Ἀνάστασιν Χριστοῦ Θεασάμενοι

Μήνυμα ἐπί τῇ ἑορτῇ τοῦ Πάσχα

Ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου

1984

 

 

 StavAnast_up

Τήν ἁγία καί λαμπρά νύκτα τῆς Ἀναστάσεως, στόν ὄρθρο και στήν Θεία Λειτουργία ὅλα ἀστράπτουν καί λάμπουν στό φῶς τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου μας.

Τό φῶς αὐτό φωτίζει καί χαροποιεῖ τούς Χριστιανούς καί ὅλη τήν κτίσι, ὁρατή καί ἀόρατο, «οὐρνόν τε καί γῆν καί τά καταχθόνια» (Ἀναστάσιμος Κανών).

Ὁ Ἀναστάς Κύριος ἔρχεται ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ Του καί ἐκπληρώνει τήν ὑπόσχεσί Του: «ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαράν γενήσεται…καί την χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν» (Ἰωάν. ιστ΄, 20,22).  Ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἀναφαίρετος.  Εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή χαρά.

Ὁ μεγάλος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι ὁ Κύριος ἔγινε ἄνθρωπος «ἵνα γένηται τῆς ἀναστάσεως καί τῆς αἰωνίου ζωῆς ἀρχηγός καί πίστωσις, λύσας τήν ἀπόγνωσιν ΄ἵνα υἱός ἀνθρώπου γενόμενος καί τῆς θνητότητος μεταβαλών υἱούς Θεοῦ τούς ἀνθρώπους ἀπεργάσηται, κοινωνούς ποιήσας τῆς θείας ἀθανασίας» (Περί τῆς κατά σάρκα τοῦ Κυρίου ἡμῶν οἰκονομίας).

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἶναι λοιπόν ὁ ἀρχηγός καί ἡ βεβαίωσις τῆς ἀναστάσεως καί τῆς αἰωνιοτητός μας. Ἔγινε ἄνθρωπος καί συμμερίστηκε τήν θνητότητά μας, ὥστε νά μᾶς κάνῃ υἱούς Θεοῦ, κοινωνούς τῆς θείας ἀθανασίας. Ἕτσι ἔλυσε τήν ἀπόγνωσι.

Πράγματι, ὅ,τι καί νά κάνῃ ὁ ἀλύτρωτος ἀπό τόν θάνατο ἄνθρωπος, στό τέλος τόν περιμένει ἡ ἀπόγνωσις, γιατί ὅλα «θάνατος διαδέχεται. Ὅλα ἐκμηδενίζονται καί ἀφανίζονται.

Ὁ ἑνωμένος ὅμως μέ τόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ ἄνθρωπος, ὅσα βάσαννα, δοκιμασίες, ἀρρώστιες, κατατρεγμούς, θανάτους καί ἐάν περάσῃ, στό βάθος ἔχει χαρά, γιατί γνωρίζει ὅτι συμμετέχει στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου του συμμετέχει στήν Ἀνάστασι καί τήν αἰώνιο ζωή Του.

Τώρα ἐμεῖς οἱ χριστιανοί ἠμποροῦμε νά ἀγωνιζόμαστε, νά χαιρόμαστε, νά ἑορτάζουμε, νά ἐλπίζουμε. Ὁ Κύριος μας ἔλυσε τήν ἀπόγνωσι.

Χωρίς τόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ, οἱ ἑορτές τῶν ἀνθρώπων εἶναι πένθιμες καί γι’ αὐτό κατ’ οὐσίαν δέν εἶναι ἑορτές.  Εἶναι προσπάθειες φυγῆς ἀπό τήν μονοτονία, τήν πλήξι, τήν μοναξιά.  Εἶνι θορυβώδεις ἐκδηλώσεις, γιά νά μή ἀκούεται ὁ τρομακτικός ἀπόηχος τοῦ μηδενός.

 

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού λύει τήν ἀπόγνωσι, εἶναι ἡ Ἑορτή μας, γατί εἶναι τό Πάσχα μας, ἡ διάβασις ἀπό τόν θάνατο στήν ζωή.

Γιά τόν πιστό χριστιανό ὅλη ἡ ζωή εἶναι Πάσχα καί Ἑορτή, γιατί ὅλη ἡ ζωή του φωτίζεται, χαριτώνεται καί ἁγιάζεται ἀπό τήν Χάρι τοῦ Ἀναστάντος.  Οἱ ἐκκλησιαστικές Ἑορτές εἶναι ἀφετηρίες, γιά νά γίνεται ὅλη ἡ ζωή ἑορτή.

Πολύ ἀδικοῦν τόν λαό μας ὅσοι θέλουν νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τίς Ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας καί νά ἀντικαταστήσουν τίς Ἐορτές τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων μέ ἄθεες ἑορτές, ἀθλητικές, πολιτιστικές, ἱστορικές, οἰκογενειακές.  Τόν ξαναφέρουν στήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωσι.

Στά νέα ἀναγνωστικά τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου πρέπει να ἐπανέλθῃ ὁ Χριστός, ἡ Αἰωνιότητς, οἱ Ἑορτές τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ λαοῦ μας. Ἀλλοιῶς ἑτοιμάζουμε παιδιά δίχως ἐλπίδα τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως.

Στήν ἑλληνορθόδοξο παιδεία μας τά παιδιά μορφώνονται σέ «υἱούς τῆς Ἀναστάσεως».  Στήν ἄθεο παιδεία σέ «υἱούς θανάτου».

Ὁ ἑλληνορθόδοξος χριστιανικός λαός μας, παρά τίς ἀδυναμίες του, ἔχει τήν εὐλογία νά εἶναι λαός τῆς Ἀναστάσεως.  Ἡ κατ’ ἐξοχήν ἑορτή τῶν Ἑλλήνων εἶναι τό Πάσχα. Γι’ αὐτό καί ὁ λαός μας ἔχει πάντα ἐλπίδα.  Συμμαρτυρεῖ πρός τοῦτο τό πλῆθος τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων τῆς Τουρκοκρατίας καί ὁ πιστός μάρτυς τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεώς μας Μακρυγιάννης.

Ὅσοι μάχεσθε γιά τόν ἀθεϊσμό, μή προσπαθῆτε νά τόν ἐπιβάλετε στόν λαό μας.  Σεβασθῆτε τήν παράδοσι καί τήν ἐλευθερία του.  Πιστεύω ὅτι ἡ ἀθεΐα δέν ἐκφράζει οὔτε τόν ἰδικό σας βαθύτερο ἑαυτό, ἀφοῦ καί σεῖς εἶστε βαπτισμένοι καί προέρχεσθε ἀπό τά σπλάχνα τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ μας.

Ἀφῆστε τόν λαό μας νά εἶναι ἀναστάσιμος, ὀρθόδοξος, νά ἐλπίζῃ καί ἡ ζωή του νά εἶναι Ἑορτή.  Μή σκοτώνετε τήν ἐλπίδα ἀπό τούς ἀνθρώπους.

 

Ἀδελφοί μου, «δεῦτε λάβωμεν Φῶς ἐκ τοῦ Ἀνεσπέρου Φωτός καί δοξάσωμεν Χριστόν τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν»

 

Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!

 

Ἅγιον Πάσχα 1984.

Ἀπόσπασμα ἀπό τό «Ἀνάστασιν Χριστοῦ  Θεασάμενοι».
Μηνύματα ἐπί τῇ ἑορτῇ τοῦ Πάσχα Ἔκδοση της Ι. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους
Ἔτος 2005
σελίδες 31 – 33

 

«ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΔΕΙΞΕΝ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΣΗΝ ΑΓΑΠΗΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΟΣΗΝ ΟΤΑΝ ΑΝΕΣΤΗ» – ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

αρχείο λήψης

Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

__________________

«Οι άνθρωποι κατεδίκασαν τον Θεόν εις θάνατον· ο Θεάνθρωπος όμως δια της αναστάσεώς Του ‘’καταδικάζει’’ τους ανθρώπους εις αθανασίαν.  Δια τα κτυπήματά τους ανταποδίδει τους εναγκαλισμούς· δια τας ύβρεις τας ευλογίας· δια τον θάνατον την αθανασίαν.  Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσον μίσος προς τον Θεόν, όσο όταν Τον εσταύρωσαν· ποτέ δεν έδειξεν ο Θεός τόσην αγάπην προς τους ανθρώπους, όσην όταν ανέστη», αναφέρει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς για την Ανάσταση του Χριστού.

 

Η Ζωηφόρος και Αγία Ανάσταση του Κυρίου, είναι η μεγίστη έκφραση αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο.  Με την Ανάσταση του ο Χριστός εχάρισε ζωήν «τοις εν τοις μνήμασι».  «Εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν».    Για τούτο και εμείς την Άγια τούτη μέρα της Ανάστασης, ομολογούμε «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».  Αποτελεί ομολογία αντίδωρο, στην μεγάλη αυτή αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο.

 

‘’Εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας’’.  Η μεγαλύτερη δωρεά στον άνθρωπο, δόθηκε με την Ανάσταση του Κυρίου μας.  ‘’Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου καθώς προείπεν, έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και το μέγα έλεος’’.  Αυτή τη χαρά ‘’ουδείς δύναται να άρη αφ’ ημών’’.

 

«Χάρις εις την ανάστασιν του Χριστού», σημειώνει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, «χάρις εις την νίκην επί του θανάτου οι άνθρωποι εγίνοντο και γίνονται χριστιανοί.  Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού δεν είναι τίποτε άλλο από τι, παρά ιστορία ενός και μοναδικού θαύματος, του θαύματος της  του Χριστού αναστάσεως, το οποίον συνεχίζεται διαρκώς εις όλας τας καρδίας των χριστιανών από ημέρας εις ημέραν, από έτους εις έτος, από αιώνος εις αιώνα μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας»

 

Την Αγία τούτη μέρα της Ανάστασης ομολογούμε «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».  Ο αναστάσιμος χαιρετισμός είναι πρωτίστως μια ομολογία.  «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».   Τούτη τη μέρα είναι ημέρα με τον αναστάσιμο χαιρετισμό ομολογούμε την πίστη μας στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού μας.  Για τούτο στο Άγιο Όρος καθ΄όλη τη Διακαινήσιμο Εβδομάδα, αποτελεί και τον  μόνο χαιρετισμό.  Ενω διαβαίνοντας  το Άγιον Όρος την υπόλοιπη περίοδο ακούς το ‘’Ευλογείτε’’, και την απάντηση ‘’ο Κύριος’’,  κατά τη Διακαινήσιμο Εβδομάδα ακούεις  τούτο τον χαιρετισμό της αναστάσιμης ομολογίας. «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».

 

«Εις τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιούνται και τα τέσσαρα Ευαγγέλια του Χριστού : Χριστός ανέστη!  Αληθώς ανέστη!» σημειώνει εμφαντικά ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.  Η αναστάσιμη τούτη ομολογία είναι  πηγή ανεκλαλήτου χαράς «ην ουδείς δύνατι να άρη αφ’ ημών». «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».

 

«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου απαρχήν, και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των Πατέρων, Θεόν και υπερένδοξον».  «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».   «Σήμερον σωτηρία τω κόσμω, ότι ανέστη Χριστός».

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ(Γ.Βερίτη)

ΕΥΧΕΣ ΠΑΣΧΑ
Καμπάνας ήχοι αρμονικοί,
γλυκοί, γοργοί, αναπαιστικοί,
ξυπνούν το μοναστήρι.
Και στης νυχτιάς τη σιγαλιά
σα μάτια ανοίγουν τα κελιά
ή πόρτα ή παραθύρι.

Το πνεύμα της αρχαίας μονής,
πνεύμα αγρυπνίας και προσμονής,
ξυπνά τους μοναχούς της.
Είναι φρουρός, και το φυλά
σα να βιγλίζει εδώ ψηλά
ο νέος καμπανοκρούστης.

Τώρα, από την κάθε μια γωνιά
γλιστράνε μεσ’ στην σκοτεινιά
ψυχές που παν να προσκυνήσουν.
Για τη ματόβρεχτή μας γη
που σπαρταρά μεσ’ στη σφαγή
τον έλεο να ζητήσουν.

Στην εκκλησιά την θολωτή
που στ’ όνειρό της ζη κι αυτή,
θρόνοι και παραθρόνια
μας φέρνουν πάλι στα παλιά
(μαρμαρωμένε βασιλιά!)
στης προσευχής τα χρόνια.

Μεσ’ στους αιώνες που κυλούν,
τούτες οι πλάκες μας μιλούν
για κάποιο μεγαλείο,
κι είναι πανάρχαιο κι ιερό,
κι είν’ αγιασμένο απ’ τον καιρό
προγονικό βιβλίο.

Μεσ’ στα στασίδια τους σκυφτές,
σεμνά θυμήματα του χτες,
– έπηξε η φλόγα στο καντήλι! –
μαυροντυμένες οι ψυχές
κάνουν τον πόνο τους ευχές
που ξεψυχούν στα χείλη.

Τρισένδοξη κληρονομιά
φέρνουν απάνω τους μια – μια,
που τους λυγάει τον ώμο.
Είναι βαρύ να περπατάς
και κάθε τόσο να κυττάς
κάθετο μπρος τον δρόμο.

Η νύχτα μάκρυνε πολύ,
– χειμώνας, – και ξαναλαλεί
το γελασμένο ορνίθι.
Και ξαναζούν στην σιγαλιά
ιδέες και πράματα παλιά
θαμμένα μεσ’ στη λήθη.

Τα καντηλάκια στο ιερό,
σα ναν’ από παλιό καιρό
κι απ’ άλλο μοναστήρι,
στάθηκαν στους άγιους μπροστά
– κόκκιν’ αστράκια γελαστά
πεσμένα στο ποτήρι.

Όλα σ’ αγγίζουν απαλά,
σεμνά κι αθώα και σιγαλά,
κι οι θόλοι στάζουνε γαλήνη.
Τέτοια γαλήνη ας απλωθή,
κι όλου του κόσμου που πενθεί
τον πόνο ας απαλύνη!

Άγρυπνη μέσα μου, η ψυχή
ρουφά της χάρης την βροχή
σα διψασμένο ελάφι,
και ζωντανεύουν ξαφνικά
κάποια θαμμένα μυστικά
κι ανοίγουν κάποιοι τάφοι.

Μέσα μου κάτι ξαναζή
που μεγαλώσαμε μαζί
και τόχα λησμονήσει.
Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ, πολύ
που βάζεις μιαν ανατολή
μετά από κάθε δύση.

Να κι οι ψυχές μας π’ αγρυπνούν
και στ’ άγιο Δείπνο σου δειπνούν
απόψε, λατρευτέ μας.
Ακόμα δεν ξημέρωσε
κι είμαστε πάρωρα με Σε,
και θάμαστε, Χριστέ μας!

Όρθρος δεν χάραξε, κι εγώ
βάλθηκα να σε κυνηγώ
στους κάμπους και στα όρη.
Το σώμα στέκει, μα η ψυχή
βγήκε στο δρόμο ανήσυχη
σα μυροφόρα κόρη.

Βγήκε απ’ τη νύχτα, σκοτεινά,
γύρισε λόγγους και βουνά
για να σε συναντήση,
ξυπόλυτη να περπατά
και της Περσίας αρώματα
στον τάφο σου να χύση.

Και να, βρεθήκαμε ξανά
σ’ αυτή τη σκοτεινή γωνιά
αντίκρυ απ’ τ’ άγιο Βήμα.
Ω, τι χαρά σου να θωρής
πως εκυλίστηκε νωρίς
ο λίθος απ’ το Μνήμα!

Ευλογητή ναν’ η στιγμή
που παίρνουν τέλος οι λυγμοί
και κάτι ορθίζει εντός μου,
κάτι απ’ την άρρητην αυγή
π’ άστραψ’ ο τάφος σου στη γη,
Ήλιε και φως του κόσμου.

Νεκρό θαρρούσα να τον βρω,
καθώς απάνω στο σταυρό
στερνή φορά τον είδα.
Κι ω των αγγέλων η χαρά,
πως ήρθε μεσ’ στη συμφορά
η αναστημένη ελπίδα!

Στης εκκλησίας τα τζαμωτά
σαν κάποιο φως λαμποκοπά
και κάποι’ αβέβαιη λάμψη.
Μέρας προμήνυμα γλυκό,
και ψάλλουν το χερουβικό
με την πανάρχαια τάξη.

Κάποι’ αφροκάμωτα φτερά
σκορπούν του θόλου τα όνειρα
και στ’ Άγια φτερουγίζουν.
Στα παραθύρια του Ιερού
και στις δυο κόχες του χορού
τριανταφυλλιές ανθίζουν.

Τα μάρμαρα γυαλοκοπούν
και κάτι θέλουν να μου πουν
γι’ αυτό που τώρα νιώθουν,
ως ν’ αποσώσουν οι ψυχές
τις απονύχτερες ευχές
του πιο κρυφό των πόθου.

Οι όψεις των αγίων γελούν
καθώς απάνω τους κυλούν
χαρούμενες οι αχτίνες.
Ως κι οι μορφές οι ασκητικές
που γελάσανε ποτές
τώρα γελούν κι εκείνες!

Στην άγια Τράπεζα, το φως
τον ήλιο ξεπερνά καθώς
χτυπά στ’ άγιο Ποτήρι.
Κι ω θαύμα! Μέσα μου κλειστός
ο αναστημένος μου Χριστός
καλεί σε πανηγύρι.

Ω Νικητή των νικητών,
στο ρημαγμένο σπίτι αυτό
θα ‘ρθης να κατοικήσης;
Ωραίο, γλυκόλαλο πουλί,
στ’ αραχνιασμένο μου κελί
και πως θα κελαδήσης;

«Ιδού θυσία μυστική…»
Κι ειν’ η καρδιά μου νηστική
για φως χαρά κι αλήθεια.
Εσύ το ξέρεις πως πεινώ,
Συ μόνο βλέπεις το κενό
που κλείνω μεσ’ στα στήθια.

«Ιδού θυσία μυστική…»
Και ξημερώνει Κυριακή
κι όλα γιορτάζουν τώρα.
Ο μόσχος δίνεται πολύς,
κι Εσύ, Χριστέ, με προσκαλείς
στ’ ατίμητά σου δώρα.

Στην ανθισμένη μυγδαλιά
δε λένε τόσα τα πουλιά
όσα η καρδιά μου νιώθει.
Κι ουδέ μπορούν να σου τα πουν
τριγύρω σου ως φτεροκοπούν
οι ακοίμητοί μου πόθοι.

Γιατ’ είσαι απέραντα καλός,
πατέρας μου και δάσκαλος
και φίλος κι αδελφός μου.
Μόνο το χέρι σου ας κρατώ,
και ρίχνομαι να περπατώ
στα πέρατα του κόσμου!

Ποιος θα μπορούσε να το πη
πως τόσο γρήγορα οι καρποί
θα πρόβαιναν στους κλώνους;
Χαράς ανάβλυσαν πηγές
απ’ τις δικές σου τις πληγές
κι απ’ τους δικό σου πόνους.

Με τη δική σου τη θανή
διάπλατ’ ανοίξαν οι ουρανοί,
κι απ’ το δικό σου μνήμα
ζωή καινούργια ξεχειλά
όπως ροχθίζει και κυλά
το ποντοπόρο κύμα.

Δεύτε πιστοί! Με την καρδιά
απλή κι αθώα σαν τα παιδιά,
την πανδαισία γευθήτε.
Κι ως αναστήθηκε ο Χριστός,
όμοια – κι ο λόγος του πιστός –
κι εσείς θ’ αναστηθήτε.

Στην αναστάσιμη χαρά
φυτρώνουν μέσα μας φτερά,
κι αντάμα ξεκινάμε
για κάποιες χώρες μακρινές,
που τόσες γνώριμες φωνές
μας προσκαλούν να πάμε.

Όλοι μαζί! Κι είν’ η φωτιά
στην τρισευδαίμονη ματιά,
και λάμπει γύρω η πλάση.
Δόξα, ωσαννά στον πλαστουργό
πούρθε με λόγο και σταυρό
τον κόσμο ν’ αναπλάση.

Τούτη η χαρούμενη πομπή
στα φωτοπάλατα θα μπη
με τα χρυσά στεφάνια,
κι η νικητήρια της κραυγή
θα συγκλονίση όλη τη γη,
θα σείση τα επουράνι.

Χριστός ανέστη! Τι ζητούν
τούτες οι κάργες που πετούν
και παν κατά την Δύση;
Ποιος θα βρεθή να τους το πη
πως η φυγή φέρνει ντροπή,
και ποιός θα τις γυρίση;

Αναστάση ‘ναι. Κι η ψυχή
δε νιώθει τώρα μοναχή
καθώς εχτές και πρώτα.
Κάποιος βαδίζει στο πλευρό,
της απαλύνει το σταυρό,
σπογγίζει τον ιδρώτα.

Το βάρος έχει μοιραστή,
και τον ξεκάμαν το ληστή
πόσπερνε ολούθε τρόμο.
κάποιος πονόψυχος φτωχός
διαβάτης της Ιεριχώς
λευτέρωσε το δρόμο.

Χριστός ανέστη! Το χαρτί
σκίστηκε πάνω στη γιορτή
κι ο άνεμος το πήρε.
Πάτε παλιοί λογαριασμοί,
μαύρης βλαστήμιας πειρασμοί
και λογισμέ συ, στείρε.

Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η αγράμπελη μοσκοβολά
κι η πασχαλιά ευωδιάζει.
Πήδα και χόρευε ψυχή
που σ’ έλιωσε η απαντοχή
και το πικρό μαράζι.

Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η θάλασσα παιζογελά
κι ανθίζουν οι κήποι εντός μου.
Πλάκες, που στέκατε βαριές
στα μνήματα και στις καρδιές,
σας έσπασε ο Χριστός μου!

«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.