Τα ιερά αντικείμενα και ο σύγχρονος θρησκευτικός φετιχισμός (απόσπασμα σχετικού άρθρου).

5

Γράφει ο πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Σύγχρονος θρησκευτικός φετιχισμός. Σκέψεις και προβληματισμοί.

Αν ο όρος «φετιχισμός» ερμηνεύεται σαν τη τάση «θεοποίησης» ορισμένων αντικειμένων, και η απόδοση υπερφυσικών δυνάμεων σε αυτά, απρόσιτης αλλά επιβαλλόμενης στον άνθρωπο, τότε ο όρος θρησκευτικός φετιχισμός σημαίνει την τάση «θρησκευτικής λατρείας ή εκδήλωση λατρείας» σε ορισμένα ιερά αντικείμενα..

Παντού αναφέρονται παραδείγματα με αντικείμενα τα οποία άλλοι από ευλάβεια τα προσκυνούν οι πιστοί κι άλλοι σταυρώνονται με αυτά.

Στον βίο του Αγίου Βαρσανουφίου, που έζησε τον 4ομ.Χ αιώνα αναφέρονται και τα εξής:

«Πολλοί δε έστελλον και ελάμβανον ευλογίαν, ήτοι μέρος τι από τον άρτον όπου έτρωγε και από το ύδωρ όπου έπινε, και λαμβάνοντας ταύτα ελαφρώνοντο από τα πάθη όπου τους επολέμουν… του αγίου Βαρσανουφίου όχι μόνο η ψυχή αλλά και ο νούς εχαριτώθη και ηγιάσθη αλλά και το ιερόν σώμα του της θείας απόλαυσε χάριτος και αγιότητος. Δια τούτο και όσα πράγματα ήγγιζον εις αυτό, μετελάμβανον και αυτά κάποιαν θείαν δύναμιν και χάριν…..».

Επειδή όμως οι εποχές άλλαξαν και η πίστη των σημερινών χριστιανών δεν έχει την ζέση και την θέρμη των χριστιανών της εποχής του Αγίου Βαρσανουφίου, πολλές φορές η αγάπη και ο σεβασμός για τους Αγίους μας, οδηγεί σε υπερβάλλοντα σεβασμό των αντικειμένων τους. Αυτά σίγουρα αποτελούν ιδιαίτερη προσωπική ευλογία, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν εξισώνονται με τα Ιερά Λείψανα και τις θαυματουργές Εικόνες.

«Το θέμα με την προσκύνηση του κάστανου του οσίου Παϊσίου υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Έγινε μεγάλη φασαρία για ένα θέμα, που δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Το 2015 στην Κύπρο είχαν τεθεί σε προσκύνημα οι παντόφλες του οσίου και το 2016 (εν αγνοία του Μητροπολίτη Αργολίδος) τα γυαλιά του οσίου.

Και δεν είναι τα μοναδικά περιστατικά, κατά τα οποία η τιμή και η ευλάβεια ως απόρροια της πίστης, παρανοούνται. Η παρανόηση γίνεται κάποιες φορές και με άλλα μέσα και όλες τις υπερβολές, αφού έχω την αίσθηση πως μερικές φορές αγνοείται το πρόσωπο του Χριστού. Σαν να είναι ο Ίδιος Απών απ’ όλα. Και ο Χριστός που είναι; Σε ποια δημόσια πλατεία λιτανεύει; Μήπως έχασε το δρόμο; Τελικά είχε δίκιο ο τρελός του Νίτσε στη χαρούμενη γνώση, όταν φώναζε στην πλατεία ότι «εμείς σκοτώσαμε τον Θεό.

«Δυστυχώς, όμως, σε κάθε εποχή ο πειρασμός της μαγείας ελκύει τόσο τους απατεώνες, όσο και τους πολλαπλώς αδύναμους και ασθενείς. Η λειψανομανία των ημερών μας είναι η πιο επικίνδυνη μορφή λειψανομαχίας, παρομοίως και η προσκύνηση εσωρούχων (το ζήσαμε και αυτό, π.χ. στα Γιαννιτσά) ή καστάνων. Καθρεφτίζουν μια τιμή που δεν διαβαίνει «επί το πρωτότυπον», παρά ενισχύει τη νοοτροπία του σωτηριολογικού αυτοματισμού, εκτρέφει τη μαγεία, εξηλιθιώνει συστηματικά το εκκλησίασμα.

Αυτά τα φαινόμενα προσπορίζουν κέρδη οικονομικά, αλλά και εδραιώνουν την εξουσία καθ’ όλα προβληματικών ανθρώπων, κλείνοντας τα μάτια των πιστών στις ενδεχόμενες πομπές και εκκρεμότητές τους. Με την πληθωριστική υποδοχή λειψάνων και εικόνων (τελευταία δε και αντιγράφων τους κατά σκανδαλώδη πρακτική) εύκολα εξασφαλίζει ένας κληρικός, και δη υψηλόβαθμος, πιστοποιητικά ακραιφνούς ορθοπιστίας.

Ο κόσμος έγινε μαγικός. Η εκκλησία μερικές φορές ενθαρρύνει και χειροκροτεί το μαγικό στοιχείο. Θέλω να πω, πως «επ’ ουδενί» η εκκλησία δεν σχετίζεται με τη μαγεία αλλά οι άνθρωποι, οι χαρισματικοί της φορείς εν τέλει, οδηγούν και οδηγούνται μερικές φορές σε μία άλλη θεώρηση του μυστηρίου όπως εκδηλώνεται μέσα στην εκκλησία, απομακρυσμένη από το στοιχείο της μυσταγωγίας, η οποία έχει θεία προέλευση. Άραγε πόσο απέχει η τιμή ενός κάστανου από την αθεΐα ή ακόμη και την ειδωλολατρία;…. Ένας που προσκυνάει ένα κάστανο που κάποτε είχε αγγίξει ο όσιος Παΐσιος, και προσηκώνει το υπαρξιακό του βίωμα στο κάστανο αυτό, που άγγιξε ένας όσιος δεν τείνει να γίνει ειδωλολάτρης;

Κι αν κάποιοι θεωρήσουν ότι αυτή η σκέψη είναι υπερβολή, ας σκεφτούν αν όλοι οι πιστοί και όλων των ηλικιών, διατηρούν ικανά ανεπτυγμένο εκεί το αισθητήριο, που τους επιτρέπει την ασφαλή αντίληψη των γεγονότων, και των σημαινομένων μέσα στο χώρο της εκκλησιαστικής ζωής. Σαφώς και όχι. Δηλαδή, με άλλα λόγια, πιστοί με αγνές προθέσεις και με πίστη, αλλά χωρίς να φιλτράρουν κάθε κίνηση, όπως αυτή με το κάστανο, είναι εύκολο να πέσουν στην παγίδα της «νενομισμένης τιμής». Στην απομάγευση αυτή του κόσμου, σ’ αυτό το ξεθώριασμα της παγανιστικής δεισιδαιμονίας, μεταξύ των άλλων συνέβαλε και ο λόγος «Κατά Ελλήνων» του Μ. Αθανασίου.

Οι μέρες κατά τις οποίες ζούμε, όσον αφορά την πνευματική ζωή, έχω την αίσθηση ότι αναζητούν την εύκολη και ανώδυνη λύση. Δεν είναι όλα ιερά και άγια και δεν είναι όλα εικόνες και λείψανα. Σαν να πρέπει κάποιες φορές μέσα στην εκκλησία όλα να γίνουν προσιτά, άλλοτε κατανοητά (απεμπολισμός του μυστηρίου), μαγικά στον τρόπο κάποιες φορές. Τα χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας είναι το μυστήριο και η μυσταγωγία. Φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, αλλά δεν αφήνει να νοηθεί, πόσο δε μάλλον να κατανοηθεί το μυστήριο της τριαδικής Του παρουσίας∙ εν τέλει κάθε έκφρασης των ενεργειών Του (όπως η ευωδία ενός ιερού λειψάνου).

Στην ορθοδοξία μερικές φορές δεν μας φτάνει ο Θεός. Μας είναι απρόσιτος. Δεν μας γεμίζει ικανοποιητικά η θεία Ενανθρώπιση, η Ανάσταση. Αναζητούμε κάτι χειροπιαστό για να κρατήσουμε ζωντανή τη βούληση μας να πιστέψουμε, γιατί θέλουμε να πιστέψουμε. Έτσι το απρόσιτο δείχνει να μην χωράει. Είναι πιο εύκολο εξάλλου να ψηλαφήσεις ένα κάστανο που άγγιξε ένας όσιος παρά να βιώσεις εμπειρικά την παρουσία του Θεού. Η παρουσία του κάστανου είναι οφθαλμοφανής, ενώ του Θεού θέλει πνευματικό κόπο για να σιγουρευτείς.

Την ίδια ώρα μάθαμε να φιλάμε ένα κάστανο, ενώ δεν έχουμε ναό προς τιμή του προφήτη Προδρόμου. Γνωρίζουμε απ’ έξω τις προφητείες των γερόντων, ενώ αγνοούμε παντελώς πώς να συμπεριφερθούμε στον ιερό ναό. Συνεχώς ακούμε να λένε «το είπε ο γέροντας», ενώ την ίδια στιγμή αγνοούμε τον λόγο του ιερού Χρυσοστόμου. Γνωρίζουμε απ’ έξω όλες της νηστίσιμες συνταγές, αλλά η νηστεία της γλώσσας κοσμεί τις σελίδες των βιβλίων. Μοιάζουμε να ζούμε για το τι θα γίνει στα έσχατα, χωρίς να βιώνουμε το ιστορικό παρόν. Ακούμε πομπώδη κηρύγματα, ενώ αγνοούμε προκλητικά πως οι εκκλησίες δεν γεμίζουν».(Ηρακλής Φίλιος-Βαλκανιολόγος, Θεολόγος)

«..Προσκυνάμε τη φανέλα του αγίου Παϊσίου και δεν έχουμε έναν ναό για τον άγιο Γρηγόριο Νεοκαισαρείας. Παραπέμπουμε στις λιγωτικές κοινοτοπίες τριαντάχρονων αγιορειτών καλογήρων και αγνοούμε το θεολογικό μεγαλείο ενός Ιγνατίου Αντιοχείας, ενός Μεγάλου Φωτίου, ή των σπουδαίων Ησυχαστών των υστεροβυζαντινών χρόνων. Χρυσοστολίζουμε τη Βίβλο και δεν (ή μήπως για να μη;) τη διαβάζουμε. Δεν πάμε μπροστά έτσι.( Γιώργου Βλαντή – διευθυντή του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας).

Μήπως γελοιοποιούμε αυτά που πιστεύουμε μέσω της χωρίς διάκρισης ευσέβειας και ευλάβειας μας;;; Και ας έχουμε υπόψη ότι:

«Αμαρτία δεν τελεί μόνο αυτός που διαβάλει, ειρωνεύεται και χλευάζει κάτι το ιερό που στην περίπτωσή μας είναι ένας Άγιος αλλά και αυτός που προκάλεσε αυτήν την κίνηση στους χλευαστές και η αρχή της μετάνοιας θα ήτο όχι η κάλυψή μέσω μια στυγνής δήλωσης αλλά η παραδοχή του ατοπήματος απλά λιτά και κατευναστικά

Είναι όμως καιρός στην Ορθοδοξία να αρχίσει μια συζήτηση: για τις έννοιες της ευλογίας και της χάριτος, (οι οποίες, ιδίως στα περιβάλλοντα των μοναχόπληκτων, κατανοούνται απολύτως μαγικά),ώστε να τεθούν τα όρια μεταξύ της τιμητικής προσκύνησης ιερών αντικειμένων και του λεγόμενου θρησκευτικού φετιχισμού.

Και επειδή η τακτική του «προλαμβάνειν» είναι καλύτερη από την πολύ δύσκολη πρακτική του «θεραπεύειν» θα πρέπει οι κατά τόπους επίσκοποι να αναλάβουν κατηχητική δράση ώστε να σταματήσει ο διασυρμός Αγίων και να παταχθούν ανορθόδοξες πρακτικές με τα ιερά αντικείμενα.

Τέλος θα πρέπει να επισημάνουμε και τα εξής:

Α. Η Εκκλησία μας, μέσα από την μακραίωνη παράδοσή της, έχει διαμορφώσει μία τάξη όσον αφορά την έκθεση αντικειμένων για προσκύνηση και μάλιστα μέσα στην θεία Λατρεία, η οποία και θα πρέπει να γίνεται σεβαστή.

Ακόμη και θαύματα να γίνονται, η Εκκλησία μας έχει την δική της τάξη, που δεν πρέπει να παραβαίνεται. Π.χ. μπορεί η φανέλα του αγίου να θαυματουργεί. Όμως δεν εκτίθεται σε προσκύνηση. Είναι π.χ. γνωστό ότι, μόλις κοιμήθηκε ο άγιος Νεκτάριος, ακούμπησαν την φανέλα του δίπλα στο κρεβάτι όπου ήταν ένας ετοιμοθάνατος, ο οποίος έγινε αμέσως καλά. Όμως η φανέλα ποτέ δεν εκτέθηκε για προσκύνηση.

Β. Τα μόνα ενδύματα που εκτίθενται για προσκύνηση είναι η ζώνη της Παναγίας (στο Άγιον Όρος), ο χιτώνας της (στην Γεωργία) κ.λπ.

Γ. Τα ενδύματα των αγίων έχουν κάνει μύρια θαύματα (και μάλιστα των μαρτύρων που ήταν βουτηγμένα στο αίμα τους), αλλά γενικά δεν εκτίθενται σε προσκύνηση.

Δ. Όσον αφορά τους αγίους, η Εκκλησία εκθέτει για δημόσια προσκύνηση κυρίως τα άγια λείψανά τους. Εκτός όμως από αυτά, μπορεί να εκθέσει π.χ. λύθρο από το μαρτύριό τους, δηλαδή χώμα αναμεμιγμένο με το αίμα του μάρτυρα, έναν σταυρό που είχε ο άγιος, μία εικόνα που είχε ο άγιος ή που εικονίζει τον άγιο κ.λπ. Αυτή είναι η τάξη.

Ε. Δεν θυμόμαστε ποτέ η Εκκλησία να εκθέτει καρπούς, δηλαδή αντικείμενα που τρώγονται, στην θέση αγίων λειψάνων! Κάτι τέτοιο είναι ξένο προς την παράδοσή της και πιστεύουμε ότι ούτε ο ίδιος ο άγιος θα το ήθελε.

Αρκετοί θα θυμούνται ότι ο άγιος Παΐσιος κάποιες φορές, εξαντλημένος από την μεγάλη άσκηση, έλαβε από την Παναγία ή τον Θεό ως ουράνια ευλογία με θαυμαστό τρόπο τρόφιμα, όπως σταφύλια, ψάρια κ.λπ. Ουδέποτε απέδωσε σε αυτά λατρευτική αξία ούτε φυσικά τα κράτησε, αλλά συνήθως τα έδωσε για ευλογία σε άλλους ανθρώπους να τα φάνε.

ΣΤ. Επίσης, η Εκκλησία μας καθημερινά μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο σε σώμα και αίμα Χριστού. Ουδέποτε όμως εκθέτει τα Τίμια Δώρα για προσκύνηση. Κάτι τέτοιο θα ήταν ξένο στην παράδοσή της. Άλλο τα άχραντα μυστήρια και άλλο τα άγια λείψανα.

Στον ναό του αγίου Τύχωνος, επισκόπου Αμαθούντος Κύπρου, στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, κάθε χρόνο μετά την κοίμηση του αγίου γινόταν ένα θαύμα. Τα σταφύλια που βρίσκονταν στον περίβολο του ναού, ενώ ακόμη δεν ήταν περίοδος ωριμάνσεώς τους (η εορτή γίνεται στις 16 Ιουνίου), ωρίμαζαν ξαφνικά από την παραμονή της εορτής μέχρι την ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. Όμως αυτά τα θαυμαστά σταφύλια, που ωρίμαζε η χάρις του αγίου, δεν εκτίθονταν στον λαό για προσκύνηση, αλλά μοιράζονταν προς μετάληψη.

Ζ. Κατανοούμε λοιπόν την αγάπη και ευλάβεια του πιστού λαού για τον άγιο Παΐσιο που δεν θα παύσει να είναι ο αγαπημένος άγιος όλου του ελληνικού (και όχι μόνο) λαού, δημοφιλής όσο ελάχιστοι. Αυτό από μόνο του είναι ένα μεγάλο θαύμα, καθώς ο ίδιος μίσησε όσο λίγοι την δημοσιότητα.

Θα πρέπει όμως και οι ιερείς, που διερμηνεύουν τα αισθήματα αυτά του λαού, να κινούνται μέσα στην τάξη και στην παράδοση της Εκκλησίας, αποφεύγοντας ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν και να δώσουν αφορμές σκανδαλισμού.

Η.«Όταν ο Ιωάννης Δαμασκηνός στο λόγο του «Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας» παρουσίαζε συστηματικά το θέμα της τιμής των εικόνων και κήρυττε πως «η τιμή της εικόνας πηγαίνει στο πρωτότυπο», δεν αγωνιούσε να εξασφαλίσει τη λατρεία του Θεού ή την τιμή των αγίων, που εικονίζονται στις ιερές εικόνες, αλλά να προφυλάξει τους χριστιανούς από τη σχέση του εκφραστικού τους βιώματος με την ύλη που απαρτίζει την εικόνα (π.χ. το ξύλο). Αυτό βέβαια είχε ένα παραπάνω λόγο να το αναφέρει, αφού οι εικονομάχοι κατηγορούσαν τους χριστιανούς ότι τιμούν και λατρεύουν την, ύλη. Η λατρεία όμως ανήκει μόνο στον Θεό, κάτι που επισημαίνει πάλι ο Ιωάννης στους παρακάτω λόγους του, γράφοντας πως «κανένα δεν πρέπει να προσκυνάμε ως Θεό παρά μόνο τον κατά φύση Θεό, αποδίδοντας σ’ όλους ό,τι οφείλουμε, όπως διέταξε ο Κύριος».

Αυτό είναι το βασικό∙ ότι στην εκκλησία λατρεύουμε τον Θεό, αλλά τιμάμε την Θεοτόκο και τους αγίους. Το άλλο είναι ότι όταν ασπαζόμαστε την εικόνα ή το ιερό λείψανο, δεν προσκυνάμε την ύλη, το ξύλο από το οποίο κατασκευάστηκε, αλλά αποδίδουμε τιμή στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Στην περίπτωση με το κάστανο, το εκκλησίασμα αποπροσανατολίζεται. Κάθε τι που σχετίζεται με τον όσιο Παΐσιο δεν μπορεί με άνεση να προσφέρεται προς προσκύνηση. Με την ίδια λογική ας τιμήσουμε την πέτρα που καθόταν ο όσιος, τα κομποσκοίνια που άγγιζε, το ποτήρι που έπινε νερό.(Η. Φίλιος)

Και να πούμε και ένα τελευταίο από τον βίο του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη(05 Ιουλίου).

Κάποιος από τους μαθητές του είχε αγιάσει.

Όταν κοιμήθηκε και τον έβαλαν στον ναό για την εξόδιο ακολουθία, έβγαλε το χέρι του έξω από το νεκροκρέβατο και αυτό άρχισε να μυροβλύζει και να κάνει θαύματα, θεραπείες κ.λπ.

Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει τεράστια κοσμοσυρροή για να δουν το μοναδικό φαινόμενο και ίσως κάποιο θαύμα.

Ο άγιος Αθανάσιος, όταν είδε τί γινόταν, πήγε στον ναό και κτύπησε το χέρι του μαθητή του με το ραβδί του, λέγοντάς του:

-Σαλός (= τρελός) ήσουν όσο ζούσες, σαλός είσαι και μετά τον θάνατό σου!

Βάλε το χέρι σου μέσα! Θέλεις να κάνει το μοναστήρι μας κόσμο;

Και ο υπήκοος μοναχός έκανε υπακοή και μετά τον θάνατό του: τράβηξε το χέρι του μέσα, σαν να ήταν ζωντανός και τα θαύματα σταμάτησαν.

Αυτό δείχνει ότι για την Εκκλησία μας υπάρχουν πράγματα που είναι πιο πολύτιμα και από τα θαύματα, όπως για παράδειγμα η πνευματική επιβίωση μιας μονής.


ΠΗΓΗ.ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΧΗΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Advertisements

Τί απάντησε ο Άγιος Πορφύριος, σε έναν ψυχίατρο που κατηγόρησε τον Χριστιανισμό.

Μου έλεγε ο Γέροντας μια μέρα: «Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα ανωτερότητος για την αρετή του, όσο και το αίσθημα κατωτερότητος για την αμαρτωλότητά του.

Άλλο πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση∙ άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια.

Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, δημιουργεί ενοχές και μελαγχολία.

Του απάντησα: Παραδέχομαι ,ότι μερικοί χριστιανοί ,από σφάλματα δικά τους ή άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών, αλλά κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς, ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται σε μια χειρότερη αρρώστια, την υπερηφάνεια.

Και οι μεν θρησκευτικές ενοχές, κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση, η υπερηφάνεια όμως των κοσμικών, που ζουν μακριά από τον Χριστό, δεν φεύγει.

Με τις τοποθετήσεις αυτές του Γέροντα, ξεκαθάριζαν μέσα μου μερικές απορίες που είχα, αναφορικά με ψυχολογικά προβλήματα της χριστιανικής ζωής.

Αντιλαμβανόμουν ότι ο Γέροντας ήθελε να αποφεύγουμε την υπερηφάνεια, την μεταμφιεσμένη σε αυτοδικαίωση «χριστιανικού» φαρισαϊσμού ή σε αυτοκαταδίκη «χριστιανικής» περιδεούς συνειδήσεως.

Έβλεπα, ότι η θρασύτητα των αισθανομένων ως «καθαρών» και η δειλία των αισθανομένων ως «ενόχων» δε διαφέρουν ουσιαστικά, ότι είναι δύο όψεις του αυτού νομίσματος ,της υπερηφάνειας.

Διότι ο αληθινά πιστός Χριστιανός ελευθερώνεται από την ενοχή με την εξομολόγηση και την άφεση και χαίρει στην ελευθερία αυτή που του χάρισε ο Χριστός ∙ γνωρίζοντας δε ότι αυτό είναι δώρο Θεού ευγνωμονεί και δεν περιφρονεί.

Είναι καθαρός δια του αίματος του Χριστού και όχι από δικό του κατόρθωμα. Έτσι, χαίρει και ευχαριστεί και δεν υπερηφανεύεται και επί πλέον βλέπει και όλους τους άλλους δυνάμει καλούς δια του αίματος του Χριστού.

Ο Γέροντας μας δείχνει το δρόμο, που παράκαμπτε το κακό (αμαρτία) και το χειρότερο (υπερηφάνεια αρετής) και οδηγούσε στο καλύτερο, στην ταπείνωση. Γι’ αυτό προσπαθούσε να προστατεύσει τη γνησιότητα της ταπείνωσης από τους κινδύνους νόθευσής της.

Μου έλεγε: «Να είμαστε ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία είναι παγίδα του διαβόλου, που φέρνει την απελπισία και την αδράνεια, ενώ η αληθινή ταπείνωση φέρνει την ελπίδα και την εργασία των εντολών του Χριστού».

Ο Γέροντας, με τη διδασκαλία του και περισσότερο με τα βιώματά του, εποίμανε τα πρόβατά του και τα οδηγούσε σε λειμώνες αγάπης και ταπείνωσης.

Ζούσε ο ίδιος την ταπείνωση, πιστεύοντας ότι, εκείνος είναι το τίποτε, γιατί ο Θεός είναι, όπως έλεγε, το παν, κι ότι, ό,τι εμείς βλέπαμε πως είχε, δεν ήταν δικό του, αλλά δώρο του Θεού.

Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου

Πηγή: Απόσπασμα από το Βιβλίο, “Ανθολόγιο Συμβουλών” του Γέροντος Πορφυρίου Ιερομονάχου.

http://oliiorthodoxia.blogspot.com/?m=1