Αγίου Μαξίμου του Γραικού.Κανών Παρακλητικός εις το Θείον και Προσκυνούμενον,Πανάγιον και Παράκλητον Πνεύμα.

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Η άρνηση της Πεντηκοστής λέγεται παγκοσμιοποίησις

«Κλείστε τ’ αυτιά σας και σφίξατε την Ορθόδοξη Πίστη μέσα στην καρδιά σας. Έχομε εισέλθει εις τον χώρον των εσχάτων ημερών.»

Μακαριστός Γέροντας π. Αθανάσιος Μυτιληναίος (1927 – 2006)

Το Πνεύμα το Άγιον αγαπητοί μου ήδη είχε ανακληθεί από την γην. Το είπε σαφώς ο Πατήρ:ου μὴ καταμείνή τό πνεύμα μου ἐν τοῖς ανθρώποις τούτοις εἰς τόν αἰῶναδια τό είναι αυτούς σάρκας·

Οι άνθρωποι είχαν εξοκείλει, παρότι ο Θεός είχε πει να μην μιγούν [σ.σ. μίγω: μεσαιονικό του μείγνυμι – λεξικό Δημητράκου] οι δύο κλάδοι του Αδάμ. Ο  ένας ήτανε του Κάιν και ο άλλος του Σηθ. Εμίγησαν όμως κινούμενοι από κίνητρα υλιστικά. Είδαν λέγει οι υιοί, οι απόγονοι, του Σηθ ότι οι θυγατέρες των απογόνων του Κάιν ήτανε πολύ ωραίες και εμίγησαν. Και εχάλασαν, και έφτασαν σε ένα σημείο που προκαλείται πλέον η απόφασις του Θεού για να έλθει ο κατακλυσμός. Γι΄ αυτό λέγει, προσέξτε αυτήν την θέσιν,

ου μὴ καταμείνή τό πνεύμα ΜΟΥ ἐν τοῖς ανθρώποις τούτοιςεἰς τόν αἰῶνα, δεν λέει εις τους αιώνες,δια τό είναι αυτούς σάρκας· έγιναν σαρκικοί.

Αίρω λοιπόν το Πνεύμα μου το Άγιον. Από εδώ ας μάθουμε ότι ο σαρκικός άνθρωπος δεν μπορεί να έχει το Πνεύμα του Θεού. Δεν, τρόπον τινά, προσγειούται ομαλά το Πνεύμα το Άγιον εις τον σαρκικόν άνθρωπον. Γνωρίζουμε δε πλέον από την Καινή Διαθήκη, ότι ο άνθρωπος είναι, όχι η ψυχή του μόνον αλλά και το σώμα του και κυριότατα το σώμα του, ναός του Αγίου Πνεύματος. Πως λοιπόν αυτό το σώμα το οποίον θα συρθεί εις την ανηθικότητα, την ποικίλη ανηθικότητα, πως είναι δυνατόν πλέον αφού καταπροδόθηκε ως ναός του Αγίου Πνεύματος να μένει πλέον μέσα εκεί το Πνεύμα το Άγιον;

Πράγματι, η όλη η ζωή των ανθρώπων διετηρήθη για 120 χρόνια ακόμη και επήλθε ο κατακλυσμός. Διεσώθη μόνον η οικογένεια του Νώε και άρχισε πάλι η ανθρωπότητα να απλώνεται στη γη. Αλλά η ρίζα της ανθρωπότητος παρέμενε πονηρή. Η πρόθεσις, η σκέψις, μάλιστα, εκεί κάπου λέγει το ιερόν κείμενον της Γενέσεως ότι έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού.

Και όταν αποφάσισαν οι άνθρωποι να απλωθούν σε όλη τη γη είπαν μεταξύ των να δημιουργήσουν ένα υλικόν μνημείον για να θυμούνται την αφετηρία του ξεκινήματός των, από που έφυγαν, από που ξεκίνησαν. Και άρχισαν να χτίζουν τον πύργον της Βαβέλ. Ξέρετε, να αφήσουμε ένα μνημείον, ένα υλικό σημείον που να προκαλεί μνήμη -αυτό θα πει μνημείον- δεν είναι κακό, αλλά ήταν όμως γι’ αυτούς ένα έργον αλαζονείας. Δες τε εμείς τι φτιάξαμε, ποιοι είμαστε. Αυτό βέβαια δεν το ευλόγησε ο Θεός, και τότε ο Θεός είπε

δεύτε και καταβάντες συγχέομεν αυτών εκεί την γλώσσαν, ίνα μη ακούσωσι έκαστος την φωνήν του πλησίον και διέσπειρεν αυτούς ο κύριος εκείθεν (από εκεί) επί πρόσωπον πάσης της γης, και επαύσαντο οικοδομούντες την πόλιν, και τον πύργον.

Δεν ολοκλήρωσαν τον πύργον ούτε την πόλιν. Ο πύργος της Βαβέλ. Βαβέλ θα πει σύγχυσις και ονομάστηκε έτσι επειδή επήλθε σύγχυσις των γλωσσών, ο ένας έλεγε αυτό και ο άλλος καταλάβαινε διαφορετικά.

Μετά 50 ημέρες από την Ανάσταση του Χριστού, αγαπητοί μου, ήλθε και πάλι ως γνωστόν το Πνεύμα το Άγιον επί των ανθρώπων. Γι’ αυτό η Εκκλησία μας σημειώνει στην υμνογραφία της κάτι πολύ χαρακτηριστικό,

Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, Ο Θεός κατέβηκε και συνέχεε τας γλώσσας.

διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος· Ξεχώριζε έθνη, ομάδες ομάδες ανθρώπων. Προσέξτε, διεμέριζεν έθνη, το λέει και στο Δευτερονόμιον αυτό. Δηλαδή, όρια έθεσε στο κάθε έθνος, σύνορα. Να το κρατήσετε αυτό είναι πολύ χρήσιμο. Θα το δούμε γιατί.

ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, Την Πεντηκοστή πια. Εις ενότητα πάντας εκάλεσε, Ενώ υπήρξε σκορπισμός πρώτα, τώρα με την Πεντηκοστή γίνεται μία ενότης. Και συμφώνως δοξάζομεν το πανάγιον Πνεύμα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η Πεντηκοστή στάθηκε διορθωτική της αλαζονείας των ανθρώπων που απεπειράθησαν να υψώσουν τον πύργον της Βαβέλ. Και φυσικά πλέον εκείνο που εφεξής ενώνει όλους τους ανθρώπους δεν είναι ο πολιτισμός, δεν είναι τα κτήρια, δεν είναι τα μνημεία, αλλά το Πνεύμα το Άγιον. Κι εκείνος που δέχεται το θεανθρώπινον Πρόσωπον, του Χριστού πάντα, δέχεται και το Πνεύμα το Άγιον. Εάν δεν έχεις τον Ιησούν Χριστόν δεν είναι δυνατόν να έχεις το Πνεύμα το Άγιον. Και Αυτό δε επιτελεί ομοίως την πνευματική ζωή. Αυτό που λέμε,«πνευματική ζωή» αυτό είναι, η ζωή του Αγίου Πνεύματος. Όχι η ζωή του ανθρωπίνου πνεύματος -ο καθένας έχει το πνεύμα του-, όχι βάσει του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά βάσει του Αγίου Πνεύματος ασκείται αυτή η λεγομένη πνευματική ζωή. Χωρίς το Πνεύμα το Άγιον δεν μπορούμε να σωθούμε. Αν οι άνθρωποι πάσχουν, είναι γιατί δεν έχουν το Πνεύμα το Άγιον, γιατί δεν Το αποδέχονται. Το κορυφαίο που σήμερα μας λείπει, ιδία από την εποχή μας, είναι ακριβώς αυτό, το Πνεύμα το Άγιον. Με την προϋπόθεση όμως ότι οι άνθρωποι έχουν πιστέψει, το είπα και προηγουμένως, εις τον Χριστόν. Θα έχεις τον Χριστόν για να έχεις το Πνεύμα το Άγιον.

Και τί μπορεί να μας δώσει το Πνεύμα το Άγιον; Ίσως αναρωτηθείτε.

Πρώτιστα, με το Πνεύμα το Άγιον αποκτούμε νουν Χριστού. Λέει ο Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους, ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν. Εμείς, λέει, έχομε νουν Χριστού. Γιατί; Εάν έχουμε τον Χριστόν, έχουμε το Πνεύμα το Άγιον το Οποίον μας δίδει τον νουν του Χριστού. Και αυτό σημαίνει ότι σκέφτομαι όπως εσκέπτετο ο Χριστός. Σκεφτείτε, η σκέψις μου δηλαδή είναι χριστοειδής., είναι αντικοσμική και έχει γνώμονα την αιωνιότητα και το θέλημα του Θεού. Αυτό θα πει, έχω νουν Χριστού.

Δεύτερον, έχομε το Πνεύμα της Αληθείας, όπως μας λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εις το δέκατο τέταρτον κεφάλαιον. Ως Θεός βέβαια, το Πνεύμα το Άγιον πάντοτε αληθεύει, δεν μπορεί να ψεύδεται το Πνεύμα το Άγιον. Τούτο λέγεται σε αντιδιαστολή με το πνεύμα του ψεύδους και της πλάνης που είναι ο διάβολος. Γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, μην πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά μόνο στο Πνεύμα το Άγιον το οποίον είναι το Πνεύμα της Αληθείας.

Αυτό σημαίνει ότι στον κόσμον επικρατεί το πνεύμα της πλάνης που θα πρέπει να γνωρίζουμε για να το αντιδιαστέλλομε από το Πνεύμα το Άγιον. Και ποιός είναι ο καρπός του πνεύματος της πλάνης; Προσέξτε: ο πνευματισμός, τα μέντιουμ. Η μαγεία. Η αίρεσις. Οι φυσικές θρησκείες, που σαν αλαφιασμένοι εμείς οι Ορθόδοξοι οι Χριστιανοί πάμε να γνωρίσουμε. Αυτές τις ξένες φυσικές απ’ Ανατολών ερχόμενες θρησκείες. Να γνωρίσουμε λέει τον Βουδισμό, να γνωρίσουμε τούτο, να γνωρίσουμε εκείνο. Αλλοίμονό μας. Ο κοσμικός τρόπος του ζειν και του σκέπτεσθαι, αποτελούν πνεύματα πλάνης.

Και μάλιστα να σας πω και κάτι τελείως καινούριο. Εδημοσιεύθη σε μία εφημερίδα, ότι σε κάποια Δημοτικά σχολεία, πειραματικά, εις την Πρώτη Τάξη του Δημοτικού σχολείου -καλά το ακούσατε- εισάγεται το μάθημα της μαγείας. Η εφημερίδα έχει δείγματα. Πως είναι το αλφαβητάρι που έχουμε στην Α΄ Δημοτικού και μαθαίνουμε τα γράμματα, το Α, το Β, έτσι κι εκεί υπάρχει ένα βοήθημα, ένα βιβλίο που αναφέρεται εις την μύηση των παιδιών εις την μαγεία. Το ακούσατε; Λέει ένας λόγος ότι η φύσις μισεί τα κενά. Αυτό τώρα να το μεταφέρουμε, την στιγμή που διώχνουμε τον Χριστόν από την ζωή μας, πολύ φυσικό να πάρει θέση ο διάβολος, γιατί η μαγεία πάτρονά της έχει τον διάβολο. Το ακούσατε παρακαλώ; Εγώ θα σας προκαλέσω αν δείτε να γενικεύεται η υπόθεση -αν δεν αποτύχει βέβαια στο ξεκίνημά της- εσείς οι γονείς και οι γιαγιάδες και οι παππούδες διαμαρτυρηθείτε για να σώσουμε τα παιδιά μας.

Το Άγιον Πνεύμα είναι το Χρίσμα της Αληθείας. Γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α’ του επιστολή, και ύμείς  το χρίσμα ο ελάβετε απ’ αυτού, εν υμίν μένει, και ου χρείαν έχετε, ίνα τις διδάσκη υμάς· Δεν έχετε ανάγκη να σας διδάξει κανείς γιατί είσαστε θεοδίδακτοι, αλλ’ ως το αυτό χρίσμα διδάσκει υμάς περί πάντων,

Για όλα τα πράγματα μας διδάσκει το Πνεύμα το Άγιον. Είναι ξεχωριστό Μυστήριον, μετά από το βάπτισμά μας χριώμεθα το Άγιον Χρίσμα. Άλλον το Βάπτισμα, άλλον το Χρίσμα. Το Χρίσμα είναι να πάρουμε με υλικόν τρόπον με το Μύρον αυτό, να πάρομε το Πνεύμα το Άγιον -με υλικόν τρόπον το ξαναλέγω- διότι το Πνεύμα το Άγιον εδράζεται, έχει έδρα του αυτό το αγιασμένο λάδι. Έτσι παίρνουμε το Χρίσμα, αυτό το δεύτερον Μυστήριον το οποίον θα μας δώσει ό,τι αγαθόν ο Θεός θέλει να μας δώσει. Το Άγιον Χρίσμα είναι η προίκα μας.

και αληθές εστιν και αληθές και ουκ έστιν ψεύδος· καὶ καθὼς εδίδαξεν υμάς, μενείτε εν αυτώ. Και είναι Αληθινόν, εις το Πνεύμα το Άγιον δεν υπάρχει ψεύδος, και όπως σας δίδαξε να μένετε εις Αυτό.

Με το Άγιον Πνεύμα αγαπητοί μου έχουμε σαφή διάκριση του αληθούς από του ψευδούς, Του γήινου και του παροδικού από του ουρανίου και μονίμου. Του συμφέροντος και του μη συμφέροντος. Του γνησίου από του νόθου. Μπορούμε να διακρίνομε. Είναι η πνευματική διάκρισις. Γιατί έχουμε και την φυσική διάκριση. Φυσική διάκρισις είναι να διακρίνεις με τα μάτια μάτια σου ότι αυτό είναι σκότος και αυτό είναι μέρα, φως· φυσική διάκρισις. Αυτό είναι ντουβάρι και εκείνο είναι νερό· φυσική διάκρισις. Αλλά η διάκρισις αυτών των στοιχείων που σας είπα, να μην τα επαναλαμβάνω, αποτελούν την λεγομένην πνευματική διάκριση.

Ένα τρίτο σημείο. Λέγει ο Ησαΐας ότι έχουμε Πνεύμα φόβου Θεού, λέει στο ενδέκατον κεφάλαιόν του. Ναι, το Πνεύμα το Άγιον μας δίνει τον φόβο του Θεού. Δεν είναι συνεπώς απόβλητος ο φόβος του Θεού, αλλά είναι ευκταίος, είναι επιθυμητός. Η αφοβία; Η αφοβία αγαπητοί μου χάνει τα κεκτημένα. Θα με βοηθήσει να μην φοβούμαι τον διάβολον, αλλά θα φοβούμαι τον Θεόν. Γιατί η αφοβία, ξαναλέγω, χάνει τα κεκτημένα. Γι’ αυτό λέγει ο Απόστολος Παύλος μετά φόβου και τρόμου, που είναι η επίτασις του φόβου κατεργαζόμενη την ημών σωτηρίαν. Αν την χάσω την σωτηρίαν μου, τί γίνεται; Η αφοβία έβγαλε τους πρωτοπλάστους από τον Παράδεισο, αλλά ο φόβος του Θεού εισήγαγε τον ληστήν εις τον Παράδεισον. Ο φόβος του Θεού εισήγαγε τον ληστήν, όταν ο ίδιος λέγει εις τον άλλον τον συ-ληστή του, ουδέ φοβή συ τον Θεόν; Διότι στην αρχή και οι δύο εβλασφήμουν τον Χριστόν. Μετά συνήλθε. μπήκε ο φόβος του Θεού, τρόμαξε, συγκλονίστηκε και όταν ο άλλος συνέχισε να βλασφημά του λέει, ουδέ φοβή συ τον Θεόν; Δεν φοβάσε τον Θεόν;

Δια τον μη έχοντα φόβον του Θεού που εμπνέει το Πνεύμα το Άγιον όλα επιτρέπονται, όπως λέει ο Ντοστογιέφσκι. Θεμιτά και αθέμιτα. Και να σκοτώσω και να κλέψω και να κακοποιήσω. Όλα επιτρέπονται αφού δεν έχω τον φόβο του Θεού. Γι’ αυτό και ο λαός μας λέει, αυτός είναι α-θεόφοβος. Δεν έχει φόβο Θεού, αθεόφοβος. Αντιθέτως οι Χριστιανοί ελέγοντο στην αρχαία εποχή, οι φοβούμενοι τον Κύριον.

Τέταρτον και το εξόχως σπουδαίον, γίνεται για εμάς το Πνεύμα το Άγιον, Πνεύμα ελευθερίας. Γράφει ο Παύλος, ο δε Κύριος το Πνεύμα εστιν (ο Κύριος είναι το Άγιον Πνεύμα) ου δε το Πνεύμα Κυρίου (όπου δε το Πνεύμα του Κυρίου) εκεί ελευθερία. Είδατε; Εκεί είναι η ελευθερία, όπου είναι το Άγιον Πνεύμα. Βαθύς λόγος, λόγος όντως κλειδί.

Επειδή σήμερα δεν έχουν οι πολλοί το Άγιον Πνεύμα, δεν έχουν και ορθή αντίληψη περί ελευθερίας. Είναι το πιο κακοποιημένο πράγμα η ελευθερία. Θεωρούν την ελευθερία σαν ασυδοσία και αυτό αποτελεί στοιχείο αυτοκαταστροφής. Όπως λέει πάλι ο λόγος του Θεού, οι άνθρωποι που επικαλούνται, λέει, την ελευθερία αυτοί είναι δούλοι της φθοράς. Φράσις στην Καινή Διαθήκη.

Η αναρχία, ο αμοραλισμός -αμοραλισμός θα πει όταν δεν έχεις καμμίαν ηθικήν- είναι σημεία απουσίας του Αγίου Πνεύματος που δίδει την ορθήν αντίληψην περί ελευθερίας.

Ένα πέμπτο σημείον ακόμη αν θέλετε. Λέγει ο Ψαλμωδός ότι λαβαίνουμε Πνεύμα ηγεμονικόν. Πω, πω ! Είναι στον 50ο Ψαλμό, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με... Είναι ο ηγεμών νους. Εκείνος ο οποίος εγκαθίσταται από το Πνεύμα το Άγιον. Κι έτσι κυβερνάει ο νους, δεν κυβερνούν οι πατούσες, ούτε οι φτέρνες, ούτε οι κλωτσιές στο ποδόσφαιρο, ούτε, ούτε, ούτε. Ο ηγεμών νους. Γι’ αυτό τρομάζει ο Δαυίδ και λέγει το εξής, το πνεύμα το άγιόν  σου μή αντανέλης απ’ εμού. Ένεκα των αμαρτιών μου μην πάρεις το Πνεύμα Σου το Άγιο από μένα γιατί χάθηκα.

Και ένα τελευταίο σημείο, αν είναι τελευταίο. Πλήθος, πλήθος δωρεές μας φέρνει το Πνεύμα το Άγιον αλλά δυστυχώς ο χρόνος πάντοτε είναι περιορισμένος. .. Μας δίδει το Πνεύμα της υιοθεσίας. Λέει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Ρωμαίους Επιστολή του, ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας, ενώ κράζομεν, Αββά, ο Πατήρ. Με αυτό το Πνεύμα αποκαλούμε τον Θεό Πατέρα -Αββά θα πει Πατήρ, έχει δύο γλώσσες είναι η Συριακή, είναι και η Ελληνική. Πείτε σε κάποιον -και μην μου πείτε είναι αυτονόητο να πω τον Θεό Πατέρα- πείτε σε κάποιον να αποκαλέσει τον Θεό Πατέρα όταν δεν τα έχει καλά με τον Θεό. Αδύνατον. Το κεφάλι να του πάρετε, τον Θεό Πατέρα δεν τον επικαλείται. Για να δείτε ότι πράγματι το Πνεύμα το Άγιον μας εμπνέει να λέμε τον Θεόν Πατέρα. Και όταν λέμε Πάτερ ημών, αυτό το Πάτερ ημών είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και εκ της υιοθεσίας γεννάται το αίσθημα της ασφαλείας. Όπως το μικρό παιδί, βλέπετε μια μικρούλα εδώ κοιμάται. Πού κοιμάται; Δίπλα στη μάννα της. Βέβαια, είναι η μάννα της. Έτσι αγαπητοί μου, όταν έχω το στήριγμα, το σκέπασμα του Πατέρα αισθάνομαι ασφάλεια. Ο άνθρωπος ξέρετε πότε δεν αισθάνεται ασφάλεια; Όταν δεν έχει τον Θεό Πατέρα. Γι’ αυτό σήμερα έχουμε τόσες και τόσες άσχημες καταστάσεις. Δηλαδή, το να πω τον Θεό Πατέρα, αλλά με όλη την συνέπεια, αυτό έχει τεραστία σημασία ψυχολογική.

Ενώ έχουμε τόσα προνόμια αγαπητοί από το Άγιον Πνεύμα -και πολλά βέβαια άλλα, που να τα απαριθμήσουμε- ποιος ποτέ θα πίστευε,

ΠΟΙΟΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΙΣΤΕΥΕΟΤΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΘΑ ΕΣΚΕΠΤΟΝΤΟΝΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ ΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ.

Τί είπατε; Ποιός ποτέ θα το φανταζόνταν, να ξαναγυρίσουν οι Χριστιανοί να χτίσουν τον Πύργο της Βαβέλ; Κι όμως αγαπητοί μου. Τί είναι αυτό; Είναι το ξανακτίσιμο του πύργου της Βαβέλ, η άρνησις της Πεντηκοστής, που λέγεται παγκοσμιοποίησις. Τ’ ακούσατε; Η άρνηση της Πεντηκοστής λέγεται παγκοσμιοποίησις.

Δεν έχω χρόνο πιο πολύ να σας πω ότι ο Θεός έβαλε τα όρια των εθνών. Είναι στο Δευτερονόμιο, το αναφέρει ο Απόστολος Παύλος εις την Πνύκα στην Αθήνα κτλ. Ο Θεός θέλει σύνορα όπως θέλει και ντουβάρια στο κάθε σπίτι, στην κάθε οικογένεια. Ξέρετε κάποτε τί είχε γίνει; Στη Ρωσσία, το πείραμα,. Τί θα πει, λέει, οικογένεια; Κοινά όλα. Γρήγορα κατάλαβαν ότι αυτό το πράγμα δεν στέκεται. Στέκεται αυτό το πράγμα; Έτσι συμβαίνει και με τα έθνη. Και δεν είναι απλώς γιατί έχουμε μια πολιτισμική ισοπέδωση. Πιστέψτε με, αυτό είναι το λιγότερο. Αλλά ζητούμε την ένωση των ανθρώπων δια της παγκοσμιοποιήσεως, στην κοινωνική ένωση, στην εμπορική ένωση, την πολιτισμική ένωση και προπαντός εις την θρησκευτικήν ένωσηΑυτό που ακριβώς λέμε, οικουμενισμός. Στη χοάνη αυτή, να ρίξουμε όλες τις θρησκείες να βγάλουμε αυτό που λέμε οικουμενισμός. Θέτουμε λοιπόν εκ ποδών τον Θεό που σταμάτησε την πυργοποιία, τότε, και μας έδωσε την Πεντηκοστή. Τον διώχνουμε τον Θεό. Δεν τον χρειαζόμεθα τον Θεό. Αυτή η ενότητα είναι ακραιφνώς, ακραιφνώς δαιμονική.

Αλλά και μ’ αυτήν την ενότητα, προσέξτε, θα τελειώσει ο κόσμος. Δεν ξαναγυρίζει ο Θεός τελείωσε. Αυτή είναι η διαδρομή: Πύργος Βαβέλ – Πεντηκοστή – ξαναγυρίζουμε στον Πύργο της Βαβέλ. Εκεί θα τελειώσει ο κόσμος, και το τέλος του θα είναι τραγικόΤου κόσμου το τέλος θα το εμπνέει ο διάβολος και ο αντίχριστος και ο ψευδοπροφήτης. Αυτή η ανίερος τριάδα.

Είπε ο Κύριος ότι όταν θα ξαναέλθει, θα βρει την Πίστη επί της γης; Αυτό το ερώτημα έθεσε. Αγαπητοί μου, θα την βρει την Πίστη επί της γης αλλά σε λίγους, στο λεῖμμα όπως λέει ο Απόστολος Παύλος. Στο υπόλοιπον, ένα μικρό μέρος, Γι’ αυτό αγαπητοί, σήμερα, γιορτάζουμε την Αγία Πεντηκοστή, έχουμε αντιληφθεί την μεγάλη σημασία και το τι μας εχάρισε το Πνεύμα το Άγιον; Χωρίς το Πνεύμα το Άγιον δεν έχομε λόγον υπάρξεως, όπως δεν είχαν και οι άνθρωποι προ του κατακλυσμού.

Τα κηρύγματα των ποικίλων παγκσμιοποιήσεων περιφρονήσατέ τα, προπαντός δε στον θρησκευτικό τομέα τον οικουμενισμό. Κλείστε τ’ αυτιά σας και σφίξατε την Ορθόδοξη Πίστη μέσα στην καρδιά σας. Έχομε εισέλθει εις τον χώρον των εσχάτων ημερών. Όλα το δείχνουν. Εμείς, έχοντες το Πνεύμα το Άγιον, να γινόμεθα αγιότεροι και αγιότεροι. Και τότε αναμένομε τον Κύριον Ιησούν που μας βεβαιώνει, ιδού έρχομαι ταχύ. Και το Πνεύμα και η Νύμφη, το Άγιον Πνεύμα και η Εκκλησία -γιατί το Πνεύμα μένει στην Εκκλησία και βοηθάει την Εκκλησία- με ένα στόμα λέγουσιν, έρχου. Έρχομαι γρήγορα. Έρχου, έλα Κύριε. Και ο ακούων, όποιος ακούει μέσα στην ιστορία, ειπάτω, ας πει, ΕΡΧΟΥ. Αμήν

Ημέρα της Αναλήψεως: Η Ανάληψη του Κυρίου μας και η μελλοντική Του έλευση (Άγιος Φιλάρετος Μόσχας)

«Και ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού, και ιδού· άνδρες δύο παρειστήκεσαν αυτοίς εν εσθήτι λευκή, οι και είπον· άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν;» (Πράξεις 1, 10-11)

Μου φαίνεται περίεργο που εσείς, άνθρωποι του φωτός, θα έπρεπε να ρωτήσετε αυτούς τους Γαλιλαίους γιατί στάθηκαν κοιτάζοντας προς τον ουρανό. Τι μπορούσαν άλλο να κάνουν από το να κοιτάζουν στον ουρανό, όπου ο Ιησούς είχε μόλις αναληφθεί, όπου είχε μεταφερθεί ο θησαυρός τους, όπου είχαν μετατεθεί η ελπίδα και η χαρά τους και όπου η ζωή τους είχε εξαφανιστεί; Εάν εκείνη την ώρα κοιτούσαν στη γη, θα μπορούσαν να τους ρωτήσουν, όπως και όλους τους οπαδούς τού Ιησού Χριστού, που βλέπουν στη γη με μεροληπτικό μάτι: —Γιατί κοιτάτε στη γη; Τι μπορεί να ψάχνετε στη γη, από τότε που ο μόνος δικός της και δικός σας θησαυρός, βρέθηκε στη Βηθλεέμ, απλώθηκε σε ολόκληρη την Ιουδαία και την Σαμάρεια, πέρασε από τα χέρια διεστραμμένων ανθρώπων στη Γεσθημανή, την Ιερουσαλήμ και τον Γολγοθά, κρύφτηκε κάτω από μια πέτρα στον κήπο τού Ιωσήφ τού από Αριμαθαίας, και τώρα επιτέλους επάρθη και μετετέθη στο θησαυροφυλάκιο του ουρανού; Σας είπαν, και έτσι πρέπει να είναι, ότι «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί εσται και η καρδία υμών» (Ματθ. 6, 21). Έτσι εάν ο θησαυρός σας είναι στον ουρανό, τότε και η καρδιά σας πρέπει να είναι εκεί. Και προς τα εκεί πρέπει να κατευθύνονται τα βλέμματά σας, οι σκέψεις και οι επιθυμίες σας. Οι «δύο άνδρες εν εσθήτι λευκή», οι οποίοι αμέσως μετά την ανάληψη του Κυρίου εμφανίστηκαν στους Αποστόλους και τους ρώτησαν γιατί στέκονταν κοιτάζοντας στον ουρανό, ήταν οι ίδιοι αναμφίβολα κάτοικοι του ουρανού. Επομένως δεν θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτό τους δυσαρεστούσε ή ότι επιθυμούσαν να κατευθύνουν το βλέμμα εκείνων των ανθρώπων τής Γαλιλαίας αλλού. Όχι. Όταν είπαν: «Τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν;» επιθυμούσαν μόνο να βάλουν ένα τέλος στην αδρανή κατάπληξη των Αποστόλων. Έχοντάς τους αφυπνίσει από την κατάπληξή τους, τους φέρνουν σε περισυλλογή και τους διδάσκουν, καθώς και σε μας, με τι λογής σκέψεις πρέπει να κοιτάζουμε προς τον ουρανό, ακολουθώντας τον Κύριό μας Ιησού, ο Οποίος ανήλθε εκεί. «Ούτος ο Ιησούς», πρόσθεσαν, «ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτος ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν» (Πράξεις 1, 11). Αν και ο Κύριός μας είχε φανερωθεί πολλές φορές μετά την Ανάστασή Του στους Αποστόλους, και γινόταν πάλι άφαντος, κι έτσι τους είχε συνηθίσει ως ένα βαθμό σε αυτές τις θαυμαστές φανερώσεις Του, ωστόσο, όταν χωρίστηκε από αυτούς στο όρος το καλούμενου Ελαιώνος, δεν αποσύρθηκε απλώς από αυτούς, ούτε έγινε άφαντος, αλλά ανελθών ορατός πάνω από τα σύννεφα έγινε αόρατος μόνο εξ αιτίας τής ανύψωσής Του σε άπειρο ύψος από αυτούς. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι αυτός ο νέος τρόπος αποσύρσεως φάνηκε μοναδικός στους Αποστόλους, και εξαιρετικά σημαντικός, ακόμη και μετά την προηγούμενή τους εμπειρία των θαυμάτων.

Παρατήρησαν τότε την ακριβή εκπλήρωση των λόγων Του, που η Μαρία Μαγδαληνή τούς είχε διηγηθεί: «αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών» (Ιωάν. 20, 17). Δεν μπορούσαν παρά να συμπεράνουν ότι εκείνες οι χαρούμενες επισκέψεις Του, εκείνες οι διδακτικές συζητήσεις μαζί Του, εκείνη η απτή επικοινωνία ανάμεσα σε αυτούς και στην θεία Του ανθρωπινότητα στη διάρκεια των σαράντα ημερών, τελείωσαν εκείνη τη στιγμή. Όταν ούτε χέρι ούτε φωνή μπορούσε πλέον να Τον κρατήσουν, «ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού». Καταλαβαίνουμε το μέγεθος της απωλείας που πρέπει να ένιωσαν οι Απόστολοι μετά την ανάληψη στον ουρανό τού Ιησού, ο Οποίος ήταν το παν γι’ αυτούς επί της γης. Και είναι αυτή ταύτη η απώλεια για την οποία οι ουράνιες δυνάμεις σπεύδουν να τους παρηγορήσουν, όταν τους λένε ότι «ούτος ο Ιησούς, ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται».

Χριστιανοί, εάν γνωρίσατε καθόλου τον Κύριο Ιησού, εάν «γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλμ 33, 9), ασφαλώς πρέπει λίγο-πολύ να έχετε καταλάβει πόσο άδειος είναι ο κόσμος χωρίς Αυτόν, και να νιώθετε πόσο άδεια είναι η καρδιά σας όταν είναι απών Εκείνος. Κι έτσι πρέπει να είναι. Διότι όλα τα εν τω κόσμω δεν είναι παρά «ματαιότης ματαιοτήτων» (Εκκλησιαστής 1, 2), και η ματαιότητα δεν μπορεί να ικανοποιήσει την καρδιά, την δημιουργημένη για την αλήθεια από την ίδια την Αλήθεια· «ότι παν το εν τω κόσμω σαρκική επιθυμία εστί», ενός αντικειμένου, η έλξη σαρκικής επιθυμίας, υπό διάφορες μορφές. Και καθώς «ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού» (Ιωάν. Α’ 2, 16-17), ή με άλλα λόγια, τα πράγματα που συνεγείρουν την σαρκική επιθυμία εξαφανίζονται, έτσι όσο μεγάλος κι αν είναι ο κόσμος, όση ποικιλία κι αν έχουν τα ωραία του πράγματα, όσο άφθονες κι αν είναι οι πηγές των απολαύσεών του, δεν μπορούν να γεμίσουν το μικρό σκεύος τής ανθρώπινης καρδιάς, η οποία όντας αθάνατη, μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με αθάνατη ζωή. Εάν, έχοντας αίσθηση αυτού του κενού των κτισμάτων, σου φαίνεται πως ο Κύριος, ο Οποίος είναι η αλήθεια σου, η ζωή, η επιθυμία σου και η εκπλήρωση όλων των επιθυμιών σου, αποσύρθηκε από σένα, έκρυψε το πρόσωπό Του και σε άφησε όχι μόνο χωρίς ανάπαυση, αλλά και σε δοκιμασία, όχι απλώς μονάχο, αλλά καταμεσής των εχθρών τής σωτηρίας σου, αν το ανήσυχο βλέμμα σου δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα που καλύπτουν τον ουρανό, και οι ανεξιχνίαστοι οδοί τού Υψίστου δεν σου προσφέρουν παρά αβεβαιότητα, τότε λάβε από τις ουράνιες δυνάμεις τον λόγο τον πλήρη δυνάμεως, που μπορεί να πληρώσει το κενό τής καρδιάς σου, να φωτίσει τη θλίψη σου, να βάλει τέλος στη μοναξιά, να φωτίσει το σκοτάδι, να άρει κάθε αβεβαιότητα και να αφυπνίσει το πνεύμα σου με ελπίδα που δεν είναι απατηλή ή φθαρτή. Αυτός ο ίδιος Ιησούς, «όστις διέστη από σου εις τον ουρανόν», θα έρθει.

Και γι’ αυτήν την ίδια παραμυθητική και λυτρωτική μαρτυρία τής μέλλουσας Ελεύσεως του Κυρίου, οι ουράνιοι αγγελιαφόροι προσθέτουν κάποιες πληροφορίες, ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί αυτή η Έλευση. Μας λένε, ότι ο ερχομός τού Κυρίου θα γίνει με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ανεχώρησε, ή μάλλον ανελήφθη, «ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Ασφαλώς οι ουράνιοι αγγελιαφόροι δεν μιλούν άσκοπα, όπως κάνουμε εμείς τα γήινα όντα μερικές φορές, αλλά με απλά λόγια παραδίδουν ένα μεγάλο δίδαγμα σε εκείνους που είναι προσεκτικοί. Ας προσέξουμε κι εμείς.

«Ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Θεωρώντας τα γεγονότα τής αναλήψεως του Χριστού στον ουρανό, μπορούμε πρώτα να παρατηρήσουμε την ευλογία που έδωσε τότε στους Αποστόλους· «και εγένετο», λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν» (24, 51). Το γεγονός αυτό της αναλήψεώς Του στον ουρανό, και του αποχωρισμού από τους εκλεκτούς Του, ο ίδιος ο Κύριος θα το ανακαλέσει στη μνήμη των Μαθητών Του όταν «έλθη εν δόξη», και συναντώντας τους πάλι θα τους προσκαλέσει σε ενεργό συμμετοχή στη βασιλεία Του, καθώς «τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού, δεύτε οι ευλογημένοι τού IΙατρός μου» (Ματθ. 25, 31.34).

ΙΙόσο ατέλειωτη η ροή τής χάριτος του Χριστού που αποκαλύπτεται έτσι σ’ εμάς, χριστιανοί! Ο Κύριος αρχίζει με μια ευλογία, και πριν ολοκληρωθεί, ανέρχεται στον ουρανό· «εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν». Έτσι, ακόμη και μετά την ανάληψή Του, συνεχίζει αοράτως να μεταδίδει την ευλογία Του. Ρέει και κατέρχεται ασταμάτητα στους Αποστόλους. Μέσω αυτών διαχέεται σε αυτούς που εκείνοι ευλογούν εις το Όνομα του Ιησού Χριστού. Εκείνοι που έλαβαν την ευλογία τού Χριστού μέσω των Αποστόλων, την δίδουν σε άλλους. Κι έτσι όλοι όσοι ανήκουν στην Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία γίνονται μέτοχοι της μιας ευλογίας τού Χριστού και του ΙΙατέρα Του, «του ευλογήσαντος ημάς εν πάση ευλογία πνευματική εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ» (Εφ. 1, 3). «Ως δρόσος Αερμών η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών» (Ψαλμ. 132, 3), έτσι και η ευλογία τής ειρήνης κατέρχεται σε κάθε ψυχή που σηκώνεται πάνω από τα πάθη και τις ηδονές, πάνω από την ματαιότητα και τις μέριμνες του κόσμου. Σαν μια ανεξίτηλη σφραγίδα, σφραγίζει αυτούς που ανήκουν στο Χριστό, με τέτοιο τρόπο που στο τέλος του κόσμου θα τους καλέσει με αυτό το ίδιο σημείο από το μέσον όλης της ανθρωπότητος, λέγοντας: «Δεύτε, οι ευλογημένοι!»

Και τώρα, αδελφοί μου, ας εξετάσουμε, πόσο απαραίτητο είναι για μας να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε και να διατηρήσουμε την ευλογία αυτή του Αναληφθέντος Κυρίου, που κατέρχεται σε μας μέσω των Αποστόλων και της Αποστολικής ΕκκλησίαςΕάν την λάβαμε και την διατηρήσαμε, θα κληθούμε, στην Δευτέρα ΙΙαρουσία τού Ιησού Χριστού, μαζί με τους Αποστόλους και τους αγίους, να συμμετάσχουμε στη Βασιλεία Του: «Δεύτε, οι ευλογημένοι!» Αν όμως, όταν καλέσει τους «ευλογημένους τού Πατρός Του», δεν βρεθεί η ευλογία αυτή σε μας, ή βρεθούμε να έχουμε μόνο την ψεύτικη ευλογία των ανθρώπων που δεν έχουν οι ίδιοι κληρονομήσει την ευλογία τού Ουρανίου Πατρός διά της χάριτος εν τοις μυστηρίοις, τότε τι θα απογίνουμε; Σας λέγω λοιπόν, ας εξετάσουμε και ας σκεφτούμε σοβαρά πάνω σε αυτό όσον καιρό ακόμα μπορούμε.

Ένα άλλο γεγονός που πρέπει να επισημανθεί στην Ανάληψη του Κυρίου, όταν φανταζόμαστε εν εαυτοίς τον προσδοκώμενο ερχομό Του, είναι ότι ο Κύριος ανελήφθη παρουσία των Αποστόλων, ορατώς και επισήμως. «Και βλεπόντων αυτών επήρθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών» (Πράξεις 1, 9). Τι είδους νεφέλη; Μια νεφέλη φωτός και δόξης, σαν εκείνη που κάποτε επισκίασε τη σκηνή τού Μωυσή και τον ναό τού Σολομώντος. Εκεί είδαν τη δόξα, αλλά όχι τον Κύριο της δόξης. Κατόπιν Τον είδαν πάλι, όμως όχι εν τη δόξη Του. Κι έτσι δεν Τον αναγνώρισαν, μήτε Τον δόξασαν. Όμως εδώ, μήτε η δόξα έκρυψε τον Δεδοξασμένο μήτε ο Δεδοξασμένος έκρυψε την δόξα Του. Οι Απόστολοι είδαν τη δόξα τού αναληφθέντος Κυρίου. Την είδε και την άκουσε και ο Προφήτης, όταν αναφώνησε πανηγυρικά: «Ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, Κύριως εν φωνή σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 5). Έτσι όταν οι ουράνιοι κήρυκες ανήγγειλαν σε μας ότι Εκείνος θα έλθει με τον ίδιο τρόπο που τον είδαμε να ανέρχεται στον ουρανό, μας έδωσαν με τούτο τον τρόπο να καταλάβουμε ότι θα έλθει ορατώς και πανηγυρικώς. Αυτό προείπε ο Κύριος και για τον εαυτό Του, «ότι ο Υιός τού ανθρώπου θα έλθη εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού» (Ματθ. 25, 31). Έτσι επίσης και οι Απόστολοι εξηγούν ότι «αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού καταβήσεται απ’ ουρανού» (Θεσ. Α’ 4, 16).

Όμως για ποιο λόγο, μπορεί να σκεφτούν μερικοί, χρειάζεται να επισημάνουμε αυτές τις λεπτομέρειες, που κατά τα φαινόμενα προορίζονται να διεγείρουν περισσότερο την περιέργεια, παρά να προσφέρουν κάποια διδαχή; Διότι εδόθη η προφητεία, ότι μπορούμε να γνωρίσουμε και να δεχτούμε με την πίστη, ένα γεγονός που ορίστηκε από το Θεό. Και ποιος δεν θα αναγνωρίσει την ένδοξο Έλευση του Χριστού, ακόμη κι αν δεν γνώρισε προηγουμένως τις λεπτομέρειες για την Έλευσή Του; Μην βιάζεστε, αγαπητοί μου, να συμπεράνετε ότι αυτές οι λεπτομέρειες δεν είναι απαραίτητες. Όχι! Οι Απόστολοι, οι Άγγελοι, ο ίδιος ο Κύριος, δεν μας λένε τίποτα για χάρη μόνο της περιέργειας, αλλά κάθε λέξη είναι προς διδαχή. Ότι η Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου θα είναι ορατή και επίσημη, μας το έχουν πει, επειδή θα υπάρξουν κι εκείνοι που θα μας πουν το αντίθετο, όταν ένα πνεύμα απάτης θα αποσταλεί στους ανάξιους, άπιστους και διεφθαρμένους χριστιανούς. «Θα έλθη η ώρα», ή ο καιρός της δοκιμασίας (ίσως «είναι τώρα») «ότε θέλουν υμίν είπη. Ιδού ώδε ο Χριστός ή ώδε! Ιδού εν τη ερήμω εστί! Ιδού εν τοις ταμείοις!» (Ματθ. 24, 23-26). Ιδού, είναι μαζί μας, λένε οι αιρετικοί, που έχοντας αφήσει την πόλη τού Θεού, την πνευματική Ιερουσαλήμ, την Αποστολική Εκκλησία, δεν φεύγουν στην πραγματική μοναξιά και στη σιωπή, αλλά σε μια πνευματική και σωματική έρημο, όπου δεν υπάρχει ούτε υγιές δόγμα, ούτε η αγιότης τού μυστηρίου, ούτε καλές αρχές ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής. Ιδού, Εκείνος είναι μαζί μας, λένε αυτοί που τρέφουν μυστικά την αίρεση, δείχνοντας τις κρυφές δυνάμεις τους, ωσάν ο ήλιος να μην μπορούσε να δώσει τη λάμψη του παρά μόνο κάτω από γη, ή σαν να μην ήταν ο Κύριος εκείνος ο Οποίος είπε και ενέτειλε: «Ο λέγω υμίν εν τη σκοτία, είπατε εν τω φωτί. Και ο εις το ους ακούετε, κηρύξατε επί των δωμάτων» (Ματθ. 10, 27).

Όταν ακούσετε τέτοιες κραυγές και ψιθύρους, θυμηθείτε, χριστιανοί, την αγγελική φωνή και το κήρυγμά της αναφορικά με τον αναληφθέντα Κύριο: «ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν», και ορατώς και πανηγυρικώς. Και γι’ αυτό, «εάν τις υμίν είπη. Ιδού ώδε ο Χριστός ή ώδε, μη πιστεύσητε». Ούτε βίαιες κραυγές ούτε ύπουλοι ψίθυροι μοιάζουν με την φωνή τού αρχαγγέλου ή την σάλπιγγα τού Θεού. «Μην προχωρήσετε» στα βήματα εκείνων που θα σας φωνάξουν έξω από την πόλη του Κυρίου. Μείνετε στις θέσεις σας, και προφυλάξτε την πίστη σας, μέχρι τον πραγματικό, δοξασμένο και πανηγυρικό ερχομό τού Χριστού.

Το τρίτο αξιοσημείωτο περιστατικό σε σχέση με την Ανάληψη τού Κυρίου είναι ότι ήταν απρόσμενη και απρόβλεπτη από τους μαθητές Του. Συνέβη, απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε από τις σύντομες διηγήσεις των Ευαγγελίων, κατά τον εξής τρόπο: Έχοντας εμφανιστεί στους μαθητές στην Ιερουσαλήμ, όπως είχε κάνει πολλές φορές πριν, και όταν περπατούσε μαζί τους, συζητούσε, ως συνήθως, για την Βασιλεία τού Θεού, και ιδιαίτερα για την επικείμενη κάθοδο του Αγίου IIνεύματος: «Εξήγαγε δε αυτούς έξω της Ιερουσαλήμ, έως εις Βηθανίαν, και επάρας τας χείρας αυτού ευλόγησεν αυτούς. Και εγένετο εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν» (Λουκ. 24, 50-51). Όχι μόνον δεν τους πληροφόρησε με την θέλησή Του γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός, μα και όταν Τον ρώτησαν για τον χρόνο των μεγάλων γεγονότων τής Βασιλείας Του, αρνήθηκε ρητά να τους δώσει την πληροφορία που επιθυμούσαν «είπε δε προς αυτούς· ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο ΙΙατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ. 1, 7). Η άρνησή Του να γνωστοποιήσει τους χρόνους και τους καιρούς, προφανώς σχετίζεται επίσης με τον χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας τού Χριστού, και συνδέεται ειδικά με αυτήν. Προηγουμένως είχε προειδοποιήσει τους μαθητές Του, πόσο απρόσμενο θα ήταν αυτό το γεγονός, συγκρίνοντάς το με αστραπή, που είναι στη φύση η πιο εντυπωσιακή στιγμή τού αιφνίδιου: «Ώσπερ γαρ η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών, ούτως έσται και η παρουσία τού Υιού τού ανθρώπου» (Ματθ. 24, 27). Και με τον ίδιο τρόπο το εξηγεί και ο Απόστολος: «Η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί ούτως έρχεται» (Θεσ. Α’ 5, 2).

Από το ίδιο το απροσδόκητον της Δευτέρας Παρουσίας Του, ο ίδιος ο Κύριος διατυπώνει για μας, χριστιανοί, μια σωτήρια προειδοποίηση: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματ. 24, 42). Μην οδηγηθείτε μακριά, χριστιανοί, από την περιέργεια, ή την ευπιστία, όταν, σκεφτόμενοι να γνωρίσετε περισσότερα από όσα ο Χριστός εδέησε να παραχωρήσει σε εκείνους να γνωρίσουν, μετράτε τις μέρες τής Βασιλείας Του, καθορίζοντας τον χρόνο τής προσδοκώμενης ελεύσεώς Του: «ουχ υμών εστι γνώναι τους χρόνους ή τους καιρούς». Προσπαθήστε μάλλον να γνωρίσετε τις αμαρτίες σας, να μετρήσετε τις παραβάσεις σας, και να ζητήσετε να τις περιορίσετε με την μετάνοια. Πάνω απ’ όλα, να προσέχετε, όταν ακούτε τους βλάσφημους, να λένε, όπως προείπε και ο Απόστολος: «Πού εστίν η επαγγελία τής παρουσίας αυτού; αφ’ ής οι πατέρες εκοιμήθησαν, πάντα ούτω διαμένει απ’ αρχής κτίσεως» (Πέτρου Β’ 3, 4). Προσέξετε, μήπως τα σκοτεινά όνειρα αυτών των τέκνων τού κόσμου, που κλείνουν τα μάτια τους στο φως τού μέλλοντος κόσμου, σκοτεινιάσουν τις καρδιές σας, τυφλώσουν τους οφθαλμούς σας, ή βυθίσουν στον ύπνο το πνεύμα σας, μέχρι να έρθει η πολυπόθητη και φοβερή ώρα, «ότε η ημέρα Κυρίου ήξει ως κλέπτης εν νυκτί» (Πέτρου Β’ 3, 10).

«Διό, αγαπητοί, ταύτα προσδοκώντες, σπουδάσατε άσπιλοι και αμώμητοι αυτώ ευρεθήναι εν ειρήνη» (Πέτρου Β’ 3, 14). Αμήν.

(Πηγή: “Η θεολογία τής καρδιάς”, Άγιος Φιλάρετος Μόσχας, Εκδόσεις “Ίνδικτος”)