τονίζουν τη συγχώρηση και την αγάπη. Ο γέρων Ιουστίνος είχε καταφέρει να συγχωρήσει τους ανθρώπους που τον φυλάκισαν και τον βασάνισαν;

Τους είχε συγχωρήσει και προσευχόταν για αυτούς. Βέβαια αυτό έρχεται σταδιακά μέσα από μια πορεία και κυρίως μέσα από τη Χάρη του Θεού, γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεχάσει κανείς όλες τις απίστευτες βιαιότητες που υπέστη. Όμως τελικά τόσο ο γέροντας Ιουστίνος όσο και οι άλλοι πατέρες που μαρτύρησαν στις φυλακές έδειξαν συγχωρητική στάση και δεν κατονόμασαν καν τους βασανιστές τους ελπίζοντας ότι θα τους δινόταν η ευκαιρία να μετανοήσουν.

Σας είχε μιλήσει για τα πράγματα που αποκόμισε στη φυλακή, αλλά και από τη μοναστική του εμπειρία;

Η μοναστικὴ εμπειρία του και η μακρόχρονη περιπέτειά του στη φυλακή τον δίδαξαν να φροντίζει τους πάσχοντες, να προσφέρει σε όλους ελπίδα και παρηγοριά, να διάγει πνευματικό βίο, τον δίδαξε να μεριμνά για τους πάσχοντες, να προσφέρει ελπίδα και παρηγορία.

Ο γέροντας Ιουστίνος έλεγε: «Ο άνθρωπος πρέπει ν’ αγαπιέται. Αλλά για να τον αγαπήσεις χρειάζεται να τον καταλάβεις. Εάν τον δεις πεσμένο, πρέπει να του δώσεις το χέρι σου. Η αγάπη προς τον πλησίον μας είναι μία έκφραση της αγάπης μας προς τον Θεό. Αν δεν αγαπάς ή δεν βοηθάς τον άνθρωπο που είναι κοντά σου, δεν μπορείς να αγαπήσεις τον Θεό. Η αγάπη για τον πλησίον είναι το πρώτο βήμα προς τη σωτηρία, αλλά βήμα απαραίτητο, για να μπορείς να κάνεις πράξη την αγάπη σου για τον Θεό».

Είναι καλό για την ιστορία, να γνωρίζουμε πώς ξεκίνησε ο γέροντας τη μοναστική του ζωή; Ποιοι τον γαλούχησαν;

Ο π. Ιουστίνος πήγε για πρώτη φορά στα δεκαεπτά του στο μοναστήρι του Ντουράου όπου έζησε δυνατές πνευματικές εμπειρίες ανάμεσα σε μεγάλους ζηλωτές ασκητές. Όπως αναφέρεται στον τόμο που κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο «Ζωή θυσιαζόμενης αγάπης» ο ίδιος ο π. Ιουστίνος είχε πει: «Ήταν μεγάλοι ασκητές αυτοί και άνθρωποι προσευχής, ειρήνης, αγάπης και φιλοξενίας, περιζήτητοι από πολλούς στην Μπουκοβίνα, τη Μολδαβία και την Τρανσυλβανία. Ήταν πνευματικοί πατέρες μιας γενιάς που είχε συμπαγή πνευματική παράδοση. Επωμίστηκαν μεγάλη ευθύνη ενώπιον του λαού, αγαπούσαν τις Ορθόδοξες αξίες και ήταν τελείως αφιερωμένοι στην Εκκλησία». Ο π. Ιουστίνος θυμάται ακόμη: «Η μονή Ντουράου ήταν στ’ αλήθεια ένα πνευματικό σχολείο. Εκεί έζησα τις πιο όμορφες στιγμές, δίπλα στους αγωνιζόμενους τον πνευματικό αγώνα πατέρες. Όπως για παράδειγμα ο ιερομόναχος πατήρ Ιερεμίας, που προσευχόταν αδιαλείπτως και ζούσε σε διαρκή σιωπή. Αυτές οι δύο αρετές ήταν οι πηγές της πελώριας αγάπης του. Μας δίδαξε την Ευχή στον Ιησού. Υπήρξε μεγάλος νηστευτής και ποτέ δεν χρησιμοποιούσε πιρούνι ή κουτάλι. Έτρωγε μόνο τρεις-τέσσερις μπουκιές φαγητό, με τα χέρια και ύστερα έσκυβε το κεφάλι· αυτό ήταν όλο το γεύμα του. Αντίθετα με άλλους, εκείνος κλειδωνόταν στο κελί του, μετά την εκκλησία και δεν έβγαινε παρά την ώρα του εσπερινού ή την επόμενη ημέρα. Τη νύχτα πηγαίναμε και ‘κατασκοπεύαμε’ να δούμε τι έκανε: κάθε ώρα υπήρχε κερί αναμμένο κι εκείνος έκανε τον Κανόνα του, μικρές και μεγάλες μετάνοιες, μελετούσε. Είχε μεγάλο ζήλο να μνημονεύει ονόματα κεκοιμημένων. Οι γέροντες εκείνοι ήταν άνθρωποι χωρίς σπουδαία μόρφωση, αλλά μεγάλοι ασκητές με τεράστια ζωντανή εμπειρία: αυτοί ήταν η ζωντανή Φιλοκαλία. Ο π. Ιουστίνος έφυγε από τη μονή για να σπουδάσει στη Θεολογική σχολή η οποία όμως έκλεισε στη διάρκεια του Πολέμου.

Ας έρθουμε στις διδαχές του. Ο γέροντας μιλούσε με μεγάλη ευθύτητα. Όπως λέμε εδώ στην Ελλάδα «δεν μασούσε τα λόγια του».

Ο γέροντας ήταν όντως ευθύς και τολμηρός. Πολλές φορές μιλούσε έντονα για να συνειδητοποιήσουμε την κατάσταση. Μας έλεγε ότι χωρίς πίστη στον Θεό δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα!

Τον απασχολούσε η πολιτική και η επίσημη εκκλησιαστική ζωή;

Ναι, τον απασχολούσε. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ο γέροντας υποστήριζε ότι ο λαός πρέπει να ζητήσει από τον Θεό με προσευχή και ταπείνωση να στείλει ηγέτη που θα έχει φόβο Θεού, κατάλληλο και έντιμο ώστε να βγάλει τη Ρουμανία από την κρίση. Έλεγε:

«Δεν βλέπεις κανέναν, ο οποίος να απομακρύνεται από το προσωπικό του συμφέρον. Τους ενδιαφέρει μόνο να μείνουν όσο γίνεται περισσότερο στην εξουσία, να μπορούν να γλύφουν τα κοκαλάκια».

Για την ένταξη της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ποια ήταν η γνώμη του;

Έλεγε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, θέλει να γίνει μία νέα Σοβιετική Ένωση. Αυτές οι ενώσεις θέλουν να παγκοσμιοποιήσουν τα κράτη και κρύβουν ένα δικτατορικό σχέδιο: να φθάσουμε σε μία μοναδική παγκόσμια Τράπεζα, σ’ ένα ενιαίο νόμισμα, σε μια κατάσταση, όπου ο πολίτης θα περιορίζεται και θα υπάρχει μία κεντρική εξουσία, για να μπορεί να ξεκινήσει η «Νέα εποχή».

Ας έρθουμε τώρα στο μοναστήρι σας και στη σχέση του με τον γέροντα Ιουστίνο.

Ο γέρων Ιουστίνος ήταν κτήτωρ του μοναστηριού. Στην αρχή δεν είχε στο νου του να γίνει μοναστήρι, αλλά ένα φιλανθρωπικό κέντρο που να φροντίζει τους ηλικιωμένους. Ύστερα ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι για τα εγκαταλελειμένα παιδιά και να είναι κοντά του για να μπορεί να φροντίζει για τις ανάγκες.

Όταν άρχισε αυτές τις δραστηριότητες εμφανίστηκαν διάφορες νέες γυναίκες, πνευματικά του παιδιά, που θέλησαν να γίνουν μοναχές αλλά και να διακονούν τους αρρώστους και τα παιδιά. Ήταν πέντε οι πρώτες μοναχές. Οι δύο ήλθαν από το μοναστήρι Αγάπια που ήταν κοντά σε εμάς. Μετά άρχισε να εξελίσσεται τόσο πολύ ώστε έγινε ένα μεγάλο κοινόβιο. Όταν ο γέροντας αρρώστησε ήμασταν 70. Στα τρία χρόνια που έμεινα στο μοναστήρι οι μοναχές διπλασιάστηκαν.

Ήταν πάντα ο πνευματικός μας, ο οδηγός μας και είναι πάντοτε. Το μοναστήρι προσπαθεί να κρατήσει και την πνευματική του παρακαταθήκη και το έργο του.

Μαθαίνοντας τη ζωή, το μαρτύριο, αλλά και την προσφορά αργότερα του γέροντα από την ηγουμένη Ιουστίνα, αντιλαμβανόμαστε ότι όσοι έζησαν μαρτύρια για τον Χριστό, όπως ο γέροντας Ιουστίνος, έζησαν πολύ από τον Θεό, γι’ αυτό και έδωσαν τον ίδιο τους τον εαυτό, το αίμα τους, το φόβο για τη ζωή τους. Πολέμησαν με το φυσικό ένστικτο της επιβίωσης, για να μπορέσουν να απολαύσουν το πολύ του Θεού.  

Σε όσους δίνουν πολλά, ο Θεός τούς δίνεται πολύς. 
Και ίσως δώρο για τους κόπους τους, ο Θεός δίνεται κληρονομιά και στα παιδιά τους. Όπως η ολοκληρωτικά αφιερωμένη στον Θεό ζωή του γέροντα Ιουστίνου, στάθηκε αφορμή για τη συνάντηση του Θεού με τα παιδιά του της Ιεράς μονής Πάλτιν Πέτρου Βόντα.

___________
Σοφία Χατζή
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

– Μιὰ ζωὴ θυσιαστικῆς ἀγάπης – Ἡ ζωὴ καὶ οἱ διδαχὲς τοῦ π. Ἰουστίνου Πάρβου

– Μιὰ ζωὴ θυσιαστικῆς ἀγάπης – Ἡ ζωὴ καὶ οἱ διδαχὲς τοῦ π. Ἰουστίνου Πάρβου 

Στὶς 3/16 Ἰουνίου τοῦ 2013 ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους Ῥουμάνους γέροντες ποὺ ὑπέφεραν μέσα στὶς κομμουνιστικὲς φυλακές. Γεννημένος στὸ τέλος τοῦ Α΄ παγκοσμίου πολέμου ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἰουστῖνος Πάρβου ἔγινε γιὰ πολλούς, τόσο στὴ Ῥουμανία ὅσο καὶ σ᾿ὅλο τὸν κόσμο, φάρος ποὺ τοὺς ὡδήγησε στὸ Χριστὸ καὶ στὴ βασιλεία Του. Ὑπέμεινε φοβεροὺς διωγμοὺς καὶ ὡμολόγησε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστι μέσα στὶς κομμουνιστικὲς φυλακὲς τῆς Ῥουμανίας.

Οἱ ἐμπειρίες του ἀπὸ τὴ μοναχικὴ ζωὴ τοῦ δίδαξαν νὰ πάσχῃ γιὰ τοὺς πάσχοντες, νὰ τοὺς δίνῃ ἐλπίδα καὶ παρηγοριά, καὶ νὰ ζῇ μιὰ θυσιαστικὴ ζωὴ γεμάτη ἀγάπη γιὰ τὸ συνάνθρωπο. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔπραττε ἀκόμη καὶ ὅταν ἦταν μέσα στὶς φυλακές.

Ὁ π. Ἰουστῖνος Πάρβου γεννήθηκε στὶς 10 Φεβρουαρίου τοῦ 1919 στὸ χωριὸ Petru Vodă μέσα σὲ μιὰ πολὺ πιστὴ ὀρθόδοξη οἰκογένεια. Ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πέντε παιδιά τους καὶ πῆρε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς του τὸ ὄνομα Ἰωσήφ. Οἱ γονεῖς του Γεώργιος καὶ Ἄννα ἦταν πιστοὶ ἄνθρωποι. Ἡ μητέρα του ἔζησε μιὰ ζωὴ μὲ ὑπακοὴ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό. Αὐτὴ ἦταν ποὺ τοῦ ἐνστάλαξε τὴν πίστι στὸ Χριστό, τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους του καὶ τὸ ζῆλο γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἴδια ἦταν ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ ἀντιμετώπιζε ὅλες τὶς δυσκολίες προσευχόμενη μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ὁ π. Ἰουστῖνος λέει·

Ἡ μητέρα μου πάντα μὲ φρόντιζε μὲ τὶς προσευχές της καὶ ἰδίως στὰ δύσκολα χρόνια τῆς φυλακίσεως. Ἡ μητρικὴ στοργή, ποὺ βρῆκα στὰ πρόσωπα τῆς Παναγίας καὶ τῆς μητέρας μου, μὲ βοήθησε νὰ ξεπεράσω τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς. Αὐτὴ εἶνε ἡ Ὀρθόδοξη παράδοσι τοῦ ἔθνους μας. Ἔτσι χτίζεται ἡ ὕπαρξί μας, ὥστε ν᾽ἀντιμετωπίζουμε κάθε κίνδυνο καὶ ἀγῶνα.

Στὴν οἰκογένειά τους, ὅταν τὰ παιδιὰ ἐπέστρεφαν ἀπὸ τὸ σχολεῖο, εἶχαν τὴν εὐλογημένη συνήθεια νὰ προσκυνοῦν τὸ εἰκονοστάσι τοῦ σπιτιοῦ, νὰ λένε τὸ «Πάτερ ἡμῶν» καὶ μετὰ νὰ χαιρετοῦν τοὺς γονεῖς τους.

Ὁ π. Ἰουστῖνος θυμᾶται μὲ νοσταλγία τὴν παιδική του ἡλικία, τότε ποὺ ἡ γέννησι ἑνὸς παιδιοῦ ἦταν χαρὰ καὶ εὐλογία γιὰ τὴν οἰκογένεια καὶ ὄχι ἀσήκωτο βάρος.

Στὴν οἰκογένεια τοῦ π. Ἰουστίνου ὑπῆρχε βαθειὰ ῥιζωμένο καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ μοναχισμοῦ, ἐπειδὴ τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς μεγάλες ἑορτὲς ὅλη ἡ οἰκογένεια πήγαινε στὰ κοντινὰ μοναστήρια διανύοντας μιὰ ἀπόστασι 9 μιλίων, ἀλλὰ καὶ οἱ μοναχοὶ ἐπισκέπτονταν τὸ σπίτι τους πολλὲς φορές. Ἔτσι ὁ π. Ἰουστῖνος μεγάλωσε μὲ βαθειὰ πίστι μέσα σὲ μιὰ ὀρθόδοξη οἰκογένεια ποὺ βίωνε τὴν ἀρετὴ καὶ τὸ σεβασμὸ στὴν ἱερὰ παράδοσι.

Τὸ σχολεῖο δὲν ἦταν κάτι ποὺ τὸν ἐνθουσίαζε, ἀλλὰ ἔμαθε πολλὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἑξαετοῦς φοιτήσεώς του στὸ σχολεῖο τοῦ χωριοῦ, προσέχοντας πάντα ὅταν οἱ δάσκαλοί του παρέδιδαν τὸ μάθημα. Ἐπὶ πλέον, ἐπειδὴ τὸ σχολεῖο ἦταν πολὺ αὐστηρὸ καὶ οἱ ποινὲς καὶ οἱ τιμωρίες ἦταν μεγάλες, αὐτὸ τὸν βοήθησε νὰ προετοιμαστῇ γιὰ τὰ μελλοντικὰ ἀσκητικά του παλαίσματα.

Ὁ π. Ἰουστῖνος ἔλεγε· Τὰ σημερινὰ σχολεῖα ἔχουν μετατραπῆ σὲ τόπους ἀθεΐας. Τὰ παιδιὰ δὲν διδάσκονται τίποτε γιὰ τὸ Θεό, καὶ μόνο ἡ οἰκογένεια πλέον μπορεῖ νὰ ἐμφυσήσῃ τὴν πίστι στὰ σημερινὰ παιδιά.

Μεγαλώνοντας μέσα στὴ φύσι, μακριὰ ἀπὸ τὸ θόρυβο τῆς πόλεως, ὁ π. Ἰουστῖνος σκληραγωγήθηκε· καὶ αὐτὸ τὸν βοήθησε μετέπειτα, ὅταν ἦταν φυλακισμένος.  Ὁ ἴδιος ἔλεγε ἀργότερα·

Παρατήρησα στὶς φυλακὲς πὼς αὐτοὶ ποὺ εἶχαν μεγαλώσει στὴν ἐπαρχία, καὶ ἰδιαίτερα στὶς ὀρεινὲς περιοχές, ἄντεξαν πιὸ πολὺ στὰ βασανιστήρια τῶν φυλακῶν. Αὐτοὶ ποὺ μεγάλωσαν στὶς πόλεις, γρήγορα κατέρρευσαν καὶ κοιμήθηκαν.

Προσπαθοῦσε νὰ νηστεύῃ Δευτέρα, Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ ἀκόμη καὶ ὅταν ἔβοσκε τὰ πρόβατα τῆς οἰκογένειάς του· κι ἂν καμμιὰ φορὰ κατέλυε τὴ νηστεία, περίμενε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ἄρῃ τὴν προστασία Του καὶ νὰ τὸν τιμωρήσῃ γιὰ τὴν παράβασι τῆς ἐντολῆς τῆς νηστείας.

Εἴσοδος στὸν μοναχισμὸ

Ἡ ἐπιθυμία τοῦ π. Ἰουστίνου νὰ γίνῃ μοναχὸς ὑπῆρχε ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς νεότητός του. Ἀγαποῦσε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἤθελε ν᾽ἀκολουθήσῃ τὸ μοναχικὸ βίο, γιὰ νὰ βρίσκεται πιὸ κοντὰ στὸ Χριστό. Ἔλεγε ὁ π. Ἰουστῖνος·

Ὁ καθένας, τὸ δῶρο ποὺ τοῦ χαρίζει ὁ Θεός, ἢ τὸ καλλιεργεῖ ἢ τὸ παραμελεῖ. Ἀλλὰ εἶνε ἐπίσης σημαντικὸ καὶ τὸ περιβάλλον, μέσα στὸ ὁποῖο μεγαλώνει κανείς. Ἰδιαίτερα ὁ ῥόλος τῆς μητέρας εἶνε καθοριστικὸς στὴ ζωὴ μιᾶς οἰκογένειας καὶ μιᾶς κοινωνίας ἀλλὰ καὶ ἑνὸς ὁλόκληρου λαοῦ.

Ἕξι ὁλόκληρους μῆνες ἔκανε προσπάθειες νὰ πείσῃ τὴ μητέρα του νὰ τοῦ δώσῃ τὴν εὐχή της νὰ γίνῃ μοναχός. Οὔτε ἡ αὐστηρὴ ἄρνησι τοῦ πατέρα του δὲν τοῦ ἔκαμψε τὸν πόθο. Ἔτσι τὸ 1936, ὅταν ὁ Ἰωσὴφ ἦταν 17 χρονῶν, ὁ πατέρας του τὸν πῆγε τελικὰ στὸ μοναστήρι τοῦ Durău, ὅπου τὸν παρέδωσε στὰ χέρια τοῦ γέροντος Διονυσίου. Ὅταν ἀποχαιρετίστηκαν, ὁ πατέρας του ἔκλαιγε σὰν μικρὸ παιδί. Ἀπὸ τότε δὲν ξανασυναντήθηκαν, γιατὶ μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ οἱ κομμουνιστὲς συνέλαβαν τὸν πατέρα κατὰ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Στὸ μοναστήρι ὁ Ἰωσὴφ αἰσθανόταν ὅτι ζῇ οὐράνιες καταστάσεις. Ἦταν γιὰ᾽κεῖνον ἕνα πνευματικὸ σχολεῖο κ᾽ἔμαθε νὰ ζῇ δίπλα σὲ πατέρες μὲ ἀσκητικὸ φρόνημα καὶ οὐράνιο ζῆλο. Διάβαζε πολλὰ πατερικὰ βιβλία καὶ βίους ἁγίων, τὰ ὁποῖα τὸν ἐπηρέασαν στὴ διαμόρφωσι τῆς πνευματικῆς του παιδείας. Ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς ἑνάμισυ χρόνο ἀργότερα τὸν ἔστειλε νὰ σπουδάσῃ στὸ θεολογικὸ σεμινάριο στὴν Cernica γιὰ τέσσερα χρόνια. Τὸ 1939 κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν του ἔγινε μοναχὸς καὶ τὸ 1941 ἱερέας. Τὸ 1942 ὑπηρέτησε ὡς στρατιωτικὸς ἱερέας, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ β΄ παγκοσμίου πολέμου, μέχρι τὸν Αὔγουστο τοῦ 1944 ὁπότε καὶ ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι. Τὸ 1946 συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν πόλι Roman ἀπ᾿ὅπου καὶ ἀπεφοίτησε ὁλοκληρώνοντας 8 χρόνια σπουδῶν.

Ἔρχονται δύσκολες ἡμέρες 

Ὅταν ὁ κομμουνιστικὸς στρατὸς εἰσέβαλε στὴ Ῥουμανία, οἱ ὀρθόδοξοι πολῖτες της ἄρχισαν νὰ ζοῦν στιγμὲς τρόμου καὶ ἀγωνίας. Ἡ νεολαία τῆς Ῥουμανίας, στὴν προσπάθειά τους νὰ διατηρήσουν τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ νὰ σώσουν τὸ ἔθνος ἀπὸ τὸν ἐπερχόμενο κίνδυνο, ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τῶν μπολσεβίκων. Σύντομα ξεκίνησαν συλλήψεις καὶ ἀνακρίσεις. Τὸ 1947 ἦταν μιὰ χρονιὰ ποὺ ὁ π. Ἰουστῖνος πάλευε μὲ τὴν κατάθλιψι.

Ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος, ὅτι γιὰ δύο μῆνες δὲν εἶχε καμμιά ἐπιθυμία νὰ ζήσῃ ἄλλο· οὔτε νὰ σπουδάσῃ, νὰ μελετήσῃ ἢ νὰ προσευχηθῇ. Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ διορατικὸ γέροντα Γερβάσιο, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ προεῖπε ὅτι θὰ ἔρθῃ ἀντιμέτωπος μὲ στιγμὲς ζωῆς καὶ θανάτου καὶ μετὰ θὰ δικαστῇ.

Ἐπιστρέφοντας στὸ μοναστήρι, τὸ γυαλὶ ποὺ κάλυπτε τὴν θαυματουργικὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Durău ἔσπασε ξαφνικὰ καὶ χωρὶς λόγο· καὶ ὁ ἡγούμενός του εἶπε, ὅτι αὐτὸ ἴσως νὰ ἦταν ἕνα σημεῖο ἀπὸ τὸ Θεό. Πράγματι, δύο ἑβδομάδες ἀργότερα, συλλαμβάνεται καὶ δὲν θὰ ξαναεπιστρέψῃ στὸ μοναστήρι γιὰ 17 ὁλόκληρα χρόνια.

 

Σύλληψις 

Ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποφοίτησί του, ὁ π. Ἰουστῖνος ὡρίστηκε κοσμήτορας καὶ τοῦ ἀνατέθηκε ἡ ἔκδοσι ἑνὸς περιοδικοῦ ποὺ ὑπηρετοῦσε τὴν κομμουνιστικὴ προπαγάνδα τῆς Ῥουμανίας. Ὁ π. Ἰουστῖνος ὅμως ἀρνήθηκε νὰ διδάξῃ τὴν ἀθεΐα στοὺς μαθητάς του καὶ ἀντ᾿ αὐτοῦ δίδασκε τὶς χριστιανικὲς καὶ ἐθνικὲς ἀξίες. Ἔτσι, τρεῖς μέρες ἀφ᾽ ὅτου εἶχε ἀναλάβει τὴ θέσι αὐτή, συνελήφθη στὶς 14 Μαΐου στὶς 3 τὸ πρωί. Πέντε ἄνδρες τῆς Ῥουμανικῆς μυστικῆς ἀστυνομίας εἰσέβαλαν ξαφνικὰ στὸ δωμάτιό του μὲ προβολεῖς καὶ τὸν ὡδήγησαν στὴν αὐλή, ὅπου τὸν ἔβαλαν μέσα σ᾿ἕνα μαῦρο αὐτοκίνητο μὲ φιμὲ τζάμια.

Πρὸς μεγάλη του ἔκπληξι ὁ π. Ἰουστῖνoς βρῆκε ἐκεῖ πολλοὺς ἐπιφανεῖς Ῥουμάνους· δικηγόρους, ἱερεῖς, καθηγητὰς κ.λπ.. Ποῦ θὰ τοὺς πήγαιναν ὅμως; Ἐπὶ μιάμιση ὥρα τὸ αὐτοκίνητο περιφερόταν ἁπλᾶ γύρω ἀπὸ τὴν πόλι, χωρὶς αὐτὸ νὰ γίνῃ ἀντιληπτὸ ἀπὸ τοὺς κρατουμένους, μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς ἐκφοβίσουν. Στὴ συνέχεια τοὺς ἀνέβασαν στὸ πατάρι τοῦ κτηρίου, ὅπου ὑπῆρχαν κι ἄλλοι κρατούμενοι, καὶ τοὺς ὑποχρέωσαν νὰ εἶνε ξαπλωμένοι μπρούμυτα κάτω στὸ πάτωμα. Τοὺς φρουροῦσαν –ἐκτὸς ἀπὸ εἰδικούς φρουρούς– καὶ σκύλοι, ποὺ βρίσκονταν στὰ πόδια καὶ στὸ λαιμό τους, ἕτοιμοι νὰ τοὺς μπήξουν τὰ αἰχμηρά τους δόντια σὲ περίπτωσι ποὺ θὰ κινοῦνταν ἔστω καὶ λίγο. Οἱ φωνὲς τῶν Ῥώσων φρουρῶν «Μὴν κινεῖσαι, ἀλήτη» ἠχοῦσαν στὰ αὐτιὰ τῶν κρατουμένων κ᾽ἔτσι θὰ τοὺς προσφωνοῦσαν γιὰ τὰ ἑπόμενα 17 χρόνια τῆς ζωῆς τους· «ἀλήτη τοῦ ἔθνους».

Οἱ ἀνακρίσεις ἄρχισαν τὸ Μάιο καὶ τελείωσαν τὸν Αὔγουστο. Προσπαθοῦσαν μέσῳ τῶν ἀνακρίσεων νὰ παγιδεύσουν ἀθῴους κάνοντάς τους ἀπανωτὲς ἐρωτήσεις. Μέσα στὸ δωμάτιο ὑπῆρχαν 70 κρατούμενοι χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ἔχουν μεταξύ τους ἐπικοινωνία. Συνήθως ἔβαζαν ἀνάμεσά τους καὶ κάποιους προδότες, γιὰ νὰ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ ἐπιβαρύνουν τὴ θέσι τῶν κρατουμένων καὶ γιὰ νὰ ἔχουν ἐπὶ πλέον ἐνοχοποιητικὸ ὑλικὸ εἰς βάρος τους σὲ περίπτωσι συνεννοήσεως γιὰ «τυχὸν ἐπανάστασι».

Ὅταν τελείωσαν οἱ ἀνακρίσεις στὴ Ῥουμανία, οἱ κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στὴν Suceava, ὅπου συνεχίστηκαν οἱ ἀνακρίσεις, οἱ ξυλοδαρμοί, τὰ ψυχολογικὰ καὶ σωματικὰ βασανιστήρια. Οἱ κρατούμενοι ὑποχρεώθηκαν νὰ ὑπογράψουν ὅτι δῆθεν ἦταν ἐγκληματίες καὶ ἔτσι κατέληξαν νὰ καταδικαστοῦν σὲ 15 χρόνια φυλάκισι. Ἦταν πολλοὶ οἱ ἀθῷοι πολῖτες ποὺ πέθαναν στὶς φυλακές, μιᾶς καὶ στὴ Ῥουμανία ἐπικρατοῦσε ἕνα κλίμα ἐκφοβισμοῦ καὶ ἦταν πολλοὶ ποὺ βρίσκονταν φυλακισμένοι χωρὶς κανένα λόγο, μὲ τὴ ῥετσινιὰ τοῦ «προδότη», τοῦ «ἐχθροῦ τοῦ κράτους» καὶ τοῦ «λῃστῆ», γιὰ νὰ φανοῦν ἐπιτυχημένες οἱ ἀρχὲς τῆς Ῥουμανίας στὶς ἀρχὲς τῆς Μόσχας. Τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἦταν σατανικά, ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ εἶχαν ἐξαπολυθῆ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, ἐναντίον μιᾶς ὁλόκληρης κοινωνίας.

Ἡ δίκη στὴ Suceava 

Ἀργότερα, τὸ 1948, ἔγινε ἡ δίκη τοῦ π. Ἰουστίνου στὴ Suceava μέσα στὴ φυλακὴ κατὰ τὶς βραδινὲς ὧρες. Καταδικάστηκε σὲ 12 χρόνια φυλάκισι καὶ καταναγκαστικὰ ἔργα γιὰ πολιτικοὺς λόγους. Οἱ περισσότεροι φυλακισμένοι ἦταν πάνω ἀπὸ 30 χρονῶν. Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρὸς οἱ φυλακισμένοι κατάλαβαν, ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν θὰ ἔρχονταν νὰ τοὺς ἐλευθερώσουν καὶ ἔτσι ἄρχισαν νὰ συμβιβάζωνται μὲ τὶς συνθῆκες. Συνειδητοποίησαν, ὅτι οἱ ἄθλιες καὶ ταπεινὲς συνθῆκες τῆς φυλακῆς ἦταν πραγματικὰ μιὰ πηγὴ ἀπαθείας. Ὁ ἴδιος ὁ π. Ἰουστῖνος διηγεῖται, ὅτι ἐκείνη ἡ περίοδος τῆς φυλακίσεώς του ἦταν περίοδος περισυλλογῆς, ἠρεμίας καὶ ἀναζητήσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου. Μέσα ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία βρῆκε πνευματικὴ παρηγοριά. Τότε κατάλαβε τὴν ἐξάρτησί του ἀπὸ τὸ Θεό, τὸ ὅτι δὲν εἶνε μόνος του καὶ τὸ ὅτι μεγαλώνει καὶ ὡριμάζει κανεὶς πνευματικὰ ἀνακαλύπτοντας τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μέσα ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ τοὺς πειρασμούς. Ὑπέφερε τὸ μαρτύριο μὲ χαρά, προσφέροντάς το ὡς ἐξιλέωσι τῶν δικῶν του ἁμαρτιῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους του. Ἔμαθε νὰ προσεύχεται ἀληθινὰ μέσα στὶς κακουχίες καὶ τὰ βασανιστήρια. Σημειώνει ἐπὶ πλέον ὁ π. Ἰουστῖνος ὅτι, ἂν κάποιος θελήσῃ νὰ ψάξῃ στὶς φυλακὲς τοῦ Piteşti, τῆς Aiud καὶ τῆς Gherla, θὰ βρῇ λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους ἱερὰ λείψανα μαρτύρων, ποὺ εἶνε ἡ ἀπόδειξι τῆς ἁγιότητος αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ποὺ πέθαναν μαρτυρικὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης ἔλεγε ὅτι, ἂν σηκώνῃς τὸ βάρος ποὺ ἔχει ἐναποθέσει ὁ Θεὸς στοὺς ὤμους σου μὲ συνετὸ τρόπο, μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου αὐτὸ ἁγιάζει, καθαρίζει καὶ φωτίζει τὴν ψυχὴ καὶ σπάζει τὶς πύλες τοῦ σκότους μέσα σου.

 



Aiud 

Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1949 ὁ π. Ἰουστῖνος μεταφέρθηκε στὶς φυλακὲς τῆς Aiud, γνωστὲς καὶ ὡς «φρούριο τοῦ θανάτου», μέσα σ᾿ἕνα βαγόνι τραίνου μαζὶ μὲ ἄλλους 130 φυλακισμένους κάτω ἀπὸ ἀπάνθρωπες συνθῆκες. Τὸν ἔκλεισαν σ᾿ἕνα κελλὶ μὲ ἄλλους δύο κρατουμένους, ἀκολουθώντας τὸ φοβερὸ ἐξοντωτικὸ πρόγραμμα ἐπανεκπαιδεύσεως μέσα ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια. Γιὰ τρεῖς μῆνες οἱ κρατούμενοι ἔτρωγαν μόνο κρεμμύδια καὶ λάχανο, ὑπομένοντας τὸ κρύο, τὰ βασανιστήρια, τὴν πεῖνα, τοὺς ξυλοδαρμούς, τὴν ἔλλειψι ὕπνου, φωτὸς καὶ ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ καὶ καθαροῦ ἀέρα. Πολλοί, μὴ ἀντέχοντας ὅλα αὐτά, πέθαιναν μέσα στὶς φυλακές. Οἱ φρουροὶ ἔβαφαν μαύρους τοὺς τοίχους τῶν κελλιῶν, γιὰ νὰ γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὴ ὁποιαδήποτε γραφὴ ποιημάτων, περικοπῶν Εὐαγγελίων ἢ ἀκόμη καὶ τῆς θ. Λειτουργίας, γιατὶ ἀνάμεσα στοὺς φυλακισμένους ἦταν οἱ πιὸ διανοούμενοι, ἐνάρετοι καὶ ἐπιφανεῖς ἄνδρες τῆς Ῥουμανίας.

Ὁ π. Ἰουστῖνος περιγράφοντας τὶς ἀπάνθρωπες συνθῆκες κρατήσεως σημειώνει· «Ὅλοι οἱ φυλακισμένοι βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τῆς Θείας Προνοίας. Δὲν ὑπάρχουν λόγια νὰ περιγράψῃ κανεὶς τὶς συνθῆκες κρατήσεως. Εἶχαν φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο ἀδυναμίας, ποὺ κρατιοῦνταν ἀπὸ τοὺς τοίχους γιὰ νὰ περπατήσουν. Συνέχεια τοὺς μετακόμιζαν ἀπὸ κελλὶ σὲ κελλί, γιὰ νὰ ἀποφευχθοῦν οἱ φιλίες μεταξὺ τῶν φυλακισμένων. Ἂν δὲν ἔκαναν ὑπακοὴ στὶς αὐστηρὲς ἐντολὲς τῶν φρουρῶν, τότε τοὺς μετέφεραν σὲ τελεία ἀπομόνωσι γιὰ πέντε μέρες σ᾽ἕνα ὑγρὸ κελλὶ χωρὶς παράθυρα, μὲ τσιμεντένιο πάτωμα, δίνοντάς τους νὰ πιοῦν ἐλάχιστο νερὸ τὸ βράδυ. Τὰ σώματα τῶν νεκρῶν ῥίχνονταν στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε ὁ ὁμαδικὸς τάφος γνωστὸς ὡς «τὸ φαράγγι τῶν σκλάβων». Οἱ φρουροὶ ἔμπηγαν στὴν καρδιὰ τοῦ νεκροῦ ἕνα μαχαίρι, γιὰ νὰ εἶνε βέβαιοι ὅτι εἶχαν πεθάνει καὶ δὲν θὰ προσπαθοῦσαν νὰ διαφύγουν. Τότε ἄρχισαν νὰ διαρρέουν στὴ Δύσι πληροφορίες γιὰ τὴν κατάστασι καὶ ἡ Ἀμερικὴ ξεκίνησε νὰ ἀσκῇ πιέσεις στὴ Ῥουμανικὴ κυβέρνησι. Ἡ ἀντίδρασι τῶν Ῥουμανικῶν ἀρχῶν ἦταν ἡ ἄμεση ἐκτέλεσι τῶν φυλακισμένων.

Baia Sprie 

Τὸ 1952 ὁ π. Ἰουστῖνος στέλνεται στὸ Baia Sprie σ᾿ἕνα ὀρυχεῖο ἁλατιοῦ. Ὁ Κύριος τὸν προστάτευσε νὰ μὴν πάῃ στὶς φοβερὲς φυλακὲς τοῦ Piteşti. Ἡ δουλειά του ἦταν νὰ σέρνῃ ἕνα βαγονέττο καὶ νὰ βαδίζῃ πολλὰ χιλιόμετρα κάθε μέρα. Ὅλοι οἱ φυλακισμένοι ἦταν ἄνθρωποι μὲ ἦθος· ἱερεῖς, καθηγηταί, φιλόσοφοι, συγγραφεῖς, ἀγρότες. Δούλευαν μὲ καλὴ διάθεσι, φωνάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, «πάτερ, φέρε μου ἕνα σφυρί», «πάτερ, φέρε τὸ τάδε», «καθηγητά, βοήθησέ με». Ὅταν τὸ ἀντιλήφθηκαν αὐτὸ οἱ φρουροί, τοὺς ἀπαγόρευσαν νὰ φωνάζουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ τὸ ὄνομά τους καὶ τοὺς κρέμασαν ταμπέλλες μὲ ἀριθμούς.

Ὅμως οἱ φύλακες εἶχαν μείνει ἔκθαμβοι ἀπὸ τὸ ἦθος τους καὶ κάποιες φορὲς τοὺς ἔφερναν πρόσφορα καὶ κρασὶ γιὰ νὰ τελεσθῇ ἡ θεία Λειτουργία. Μιὰ φορὰ μάλιστα ἔφεραν 10 λίτρα κρασὶ στὴ φυλακὴ καὶ κοινώνησαν 4.000 – 5.000 ἄνδρες. Ὅταν τό ᾽μαθαν αὐτὸ οἱ ἀρχές, ἄλλαξαν ἀμέσως τοὺς φρουρούς.

Οἱ συνθῆκες τῆς δουλειᾶς στὸ ὀρυχεῖο ἦταν πολὺ δύσκολες. Οἱ πιὸ δυνατοὶ σήκωναν τὰ βαρειὰ ἐργαλεῖα μέσα σὲ θερμοκρασίες 95-104οF (35- 40οC), ἀναπνέοντας μὲ μεγάλη δυσκολία· λασπωμένοι, βρώμικοι καὶ δουλεύοντας σὲ βάθος 1.300 ποδιῶν (39 μέτρων) κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς. Τὸ νερὸ περιεῖχε μεγάλη ποσότητα ἁλατιοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα, ὅταν ἔπεφτε πάνω στὸ δέρμα, νὰ προκαλῇ φουσκάλες, οἱ ὁποῖες στὴ συνέχεια δημιουργοῦσαν πληγές, ἔβγαινε τὸ δέρμα καὶ ἔμοιαζαν σὰν λεπροί. Τὸ 1953 τὸ φαγητό τους περιωρίστηκε στό ¼ ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ συνήθως ἔτρωγαν καὶ ἡ δουλειὰ ὑποχρεωτικὰ αὐξήθηκε γιὰ τὸν κάθε φυλακισμένο.

Ἕνα βράδυ, ἐνῷ ὁ π. Ἰουστῖνος ξεκουραζόταν, εἶχε ἕνα ὅραμα. Εἶδε στὴν ἄκρη τοῦ τοῦνελ μιὰ ἀκτίνα φωτός, ποὺ ἀκολουθώντας την ἔφτασε 200 μέτρα ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ εἶχε γεννηθῆ. Πῆρε θάρρος καὶ τὸ ἀποκάλυψε στοὺς συμφυλακισμένους του λέγοντας, ὅτι δὲν θὰ πεθάνουν στὴ φυλακή.

Τὸ 1954 ὁ π. Ἰουστῖνος μεταφέρθηκε στὸ Cherla, στὶς φυλακὲς γιὰ πολιτικοὺς κρατουμένους, κι ἀπὸ᾽κεῖ σὲ διάφορες ἄλλες φυλακές. Τὸ 1956 ὅλες οἱ φυλακὲς ἔκαναν ἀπεργία πείνας γιὰ 40 μέρες. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ π. Ἰουστῖνος μεταφέρθηκε πάλι στὶς φυλακὲς τῆς Aiud γιὰ τὰ ἑπόμενα τέσσερα χρόνια. Ἡ θέα τοῦ θανάτου βρισκόταν συνεχῶς μπροστά του καὶ θεωροῦσε τὴν κάθε μέρα ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ μετάνοιά του.

Μετὰ ἀπὸ 12 χρόνια φυλακίσεως, βρῆκαν τὸν σταυρὸ τοῦ π. Ἰουστίνου, τὸν ὁποῖο ἔκρυβε στὴ μπότα του, καὶ τὸν ἔσπασαν μπροστὰ στὰ μάτια του, πετώντας τον στὸ πάτωμα. Τὸν ὡδήγησαν στὴν ἀπομόνωσι δίνοντάς του ἐλάχιστο ἁλατισμένο νερὸ καὶ ἐλάχιστο ψωμί. Τὸ 1960 εἶχε ἐκτελέσει τὴν ποινὴ τῶν 12 χρόνων φυλακίσεως, ἀλλὰ ἐπειδὴ στὶς ἐρωτήσεις τῶν ἀνακριτῶν γιὰ τὸ τί σκόπευε νὰ κάνῃ μόλις ἀπελευθερωθῇ ἀπάντησε, ὅτι θὰ συνέχιζε νὰ ὑπηρετῇ τὴν Ἐκκλησία, ἀντὶ νὰ τὸν ἀφήσουν ἐλεύθερο, τοῦ ἐπέβαλαν ἄλλα τέσσερα χρόνια ἐγκλεισμοῦ καὶ καταναγκαστικῶν ἔργων στὶς φυλακὲς τῆς Peripravas.

 

 

 – Ἡ ζωὴ καὶ οἱ διδαχὲς τοῦ π. Ἰουστίνου Πάρβου 

Periprava 

Ὁ π. Ἰουστῖνος ἀποφυλακίστηκε ἀπὸ τὶς φυλακὲς Aiud γιὰ νὰ καταλήξῃ πάλι σὲ ἄλλες φυλακὲς στὴν περιοχὴ Danube Delta. Ἐκεῖ ὑπῆρχαν περίπου 800 μὲ 1000 ἄνδρες, ὅπου ἀνάμεσά τους βρίσκονταν ἱερεῖς ποὺ τοὺς εἶχαν φέρει ἐκεῖ γιὰ πιὸ σκληρὲς συνθῆκες κρατήσεως. Οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ εἶχαν ἐπιζήσει μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια φυλακίσεως, τρομοκρατίας, βασανιστηρίων καὶ πείνας, καὶ τώρα ἡ κυβέρνησι ἔψαχνε ἕνα τρόπο ἐξοντώσεώς τους.

Ὁ π. Ἰουστῖνος θυμᾶται ἕνα θαῦμα ποὺ συνέβη ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, στὶς 30 Ἰανουαρίου τοῦ 1962.

«Ἦταν ἕνα παγωμένο καὶ ὁμιχλῶδες πρωινό. Τὸ κρύο καὶ ἡ ὑγρασία διαπερνοῦσε ὁλόκληρο τὸ σῶμα σου. Φορούσαμε φόρμες μὲ ρίγες, τέτοιες ποὺ συνήθως φοροῦν οἱ φυλακισμένοι, καὶ αὐτὲς τὶς φορούσαμε ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν εἶχε πολλὴ ζέστη ἢ κρύο. Κατοικούσαμε μέσα σὲ φέρυμποτς στὰ Ρωσικὰ σύνορα καὶ ζεσταινόμασταν καίγοντας ξύλα μέσα σ᾿ἕνα μεταλλικὸ κάδο διακοσίων λίτρων.

Ἦταν τὸ μέσo τοῦ χειμώνα κ᾽ἐμεῖς ἐπιστρέφαμε ἀπὸ τὸ κόψιμο καλαμιῶν μέσα στὸ κρύο, μουσκεμένοι καὶ παγωμένοι. Μᾶς ἔδιναν κάτι λαστιχένιες κάλτσες οἱ ὁποῖες ὅμως σχίζονταν ὅταν κόβαμε τὰ καλάμια καὶ ἔτσι τὸ νερὸ διαπερνοῦσε τὶς μπότες μας καὶ ἤμασταν μούσκεμα. Ἤμασταν ὑποχρεωμένοι νὰ φορᾶμε κάθε μέρα στὴ δουλειὰ τὰ ἴδια κουρέλια. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα οἱ ἀρχὲς ἦταν ἰδιαίτερα ἄγριες. Μᾶς ἔβαλαν σὲ γραμμὲς πηγαίνοντας στὸν τόπο ἐργασίας μας, ἐνῷ οἱ φρουροὶ ἦταν ἔφιπποι κρατώντας αὐτόματα ὅπλα. Δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ ποῦμε λέξι, οὔτε κἂν ψίθυρο, καθὼς βαδίζαμε πρὸς τὸν χώρο ἐργασίας μας. Ἐὰν δὲν ἤμασταν ἐντελῶς σιωπηλοί, θ᾿ἀκολουθοῦσε ἑξαήμερη ἀπομόνωσι, τρώγοντας ἕνα μικρὸ κομμάτι ψωμὶ καὶ πίνοντας ἕνα ποτήρι ζεστὸ ἁλατισμένο νερὸ μιὰ φορὰ τὴν ἡμέρα. Ἂν αὐτὸ συνέβαινε 2-3 φορές, τὸ τέλος σου ἦταν κοντά.

Πρὸς μεγάλη μας ἔκπληξι, προχωρώντας, μᾶς ὡδήγησαν σ᾿ἕνα διαφορετικὸ τόπο ποὺ ὀνομάζεται Chilia Arm. Ἐκεῖ ἔρρεαν 48 μικροὶ ποταμοὶ ποὺ χύνονταν στὸ Delta καὶ σχηματιζόταν μία λίμνη τεράστια. Στὸ κέντρο τῆς λίμνης ὑπῆρχαν πολλὰ δέντρα τὰ ὁποῖα ἀπεῖχαν ἀπὸ τὴν ἀκτὴ περίπου ἕνα χιλιόμετρο. Μᾶς διέταξαν νὰ πάῃ ὁ καθένας μέσα καὶ νὰ φέρῃ δύο μάτσα ἀπὸ καλάμια. Τὸ κάθε μάτσο ἀπὸ καλάμια εἶχε πάχος περίπου μισὸ μέτρο. Θυμᾶμαι ὅτι ρωτήσαμε τοὺς φρουρούς· “Πῶς θὰ κόψουμε τοὺς κορμοὺς ἐκεῖ; Δὲν μποροῦμε”. Συνήθως πηγαίναμε κατὰ μῆκος τοῦ πάγου. Ἡ ἀπάντησί τους ἦταν ἄμεση· “Ἂν δὲν πᾶτε νὰ κόψετε τὰ καλάμια, θὰ σᾶς πυροβολήσουμε ἐπὶ τόπου!”. Ἀντιληφθήκαμε ὅτι εἶχαν ἐκνευριστῆ κι ὅτι εἶχαν μιὰ διαβολικὴ διάθεσι.

Ἀργά, μὲ πολὺ κουράγιο, ἀρχίσαμε νὰ περπατᾶμε μέσα στὸ παγωμένο νερό. Πρῶτα μέχρι τοὺς ἀστραγάλους, μετὰ μέχρι τὰ γόνατα, μέχρι τὴ μέση, μερικοὶ μέχρι τὸ λαιμὸ καὶ τελικὰ φτάσαμε στὸ μέρος ὅπου θὰ κόβαμε τὰ καλάμια. Ἤμασταν μιὰ ὁμάδα 86 ἀνδρῶν. Τὸ κρύο διαπερνοῦσε τὸ σῶμα μας. Ὅλοι σκεφτόμασταν τοὺς 40 Μάρτυρες. Δὲν πειράζει, σκεφτήκαμε, θὰ νικήσουμε. Ὁ καθένας μας κουβάλησε αὐτὸ ποὺ τοῦ ἀναλογοῦσε, ἀλλὰ δὲν ἦταν ἀρκετό. Πήγαμε ἄλλες δύο φορὲς μέσα στὴν παγωμένη λίμνη, μιᾶς καὶ μᾶς ἀπειλοῦσαν μὲ τὴ σκανδάλη στὸ χέρι νὰ μᾶς σκοτώσουν. Τελειώσαμε γύρω στὶς 12:30 μ.μ.. Ὅταν ἐπιστρέψαμε ὅμως τὴν τρίτη φορὰ στὴν ἀκτή, συνέβη κάτι τὸ θαυμαστό. Βγῆκε ὁ ἥλιος, διέλυσε τὴν ὁμίχλη καὶ ἡ θερμοκρασία ἀνέβηκε τόσο πολὺ ποὺ στέγνωσαν τὰ βρεγμένα μας ροῦχα μέχρι νὰ ἐπιστρέψουμε στὴ φυλακή. Οἱ φρουροί, ἔκπληκτοι ἀπὸ τὸ θαῦμα, μᾶς ἄφησαν ἐκεῖ καὶ ἐμεῖς εἴχαμε τὸ αἴσθημα ὅτι, ἐπειδὴ ἤμασταν τόσο ἀδύναμοι, ὁ Θεὸς ἔκανε τὸ θαῦμα του. Φυσικὰ οἱ φρουροί, ὅταν διαπίστωσαν 2-3 ἡμέρες ἀργότερα ὅτι δὲν ἀρρωστήσαμε, σίγουρα θὰ σκέφτηκαν “Ἀκόμη καὶ ὁ Θεὸς εἶνε μὲ τὸ μέρος αὐτῶν τῶν κακοποιῶν.” Ὁ θάνατος ἦταν μέρος τῆς ζωῆς μας. Ἦταν μιὰ λύτρωσι, γιατὶ ἦταν μιὰ πύλη στὴν αἰώνια ζωή».

Ὁ π. Ἰουστῖνος θυμᾶται ὅτι παρ᾿ὅλη τὴ βαθειά του πίστι, στὴν ἀρχὴ τῆς δοκιμασίας του, στὶς φυλακὲς Aiud, πέρασε στιγμὲς ὀλιγοπιστίας. Πολλὲς φορὲς στὶς ἀνακρίσεις οἱ φρουροὶ ρωτοῦσαν τοὺς φυλακισμένους ποιό εἶνε τὸ ἐπάγγελμά τους. Ἂν ἄκουγαν κάποιον ὅτι ἦταν ἱερέας, τὰ βασανιστήρια ἦταν φρικτά. Γνωρίζοντάς το αὐτὸ ὁ π. Ἰουστῖνος, σὲ μιὰ ἀνάκρισι φοβούμενος τὶς συνέπειες καὶ τὶς κακοποιήσεις, εἶπε ὅτι ἦταν ἀγρότης. Ὅμως ὁ φρουρός, ἀκούγοντάς τον, τὸν χτύπησε τόσο πολὺ στὸν τοῖχο ποὺ κόντεψαν νὰ τοῦ φύγουν οἱ πνεύμονες ἀπὸ τὸ τράνταγμα. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸ τῆς ὀλιγοπιστίας βάραινε τὴν συνείδησι τοῦ π. Ἰουστίνου γιὰ χρόνια, γιατὶ αἰσθάνθηκε ὅτι δὲν ἔδειξε τὴν ἀπαιτούμενη ὁμολογία τότε, παρ᾿ὅλο ποὺ πολλὲς φορὲς ἀργότερα ὡμολόγησε τὴν πίστι του καὶ βασανίστηκε.

Ἕνα τέτοιο περιστατικὸ συνέβη μία ἡμέρα ποὺ οἱ φρουροὶ ρώτησαν τοὺς κρατούμενους· «Ποιός πιστεύει ἀκόμα στὸ Θεό; ποιός πιστεύει ἀκόμη σὲ μιὰ τέτοια ἀνοησία;». Ὁ π. Ἰουστῖνος, νιώθωντας δυνατός, αἰσθάνθηκε ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ κατάλληλη στιγμὴ νὰ ὁμολογήσῃ παρ᾿ὅλα τὰ βασαναστήρια ποὺ θὰ περνοῦσε. Κ᾽ἔτσι μπῆκε μπροστὰ ἀπ᾿ὅλους τοὺς κρατουμένους, ποὺ ἦταν 120 ἄνδρες. Λίγα λεπτὰ ἀργότερα ἦταν ὅλοι ἕνα βῆμα μπροστὰ δείχνοντας τὴν πίστι τους στὸ Θεό, ἐκτὸς ἀπὸ 7 ἄνδρες, ποὺ ἦταν οἱ κατάσκοποι ἀνάμεσά τους. Ἔστειλαν τὸν π. Ἰουστῖνο στὴν ἀπομόνωσι γιὰ 9 ἡμέρες μὲ ἐλάχιστο ψωμὶ καὶ ἁλατισμένο νερό. Μετὰ τὴν ἐννιαήμερη κράτησι, τὸν ρώτησαν οἱ συγκρατούμενοί του γιατί ὡμολόγησε ὅτι ἦταν ἱερέας. Κι ὁ π. Ἰουστῖνος τοὺς ἀπάντησε πώς, ἂν ἔλεγε κάτι διαφορετικό, θὰ σήμαινε ἄρνησι τοῦ Χριστοῦ κι αὐτὸ δὲν τὸ ἄντεχε ἡ συνείδησί του.

Μετὰ τὴ φυλάκισι γιὰ 8 χρόνια σ᾿ἕνα κελλί, ὁ π. Ἰουστῖνος μεταφέρθηκε ξανὰ στὸ Delta γιὰ ἀγροτικὲς δουλειές. Περπατοῦσε μὲ τοὺς ἄλλους κρατουμένους ἀπόστασι τρία μίλια σὲ δρόμο μὲ πυκνὴ σκόνη, ἡ ὁποία κολλοῦσε πάνω τους, μὲ ἀποτέλεσμα ὅταν ἔφταναν στὸ χωράφι νὰ εἶνε ἀγνώριστοι. Ἤδη ἀπὸ τὶς 7 τὸ πρωὶ ἡ ἄμμος τοῦ χωραφιοῦ ἦταν τόσο καυτὴ ἀπὸ τὸν ἥλιο, ὥστε ἦταν ἀδύνατον νὰ περπατήσῃς πάνω σ᾽ αὐτήν. Ἦταν σκέτο μαρτύριο νὰ δουλεύουν ὅλη μέρα κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες. Τοὺς εἶχαν ἀπαγορεύσει ὁ ἕνας νὰ βοηθάῃ τὸν ἄλλο καὶ τοὺς ἔδιναν νὰ φᾶνε ἀλλοιωμένο κρέας ἀλόγου, ποὺ κανένας δὲν μποροῦσε νὰ τὸ φάῃ. Ἀναγκαστικὰ ἀρκοῦνταν μόνο στὸ ἐλάχιστο ψωμὶ καὶ στὸ χλιαρὸ νερό. Δύσκολα ἀναγνώριζε κανεὶς τοὺς κρατουμένους, γιατὶ δὲν μποροῦσαν νὰ πλυθοῦν καὶ εἶχαν γίνει ἀγνώριστοι ἀπὸ τὴ σκόνη.

Οἱ πολιτικοὶ κρατούμενοι ζοῦσαν κάτω ἀπὸ χειρότερες συνθῆκες ἀπ᾿ὅ,τι οἱ ἐγκληματίες καὶ οἱ κλέφτες. Κι αὐτὸ γιατὶ οἱ ἀρχὲς πίστευαν, ὅτι οἱ ἐγκληματίες μποροῦσαν νὰ σκοτώσουν ἕνα – δυὸ ἀνθρώπους, ἐνῷ οἱ πολιτικοὶ κρατούμενοι εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ «σκοτώσουν» ὁλόκληρο τὸ ἔθνος· οἱ ἰδέες καὶ τὸ μυαλό τους ἦταν ἐπικίνδυνα γιὰ τὸ κράτος. Ἂν κάποιος κρατούμενος ἔφερνε ἀπὸ τὸν κῆπο κάτι γιὰ ἕναν ἄρρωστο συγκρατούμενό του, ἡ τιμωρία ἦταν ἡ ἀπομόνωσι σ᾿ἕνα κελλὶ 2 μέτρα περίπου κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, τόσο μικρὸ ποὺ μὲ δυσκολία μποροῦσε κάποιος νὰ σταθῇ ὄρθιος. Τὸν ἔκλειναν ἐκεῖ 48 ὧρες δίνοντάς του μόνο μιὰ κούπα ἁλατισμένο νερὸ μιὰ φορὰ τὴν ἡμέρα. Ὅταν ἔβγαιναν ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀπάνθρωπες συνθῆκες, οἱ κρατούμενοι ἦταν ἀνήμποροι νὰ αἰσθανθοῦν πὼς εἶνε ἄνθρωποι. Ἦταν ἀδύνατο νὰ αἰσθανθοῦν τὸ αἷμα νὰ κυλᾶ στὶς φλέβες τους. Παρ᾿ὅλη ὅμως τὴν ἀπάνθρωπη αὐτὴ συμπεριφορά, ὁ Θεὸς τοὺς ἔδινε τὸ κουράγιο ν᾿ἀντέξουν. Κρατιόνταν ἀπὸ τὴν πίστι τους σ᾿ Ἐκεῖνον.

Ἐνῷ ὁ π. Ἰουστῖνος ἦταν στὸ Delta, εἶχε ἀκόμη μιὰ εὐκαιρία νὰ ὁμολογήσῃ τὴν πίστι του. Ἕνα μουντὸ πρωινὸ οἱ φύλακες ἔβγαλαν τοὺς κρατουμένους ἔξω στὴ λάσπη νὰ κάνουν κάμψεις, γιατὶ δὲν εἶχαν διεκπεραιώσει κάποια καθήκοντα. Κάποια στιγμὴ τοὺς εἶπαν «Ὅποιος ἀπὸ σᾶς πιστεύει στὸ Θεὸ ἀκόμη, νὰ κάνῃ ἕνα βῆμα μπροστά». Ὁ π. Ἰουστῖνος δὲν θέλησε νὰ χάσῃ τὴν εὐκαιρία νὰ ὁμολογήσῃ καὶ πῆγε μπροστά. Οἱ φύλακες τὸν κορόϊδεψαν ρωτώντας τον πῶς καὶ δὲν ἔχει βγάλει ἀπὸ τὸ μυαλό του ἀκόμη τὸ Θεό. Στὴ συνέχεια οἱ φύλακες ρώτησαν ἂν ὑπῆρχαν κι ἄλλοι σὰν τὸν π. Ἰουστῖνο καὶ ἕνας κρατούμενος ἀπάντησε· «Ὅλοι πίσω ἀπὸ τὸν π. Ἰουστῖνο πιστεύουν ἀκόμη στὸ Θεό». Τότε οἱ φρουροί, ἐξωργισμένοι, τοὺς ἔβαλαν νὰ κάνουν ἄλλες 500 κάμψεις μέσα στὸ κρύο καὶ στὸν ἀέρα, γιὰ περίπου 4 ὧρες. Ἡ λάσπη εἶχε στεγνώσει πάνω τους. Αὐτὴ ἦταν ἀκόμη μιὰ ἐμπειρία, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅτι αὐτὸς ποὺ λέει τὴν ἀλήθεια μπορεῖ νὰ χάσῃ τὸ σήμερα ἀλλὰ κερδίζει τὴν αἰωνιότητα, γιατὶ τίποτε δὲν συμβαίνει χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ Θεός.

Στὶς 14 Μαΐου τοῦ 1964 εἶχε φτάσει ἡ ὥρα τῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ π. Ἰουστῖνου. Ἄφηνε τὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως μὲ αἰσθήματα θλίψεως, μιᾶς καὶ ἄφηνε πίσω του τὰ ἀδέλφια του. Εὐτυχῶς δύο ἑβδομάδες ἀργότερα ἡ κυβέρνησι ἄφησε ἐλεύθερους ὅλους τοὺς πολιτικοὺς κρατουμένους.

 

 Φυλακή· ἡ πνευματικὴ ἀκαδημία 


 πατὴρ Ἰουστῖνος, ἀνακαλώντας στὴ μνήμη του τὰ 16 χρόνια ποὺ πέρασε στὶς φυλακὲς καὶ στὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ἀναφέρει· «Δὲν ὑπάρχει κανένα ἄλλο μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖο ν᾽ἀποκομίζῃς τέτοιο κέρδος καὶ νὰ ζῇς μιὰ τόσο αὐθεντικὴ μοναχικὴ ζωή, ὅσο ἡ φυλακή. Ἐκεῖ μέσα μαθαίνεις τὴν ἀληθινὴ ταπείνωσι καὶ τὴν πραότητα. Ἐκεῖ βλέπεις καθημερινὰ τὴ ζωή σου νὰ ὁδεύῃ καὶ νὰ ἀγγίζῃ τὸ θάνατο. Ἡ φυλακὴ σὲ μαθαίνει νὰ ζῇς ἀσκητικά, νὰ προσεύχεσαι, νὰ νηστεύῃς καὶ νὰ ἔχῃς τὴν ἐν Χριστῷ κοινωνίᾳ μὲ τοὺς συνανθρώπους σου. Ἐκεῖ ἔχεις τὴν ἐμπειρία τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν θαυμάτων Του. Ἐκεῖ γεύεσαι τὴ γλυκύτητα τῆς προσευχῆς καὶ τοὺς καρπούς της». 

Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ π. Ἰουστῖνος, ὡς ἱερέας μέσα στὶς φυλακές, πῆρε τὴν ἀπόφασι νὰ κρατήσῃ σιωπή, νὰ κατεβῇ στὰ βάθη τῆς ταπεινώσεως καὶ νὰ ὑποφέρῃ γιὰ χάρι τῶν ἀδελφῶν του, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν ἀσθενῶν. Ἄκουγε τὴν ἐξομολόγησι συγκρατουμένων του τόσο μέσα στὸ κελλί του ὅσο καὶ σ᾿ἄλλα κελλιά, ἐπικοινωνώντας μαζί τους μὲ σήματα Μόρς, γιὰ νὰ μὴ γίνουν ἀντιληπτοὶ ἀπὸ τοὺς φύλακες. Τὸ νὰ σώσῃ τὶς ψυχὲς τῶν ἀδελφῶν του ἔγινε ὁ πρωταρχικός του σκοπός, ἡ χαρὰ τῆς ἔγκλειστης ζωῆς του. 

Ὁ ζῆλος, ἡ προσευχή, ἡ ἀγάπη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο βοήθησαν τοὺς κρατουμένους νὰ ἐπιβιώσουν μέσα στὶς φοβερὲς συνθῆκες τῶν φυλακῶν. 

Ὁ π. Ἰουστῖνος μᾶς λέει· «Ἡ φυλακὴ ἔγινε τὸ κελλί μου ὅπου ἔκανα τὸν μοναχικό μου κανόνα μέσα στὴν ἡσυχία. Μέσα σ᾿ἕνα κελλὶ μὲ 5-6 κρατουμένους ἡ προσευχὴ ἦταν ἀδιάλειπτη. Γνωρίζαμε ἀπὸ στήθους προσευχές, τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας, ἀποστηθίζαμε ἐπίσης κάθε ἑβδομάδα ἕνα Εὐαγγέλιο καὶ λέγαμε τὴν εὐχή. Ἐπειδὴ τὰ βιβλία ἀπαγορεύονταν στὴ φυλακή, ἐμεῖς φέρναμε κρυφὰ κάποια καὶ τὰ βάζαμε στὶς φόδρες τῶν παλτῶν μας διαβάζοντάς τα μυστικὰ κάτω ἀπὸ τὶς κουβέρτες, προσπαθώντας νὰ μὴ μᾶς δοῦν οἱ φρουροὶ ποὺ περιπολοῦσαν ἀπ᾿ἔξω κάθε δέκα λεπτά. Μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο μάθαμε ἀπ᾿ἔξω τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὸ Ψαλτήρι, ἀκόμη καὶ τὴ Φιλοκαλία, καὶ καταφέραμε νὰ μείνουμε ἄνθρωποι, νὰ εἴμαστε ἀληθινὰ ἐλεύθεροι παρ᾿ὅλο ποὺ βρισκόμασταν πίσω ἀπὸ τὰ σίδερα τῆς φυλακῆς. Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ τροφὴ γέμιζε τοὺς κρατουμένους μὲ δύναμι, ὑπομονή, ἀντοχὴ καὶ σταθερότητα». 

Ὁ π. Ἰουστῖνος τελοῦσε τὴ θ. Λειτουργία εἴτε πάνω στὸ στῆθος του εἴτε πάνω στὸ στῆθος κάποιου βαρειὰ ἀρρώστου, ἔχοντας μόνο ἕνα μικρὸ κομμάτι ψωμιοῦ γιὰ νὰ κοινωνήσῃ ἑκατὸ ἀνθρώπους. Τὸ ψωμὶ τὸ ἔκρυβε στὴ φόδρα τοῦ παλτοῦ του καὶ τὴ θεία Κοινωνία τὴν ἔδινε κρυφὰ σ᾿ὅποιον πήγαινε στὸ κελλί του. Διαφορετικά, τὴν ἔκρυβε στὸν χῶρο τῶν λουτρῶν καὶ ὑποδείκνυε τὸ σημεῖο στοὺς συγκρατουμένους του μὲ σήματα Μόρς. 

Διηγεῖται ὁ ἴδιος ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ περιστατικὰ ποὺ ἔζησε· «Ἤμουν στὸ ἀναρρωτήριο, ἐπειδὴ ὑπέφερα ἀπὸ ἡπατίτιδα γιὰ ἀρκετὸ καιρό. Ἐκεῖ ἦταν ἕνα νέο παιδὶ 28 χρονῶν, ὁ Κωνσταντῖνος Herban, ὁ ὁποῖος εἶχε κίρρωσι καὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ ἀποσυντίθεται. Νύχτα – μέρα φώναζε, ἔκλαιγε, οὔρλιαζε. Εἶχε νὰ κοινωνήσῃ 4 χρόνια καὶ αὐτὸ τὸν βάραινε ψυχικά. Τὸν ἐξωμολόγησα τὰ ξημερώματα προσπαθώντας νὰ μὴ γίνουμε ἀντιληπτοὶ ἀπὸ τοὺς φύλακες, οἱ ὁποῖοι συχνὰ κοίταζαν ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπα μὴ τυχὸν μᾶς βροῦν γονατιστοὺς νὰ προσευχώμαστε. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω καὶ εἶπα στοὺς συγκρατουμένους μου νὰ ζητήσουμε λίγο κρασὶ ἀπὸ τὸ γιατρό μας, γιατὶ ὡς ἄρρωστοι τὸ δικαιούμασταν γιὰ νὰ δυναμώσουμε. Μᾶς τὸ ἔδωσαν! Ἔτσι, κρυφὰ σὲ μία γωνία, μακριὰ ἀπὸ τὰ βλέμματα τῶν φρουρῶν, τέλεσα τὴ θ. Λειτουργία, λέγοντας ἀπ’ ἔξω ὅσες εὐχὲς θυμόμουν. Κοινώνησα τὸν ἄρρωστο νέο ὁ ὁποῖος ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ τρεῖς ἡμέρες ἀργότερα. 

Ἔζησα πολλὰ τέτοια περιστατικὰ στὴ φυλακή, κ᾽ἔμαθα ὅτι ὅλοι εἴμαστε ἴσοι μπροστὰ στὸν Κύριο, ἄσχετα ἀπὸ τὴν κοινωνική μας θέσι. Ἐκεῖ, στὰ ἔγκατα τῆς γῆς, λέγονταν οἱ πιὸ θερμές, οἱ πιὸ δυνατές, οἱ πιὸ ἀληθινὲς προσευχές. Πολλὰ δάκρυα χύθηκαν· δάκρυα λύπης, χαρᾶς ἀλλὰ καὶ καθάρσεως. 

Βιώναμε τὴν ἐξαθλίωσι τοῦ σώματός μας, τὸν ἴδιο τὸ θάνατο. Ὑπῆρχαν στιγμὲς ποὺ τὸ μόνο ποὺ αἰσθανόμασταν ἦταν ἡ σπονδυλική μας στήλη· παρ᾽ὅλα αὐτὰ βασίλευε μέσα μας μιὰ βαθειὰ εἰρήνη. Ἔχοντας συνεχῶς μπροστὰ στὰ μάτια μας αὐτὴ τὴν πραγματικότητα, περιμένανε πάντοτε τὸ θάνατο καὶ ἑτοιμαζόμασταν γι᾽ αὐτό. Δὲν ἦταν παράξενο ἂν κάποιος ἀπὸ τὸ δίπλα κελλὶ δὲν σοῦ ἀπαντοῦσε· ἴσως θὰ εἶχε πεθάνει. Πολλοὶ βρῆκαν τὸ θάνατο μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο». 

Τὸ 1954 γιώρτασαν τὸ Πάσχα στὰ μεταλλεῖα τῆς Baia Sprie, 800 μέτρα κάτω ἀπὸ τὴ γῆ. Οἱ φρουροὶ γνώριζαν τὸ Ὀρθόδοξο ἡμερολόγιο καὶ τὶς ἡμέρες τοῦ Πάσχα εἶχαν αὐξήσει τοὺς ἐλέγχους καὶ τὶς περιπολίες. 

«Κατεβήκαμε στὰ μεταλλεῖα, πήραμε ὅ,τι μεταλλικὸ ἀντικείμενο ὑπῆρχε, τὰ δέσαμε σ᾿ἕνα σχοινὶ καὶ τὰ χτυπήσαμε ὅλα μαζὶ ἀναγγέλλοντας τὴν ἔναρξι τῆς Πασχαλινῆς ἀκολουθίας. Δὲν φοβηθήκαμε τίποτε. Ἤμασταν ὅλοι μαζί, ἐν μιᾷ καρδίᾳ. Ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς ψάλαμε ὅ,τι γνωρίζαμε ἀπ᾿ἔξω. Οἱ φύλακες μᾶς ἀντιλήφθηκαν, ἀλλὰ δὲν τόλμησαν νὰ ποῦν τίποτα στοὺς ἀνωτέρους τους. Στὰ ἔγκατα τῆς γῆς ἀντηχοῦσε τὸ “Χριστός ἀνέστη”. Τελέσαμε τὴν ἀναστάσιμη θ. Λειτουργία. 

Ὡς συνέπεια, τὴν ἑπόμενη μέρα μᾶς κλείδωσαν στὰ κελλιά μας γιὰ δύο εἰκοσιτετράωρα. Τοὺς ἱερεῖς τοὺς ὑποχρέωσαν νὰ τρέξουν γιὰ δύο ὧρες στὴν αὐλὴ ποὺ ἦταν γεμάτη λακκοῦβες μὲ λασπόνερα. Παρ᾿ὅλα ὅμως τὰ βασανιστήρια, ἀγαπούσαμε τοὺς φρουρούς μας καὶ σὲ πολλὲς περιπτώσεις τοὺς σώσαμε ἀπὸ βέβαιο θάνατο. Αὐτὸ τοὺς ἔκανε νὰ ἀναθεωρήσουν μερικὰ πράγματα καὶ νὰ καταλάβουν ὅτι δὲν ἤμασταν ἐπικίνδυνοι, κλέφτες καὶ ἐγκληματίες, ὅπως μᾶς παρουσίαζαν οἱ ἀρχές. 

Οἱ κομμουνιστὲς δὲν εἶχαν καταλάβει ὅτι πάνω στὸ σταυρὸ ἡ ψυχὴ ἔχει τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία καὶ ὅτι ὅλες οἱ μέθοδοι βασανισμοῦ καὶ ἡ ψυχολογικὴ βία δὲν παράγουν σκλάβους ἀλλὰ μάρτυρες, ἁγίους ποὺ ποτίζουν τὸν τόπο τους μὲ τὸ αἷμα τους». 

Καὶ συνεχίζει ὁ π. Ἰουστῖνος· «Στὶς ἡμέρες μας οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς μας ἔχουν ἀτονήσει. Ἔχουμε συνηθίσει νὰ ζοῦμε στὴν ἄνεσι, στὴν ἀλόγιστη ἐλευθερία, στὴν ἐποχὴ τῆς τηλεοράσεως, καὶ ἔτσι δὲν ἔχουμε οὔτε τὴ σωματικὴ δύναμι ν᾿ ἀντισταθοῦμε σὲ τίποτε. 

Ἑπομένως μὴ ψάχνετε λύσεις. Ἀγαπητοί, δὲν ὑπάρχουν ἀνθρώπινες λύσεις. Ἡ μόνη λύσι εἶνε ὁ θάνατος γιὰ τὸ Χριστό. Σὲ περιόδους διωγμῶν οἱ Χριστιανοὶ θὰ πρέπῃ νὰ συγκεντρώνωνται δίπλα στοὺς ἱερεῖς καὶ νὰ παίρνουν δύναμι ἀπὸ τὴ θ. Κοινωνία. Μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ λέγοντας τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπικαλούμενοι τὴ βοήθεια τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου θὰ προστατευθοῦν ἀπὸ ὁποιονδήποτε». 

Ὁ π. Ἰουστῖνος κατάλαβε ὅτι ὅλη ἡ ζωή μας ὡς Χριστιανῶν πρέπει νὰ εἶνε ἕνα συνεχὲς μαρτύριο τοῦ πεσμένου ἑαυτοῦ μας καὶ μιὰ προετοιμασία γιὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο. «Πρέπει ν᾽ἀποκτήσουμε τὴν κάθαρσι τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ ἔχουμε πολὺ κουράγιο τὴν ὥρα τοῦ διωγμοῦ. Δὲν πρέπει νὰ περιμένουμε τὴν ὥρα τοῦ διωγμοῦ ἢ τοῦ πολέμου γιὰ νὰ ἑτοιμάσουμε τὶς ψυχές μας. Ὁ ἀληθινὸς Χριστιανὸς εἶνε πάντα ἕτοιμος νὰ συναντήσῃ τὸ Νυμφίο τῆς ψυχῆς του καὶ ψάχνει τρόπους γιὰ νὰ θυσιάσῃ τὸν ἑαυτό του γιὰ τὸν πλησίον καὶ γιὰ τὸ Θεό. Ψάχνει τὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μέσα του καὶ δὲ φοβᾶται τίποτα σ᾽ αὐτὴ τὴν πρόσκαιρη ζωή. Γι᾽ αὐτὸν ἡ θλῖψι εἶνε χαρὰ καὶ ὁ σταυρὸς ἀνάστασι. 

Ἡ ζωή μας βρίσκεται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ πρέπῃ νὰ μᾶς φοβίζουν πόλεμοι καὶ φοβερὰ γεγονότα. Ἀντίθετα, θὰ πρέπῃ νὰ φοβώμαστε καὶ ν᾿ἀνησυχοῦμε γιατὶ ἡ ψυχή μας δὲν εἶνε ἕτοιμη ν᾿ἀντικρύσῃ τὸν Κύριο». 

Ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι 

Ὁ π. Ἰουστῖνος ἀποφυλακίσθηκε ἀπὸ τὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως τῆς Periprava στὶς 14 Μαΐου 1964 μετὰ ἀπὸ 16 ὁλόκληρα χρόνια κρατήσεως. Ἔφυγε ἀφήνοντας πίσω του τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς του κι αὐτὸ τὸν γέμιζε θλῖψι. Πήγαινε σ᾿ ἕναν ἄγνωστο καὶ ξένο κόσμο περνώντας μπροστὰ ἀπὸ τοὺς φύλακες, οἱ ὁποῖοι ἦταν γεμᾶτοι θυμὸ καὶ μῖσος γιὰ τὴν ἀποφυλάκισί του. Εἶχε ὅμως μάθει μέσα στὴ φυλακή, ὅτι ὁ νικητὴς δὲν εἶνε αὐτὸς ποὺ νικάει ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ ξέρει νὰ ὑπομένῃ.

Σωματικὰ ἐξουθενωμένος ἀλλὰ πνευματικὰ ἀναγεννημένος ὁ π. Ἰουστῖνος, φέροντας τὰ σημάδια τῶν δοκιμασιῶν ποὺ ὑπομονετικὰ βάσταξε, ἐπιθυμοῦσε νὰ γνωρίσῃ τὸν γέροντα Παΐσιο Olaru. Περίμενε δύο μέρες ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ γέροντος γιὰ νὰ ἐξομολογηθῇ. Γιὰ τὰ ἑπόμενα 8 χρόνια βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν πνευματική του καθοδήγησι.

Ὁ π. Ἰουστῖνος ἐπέστρεψε στὸν τόπο τῆς νεότητός του, στὸ μοναστήρι Durău, τὸ ὁποῖο εἶχε κλείσει μὲ διάταγμα τῆς κυβερνήσεως. Ὅλες οἱ ἐκκλησίες τῆς περιοχῆς εἶχαν ἀνατιναχθῆ τὸ 1949 καὶ τὰ συντρίμμια τους βρίσκονταν τώρα στὸν πάτο τῆς λίμνης. Αὐτὸ τὸ θέαμα στενοχώρησε τόσο πολὺ τὸν π. Ἰουστῖνο, ποὺ ἡ καρδιά του πονοῦσε γιὰ μία ἑβδομάδα.

Μιᾶς καὶ δὲν εἶχε τόπο νὰ μείνῃ, ἐφ᾿ὅσον οἱ πρώην πολιτικοὶ κρατούμενοι δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ μείνουν σὲ μοναστήρι, ἔμεινε στὸ πατρικό του σπίτι. Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια τῆς ἐξορίας του ἡ μητέρα του τὸν περίμενε, κι ὅταν ἐπέστρεψε δὲν τὸν ἀναγνώρισε τόσο ποὺ εἶχε ἀλλάξει. Λίγες ἡμέρες μετά, ἡ μητέρα του, ποὺ μὲ τὶς προσευχές της τὸν εἶχε στηρίξει μέσα στὴ φυλακή, ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ.

Ἡ Σεκιουριτὰ τὸν ἀκολουθοῦσε γιὰ 4 μῆνες μετὰ τὴν ἀποφυλάκισί του, ὅπου κι ἂν πήγαινε. Ἀκόμα, εἶχαν κρύψει μαγνητόφωνο μέσα στὸ σπίτι του. Ἕνα βράδυ ὁ π. Ἰουστῖνος μέσα στὴν ἀπελπισία του γι᾿ αὐτὴ τὴ στενὴ παρακολούθησι, τοὺς εἶπε μὲ θάρρος· «Ἀφῆστε μὲ ἥσυχο! Κοιτάξτε τὴ δουλειά σας. Ἂν ἔχετε κάποιο νέο ἔνταλμα συλλήψεως, συλλάβετέ με. Ἂν ὄχι, ἀφῆστε με ἥσυχο γιατὶ αὐτὸ ποὺ κάνετε εἶνε ἀπαράδεκτο». Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸἐπεισόδιο τὸν ἄφησαν, δὲν τὸν ξαναενώχλησαν φανερά.

Κατακουρασμένος ἀπὸ ὅσα εἶχε περάσει, ποθοῦσε νὰ ἐπιστρέψῃ στὴ μοναχική του ζωή. Ἔπρεπε ὅμως νὰ περιμένῃ δύο χρόνια γι᾽ αὐτό. Στὸ μεταξύ, δούλευε ὡς ἐργάτης τὰ Σαββατοκύριακα στὸ μοναστήρι Secu, κάτι τὸ ὁποῖο τὸν βοήθησε, γιατὶ ἦταν μέσα σὲ μοναστήρι καὶ μποροῦσε νὰ συμμετέχῃ στὶς θεῖες λειτουργίες.

Ἐπιστροφὴ στὴ μοναχικὴ ζωὴ

Φτάσαμε στὸ 1966. Ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ Secu παρατήρησε τὴν ὑπακοή, τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτήρα καὶ τὴ μελῳδικὴ φωνὴ τοῦ π. Ἰουστίνου καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸ μητροπολίτη νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ γυρίσῃ στὰ μοναχικὰ καὶ ἱερατικά του καθήκοντα. Ἔτσι, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ π. Ζαχαρία Cyprian καὶ τὴν ἄδεια τοῦ πράκτορα τῶν Σεκιουριτᾶ, ὁ π. Ἰουστῖνος προσχώρησε στὴν ἀδελφότητα τοῦ Secu. Γιὰ 8 χρόνια εἶχε τὸ διακόνημα νὰ περιποιῆται τὶς κυψέλες καὶ νὰ ψήνῃ ψωμί – ἕνα δύσκολο διακόνημα μιᾶς κι ὅλα γίνονταν μὲ τὰ χέρια.

Οἱ Σεκιουριτὰ συνέχιζαν νὰ κλείνουν μοναστήρια, νὰ ἐπιβλέπουν τὰ πάντα, ἔτσι ὥστε κανεὶς νὰ μὴ μπορῇ νὰ μιλήσῃ ἐλεύθερα. Κάθε κίνησι, κάθε λέξι, ὅλα ἦταν ὑπὸ παρακολούθησι· μόνο οἱ σκέψεις παρέμεναν ἀνεξέλεγκτες.

Τὸ 1974 ὁ π. Ἰουστῖνος ἐξαναγκάστηκε νὰ μεταφερθῇ στὸ μοναστήρι Bistritᾳ. Τὸ 1976 παίρνει ἄδεια νὰ ἐκπληρώσῃ ἕνα παιδικό του ὄνειρο· νὰ ἐπισκεφθῇ τὸἍγιον Ὄρος, ὅπου καὶ ἔμεινε γιὰ δύο μῆνες. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπισκέψεώς του ὁ π. Ἰουστῖνος νοστάλγησε τὴν πατρίδα του, ἂν καὶ ἤξερε ὅτι οἱ ἀρχὲς θὰ συνέχιζαν νὰ τὸν κατασκοπεύουν. Ὅσο καιρὸ ἔλειπε στὸ Ἅγιον Ὄρος συνέχισαν τὴν κατασκοπία, γιατὶ εἶχαν βάλει κρυφὰ ἕνα μικροσκοπικὸ μικρόφωνο στὸ παλτό του. Παρ᾽ὅλα αὐτὰ ἐκεῖνος ἤθελε νὰ γυρίσῃ πίσω στὸν τόπο ποὺ τὸν κατεδίωκαν καὶ τὸν παρακολουθοῦσαν.

Μὲ τὸ ποὺ ἐπέστρεψε στὸ Βουκουρέστι, παρέμεινε στὰ γραφεῖα τῆς κυβερνήσεως δύο μέρες γιὰ ἀνάκρισι καὶ μετὰ στάλθηκε πίσω στὸ Bistritᾳ μοναστήρι, ὅπου καὶ ἔμεινε μέχρι τὴν πτῶσι τοῦ κομμουνισμοῦ τὸ 1989. Ἐκεῖ ὁ π. Ἰουστῖνος ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴν καθοδήγησι τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔρχονταν νὰ τὸν δοῦν. Ὑπομονετικὰ βοηθοῦσε τοὺς πάντες, ἀκόμα κι ὅσους ἔρχονταν ἀπὸ τὴν Σεκιουριτὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν κρυφά, νὰ βαπτισθοῦν κρυφά, νὰ παντρευτοῦν ἢ νὰ κοινωνήσουν κρυφά. Ἔγινε γνωστὸς σ᾿ὅλο τὸν Ὀρθόδοξο κόσμο ὡς ὁ καλὸς ποιμένας τῶν ψυχῶν καὶ ὁ διδάσκαλος· ἕνας ἄνθρωπος θυσίας. Ἔλεγε ὁ ἴδιος· Ὅσο πιὸ πολὺ ἀγαπᾷς, τόσο περισσότερο θυσιάζεις τὸν ἑαυτό σου.

Ἐπειδὴ εἶχε ὑποφέρει πολὺ στὴ ζωή του, ἔβαζε τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς θλίψεις τῶν ἀνθρώπων πάνω ἀπὸ τὴ δική του ἄνεσι, μόνωσι, μοναχικὸ κανόνα καὶ λειτουργικὴ ζωή. Προσπαθοῦσε νὰ τοὺς βοηθήσῃ ὅλους, ἐνσταλάζοντας στὶς ψυχές τους τὴν ἐλπίδα καὶ τὴ χαρά.

Ἡ ἐμπειρία του ὡς πνευματικοῦ πατέρα εἶχε τέτοια ἐπίδρασι μέσα του, ποὺ ἔλεγε· Πρέπει ν᾿ἀγαπᾷς καὶ νὰ καταλαβαίνῃς κάποιον, νὰ εἶσαι ἐκεῖ δίπλα του ὅταν θλίβεται, νὰ μοιράζεσαι τὸν πόνο του. Ὅταν τελειώνω τὴ θεία λειτουργία, δὲν πηγαίνω νὰ φάω ἢ νὰ κλειστῶ στὸ κελλί μου, ἀλλὰ πάω νὰ χαιρετίσω τοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι πρέπει νὰ ξεκινήσουμε, μὲ θυσία. Συνέχιζε λέγοντας· Ἐὰν νοιάζεσαι γιὰ τὶς θλίψεις τῶν ἀνθρώπων, ὁ Θεὸς θὰ δώσῃ στὸ μοναστήρι σου ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ μέσῳ τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας πνευματικὸς πατέρας πρέπει νά ᾿νε ἄγρυπνος, νὰ προετοιμάζεται γιὰ τὸν ἀόρατο πόλεμο καὶ νὰ μὴν καταλαμβάνεται ὁ νοῦς του ἀπὸ τὴν ταραχὴ τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν.

Ὁ π. Γεώργιος Calciu, μιλώντας γιὰ τὸν π. Ἰουστῖνο ὡς πνευματικὸ πατέρα, ἔλεγε ὅτι εἶνε ἕνας χαρισματικὸς πνευματικός, ποὺ κάνει τὰ πνευματικά του παιδιὰ νὰ λάμπουν μετὰ τὴν ἐξομολόγησι. Τὰ ἀνακουφίζει ἀπὸ τὰ βάρη τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τὰ καθοδηγεῖ χωρὶς νὰ καταπιέζῃ ἢ νὰ ἐπεμβαίνῃ στὴ σκέψι τους. Δὲν εἶνε τόσο ὁ λόγος του ὅσο τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο ποὺ κατοικεῖ μέσα του, κι αὐτὸ εἶνε ἀπόρροια τῆς ὑπομονῆς ποὺ ἔκανε στὶς φυλακές, τῆς ἀγάπης ποὺ εἶχε, ἀλλὰ καὶ τῆς ἔμπονης προσευχῆς του.

Μοναστήρι Petru Vodă 

Τὸ 1991 ὁ π. Ἰουστῖνος ἐπιστρέφει στὴν Petru Vodă, τὴν πόλι ποὺ γεννήθηκε, μαζὶ μὲ δύο μοναχούς, τὸν π. Ἰγνάτιο καὶ τὸν π. Καλλίνικο, καὶ ἱδρύει ἕνα νέο μοναστήρι, τὸ ὁποῖο τὸ ἀφιερώνει στοὺς ἀρχαγγέλους Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ. Ἤθελε νὰ χτίσῃ ἕνα μοναστήρι ἀφιερωμένο σ᾿ ὅσους εἶχαν ἐπιζήσει στὴν περιοχή. Ἂν καὶ ἀρχικὰ ἤθελε νὰ χτίσῃ μία σκήτη, τελικὰ στὶς 14 Μαΐου τοῦ 1991 ἄρχισε ἡ κατασκευὴ τοῦ καθολικοῦ τοῦ μοναστηριοῦ. Ἡ θεία Πρόνοια ἐπέτρεψε, ἡ κατασκευὴ τοῦ ναοῦ νὰ ξεκινήσῃ ἀκριβῶς τὴν ἴδια ἡμερομηνία ποὺ εἶχε συλληφθῆ καὶ ἀποφυλακισθῆ, 14 Μαΐου!

Ὅλα τὰ μοναστήρια, οἱ σκῆτες καὶ οἱ ἐκκλησίες, ποὺ ἔκτισε ὁ π. Ἰουστῖνος, ἔγιναν σὲ πολὺ μικρὸ χρονικὸ διάστημα, μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὴ συμπαράστασι ἀκόμη καὶ μικρῶν παιδιῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκονομικὴ συνεισφορὰ πνευματικῶν του παιδιῶν, τόσο ἀπὸ τὴ Ῥουμανία ὅσο καὶ ἀπὸ τὴ Διασπορά. Τὸ 1992 ὅλα τὰ μοναστήρια του ἄρχισαν νὰ ἀκολουθοῦν τὸ τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὰ πνευματικά του παιδιὰ γνώριζαν ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία τὴν ἀγάπη, τὸ θυσιαστικὸ πνεῦμα, τὴν κατανόησι καὶ τὸ ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον του γιὰ ὅλους. 14 μὲ 18 ὧρες ἡμερησίως τὶς δαπανοῦσε γιὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸν καθένα ξεχωριστά, νὰ τὸν ἀκούῃ, νὰ τοῦ γιατρεύῃ τὶς πληγές, νὰ τὸν καθοδηγῇ καὶ νὰ τὸν ἐμπνέῃ στὸν πνευματικό του ἀγῶνα. Ἦταν ἄνθρωπος μεγάλης θυσίας. Δὲν ἔλεγε ἁπλῶς θεωρίες· ἦταν κοντὰ στὸν καθένα στὶς θλίψεις του. Ἤθελε ὁ π. Ἰουστῖνος νὰ ὁδηγήσῃ τὸν καθένα στὴν κάθαρσι καὶ στὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του μέσῳ τῆς μετανοίας. Ὁ ἴδιος συνέχιζε νὰ ζῇ ἀσκητικά, νὰ τρώῃ μόνο μιὰ φορὰ τὴν ἡμέρα –ἀργὰ τὸ βράδυ–, νὰ κοιμᾶται μόνο δύο μὲ τρεῖς ὧρες ἡμερησίως, νὰ τελῇ συχνὰ τὴ θ. λειτουργία, καὶ νὰ διαβάζῃ τοὺς Πατέρες κι ὅ,τι ἄλλο ὠφέλιμο.

Κήρυττε μὲ ὅλη τὴ δύναμι τῆς ψυχῆς του ἐνάντια στὸν οἰκουμενισμό, τὸν ὁποῖο θεωροῦσε —ὅπως κι ἄλλοι πατέρες τῆς ἐποχῆς του— ὡς τὴν πιὸ φοβερὴ αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας. Πάντα ὑπεράσπιζε τὴν ἀλήθεια λέγοντας ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶνε ἔργο τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι τῶν ἀνθρώπων. Ὑποστήριξε τὴν ἁγιοκατάταξι πολλῶν Ῥουμάνων φυλακισμένων, πιστεύοντας ὅτι εἶνε σημαντικὸ ἡ Ἐκκλησία νὰ θεσπίσῃ μιὰ ἡμέρα μνήμης ὅλων αὐτῶν τῶν μαρτύρων.

Ἡ ζωὴ τοῦ π. Ἰουστίνου ἦταν σύμφωνη μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ἔχοντας πάντοτε μπροστά του ὡς παράδειγμα τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος παίρνοντας πάνω του ὅλες τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων θυσιάστηκε γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσῃ.

Μὲ τὸ παράδειγμά του ὁ π. Ἰουστῖνος ἐνέπνευσε πολλοὺς ν᾽ἀκολουθήσουν τὰ βήματά του. Ἔτσι τὸ μοναστήρι τῶν Ἀρχαγγέλων ἔγινε ὁ τόπος ποὺ συνεχιζόταν ἡ Ὀρθόδοξη ζωὴ καὶ ἡ παράδοσι τῶν Πατέρων, ἀλλὰ καὶ ὁ τόπος ποὺ ἀκουγόταν ἡ ἀλήθεια τῆς Ῥουμανικῆς ἱστορίας.

Κάποιες συμβουλὲς τοῦ π. Ἰουστίνου ἦταν οἱ ἑξῆς.

Ὅταν βλέπουμε τὸν ἀδελφό μας νὰ κάνῃ κάποια ἁμαρτία, δὲν πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ τοῦ «πετάξουμε τὴν πέτρα», ἀλλὰ πρέπει πρῶτα νὰ σκεφθοῦμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἔνοχοι γιὰ τὴν ἴδια ἁμαρτία, καὶ ἔτσι ἀναπαύεις τὸν ἀδελφό σου. Αὐτὴ ἡ ἐργασία εἶνε πολὺ εὐάρεστη στὸ Θεό. Μιὰ πνευματικὴ κατάστασι σὲ διευκολύνει νὰ δῇς μέσα σου τὴν πτῶσι ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος· δηλαδὴ ὁ καθένας φταίει γιὰ ὅλους καὶ ὅλοι φταῖνε γιὰ τὸν καθένα. Αὐτὸ βοηθάει πολὺ τὸν ἀδελφό σου. Στὸ κάτω – κάτω αὐτὴ εἶνε ἡ ἀλήθεια.

Εἶνε πολὺ σημαντικὸ νὰ ξέρουμε πῶς νὰ προσευχώμαστε. Πολλὲς φορὲς κ᾽ἐμεῖς οἱ μοναχοὶ ἔχουμε τὴν ἐντύπωσι ὅτι προσευχόμαστε, ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ περίπτωσι νὰ κάνουμε ὅ,τι κάνουμε μόνο ἀπὸ καθῆκον. Πρέπει νὰ ἐπιμένουμε στὴν ἐσωτερικὴ ἐργασία. Ὅταν δὲν ζοῦμε αὐτὰ ποὺ λέμε στὴν προσευχή, αὐτὲς οἱ προσευχὲς εἶνε μάταιες. Πρέπει νὰ στραφοῦμε μέσα στὴν καρδιά μας, γιατὶ ἐκεῖ ἐμφωλεύουν ὅλα τὰ πάθη μας. Μέχρι τώρα μπορούσαμε νὰ ξεπερνᾶμε τὶς καθημερινές μας δυσκολίες κάνοντας κάποια ἐπιφανειακὰ θρησκευτικὰ καθήκοντα, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν θὰ εἶνε ἀρκετὸ γιὰ τοὺς καιροὺς ποὺ ἔρχονται. Ἂν δὲν ἔχουμε συντετριμμένη καρδιά, δὲν θὰ μποροῦμε νὰ ἀντέξουμε στὰ ψυχολογικὰ βασανιστήρια.

Θὰ ἔρθῃ ἐποχὴ ποὺ μόνο αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πεῖρα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ θὰ μπορέσουν νὰ διακρίνουν τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Θὰ γίνουν φοβερὲς προδοσίες. Γι᾽ αὐτὸ προσευχηθῆτε, προσευχηθῆτε, γιὰ νὰ μὴν πέσετε στὴν παγίδα τῆς προδοσίας.

Ἡ εὐχὴ παραμένει τὸ προπύργιο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κάθε Χριστιανοῦ. Δὲν εἶνε ὑποχρέωσι μόνο τῶν μοναχῶν ἀλλὰ ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Αὐτὴ σὲ βοηθάει νὰ στραφῇς μέσα σου καὶ νὰ ζητήσῃς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρις θὰ ἔρθῃ ἀνάλογα μὲ τὸν κόπο ποὺ θὰ βάλουμε.

Ἀργότερα ἄρχισε νὰ δέχεται στὸ μοναστήρι ἀνθρώπους μὲ σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες. Ἤξερε ὅτι αὐτὸ θὰ ἐμπόδιζε τὴν εἰρήνη τῆς μονῆς, ἀλλὰ τὸ ἀνέλαβαν ὡς ἄσκησι ὑπομονῆς γιὰ τὴν ἀδελφότητα. Πολλοὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς θεραπεύτηκαν διὰ μέσου τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸ 1999 ἱδρύει τὴν γυναικεία μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Paltin, ἡ ὁποία ἀπέκτησε γηροκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο, ἐργαστήριο γιὰ φυσικὰ θεραπευτικὰ φάρμακα, νοσοκομεῖο, ἐκδοτικὸ οἶκο. Εἶνε τώρα ἡ μεγαλύτερη μονὴ τῆς Ῥουμανίας μὲ 150 μοναχές.

[ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Orthodox Word,
τ. 292/Σεπτ.-Ὀκτ. 2013,
μετάφρασις ἱ. μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης]

Ο π.Γεώργιος Κάλτσιου, για την Ορθοδοξία, τον Οικουμενισμό, την Μασωνία, τα Έθνη.

ΚΑΛΤΣΙΟΥ

Αποσπάσματα μίας συνέντευξης και μίας ομιλίας του π. Γεωργίου Κάλτσιου για επίκαιρα θέματα που μας αφορούν.

Ερώτηση: Πατήρ, κατά τη γνώμη σας, μπορεί ένας Χριστιανός, ένας Μουσουλμάνος και ένας Εβραίος να ζήσουν μαζί ειρηνικά και αρμονικά, και αν ναι, τότε ποιο θα είναι το μυστικό;

π. Γεώργιος Κάλτσιου: Ο αμοιβαίος σεβασμός. Είναι η μόνη ένδειξη καλής αρμονίας. Σε καμμία περίπτωση δεν είναι η συμμετοχή στην κοινή προσευχή ή σε κοινές λειτουργίες. Αυτό θα έρθει σε αντίφαση με τα διαφορετικά δόγματα ή θρησκείες.

Ερ.: Λατρεύουν όλοι τον ίδιο Θεό;

π. Κάλτσιου: Όχι πάντα (γελάει).. Εμείς γνωρίζουμε μόνο τον Ένα (Τριαδικό) Θεό που μας αποκαλύφθηκε και λατρεύουμε μόνο Αυτόν. Άλλες μορφές (θεών) είναι στρεβλωμένες ή ψεύτικες.

Ερ.: Βοηθήστε μας παρακαλώ να καταλάβουμε σωστά τον ακόλουθο στίχο: «ότι πάντες οι θεοί των εθνών δαιμόνια» (Ψαλμ. 95, 5).

π. Κάλτσιου: Ναι. Διότι όλοι εκείνοι που λατρεύονταν ήτανε είδωλα… Είχαν οφθαλμούς αλλά δεν είδαν, είχαν στόμα αλλά δεν μίλησαν και αυτιά αλλά δεν άκουσαν, όπως είπε ο ψαλμωδός. Ήταν λοιπόν όλα είδωλα, και είδωλα είναι αυτά που είναι κατ’ εικόνα του διαβόλου. Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς αυτό.

Ερ.: Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο μεγαλύτερος πειρασμός που αντιμετωπίζει σήμερα ένας πιστός Ορθόδοξος;

π. Κάλτσιου: Ο οικουμενισμός.

Ερ.: Η επόμενη ερώτησή μου ήταν αν συμφωνείτε με τον οικουμενικό διάλογο αλλά…

π. Κάλτσιου: Όχι. Απολύτως όχι. Διότι ο οικουμενισμός είναι μία πιο απαλή μορφή της μασωνίας. Η μασωνία προσπαθεί να καταργήσει την Ορθόδοξη πίστη και τον Χριστιανισμό γενικά. Ο οικουμενισμός προσπαθεί να κυριαρχήσει μέσα από κάποια ιδανικά τα οποία μπορεί να φαίνονται πολύ γενναιόδωρα: ‘Γιατί να έχουμε διαφωνίες αναμεταξύ μας;’ ‘Ας ζήσουμε σαν αδέλφια’, ‘Ας αγαπάμε ο ένας τον άλλον’, ‘Μπορούμε να λατρεύουμε μαζί και να προσευχόμαστε μαζί’. Πράγματα τα οποία δεν επιτρέπονται στην Ορθοδοξία. Όλες οι 7 Οικουμενικές Σύνοδοι απαγορεύουν την συμπροσευχή με εκείνους που βρίσκονται έξω από την Ορθόδοξη πίστη. Εάν δεν υπακούσουμε σε αυτούς τους Κανόνες, εάν υποταχθούμε στον οικουμενισμό, στις πιέσεις και στις υποσχέσεις της Δύσης -που είναι όλα μάταια ψέματα- σημαίνει ότι παραβαίνουμε όλους τους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της πραγματικής Οικουμενικής Εκκλησίας.

Ερ.: Πατήρ, είπατε ότι η μασωνία δεν έπαιξε ρόλο. Σημαντικό να πω;

π. Κάλτσιου: Όχι. Διότι πάντοτε διαστρέβλωνε την αλήθεια…

Ερ.: …έπαιξε όμως κάποιο ρόλο στην ιστορία…

π. Κάλτσιου: Δηλαδή;

Ερ.: Στην ανεξαρτησία των εθνών!

π. Κάλτσιου: Τα κράτη δημιουργήθηκαν, καθορίστηκαν, βάσει των δικών τους αρχών / αξιών. Η μασωνία δημιούργησε την Γαλλική επανάσταση όπως και την Ρωσσική επανάσταση αλλά κατά τη διάρκεια όλης αυτής της ιστορικής περιόδου όταν η μασωνία χρειαζόταν να εκλέξει κάποιον στην εξουσία. Στην αρχή υποστήριζε τους βασιλιάδες αλλά αργότερα τους εκθρόνισε με σκοπό να δημιουργήσει τα κράτη για να συντελέσει αργότερα στην πτώση τους. Και τώρα προσπαθεί να δημιουργήσει μία ενιαία Αυτοκρατορία όπου λίγοι ‘χρισμένοι’, από ποιόν δεν ξέρω, θα πρέπει να είναι οι ηγέτες του κόσμου.

Ερ.: Και αναφέρατε ότι η μασωνία έχει σχέδιο.

π. Κάλτσιου: Οπωσδήποτε έχει, και το σχέδιό τους είναι να υποδουλώσουνε όλον τον κόσμο.

Ερ.: Λέγεται ότι οι ΗΠΑ είναι δημιουργία της μασωνίας.

π. Κάλτσιου: Πολύ πιθανό να είναι αλήθεια.

Ερ.: Πως νοιώθετε για την ανάμειξη των ΗΠΑ σε αυτό;

π. Κάλτσιου: Η Αμερική είναι πολύ αναμεμειγμένη διότι οι περισσότεροι πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν μασώνοι. Ο Μπους ανήκει στο αποακαλούμενο ‘Κρανίο και Οστά’ και μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό.

Ερ.: Αλλά και ο πατέρας του ήταν αναμεμειγμένος…

π. Κάλτσιου: Ναι ήταν.

Ερ.: Και ποια ήταν η εμπειρία σας όταν τον συναντήσατε; [τον Μπους τον πρεσβύτερο]

π. Κάλτσιου: Ήταν στην πτώση του κομμουνισμού, στην ‘επανάσταση’ (απ’ τον Δεκ. του ’89) όταν με κάλεσαν στον Λευκό Οίκο. Με είχε καλέσει και ο Ρέιγκαν παρεμπιπτόντως. Ο Μπους δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο. Για τον Ρέιγκαν ένοιωσα ότι δεν ήταν μασώνος. Είχε ένα χάρισμα το οποίο μπορεί να ήταν αποτέλεσμα των ρόλων που έπαιζε (ηθοποιός) αλλά αναλύοντας τα πράγματα εκ των υστέρων πιστεύω ότι ο Θεός είχε επενδύσει κάτι στον Ρέιγκαν. Ο Μπους (ο πρεσβύτερος) δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Ο γιός του όμως έχει αλλά από την κακή πλευρά. Οι Αμερικανοί έχουν μεγάλο ζήλο για την χώρα τους, υπερβολικό ορισμένες φορές.

Ερ.: Έχει γίνει δηλαδή αντικείμενο εκμετάλλευσης;

π. Κάλτσιου: Σίγουρα, αυτή η αρετή έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ο Μπους ταΐζει την Αμερική με το γνωστό σλόγκαν ότι η Αμερική είναι η καλύτερη χώρα, η πιο δυνατή, η πιο σωστή, η πιο δημοκρατική και ότι η αποστολή είναι να διαδώσει την δημοκρατία σε όλον τον κόσμο. Η ψυχή έχει σημασία, όχι η δημοκρατία.

***

ομιλεί ο π. Γεώργιος Κάλτσιου

Ένα πνεύμα προβάλλει στην Ευρώπη και γενικά στον κόσμο. Ένα νεοεποχίτικο πνεύμα το οποίο αλλάζει συχνά την μορφή του και την ρητορεία του, χτυπώντας τον Χριστιανικό κόσμο απ’ όλες τις πλευρές. Έχει ευγενή εικόνα και λόγο ελκυστικό αλλά ύπουλο σκοπό.

Αυτό το πνεύμα μπορεί να μιλήσει με όμορφα λόγια για την οικογένεια αλλά ο σκοπός του είναι να την εξοντώσει. Μπορεί επίσης να μιλήσει για την Εκκλησία με ‘αγάπη’ για όλους, ένα είδος θρησκευτικού συγκρητισμού, αλλά το βασικό κίνητρο είναι να διασπάσει την Ορθοδοξία. Μπορεί να μιλήσει για τα έθνη και τις πατρίδες τους, σα να είναι κάτι που θέλει να στηρίξει, αλλά σκοπός του είναι να καταστρέψει και την Εκκλησία και τα έθνη.

Αυτό το πνεύμα ονομάζεται οικουμενισμός.

Και όλο αυτό το ‘όμορφο’ κήρυγμα, το οποίο παίρνει πολλές μορφές, έχει έναν μοναδικό σκοπό: την καταστροφή όλων των εθνών, την διάλυση κυρίως της Ορθόδοξης Εκκλησίας και την εγκαθίδρυση μίας ομάδας ηγετών, χρισμένοι από δεν ξέρω ποιον, για να υποτάξουν όλα τα έθνη στο πνεύμα τους, να τα μυήσουν σε καθορισμένα κοινωνικά, πολιτικά και θρησκευτικά συστήματα έτσι ώστε να μπορούν να κατευθύνουν τις παγκόσμιες εξελίξεις.

Αδελφοί. Ας μην απατώμεθα. Ζω ανάμεσα σε αυτούς που διαδίδουν αυτές τις νεοεποχίτικες ιδέες που έχουν σκεπάσει τον κόσμο και αισθάνομαι την καρδιά τους. Δεν έχουν καλό σκοπό για την Εκκλησία μας. Κάτω από το πρόσχημα της Χριστιανικής αγάπης, της Χριστιανικής ειρήνης, κρύβουν τις ύπουλες προθέσεις τους.

Ήρθα εδώ να σας πω να μην παρασυρθείτε. Παρατηρώ μία έντονη οικουμενική τάση εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόσο δυνατή που επηρεάζει κληρικούς και πιστούς.

Έχετε ακούσει για το Ταϊζέ; Το Ταϊζέ ήταν το κέντρο αυτής της καταστροφικής οικουμενικής κίνησης. Ήταν το κέντρο της νέας εποχής όπου σε ένα μυστικιστικό περιβάλλον ο αδελφός Roger εμφανίστηκε ντυμένος στα λευκά όπως ο πάπας ή ο Χριστός και παιδιά έκατσαν κάτω με σταυρωμένα πόδια ενώ λικνίζονταν στον ρυθμό μιας απόκρυφης τελετουργίας. Δεν υπήρχε καμμία ιερότητα σ’ εκείνο το μέρος. Ήταν μία ιεροσυλία.

Σε αυτό το νεοεποχίτικο πνεύμα που αναφέρομαι δεν υπάρχει τίποτα ως απόλυτη αξία. Διότι σκοπός τους είναι να καταστρέψουν όλα τα στοιχεία της Πίστεως, τα ευγενή κοινά στοιχεία πάνω στα οποία βασιζόμαστε. [Αυτό γίνεται] από τη στιγμή που δεν υπάρχει απόλυτη αξία. Η αλήθεια κατά την άποψή τους είναι αυτό που εγώ κατέχω [υποκειμενική αλήθεια]. Συνεπώς, όταν ο γείτονάς μου είναι λάθος εγώ δεν μπορώ να του πω ότι πλανάται ούτε κι εκείνος μπορεί να μου πει ότι λανθάνω, διότι είμαστε αυθύπαρκτες οντότητες. Έχουμε τις απόψεις μας οι οποίες είναι μεν [για εμάς] αδιαμφισβήτητες αλλά μπροστά στους άλλους δεν έχουν καμμία αξία.

Αυτό το παιχνίδι με το κρυφτούλι της αλήθειας είναι πονηρή επινόηση του Σατανά. Στους καιρούς μας οι δόλιες σκοπιμότητες αποκρύπτονται.

Τονίζουν την ιδέα της ‘παγκόσμιας αγάπης’.

Προσφέρουν υποτροφίες στη θεολογία. Σπουδάζεις στη Δύση και επιστρέφεις με οικουμενι(στι)κές αρχές.

Χρηματοδοτούν Εκκλησίες.

Και είσαι έτοιμος για οποιονδήποτε συμβιβασμό διότι σε εκπαιδεύουν σε αυτό το πνεύμα του συμβιβασμού που έχει πολλά πρόσωπα, σαν έναν δράκο που αλλάζει συνέχεια μορφές για να αποπλανήσει.

Γι’ αυτό λέω, να λυπάστε εκείνους που θα παρασυρθούν από τον οικουμενισμό και να τιμάτε εκείνους που θα κρατηθούν (στην ορθή πίστη) ως το τέλος.

***

Μετάφραση Φαίη για το ιστολόγιο ΑΒΕΡΩΦ.

Η ομιλία του π. Γεωργίου έγινε το 2005, ένα έτος πριν την κοίμησή του.