Μικρό αφιέρωμα σε ένα μεγάλο σύγχρονο θεολόγο.

1η Νοεμβρίου εκοιμήθη ο πρωτοπρεσβύτερος καθηγητής του παν. θεολογίας π. Ιωάννης Ρωμανίδης †, αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο. Ένας από τους μεγαλύτερους Ορθόδοξους θεολόγους (ίσως ο μέγιστος) του 20ού αιώνα και ανακαινιστής της Ορθόδοξης Θεολογίας. Η σημασία του θεολογικού του έργου (διδακτικού, συγγραφικού, αγωνιστικού) κάνει πολλούς μελετητές να μιλούν για εποχή προ και μετά τον π. Ρωμανίδη.

Γράφει ο Κωστής Μπασογιάννης

Ο άνθρωπος που κατανόησε περισσότερο απ’ όλους τις ιστορικές και πνευματικές προϋποθέσεις της παρακμής της δυτικής θεολογίας και του εκφυλισμού της πνευματικότητας στο χώρο που σήμερα ονομάζουμε Δυτική Ευρώπη. Ο άνθρωπος, η μελέτη του έργου τού οποίου μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη εξήγηση και, σε ένα μεγάλο βαθμό, δικαιολόγηση όλων των σημαντικών δυτικών αντι-εκκλησιαστικών και κατ’ επέκταση αντι- χριστιανικών και αντι-θρησκευτικών ρευμάτων, ως απαντήσεις στην διαστρέβλωση της Χριστιανικής πίστης, που συντελέστηκε εκεί στα πλαίσια της Φραγκικής κατάκτησης της δυτικής Ρώμης. Ο ιερέας θεολόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι η θεολογία της Ανατολικής Χριστιανικής Εκκλησίας διακρίνεται στην προ Ρωμανίδου εποχή και την μετά Ρωμανίδη εποχή, κατά την οποία όποιος θέλει και έχει τις πνευματικές προϋποθέσεις μπορεί να κατανοήσει το μέγεθος και το ποιόν του χάσματος μεταξύ της Ρωμαίϊκης Ανατολικής Χριστιανικής παράδοσης και της δυτικής-Φραγκικής σχολαστικής Χριστιανικής θεωρίας. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης έδωσε την ευκαιρία στους πιστούς της Ανατολικής Ορθοδοξίας να αποκυρήξουν τις ευσεβιστικές και πουριτανικές δυτικές επιρροές και ν’ αναβαπτίσουν την παραδοσιακή πίστη τους στα βιωματικά νερά της πατερικής θεολογίας, μια ευκαιρία που μέρα με τη μέρα χάνεται, αφού όλο και περισσότερο εκείνη η μικρή αναλαμπή πνευματικότητας που είχε σιγοφέξει τα τελευταία χρόνια του εικοστού αιώνα στους κόλπους της Εκκλησίας μας, τρεμοσβήνει και χάνεται μέσα σε δίνες αυθαίρετης εσχατολογικής αμετροέπειας, σε ορυμαγδούς εκφασισμού και εθνοκαπηλείας, σε μια απόλυτα αντίχριστη παράδοση της άγιας πίστης του Χριστού στο καπιταλιστικό θηρίο. Είτε μέσω μιας ανυπόφορα μαλθακής και γλοιώδους ανοχής, είτε δια της αποδοχής και υιοθεσίας των πιο απάνθρωπων και κυνικών συστημάτων, μέχρι και εκείνου του εσχάτου καταντήματος της ανθρώπινης κοινωνίας, του φασισμού. Ποιός ξέρει τον Ρωμανίδη σήμερα; ποιός έχει διαβάσει έστω και μια αράδα από τα γραπτά του; Ποιός τον αξιοποιεί έστω και μόνο για το αυτονόητο, το πιο απλό που μπορεί να προκύψει από το έργο του: Την ικανότητα αναγνώρισης του αυθεντικού, του όντως πνευματικού και του αληθινού και τον διαφορισμό του από το πραγματικά ξένο, το ασύμβατο, το κίβδηλο; Πολύ λίγοι. Δεκατρία χρόνια από το θάνατό του δεκαοκτώ χρόνια από την πρώτη μου επαφή με το λόγο του, και βλέπω ότι λίγοι, πολύ λίγοι οδηγήθηκαν στα μονοπάτια εκείνης της γλυκύτατης κι ελπιδοφόρου αυστηρής ελευθερίας, της αυτογνωστικής εμπειρίας, μιας εμπειρίας μπροστά στην οποία η ψυχολογία του βάθους φαντάζει παιδικό παιγνίδι με κύβους πρώιμης λογικής, της απόλυτης αυτογνωστικής εμπειρίας που θα μπορούσε ένας λαός να ανακαλύψει στη «μετά Ρωμανίδη» εποχή. Αντ’ αυτού δημιουργήθηκαν, κατά την φαύλη συνήθεια των αδιάφορων ανθρώπων, διεκπεραιωτικά κάστρα διαχείρησης κάποιων μηχανικών παραδόσεων, παρεούλες και κύκλοι αδιάφοροι για τις αξίες και τις μεθόδους που κληρονόμησαν, συντροφιές απολυτότητας και πρόωρης ναρκισσιστικής αυτοαγιοποίησης, πάντα με τη συνήθεια της μηχανικής εκφοράς των κλισέ ταπεινοφροσύνης και αυτομεμψίας. Κυκλικές παρεούλες γύρω από κάποια βαμπίρ, ρασοφόρα ή μη. Η Αυτογνωσία, η αναγνώριση του οικείου και ο διαχωρισμός του από το ασύμβατο, και τέλος η διακριτική ιστορική λειτουργία έχουν προς το παρόν πάει περίπατο. Ας ελπίσουμε ότι θα επιστρέψουν με την ευκαιρία μίας κάποιας μελλοντικής μορφής της τάξεως και του μεγέθους του Ιωάννη Ρωμανίδη.

Ένας από τους μεγαλύτερους Ορθόδοξους θεολόγους του 20ού αιώνα και ανακαινιστής της Ορθόδοξης Θεολογίας ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ίσως καί ο μέγιστος, διότι κατόρθωσε με το συγγραφικό έργο του, να φέρει την Ορθόδοξη θεολογία στο Λαό. Απεβίωσε 1η Νοεμβρίου αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο. Η σημασία του θεολογικού του έργου (διδακτικού, συγγραφικού, αγωνιστικού) κάνει πολλούς μελετητές να μιλούν για εποχή προ και μετά τον π. Ρωμανίδη.

Αιωνία η μνήμη του †

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης μέσα από όλα τα γραπτά του και τις ομιλίες του, γίνεται φανερό ότι είχε φθάσει σε υψηλά επίπεδα θεοπτίας και Θεώσεως. Πραγματικός Θεολόγος. Μεγάλη σημασία έχει το ότι ο θεόπτης δεν φθάνει ποτέ σε στάδιο πλήρους τελειώσεως «αποβάλλουν την έννοια της στασιμότητας, γιατί πιστεύουν στην διαρκή τελείωση, την διαρκή ανοδική πορεία από δόξα σε δόξα.» Γι’ αυτό και δεν επαναπαύονται, αλλά συνεχίζουν τον αέναο δρόμο τους. Κάθε σημείο «τερματισμού» είναι και ένα νέο σημείο έναρξης προς μια νέα Θεϊκή ηδονή!

π. Ιωάννης Ρωμανίδης, η ζωή του

2 Μαρτίου 1927 – 1 Νοεμβρίου 2001
«Ο πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Ορθόδοξους θεολόγους του 20ού αιώνα και ανακαινιστής της Ορθόδοξης Θεολογίας, με την επιστροφή της στην γνησιότητα της αγιοπατερικής παραδόσεως. Γεννήθηκε στον Πειραιά, στις 2 Μαρτίου 1927 και απεβίωσε την 1 Νοεμβρίου 2001, αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο.

Η ζωή του 

Οι γονείς του ήταν από την Ρωμαϊκή Καστρόπολη της Αραβησσού της Καππαδοκίας. Γεννήθηκε στον Πειραιά, στις 2 Μαρτίου 1927. Έφυγε από την Ελλάδα και μετανάστευσε στην Αμερική, στις 15 Μαΐου 1927 (σε ηλικία 72 ημερών), με τους γονείς του και μεγάλωσε στην πόλη της Νέας Υόρκης στο Μανχάταν στην 46η οδό μεταξύ της 2ας και της 3ης Λεωφόρου.
Ήταν απόφοιτος του Ελληνικού Κολεγίου Μπρούκλαϊν, Μασαχουσέτης, της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Γέηλ, Διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ (School of Arts and Sciences).

Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου στην Θεσσαλονίκη και Επισκέπτης Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού του Πανεπιστημίου Μπαλαμάντ, του Λιβάνου από το 1970.

Σπούδασε ακόμη στο Ρωσικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδίμηρου της Νέας Υόρκης, στο επίσης Ρωσικό Ινστιτούτο Αγίου Σεργίου στο Παρίσι και στο Μόναχο της Γερμανίας. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1951 και έκτοτε διακόνησε ως εφημέριος σε διάφορες ενορίες των ΗΠΑ. Μεταξύ των ετών 1958 και 1965 υπηρέτησε ως καθηγητής στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού, παραιτήθηκε όμως το 1965, διαμαρτυρόμενος για την απομάκρυνση του π. Γεωργίου Φλορόφσκι από την Σχολή.
Η εκλογή του για την Έδρα της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έγινε στις 12 Ιουνίου 1968, αλλά δεν διωρίζετο, διότι κατηγορείτο ως «κομμουνιστής». Τελικά ο διορισμός του έγινε το 1970. Το 1984, για προσωπικούς λόγους παραιτήθηκε με πλήρη σύνταξη.

Απεβίωσε την 1 Νοεμβρίου 2001, αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο.

Το έργο του

Έχει συγγράψει πλήθος μελετών, πολλές από τις όποιες είναι ακόμη ανέκδοτες και πρέπει να συνεκδοθούν σε σειρά τόμων. Τα κατάλοιπά του είναι ανάγκη να ασφαλισθούν διότι έχουν πολλά να προσφέρουν και αποκαλύψουν. Η διδακτορική του διατριβή περί του Προπατορικού Αμαρτήματος κυριολεκτικά επαναστατική, άνοιξε νέους δρόμους στην Ορθόδοξη Θεολογία, ακολούθησαν δε τα βιβλία του για την Ρωμιοσύνη, που είχαν την ίδια σημασία, για τον χώρο της Ιστορίας. Και των δύο αυτών χώρων, την έρευνα και κατανόηση, ανανέωσε ο π. Ιωάννης.

Το έργο και η προσφορά του στην επιστήμη έχουν διερευνηθεί συστηματικά στη διδακτορική διατριβή του Andrew Sopko, Prophet of Roman Orthodoxy – The Theology of John Romanides, Canada, 1998.

Εξ ίσου όμως μεγάλη υπήρξε η συμβολή και η προσφορά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τη συμμετοχή του στους Θεολογικούς Διάλογους με Ετερόδοξους, ιδιαίτερα με τον Αγγλικανισμό, αλλά και αλλόδοξους (Ιουδαϊσμό και Ισλάμ). Το γεγονός δε, ότι μητρική του γλώσσα ήταν η Αμερικανική (Αγγλική), του εξασφάλιζε την άνεση που χρειαζόταν, για να αναπτύσσει με κάθε ακρίβεια τις θέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συμμετείχε επίσης στο Διάλογο με την Παγκόσμια Λουθηρανική Ομοσπονδία (1978 κ.ε.) Στους Διάλογους αυτούς φαινόταν η ευρεία γνώση του στην πατερική παράδοση, αλλά και των παραχαράξεών της, στην Ανατολή και τη Δύση, κατ’ εξοχήν δε η γνώση της Θεολογίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ακρογωνιαίου λίθου της Ορθόδοξης παράδοσης.

Ο π. Ιωάννης υποστήριζε την σχέση Θεολογίας και αγιοπνευματικής εμπειρίαςκαι τους σταθμούς της πνευματικής πορείας των Αγίων: κάθαρσις – φωτισμός – θέωσις, ως προϋπόθεση των Οικουμενικών Συνόδων και της αυθεντικής αποδοχής των, κάτι που θεωρούσε ότι έχει χαθεί στη Δύση, αλλά και στη δυτικίζουσα, κατά τη γνώμη του, σημερινή Ορθόδοξη θεολογική σκέψη. Η στροφή αυτή στην πατερικότητα, ως εκκλησιαστική γνησιότητα, συνέχισε και συνεπλήρωσε την ανάλογη κίνηση του π. Γεωργίου Φλορόφσκι, την πορεία του οποίου ακολούθησε στον οικουμενικό Διάλογο, θεωρούμενος και αυτός συχνά ενοχλητικός και όχι εύκολος συνομιλητής.

Εποχή προ και μετά Ρωμανίδη

Η σημασία του θεολογικού του έργου (διδακτικού, συγγραφικού, αγωνιστικού) κάνει πολλούς μελετητές να μιλούν για εποχή προ και μετά τον π. Ρωμανίδη. Διότι θεωρούν ότι έφερε αληθινή τομή και ρήξη με το σχολαστικό παρελθόν της Ελλαδικής Ορθοδοξίας, που λειτουργούσε ως βαβυλώνιος αιχμαλωσία στη θεολογία της. Η διατριβή του σφράγισε αποφασιστικά αυτή την αναγεννητική πορεία, σε σημείο, που και αυτοί οι για διαφόρους λόγους επικριτές ή ιδεολογικά αντίπαλοί του, να προδίδουν στα γραπτά τους την επιρροή του π. Ιωάννου στη θεολογική τους σκέψη.

Συγκεκριμένα, ο π. Ιωάννης:

α) Επανέφερε στον ακαδημαϊκό θεολογικό χώρο την προτεραιότητα της πατερικής εμπειρικής θεολογήσεως, παραμερίζοντας τον διανοητικό – στοχαστικό – μεταφυσικό τρόπο θεολογήσεως,

β) Συνέδεσε την ακαδημαϊκή θεολογία με την λατρεία και την φιλοκαλική παράδοση, καταδεικνύοντας την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πνευματικής ζωής και τον ποιμαντικό – θεραπευτικό χαρακτήρα της δογματικής θεολογίας.

γ) Διείδε και υιοθέτησε στη θεολογική μέθοδο τον στενό σύνδεσμο δόγματος και ιστορίας και γι’ αυτό μπόρεσε να κατανοήσει όσο λίγοι την αλλοτρίωση και πτώση της θεολογίας στη Δυτική Ευρώπη, που επήλθε με την φραγκική κατάκτηση και επιβολή. Η καλή γνώση της ιστορίας, εξ αλλού, Φραγκοσύνης και Ρωμιοσύνης (προοριζόταν για καθηγητής της Ιστορίας στο Γέηλ) τον βοήθησε να διαπιστώσει και αναλύσει τη διαμετρική διαφορά Φράγκικου και Ρωμαίικου πολιτισμού, εισάγοντας ρωμαίικα κλειδιά στη διερεύνηση της ιστορίας και του πολιτισμού.

δ) Βοήθησε, έτσι, την πληρέστερη έρευνα και του Ελληνισμού, έξω από τις κατασκευασμένες δυτικές θέσεις, με την ορθή – ως απόλυτα τεκμηριωμένη – χρήση των ιστορικών ονομάτων του Ελληνικού έθνους, της σημασίας και δυναμικής τους στην Ιστορική του πορεία.

Οι ετερόδοξοι

Είναι γεγονός, ότι οι ετερόδοξοι ανεγνώριζαν περισσότερο από τους Ορθοδόξους την προσωπικότητα του π. Ιωάννου και τη σημασία του για την Ορθοδοξία. Εθεωρείτο ο καλύτερος ορθόδοξος ερευνητής του ιερού Αυγουστίνου, που βοηθούσε και τη δυτική θεολογία στην κατανόηση του, χαρακτηρίσθηκε δε «ο μεγαλύτερος σίγουρα των εν ζωή Ορθοδόξων θεολόγων, του οποίου τα συγγράμματα αποτελούν κριτική μελέτη του έργου του Αυγουστίνου υπό το φως της πατερικής Θεολογίας».

Πρέπει δε να λεχθεί, ότι στον π. Ιωάννη οφείλεται η σπουδαία επισήμανση, ότι η διδασκαλία του Βαρλαάμ του Καλαβρού, για τις θεοπτικές εμπειρίες των προφητών ως «φαινομένων φυσικών, γινομένων και απογινομένων» ανάγεται στο Περί Τριάδος έργο του ι. Αυγουστίνου.

Το μεγαλύτερο μέρος για την ανωτέρω βιογραφία, λήφθηκε αυτούσιο από ομιλία του κοσμήτορα της Θεολ. Σχ. του Πανεπ. Αθηνών πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού, που έγινε εκ μέρους του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Προέδρου του, κ. Δημητρίου Γονή. Η ομιλία αυτή δημοσιεύθηκε στο Ίντερνετ στη διεύθυνση: και το ανωτέρω διαμορφωμένο απόσπασμά της στη Βικιπαίδεια, με προσωπική άδεια του ομιλητή π. Γεωργίου Μεταλληνού.

Βιβλιογραφία:
Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου, «Ο π. Ιωάννιδης Ρωμανίδης ως διδάσκαλος της Ορθοδόξου Δογματικής», Θεολογία, τομ.82, τ/χ.3 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011), σελ.5-48.»

Το μεγαλύτερο μέρος για την ανωτέρω βιογραφία, λήφθηκε αυτούσιο από ομιλία του κοσμήτορα της Θεολ. Σχ. του Πανεπ. Αθηνών πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού, που έγινε εκ μέρους του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Προέδρου του, κ. Δημητρίου Γονή. Το ανωτέρω διαμορφωμένο απόσπασμά της στη Βικιπαίδεια, με προσωπική άδεια του ομιλητή π. Γεωργίου Μεταλληνού.

Advertisements

Η ευθύνη τής διδασκαλίας στην αρχαία Εκκλησία και το είδος τής διδασκαλίας εκείνης

sarcophagus_domatilla

 

Ένα από τα βασικά έργα των Επισκόπων και των Πρεσβυτέρων είναι να καταρτίζουν τους Χριστιανούς, ώστε να διέρχονται από την κάθαρση, στον φωτισμό και την θέωση, για να κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και η θεία Κοινωνία να ενεργεί ως κάθαρση, φωτισμός και θέωση. Οι πιστοί έπρεπε να ζουν την νοερά λατρεία για να συμμετέχουν αξίως και στην λογική λατρεία. Αυτό είναι το έργο των Πνευματικών Πατέρων.

 π. Ιωάννη Ρωμανίδη

«Δεν εννοώ τον Πνευματικό των συγχρόνων ενοριών, που πάει ο καθένας για να πάρει κοινωνικο-οικογενειακές συμβουλές, και στο τέλος ο Πνευματικός του διαβάζει μια συγχωρητική ευχή και φεύγει κανείς ικανοποιημένος, ότι έχει συγχωρεθεί και μπορεί να πάει να κοινωνήσει, χωρίς ούτε ο παπάς να έχει ιδέα από νοερά προσευχή ούτε ο εξομολογούμενος. Στην αρχαία Εκκλησία ήταν αισθητό το γεγονός ότι κάποιος είχε φώτιση και ο άλλος δεν είχε. Ο ένας κοινωνούσε, ο άλλος δεν κοινωνούσε. Ήταν αισθητό στην αρχαία Εκκλησία. Τώρα, είναι αναίσθητα αυτά τα πράγματα. Και όλοι αισθάνονται μια ανακούφιση από την εξομολόγηση, από την θεία Κοινωνία μόνο».

Παλαιά στην Εκκλησία ο κατ’ εξοχήν Πνευματικός που προετοίμαζε τους πιστούς για την θεία Κοινωνία ήταν ο Επίσκοπος. Αυτός κατήρτιζε και τους Πρεσβυτέρους να γίνουν καλοί Πνευματικοί. Συνέβαινε ό,τι και στην ανθρώπινη γνώση.

«Διδάσκει ο καθηγητής της αστρονομίας τους υποψηφίους διδάκτορες να γίνουν και αυτοί όσο καλός είναι ο ίδιος ο καθηγητής. Γιατί; Για ν’ αφήσει διαδόχους, για να συνεχίζεται η παράδοση της αστρονομίας, διότι αν σταματήσει αυτή η διδασκαλία και η προετοιμασία διδακτόρων, υποψηφίων καθηγητών να διαδεχθούν τους τωρινούς αστρονόμους, τότε η αστρονομία ως επιστήμη θα σβήσει».

Αυτό γινόταν και στην Εκκλησία σχετικά με την μέθοδο θεραπείας για την προετοιμασία για την θεία Κοινωνία. Γι’ αυτό στην διδασκαλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου η διδασκαλία-κατήχηση συνδέεται στενότατα με την εξομολόγηση-μετάνοια που ήταν έργο του Επισκόπου, σύμφωνα με το παράδειγμα του αστρονόμου που προαναφέρθηκε.

«Ακριβώς το ίδιο γινόταν στην Εκκλησία. Ο δεσπότης είναι ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και διδάσκει τους υποψηφίους διδάκτορες. Ποιοι είναι οι υποψήφιοι διδάκτορες; Οι καλόγεροι είναι, οι οποίοι θα διαδεχθούν τον δεσπότη. Γιατί θα διαδεχθούν τον δεσπότη; Όχι διότι είναι καλόγεροι με την σημερινή έννοια, αλλά διότι είναι εκείνοι που μανθάνουν την αέναη μνήμη του Θεού και πώς καθαρίζεται ο νους, πώς κανείς φθάνει στην φώτιση και πώς φθάνει κανείς στην θέωση. Γι’ αυτό είναι ο Επίσκοπος ο δάσκαλος των μοναχών.

Μετά, καταντήσαμε στην περίοδο που περιγράφει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο οποίος διαμάχεται και διαπληκτίζεται με πολλούς στην εποχή του, διότι οι καλόγεροι έγιναν διδάσκαλοι, ενώ πριν ο Επίσκοπος μόνον ήταν ο διδάσκαλος, τώρα έγιναν και οι καλόγεροι διδάσκαλοι. Λοιπόν, το επιχείρημα των Επισκόπων ήταν τι; Ότι το διδάσκειν είναι μόνον των Επισκόπων, ο μοναχός δεν είναι διδάσκαλος.

Τώρα, σημειώστε πολύ προσεκτικά αυτό το πράγμα. Ο Επίσκοπος είναι ο διδάσκαλος, ο μοναχός είναι ο μαθητής, δεν μπορεί ο μοναχός να κάνει τον δάσκαλο. Τι ήταν το θέμα; Αν δείτε προσεκτικά, η διαμάχη είναι για το Μυστήριο της εξομολογήσεως, το Μυστήριο της μετάνοιας, εάν επιτρέπεται σε μοναχούς να εξομολογούν. Διότι ο εξομολόγος στην αρχαία Εκκλησία είναι ο Επίσκοπος. Μετά όμως, επεκράτησε ο Επίσκοπος αυτός να δίδει άδεια να εξομολογεί και ο Πρεσβύτερος. Εδώ, όμως, έχουμε και μοναχούς που εξομολογούν. Και η διαμάχη γίνεται εναλλάξ. Άλλοτε λέγεται εξομολόγηση, άλλοτε λέγεται διδασκαλία.

Εάν διαβάσετε προσεκτικά, ταυτίζει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος την διδασκαλία με την εξομολόγηση, με το μυστήριο της μετάνοιας. Γιατί ταυτίζει τα δύο αυτά; Διότι ο Επίσκοπος στην αρχαία Εκκλησία είχε έργο να διδάσκει τους ανθρώπους να περνούν από το στάδιο της καθάρσεως, να φθάνουν στην φώτιση, το οποίο έκαναν οι Πνευματικοί παπάδες, Πρεσβύτεροι στην ενορία υπό τον έλεγχο του Επισκόπου. Διότι εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν ας πούμε πέντε-έξι οι κατηχούμενοι αλλά ήταν εκατοντάδες. Υπήρχε ολόκληρο σχολικό σύστημα μέσα στην Εκκλησία. Ήταν εκατοντάδες οι κατηχούμενοι κάθε χρόνο και τους βαπτίζανε συνήθως το Μέγα Σάββατο κ ο κ.

Για να οργανωθεί σωστά η κατήχηση, ο Πρεσβύτερος, υπό την καθοδήγηση του Επισκόπου, αναλάμβανε την διδασκαλία των νεοφώτιστων, των φωτισμένων, ορισμένων κατηχουμένων και μετά οι Διάκονοι τους κατηχουμένους κλπ. Αυτά τα περιγράφει με πολλή λεπτομέρεια ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Αν θέλετε να δείτε την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας, πάρετε τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη να διαβάσετε, «Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας»· είναι όλα εκεί μέσα.

Λοιπόν, ο Επίσκοπος, εθεωρείτο ότι είναι ο δάσκαλος των μοναχών. Γιατί: Διότι εκείνα τα χρόνια περνούσε κανείς την κατάσταση της καθάρσεως, έφθανε στον φωτισμό και είχε μια ισχυρά φύση κλπ. Δηλαδή τον νεοφώτιστο μετά τον ανελάμβανε ο δεσπότης και τον εδίδασκε τελευταίος. Γιατί; Για να τον τελειοποιήσει τον άνθρωπο, να τον κάνει διδάκτορα της θεολογίας. Διδάκτορας της θεολογίας τι σημαίνει; Αέναο του Θεού μνήμη, νοερά προσευχή κλπ., τα οποία είχαν περιορισθεί επί το πλείστον στους κύκλους των μοναχών, οι οποίοι προετοιμάζονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και μετά, από την τάξη των μοναχών εξελέγοντο, όχι πάντοτε, αλλά επί το πλείστον μπορούμε να πούμε, οι Επίσκοποι της Εκκλησίας».

Με την πάροδο του χρόνου χάθηκε αυτή η παράδοση, οπότε και οι μοναχοί δίδασκαν, δηλαδή δεν τελούσαν το Μυστήριο της Εξομολογήσεως, αλλά δίδασκαν-κατηχούσαν, με άλλα λόγια βοηθούσαν τους πιστούς να απαλλάσσονται από τους λογισμούς, να ξεχωρίζεται η νοερά ενέργεια από την λογική ενέργεια και να γίνεται η νοερά προσευχή. Έτσι καταλαβαίνουμε τι είναι διδασκαλία, τι είναι μετάνοια και τι σχέση έχουν αυτά με την θεία Κοινωνία.

«Εάν πάρουμε του Συμεών του Νέου Θεολόγου τα συγγράμματα, όταν μιλάει για διδασκαλία, τι εννοεί, ποιος είναι ο δάσκαλος, δηλαδή, κάνει την ανάπτυξη, γιατί δάσκαλοι έγιναν και οι καλόγεροι, ενώ σε αρχαιότερη εποχή δεν επιτρεπόταν στους καλογέρους να είναι δάσκαλοι. Διότι ο καλόγερος είναι μαθητής, λένε οι παλιοί Πατέρες, και δάσκαλος είναι ο Επίσκοπος. Και εξηγεί γιατί έγιναν οι καλόγεροι δάσκαλοι στα χρόνια του και τι είναι η διδασκαλία. Εννοεί εξομολογήσεις και άφεση αμαρτιών.

Όταν ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος μιλάει για διδασκαλία και γιατί οι καλόγεροι έχουν το καθήκον να διδάσκουν, εννοεί το καθήκον να εξομολογούν. Διότι η εξομολόγηση είναι η διδασκαλία η κατ’ εξοχήν της Εκκλησίας, διότι στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως γινόταν η διδασκαλία για την κάθαρση και να φθάσει κανείς στον φωτισμό.

Ενώ όταν λέμε σήμερα δάσκαλο, είναι τελείως άσχετο με την εξομολόγηση. Ο δάσκαλος σήμερα είναι ένας κατηχητής, ένας καθηγητής Πανεπιστημίου, ένας δάσκαλος στο γυμνάσιο κλπ. Άλλα όταν διδάσκει, διδάσκει την λογική του ανθρώπου, δεν γυμνάζει τον νουν πλέον, γι’ αυτό και η διδασκαλία δεν έχει σχέση με την πνευματική καθοδήγηση, έχει μόνο μια έμμεση σχέση σήμερα. Γι’ αυτό και ο καλόγερος έγινε δάσκαλος ή Πνευματικός Πατέρας, επειδή οι Επίσκοποι δεν κάνουν τα καθήκοντά τους επάνω σε αυτό το θέμα στην εποχή του Συμεών του Νέου Θεολόγου».

Μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να δούμε και το κήρυγμα στην θεία Λειτουργία, που αναφέρεται στο πώς θα αποκτήσουμε σχέση με τον Θεό, πώς θα βιώσουμε την θέωση, πώς θα αποκτήσουμε την αγάπη. Το ότι σήμερα τα κηρύγματα στην Εκκλησία δεν αναφέρονται πολύ στο πως, αλλά κάνουν λόγο για το τι, αυτό δείχνει ότι δεν συντονίζονται στην προοπτική της θείας ευχαριστίας, δεν είναι ευχαριστιακά ούτε και εκκλησιαστικά, διότι δεν προϋποθέτουν τον ησυχασμό.

«Εδώ υπάρχει το μεγαλύτερο πρόβλημα του Χριστιανισμού σήμερα. Ωραία κηρύγματα ακούμε από τον άμβωνα, όλοι οι παπάδες ιεροκήρυκες μιλάνε για αγάπη, μιλάνε για το ένα και το άλλο.

Εγώ έχω γράψει ολόκληρο βιβλίο που λέγεται «Προπατορικόν αμάρτημα» και, όταν το έγραψα, ιδέα δεν είχα του πώς κανείς φθάνει σε αυτήν την ανιδιοτελή αγάπη. Εκεί είχα την περιγραφή, ας πούμε αναλυτικά, αλλά η μέθοδος για να φθάσουμε ποια είναι δηλαδή. Καθόμαστε μιλάμε για ανιδιοτελή αγάπη. Και ποιος μπορεί να γίνει ανιδιοτελής; Και ποιος έχει φθάσει στην ανιδιοτέλεια; Ποιος έχει φθάσει στην αγάπη; Και όταν καθόμαστε και λέμε ότι έχουμε αγάπη, τι είμαστε; Πραγματικά έχουμε την αγάπη ή0 υποκρινόμαστε ότι έχουμε την αγάπη; Αυτό είναι πρόβλημα.

Και ωραία τα κηρύγματα, τα κηρύγματα γεμίζουν τον άμβωνα, ωραία πράγματα, οι Χριστιανοί κάθονται και ενθουσιάζονται με αυτά τα κηρύγματα, αλλά ακούμε τα κηρύγματα, εγώ τουλάχιστον δεν έχω ακούσει το πώς· το τι, ναι· το πού, ναι· το πώς; Συνήθως το «πώς» είναι μην κάνεις τούτο, μην κάνεις αυτό, μην κάνεις εκείνο, αυτό είναι αμαρτία, εκείνο αμαρτία, να κάνης τούτο, να κάνης καλά έργα. Ναι, όλα αυτά είναι εντάξει, αλλά τα καλά έργα μπορεί κανείς να τα κάνει, και στο τέλος αντί να φθάσει στον Παράδεισο να πάει στην Κόλαση».

Στην αρχαία Εκκλησία, αντί να κάνουν ατομικά κηρύγματα, διάβαζαν πατερικούς λόγους.

«Στους Πατέρες της Εκκλησίας, αρκεί να διαβάσει κανείς τα κηρύγματα του Χρυσοστόμου, θα δει πόσο ανεπτυγμένο ήταν το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης στον Χρυσόστομο, ο οποίος είναι από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, ο οποίος διαβαζόταν αιώνες από όλους τους Ορθοδόξους.

Παλιά υπήρχε η ωραία συνήθεια, που αντί να ακούμε τον παπά να εξηγεί το ευαγγέλιο κάθε Κυριακή, αυτά τα ευσεβιστικά κηρύγματα, σε κάθε ευαγγέλιο διάβαζαν πατερικά κηρύγματα».

Τελικά, όλη η Ορθόδοξη λειτουργική παράδοση και όλα τα άλλα Μυστήρια και οι τελετές αφορούν τα μέλη της Εκκλησίας και αποβλέπουν στην μέθεξη του Μυστηρίου της θείας ευχαριστίας, ώστε ο Χριστός να γίνει κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Δεν υπάρχουν άλλοι σκοποί, δεν υπάρχουν Ιδιωτικά Μυστήρια, δεν μπορούν να ξεχωρισθούν όλες οι εκκλησιαστικές τελετές από την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Και όλα αυτά δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητα από το πραγματικό μυστήριο, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Υπάρχει σαφής ενότητα μεταξύ δόγματος, προσευχής, Μυστηρίων, ασκήσεως και θείας ευχαριστίας. Όλοι αυτοί είναι οι άξονες της εκκλησιαστικής ζωής.

Πηγή: «Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη» Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.-TΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ