Παποκεντρικός Οικουμενισμός εις το περιβόλι της Παναγίας

Παποκεντρικός Οικουμενισμός εις το περιβόλι της Παναγίας

Του κ. Παναγιώτου Κατραμάδου

Ο Οικουμενισμός κερδίζει νέο έδαφος, αυτή τη φορά στο Περιβόλι της Παν­αγίας, το Άγιον Όρος. Η Ορθόδοξος μαρτυρία νεκρά εν πολλοίς, η προς το χείρον άμβλυνσις της συνειδήσεως ανεπαισθήτως εξαπλούται υφάλως, ο συγκρητιστικός δούρειος ίππος του Οικουμενισμού εισήχθη εντός των τειχών, ο πολυμήχανος Οδυσσεύς Συνοδική μαγγανεία φιμώσας, εκπορθήσαι πειράται Αγίων το σύστημα, ο εστίν Εκκλησία· πλην και νυν, ου γαρ οίδασιν τι ποιούσιν, ότι «σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν», τις ποτέ Χριστόν νενίκηκεν; Ολίγον καιρόν έχουσιν οι ματαιόδοξοι και όψονται του λόγου το πλήρωμα υπό του ακρογωνιαίου λίθου συντετελεσμένον επ’ αυτοίς, ήτοι «εφ’ ον δ᾽ αν πέση, λικμήσει αυτόν»· κοσμικής δόξης γλιχόμενοι λησμονούσιν ότι «δια δε τους εκλεκτούς κολοβωθήσονται αι ημέραι εκείναι» και τα έργα αυτών, ως γέγραπται. Τι δε το αναμένον αυτούς μετά το πικρόχαρον του θανάτου; Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος.

Ως έγινε γνωστόν, ήδη κυκλοφορεί και εντός Αγίου Όρους βιβλίον με τίτλον ο “Άγιος της Πολιτικής”. Το βιβλίον αυτό αναφέρεται εκ πρώτης όψεως εις τον πρώτον Κυβερνήτη της χώρας Ιωάννη Καποδίστρια, αλλά εσωτερικά επεκτείνεται και σε πλείστα Εκκλησιολογικά θέματα, περιέχον ποικίλη ύλη, με πολλά επώνυμα πρόσωπα και εικόνες σχετικά με την ανάγκη προβολής ενός πολιτικού ηγέτου σύμφωνα με το πρότυπο του Ιωάννου Καποδίστρια.

Ταυτόχρονα, με παράλληλη ανάπτυξη προβάλλει σταδιακά Οικουμενιστικές θέσεις όπως η “άρσις των αναθεμάτων του 1965”, η απόφανσις της Β’ Βατικανής Συνόδου με την γνωστή επωδό “ίνα ώσιν εν”, λόγους του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ’ περί ενότητας των Εκκλησιών και τις γνωστές αξιολογικές κρίσεις του Οικουμενισμού όπως: “αποκορύφωμα εχθρότητας, αντιπαλότητας, διάσπασης και διαχωρισμού, υπήρξε το σχίσμα Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής το 1054”.

Ομιλεί με την γνωστή γλώσσα περί διασπασμένης Εκκλησίας με διατυπώσεις όπως: “Διάσπαση του Χριστιανικού δόγματος, διάσπαση της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, διάσπαση Αυτού του Ίδιου του Σώματος του Χριστού”.

Περιέχει πολλές εικόνες της Αναγεννήσεως και άλλες Ορθόδοξες χωρίς διαφοροποίηση μεταξύ αιρέσεως και Ορθοδόξου ευσεβείας, αρκετές από αυτές είναι απαράδεκτες Εκκλησιολογικά η και βλάσφημες, εξ αυτών δε μία είναι της Παναγίας  με τι­τλο “Παναγία Ίνα Ώσιν Εν, η Πατριώτισσα”, μία καινοφανής απεικόνισης της Θεοτόκου ως κηρύττουσα την ένωση Ορθοδόξου Εκκλησίας και Βατικανού, στη θεολογική βάση του διατά­γματος περί Οικουμενισμού της Β’ Βατικανής Συνόδου, περί αποκαταστάσεως της «κοινωνίας των διϊσταμένων αδελφών με τον διάδοχο του Πέτρου, ίνα πάντες εν ώσιν!».

Αυτό δε το κήρυγμα του παποκεντρικού Οικουμενισμού, καθώς λέγουν μετ’ εμφάσεως οι συγγραφείς του βιβλίου, είναι δέησις της Θεοτόκου προς τον Χριστόν και μάλιστα είναι και εσχατολογική “παρακαταθήκη” του Χριστού, αλλά ταυτόχρονα και “παρακαταθήκη” του αγίου γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου και συνάμα “παρακαταθήκη” του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια.

Το βιβλίο αυτό είναι μία έκδοσις της εταιρείας ΕΛΑΙΑ Α.Μ.Κ.Ε με έδρα τον Πειραιά και διεύθυνση:

Πατριάρχου Ιωακείμ 39 Τ.Κ. 18539 Πειραιάς.

Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ο κ. Ιωάννης Κορνιλάκης διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΕΛΑΙΑ και πρόεδρος αυτής ο Αγιορείτης ιερομόναχος π. Γεώργιος Αλευράς με τόπο διαμονής την Ι. Σκήτη Καυσοκαλυβίων της Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους. Η εικόνα αυτή βρίσκεται στο προσκυνητάρι της Καλύβης Ζωοδόχου Πηγής Καυσοκαλυβίων, όπου και αυτός διαμένει.

Η έμπνευση και ο σκοπός της πρωτοφανούς “εικόνος” σύμφωνα με το συναφές σύγγραμμά τους “ο Άγιος της Πολιτικής”, αποδίδεται από τους ιδίους συνοπτικά στο απόσπασμα: (σελίδα 694, του βιβλίου).

“Η εξαιρετική και ιστορική ομιλία του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ  στὶς 12 Σεπτέμβρη 2006, την οποίαν αγνοούσαμε, πήρε την ολοκληρωτική της μορφή ενάμιση μήνα αργότερα στις 30 Νοέμβρη 2006, στο κοινό ανακοινωθέν που εκφωνήθηκε κατά την επίσημη συνάντησή του στη Κωνσταντινούπολη, με τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο: Προτρέπομεν τους πιστούς ημών να αναλάβουν ενεργόν ρόλον, εις την διαδικασία προς την πλήρη ενότητα, δια της προσευχής και δια σημαντικών ενεργειών.

Η εικόνα σύμβολο της Παναγίας Ίνα ώσιν Εν της Πατριώτισσας και παρακαταθήκη του Χριστού, του Ιωάννη Καποδίστρια και του Γέροντα Πορφυρίου είναι προσευχή και η ενασχόληση και δραστηριότητα απέναντι σε αντίξοες συνθήκες, για την ανάδειξη της παγκόσμιας Αγίας μορφής του Ιωάννου Καποδίστρια, ας μη αμφιβάλει κανείς ότι είναι μία σημαντική ενέργεια”.

Η Βατικάνειος ερμηνεία της φράσης “ίνα ώσιν εν” εκφαίνεται με σαφήνεια τόσο στην εικόνα όσο και σε αποσπάσματα, όπως:

“Η πρώτη του και ταυτόχρονα τελευταία επιστολή του Καποδίστρια προς τον προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, ήταν στις 25 Νοέμβρη 1827 με το παλαιό ημερολόγιο και 7 Δεκέμβρη 1827 με το νέο. Εκατό τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 7 Δεκέμβρη 1965 με το νέο ημερολόγιο, Ανατολή και Δύση, Κωνσταντινούπολη και Ρώμη, Ανατολική Ορθόδοξη εκκλησία και Ρωμαιοκαθολική, Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και Πάπας Παύλος ΣΤ’, κάνουν το πρώτο βήμα προς το ευαγγελικό, Ίνα ώσιν εν, αίροντας τα ένθεν κακείθεν αναθέματα των δύο εκκλησιών από το 1054 (σελ. 186).

Η Οικουμενιστική αιρετική θεώρηση της Εκκλησίας ως διηρημένης, αποδίδεται με σαφή και κατηγορηματικό λόγο, στο απόσπασμα:

“Τα σύμβολα της Χριστιανοσύνης είναι προσευχή και εργασία ταυτόχρονα. Προσευχή εις Χριστόν και εργασία δια Χριστόν. Αποκορύφωμα εχθρότητας, αντιπαλότητας, διάσπασης και διαχωρισμού, υπήρξε το σχίσμα Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής το 1054. Ο συμβολισμός του τρομαχτικός. Διάσπαση του Χριστιανικού δόγματος, διάσπαση της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, διάσπαση Αυτού του Ίδιου του Σώματος του Χριστού (σελ. 691).

Στην εικόνα “Παναγία Ίνα Ώσιν Εν, η Πατριώτισσα” εικονίζεται στην δεξιά χείρα της Θεοτόκου το Βατικανό ως “Άγιος Πέτρος Ρώμης” και στη αριστερά η Ορθόδοξος Εκκλησία ως “Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολη” και άνωθεν ο Χριστός επευλογών την ένωση των “Εκκλησιών” με την φράση: «ίνα ώσιν εν».

Το “δεξιά” ασφαλώς, δηλώνει σαφώς το παπικό πρωτείο, δηλαδή ένωση υπό τον διάδοχο του Πέτρου, δηλαδή με αρχηγό τον Πάπα. Η οποία είναι και η μόνη, πρώτη βασική προϋπόθεση που θέτουν οι Παπικοί, όλα τα άλλα γι’ αυτούς είναι δεύτερα.

Στο κέντρο της εικόνος παριστάνεται ο χάρτης της Ελλάδος και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ως συνευδοκών!, ο προφητικώς ειπών «τον Πάπα να καταράσθε, ότι αυτός θα είναι η αιτία». Εδώ έχομε την γνωστή τακτική του Οικουμενισμού να εγκολπώνεται τα πάντα ψευδοϋποκριτικώς, ως ποικίλον δέρμα παρδάλεως.

Εμφανίζονται επίσης επί της εικόνος ο Τίμιος Πρόδρομος, ο προφήτης Ηλίας, οι Άγιοι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, οι Άγιοι Μεγαλομάρτυρες Γεώργιος και Δημήτριος. Όλοι μαζί κηρύττουν: Παπισμός – Ορθοδοξία – “ίνα ώσιν εν”!

Το βιβλίο αυτό και η εικόνα “Παναγία Ίνα Ώσιν Εν, η Πατριώτισσα” διαμοιράζεται από την ΕΛΑΙΑ ΑΜΚΕ σε πλείστα όσα Εκκλησιαστικά, πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα, αλλά και στον πρέσβυν του Βατικανού στην Αθήνα.

Οι συγγραφείς έχουν μία εργώδη δραστηριότητα σε Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Μόσχα, Κύπρο, Ελλάδα και αλλού· αλλά και στο διαδίκτυο (όπως site Ρομφαία, η άλλα).

Μέσα στο βιβλίο αυτό μεταξύ των άλλων υπάρχει και ένα απόσπασμα μνημειώδους κακοδόξου ερμηνευτικής αποδόσεως του χωρίου «ίνα ώσιν εν».

“Ίνα ώσιν εν, προσευχή του Χριστού προς τον Πατέρα, Ίνα ώσιν εν, στάση ζωής από τον πρώτο μας Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, Ίνα ώσιν εν, Τάμα του Έθνους – Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρα Χριστού στο Μήλεσι Αττικής, Ίνα ώσιν εν, Άξιόν Εστι Οδυσσέας Ελύτης – Μίκης Θεοδωράκης. Τα πάντα είναι ένα, όλα ένα είναι, όλα προς το ένα κυλάνε, όλα προς το ένα τείνουν, όλα στο ένα θε να συν­αντηθούνε. Από τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, τον Σωκράτη, τον Μωυσή, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Χριστό, τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Γέροντα Πορφύριο, τον Ελύτη, τον Θεοδωράκη, Εσάς, Εμένα, τους Επόμενους, Άξιόν Εστι, Γένεση, Πάθη. Δοξαστικόν μέρη τρία κι όμως ένα Άξιόν Εστι, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, ο μελωδός και ο “αγιογράφος”, δυό κι όμως μία δημιουργία αχώριστη στον αιώνα. Ταύτιση μορφής και ψυχής, ύλης και πνεύματος, Ίνα ώσιν εν. Οι μνήμες να επανέλθουν, οι αιώνες να προβληθούν ξανά, οι ψυχές ν’ αφυπνισθούν, να μη χαθούν, να γίνουν ένα με το Ρωμαίϊκο νταού­λι και το Ευαγγέλιο, και να χορέψουν και για τους καημούς που μας ολοκληρώνουν, αλλά και για τις ελπίδες που χαρίζουν όραμα, τη δύναμη για ένα βήμα παρακάτω με Χριστό, Ιωάννη Καποδίστρια, Γέροντα Πορφύριο, Ελύτη, Θεοδωράκη” (Απόσπασμα από την σελ. 655).

Καθώς προκύπτει από το σύγγραμμά τους, έχουν βαθειά πεποίθηση ότι εργάζονται προς “δόξαν Θεού” και θεωρούν τον προς αυτούς ορθόδοξον αντίλογον ως πλάνη η και αίρεση! ως ρητώς υπαινίσσονται, αντιλέγουσα στην “παρακαταθήκη” του Χριστού, του γέροντος Πορφυρίου και του Καποδίστρια για την επίτευξη του “ίνα ώσιν εν”, ως εσχατολογική προϋπόθεση για την εποίκησιν της Άνω Ιερουσαλήμ, καθώς λέγουν.

«(εγώ ειμί η οδός), λιμάνι σωτηρίας η Άνω Ιερουσαλήμ και μέσο η ενότητα της ανθρωπότητας, Ίνα ώσιν Εν. Μία ενότητα κατά τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ , που καθοριστική συμβολή θα έχει η κατανόηση και εφαρμογή του Ορθού αρχαιοελληνικού Λόγου των Ευαγγελίων. Υπό του πρίσματος αυτού η εικόνα σύμβολο, και ταυτόχρονα παρακαταθήκη Παναγία Ίνα ώσιν Εν η Πατριώτισσα, ενδεχομένως προσλαμβάνει αιώνιες διαστάσεις απ’ τη Δημιουργία και τον αποχωρισμό του ανθρώπου απ’ τον κήπο της Εδέμ, και ίσως ακόμη και εσχατολογικές προεκτάσεις. Υποδηλώνει την εσωτερική ενότητα όλων των λαών της γης σε όλες τις επίγειες Πατρίδες, και στην συνέχεια στην εξωτερική ενότητα όλων των λαών μέσα από την κοινή αλήθεια της πίστης στον Λόγο, που θα αποβλέπει στον ουράνιο λιμένα, στην ουράνια Πατρίδα, στην κοινή Πατρίδα όλων την Άνω Ιερουσαλήμ, την οποίαν θα εποικίσουμε όταν επιτευχθεί το, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν. “Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη, τώρα πορεύομαι” (Άξιόν Εστι, Οδυσσέα Ελύτη). (Απόσπασμα από την σελ. 695).

Σε όλους εμάς τους πιστούς που προσβλέπουμε στο Άγιον Όρος, το σεβόμεθα και το αγαπούμε ως προμαχώνα και στυλοβάτη επί αιώνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, από τα παραπάνω δυσσεβή, εύλογα γεννώνται πολλά ερωτηματικά, που η ορθόδοξος συνείδησις αδυνατεί να ερμηνεύση η να ατενίση καταφατικά.

Μπορεί άραγε ο καθένας να εικονογραφή μία νέα εικόνα της Θεοτόκου και του Κυρίου με ένα νέο θεολογικό περιεχόμενο που έχει ως δική του οραματική έμπνευση, πριν η μετά την ομιλία προτροπή ενός Πάπα;

Τότε πως μπορεί να υπάρξη η Ιερή παράδοση εικονογραφίας της Εκκλησίας, η οποία διατηρήθηκε 2000 χρόνια ως τώρα χωρίς αλλοίωση, εάν αποδεχθούμε μια τέτοια καινοφανή αντιπαραδοσιακή εικόνα στο προσκυνητάρι ιερών ναών;

Η εικόνα αυτή της Θεοτόκου σαφώς ομιλεί περί Εκκλησιών, περί διασπασμένης (διηρημένης) Εκκλησίας, περί Ενώσεως της Εκκλησίας μετά του Παπισμού.

Δεν είναι άραγε, η αίρεσις του Οικουμενισμού που επίσης ομιλεί περί Εκκλησιών, περί διασπασμένης (διηρημένης) Εκκλησίας, περί “Ενώσεως”, περί της “των πάντων Ενώσεως”; Δεν είναι δηλαδή ένα και το αυτό κήρυγμα;

Κήρυξ του Οικουμενισμού καθίσταται άρα η Θεοτόκος; Ψευδοπροφήτης!

Είναι η Θεοτόκος στέργουσα προς την εικόνα αυτή; αληθώς, δηλαδή, δέεται η Θεοτόκος να ενωθούμε με τους Παπικούς;

Διότι εάν, ως και βεβαίως, η Θεοτόκος δεν αναπέμπει τέτοια δέηση, τι είδους ψεύδος είναι αυτό; Να εμφανίζεται η Θεοτόκος κήρυξ του Οικουμενισμού!

Ψεύδος επί της παναμώμου Παρθένου, της Παγκοσμίου δόξης της Εκκλησίας; και ως τοιούτον ψεύδος πως γίνεται να υπάρχει στο προσκυνητάρι της Εκκλησίας και μάλιστα στο «ιερό» του Αγίου Όρους, στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων;

Δεν θεωρεί πλέον η Θεοτόκος τους Παπικούς, εχθρούς του Υιού της και Εαυτής, τώρα δηλαδή οι εχθροί της έγιναν Εκκλησία;

Ασφαλώς τότε οι Ζωγραφίται Οσιομάρτυρες, οι Βατοπαιδινοί, οι Ιβηρίτες, ο Άγιος Οσιομάρτυς Κοσμάς μαρτύρησαν από πλάνη!; Διότι οι Παπικοί δεν αναίρεσαν καμμία αίρεσή τους, αλλά απεναντίας και προσθέτουν συνεχώς.

Πόθεν έλαβον οι εμπνευστές της εικόνος την πληροφορία αυτήν, ότι η Θεοτόκος αναπέμπει τέτοια δέηση προς τον Κύριον;

Τον Αύγουστο του 2006, ως λέγουν, λίγο πριν την “βαρυσήμαντη και ιστορική σε περιεχόμενο ομιλία του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ’ στις 12 Σεπτέμβρη 2006” (σελ. 692 του βιβλίου); Πριν το 2006 δεν ανέπεμπε αυτήν την δέηση η Θεοτόκος; Τι άλλαξε το 2006; περίμενε η Θεοτόκος την ομιλία του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ’;

Εάν όχι, πότε άρχισε αυτήν την δέηση;

Προ των ημερών του Πατριάρχου Βέκκου; μετά το αιρετικό δόγμα των Παπικών περί ασπίλου συλλήψεως και άνευ θανάτου ενσωμάτου αναλήψεώς της; Άραγε μήπως μετά την λεγομένη “άρση των αναθεμάτων” του 1965;

Ποιά τα φοβερά “θεολογικά” μηνύματα που εκπέμπει η “εικόνα” αυτή;

Είναι το Βατικανό Εκκλησία; (διότι το εικονίζει ως Εκκλησία, δεξιά με πρωτείον)

Είναι διηρημένη η Εκκλησία; (διότι εικονίζει δύο Εκκλησίες)

Δεν ισχύει πλέον το ένατο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως: «Εις μίαν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν εκκλησίαν»; Το μίαν σημαίνει αδιαίρετον.

Εάν ισχύη ακόμη, τότε ασφαλώς η μία εκ των δύο εικονιζομένων στην εικόνα αυτή είναι αιρετική εκκλησία. Πως λοιπόν, αιρετική εκκλησία στην δεξιά χείρα της Θεοτόκου;

Δεν έχουμε άρα εκπλήρωση και εδώ του προφητικού λόγου της Αγίας Γραφής· «το βδέλυγμα της ερημώσεως, εστώς εν τόπω αγίω»; Δεν είναι τόπος άγιος αι χείραι της Θεοτόκου; Δεν είναι η αίρεσις βδέλυγμα της ερημώσεως;

Προσκυνείται το βδέλυγμα της ερημώσεως; Συμπροσκυνείται μετά της Θεοτόκου;

Και όλα αυτά τα επευλογεί ο Χριστός; και μάλιστα με τον ποιό επιτακτικό τρόπο ως δική του εσχατολογική “παρακαταθήκη” – «ίνα ώσιν εν». Αυτό το τελευταίο ψεύδος ασφαλώς είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, διότι τίθεται νοηματικά στην εικόνα ως νεοπροφητικός λόγος: «τάδε λέγει Κύριος, ενωθείτε με τους Παπικούς»;!.

Μετενόησαν οι Παπικοί; Έδειξαν δείγματα μετανοίας; Ασπάσθησαν την Ορθοδοξίαν; Αναθεμάτισαν την αίρεσή τους; Ουδαμώς, αντιθέτως πανταχού και γυμνή τη κεφαλή κηρύττουν την Πανθρησκεία. Δεν είναι αυτός λόγος του Ψευδοπροφήτου; Δεν είναι ο Παπισμός Ψευδοπροφήτης και νυμφαγωγός εις Αντίχριστον; Ποιά εικόνα σκιαγραφεί ο Παποκαισαρισμός, το πρωτείον, το αλάθητον, η αίρεσις (ψεύδος)· δεν είναι αυτά ο χαρακτήρ του θηρίου;

Πως άρα η “εικόνα” αυτή με βάση το θεολογικό της περιεχόμενο είναι αποδεκτή η προσκυνητή;

Εάν δεν είναι προσκυνητή, πως εικών της Θεοτόκου; και εάν εικών της Θεοτόκου πως μη προσκυνητή; προς ποίους τότε ίσταται το ανάθεμα της Ζ’ Αγίας Οικουμενικής Συνόδου, επί των βεβηλούντων τας σεπτάς και αγίας εικόνας;

Πόθεν άραγε προέκυψαν όλα αυτά τα ερωτήματα;

Αναμφιβόλως, διότι οι συγγραφείς είχον την «εκ βαθέων» “έμπνευση”, να αναμείξουν τα άμεικτα, τα μη δεχόμενα μηδαμώς μείξιν, κατά τον λόγον της Αγίας Γραφής· «τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου; τις δε συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων;»

Μπορεί επομένως αυτή η “εικόνα” να τεθή εντός ιερού ορθοδόξου Ναού, όπου τελείται θεία Λειτουργία;

Θα κατέβει το Πνεύμα το Άγιον να καθαγιάση τα Τίμια Δώρα;

Η Θεοτόκος αρνείται να εισέλθη στο κελλίον του Αββά Κυριακού της Λαύρας του Καλαμώνος, λέγουσα προς αυτόν, «τον εχθρόν μου έχεις εντός και θέλεις να εισέλθω;»· καθότι αγνοών είχε ο αββάς εντός του κελλίου του δύο λόγους του Νεστορίου. Εάν λοιπόν δεν εισέρχεται η Θεοτόκος, όπου υπάρχουν αιρετικά βιβλία πως θα κατέλθει η χάρις του Αγίου Πνεύματος εις ναόν, όπου υπάρχει αυτή η εικόνα Παποκεντρικού Οικουμενισμού υπό της Θεοτόκου!. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς εσφαλμένα χαρακτήρισε τον Οικουμενισμό Παναίρεση; Εάν ναι, πως υπάρχει η εικόνα του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς στον ιερό ναό του Αγίου Ανδρέου στην ομώνυμη Σκήτη του Αγίου Όρους;

Εάν όχι, πως υπάρχει η “εικόνα” “Παναγία Ίνα Ώσιν Εν, η Πατριώτισσα” στην Καλύβη Ζωοδόχου Πηγής Καυσοκαλυβίων, Οικουμενισμόν κηρύττουσα; Η παναίρεσις του Οικουμενισμού έχει αναθεματισθή υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεραφείμ Πειραιώς, την Κυριακή της Ορθοδοξίας 2012.

«Τοις κηρύσσουσι και διδάσκουσι την παναίρεσιν του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητιστικού Οικουμενισμού, ανάθεμα». Εφόσον λοιπόν η παναίρεσις του διαχριστιανικού συγκρητιστικού Οικουμενισμού έχει αρχιερατικόν ανάθεμα πως γίνεται να εμφανίζεται ως δέησις της Θεοτόκου; Γραφικώς, «απορώ και εξίσταμαι»· φοβερόν γαρ το λογοθέσιον εν Ημέρα δικαιοκρισίας Θεού, εκεί όπου μόνον η Αλήθεια μπορεί να ίσταται, συγκαταβάσει δε Θείου ελέους και η αληθινή προ του θανάτου μετάνοια παρίσταται, πάντα τα λοιπά αστέκτω πυρί ετασθήσονται, τρόμος και κλόνος τότε αδιήγητος προς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος, τακήσονται γαρ ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Άραγε οι άλλοι Αγιορείτες μοναχοί γνωρίζουν αυτά που συμβαίνουν στο Περιβόλι της Παναγίας; Διότι εάν αυτά συμβαίνουν στο Περιβόλι της εν επιγνώσει και αδιαμαρτύρητα, τότε μήπως πνευματικώς εγγύς ίσταται η πρόρρησις της Παναγίας Πορταϊτίσσης; «Απορώ και εξίσταμαι»· εντός Αγίου Όρους από Αγιορείτες μοναχούς στο Περιβόλι της Θεοτόκου την οποίαν πάντες οι Αγιορείτες έχουν ως Έφορον και Δέσποινα Υπέρμαχον προστάτιδα, οίτινες νυκτός και ημέρας διαπαντός εν προσ­ευχαίς αδολεσχούσι επί τω αγίω ονόματι αυτής. Αλλά ιστορικώς ουκ άπορον το γεγονός ότι και εν αποστόλοις ου πάντες απόστολοι, αλλά και ψευδαπόστολοι και Ισκαριώται. Αληθώς και κυρίως έρχεται εις τον νουν, η φράσις του Κυρίου: «ει ουν το φως το εν σοι σκότος εστι, το σκότος πόσον;».

Ευχόμεθα να φωτίζη πάντας ημάς η Θεοτόκος εις αυτογνωσίαν έκαστον και ποία είναι αληθώς τα καλά και συμφέροντα ταις ψυχαίς ημών, προ πάντων δε να φυλάττη ημάς από πάσης πλάνης και απατηλής μεθοδείας του διαβόλου, όστις σερβίρει το δηλητήριόν του πάντοτε με ωραίον περιτύλιγμα, ίνα ευπαράδεκτον γίνεται. Στον Οικουμενισμό το ωραίον αυτό περιτύλιγμα είναι η “ειρήνη”, η “αγάπη”, η “ενότης των λαών” σε “μία πίστη”, σε “μία θρησκεία”, σε ένα “πατέρα”, σε ένα “θεό”. Το δηλητήριον όμως είναι ότι αυτός ο ένας “θεός” δεν είναι ο αληθινός Θεός και η προς αυτόν αληθινή πίστις, αλλά ο διάβολος εν προσώπω του ερχομένου Αντιχρίστου. Γρηγορείτε, καλή μετάνοια, εγγύς γαρ ο καιρός της δικαίας οργής επί πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν. Τέλος του μυστηρίου της ανομίας η Πανθρησκεία, ο έσχατος Αντίχριστος και η γέεννα του πυρός της αιωνίου κολάσεως. Τέλος του μυστηρίου της ευσεβείας η αιώνιος ζωή της βασιλείας του Θεού, Πατρός Υιού και Πνεύματος Αγίου. Αμήν.

 

Advertisements

  ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ

  παπισμος.jpg

  ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

 

Γ

Οι διαφορές ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον Παπισμό είναι πολλές και μεγάλες, παλαιές και νεότερες και αφορούν τόσο σε δογματικά ζητήματα όσο και σε θέματα εκκλησιολογίας και εκκλησιαστικής εμπειρίας, λατρείας, τέχνης και γενικότερα αντιλήψεων και βιοθεωρίας. Επιχειρείται εδώ μια συνοπτική παρουσίαση  μέσα από τα κείμενα του Ευαγγελίου, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, των Αγίων Πατέρων, καθώς και σύγχρονων μεγάλων θεολογικών μορφών, των διαφόρων κακοδοξιών του Παπισμού.

 

        ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

 

Η Ορθόδοξη Λατινική Εκκλησία της Δύσης, στην παλαιά Ρώμη, είχε πάντοτε κοινωνία με την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία της Ανατολής κατά την 1η χιλιετία της ιστορίας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, χωρίς να λείψουν βέβαια ποτέ τα μικροπροβλήματα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το καταλυτικό γεγονός που ανέτρεψε την εν πολλοίς αρμονική κοινωνία Ανατολής και Δύσης είναι η κατάληψη της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους κατά τη διάρκεια του 5ου και 6ου αιώνα, όταν η Δύση ζει τον καταιγισμό των βαρβαρικών επιδρομών που μετέβαλαν ριζικά τα πολιτιστικά και θρησκευτικά δεδομένα της.

 

Οι Φράγκοι, λαός πρωτόγονος και απολίτιστος την εποχή εκείνη, από την πρώτη στιγμή του εκχριστιανισμού τους, εξέλαβαν και αφομοίωσαν με λανθασμένο τρόπο την χριστιανική διδασκαλία. Η Τριαδολογία και η Χριστολογία τους υπήρξε ανέκαθεν προβληματική, καθώς οι αντιλήψεις τους για την Αγία Τριάδα ήταν έντονα επηρεασμένες από τον αρειανισμό. Στη φράγκικη σύνοδο του Τολέδο του 589, παρά τη φαινομενική καταδίκη του αρειανισμού, υιοθετούν μια άλλη μορφή λανθασμένης Τριαδολογίας, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, την οποίαν αργότερα προσέθεσαν και στο Σύμβολο της Πίστης.

 

Τον 8ο αιώνα, ο βασιλιάς των Φράγκων Κάρολος ο Μέγας (Καρλομάγνος) υποτάσσει τους άλλους λαούς και τους ηγεμόνες της Ευρώπης και συγκροτεί την ενιαία δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο πολιτικός και θρησκευτικός προσανατολισμός της νέας δυτικής αυτοκρατορίας έχει έντονο το στίγμα της διαφοροποίησης και της αντίθεσης προς την ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αυτή η αντίθεση λαμβάνει διαστάσεις περιφρόνησης και χλευασμού των Ρωμαίων της Ανατολής, που ήδη είχαν αρχίσει να αποκαλούνται υποτιμητικά από τους Φράγκους «αιρετικοί» και «Γραικοί» (=κλέφτες). Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα συναντούμε επανειλημμένα στη Δύση συγγράμματα με τον τίτλο: «Contres errores Graecorum» (Ενάντια στις πλάνες των Γραικών). Ο πολιτισμός και η Ορθόδοξη Πίστη των Ελλήνων ήταν για τους απολίτιστους Φράγκους μέγεθος ακατανόητο και ασύλληπτο, αλλά και ταυτόχρονα απλησίαστο και ανέφικτο και για το λόγο αυτό προτίμησαν να το προβάλουν ως πλάνη και αίρεση!

 

Από τον 9ο αιώνα οι Φράγκοι, αφού εκδίωξαν τους Ρωμαίους Ορθόδοξους Επισκόπους, διόρισαν δικούς τους Επισκόπους και ηγουμένους, αρχικά στη Γαλλία. Κατόπιν κατέλαβαν δια της βίας το Ορθόδοξο Λατινικό Πατριαρχείο της Ρώμης και από το 1009 έως το 1046 αντικατέστησαν τους Ορθόδοξους Πάπες της Ρώμης με Φραγκο-Λατίνους, ιδρύοντας ουσιαστικά τον σημερινό Παπισμό. Επομένως, το λεγόμενο Σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης δεν έγινε μεταξύ ανατολικών και Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων, αλλά μεταξύ των Ορθοδόξων Ρωμαίων της Ανατολής (Πατριαρχείο Κων/πόλεως) και των Φράγκων κατακτητών των Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων (Πατριαρχείο Ρώμης).

 

Με την εκφράγκευση του Ορθοδόξου Πατριαρχείου της Ρώμης εισάγονται σ’ αυτό οι κακοδοξίες και ο ανθελληνισμός των Φράγκων, στοιχεία που δεν έπαψαν έκτοτε να συνιστούν τα κύρια γνωρίσματα και την πεμπτουσία του Παπισμού.

 

ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

 

  1. – Εκκλησία και Παπισμός

Εσφαλμένα μερικοί ομιλούν για Καθολική Εκκλησία, γιατί ο όρος καθολικός, που ταυτίζεται με το ορθόδοξος, ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς επίσης ο όρος Εκκλησία δεν αρμόζει στο Κράτος του Βατικανού. Ο Παπισμός βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας, και αυτό φαίνεται από δύο Συνόδους, που για μας τους Ορθοδόξους θεωρούνται Οικουμενικές, στις οποίες γίνεται λόγος για το Filioque και τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Στην Η΄ Οικουμενική Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία ήταν παρόντες και οι εκπρόσωποι του ορθοδόξου τότε Πάπα της Ρώμης, καταδικάσθηκαν οι Φράγκοι Επίσκοποι, οι οποίοι είχαν προσθέσει στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, γιατί μια τέτοια προσθήκη «κατά γνώσιν εισάγει των ακαταγνώστων και ύβριν των πατέρων αναπολόγητον», γι’ αυτό και λέγεται ότι «ει μεν των ιερωμένων είη τις παντελεί καθαιρέσει τούτον καθυποβάλλομεν, ει δε των λαϊκών, τω αναθέματι παραπέμπομεν» (όρος πίστεως Η΄ Οικουμενικής Συνόδου). Βέβαια, αυτή η ίδια καταδίκη ισχύει και για τους Πάπες της Ρώμης, από τότε που ο πρώτος Φράγκος Πάπας (Σέργιος Δ΄) κατέλαβε τον θρόνο της Ρώμης και εισήγαγε το Filioque στην ενθρονιστήρια επιστολή του (το 1009) και ο Βενέδικτος Η’ το εισήγαγε επισήμως στο Σύμβολο της Πίστεως που αναγιγνωσκόταν στην θεία Λειτουργία (το 1014). Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας» λέγεται ότι όσοι αποξενώνουν «αυτόν τε τον Θεόν Λόγον και το ομοούσιον και ομόδοξον τούτου Παράκλητον Πνεύμα της θεοπρεπούς ομοτιμίας τε και αξίας, ανάθεμα».

Στη Σύνοδο του 1341 επί του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και μάλιστα στον Συνοδικό Τόμο λέγεται, ότι όσοι δέχονται ότι οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές και ιδιαιτέρως όσοι δέχονται ότι το Φώς της θεότητος είναι κτιστό, όπως υπεστήριζε ο σχολαστικός Βαρλαάμ ο Καλαβρός και, βεβαίως, αυτό αποτελεί βασικό δόγμα του Παπισμού, όπως φαίνεται στα έργα του Θωμά του Ακινάτη, βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας. Γράφεται ότι εάν κάποιος ισχυρίζεται τέτοιες απόψεις και δεν μετανοήσει «αποκήρυκτος έσται και αποτετμημένος της αγίας του Χριστού καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και του ορθοδόξου των Χριστιανών συστήματος».

Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας αναθεματίζονται όσοι δέχονται την περί ιδεών διδασκαλία του Πλάτωνα, δηλαδή την μεταφυσική και την οντολογία και τις απόψεις της Analogia Entis, ότι υπάρχει αναλογία μεταξύ Θεού και κόσμου, και Analogia Fidei, ότι υπάρχει ομοιότητα μεταξύ του Θεού και της Αγίας Γραφής, καθώς επίσης αναθεματίζονται και όσοι δεν δέχονται τα δόγματα με πίστη καθαρά και απλή και ολόψυχη καρδία «αλλά πειρωμένοις αποδείξεσι και λόγοις σοφιστικοίς», δηλαδή εισάγουν την σχολαστική μέθοδο γνώσεως του Θεού. Αναλύοντας περισσότερο το θέμα αυτό μπορούμε να αναφερθούμε στο ότι δύο μεγάλοι θεολόγοι και πατέρες του Παπισμού είναι ο Άνσελμος Καντερβουρίας και ο Θωμάς Ακινάτης, των οποίων την διδασκαλία αποδέχεται η Παπική θεολογία και η πρακτική του Παπισμού.

Ο Άνσελμος Καντερβουρίας επεξεργάσθηκε και εισήγαγε το θεολογικό δόγμα περί της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, ότι δηλαδή η αμαρτία του Αδάμ προσέβαλε την δικαιοσύνη του Θεού και ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη και επανέφερε την τάξη στην δημιουργία. Πρόκειται για αλλοίωση της αλήθειας περί του Θεού, αφού παρουσιάζεται ο Θεός με τα ιδιώματα του εμπαθούς ανθρώπου, ο οποίος προσβάλλεται και θίγεται, αλλά και για αλλοίωση του μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως και της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Βέβαια, η θεολογία περί της εξιλεώσεως της θείας δικαιοσύνης υιοθετεί το φεουδαλιστικό σύστημα με όλες τις θεολογικές και κοινωνικές συνέπειες.

Ο Θωμάς ο Ακινάτης που είναι ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του σχολαστικισμού προσπάθησε να συνδυάσει τις θεωρίες του Αυγουστίνου με τον Αριστοτέλη. Εκτός των άλλων, ταυτίζει την άκτιστη ενέργεια του Θεού με την άκτιστη ουσία Του, αφού ομιλεί για το λεγόμενο actus purus, και εισάγει την εσφαλμένη άποψη περί κτιστών ενεργειών στον Θεό, παρουσιάζει έναν ευδαίμονα Θεό που είναι στην πραγματικότητα απρόσιτος, άγνωστος, απρόσωπος και, βεβαίως, διδάσκει ότι ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία με τις κτιστές ενέργειες του Θεού. Δηλαδή, η αγάπη, η θεία Χάρη, η ειρήνη του Θεού είναι κτιστές ενέργειες του Θεού. Από την άποψη αυτή προέρχεται η διδασκαλία ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού (Filioque), το καθαρτήριο πυρ, το αλάθητο κλπ. Οι θεωρίες αυτές καταδικάσθηκαν από την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και από την Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που θεωρείται ως Θ’ Οικουμενική Σύνοδος, όπως παρουσιάζεται στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας». Επίσης αναθεματίζονται όσοι δεν ομολογούν ότι υπάρχει «ουσίαν τε επί Θεού και ουσιώδη φυσικήν ενέργειαν». Για όλους αυτούς τους λόγους ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: «Οι της του Χριστού Εκκλησίας της αληθείας εισί· και οι μη της αληθείας όντες ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί». Το ίδιο λέγει και ο άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λυώνος: οι «εκτός της αληθείας» ευρίσκονται αυτομάτως «εκτός της Εκκλησίας», γιατί όσοι δεν δέχονται την παράδοση των Αποστόλων και την πίστη της Εκκλησίας τους θεωρούμε, κατά τον άγιο Ειρηναίο, «ως αιρετικούς και κακογνώμονας (κακοδόξους), ή ως σχίζοντας (την Εκκλησίαν) και υπερηφάνους και αυθάδεις».

2.- Αποστολική διαδοχή και Παπισμός

Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν ιεροσύνη, δηλαδή έχει διακοπεί σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.

Η αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της ιεροσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην αποστολική διαδοχή. Διότι οι άγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της ιεροσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενότατα με την Ορθοδοξία και την θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία ούτε και θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την ορθόδοξη πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία και, βεβαίως, τότε δεν υφίσταται και η αποστολική παράδοση και αποστολική διαδοχή. Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την αποστολική διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: «Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δει, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις συν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι».

Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει ιεροσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια. Εάν όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ο Πάπας έχει ιεροσύνη, τότε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι έγκυρο και ο άρτος ο ευρισκόμενος στην Αγία Τράπεζα είναι ο Χριστός, οπότε περιπίπτουν σε δύο σφάλματα ή να κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, παραβαίνοντας πληθώρα ιερών Κανόνων ή να αποστρέφονται τον Ίδιο τον Χριστό, ευρισκόμενον κατ’ αυτούς πάνω στην Αγία Τράπεζα.

Ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε στην εποχή του διάφορα προβλήματα για το πώς θα δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία στους κόλπους της τους αιρετικούς. Αφού κάνει την διάκριση μεταξύ αιρέσεως, σχίσματος και παρασυναγωγής, αναφερόμενος στους αιρετικούς που έχουν αποκλίνει, όπως λέγει ο Γεννάδιος Σχολάριος, «κατ’ ευθείαν ή πλαγίως», «περί τι των άρθρων της πίστεως», γράφει ότι «οι δε της Εκκλησίας αποστάντες, ουκ έτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος αφ’ εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν». Δηλαδή, όσοι απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία, λόγω διαφοράς πίστεως, έχασαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορούν να την μεταδώσουν, γιατί διακόπηκε η αποστολική διαδοχή. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρατηρεί: «Καθώς εν μέλος κοπή από το σώμα, νεκρούται παρευθύς με το να μη μεταδίδεται πλέον εις αυτό ζωτική δύναμις· τοιουτοτρόπως και αυτοί αφ’ ου μίαν φοράν εσχίσθηκαν παρευθύς και την πνευματικήν χάριν και ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος έχασαν, μη μεταδιδομένης ταύτης εις αυτούς δια των αφών και συνδέσμων, ήτοι δια της κατά Πνεύμα ενώσεως».

Επομένως, εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν ενεργούν μυστήρια, ούτε υπάρχει ιεροσύνη, ούτε γίνεται αληθής θεία Λειτουργία. Σε αυτό το σημείο στηρίζονται και όλοι οι ιεροί Κανόνες για την απαγόρευση της συμπροσευχής με αιρετικούς. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τηρεί αυτήν την αρχή στην πράξη και αυτό φαίνεται από το εξής απλό γεγονός. Όταν ένας Παπικός «Ιερέας» ή «Επίσκοπος» θέλει να γίνει Ορθόδοξος, δεν δεχόμαστε την «ιεροσύνη» που είχε, αλλά τον ξαναχειροτονούμε. Ακόμη δε αυτό γίνεται και με τους σχισματικούς, με τους οποίους δεν έχουμε διαφορά στο δόγμα, αλλά διαφορά «σε κάποια ζητήματα εκκλησιαστικά και ευκολοϊάτρευτα». Και σε αυτούς η Εκκλησία δεν δέχεται την «ιεροσύνη» τους, όταν έρχονται στην Εκκλησία, αλλά τους ξαναχειροτονεί, όπως έκανε πρόσφατα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επειδή πάσχει η κανονικότητα της Αρχιεροσύνης των «Αρχιερέων» που τους χειροτόνησαν. Αυτό σημαίνει ότι εάν ο Πάπας μετανοήσει και θελήσει να γίνει Ορθόδοξος, τότε, επανερχόμενος στην Εκκλησία, πρέπει να ξαναχειροτονηθεί, αφού κατά τον Αριστηνό «αιρετικός, ο κατά την πίστιν αλλότριος· ο δε κατά τι ιάσιμον ζήτημα, σχισματικός».

Αυτή είναι η βασική εκκλησιολογική θέση όπως την εκφράζει ο Μ. Βασίλειος και η όλη πρακτική της Εκκλησίας. Εφ’ όσον δεν δεχόμαστε την «ιεροσύνη» των αιρετικών, δεν δεχόμαστε και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την «ιεροσύνη» τους. Γι’ αυτόν τον λόγο και ο Πάπας δεν θεωρείται διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, έστω και αν στην σημαία του Βατικανού τίθενται τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών, με την παρερμηνεία που δίδουν οι Παπικοί στον σχετικό λόγο του Χριστού (Ματθ. 16. 13-20).

Γενικά, πρέπει να πούμε ότι το Βατικανό δεν είναι Εκκλησία, αλλά ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα, ευρισκόμενο εκτός της Εκκλησίας, και ο Πάπας, καθώς και όλοι οι «Κληρικοί» του Βατικανού δεν είναι διάδοχοι των Αποστόλων, δεν έχουν αποστολική παράδοση και διαδοχή. Επομένως, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι και Ρωμαίοι – Ρωμηοί, δηλαδή απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και Καθολικοί, δηλαδή Ορθόδοξοι, διότι ο όρος Καθολικός δηλώνει το καθ’ όλου, το Ορθόδοξο. Οι Παπικοί είναι Φραγκολατίνοι, μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους, καθώς επίσης και αιρετικοί.

Σε καιρό συγχύσεως, όπως η εποχή μας, πρέπει να είμαστε ομολογητές της Πίστης, μάρτυρες της αληθείας και ποιμένες που θα ποιμαίνουμε τον λαό του Θεού με κριτήρια και προϋποθέσεις εκκλησιολογικές, οι οποίες μόνο τότε οδηγούν στην σωτηρία.

3.- Παπική εξουσία

Πως μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την εξουσία του Πάπα; Δηλ. είναι εκκλησιαστικός ή πολιτικός ηγέτης; Κατ’ αρχάς, είναι γνωστόν ότι ο Πάπας είναι ο επικεφαλής όλης της «Καθολικής Εκκλησίας». Όμως δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε εκκλησιαστικό ηγέτη, ακριβώς γιατί με την αίρεση του Filioque και την αίρεση περί κτιστής Χάριτος του Θεού, έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία, μετά από τις αποφάσεις της Η΄ και Θ΄ Οικουμενικές Συνόδους. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να ονομασθεί εκκλησιαστικός ηγέτης, αλλά θρησκευτικός ή Χριστιανικός, από την άποψη ότι ηγείται μιας μεγάλης χριστιανικής ομάδας – ομολογίας. Εκείνο όμως που είναι βέβαιο και αποδεκτό από όλους είναι ότι ο Πάπας είναι σαφώς πολιτικός ηγέτης, αφού προΐσταται του Κράτους του Βατικανού, που είναι το μικρότερο κράτος στον κόσμο.

Ο Πιπίνος ο Βραχύς, πατέρας του Καρλομάγνου, έδωσε στον Πάπα Στέφανο Γ΄, ως ανταμοιβή για την βοήθειά του να γίνει Βασιλέας των Φράγκων, το Δουκάτο της Ρώμης, το εξαρχάτο της Ραβέννας και την Πεντάπολη. Μάλιστα με δύο εκστρατείες (754 και 756) που έκανε εξεδίωξε από τα μέρη αυτά τους Λογγοβάρδους, και κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδρύθηκε το παπικό κράτος. Στα νεότερα χρόνια, το 1929, το Βατικανό (περιφέρεια διαμέτρου πέντε χιλιομέτρων) και το Λατερανό (περιφέρεια διαμέτρου ενός περίπου χιλιομέτρου) αναγνωρίσθηκε από την Κυβέρνηση της Ιταλίας ως ανεξάρτητο παπικό Κράτος. Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ δικαιολόγησε την πράξη αυτή, του να είναι αρχηγός Κράτους, με την άποψη ότι «ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους».

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κοσμικό κράτος, για μια θεοκρατία, στην οποία διασώζονται τα απομεινάρια του φράγκικου φεουδαλισμού, που βασάνισε την Ευρώπη πολλούς αιώνες, με τραγικές επιπτώσεις στον κοινωνικό τομέα. Και ενώ μερικοί πολεμούν την φεουδαλιστική αντίληψη με την φασιστική νοοτροπία της και ενώ βδελύσσονται την θεοκρατία, εν τούτοις δέχονται την νοοτροπία του Βατικανού και το κοσμικό κράτος του. Και φυσικά επιθυμούν την επίσκεψη του Πάπα ως αρχηγού Κράτους. Όμως ο Πάπας δεν επιθυμεί να εμφανίζεται μόνον ως πολιτικός ηγέτης, αλλά κυρίως και ως θρησκευτικός.

Πάντως, πρέπει να προσέξουμε την σκέψη για την ίδρυση του Παπικού Κράτους, ότι ο Πάπας, επειδή είναι αντιπρόσωπος του Χριστού στην γη, δεν μπορεί να είναι υπήκοος σε κανένα άλλο επίγειο κοσμικό κράτος. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία λέμε ότι ο κάθε Επίσκοπος δεν είναι αντιπρόσωπος του Χριστού, ωσάν ο Χριστός να έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά του σε άλλους και Εκείνος κατοικεί στους ουρανούς, αλλά ότι είναι το μυστήριο της αισθητής παρουσίας του Χριστού στη γη. Επίσης, είναι φοβερή η σκέψη ότι, ενώ ο Χριστός υπήρξε κατ’ άνθρωπον υπήκοος κάποιου κράτους, και μάλιστα δέχθηκε να απογραφεί και να τηρεί την σχετική νομοθεσία, και ενώ οι άγιοι Πατέρες υπήρξαν υπήκοοι σε κάποιο κράτος, πέρα του ότι είναι πολίτες της βασιλείας του Θεού, αφού δεν αρνούντο την εγκόσμια υπηκοότητά τους, εν τούτοις ο Πάπας δεν μπορεί να είναι υπήκοος κάποιου επιγείου κράτους! Πως λοιπόν, ορισμένοι δέχονται όλες αυτές τις συνέπειες αυτής της νοοτροπίας, ήτοι την θεοκρατία, τον φεουδαλισμό και την αλαζονεία ενός ανθρώπου;

4.- Βασικές διαφορές

Τα βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού αναφέρονται και καταγράφονται σε γενικές γραμμές παρακάτω, ενώ τα επί μέρους στοιχεία θα αναλυθούν σε ξεχωριστή ενότητα.

  1. Οι Επίσκοποι της Παλαιάς Ρώμης, παρά τις μικρές και μη ουσιαστικές διαφορές, είχαν πάντοτε κοινωνία με τους Επισκόπους της Νέας Ρώμης και τους Επισκόπους της Ανατολής μέχρι το 1009-1014, όταν για πρώτη φορά κατέλαβαν τον θρόνο της Παλαιάς Ρώμης οι Φράγκοι Επίσκοποι. Μέχρι το 1009 οι Πάπες της Ρώμης και οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν ενωμένοι στον κοινό αγώνα εναντίον των Φράγκων Ηγεμόνων και Επισκόπων, αλλά και των κατά καιρούς αιρετικών.
  2. Οι Φράγκοι στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 καταδικάσαν τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων. Επίσης το 809 οι Φράγκοι εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, την διδασκαλία δηλαδή περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Αυτήν την εισαγωγή καταδίκασε τότε και ο ορθόδοξος Πάπας της Ρώμης Λέων Γ΄. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ορθοδόξου Πάπα της Ρώμης Ιωάννη Η΄, καταδίκασαν όσους είχαν καταδικάσει τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και όσους προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Όμως για πρώτη φορά ο Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ΄ το 1009 στην ενθρονιστήρια επιστολή του προσέθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque και ο Πάπας Βενέδικτος Η΄ εισήγαγε το πιστεύω με το Filioque στην λατρεία της Εκκλησίας, οπότε ο Πάπας διεγράφη από τα δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
  3. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού βρίσκεται στην διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ενώ οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει άκτιστη ουσία και άκτιστη ενέργεια και ότι ο Θεός έρχεται σε κοινωνία με την κτίση και τον άνθρωπο με την άκτιστη ενέργειά Του, εν τούτοις οι Παπικοί πιστεύουν ότι στον Θεό η άκτιστη ουσία ταυτίζεται με την άκτιστη ενέργειά Του (actus purus) και ότι ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση και τον άνθρωπο δια των κτιστών ενεργειών Του, δηλαδή ισχυρίζονται ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες. Οπότε η Χάρη του Θεού δια της οποίας αγιάζεται ο άνθρωπος θεωρείται ως κτιστή ενέργεια. Αλλά έτσι δεν μπορεί να αγιασθεί. Από αυτήν την βασική διδασκαλία προέρχεται η διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού, το καθαρτήριο πυρ, το πρωτείο του Πάπα κ.λπ.
  4. Εκτός από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στο Θεό, υπάρχουν άλλες μεγάλες διαφορές, που έγιναν κατά καιρούς αντικείμενα θεολογικών διαλόγων, ήτοι:

– το Filioque, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό με αποτέλεσμα να μειώνεται η μοναρχία του Πατέρα, να καταργείται η τέλεια ισότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδας, να μειώνεται ο Υιός κατά την ιδιότητά Του να γεννά, εάν υπάρχει ενότητα μεταξύ Πατρός και Υιού, να υποτιμάται το Άγιο Πνεύμα ως μη ισοδύναμο και ομόδοξο με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, αφού παρουσιάζεται ωσεί «πρόσωπο στείρο».

– η χρησιμοποίηση άζυμου άρτου στην θεία Ευχαριστία που παραβαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός τέλεσε το μυστικό δείπνο.

– ο καθαγιασμός των «τιμίων δώρων» που γίνεται όχι με την επίκληση, αλλά με την απαγγελία των ιδρυτικών λόγων του Χριστού «λάβετε φάγετε… πίετε εξ αυτού πάντες…»,

– η θεωρία ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη, που παρουσιάζει τον Θεό Πατέρα ως φεουδάρχη και παραθεωρεί την Ανάσταση,

– η θεωρία περί της “περισσευούσης αξιομισθίας” του Χριστού και των αγίων που την διαχειρίζεται ο Πάπας,

– ο χωρισμός και η διάσπαση μεταξύ των μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, και θείας Ευχαριστίας,

– η διδασκαλία περί της κληρονομήσεως της ενοχής του προπατορικού αμαρτήματος,

– οι λειτουργικές καινοτομίες σε όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ιεροσύνη, Εξομολόγηση, Γάμος, Ευχέλαιον),

– η μη μετάληψη των λαϊκών από το «Αίμα» του Χριστού,

– το πρωτείο του Πάπα, κατά το οποίο ο Πάπας είναι ο «episcopus episcoporum» και η πηγή της ιερατικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας, είναι η αλάθητη κεφαλή και ο Καθηγεμόνας της Εκκλησίας, «κυβερνώντας αυτήν μοναρχικώς ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γης» (Ι. Καρμίρης). Με αυτήν την έννοια ο Πάπας θεωρεί τον εαυτό του διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίον υποτάσσονται οι άλλοι Απόστολοι, ακόμη και ο Απόστολος Παύλος,

– η μη ύπαρξη συλλειτουργίας κατά τις λατρευτικές πράξεις,

– το αλάθητο του Πάπα,

– το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου και γενικά η Μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα,

– οι θεωρίες της analogia entis και analogia fidei που επικράτησαν στον δυτικό χώρο.

– η συνεχής πρόοδος της Εκκλησίας στην ανακάλυψη των πτυχών της αποκαλυπτικής αλήθειας,

– η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού,

– η άποψη περί της ενιαίας μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού και των κτισμάτων, η οποία οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης.

  1. Επίσης, η μεγάλη διαφοροποίηση, η οποία δείχνει τον τρόπο της θεολογίας βρίσκεται και στην διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ησυχαστικής θεολογίας. Στην Δύση αναπτύχθηκε ο σχολαστικισμός, ως προσπάθεια διερεύνησης όλων των μυστηρίων της πίστης με την λογική (Άνσελμος Καντερβουρίας, Θωμάς Ακινάτης), ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί ο ησυχασμός, δηλαδή η κάθαρση της καρδιάς και ο φωτισμός του νου, για την απόκτηση της γνώσης του Θεού. Ο διάλογος μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του σχολαστικού Βαρλαάμ είναι χαρακτηριστικός και δείχνει την διαφορά.
  2. Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι, ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία «η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται». Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως «συνέδρια του Χριστιανισμού που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα». Αρκεί να βγει ο Πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή παύει να έχει κύρος. Ο Επίσκοπος Μαρέ έγραψε: «θα ήταν πιο ακριβείς οι ΡΚαθολικοί αν εκφωνώντας το «Πιστεύω» έλεγαν: «καί εις έναν Πάπαν» παρά να λένε: «και εις μίαν….. Εκκλησίαν».

Επίσης, η σημασία και ο ρόλος των Επισκόπων μέσα στην Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπηση της παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι Επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί. Στην παπική εκκλησιολογία ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι «η αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους επισκόπους. Μονάχα η παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποίαν βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες». Μέσα σε αυτήν την προοπτική υποστηρίζεται από την παπική «Εκκλησία», ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διιστάμενες και έχουν ελλείψεις και κατά οικονομίαν μας δέχονται σε κοινωνία, και βέβαια κατ’ οικονομίαν μας δέχονται και ως αδελφές Εκκλησίας, επειδή αυτή αυτοθεωρείται ως μητέρα Εκκλησία και εμάς μας θεωρούν θυγατέρες Εκκλησίες.

  1. Το Βατικανό είναι κράτος και ο εκάστοτε Πάπας είναι ο ηγέτης του Κράτους του Βατικανού. Πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Το Κράτος του Βατικανού ιδρύθηκε το 754 από τον Πεπίνο τον Βραχύ, πατέρα του Καρλομάγνου και στην εποχή μας αναγνωρίσθηκε το 1929 από το Μουσολίνι. Είναι σημαντική η αιτιολογία της ανακηρύξεως του Παπικού Κράτους, όπως το υποστήριξε ο Πίος ΙΑ΄: «ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους». Ο Χριστός ήταν υπήκοος επιγείου κράτους, ο Πάπας δεν μπορεί να είναι! Η παπική εξουσία συνιστά θεοκρατία, αφού η θεοκρατία ορίζεται ως ταύτιση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικά κράτη στον κόσμο είναι δυο, το Βατικανό και το Ιράν.

Είναι χαρακτηριστικά τα όσα υποστήριξε στον ενθρονιστήριο λόγο του ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (1198-1216): «Αυτός που έχει τη νύμφη είναι ο νυμφίος. Αλλά η νύμφη αυτή (η Εκκλησία) δε συνεζεύχθη με κενά τα χέρια, αλλά πρόσφερε σε μένα ασύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. την πληρότητα των πνευματικών αγαθών και την ευρύτητα των κοσμικών, το μεγαλείο και την αφθονία αμφοτέρων….. Σαν σύμβολα των κοσμικών αγαθών μου έδωσε το Στέμμα, τη Μίτρα υπέρ της Ιεροσύνης, το Στέμμα για τη βασιλεία και με κατέστησε αντιπρόσωπο Εκείνου, στο ένδυμα και στο μηρό του οποίου γράφτηκε: ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων!».

Επομένως, υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και στην Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας». Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται, ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώσει ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός της Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος – αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γη, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος να αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς!

1.5.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ      

Θεία Κοινωνία (Ο Χριστός κοινωνάει τον Παύλο)

ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ

Τα της συχνότητας της θ. κοινωνίας επεξεργάζονται οι εξής κανόνες της Εκκλησίας: θ΄ Αποστολικός, ξς΄ και ρβ΄ της Πενθέκτης Οικουμενικής, β΄ της Αντιόχειας, γ΄ της Νεοκαισαρείας, οδ΄ Μ. Βασιλείου, γ΄ και ιγ΄ Τιμοθέου Αλεξανδρείας (ΠΗΔΑΛΙΟ):

 

            1/ Για όλους τους πιστούς, που δεν έχουν επιτίμιο από πνευματικό.

 

Η θ. κοινωνία επιβάλλεται σε όλους τους πιστούς (τους μη έχοντες επιτίμιο), τους μετέχοντες στη θ. λειτουργία, οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας: «Πάντας τους εισιόντας πιστούς, και των Γραφών ακούοντας, μη παραμένοντας δε τη προσευχή, και τη αγία Μεταλήψει, ως αταξίαν εμποιούντας τη Εκκλησία, αφορίζεσθαι χρη» (θ΄ Αποστολικός).

 

Με τον κανόνα αυτόν κανονίζεται, ότι όλοι εκείνοι που μπαίνουν στην Εκκλησία, για να συμμετάσχουν στη θ. λειτουργία, ακούν τις άγιες Γραφές και αποφεύγουν τη θ. μετάληψη (από ευλάβεια ή ταπεινοφροσύνη) πρέπει να αφορίζονται. Σύμφωνα και με τους υπόλοιπους κατωτέρω αναφερόμενους κανόνες, πρέπει να μεταλαμβάνουν συνεχώς και αδιαλείπτως, κάθε φορά που συμμετέχουν στη θ. λατρεία.

 

Ο άγιος Αμβρόσιος λέγει γι’ αυτούς που δεν κοινωνούν καθημερινά: «Ο Θεός έδωσεν εις ημάς τον άρτον τούτον καθημερινώς και ημείς ποιούμεν αυτόν ενιαύσιον». Εξ άλλου η Κυριακή προσευχή, αυτό επισημαίνει: «….. τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον…..» (Ματθ. 6. 9-13) και: «….. τον άρτον ημών τον επιούσιον δίδου ημίν το καθ’ ημέραν…..» (Λουκ. 11. 2-4). Το ίδιο απαιτεί και ο Ι. Χρυσόστομος περί της συνεχούς θ. κοινωνίας (λόγος η΄ προς Ρωμαίους, λόγος ιζ΄ και ιη΄ προς Εβραίους, λόγος ε΄ στις Πράξεις, λόγος α΄ προς Τιμόθεον, λόγος γ΄ προς Εφεσίους, λόγος κη΄ προς Α΄ Κορινθίους, λόγος προς Φιλογόνιο και λόγος περί νηστείας). Το αυτό πραγματεύεται και ο Μ. Βασίλειος στην επιστολή του προς την Πατρικίαν Καισαρίαν και στον α΄ λόγο, περί βαπτίσματος. Αλλά και οι ευχές της θ. λειτουργίας σ’ αυτό προτρέπουν. Εξ άλλου και ο ιερέας καλεί στη θ. κοινωνία να προσέλθουν οι πιστοί, που έχουν φόβο Θεού, πίστη στο Χριστό και αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον.

 

Τα αυτά διαλαμβάνει και ο β΄ κανόνας της Συνόδου της Αντιόχειας: «Πάντας τους εισιόντας εις την Εκκλησίαν, και των ιερών Γραφών ακούοντας, μη κοινωνούντας δε ευχής άμα τω λαώ, ή αποστρεφομένους την μετάληψιν της Ευχαριστίας, κατά τινα αταξίαν, τούτους αποβλήτους γίνεσθαι της Εκκλησίας, έως αν εξομολογησάμενοι και δείξαντες καρπούς μετανοίας και παρακαλέσαντες, τυχείν δυνηθώσι συγγνώμης…..». Δηλ. όσοι πιστοί πηγαίνουν στην Εκκλησία, ακούουν τις Γραφές και δεν συμπροσεύχονται ή δεν μεταλαμβάνουν, όχι για καμιά εύλογη αιτία, αλλά από ταπείνωση και ευλάβεια τάχα, αποφεύγοντες αυτήν, αφορίζονται της Εκκλησίας μέχρι να τύχουν συγχώρησης.

 

Επί πλέον, κατά την Διακαινήσιμο εβδομάδα, οι πιστοί θα πρέπει να συμμετέχουν καθημερινά στη θ. λατρεία και να κοινωνούν καθημερινά, επειδή όλη αυτή η εβδομάδα θεωρείται Κυριώνυμος ημέρα: «Από της αγίας αναστασίμου Χριστού του Θεού ημών ημέρας, μέχρι της καινής Κυριακής, την όλην εβδομάδα….. τη των Θείων Γραφών αναγνώσει προσέχοντας, και των αγίων μυστηρίων κατατρυφώντας…..».(ξς΄ Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).

 

2/ Για τους εγγάμους πιστούς

 

Οι έγγαμοι πιστοί κοινωνούν, όπως και οι υπόλοιποι πιστοί, απέχοντες βέβαια της προς αλλήλους κοινωνίας και αναγκαστικά τα Σάββατα και τις Κυριακές, όπου μεταλαμβάνουν, αλλά ακόμη και στις ημέρες εορτών (ιγ΄ κανόνας Τιμοθέου Αλεξανδρείας).

 

3/ Για τους δαιμονιζομένους

 

            Ο δαιμονιζόμενος δύναται να κοινωνεί κάθε Κυριακή, όχι βέβαια τις καθημερινές, αρκεί να μην βλασφημεί τα άγια μυστήρια (γ΄ κανόνας Τιμοθέου Αλεξανδρείας). Η θ. κοινωνία δίδεται στους δαιμονιζομένους, για καθαρισμό της ψυχής και του σώματος και εις κατάφλεξη του πονηρού πνεύματος, του εγκαθημένου εις τα μέλη του σώματος του ανθρώπου. Όταν εμποδίζουμε την κοινωνία από τους δαιμονιζομένους, δίδομεν άδεια εις τον δαίμονα συχνότερα και βαθύτερα να τους ενεργεί, ως στερουμένους της εκ της θ. Κοινωνίας διδομένης βοηθείας του Θεού (άγιος Κασσιανός).

 

            4/ Για τους τριγάμους

 

Για τους τριγάμους, η θ. κοινωνία επιτρέπεται μόνον τρεις φορές το χρόνο, την Ανάσταση, τα Χριστούγεννα και την Κοίμηση της Θεοτόκου, αν είναι 30 ετών δίγαμοι και χωρίς παιδιά και τελέσουν τρίτο γάμο. Όταν είναι 40 ετών δίγαμοι, χωρίς παιδιά και τελέσουν τρίτο γάμο, τότε να κοινωνούν μια φορά το χρόνο, την Ανάσταση. Ο πάνω από 45 ετών δίγαμος και χωρίς παιδιά απαγορεύεται να τελέσει τρίτο γάμο (γ΄ κανόνας Συνόδου Νεοκαισαρείας).

 

5/ Για τους έχοντες επιτίμιο από πνευματικό

 

Οι κανόνες δίνουν στους πνευματικούς την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν με τα διάφορα επιτίμια, ανάλογα με τον αν υπάρχουν θανάσιμα ή συγγνωστά αμαρτήματα, την διάθεση του αμαρτωλού προς μετάνοια, την μεγαλοψυχία ή μικροψυχία αυτού, πάντοτε προσέχοντας να μην απολεσθεί ο πιστός, λαμβάνοντας υπόψη τη διάθεση και την κλίση του αμαρτωλού. Ο πνευματικός επιμετρά το έλεος και προσέχει να μην κάνει χειρότερη την πληγή, αλλά να σκοπεύει στην ιατρεία του αμαρτωλού, μη ρίπτοντας σ’ αυτόν βαρειά επιτίμια (ρβ΄ κανόνας Πενθέκτης Οικουμενικής, οδ΄ κανόνας Μ. Βασιλείου).

 

Όλοι οι κανόνες αναφέρουν επιτίμια ανάλογα με την βαρύτητα του αμαρτήματος, τα δε επιτίμια είναι διάφορα, όπως προσευχή, γονυκλισία, παραμονή με τους προσκλαίοντας, απαγόρευση τη θ. κοινωνίας κ.ά. Βέβαια, πουθενά δεν αναφέρεται απαγόρευση της θ. κοινωνίας, χωρίς να υπάρχει σχετικό επιτίμιο.

 

20.4.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

Τότε και τώρα: Η αίρεση της εικονομαχίας και η παναίρεση του οικουμενισμού

.

198405g-eikonomakhia_0

Η αίρεση της εικονομαχίας, ως γνωστόν, ταλάνισε την αυτοκρατορία επί 120 ολόκληρα χρόνια! Αιρετικοί αυτοκράτορες και πατριάρχες διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, τρομοκρατώντας το Ορθόδοξο ποίμνιο με φυλακίσεις, με ξυλοδαρμούς, με εξορίες, με αφορισμούς και καθαιρέσεις.

Το τίμημα της αντίστασης στις απαιτήσεις των αιρετικών εικονομάχων το πλήρωσε ολόκληρος ο λαός, αλλά τις πιο σφοδρές και απάνθρωπες διώξεις δέχθηκαν οι μοναχοί, οι παπάδες και οι Ορθόδοξοι επίσκοποι και πατριάρχες.

Ο Λέων ο Αρμένιος υπήρξεν ένας από τους πλέον σκληρούς και ανάλγητους εικονομάχους αυτοκράτορες. Η μανία του εναντίον των ιερών εικόνων και κατά συνέπεια εναντίον των πιστών Ορθοδόξων Χριστιανών περιγράφεται στις πηγές με τα μελανότερα χρώματα.

Στα 815 απομακρύνει διά της βίας από τον πατριαρχικό θρόνο τον Ορθόδοξο πατριάρχη Νικηφόρο και στην θέση του τοποθετεί τον εικονομάχο Θεόδοτο.

Διατάζει όλους τους επισκόπους και τους ηγουμένους των μοναστηριών να κατεβάσουν τα εικονίσματα από τους ναούς και να πάψουν να μιλάνε στον λαό για το θέμα των εικόνων.

Οι επίσκοποι, που δεν συμμορφώνονται με τις αιρετικές του αποφάσεις, καθαιρούνται και όλοι εκείνοι οι μοναχοί, που αντιστέκονται στις αιρετικές του υποδείξεις, οδηγούνται στην εξορία.

Ειδικός απεσταλμένος μεταφέρει την βλάσφημη διαταγή του αυτοκράτορα και στον Όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη. Ο αγιασμένος εκείνος ηγούμενος ακούει ατρόμητος τον έπαρχο και με θάρρος αποκρίνεται στις απαιτήσεις του εικονομάχου αυτοκράτορα και του αιρετικού πατριάρχη με τα παρακάτω λόγια:

‘’… ὑμῶν ἤ τοῦ Θεοῦ ἀκούειν’’; Τί συμφέρει στην αθάνατη ψυχή μου; Να πω ναι στις διαταγές τις δικές σας ή να υπακούσω στο θέλημα του Θεού;

‘’Αἱροίμεθα γάρ, ἴστε, τάς γλώσσας πρότερον ἐκτμηθήσεσθαι, ἤ πίστει τῇ καθ’ ἡμᾶς μή ὡς ἔχει συνηγορεῖν…’’. Θέλουμε να ξέρετε, ότι προτιμάμε πρώτα να κοπούν οι γλώσσες μας, παρά να μην υπερασπίσουμε την Ορθόδοξη Πίστη μας.

‘’Ποῦ γάρ εὔλογον ὑμᾶς μέν τά χείρω σπεύδειν κρατύνειν, ἑαυτούς δέ σιωπῇ καθῆσθαι ἐπί τοῖς πολλῷ κρείττοσιν’’; Πού ακούστηκε, ενώ εσείς, που πασχίζετε για το κακό, να κάνετε το παν, εμείς, που κατέχουμε τα αληθινά και τα ανώτερα, να κλείνουμε τα στόματά μας και να μην μιλάμε; Ποιά λογική, μπροστά σε μια αιρετική απαίτηση, μπορεί να πείσει έναν Ορθόδοξο Πιστό να σιωπήσει;

Τότε, η αίρεση της εικονομαχίας. Τώρα, η παναίρεση του οικουμενισμού.

Πάντως τα γεγονότα φαίνεται, πως επαναλαμβάνονται σχεδόν απαράλλαχτα!

Αλήθεια, πόσο παρήγορο είναι, που και στην δική μας εποχή δεν μας έλειψαν οι Θεόδωροι Στουδίτες!

 

 

2/4/2017                                                                                                 Φώτιος Μιχαήλ

ιατρός