Τ’ Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ανήμερα, θανή, γιορτή και ανάσταση μνήμης!

Στέλιος Κούκος

 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851- 4 Ιανουαρίου 1911).

Τ’ Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ανήμερα, της κοίμησής του την μέρα, 3 του Γενάρη, πουρνό πουρνό, όρθρου βαθέως, τι είδα ο κακομοίρης! Ζωντάνεψαν όλα! Χριστούγεννα, Άϊ Βασιλιού, Φώτα! Και να ‘ταν μόνο αυτά;

Σκιάθος σου λέει και νομίζεις πως είναι το σύμπαν!

Μια οικουμένη έφτιαξε! Τι κόσμος!

Και, πλάι, έπαιζε μια άλλη ταινία και ήταν η ζωή του. Λες;
Ναι και τον είδα! Αλλά μπερδεύονταν. Μια έβλεπα διήγημα, μια ζωή πραγματική.
Όλα μια ταινία! Μια υπόθεση! Η ζωή του, τα έργα του! Άλλο πράμα!

Φώτα ολόφωτα ήταν ή τρομάρες; Και ναυάγια και σκοτωμοί και γυρισμοί ξενιτεμένων και μηνύματα και επιταγές να έρχονται και να ανασταίνονται ζωές και να γυρίζουν απ’ τον Άδη, απ’ τα κύματα, τα βάθη της θάλασσας! Πεινασμένα παιδάκια να παρακαλάν, γιατί δεν είχαν «πατέλα στο σπίτι». Ωραίο πολιτισμό είχαν εις το χωρίον εκείνον!
Δεν αντέχονται ένα ένα! Και πώς να τα δεις να ζωντανεύουν όλα μαζί.
Άσχημοι καιροί κι απαραμύθητοι. Πώς να διασκεδάσεις τους καημούς σου!
Ήσουν μόνος και απέναντί σου!
Έπρεπε να παλέψεις με τον εαυτό σου πρώτα.
Και μετά με τ’ άλλα θεριά!

Και εκκλησιασμοί βεβαίως μέρες που είναι. “Μυστήριον ξένον”!
Όταν βλέπαμε «Στον Χριστό στο Κάστρο» ο παπα-Φραγκούλης μου είπε: Γι’ αυτόνε τον Λαμπράκη τα τραβάμε όλα, και μου τον έδειξε μέσα στην βάρκα. Μέρα που είναι να μην λειτουργηθεί η εκκλησιά που γιόρταζε; Εκεί και ο «πελιδνός παράφρων τύρρανος», τοιχογραφία, τιμωρημένος εσαεί ο Ιουλιανός ο Παραβάτης και Αποστάτης να τον σκοτώνει ο Άγιος Μερκούριος και να ρεζιλεύεται! Να διαβάζουν οι αγράμματοι και να χαίρονται την νίκη της πίστης τους! Ότι άφησαν τα πίσω και τα σκοτεινά και γύρισαν στο φως! Και αυτός ήθελε τα αρχαία κλέη!

– Και τι θα γίνει; Δεν θα μάθει περισσότε ρα γράμματα επειδή είμαστε φτωχοί; Αφού είναι άριστος!
Ναι, θα μάθει τα γράμματα, ο Αλέξανδρος! Και γλώσσες θα μάθει, αυτοδίδακτος μεν, αλλά και μέγας μεταφραστής! Και οι δυσκολίες δυσκολίες. Και θα πεινάσει, και θα ζητήσει ξανά και ξανά να έχει τα λεφτά στην ώρα τους… Λες αυτό να του έσπασε το ηθικό; Μια ζωή στην άκρη καθόταν. Στην τίμια πενία.

Πάντως, πτυχίο δεν αξιώθηκε. Και άλλες προκοπές δεν είχε, όπως ο άλλος Αλέξανδρος! Μωραϊτίδης με τ’ όνομα! Προκομμένος σ’ όλα του! Αυτός, όμως, τον ακοινώνητο Παπαδιαμάντη τον έβαλε στον κόσμο των γραφιάδων, των λογοτεχνών, του Τύπου!
Τα είδα όλα! Και πώς δούλευε στις εφημερίδες, πώς έτρεχε να προλάβει μετά την δουλειά το ηλιοβασίλεμα, πίσω από τη Ακρόπολη!
Να ήταν εκείνη την μέρα, άραγε, που ο πλούσιος Συγγρός είπε στον γνωστό του, όταν χαιρέτησε τον Παπαδιαμάντη, πως δεν ήξερα πως είχες επαφές με επαίτες. Και όταν του ομολόγησε ποιος ήταν, ο Συγγρός έμεινε άναυδος! Άναυδος σου λέω!

Δεν τον έπιανε το μάτι σου! Γιατί οι νεώτεροι συνάδελφοί του τον γνώριζαν; Και, αυτοί για κάποιον άπορο τον πέρασαν, όταν πήγε στην εφημερίδα να παραδώσει το “κατ’ αποκοπήν” διήγημα του! Και τα κείμενα που τους έδινε, και δεν τα έπαιρναν, νόμιζαν πως ήταν πιστοποιητικά απ’ το δήμο, απ’ την πρόνοια, για να πάρει το βοήθημα που έδιναν, για να κάνει κι’ αυτός Χριστούγεννα, Άι Βασίλη, Φώτα!
Εγώ το είδα! Ήταν το σενάριο και άρχισε να ζωντανεύει και να παίζει. Και, έφτασε εκεί. Σκέφτηκα, τι τον λέει τον άνθρωπο; Τι τον βασανίζει; Έτοιμη η ταινία και παίζεται δεν την βλέπει; Με χίλια ζόρια εκείνος ο Σταμ Σταμ επιτέλους κατάλαβε τι γινόταν! Τι κατάλαβε; Έπρεπε, να πέσουν οι τίτλοι του τέλους, για να διαβάσει· Σενάριο: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Εκείνο που δεν κατάλαβα ούτε εγώ, ήταν η σκηνοθεσία. Έγραφε Ζωή. Μα η Ζωή Κόπολα δεν είχε γεννηθεί ακόμη. Ούτε ο πατέρας της, ούτε ο Νονός της 1, 2, 3! Τρεις Νονούς τις έδωσε ο πατέρας της! Τι λέμε τώρα; Χαμένη στην μετάφραση!

Και, ο Αλέξανδρος έπιασε να μεταφράζει τον μακρινό του ξάδελφο, πολύ μακρινό, Ρώσος ήταν, αλλά στενός συγγενής του ψυχικά, ο Θόδωρος Ντοστογιέφσκι: “Έγκλημα και Τιμωρία”!
Και πάλιν, δεν κατάλαβα γιατί στενοχωριόταν που τον είπαν Έλληνα Δοστογιέφσκι! (Θα μου πεις και Δίκενς τον είπα και Πόου)! Και αυτοί καλοί ήταν! Αλλά με τον Ντοστογιέφσκι μια χαρά τον ταίριαξαν! Κι ας έφαγα και μια φάπα ξημέρωμα τ’ Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ανήμερα, πρωί πρωί, απ’ του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη το βαρύ το χέρι!
Μήπως και οι Ρώσοι δεν υποδέχτηκαν με περισσή εκτίμηση και την Φραγκογιαννού του; Την Φόνισσα; Πήγα κάτι να σκεφτώ, κάτι να πω για τον εσωτερικό τους δεσμό, της “Φόνισσας” και του ρωσικού “Εγκλήματος και Τιμωρίας”. Σκέφτηκα, όμως, έρχεται η φάπα και μαζεύτηκα!
Και οι Γάλλοι υποδέχτηκαν την “Φόνισσα” με… αλαλαγμούς και ας λέει ο Δ. Καλοκύρης, «η κόλαση μου είναι οι Γάλλοι»! Ποιοι άλλοι, ποιοι Γάλλοι και ποιοι Ρώσοι;

Ναι, δεν ήταν των γαλλικών κρασιών, αλλά τα κουτσόπινε όλα τα δικά μας. Ήταν η μόνη διασκέδαση του. Ξεχνιόταν και από τα βάσανα του και πιο πολύ ξεχνιόταν στο ποτό και στην κουβέντα κι ας ήταν αμίλητη! Ήθελε να έχει δίπλα του ψυχές χωρίς έπαρση!
Εκεί, στον δικό του κόσμο, τον απλό και το βράδυ που τον τιμούσαν στον Παρνασσό. Αυτός ετοίμαζε ταξίδια, επιστροφές, νοσταλγίες με ένα πλήθος καράβια και σκάφη του καιρού του. Καθένα φορτωμένα με όλα τα καλά και όλες τις δυστυχίες! Όλα τα ναυάγια και όλους τους επιτυχημένους ελλιμενισμούς!
Και στην στεριά δεν έλειπαν τα ναυάγια, και στην στεριά δεν έλειπαν τα καλά λιμάνια, οι σωστικοί ελλιμενισμοί και όλα τα καλά! Δεν τα έτρωγε μόνον ο βυθός των ναυαγίων τα ναυάγια!

Και τον Μανόλη τον είδα! Τον Ταπόη! Ναι, τον είδα! Αλλά τώρα ήταν ο Τσηλότατος Μανόλης, ο Ταπόης ο Γιατρός! Και ο Τσηλότατος πια του έκανε τα θελήματα. Ότι ήθελε η αγαπημένη του μάνα, αυτόν έστελνε να το εκτελέσει! Και έτσι, μέχρι εκείνη την στιγμή δεν έκανε το απονενοημένο διάβημα να πέσει στο Μπούρτσι! Και δεν θα το κάνει ποτέ! Η γριά θα ζει και αυτός θα ελέγχει από ψηλά τα πάντα.
Έχουν και τα παιδιά και οι αεί παίδες τους δαίμονές τους! (Και ο Ταπόης το ίδιο)! Όταν οι άγγελοι τους νυστάξουν προς ώρας; Νυστάζουν οι άγγελοι; Ίσως τα παιδιά… Και κει τα πολεμά και τα μάχεται Φραγκογιαννού η Φόνισσα!

Τον νουν σας στα παιδιά, με προειδοποίησε. Μου το είπε καθαρά ο Μέγα-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Τον νουν σας στα παιδιά! Να τα σώσετε για να σωθούμε! Να μάθουν τα γράμματα. Και τα ελληνικά, και τα άλλα! Εγώ πώς τα ’μάθα; Έτσι θα μάθουν τα τραγούδια του Ομήρου, τα τραγούδια των τραγωδιών, τα τραγούδια του Θεού. Για Παπαδιαμάντη θα μιλάμε τώρα»;
Και εκεί μου έκλεισε το μάτι χαμογελαστός και δεν το ξανά άνοιξε! Ούτε και το άλλο…
Άρχισα να τον φωνάζω: «Κύριε, κυρ και μπάρμπα Αλέξανδρε…», αλλά δεν είχε άλλη ζωή και έφυγε σήμερα. Σαν σήμερα ή κάπως έτσι.

Μου τα έδειξε όλα! Ήθελε να με χαιρετήσει; Να μου υπενθυμίσει κάτι; Έφυγε γελαστός!
Δεν είχε κακία για κανένα. Το είδα και το γράφω!

Σήμερα τ’ Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ανήμερα, θανή, γιορτή και ανάσταση μνήμης!

ΠΗΓΗ.http://www.diakonima.gr/

Η θρησκευτικότητα στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Η θρησκευτικότητα στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του Παπαδιαμάντη είναι αδιαπραγμάτευτες. Γιος ιερέα, μεγαλωμένος με αυστηρές χριστιανικές αρχές και μυημένος βαθιά στις εκκλησιαστικές τελετουργίες έδωσε στη θρησκεία το βαθύτερο χαρακτήρα του αιώνιου συντρόφου, που ταυτίζεται με την ύπαρξη σε όλες τις χαρές και όλες τις λύπες. Η θρησκεία δεν είναι μόνο καταφύγιο και παρηγορητής, αλλά κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης δράσης, αναπόσπαστα δεμένη με όλες τις πτυχές της καθημερινότητας. Είναι η παράδοση που δεν ορίζει απλώς την εθνικότητα ή την προάσπιση των ιδίων μεταφυσικών ανησυχιών ή την ηθική ή την αξιοπρέπεια ή τις αρχές που οφείλουν να ορίζουν τη ζωή ή την ενότητα των ανθρώπων ενός αποκομμένου γεωγραφικού τόπου, σαν τη Σκιάθο, αλλά που σηματοδοτεί την πιο αισθαντική ανάμνηση, τη διεισδυτικότερη ματιά μέσα στην άβυσσο των παιδικών χρόνων, με άλλα λόγια την εκκίνηση της ύπαρξης που αποτελεί την ουσιαστικότερη προοπτική της ζωής. Κι εδώ ακριβώς πηγάζει η εμμονή του Παπαδιαμάντη με τη Σκιάθο. Στην αιώνια αναζήτηση της παιδικότητας που είναι όμως διαποτισμένη από το βαθύ άρωμα της φυσικής ζωής και της θρησκευτικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι πέρασε κάποιους μήνες ως δόκιμος μοναχός στο Άγιο Όρος. Δεν είναι τυχαίο ότι η ψαλτική αποτέλεσε ίσως το σπουδαιότερο πεδίο της κοινωνικής του ζωής. Όλη του η ζωή είναι δεμένη με τη θρησκεία, είτε ως υπαρκτό τελετουργικό που διεκπεραιώνεται με κατάνυξη, είτε ως άυλη, εσωστρεφής πνευματικότητα που διαπότισε τη ζωή του με τη μορφή της διαρκούς αναζήτησης της ανόθευτης ανθρωπιάς, η οποία ήταν αδύνατο να βρεθεί έξω από τη σφαίρα της νοσταλγίας. Γιατί και η νοσταλγία του Παπαδιαμάντη κρύβει κάτι θρησκευτικό μέσα της, σαν ιεροτελεστία που ποτέ δεν θα ολοκληρωθεί. Είναι η ιεροτελεστία της αέναης επιστροφής στη χαμένη παιδικότητα που είναι καταδικασμένη από θέση αρχής.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη φωτογραφία που τράβηξε ο Παύλος Νιρβάνας στο καφενείο της Δεξαμενής.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη φωτογραφία που τράβηξε ο Παύλος Νιρβάνας στο καφενείο της Δεξαμενής.

Η θρησκευτική ζωή, όπως ήταν φυσικό, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο και στα διηγήματά του. Και μόνο ο όγκος των κειμένων που αφορά τα λεγόμενα χριστουγεννιάτικα ή πασχαλινά, δεν αφήνει αμφιβολίες. Η πίστη στο θεό κινεί τις συμπεριφορές των ηρώων και δίνει δύναμη γι’ αυτά που πρόκειται να έρθουν. Τους κάνει παράτολμους. Τους κάνει να αντέχουν όλες τις κακοτοπιές. Στο διήγημα «Στο Χριστό, στο Κάστρο» ο παπα-Φραγκούλης αποφασίζει να κάνει χριστουγεννιάτικη λειτουργία στο κάστρο, πράξη ιδιαιτέρως παράτολμη, αφού ο καιρός δεν επιτρέπει την εύκολη πρόσβαση με τη βάρκα. Όμως ο παπάς με τη γυναίκα του είχαν κάνει τάμα αυτή τη λειτουργία αν σωζόταν ο γιος τους ο Λαμπράκης που αρρώστησε βαριά τα προηγούμενα Χριστούγεννα. Συγχρόνως ο Γιάννης ο Νυφιώτης και ο Αργύρης της Μυλωνούς ήταν αποκλεισμένοι στο κάστρο από τα χιόνια. Παρακολουθούμε το αλληλένδετο της ανθρώπινης αλληλεγγύης και της θρησκευτικής αξιοπιστίας που λειτουργούν ως βασικοί μοχλοί της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο Στεφανής που εγγυάται ότι θα τους πάει με τη βάρκα, δεν είναι παρά ο εκφραστής της βεβαιότητας ενός εγχειρήματος που ήταν αδύνατο να καταλήξει στραβά, όσο παρακινδυνευμένο κι αν ήταν. Γιατί οι προθέσεις κρυβότανε μέσα στη βαθύτερη αγνότητα. Γιατί η ανθρώπινη αποφασιστικότητα της πίστης και της βοήθειας ήταν αδύνατο να προδοθεί. Κι αυτό ακριβώς είναι το άρωμα των ανθρώπων της φύσης, που κινούμενοι αποκλειστικά από τα θέλγητρα της προσωπικής οπτικής είναι ικανοί να αψηφήσουν τα πάντα χωρίς εκλογικεύσεις και χωρίς υστεροβουλίες. Είναι το άρωμα των ανθρώπων που ο Παπαδιαμάντης δεν θα ξεπεράσει ποτέ.

Ο καλός Σαμαρείτης, πίνακας του Ρέμπραντ
Ο καλός Σαμαρείτης, πίνακας του Ρέμπραντ

Η θρησκεία στον Παπαδιαμάντη δεν λειτουργεί ποτέ εκφοβιστικά ή εκδικητικά. Η θρησκεία λειτουργεί λυτρωτικά, ως φορέας αποδοχής και συντροφικότητας. Ως μηχανισμός ένταξης, δηλαδή ως πρωταρχική δυνατότητα κοινωνικοποίησης. Η συμμετοχή στα τελετουργικά δεν στηρίζεται ποτέ στο φόβο της αιωρούμενης αμαρτίας ή της απειλής ή της απόρριψης. Είναι ταυτόσημη με την οικειοθελή συμμετοχή στη συλλογική χαρά κι αυτό απέχει πολύ από την εξιδανίκευση. Γιατί η εξιδανίκευση κρύβει νομοτελειακά κάτι ψεύτικο μέσα της, ενώ οι χαρακτήρες του Παπαδιαμάντη είναι απολύτως αυθεντικοί, αφού δεν κρύβουν ούτε τις αδυναμίες, ούτε τις έχθρες, ούτε τις στρεβλές τους αντιλήψεις, απόρροια του κοινωνικού συντηρητισμού και των δεισιδαιμονιών της εποχής. Στο διήγημα «Αλιβάνιστος» παρακολουθούμε την επανένταξη ενός ανθρώπου που έζησε χρόνια σαν ερημίτης για λόγους μηδαμινούς, που όμως ήταν αρκετοί να τον απομονώσουν. Ένας ατυχής έρωτας κι ένα κλεφτό φιλί έκαναν τον μπαρμπα-Κόλια να χαθεί από προσώπου γης, αφού η γυναίκα που αγάπησε παντρεύτηκε κάποιον άλλο.  Όταν τυχαία ο παπάς, που έχασε το δρόμο του και χάθηκε στην εξοχή, συνάντησε τον μπαρμπα-Κόλια, τον πήρε μαζί του στην εκκλησία για την Ανάσταση. Η θρησκευτική κατάνυξη της Ανάστασης, το τελετουργικό και η συμμετοχή του μπαρμπα-Κόλια ήταν η επιστροφή του στην κοινωνία. Η θρησκεία ως δεσμός και διαμεσολαβητικός κρίκος των ανθρώπων σηματοδοτεί την αδιάσπαστη ενότητα, την κοινωνική ταυτότητα των ανθρώπων που αποτελούν σύνολο και λειτουργούν ως σύνολο. Υπό αυτή την έννοια η θρησκεία, ως δόγμα, περνά σε δεύτερη μοίρα, αφού αυτό που προέχει είναι ο κοινωνικός της ρόλος. Στην εκκλησία δεν υπάρχουν ούτε επίσημοι, ούτε ξεχωριστοί, ούτε υπηρέτες συμφερόντων. Όλα ματαιώνονται μπροστά στην απαράβατη ισότητα που αποδίδεται ως έσχατη μοιρασιά. Τα τελευταία λόγια του μπαρμπα-Κόλια: «Αληθώς ανέστη βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!» μαρτυρούν την ανακούφιση της θρησκευτικής συμμετοχής που δεν είναι τίποτε άλλο από τη συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι κι αυτό δεν έχει καμία σχέση ούτε με εμμονές θρησκευτικής ανωτερότητας, ούτε με την εκκλησιαστική αυστηρότητα. Ο Παπαδιαμάντης δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Ενδιαφέρεται όμως για το σεβασμό. Στο διήγημα «Άψαλτος» ο Κώτσος ο Φραγκούλας που ειρωνεύτηκε τη νεκρώσιμη ακολουθία ενός φίλου του: «Τι τους ψέλνετε;… Τι τους κάνετε νάνι – νάνι;… Όλοι στ’ ανάθεμα θα πάμε!…» βρίσκει τραγικό θάνατο μέσα στη βάρκα, μετά από θεομηνία «…κ’ έμελλεν εν τριγμώ αλύσεων και τροχαλιών και αρμένων, να καταποντισθή εις το κύμα, “άψαλτος, ασαβάνωτος, αμοιρολόγητος”». Ο σεβασμός προς τις θρησκευτικές τελετουργίες ταυτίζεται με το σεβασμό των συνανθρώπων. Η ασέβεια του Φραγκούλα, σε τελική ανάλυση, στρέφεται περισσότερο προς τους πενθούντες κι αυτό ο Παπαδιαμάντης δεν μπορεί να το ανεχτεί.

Ψηφιδωτό της Παναγίας με τον Ιησού Χριστό, το οποίο φέρει την επιγραφή "Μήτηρ Θεού", στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη, Αγία Παρασκευή, Αθήνα.
Ψηφιδωτό της Παναγίας με τον Ιησού Χριστό, το οποίο φέρει την επιγραφή «Μήτηρ Θεού», στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη, Αγία Παρασκευή, Αθήνα

Και κάπως έτσι φτάνουμε στη βαθύτερη παπαδιαμαντική θρησκευτικότητα που, σε τελική ανάλυση, σχετίζεται περισσότερο με την αισθητική της τελετουργίας και την ενωτική της δύναμη, παρά με την πεποίθηση της κατήχησης. Γιατί ο Παπαδιαμάντης είναι ο άνθρωπος που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αγάπησε τους άλλους ανθρώπους, με το δικό του ιδιόρρυθμο κι απόμακρο τρόπο κι αυτό που πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι η αναπαράσταση της ζωής, δηλαδή η ανόθευτη μεταφορά των ανθρώπινων εικόνων. Γι’ αυτό και δεν διστάζει να μεταφέρει ακόμα και συνήθειες παγανιστικές, όπως στο διήγημα «Οι Μάγισσες» όπου ο γερο-Παρθένης, έντρομος βλέπει μέσα στη νύχτα τρεις γυναίκες, ολόγυμνες, να κάνουν ξόρκια μέσα στο μισογκρεμισμένο κατάλυμα, οι οποίες αμέσως το βάζουν στα πόδια χωρίς να ξέρουν αν έγιναν αντιληπτές. Όταν μετά από δυο μέρες βρίσκουν φαρμακωμένη τη μία από αυτές που αυτοκτόνησε από το φόβο μήπως ο γερο-Παρθένης την αναγνώρισε, είναι ολοφάνερο ότι ο Παπαδιαμάντης εστιάζει αποκλειστικά στην τραγωδία. Γι’ αυτό τονίζει ότι ήταν νεαρή σύζυγος και μητέρα. Γι’ αυτό αποδεικνύεται ότι τελικά ο γερο-Παρθένης δεν αναγνώρισε καμιά κι ότι ο θάνατος ήταν απολύτως μάταιος. Γι’ αυτό ο αναγνώστης θέλει να γλυτώσουν οι άλλες. Γιατί ο παγανισμός δεν αφορά καθόλου τον Παπαδιαμάντη ως θρησκευτικό παράπτωμα, παρά μόνο ως αφορμή της αναίτιας τραγωδίας. Η σκληρότητα των μαγισσών που κορυφώνεται στα λόγια: «Καλά έκανε και φαρμακώθηκε. Τόσον φοβιτσάρα που ήτον, θα μας επρόδωνε κι εμάς» δεν είναι η κατάδειξη της απανθρωπιάς των νοσταλγών του παγανισμού, αλλά η απεραντοσύνη του φόβου, που εκδηλώνεται ως αυτοσυντήρηση. Εξάλλου στο διήγημα «Άγια και Πεθαμένα»καταδεικνύει την παγανιστική διάσταση των θρησκευτικών τελετών αναφερόμενος στη δοξασία που θέλει τα κορίτσια να βάζουν τα ιερά κόλλυβα που μοιράζονται προς τιμή του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος (κι όχι των Αγίων Θεοδώρων) κάτω από το προσκεφάλι τους και να ονειρευτούν αυτόν που θα παντρευτούν. Στο ίδιο διήγημα βλέπουμε την Σειραϊνό η οποία «Δεν ήτο ικανή να κάμη εκείνο, το οποίον ήκουεν, ότι έκαμναν άλλαι ομήλικές της, και το οποίον πολύ ωμοίαζε με μάγια, ας είχε και ευλαβείας επίχρισμα. Να εξέλθη διά νυκτός εις την αυλήν, κρατούσα μαυρομάνικον μαχαίριον, ν’ αυλακώση δι’ αυτού την γην, να σπείρη τα κόλλυβα και να περιέλθη τρεις γύρες ψιθυρίζουσα ”Άη μ’ Θόδωρε καλέ, κη καλέ κη ταπεινέ………… ”». Η τραγική μοίρα που είχε η Σειραϊνώ από τα λανθασμένα κόλλυβα που πήρε κι από τα μπερδέματα των θαυματουργών διαδικασιών, που μόνο ως μαγείες εκλαμβάνονται, προφανώς και δεν αφορά την πίστη του Παπαδιαμάντη προς αυτά κι ακόμα προφανέστερα δεν κρύβουν το ηθικό μήνυμα της αποφυγής και της τιμωρίας (γιατί κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την πίστη), αλλά τη διάθεση της περιγραφής των λαϊκών παραδόσεων, περιγραφής που γίνεται συμμετοχή. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η ιδιομορφία της θρησκευτικής προσκόλλησης του Παπαδιαμάντη που βλέπει την πίστη ανθρωποκεντρικά ως αδήριτο τελετουργικό της καθημερινότητας. Γιατί στο διήγημα «Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου» ο Φραγκούλας, όταν επιστρέφει η γυναίκα του, ψέλνει τόσο δυνατά που σκεπάζει όλες τις άλλες φωνές. Κι όταν μένει μόνος, κυκλωμένος από τις θλιβερές αναμνήσεις «εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την Παναγίαν».

Ὁ Παπαδιαμάντης καί οἱ γραικύλοι ἡ ἄρνηση τῆς ταυτότητας

»…Τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τοὐλάχιστον, εἶναι ἀκόμη πολὺ ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ, ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπει νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλῃ ἀσφαλῶς νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται οἴμοι! ἀνικανώτερον ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος. Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ᾽ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του…»

 

»Λαμπριάτικος Ψάλτης», 1893

 

«Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ᾽ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας.»
papadiamantis-1
Φώτιου Ἀρ. Δημητρακόπουλου
καθηγητοῦ Βυζαντινῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
«τούτ’ ἡ χώρα ποὺ ἀνεμίζει τοὺς ἀμέτρητους γραικύλους», ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Ὁ τελευταῖος γραικυλισμὸς ὡς νόσημα τῆς ἑλληνικῆς διανόησης ἀπορρέει ἀπὸ ἕνα παλαιὸ σύμπτωμα μειονεξίας ἀπέναντι στὴ Δύση, συνοδευόμενο μὲ αἴσθημα προκατάληψης κατὰ τοῦ Βυζαντίου, ἕνεκα παντελοῦς ἀγνοίας τῆς ἑλληνορθόδοξης θέασης τοῦ κόσμου. Τὸ νόσημα παρουσιάζει συγκεκριμένα παθολογικὰ φαινόμενα, ποὺ τὰ ἀποτυπώνει ὁλοκάθαρα ὁ Παπαδιαμάντης στὸ ἀτελὲς μυθιστόρημά του «Τὸ λάβαρον», καὶ προσβάλλει κυρίως τοὺς νεοέλληνες λογίους, διανοουμένους καὶ πολιτικούς. Ὡς ἰδεολογικὸ σύνδρομο ἐμφανίζεται γενικῶς ὡς κρίση ταυτότητας, ὡς ἀπόρριψη τῶν ἡμετέρων καὶ θαυμασμὸς τῶν ἀλλοτρίων, ἤγουν ὡς πλέγμα ἐθνικοῦ αἰσθήματος κατωτερότητας. Ὁ γραικυλισμὸς ἐμφανίζεται καὶ ὡς ὀξεῖα μορφὴ τῆς χρονίου νόσου τοῦ μιμητισμοῦ καὶ τῆς ξενομανίας, ἀκυρώνει τὸν πατριωτισμό, παραλύει τὸ ἐθνικὸ φρόνημα, καταργεῖ κάθε ἐθνικὴ θεωρία, συχνὰ ὁδηγεῖ τὰ θύματά του νὰ μεταβληθοῦν σὲ ἄτυπους ἐξωμότες. Ἐν ἄλλοις λόγοις βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τοῦ σωβινισμοῦ.
Στὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο, πέρα ἀπὸ τὴν ἀπερίφραστη, γνωστὴ ρήση ποὺ περιέχεται στὸ προοίμιο τοῦ διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης» γιὰ τοὺς «γραικύλους τῆς σήμερον», εἶναι διάσπαρτες οἱ ἀντιδυτικές του ἀπόψεις, ὅπως θὰ δοῦμε, ὅμως, μόνον στὸ Κεφάλαιον Η΄ τοῦ «Λαβάρου» ἔχουμε μία ὁλοκληρωμένη περιγραφὴ ἑνὸς γραικύλου.

Δὲν εἴχανε κλείσει ἕξι χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης πρωτοδημοσίευσε διήγημα, τὸ ἑορταστικὸ χριστουγεννιάτικο «Τὸ Χριστόψωμο» στὴν ἐφημ. «Ἐφημερίς», 26 Δεκ. 1887, ἴσαμε τὴ δημοσίευση τοῦ «Λαμπριάτικου ψάλτη» στὴν ἐφημ. «Ἀκρόπολις», 27-31 Μαρτίου 1893. Εἰκοσιεφτὰ διηγήματα σὲ πεντέμισυ χρόνια, τὰ περισσότερα στὶς δύο παραπάνω ἐφημερίδες καὶ στὸ περιοδικὸ «Ἑστία», στὸ μεγαλύτερο μέρος τους μὲ ὑπόθεση συνδεδεμένη μὲ τὸ δωδεκαήμερο τῶν Χριστουγέννων ἢ τὸ Πάσχα, καὶ δημοσιευμένο τὶς μέρες τῶν γιορτῶν. Τὸ ἑορταστικὸ- θρησκευτικὸ-περιεχόμενο τῶν διηγημάτων ὡς ἐξωτερικὸ αἴτιο, κι ἡ ζήλια ὡς ἀφανὴς λόγος ἐπίκρισης, εἶχαν κάνει κάποιους κριτικοὺς νὰ δηλώσουν τὴ δυσφορία τους ἔναντι τοῦ Παπαδιαμάντη. Σ’ αὐτοὺς ἀπαντᾶ στὸν πρόλογό του ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος, ἤπια, ἀλλὰ καὶ εἰρωνικά, καὶ μὲ ἀρκετὸ θυμὸ πρὸς τὸ τέλος. Μνημονεύει τὴ συγγραφική του πρόθεση, τὶς πηγὲς τῆς ἔμπνευσής του, τὸ ἀναγνωστικὸ ἐνδιαφέρον ποὺ παρουσιάζουν τὰ διηγήματά του, τὴν ἔλλειψη ἐπιζητημένης καὶ βεβιασμένης ὑπόθεσης ἢ πλοκῆς, τὴν ἄντληση τῆς θεματικῆς ἀπὸ τὴν πραγματικότητα χωρὶς κάτι τὸ ἀπίθανο, καί, τέλος, πὼς ἐργάζεται ὁ ἴδιος ὡς δημιουργός.
Ὁ Παπαδιαμάντης συνεχίζει ὑπογραμμίζοντας τὰ σημεῖα ποὺ ἐνοχλοῦν τοὺς ἐπικριτές του: ἡ θρησκευτικὴ ὑπόθεση τῶν ἔργων του, ἡ ἄποψή του περὶ συνεχείας τοῦ ἑλληνισμοῦ διὰ μέσου τοῦ ἑλληνικοῦ μεσαίωνα, ἡ ἀδιαφορία του γιὰ τὸν κακῶς νοούμενο ἐκπολιτισμὸ καὶ τὴν πρόοδο. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ ἐπιτίθεται λαῦρος ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι στὰ συμπτώματα τοῦ γραικυλισμοῦ, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν μιμητισμὸ καὶ τὴν ξενομανία.
Συχνὰ παρατηροῦμε στὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο ὅτι ὁ συγγραφέας ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ εἰσέρχεται στὴ νοοτροπία τοῦ ἄλλου ἢ τῶν ἄλλων καὶ νὰ ὁμιλεῖ μὲ τοὺς δικούς τους ὅρους. Αὐτὸ προσδίδει τὴ χαρακτηριστικὴ καὶ μὴ καταπιεστικὴ ἀντιρρητικὴ ἄνεση στὸ κείμενο καὶ ἐπιτρέπει στὸν Παπαδιαμάντη νὰ ἀποδεικνύει ἐνίοτε στοὺς ἄλλους ἀκόμη καὶ πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι «συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς».
Τί μιμοῦνται μετὰ μανίας οἱ γραικύλοι τῆς ἐποχῆς του; Τὴν ἀθεΐα καὶ τὸν κοσμοπολιτισμό. «Μὴ θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ! Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ’εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοὶ συμβαδίζουν μὲ ἄλλα ἔθνη». Ἡ εἰρωνικὴ αὐτὴ δήλωση τοῦ Παπαδιαμάντη στρέφεται γενικῶς κατὰ τοῦ πνεύματος τῶν καιρῶν, τὴν παραγνώριση καὶ περιφρόνηση τοῦ Βυζαντίου καὶ τῆς ὀρθόδοξης ἀντίληψης, πνεῦμα ἀκόμα κυρίαρχο παρὰ τὸ ὅτι εἶχε πρὸ ἐτῶν ἐκδοθεῖ ἡ «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους» τοῦ Παπαρηγόπουλου. Ἀλλὰ τὸ 1866 εἶχε ἐκδοθεῖ «Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα» τοῦ Ροΐδη καὶ τὸ 1877 «Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης» τοῦ Κλέωνος Ραγκαβῆ καὶ ἐνῷ ἔχει ὑποστηριχθεῖ ὅτι τὸν δεύτερο ὑπονοεῖ ὁ Παπαδιαμάντης, φρονῶ ὅτι κατὰ συμφυρμὸ καὶ τοὺς δύο ἔχει κατὰ νοῦν στὸ προοίμιο τοῦ διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης», ὅταν ἀναφέρει τὰ σχετικὰ πρὸς τὸν Ἰουλιανό, γράφοντας: «ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος, καὶ ἄλλης περιωπῆς, δημοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἱστορικο – φανταστικὸν δράμα, ὅπου προέτασσε χυδαῖα ἀληθῶς προλεγόμενα, δὶ’ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του». Μόνον, ἐξάλλου, ὁ Ροΐδης, διακριτικὰ καὶ ἀσχολίαστα, εἰρωνεύτηκε καὶ τὸ αἴσθημα «εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν λυτρώσασαν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ξένου ζυγοῦ Ἐκκλησίαν, δι’ ἧς ἠλπίζομεν τάχιον ἢ βράδιον καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς μεγάλης ἰδέας, τὴν ἀπελευθέρωσιν δηλαδὴ τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας».
Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ προοίμιό του, ἀπαντᾶ: «Δία νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτό, θὰ εἴπωμεν μὲ δύο λέξεις ὅτι: Τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τουλάχιστον, εἶναι ἀκόμη πολὺ ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξη ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῆ ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη. Ὁ τρέχων πρέ- πει νὰ περιμένη καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλη νὰ τρέχη, ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῆ τὸν δεσμώτην ἢ νὰ τὸν ἀνακουφίζη. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται, οἶμοι! Ἀνικανώτερον, ὅπως δώση χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος. Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὁτιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον ὅστις θέλη νὰ κάμη δημοσία τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάση εἰς τὸ ὕψος καὶ φανῆ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον ἔχη καὶ θὰ ἔχη διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του».
papadimantis-graikyloi
Συμπεράσματα: ἡ ἀθεΐα, ἡ ἀπόρριψη τῶν θρησκευτικῶν, συνεπιφέρει τὴν ἀπόρριψη τοῦ Βυζαντίου καὶ ἀνάγει τὴν διαδοχὴ τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων κατ’ εὐθεῖαν στοὺς ἀρχαίους. Δὲν εἶναι τυχαία καθόλου ἡ χρήση τῶν ὅρων, ἂν καὶ δὲν ἔχη καθόλου προσεχθεῖ, στὸν Παπαδιαμάντη: «τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος», οἱ «Βυζαντινοί», οἱ «ἀρχαῖοι», ἡ προσπάθεια καθορισμοῦ δηλαδὴ ἐθνικῆς ταυτότητας, κάτι τὸ ὁποῖο δὲν ἴσχυε καὶ δὲν ἐνδιέφερε τοὺς μεσαιωνικοὺς καὶ ἀρχαίους μας προγόνους. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ κοσμοπολιτισμός, ὅτι δὲν ζοῦμε πιὰ στὶς μικρές μας πατρίδες ἀλλὰ στὸν κόσμο ὁλάκερο. Στὴν «Ἀπάντησιν εἰς τὸν Ζ. τῆς «Ἐφημερίδος» τὸ 1891 φαίνεται σαφῶς τί ἐννοεῖ λέγοντας «κοσμοπολίτης» ὁ Παπαδιαμάντης: «ἐννόει ἁπλῶς, καθὼς ἐγὼ τὸ ἡρμήνευσα, ὅτι φεύγω ἐνίοτε ἀπὸ τὸν τόπο τῆς γεννήσεώς μου καὶ δὲν προσκολλῶμαι ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς ἡλικίας μου. Ἔγραψεν Ἀμερικανός, ἀντὶ νὰ γράψη κοσμοπολίτης». Ἑπομένως, κοσμοπολιτισμὸς γιὰ τὸν Ἕλληνα σημαίνει καὶ ἀδιαφορία περὶ τὰ πάτρια, δὲν εἶναι μόνον ἐγκατάλειψη τῆς ἐμμονῆς στὴν ἐντοπιότητα, εἶναι ἄρνηση ἐπιτέλεσης τοῦ πατριωτικοῦ χρέους νὰ κτίσει μεγάλη πατρίδα. Ἀντιθέτως, γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους, Ἄγγλους, Γερμανούς, Γάλλους, ἡ ἀθεΐα, ὁ ἀναρχισμός, ὁ κοσμοπολιτισμὸς εἶναι πολυτέλεια τὴν ὁποία ἔχουν τὴν ἐλευθερία νὰ ἐπαγγέλονται, ἐνῷ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος θὰ ἔχει διὰ παντὸς ἀνάγκη τῆς θρησκεί- ας του.
Πρὸς ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως πρέπει νὰ λεχθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης δὲν ἦταν κανενὸς εἴδους ἐμμανὴς σωβινιστής, ἀποκλειστικός, ξενοφοβικός. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος γράφει στὸ προοίμιο τοῦ «Λαμπριάτικου ψάλτη» ὅτι «ἐν πρώτοις, καλὸν θὰ ἦτο νὰ διακρίνωμεν ὅ,τι πράγματι εἶναι ξενισμὸς ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη». Οὔτε, ἂς ποῦμε στὰ λογοτεχνικά του χρέη, ἔπαυσε νὰ διαβάζει καὶ νὰ παραπέμπει στὸν Βύρωνα, τὸν Μίλτωνα, τὸν Σέξπηρ, τὸν Θερβάντες, οὔτε φυσικὰ ἀγνοοῦσε τὴν εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία ἢ εἰδησεογραφία, αὐτὸς ὁ ἐργαζόμενος ὡς μεταφραστὴς εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων, περιοδικῶν καὶ ἄλλων ἐντύπων. Καὶ αὐτὴ ἡ ἔλλειψη προγραφῶν στὸν Παπαδιαμάντη δὲν ἀφορᾶ μόνον στὴν εἰκόνα τῶν Εὐρωπαίων, ἀλλὰ καὶ στὴν εἰκόνα τῶν Τούρκων, ἂς θυμηθοῦμε τὸν «Ξεπεσμένο δερβίση» καὶ τὸ ἄρθρο του «Αἱ Ἀθῆναι ὡς ἀνατολικὴ πόλις». Μ’ ἄλλα λόγια, τὸ καλὸ δὲν ἀνθεῖ μόνο στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ κακὸ στὰ ξένα, οὔτε ὅμως καὶ ἀντίστροφα, δὲν εἶναι ὄμορφο καὶ καλὸ ὅ,τι ἔρχεται ἀπὸ τὴν προηγμένη Δύση, καὶ ἄσχημο καὶ κακὸ ὅ,τι ἔχουμε στὴν Ἑλλάδα! Σὲ καμμιὰ ἀπὸ τὶς δύο θέσεις δὲν βρίσκεται ὁ Παπαδιαμάντης, ἐνῷ στὴν πρώτη βρίσκονται οἱ πατριδοκάπηλοι σωβινιστὲς καὶ στὴ δεύτερη οἱ συμπλεγματικοὶ γραικύλοι.
Ὡς γνήσιος ὀρθόδοξος ὁ Παπαδιαμάντης δὲν ἐξεγείρεται ἀπὸ τὴν παρατήρηση ὅτι ὑπάρχει ἁμαρτία, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν δόλο καὶ τὴν ὑποκρισία. Ἂς ποῦμε, ἡ Χριστίνα ἡ δασκάλα στὸ «Χωρὶς στεφάνι» εἶναι μία ἁμαρτωλὴ ἀστεφάνωτη, ἀλλὰ σώζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔδειχνε, παρὰ τὸν δακτυλοδεικτούμενο βίο της δίπλα σ’ ἕναν ἄθλιο πολιτικάντη ποὺ ἔχει μάθει νὰ ἐκμεταλλεύεται τοὺς πάντες. Βλέπει λοιπὸν καὶ τὰ δικά μας ἐλαττώματα καὶ τὴν ἁμαρτία στὴ δική μας κοινωνία, ὅμως γνωρίζει ὅτι τὸ πολιτικὸ πρόβλημά μας εἶναι ὅτι εἴμαστε ἀνάμεσα στὸν λατινικὸ δόλο καὶ στὴν τουρκικὴ βία, ποὺ μᾶς καταδυναστεύουν· ἔτσι γράφει στὸ ἄρθρο τοῦ «ὁ Μπάυρων» λίγα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1896, δανειζόμενος ἕνα στίχο τοῦ βρετανοῦ ποιητῆ: «Ἡ τουρκικὴ βία καὶ ὁ λατινικὸς δόλος!» Αἱ λέξεις αὗται δὲν εἶναι ἱστορικὸν σύμβολον, παραστατικὸν τοῦ πολυπαθοῦς Ἑλληνισμοῦ;
Πόσον ἐνδομύχως ἠσθάνετο καὶ κατενόει ὁ μέγας Βρετανὸς τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, τὴν τότε καὶ τὴν διαρκῆ καὶ τὴν παντοτινήν! Καὶ πόσον ἀπέχομεν ἡμεῖς νὰ τὴν ἐνοήσωμεν καὶ νὰ τὴν αἰσθανθῶμεν!» Αὐτὴ ἡ θέση του, ἡ σαφῶς, ἀλλὰ καὶ ἐπιλεκτικὰ ἀντιδυτική, μένει ὣς τὸ τέλος, ὅπως γιὰ παράδειγμα γράφει τὸ 1907, στὸ σπουδαῖο ἄρθρο του «Γλῶσσα καὶ Κοινωνία»: «Δὲν ἔπαυσαν τ’ ἄχυρα καὶ τὰ σκύβαλα τοῦ πολιτισμοῦ νὰ μᾶς ἔρχονται διαρκῶς μὲ τὴν πνοὴν τῶν ἀνέμων. Ὅλοι οἱ ἀργέσται καὶ οἱ ζέφυροι καὶ οἱ ἰάπυγες μᾶς φέρνουν τ’ ἀπορρίμματα, τὰ καθάρματα τῶν δογμάτων καὶ τῶν θεωριῶν, τῶν μεθόδων καὶ τῶν τρόπων, τῶν ἠθῶν καὶ τῶν ἕξεων ἀπὸ τὴν Ἑσπερίαν». Οὔτε, στὸ ἴδιο ἄρθρο, ἔχει ξεχάσει τὸν Ροΐδη: «Δὲν ἠξεύρω γιατί, πρὸ χρόνων, ὅταν ἐσκεπτόμην ἂν ἔπρεπε νὰ γράψω τὴν παροῦσαν μελέτην, ἐσχεδίαζα νὰ τὴν ἐπιγράψω «Τὰ ξόανα». Διατὶ ἄρα; Μήπως ἐσκόπουν ν’ ἀπαντήσω εἰς «Τὰ εἴδωλα» τοῦ μακαρίτου Ροΐδου;». Καὶ σ’ ἕνα ἄλλο, θρησκευτικό, αὐτὴ τὴ φορὰ ἄρθρο γιὰ τὸ Μεγάλο Σάββατο, στὰ ἴδια χρόνια, τὸ 1892, περιλαβαίνει τὸν Ροΐδη καὶ τὴν Πάπισσα, ἀλλὰ καὶ τὸν νεαρὸ λογογράφο, ἀνώνυμα, ποὺ εἶναι ὁ Ξενοπουλος. Πολλὰ θὰ εἶχε κανεὶς νὰ ἀποδελτιώσει ἀπὸ τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη. Θὰ ἀρκεσθῶ νὰ παραθέσω ὅμως ἀπὸ ἕνα ἄρθρο τοῦ 1900, «Ἡ διορθωσιομανία καὶ τὰ θύματά της», τὰ ἀκόλουθα: «Τὸ μεταλλεῖον τῆς ποιήσεως τῆς ἀνατολικῆς εἶναι ἄλλο, καὶ οἱ τρόποι, αἱ μεταφοραὶ καὶ εἰκόνες τῆς γλώσσης τῶν Ἱερῶν Γραφῶν δὲν θὰ γίνωσι ποτὲ νεωτερικαὶ οὔτε δυτικαί».
Ἀλλὰ τί γίνεται μὲ τὸν νεαρὸ Παπαδιαμάντη τῶν μυθιστορημάτων; Στὴ «Μετανάστιν» τὸ μόνο ποὺ δείχνει μία ἐπιφύλαξη πρὸς τὸ δυτικὸ πνεῦμα εἶναι στὴν ἀρχή, μία φράση τοῦ γέρου ναυτικοῦ στὸν γιὸ τοῦ Ζέννα: «νομίζεις ὅτι αἱ νέαι ὅσαι ἀνετράφησαν εἰς τὴν Εὐρώπην, λαμβάνουν ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν τὴν γνώμην τῶν γονέων τῶν προκειμένου περὶ γάμου; Εἶσαι πολὺ μακράν».
Ὅπως ὅλοι ξέρουμε, ἡ ἀντιδυτικὴ στάση τοῦ Παπαδιαμάντη γίνεται ὁλοφάνερη στὰ δύο του ἑπόμενα ἔργα, στοὺς «Ἐμπόρους τῶν ἐθνῶν» καὶ στὴ «Γυφτοπούλα». Οἱ δύο σελίδες ποὺ δείχνουν τὸν ἑνετικὸ κυνισμό, πολιτικό, οἰκονομικό, θρησκευτικό, εἶναι χαρακτηριστικές: «ὁ λέων τοῦ Ἁγίου Μάρκου βουλιμιᾶ. – Ἀκονᾶ τοὺς ὀδόντας του – Χρυσόν, χρυσόν! Ἡ Βενετία μόνη εὗρε τὴν φιλοσοφικὴν λίθον. – Τὰ ἔντομα πετῶσι διὰ τὰ στρουθία, τὰ στρουθία διὰ τὸν ἱέρακα. – Καὶ τὰ ἔθνη διὰ τὴν Βενετίαν. – Ἀλλὰ τὰ ἔθνη δὲν πετῶσι. – Διότι ἡ Βενετία ἔκοψε τὰ φτερά των. – Ἡ Βενετία πωλεῖ τὸν Χριστὸν καὶ ἀγοράζει τὸν Μωάμεθ. – Θὰ κάμη καλὰ νὰ τοὺς πωλήση καὶ τοὺς δύο. – Ἀρκεῖ νὰ εὕρη συμφέρουσαν τιμήν». Καὶ ἀκόμη, ἀπὸ τὴν καταδίκη της Βενετίας, στὴν καταδίκη της πολιτικῆς καὶ τῶν πολιτικῶν:
«Τί ἐζήτει ἡ Βενετία πέμπουσα τοὺς στόλους τούτους εἰς τὸ Αἰγαῖον; Ὅ,τι ζητεῖ ὁ σφαγεὺς παρὰ τοῦ θύματος, τὰς σάρκας αὐτοῦ, ἵνα κορέση τὴν πεῖναν του. Διατὶ αἱ ἰδιωτικαὶ αὖται καὶ κεκυρωμέναι μὲ τὰ σήματα τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἐπιχειρήσεις; Διατὶ οἱ τοσοῦτοι ἐργολάβοι τῶν κατακτήσεων, τῶν ὡς διὰ δημοπρασίας ἐκτελουμένων; Ἡ Βενετία προσηγόρευεν ἑαυτὴν Πολιτείαν, καὶ εἶχεν υἱοὺς τυράννους. Τοῖς ἔδιδε τὸ χρῖσμα της καὶ τοὺς ἔπεμπεν ἵνα κατακυριεύσωσιν τῆς γῆς. Ἡ γενεαλογία τῆς πολιτικῆς εἶναι συνεχὴς καὶ γνησία κατὰ τοὺς προγόνους. Ἡ ἀργία ἐγέννησε τὴν πενίαν. Ἡ πενία ἔτεκε τὴν πεῖναν. Ἡ πεῖνα παρήγαγε τὴν ὄρεξιν. Ἡ ὄρεξις ἐγέννησε τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἡ αὐθαιρεσία ἐγέννησε τὴν ληστείαν. Ἡ ληστεία ἐγέννησε τὴν πολιτική. Ἰδοὺ ἡ αὐθεντικὴ καταγωγὴ τοῦ τέρατος τούτου. Τότε καὶ τώρα, πάντοτε ἡ αὐτή. Τότε διὰ τῆς βίας, τώρα διὰ τοῦ δόλου… καὶ διὰ τῆς βίας. Πάντες ἀμετάβλητοι οἱ σχοινοβᾶται οὗτοι, οἱ Ἀγίγγανοι, οἱ γελωτοποιοὶ οὗτοι πίθηκοι (καλῶ δὲ οὕτως τοὺς λεγομένους πολιτικούς). Μαῦροι χαλκεῖς κατασκευάζοντες δεσμὰ διὰ τοὺς λαοὺς ἐν τῇ βαθυζόφῳ σκοτίᾳ τοῦ αἰωνίου ἐργαστηρίου των…».
Στὴ «Γυφτοπούλα» ὑπάρχει ὁλόκληρο κεφάλαιο, τὸ Α΄ τοῦ Δευτέρου Μέρους, μὲ τίτλο «Ἱστορικὴ Παρέκβασις». Ἐκεῖ, συνοπτικὰ μνημονεύω, ἀναφέρεται ὁ Πλήθων ὡς «ὁ μετὰ τὸν Παραβάτην [Ἰουλιανὸν] δεύτερος Παραβάτης», ἡ ἐποχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ὡς «ἀπροσδιόριστος ἐποχὴ» ὅπου ἡ μόνη θρησκεία εἶναι «ἡ ἔλλειψις πάσης θρησκείας», ἡ ἱστορικὴ κριτική, εἰς ἣν οὐδεμίαν ἔχομεν [=ὁ Παπαδιαμάντης] ἐμπιστοσύνην». «Μόνον μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς βασιλευούσης ἔπεσον οἱ πλεῖστοι τῶν λογίων τὸ ἔσχατον τοῦτον οἰκτρὸν πτῶμα [=ἢ ἐγίνονταν ἀρχαιολάτραι ὡς ὁ Πλήθων ἢ ἐνεκολποῦντο τὰ δόγματα τῆς Ρώμης]», καταδικάζεται τὸ «αἶσχος τοῦ αὐτομόλου καὶ δραπέτου» Βησσαρίωνος, ὑμνεῖται ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ δίδεται παραπομπὴ στὸ «σύγγραμα τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου τὸ ἐπιγραφόμενον «Ὁ Ἀντίπαπας»». Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι κανεὶς δὲν ἔλαβε τὸν κόπο νὰ παραβάλει τὸ σύγγραμμα αὐτὸ μὲ τὸ κείμενο τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὅπως καὶ κανείς, πλὴν τοῦ γράφοντος, δὲν προσπάθησε νὰ ἐντοπίσει τὶς ἱστορικὲς πηγὲς τῶν μυθιστορημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη. Στὸ βιβλίο ὅπου κατέγραψα τὸ Ἀρχεῖο Ἀποστόλου Γ. Παπαδιαμάντη ἀφιέρωσα κάποιες σελίδες, στὶς ὁποῖες ἀπέδειξα ὅτι πηγὴ γιὰ τοὺς «Ἐμπόρους» ὑπῆρξε ἡ Ἱστορία τοῦ Παπαρρηγόπουλου καὶ γιὰ τὴ «Γυφτοπούλα» ἡ «Νεοελληνικὴ Φιλολογία» τοῦ Σάθα, καὶ προσέθεσα ὅτι σὲ ἄγνωστο ὡς τότε θρησκευτικὸ ἄρθρο τοῦ Παπαδιαμάντη, τὸ 1876 κιόλας, μνημονεύεται ὁ Νικόλαος Πολίτης καὶ ὁ Παπαρηγόπουλος. Ἂν θυμηθοῦμε καὶ τὴν ἀνακοίνωση τῆς Καίτης Πολυμέρου-Καμηλάκη ὅτι στὸ ἀρχεῖο Πολίτη σώζονται δύο ἀνέκδοτα γράμματα τοῦ Παπαδιαμάντη στὸν Πολίτη, συμπεραίνουμε, πρᾶγμα ὅλως ἐνδιαφέρον, ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης γνώριζε τὸ ἔργο τους καὶ συμμεριζόταν τὶς ἑλληνοκεντρικές τους θέσεις. Δὲν θὰ πρέπει, ἐπίσης, νὰ ἀποσιωπήσουμε κάτι ποὺ ἔχει κι αὐτὸ μείνει ἀσχολίαστο, στὸ ἴδιο κεφάλαιο: «Ὁ Γεώργιος Γεμιστός, πρὸς τοῖς ἄλλοις αὐτοῦ ἐ λ α τ τ ώ μ α σ ι , εἶχε καὶ ἕν ἐλάττωμα ἄγνωστον καὶ ἀνήκουστον κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον. Ἦτο εἷς ἐκ τῶν ὀλιγίστων, οἵτινες εἶχον συνείδησιν τοῦ ἐθνισμοῦ, καὶ ἡ καρδία του ἐφλέγετο ὑπὸ φιλοπατρίας». Τὸ νὰ γράφει ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ «συνείδηση τοῦ ἐθνισμοῦ» ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὡς «ἄγνωστον καὶ ἀνήκουστον» καὶ νὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸν ὅρο αὐτό, ἀμφίσημα, τὴ λέξη «ἐλάττωμα» εἶναι κάτι ποὺ ἐξεικονίζει τὴν ὀξυδέρκεια καὶ λεπτότητα τῶν παρατηρήσεών του καὶ σὲ ἱστορικὰ ζητήματα.
ellada-orthodoxiaἘντάσσοντας τὴν ἀπέχθεια τοῦ Παπαδιαμάντη κατὰ τῶν γραικύλων στὸ εὐρύτερο ἀντιδυτικὸ αἴσθημά του, θὰ παραθέσουμε ὁρισμένα χωρία ἀπὸ τὸ ἔργο του, πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν λεγομένων:
«Ἀλλὰ τί θὰ ἐχρειάζετο ἡ Θεολογικὴ Σχολή, ἂν ἔμελλε ν’ ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς «τετριμμένα» θέματα, καὶ νὰ ἐμπνέεται ἀπολύτως ἀπὸ τὰ συναξάρια; Τόσοι σοφοὶ ἄνδρες, φωστῆρες ἐκ τῆς Ἑσπερίας ἀνατείλαντες, μὲ τόσον παχεῖς μισθούς, καὶ νὰ μὴ μεταγγίσουν ὀλίγον ἀθεϊστικὸν πνεῦμα εἰς τὴν Ἑλλάδα!».
» Ὁ ἰατρὸς ἦτο καλὸς νέος, πλησιάζων εἰς τὸ τεσσαρακοστόν, ὑψηλός, λιγνός, πρόθυμος, ὄχι πολὺ σκληρὸς οὔτε πλεονέκτης. Ἦτο ἀπόφοιτός του ἐν Ἀθήναις πανεπιστημίου, καὶ δὲν τὸν εἶχε κολλήσει μανία, ἂν καὶ εἶχε τὰ μέσα, νὰ μεταβῆ εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ὅπως ἀγοράση σοφίαν. […]
» τῶν τριῶν νεαρῶν ἡρώων τῶν προμάχων τῆς πίστεως καὶ τῶν ἐθνικῶν παραδόσεών των […]
» εἰσάγων εἰς τοὺς ἱεροὺς ναοὺς κοινὰ καὶ ξενότροπα, νόθα καὶ ἀπαγορευμένα […]
» Ἀλλὰ τότε δὲν ὑπῆρχεν ἰδέα φυλετισμοῦ μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, ὑπῆρχε μόνον κοινὸς σύνδεσμος μεταξὺ ὁμοπαθῶν καὶ ὁμοδούλων, ἐνῷ τώρα; […]
» ἡ νοθεία ἡ ἐπιγενομένη εἰς τὸν θρησκευτικὸν βίον ὑπὸ καλλιτεχνικὴν μάλιστα ἔποψιν. Ὁ ἀπὸ τοῦ Βορρᾶ κατελθὼν χείμαρρος ἔφερεν ἐκτὸς τῶν ρουβλίων καὶ τῶν πολιτικῶν σκοπῶν, ἔθιμα τινὰ καὶ ἰδέας ἀπαδούσας εἰς γνησίας βυζαντινᾶς παραδόσεις […] Οὕτως εἶναι ἐλπίς, ἐνόσῳ τὰ εὐαγῆ ταῦτα ἱδρύματα ὑπάρχουν (καὶ θὰ ὑπάρχωσιν ἐνόσῳ ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς δὲν συνδιαφθαρῆ φεῦ! θρησκευτικῶς τέλεον μετὰ τῆς ἐλευθέρας γωνίας), εἶναι ἐλπὶς νὰ ἀντισταθῆ ἐκεῖ ὁ Ἑλληνισμὸς εἰς τὴν ἐπιδρομὴν τῶν ξένων. Διότι ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος οὐδεμίαν ἐλπίδα συνδρομῆς βλέπομεν. Ἡ σημερινὴ δυνατὸν νὰ ὑπηρετῆ τὴν Ἑλλάδα ὡς κράτος, δὲν τὴν ὑπηρετεῖ ὅμως ὡς Ἔθνος, τοῦτο νομίζομεν ἡμεῖς.
Αὐτὸ τὸ μειονέκτημα ἡμῶν, ἂν εἶναι μειονέκτημα, ἓν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡμεῖς ἐξωκειώθημεν ἄρα μὲ τὰ πάτρια, καὶ τὰ πονοῦμεν, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν τὰ ἐγνώρισαν καὶ δὲν τὰ στέργουσι. Διότι ἂν ἀνετρέφοντο μ’ αὐτά, θὰ ἦσαν εὐχαριστημένοι, καὶ δὲν θὰ ἐζήτουν τὴν μεταβολήν.
» Καὶ ὅμως εὑρίσκονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐκ τῶν ἡμετέρων τινές, τόσον ἐκφυλισμένοι, ὥστε νὰ θαυμάζωσι τὰ τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας!.
» Τώρα ἀναγκάζεταί τις νὰ ἀναγνωρίση ὅτι οἱ Οὐνῖται ἐκεῖνοι, καίτοι δογματικῶς ἐκπεσόντες, καλῶς ἔπραττον τηροῦντες τὰ πάτρια ὡς πρὸς τοὺς τύπους τουλάχιστον, καὶ μὴ ἐκφυλιζόμενοι, μὴ ἀπορροφώμενοι ἀπὸ τὴν Λατινικὴν Ἐκκλησίαν.
Αἱ εὐλαβεῖς κυρίαι ἀκρατῶς εὐρωπαΐζουσι, ἐγκαταλειποῦσαι ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν ἤδη τοὺς ὀχληροὺς γυναικονίτας, διεχύθησαν ἐφ’ ἑκάτερα τοῦ ναοῦ […].
» Νὰ παύση π.χ. ἡ συστηματικὴ περιφρόνησις τῆς θρησκείας ἐκ μέρους πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐπιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων καὶ ἄλλων. Ἡ λεγομένη ἀνωτέρα τάξις νὰ συμμορφωθῆ μὲ τὰ ἔθιμα τῆς χώρας, ἂν θέλη νὰ ἐγκλιματισθῆ ἐδῶ. Νὰ γίνη προστάτις τῶν πατρίων, καὶ ὄχι διώκτρα. Νὰ ἀσπασθῆ καὶ νὰ ἐγκολπωθῆ τὰς ἐθνικᾶς παραδόσεις.
» Νὰ μὴ περιφρονῆ ἀναφανδὸν ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν. Νὰ καταπολεμηθῆ ὁ ξενισμός, ὁ πιθηκισμός, ὁ φραγκισμός. Νὰ μὴ νοθεύονται τὰ θρησκευτικὰ καὶ τὰ οἰκογενειακὰ ἔθιμα. Νὰ καλλιεργηθῆ ἡ σεμνοπρεπὴς βυζαντινὴ παράδοσις εἰς τὴν λατρείαν, εἰς τὴν διακόσμησιν τῶν ναῶν, τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ζωγραφικήν.
» Νὰ μὴ μιμώμεθα πότε τοὺς Παπικοὺς καὶ πότε τοὺς Προτεστάντας. Νὰ μὴ χάσκωμεν πρὸς τὰ ξένα. Νὰ στέργωμεν καὶ νὰ τιμῶμεν τὰ πάτρια.
» Εἶναι τῆς ἐσχάτης ἐθνικῆς ἀφιλοτιμίας νὰ ἔχωμεν κειμήλια, καὶ νὰ μὴ φροντίζωμεν νὰ τὰ διατηρήσωμεν. Ἂς σταθμήσωσι καλῶς τὴν εὐθύνην των οἱ ἔχοντες τὴν μεγίστην εὐθύνην.
» Νὰ ἐμφυσηθῆ ζωὴ χωρὶς νὰ ὑπάρχη, νὰ δοθῆ ἔμπνευσις ἐκεῖ ὅπου λείπει ἡ ψυχή!… Καὶ ποῦ εἶναι οἱ δόκιμοι ποιηταί μας;… Καὶ ἐὰν τοιοῦτοι ὑπάρχουν, αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται περισσότερον διὰ τὸν Νὶτς καὶ τὸν Ἴψεν παρὰ διὰ τὰ κατ’ αὐτοὺς σκουριασμένα ντόπια πράγματα.
» Μόνον παρ’ Ἀσιανοῖς […] ταῦτα εἶναι τὸ ἕν ἄκρον. Τὸ ἄλλο ἄκρον ἀπαντᾶ εἰς τὰ ἤθη τῶν Ἑσπερίων […] ὁποῖον φ ρ α γ κ ι κ ὸ ν ἄρωμα […] Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός, ὅπως καὶ ὁ Ὀ ρ θ ό δ ο ξ ο ς Χριστιανισμὸς καὶ αὐτὸ τὸ προϊὸν καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος, θέλουσι τὴν ἐν μέτρῳ προσπέλασιν καὶ παρρησίαν τῶν δύο φύλων […].
» Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεωκοπίας».

Πηγή: “Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς: Ένας άγιος άκακος, απονήρευτος και με βαθειά ταπείνωση

Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς (+1932), ένας άγιος των ημερών μας, ήταν άνθρωπος άκακος, απονήρευτος και με βαθειά ταπείνωση.
Έδειχνε μεγάλη υπομονή στους πειρασμούς και τις δοκιμασίες. Έλεγε κάποτε ο ίδιος συμβουλεύοντας μια πνευματική του κόρη:
“Εγώ παιδί μου με την υπομονή τα έβγαλα πέρα τα τόσα σκάνταλα που μου παρουσιαζόντουσαν”.
Εξηγεί σε μια «κόρη του» γιατί να μην θυμώνει και λέει: «και ‘γω δεν ξέρω να μιλήσω; ξέρω, αλλά σκέφτομαι το αποτέλεσμα και έτσι σιωπώ».
Ο παπα – Νικόλας Πλανάς λειτουργούσε καθημερινά, χωρίς διακοπή, σε διάστημα μισού αιώνα. Στο διάστημα αυτό τύχαινε κάποτε να μην έχει πρόσφορο. Πάντοτε όμως εξοικονομούσε είτε από τους πιστούς είτε από τους γύρω φούρνους.
Κάποια μέρα είχε προχωρήσει ο όρθρος αρκετά, αλλά πρόσφορο δεν φαινόταν πουθενά. Έστειλε να ψάξουν στους φούρνους και στις νοικοκυρές που πάντα είχαν. Κοίταξε και στα ντουλάπια του ιερού, μήπως είχε αφήσει άλλος ιερέας. Μα κανένα αποτέλεσμα. Στενοχωρήθηκε μέχρι δακρύων.
Κάποια στιγμή τον βλέπουν να βγαίνει στην ωραία πύλη κρατώντας ένα πρόσφορο φρέσκο-φρέσκο. Το είχε βρει πάνω στην αγία τράπεζα!
-Κοιτάξτε, παιδιά μου, τι σημείο μου έκανε ο Θεός, είπε συγκινημένος και χαρούμενος.
Όλα τα θαύματα, σημεία τα έλεγε. Τα θεωρούσε φυσικά, γιατί είχε μεγάλη πίστη.Στα συναξάρια συναντάμε ασκητές που τους υπηρετούσε άγγελος Κυρίου. Πολύ φυσικό λοιπόν να υπηρετούσε άγγελος Κυρίου και τον παπα-Νικόλα, τον «εντός του κόσμου διαβούντα αληθινόν ασκητήν».
Αρκετοί ενορίτες του, κυρίως μικρά παιδιά, τον έβλεπαν όταν λειτουργούσε κυριολεκτικά μεταρσιωμένο. «Η φήμη του παπα-Νικόλα», διηγείται σεβαστή γυναίκα, «είχε απλωθεί σ’ όλη την Αθήνα. Κάποτε, παραμονή Χριστουγέννων, ξεκίνησα με τα εγγονάκια μου για να κοινωνήσω από τ’ αγιασμένα χέρια του.
Τότε στη Βουλιαγμένη ήταν ακόμα ερημιά. Είκοσι χαμόσπιτα σκόρπια εδώ κι εκεί και τριγύρω χωράφια. Στη θέση της σημερινής εκκλησίας υπήρχε ένα παλιό βυζαντινό εκκλησάκι, μικρό σαν κουβούκλιο, χαμηλό και μισοσκότεινο.
Είχαν έρθει και άλλες οικογένειες με τα παιδάκια τους. Κάποια στιγμή που ο παπα-Νικόλας εμφανίστηκε στην ωραία πύλη κρατώντας το άγιο ποτήρι, το εγγονάκι μου φώναξε:
-Γιαγιά, ο παπάς περπατάει στον αέρα!
-Πάψε, του λέω, ενώ συγχρόνως σταυροκοπήθηκα. Πώς περπατάει στον αέρα;
-Τον βλέπω κι εγώ, φώναξε άλλο παιδάκι. Δεν πατάει κάτω.
Στο «Μετά φόβου…» πλησιάσαμε όλες οι γυναίκες και τα παιδάκια να κοινωνήσουμε. Ο παπα-Νικόλας δεν είχε ακούσει τίποτε, αλλά, κι αν είχε ακούσει, δεν έδωσε καθόλου προσοχή.
Από τότε ερχόμουν πάντοτε εδώ και κοινωνούσα. Και κάθε φορά ήταν αδύνατον να μην ακούσω παιδάκια να φωνάζουν:
–Ο παπάς περπατάει στον αέρα!».
Το 1920, ανήμερα τα Χριστούγεννα, ο όσιος λειτουργούσε στον άγιο Ιωάννη Βουλιαγμένης. Όταν βγήκε να κοινωνήσει τους πιστούς, πλησίασε και μια γυναίκα με το μωρό της. Αφού κοινώνησε το μικρό, το έδωσε σε μια κοπέλα, την Ιουλία, να το κρατάει.
Η Ιουλία, καθώς το κρατούσε, γύρισε και κοίταξε τον ιερέα. Τότε παρά λίγο να της πέσει το παιδί από τα χέρια.
-Πρόσεξε! Τί έπαθες; της φωνάζει η γυναίκα.
–Βλέπω τον παπά να στέκεται πάνω σ’ ένα σύννεφο, απάντησε εκείνη εκστατική.
Άλλοτε πάλι, ενώ λειτουργούσε ο όσιος στον προφήτη Ελισαίο, έγινε και τούτο: Ένα οκτάχρονο παιδάκι βγαίνει κάτωχρο από το ιερό και λέει στη μητέρα του:
-Μαμά, ο παπα-Νικόλας είναι τόσο ψηλά από τη γη!
Και της έδειξε μισό πήχη με το χεράκι του.
Δύο μικροί φίλοι, καθώς βάδιζαν στο δρόμο, συνάντησαν τον άγ. Νικόλαο. Ο ένας από τούς δύο ήταν τύπος αγαθός· και επειδή ήταν αγαθός οι φίλοι του τον έλεγαν βλάκα, αλλά δεν συνέβαινε αυτό, ήταν απλώς αθώος και πολύ θρησκευόμενος.
Στο δρόμο πού συνάντησαν τον άγ. Νικόλαο, λέει ο αγαθός στον φίλο του: «Κοίταξε να δεις, ο παπάς δεν πατάει στη γη»! Και ο μεν αγαθός έβλεπε τον Άγιο 30 πόντους πάνω από το έδαφος, ο δε άλλος δεν μπορούσε να τον δει.

Ο Παπαδιαμάντης για τον παπα-Νικόλα

Τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την αγιότητα του παπα-Νικόλα τις έχουμε από τον σύγχρονό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης ήταν ψάλτης του, στο Εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, κοντά στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Έψαλλε στους εσπερινούς και τους όρθρους, στις λειτουργίες και τις ολονυκτίες, που τελούσε με κατάνυξη, αλλά και μεγαλοπρέπεια ο παπα-Νικόλας. Και μπόρεσε να εισδύση στο βάθος της αγιαμένης αυτής ύπαρξης και να αντιληφθή το πλήθος των χαρισμάτων της, τα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένα κάτω από το κέλυφος της απλότητας και της ταπείνωσης, γιατί ήταν και εκείνος εντεταγμένος στην ίδια προοπτική, ήταν, δηλαδή, φορέας της Ορθοδόξου Παραδόσεως.
Τον ονομάζει άξιο λειτουργό του Υψίστου και τον αντιπαραβάλλει με τους “επαγγελματικούς ιερείς”, όπως τους αποκαλεί, και συνεχίζει: “Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας.Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων. Δια πάσαν ίεροπραξίαν αν του δώσης μίαν δραχμήν, ή πενήντα λεπτά, ή μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν του δώσης τίποτε, δεν ζητεί… Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ του το δώσης, το κρατεί δια πάντοτε. Επί δύο, τρία έτη εξακολουθεί να μνημονεύει τα ονόματα. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ή τρεις χιλιάδες ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. … είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος”.
( Μάρθας μοναχής, Ο Άγιος παπα- Νικόλας πλανάς, Εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1992)
ΠΗΓΗ: https://www.orthodoxianewsagency.gr/