Το πνεύμα των προφητειών του Οσίου Παϊσίου

ΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ.

Σας ενημερώνουμε ότι δημιουργήσαμε και λειτουργούμε παράλληλα το ιστολόγιο
-ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ (ΙΙ) ( με υπότιτλο Μαρτυρία Χριστού)
στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://missionanatolis.wordpress.com

Document-page-021

———————————————————————————————————

Document-page-024

   Ὁ ὅσιος Πα­ΐ­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της ὡς Καυσοκαλυβίτης(Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου)

 

1

Γιά τόν σύγ­χρο­νό μας ὅσιο Πα­ῒ­σιο τόν Ἁ­γι­ο­ρεί­τη (1924-1994), ἔ­χουν γρα­φεῖ πολλά καί θαυ­μα­στά, ὥ­στε ἐ­μεῖς θά πε­ρι­ο­ρι­στοῦμε μόνο στά πα­ρα­κάτω, πού ἀ­φο­ροῦν τή σύν­τομη καυ­σο­κα­λυ­βί­τικη πε­ρί­οδό του, ἡ ὁποία στάθηκε ἡ ἀπαρχή τῆς καρποφόρας μοναχικῆς του ζωῆς στό Ἅγιον Ὄρος.

Δέν εἶναι ἀρκούντως γνωστό ὅτι ὁ ὅσιος Παΐσιος, πού ἀ­νέ­παυσε χι­λι­ά­δες ψυ­χές στήν αὐλή τοῦ τα­πει­νοῦ κελ­λιοῦ του στίς Κα­ρυές, ξε­κί­νησε τή μο­να­χική του ζωή στή Σκήτη Ἁγίας Τριάδος τῶν Καυσοκαλυβίων. Σύμ­φωνα μέ μαρ­τυ­ρίες ἐ­πι­ζών­των πα­τέ­ρων πού τόν γνώ­ρι­σαν ἐ­κείνη τήν ἐ­ποχή, ὁ ὅσιος Πα­ΐ­σιος -λα­ϊ­κός τότε, Ἀρ­σέ­νιος ὀ­νό­ματι- ἦλθε στά Καυ­σο­κα­λύ­βια, τό πιθανότερο, τό κα­λο­καίρι τοῦ 1953 καί ἔ­μεινε λί­γους μῆ­νες ὡς δό­κι­μος στήν Κα­λύβη τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς τοῦ Σω­τῆ­ρος, ὑ­πο­τασ­σό­με­νος στό γέ­ροντα Κο­σμᾶ πού εἶχε ὑ­πο­τα­κτικό τόν μο­ναχό Δη­μή­τριο. Οἱ πα­τέ­ρες τῆς Σκή­της μά­λι­στα τόν θυ­μοῦν­ται νά σκα­λί­ζει μέ ἐ­πι­μέ­λεια τό μι­κρό πε­ρι­βόλι τῆς Κα­λύ­βης. Τε­λικά ὅ­μως ὁ Ἀρ­σέ­νιος ἀ­να­χώ­ρησε ἀπό τή Σκήτη.

Ὅ­πως ὁ ἴδιος ἐμ­πι­στεύ­τηκε στόν ἀρ­χά­ριο τότε μο­ναχό Παῦλο, σημερινό Γέροντα τῆς γει­το­νι­κῆς Κα­λύ­βης τῆς Ἁ­γίας Ἄν­νης, ἀλλά καί ἀργότερα, στίς μοναχές τοῦ ἡσυχαστηρίου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Σουρωτῆς, στό ὁποῖο, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀναπαύεται τό ἱερό του σκήνωμά, αἰτία γιά τήν ἀναχώρησή του αὐτή ἀπό τά Καυσοκαλύβια ἦταν τό γεγονός ὅτι οἱ Γε­ρον­τᾶ­δες ἦ­ταν «ζη­λω­τές» καί μά­λι­στα ἀπό δι­α­φο­ρε­τι­κές με­ταξύ τους πα­ρα­τά­ξεις καί ὡς ἐκ τού­του δέν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τό Κυ­ρι­ακό. Κι αὐτό ἦ­ταν κάτι πού πολύ τόν στε­νο­χω­ροῦσε.

2

Δι­η­γεῖ­ται ὁ ὅσιος Πα­ΐ­σιος:

«Κά­ποτε, ἕ­νας μο­να­χός ἀπό τή Σκήτη τῶν Καυ­σο­κα­λυ­βίων εἶχε πο­λε­μη­θεῖ ἀπό τόν πο­νηρό, ἀπό τά δε­ξιά, μέ τόν λο­γι­σμό ὅτι δέν κά­νει τί­ποτε, ἐνῶ στόν κό­σμο θά ἔ­κανε κα­λω­σύ­νες στούς συ­ναν­θρώ­πους του κ.λ.π. Τοῦ ἔ­φερνε δέ καί λο­γι­σμούς ὅτι ἡ μο­να­χική πο­λι­τεία εἶ­ναι κάτι τό δευ­τε­ρεῦον κ.ἄ.

Βλέ­πον­τας τήν πο­νη­ρία τοῦ μι­σό­κα­λου ὁ κα­λός Θεός καί τόν με­γάλο κίν­δυνο πού δι­έ­τρεχε ὁ ἀ­δελ­φός, οἰ­κο­νό­μησε νά δεῖ μιά θαυ­μα­στή ὀ­πτα­σία ἐν ἐ­γρη­γόρ­σει.

Εἶδε λοι­πόν τόν ἑ­αυτό του πε­θα­μένο καί τούς δαί­μο­νες νά τόν πλη­σι­ά­ζουν καί νά τόν ὀ­νει­δί­ζουν, καί πιό πέρα, μιά πο­λι­τεία μέ πλῆ­θος ἀν­θρώ­πων. Ξα­φνικά, κα­τέ­φθασε ἕ­νας Ἄγ­γε­λος καί τοῦ λέει:

– Ἕ­νας τέ­λειος μο­να­χός ἀ­ξί­ζει πε­ρισ­σό­τερο ἀπό ὅλη αὐτή τήν πο­λι­τεία.

Ὅ­ταν συ­νῆλθε ὁ μο­να­χός ἀπό τήν ὀ­πτα­σία, εἶπε στόν ἑ­αυτό του:

– Γιά δές, τί ἀ­ξι­ώ­νε­ται ἀπό τόν Θεό ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­ταν γί­νει μο­να­χός!

Ἔ­κτοτε εἶχε ἐ­πι­δο­θεῖ σέ με­γα­λύ­τερη ἄ­σκηση πνευ­μα­τική. Εἶχε γρά­ψει δέ καί τά λό­για τοῦ ἀγ­γέ­λου στό κελλί του, γιά νά τά βλέ­πει καί νά ἀ­γω­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τερο καί μέ προ­θυ­μία».

Γιά τούς ὁ­σί­ους Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες Πα­τέ­ρες ἔ­λεγε πολύ χα­ρα­κτη­ρι­στικά ὁ ὅσιος  Πα­ΐ­σιος:

«Ἄν­θρω­ποι σάν κι ἐ­μᾶς ἦ­ταν οἱ Ἀ­θω­νῖ­τες Ἅ­γιοι. Βουνό ἄ­γριο ἦ­ταν καί ὁ Ἄ­θω­νας, ὅ­πως καί τ’ ἄλλα τά βουνά. Ἀλλά γιά νά ἀ­γω­νι­στοῦν φι­λό­τιμα οἱ Πα­τέ­ρες μας, ἁ­γί­α­σαν καί αὐ­τοί, ἁ­γί­α­σαν καί τό ὄ­ρος καί ὀ­νο­μά­σθηκε Ἅ­γιον Ὄ­ρος, καί ἐ­μεῖς τώρα κα­μα­ρώ­νουμε ὡς Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες».

Ἀ­νά­μεσα σέ ἄλλα, ὁ ὅσιος Πα­ΐ­σιος ἔ­γραψε τό 1986 καί τό Βίο τοῦ ὁ­σίου γέ­ρον­τος Χατζη-Γε­ώργη, πού ἀ­σκή­θηκε στή γει­το­νική Κα­λύβη τοῦ Ἁ­γίου Γε­ωρ­γίου, μέ ἀ­φορμή τήν ἐ­πέ­τειο

ἑ­κατό χρό­νων ἀπό τήν κοί­μησή του.

Ἀναπολῶντας κατά καιρούς τή σεβάσμια μορφή τοῦ ὁσίου Παϊσίου καθώς καί τίς φωτισμένες νουθεσίες καί διδαχές του, πού πάντα στάλαζαν σάν βάλσαμο στίς ψυχές ὅλων ὅσοι, λίγο ὡς πολύ, εἴχαμε τήν εὐλογία νά τόν συναντήσουμε, μοῦ ἔμενε ἡ αἴσθηση ὅτι ὅλα ὅσα ὑπέφερε καρτερικά στήν ἀσκητική του ζωή: στερήσεις, κακουχίες, πειρασμούς, κοπιώδεις μετακινήσεις, ἐνοχλήσεις καί κόπωση ἀπό τούς ἀναρίθμητους προσκυνητές καί τέλος, ὀδυνηρές ἀσθένειες, τά ὑπέμενε ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό καί γιά τόν ἄνθρωπο.

Καί στίς μονές πού διακόνησε, ἐντός καί ἐκτός Ἁγίου Ὄρους, καί ὅταν ζοῦσε μόνος του στήν ἡσυχία, ἡ ζωή του ἦταν ἕνα ξεχύλισμα ἀγάπης. Μιᾶς ἀγάπης, πού ἐπειδή ἦταν εἰλικρινής καί ἀπαύγασμα τῆς θεοειδοῦς του ψυχῆς, ξεκούραζε ὅλους ὅσοι τή γεύονταν. Ἀκόμη καί στήν περίοδο πρίν ἀπό τήν ὁσιακή του κοίμηση, ἄν καί ἐξ αἰτίας τῆς ἐπάρατης νόσου εἶχε ὀδυνηρότατους πόνους, ἐκεῖνος θυσιάζοντας τόν ἑαυτό του γιά τούς ἀδελφούς του, διακονοῦσε μέ αὐταπάρνηση καί αὐτοθυσία ὅσους προσέτρεχαν σ’ αὐτόν γιά νά βοηθηθοῦν.

Μά κι ἀπό τήν πλούσια διδασκαλία του, πού ἀναφέρεται διεξοδικά σέ ὅλα τά θέματα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί πού πραγματικά μᾶς ‘’ἀφυπνίζει πνευματικά’’, βλέπουμε τόν Ὅσιο νά μιλάει μέ ‘’πόνο καί ἀγάπη’’ γιά ὅλους μας.

Ἀπό τό πάνθεον τῶν ἀρετῶν, ἡ ἀγάπη -ξεχωριστά ἀνάμεσα στίς ἄλλες- φαίνεται νά διαπνέει τή σύνολη ζωή καί διδασκαλία τοῦ ὁσίου  Παϊσίου.

Ἔχουν περάσει ἤδη ἀρκετά χρόνια ἀπό τή μακαρία καί ὁσιακή κοίμηση τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Ὅμως οὔτε αὐτά κατάφεραν οὔτε ὅσα ὁ Θεός θά ἐπιτρέψει νά ζήσει ἀκόμη αὐτός ὁ κόσμος θά καταφέρουν νά σβήσουν τήν χαριτωμένη μορφή του ἀπό τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων πού ἀγάπησε μέσα ἀπό τήν πολλή του μανική ἀγάπη πρός τόν Χριστό. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν μιά διακονία ἀγάπης. Μιᾶς ἀγάπης χωρίς σύνορα ! Γι αὐτό καί ὅσο ὁ ἥλιος θά ἀνατέλλει στή γῆ, δέν θά πάψει νά μᾶς ἐμπνέει καί νά διδάσκει πῶς ν’ ἀγαποῦμε πραγματικά:

«Ἐκεῖνοι πού ἀγαποῦν ἀληθινά καί ἀγωνίζονται σωστά, ἀνέχονται μέ ἀγάπη, θυσιάζονται, στεροῦνται καί ἀναπαύουν τόν πλησίον τους, πού εἶναι ὁ Χριστός».

Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή του καί τίς πρεσβεῖες του!

3

ΠΗΓΗ.ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Πως γνώρισα τον Όσιο Παϊσιο.(Αρχιμ.Αρσενίου Κατερέλου)

ως 10930845_594834283950821_2396236944015936363_n

Λοιπόν, θα σας διηγηθώ μερικά πράγματα από την προσωπική μου ζωή, πάντα περιληπτικά, γιατί δεν γίνεται αλλιώς:

Σέ ηλικία δέκα επτά ετών τότε, το 1979, καλοκαίρι, Ιούλιο μήνα, με μία παρέα τριών ατόμων, πήγαμε, για πρώτη φορά, στον μακαριστό Γέροντα (από τούς τρεις μας οι δύο έχουμε γίνει ιερομόναχοι). Εκείνη την ήμερα, το πρωινό εκείνο, αν και καλοκαίρι, πού έχει πιο πολύ κόσμο στο Αγιον Όρος, παραδόξως, στο Κελλί του Γέροντα είχε ελάχιστο κόσμο, για να μη πούμε σχεδόν καθόλου. Εκεί, καθίσαμε περίπου μία ώρα, κατά την οποία μάς μετέδιδε πνευματική ενέργεια, χωρίς εννοείται να το επιδιώκει -αυτή είναι ή πραγματικά έπηρεάζουσα και σώζουσα πνευματική ενέργεια των Αγίων-, και την οποία εξέπεμπε, εννοείται, σέ άλλη συχνότητα και ένταση, από εκείνες πού είχαμε γνωρίσει, συνηθίσει και ακούσει, μέχρι τότε.

Εκείνη την ήμερα, μεταξύ των πολλών άλλων, μας είπε να αποκτήσαμε την καλή πνευματική ανησυχία, για να έχωμε και πνευματικές χαρές. Να γνωρίσωμε την Ορθοδοξία, πρώτα εμπειρικά και μετά δεν θα κινδυνεύωμε πλέον από ένα σωρό άλλα πνευματικά μικρόβια, πού τότε κυκλοφορούσαν, αλλά και τώρα κυκλοφορούν, κατά μείζονα λόγον. 

Διότι, μάς έλεγε, αν κανείς ασχολείται με άλλα πράγματα, φιλοσοφίες, κλπ., και διαβάζει διάφορα βιβλία, πριν γνωρίσει εμπειρικά, και όχι ακαδημαϊκά, την Ορθοδοξία, τότε, χωρίς να το καταλαβαίνει, τη συνεργεία των παθών του και του διαβόλου, αποκτά πνευματικά μικρόβια, πού τον σκοτίζουν και τον εμποδίζουν να προοδεύση πνευματικά. Γι’ αυτό χρειάζεται, για ένα διάστημα μέχρις ότου ό Χριστιανός γνωρίσει εμπειρικά την Ορθοδοξία, μέσω της Εκκλησίας, ό άνθρωπος να βάζη το μυαλό του, ή μάλλον τον νου του καλύτερα -γιατί δεν φταίει το μυαλό μας, ό νους μας φταίει για όλα, για ότι στραβό μάς συμβαίνει, αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο- να βάζει λοιπόν τον νου του «στο ψυγείο», και μάλιστα, έλεγε, ακόμη καλύτερα, «στον καταψύκτη», έως ότου τον πάρωμε, βέβαια, μετά από την κάθαρση και τον αγιασμό πού θα υποστεί, αν αγωνιστούμε, αγιασμένο.

Πολλά μάς είπε, αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα ήταν, ότι, χωρίς να προσπαθήσει, μου μετέδωσε την ζωντανή βεβαιότητα της παρουσίας του Θεού -πάθαμε πνευματικό σοκ δηλ.-, την βεβαιότητα της δυνατότητας μετοχής στα αγαθά του Θεού από αυτήν την ζωή, επίσης νοιώσαμε την νηφάλια μέθη του Γέροντα, τον ακόρεστο κορεσμό του, και τον καημό του, πότε θα φύγει από αυτήν την πρόσκαιρη ζωή, για να ζήση εντονότερα κοντά στον Θεό, τα του Θεού, για να ζήση αυτόν τον ακόρεστο κορεσμό, όπως είπαμε, εντονότερα. Και αυτό ήταν ένα φαινόμενο υγιές, όχι ψυχοπαθητικό, πού, φυσικά, δεν ωφείλετο σέ καμιά μορφή μελαγχολίας, κλπ., εννοείται. Ήτο καθαρός θείος έρωτας, το όποιο σημαίνει, ότι ό Γέροντας Παΐσιος είχε δεχθή τον αρραβώνα της Βασιλείας των Ουρανών, από αυτήν την ζωή, σέ μεγάλο βαθμό.

Εκείνο όμως, πού έμεινε τότε, σέ μένα πιο ανεξίτηλο στην μνήμη μου, ήταν ότι, μόλις φύγαμε από εκεί, από το κελί του, είχαμε μία απρόσκλητη, μία απροσδόκητη πνευματική χαρά, διαφορετικής υφής από τις χαρές πού είχαμε μέχρι τότε αισθανθεί, κάνοντας π.χ. μία καλή πράξη, ή ακούγοντας έναν έπαινο, κλπ. Γιατί εμείς, σαν εμπαθείς πού είμαστε, όταν ακούμε κάποιον έπαινο, είναι φυσικό, λόγω των φτωχών πνευματικών μέτρων μας, να έπηρεαζώμεθα, κλπ.

Αυτή ή χαρά όμως, ήταν τόσο πολύ δυνατή, πού απορούσαμε τότε πώς μας συνέβαινε αυτό.

 Ήταν αναμφισβήτητα, εξωτερικής μορφής – προελεύσεως χαρά, ερχόμενη προς εμάς. Από που όμως, και πώς, δεν ξέραμε, γιατί δεν σκεφτόμαστε, ή δεν ζούσαμε κάτι συγκεκριμένο τότε, εξ αιτίας του οποίου θα μπορούσαμε να πούμε ότι είχαμε κάποιο ανάλογο βίωμα. Χωρίς δηλ. να σκεφτόμαστε κάτι, χωρίς πριν να είχε συμβεί κάτι άλλο, είχαμε εκείνη την ανεξήγητη χαρά, ή οποία ήταν, βέβαια, αναμφισβήτητα, προϊόν της ευχής του Γέροντα και της οποίας την αξία, τότε, δεν εκτιμήσαμε δεόντως, ανώριμοι όντες, ως προς αυτά τα θέματα. Που, τότε, να ξέραμε, ότι αυτό -όπως και πολλά άλλα γεγονότα βέβαια- θα καθόριζαν όλη μου την ζωή μετέπειτα και ότι αυτό ήταν μία μεγάλη ευεργεσία, για την οποία βέβαια, είμαστε εντελώς, μα εντελώς, αναπολόγητοι.

Βέβαια, και άλλες φορές, και ως λαϊκός όταν ήμουν, και ως μοναχός, και ως διάκονος, και ως ιερέας, όταν ζούσε ό Γέροντας, και, ιδιαίτερα μετά από κάποιες Θείες Λειτουργίες, πού αναξίως έκανα εις την Παναγούδα, αλλά και μετά την κοίμηση του Γέροντα, μετά τον θάνατο του, μπορούμε να πούμε, ότι, αναμφισβήτητα, ή ευχή του Γέροντα ενήργησε ούτως ώστε ό Θεός να μας δώσει να γευθούμε, έστω και σέ ελάχιστο βαθμό -φυσικά και πολύ μας έπεφτε- κάτι από αυτήν την θεϊκή του ηδονή, κάποιες φορές, κατά τρόπο περίεργο και ανεξήγητο, τουλάχιστον τα πιο παλιά χρόνια. 

Για παράδειγμα, όταν φεύγαμε από το Κελλί του Γέροντα και πηγαίναμε προς τον κόσμο, τότε φούντωνε αυτή ή θεϊκή ηδονή, ενεργούσε δηλ. άκοπα, ενώ, άλλες φορές, όταν αγωνιζόμασταν, δεν είχαμε σταγόνα – και ούτε βέβαια είχαμε τέτοια απαίτηση, εννοείται. Με όλα αυτά, θέλω να πω, πώς ενεργούσε ή ευχή του Γέροντα.

Όμως, αυτή ή πρώτη χαρά ήταν διαφορετική, αν και ήταν πνευματική κι ανέκφραστη. Δεν ήταν, βέβαια, συναισθηματική – διανοητική. Ας την ονομάσω «θεία», πού ήταν βέβαια, θεία και ανεξήγητη χαρά. Ενώ, ή μετέπειτα, ήταν άλλου είδους πνευματική γεύση, τα επόμενα πνευματικά λουκουμάκια, πού, δι’ ευχών του Γέροντος, μας έδινε ό Θεός. 

Ήταν θείες ηδονές. Αν δεν υπήρχαν αυτά, για να είμαστε ειλικρινείς, ποτέ δεν θα παίρναμε τέτοια απόφαση, μόνο από φιλότιμο, να γίνομαι μοναχοί, γιατί καλό χαρακτήρα, ούτε είχαμε, ούτε έχομε, ας είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας….

Και τούτο, διότι ή παρθενία, ή μοναχική ζωή δηλ., όταν δεν έχει εξ αρχής πνευματικές εμπειρίες, δεν έχει το αντίβαρο. Αν δεν είναι ερωτική, κατά Θεόν, και όχι βέβαια κατά έναν τρόπο νεορθόδοξο και κουλτουριάρικο, πού αυτά είναι εντελώς απορριπτέα πράγματα, αλλά με ασκητικό τρόπο, ή παρθενία έχει πολλές απρόβλεπτες παρενέργειες.

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΝ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΣ