Γέροντας Πορφύριος… (του Γεωργίου Παπαζάχου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Γέροντας Πορφύριος.

Γράφω αυτή την επιστολή από μια εσωτερική πίεση να μιλήσω για τον Γέροντα Πορφύριο, που κοιμήθηκε πριν από 40 μέρες. Έζησα τόσα γεγονότα 14 χρόνια κοντά του, σαν ένας από τους γιατρούς του, που δεν πρέπει να το κρύψω από τους αδελφούς μου. Θα διηγηθώ μερικά περιστατικά, που παρουσιάζουν το Γέροντα σαν άρρωστο και σαν γιατρό. Συγχωρέστε μου τα προσωπικά στοιχεία, που αν αφαιρεθούν αλλοιώνουν τα γεγονότα. Ασφαλώς, άλλοι έζησαν άλλες συγκινήσεις κοντά του. Και δεν πρέπει να χαθούν, γιατί αποτελούν σημάδια της αγίας βιοτής του, αποδείξεις της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στη ζωή μας και υποθήκες για ολόκληρη τη γενιά μας. 
Ήταν πραγματικά άρρωστος. Με πλήθος αρρώστιες επάνω του. Τα περισσότερα συστήματα έπασχαν. Προσωπικά διεπίστωσα: έμφραγμα μυοκαρδίου (προσθιοδιαφραγματικό με πλαγία ισχαιμία), χρονία νεφρική ανεπάρκεια, έλκος δωδεκαδακτύλου (με επανειλημμένες γαστρορραγίες), χειρουργηθείς καταρράκτης (με αποβολή του φακού και τύφλωση), έρπης ζωστήρ στο πρόσωπο, σταφυλοκοκκική δερματίτιδα στο χέρι… βουβωνοκήλη (με συχνή περίσφιγξη), χρονία βρογχίτιδα, αδένωμα της υποφύσεως στο κρανίο.Και η υπομονή του ιώβειος. Όταν είχε τον έρπητα σε έξαρση και όλο το δεξιό του πρόσωπο (τριχωτό κεφαλής, παρειά, αυτί, σαγόνι) ήταν μια ανοιχτή πληγή, τον ερώτησα πόσο έντονο πόνο αισθάνεται. Μου απάντησε: «Σάν να ακουμπάω το δεξί μου μάγουλο σε τηγάνι με ζεματιστό λάδι». Και ήταν απόλυτα ήρεμος. Δεν άφηνε ούτε υποψίες ότι υποφέρει, ούτε ένα βογγητό.

Πολλές φορές, ενώ βρισκόμουν στο κελλί του και κουβεντιάζαμε, συνέβαινε περίσφιγξη της βουβωνοκήλης του, πάντα επώδυνη. Δεν ζητούσε βοήθεια. Αγωνιζόταν να την ανατάξη μόνος του κάτω από τις κουβέρτες του.. Κανείς δε μιλούσε, ενώ από τα χείλη του ακουγόταν ψιθυριστά, με μια ανεπανάληπτη γαλήνη, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ μας».

Μερικοί τον παρεξήγησαν κάποτε που φίλησαν το χέρι του καλυμμένο με μια γάζα, νομίζοντας ότι σιχαίνεται. Ήταν η εποχή που εμείς το καλύψαμε, γιατί είχε την σταφυλοκοκκική δερματίτιδα και ήταν ολόκληρο εξελκωμένο.

Αλλ’ η κουβέντα μας ένα βράδυ, μετά την καρδιολογική εξέταση και το τυπικό ηλεκτροκαρδιογράφημα, με συνεκλόνισε. Ούτε φαντάσθηκα ποτέ ότι θα μπορούσε ένας άνθρωπος να αντιμετωπίση έτσι την αρρώστια του. Μου είπε: «Θα σου εξομολογηθώ κάτι, αλλά να μείνη μυστικό. Έχω καρκίνο στην υπόφυση. Ήδη αισθάνομαι τη γλώσσα μου μεγαλωμένη και δεν γυρίζει καλά μέσα στη στοματική κοιλότητα». Ύστερα μου ανέλυσε ιατρικά και σωστά τη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων και κατέληξε: «Πρέπει να ξέρης ότι, όταν ήμουν καλογεράκος -ίσως 16 χρονών- στο Άγιο Όρος αισθανόμουνα τόσο ευτυχισμένος, ιδίως μετά τη Θεία Κοινωνία, ώστε έβγαινα στο δάσος και με δάκρυα φώναζα: Δόξα Σοι, Κύριε! Ήρθες ολόκληρος μέσα μου’ σε μένα τον αμαρτωλό’ Εσύ ο Χριστός μου, που σταυρώθηκες και πόνεσες για μένα και σήκωσες τις αμαρτίες μου. Κι εγώ τι κάνω για σένα; Ποιόν πόνο υποφέρω για σένα; Κύριε, στείλε μου έναν καρκίνο! Χριστέ μου, χάρισέ μου έναν καρκίνο, να υποφέρω και γω μαζί Σου! Αυτή την προσευχή την έκανα συνέχεια και μετά το εξομολογήθηκα στους Γεροντάδες μου. Εκείνοι μου σύστησαν να μην την επαναλάβω, γιατί εκπειράζω τον Θεό. Ξέρει εκείνος τι θα κάνη. Δεν την ξανάκανα αυτή την προσευχή. Αλλά τώρα, Γιωργάκη μου, μου τον έστειλε τον καρκίνο! Καταλαβαίνεις την ευεργεσία; Έστω και αργά, θα υποφέρω λίγο μαζί Του». Έμεινα ενεός. Πρώτη φορά στην ιατρική σταδιοδρομία μου άκουγα τη φράση: «Δόξα τω Θεώ, έχω καρκίνο!». Είχα ξεχάσει ότι μπροστά μου δεν βρισκόταν άνθρωπος κοινός – ήταν ο Γέροντας Πορφύριος.

Ωστόσο ποτέ δεν αρνήθηκε την ιατρική βοήθεια των πολλών γιατρών-πνευματικών του παιδιών. Μάλιστα μια μέρα τον ερώτησα: «Γιατί πολλοί πνευματικοί άνθρωποι, κυρίως μοναχοί, αρνούνται την ιατρική βοήθεια, πιστεύοντας ότι θα τους βοηθήση κατ’ ευθείαν η Παναγία;». Μου απάντησε: «Είναι εγωϊσμός -πονηρή ενέργεια- να νομίζης ότι ο Θεός θα κάνη, κατ’ εξαίρεση από τους πολλούς, θαυματουργική επέμβαση για σένα. Ο Θεός κάνει θαύματα και τώρα, αλλά εσύ δεν πρέπει να το προσδοκάς για σένα. Είναι εγωϊστική εξαίρεση. Άλλωστε και μέσω των γιατρών ο ίδιος ο Θεός ενεργεί. «Ιατρούς και φάρμακα Κύριος έδωκεν», λέει η Αγία Γραφή».

Δεχόταν δε μόνο την κλασσική ιατρική, πολλά κεφάλαια της οποίας γνώριζε άριστα. Με την εμπειρία του από τη μακρά θητεία στην Πολυκλινική Αθηνών και με το θεϊκό «χάρισμά» του έβλεπε βαθύτερα την αρρώστια και πολλές φορές μας στρίμωχνε με σαφώς επιστημονικές ερωτήσεις.

Ο Γέροντας θεραπεύει

Ειδικότητά του η «τηλε-διαγνωστική»! Έβλεπε με καταπληκτική ακρίβεια αλλαγές στον εαυτό του και σε άλλους’ συχνά και στους γιατρούς του.

Ο ίδιος μου διηγήθηκε ότι διέγνωσε υπογοναδισμό σε έναν νέο μόνο κοιτάζοντάς τον, κάταγμα σπονδύλου σε μια μοναχή που βρισκόταν σε άλλη πόλη. Είναι ίσως χιλιάδες αυτοί που δέχθηκαν τη διαγνωστική του ενέργεια και επιβεβαιώθηκε η νόσος αργότερα και επιστημονικά.

Εδώ θα αναφέρω μια αυτοδιάγνωσή του. Διεπίστωσε μεταβολές στο ηλεκτροκαρδιογράφημά του, χωρίς καρδιογράφο. Ένα βράδυ μου τηλεφώνησε ανήσυχος: «Έλα, έστω και αργά, και θα δης αλλοιώσεις στο καρδιογράφημα. Πονάω σήμερα, πολλές φορές, και ο πόνος είναι στηθαγχικός». Διαπίστωσα πράγματι ισχαιμικές μεταβολές (στις απαγωγές v3-v6) και τον ρώτησα σε ποιο stress βρέθηκε σήμερα. Άρχισε να κλαίη και με διακοπές να μου περιγράφη λεπτομερώς σκηνές από τις οδομαχίες στη Ρουμανία. Ήταν η ημέρα της εξεγέρσεως του λαού κατά του Τσαουσέσκου και με το «χάρισμά» του έβλεπε τους πυροβολισμούς και τους θανάτους στις πλατείες, όπως τις δημοσίευσαν οι εφημερίδες τις επόμενες ημέρες. Συνέχισε να κλαίη και τον παρεκάλεσα να ζητήση από τον Θεό να του αφαιρέση για λίγο αυτή την «όραση». Η καρδιά του βρισκόταν σε κίνδυνο από την ένταση. Θα μπορούσε να κάνη επέκταση του εμφράγματός του. Στην ίδια ένταση βρισκόμουν κι εγώ, βλέποντας την ευαισθησία της «άλλης» καρδιάς ενός αγίου. Έκρυψα τα μάτια μου με το καρδιογράφημα και σκεφτόμουν: Τι σημασία έχουν, Γέροντα, για σένα τα νιτρώδη αντιστηθαγχικά φάρμακα που ετοιμάζομαι να σου δώσω; Εσύ δεν είσαι εκ του κόσμου τούτου. Η καρδιά σου χτυπά στον Ωρωπό και ζη στην Ρουμανία. Στο ηλεκτροκαρδιογράφημα η καρδιά φαίνεται με ισχαιμική «κατάσπαση» του Sε διαστήματος, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται σε μεγάλη «ανάσπαση» προς τον ουρανό. Έφυγα αργά με τον τρόμο ότι είδα λίγο από το φως ενός αγίου.

Εγώ πήγαινα στο κελί του σαν διαγνώστης γιατρός, αλλά πολλές οι φορές που εκείνος έκανε διαγνώσεις για μένα. Θα αναφέρω δύο: Είχα χειρουργηθή από τον καθηγητή κ. Βασ. Γολεμάτη (δύο βουβωνοκήλες ταυτόχρονα) και ενώ ήμουν στη φάση της αναρρώσεως, πήγαμε με τη γυναίκα μου στον Ωρωπό. Δεν ξέρω αν είχε μάθει από φίλους ότι ήμουν χειρουργημένος, αλλά μόλις μπήκαμε με κοίταξε επίμονα για πολλή ώρα στην κοιλιά και μου είπε: «Βλέπω ότι δεξιά έγινε καλή εγχείρηση, αλλά αριστερά αριστοτεχνική’ γιατί περιποιήθηκε τόσο εκεί;». Η γυναίκα μου μου έκανε νόημα: «Τι λέει ο Γέροντας;». Δεν είχα πει ούτε σε εκείνη ούτε σε άλλον ότι ο χειρουργός είχε εφαρμόσει την μέθοδο Soudaice αριστερά, επειδή ήταν μεγάλη. Ο Γέροντας το «είδε».

Τον Δεκέμβριο του 1990 ήμουν στο κρεβάτι με την πολλοστή γαστρορραγία μου. Σε κάποια στιγμή έντονου προβληματισμού μου αν πρέπη να χειρουργηθώ ή όχι, χτύπησε το τηλέφωνο. Μεταφέρω αυτούσια τα λόγια του Γέροντα: «Αυτές τις μέρες σε επισκέπτομαι συχνά και με το «χάρισμα», που μου έδωσε ο Θεός ενεργώ θεραπευτικά. Ποτέ δεν είχα μπει στο σπίτι σου τόσες πολλές φορές σε λίγες μέρες…..Κάτι μου λέει να μην το χειρουργήσης τώρα, αλλά να αλλάξης τρόπο ζωής, να χαλαρώσης. Άφησε το χειρουργείο να το σκεφθούμε αργότερα. Τι κάνω εγώ τώρα το γιατρό στο γιατρό; (γελάει). Να ξεκουράζεσαι περισσότερο, γιατί σε αγαπάει ο κόσμος. Μου έφαγες τη δόξα (γελάει)». Φαντάζεσθε πώς ένοιωσα κάτω από αυτή την προστατευτική του παρουσία!

Αγαπούσε τόσο πολύ όλους τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν και, φυσικά, και τους γιατρούς του, ώστε να ενεργοποιή για μας το θεραπευτικό χάρισμά του. Όσοι τον πλησίαζαν ανεπιτήδευτα έχουν παρόμοιες εμπειρίες. Πολλές φορές έπαιρνα μαζί μου φιλικά ή συγγενικά πρόσωπα, που εξεπλήσσονταν, όταν άρχιζε να μιλάη για το πρόβλημά τους, χωρίς εγώ να τον ενημερώσω εκ των προτέρων. Κάποια κυρία, φεύγοντας, ήθελε να δώσω όρκο ότι δεν του μίλησα για κείνη πριν πάμε στον Ωρωπό.

Το χάρισμά του τον έκανε περισσότερο ευαίσθητο απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Ένα σούρουπο διέκοψαν την καρδιολογική εξέταση οι μοναχές, γιατί έξω είχαν συγκεντρωθεί πολλοί άνθρωποι και περίμεναν να πάρουν την ευχή του πριν νυχτώση. Βγήκα έξω από το κελί και οι επισκέπτες φίλησαν απλώς το χέρι του. Ήταν κουρασμένος και δε μίλησε σε κανέναν. Η τελευταία κυρία βγήκε κλαίγοντας. Όταν ξαναμπήκα βρήκα τον Γέροντα να κλαίη. «Αυτά παθαίνω πάντα, μου είπε. Είδα τώρα αυτή τη μητέρα να τη δέρνη αύριο ο ναρκομανής γιος της, για να του δώση χρήματα. Και η καημένη ασφαλώς θα σκανδαλίστηκε που έχει τέτοιο πρόβλημα και έφυγε χωρίς βοήθεια… Τι μπορείς εσύ να κάνης, φτωχέ Πορφύριε… Κύριε Ιησού…». Και επανέλαβε πολλές φορές ψιθυριστά τη λέξη «Ιησού».

Ήταν τόσο απλός και γλυκός άνθρωπος, ώστε να μη κωλύεσαι να του απευθύνης οποιαδήποτε ανόητη ερώτηση. Έτσι μια μέρα τον προκάλεσα αδιάκριτα: «Πώς ξέρεις, Γέροντα, ότι αυτό το προορατικό σου χάρισμα είναι από τον Θεό και όχι από τον Διάβολο;». Γέλασε καλοκάγαθα και μου είπε: «Το δοκίμασα. Είναι εκ Θεού, γιατί δεν λανθάνει. Να σου δώσω παράδειγμα; Η νεωκόρος στην Πολυκλινική πόναγε στο δεξιό άνω γομφίο και κράταγε το δεξιό μάγουλό της. Της είπα ότι είναι χαλασμένος ο αριστερός γομφίος. Εκείνη επέμενε, αλλά όταν γύρισε από τον οδοντίατρο μου είπε ενθουσιασμένη ότι είχα δίκαιο. Στην ακτινογραφία η βλάβη ήταν αριστερά, αλλά αισθανόταν τον πόνο δεξιά, επειδή ήταν στο ίδιο νευροτόμιο. Αν, λοιπόν, ήταν από τον πονηρό, αυτή η προόραση θα βασιζόταν στο αίσθημα του ασθενούς και θα’ βγαινε λανθασμένη. Του Θεού η ενέργεια δεν σφάλλει».

Ο Γέροντας σαν γιατρός μου δεν «έβλεπε» μόνο τις σωματικές μου ασθένειες. Φρόντιζε και για τις πολλές πνευματικές ατέλειές μου. Προσπάθειά του να βρω την ταπείνωση. Ένα απόγευμα μου τηλεφώνησε στο ιατρείο, ακριβώς μετά την υπερβολική εκδήλωση αγάπης ενός ζεύγους ασθενών μου που περιποιήθηκα. Μεταφέρω τα λόγια του: «Γιωργάκη, είμαι ο Γέροντας. Εμείς οι δυο θα πάμε μαζί στην κόλαση. Θα ακούσουμε: Άφρον, άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου… Τα αγαθά σου εν τη ζωή σου απήλαυσες, α δε ητοίμασας τίνι έσται;». Τον διέκοψα: «Τι απολαύσαμε, Γέροντα, σ’ αυτή τη ζωή; Το σαράβαλο αυτοκίνητο, το άδειο βιβλιάριο ή τον ανύπαρκτο ύπνο μας;». Απάντησε απότομα: «Τι είναι αυτά που λες; Δε σου λέει ο κόσμος: Τι καλός γιατρός που είσαι; Μας αγαπάς, μας φροντίζεις, δε μας γδέρνεις. Και συ τα αποδέχεσαι, τα χάφτεις. Έ! Τον έχασες το μισθό σου. Το ίδιο παθαίνω και εγώ. Μου λένε πως έχω «χαρίσματα», πως μπορώ να τους ακουμπήσω και να κάνω θαύματα, πως είμαι άγιος. Και τα χάφτω, ο ανόητος και αδύναμος. Έ! Γι’ αυτό σου είπα ότι μαζί θα πάμε στην κόλαση!». «Αν είναι να πάμε μαζί», του απάντησα, «πάμε και στην κόλαση!». Κι εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο, λέγοντας: «Εγώ σου μιλάω σοβαρά και συ πάντα αστειεύεσαι. Καλή μετάνοια και στους δυο μας».

Άλλη μέρα ήμουν βαρύθυμος, σκεπτόμενος ότι έφυγαν τα περισσότερα χρόνια μου άκαρπα μέσα από άχρηστες καθημερινές λεπτομέρειες. Τηλεφώνησε ο Γέροντας και με αναπτέρωσε με δυο-τρεις φράσεις του: «Άκουσες ποτέ, γιατρέ, το «ου μη γεύσονται θανάτου»; Μπορούμε, αν θέλουμε, να αποφύγουμε την πεθαμενίλα. Αρκεί να αγαπήσουμε τον Χριστό. Και συ «εξ όλης της καρδίας σου», κύριε καρδιολόγε» (γελάει).

Ο Γέροντας δεν ήταν μόνο γιατρός. Ήταν και κτηνίατρος. Αγαπούσε τα ζώα. Εξημέρωσε επιθετικούς παπαγάλους και τους έμαθε την Ευχή. Εξεπλάγην όταν άκουσα μέσα στο κελί τον παπαγάλο να επαναλαμβάνη την ευχή. «Είναι πιο πνευματικός από μένα», είπε. «Εγώ αποκάμνω και κοιμούμαι, αλλ’ αυτός αγρυπνεί». Τελευταία προσπαθούσε να εξημερώση έναν αετό. Κάποιο Σαββατοκύριακο, στη βόρειο Εύβοια που ησύχαζε, συνέβη το εξής, που μου διηγήθηκε ο ίδιος: «Μιά τσομπάνισσα παρακάλεσε να διαβάσω μια ευχή στο κοπάδι της, γιατί αρρώσταιναν τα γίδια της. Συμφώνησα και έφεραν όλο το κοπάδι κοντά στο εκκλησάκι που έμενα. Στάθηκα μπροστά στο κοπάδι, σήκωσα τα χέρια μου ψηλά και είπα διάφορες προσευχές από ψαλμικούς στίχους που αναφέρονται στην κτίση. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή στα ζώα. Κανένα δεν κουνιόταν. Ύστερα κατέβασα τα χέρια μου και ο τράγος κινήθηκε μόνος του. Ήρθε κοντά, μου φίλησε το χέρι και υποχώρησε ήρεμα… Τα λέω σωστά Πηνελόπη;» φώναξε στην ανηψιά του, που στεκόταν πιο πέρα. «Ναι, Γέροντα. Ακριβώς έτσι έγιναν. Εγώ ήμουν εκεί».

Κάθε φορά που πήγαινα στον π. Πορφύριο με συνείχε φόβος μήπως αυτή είναι η τελευταία φορά που τον εξετάζω. Έτσι φρόντιζα να κάνω ψηλάφηση καρδιακής ώσεως και καρωτίδων για αρκετή ώρα, με την βεβαιότητα ότι ψηλαφώ το σώμα ενός αυριανού αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Όταν έπαιρνα το χέρι μου από το προκάρδιο επανελάμβανε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον κόσμο σου». Πόσα να οφείλη άραγε αυτός ο κόσμος, η γενιά μας, σ’ αυτές τις προσευχές του Γέροντα Πορφυρίου! Και πόσα του οφείλω εγώ προσωπικά!

Φεύγοντας, έσκυβα να πάρω την ευχή του και άλλοτε μου έδινε χαστούκι (ήταν η άκρα εκδήλωση της χαράς του) ή άλλοτε έσφιγγε το κεφάλι μου στα δυο του χέρια, λέγοντας την ευχή (ήταν το δικό του ηλεκτροεγκεφαλογράφημα).

Τώρα εξηγώ γιατί ο Θεός φύτεψε μέσα μου την επιθυμία να σπουδάσω ιατρική σε μεγάλη ηλικία και να γίνω καρδιολόγος. Ήθελε να γνωρίσω και να ψηλαφήσω από κοντά τον απλό, προσηνή και χαρισματικό άγιο Γέροντα Πορφύριο Μπαϊρακτάρη.

Κάποια μέρα μου είπε: «Όταν θα φύγω θα είμαι πιο κοντά σας. Μετά θάνατον καταργούνται οι αποστάσεις». Ελπίζω τώρα να μπαίνη ευκολότερα στα σπίτια μας και στις καρδιές μας.

Του Γεωργίου Παπαζάχου (Επίκ. Καθηγητή Καρδιολογίας)

Τα ιερά αντικείμενα και ο σύγχρονος θρησκευτικός φετιχισμός (απόσπασμα σχετικού άρθρου).

5

Γράφει ο πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Σύγχρονος θρησκευτικός φετιχισμός. Σκέψεις και προβληματισμοί.

Αν ο όρος «φετιχισμός» ερμηνεύεται σαν τη τάση «θεοποίησης» ορισμένων αντικειμένων, και η απόδοση υπερφυσικών δυνάμεων σε αυτά, απρόσιτης αλλά επιβαλλόμενης στον άνθρωπο, τότε ο όρος θρησκευτικός φετιχισμός σημαίνει την τάση «θρησκευτικής λατρείας ή εκδήλωση λατρείας» σε ορισμένα ιερά αντικείμενα..

Παντού αναφέρονται παραδείγματα με αντικείμενα τα οποία άλλοι από ευλάβεια τα προσκυνούν οι πιστοί κι άλλοι σταυρώνονται με αυτά.

Στον βίο του Αγίου Βαρσανουφίου, που έζησε τον 4ομ.Χ αιώνα αναφέρονται και τα εξής:

«Πολλοί δε έστελλον και ελάμβανον ευλογίαν, ήτοι μέρος τι από τον άρτον όπου έτρωγε και από το ύδωρ όπου έπινε, και λαμβάνοντας ταύτα ελαφρώνοντο από τα πάθη όπου τους επολέμουν… του αγίου Βαρσανουφίου όχι μόνο η ψυχή αλλά και ο νούς εχαριτώθη και ηγιάσθη αλλά και το ιερόν σώμα του της θείας απόλαυσε χάριτος και αγιότητος. Δια τούτο και όσα πράγματα ήγγιζον εις αυτό, μετελάμβανον και αυτά κάποιαν θείαν δύναμιν και χάριν…..».

Επειδή όμως οι εποχές άλλαξαν και η πίστη των σημερινών χριστιανών δεν έχει την ζέση και την θέρμη των χριστιανών της εποχής του Αγίου Βαρσανουφίου, πολλές φορές η αγάπη και ο σεβασμός για τους Αγίους μας, οδηγεί σε υπερβάλλοντα σεβασμό των αντικειμένων τους. Αυτά σίγουρα αποτελούν ιδιαίτερη προσωπική ευλογία, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν εξισώνονται με τα Ιερά Λείψανα και τις θαυματουργές Εικόνες.

«Το θέμα με την προσκύνηση του κάστανου του οσίου Παϊσίου υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Έγινε μεγάλη φασαρία για ένα θέμα, που δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Το 2015 στην Κύπρο είχαν τεθεί σε προσκύνημα οι παντόφλες του οσίου και το 2016 (εν αγνοία του Μητροπολίτη Αργολίδος) τα γυαλιά του οσίου.

Και δεν είναι τα μοναδικά περιστατικά, κατά τα οποία η τιμή και η ευλάβεια ως απόρροια της πίστης, παρανοούνται. Η παρανόηση γίνεται κάποιες φορές και με άλλα μέσα και όλες τις υπερβολές, αφού έχω την αίσθηση πως μερικές φορές αγνοείται το πρόσωπο του Χριστού. Σαν να είναι ο Ίδιος Απών απ’ όλα. Και ο Χριστός που είναι; Σε ποια δημόσια πλατεία λιτανεύει; Μήπως έχασε το δρόμο; Τελικά είχε δίκιο ο τρελός του Νίτσε στη χαρούμενη γνώση, όταν φώναζε στην πλατεία ότι «εμείς σκοτώσαμε τον Θεό.

«Δυστυχώς, όμως, σε κάθε εποχή ο πειρασμός της μαγείας ελκύει τόσο τους απατεώνες, όσο και τους πολλαπλώς αδύναμους και ασθενείς. Η λειψανομανία των ημερών μας είναι η πιο επικίνδυνη μορφή λειψανομαχίας, παρομοίως και η προσκύνηση εσωρούχων (το ζήσαμε και αυτό, π.χ. στα Γιαννιτσά) ή καστάνων. Καθρεφτίζουν μια τιμή που δεν διαβαίνει «επί το πρωτότυπον», παρά ενισχύει τη νοοτροπία του σωτηριολογικού αυτοματισμού, εκτρέφει τη μαγεία, εξηλιθιώνει συστηματικά το εκκλησίασμα.

Αυτά τα φαινόμενα προσπορίζουν κέρδη οικονομικά, αλλά και εδραιώνουν την εξουσία καθ’ όλα προβληματικών ανθρώπων, κλείνοντας τα μάτια των πιστών στις ενδεχόμενες πομπές και εκκρεμότητές τους. Με την πληθωριστική υποδοχή λειψάνων και εικόνων (τελευταία δε και αντιγράφων τους κατά σκανδαλώδη πρακτική) εύκολα εξασφαλίζει ένας κληρικός, και δη υψηλόβαθμος, πιστοποιητικά ακραιφνούς ορθοπιστίας.

Ο κόσμος έγινε μαγικός. Η εκκλησία μερικές φορές ενθαρρύνει και χειροκροτεί το μαγικό στοιχείο. Θέλω να πω, πως «επ’ ουδενί» η εκκλησία δεν σχετίζεται με τη μαγεία αλλά οι άνθρωποι, οι χαρισματικοί της φορείς εν τέλει, οδηγούν και οδηγούνται μερικές φορές σε μία άλλη θεώρηση του μυστηρίου όπως εκδηλώνεται μέσα στην εκκλησία, απομακρυσμένη από το στοιχείο της μυσταγωγίας, η οποία έχει θεία προέλευση. Άραγε πόσο απέχει η τιμή ενός κάστανου από την αθεΐα ή ακόμη και την ειδωλολατρία;…. Ένας που προσκυνάει ένα κάστανο που κάποτε είχε αγγίξει ο όσιος Παΐσιος, και προσηκώνει το υπαρξιακό του βίωμα στο κάστανο αυτό, που άγγιξε ένας όσιος δεν τείνει να γίνει ειδωλολάτρης;

Κι αν κάποιοι θεωρήσουν ότι αυτή η σκέψη είναι υπερβολή, ας σκεφτούν αν όλοι οι πιστοί και όλων των ηλικιών, διατηρούν ικανά ανεπτυγμένο εκεί το αισθητήριο, που τους επιτρέπει την ασφαλή αντίληψη των γεγονότων, και των σημαινομένων μέσα στο χώρο της εκκλησιαστικής ζωής. Σαφώς και όχι. Δηλαδή, με άλλα λόγια, πιστοί με αγνές προθέσεις και με πίστη, αλλά χωρίς να φιλτράρουν κάθε κίνηση, όπως αυτή με το κάστανο, είναι εύκολο να πέσουν στην παγίδα της «νενομισμένης τιμής». Στην απομάγευση αυτή του κόσμου, σ’ αυτό το ξεθώριασμα της παγανιστικής δεισιδαιμονίας, μεταξύ των άλλων συνέβαλε και ο λόγος «Κατά Ελλήνων» του Μ. Αθανασίου.

Οι μέρες κατά τις οποίες ζούμε, όσον αφορά την πνευματική ζωή, έχω την αίσθηση ότι αναζητούν την εύκολη και ανώδυνη λύση. Δεν είναι όλα ιερά και άγια και δεν είναι όλα εικόνες και λείψανα. Σαν να πρέπει κάποιες φορές μέσα στην εκκλησία όλα να γίνουν προσιτά, άλλοτε κατανοητά (απεμπολισμός του μυστηρίου), μαγικά στον τρόπο κάποιες φορές. Τα χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας είναι το μυστήριο και η μυσταγωγία. Φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, αλλά δεν αφήνει να νοηθεί, πόσο δε μάλλον να κατανοηθεί το μυστήριο της τριαδικής Του παρουσίας∙ εν τέλει κάθε έκφρασης των ενεργειών Του (όπως η ευωδία ενός ιερού λειψάνου).

Στην ορθοδοξία μερικές φορές δεν μας φτάνει ο Θεός. Μας είναι απρόσιτος. Δεν μας γεμίζει ικανοποιητικά η θεία Ενανθρώπιση, η Ανάσταση. Αναζητούμε κάτι χειροπιαστό για να κρατήσουμε ζωντανή τη βούληση μας να πιστέψουμε, γιατί θέλουμε να πιστέψουμε. Έτσι το απρόσιτο δείχνει να μην χωράει. Είναι πιο εύκολο εξάλλου να ψηλαφήσεις ένα κάστανο που άγγιξε ένας όσιος παρά να βιώσεις εμπειρικά την παρουσία του Θεού. Η παρουσία του κάστανου είναι οφθαλμοφανής, ενώ του Θεού θέλει πνευματικό κόπο για να σιγουρευτείς.

Την ίδια ώρα μάθαμε να φιλάμε ένα κάστανο, ενώ δεν έχουμε ναό προς τιμή του προφήτη Προδρόμου. Γνωρίζουμε απ’ έξω τις προφητείες των γερόντων, ενώ αγνοούμε παντελώς πώς να συμπεριφερθούμε στον ιερό ναό. Συνεχώς ακούμε να λένε «το είπε ο γέροντας», ενώ την ίδια στιγμή αγνοούμε τον λόγο του ιερού Χρυσοστόμου. Γνωρίζουμε απ’ έξω όλες της νηστίσιμες συνταγές, αλλά η νηστεία της γλώσσας κοσμεί τις σελίδες των βιβλίων. Μοιάζουμε να ζούμε για το τι θα γίνει στα έσχατα, χωρίς να βιώνουμε το ιστορικό παρόν. Ακούμε πομπώδη κηρύγματα, ενώ αγνοούμε προκλητικά πως οι εκκλησίες δεν γεμίζουν».(Ηρακλής Φίλιος-Βαλκανιολόγος, Θεολόγος)

«..Προσκυνάμε τη φανέλα του αγίου Παϊσίου και δεν έχουμε έναν ναό για τον άγιο Γρηγόριο Νεοκαισαρείας. Παραπέμπουμε στις λιγωτικές κοινοτοπίες τριαντάχρονων αγιορειτών καλογήρων και αγνοούμε το θεολογικό μεγαλείο ενός Ιγνατίου Αντιοχείας, ενός Μεγάλου Φωτίου, ή των σπουδαίων Ησυχαστών των υστεροβυζαντινών χρόνων. Χρυσοστολίζουμε τη Βίβλο και δεν (ή μήπως για να μη;) τη διαβάζουμε. Δεν πάμε μπροστά έτσι.( Γιώργου Βλαντή – διευθυντή του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας).

Μήπως γελοιοποιούμε αυτά που πιστεύουμε μέσω της χωρίς διάκρισης ευσέβειας και ευλάβειας μας;;; Και ας έχουμε υπόψη ότι:

«Αμαρτία δεν τελεί μόνο αυτός που διαβάλει, ειρωνεύεται και χλευάζει κάτι το ιερό που στην περίπτωσή μας είναι ένας Άγιος αλλά και αυτός που προκάλεσε αυτήν την κίνηση στους χλευαστές και η αρχή της μετάνοιας θα ήτο όχι η κάλυψή μέσω μια στυγνής δήλωσης αλλά η παραδοχή του ατοπήματος απλά λιτά και κατευναστικά

Είναι όμως καιρός στην Ορθοδοξία να αρχίσει μια συζήτηση: για τις έννοιες της ευλογίας και της χάριτος, (οι οποίες, ιδίως στα περιβάλλοντα των μοναχόπληκτων, κατανοούνται απολύτως μαγικά),ώστε να τεθούν τα όρια μεταξύ της τιμητικής προσκύνησης ιερών αντικειμένων και του λεγόμενου θρησκευτικού φετιχισμού.

Και επειδή η τακτική του «προλαμβάνειν» είναι καλύτερη από την πολύ δύσκολη πρακτική του «θεραπεύειν» θα πρέπει οι κατά τόπους επίσκοποι να αναλάβουν κατηχητική δράση ώστε να σταματήσει ο διασυρμός Αγίων και να παταχθούν ανορθόδοξες πρακτικές με τα ιερά αντικείμενα.

Τέλος θα πρέπει να επισημάνουμε και τα εξής:

Α. Η Εκκλησία μας, μέσα από την μακραίωνη παράδοσή της, έχει διαμορφώσει μία τάξη όσον αφορά την έκθεση αντικειμένων για προσκύνηση και μάλιστα μέσα στην θεία Λατρεία, η οποία και θα πρέπει να γίνεται σεβαστή.

Ακόμη και θαύματα να γίνονται, η Εκκλησία μας έχει την δική της τάξη, που δεν πρέπει να παραβαίνεται. Π.χ. μπορεί η φανέλα του αγίου να θαυματουργεί. Όμως δεν εκτίθεται σε προσκύνηση. Είναι π.χ. γνωστό ότι, μόλις κοιμήθηκε ο άγιος Νεκτάριος, ακούμπησαν την φανέλα του δίπλα στο κρεβάτι όπου ήταν ένας ετοιμοθάνατος, ο οποίος έγινε αμέσως καλά. Όμως η φανέλα ποτέ δεν εκτέθηκε για προσκύνηση.

Β. Τα μόνα ενδύματα που εκτίθενται για προσκύνηση είναι η ζώνη της Παναγίας (στο Άγιον Όρος), ο χιτώνας της (στην Γεωργία) κ.λπ.

Γ. Τα ενδύματα των αγίων έχουν κάνει μύρια θαύματα (και μάλιστα των μαρτύρων που ήταν βουτηγμένα στο αίμα τους), αλλά γενικά δεν εκτίθενται σε προσκύνηση.

Δ. Όσον αφορά τους αγίους, η Εκκλησία εκθέτει για δημόσια προσκύνηση κυρίως τα άγια λείψανά τους. Εκτός όμως από αυτά, μπορεί να εκθέσει π.χ. λύθρο από το μαρτύριό τους, δηλαδή χώμα αναμεμιγμένο με το αίμα του μάρτυρα, έναν σταυρό που είχε ο άγιος, μία εικόνα που είχε ο άγιος ή που εικονίζει τον άγιο κ.λπ. Αυτή είναι η τάξη.

Ε. Δεν θυμόμαστε ποτέ η Εκκλησία να εκθέτει καρπούς, δηλαδή αντικείμενα που τρώγονται, στην θέση αγίων λειψάνων! Κάτι τέτοιο είναι ξένο προς την παράδοσή της και πιστεύουμε ότι ούτε ο ίδιος ο άγιος θα το ήθελε.

Αρκετοί θα θυμούνται ότι ο άγιος Παΐσιος κάποιες φορές, εξαντλημένος από την μεγάλη άσκηση, έλαβε από την Παναγία ή τον Θεό ως ουράνια ευλογία με θαυμαστό τρόπο τρόφιμα, όπως σταφύλια, ψάρια κ.λπ. Ουδέποτε απέδωσε σε αυτά λατρευτική αξία ούτε φυσικά τα κράτησε, αλλά συνήθως τα έδωσε για ευλογία σε άλλους ανθρώπους να τα φάνε.

ΣΤ. Επίσης, η Εκκλησία μας καθημερινά μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο σε σώμα και αίμα Χριστού. Ουδέποτε όμως εκθέτει τα Τίμια Δώρα για προσκύνηση. Κάτι τέτοιο θα ήταν ξένο στην παράδοσή της. Άλλο τα άχραντα μυστήρια και άλλο τα άγια λείψανα.

Στον ναό του αγίου Τύχωνος, επισκόπου Αμαθούντος Κύπρου, στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, κάθε χρόνο μετά την κοίμηση του αγίου γινόταν ένα θαύμα. Τα σταφύλια που βρίσκονταν στον περίβολο του ναού, ενώ ακόμη δεν ήταν περίοδος ωριμάνσεώς τους (η εορτή γίνεται στις 16 Ιουνίου), ωρίμαζαν ξαφνικά από την παραμονή της εορτής μέχρι την ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. Όμως αυτά τα θαυμαστά σταφύλια, που ωρίμαζε η χάρις του αγίου, δεν εκτίθονταν στον λαό για προσκύνηση, αλλά μοιράζονταν προς μετάληψη.

Ζ. Κατανοούμε λοιπόν την αγάπη και ευλάβεια του πιστού λαού για τον άγιο Παΐσιο που δεν θα παύσει να είναι ο αγαπημένος άγιος όλου του ελληνικού (και όχι μόνο) λαού, δημοφιλής όσο ελάχιστοι. Αυτό από μόνο του είναι ένα μεγάλο θαύμα, καθώς ο ίδιος μίσησε όσο λίγοι την δημοσιότητα.

Θα πρέπει όμως και οι ιερείς, που διερμηνεύουν τα αισθήματα αυτά του λαού, να κινούνται μέσα στην τάξη και στην παράδοση της Εκκλησίας, αποφεύγοντας ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν και να δώσουν αφορμές σκανδαλισμού.

Η.«Όταν ο Ιωάννης Δαμασκηνός στο λόγο του «Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας» παρουσίαζε συστηματικά το θέμα της τιμής των εικόνων και κήρυττε πως «η τιμή της εικόνας πηγαίνει στο πρωτότυπο», δεν αγωνιούσε να εξασφαλίσει τη λατρεία του Θεού ή την τιμή των αγίων, που εικονίζονται στις ιερές εικόνες, αλλά να προφυλάξει τους χριστιανούς από τη σχέση του εκφραστικού τους βιώματος με την ύλη που απαρτίζει την εικόνα (π.χ. το ξύλο). Αυτό βέβαια είχε ένα παραπάνω λόγο να το αναφέρει, αφού οι εικονομάχοι κατηγορούσαν τους χριστιανούς ότι τιμούν και λατρεύουν την, ύλη. Η λατρεία όμως ανήκει μόνο στον Θεό, κάτι που επισημαίνει πάλι ο Ιωάννης στους παρακάτω λόγους του, γράφοντας πως «κανένα δεν πρέπει να προσκυνάμε ως Θεό παρά μόνο τον κατά φύση Θεό, αποδίδοντας σ’ όλους ό,τι οφείλουμε, όπως διέταξε ο Κύριος».

Αυτό είναι το βασικό∙ ότι στην εκκλησία λατρεύουμε τον Θεό, αλλά τιμάμε την Θεοτόκο και τους αγίους. Το άλλο είναι ότι όταν ασπαζόμαστε την εικόνα ή το ιερό λείψανο, δεν προσκυνάμε την ύλη, το ξύλο από το οποίο κατασκευάστηκε, αλλά αποδίδουμε τιμή στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Στην περίπτωση με το κάστανο, το εκκλησίασμα αποπροσανατολίζεται. Κάθε τι που σχετίζεται με τον όσιο Παΐσιο δεν μπορεί με άνεση να προσφέρεται προς προσκύνηση. Με την ίδια λογική ας τιμήσουμε την πέτρα που καθόταν ο όσιος, τα κομποσκοίνια που άγγιζε, το ποτήρι που έπινε νερό.(Η. Φίλιος)

Και να πούμε και ένα τελευταίο από τον βίο του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη(05 Ιουλίου).

Κάποιος από τους μαθητές του είχε αγιάσει.

Όταν κοιμήθηκε και τον έβαλαν στον ναό για την εξόδιο ακολουθία, έβγαλε το χέρι του έξω από το νεκροκρέβατο και αυτό άρχισε να μυροβλύζει και να κάνει θαύματα, θεραπείες κ.λπ.

Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει τεράστια κοσμοσυρροή για να δουν το μοναδικό φαινόμενο και ίσως κάποιο θαύμα.

Ο άγιος Αθανάσιος, όταν είδε τί γινόταν, πήγε στον ναό και κτύπησε το χέρι του μαθητή του με το ραβδί του, λέγοντάς του:

-Σαλός (= τρελός) ήσουν όσο ζούσες, σαλός είσαι και μετά τον θάνατό σου!

Βάλε το χέρι σου μέσα! Θέλεις να κάνει το μοναστήρι μας κόσμο;

Και ο υπήκοος μοναχός έκανε υπακοή και μετά τον θάνατό του: τράβηξε το χέρι του μέσα, σαν να ήταν ζωντανός και τα θαύματα σταμάτησαν.

Αυτό δείχνει ότι για την Εκκλησία μας υπάρχουν πράγματα που είναι πιο πολύτιμα και από τα θαύματα, όπως για παράδειγμα η πνευματική επιβίωση μιας μονής.


ΠΗΓΗ.ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΧΗΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Τί απάντησε ο Άγιος Πορφύριος, σε έναν ψυχίατρο που κατηγόρησε τον Χριστιανισμό.

Μου έλεγε ο Γέροντας μια μέρα: «Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα ανωτερότητος για την αρετή του, όσο και το αίσθημα κατωτερότητος για την αμαρτωλότητά του.

Άλλο πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση∙ άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια.

Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, δημιουργεί ενοχές και μελαγχολία.

Του απάντησα: Παραδέχομαι ,ότι μερικοί χριστιανοί ,από σφάλματα δικά τους ή άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών, αλλά κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς, ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται σε μια χειρότερη αρρώστια, την υπερηφάνεια.

Και οι μεν θρησκευτικές ενοχές, κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση, η υπερηφάνεια όμως των κοσμικών, που ζουν μακριά από τον Χριστό, δεν φεύγει.

Με τις τοποθετήσεις αυτές του Γέροντα, ξεκαθάριζαν μέσα μου μερικές απορίες που είχα, αναφορικά με ψυχολογικά προβλήματα της χριστιανικής ζωής.

Αντιλαμβανόμουν ότι ο Γέροντας ήθελε να αποφεύγουμε την υπερηφάνεια, την μεταμφιεσμένη σε αυτοδικαίωση «χριστιανικού» φαρισαϊσμού ή σε αυτοκαταδίκη «χριστιανικής» περιδεούς συνειδήσεως.

Έβλεπα, ότι η θρασύτητα των αισθανομένων ως «καθαρών» και η δειλία των αισθανομένων ως «ενόχων» δε διαφέρουν ουσιαστικά, ότι είναι δύο όψεις του αυτού νομίσματος ,της υπερηφάνειας.

Διότι ο αληθινά πιστός Χριστιανός ελευθερώνεται από την ενοχή με την εξομολόγηση και την άφεση και χαίρει στην ελευθερία αυτή που του χάρισε ο Χριστός ∙ γνωρίζοντας δε ότι αυτό είναι δώρο Θεού ευγνωμονεί και δεν περιφρονεί.

Είναι καθαρός δια του αίματος του Χριστού και όχι από δικό του κατόρθωμα. Έτσι, χαίρει και ευχαριστεί και δεν υπερηφανεύεται και επί πλέον βλέπει και όλους τους άλλους δυνάμει καλούς δια του αίματος του Χριστού.

Ο Γέροντας μας δείχνει το δρόμο, που παράκαμπτε το κακό (αμαρτία) και το χειρότερο (υπερηφάνεια αρετής) και οδηγούσε στο καλύτερο, στην ταπείνωση. Γι’ αυτό προσπαθούσε να προστατεύσει τη γνησιότητα της ταπείνωσης από τους κινδύνους νόθευσής της.

Μου έλεγε: «Να είμαστε ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία είναι παγίδα του διαβόλου, που φέρνει την απελπισία και την αδράνεια, ενώ η αληθινή ταπείνωση φέρνει την ελπίδα και την εργασία των εντολών του Χριστού».

Ο Γέροντας, με τη διδασκαλία του και περισσότερο με τα βιώματά του, εποίμανε τα πρόβατά του και τα οδηγούσε σε λειμώνες αγάπης και ταπείνωσης.

Ζούσε ο ίδιος την ταπείνωση, πιστεύοντας ότι, εκείνος είναι το τίποτε, γιατί ο Θεός είναι, όπως έλεγε, το παν, κι ότι, ό,τι εμείς βλέπαμε πως είχε, δεν ήταν δικό του, αλλά δώρο του Θεού.

Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου

Πηγή: Απόσπασμα από το Βιβλίο, “Ανθολόγιο Συμβουλών” του Γέροντος Πορφυρίου Ιερομονάχου.

http://oliiorthodoxia.blogspot.com/?m=1