ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ  – ΜΥΣΤΉΡΙΑ (Ιω.Καρδάση)

papismos

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

ΙΓ΄

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί, ότι Μυστήρια είναι οργανικές λειτουργίες και εκφάνσεις του ενιαίου σώματος της Εκκλησίας. Ο Χριστός ενυπάρχει σ’ όλα τα μυστήρια και το σώμα των πιστών αδιάκοπα, είναι δηλαδή το ίδιο το σώμα του Χριστού. Η απομόνωση των μυστηρίων ως επτά τελετών, καταστρατηγεί το περιεχόμενο της λειτουργικότητας του σώματος. Πάντως όλα τα μυστήρια παρέχουν άφεση αμαρτιών.

 

Αντίθετα, στον Παπισμό, Μυστήρια καλούνται οι θεοσύστατες τελετές, που εμφαίνουν και μεταδίδουν τη θεία χάρη. Δεν είναι αναγκαία η παρουσία του Χριστού σ’ όλα τα μυστήρια παρά μόνο στην θ. Ευχαριστία και αυτό είναι απότοκο της διαφορετικής θεώρησης του μυστηρίου του Θεού. Εδώ, τα μυστήρια της εκκλησίας είναι επτά, διαιρούνται δε σε υποχρεωτικά και προαιρετικά. Ακολουθεί μικρή ανάλυση των διαφορών σε μια σειρά γνωστών μυστηρίων:

 

α/ Βάπτισμα

 

Βάπτισμα είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και σημαίνει τη νέκρωση του παλαιού ανθρώπου, την ανάσταση του νέου, την απόταξη του σατανά και την πρόσληψη της άκτιστης θ. χάριτος. Το βάπτισμα κάνει τους ανθρώπους εν δυνάμει μέλη του σώματος του Χριστού και είναι εκκεντρισμός στη ζωή, γέννηση σ’ αυτή και πορεία σε μια νέα ζωή. Το βάπτισμα τελείται δια εμβαπτίσεως εντός ύδατος ολοκλήρου του σώματος του πιστού με τρεις καταδύσεις και αναδύσεις.

 

Στον Παπισμό, βάπτισμα είναι ένα από τα 7 μυστήρια της Εκκλησίας και αφορά την  άρση της προπατορικής ενοχής και την αποκατάσταση της κτιστής θ. χάριτος. Το βάπτισμα δεν πραγματοποιείται με εμβάπτιση (βούτηγμα) του βαπτιζόμενου στο νερό, αλλά με επίχυση νερού στο κεφάλι του.

 

β/ Χρίσμα

 

Χρίσμα είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, με το οποίο ο χριόμενος με άγιο μύρο, καθίσταται εν δυνάμει δεκτικός στο βάπτισμα στο άγιο Πνεύμα και αναλαμβάνει αγώνα κατά των δαιμονικών δυνάμεων και υπέρ μιάς τελειωτικής προκοπής και πνευματικής ανέλιξης, το δε Άγιο Πνεύμα ικανώνει τον χριόμενο στον αγώνα αυτό. Έτσι δίνεται η προίκα της αγιοπνευματικής εξουσίας που ενεργοποιείται αργότερα με τη βούληση του χρισθέντα. Το χρίσμα είναι η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, η δε παροχή του χρίσματος δεν είναι απλώς δύναμη, αλλά και κατοχή της αλήθειας και της αγαθότητας. Είναι τελικά ένας αρραβώνας, που υπόσχεται τη μελλοντική τελείωση.

 

Στον Παπισμό, είναι ένα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας, είναι η σφραγίδα του αγίου Πνεύματος και παρέχεται στον βαπτισθέντα στο 7ο έτος της ηλικία του, όχι με άγιο μύρο, αλλά με την επίθεση των χειρών του Επισκόπου στον χριόμενο.

 

γ/ Μετάνοια και Εξομολόγηση

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, ενιαίο και με δυο όψεις: 1/ την προσωπική μεταστροφή κάθε μέλους ή και ολόκληρου του λαού, από πράξεις αντίθετες προς το θείο θέλημα, δηλ. αντίθετες προς την κατά φύση ζωή κάθε μέλους, αλλά και ολόκληρου του σώματος και 2/ την εξουσία που έχει το ίδιο το Σώμα, ως κοινότητα ή διαμέσου χαρισματικού φορέα, που είναι ο Επίσκοπος και οι Πρεσβύτεροι, να δίνει άφεση αμαρτιών ύστερα από την εξομολόγησή τους. Η άφεση είναι γεγονός θεραπευτικό, γι’ αυτό τα επιτίμια είναι ιαματικά. Ο μετανοών και εξομολογούμενος θεωρείται από την Εκκλησία, ως ασθενής που χρειάζεται ιατρεία. Η άφεση των αμαρτιών πηγάζει αποκλειστικά και μόνον από τη σταυρική θυσία του Κυρίου.

 

            Στον Παπισμό, είναι ένα από τα επτά μυστήρια, η δε άφεση αμαρτιών δίδεται από τους επισκόπους και πρεσβυτέρους. Η άφεση είναι γεγονός δικαιικό, γι’ αυτό τα επιτίμια είναι σωφρονιστικά. Ο μετανοών και εξομολογούμενος θεωρείται ως κατηγορούμενος για τις παραβάσεις των θεϊκών νόμων και η θεραπεία είναι σωφρονιστική. Η επικοινωνία με τον ιερέα δεν είναι προσωπική, αλλά απρόσωπη. Η άφεση των αμαρτιών γίνεται εδώ με τις μεσιτείες των αγίων ή άλλους παράγοντες (Ιωβηλαία κ.λπ.).

 

δ/ Θεία Ευχαριστία

 

Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και σημαίνει τη συνοχή του σώματος, την «καθαίρεση των δαιμονικών δυνάμεων» και κυρίως τη συμπερίληψη του έργου του Χριστού, από τις αρχές της δημιουργίας ως το θάνατό του και την ερχόμενη παρουσία του. Είναι λοιπόν η ανακεφαλαίωση του όλου μυστηρίου του Χριστού, κατά δε τη μεταβολή των τιμίων δώρων σε σώμα και αίμα Χριστού παρίστανται και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Η ορθόδοξη παράδοση δεν εξήγησε ποτέ τον τρόπο μεταβολής του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Αρκείται μόνο στη γνώση του πράγματος ως μετοχή σ’ αυτό, που είναι το έργο της άκτιστης ενέργειας του Θεού και εάν ζητείται ο τρόπος μεταβολής, μας αρκεί μονάχα η πληροφορία, ότι γίνεται διαμέσου των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος. Πάντως ο Χριστός κατά το δόγμα της Χαλκηδόνας δεν μπορεί να είναι πανταχού παρών σωματικός. Ο άρτος της θείας ευχαριστίας είναι ένζυμος. Ο καθαγιασμός των τιμίων δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού γίνεται με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η μετάδοση των θείων δώρων στους πιστούς ακόμη και στα παιδιά,  γίνεται και με τα δυο είδη, του άρτου και του οίνου.

 

Στον Παπισμό είναι ένα μυστήριο μεταξύ των επτά και είναι απλώς ένα μέρος ή μια πτυχή του μυστηρίου του Χριστού, κατά τη μετουσίωση δε των τιμίων δώρων σε σώμα και αίμα Χριστού παρίσταται μόνον το 2ο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Η σχολαστική θεολογία επιχείρησε έρευνα του τρόπου μεταβολής του άρτου και του οίνου και επινόησε τη λεγόμενη μετουσίωση. Κατ’ αυτή «μεταποιείται» το είδος, δηλ. η αόρατη ουσία, ενώ η ύλη μένει ως έχει. Έτσι έχουμε κατά την ύλη ψωμί και κρασί, ενώ κατά την ουσία το σώμα και το αίμα του Χριστού. Ο άρτος της θ. ευχαριστίας είναι άζυμος, χωρίς τούτο να δημιουργεί δογματικό θέμα. Η Διαμαρτύρηση του Λούθηρου δεν δέχεται τη μεταβολή ή τη μετουσίωση (ΡΚ), αλλά υιοθέτησε την πανταχού παρουσία του Χριστού. Έτσι ο Χριστός κατά την τέλεση του μυστηρίου είναι παρών. Ο Καλβίνος δεν δέχεται το δόγμα Λούθηρου, αλλά θεωρεί την επενέργεια του Χριστού στους μετόχους του μυστηρίου, ενώ ο Ζβίγγλιος τη θεωρεί απλώς ως ένα γυμνό σύμβολο. Ο καθαγιασμός των τιμίων δώρων στον Παπισμό δεν γίνεται με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος, αλλά με την απλή εκφώνηση των συστατικών του μυστηρίου λόγων του Κυρίου: «Λάβετε φάγετε…..» κ.λπ. Η μετάδοση των θείων δώρων στους πιστούς του Παπισμού γίνεται, για μεν τους κληρικούς και με τα δυο είδη, του άρτου και του οίνου, δια δε τους λαϊκούς μόνον του άρτου, ενώ στα παιδιά δεν είναι απαραίτητο να μεταδίδονται τα θεία δώρα μέχρι το 10ο έτος και ειδικά πριν από το Χρίσμα, κατά το 7ο έτος της ηλικίας των.

 

ε/ Ευχέλαιο

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, κατά το οποίο παρέχεται άφεση αμαρτιών και ζητείται η ψυχοσωματική υγεία του θεραπευόμενου, ύστερα από τη χρίση με αγιασμένο έλαιο, σύμφωνα με την επιστολή Ιακώβου (5. 14-15) και σε κάθε περίπτωση. Το ευχέλαιο είναι μια συνέχεια των θαυματουργικών θεραπειών του Χριστού. Επιτελείται στον Ι. Ναό, εξαιρετικά δε στην οικία, όταν ένα μέλος του σώματος αδυνατεί να προσέλθει στο Ναό, λόγω ασθενείας.

 

            Αντίθετα, στον Παπισμό είναι ένα από τα επτά μυστήρια, που τελείται μια φορά στη ζωή του ανθρώπου, αποκλειστικά στην οικία σε ετοιμοθάνατο, ως το τελευταίο εφόδιο.  

 

            ς/ Γάμος

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, που έγινε για να πολεμηθεί ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος, αποτελεί δε μια βασική λειτουργία της συνέχισης και ολοκλήρωσης της ιστορικής πορείας προς την τελείωση. Η σύζευξη είναι δεσμός φυσικός και πνευματικός διαμέσου της ευλογίας του Θεού και του εκκλησιαστικού αγιασμού. Η θεωρία για το αδιάλυτο του γάμου έχει νόημα παιδαγωγικό και όχι δογματικό. Η προτροπή «μη χωριζέτω» είναι θεϊκό αίτημα, δεν σημαίνει μαγική προσκόλληση, προϋποθέτει δε τη συμμετοχή της βουλητικής συνέργειας του ανθρώπου.  Ο άνθρωπος ελεύθερα μπορεί να διαλύσει το γάμο του, διαπράττει όμως βαρύ αμάρτημα. Η Εκκλησία εφαρμόζοντας την οικονομία, επιτρέπει την τέλεση δεύτερου και τρίτου γάμου. Η μόνη περίπτωση που επιτρέπεται η διάλυση του γάμου είναι εκ λόγου πορνείας.

 

            Στον Παπισμό αποτελεί ένα από τα επτά μυστήρια, κατά τον οποίο υπάρχει ευλογημένος δεσμός μεταξύ ανθρώπων αντίθετου φύλου. Η σύζευξη αυτή είναι αδιάλυτη σύμφωνα με την προσταγή «μη χωριζέτω», που θεωρείται θέμα δογματικό και ως εκ τούτου το αδιάλυτο αυτού δεν θεωρείται ότι έχει μόνο παιδαγωγικό νόημα. Ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται η τέλεση δεύτερου γάμου, κατ’ εφαρμογήν της ακρίβειας. Η διάλυση του γάμου δεν επιτρέπεται ακόμη και για λόγους πορνείας.

 

ζ/ Ιεροσύνη

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και αποτελεί την κεντρική χαρισματική εξουσία, που κατευθύνει και συντονίζει όλες τις υπόλοιπες χαρισματικές εκδηλώσεις του εκκλησιαστικού σώματος, χωρίς να θεωρείται μεσιτεία στην κοινωνία του σαρκωμένου Λόγου.  Είναι η εξουσιαστική χαρισματική δύναμη που συντρίβει τις αλλοτριωτικές δυνάμεις της φθοράς και ανακαινίζει τον άνθρωπο, θέτει δε σε λειτουργική έκφραση όλα τα άλλα μυστήρια για να συντελεστεί η αναγέννηση, η κίνηση, η τροφή και η ολοένα και περισσότερο ολοκληρωμένη προκοπή στην τελείωση.  Δεν αποτελεί «κάστα», ούτε είναι κληρονομική, διαφέρει δε από τη γενική ιεροσύνη την οποίαν έχουν όλα τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας. Το χάρισμα της ιεροσύνης προϋποθέτει την παρουσία του λαού, για να δώσει τους καρπούς, χωρίς τον οποίον ούτε λειτουργία επιτελείται, ούτε μυστήριο. Με απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου η εκλογή των κληρικών μεταξύ αγάμου και εγγάμου βίου είναι ελεύθερη.

 

Αντίθετα, στον Παπισμό είναι ένα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας, που κατευθύνει και συντονίζει όλες τις εκδηλώσεις του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η ιερατική εξουσία αυτονομείται έναντι του λαού, ο οποίος χάνει τη σπουδαιότητά του μέσα στο εκκλησιαστικό έργο (ΡΚ). Εδώ, υπάρχει υποχρεωτική γενική αγαμία του κλήρου. Στη Διαμαρτύρηση υπάρχει ένα μοναδικό χάρισμα, που ανήκει σ’ όλο το λαό, η γενική ιεροσύνη και επομένως δεν υπάρχει η ειδική ιεροσύνη.

 

            η/ Μοναχική κουρά

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, στο οποίο το ήδη βαπτισμένο μέλος του εκκλησιαστικού σώματος εισάγεται σε μια διαρκή μετάνοια και αδιάκοπη μνήμη Θεού. Θεωρείται σαν βάπτισμα, γιατί με αυτό ντύνεται ο μοναχός το «αγγελικό σχήμα», συντελείται δηλαδή μια γέννηση στο χώρο της θείας δόξας.

 

            Στον Παπισμό δεν θεωρείται μυστήριο, αλλά μια τελετή, στην οποίον ο μοναχός εισάγεται σε ένα τάγμα με σκοπό τον εξευμενισμό του θείου με τα καλά έργα και την πνευματική άσκηση, ώστε να αποκτηθούν αξιομισθίες.

θ/ Μνημόσυνο κεκοιμημένου

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και αποτελεί την υπέρτατη εκδήλωση αγάπης και συνάμα την κορύφωση της πίστης και της ελπίδας στους ακατάλυτους δεσμούς των μελών του σώματος, όπου δεν μπορεί να κυριαρχεί ούτε ο θάνατος ούτε η λήθη του. Η μνήμη των νεκρών κατά τη λειτουργία και τα μνημόσυνα αποτελούν μυστήριο που χαρακτηρίζει και περιγράφει τον τρόπο του δεσμού μεταξύ των μελών του σώματος. Η μνήμη των νεκρών και η δέηση για τη συγχώρηση των αμαρτιών τους γίνεται βάσει της αδιάσπαστης κοινωνίας «ζώντων και τεθνεώτων» και για να πετύχουν την τελείωση και την «ανάπαυση» τα μέλη, που έχουν προσωρινά αποχωρήσει από το σκηνικό των «αισθητών» σχέσεων. Η ωφέλεια εξάπαντος αφορά τους κεκοιμημένους.

 

            Στον Παπισμό δεν θεωρείται μυστήριο, αλλά απλή τελετή, κατά την οποία γίνεται λόγος για το δυνατό της «ωφέλειας» που ενδεχομένως έχουν οι κεκοιμημένοι, μεγαλύτερη όμως θεωρείται η ωφέλεια που παρέχεται στους ζώντες.

 

ι/ Εκκλησιαστικός Λόγος

 

            Είναι από τα μυστήρια της Εκκλησίας, που εκφράζεται ως ιεραποστολή και είναι ο λόγος που γεννάει αυτόματα και αμέσως την ενεργειακή πράξη. Ο λόγος του Θεού είναι ζωντανός και πραγματικός, δηλαδή μυστηριακός. Ο λόγος τελεσιουργεί τα μυστήρια, κάνει θαύματα και μεταμορφώνει τα πάντα. Εξ άλλου ολόκληρη η δημιουργία έγινε με τον Θείο Λόγο (δηλ. το Χριστό).

 

Στον Παπισμό δεν θεωρείται ιδιαίτερο μυστήριο.

 

Βεβαίως, τα μυστήρια της Εκκλησίας μας δεν εξαντλούνται στα 10 ανωτέρω περιγραφόμενα. Η Εκκλησία μας έχει πλήθος μυστηρίων, η οποία εξ άλλου είναι και η ίδια μέγα μυστήριο, όπως καταγράφεται στην Κ.Δ. ως θεανθρώπινο καθίδρυμα: το σώμα του Χριστού (Κορ. Α΄ 12. 27), το σώμα των αγίων (Πράξ.  9. 32, 41/ 26. 10, Ρωμ.  1. 7, 8. 27, 12. 13, 15. 26, 16. 5), το εκλεκτό γένος (Ρωμ. 8. 33, Κολοσ. 3. 12, Πέτρ. Α΄ 2. 9), το βασίλειο ιεράτευμα (Πέτρ. Α΄ 2. 9), ο Ισραήλ του Θεού (Γαλ. 6. 16) κ.ά. με κεφαλή του σώματος αυτού τον ίδιο το Χριστό.

 

Όπου υπάρχει επιφοίτηση και συνέργεια του αγίου Πνεύματος, εκεί τελεσιουργείται μυστήριο. Έτσι και στον αγιασμό του νερού τελεσιουργείται μυστήριο με την επίκληση του αγίου Πνεύματος: «υπέρ του αγιασθήναι το ύδωρ τούτο τη επιφοιτήσει και δυνάμει και ενεργεία του αγίου Πνεύματος…..» και όπως τονίζει ο Μ. Αθανάσιος στην «Έκθεσή» του, ο αγιασμός είναι «δύναμη λουτρού παλιγγενεσίας και παρέχει πλούτο ιαματικής δύναμης για κάθε ασθένεια, σωματική ή ψυχική».

 

Αλλά και η συμμετοχή στη θ. λατρεία είναι μυστήριο, είναι η πρόγευση στη Βασιλεία των Ουρανών, όπου εκεί συντελείται η μεταβολή των τιμίων δώρων με την επενέργεια του αγίου Πνεύματος, όπου Τούτο επιφοιτάται και στους πιστούς («κατάπεμψον το Πνεύμα σου το άγιον εφ’ ημάς…..») και οι πιστοί μεταβάλλονται σε κατά χάριν αγίους («τα άγια τοις αγίοις»).

 

Και το βάπτισμα στο Πνεύμα είναι μυστήριο, όπου εκεί οι δοξασμένοι (οι «θεούμενοι»), γίνονται κοινωνοί του θαβωρείου φωτός (του ακτίστου φωτός), κάτι που απορρίπτουν παντελώς οι παπικοί, καθότι θεωρούν, ότι η γνώση του Θεού επιτυγχάνεται δια της λογικής και του φιλοσοφικού λόγου.

 

Αλλά και οι αποφάσεις των αγίων στις Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους είναι μυστήριο, γιατί εκεί επενεργεί και συνεργεί και το άγιο Πνεύμα («έδοξε τω αγίω Πνεύματι και ημίν»). κ.ά.

 

1.6.18

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

  ΠΑΠΙΚΟ ΑΛΑΘΗΤΟ (Ιω.Καρδάση)

    ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

 

ΙΑ΄

 

 

Vanicano-synodos

Παπικό αλάθητο είναι η αλαζονική αντίληψη του Πάπα Ρώμης, ότι όταν ούτος αποφαίνεται από καθέδρας, η κρίση του είναι αλάθητη. Πρώτη εμφανής εξάσκηση του αλαθήτου έχουμε από τον πάπα άγιο Αγαπητό Α΄ (535-536), όπου με τη σύμφωνη γνώμη του Ιουστινιανού Α΄ καθαίρεσε τον Πατριάρχη Κων/πόλεως Άνθιμο Α΄ και εξέλεξε στη θέση του τον Μηνά, τον οποίον και χειροτόνησε ο ίδιος. Τα της εκλογής αυτής της «αποστολικής καθέδρας» ζήτησε να εγκριθούν από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, έστειλε δε σχετική επιστολή στον Ιεροσολύμων Πέτρο, για να του αναγγείλει τα της εκλογής και του ζητούσε να του απαντήσει  «πως υποδέξονται την κρίσιν της Αποστολικής Καθέδρας». Ο Ιεροσολύμων συγκάλεσε σύνοδο, η οποία επικύρωσε ως ορθή την εκλογή του Μηνά. «Από τον τρόπο καταδίκης του Άνθιμου και την υποδοχή της απόφασης από την τοπική σύνοδο Ιεροσολύμων καταφανώς δηλώνεται η ηγεμονία του Πάπα στην καθόλου Εκκλησία και η ευπείθεια και υποταγή προς αυτόν των άλλων Εκκλησιών και η αναγνώριση του αλαθήτου του» (αγίου Νεκταρίου, τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 158-159)..

 

Αργότερα, το 1870, το αλάθητο θεσπίστηκε καταστατικά από την Α΄ Βατικανή Σύνοδο. Σύμφωνα με το δόγμα του αλαθήτου, ο Πάπας της Ρώμης είναι πάνω από τις Οικουμενικές Συνόδους και έχει την πλήρη και υπέρτατη δικαιοδοσία να αποφαίνεται αλάθητα και τη διδασκαλία του είναι υποχρεωμένη να παραδεχτεί ολόκληρη η Εκκλησία. Όποιος τολμήσει να «αντείπη», δηλ. να φέρει αντίρρηση στη διδασκαλία του, «ανάθεμα έστω». Οι ΡΚαθολικοί θεολόγοι φτάνουν στο σημείο να διακηρύττουν ότι και ψέμα να πει ο Πάπας, αυτό πρέπει να γίνει δεκτό από τους πιστούς, σαν αλήθεια!

 

Η ανακήρυξη ενός και μόνου ανθρώπου σαν αλαθήτου, όσο και εάν αυτός κατέχει τον ανώτατο βαθμό της Ιεροσύνης, είναι πράξη ξένη και αντίθετη προς την Αγία Γραφή και την Παράδοση. Αντίθετα, το αλάθητο ανήκει σ’ όλη την Εκκλησία. Γι’ αυτό στην εγκύκλιο των Ορθοδόξων Πατριαρχών της 6.5.1848 καθορίζεται, ότι: «ο φύλαξ της Ορθοδοξίας, το σώμα της Εκκλησίας, τουτ’ έστιν ο λαός αυτός εστι». Η Εκκλησία στο σύνολό της, κλήρος και λαός είναι «η πιστή φρουρός της Αποστολικής Παραδόσεως, φυλάττουσα αυτήν ως πεπιστευμένην ταύτη παρακαταθήκην».

 

Αλλά το αλάθητο του Πάπα εμφανίστηκε ξαφνικά; Όχι βέβαια. Πρώτα δημιουργήθηκε το αλάθητο των αγίων και κατόπιν επεκτάθηκε αυτό και στο παπικό αλάθητο. Αλλά έχουμε αλάθητο στους αγίους; Όχι, λένε οι Πατέρες: Είναι αλήθεια, ότι για την Εκκλησία η αγιότητα δεν ήταν ποτέ συνώνυμη του αλάθητου. Καθώς το είπε με σοφία ο Εφέσου άγιος Μάρκος, για τον ωριγενισμό του αγίου Γρηγορίου Νύσσης: «συμβαίνει κάποιος να είναι διδάσκαλος και ωστόσο να μην τα λέει όλα τέλεια σωστά. Διότι ποια ανάγκη θα υπήρχε για τους Πατέρες να κάνουν Οικουμενικές Συνόδους, αν καθένας τους σε τίποτε δεν απομακρυνόταν από την αλήθεια;». Αλλά και ο Μ. Φώτιος αναφέρει για τους αγίους: Ο Μ. Φώτιος σε μια επιστολή του στον πάπα Νικόλαο δηλώνει απερίφραστα ότι πολλοί Πατέρες, όπως ο Διονύσιος Αλεξανδρείας, ο Ιππόλυτος, ο Μεθόδιος και ο Ειρηναίος, διατύπωσαν εσφαλμένες απόψεις και συμπληρώνει: «Εμείς δε επειδή προσέξαμε ότι μερικοί άλλοι από τους μακαρίους Πατέρες και διδασκάλους μας πλανήθηκαν σε πολλά σημεία της ακριβούς ερμηνείας των ορθών δογμάτων, τους μεν ισχυρισμούς τους δεν τους αποδεχόμενα ως προσθήκη στη διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά τα ίδια τα πρόσωπά τους τα ασπαζόμεθα με τιμή» (Μ. Φωτίου, Επιστολαί 1 (ΚΔ΄), Migne 102, 813). Έτσι, οι άγιοι ούτε αλάνθαστοι είναι, ούτε αναμάρτητοι, αλλά είναι οι πιο θεραπευμένοι μέσα στο μεγάλο νοσοκομείο ψυχών και σωμάτων, που είναι η Εκκλησία.

 

Το αλάθητο του Πάπα, αργότερα, επεκτάθηκε σε κάθε απόφαση του. Έτσι, ενώ στην Α΄ Βατικανή μόνον οι, από καθέδρας και με τη χρήση του όρου «ορίζομεν» (definimus), αποφάσεις του Πάπα ήταν αλάθητοι, στη Β΄ Βατικανή θεσπίστηκε, ότι ο Πάπας είναι αλάθητος όχι μόνον όταν αποφαίνεται επισήμως ως Πάπας, αλλά οσάκις αποφαίνεται. Από τα παραπάνω εμφαίνεται, ότι η Οικουμενική Σύνοδος γίνεται απλά ένα συμβουλευτικό όργανο του Πάπα.

 

Με τον τρόπο αυτό, η συνοδική αρχή, η παραδοθείσα από τους αγίους Αποστόλους, αντικαθίσταται από την παποκεντρική αρχή. Ο «αλάθητος» Πάπας καθίσταται κέντρο και πηγή ενότητας της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι η Εκκλησία έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο για να την διατηρείται σε ενότητα. Έτσι παραθεωρείται και υποβαθμίζεται η θέση του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Με τη μεταφορά του αλάθητου από το Άγιο Πνεύμα στο πρόσωπο του Πάπα περιορίζεται η εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας μέσα στην Ιστορία και καθίσταται εγκοσμιοκρατική.

 

Μια πρόγευση του πρωτείου και του αλαθήτου έχουμε στις παπικές υπαγορεύσεις (dictates papae) Γρηγορίου Ζ΄ (1073-1085) με τις οποίες ισχυροποιούντο οι αποφάσεις της συνόδου του Λατερανού (1059) με τίτλο: «Η ρωμαϊκή Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Κύριο και μόνον από Αυτόν».

 1.- …………………………………………..

 2.- «Μόνον ο ρωμαίος ποντίφικας ονομάζεται δικαίως παγκόσμιος».

 3.- «Μόνον αυτός μπορεί να καθαιρέσει ή να δώσει άφεση στους επισκόπους.

 4.- «Ο λεγάτος του (δηλ. ο πρεσβευτής του), σε ένα εκκλησιαστικό συμβούλιο, είναι ανώτερος από όλους τους επισκόπους, ακόμη κι’ αν είναι κατώτερος κατά τη χειροτονία και μπορεί να τους απαγγείλει ποινή καθαιρέσεως».

 5.- «Ο πάπας μπορεί να καθαιρέσει τους απόντες».

 6.- «Μεταξύ άλλων, δεν μπορεί κανείς να συγκατοικήσει με αυτόν, που ο πάπας έχει αφορίσει».

 7.- «Μόνον αυτός μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να θεσπίσει νέους νόμους, να συνενώσει νέους λαούς, να μετατρέψει μια συνοδεία σε αβαείο, να διαιρέσει μια πλούσια επισκοπή και να συγχωνεύσει πτωχές επισκοπές».

 8.- «Μόνον αυτός μπορεί να χρησιμοποιήσει τα αυτοκρατορικά εμβλήματα».

 9.- «Ο πάπας είναι ο μόνος άνθρωπος του οποίου όλοι οι πρίγκιπες φιλούν τα πόδια».

10.- «Είναι ο μόνος του οποίου το όνομα μνημονεύεται σε όλες τις εκκλησίες».

11.- «Το όνομά του είναι μοναδικό στον κόσμο».

12.- «Έχει τη δυνατότητα να καθαιρεί τους αυτοκράτορες».

13.- «Έχει τη δυνατότητα να μεταθέτει τους επισκόπους από μια έδρα σε άλλη, σύμφωνα με τις ανάγκες».

14.- «Έχει το δικαίωμα να χειροτονεί ένα κληρικό οποιασδήποτε εκκλησίας, όπου θέλει».

15.- «Αυτός ο οποίος χειροτονήθηκε από τον πάπα μπορεί να δώσει εντολές στην εκκλησία ενός άλλου, αλλά όχι να κηρύξει πόλεμο και δεν μπορεί να δεχθεί από έναν άλλον επίσκοπο κάποιο ανώτερο αξίωμα».

16.- «Δεν μπορεί να γίνει καμία σύγκληση γενικής συνόδου χωρίς την εντολή του».

17.- «Κανένα κείμενο ή βιβλίο δεν μπορεί να έχει εγκυρότητα χωρίς την έγκρισή του».

18.- «Η απόφασή του δεν μπορεί να τροποποιηθεί από κανένα και μόνον αυτός μπορεί να τροποποιήσει τις αποφάσεις όλων».

19.- «Ο πάπας δεν μπορεί να κριθεί από κανένα».

20.- «Κανείς δεν μπορεί να καταδικάσει κάποιον που επικαλείται την αποστολική έδρα».

21.- «Οι σημαντικές υποθέσεις κάθε εκκλησίας πρέπει να φέρονται ενώπιόν του».

22.- «Η ρωμαϊκή εκκλησία δεν πλανήθηκε ποτέ και σύμφωνα με τη μαρτυρία της Γραφής δεν θα πλανηθεί ποτέ».

23.- «Ο ρωμαίος ποντίφικας, ο οποίος έχει χειροτονηθεί σύμφωνα με τους κανόνες, γίνεται αδιαμφισβητήτως άγιος με τις αξιομισθίες του μακάριου Πέτρου».

24.- «Με τη διαταγή και τη συγκατάθεση του πάπα επιτρέπεται σε κάποιον υπήκοο να εκφέρει κατηγορία».

25.- «Μπορεί εκτός συνοδικού συμβουλίου να καθαιρέσει ή να συγχωρήσει τους επισκόπους».

26.- «Αυτός ο οποίος δεν είναι με την καθολική εκκλησία, δεν μπορεί να θεωρείται καθολικός».
27.- «Ο πάπας μπορεί να αποδεσμεύσει υπηκόους του από όρκο πίστης που έδωσαν σε αδίκους».

            [Registrum, 11,55α.] Περιοδικό: «Ορθόδοξη Μαρτυρία» τ. 114

 

            Επακόλουθο αυτής της απόφασης είναι το κείμενο της θέσπισης, τόσο του πρωτείου, όσο και του αλάθητου της Α΄ Βατικανής συνόδου, το οποίο στα επίμαχα σημεία, έχει ως κατωτέρω, σε μετάφραση:

 

Καταστατικός χάρτης (Constitutio) I

 

Κεφάλαιο (caput) 1.

Όρισεν η σύνοδς αύτη, ότι: «….. εάν τις είπη, ότι ο μακάριος Πέτρος δεν είναι υπ’ αυτού του Χριστού του Κυρίου κατεστημένος πάντων των αποστόλων αρχή (principem) και πάσης της στρατευομένης Εκκλησίας ορατή κεφαλή. ή ότι ούτος τιμής μόνον, ουχί δε αληθούς και πραγματικής (propriae) δικαιοδοσίας πρωτείον υπ’ αυτού του Κυρίου ημών Χριστού κατ’ ευθείαν και αμέσως έλαβεν, ανάθεμα έστω».

 

Κεφάλαιο (caput) 2.

«….. Εάν τις είπη ότι δεν είναι κατά διάταξιν αυτού του Χριστού του Κυρίου ή θείω δικαίω, ίνα ο μακάριος Πέτρος εν τω πρωτείω υπέρ την καθολικήν Εκκλησίαν έχη συνεχείς διαδόχους ή ότι ο Ρωμαίος Ποντίφηξ δεν είναι του μακαρίου Πέτρου εν τω πρωτείω τούτω διάδοχος, ανάθεμα έστω».

 

Κεφάλαιο (caput) 3.

«….. Όθεν διδάσκομεν και διακηρύττομεν, ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία, διατάσσοντος του Κυρίου, υπέρ πάσας τας άλλας έλαβε πρωτείον κανονικής εξουσίας, και ότι η εξουσία αύτη της δικαιοδοσίας του Ρωμαίου Ποντίφηκος, ήτις είναι αληθώς επισκοπική, είναι και άμεσος. προς ταύτην δε οιουδήποτε τυπικού και αξιώματος οι ποιμένες και οι πιστοί, τόσον καθ’ εαυτούς ανά εις όσον και ομού πάντες δεσμεύονται δια καθήκοντος ιεραρχικής υποταγής και αληθούς υπακοής, ου μόνον εν τοις πράγμασιν, άτινα αφορώσιν εις την πίστιν και τα ήθη, αλλά και εις εκείνα, άτινα εις την ευταξίαν και διοίκησιν της Εκκλησίας της καθ’ άπασαν την οικουμένην. Ούτως ώστε τηρουμένης μετά του Ρωμαίου Ποντίφηκος τόσον της κοινωνίας όσον και της μετ’ αυτού ενότητος εν τη ομολογία της πίστεως, η Εκκλησία του Χριστού είναι μια ποίμνη υπό έναν ύψιστον ποιμένα». «Όθεν εάν τις είπη, ότι ο Ρωμαίος Ποντίφηξ έχει τοσούτον μόνον καθήκον επιβλέψεως ή διοικήσεως, ουχί δε πλήρη και υπερτάτην εξουσίαν δικαιοδοσίας εις σύμπασαν την Εκκλησίαν, ου μόνον εν τοις αφορώσιν εις την πίστιν και τα ήθη, αλλά και εις εκείνα, άτινα εις την ευταξίαν και διοίκησιν της καθ’ άπασαν την οικουμένην Εκκλησίας. ή ότι έχει ταύτην μετρίαν εις τα ισχυρότερα μέρη, ουχί δε ολόκληρον την πληρότητα ταύτης της υπερτάτης εξουσίας. ή ότι αύτη τούτου η εξουσία δεν είναι κανονική (ordinariam) και άμεσος είτε εις πάσας είτε εις ανά μιαν εκάστην τας εκκλησίας είτε εις πάντας είτε εις ένα έκαστον τους ποιμένας και τους πιστούς, ανάθεμα έστω».

 

Κεφάλαιο (caput) 4.

«….. Διδάσκομεν και ως θεόθεν αποκεκαλυμμένον δόγμα ορίζομεν: ότι ο Ρωμαίος ποντίφηξ, όταν από καθέδρας αποφαίνεται, τουτέστιν όταν επιτελών το καθήκον του Ποιμένος και Διδασκάλου πάντων των χριστιανών, καθ’ όσον καθορίζει δια της υπερτάτης Αποστολικής εξουσίας την διδασκαλίαν περί της πίστεως ή των ηθών, ήτις υπό της καθολικής Εκκλησίας δέον να τηρήται, δια θείας επιστασίας, επηγγελμένης αυτώ εν τω μακαρίω Πέτρω, εν τω αυτώ αλαθήτω ισχύει, εν τω οποίω ο θείος Λυτρωτής ηθέλησεν ίνα η Εκκλησία αυτού, όταν ορίζη την διδασκαλίαν περί πίστεως και ηθών, να είναι δεδιδαγμένη. Όθεν παρομοίως του Ρωμαίου ποντίφηκος αι αποφάσεις εξ αυτών, ουχί δε εκ της συγκαταθέσεως της Εκκλησίας είναι ατροποποίητοι. Εάν δε τις τολμά να αντείπη εις ταύτην την ημετέραν απόφανσιν, όπερ ο Θεός αποστρέψεται, ανάθεμα έστω» (H. Denzinger-E. Nebreda (1909), σελ. 382-387).

 

1.3.18

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ