Προγαμιαῖες σχέσεις μεταγαμιαίων ἀνθρώπων.(π. Κωνσταντῖνου Στρατηγόπουλου)

Τὸ ἐρωτικὸ πλάσμα

Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι πλάσμα ἐρωτικό. Ἔχει τὴν τάση νὰ κινεῖται πρὸς ἕνωση. Τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο πραγματοποιεῖται ἡ ἕνωση αὐτὴ εἶναι τριπλό. Κινεῖται πρὸς ἕνωση μὲ τὸ Θεό, μὲ τὸ συνάνθρωπο, καὶ ἑνώνει μὲ τὰ ψυχικὰ καὶ διανοητικά του χαρίσματα ὅλες τὶς δυναμικὲς ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν προσωπικότητά του. Πιὸ πρακτικὰ δοσμένο αὐτὸ τὸ σχῆμα θέλει τὸν ἄνθρωπο
α) Νὰ ἔχει ἀναζητήσεις γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο καὶ γιὰ τὰ πέρα ἀπὸ τὴν ὁριζόντια πραγματικότητα
β) Νὰ θέλει νὰ ἔχει κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους
γ) Νὰ προσπαθεῖ νὰ ξεπεράσει τοὺς ἐσωτερικοὺς διχασμοὺς ποὺ τὸν ταράσσουν καὶ τὸν κομματιάζουν.
Ἡ προσπάθεια γιὰ τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ προηγούμενα εἶναι ἐρωτική. Ἡ ἐρωτικὴ πορεία κρύβει πάντα μέσα της μία ἔξοδο. Ἔξοδο πρὸς τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ….
ἀπὸ τὴν ἐγωιστικὴ αὐταρέσκειά μας.

Ἡ βίωση τοῦ ἔρωτα διὰ τοῦ γάμου
Χωρὶς τὴν ἀνακάλυψη καὶ βίωση τοῦ προαναφερομένου τριπλοῦ ἐρωτικοῦ ἐπιπέδου, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μία πρακτικὴ βαθιὰ ἀναπηρία. Ἂν ἀναπτύσσει μέρος μόνο ἀπὸ τὶς ἐρωτικές του δυνατότητες, ζεῖ ἐλλιπεῖς καὶ ἀρρωστημένες τὶς πτυχὲς τῆς προσωπικότητάς του. Ἂν π.χ. κοινωνικοποιεῖται χωρὶς ταυτόχρονη ἀναζήτηση ἐρωτικῆς μορφῆς πρὸς τὸ Θεό, καταλήγει σὲ καρκινογόνο κοινωνικότητα. Ἂν πάλι προσπαθεῖ νὰ ἰσορροπήσει τὶς ἐσωτερικές του ἀντίρροπες δυνάμεις χωρὶς ἔξοδο πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, καταλήγει σὲ ἕνα διαλογιζόμενο ὂν ποὺ ψάχνοντας νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτὸ του χάνει τὸν ὁρίζοντα τοῦ περιβάλλοντός του.

Ὁ ἔρωτας, ἐπειδὴ εἶναι πράξη ζωῆς τριττῶς ἐκφραζομένη, μόνο μὲ ἑνιαία τριπλῆ ἀντιμετώπιση μπορεῖ νὰ βιωθεῖ. Ὅταν λέμε «ἑνιαία τριπλῆ ἀντιμετώπιση» ἐννοοῦμε ἕνα γεγονὸς ποὺ μπορεῖ νὰ ἀναπτύξει ταυτόχρονα καὶ νὰ γιατρέψει τρία παράλληλα καὶ ὁμοειδῆ στοιχεῖα πού, ἐνῶ εἶναι διακρινόμενα στὶς ἐκδηλώσεις τους, ἔχουν κοινὸ παράγοντα ποὺ τὰ τρέφει καὶ τὰ καλλιεργεῖ.

Αὐτὸς ὁ κοινὸς παράγοντας ποὺ ἐνεργοποιεῖ ἰσορροπημένα ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἔρωτα εἶναι ὁ «γάμος». Τὴ λέξη «γάμος» σήμερα τὴν κατανοοῦμε ἀποσπασματικά, ὡς σχέση τοῦ ἀνδρὸς μὲ τὴ γυναίκα. Ἡ γλώσσα ὅμως τῆς Γραφῆς εἶναι πολὺ εὐρύτερη. Ὁ γάμος ὁρίζεται ὡς σχέση Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας. Εἶναι ἕνα μυστήριο πρακτικὸ καὶ ταυτόχρονα ἀκατανόητο. Εἶναι ἡ παρουσία τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ «ὅλως συγκροτεῖ» τὸν ἄνθρωπο σὲ ἐρωτικὴ ἰσορροπία. Ἡ ἀποδοχὴ αὐτοῦ τοῦ δεδομένου τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κάνει τὸν ἄνθρωπο προσωπικότητα ποὺ ζεῖ μέσα ἀπὸ τὸ γάμο. Ποὺ ἀποδέχεται τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκείνη ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐκχύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἔρωτας εἶναι γεγονὸς γαμικὸ καὶ μόνο ὡς τέτοιο προσεγγίζεται. Εἶναι, δηλαδή, γεγονὸς ἰσχυρῆς ἑνώσεως ποὺ μόνο ἀκατάλυτα δεσμὰ μποροῦν νὰ τὸ συγκρατήσουν. Χωρὶς αὐτὲς τὶς δυνάμεις τοῦ γάμου ὁ ἔρωτας δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὶς ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ὑπέρβαση, κοινωνία καὶ ἐσωτερικὴ ἰσορροπία.

Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι, μαζὶ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐρωτικοῦ, καὶ πλάσμα γαμικό. Ἡ σχέση του μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν χαρακτηρίζει. Κανεὶς μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνέραστος ἢ ἀγαμικός. Ὁ μοναχὸς καὶ ὁ παντρεμμένος μέσα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ συνεκτικοῦ δεσμοῦ τοῦ γάμου μποροῦν νὰ εἶναι ὄντως μοναχοὶ καὶ ὄντως ἔγγαμοι. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ὁμιλεῖ γιὰ προγαμιαῖες σχέσεις. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τέτοιο γεγονός. Εἶναι ἀνυπόστατο. Τὸ προγαμιαῖο καταργεῖ τὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζεῖ ὡς ἄνθρωπος.

Ὁ ὁρισμὸς «προγαμιαῖες σχέσεις» θέλει νὰ προσδιορίσει σήμερα τὴν ὕπαρξη γενετησίων σχέσεων ἔξω ἀπὸ τὸ γάμο. Τέτοιοι ὅμως διαχωρισμοὶ εἶναι ἀδύνατοι. Οἱ γενετήσιες σχέσεις ὑπηρετοῦν στὴν πράξη ὡς βιολογικὲς λειτουργίες τὸ ἐρωτικὸ καὶ γαμικὸ στοιχεῖο ὅπως τὸ προσδιορίσαμε. Στὴ μελέτη τοῦ μακρόκοσμου ἕνας ἀστροφυσικὸς θὰ ἔλεγε πὼς εἶναι ἀδύνατο ἕνας κουὰρκ (τὸ μικρότερο τεμάχιο ὕλης ποὺ ὑπάρχει) νὰ βρεθεῖ μόνο του. Εἶναι πάντα δεσμευμένα. Τὸ ἴδιο θὰ λέγαμε συμβαίνει μὲ τὶς γενετήσιες σχέσεις. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀποδεσμεύσει ἀπὸ τὸ γάμο καὶ τὸν ἔρωτα. Κάθε προσπάθεια γιὰ ἀποδέσμευση ἑνὸς κουὰρκ ἀπὸ τὴ δομὴ ἑνὸς πρωτονίου θὰ χρειαζόταν ὑποθετικὰ τόση ἐνέργεια ὅση χρειάζεται γιὰ νὰ καταστρέψουμε τὸ γαλαξία μας, καὶ μπορεῖ, τὸ σύμπαν. Στὴν ἀστροφυσικὴ οἱ ἔννοιες γίνονται κατανοητές.

Στὸ χῶρο ὅμως τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς τὰ πράγματα δὲν φαίνονται καὶ τόσο δύσκολα. Κι ὅμως, εἶναι ἀρκετὴ μία ἀπογυμνωμένη ἀπὸ ἔρωτα καὶ γάμο γενετήσια σχέση νὰ διαλύσει τὶς ἰσορροπίες λειτουργίας τοῦ μυστηρίου ποὺ λέγεται ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πλασμένος.

Τὸ πρόβλημα

Ἡ ἐλλιπὴς βίωση τοῦ ἔρωτα καὶ ἡ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ βαθύτερου καὶ εὐρύτερου νοήματος τοῦ γάμου ὁδηγεῖ σὲ μία βαθμιαία διάβρωση τοῦ ἐρωτικοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται ἀνέραστος, ἐξαρθρώνονται οἱ βασικὲς ἐρωτικές του λειτουργίες στὴν τριπλῆ τους ἔκφραση καὶ ἀναφύονται ποικίλα προβλήματα ἐσωτερικῶν ἀνισορροπιῶν πού, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστωθοῦν μὲ ἁπλὲς ψυχολογικὲς διαδικασίες, περιγράφονται μὲ λανθασμένη διαγνωστικὴ καὶ φυσικὰ ἀποπροσανατολισμένη θεραπευτική.
Νὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε μὲ λίγα καὶ ἁπλὰ λόγια κάποιους βασικοὺς τομεῖς ποὺ νοσοῦν ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ἐρωτικῆς καὶ γαμικῆς ἀγωγῆς καὶ θεραπευτικῆς.

Ἡ συναισθηματικὴ προσέγγιση
Στὸ χῶρο τῶν διανθρωπίνων σχέσεων ἡ ἰσορροπία ἀνδρὸς-γυναικὸς προβάλλεται ὡς συναισθηματικὸ γεγονός. Τολμοῦν μάλιστα νὰ ὁμιλοῦν γιὰ αἰσθήματα καὶ ἀγάπη. Κανεὶς φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀντίρρηση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ κόσμου τῶν ἀνθρωπίνων αἰσθημάτων καὶ συναισθημάτων προκειμένου νὰ ἔχουμε ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες.
Τὸ λάθος βρίσκεται στὸν ἀνεπαρκῆ καὶ ἐπιδερμικὸ προσδιορισμὸ τῶν συναισθηματικῶν κινήσεων. Χωρὶς τὸ σχῆμα «ἔρωτα –γάμου» ποὺ προαναφέραμε, τὸ συναισθηματικὸ στοιχεῖο, καὶ ἂν ἀκόμη κρύβει κάποια κύτταρα ἀλήθειας, εἶναι ἐπισφαλὲς καὶ χωρὶς θεμέλια. Πίσω ἀπὸ τὸ συναισθηματικὸ στοιχεῖο μπορεῖ νὰ κρύβεται ἕνα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἄλλον λόγω ἐξωτερικῶν σχημάτων. Μπορεῖ νὰ κρύβεται ἡ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει κάποιος γιὰ νὰ νοιώθεις πὼς καταξιώνεσαι ὡς ἄνδρας ἢ γυναίκα. Μπορεῖ νὰ ὑποκρύπτεται ἡ ἀνάγκη γιὰ ξεπέρασμα τῆς κοινωνικῆς μοναξιᾶς. Ξεχνοῦν βέβαια πὼς τὸ ξεπέρασμα τῆς κοινωνικῆς μοναξιᾶς δὲν γιατρεύεται ἂν προσπαθεῖς νὰ τὸ ἱκανοποιήσεις διὰ τῆς «χρήσεως» κάποιου προσώπου, ἀλλὰ θεραπεύεται ἂν κατανοήσεις τὴν ἀποτυχία σου. Ἀποτυχία ποὺ ἦλθε ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὸ κλείσιμο στὸν ἑαυτὸ καὶ τὴ μὴ ἀπαντοχὴ τοῦ ἄλλου. Μόνο ὅταν καταλάβεις τὴν ἀποτυχία σου εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσεις πρὸς τὸν ἄλλον χωρὶς νὰ τὸν χρησιμοποιήσεις.
Μπορεῖ, τέλος, πίσω ἀπὸ τὸ συναίσθημα νὰ κρύβεται ἡ ἀνάγκη γιὰ «χρήση» τοῦ ἄλλου πρὸς ἱκανοποίηση σωματικῶν ἀναγκῶν. Πολλοὶ ἐνθουσιώδεις «ἔρωτες» ἔπεσαν σὰν χάρτινος πύργος ὅταν κάποτε ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο δὲν θέλησε νὰ χρησιμοποιεῖται σεξουαλικά. Ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ἄλλου γιὰ σεξουαλικὴ κατανάλωση τινάζει στὸν ἀέρα ὁποιαδήποτε μορφὴ ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Ἂν τὸ σὲξ ἔλθει ὡς καρπὸς τῆς πορείας μέσα ἀπὸ τὸ σχῆμα «ἔρωτας-γάμος» εἶναι ἀποτέλεσμα ἁγιοπνευματικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἔχει ἐλαχιστοποιήσει τὸν κίνδυνο καταναλωτικῆς προσεγγίσεως τοῦ ἄλλου προσώπου. Ἕνας σπόρος πάντα θέλει πορεία γιὰ νὰ γίνει καρπός. Μόνο τὰ ὁρμονικὰ προϊόντα ἀναπτύσσονται γρήγορα. Μόνο ποὺ εἶναι καρκινογόνα.

Ἡ πορεία μέσα ἀπὸ ἕνα σχῆμα ποὺ λέγεται σωματικὴ ἀνάγκη – σὲξ – ἱκανοποίηση καταστρέφει τὶς πτυχὲς τὶς λεπτές τοῦ συναισθηματικοῦ πεδίου τοῦ ἀνθρώπου. Λειτουργοῦν μόνο τὰ ζωώδη καὶ καταπατοῦνται τὰ ἀνθρώπινα. Διαταράσσεται ὁλόκληρη ἡ ἰσορροπία τῶν δομῶν τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ποὺ εἶναι φτιαγμένη νὰ λειτουργεῖ τὴν ἀγάπη ὡς ἔρωτα-γάμο ἁγιοπνευματικὴς δωρεᾶς.

Ἡ ψυχολογικὴ προσέγγιση
Ἐὰν οἱ τροχοὶ ἑνὸς αὐτοκινήτου δὲν ἀκολουθοῦν τὶς ὁδηγίες ποὺ δίνονται ἀπὸ τὸν ὁδηγό, τότε ἡ καταστροφὴ εἶναι σίγουρη. Ὁ συναισθηματικὸς παράγοντας, ἐὰν δὲν ἐξομαλυνθεῖ καὶ σμιλευθεῖ κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση τῶν ροπῶν τῆς ψυχῆς, τότε ἀποπροσανατολίζεται σύμφωνα μὲ τὶς προτάσεις ποὺ διαγράψαμε στὸ προηγούμενο κεφάλαιο.
Τὰ λεγόμενα συναισθήματα εἶναι ἐκφράσεις τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασμένης ἀνθρώπινης ὑποστάσεως. Ἡ ψυχή, ἐνεργοποιούμενη ἀπὸ τὴ δυναμικὴ κίνηση «ἔρωτος-γάμου» καλλιεργεῖ χαρίσματα καὶ ἐκφράσεις αἰώνιας προοπτικῆς. Αὐτὸ τὸ «αἰώνιο» δομικὸ ὑλικὸ ποὺ ζυμώνεται μέσα στὸν ἄνθρωπο ἀποτελεῖ μία ἀσφαλιστικὴ δικλείδα ἀντιμετωπίσεως τῶν διακυμάνσεων τοῦ βίου. Αὐτὸ τὸ «αἰώνιο» ὑλικὸ νικάει καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζήσει τὴν τραγωδία τῆς διαστάσεως σώματος καὶ ψυχῆς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Ἂν ἡ καλλιέργεια αὐτοῦ τοῦ δομικοῦ ὑλικοῦ δὲν γίνεται κάτω ἀπὸ σωστὲς προϋποθέσεις, διαταράσσεται, καὶ ἀκολουθεῖ ἀποσύνθεση καὶ ἐξάρθρωση ὅλων τῶν ἐπὶ μέρους ἐκδηλώσεων τῆς προσωπικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν τὰ θεμέλια εἶναι σαθρὰ ὅλο τὸ οἰκοδόμημα εἶναι ἐπικίνδυνο. Ἡ ψυχὴ ψάχνει συνέχεια ὡς τροφὴ της τὸν «ἔρωτα-γάμο». Ἡ πορεία της μέσα στὸν κόσμο εἶναι συνεχῶς ἀναγωγικὴ στὴ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Φεύγει μόνο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἔξω ἀπ’ αὐτὴν δὲν κλείνει δρόμους πρὸς τοὺς ἄλλους, δὲν διασπᾶ δεσμοὺς κοινωνικότητας. Δὲν φτιάχνει καὶ σπάζει δεσμοὺς κατ’ ἀρέσκειαν. Φτιάχνοντας καὶ σπάζοντας καὶ ἀνακατασκευάζοντας καὶ ἀνακαταστρέφοντας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργηθεῖ τὸ δομικὸ ὑλικό. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας στερεώνει τὸ δομικὸ ὑλικὸ καὶ τοῦ δίνει δυνατότητα γιὰ κοινωνικὴ ἐργασία, ποὺ σημαίνει μία συνεχῆ ἀνάπτυξη τῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δίνουν τὸ στίγμα τῆς πορείας τῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου.

Σ’ ἕνα μοντέλο προγαμιαίων σχέσεων ὅλη αὐτὴ ἡ λειτουργία τοῦ δομικοῦ ὑλικοῦ τινάζεται στὸν ἀέρα. Ἐφ’ ὅσον ὁ πλησίον ἄνδρας ἢ γυναίκα εἶναι πρὸς «χρήση», ἐφ’ ὅσον δὲν δέχεσαι νὰ προσφέρεις τὸ «δομικό σου ὑλικὸ» γιὰ νὰ μποῦν τὰ πρῶτα θεμέλια της κοινωνίας καὶ νὰ συγκροτηθεῖ ὁ πρῶτος πυρήνας κοινωνίας, ἡ οἰκογένεια, οἱ σχέσεις μὲ τὸ ἄλλο πρόσωπο εἶναι ἀντικοινωνικές, δηλαδὴ τραγικές.

Οἱ ἀλλεπάλληλες ἀλλαγὲς συντρόφων ἀφήνουν βαθειὰ ρήγματα στὸ ψυχικὸ δομικὸ ὑλικό. Ὅσο πιὸ προχωρημένη εἶναι ἡ σχέση κι ὅσο πιὸ ψευτο-ὁλοκληρωμένη εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σχῆμα ἔρωτας-γάμος, τόσο περισσότερο καταστρέφεται βάναυσα, μπορεῖ καὶ ἀνεπανόρθωτα, ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ κόσμου νὰ γίνει ἡ ἀνθρώπινη μάζα ὄντως κοινωνία. Οἱ «ὁλοκληρωμένες» σχέσεις στὸ προγαμιαῖο ἐπίπεδο εἶναι μία ἀτομικὴ βόμβα στὸ σῶμα τῆς κοινωνίας. Ἄνθρωποι μὲ κατεστραμμένο δομικὸ ὑλικὸ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ γίνουν μπροστάρηδες γιὰ κοινωνικὴ ἀναμόρφωση καὶ ἀναδόμηση. Ἡ μετάνοια βέβαια ἔχει τὴ δύναμη νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν κάνει ἀκόμη καὶ ἅγιο. Τὰ στίγματα ὅμως τῆς ἁμαρτίας ὁδηγοῦν τὸ σῶμα στὴ διάλυση «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Κι ἐδῶ ἀναφύεται τὸ θέμα τῆς βιολογικῆς προσέγγισης τοῦ ἔρωτα.

Ἡ βιολογικὴ προσέγγιση τοῦ ἔρωτα
Νὰ διατυπώσουμε ἁπλὲς σκέψεις: Τὸ σῶμα ἔχει αἰσθήσεις. Χωρὶς τὶς αἰσθήσεις δὲν θὰ ὑπῆρχε ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ περιβάλλον. Τὰ κύτταρα τῶν αἰσθήσεων ἐνεργοποιοῦν τὰ μηνύματα τοῦ ἔξω κόσμου καὶ τὰ κάνουν ὁρατές, γευστικές, ἀκουστικές, ἐπιδερμικὲς ἐμπειρίες. Τὰ κύτταρα τῆς ἁφῆς, τὰ γευστικὰ κύτταρα, τὰ ἀκουστικὰ κύτταρα κ.λπ., ἂν ὑποστοῦν μία βάναυση προσβολὴ καταστρέφονται καὶ δὲν λειτουργοῦν προσωρινὰ ἢ μερικὲς φορὲς γιὰ πάντα. Ἕνα ἔντονο φῶς μπορεῖ νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ κύτταρο τὴ δυνατότητα τῆς ὁράσεως. Ὁ ἔρωτας εἶναι καὶ μία αἴσθηση. Δὲν παύει νὰ εἶναι μία αἴσθηση, καὶ μέσα στὰ πλαίσια τῆς συζυγίας ἀνδρὸς-γυναικὸς λειτουργεῖ καὶ ὡς αἴσθηση. Ποιὸς ἀσχολήθηκε ποτὲ μὲ τὰ «ἐρωτικὰ κύτταρα»;
Ἡ ἔξω ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις «ἔρωτας-γάμος» προγαμιαία σεξουαλικὴ σχέση σύμφωνα μὲ τὶς προηγούμενες σκέψεις, ἀφοῦ θὰ καταστρέψει τὸ συναισθηματικὸ καὶ ψυχολογικὸ πεδίο, θὰ προχωρήσει καὶ στὴν καταστροφὴ τῶν ἐρωτικῶν κυττάρων. Ἡ ἀποσπασματικὴ χρήση τοῦ σὲξ ὡς βιολογικῆς ἀνάγκης διαλύει σίγουρα τὰ ἐρωτικὰ κύτταρα. Ἂν χρησιμοποιήσω τὰ κουπιὰ μιᾶς βάρκας γιὰ νὰ παίξω τέννις στὴν παραλία, τὰ κουπιὰ θὰ εἶναι σπασμένα ὅταν θὰ ἔρθει ἡ ὥρα νὰ λειτουργήσουν στὸ φυσικό τους περιβάλλον στὴν ἰσορροπία νεροῦ-βάρκας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν εὔκολα μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ ἀνικανοποίητου σεξουαλικὰ Δὸν Ζουάν. Ὅσες περισσότερες σχέσεις, τόσο περισσότερα κατεστραμμένα «ἐρωτικὰ κύτταρα», τόσο μεγαλύτερη ἀδυναμία γιὰ ἐρωτικὴ σεξουαλικὴ σχέση.

Οἱ «εἰδικοὶ» σεξολόγοι θὰ πρέπει νὰ λάβουν ὑπ΄ ὄψιν σοβαρὰ τὸν παράγοντα αὐτὸν ἂν θέλουν νὰ βοηθήσουν τοὺς «πελάτες» τους. Ἕνας στομαχολόγος ποτὲ δὲν θὰ προτείνει φαγητὰ μὲ καρυκεύματα στὸν ἀσθενῆ του. Ἀπορῶ γιατί ἕνας σεξολόγος προτείνει περισσότερο σὲξ στὸν ἐρωτικὰ ἀνικανοποίητο «πελάτη» του. Φυσικὰ τὴ λύση δὲν τὴν περιμένουμε ἀπὸ τὸ Βιάγκρα. Μὲ χάπια δὲν φτιάχνεται ἔρωτας. Τὸ μόνο ποὺ φτιάχνεται, σίγουρα, μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἱκανοποίηση πὼς ὁ ἀσθενὴς τὰ κατάφερε. Κι ἔτσι ξαναπαίζει τὸ παιχνίδι τῆς καταστροφῆς. Τὰ κατάφερε σημαίνει πὼς μπόρεσε ν’ ἀποδείξει πὼς εἶναι ἄνδρας. Ἄρα μπόρεσε νὰ ἐκφράσει τὴ δύναμή του. Δηλαδή, ἀπέδειξε τὸν κατακτητικὸ ἐγωισμό του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἔρχεται ὡς φαῦλος κύκλος.

Ὁ ἐγωισμὸς σπάει τὴ σχέση τῶν προσώπων. Τὰ συναισθήματα δὲν ὑπάρχουν ἐφ’ ὅσον πρέπει νὰ καταξιωθεῖς. Τὸ «δομικὸ ὑλικό» τῆς ψυχῆς καταστρέφεται περισσότερο. Τότε καὶ μόνο τότε μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβει τὸ λόγο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν πρότασή της γιὰ ἀποφυγὴ προγαμιαίων σχέσεων. Εἶναι μία πρόταση ποὺ ὄχι μόνο δὲν βδελύσσεται τὸν ἔρωτα, ἀλλὰ ἀντίθετα θέλει νὰ τὸν διασώσει καὶ ν’ ἀναδείξει τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ ὄντως ἐρωτικὸ πλάσμα ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἕνα πλάσμα ποὺ ἀγαπάει τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐναρμονίζει τὶς ἐσωτερικές του λειτουργίες μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα πλάσμα ποὺ ζεῖ ἕνα καὶ μοναδικὸ γάμο ὡς ἑνότητα μὲ τὸ Χριστό, κι ἐκεῖ μέσα ἐντάσσει τὸ γάμο μὲ τὸ ἄλλο φύλο, τὸ γάμο μὲ τὴν ἄσκηση, τὸ γάμο μὲ τὸ μοναχισμό. Ὁ Χριστιανὸς ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι προγαμιαῖος. Βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς ζωῆς καὶ γι’ αὐτὸ στὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ γάμου μὲ τὸ Χριστό.

Ὁ μεταγαμιαῖος ἄνθρωπος
Χωρὶς αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, οἱ προγαμιαῖες σχέσεις εἶναι ἀδύνατες ὡς κατάσταση ζωῆς, ἀλλὰ δυνατὲς μόνο ὡς κατάσταση ἀσθένειας.
Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς τὸ προγαμιαῖο θὰ ἀπογοητεύσει σύντομα τὸν ἄνθρωπο καὶ στὸ τέλος θὰ προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του σὲ δρώμενα ἔξω ἀπὸ τὸ γάμο. Τότε μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ μεταγαμιαῖο ἄνθρωπο, ποὺ ψάχνει κάπου ἀλλοῦ τὴν εὐτυχία του στὰ πέρα ἀπὸ τὸ γάμο. Ἀλλὰ ὁ γάμος παραμένει ἕνα ἀξεπέραστο γεγονὸς ὡς σχέση μὲ τὸ Χριστό, μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ὅπως δὲν ὑπάρχει οὔτε προεκκλησιαστικὴ καὶ μετεκκλησιαστικὴ ἐποχή, ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει οὔτε προγαμιαῖος οὔτε μεταγαμιαῖος δεσμός.

ΠΗΓΗ.ΡΩΜΑΙΪΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

Πρωτοπρ. π. Θωμᾶς Βαμβίνης – Δηλητηριῶδες «ψυχοθεραπευτικό ὑλικό»

Φωτογραφία για Πρωτοπρ. π. Θωμᾶς Βαμβίνης - Δηλητηριῶδες «ψυχοθεραπευτικό ὑλικό»

 Θα καταγράψουμε κάποιες παρατηρήσεις μέ ἀφορμή τρία κείμενα. Τό ἕνα προέρχεται ἀπό τό «Ἡμερολόγιο» τοῦ Γ. Σεφέρη (Μέρες, τόμος Θ΄), τό ἄλλο ἀπό μιά ὁμιλία τοῦ Ἴρβιν Γιάλομ μέ τίτλο «Θρησκεία καί Ψυχιατρική» καί τό τρίτο ἀπό τό βιβλίο «Τό μυστήριο τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς» τοῦ Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ.

Μέσα σ’ αὐτά τά κείμενα φαίνεται καθαρά τό πῶς λειτουργεῖ ἡ ὑποκρισία συνδεδεμένη μέ τήν φιλαυτία καί τήν ὑπερηφάνεια, στό πεδίο τῆς κοσμικῆς ζωῆς, ἀλλά καί στά πρῶτα βήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, κάποιων ἀνώριμων Χριστιανῶν.

Τό περίεργο εἶναι ὅτι κείμενα πού δομήθηκαν μέ κίβδηλα «πνευματικά ὑλικά», μέ πολύ ψέμα καί ὑποκρισία, θεωροῦνται ἀπό ὁρισμένους στοχαστές καί ψυχοθεραπευτές ὡς ψυχοθεραπευτικά φάρμακα, πράγμα ἀδιανόητο γιά τούς Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Γνωρίζουν οἱ ποιμένες καί θεραπευτές τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας ὅτι «ὁ εἰς τόν βίον αὐτοῦ ψευδόμενος», δηλαδή ὁ ὑποκριτής, ὡς πνευματικά ἀσθενής, καταστρέφει τόν ἑαυτό του, ἀλλά δυσχεραίνει καί τήν εἴσοδο στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας πολλῶν ἄλλων. Ὅ,τι παράγει (λόγος, συγγραφή, κοινωνικό ἔργο) εἶναι ἔκθετο σέ πνευματικούς ἐπιμολυσμούς. Καί τό καλό πού κάνει, ἐν τέλει, δέν τό κάνει καλά. Ἄλλωστε, μέ ψέματα δέν θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος, οὔτε ποιμαίνεται ὁ λαός τῆς Ἐκκλησίας.

Ἄς ἔλθουμε ὅμως στά τρία κείμενα πού προαναφέραμε. Εἰσαγωγικά πρέπει νά σημειωθῇ ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μέ καλλιέργεια, ὄχι ὑποχρεωτικά πνευματική μέ τήν ὀρθόδοξη χριστιανική ἔννοια τοῦ ὅρου, ὁπωσδήποτε ὅμως μέ διανοητική, αἰσθητική καί γλωσσική, ὅπως ἦταν ὁ Γ. Σεφέρης, καταλαβαίνει εὔκολα τόν κούφιο λόγο, τόν κίβδηλο, αὐτόν πού εἶναι ἐμποτισμένος ἀπό τό ψέμα, τήν ὑποκρισία, τήν ὑπεροψία. Βλέπει καθαρά τόν ὑποκρινόμενο συγγραφέα νά παίρνῃ μέσα στά κείμενά του διάφορες θεατρικές «πόζες» γιά νά ἐντυπωσιάσῃ τούς ἀνυποψίαστους ἀναγνῶστες του, μέ στόχο νά προσελκύσῃ στό δίχτυ του ὅλους τούς ἀνήμπορους νά ἀντέξουν τήν τραγικότητα τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἐπικύρωση τῶν παθῶν τους καί διαφυγή σέ χαρά χωρίς εὐθύνη καί χωρίς καυστικό καί φωτιστικό θεολογικό νόημα.

Πρίν ἀπό κάποιες δεκαετίες ἐπιχειρώντας ἀνάγνωση κειμένων τοῦ Ν. Καζαντζάκη ὀρθώθηκε μπροστά μας σάν τοῖχος ἡ τραχιά ἀνειλικρίνεια τοῦ λόγου του, ἡ ἐπιτηδευμένη ἔκφραση, ἡ χωρίς αἰτία φανταχτερή διατύπωση. Τό νιώσαμε σάν ἕνα χοντρό καί πολύκλωνο ψέμα πού παρενοχλοῦσε τήν γλωσσική αἰσθητική μας, χωρίς νά ὑπάρχῃ στό ἐν λόγῳ κείμενο τίποτε ἀπό τά γνωστά ἀνίερα καί βέβηλα γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδή ὅμως ἡ γλώσσα δέν ἦταν εἰδικότητά μας δέν τολμούσαμε νά ἰσχυριστοῦμε τά παραπάνω δημοσίως, ἀφοῦ δέν αἰσθανόμασταν φιλολογικά ἐπαρκεῖς γιά νά ὑποστηρίξουμε αὐτήν τήν αἴσθηση. Ἔτσι βιώσαμε ἕνα εἶδος μοναξιᾶς, ἀφοῦ διθύραμβοι γιά τόν δυνατό λόγο τοῦ Καζαντζάκη ἀκούγονταν ἀκόμη καί ἀπό αὐτούς πού διαφωνοῦσαν ριζικά μέ τίς αἱρετικές καί βλάσφημες ἀπόψεις του γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ἦλθε ὅμως, αὐτές τίς μέρες, στό φῶς τῆς δημοσιότητας ὁ τελευταῖος τόμος ἀπό τό «Ἡμερολόγιο» τοῦ Γιώργου Σεφέρη μέ τίτλο «Μέρες, τόμος Θ΄».

Ἐκεῖ διαβάζουμε: «Κυριακή, 21 Μάρτη 1965. Χτές εἴδαμε τό Ζορμπά, τό φίλμ τοῦ Κακογιάννη– Καζαντζάκη. Μέ δηλητηρίασε ὅλη νύχτα καί σήμερα πρωί. Ὄχι ἀπό συναίσθημα ἐθνικῆς προσβολῆς, πού ὕστερα ἀπό βροντερές τυμπανοκρουσίες καί παρασημοφορίες γιά τήν πρεμιέρα του στό Παρίσι, ἀνακαλύπτουν τώρα οἱ Ἕλληνες χωρίς νά ᾿χουν τό θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσουν τήν πραγματικότητα. Ἀλλά γιά τήν ἀνυπόφορη ἀναισθησία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ Καζαντζάκη, πού νομίζει πώς εἶναι εὐαίσθητος, πού νομίζει πώς εἶναι ἐρευνητής τῆς ἀλήθειας γιά νά μήν πῶ φιλόσοφος. Δέ μέ πειράζει ὁ σκοτωμός τῆς χήρας – οὔτε τό πλιάτσικο στό σπίτι τῆς ἑτοιμοθάνατης Ὀρτάνς. Ὅλα μπορεῖ νά τά πεῖ κανείς. Ἄν ἕνα χωριό στήν Κρήτη ἦταν κάποτε βάρβαρο, ἦταν βάρβαρο· ποιός δέν ἦταν βάρβαρος κάποτε – ὅλα μπορεῖ νά τά πεῖ κανείς – ἀλλά σ΄ ἕνα ἔργο πού διεκδικεῖ τήν ἀνθρωπιά τό θέμα δέν εἶναι ἐκεῖ».

Εἶναι σαφές ὅτι ὁ Γ. Σεφέρης αἰσθάνθηκε «ἐθνικά προσβεβλημένος» ἀπό τό ἔργο πού εἶδε, ἀλλά αὐτό τό αἴσθημα ἐπισκιάσθηκε ἀπό «τήν ἀνυπόφορη ἀναισθησία» τοῦ Καζαντζάκη, πού αὐτοπροβάλλεται εὐαίσθητος, ἐρευνητής τῆς ἀλήθειας ἤ ἀκόμη φιλόσοφος. Τόν δηλητηρίασε τό ψεύτικο, πού προβάλλεται μέ σκοπιμότητα, ἀλλά καί ἡ ἔλλειψη κριτικοῦ θάρρους τῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι σέ τέτοιες σκοπιμότητες. Συνεχίζει ὁ Σεφέρης στό «Ἡμερολόγιό» του: «Τό θέμα εἶναι πῶς ἐξαγοράζει κανείς αὐτά πού γράφει κι ἄν δέν τά λέει στό βρόντο. Ψεύτικη γλώσσα, ψεύτικες πόζες, ἀπομιμήσεις αἰσθημάτων μοῦ φαίνεται εἶναι ὁ Καζαντζάκης. Καί δέ βρέθηκε ἄνθρωπος νά τόν κρίνει, τόσα χρόνια πού ἁλωνίζει ἀνάμεσό μας. Ἔχω τήν ἐντύπωση πώς εἴμαστε συνηθισμένοι στήν ψευτιά χρόνια καί αἰῶνες. Μᾶς ἀρέσει. Δέν ἔχουμε δύναμη ν’ ἀντιδράσουμε» (σελ.94-95).

Πικρές διαπιστώσεις, ὅμως ἀληθινές. «Ἁλωνίζει ἀνάμεσό μας», γράφει ὁ Σεφέρης, μέ «ψεύτικη γλώσσα, ψεύτικες πόζες, ἀπομιμήσεις αἰσθημάτων», χωρίς νά βρίσκεται «ἄνθρωπος νά τόν κρίνει». Αὐτό τόν ὁδηγεῖ στήν πικρότερη διαπίστωση: «εἴμαστε συνηθισμένοι στήν ψευτιά χρόνια καί αἰῶνες. Μᾶς ἀρέσει. Δέν ἔχουμε δύναμη ν’ ἀντιδράσουμε».

Αὐτή ἡ ψευτιά, πού μᾶς ἀρέσει, καί οἱ ἀπομιμήσεις αἰσθημάτων, εἶναι γιά τόν ψυχοθεραπευτή καί συγγραφέα Ἴρβιν Γιάλομ, χρήσιμο ὑλικό γιά τούς ψυχοθεραπευτές. Στό δοκίμιό του «Θρησκεία καί ψυχιατρική» καταλήγει μέ ἀναφορά στόν Ν. Καζαντζάκη. Γράφει: «Οἱ ψυχοθεραπευτές ἔχουν νά μάθουν πολλά ἀπό τόν Νίκο Καζαντζάκη, τόν συγγραφέα τόσων δοξαστικῶν γιά τή ζωή ἔργων, ὅπως ὁ Ζορμπάς καί Ὁ Χριστός ξανασταυρώνεται. Ὁ Καζαντζάκης ἦταν, ὅπως ὁ Νίτσε, ἕνας ἀντιθρησκευτικός θρηκευόμενος καί ὁ τάφος του […] φέρει τήν ἐπιγραφή «Δέν ἐλπίζω τίποτα, δέν φοβᾶμαι τίποτα, εἶμαι λεύτερος». Μ’ ἀρέσει πολύ ἡ φράση του στήν Ἀναφορά στόν Γκρέκο: “Νά μήν ἀφήσω στό Χάρο τίποτα νά μοῦ πάρει – μονάχα λίγα κόκαλα”. Εἶναι ἕνας καλός ὁδηγός γιά τή ζωή μας – καί γιά τό ἔργο μας στήν ψυχοθεραπεία».

Καλός ὁδηγός γιά τήν ζωή μας, κατά τόν Γιάλομ, εἶναι τό ψέμα πού διαποτίζει τήν γλώσσα, τίς λογοτεχνικές πόζες, τίς ἐπιτηδευμένες ἀποτυπώσεις αἰσθημάτων, πού εἶναι κατά τόν Γ. Σεφέρη ὅλος ὁ Καζαντζάκης, ὁ ὁποῖος «τήν ἀνυπόφορη ἀναισθησία» τήν νομίζει εὐαισθησία. Μέ αὐτήν τήν ἄποψη πού διατυπώνει ὁ Γιάλομ, ἐπιβεβαιώνει τήν παρατήρηση τοῦ Γ. Σεφέρη, ὅτι «εἴμαστε συνηθισμένοι στήν ψευτιά χρόνια καί αἰῶνες. Μᾶς ἀρέσει» καί ὅτι «δέν ἔχουμε δύναμη ν’ ἀντιδράσουμε». Ὁ Γιάλομ βρίσκει θεραπευτική τήν σχηματοποίηση τῆς ψευτιᾶς σέ ἄποψη «δοξαστική γιά τήν ζωή». Θεωρεῖ, μέ λίγα λόγια, θεραπευτικό τό ψέμα. Μιά ὑπαρξιακή ψυχοθεραπεία, χωρίς θεολογικό θεμέλιο, χωρίς ἐμπειρικά ἐπιβεβαιούμενη πίστη, εἶναι φυσικό νά ζητᾶ θεραπευτικό ὑλικό σέ ἀνυπόστατες φαντασίες. Μιά τέτοια «θεραπεία» ὅμως εἶναι ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου.

Ἄς περάσουμε ὅμως στό κλίμα τῆς «Ὀρθόδοξης Ψυχοθεραπείας» καί ἄς ἀπολαύσουμε τόν ἁπλό καί βαθύ λόγο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, πού ἀποστρέφεται τήν ἐπίδειξη καί τό ψέμα καί μᾶς ἐπισημαίνει τόν τρόπο διολίσθησης τοῦ εὐλαβοῦς ἀρχάριου Χριστιανοῦ, ἀπό ἀνωριμότητα, στήν ὑποκρισία. Γράφει: «Ἡ γνήσια χριστιανική ζωή εἶναι κατά τήν φύση της ἀφανής, διακριτική, συνεσταλμένη, μυστική, καί ἐμβαθύνει διαρκῶς ἡ ἴδια στόν ἑαυτό της. Αὐτή ὅμως ἡ ἐσωτερική αὐταπόκρυψη, ἡ ἀναζήτηση τοῦ “κρυπτοῦ”, […] στήν πλειονότητα τῶν ἀρχαρίων τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἐμφανίζεται ἐξωτερικά σέ ὅλη τήν συμπεριφορά τους μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο. Ἡ συμπεριφορά αὐτή στήν ἀνόθευτη εὐσέβεια θά εἶναι πάντοτε εὐπρεπής, γι’ αὐτό καί σέ πολλούς διεγείρει θαυμασμό, πού αὐτοί ἐκδηλώνουν πρός τόν ἀθλητή τῆς εὐσεβείας. Ὁ τελευταῖος ἀκούοντας τούς ἐπαίνους γιά τήν εὐλάβειά του, πρίν ἀκόμη νικήσει μέσα του τά πάθη, ὑποβάλλεται σέ μεγάλο πειρασμό καί ἀρχίζει νά συμπεριφέρεται “εὐσεβῶς”, ἀλλά πλέον μέ κενοδοξία. Σύν τῷ χρόνῳ, ὅταν ἡ χάρη τόν ἐγκαταλείψει ἐξαιτίας τῆς κενοδοξίας, θά ἐξακολουθεῖ νά συμπεριφέρεται ἐξωτερικά σάν νά ἦταν πραγματικά εὐσεβής, ἀλλά τότε ἐμφανίζεται σέ αὐτόν ἰδιαίτερη πνευματική πονηρία, γνωστή μέ τό ὄνομα ὑποκρισία. Αὐτή μέ τήν ἀνοησία της εἶναι τόσο ἀποκρουστική στούς ἀνθρώπους, ὥστε τούς ἀπωθεῖ ἀπό τήν πίστη» (σελ.284).

Ἡ ἀνοησία αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἀρρώστιας δέν θεραπεύεται μέ τά κείμενα πού προτείνει ὁ Γιάλομ. Μ’ αὐτά παγιώνεται. Στήν θεραπεία της ἀντενδείκνυνται οἱ ἐπιδεικτικές «πόζες» καί οἱ «ἀπομιμήσεις αἰσθημάτων». Ὅλα αὐτά εἶναι ἀποκρουστικά. Ἡ ὑποκρισία ὡς «ἰδιαίτερη πνευματική πονηρία», πρέπει νά χειρουργηθῇ, νά ἀποκοπῇ ἀπό τήν ψυχή, σάν κάτι τό σάπιο καί μολυσματικό. Δηλαδή, τό θεραπευτικό ὑλικό τοῦ Γιάλομ εἶναι φορέας μολυσματικῶν ἀσθενειῶν γιά τόν ἁπλό καί ἀνόθευτο στό ἦθος ἄνθρωπο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως. Ἐν προκειμένῳ, τό φάρμακο τῆς ὑπαρξιακῆς ψυχοθεραπείας εἶναι δηλητήριο γιά τήν «ἐν Πνεύματι θεραπευτική ἐπιστήμη», ἡ ὁποία θεραπεύει μέ τό καθαρό καί διακριτικό φῶς τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλύψεως.–

Πηγή: parembasis.gr

ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΥΝΕΙΡΜΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΣΤΟ ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ

ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ…

ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ...

Πολύς λόγος γίνεται, ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, για την προσευχή στα σχολεία, για την αντικατάσταση του «Πάτερ ημών» με άλλα αυτοσχέδια ή ήδη υπάρχοντα ποιήματα (π.χ. Γιάννη Ρίτσου), για την αναγκαιότητά της ή όχι. Πολλοί ακόμη εκθρονίζουν τον Θεό Πατέρα από τον ουράνιο θρόνο του και μεταθέτουν την πατρική επίκληση σε πρόσωπα της γης (Μπολιβάρ, Τσάβες, Κάστρο), φέρνοντας στη μνήμη το ποίημα του Γ. Βερίτη, που συνοψίζει τη στάση των υιών της αποστασίας και της αρνήσεως: «Δεν θα σε πούμε πια πατέρα…»1.

Σε μια εποχή μάλιστα, όπως η σημερινή, που η αυθεντία του πατέρα δέχεται καίρια πλήγματα και πολλοί των Ελλήνων αισθάνονται ότι «δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι»2, οι Χριστιανοί τολμούμε, ακολουθώντας την προτροπή του Ιησού, να αναφερόμαστε στον Θεό σαν σε Πατέρα (Κυριακή προσευχή). Άλλωστε και οι συμμετέχοντες στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο επίσκοποι πιστεύουν εις ένα Θεό Πατέρα. Όλοι οι άλλοι χαρακτηρισμοί έπονται στο Σύμβολο της Πίστεως. Ο πατέρας αυτός βρίσκεται στους ουρανούς, ο εν τοις ουρανοίς. Θέλει να δηλώσει ότι δεν είναι σαν ένας από εμάς. Είναι διαφορετικός. Διαχωρίζεται για να μας βεβαιώσει ότι είναι όλως άλλος. Όπου κι αν πορευτούμε τον συναντάμε, είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Ταυτόχρονα, δεν είναι μόνο πατέρας μου, είναι πατέρας μας. Δεν είναι αποκλειστικά και μόνο δικός μου. Είναι δικός μας. Αυτό το ημών μας βάζει σε κοινωνία. Κοινωνούμε με τους άλλους και ούτε στιγμή να σκεφτούμε ότι είμαστε μόνοι, δηλαδή, απομονωμένοι, κι αν αισθανόμαστε μόνοι, σημαίνει ότι ξεχνάμε την υπάρχουσα κοινωνία και παίρνουμε τις αποστάσεις μας. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονούμε ότι αυτός ο πληθυντικός μας ακολουθεί σε όλα τα αιτήματα, που έπονται στην Κυριακή προσευχή. Τον άρτον ημών δος ημίν, αφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς τοις οφειλέταις ημών, μη εισενέγκης ημάς, αλλά ρύσαι ημάς. Αρκούν αυτά τα ολίγα ως προς το «κοινωνικόν» μέρος της προσευχής.

Εκεί που θέλω να εστιάσω, είναι στα αιτήματα που ο Ιησούς μας οδηγεί να θέσουμε σ’ αυτόν τον Θεό Πατέρα μας. Μπορεί να ζητάμε και τα επτά καθημερινά; Δεν είναι πολλά; Μήπως διασπάται η προσοχή μας και χρειάζεται κάποιος επιμερισμός; Σίγουρα και τα επτά έχουν μια πληρότητα. Και των επτά έχομεν χρείαν. Σκέπτομαι, όμως, αυτήν την εβδομάδα των αιτημάτων να την εφημεροποιήσουμε καθ’όλην την εβδομάδα: ένα αίτημα για κάθε ημέρα3.

Ιστολόγιο πρωτ. π. Δημητρίου Αθανασίου.


Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από την Κυριακή με το πρώτο μας αίτημα.

Αγιασθήτω το όνομά σου

Το όνομα του Θεού γνωρίζουμε ότι δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί. Μεγάλη διαπάλη στην Παλαιά Διαθήκη για το όνομα του Θεού. Όποιο όνομα κι αν του δοθεί, το σημαίνον υποκρύπτει το σημαινόμενο. Σημασία δεν έχει το όνομα, αλλά η πράξη του αγιασμού. Αγιάζω σημαίνει κυρίως ξεχωρίζω. Έχουμε συναίσθηση ότι ο Θεός  είναι κάτι το ξεχωριστό; Έχουμε συναίσθηση αυτής της διαφορετικότητας, όσο κι αν μας δημιούργησε σύμφωνα με την εικόνα του, για να του μοιάσουμε; Όσο κι αν μας αποκαλεί φίλους του, ότι δεν είμαστε «φιλαράκια»; Αυτός ο αγιασμός του ονόματος σημαίνει ότι έχω συναίσθηση ότι παρά την εγγύτητα, τηρούμε τις αποστάσεις. Δεν ξεθαρεύουμε ούτε λεπτό για να δειχτούμε ασεβείς. Σέβομαι, λοιπόν, αυτόν τον Θεό. Δεν τον καλώ επί ματαίω, για ψύλλου πήδημα. Παρά την οικειότητα που αισθάνομαι, γνωρίζω την καταγωγή μου. Τιμώ το όνομα που φέρω «Χριστιανός», με ανάλογη συμπεριφορά για να μην δυσφημισθεί το όνομα του Θεού στον κόσμο, από τότε που μου το έδωσαν, στο βάπτισμα, έως τα τέλη της ζωής μου, να τα τηρήσω Χριστιανά.
Ελθέτω η Βασιλεία σου

Δεύτερο αίτημα για τη δεύτερη ημέρα της εβδομάδας (Δευτέρα). Επιθυμία μου είναι να εύχομαι να έλθει η Βασιλεία Του. Ο τρόπος, δηλαδή, που θέλουμε να βασιλεύει, να είναι δηλαδή ο μόνος Δεσπότης, ο Κύριος της Οικουμένης. Να μην κυριαρχεί κανένας άλλος σε εμάς, στους άλλους, στον κόσμο άπαντα. Να είναι ο μοναδικός Κυβερνήτης σε εμάς και στους κόσμους, στη ζωή μας και παντού4. Αυτός ο ερχομός της Βασιλείας Του έχει σχέση με το τρίτο αίτημα, με την τρίτη ημέρα της εβδομάδας, την Τρίτη.
Γενηθήτω τω θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γής

Το θέλημα του Θεού, η αγαθή του βούληση είναι αυτό που πρέπει να γίνεται, όχι να κάνουμε το δικό μας (θέλημα). Και γνωρίζουμε ότι στον ουρανό γίνεται, γιατί οι Άγγελοι υπακούουν. Όσοι εξέπεσαν, εξέπεσαν. Οι εναπομείναντες, οι περισσότεροι, υπακούουν και ανταποκρίνονται στο πρόσταγμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ: «πρόσχωμεν»· οι άλλοι ας πρόσεχαν… Από εμάς αναμένεται η προσοχή μας στην τήρηση του θελήματος του Θεού. Δεν είναι μια απρόσωπη διαδικασία, ένα πρόσταγμα: γενηθήτω (πες το κι έγινε). Χρειάζεται το δικό μας θέλημα να συν-ταχθεί με το δικό Του. Χρειαζόμαστε τη δική Του ενίσχυση και την προσωπική μας συμμετοχή. Διπλό γενηθήτω: Του Θεού, που προστάζει και το δικό μας (προσ)ευχητικό γενηθήτω, ως επίκληση, παράκληση, δέηση.
Τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον

Το τέταρτο αίτημα, της Τετάρτης, αναφέρεται συνεκδοχικά στα καθημερινά απαραίτητα για να ζήσει κανείς. Αρκείται ο αιτών στα ολίγα. Γνωρίζει πως είναι αναγκαία. Τα ζητάει, λοιπόν, σήμερα. Όχι αύριο. Παρ’ όλο ότι πολλοί τον επιούσιον το εκλαμβάνουν ως τον άρτον της επιούσης ημέρας. Σήμερα τη βγάλαμε όπως όπως, ας μεριμνήσουμε και για την αυριανή… δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Κυριολεκτεί το κείμενο. Θέλει την απόλυτη εμπιστοσύνη σ΄ αυτόν τον Πατέρα τον Επουράνιο, που για να χορτάσει τα παιδιά του στην έρημο στέλνει το μάνα εξ’ ουρανού κάθε ημέρα.
Και αφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών

Την Πέμπτη εισάγουμε το πέμπτο αίτημα. Γνωρίζουμε όλοι ότι χρωστάμε, ότι είμαστε οφειλέτες. Χρειαζόμαστε λοιπόν την απάλειψη των χρεών μας. Γνωρίζουμε από άλλες ευκαιρίες, πόσο αδυσώπητος είναι ο Κύριος, στον οποίο κάποιοι χρεωστούν (βλ. Ματθαίου 18,23-35, πρβλ.18,15-22).

Προσπίπτουμε λοιπόν και ζητάμε το έλεός του, να μας χαρίσει αυτά που του οφείλουμε, προσθέτοντας να μας τα χαρίσει στο μέτρο που (ως και) εμείς χαριζόμαστε σε αυτούς που μας οφείλουν. Δεν είναι μια εφαρμογή του do et des (δίνω για να δώσεις). Είναι μια συμ-μετοχή στην ελεήμονα καρδία του Ιησού, που επίγραμμά της έχει το εβδομηκοντάκις επτά (εβδομήντα φορές επτά). Αναγνωρίζουμε ότι ή είμαστε χρεώστες ή ότι μας χρωστάνε. Εμείς παραγράφουμε τα χρέη εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή αφού μας το ζητήσουν; Φαίνεται, ότι παρά το ποιμαντικό τακτ  που πρέπει να μας διακρίνει, για λόγους δικαιοσύνης οφείλουμε, όταν σφάλει απέναντί μας ο αδελφός μας, να τον επιπλήξουμε χωρίς να είναι άλλος μπροστά (Ματθαίου 18,15). Στη συνέχεια υπάρχει κάποια διαδικασία διαδοχικών προσεγγίσεων.

Χρειάζεται, όμως, πάντα μια επιμελής και ορθή ανάγνωση της Κυριακής Προσευχής, γιατί στο σημείο αυτό, του πέμπτου αιτήματος, κάποιος διάβασε «και άφες ημίν τα οφελήματα (sic) ημών». Δηλαδή, άφησέ μας, παραχώρησέ μας τα ωφελήματά μας, τα κέρδη μας, μη μας τα παίρνεις πίσω. Βέβαια, το ως και ημείς πάει περίπατο, γιατί των άλλων παραμένουν οφειλήματα που μας χρωστούν.
Την Παρασκευή έρχεται το επόμενο έκτο αίτημα:

Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν

Και μη μας αφήσεις να πέσουμε σε πειρασμό. Πολλοί εκλαμβάνουμε αυτό το αίτημα σαν ο Θεός να ήταν ο πειράζων σε διάφορες καταστάσεις της ζωής μας, για να αποδείξουμε πόσο πιστοί είμαστε στο θέλημά Του, όταν όλα μας έρχονται ανάποδα. Εδώ, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’όψη την προειδοποίηση του Ιακώβου 1,12-13: «Μηδείς πειραζόμενος λεγέτω ότι από Θεού πειράζομαι· ο γαρ Θεός απείραστος εστίν κακών, πειράζει δε αυτός ουδένα».

Στην ουσία πρόκειται για κάτι διαφορετικό. Ο πειρασμός, για τον οποίο γίνεται λόγος, φαίνεται να είναι κάτι άλλο. Τη στιγμή των δοκιμασιών να μη χάσουμε την εμπιστοσύνη μας στο Θεό. Να Τον εκπειράσουμε, δηλαδή, αμφιβάλλοντας γι’ Αυτόν. Για την παρουσία Του δηλαδή κοντά μας, «ει έστιν Κύριος εν ημίν ή ου;» (Εξόδου 17,7). Όλοι μας καλοπροαίρετα νομίζουμε ότι οι περί ων ο λόγος πειρασμοί αναφέρονται στο ηθικό κακό: πειρασμοί του ψεύδους, της πορνείας κ.τ.τ. Μήπως, όμως, αναφέρονται σε κάτι τοπικό, σε ένα τόπο; Εδώ είναι καλό να θυμηθούμε ένα περιστατικό από το 17ο κεφάλαιο του βιβλίου της εξόδου της Παλαιάς Διαθήκης (στίχοι 1-7).

Πιο συγκεκριμένα, φτάνει η στιγμή που πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ μετακινήθηκε από την έρημο Σιν στην περιοχή Ραφιδίν, που σημαίνει στα Εβραϊκά ανάπαυση, εμπιστοσύνη στον Θεό. Αυτός ο τόπος όμως, λόγω της λειψυδρίας γίνεται τόπος πειρασμού και λοιδορήσεως του Θεού (μασά στα Εβραϊκά). Απευθυνόμαστε, λοιπόν, στον Θεό Πατέρα παρακαλώντας Τον, από την αμφιβολία για την παρουσία Του κοντά μας, να μας οδηγεί στην κατάπαυσή Του, σε τόπο Αναπαύσεως, γιατί, γνωρίζουμε, ότι «η αμφιβολία φέρνει την ξηρασία»5. Εξ ου και το έκτο αίτημα: «και μη μας αφήσεις να πέσουμε σε πειρασμό».
Το αίτημα συμπληρώνεται με την παράκληση:

αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού

(αλλά γλύτωσε μας από το πονηρό). Έτσι, φθάνουμε στο Σάββατο με το έβδομο αίτημα. Ο ίδιος ο Κύριος είχε αντιμετωπίσει προσωπικά τον Διάβολο -περί αυτού πρόκειται- σε ποικίλες περιστάσεις στη ζωή Του (πειρασμοί στην έρημο, Πάθος και αλλού). Μας καθιστά σαφές ότι έχουμε έναν αντίπαλο στην ιστορία της σωτηρίας μας. Μόνοι μας δεν μπορούμε να γλυτώσουμε από εκείνον, παρά μόνον από Εκείνον που τον ενίκησε κατά κράτος και ευαρέστησε στον Πατέρα. Ο διάβολος είναι εκείνος που αντιδικεί μαζί μας, στήνοντας συνεχώς παγίδες για να μας παγιδεύει, με πρώτη την παγίδα της αμφιβολίας για την ύπαρξή του. Η δική μας η επιλογή κρίνει τα πάντα: με τον Χριστό ή με τον Διάβολο; Με τον Χριστό, που είναι ο Αντιφωνητής και βρίσκει πάντοτε μια δικαιολογία για να μην καταδικαστούμε; Με τον δημόσιο κατήγορο ή με τον συνήγορο υπερασπίσεως;

Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να κάνουμε μια θετική σκέψη -όπως συνηθίζουν σήμερα όλοι να μας προτρέπουν- και να ακολουθούμε τον δρόμο όχι του φόβου (του Διαβόλου), αλλά της αγάπης (του Θεού) και για να μεταλλάξουμε μια γνωστή διαφήμιση που κυκλοφορεί κατά κόρον θυμίζουμε μια επιγραμματική φράση του Γέροντα, Οσίου πλέον, Πορφυρίου: «άσε την κόλαση, πιάσε τον Παράδεισο». Αυτός τελικά είναι ο στόχος μας, όταν επικαλούμεθα την βοήθεια του Θεού Πατέρα, να μας γλυτώσει από τον πονηρό.

Μετά από όλα αυτά τα επτά αιτήματα -ένα για κάθε ημέρα της εβδομάδας όπως εισηγούμεθα- ο Κύριος στην προσευχή που μας δίδαξε καταλήγει συνοψίζοντας τον λόγο, τους λόγους για τους οποίους απευθυνόμαστε στον Πατέρα μας:

«Γιατί σ’ εσένα ανήκει παντοτινά η βασιλεία, η δύναμη και η δόξα. Αμήν».

Είμαστε σε καλά χέρια… Δόξα τω Θεώ!

Αρκεί να είμαστε άξιοι αυτής της υιότητας: από μόνοι μας δεν είναι δυνατό να το επιτύχουμε. Γι΄ αυτό και πριν από την απαγγελία της Κυριακής Προσευχής, της ενταγμένης στη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας μας (Θ. Λειτουργία), ο λειτουργός-ιερέας, εκπροσωπώντας όλους μας, δέεται εκφώνως να μας καταστήσει ο Χριστός αξίους να τολμήσουμε να ονομάσουμε με παρρησία και χωρίς φόβο κατακρίσεως τον επουράνιον Θεόν Πατέρα, όπως ο ίδιος μας είχε διδάξει:

«Και καταξίωσον ημάς, Δέσποτα,

μετά παρρησίας, ακατακρίτως

τολμάν επικαλείσθαι

σέ τον επουράνιον Θεόν Πατέρα

και λέγειν: Πάτερ ημών…»

 

Επίμετρο

Στο τέλος αυτής της επίμονης και επίπονης γραφής, όπου ποικίλα ακούσματα και διαβάσματα συνωστίζονταν στη μνήμη για να κατατεθούν και να δουν το φως της δημοσιότητος, εκπλήσσεται κανείς με το τι θησαυρίσματα έχουν υπάρξει, που ερμηνεύουν και μας καθοδηγούν στην κατανόηση του κειμένου του Πάτερ ημών. Απευθυνόμενοι στο Θεό Πατέρα με τα λόγια της Κυριακής Προσευχής γινόμαστε διδακτοί Θεού, έχοντας ως πρώτο διδάξαντα τον Κύριό μας. Σίγουρα όλοι οι τίτλοι κειμένων και βιβλίων, που παραθέτουμε στο τέλος του άρθρου μας, έπαιξαν ένα ρόλο και κατά κάποιο τρόπο ενέπνευσαν  τις δοκιμές καταγραφής του δικού μας κειμένου. Κάποια βήματά μας πάτησαν στα ίχνη τους, χωρίς να μπορούν απόλυτα και ακριβώς να επισημανθούν. Τελικά, η συγγραφή ενός δοκιμίου συνειρμικής γραφής, όπως σημειώνεται στον υπότιτλο της μελέτης, κατέληξε να είναι μια δοκιμασία για τον συγγραφέα χωρίς να είναι βέβαιο ότι καταξιώνεται ως δόκιμος. Εναπόκειται στους αναγνώστες να το κρίνουν.


 

Υποσημειώσεις:

1 Ας πάρουμε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της «εκθρονίσεως» το ποίημα του  Πάμπλο Νερούδα, «Ένα τραγούδι για τον Μπολιβάρ» (εθνικό ήρωα της Βολιβίας, που αγωνίστηκε για την ανεξαρτησία της):

 «Πατέρα μας που βρίσκεσαι στη γη

 στο νερό, στον αγέρα

 σ’ ολάκερα τα σιωπηλά κι απέραντα πλάτη μας,

 το κάθε τι φέρνει τ’ όνομά σου, πατέρα, στον τόπο μας:

 Το μέταλλο μπολιβάρ έχει μι’ αχτινοβολία του Μπολιβάρ

το πουλί μπολιβάρ πάνω στο ηφαίστειο του Μπολιβάρ…».

Ανάλογοι είναι και οι στίχοι οι αφιερωμένοι στον Ούγκο Τσάβες, ως πατέρα, που απαγγέλθηκε μπροστά σε μία φωτογραφία του Τσάβες σε συγκέντρωση στο Καράκας της Βενεζουέλας (Σεπτέμβριος 2014, ο Τσάβες είχε ήδη πεθάνει τον Μάρτιο του 2013):

«Τσάβες ημών, ο εν τοις ουρανοίς, εν τη γη, εν τη θαλάσση και εν τοις αντιπροσώποις. Αγιασθήτω το όνομά σου, είθε η κληρονομιά σου να έρθει σε μας, έτσι ώστε να μπορούμε να την εξαπλώσουμε στους ανθρώπους εδώ και αλλού. Δώσε μας το φως σου να μας καθοδηγεί κάθε μέρα. Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν του καπιταλισμού, ρύσαι ημάς από του πονηρού της ολιγαρχίας, όπως το έγκλημα της λαθρεμπορίας: επειδή δική μας είναι η πατρίδα, η ειρήνη και η ζωή εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

«Λατρεμένο Πατέρα» τους απεκάλεσαν και τα πλήθη των Κουβανών τον πρόσφατα αποθανόντα (25/11/2016) ηγέτη τους, Φιντέλ Κάστρο.

2 Βλ. Α.Μ. Σταυρόπουλου, Συμβουλευτική Ποιμαντική, Εκδ. Λύχνος, Αθήνα 1984, σ. 7 και οπισθόφυλλο του αφηγήματος του Γιώργου Σανιδά, Αν ξυπνούσε ο κυρ-Αλέξανδρος, Εκδ. Κύμα, Θεσσαλονίκη 2014, 54 σ. (υπό την αιγίδα του Συλλόγου Γυναικών Σκιάθου). Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, είναι επίκαιρη η προτροπή: «Ανακαλύψτε την πατρότητα!». Ο ψυχίατρος Frank Pitman αποτεινόμενος στους άνδρες υποστηρίζει: «δεν φαντάζεστε τι θεραπευτική δύναμη αποτελεί για τον άνδρα η εκ νέου ανακάλυψη της λησμονημένης αποστολής του: της πατρότητας»! (Βαρνάβα Λαμπροπούλου (Αρχιμανδρίτου), Χτίζοντας σπίτι. Κείμενα για την οικογένεια, έκδ. Ι.Μ. Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2016, σ.70. Πρβλ. και Markos Ζafiropoulos, Du Père mort au déclin du père de famille. Où va la psychanalyse? Presses Universitaires de France, Paris 2014, σ.238.

3 Ο επιμερισμός αυτός είναι συνήθης στην εκκλησιαστική πράξη. Η κάθε ημέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη στην μνήμη ενός ή περισσοτέρων προσώπων ή γεγονότων για την καλύτερη συγκέντρωσή μας εκείνη την ημέρα σε αυτά. Έτσι η Κυριακήείναι αφιερωμένη στον Κύριο και την Ανάστασή του. Η Δευτέρα στις Ασώματες Δυνάμεις, τους Αγίους Αγγέλους. Η Τρίτη είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Προδρόμου. Η Τετάρτη στην Παναγία και την προδοσία του Χριστού από τον Ιούδα. Η Πέμπτη στη μνήμη των Αποστόλων και του Αγίου Νικολάου. Η Παρασκευή στα Άγια Πάθη, τη Σταύρωση και τον ενταφιασμό Του. ΤοΣάββατο η Εκκλησία μας θυμάται τους Μάρτυρες και τους κεκοιμημένους. Και τις ώρες της ημέρας πολλοί νεότεροι Γέροντες (Αμφιλόχιος, Παϊσιος) αφιερώνουν σε προσευχή για ειδικές περιπτώσεις (ασθενών και λοιπών δεομένων την άνωθεν βοήθειαν).  Ως προς αυτό στοιχούν στην ωραία παράδοση των Ευχών, Κατά το μέτρον των εικοσιτεσσάρων ωρών του νυχθημέρου, των επιγραφομένων Ιωάννη τω Χρυσοστόμω. (Βλ. Ηλία Γ. Γιακουμάκου (Πρεσβυτέρου), Προσευχή. Ο πιο άμεσος και σύντομος τρόπος επικοινωνίας με το Θεό. Λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου για την Προσευχή. Ελεύθερη απόδοση, Εκδ. «Παρρησία» χ.χ. σ.91-93.

4 Εδώ έρχεται στη μνήμη μας ένας ύμνος, που ως νέοι ψάλλαμε στα Κατηχητικά: «Συ που κόσμους κυβερνάς και ζωή παντού σκορπάς…».

5 Πρβλ. τον Βροχοποιό του Richard Nash παιγμένον υποδειγματικά από τον Δημήτρη Χορν και την Έλλη Λαμπέτη· η πρώτη παράσταση στη Νέα Υόρκη 29 Οκτωβρίου 1954.

 

Κείμενα και Βιβλία:

  • Ευαγγέλιον Κατά Ματθαίον, 6, 9–13. Ευαγγέλιον Κατά Λουκάν 11,2-4. Πρβλ. Ευαγγέλιον Κατά Ιωάννην, 17.
  • ΩΡΙΓΕΝΟΥΣ, Περί ευχής, I –XXXIV, ΒΕΠΕΣ τ. 10Ος, σ. 223-307.
  • ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Νύσσης, Λόγοι εις την προσευχήν («Πάτερ ημών»), Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια Αρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη, έκδ. Αποστολική Διακονία, ³ 2001 συμπληρωμένη και βελτιωμένη (1983).
  • ΜΑΞΙΜΟΥ του Ομολογητού, Εις την προσευχήν του Πάτερ ημών, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, τ. Β’, «Αστήρ», Αθήναι, 1984, σ.187-202.
  • ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Φώτη, Ποιμένας ή Τύραννος, Ο πατέρας στην Χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας, Εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013, σ. 366.
  • ΓΕΩΡΓΙΟΥ (Καψάνη) Αρχιμ. Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Η Κυριακή Προσευχή, έκδ. Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Άγιον Όρος 2010, 54 σ.
  • ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΟΥ Ηλία Γ. (Πρεσβυτέρου), Προσευχή, Ο πιο άμεσος και σύντομος τρόπος επικοινωνίας με το Θεό, Λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου για την Προσευχή. Ελεύθερη απόδοση: Πρεσβύτερος Ηλίας Γ. Γιακουμάκος. Εκδ. «Παρρησία», χ.χ, 96 σ.
  • ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ Βασιλείου (Αρχιμ), Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, Πάτερ ημών
  • ΘΕΟΔΩΡΟΥ Ανδρέα, Από τη σοφία της Κυριακής Προσευχής, στο Ιστολόγιο: Θησαυρός γνώσεων και ευσεβείας (I), Πνευματικά θησαυρίσματα του πρωτ. Δημητρίου Αθανασίου.
  • ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ Βαρνάβα (Αρχιμ.), Χτίζοντας σπίτι, Κείμενα για την Οικογένεια, έκδ. Ι.Μ. Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2016, 84 σ.
  • ΜΟΥΡΙΚΗ Κατερίνας, Τα 7 κλειδιά του Πάτερ Ημών, με επιτραπέζιο παιχνίδι. Εικονογράφηση: Γιάννης Αντωνόπουλος, Θεολογική επιμέλεια – Γλωσσάρι: π. Αλέξανδρος και Αγγελική Καριώτογλου, Εκδ. Πορφύρα, Αθήνα 2015, 32 σ.
  • ΣΜΕΜΑΝ Αλεξάντερ, Πάτερ Ημών, Μτφρ. Ιωάννης Λάππας, εκδ. Μαϊστρος, Σειρά: Θεολογικό Αλφαβητάρι 1, Αθήνα 2003. 64 σ.
  • ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ Αλεξάνδρου Μ., Ο Κατηχητής, Παιδαγωγός και Πατέρας για τους νέους, άρθρο στο περ. «Εφημέριος», Μάρτιος 2007, σ.20-21 και Απρίλιος 2007, σ. 22-23.
  • BARBARIN Philippe (Cardinal), Le Notre Père, chemin de vie spirituelle, Conférences de Cazeme à Fourvière, Éd. Soceval: Parole et Silence, Paris 2007, 184 σ.
  • CLÉMENT Olivier, Πάτερ ημών…., Σχόλια στην Κυριακή Προσευχή, Μτφρ.Πολυξένη Τσαλίκη–Κιοσόγλου, Εκδ.«Παρρησία», Αθήνα 2014, 128 σ.
  • DANNEELS Gotfried (Cardinal), Espérer et prier, Méditations sur le Notre Père, Les Éditions du Cerf: Épiphanie, Paris 2010, 142 σ.
  • ΖAFIROPOULOS Markos, Du Père mort au déclin du père de famille. Où va la psychanalyse? Presses Universitaires de France, Paris 2014, σ.238.