Θεολογική ανάλυση της εικόνος της Περιτομής του Χριστού( του Ιεροδιακόνου Σιλουανού Πεπονάκη)

01_12_20_peritomi_15
Οκτώ ημέρες μετά την μεγάλη Δεσποτική εορτή των Χριστουγέννων, την μητρόπολη των εορτών σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η Εκκλησία μας γιορτάζει άλλη μία μεγάλη Δεσποτική εορτή, την Περιτομή του Χριστού.
Η εικόνα της εορτής στην οποία θα αναφερθούμε προέρχεται από την Ιερά Μονή του αγίου Παντελεήμονος (Ρωσσικόν), του Αγίου Όρους. Ο οκταήμερος κατά την Μητέρα, και άναρχος κατά τον Πατέρα, ως βρέφος Χριστός εικονίζεται ξαπλωμένος ανάμεσα στην Παναγία, τον Ιωσήφ, και τούς Ιερείς του ναού να δέχεται από αγάπη και φιλανθρωπία για το ανθρώπινο γένος όχι μόνο την περιβολή των σπαργάνων, αλλά και αυτή την περιτομή της σαρκός.
Η εντολή του Θεού που δόθηκε αρχικά στον Αβραάμ προέβλεπε την περιτομή σε κάθε αρσενικό παιδί, «περιτμηθήσεται υμών πάν αρσενικόν, και περιτμηθήσεται την σάρκα της ακροβυστίας υμών, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και παιδίον οκτώ ημερών περιτμηθήσεται υμών, πάν αρσενικόν εις γενεάς υμών».(Γεν. κεφ. ιζ 1).

 

Η περιτομή αν και τρομερά επώδυνη και αιματηρή πράξη, ήταν απαραίτητη για να δηλώση τον πιστό και καθαρό Ισραηλίτη. Ωστόσο ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο γινόταν η περιτομή φαινεται από τον λόγο του Θεού στον Αβραάμ, «και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και υμών». Έχει να κάνη δηλαδή με συμφωνία, με διαθήκη, ανάμεσα στον Θεό και τούς πιστούς Του. Αλλωστε περιτομή είχαν και άλλοι λαοί, οπως οι ειδωλολάτρες και οι ιερείς των Αιγυπτίων, οι Σαρακηνοί, οι Ισμαηλίτες και άλλοι, αλλά οι περισότεροι από αυτούς δεν την έκαναν από θεοσέβεια, αλλά χάριν συνηθείας (Σεβ. Μητρ. Ιεροθέου: «Οι Δεσποτικές Εορτές»).
Η περιτομή ήταν προτύπωση του Βαπτίσματος που θα δινόταν με την ενανθρώπηση του Χριστού. Ο Χριστός ήταν εκείνος που έδωσε τον Νόμο στην Παλαιά Διαθήκη, και ο ίδιος έπρεπε να τον εφαρμόση και στον εαυτό Του. Έτσι ώστε να τον συμπληρώση και να τον υπερβή. Είναι πολύ χαρακτιριστικό το πρώτο στιχηρό ιδιόμελο του εσπερινού της εορτής «Συγκαταβαίνων ο Σωτήρ, τώ γένει των ανθρώπων, κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν ουκ εβδελύξατο σαρκός την περιτομήν», διότι δείχνει ότι ο Χριστός δέχτηκε την περιτομή από φιλανθρωπία και αγάπη για τον άνθρωπο, καθώς και για να αποδείξη ότι προσέλαβε αληθινή ανθρώπινη φύση, και όχι όπως υποστήριζαν οι Δοκιτιστές κατά δόκησιν και κατά φαντασίαν.Ο Χριστός απέδειξε με την Περιτομή Του, ότι το Σώμα του δεν ήταν ομοούσιο με την θεότητα. Τό σώμα αφού θεώθηκε από την θεότητα του Λόγου, έγινε ομόθεο όχι όμως ομοούσιο με τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι και το Σώμα του Χριστού είναι πηγή της ακτίστου Χάριτος του Θεού, αλλά δεν έχει την ίδια ουσία με την θεότητα.( Μητροπολίτου Ιεροθέου ένθ. ανωτ.).
Σύνφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό η περιτομή ήταν τύπος του Βαπτίσματος, της αχειροποιήτου δηλαδή περιτομής όπου ο άνθρωπος αποβάλλει την αμαρτία.
Είναι έκδηλη στην εικόνα η ευλάβεια των γονέων αλλά και των ιερέων. Ο ένας από τούς ιερείς κρατά ανοικτό βιβλίο, υποδηλώνοντας έτσι τον νόμο που ήταν δοσμένος από τον Θεό, και ο άλλος με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο πλησιάζει προς τον Ιησού. Η τελετή λαμβάνει χώρα εντός του ναού, ενώ μπροστά από τον Χριστό εικονίζεται ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας, που εορτάζει την ίδια μέρα. Είναι ενδεδυμένος με περίτεχνο φαιλόνι όπως και τα άμφια των ιερέων. Φοράει ωμόφορο χρυσοκέντητο, κρατάει χρυσό ευαγγέλιο, ενώ με το άλλο χέρι ευλογεί.
Πρέπει να τονίσουμε την σπουδαιότητα αυτής της μεγάλης Δεσποτικής εορτής, διότι αποτελούσε προεικόνιση του μεγάλου μυστηρίου του Βαπτίσματος. Ο Θεός εδωσε τον νόμο στην Παλαιά Διαθήκη για να προετοιμάση τον λαό για την υποδοχή του Χριστού. Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής λέγει «ο νόμος διά Μωϋσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού εγένετο». Η θέωση του ανθρώπου δεν επιτυγχάνεται διά της εξωτερικής τηρήσεως του νόμου, αλλά διά της κοινωνίας με το Πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού.
Σημειώνη ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας πως η περιτομή δεν είχε την δύναμη να καταργήση τον θάνατο, σε αντίθεση με το βάπτισμα όπου ο άνθρωπος γίνεται μέρος του αναστημένου Σώματος του Χριστού, υπερβαίνει τον νόμο και κατατάσσεται στα τέκνα του θεού.
Γιά το θέμα της περιτομής και της ακροβυστίας έγινε μεγάλο ζήτημα στην Εκκλησία, όταν μετά την Πεντηκοστή τέθηκε ο προβληματισμός για το αν οι προσήλυτοι στον Χριστιανισμό έπρεπε να περιτέμνονται. Εκεί, οι Ιουδαίοι υποστήριζαν ότι άνευ περιτομής «ου δύνασθαι σωθήναι». Η απόφαση της Αποστολικής εκείνης Συνόδου ήταν να μή περιτέμνονται όσοι προσέρχονται εκ των εθνών, αλλά να απέχουν από ειδωλόθυτα, αίμα, πνικτό και πορνεία.. Οδηγήθηκαν σ’ αυτή την απόφαση ακριβώς διότι, εφ όσον η περιτομή ήταν προτύπωση του Βαπτίσματος προετοιμάζοντας τον λαό για την παρουσία του Σωτήρος, δεν ήταν απαραίτητο να υπάρχη.
Η όλη παράσταση διακρίνεται για την λιτότητα και την σεμνότητά της, καθώς και για μία μεγαλοπρέπεια που κρύβεται πίσω από τις κινήσεις των προσώπων, ενώ κεντρικό παραμένει πάντοτε το σώμα του μικρού Χριστού.
Advertisements

Η περιτομή του Κυρίου.(Σ.Σάκκου)

DSCF1116 Περιτομή
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
Συνήθως τήν Πρωτοχρονιά ἀπορροφοῦν τήν προσοχή μας οἱ πανηγυρισμοί γιά τήν ἀλλαγή τοῦ χρόνου, ἕνα γεγονός χωρίς ἰδιαίτερο πνευματικό νόημα, ἀφοῦ ἐκκλησιαστικά ἡ ἀρχή τοῦ ἔτους γιορτάζεται τήν 1η Σεπτεμβρίου, ἤ -στήν καλύτερη περίπτωση- στρέφουμε τή σκέψη μας στήν ὄντως μεγάλη μορφή τοῦ οὐρανοφάντορα ἁγίου ἐπισκόπου Καισαρείας Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. Λησμονοῦμε ὅμως οἱ περισσότεροι τή μεγαλύτερη γιορτή τῆς μέρας, πού εἶναι μάλιστα καί δεσποτική γιορτή, τήν περιτομή τοῦ Δεσπότου Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἄναρχου καί ὑπέρχρονου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπλασε, συντηρεῖ καί ἁγιάζει τά σύμπαντα.
῾Η γιορτή τῆς περιτομῆς πιστοποιεῖ τήν ἀνθρώπινη φύση πού γιά τή σωτηρία μας προσέλαβε ὁ Θεός. «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων… οὐκ ἐβδελύξατο σαρκός τήν περιτομήν», διακηρύττει ὁ ἐκκλησιαστικός ὕμνος. ᾿Επίσης ὅμως, ἡ περιτομή στοιχειοθετεῖ ἕνα κύριο γνώρισμα τῆς ταυτότητας τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ συνέχεια θά δείξει.
῾Η περιτομή, ὅπως καί ὅλα τά γεγονότα πού συνδέονται μέ τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας, ἔχει προϊστορία. Τή μελετοῦμε στήν Παλαιά Διαθήκη. Πολύ παλιά, πρίν ἀκόμη ἀνακαλύψει τά μέταλλα ὁ πολιτισμός, οἱ ἄνθρωποι ἔκαναν περιτομή μέ πέτρινα μαχαίρια (῎Εξ 4,25· ᾿Ιη 5,2-3). Γιά τόν ᾿Ισραήλ, τόν ἐκλεκτό κι ἀγαπημένο λαό τοῦ Θεοῦ, ἡ περιτομή εἶχε κοινωνική ἀλλά καί θρησκευτική σημασία. ῾Ο ἴδιος ὁ Θεός ἀπαιτώντας την ἀπό τόν πατριάρχη ᾿Αβραάμ τήν ὀνομάζει «σημεῖον διαθήκης ἀνά μέσον ἐμοῦ καί ὑμῶν» (Γε 17,11). Τήν προσδιορίζει, δηλαδή, ὡς γνώρισμα τῆς ἀδιάρρηκτης συμφωνίας, τοῦ πνευματικοῦ γάμου τόν ὁποῖο συνάπτει ὁ Γιαχβέ μέ τό λαό του.
Κανείς ἀπερίτμητος δέν μποροῦσε νά γιορτάσει τό Πάσχα, τή γιορτή πού ἀπαθανάτιζε τήν ἐκλογή καί σωτηρία πού χάρισε στόν ᾿Ισραήλ ὁ Γιαχβέ (῎Εξ 12,44-48). ῾Η περιτομή ἦταν δείκτης τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Γιαχβέ πάνω στόν περιτμημένο ἀλλά καί σημάδι τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν του σέ μία κοινωνία, σ᾿ ἕνα λαό, τόν δικό του. Δέν ἦταν μία ἐθιμοτυπική, ἔστω ἁπλή θρησκευτική πράξη. ῏Ηταν πρωτίστως ὑπόθεση καρδιᾶς, δήλωση τῆς πίστης καί ἐκδήλωση τῆς ὑπακοῆς τοῦ πιστοῦ. Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός ζητᾶ τήν «περιτομή» τῆς καρδιᾶς (᾿Ιε 4,4), τήν ἀπαλλαγή της ἀπό τή σκληρότητα. Κι ἐπειδή γνωρίζει ὁ Παντογνώστης ὅτι αὐτό δέν εἶναι εὔκολο γιά τόν ἄνθρωπο, παρηγορεῖ ἤδη ἀπό τήν παλαιοδιαθηκική ἐποχή τό λαό του· ῾Ο ἴδιος ὁ Θεός θά καθαρίσει τίς καρδιές τῶν πιστῶν του καί τῶν ἀπογόνων τους, γιά νά μποροῦν ν᾿ ἀγαποῦν τόν Κύριο «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας» (Δε 30, 6).
Μετά ἀπό ὅλη αὐτή τήν προϊστορία εἶναι πράγματι συγκλονιστικά καταπληκτικό τό γεγονός ὅτι καί αὐτός ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, πού ὡς ἄνθρωπος προῆλθε ἀπό τή γενιά τοῦ ᾿Αβραάμ, ὑποτάσσεται στή διάταξη τῆς περιτομῆς. Βρέφος ὀκταήμερο δέχεται στό ἄχραντο σῶμα του τήν περιτομή (Λκ 2,21), γιά νά ἀπαλλάξει ἀπό τήν ταλαιπωρία της ὅλους ἐμᾶς, πού μέ τό ἅγιο Βάπτισμα πολιτογραφόμαστε στή βασιλεία του καί ἀποτελοῦμε τόν νέο ᾿Ισραήλ, τήν ᾿Εκκλησία του.
«᾿Οδύνη καί ἕλκος (=πληγή)» ἦταν τά γνωρίσματα τῆς παλιᾶς περιτομῆς, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, ἐνῶ τοῦ Βαπτίσματος ἡ προσφορά εἶναι «δρόσος ψυχῆς καί ἴαμα (=θεραπεία)» τοῦ ἕλκους τῆς καρδιᾶς. Καί γίνεται ἡ περιτομή τοῦ Χριστοῦ στοιχεῖο τῆς ταυτότητας τοῦ χριστιανοῦ· Καθώς ἐντάσσεται στήν ᾿Εκκλησία ὁ πιστός μέ τό μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, πού εἶναι ἡ «ἀχειροποίητη περιτομή» (Κλ 2,11), πετᾶ ἀπό πάνω του «τό σῶμα τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός», κάθε ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ καί κάθε ἀπαίτηση τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος. ᾿Ενστερνίζεται τό φρόνημα τοῦ σταυροῦ, γιά νά ζήσει στό ἑξῆς καί γιά πάντα μέ τόν Χριστό.
Σ᾿ αὐτή τήν ἐν Χριστῷ ζωή ἔρχεται νά στηρίξει καί χειραγωγήσει τόν πιστό ἕνα δεύτερο θεόσδοτο «σημεῖον», πού εἶναι ἐπίσης στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ταυτότητας, ἡ ἀργία τῆς ἕβδομης ἡμέρας. ῎Εχει κι αὐτή τήν προϊστορία της στήν Παλαιά Διαθήκη. Μόλις ὁλοκλήρωσε τή δημιουργία τοῦ κόσμου ὁ Θεός «κατέπαυσε… ἀπό πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ ὧν ἐποίησε» (Γε 2,2). Σταμάτησε τό δημιουργικό του ἔργο καί ἄρχισε τή σχέση κοινωνίας μέ τά πλάσματά του. Γι᾿ αὐτό τήν ἡμέρα ἐκείνη τήν εὐλόγησε καί τήν ἁγίασε, τήν ξεχώρισε ἀπό τίς ἄλλες ἡμέρες καί τήν καθιέρωσε ὡς ἡμέρα λατρείας του (᾿Εξ 20,8-10).
«῾Ορᾶτε, καί τά σάββατά μου φυλάξεσθε· σημεῖόν ἐστι παρ᾿ ἐμοί καί ἐν ἐμοί εἰς τάς γενεάς ὑμῶν, ἵνα γνῶτε ὅτι ἐγώ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑμᾶς» (᾿Εξ 31,13) παραγγέλλει ὁ Γιαχβέ. Τό Σάββατο, λέει, θά εἶναι τό σημάδι ὅτι ἐγώ εἶμαι ὁ Κύριος πού σᾶς ἁγιάζει, μπαίνει στή ζωή σας καί γίνεται δικός σας.
 ῾Η περιτομή καί ἡ τήρηση τοῦ Σαββάτου εἶναι δύο αἰσθητά στοιχεῖα. Τό πρῶτο δείχνει ὅτι ὁ περιτμημένος ἀνήκει στόν Θεό, εἶναι δικός του· τό δεύτερο ὅτι ὁ Θεός ἀνήκει στόν πιστό, εἶναι δικός του.
Στήν καινή κτίση, τήν ᾿Εκκλησία, μετά ἀπό τό ριζοσπαστικό κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἡ περιτομή γίνεται πνευματική. Εἶναι ἡ μυστική μετοχή τοῦ πιστοῦ στό σταυρό τοῦ Κυρίου μέ τήν ἀποκοπή τῶν παθῶν καί τήν ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς. Πρίν ἀπ᾿ αὐτό ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός καταργεῖ τό ἑβραϊκό Σάββατο καί μεταφέρει τόν ἁγιασμό στή «μία τῶν σαββάτων», τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδας, τήν Κυριακή. Τήν ἡμέρα πού ἀναστήθηκε ὁ Χριστός κι ἀνέστησε τήν ἀνθρώπινη φύση μας, τήν ἁγίασε καί τήν εὐλόγησε. Τήν ἀνέδειξε ἕνα καινούργιο σάββατο, πού ἀντικατέστησε τό παλιό καί πῆρε ὅλα τά γνωρίσματά του, ἐνῶ ἐπιπλέον ἀπέκτησε καινούργιες χάρες.
Τό παλιό σάββατο ἀπαιτοῦσε θυσίες καί προσφορές στόν Θεό· τό καινούργιο μᾶς προσφέρει τή θυσία τοῦ Κυρίου καί μᾶς τρέφει μ᾿ αὐτήν. Πολύ πρίν καθιερώσει ἡ πολιτεία τήν ἀργία τῆς Κυριακῆς, καθιερώθηκε καί θεσπίσθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο ὁ ἁγιασμός της. ῾Η ἐπίσκεψη τῆς Κυριακῆς κάθε ἑβδομάδα μέσα στόν ἡμερολογιακό μας χρόνο εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Μᾶς πλησιάζει ὁ Κύριος τήν Κυριακή. Σπάει τούς γήινους φραγμούς κι ἀνοίγει γιά μᾶς τό δρόμο πρός τόν οὐρανό, τό δρόμο πού μᾶς φέρνει στή συντροφιά του.
Κι ἐνῶ φαίνεται ὅτι ζητᾶ ἀπό μᾶς ὁ Θεός νά τοῦ δώσουμε μία ἡμέρα ἀφιερωμένη στή λατρεία του, στήν πραγματικότητα μᾶς δίνει τήν ἡμέρα τή σημαδεμένη μέ τ᾿ ὄνομά του. Γιά ἐκείνους πού ἐπάξια τήν τιμοῦν καί πνευματικά τήν ἀξιοποιοῦν, ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς γίνεται τό σημάδι πού τούς «σημειώνει» ὡς «σημεῖον Χριστοῦ» μέσα στόν κόσμο, ὡς ζύμη ἅγια μέσα στήν ἄγρια κοινωνία μας.
῾Αγιασμός τῆς Κυριακῆς καί καθημερινή προσπάθεια γιά τήν κατάργηση τῆς δυναστείας τῶν παθῶν μέσα μας εἶναι δύο ἀνεξίτηλα «σημεῖα» τοῦ Κυρίου πάνω στήν κάθε ψυχή πού ἐξαγόρασε μέ τή λυτρωτική θυσία του. Εἶναι δύο ἀλληλένδετα στοιχεῖα τῆς ταυτότητας τοῦ χριστιανοῦ, γνωρίσματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς του, ἀλλά καί δύο ἀδιάψευστες ἀποδείξεις ὅτι ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη δύναμη πού μπορεῖ νά ἀλλάξει τόν κόσμο μας καί νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τή φθορά.
῾Αγιασμένοι μέ τίς θεόσδοτες εὐλογίες τῆς Κυριακῆς καί μάλιστα μέ τήν ὑψηλότερη ἀπ᾿ αὐτές, τή μέθεξή μας στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου μέ τή θεία Μετάληψη, μπαίνουμε στόν ἀγώνα τῆς ἑβδομάδας. Καί πάλι, ἁγνισμένοι μέ τόν καθημερινό ἀγώνα γιά τήν περιτομή τῶν παθῶν μας, φτάνουμε στήν ἑπόμενη Κυριακή, ὅπου ἀνανεώνουμε τόν ἁγιασμό. ῎Ετσι ἁγιάζεται ὅλη ἡ ἑβδομάδα, γίνεται ἅγιος ὅλος ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας. Γινόμαστε ἅγιοι, δηλαδή τοῦ Θεοῦ, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι.
 Στέργιος Ν. Σάκκος, Ομότιμος καθηγητής Εισαγωγής και Ερμηνείας Καινής Διαθήκης  Αριστοτέλειου  Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης.

Περιτομή του Χριστού-Εορτή του Μεγάλου Βασιλείου.(πρωτ.Θεοδώρου Ζήση)

DSCF1116

Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα τοῦ πρωτοπρεσβύτερου π. Θεοδώρου Ζήση
(01/01/2011)

 

Τριπλὴ ἑορτὴ σήμερα!  Οἱ δύο ἀπὸ τὶς ἑορτὲς ἔχουν ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα: ἡ ἑορτὴ τῆς περιτομῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ ἡ ἑορτὴ καὶ ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας, Οὐρανοφάντορος.  Καὶ κοντὰ σ’ αὐτὲς τὶς δύο γιορτὲς ὑπάρχει θὰ λέγαμε καὶ ἡ πολιτικὴ ἑορτὴ τῆς ἐνάρξεως τοῦ νέου πολιτικοῦ ἔτους, ἡ πρωτοχρονιὰ καὶ ἡ πρωτομηνιά, ἡ ὁποία ὅμως κι αὐτὴ προσλαμβάνει, μέσα στὴν Ἐκκλησία γιὰ ὅλους μας, πνευματικὸ χαρακτῆρα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται ἁπλῶς ὡς μία κοσμικὴ ἑορτὴ καὶ νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς τὰ τοῦ κόσμου.  Τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα τῆς σημερινῆς ἡμέρας, τὸ μὲν Εὐαγγέλιο τοῦ Ὄρθρου, ἀπὸ τὸ κατὰ Ἰωάννην Ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὁρίστηκε ἐξ αἰτίας τῆς ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου·  καὶ ἐκεῖ, ὅσοι ἦσαν τὸ πρωὶ στὸν Ὄρθρο, ἄκουσαν ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ὁμίλησε γιὰ τὸν καλὸ ποιμένα, ποιὸς εἶναι ὁ καλὸς ποιμήν· κι ὅτι τὰ πρόβατα ἀκοῦν τὴ φωνὴ τοῦ καλοῦ ποιμένος, ἐνῶ τοῦ κακοῦ ποιμένος τὴν φωνὴν ὡς ξένου, ὡς ἀλλοτρίου, δὲν τὴν ἀκοῦν.  Ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ΄ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν. (Ἰωάν., 10, 5).  Καὶ ὁρίστηκε αὐτὴ ἡ περικοπή, διότι καλὸς ποιμήν, κατ’ ἐξοχήν, καθ’ ὑπερβολὴν μέγας ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἑορταζόμενος σήμερα ἅγιος, ὁ Μέγας Βασίλειος.

Τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου μας, ἡ ὁποία βέβαια δὲν ἀναπτύσσεται ἐκτενῶς μέσα στὸ Εὐαγγέλιο·  ὅπως ἀκούσαμε ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς εἶπε ὅτι συμπληρώθηκαν οἱ ὀχτὼ ἡμέρες τοῦ περιτεμεῖν τὸ παιδίον (Λουκ., 2, 21) καὶ ὅτι ὁδήγησαν στὸ ναὸ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες καὶ ἐκεῖ ἔγινε ἡ περιτομή, ὅπως προέβλεπε ὁ Μωσαϊκὸς νόμος καὶ συγχρόνως τοῦ ἔδωσαν καὶ τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, κατὰ τὴν περιτομήν, τὸ ὁποῖο ἤδη εἶχε ἀναγγείλει ὁ Ἄγγελος.

Ἡ Ἀποστολικὴ περικοπή, ἀπὸ τὴν πρὸς Κολασσαεῖς ἐπιστολή, ἔχει κι αὐτὴ σχέση μὲ τὴν περιτομή, κάνει λόγο γιὰ τὴν περιτομὴ τὴν χειροποίητο, αὐτὴν τὴν ὁποίαν ὑπέστη καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, τὴν Ἰουδαϊκὴ περιτομή, ἡ ὁποία ὅμως ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ μᾶς τοὺς χριστιανούς.  Γνωρίζετε ὅλοι ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μας ἔγινε πολὺ μεγάλο ζήτημα, ἀνάμεσα στοὺς ἰουδαΐζοντας χριστιανοὺς καὶ στοὺς μὴ ἰουδαΐζοντας, ἂν θὰ ἔπρεπε καὶ οἱ χριστιανοί, καὶ ἐμεῖς, νὰ περιτεμνόμαστε·  κάποιο διάστημα μάλιστα καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος παραςύρθηκε καὶ ὑποστήριζε καὶ αὐτὸς ὅτι πρέπει ὅλοι μας νὰ περιτεμνόμαστε, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ τὸν ἤλεγξε αὐστηρῶς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ τελικῶς ἡ Α’ Ἀποστολικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία συνεκλήθη στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 49-50 μ.Χ., ἀποφάσισε ὅτι δὲν πρέπει οἱ χριστιανοὶ νὰ τηροῦν τὴ διάταξη αὐτὴ τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου καὶ νὰ περιτεμνόμαστε.  Αὐτὰ ὅμως εἶναι εἰσαγωγικά.

Αὐτὸ τὸ ὁποῖο σήμερα ἐδῶ ἐπέλεξα νὰ σᾶς ἀναπτύξω ἐν ὀλίγοις, εἶναι κάτι ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀποστολικὴ περικοπή, ἡ ὁποία εἶναι ἀπὸ τὴν πρὸς Κολασσαεῖς ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀλλὰ ἔχει σχέση ἐπίσης καὶ μὲ μία νοοτροπία, ἡ ὁποία ἔχει καλλιεργηθεῖ στὶς ἡμέρες μας, νοοτροπία καὶ συνήθειες, οἱ ὁποῖες μοιάζουν πολὺ μὲ αὐτὰ ποὺ ζοῦσαν οἱ χριστιανοὶ στὶς Κολοσσὲς  καὶ τὶς ὁποῖες συνήθειες ἐπικρίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.  Καὶ οἱ συνήθειες αὐτὲς τὶς ὁποῖες ἐπικρίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ὅτι, ἐνῶ εἶχαν γίνει πολλοὶ χριστιανοί, ἐξακολουθοῦσαν νὰ τηροῦν διατάξεις παλαιὲς, νὰ παραςύρονται ἀπὸ τὴν κοσμικὴ νοοτροπία κι ἀπὸ τὸν κοσμικὸ τρόπο διαβιώσεως καὶ ζωῆς, κι ἔτσι οὐσιαστικῶς νὰ μὴν τηροῦν ὅσα προβλέπει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅσα προβλέπουν οἱ ἐντολὲς τοῦ Κυρίου.

Ἀκούσατε λοιπὸν πρὶν ἀπὸ λίγο, ὅτι μᾶς εἶπε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν. (Πρὸς Κολασ., 2, 8).   Νὰ προσέχετε, λέγει, νὰ μὴν ὑπάρξει κάποιος ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ξεγελάσει, θὰ σᾶς παραςύρει  μὲ τὴν  φιλοσοφία ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ψεύτικη ἀπάτη, ὅπως ἐπίσης καὶ κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ κόσμου, κατὰ τὶς συνήθειες τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν.  Διότι στὸν Χριστὸ κατοικεῖ ὅλο τὸ πλήρωμα σωματικῶς κι ἐμεῖς εἴμαστε γεμάτοι ἀπὸ τὸ Χριστό, καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, κι ὅποιος εἶναι γεμάτος ἀπὸ τὸ Χριστὸ δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ γεμίζει καὶ ἀπὸ τὶς κοσμικὲς συνήθειες καὶ ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἑορτές.  Καὶ στὴ συνέχεια μᾶς κάνει λόγο γιὰ τὴν περιτομὴ τὴν ἀχειροποίητο ἐν ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ· ἔχουμε ὑποστεῖ κι ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ μία περιτομή, σὲ μᾶς ὅμως δὲν ἀπέκοψαν τμῆμα τοῦ δέρματός μας, ὅπως στὴ σωματικὴ περιτομὴ τὴ χειροποίητο, ἀλλὰ  σὲ μᾶς περιέκοψαν τὰ ἁμαρτήματα, τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ εἶναι ἡ δική μας ἀχειροποίητος περιτομή, ὅτι μὲ τὸ βάπτισμά μας ἀπεκδυόμεθα τὰ ἁμαρτήματά μας, κόπτονται τὰ ἁμαρτήματά μας·  καὶ περισσότερο ὅτι αὐτὴ τὴν περιτομὴ ἐμεῖς τὴν κάνουμε πράξη στὴ ζωή μας, περικόπτοντας ὄχι σωματικὸ μέρος, ἀλλὰ περικόπτοντας τὶς ἁμαρτίες μας.  Αὐτὴ λοιπὸν ἐδῶ ἡ περικοπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, συνειρμικά, μ’ ἔκανε νὰ σκεφτῶ ὅτι ὄντως ἔχει κυριαρχήσει μία νοοτροπία, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ καὶ ἡ ὁποία ἐπιδεινώνεται τὶς ἡμέρες αὐτὲς τῶν ἑορτῶν καὶ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς.  Δὲν ξέρω ἂν καὶ σὲ ἄλλες χρονιὲς ἦταν καὶ σὲ μᾶς τὸ ἐκκλησίασμα τόσο ἀραιωμένο, πάντοτε ἦταν ἀραιωμένο διότι οἱ περισσότεροι ξενυχτοῦν, πολλοὶ ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα τὸ δικό μας ἔχουν φύγει καὶ βρίσκονται ἀλλοῦ, ἀλλὰ παρατηρῶ κάθε χρόνο ἐρχόμενος τὸ πρωὶ στὴν ἐκκλησία ὅτι ἡ Πρωτοχρονιὰ εἶναι ἡ μόνη μέρα ποὺ ἡ Θεσσαλονίκη εἶναι γεμάτη αὐτοκίνητα, σὰν  νὰ εἶναι καθημερινή.  Τὶς Κυριακὲς ποὺ ἔρχομαι ὑπάρχει ἡσυχία, ξεκουράζονται ὅλοι, κοιμοῦνται τὶς Κυριακές, δὲν πᾶν στὴν ἐκκλησία·  τώρα κυκλοφοροῦν, κυκλοφοροῦν, κυκλοφοροῦν καὶ γιατὶ κυκλοφοροῦν;  Διότι τὴ νύχτα ξενυχτοῦν, διότι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐσφαλμένη ἀντίληψις ὅτι πρέπει νὰ εἴμαστε χαρούμενοι αὐτὴ τὴν ἡμέρα· τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου, κατὰ τὴν παράδοση τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Θεόν·  κι ὅτι πρέπει νὰ γλεντήσουμε τὴ βραδιὰ αὐτὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, νὰ ξεδώσουμε, νὰ χαροῦμε, εἰς τρόπον ὥστε ἂν αὐτὴ ἡ μέρα μᾶς πάει καλά, ὅλες οἱ ἄλλες ἡμέρες θὰ πᾶνε καλά.  Πολλὲς φορὲς ἀναφέρθηκα σ’ αὐτὴ τὴν κακὴ πρόληψη, τὴν κακὴ δεισιδαιμονία καὶ εἶπα ὅτι ὁ χρόνος μας καὶ ἡ ζωή μας ἁγιάζεται ὄχι παρατηρώντας μήνας καὶ καιροὺς καὶ ἑνιαυτούς, ὄχι βλέποντας ἂν τὴν 1η τοῦ μηνὸς θὰ πᾶμε καλὰ ἢ ἂν τὴν 1η τῆς χρονιᾶς, τοῦ ἔτους, θὰ πᾶμε καλά, ἀλλὰ ἁγιάζοντας τὴ ζωή μας μὲ τὴν ἀρετή.

Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ μιὰ ἄλλη συνήθεια καὶ νοοτροπία κοσμική, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ κυριαρχεῖ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ἡ εὐχὴ –πολλὲς φορὲς τὸ ἔχω πεῖ κι αὐτό, ἂς τὸ ἐπαναλάβω- ἡ εὐχὴ «Χρόνια πολλά».  Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, ἀφοῦ καὶ ὅλοι μας, κι ἐγὼ ἀπὸ συνήθεια, ὅπου βρεθῶ λέω «Χρόνια πολλά», τί νὰ πῶ;  Καὶ γιὰ νὰ μειώσω λίγο αὐτὴ τὴν εὐχή, ποὺ δὲν εἶναι χριστιανικὴ εὐχὴ τὸ «Χρόνια πολλά», προσθέτω «Χρόνια πολλὰ καὶ εὐλογημένα»·  τουλάχιστον νὰ εἶναι εὐλογημένα, νὰ μὴν εἶναι ἁπλῶς «χρόνια πολλά», ἀλλὰ νὰ εἶναι εὐλογημένα, νὰ εἶναι κατὰ Χριστὸν τὰ «χρόνια πολλά».  Καὶ ἡ ἄλλη εὐχὴ «πάνω ἀπ’ ὅλα ὑγεία»·  ὅπου βρεθεῖς «πάνω ἀπ’ ὅλα ὑγεία», ὑγεία, ὑγεία, ὑγεία, ὑγεία νὰ ἔχετε, πάνω ἀπ’  ὅλα ὑγεία.  Κι ὅλοι εὔχονται γιὰ μακροημέρευση, εἰς ἔτη πολλά, γιὰ χρόνια πολλά, νὰ εἶσαι γερός, νὰ ζήσεις, νὰ χαρεῖς, νὰ εἶσαι ὑγιής…  Ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶναι στοιχεῖα τοῦ κόσμου, εἶναι παραδόσεις ἀνθρώπων, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ δὲν εἶναι χριστιανικὴ νοοτροπία, δὲν εἶναι χριστιανικὴ διδαχή, δὲν προκύπτουν ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν προκύπτουν ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, δὲν εἶναι παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, δὲν εἶναι παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων.

Σχετικῶς λοιπὸν μὲ αὐτὰ σήμερα, ἤθελα νὰ σᾶς παρουσιάσω μερικὲς σκέψεις, λέγοντας γενικῶς τὰ ἑξῆς: κατὰ τὴν Πίστη, τῆς Ἐκκλησίας μας στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νὰ εἶναι ἕνα ὄν, τὸ ὁποῖο θὰ ζοῦσε αἰωνίως, ὄχι ἁπλῶς χρόνια πολλά, θὰ ζοῦσε αἰωνίως ὁ ἄνθρωπος· δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε τὸ γῆρας, οὔτε ἡ φθορά, οὔτε ὁ θάνατος, ἀλλὰ θὰ εἴχαμε μία αἰώνια ζωή.  Καὶ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει ὅτι αὐτὴ τὴν αἰώνιο ζωὴ πρέπει πάντοτε νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, διότι αὐτὴ ἡ αἰώνιος ζωὴ μπορεῖ ξανὰ νὰ κερδηθεῖ.  Τὴν χάσαμε αὐτὴ τὴ ζωὴ στὸν Παράδεισο ἐξαιτίας τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ αἰώνιος ζωὴ εἶναι μπροστά μας·  γιατὶ λοιπὸν νὰ κοιτάζουμε καὶ νὰ ἐνδιαφερόμαστε ἐδῶ γιὰ τὰ «χρόνια πολλά», πόσο θὰ ζήσουμε καὶ νὰ μὴν ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, τὴν ἀτελεύτητη ζωὴ καὶ νὰ εὐχόμαστε, ὅπως πολλὲς φορὲς ἔχω πεῖ, «Καλὸ Παράδεισο»!  Ποῦ νὰ εὐχηθεῖς «Καλὸ Παράδεισο»;  Θὰ θεωρηθεῖ αὐτό, ὅτι αὐτὸ εἶναι μία εὐχή, ποὺ λὲς νὰ πεθάνει:  «Καλὸ Παράδεισο», ἄντε νὰ πεθάνεις τώρα.  Ἀλλὰ ὑπάρχει καλύτερη εὐχή;  Σὰν νὰ τοῦ λὲς νὰ κληρονομήσεις τὴν αἰώνια ζωή, νὰ κληρονομήσεις τὸν Παράδεισο.  Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος καὶ τὸ γῆρας.  Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα δὲν γεννήθηκαν βρέφη, γιὰ νὰ μεγαλώσουν, νὰ γεράσουν καὶ νὰ πεθάνουν·  πλάστηκαν καὶ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ στὴν κατάσταση τῆς νεότητος, γιὰ νὰ μείνουν αἰώνια νέοι καὶ ἀθάνατοι καὶ νὰ φτάσουν στὴν ἀγήρω μακαριότητα, στὴν ἀγήραστη εὐφροσύνη τῆς αἰωνίου ζωῆς.  Ἡ ἐμφάνιση ὅμως τοῦ κακοῦ, τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀνυπακοὴ καὶ ὁ ἐγωισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ ἀνέτρεψαν αὐτὸν τὸν ἀρχικὸ σχεδιασμὸ καὶ ὁδήγησαν τὸ Θεὸ σὲ προσαρμογὴ τοῦ σχεδίου, στὶς νέες πλέον συνθῆκες τῆς ἁμαρτίας, τὶς ὁποῖες συνθῆκες δημιούργησε ὁ ἄνθρωπος.  Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἀθάνατος, μετὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, θὰ διαιώνιζε τὸ κακὸ στὴν ὕπαρξή του καὶ θὰ ἔδινε στὸ κακὸ αἰώνια ὑπόσταση.  Γιὰ νὰ μὴ γίνει, λοιπόν, τὸ κακὸ ἀθάνατο, ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται ,πολὺ ὡραία φράση ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Θεὸς δρῶντας εὐεργετικὰ καὶ θεραπευτικά, ἐπιτρέπει τὴν ἐκδήλωση τῆς φθορᾶς, τοῦ γήρατος, καὶ τοῦ θανάτου μὲ τὴ διαδικασία αὐτὴ τῆς φθορᾶς τῶν κυττάρων τοῦ ὀργανισμοῦ, γιὰ νὰ διακοπεῖ ἡ συνέχιση τοῦ κακοῦ τῆς ἁμαρτίας.  Δὲν ὑπάρχει οὔτε μία ἡμέρα στὴ ζωή μας χωρὶς ἁμαρτία.  Γιατὶ οὐδεὶς καθαρὸς ἀπὸ ρύπου, κι ἂν μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.  Γι’ αὐτὸ ἡ παράταση τῆς ζωῆς, ἡ μακροβιότητα, τὰ πολλὰ χρόνια, τὰ ὁποῖα εὐχόμαστε ὅλοι μας καὶ τὰ ὁποῖα ὁραματίζονται νὰ ἐπιτύχουν οἱ ἰατροὶ μὲ ἕρευνα κτλ, ἂν δὲν συνοδεύονται ὅλα αὐτά, ἡ μακροβιότητα, τὰ χρόνια πολλά, ἂν δὲν συνοδεύονται καὶ ἀπὸ προσπάθεια τελειοποιήσεως στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν ἁγιότητα, ἂν εἶναι ἁπλῶς χρόνια πολλὰ κι ὄχι χρόνια ἅγια, χρόνια ἐνάρετα εἶναι ἐπιζήμια, γιατὶ παρατείνουν τὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ κακοῦ καὶ ὁδηγοῦν σὲ συσσώρευση ἁμαρτιῶν.  Ὅσο πιὸ πολὺ ζοῦμε, ὅσο πιὸ πολλὰ χρόνια ζοῦμε, τόσο πιὸ πολλὲς ἁμαρτίες συγκεντρώνουμε καὶ συσσωρεύουμε.

Αὐτὴ ἡ νέα, λοιπόν, θεώρηση τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς, σὲ σχέση μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ μὲ τὴν ἁγιότητα, ἄλλαξε ριζικὰ τὴν ἀξιολόγηση ὅλων αὐτῶν, τῆς μακροβιότητος, τῆς εὐχῆς «χρόνια πολλὰ» καὶ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση.  Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ νὰ σᾶς σημειώσω ἐδῶ, μόνον, αὐτὸ ποὺ κι ἄλλη φορὰ καὶ στὸ Ἀρχονταρίκι κάτω εἴπαμε, ὅτι ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος στὴν ἐπιστολαη του, τί λέει γιὰ τὴν ζωή μας;  Ἐλᾶτε, λέει, ἐσεῖς ποὺ προγραμματίζετε γιὰ αὔριο καὶ μεθαύριο, ὅπως προγραμματίζουμε ὅλοι μας: τὸ χρόνο αὐτὸ θὰ κάνουμε ἐκεῖνο, θὰ κάνουμε ἐκεῖνο, ἂς πᾶμε ἐδῶ καὶ ἂς πᾶμε ἐκεῖ, ἂς κάνουμε τὸ χρόνο αὐτὸ ἐκεῖνο καὶ τὸ ἄλλο.  Ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; Πῶς σχεδιάζετε, λέει, ἐσεῖς γιὰ ὅλα αὐτά, τὸ χρόνο αὐτὸ θὰ κάνουμε αὐτό, τὸ χρόνο αὐτὸ θὰ κάνουμε ἐκεῖνο, νὰ ζήσουμε χρόνια πολλά. Ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη.  Τί εἶναι ἡ ζωή μας;  Ἡ ζωή μας εἶναι ἕνας ἀτμός, μία ἀτμίς, ἡ ὁποία ξαφνικὰ ἐμφανίζεται ὅπως ὁ ἀτμὸς καὶ σὲ λίγο ἐξαφανίζεται, αὐτὸς ὁ ἀτμός.  Μᾶς λέει λοιπόν, κι ἄλλη φορὰ τὸ εἴπαμε, ἀντὶ νὰ λέμε θὰ κάνουμε αὐτὸ κι αὐτὸ κι αὐτὸ τὰ χρόνια ποὺ θὰ ζήσουμε, νὰ λέμε ἐὰν ὁ Κύριος θελήσει καὶ ζήσομεν καὶ ποιήσομεν καὶ ζήσομεν ἐτοῦτο καὶ ἐκεῖνο.

Καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωρία ἡ Αγία Γραφὴ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὸ πόσο ἡ ζωή μας εἶναι σύντομη, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος ἐστί  (Α’ Κορινθ., 7, 29).  Πέρα ὅμως ἀπὸ αὐτό, ὑπάρχει στὴν Πατερικὴ Παράδοση κι ἐπειδὴ σήμερα γιορτάζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, θέλω νὰ παρουσιάσω μερικὲς σκέψεις γύρω ἀπὸ τὸ θέμα αὐτό, σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ τῆς μακροβιότητος καὶ τοῦ γήρατος καὶ τοῦ θανάτου.  Λέει ὁ Μέγας Βασίλειος ὅτι ὑπάρχουν γέροντες -ὅλοι εὐχόμαστε νὰ φθάσουμε στὴ γεροντικὴ ἡλικία καὶ ν’ ἀσπρίσουν τὰ μαλλιά μας, φτάνει αὐτό; – ὑπάρχουν γέροντες λέει, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή τους καταισχύνουν, ντροπιάζουν τὸ γῆρας καὶ ἀποδεικνύονται ἀφρονέστεροι καὶ τῶν νηπίων ἀκόμη·  ἐνῶ ἀντιθέτως ὑπάρχουν νέοι, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ ἔχουν λευκὲς τρίχες, ἄσπρα μαλλιά, συμπεριφέρονται σὰν νὰ ἦσαν γέροντες καὶ ἀξίζουν γι’ αὐτὸ σεβασμοῦ καὶ τιμῆς αὐτοὶ οἱ νέοι ποὺ συμπεριφέρονται ὡς γέροντες.  Ἐνθυμεῖστε ὅτι ὁ Ἅγιος Σάββας, τὸν ὁποῖον ἐδῶ ἰδιαιτέρως τιμοῦμε καὶ τὸν εἰκονογραφήσαμε στὶς ἁγιογραφίες μας, τόσο συνετὸς ἦταν ἀπὸ νεαρᾶς ἡλικίας εἴκοσι ἐτῶν, ὥστε ὁ Μεγάλος Εὐθύμιος τὸν ὀνόμαζε παιδαριογέροντα·  παιδάκι, ποὺ εἶχε τὴ σύνεση γέροντος, παιδαριογέρων, παιδαριογέροντας.  Λέει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Πλεῖον γὰρ τῷ ὄντι εἰς πρεσβυτέρου σύστασιν τῆς ἐν θριξὶν λευκότητας τὸ ἐν φρονήσει πρεσβυτικόν» (Εἰς τὸν προφήτην Ἠσαΐαν 2, 101, PG 30, 284.). Περισσότερο λέγει, γιὰ νὰ θεωρηθεῖ κανένας πρεσβύτερος, δὲν εἶναι οἱ λευκὲς τρίχες, ἡ λευκότητα στὶς τρίχες, ἀλλὰ εἶναι τὸ ἐν φρονήσει πρεσβυτικόν,  νὰ εἶναι κανεὶς πρεσβύτης στὴ φρόνηση, στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν ἁγιότητα.

Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μὲ τὸν χειμαρρώδη λόγο του, λέγει σχετικὰ ἀπευθυνόμενος σὲ γέροντες, ποὺ ἀξίωναν σεβασμό, ἁπλῶς λόγω μόνον τοῦ γήρατος: «Ἡ πολιὰ τότε αἰδέσιμος, ὅταν τὰ τῆς πολιᾶς πράττῃ· ὅταν δὲ νεωτερίζῃ, τῶν νέων καταγελαστότερος ἔσται…» (Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους, Ὁμιλ. 7,3, PG 63, 64-65).  Οἱ γέροντες, λέει, τότε εἶναι σεβαστοί, ὅταν συμπεριφέρονται σὰν γέροντες, ὅταν ὅμως νεωτερίζουν –καὶ σκεφτεῖτε τώρα, ποῦ ἔχουν καταντήσει οἱ γέροντες τῆς ἐποχῆς μας·  οἱ γέροντες τῆς ἐποχῆς μας ἔχουν ἐκτραπεῖ οἱ περισσότεροι τελείως, μ’ αὐτὴν τὴ συνήθεια τῶν Κ.ΑΠ.Η. καὶ τοὺς γάμους τῶν γερόντων σὲ μεγάλη ἡλικία-  τί νὰ σεβαστοῦν σ’ αὐτοὺς τοὺς γέροντες;  Οἱ ὁποῖοι φτάνουν σὲ ἡλικία 65 κι 70 καὶ 80 ἐτῶν καὶ σκέφτονται γάμους, εἴτε ὄντες ἐν χηρείᾳ, εἴτε ἀκόμη ἀπὸ διαζύγια·  αὐτοὶ νεωτερίζουν, τί νὰ σεβαστεῖς σ’ αὐτοὺς τοὺς γέροντες;  Καὶ γὰρ τὴν πολιὰν τιμῶμεν, οὐκ ἐπειδὴ τὸ λευκὸν χρῶμα τοῦ μέλανος προτιμῶμεν,  τιμοῦμε, λέει, τὴν πολιάν, τ’  ἄσπρα μαλλιά, ὄχι γιατὶ προτιμοῦμε τὸ λευκὸ χρῶμα ἀπὸ τὸ μαῦρο, ἀλλ’ ὅτι τεκμήριόν ἐστι τῆς ἐναρέτου ζωῆς, τὸ νὰ εἶναι κανένας γέροντας σημαίνει πὼς εἶναι ενάρετος, καὶ ὁρῶντες ἀπὸ τούτου στοχαζόμεθα τὴν ἔν­δον πολιάν, κι ὅπως βλέπουμε νὰ εἶναι κανένας ἄσπρος ἀπ’ ἔξω, τί ὡραία εἰκόνα, σκεφτόμαστε καὶ πὼς μέσα εἶναι κάτασπρος, εἶναι λευκὸς καὶ στὴν ψυχή, καὶ ἀπὸ τούτου στοχαζόμεθα τὴν ἔν­δον πολιάν · τώρα πολλοὶ βάφουν τὰ μαλλιά τους, οἱ γέροντες, ἀκόμα καὶ οἱ γυναῖκες βάφουν τὰ μαλλιά τους, ἐνῶ δέστε τί συμβολισμὸς εἶναι αὐτός· τὰ ἄσπρα μαλλιὰ εἶναι σύμβολο τῆς ἐσωτερικῆς καθαρότητος.   Καὶ ἀπὸ τούτου ὁρῶντες στοχαζόμεθα τὴν ἔν­δον πολιάν, τὴν ἐσωτερικὴ λευκότητα.  Μὴ ἀξίου τοίνυν διὰ τὴν πολιὰν τιμᾶσθαι, ὅταν αὐτὴν αὐτὸς ἀδικῆς (Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους, Ὁμιλ. 7,3, PG 63, 64-65), μὴν ἀξιώνεις λοιπὸν νὰ τιμᾶσαι γιὰ τὰ λευκὰ μαλλιά, ὅταν ἐσὺ τὰ ἀδικεῖς.  Αὐτή, λοιπόν, ἡ ἀντιμετώπιση ἀποσυνδέει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ σωματικὰ γνωρίσματα καὶ τὸν ἀξιολογεῖ μὲ βάση τὰ πνευματικὰ γνωρίσματα.  Κι ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς λέει πὼς μπορεῖ κανένας νὰ εἶναι διαρκῶς νέος, νὰ ὑπάρχει διαρκὴς νεότης·  μὴ σκέφτεστε τὰ χρόνια πολλά, τὰ χρονολογικά, τὰ ἀστρονομικὰ ἔτη, τὰ πολιτικὰ ἔτη, μὴ σᾶς νοιάζει αὐτό, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει διαρκὴς νεότης, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.  Υπάρχει πολιὰ σφριγῶσα καὶ γῆρας ἀκμάζον· κεχάλαστο ὁ τόνος τῆς σαρκός, νενεύρωτο ὁ τόνος τῆς πίστεως, ἀκόμη, λέει, κι ἂν γεράσει κανένας μπορεῖ νὰ εἶναι νέος· κεχάλαστο ὁ τόνος τῆς σαρκὸς;  Ἀτόνησε ἡ σάρκα;  Μπορεῖ νὰ νευρωθεῖ ὁ τόνος τῆς Πίστεως.  Καὶ ἐπικαλεῖται γι’ αὐτό, τὸ παράδειγμα τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἐνῶ στὴ νεότητά του δὲν εἶχε πνευματικὲς επιτυχίες – αὐτὸ εἶναι γιὰ ὅλους μας ποὺ βρισκόμαστε σὲ μεγάλη ἡλικία, μποροῦμε καὶ σὲ μεγάλη ἡλικία νὰ ἔχουμε πνευματικὲς ἐπιτυχίες.  Ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ξέρετε σὲ τί ἡλικία ἐκλήθη ἀπὸ τὸν Θεόν; Σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν.  Μεγαλύτερος ἀπὸ μένα–  ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν 75 ἐτῶν ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ἔκανε αὐτὰ ποὺ ἔκανε καὶ διέπρεψε ὡς ἅγιος καὶ ὡς πατριάρχης.  Καὶ λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀναφερόμενος στὸν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος σὲ τόσο μεγάλη ἡλικία κατόρθωσε τόσο πολλά,τοιαῦτα γὰρ τῆς Ἐκκλησίας τὰ κατορθώματα, ὅτι ἡ ἀτονία τοῦ σώματος οὐδὲν λυμαίνεται τὴν προθυμίαν τῆς πίστεως·  τὸ σῶμα ἂν εἶναι ἄτονο, αὐτὸ δὲ σημαίνει πὼς καὶ ἡ πίστις μπορεῖ νὰ ἀτονήσει.  Κόσμος γὰρ Ἐκκλησίας πολιὰ κατεσταλμένη, καὶ πίστις ἐπτερωμένη καὶ ἐν τούτῳ χαῖρει ἡ Ἐκκλησία μᾶλλον, ἡ Ἐκκλησία χαίρεται πιὸ πολὺ ἂν κάποιος στὴν Πίστη, στὴν ψυχή του εἶναι ἐπτερωμένος, ὄχι ἂν τὸ σῶμα του εἶναι ὑγιὲς καὶ ζωντανό.  Ἐπὶ μὲν γὰρ τῶν ἔξω πραγμάτων ὁ γέρων ἄχρηστος, ἔξω στὸν κόσμο λέει ὅτι ὁ γέροντας εἶναι ἄχρηστος.  Ἀλλ’ οὐ τὰ τῆς Ἐκκλησίας τοιαῦτα, στὴν Ἐκκλησία δὲν ἰσχύει αὐτό, ἀλλ’ ὅταν γηράσωσιν οἱ ἐν ἀρετῇ διάγοντες, τότε μᾶλλον χρήσιμοι καθίστανται· οὐ γὰρ σαρκῶν εὐτονία, ἀλλὰ πίστεως ἐπίτασις ζητεῖται  ὅταν λοιπὸν γεράσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ διάγουν ἐν ἀρετῇ, τότε εἶναι περισσότερο χρήσιμοι.  (Λόγος εἰς τὸν μακάριον Ἀβραὰμ 1, PG 50, 737-738).

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἄλλωστε, πολλὲς φορὲς τὸ ἀκοῦμε στὰ ἀναγνώσματα, ἰδιαίτερα στοὺς ἑσπερινούς, μᾶς λέγει γῆρας γὰρ τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον·  γιατὶ εὔχεστε νὰ ζήσετε πολλὰ χρόνια;  Γῆρας γὰρ τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται·  οὔτε τὰ γηρατειὰ μετρῶνται μὲ τὸ πόσων ἐτῶν εἶναι κανένας,  καυχόμαστε μερικοί, ἐγὼ εἶμαι 80, 85 ἐτῶν, οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται. Πολιὰ δέ ἐστι φρόνησις ἀνθρώποις, καὶ ἡλικία γήρως βίος ἀκηλίδωτος. (Σοφία Σολομῶντος, 4, 8)  Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι αὐτό, ἡ πολιὰ λέει, τὸ γῆρας εἶναι ἡ φρόνησις καὶ ἡλικία γήρως βίος ἀκηλίδωτος καὶ τὰ γεράματα φαίνονται ἀπὸ τὸν ἀκηλίδωτο βίο.

Ὑπάρχουν νέοι, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν σὲ λίγα χρόνια τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν τελειότητα κι εἶναι ἕτοιμοι γι’ αὐτὸ νὰ εἰσέλθουν στὴν αἰωνιότητα.  Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς(Σοφ. Σολ. 4, 13), ὑπάρχουν νέα παιδιά, τὰ ὁποῖα φεύγουν σὲ ἡλικία 20-25 ἐτῶν κι ἦταν ἤδη ἅγια, τὰ παιδιὰ αὐτά·  δὲν ἰσχύει γι’ αὐτοὺς τὸ «χρόνια πολλά», πολὺ καλύτερα ὅμως ποὺ ἔφυγαν σ’ αὐτὴ τὴ νεαρὴ ἡλικία·  οἱ ἅγιοι δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἔχουν πολυχρόνια ζωὴ στὸν παρόντα βίο, χρόνια πολλὰ καὶ χρόνια πολλά, οἱ ἅγιοι βιάζονται νὰ φύγουν, νὰ πᾶν στὴν αἰώνια ζωή, ἐκεῖ εἶναι ὁ κλῆρος μας·  καὶ ἐπείγονται καὶ βιάζονται νὰ ἀποθάνουν, γιὰ νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, αἰσθάνονται ἐδῶ ὡς πάροικοι καὶ ὡς παρεπίδημοι, ὡς μετανάστες καὶ ζητοῦν νὰ τελειώσει ὁ χρόνος αὐτὸς τῆς παροικίας, γιὰ νὰ κατοικήσουν στὸν μόνιμο καὶ κατάλληλο χῶρο.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔχει ἕνα δύο καταπληκτικὰ κείμενα γύρω ἀπὸ τὸ θέμα, κι ἄλλη φορὰ σᾶς ἔχω μνημονεύσει, ἂς τὰ ὑπενθυμίσω ἁπλῶς τώρα.  Ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς νέους ὁ Μέγας Βασίλειος τοὺς λέγει τὰ ἑξῆς: ὅτι ἐμεῖς, λέγει, παιδιά μου –ἄντε νὰ τὰ πεῖς τώρα αὐτὰ στὰ νέα παιδιά· ἐλάχιστοι νέοι εἶναι ποὺ ἀκοῦν αὐτὸν τὸν λόγο, τὰ παιδιά μας ἀπόψε βρισκόταν, τὰ περισσότερα, στὶς καφετέριες καὶ στὰ μπὰρ κι ἐδῶ κι ἐκεῖ-   ἐμεῖς, λέει, παιδιά μου, τὸν ἀνθρώπινον τοῦτον βίον οὐδὲν εἶναι χρῆμα παντάπασιν ὑπολαμβάνομεν, θεωροῦμε ὅτι αὐτὴ ἡ ζωή, τὴν ὁποίαν ἐμεῖς εὐχόμαστε νὰ ζήσουμε, νὰ ζήσουμε, νὰ ζήσουμε πολλά, ν’ ἀπολαύσουμε αὐτὴ τὴ ζωή, ὁ Μέγας Βασίλειος λέει ὅτι ἐμεῖς αὐτὴ τὴ ζωὴ δὲν τὴν ἐκτιμοῦμε καθόλου. Οὐδὲν εἶναι χρῆμα παντάπασι τὸν ἀνθρώπινον βίον τοῦτον ὑπολαμβάνομεν, οὔτ᾿ ἀγαθόν τι νομίζομεν ὅλως, οὔτ᾿ ὀνομάζομεν, ὃ τὴν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται. (Πρὸς τοὺς νέους 2, ΕΠΕ 7, 318).  Τίποτα ἀπὸ τὰ θεωρούμενα ἀγαθὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν ἔχει ἀξία, γιατὶ ἔχει χρονικὸ τέλος.  Κι ὀνομάζει μερικά: οὔκουν προγόνων περιφάνειαν, ὄχι ἡ καταγωγή μας, δὲν εἶναι μεγάλο πράγμα,οὐκ ἰσχὺν σώματος, ὄχι νὰ ἔχουμε δυνατὸ σῶμα, οὐ κάλλος, ὄχι ὀμορφιά,  οὐ μέγεθος, οὐ τὰς παρὰ πάντων ἀνθρώπων τιμάς, οὐ βασιλείαν αὐτήν, οὐχ ὅ,τι ἂν τὶς εἴποι τῶν ἀνθρωπίνων μέγα, ἀλλ᾿ οὐδὲ εὐχῆς ἄξιον κρίνομεν, ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ κρίνουμε οὔτε ἄξια εὐχῆς.  Ἐμεῖς  ὅμως ἀντίθετα εὐχόμαστε «Χρόνια πολλά», νὰ καλοπεράσουμε, νὰ ζήσουμε, νὰ εἴμαστε ὑγιεῖς, τὰ σώματά μας νὰ εἶναι ἰσχυρά, οὐδὲ εὐχῆς ἄξιον κρίνομεν· ἢ τοὺς ἔχοντας ἀποβλέπομεν, ἢ βλέπουμε σ’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι τὰ ἔχουν καὶ τοὺς ζηλεύουμε·  ἀλλὰ τί κάνουμε ἐμεῖς; Νὰ τί κάνουμε, ποὺ ἔλεγα ἡ αἰώνιος ζωή· ἀλλ᾿ ἐπὶ μακρότερον πρόϊμεν ταῖς ἐλπίσι καὶ πρὸς ἑτέρου βίου παρασκευὴν ἅπαντα πράττομεν. Ἐμεῖς, ἡ δική μας ἡ προοπτική, τῶν χριστιανῶν, δὲν εἶναι μικρὴ καὶ στενή, δὲν περιορίζεται ἐδῶ σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλ᾿ ἐπὶ μακρότερον πρόϊμεν ταῖς ἐλπίσι, πηγαίνουμε πολὺ μακριὰ μὲ τὶς ἐλπίδες μας καὶ τὰ κάνουμε ὅλα γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.  Αὐτὸ ἀπὸ τὸν «Λόγο πρὸς τοὺς νέους».

Ὑπάρχει ἐπίσης κι ἕνα ἄλλο κείμενο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀπὸ ἕνα θαυμάσιο λόγο «Εἰς τὸ πρόσεχε σεαυτῷ», τὸ ὁποῖο ἐπέλεξα ἀκριβῶς γιατὶ κάνει λόγο γι’ αὐτὰ ποὺ συζητοῦμε τὴν ἡμέρα αὐτή, γιὰ τὴν μακροημέρευση, νὰ ζήσουμε πολλὰ χρόνια, νὰ μακροημερεύσουμε.  Λέει λοιπὸν ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξηγώντας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ «Πρόσεχε σεαυτῷ», νὰ προσέχεις τὸν ἑαυτό σου.  Τί σημαίνει, λέει, αὐτὸ τὸ «πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου»; Μὴ τῇ σαρκὶ πρόσεχε, μὴ νομίζεις ὅταν λέει ἡ Ἁγία Γραφὴ πρόσεχε σεαυτῷ, ὅτι λέει νὰ προσέχουμε τὴν ὑγεία μας, τὴ σάρκα μας.  Μὴ τῇ σαρκὶ πρόσεχε, μηδὲ τὸ ταύτης ἀγαθὸν ἐκ παντὸς τρόπου δίωκε· καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἀγαθὸ τῆς σαρκός; Ἐμεῖς πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ὑγεία· μὴν προσέχετε τὴν ὑγεία, λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ὑγείαν καὶ κάλλος καὶ ἡδονῶν ἀπολαύσεις, καὶ μακροβίωσιν· μηδὲ χρήματα καὶ δόξαν, καὶ δυναστείαν θαύμαζε, (Εἰς τὸ «Πρόσεχε σεαυτῷ», ΕΠΕ, 6) μὴ τὰ θαυμάζετε αὐτά, οὔτε τὴν ὑγεία, οὔτε τὴν μακροημέρευση, οὔτε τίποτα, μὴν τὰ θαυμάζετε ὅλα αὐτά· τί νὰ κάνομε ὅμως;  Ὑπερόρα σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελοῦ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου.  Τὰ σαρκικὰ ἀφῆστε τα, γιατὶ εἶναι προσωρινά, νὰ φροντίζετε γιὰ τὴν ψυχή σας ποὺ εἶναι ἀθάνατη.

 Καὶ ὑπάρχει ἐπίσης ἕνα πολὺ ὡραῖο χωρίο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀφοῦ σήμερα γιορτάζει, ἐδῶ νὰ τὸ ὑπενθυμίσουμε.  Ὁ Μέγας Βασίλειος, στὸ «Λόγο πρὸς τοὺς νέους» λέγει γι’ αὐτὴ τὴ μακροημέρευση καὶ γιὰ τὸ νὰ φτάσουμε σὲ πολὺ γεροντικὴ ἡλικία –χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, χρόνια πολλὰ-  λέει:  Ἐγώ δὲ κἂν τὸ Τιθωνοῦ τὶς γῆρας, κἂν τὸ Ἀργανθωνίου λέγῃ, κἂν τὸ τοῦ μακροβιωτάτου παρ’ ἡμῖν Μαθουσάλα,ἐγὼ λέει, ἀκόμα κι ἂν μὲ παρουσιάσει κανένας τὰ γηρατειὰ τοῦ Τιθωνοῦ, ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία εἶναι αὐτό, ἢ τοῦ Ἀργανθωνίου, κι αὐτὸς σὲ πολὺ μεγάλη ἡλικία, ἂν μοῦ φέρει κανεὶς σὰν παράδειγμα ἀκόμη καὶ τὸν Μαθουσάλα – μαθουσάλεια χρόνια – ὃς χίλια ἔτη, τριάκοντα δεόντων, βιῶναι λέγεται,  ὁ ὁποῖος λέγεται ὅτι ἔζησε 970 χρόνια, χίλια χρόνια μεῖον τριάκοντα,  κἂν σύμπαντα τὸν ἀφ’ οὗ γεγόνασιν ἄνθρωποι χρόνον ἀναμετρῇ, κι ἂν μετρήσει ὅλο τὸ χρόνο ἀφ’ ὅτου ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι, ὡς ἐπὶ παίδων διανοίας γελάσομαι, ἐγὼ γιὰ ὅποιον σκέφτεται ἔτσι, νὰ φτάσει νὰ ζήσει, νὰ ζήσει, νὰ ζήσει χρόνια πολλά, ἐγὼ θὰ τὸν περιπαίξω σὰν νὰ εἶναι παιδί, εἰς τὸν μακρὸν ἀποσκοπῶν καὶ ἀγήρω αἰῶνα, γιατὶ ἐγὼ βλέπω στὸν μακρὸν αἰῶνα, τὸν ἀτελεύτητο, ἀκόμα καὶ χίλια χρόνια νὰ ζήσει κανένας δὲν εἶναι τίποτε μπροστὰ στὸν αἰῶνα τὸν ἀγήρω καὶ αἰώνιο, οὗ πέρας οὐδὲν ἔστι τῇ ἐπινοίᾳ λαβεῖν, οὐ μᾶλλον γὲ ἡ τελευτὴν ὑποθέσθαι τῆς ἀθανάτου ψυχῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τελειωμό. (Πρὸς τοὺς νέους 8, PG 31, 588.).

Σήμερα, λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ποὺ γιορτάζουμε τὸν Μέγα Βασίλειο, ὁ ὁποῖος κάνει αὐτὲς τὶς θαυμάσιες σκέψεις καὶ ποὺ ὅλοι μας παρασυρμένοι ἀπὸ τὴ νοοτροπία αὐτὴ τὴν κοσμική, εὐχόμαστε «Χρόνια πολλὰ» καὶ «πάνω ἀπ’ ὅλα ὑγεία», ἂς ξανασκεφτοῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι κοσμικὴ νοοτροπία, ἀνθρώπινες παραδόσεις, δὲν εἶναι κατὰ Χριστόν.  Ὁ Θεὸς θέλει ἡ ζωή μας νὰ εἶναι γεμάτη ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα, εἴτε σύντομη, εἴτε μακρά·  ἡ μακρινὴ ζωὴ δὲν μᾶς προσφέρει τίποτε περισσότερο, ἐκτὸς ἄν, ἡ μακρινὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν Θεὸν δίδεται γιὰ νὰ βοηθήσουμε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.  Καὶ ἡ μόνη μας ἐπιδίωξη πρέπει νὰ εἶναι, ὄχι ἐδῶ τὰ χρόνια πολλά, ἀλλὰ ἡ αἰώνιος ζωή, τὴν ὁποία μακάρι κι ἐμεῖς νὰ κληρονομήσουμε μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους.  Ἀμήν.

ΠΗΓΗ.ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ.

 

Εικονογραφικό και υμνολογικό Συναξάριο της 1ης Ιανουαρίου

Επιμέλεια:πρωτοπρεσβ.Δημήτριος Αθανασίου

Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὢν κατ’ οὐσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε· καὶ Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν,ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν. Δόξα τῇ ἀγαθότητι τῇ σῇ, δόξᾳ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου, δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει σου.

Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν, οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν, ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέρα, ὁ ἄναρχος κατὰ τὸν Πατέρα. Αὐτῷ πιστοὶ βοήσωμεν. Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς

Οὐκ ἐπῃσχύνθη ὁ πανάγαθος Θεός, τῆς σαρκὸς τὴν περιτομὴν ἀποτμηθῆναι, ἀλλ’ ἔδωκεν ἑαυτόν, τύπον καὶ ὑπογραμμόν, πᾶσι πρὸς σωτηρίαν· ὁ γὰρ τοῦΝόμου Ποιητής, τά τοῦ Νόμου ἐκπληροῖ, καὶ τῶν προφητῶν τὰ κηρυχθέντα περὶ αὐτοῦ, ὁ πάντα περιέχων δρακί, καὶ ἐν σπαργάνοις εἱληθείς, Κύριε δόξα σοι.


Ὁ πάντων Ποιητής, καὶ Δεσπότης τοῦ κόσμου, ὁ ὢν σὺν τῷ Πατρί, καὶ τῷ Πνεύματι ἄνω, ὡς βρέφος περιτέμνεται, ἐπὶ γῆς ὀκταήμερος. Ὄντως θεῖά τε, καὶθαυμαστὰ σου τὰ ἔργα! σὺ γὰρ Δεσπότα, ὑπὲρ ἡμῶν περιτέμνῃ, ὡς ὤν Νόμου πλήρωμα.

Ὡς ὑπάρχων ἄβυσσος, φιλανθρωπίας, ἐνεδύσω Δεσπότα, μορφὴν τοῦ δούλου, καὶ σαρκί, περιετμήθης δωρούμενος, ἀνθρώποις πᾶσι, τὸ μέγα σου ἔλεος.

Σήμερον ὁ Δεσπότης, τέμνεται τὴν σάρκα, ὡς βρέφος πληρῶν τὸν Νόμον.

Σήμερον ὁ Δεσπότης, σαρκὶ περιετμήθη, καὶ Ἰησοῦς ἐκλήθη.

Τὴν σάρκα περιτέμνεται, ὁ τὸν Νόμον πληρώσας, ὡς βρέφος ὀκταήμερον, τῶν αἰώνων ὁ Κτίστης, καὶ σπάργανα εἱλίσσεται, ὡς βροτὸς καὶ γάλακτι ἐκτρέφεται ὁ τὰ πάντα, τῇ ἀπείρῳ ἰσχύϊ, ὡς Θεὸς διακρατῶν, καὶ τῇ ῥοπῇ διεξάγων

 

Ὦ θεία καὶ ἱερὰ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας μέλισσα, Βασίλειε παμμακάριστε· σὺ γὰρ τοῦ θείου πόθου τῷ κέντρῳ, σεαυτὸν καθοπλίσας, τῶν θεοστυγῶν αἱρέσεων τάς βλασφημίας κατέτρωσας· καὶ ταῖς ψυχαῖς τῶν πιστῶν εὐσεβείας τὸν γλυκασμὸν ἐθησαύρισας· καὶ νῦν τοὺς θείους λειμῶνας, τῆς ἀκηράτου διερχόμενος νομῆς, μνημόνευε καὶ ἡμῶν, παρεστὼς τὴν Τριάδα τὴν ὁμοούσιον.

Πατὴρ ὀρφανῶν, καὶ χηρῶν προασπιστής, καὶ πλοῦτος πένησι, τῶν ἀσθενούντων ἡ παράκλησις, καὶ τῶν ἐν πλούτῳ κυβέρνησις, γήρως βακτηρία ἐδείχθης, παιδαγωγία νεότητος, καὶ Μοναζόντων ἀρετῆς, κανὼν Βασίλειε.

Ἐξεχύθη ἡ χάρις ἐν χείλεσί σου, Ὅσιε Πάτερ, καὶ γέγονας ποιμήν, τῆς του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, διδάσκων τὰ λογικὰ πρόβατα, πιστεύειν εἰς Τριάδα ὁμοούσιον, ἐν μιᾷ Θεότητι.

Πάντων τῶν ἁγίων ἀνεμάξω τάς ἀρετάς, Πατὴρ ἡμῶν Βασίλειε, Μωϋσέως τὸ πρᾶον, Ἠλιοὺ τὸν ζῆλον, Πέτρου τὴν ὁμολογίαν, Ἰωάννου τὴν Θεολογίαν, ὡς ὁ Παῦλος ἐκβοῶν οὐκ ἐπαύσω. Τὶς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; Ὅθεν σὺν αὐτοῖς αὐλιζόμενος, ἱκέτευε σωθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν.