«Ροζ χριστιανισμός» ή αλλιώς η αγάπη χωρίς φόβο Θεού

image 1

Τι είναι ο «ρόζ» χριστιανισμός, ποια είναι τα χαρακτηριστικά του και ποιοι οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν από αυτόν;

Κατά τό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνα ὁ βαθυστόχαστος φιλόσοφος θεολόγος Κωνσταντίν ΛΕΟΝΤΙΕΦ παρατήρησε τήν εμφάνιση τοῦ λεγόμενου «ρόζ» χριστιανισμοῦ, τόν ὁποῖο χαρακτήρισε ὡς προεπαναστατική θέση τῆς τότε διανόησης, τῆς ἰντελιγκέντσια, πού ἔθετε τό ἐρώτημα: «Φόβος Θεοῦ; Ποιός φόβος; Γιατί;» Ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι «ΑΓΑΠΗ και μόνο ΑΓΑΠΗ». Μάλιστα, ἀκόμα καί μερικοί ἀντιπρόσωποι τῆς ἱεροσύνης ἐπιπόλαια παρατήρησαν καί χαρακτήρισαν τόν «φόβο Θεοῦ» ὡς ἡμιμάθεια. Ἀλλά ὁ Κύριος ἔκρινε ἀλλιῶς. Ἔτσι, οἱ ἱερομόναχοι ὅσιοι τοῦ σπηλαίου τῆς Ὄπτινα, εὐλόγησαν τόν Κ. ΛΕΟΝΤΙΕΦ νά συνεχίσει τή μελέτη του πάνω στό Θέμα τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ, πού προβάλλει μόνο τήν ἀγάπη.

Στήν ἐποχή τοῦ Κ. ΛΕΟΝΤΙΕΦ ὁ ρόζ χριστιανισμός ἐμφανίζονταν κυρίως στούς παραεκκλησιαστικούς κύκλους τῆς διανόησης. Στή σημερινή ἐποχή ὅμως ἐμφανίζεται πιά καί στούς ἐκκλησιαστικούς κύκλους τῆς ἐκκλησίας. Ἡ ψυχική τάση πού ἐκφράζεται μέ τή φράση: «Ὁ Θεός εἶναι μόνο ἀγάπη καί ποτέ κριτής» σήμερα δυστυχῶς κατέχει νικηφόρα πορεία στόν γήινο κόσμο. Ὁ ρόζ χριστιανισμός θέλει νά ἔχουμε μιά πομπώδη ἀγάπη μέσα μας χωρίς τήν αὐτοθυσία μας ἀπένταντι στό Θεό, χωρίς τή χαλιναγώγηση τῶν παθῶν μας, χωρίς τήν αὐταπάρνησή μας, χωρίς φόβο-σεβασμό στόν Θεό.

Τέτοια εὔκολη συναισθηματική οὐμανιστική ἀγάπη δίνεται ὄχι μέ τή συμμετοχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλά μέ τή συμμετοχή τοῦ ἀντίθετου πνεύματος. Ἡ τάση αὐτή τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κατάσταση τῆς πτώσης μας. Ἀπό αὐτή τήν πτώση πηγάζει ἡ ἐπιθυμία μας γιά μιά θρησκεία πού θά ἔδινε σήμερα στόν κόσμο ἀγάπη, εὐτυχία, χαρά μόνο ἐδῶ στή γήινη ζωή μας.

Ὁ ὅσιος ΠΑÏΣΙΟΣ του ΣΒΕΤΟΓΚΟΡΕΤΣ ἔδωσε τήν ἑξῆς ἑρμηνεία τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ: «Οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά μποροῦν συνεχῶς νά ἁμαρτάνουν, ἀλλά νά ἔχουν ἕναν «αγαθούλη» Θεό πού διαρκῶς νά τούς συγχωρεῖ καί ἐκεῖνοι νά ἐξακολουθοῦν νά ἁμαρτάνουν. Νά κάνουν δηλαδή ὅ,τι θέλουν καί ὁ Θεός νά συγχωρεῖ πάντα λόγῳ τῆς μεγάλης του ἀγάπης, ἀλλά ἐμεῖς νά ἐξακολουθοῦμε νά ζοῦμε μέ τόν ἐγωισμό μας, μέ τίς ἀδικίες μας, ἁμαρτωλά καί χωρίς τύψεις συνείδησης, χωρίς νά προσπαθοῦμε ν’ ἀλλάξουμε, χωρίς τήν ἀληθινή μετάνοια, ὅπως μᾶς ζητᾶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί χωρίς νά ζητοῦμε τήν χάρη Του, μέ προσευχές καί μέ τό γνῶθι σεαυτόν».
Ἔτσι σιγά-σιγά γεννιέται ἕνας Χριστιανισμός μέσα στόν ὁποῖο οἱ βάσεις τῆς ὀρθόδοξης πίστης καλύπτονται σιωπηλά καί τό ὅλον πνεῦμα βεβηλώνεται καί παραμορφώνεται μέχρι τό σημεῖο νά γίνεται ἀγνώριστη ἠ ἔννοια τῆς λέξης ἀγάπη.

Ὁ σύγχρονος ρόζ χριστιανισμός ἔχει τά κάτωθι χαρακτηριστικά συμπτώματα-σημεῖα:
1) Ἀπολογία τῆς ἀγάπης, ἀλλά ἀπόλυτη σιωπή γιά τήν Κρίση τοῦ Θεοῦ, γιά τήν Δευτέρα Παρουσία
2) Ἀφηρημένη δογματική-πλουραλισμός δογμάτων
3) Ἀπώλεια τῆς ἀπόλυτης ἐξ Ἀποκαλύψεως ἀλήθειας μέσα στήν θέση ὅτι κι αὐτό εἶναι ἀλήθεια καί τό ἄλλο. Ἡ ἀλήθεια νοεῖται μόνο σάν πλουραλιστική σύνθεση διαφόρων σχετικῶν καί ἀτομικῶν γραμματολογικῶν διατυπώσεων
4) Ἔλλειψη κατανόησης ἤ ἀπουσία γνώσης τῶν κανόνων τῆς πνευματικῆς ζωῆς
5) Ἀνταλλαγή τῆς προσωπικῆς ἀσκητικῆς ζωῆς μέ ἔντονη καθημερινή ἐξωστρεφή ζωή.
6) Ἄρνηση ὁποιασδήποτε ἀσκητικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καί βίωσης, πού φέρνουν σιγά-σιγά τόν ἄνθρωπο στή θεία χάρη καί τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν εἶναι, ἡ πραγματική ἁγιότητα, αὐτή πού ἀποκτᾶται μόνο μέσα στήν ἐκκλησιαστική χριστιανική λατρευτική ζωή, νά ὑποβιβάζεται, μέ ἐμπαιγμό μάλιστα, στά ὅρια τῆς «ἠθικῆς» τοῦ οὐμανισμοῦ, στά ὅρια τῶν «ὡραίων» ἀνθρωπίνων αἰσθημάτων πού δέν χρειάζονται οὔτε τό φόβο τοῦ Θεοῦ οὔτε τήν ταπείνωση οὔτε τήν ὑπακοή.

Πολλοί ἀπό τούς ὀρθόδοξους πιστούς θερμά ὑποστηρίζουν τή θέση ὅτι «Ὁ Θεός εἶναι καλός καί δέν εἶναι κριτής, ἀλλά μόνο ἀγάπη καί τίποτε ἄλλο». Ἀγνoοῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν λόγο τῶν Εὐαγγελίων, τόν λόγο τῶν Ἁγίων Πατέρων.

Σήμερα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὁ λαός προκαλεῖται νά δεχθεῖ τή θέση αὐτή τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ. Αὐτή ἡ θέση ἀρέσει κατά βάθος, κι ἔτσι πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία, ὄχι για τή συγγνώμη τῶν ἁμαρτιῶν μας οὔτε γιά μιά σεμνή εὐσεβή ζωή χάριν τοῦ Χριστοῦ μας καί τῶν διδαχῶν καί τῶν ἐντολῶν Του, ἀλλά μόνο γιά τήν ἀγάπη Του και τή μακροθυμία Του, πού ὑπάρχει βέβαια, ἀλλά πού ἐμεῖς τήν ἀπαιτοῦμε, πού ἔτσι τό θέλουμε ἤ ἔτσι τό νομίζουμε ὄτι πρέπει νά εἶναι. Γενικά πάνω στό θέμα ὅτι δηλαδή «Ὁ Θεός εἶναι μόνο ἀγάπη καί κανέναν δέν τιμωρεῖ» θά ἦταν ἐνδιαφέρον ἄν μπορούσαμε νά συζητούσαμε μέ τούς κατοίκους τῶν Σοδόμων καί Γομόρων! Ἀλλά ποῦ ’ν’ τους! Ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς τήν φοβερή Κρίση ὁ Θεός εἶναι καί θά εἶναι ὄχι μόνο ἀγάπη ἀλλά καί Κριτής. Γι’ αὐτό καί αὐτή ἡ Κρίση δέν ὀνομάζεται ἄδικα φοβερή. Ἄλλωστε, πρώτη πράξη τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ εκδίωξη τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ἀπό τόν Παράδεισο.

Λογικά, ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ, δέχεται τόν ἀγαπημένο του ἔτσι ὅπως εἶναι καί δέν ἀπαιτεῖ ἀπό αὐτόν νά ἀλλάξει. Ἔτσι καί τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες μου, λέει ὁ ἄνθρωπος, ὁ Θεός δέν θά τά κρίνει, καί δέν χρειάζεται λοιπόν νά πιεστοῦμε νά κάνουμε πράξη τή διδαχή Του ἀπό φόβο καί μόνο. Μέ μιά μόνο προσευχή μου πρός Αὐτόν, ὁ Θεός γίνεται ἀγάπη καί μέ δέχεται στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ ἄνθρωπος νομίζει ὅτι μέ τήν λογική του τά βρίσκει ὅλα. Μερικοί κήρυκες θεολόγοι ἐπίσης ἔχουν τή γνώμη ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται καί μάλιστα τονίζουν ὅτι χωρίς τήν ἀπολογία τῆς ἀγάπης (ἀλλά ἀποσιωπώντας τη φοβερή ἡμέρα τῆς Κρίσεως τοῦ Θεοῦ) δέν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀποστολή τους, δηλαδή ἡ μύηση στόν χριστιανισμό.

Τέτοιος κοσμοπολίτικος χριστιανισμός, ψευτοχριστιανισμός, χωρίς ξεκάθαρο δόγμα, μέ μόνο τό κήρυγμα τῆς ἀγάπης καί χωρίς τό κήρυγμα τοῦ σεβασμοῦ πρός τόν Θεό, τήν υπακοή μέ δέος στίς ἐντολές Του, μπορεῖ μόνο νά ἐπιταχύνει τόν ἀφανισμό τῆς πίστης. Τέτοιος χριστιανισμός εἶναι ἔνοχος ἀπέναντι τοῦ Χριστοῦ. Τότε τό νά θέλει κανείς νά προσεύχεται στόν Θεό δέν ἔχει κανένα νόημα. Ὁ ρόζ χριστιανισμός παραδέχεται μόνο τήν μιά πλευρά τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀγάπης, παραλείποντας τήν πλευρά τῆς ἐξομολόγησης, τῆς μετανοίας, τῆς συγγνώμης, τῆς ὑπακοῆς, τήν προσπάθεια καταπάτησης τῶν παθῶν, τῆς ἀναγνώρισης τῆς ἁμαρτωλότητας τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Κωνσταντίν ΖΑΪΤΣΕΦ ἔγραφε: «Ὅταν θά ἔρθει τό τέλος τῆς κοσμικῆς μας ἱστορίας καί θά μείνει μόνο ὁ Θεός καί μ’ αὐτόν ὅσοι θά μείνουν στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ, στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τότε θά μείνει μόνο ἡ ἀγάπη, διότι κάθε ἄλλο θά ἔχει καταργηθεῖ. Θά καταργηθοῦν μάλιστα καί οἱ ἀνώτερες χριστιανικές μας ἀρετές τῆς πίστης καί τῆς ἐλπίδας, γιατί θά μείνουν χωρίς σκοπό πιά σέ σχέση μέ τή «συμφωνία» μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων γιά τήν πραγματοποίηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀληθινή καί γνήσια χριστιανική ἀγάπη καί ὄχι ἡ «ρόζ» συναισθηματική ἀλλά οὐμανιστική, εἶναι ἡ τέλεια κλίμακα τῆς πνευματικῆς ἀνάβασης (ἀνατολῆς) πρός τή θέωση, πρός τόν τελικό σκοπό μας.

Ὁ πατέρας Γεώργιος ΜΠΕΛΑΝΤΟΥΡΩΦ ἀπό τήν πόλη ΝΤΒΕΡ σημειώνει: «Τό ὅτι ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀφοῦ ἔστειλε τόν μονογενῆ Υἱό Του γιά τή σωτηρία μας». Ἀλλά πῶς νά ἑρμηνεύσουμε τότε τόν γνωστό λόγο τοῦ Θεοῦ ὅτι «Αὐτόν πού ἀγαπῶ αὐτόν καί παιδεύω» καί ὁ ὁποῖος αὐτός λόγος ἐκφράζει ἐπίσης τήν θεϊκή ἀγάπη στόν ἄνθρωπο; Ἀλλά μήπως καί ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἕνα εἶδος Κρίσης, ἀφοῦ μᾶς προειδοποιεῖ κάθε μέρα, στέλνοντάς μας ἐπιτυχίες, ἐλπίδες καί χαρές, ἀλλά καί λύπες, ἀρρώστειες, στενοχώριες καί θανάτους; Ἀλλά καί πάλι, πλούσια τά ἐλέη Του, γιά νά Τόν εὐχαριστοῦμε καί νά Τόν δοξάζουμε. Ἐμεῖς ὅμως τίς περισσότερες φορές παραλείπουμε τίς εὐχαριστίες καί δοξολογίες πρός Αὐτόν. Ἄν δέν ζοῦμε χριστιανικά, πνευματικά, δέν θά καταλαβαίνουμε τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

Γι’ αὐτό δέν ἀμφιβάλλουμε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά ὑποστοῦν καί τή μεγάλη Κρίση Του, ἀφοῦ ὁ ἴδιος τό εἶπε. Ἀλλά εἶναι δυνατόν ποτέ η κρίση τοῦ Θεοῦ νά γίνει χωρίς τήν ἀγάπη Του; Ἀδύνατον!

Κι ὅλοι θά μποῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν; Καί οἱ καλοί καί οἱ κακοί; Καί οἱ ἀγαθοεργοί καί οἱ ἐλεήμονες καί οἱ γενναιόδωροι; Καί οἱ ἄπληστοι καί οἱ τσιγγούνηδες καί οἱ λαίμαργοι; Καί οἱ ἐκμεταλλευτές κι οἱ σκληροί τῃ καρδίᾳ καί οἱ ἐγκληματίες καί ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι; Ὄχι βέβαια, ἐκεῖ, στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δέν εἶναι δυνατόν, -ἀφοῦ τό εἶπε ὁ Κύριος-, νά μήν ὑπάρξει δικαιοσύνη και ἀγάπη.

Δοξασμένο τό ὄνομα τοῦ Κυρίου.

– ΑΜΗΝ –

Ἆρθρο τοῦ Βιατσεσλάβ Μάλτσεφ (εφημερίδα «Ορθόδοξη Αγία Πετρούπολη»)

Θεοφόροι, φορεῖς Θεοῦ…(Virgil  Georghiou)

Ἦταν λοιπόν Κυριακή, καί ὕστερα ἀπό τήν θεία Λειτουργία. Καθόμουν καί παρατηροῦσα τούς χωρικούς, ὅπως ἔβγαιναν ἀπό τό ναό. Ὁ πατέρας μου στεκόταν στά σκαλοπάτια καί χαιρετοῦσε τόν καθένα τους.

Ὅλο τό χωριό βρισκόταν ἐκεῖ, γιατί τίς Κυριακές κανείς δέν χάνει τήν θεία Λειτουργία. Ἐκκλησιάζονταν καί γέροντες βουνίσιοι μέ πάλλευκη γενειάδα, πού θύμιζαν πατριάρχες τῆς Βίβλου, γυναῖκες, ἄνδρες, παιδιά, μέ κυριακάτικες στολές, λινές ἤ μάλλινες, κατάλευκες πάντα, ὅπως τό γάλα ἤ ὅπως τό χιόνι.

Λευκό εἶναι τό ἐθνικό χρῶμα τῆς Πετροντάβα. Λευκό πάντα, γιά ὅλες τίς ἡλικίες, γιά ὅλα τά φύλα. Λευκό στά ροῦχα πού ὅμως ἡ καθαρότητά του δέν συγκρινόταν μέ τήν καθαρότητα τῶν βλεμμάτων τῶν πιστῶν πού τά φοροῦσαν.

Καθώς ἔβγαιναν ἀπό τήν θεία Λειτουργία οἱ πιστοί ἔδειχναν μεταμορφωμένοι, καθαρισμένοι ἀπό κοσμικές ἔγνοιες, ἁγιασμένοι. Καί κάτι περισσότερο ἀπό ἁγιασμένοι, θεωμένοι… Ἤξερα τό γιατί. Γιατί τά πρόσωπά τους ἦταν ἔτσι ὡραῖα, γιατί τά βλέμματα τόσο φωτεινά, γιατί οἱ ἄσχημες γυναῖκες ὀμόρφαιναν, τά μέτωπα τῶν σκληροτράχηλων ξυλοκόπων ἄστραφταν φῶς, λές καί φόρεσαν φωτοστέφανο, τά παιδάκια θύμιζαν ἀγγέλους.

Βγαίνοντας ἀπό τή θεία Λειτουργία, ἄντρες καί γυναῖκες, μεταμορφώθηκαν σέ Θεοφόρους, ἔφεραν δηλαδή τόν Θεό. Εἶχαν κοινωνήσει καί μέσα στίς φλέβες τους ἔρρεε τό αἷμα τοῦ Θεοῦ.

Τέκνα Θεοῦ τώρα, θεωμένοι. Οἱ ἄνθρωποι τοῦτοι, χωρικοί ἄξεστοι, ἐξαθλιωμένοι καί πένητες, ἤξεραν τί ἦταν, γι’ αὐτό προσεύχονταν πρίν κοινωνήσουν καί ἔλεγαν: Κύριος, ὁ Θεός μου, οἶδα, ὅτι οὐκ εἰμί ἄξιος οὐδέ ἱκανός, ἴνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθης τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς… Καί ὡς κατεδέξω ἐν σπηλαίῳ καί φάτνῃ ἀλόγων… καί ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ… οὕτω κατάδεξαι εἰσελθεῖν εἰς τόν οἶκον τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς, τοῦ λεπροῦ καί ἁμαρτωλοῦ.

Καί μέ τή θεία Μετάληψη ὁ Θεός εἶχε εἰσέλθει «ὑπό τήν στέγην» κάθε ψυχῆς μέσα σέ ὅλες τίς ψυχές τῶν συχωριανῶν μας, πού βγαίνοντας ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία ἔφεραν πιά τόν Θεό ἐντός τους, καί βημάτιζαν προσεχτικά ὅπως βηματίζουμε ὅταν μεταφέρουμε ἕνα πράγμα πολύτιμο. Θεοφόροι, φορεῖς Θεοῦ.

Ὅταν κάποιος κρατάει ἕνα κερί ἤ μιά λαμπάδα, στό πρόσωπό του ἀντανακλᾶ ἡ φλόγα τους, ἀστράφτει. Ὅταν φέρει κάποιος ἐντός του τόν Θεό, τῶν φώτων τό Φῶς, φωτίζεται ἔσωθεν τόσο, ὥστε ἡ σάρκα του ὅλη, τό κορμί του, μεταμορφώνονται, ὀμορφαίνουν.

Οἱ ἠθοποιοί καθώς ἑρμηνεύουν τό ρόλο τους πάνω στή θεατρική σκηνή μεταμορφώνονται ἐντελῶς, τούς πλημμυρίζει τό φῶς τῶν προβολέων. Μέσα σέ τούτη τήν πλημμυρίδα φωτός δύσκολα θά ἀναγνώριζε ἀκόμα κι ὁ γονιός τόν γιό του ἤ τήν θυγατέρα του, τόσο πολύ ἀλλάζουν.

Τό ἴδιο δύσκολα κι ἐγώ ἀναγνώριζα τούς συχωριανούς μου τήν ὥρα πού βγαίνοντας ἀπό τό ναό μετέφεραν τόν Θεό «ὑπό τήν στέγην» τῆς ψυχῆς τους. Τόσο ὡραῖοι, φωτεινοί, θαυμάσιοι ἔδειχναν τώρα.

Δέν εἶδα ποτέ μου δέρμα, σῶμα, ὡραιότερα ἀπό ἐκεῖνα τῶν θεοφόρων ἀνθρώπων, πού κουβαλοῦσαν τήν ἐκθαμβωτική λάμψη Θεοῦ. Ἀποκτοῦσαν σάρκα θεωμένη, ἀνάλαφρη, δίχως ὄγκο, ἀλλοιωμένη ἀπό τήν ἀνταύγεια τοῦ θείου Πνεύματος.

Καθόμουν καί κοίταζα λοιπόν τίς κινήσεις τῶν θεοφόρων χωρικῶν ἔτσι, ὅπως κοιτάζει ὁ θεατής ἕνα θέαμα. Καί ὅμοια μέ τούς θεατές τῶν θεαμάτων, ἤμουν μαγεμένος.

Ὅλοι οἱ χωρικοί, ἀκτινοβολώντας σάν διαμάντια, βάδιζαν καί πλησίαζαν τόν πατέρα μου, ἔστεκαν μπροστά του, λίγα βήματα πιό πίσω, ἔσκυβαν καί προσκυνοῦσαν, ὅπως τό κάνουμε μπροστά στίς εἰκόνες, κι αὐτό μοῦ φαινόταν ἀπολύτως φυσιολογικό. Γιατί ὁ πατέρας μου ἦταν εἰκόνα.

Κατόπιν οἱ χωρικοί, μέ ἑνωμένες τίς δυό παλάμες σέ σχῆμα ποτηριοῦ, ἔπιαναν τό ἁπλωμένο δεξί χέρι τοῦ πατέρα μου, ὅπως ἀγγίζει κανείς ἅγιο λείψανο καί τό γλυκοφιλοῦσαν, τό ἀσπάζονταν ὅπως φιλοῦμε ἅγιο ἄρτο, τήν ἀναφορά, πρίν τήν βάλουμε στό στόμα καί τή φᾶμε. Ὁ κάθε πιστός, ἀσπαζόμενος τό δεξί του χέρι, πρόφερε:

– Εὐλόγησον, πάτερ.

Κι ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:

– Ὁ Θεός νά σέ εὐλογεῖ, παιδί μου.

(Ἀπό τὴν 25η ὥρα στὴν αἰώνια ὥρα, ἐκδόσεις Ἔλαφος)

http://www.agiazoni.gr


http://paterikos.blogspot.com/2020/08/georghiou-virgil.html#more

Προγαμιαῖες σχέσεις μεταγαμιαίων ἀνθρώπων.(π. Κωνσταντῖνου Στρατηγόπουλου)

Τὸ ἐρωτικὸ πλάσμα

Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι πλάσμα ἐρωτικό. Ἔχει τὴν τάση νὰ κινεῖται πρὸς ἕνωση. Τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο πραγματοποιεῖται ἡ ἕνωση αὐτὴ εἶναι τριπλό. Κινεῖται πρὸς ἕνωση μὲ τὸ Θεό, μὲ τὸ συνάνθρωπο, καὶ ἑνώνει μὲ τὰ ψυχικὰ καὶ διανοητικά του χαρίσματα ὅλες τὶς δυναμικὲς ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν προσωπικότητά του. Πιὸ πρακτικὰ δοσμένο αὐτὸ τὸ σχῆμα θέλει τὸν ἄνθρωπο
α) Νὰ ἔχει ἀναζητήσεις γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο καὶ γιὰ τὰ πέρα ἀπὸ τὴν ὁριζόντια πραγματικότητα
β) Νὰ θέλει νὰ ἔχει κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους
γ) Νὰ προσπαθεῖ νὰ ξεπεράσει τοὺς ἐσωτερικοὺς διχασμοὺς ποὺ τὸν ταράσσουν καὶ τὸν κομματιάζουν.
Ἡ προσπάθεια γιὰ τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ προηγούμενα εἶναι ἐρωτική. Ἡ ἐρωτικὴ πορεία κρύβει πάντα μέσα της μία ἔξοδο. Ἔξοδο πρὸς τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ….
ἀπὸ τὴν ἐγωιστικὴ αὐταρέσκειά μας.

Ἡ βίωση τοῦ ἔρωτα διὰ τοῦ γάμου
Χωρὶς τὴν ἀνακάλυψη καὶ βίωση τοῦ προαναφερομένου τριπλοῦ ἐρωτικοῦ ἐπιπέδου, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μία πρακτικὴ βαθιὰ ἀναπηρία. Ἂν ἀναπτύσσει μέρος μόνο ἀπὸ τὶς ἐρωτικές του δυνατότητες, ζεῖ ἐλλιπεῖς καὶ ἀρρωστημένες τὶς πτυχὲς τῆς προσωπικότητάς του. Ἂν π.χ. κοινωνικοποιεῖται χωρὶς ταυτόχρονη ἀναζήτηση ἐρωτικῆς μορφῆς πρὸς τὸ Θεό, καταλήγει σὲ καρκινογόνο κοινωνικότητα. Ἂν πάλι προσπαθεῖ νὰ ἰσορροπήσει τὶς ἐσωτερικές του ἀντίρροπες δυνάμεις χωρὶς ἔξοδο πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, καταλήγει σὲ ἕνα διαλογιζόμενο ὂν ποὺ ψάχνοντας νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτὸ του χάνει τὸν ὁρίζοντα τοῦ περιβάλλοντός του.

Ὁ ἔρωτας, ἐπειδὴ εἶναι πράξη ζωῆς τριττῶς ἐκφραζομένη, μόνο μὲ ἑνιαία τριπλῆ ἀντιμετώπιση μπορεῖ νὰ βιωθεῖ. Ὅταν λέμε «ἑνιαία τριπλῆ ἀντιμετώπιση» ἐννοοῦμε ἕνα γεγονὸς ποὺ μπορεῖ νὰ ἀναπτύξει ταυτόχρονα καὶ νὰ γιατρέψει τρία παράλληλα καὶ ὁμοειδῆ στοιχεῖα πού, ἐνῶ εἶναι διακρινόμενα στὶς ἐκδηλώσεις τους, ἔχουν κοινὸ παράγοντα ποὺ τὰ τρέφει καὶ τὰ καλλιεργεῖ.

Αὐτὸς ὁ κοινὸς παράγοντας ποὺ ἐνεργοποιεῖ ἰσορροπημένα ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἔρωτα εἶναι ὁ «γάμος». Τὴ λέξη «γάμος» σήμερα τὴν κατανοοῦμε ἀποσπασματικά, ὡς σχέση τοῦ ἀνδρὸς μὲ τὴ γυναίκα. Ἡ γλώσσα ὅμως τῆς Γραφῆς εἶναι πολὺ εὐρύτερη. Ὁ γάμος ὁρίζεται ὡς σχέση Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας. Εἶναι ἕνα μυστήριο πρακτικὸ καὶ ταυτόχρονα ἀκατανόητο. Εἶναι ἡ παρουσία τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ «ὅλως συγκροτεῖ» τὸν ἄνθρωπο σὲ ἐρωτικὴ ἰσορροπία. Ἡ ἀποδοχὴ αὐτοῦ τοῦ δεδομένου τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κάνει τὸν ἄνθρωπο προσωπικότητα ποὺ ζεῖ μέσα ἀπὸ τὸ γάμο. Ποὺ ἀποδέχεται τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκείνη ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐκχύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἔρωτας εἶναι γεγονὸς γαμικὸ καὶ μόνο ὡς τέτοιο προσεγγίζεται. Εἶναι, δηλαδή, γεγονὸς ἰσχυρῆς ἑνώσεως ποὺ μόνο ἀκατάλυτα δεσμὰ μποροῦν νὰ τὸ συγκρατήσουν. Χωρὶς αὐτὲς τὶς δυνάμεις τοῦ γάμου ὁ ἔρωτας δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὶς ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ὑπέρβαση, κοινωνία καὶ ἐσωτερικὴ ἰσορροπία.

Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι, μαζὶ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐρωτικοῦ, καὶ πλάσμα γαμικό. Ἡ σχέση του μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν χαρακτηρίζει. Κανεὶς μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνέραστος ἢ ἀγαμικός. Ὁ μοναχὸς καὶ ὁ παντρεμμένος μέσα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ συνεκτικοῦ δεσμοῦ τοῦ γάμου μποροῦν νὰ εἶναι ὄντως μοναχοὶ καὶ ὄντως ἔγγαμοι. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ὁμιλεῖ γιὰ προγαμιαῖες σχέσεις. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τέτοιο γεγονός. Εἶναι ἀνυπόστατο. Τὸ προγαμιαῖο καταργεῖ τὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζεῖ ὡς ἄνθρωπος.

Ὁ ὁρισμὸς «προγαμιαῖες σχέσεις» θέλει νὰ προσδιορίσει σήμερα τὴν ὕπαρξη γενετησίων σχέσεων ἔξω ἀπὸ τὸ γάμο. Τέτοιοι ὅμως διαχωρισμοὶ εἶναι ἀδύνατοι. Οἱ γενετήσιες σχέσεις ὑπηρετοῦν στὴν πράξη ὡς βιολογικὲς λειτουργίες τὸ ἐρωτικὸ καὶ γαμικὸ στοιχεῖο ὅπως τὸ προσδιορίσαμε. Στὴ μελέτη τοῦ μακρόκοσμου ἕνας ἀστροφυσικὸς θὰ ἔλεγε πὼς εἶναι ἀδύνατο ἕνας κουὰρκ (τὸ μικρότερο τεμάχιο ὕλης ποὺ ὑπάρχει) νὰ βρεθεῖ μόνο του. Εἶναι πάντα δεσμευμένα. Τὸ ἴδιο θὰ λέγαμε συμβαίνει μὲ τὶς γενετήσιες σχέσεις. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀποδεσμεύσει ἀπὸ τὸ γάμο καὶ τὸν ἔρωτα. Κάθε προσπάθεια γιὰ ἀποδέσμευση ἑνὸς κουὰρκ ἀπὸ τὴ δομὴ ἑνὸς πρωτονίου θὰ χρειαζόταν ὑποθετικὰ τόση ἐνέργεια ὅση χρειάζεται γιὰ νὰ καταστρέψουμε τὸ γαλαξία μας, καὶ μπορεῖ, τὸ σύμπαν. Στὴν ἀστροφυσικὴ οἱ ἔννοιες γίνονται κατανοητές.

Στὸ χῶρο ὅμως τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς τὰ πράγματα δὲν φαίνονται καὶ τόσο δύσκολα. Κι ὅμως, εἶναι ἀρκετὴ μία ἀπογυμνωμένη ἀπὸ ἔρωτα καὶ γάμο γενετήσια σχέση νὰ διαλύσει τὶς ἰσορροπίες λειτουργίας τοῦ μυστηρίου ποὺ λέγεται ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πλασμένος.

Τὸ πρόβλημα

Ἡ ἐλλιπὴς βίωση τοῦ ἔρωτα καὶ ἡ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ βαθύτερου καὶ εὐρύτερου νοήματος τοῦ γάμου ὁδηγεῖ σὲ μία βαθμιαία διάβρωση τοῦ ἐρωτικοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται ἀνέραστος, ἐξαρθρώνονται οἱ βασικὲς ἐρωτικές του λειτουργίες στὴν τριπλῆ τους ἔκφραση καὶ ἀναφύονται ποικίλα προβλήματα ἐσωτερικῶν ἀνισορροπιῶν πού, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστωθοῦν μὲ ἁπλὲς ψυχολογικὲς διαδικασίες, περιγράφονται μὲ λανθασμένη διαγνωστικὴ καὶ φυσικὰ ἀποπροσανατολισμένη θεραπευτική.
Νὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε μὲ λίγα καὶ ἁπλὰ λόγια κάποιους βασικοὺς τομεῖς ποὺ νοσοῦν ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ἐρωτικῆς καὶ γαμικῆς ἀγωγῆς καὶ θεραπευτικῆς.

Ἡ συναισθηματικὴ προσέγγιση
Στὸ χῶρο τῶν διανθρωπίνων σχέσεων ἡ ἰσορροπία ἀνδρὸς-γυναικὸς προβάλλεται ὡς συναισθηματικὸ γεγονός. Τολμοῦν μάλιστα νὰ ὁμιλοῦν γιὰ αἰσθήματα καὶ ἀγάπη. Κανεὶς φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀντίρρηση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ κόσμου τῶν ἀνθρωπίνων αἰσθημάτων καὶ συναισθημάτων προκειμένου νὰ ἔχουμε ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες.
Τὸ λάθος βρίσκεται στὸν ἀνεπαρκῆ καὶ ἐπιδερμικὸ προσδιορισμὸ τῶν συναισθηματικῶν κινήσεων. Χωρὶς τὸ σχῆμα «ἔρωτα –γάμου» ποὺ προαναφέραμε, τὸ συναισθηματικὸ στοιχεῖο, καὶ ἂν ἀκόμη κρύβει κάποια κύτταρα ἀλήθειας, εἶναι ἐπισφαλὲς καὶ χωρὶς θεμέλια. Πίσω ἀπὸ τὸ συναισθηματικὸ στοιχεῖο μπορεῖ νὰ κρύβεται ἕνα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἄλλον λόγω ἐξωτερικῶν σχημάτων. Μπορεῖ νὰ κρύβεται ἡ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει κάποιος γιὰ νὰ νοιώθεις πὼς καταξιώνεσαι ὡς ἄνδρας ἢ γυναίκα. Μπορεῖ νὰ ὑποκρύπτεται ἡ ἀνάγκη γιὰ ξεπέρασμα τῆς κοινωνικῆς μοναξιᾶς. Ξεχνοῦν βέβαια πὼς τὸ ξεπέρασμα τῆς κοινωνικῆς μοναξιᾶς δὲν γιατρεύεται ἂν προσπαθεῖς νὰ τὸ ἱκανοποιήσεις διὰ τῆς «χρήσεως» κάποιου προσώπου, ἀλλὰ θεραπεύεται ἂν κατανοήσεις τὴν ἀποτυχία σου. Ἀποτυχία ποὺ ἦλθε ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὸ κλείσιμο στὸν ἑαυτὸ καὶ τὴ μὴ ἀπαντοχὴ τοῦ ἄλλου. Μόνο ὅταν καταλάβεις τὴν ἀποτυχία σου εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσεις πρὸς τὸν ἄλλον χωρὶς νὰ τὸν χρησιμοποιήσεις.
Μπορεῖ, τέλος, πίσω ἀπὸ τὸ συναίσθημα νὰ κρύβεται ἡ ἀνάγκη γιὰ «χρήση» τοῦ ἄλλου πρὸς ἱκανοποίηση σωματικῶν ἀναγκῶν. Πολλοὶ ἐνθουσιώδεις «ἔρωτες» ἔπεσαν σὰν χάρτινος πύργος ὅταν κάποτε ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο δὲν θέλησε νὰ χρησιμοποιεῖται σεξουαλικά. Ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ἄλλου γιὰ σεξουαλικὴ κατανάλωση τινάζει στὸν ἀέρα ὁποιαδήποτε μορφὴ ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Ἂν τὸ σὲξ ἔλθει ὡς καρπὸς τῆς πορείας μέσα ἀπὸ τὸ σχῆμα «ἔρωτας-γάμος» εἶναι ἀποτέλεσμα ἁγιοπνευματικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἔχει ἐλαχιστοποιήσει τὸν κίνδυνο καταναλωτικῆς προσεγγίσεως τοῦ ἄλλου προσώπου. Ἕνας σπόρος πάντα θέλει πορεία γιὰ νὰ γίνει καρπός. Μόνο τὰ ὁρμονικὰ προϊόντα ἀναπτύσσονται γρήγορα. Μόνο ποὺ εἶναι καρκινογόνα.

Ἡ πορεία μέσα ἀπὸ ἕνα σχῆμα ποὺ λέγεται σωματικὴ ἀνάγκη – σὲξ – ἱκανοποίηση καταστρέφει τὶς πτυχὲς τὶς λεπτές τοῦ συναισθηματικοῦ πεδίου τοῦ ἀνθρώπου. Λειτουργοῦν μόνο τὰ ζωώδη καὶ καταπατοῦνται τὰ ἀνθρώπινα. Διαταράσσεται ὁλόκληρη ἡ ἰσορροπία τῶν δομῶν τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ποὺ εἶναι φτιαγμένη νὰ λειτουργεῖ τὴν ἀγάπη ὡς ἔρωτα-γάμο ἁγιοπνευματικὴς δωρεᾶς.

Ἡ ψυχολογικὴ προσέγγιση
Ἐὰν οἱ τροχοὶ ἑνὸς αὐτοκινήτου δὲν ἀκολουθοῦν τὶς ὁδηγίες ποὺ δίνονται ἀπὸ τὸν ὁδηγό, τότε ἡ καταστροφὴ εἶναι σίγουρη. Ὁ συναισθηματικὸς παράγοντας, ἐὰν δὲν ἐξομαλυνθεῖ καὶ σμιλευθεῖ κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση τῶν ροπῶν τῆς ψυχῆς, τότε ἀποπροσανατολίζεται σύμφωνα μὲ τὶς προτάσεις ποὺ διαγράψαμε στὸ προηγούμενο κεφάλαιο.
Τὰ λεγόμενα συναισθήματα εἶναι ἐκφράσεις τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασμένης ἀνθρώπινης ὑποστάσεως. Ἡ ψυχή, ἐνεργοποιούμενη ἀπὸ τὴ δυναμικὴ κίνηση «ἔρωτος-γάμου» καλλιεργεῖ χαρίσματα καὶ ἐκφράσεις αἰώνιας προοπτικῆς. Αὐτὸ τὸ «αἰώνιο» δομικὸ ὑλικὸ ποὺ ζυμώνεται μέσα στὸν ἄνθρωπο ἀποτελεῖ μία ἀσφαλιστικὴ δικλείδα ἀντιμετωπίσεως τῶν διακυμάνσεων τοῦ βίου. Αὐτὸ τὸ «αἰώνιο» ὑλικὸ νικάει καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζήσει τὴν τραγωδία τῆς διαστάσεως σώματος καὶ ψυχῆς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Ἂν ἡ καλλιέργεια αὐτοῦ τοῦ δομικοῦ ὑλικοῦ δὲν γίνεται κάτω ἀπὸ σωστὲς προϋποθέσεις, διαταράσσεται, καὶ ἀκολουθεῖ ἀποσύνθεση καὶ ἐξάρθρωση ὅλων τῶν ἐπὶ μέρους ἐκδηλώσεων τῆς προσωπικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν τὰ θεμέλια εἶναι σαθρὰ ὅλο τὸ οἰκοδόμημα εἶναι ἐπικίνδυνο. Ἡ ψυχὴ ψάχνει συνέχεια ὡς τροφὴ της τὸν «ἔρωτα-γάμο». Ἡ πορεία της μέσα στὸν κόσμο εἶναι συνεχῶς ἀναγωγικὴ στὴ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Φεύγει μόνο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἔξω ἀπ’ αὐτὴν δὲν κλείνει δρόμους πρὸς τοὺς ἄλλους, δὲν διασπᾶ δεσμοὺς κοινωνικότητας. Δὲν φτιάχνει καὶ σπάζει δεσμοὺς κατ’ ἀρέσκειαν. Φτιάχνοντας καὶ σπάζοντας καὶ ἀνακατασκευάζοντας καὶ ἀνακαταστρέφοντας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργηθεῖ τὸ δομικὸ ὑλικό. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας στερεώνει τὸ δομικὸ ὑλικὸ καὶ τοῦ δίνει δυνατότητα γιὰ κοινωνικὴ ἐργασία, ποὺ σημαίνει μία συνεχῆ ἀνάπτυξη τῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δίνουν τὸ στίγμα τῆς πορείας τῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου.

Σ’ ἕνα μοντέλο προγαμιαίων σχέσεων ὅλη αὐτὴ ἡ λειτουργία τοῦ δομικοῦ ὑλικοῦ τινάζεται στὸν ἀέρα. Ἐφ’ ὅσον ὁ πλησίον ἄνδρας ἢ γυναίκα εἶναι πρὸς «χρήση», ἐφ’ ὅσον δὲν δέχεσαι νὰ προσφέρεις τὸ «δομικό σου ὑλικὸ» γιὰ νὰ μποῦν τὰ πρῶτα θεμέλια της κοινωνίας καὶ νὰ συγκροτηθεῖ ὁ πρῶτος πυρήνας κοινωνίας, ἡ οἰκογένεια, οἱ σχέσεις μὲ τὸ ἄλλο πρόσωπο εἶναι ἀντικοινωνικές, δηλαδὴ τραγικές.

Οἱ ἀλλεπάλληλες ἀλλαγὲς συντρόφων ἀφήνουν βαθειὰ ρήγματα στὸ ψυχικὸ δομικὸ ὑλικό. Ὅσο πιὸ προχωρημένη εἶναι ἡ σχέση κι ὅσο πιὸ ψευτο-ὁλοκληρωμένη εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σχῆμα ἔρωτας-γάμος, τόσο περισσότερο καταστρέφεται βάναυσα, μπορεῖ καὶ ἀνεπανόρθωτα, ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ κόσμου νὰ γίνει ἡ ἀνθρώπινη μάζα ὄντως κοινωνία. Οἱ «ὁλοκληρωμένες» σχέσεις στὸ προγαμιαῖο ἐπίπεδο εἶναι μία ἀτομικὴ βόμβα στὸ σῶμα τῆς κοινωνίας. Ἄνθρωποι μὲ κατεστραμμένο δομικὸ ὑλικὸ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ γίνουν μπροστάρηδες γιὰ κοινωνικὴ ἀναμόρφωση καὶ ἀναδόμηση. Ἡ μετάνοια βέβαια ἔχει τὴ δύναμη νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν κάνει ἀκόμη καὶ ἅγιο. Τὰ στίγματα ὅμως τῆς ἁμαρτίας ὁδηγοῦν τὸ σῶμα στὴ διάλυση «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Κι ἐδῶ ἀναφύεται τὸ θέμα τῆς βιολογικῆς προσέγγισης τοῦ ἔρωτα.

Ἡ βιολογικὴ προσέγγιση τοῦ ἔρωτα
Νὰ διατυπώσουμε ἁπλὲς σκέψεις: Τὸ σῶμα ἔχει αἰσθήσεις. Χωρὶς τὶς αἰσθήσεις δὲν θὰ ὑπῆρχε ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ περιβάλλον. Τὰ κύτταρα τῶν αἰσθήσεων ἐνεργοποιοῦν τὰ μηνύματα τοῦ ἔξω κόσμου καὶ τὰ κάνουν ὁρατές, γευστικές, ἀκουστικές, ἐπιδερμικὲς ἐμπειρίες. Τὰ κύτταρα τῆς ἁφῆς, τὰ γευστικὰ κύτταρα, τὰ ἀκουστικὰ κύτταρα κ.λπ., ἂν ὑποστοῦν μία βάναυση προσβολὴ καταστρέφονται καὶ δὲν λειτουργοῦν προσωρινὰ ἢ μερικὲς φορὲς γιὰ πάντα. Ἕνα ἔντονο φῶς μπορεῖ νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ κύτταρο τὴ δυνατότητα τῆς ὁράσεως. Ὁ ἔρωτας εἶναι καὶ μία αἴσθηση. Δὲν παύει νὰ εἶναι μία αἴσθηση, καὶ μέσα στὰ πλαίσια τῆς συζυγίας ἀνδρὸς-γυναικὸς λειτουργεῖ καὶ ὡς αἴσθηση. Ποιὸς ἀσχολήθηκε ποτὲ μὲ τὰ «ἐρωτικὰ κύτταρα»;
Ἡ ἔξω ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις «ἔρωτας-γάμος» προγαμιαία σεξουαλικὴ σχέση σύμφωνα μὲ τὶς προηγούμενες σκέψεις, ἀφοῦ θὰ καταστρέψει τὸ συναισθηματικὸ καὶ ψυχολογικὸ πεδίο, θὰ προχωρήσει καὶ στὴν καταστροφὴ τῶν ἐρωτικῶν κυττάρων. Ἡ ἀποσπασματικὴ χρήση τοῦ σὲξ ὡς βιολογικῆς ἀνάγκης διαλύει σίγουρα τὰ ἐρωτικὰ κύτταρα. Ἂν χρησιμοποιήσω τὰ κουπιὰ μιᾶς βάρκας γιὰ νὰ παίξω τέννις στὴν παραλία, τὰ κουπιὰ θὰ εἶναι σπασμένα ὅταν θὰ ἔρθει ἡ ὥρα νὰ λειτουργήσουν στὸ φυσικό τους περιβάλλον στὴν ἰσορροπία νεροῦ-βάρκας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν εὔκολα μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ ἀνικανοποίητου σεξουαλικὰ Δὸν Ζουάν. Ὅσες περισσότερες σχέσεις, τόσο περισσότερα κατεστραμμένα «ἐρωτικὰ κύτταρα», τόσο μεγαλύτερη ἀδυναμία γιὰ ἐρωτικὴ σεξουαλικὴ σχέση.

Οἱ «εἰδικοὶ» σεξολόγοι θὰ πρέπει νὰ λάβουν ὑπ΄ ὄψιν σοβαρὰ τὸν παράγοντα αὐτὸν ἂν θέλουν νὰ βοηθήσουν τοὺς «πελάτες» τους. Ἕνας στομαχολόγος ποτὲ δὲν θὰ προτείνει φαγητὰ μὲ καρυκεύματα στὸν ἀσθενῆ του. Ἀπορῶ γιατί ἕνας σεξολόγος προτείνει περισσότερο σὲξ στὸν ἐρωτικὰ ἀνικανοποίητο «πελάτη» του. Φυσικὰ τὴ λύση δὲν τὴν περιμένουμε ἀπὸ τὸ Βιάγκρα. Μὲ χάπια δὲν φτιάχνεται ἔρωτας. Τὸ μόνο ποὺ φτιάχνεται, σίγουρα, μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἱκανοποίηση πὼς ὁ ἀσθενὴς τὰ κατάφερε. Κι ἔτσι ξαναπαίζει τὸ παιχνίδι τῆς καταστροφῆς. Τὰ κατάφερε σημαίνει πὼς μπόρεσε ν’ ἀποδείξει πὼς εἶναι ἄνδρας. Ἄρα μπόρεσε νὰ ἐκφράσει τὴ δύναμή του. Δηλαδή, ἀπέδειξε τὸν κατακτητικὸ ἐγωισμό του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἔρχεται ὡς φαῦλος κύκλος.

Ὁ ἐγωισμὸς σπάει τὴ σχέση τῶν προσώπων. Τὰ συναισθήματα δὲν ὑπάρχουν ἐφ’ ὅσον πρέπει νὰ καταξιωθεῖς. Τὸ «δομικὸ ὑλικό» τῆς ψυχῆς καταστρέφεται περισσότερο. Τότε καὶ μόνο τότε μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβει τὸ λόγο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν πρότασή της γιὰ ἀποφυγὴ προγαμιαίων σχέσεων. Εἶναι μία πρόταση ποὺ ὄχι μόνο δὲν βδελύσσεται τὸν ἔρωτα, ἀλλὰ ἀντίθετα θέλει νὰ τὸν διασώσει καὶ ν’ ἀναδείξει τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ ὄντως ἐρωτικὸ πλάσμα ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἕνα πλάσμα ποὺ ἀγαπάει τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐναρμονίζει τὶς ἐσωτερικές του λειτουργίες μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα πλάσμα ποὺ ζεῖ ἕνα καὶ μοναδικὸ γάμο ὡς ἑνότητα μὲ τὸ Χριστό, κι ἐκεῖ μέσα ἐντάσσει τὸ γάμο μὲ τὸ ἄλλο φύλο, τὸ γάμο μὲ τὴν ἄσκηση, τὸ γάμο μὲ τὸ μοναχισμό. Ὁ Χριστιανὸς ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι προγαμιαῖος. Βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς ζωῆς καὶ γι’ αὐτὸ στὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ γάμου μὲ τὸ Χριστό.

Ὁ μεταγαμιαῖος ἄνθρωπος
Χωρὶς αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, οἱ προγαμιαῖες σχέσεις εἶναι ἀδύνατες ὡς κατάσταση ζωῆς, ἀλλὰ δυνατὲς μόνο ὡς κατάσταση ἀσθένειας.
Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς τὸ προγαμιαῖο θὰ ἀπογοητεύσει σύντομα τὸν ἄνθρωπο καὶ στὸ τέλος θὰ προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του σὲ δρώμενα ἔξω ἀπὸ τὸ γάμο. Τότε μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ μεταγαμιαῖο ἄνθρωπο, ποὺ ψάχνει κάπου ἀλλοῦ τὴν εὐτυχία του στὰ πέρα ἀπὸ τὸ γάμο. Ἀλλὰ ὁ γάμος παραμένει ἕνα ἀξεπέραστο γεγονὸς ὡς σχέση μὲ τὸ Χριστό, μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ὅπως δὲν ὑπάρχει οὔτε προεκκλησιαστικὴ καὶ μετεκκλησιαστικὴ ἐποχή, ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει οὔτε προγαμιαῖος οὔτε μεταγαμιαῖος δεσμός.

ΠΗΓΗ.ΡΩΜΑΙΪΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ