Η Ελληνική Ιεραποστολική Ένωση (Ε.Ι.Ε) και οι δραστηριότητές της

Γράφει ο πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

(Με αφορμή την εμφάνιση της οργάνωσης στην Άρτα)

Για μια ακόμα φορά η Προτεστάντικη οργάνωση με την ονομασία «Ελληνική Ιεραποστολική Ένωση» (στο εξής-Ε.Ι.Ε), σπείρει αιρετικά ζιζάνια στους Νομούς Άρτας, Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας με τον γενικό τίτλο «Joshua 2019». Ενθυμούμαστε πως παρόμοια λυπηρά συμβάντα είχαν συμβεί στους Νομούς Θεσσαλονίκης, Κιλκίς και Χαλκιδικής το έτος 2014, στους νομούς Φλωρίνης, Καστοριάς, Κοζάνης και Πιερίας το 2016 και αλλού.

Επίσημη ανακοίνωση εξέδωσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος για την προσηλυτιστική παρέμβαση της οργάνωσης στις περιοχές Άρτας, Ευρυτανίας και Αιτωλοακαρνανίας.

Με πρόσχημα την διανομή της Καινής διαθήκης (μεταφρασμένο κείμενο-έκδοση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας Ε.Β.Ε), οι άνθρωποι της «Ελληνικής Ιεραποστολικής Ένωσης» διανέμουν, όπου δραστηριοποιούνται, ποικίλο υλικό προτεσταντικού χαρακτήρα.

Στο θέμα κατά καιρούς έχουν αναφερθεί με επίσημες ανακοινώσεις τους αρκετές Μητροπόλεις στις περιφέρειες των οποίων εντοπίστηκε να δραστηριοποιείται η εν λόγω οργάνωση. Άκρως ανησυχητικό πάντως είναι το γεγονός πως σε κάποιες περιπτώσεις οι θέσεις των Μητροπόλεων διαφέρουν μεταξύ τους προκαλώντας σύγχυση. Έτσι διατυπώθηκαν δύο απόψεις. Η πρώτη άποψη καλούσε τους πιστούς να καταστρέψουν το περιεχόμενο της σακούλας αποκαλώντας την Ε.Ι.Ε «Προτεσταντική Αίρεση που σκοπό έχει, να οδηγήσει στην πλάνη τους Ορθοδόξους Χριστιανούς», ενώ η δε δεύτερη προέτρεπε τους πιστούς να κρατήσουν την Καινή Διαθήκη αφού όπως υποστήριζε «κατόπιν έρευνας που πραγματοποίησε Ιερά Μητρόπολη, όσο μεν αφορά την Αγία Γραφή, που είναι μεταφρασμένη στη νέα Ελληνική γλώσσα, είναι έκδοση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, που πραγματοποιήθηκε υπό την επιστασία έγκριτων Θεολόγων Καθηγητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, φέρει την έγκριση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος».

Βεβαίως όσον αφορά στο έντυπο υλικό επισημάνθηκε από όλους πως θα έπρεπε να μην γίνουν αποδεκτά από τους πιστούς αλλά να καταστραφεί, γιατί είναι παραπλανητικό.

Προκειμένου να δώσουμε κατηχητικές πληροφορίες στο Ορθόδοξο Χριστεπώνυμο πλήρωμα δημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο στο οποίο αναπτύσσονται με σύντομο τρόπο τα εξής θέματα:

1. Τι είναι η Ε.Ι.Ε (Η ιστορία της Ε.Ι.Ε και η διδασκαλία της).

2. Σύντομη γνωριμία με την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

3. Η μετάφραση της Καινής Διαθήκης από την Βιβλική εταιρία.(παρατηρήσεις-επιλογή).

1. Ιστορία της Ε.Ι.Ε και η διδασκαλία της

Η οργάνωση ιδρύθηκε το 1981 από τον Κώστα Μακρή, ο οποίος το 1954 σε ιεραποστολικό σχολείο στον Καναδά εντάχθηκε στην προτεσταντική κίνηση του Σπύρου Ζωδιάτη. Το 1963 πήγε στη Δυτική Νέα Γουϊνέα σαν ιεραπόστολος και το 1981 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου ίδρυσε την ΕΙΕ. Σήμερα υπεύθυνος της οργάνωσης είναι ο γιος του Ιωνάθαν Μακρής.

Η οργάνωση είναι προτεσταντικός ιεραποστολικός σύλλογος. Έργο του θεωρεί να διανέμει την Καινή Διαθήκη. Ακολουθούν την κοινή προτεσταντική αντίληψη, πως η αλήθεια βρίσκεται μόνο στην Αγία Γραφή και δεν τιμούν την Παναγία, τους Αγίους, τις εικόνες, αρνούνται τα Ιερά Μυστήρια και απορρίπτουν την Ιερά Παράδοση.

Η οργάνωση ισχυρίζεται ότι είναι «διαδογματική» και «υπερδογματική» και ανοικτή προς όλες τις προτεσταντικές παραφυάδες, στις οποίες δεν ασκεί προσηλυτισμό. Αντιθέτως θεωρεί ότι οι Ορθόδοξοι χρήζουν άμεσης «βοήθειας» γι΄αυτό και γράφουν στα έντυπά τους ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα, όπου επικρατεί «πνευματικό σκοτάδι και απιστία».

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τι κρύβεται πίσω από αυτή την κίνηση και ποιος ο λόγος αυτής της εξόρμησης. Οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι θέλουν απλώς να μοιράσουν την Καινή Διαθήκη. Χρησιμοποιούν όμως με δολιότητα την Καινή Διαθήκη για προσηλυτιστικούς σκοπούς.

Οι μισιονάριοι νεοπροτεστάντες της Ε.Ι.Ε βλέπουν τον Ορθόδοξο Έλληνα ως ειδωλολάτρη. Γράφουν «…βασικός μας στόχος είναι να διαδώσουμε τον λόγο του Θεού»…. «Επισκεπτόμαστε κάθε σπίτι ξεχωριστά και αφήνουμε μια Καινή Διαθήκη καθώς και ενημερωτικά φυλλάδια» … Μάλιστα για να παραπλανήσουν, δηλώνουν «δεν είμαστε ούτε απατεώνες, ούτε αιρετικοί και δεν έχουμε καμία σχέση με τους μάρτυρες του Ιεχωβά».

Η Αγία Γραφή όμως (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) δεν είναι αυθύπαρκτο βιβλίο, είναι λόγος περί του Λόγου του Θεού. Η Καινή Διαθήκη έχει 27 βιβλία και αποφασίστηκε από την Εκκλησία (τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας δηλαδή που η οργάνωση δεν δέχεται) με Οικουμενικές Συνόδους, ποια βιβλία θα αποτελούσαν τον Κανόνα. Η Αγία Γραφή είναι περιουσία της Εκκλησίας. Χωρίς την Εκκλησία δεν στέκεται η Αγία Γραφή. Οι προτεστάντες όμως αρνούνται την Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, που διαφύλαξε το κείμενο. Διαχειρίζονται και μοιράζουν μια ξένη περιουσία. Η Αγία Γραφή χρειάζεται ορθή ερμηνεία και χωρίς αυτή παύει να είναι Αγία Γραφή. Η Αγία Γραφή είναι χάρτης. Αν τον έχει κανείς στο χέρι και δεν ξέρει να τον διαβάσει είναι άχρηστος. Είναι πολύ σημαντική η ορθή ερμηνεία και γνώση, για να την αξιοποιήσει κάποιος.

Η Καινή Διαθήκη, την οποία μοιράζουν, περιλαμβάνει το κείμενο μόνο σε μετάφραση στη Δημοτική και αποτελεί έκδοση της «Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας». Περιλαμβάνει συγχαρητήριες επιστολές προς τους μεταφραστές κ. κ. Γεώργιο Γαλίτη, Ιωάννη Καραβιδόπουλο, Ιωάννη Γαλάνη και Πέτρο Βασιλειάδη, Καθηγητές της Βιβλικής Θεολογίας των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, καθώς και την εγκριτική επιστολή για την καταλληλότητα της μετάφρασης της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2/6/1988.

Στο πρόσθετο δικό τους εξώφυλλο γράφουν «ΕΓΚΕΚΡΙ¬ΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ¬ΠΟΛΕΩΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣΟ¬ΛΥΜΩΝ».

Οι τσάντες που μοιράζουν περιέχουν.

-Φυλλάδιο με τίτλο-ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ

-Φυλλάδιο με τίτλο Γιάννης Γαρδέλης –ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΡΕΙΑΣ

-Απαντητική επιστολή που περιλαμβάνει δύο μέρη.

Το πρώτο με τίτλο-Θα ήθελα…αναφέρεται στην επιλογή για δωρεάν αποστολή στους ενδιαφερομένους διαφόρων δώρων (CD –βιβλία).

Το δεύτερο με τον τίτλο-Θα ήθελα να ζητήσω-έχει τις εξής επιλογές

-Προσευχή για…

-Να επικοινωνήσετε μαζί μου για να συζητήσουμε περισσότερα.

Στη μια όψη της σακούλας που μοιράζουν, γράφουν «Χριστός Ανέστη» και Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «Αιτία όλων των κακών του κόσμου είναι η άγνοια των Γραφών» και αυτό ενώ η οργάνωση δεν τιμά αγίους.

Αυτό όμως αποτελεί μια παραπλανητική δήλωση που γίνεται, για να ασκεί η οργάνωση ευκολότερα το προσηλυτιστικό της έργο. Το προσωπείο, δεν δηλώνει ειλικρίνεια αλλά δόλο και μεθόδευση. Ο Άγιος Ι. Χρυσόστομος αναφερόμενος στα διάφορα προσωπεία, τα οποία χρησιμοποιούν οι αιρετικοί γράφει: «Παρά μεν την αρχήν συσκιάζουσιν εαυτούς, επειδάν δε πολλήν λάβωσι την παρρησίαν και λόγου τις αυτοίς μεταδώ τότε τον ιόν εκχέουσιν» (PG 58, 477). Και αλλού: «Εργάζονται μεν γαρ, αλλ’ ανασπώσι τα πεφυτευμένα. Επειδή γαρ ίσασιν, ότι ετέρως ουκ αν γένοιντο ευπαράδεκτοι, το προσωπείον λαβόντες της αληθείας, ούτω το δράμα της πλάνης υποκρίνονται… Σχήμα μόνον αυτοίς, η δορά του προβάτου επίκειται». (PG 61, 563)..

Όπως τονίζει σε σχετική ανακοίνωσή της το 2015 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος «η Ορθόδοξη Πίστη δεν είναι χθεσινό κατασκεύασμα, δεν αποτελεί ιδεολόγημα μιας κινήσεως, αλλά είναι η ίδια η Αποστολική παρακαταθήκη (Γαλ. α΄ 11-12. Α΄ Κορ. ιε΄1-3). Γι’ αυτή την πίστη ο απόστολος Παύλος τονίζει με έμφαση στους Γαλάτες: «Εάν ακόμα και ο άγγελος από τον ουρανό κηρύξει σε σας άλλο ευαγγέλιο διαφορετικό από εκείνο που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα» (Γαλ. α΄ 8-9)”. Δηλαδή ο απόστολος Παύλος, μας προτρέπει να μην ακούμε κανέναν που δεν έχει σχέση με την Ορθόδοξη Πίστη.

Διδασκαλία

Η κίνηση ισχυρίζεται ότι είναι «διαδογματική» και «υπερδογματική». «Ταυτιζόμαστε και με το καθολικό και με το ορθόδοξο και με το διαμαρτυρόμενο δόγμα». «Σαν ευαγγελιστές δεν ασπαζόμαστε κανένα δόγμα, είμαστε υπερδογματικοί και εκείνο που κάνουμε είναι να ακολουθούμε τους λόγους του ευαγγελίου» (Κ. Μακρής, Ελεύθερος Τύπος 23.5.1984).

Οι διαφορές με την Ορθόδοξη Εκκλησία χαρακτηρίζονται θέματα «τυπολατρείας», όχι ουσίας. «Εμείς για παράδειγμα δεν προσκυνάμε τις εικόνες ούτε οι ιερείς μας φοράνε άμφια», ισχυρίζεται ο Μακρής (Ελεύθερος Τύπος 23.5.1984), αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κίνηση αναγνωρίζει ιερείς.

Η διδαχή της ΕΙΕ κινείται στα πλαίσια του «Ευαγγελικού Συνδέσμου». Υποστηρίζει ότι δέχεται την θεοπνευστία και αυθεντικότητα της αγίας Γραφής, το «Σύμβολο της Πίστεως και τις αποφάσεις των πρώτων αποστολικών χρόνων» (Τι είναι η ΕΙΕ). Όμως ουσιαστικά απορρίπτει την Εκκλησία σαν ορατή πραγματικότητα και υπογραμμίζει ότι δεν σώζει καμία εκκλησία: «οι άνθρωποι, που τους σώζει ο Χριστός αποτελούν την Εκκλησία Του» (Δρ 64/87,1).

Η σωτηριολογία της κίνησης συνοψίζεται στα ακόλουθα «έξι βήματα»: Ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός, χωρισμένος από τον Θεό εξαιτίας της αμαρτίας του. Ο μισθός της είναι θάνατος και κανείς δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του. Όμως ο Χριστός επλήρωσε τις αμαρτίες του ανθρώπου κι αν πιστεύσει σ’ αυτόν θα σωθεί. Αυτή η διαδικασία της «σωτηρίας» περιλαμβάνεται στη σύντομη προσευχή: Κύριε Ιησού, ξέρω ότι είμαι αμαρτωλός. Δέχομαι εσένα τώρα σαν προσωπικό μου Σωτήρα. Έλα στην καρδιά μου τώρα… Αμήν» (Δρ 57/1986,7).

«Να τώρα, πώς μπορείς να δεχθείς τον Χριστό! Με την πίστη μπορείς να δεχθείς τον Χριστό, εκφράζοντας την μάλιστα με προσευχή… Κύριε Ιησού, αναγνωρίζω πως… είμαι αμαρτωλός. Τώρα ανοίγω την πόρτα της καρδιάς μου και Σε δέχομαι Σωτήρα και Κύριο … Κάμε την αμέσως τώρα. Ο Χριστός θάρθει στη ζωή σου, αφού έτσι υποσχέθηκε» (Δρ 30/84. 59/1986. 12,65/1987, 6-7).

Ακριβώς τη στιγμή αυτή έρχεται η σωτηρία! «Την ώρα αυτή ο Χριστός έρχεται στη ζωή σου ως Σωτήρας και Κύριος και ο Θεός γίνεται Πατέρας σου. Γίνεσαι καινούριο δημιούργημα πνευματικό και όλες οι αμαρτίες του παρελθόντος σου συγχωρούνται. Πες και στους άλλους τι έχει κάνει ο Χριστός στη ζωή σου, και πες πως τώρα είσαι πραγματικά χριστιανός. Μετά τα λόγια της προσευχής μην ξεχάσεις να ευχαριστήσεις το Θεό γι’ αυτό που έκανε για σένα!» (Δρ 56/1986, σ. 4).

Αυτή η «σωτηρία» συντελείται πριν από το βάπτισμα με νερό. Γι’ αυτό και η ΕΙΕ προτρέπει: «Τώρα που έχεις σωθεί και έχεις γίνει παιδί του Θεού, υπάρχουν μερικά πράγματα που πρέπει να κάνεις: 1. Πρέπει να βαπτισθείς. Το βάπτισμα είναι ένα ορατό σημάδι μιας εσωτερικής αλλαγής (της καινούριας καρδιάς). Είναι μια δημόσια ομολογία, ότι ο Θεός σε έχει σώσει» (Δρ 56/86, σ. 5). Αυτό σημαίνει πως η ΕΙΕ αρνείται το βάπτισμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Δεν είναι γνωστό αν η ομάδα αναβαπτίζει η ίδια τους προσηλύτους ή τους παραπέμπει γι’ αυτό το σκοπό στην «μητέρα Εκκλησία», π.χ. στην «Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρηθεί εδώ ότι ο ποιμένας της εκκλησίας αυτής Γ. Πατσαούρας, με βάση το καταστατικό της ΕΙΕ (άρθρο 9) είναι μέλος της «Εκτελεστικής επιτροπής». Ο νεαρός Κώστας Κοτόπουλος, που προσηλυτίσθηκε από την οργάνωση «Νεολαία με Αποστολή» και κατηχήθηκε από τον Κ. Μακρή εντάχθηκε στην κοινότητα του Γ. Πατσαούρα. Η μητέρα του νεαρού σε επιστολή της (2.6.1986), αναφέρει ότι ο γιος της αναβαπτίσθηκε (βλ. και επιστολή της ίδιας στην «Αυριανή», 22.4.84).

Η κίνηση ισχυρίζεται πως ο «αναγεννημένος» έχει πλέον βεβαιότητα σωτηρίας: «Οι αμαρτίες σου συγχωρέθηκαν… έγινες παιδί του Θεού… έχεις αιώνια ζωή… η Αγία Τριάδα… κατοικεί μέσα σου» (Δρ 57/86, σ. 7). Όπως και η «Αποστολική Εκκλησία του Χριστού» έτσι και η ΕΙΕ κηρύττει μετά την «αναγέννηση» μια «πρόσθετη χάρη», την «πλήρωση του Αγίου Πνεύματος» (Δρ 57/86, σ. 7). Η κίνηση προτρέπει τους νέους οπαδούς της να παρακολουθούν τις συνάξεις «της εκκλησίας όπου σε τοποθέτησε ο Θεός» και να υπηρετούν τους σκοπούς της με το χρόνο τους και τα υλικά τους αγαθά. «Πρέπει να δίνεις από το χρόνο σου και από τ’ αγαθά που σου έδωσε ο Θεός για τους σκοπούς του έργου Του. Ο Θεός αγαπάει το χαρούμενο δότη. Ο Ιησούς είπε ότι καλύτερο είναι να δίνεις παρά να παίρνεις» (πηγή.Π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ-Δρ. Θεολογίας, Δρ. Φιλοσοφίας- ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ.

Άλλα παραπλανητικά σημείαΠερί Αγίων

Όπως αναφέραμε προηγουμένως στο πολυτελές εξώφυλλο της Καινής Διαθήκης αναγράφεται ρήση του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, σχετική με την άγνοια των Γραφών. Το παράξενο βέβαια, δεν είναι η ρήση αλλά η αναγραφή του Ιωάννου Χρυσοστόμου ως αγίου, δεδομένου ότι η Ε.Ι.Ε δεν πιστεύει σε αγίους.

Το Σύμβολο της πίστεως

Βέβαια, εδώ συμβαίνει και το εξής παράδοξο. Δέχονται λένε «το Σύμβολο της Πίστεως όπως αποδόθηκε στις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους (της Νικαίας, 325 μ.Χ., και της Κωνσταντινούπολης, 381 μ.Χ.) και εγκρίθηκε από την τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο (της Χαλκηδόνας, 451 μ.Χ.). Το Σύμβολο της Πίστεως (ή το «Πιστεύω») αποτελεί τη δογματική σύνοψη της αλήθειας του ευαγγελίου όσον αφορά την ορθόδοξη πίστη στον Τριαδικό Θεό (Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα), την ενσάρκωση του Υιού, και το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο.».

Αφήνοντας την αναφορά της οργάνωσης στην «δογματική σύνοψη της αλήθειας του ευαγγελίου όσον αφορά την ορθόδοξη πίστη», που όλο και κάποιον μπορεί να μπερδέψει, είναι απορίας άξιον, πώς από τη μια δέχεται η οργάνωση το Σύμβολο της Πίστεώς μας και τις Οικουμενικές Συνόδους της Μίας Εκκλησίας που είχε και έχει την Παράδοσή Της, τους Αγίους Της (πολλοί συμμετείχαν σε Αυτές και έκαναν θαύματα), τις εικόνες Της, τα Ιερά μυστήριά Της και από την άλλη δεν αναγνωρίζει τίποτε από αυτά.

Σύντομη γνωριμία με την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Η Ελληνική Βιβλική Εταιρία δημιουργήθηκε το 1992, όταν έπαψε πλέον να υφίσταται η βρετανική αντιπροσωπεία, ως Αστική Εταιρία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με δικό της Καταστατικό που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 22 Δεκεμβρίου 1992 και τροποποιήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2000. Η Ελληνική Βιβλική Εταιρία ως Αστική Εταιρία αποτελείται από μία Γενική Συνέλευση 35 Μελών, στην οποία συμμετέχουν μέλη της Ορθόδοξης, της Καθολικής και της Ευαγγελικής Εκκλησίας και εκλέγει ανά τριετία Διοικητικό Συμβούλιο.

Σταθερή πολιτική της Εταιρίας, επίσης από τα πρώτα κιόλας βήματά της, ήταν και είναι η συνεργασία με όλες τις χριστιανικές Ομολογίες (Ορθόδοξη, Καθολική, Διαμαρτυρόμενη) και η εξυπηρέτηση όλων των Εκκλησιών. Οι εκδόσεις της Βιβλικής Εταιρίας δεν περιλαμβάνουν δογματικές σημειώσεις ή σχόλια.

Οι μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης

Στην εποχή που ζούμε, εποχή συγχύσεως και αιρέσεων, κυκλοφορούν διάφορες παραφράσεις της Αγίας Γραφής οι οποίες αυτοπαρουσιάζονται ως μεταφράσεις στην Ελληνική δημοτική γλώσσα.

Πρέπει να είμαστε υποψιασμένοι και να μην εμπιστευόμαστε τις διάφορες μεταφράσεις που κυκλοφορούν, ιδιαίτερα αν δεν περιέχουν μαζί με την μετάφραση και το κείμενο το πρωτότυπο το οποίο δήθεν μεταφράζουν. Πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι οι μεταφραστές της Αγίας Γραφής δεν είναι θεόπνευστοι και αλάθητοι. Οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής Προφήτες και Απόστολοι είναι θεόπνευστοι, όχι οι μεταφραστές.

Όταν μιλάμε για το Ιερό κείμενο της Αγίας Γραφής πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι και το παραμικρό μεταφραστικό λάθος μπορεί να μην είναι μία αθώα αβλεψία, αλλά επιτηδευμένη παράφραση του Ιερού κειμένου για να στηριχθούν αντιβιβλικές διδασκαλίες.

Έντυπες μεταφράσεις του Πατριαρχικού κειμένου του 1904

Γνωρίζουμε ότι, «για πολλά χρόνια επικράτησαν και συνεχίζουν ακόμη να διαβάζονται στην Ελλάδα οι μεταφράσεις, ακριβέστερα οι ‘παραφράσεις’ (δηλ. απόδοση του κειμένου με πολλά λόγια) των Π. Τρεμπέλα, ‘Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας’ […] και I. Κολιτσάρα, ‘Η Καινή Διαθήκη. Ερμηνευτική απόδοσις’ […] Οι δύο αυτές «παραφράσεις» διαδόθηκαν σε ευρύτερα στρώματα του ελληνικού λαού από τις χριστιανικές οργανώσεις ‘Ζωή’ και ‘Σωτήρ’».

Πράγματι, οι δύο αυτές μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης, στηρίζονται στο Πατριαρχικό κείμενο του 1904 και είναι πολύ διαδεδομένες στη χώρα μας. Βεβαίως, δεν αποτελούν λέξη προς λέξη μεταφράσεις, αλλά είναι ερμηνευτικές αποδόσεις του κειμένου, σε μερικά σημεία αρκετά εκτενείς, οι οποίες είναι σύμφωνες με την Ιερά παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή ότι εμπεριέχουν και μια εκλαϊκευμένη, Ορθόδοξη κατήχηση.

Η μετάφραση της Καινής Διαθήκης από την Βιβλική εταιρία

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κυρός Μελέτιος, σε εμπεριστατωμένη εισήγησή του προς την Ιερά Σύνοδο παρουσίασε τους λόγους που καθιστούσαν απαράδεκτη τη μετάφραση της Κ. Διαθήκης της Βιβλικής Εταιρείας.

Στο σύντομο αυτό άρθρο θα δούμε παραδείγματα παράφρασης – παραποίησης της Αγίας Γραφής από την μετάφραση στην Νεοελληνική γλώσσα της Αγίας Γραφής της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας.

Η παρούσα μελέτη έχει την μορφή ενημερωτικής σταχυολογήσεως μεταφραστικών λαθών και όχι συστηματική αναίρεση και εις βάθος ανάλυση όλων των λαθών της εν λόγω μετάφρασης, γιατί θα απαιτούνταν τόμοι ολόκληροι προς ανασκευή των παραφράσεων και θα καταντούσε κουραστικό για τον αναγνώστη.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΑ ΛΑΘΗ (Επιλογή)Α. Η Παναγία και το «μενούνγε»

Όλοι σχεδόν οι Προτεστάντες, αρνούνται τον όρο: «Παναγία», και αρνούνται να δώσουν στην Παναγία την ύψιστη τιμή, μεταξύ όλων των άλλων αγίων. Ένα επιχείρημα λοιπόν που χρησιμοποιούν συνήθως, είναι το εδάφιο που θα εξετάσουμε εδώ. Νομίζουν ότι ο Ιησούς «διόρθωσε» κάποια γυναίκα που μακάρισε τη μητέρα Του, σαν να μην ήθελε Εκείνος να τιμάται η μητέρα Του. Όμως το εδάφιο λέει πολύ διαφορετικά πράγματα. Και για την ανάλυση του εδαφίου αυτού, θα επιστρατεύσουμε το απόσπασμα από κείμενο του καθηγητού Στέργιου Ν. Σάκκου που ακολουθεί.

Το περιστατικό ιστορείται απλά στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Ακούγοντας την καταπληκτική διδασκαλία του Κυρίου μία γυναίκα του όχλου αναφωνεί με ενθουσιασμό: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (Λκ 11/ια: 27). Μακαρίζει, δηλαδή, τη μητέρα του Κυρίου κι αρχίζει ήδη να πραγματοποιείται η προφητεία της Παρθένου για τον εαυτό της: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (Λκ. 1/α: 48). Στο θαυμασμό της γυναίκας του όχλου ο Κύριος απαντα με τη φράση: «Μενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» (Λκ 11/ια: 28).

…η τελευταία πρόταση της περικοπής αποδόθηκε στη νεοελληνική ως εξής: «Μακάριοι μάλλον είναι εκείνοι, που ακούν το λόγο του θεού και τον φυλάττουν». Στην νεότερη έκδοση (2003) η βιβλική εταιρία το μεταφράζει ως εξής τον συγκεκριμένο στίχο.

«Πιο πολύ χαρά σε εκείνους που ακούν τον λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν».

Άρα, είναι πιο μακάριοι από τη μητέρα του Κυρίου οι ακροατές και τηρητές του θείου λόγου.

Βεβαίως, κανείς δεν αμφισβητεί τη σπουδαιότητα και σοβαρότητα της ακροάσεως του θείου λόγου, όταν μάλιστα αυτή συνοδεύεται από την εφαρμογή του. Ωστόσο, είναι εσφαλμένη η πρόταση ότι «μακάριοι μάλλον» είναι οι τηρητές του θείου λόγου παρά η Παναγία.

Το σφάλμα, νομίζω, επικεντρώνεται στην άστοχη μετάφραση της πρώτης λέξεως της προτάσεως, του συνθέτου μορίου «μενούνγε». Ποια είναι η σημασία του; Σύμφωνα με τα λεξικά, το μόριο αυτό αποτελείται από τρεις λέξεις: Από τον αντιθετικό σύνδεσμο μεν, τον συμπερασματικό ουν και το βεβαιωτικό μόριο γε. Στη σύνθεση, οι επιμέρους λέξεις δεν διατηρούν την αρχική τους σημασία. Ο τύπος «μένουν» χρησιμοποιείται κυρίως στην αρχή μιας απαντήσεως. Δηλώνει άλλοτε ισχυρή βεβαίωση και άλλοτε βεβαίωση, η οποία κατά κάποιο τρόπο διορθώνει και συμπληρώνει τη σημασία των προηγουμένων. Το μόριο «γε», εξάλλου, επιτείνει τη σημασία της λέξεως στην οποία προστίθεται. Έτσι στο συγκεκριμένο χωρίο της Καινής Διαθήκης το «μενούνγε» θα μπορούσε να ισοδυναμεί με τα νεοελληνικά «πράγματι», «ναι, μάλιστα», «βεβαιότατα»! Είναι αξιοσημείωτο ότι με την ίδια σημασία αναφέρεται το «μενούνγε» και σε άλλα τρία χωρία της Καινής Διαθήκης: Ρωμαίους 9/θ: 19• 10/ι: 18• Φιλιππισίους 3/γ: 8. Σε όλες τις περιπτώσεις η λέξη «μενούνγε» επιβεβαιώνει τη σημασία
της προηγούμενης προτάσεως και επεκτείνει το νόημά της.

Για να περιορισθώ στο Λκ 11/ια: 28, στο στίχο, που αποτέλεσε την αφορμή του σχολίου αυτού, ο Κύριος απαντώντας στον μακαρισμό της γυναίκας προτάσσει το «μενούνγε» όχι για να αρνηθεί ή να μειώσει το θαυμασμό προς την μητέρα του. «Ουκ αρνείται την κατά φύσιν συγγένειαν, αλλά προστίθησι της κατ αρετήν», σχολιάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, (Εις το κατά Ματθαίον 45,1). θέλει να πει ο Κύριος ότι συμφωνεί απόλυτα και αποδέχεται ως ειλικρινή και άδολη τη λαϊκή έκφραση του θαυμασμού προς την μητέρα του. Επιπλέον, με όσα λέγει στη συνέχεια θέλει να οδηγήσει τη σκέψη των ακροατών του σε κάτι υψηλότερο. Το νόημα των λόγων του ειναι: «Ναί, μάλιστα βέβαια! Μακαρία η μητέρα μου, όπως λες, αλλά κι εγώ σου λέω ότι μακάριος είναι εκείνος, που ακούει το θείο λόγο μου και τον τηρεί».

Β. Ερμηνεία της λέξης πρωτότοκος

Στο γλωσσάριο που ακολουθεί το μεταφρασμένο κείμενο της Καινής Διαθήκης δίνονται κάποιες ερμηνείες σε ορισμένους θεολογικούς όρους.

Στην σελ.698 διαβάζουμε την ερμηνεία της λέξης «πρωτότοκος» που είναι παραπομπή του στίχο 25 του πρώτου κεφαλαίου του κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο(«έτεκε τον Υιόν Αυτής τον πρωτότοκον» σελ.6).Η ερμηνεία που γράφεται είναι η παρακάτω.

«πρωτότοκος: Η αναγνώριση ότι η ζωή ανήκει στο Θεό επέβαλλε την προσφορά των «πρωτοτόκων ζών ως θυσία. Την προσφορά των πρωτοτόκων των ανθρώπων αντικαθιστούσε στον Ισραήλ η αφιέρωση λευιτών στο Θεό ως ιερέων».

Σχόλια

Η ερμηνεία αυτή, πολύ παραπλανητική δεν ερμηνεύει γιατί ο Ιησούς Χριστός χαρακτηρίστηκε ως «πρωτότοκος», αφήνοντας εύκολα να εννοηθεί ότι θα υπάρχουν και δευτερότοκοι. Λέγει ο Μ.Βασίλειος.«ου πάντως ο πρωτότοκος προς τους επιγινομένους έχει την σύγκρισιν αλλ’ ο πρώτος διανοίγων μήτραν, πρωτότοκος ονομάζεται» (βλ. και Έξοδ. λδ’ 19-20).

Αλλά το «πρωτότοκος», δεν σημαίνει εδώ τον πρώτον τόκον, μεθ’ ον έπονται και άλλοι, αλλά τον «Μόνον».

Την λέξη δε «πρωτότοκος» την συναντάμε στην Αγ. Γραφή και με την σημασία του αγαπητός, εξαίρετος, εκλεκτός, περιούσιος: «Συ δε ερείς τω Φαραώ. Τάδε λέγει Κύριος, υιός πρωτότοκός μου Ισραήλ» (Έξοδ. δ’ 22), ως και: «Πανηγύρει και εκκλησία. πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» (Έβρ. ιβ’ 22), ως και «Πρωτότοκον εν πολλοίς αδελφοίς» (Ρωμ. η’ 29).

Και πράγματι, ο Κύριος είναι ο Υιός του Θεού. Ως άνθρωπος όμως είναι «πρωτότοκος» μεταξύ πολλών αδελφών, ημών των χριστιανών, που αναγεννήθηκαν με την πίστη σε Αυτόν και υιοθετήθηκαν από τον Θεό με το Άγιο Βάπτισμα. «Ελάβομεν εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωάν. α’ 12) και ως τοιαύτα τέκνα, εχωμεν πρωτότοκον αδελφόν τον Κύριον, «Τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν» (Έβρ. ιβ’ 2).

Ακόμη ο Κύριος λέγεται, «Πρωτότοκος εκ των νεκρών» (Κολ. α’ 18, Αποκ. α’ 5), και «πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (όχι πρωτόκτιστος) (Κολ. α’ 15). Και «πρωτότοκος εκ νεκρών» λέγεται, διότι Αυτός πρώτος έσπασε τα δεσμά του Άδου «αναστηθείς και δωρήσας την ζωήν και την ανάστασιν εις τους εις Αυτόν πιστεύοντας (Ιωάν. ια’ 25-26). «Πρωτότοκος δε πάσης κτίσεως», λέγεται, διότι είναι ο προαιώνιος γεννηθείς υπό του Πατρός πριν ή δημιουργηθεί οιαδήποτε κτίσις «ορατή ή αόρατος».

Ούτως ο Θεός Πατήρ θέλησε, ίνα ο μονογενής Αυτού Υιός και Λόγος «γένηται εν πάσιν αυτός «πρωτεύων» (Κολ. α’ 18). «Πρωτότοκος» του Θεού Πατρός (Εβρ. α’ 6). «Πρωτότοκος» της Μητρός Αυτού (Ματθ. α’ 25). «Πρωτότοκος» εν πολλοίς αδελφοίς (Ρωμ. η’ 26).«Πρωτότοκος» εκ νεκρών (Κολ. α’ 18, Αποκ. α’ 5).«Πρωτότοκος» πάσης κτίσεως, (Κολ. α’ 15) και δημιουργός των πάντων, κατά το: «Πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν» (Ιωάν. α’ 1).

Γ. Οι αδελφοί τού Χριστού

ΜΑΤΘΑΙΟΣ 1/Α΄: 18

Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ην. Μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τω Ιωσήφ, πριν η συνελθείν αυτούς, ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου».

Μετάφραση Β.Ε.«Η γέννηση του Ιησού Χριστού έγινε ως εξής.Η μητέρα του η Μαρία αρραβωνιάστηκε με τον Ιωσήφ .Προτού όμως συνευρεθούν έμεινε έγκυος με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος»

ΣΧΟΛΙΑ. Το ότι βρέθηκε έγκυος πριν «συνέλθουν» σε σεξουαλική πράξη, δεν σημαίνει ότι μετά «συνήλθαν». Βλέπετε πουθενά εκεί κάτι που να λέει ότι μετά «συνήλθαν»; Εδώ το σημείο που τονίζεται, είναι το ότι ο Χριστός δεν ήταν γιος του Ιωσήφ, και ότι η Μαρία ήταν παρθένος! Δεν υπονοείται τίποτα περισσότερο. Το ίδιο συμβαίνει και με το παρακάτω εδάφιο που θα δούμε. Εκεί θα δούμε και την απάντηση και για τα δύο.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ 1/Α΄: 25

«και ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν».

Μετάφραση Β.Ε. «Και δεν είχε συζυγικές σχέσεις μαζί της ωσότου γέννησε το γιό της τον πρωτότοκο και του έδωσε το όνομα Ιησούς».

Σχόλια. Και εδώ επίσης, το σημείο που τονίζει ο Ευαγγελιστής είναι ότι ο Χριστός δεν ήταν γιος του Ιωσήφ. Δεν λέει τίποτα για τη σχέση τους μετά. Παρ’ όλα αυτά οι Προτεστάντες ΥΠΟΘΕΤΟΥΝ ότι τα δύο προηγούμενα χωρία, γράφουν κάτι περισσότερο.

Υποθέτουν ότι οι φράσεις: «πριν η εισελθείν αυτούς» και «έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον», υπονοούν ότι ΜΕΤΑ είχε συζυγικές σχέσεις η Παναγία με τον Ιωσήφ.

Εδώ γίνεται κακή ερμηνεία της λέξεως «εως» και «έως ού».

Στο παρακάτω εδάφιο για παράδειγμα το «έως», δεν υπονοεί τίποτα. Είναι το τελευταίο εδάφιο του Ματθαίου: Ματθαίος 28/κη΄ 20. Εκεί λέει ο Ιησούς: «…και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος».

Δηλαδή επειδή λέει: «έως», πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Κύριος μετά τη συντέλεια του αιώνος δεν θα είναι μαζί μας; Είναι ακριβώς η ίδια διατύπωση. Όπως αυτό το «έως» δεν κρύβει κάποιο συμπέρασμα, ούτε τα προηγούμενα κρύβουν. Άλλωστε, θα ρωτήσουμε κάτι κι εμείς: Αν υπήρχε κάποια σαφής δήλωση για κάποια μετέπειτα σεξουαλική σχέση του Ιωσήφ με την Παναγία, δεν θα τη χρησιμοποιούσαν οι Προτεστάντες; Γιατί να καταφεύγουν σε υποθέσεις; Δεν θα χρησιμοποιούσαν σαφή στοιχεία;

Ένα από πολλά όμοια εδάφια, λέει τα εξής: «Ουχ ούτός εστίν ο του τέκτονος υιός, ουχί η μήτηρ αυτού λέγεται Μαρία και οι αδελφοί αυτού Ιάκωβος και Ιωσής και Σίμων και Ιούδας, και αι αδελφαί αυτού ουχί πάσαι προς ημάς εισι;» (Ματθαίος 13/ιγ΄ 55 – 56, Μάρκος 6/ς΄ 3. Λουκάς 8/η΄ 19). Το εδάφιο αυτό χρησιμοποιούν οι Προτεστάντες, για να πουν ότι η Παναγία είχε άλλα παιδιά.

Η απάντηση όμως εδώ, είναι απλή. Και σήμερα ακόμα, λέμε «αδέλφια» τα ετεροθαλή αδέλφια. Το ότι όλοι νόμιζαν τον Ιησού ως γιο του Ιωσήφ, δεν σημαίνει ότι ο Ιωσήφ ήταν πραγματικός του πατέρας! Το ίδιο συμβαίνει και με τα αδέλφια του. Αν με βάση αυτό το εδάφιο οι Προτεστάντες κατανοούν ότι εδώ μιλάει για πραγματικά του αδέλφια, ας κατανοήσουν και ότι είναι γιος τού Ιωσήφ, και όχι τού Θεού.

Προσέξτε και κάτι άλλο: Στην Αγία Γραφή, «αδέλφια» λέγονται και οι μακρινότεροι συγγενείς, και όχι μόνο τα παιδιά των ιδίων γονιών. Δέστε ένα παράδειγμα από τον Αβραάμ και το Λωτ. Ο Αβραάμ ήταν θείος του Λωτ, όμως η Αγία Γραφή τους λέει: «αδέλφια». Βρίσκεται στο εδάφιο: Γένεσις 13/ιγ΄ 8. Εκεί λέει ο Αβραάμ στο Λωτ: «…άνθρωποι αδελφοί ημείς εσμέν».

Άλλο παράδειγμα, από πολλά που θα μπορούσαμε να πούμε: «Είπε δε Λάβαν τω Ιακώβ, ότι γαρ αδελφός μου εί, ου δουλεύεις μοι δωρεάν». Δεν ήταν όμως αδελφός του, με τη σημερινή έννοια!

Δέστε ένα άλλο παράδειγμα, στο χωρίο: Λουκάς 2/β΄ 48. Εκεί η ίδια η Παναγία, λέει στον Ιησού για τον Ιωσήφ: «Ιδού ο πατήρ σου καγώ οδυνώμενοι εζητούμέν σε». Δηλαδή επειδή η Μαρία ονομάζει τον Ιωσήφ: «πατέρα» του Ιησού, σημαίνει ότι ήταν πράγματι πατέρας του; Ή δεν το γνώριζε εκείνη ότι δεν ήταν πατέρας του; Το ίδιο συμβαίνει και με τα «αδέλφια» του Ιησού. Ήταν παιδιά του Ιωσήφ από άλλο γάμο.

Επίσης, το ότι σε άλλο εδάφιο η Παναγία αναφέρεται ως: «γυναίκα» του Ιωσήφ, δεν σημαίνει ότι την παντρεύτηκε. Αυτό φαίνεται στο Ματθαίος 1/α΄ 18 – 20, όπου ενώ στο 19 και 20 αναφέρεται δύο φορές ως: «γυναίκα» του Ιωσήφ, στο 18 ξεκαθαρίζει ότι ήταν «μνηστή» του. Συνεπώς, ούτε αυτό το επιχείρημα των Προτεσταντών στέκει.

Σε αντίθεση όμως με όλες αυτές τις Προτεσταντικές θεωρίες και παρανοήσεις, η Εκκλησία (όπως διέσωσε την Αγία Γραφή), έχει διασώσει και πολλά άλλα στοιχεία για το τι συνέβη τότε. Ας δούμε λίγα στοιχεία για τις συγγένειες τού Ιωσήφ, ίσα – ίσα για να καταλάβουμε τι συνέβη:

Ιάκωβος πατέρας του Ιωσήφ

Κλωπάς, αδελφός του Ιωσήφ

Ιωσήφ, μνηστήρας της Μαρίας.

Ιάκωβος, Ιωσής, Ιούδας, Σίμων, Εσθήρ, Μάρθα, Σαλώμη, μερικοί απ’ αυτούς, ήταν παιδιά του ηλικιωμένου Ιωσήφ, από προηγούμενο γάμο.

Μάλιστα, κάποιοι απ’ αυτούς, ήταν παιδιά της Μαρίας του Κλωπά, (Ιωάννης 9/θ΄ 25), η οποία ήταν γυναίκα του αδελφού του Ιωσήφ, του Κλωπά. Αυτή η Μαρία, αναφέρεται στην Αγία Γραφή ως: «Μαρία η του Ιακώβου» (Μάρκος 16/ις΄ 1), και «Μαρία η του Ιακώβου του μικρού και Ιωσή μήτηρ»(Μάρκος 15/ιε΄ 40, Ματθαίος 27/κζ΄ 56). Επίσης αναφέρεται «Η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά» (Ιωάννης 19/ιθ΄ 25).

Σύμφωνα με το παραπάνω εδάφιο, η Μαρία του Κλωπά είναι «σύνννυμφος» της Θεοτόκου, καθώς είναι γυναίκα του αδελφού του Ιωσήφ. Έτσι, και τα παιδιά της σύμφωνα με τον Εβραϊκό ιδιωματισμό που είδαμε και πριν, θεωρούνται ως «αδελφοί» του Ιησού, όπως κι εκείνη ως «αδελφή της μητρός αυτού».

Υπάρχει μαρτυρία του Ηγισίππου, ότι ο Ιούδας και ο Σίμων (Συμεών δεύτερος επίσκοπος Ιεροσολύμων μετά τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο), ήταν παιδιά του Κλωπά, αδελφού του Ιωσήφ και θείου του Ιησού. (Ευσεβίου Εκκλησιαστική Ιστορία βιβλίο Γ΄ κεφ. 32. 1 – 6).

Δ. Από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου

Α ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ 3:11

«Αὐτὸς δὲ ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ ἡμῶν καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς κατευθύναι τὴν ὁδὸν ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς»

ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (Σημ.: Στο εξής Β.Ε) «Ο ίδιος ο Πατέρας μας Θεός και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ας κατευθύνουν τα βήματά μας κοντά σας»’

Ο Ενικός «κατευθύναι» του αρχαίου Ελληνικού κειμένου μεταφράζεται με πληθυντικό !!! Ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί ενικό αριθμό αναφερόμενος στα δύο Πρόσωπα του Θεού Πατρός και του Ιησού Χριστού διότι τα Πρόσωπα αυτά είναι Ομοούσια = Ένας Θεός. Η Βιβλική Εταιρία «διορθώνουν» τον Απόστολο !

Α ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ 4: 16- 17 «ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα»

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Β.Ε «Γιατί, ο ίδιος ο Κύριος με πρόσταγμα, με φωνή αρχάγγελου και με σάλπιγγα Θεού θα κατεβεί από τον ουρανό και αυτοί που πέθαναν πιστοί στο Χριστό θ’ αναστηθούν πρώτοι. Έπειτα, εμάς που θα είμαστε ακόμα στη ζωή, θα μας αρπάξουν σύννεφα μαζί μ’ εκείνους, για να προϋπαντήσουμε τον Κύριο στον αέρα κατά τον ερχομό του· κι έτσι θα είμαστε για πάντα μαζί με τον Κύριο».

Το επίρρημα «πρῶτον» που σημαίνει «πρώτα» μεταφράζεται με το επίθετο «πρώτοι» ! Το ιερό κείμενο λέγει ότι οι Χριστανοί θα αναστηθούν ΠΡΩΤΑ και ΕΠΕΙΤΑ θα αρπαγούν στον ουρανό. Όχι ότι οι Χριστιανοί θα αναστηθούν ΠΡΩΤΟΙ… και κάποιοι άλλοι προφανώς θα αναστηθούν αργότερα όπως λένε διάφορες αιρέσεις που υποστηρίζουν την τμηματική ανάσταση των νεκρών ! Το «πρῶτον» που αφορά την ανάσταση των Χριστιανών λέγεται σε σχέση με το «ἔπειτα» το οποίο αφορά την Αρπαγή. Πρώτα θα αναστηθούν οι Χριστιανοί και μετά θα αρπαγούν. Όχι ότι οι Χριστιανοί θα αναστηθούν Πρώτοι…. Και άρα κάποιοι άλλοι θα ακολουθήσουν αργότερα ! Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο επίρρημα ΠΡΩΤΟΝ και στο επίθετο ΠΡΩΤΟΙ. Ο Απ. Παύλος χρησιμοποίησε επίρρημα και οι μεταφραστές χρησιμοποιούν επίθετο ! Το «πρῶτον» σημαίνει ΠΡΩΤΑ και όχι ΠΡΩΤΟΙ.

Επίσης ο Απόστολος χρησιμοποιεί την λέξη «ἅμα» που σημαίνει ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ. Οι μεταφραστές αποφεύγουν να μεταφράσουν την λέξη αυτή. Οι Χριστιανοί που θα ζουν στην Δευτέρα Παρουσία θα αρπαγούν ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ μαζί με τους αναστηθέντες Χριστιανούς- «ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα»- δεν λέγει το κείμενο ότι οι ζωντανοί θα αρπαγούν κάποια στιγμή «σὺν αὐτοῖς» = τους αναστηθέντες, αλλά «ἅμα σὺν αὐτοῖς» = Ταυτόχρονα μαζί με αυτούς. Αυτό έχει σημασία διότι οι διδάσκοντες διάφορες τμηματικές αναστάσεις και τμηματικές αρπαγές διαψεύδονται από την λέξη ΑΜΑ= Ταυτόχρονα !

ΕΒΡΑΙΟΥΣ 11:21 « Πίστει ᾿Ιακὼβ ἀποθνήσκων ἕκαστον τῶν υἱῶν ᾿Ιωσὴφ εὐλόγησε, καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ράβδου αὐτοῦ»

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Β.Ε «Με την πίστη ο Ιακώβ, όταν πέθαινε, ευλόγησε και τους δυο γιους του Ιωσήφ και προσκύνησε το Θεό ακουμπώντας στην άκρη του ραβδιού του».

Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι ο Ιακώβ «προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ράβδου» = προσκύνησε πάνω στο άκρο της ράβδου, δηλαδή προσκύνησε, τιμητικά ασφαλώς, την ράβδο. Οι μεταφραστές όμως προσθέτουν ανύπαρκτες στο αρχαίο κείμενο λέξεις για να μας πείσουν ότι ο Ιακώβ δεν προσκύνησε την ράβδο αλλά τον Θεό στηριζόμενος στην ράβδο !!! Η τιμητική προσκύνηση αντικειμένων ενοχλεί πολλούς μη Ορθοδόξους.

Επίλογος

Η πίστη στο Ευαγγέλιον της Σωτηρίας δεν είναι πίστη σε κάποιο βιβλίο, αλλά η ζώσα αλήθεια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, την οποίαν κατέλειπεν στους Αγίους Αποστόλους «τη νυκτί η παρεδίδοτο» ως Ευχαριστιακό Δείπνο και όχι ως βιβλίο η ιδεολογικό σύστημα: « Εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου, ο και παρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί η παρεδίδοτο έλαβεν άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και είπε• λάβετε, φάγετε• τούτό μου εστι το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον• τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. ωσαύτως και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι λέγων• τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστίν εν τω εμώ αίματι• τούτο ποιείτε, οσάκις αν πίνητε, εις την εμήν ανάμνησιν. Οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου αν έλθη.» (Α΄Κορ. 11, 23-26)

Η αλήθεια αυτή βιώνεται στην Εκκλησία ως συμμετοχή στο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, ως βρώσις και πόσις και όχι ως θεωρία. Γίνεται δηλαδή μεθεκτή από τους πιστούς με όρους ζωής και δεν είναι θεωρητική σύλληψη.

Η εμπειρία αυτή της αληθείας είναι μια πραγματικότητα που διά των Αποστόλων κληροδοτείται στην Εκκλησία και πραγματώνεται στο Εκκλησιαστικό Σώμα του Χριστού εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια. Καρπός αυτής της δισχιλιετούς Αγιοπνευματικής Παραδόσεως και εμπειρίας είναι η Ιερή Παράδοση των Αγίων Αποστόλων, των Οικουμενικών Συνόδων, Πατέρων, Ομολογητών και Μαρτύρων της Εκκλησίας μας. Το Άγιο Πνεύμα που επέμφθη στους μαθητές του Κυρίου και τους κατέστησε Αποστόλους παραμένει εν τη Εκκλησία και δίδει απλόχερα τα χαρίσματά του εν Αυτή, καθιστώντας «πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών» (Α΄ Κορ. 12, 28). Αυτή είναι η Ιερή Παρακαταθήκη της Εκλησίας μας και μέσα σ’ αυτήν ερμηνεύεται αυθεντικά η Αγία Γραφή. Το Ευαγγέλιο είναι βιβλίο της Εκκλησίας, γράφτηκε από αυτήν με την επιστασία του Αγίου Πνεύματος και μέσα σε αυτήν ερμηνεύεται.

Οι προτεσταντικές και ιδιαίτερα οι νεοπροτεσταντικές οργανώσεις μπορεί να λένε ωραία λόγια, αλλά τι αντιπροσωπεύουν αυτά; Είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι της αλήθειας, το οποίο δεν παρέλαβαν ως ζώσα Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά κάνοντας ένα φοβερό άλμα από το σήμερα στην εποχή των Αποστόλων, δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Τον δε λόγο τους δεν αντλούν από τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά από το βιβλίο. Μάλιστα, ο,τι αντλούν από τη Γραφή δεν είναι το πλήρωμα της αληθείας, ολοκληρωμένη η διδασκαλία, αλλά μόνο ένα μέρος της. Γι’ αυτό ονομάζονται και αιρετικοί∙ γιατί από το πλήρωμα της αληθείας, που έχει αφήσει τους αγλαούς καρπούς του πάνω στη δισχιλιετή παράδοση διαλέγουν (αιρούσιν) μόνο ένα μέρος, ένα κομμάτι, όποιο νομίζουν αυτοί ότι είναι καλό. Κανείς δεν τους έχρισε κήρυκες και διδασκάλους∙ μόνοι τους καπηλεύονται αυτή την ιδιότητα.

«Στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις» (Β΄ Θεσσ. 2,15) κατά τον Θείο Παύλο. Προσέξατε, «μη τις υμάς εξαπατήση κατά μηδένα τρόπον» (Β΄ Θεσσ. 2,3). «Επιμένετε τη πίστει τεθεμελιωμένοι και εδραίοι και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου ου ηκούσατε, του κηρυχθέντος εν πάση τη κτίσει τη υπό τον ουρανόν (Κολ. 1, 21-23). «Ως ούν παρελάβετε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, εν αυτώ περιπατείτε, ερριζωμένοι και εποικοδομούμενοι εν αυτώ και βεβαιούμενοι εν τη πίστει καθώς εδιδάχθητε, περισσεύοντες εν αυτή εν ευχαριστία. Βλέπετε μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών διά της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν» (Κολ. 2, 6-8).

Η Ορθόδοξη πίστη και Λατρεία δεν είναι κατασκεύασμα του εικοστού πρώτου αιώνα∙ δεν είναι ιδεολογικό κατασκεύασμα∙ είναι η ίδια η Αποστολική Παρακαταθήκη που ο Απόστολος των Εθνών Παύλος μας καλεί να κρατήσουμε αλώβητη: «αλλά και εάν ημείς η άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ο ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω». (Γαλ. 1, 7 – 8)

ΠΗΓΗ. ΗΧΩ ΑΡΤΑΣ (έντυπη και ηλεκτρονική μορφή)-ΜΑΧΗΤΗΣ ΑΡΤΑΣ (ηλεκτρονική μορφή)

ΠΗΓΕΣ.

1.]Π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ  Δρ. Θεολογίας, Δρ. Φιλοσοφίας,

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ, 

http://www.impantokratoros.gr/105F441D.el.aspx

2.ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ Ο.Ο.Δ.Ε

3.http://www.symbole.gr

4.Σαλταούρας Χρήστος, ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΟΥ ΨΕΥΔΟΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΣ

5. ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ

            Χρήστος Σαλταούρας

Advertisements

«Προσευχή» στόν Ἅγιο Ἰούδα τόν Θαδδαῖο ἤ ἔντεχνα σχεδιασμένη παγίδα πιστῶν μετά κεκαλυμμένης μαγείας;

 

Μέ ἀφορμή τήν ἑορτή τῆς μνήμης τοῡ Ἀγίου Ἰούδα τοῡ Θαδδαίου (19 Ἰουνίου) ἐπαναδημοσιεύουμε παλαιότερο ἂρθρο σχετικά μέ τήν περιβόητη αὐτή «προσευχή».

Ἐρώτηση:

Μοῦ ἔδωσαν ἕνα φυλλάδιο μέ μία προσευχή τό ὁποῖο σᾶς ἀποστέλλω, ἡ ὁποία τιτλοφορεῖται «Προσευχή στόν Ἅγιο Ἰούδα τό Θαδδαῖο». Ἐγγυᾶται ἀποτελέσματα γιά ὅ,τι ζητήσει κανείς.  Δέν μοῦ ἀρέσει τό γεγονός ὅτι λέει πώς πρέπει «οἱ προσευχές νά ἀπαγγέλλονται 6 φορές τήν ἡμέρα ἐπί 9 ἡμέρες.  Παρακαλῶ σχολιάστε, πρόκειται περί πλάνης; Εὐχαριστῶ ἐκ τῶν προτέρων.

«Αγιώτατε Απόστολε, Άγιε Ιούδα Θαδδαίε, πιστέ υπηρέτη και φίλε του Ιησού, η Ορθοδοξία, σ’ όλον τον κόσμο σε τιμά και σε επικαλείται ως Προστάτη των απελπισμένων υποθέσεων, αυτών για τις οποίες έχει χαθεί κάθε ελπίδα.

Προσευχήσου για μένα. Είμαι τόσο απελπισμένος/η και μόνος/η. Σε ικετεύω κάνε χρήση αυτής της ιδιαίτερης Χάρης που σου έχει δοθεί, να φέρνεις ορατή και γρήγορη βοήθεια όπου δεν υπάρχει καμμία σχεδόν ελπίδα βοηθείας. Βοήθησέ με τούτη την ώρα της ανάγκης, για να μπορέσω να λάβω την παρηγοριά και την βοήθεια της Αγίας Τριάδος, σ’ όλες μου τις ανάγκες, δοκιμασίες, και βάσανα – (εδώ εκφράζετε το αίτημά σας) – και να μπορώ να υμνώ τον Χριστό μαζί με σένα και με όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς.

Υπόσχομαι, ω ευλογημένε Άγιε Ιούδα Θαδδαίε, να ενθυμούμαι πάντοτε αυτή τη μεγάλη Χάρη. Να σε τιμώ πάντοτε, ιδιαίτερα ως τον πιο δυνατό προστάτη μου, και μ’ ευγνωμοσύνη να ενθαρρύνω την ευλάβεια προς εσένα, ΑΜΗΝ.

Είθε το όνομα της Αγίας Τριάδος να λατρεύεται και να υμνείται απ’ όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, στους αιώνες των αιώνων, ΑΜΗΝ.

Είθε το όνομα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, να υμνείται και να δοξάζεται τώρα και παντοτεινά, ΑΜΗΝ.

‘Αγιε Ιούδα Θαδδαίε δεήσου για μας και άκουσε τις προσευχές μας, ΑΜΗΝ.

Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Ιησού Χριστού. Ας είναι ευλογημένο το όνομα της Υπεραγίας και Αειπαρθένου Μαρίας. Ας είναι ευλογημένος ο Άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος.

Σ’ όλο τον κόσμο και σ’ όλους τους αιώνες, ΑΜΗΝ.

Πάτερ Ημών ……

Χαίρε Μαρία Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου.

Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, ο Ιησούς.

Υπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών νυν και αεί και την ώρα του θανάτου ημών, ΑΜΗΝ».

«** Π Ρ Ο Σ Ε Υ Χ Η  Ε Ν Ν Ε Α Η Μ Ε Ρ Ο Υ **

Αυτή η προσευχή λέγεται όταν συναντάμε προβλήματα ή όταν δεν φαίνεται να υπάρχει βοήθεια και έχουμε σχεδόν απελπιστεί.

Οι προσευχές του εννεαημέρου πρέπει να απαγγέλονται εξ (6) φορές την ημέρα, επί εννέα (9) συνεχείς ημέρες. Οι προσευχές εισακούγονται την εννάτη και πριν και ποτέ μέχρι τώρα δεν απέτυχαν. Θα λάβετε τη Χάρη που ζητάτε, όσο απραγματοποίητη κι αν φαίνεται. (υπογραμμίσεις δικές μας).

(Διαδώστε την ευλάβεια στον Άγιο Ιούδα τον Θαδδαίο). Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας έχει γράψει μία Επιστολή η οποία ευρίσκεται στην Καινή Διαθήκη, πριν από την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Την διαδίδετε και αυτή με την παρούσα Ευλογία».

Ἀπάντηση:

Ἀγαπητέ ἀναγνώστη, πρόκειται περί πλάνης. Ὁ Ἰούδας ὁ Θαδδαῖος, ἦταν ἕνας ἀπό τούς δώδεκα Ἀποστόλους καί, ἀπό ὅ,τι φαίνεται (εἶναι λίγα τά βιογραφικά στοιχεῖα πού ἔχουν διασωθεῖ), ἀδελφός τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.

Ἡ παροῦσα προσευχή μᾶς προβλημάτισε πολύ, γιά τέσσερις κυρίως λόγους:

  1. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο «πρέπει» νά ἐκτελεῖται, καί μάλιστα μέ ἐγγυημένα ἀποτελέσματα.
  2. Τά λόγια καί ἡ μορφή της.
  3. Ἡ προέλευσή της, ἡ ὁποία δείχνει νά πηγάζει ἀπό προσευχή τῆς παπικῆς ἐκκλησίας.
  4. Ἡ ἐμμονή της σέ ἕνα ὄνομα «Ἰούδα», καί γενικότερα σέ ἀναβίωση «ἀγνώστων».

1. Προβληματισμός γιά τόν τρόπο ἐκτέλεσης τῆς προσευχῆς

Κατ’ἀρχάς ὅπως πολύ σωστά ἀναφέρεις, καμμία προσευχή δέν «ἐγγυᾶται» ἀποτελέσματα καί μάλιστα μέσα σέ ἕνα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, π.χ. σέ 9 συνεχεῖς ἡμέρες.  Ποιός μπορεῖ νά πεῖ ΠΟΤΕ ὁ Θεός θά ἀποφασίσει νά πραγματοποιήσει τό αἴτημά μας; Εἶναι σάν νά ἐκβιάζω τόν Θεό νά ἐνεργήσει α) ὁπωσδήποτε β) γιά ὁποιοδήποτε θέμα καί γ) ὅποτε θέλω ΕΓΩ. Ἄρα κατεβάζω τόν Θεό στά δικά μου μέτρα καί σταθμά.

α) ὁπωσδήποτε:

Ὁ Κύριος ὅταν προσεύχεται στήν Γεθσημανῆ αἰτεῖται στόν Θεό Πατέρα « .. εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο».  Ἐδῶ δέν λέει «ὁπωσδήποτε», λέει «εἰ δυνατόν». Ἄρα μᾱς διδάσκει ὁ Κύριος στήν Γεθσημανῆ (μαζί καί μέ ἄλλα), ὅτι δέν ἐκβιάζουμε τόν Θεό, ἀκόμα καί ἄν εἴμαστε καί ἐμεῖς «θεοί».  Ἀκόμα, τό αἴτημα τοῦ Κυρίου δέν ἔγινε δεκτό, ἀποδεχόμενος ὁ Ἴδιος τό θέλημα τοῦ Πατρός.  Μέσῳ τῆς προσευχῆς λοιπόν:

  • Αἰτούμεθα, δέν ἐκβιάζουμε,
  • μπορεῖ νά γίνει ἀποδεκτό τό αἴτημά μας μπορεῖ καί ὄχι,(ἴσως καί νά μήν εἶναι γιά τό καλό μας – βλέπε καί ἑπόμενη παράγραφο),
  • ἀποδεχόμαστε τό Θέλημα τοῦ Κυρίου.

β) γιά ὁποιοδήποτε θέμα:

Ὁ ἐμπνευστής τῆς «προσευχῆς» αὐτῆς προτείνει νά τήν λέμε «ὅταν συναντᾶμε προβλήματα, ὅταν δέν ἔχουμε βοήθεια καί ὅταν ἔχουμε ἀπελπισθεῖ».

Καί ἄν αὐτό τό ὁποῖο αἰτοῦμαι δέν εἶναι γιά τό καλό μου; Ἤ εἶναι γιά τό κακό τοῦ ἄλλου; Πάλι δουλεύει ἡ μυστήρια αὐτή «προσευχή τοῦ Ἰούδα»; Ἐγγυᾶται ἀποτελέσματα ἀνεξαρτήτως τοῦ αἰτήματος;  Καί καλά, ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστινός πού ζεῖ μέσα στήν ἐκκλησία, πού ζεῖ ἐν μετανοίᾳ, ἐξομολογεῖται, μεταλαμβάνει τῶν ἀχράντων μυστηρίων … πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν ἔχει βοήθεια «ἀπό κανένα» ἤ νά «ἔχει ἀπελπισθεῖ»; Μήπως ἑπομένως αὐτή ἡ «προσευχή» προσπαθεῖ ἐντέχνως νά βρεῖ «ὀπαδούς» σέ ὅσους Ὀρθοδόξους ἔχουν χαλαρή σχέση μέ τήν ἐκκλησία; Καί ἄν εἶναι ἔτσι, καί οἱ Ἰεχωβάδες τήν ἴδια μέθοδο τῆς χαλαρῆς σχέσης μέ τήν ἐκκλησία δέν χρησιμοποιοῦν γιά νά προσεγγίσουν κάποιους ἀφελεῖς Ὀρθοδόξους;

γ) ὅποτε θέλω ΕΓΩ.

  • Ὁ ἄνθρωπος σήμερα θέλει γρήγορες λύσεις σέ ὅλα.  Ἐδῶ καί τώρα. Δέν λειτουργεῖ ἔτσι ἡ προσευχή.  Ἔτσι λειτουργεῖ ἡ ματαιοδοξία καί πλεονεξία τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμα καί αὐτή ἡ μαγεία.
  • Χρειάζεται πολύ μεγάλη ἁγιότητα γιά νά ἐνεργήσει ὁ Κύριος ἄμεσα σέ ἕνα αἴτημα, καί πάλι ἐάν ὁ Κύριος θελήσει. Μήπως εἴμαστε καί ἐμεῖς Ἅγιοι;
  • Ἡ μοναδική στιγμή στήν Ἱστορία πού ἔγινε «προγραμματισμένη» ἐπίσκεψη τῆς Θείας Χάριτος ἦταν αὐτή τῆς Πεντηκοστῆς, διότι ὁ Κύριος εἶχε προειδοποιήσει τούς μαθητές του ὅτι θά τούς ἀποστείλει τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό πού ἀναφέρει τό φυλλάδιο ὅτι  «θά λάβετε τήν χάρη πού ζητᾶτε ὅσο ἀπραγματοποίητη καί ἄν φαίνεται(!)» θά μποροῦσε νά παραπέμψει ἀκόμα καί σέ πλάνη τύπου πεντηκοστιανῶν. Δηλαδή ὅσο χάρη καί νά ζητήσω θά τήν λάβω;  Ἄρα μπορῶ νά φτάσω καί στήν θέωση ἔτσι ἁπλά;  Ἄρα τί χρειαζόμαστε τήν διδασκαλία τῶν πατέρων, τήν μετάνοια, τήν Θεία Κοινωνία, τήν ἴδια τήν ἐκκλησία τοῦ Κυρίου;  Εἰσερχόμαστε στόν παράδεισο «Θεωμένοι» μέσα σέ 9 ἡμέρες!!  Ἔ καί κάποιος ἄλλος ὑποσχέθηκε «Θέωση» στήν Εὕα σέ μία στιγμή, καί βρέθηκε ἐκτός παραδείσου.
  • Ἕνας μεγαλόσχημος μοναχός κάνει δύο χιλιάδες ἤ καί περισσότερες μετάνοιες καθημερινά, χώρια τά κομποσκίνια, οἱ προσευχές κατ’ ἰδίαν, ἡ «ἀδιάλειπτη» προσευχή, ἡ συμμετοχή του στίς ἀκολουθίες κλπ. Γιά νά συγκρίνουμε τό «6 φορές τήν ἡμέρα ἐπί 9 ἡμέρες μέ τό π.χ 2000 μετάνοιες καί 100 κομποσκοίνια καί 2 ἀκολουθίες τήν ἡμέρα γιά 1,2, 10, 20, 50 χρόνια, ὅλη του τήν ζωή (τοῦ μοναχοῦ). Τί περιμένει; Νά τόν ἀκούσει ὁ Θεός τήν 1η ἡμέρα, τήν 10η, τόν 1ο χρόνο, πότε; Τήν Θεία Χάρη δέν μπορεῖ νά τήν ἐκβιάζει κανείς. Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ἔλαβε τήν χάρη σέ 2 μῆνες ἀπό τότε πού πῆγε στό Ἅγιο Ὅρος νά ἀσκητέψει, καί ὅταν πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ στόν πνευματικό του γιά νά ἐπιβεβαιώσει ἄν τό ὅραμα πού εἶδε ἦταν ἐκ Θεοῦ ἤ ἐκ τοῦ Πονηροῦ, ὁ πνευματικός του, ἀφοῦ τοῦ ἐπιβεβαίωσε ὅτι ἦταν ἐκ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι τοῦ ἰδίου τοῦ εἶχε πάρει 40 χρόνια προσευχῆς γιά νά ἀξιωθεῖ τῆς Χάριτος. Σέ κάποιον λοιπόν παίρνει 2 μῆνες σέ κάποιον ἄλλο 40 χρόνια, σέ ἄλλον ποτέ  …

2. Προβληματισμοί πού προκύπτουν ἀπό τά λόγια καί τήν μορφή τῆς ἰδίας τῆς προσευχῆς.

Ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ προσευχή αὐτή δέν δείχνει κάτι τό ὕποπτο.  Θά μποροῦσε ἐνδεχομένως κανείς, καλῇ τῇ πίστῃ, νά πεῖ αὐτή τήν προσευχή μία φορά στόν Ἅγιο Ἰούδα τόν Θαδδαῖο μέ τό αἴτημά του καί ἄν ὁ Κύριος ἀποφασίσει νά δώσει τήν ἀπάντησή του ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, μέ τήν μεσιτεία τοῦ Ἁγίου Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου, ἄς εἶναι εὐλογημένο. Ὄχι ὅμως καί ἀκολουθώντας τίς ὁδηγίες περί 6 φορῶν τήν ἡμέρα ἐπί 9 ἡμέρες κλπ

Σημεῖα πού προξενοῦν ἐντύπωση:

  • Ἡ χρήση τῆς δημοτικῆς γλώσσας (ὅταν ὅλες οἱ ἐπίσημες παρακλήσεις ἔχουν συνταχθεῖ στήν καθαρεύουσα). Ἀλλά ἄς ἦταν καί στήν καθαρεύουσα, γιατί οἱ λέξεις «Ὀρθοδοξία/Ὀρθόδοξοι» ἀναφέρονται ἐπίμονα 3 φορές στίς λιγοστές (12 περίπου) γραμμές τῆς «προσευχῆς»;  Μήπως ὁ ἐμπνευστής τῆς προσευχῆς αὐτῆς ἔχει ἄγχος νά δώσει «ταυτότητα» Ὀρθοδόξου;
  • Τό σημεῖο τῆς προσευχῆς : « .. νά σέ τιμῶ πάντα ὡς τόν πιό δυνατό προστάτη μου καί μέ εὐγνωμοσύνη νά ἐνθαρρύνω τήν εὐλάβεια πρός ἐσένα ..».  Οὐδέποτε ἕνας Ἅγιος περιμένει ἀπό τόν πιστό ἀνταπόδοση, τί κερδίζει ὁ ὁποιοσδήποτε Ἅγιος ἀπό ἐμᾶς ἤ τήν ὑπόσχεσή μας νά τόν τιμοῦμε ἤ νά διαδίδουμε τό ὄνομά του;  Ἔχει ἀνάγκη ἀνταπόδοσης, ἀναγνώρισης, ἤ δόξας;  Ἰδιαίτερα «ἀνθρωποκεντρικό» καί ἐκκοσμικευμένο τό φρόνημα τοῦ συντάκτη τῆς προσευχῆς, ἐάν ὄχι ἑωσφορικό.
  • Ἡ ὁποιαδήποτε προσπάθεια νά δημιουργήσει κανείς ἕναν «τύπο» προσευχῆς βάσει τῆς ὁποίας ὁ Θεός πρέπει νά λατρεύεται ἐν γένει ἀπό τούς πιστούς εἶναι ἐπικίνδυνο καί ἐκτός παραδόσεως τῆς Ὀρθόδοξου πίστεως.  Σύγχρονοι ὑμνογράφοι σάν τόν μακαριστό Ἁγιορείτη Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, ἔλαβαν ἐπίσημα εὐλογία (ἄδεια), α) γιά νά συνθέσουν ακολουθίες και ὕμνους καί β) γιά νά τούς δημοσιεύσουν.  Ἀλλιῶς θά ἦταν πολύ εὔκολο ὁ καθένας νά ἔκανε αὐθαιρέτως ὅ,τι ἤθελε (ὅπως καί οἱ προτεστάντες).
  • Ἀναρωτιέται κανείς, χάθηκαν τόσες διαθέσιμες παρακλήσεις Ἁγίων, ἤ τῆς Παναγίας μας;  Σέ ὅλο τό λατρευτικό μέρος τῆς ἐκκλησίας μας δέν μπορεῖ νά βρεῖ κανείς παρηγοριά, καί ὁ μόνος τρόπος γιά νά τήν βρεῖ εἶναι ἀπό ἕνα αὐθαιρέτως δημιουργημένο φυλλάδιο; Μία ἐγκεκριμένη παράκληση στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου θά ἦταν ὁπωσδήποτε προτιμότερη καί μέσα στήν λειτουργική τάξη τῆς Ἐκκλησίας.
  • Τό ὅτι ἡ προσευχή αὐτή ἐμφανίζεται ὡς πρόλογος σέ φυλλάδιο μίας τέτοιας παράκλησης πρός τόν Ἰούδα τόν Θαδδαῖο (ἐντέλει ὑπάρχει) καί φέρει τήν ἄδεια τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.(http://www.pigizois.net/latreia/paraklitikoi_kanones/index.htm). Πιθανότατα βρίσκεται ἐκεῖ ἀπό λάθος καί ἡ ἐν λόγῳ Ἱερά Μητρόπολη τῆς Ἰστοσελίδας «pigizois.net» δέν τό ἔχει προσέξει.

3. Ἡ προέλευσή της, δείχνει νά πηγάζει ἀπό προσευχή τῆς παπικῆς ἐκκλησίας.

Βρήκαμε ἑκατοντάδες ἀναφορές στό διαδίκτυο (στήν Ἀγγλική γλώσσα) σχετικά μέ τήν προσευχή αὐτή. Ἴσως ἡ πιό ἐνδιαφέρουσα ἀναφορά εἶναι ἡ ἑξῆς: http://www.catholic-saints.info/catholic-prayers/prayer-to-saint-jude-thaddeus.htm καί μάλιστα γιά 2 λόγους:

  • Προλογεῖ:  “Προσευχή πρός τόν Ἅγιο Ἰούδα τόν Θαδδαῖο, εὐχαριστηθεῖτε ἀπό τίς παρηγορητικές λέξεις αὐτῆς τῆς παραδοσιακῆς Καθολικῆς προσευχῆς!”(«Prayer to Saint Jude Thaddeus, Enjoy the comforting words of this traditional Catholic Prayer»).
  • Τό Ἀγγλικό κείμενο εἶναι σχεδόν ἴδιο μέ τό Ἑλληνικό (!!!). Στό Ἑλληνικό ἔχει προστεθεῖ βέβαια «…ἡ Ὀρθοδοξία, σ’ ὅλον τόν κόσμο σέ τιμᾶ…»,  «…ὑμνεῖται ἀπ’ ὅλους τούς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς..». Φαίνεται δηλαδή νά πήραμε μία μή ὀρθόδοξη προσευχή καί νά τίς δώσαμε εὔκολα «ταυτότητα» ὀρθόδοξης !

Ἄλλοι δείχνουν νά ἀφαιροῦν τήν ἀναφορά στήν Ἁγία Τριάδα, (http://www.stjude-shrine.org/prayers.htm καί http://forums.contracostatimes.com/topic/st-jude-thaddeus-prayer – στήν τελευταία δίδεται μάλιστα ἡ ΙΔΙΑ εἰδική ἔμφαση στόν 9ήμερο τρόπο προσευχῆς) καί ἄλλοι νά ἔχουν συνθέσει ὁλότελα διαφορετική προσευχήhttp://www.mycatholictradition.com/jude-thaddeus.html

Νομίζω πώς ὀφείλουμε νά συμπεράνουμε ὅτι ἡ προέλευση τῆς προσευχῆς αὐτῆς ΔΕΝ εἶναι Ὀρθόδοξη. Κάποιος τήν δανείστηκε ἀπό τούς αἱρετικούς, τήν μετέφρασε στήν νεοελληνική γλῶσσα καί τῆς ἔδωσε Ὀρθόδοξη «Ἰθαγένεια» !!

4. Ἡ ἐμμονή σέ ἕνα ὄνομα «Ἰούδα» καί γενικότερα σέ ἀναβίωση «ἀγνώστων».

Ταπεινῶς φρονοῦμε ὅτι, ὅταν τοποθετήσει κανείς μερικά ἀπό τά κομμάτια τοῦ νεοεποχίτικου “puzzle”, βλέπουμε τά ἑξῆς:

  • «Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα (Ἰσκαριώτου!!)»
  • «Προσευχή τοῦ Ἰούδα (Θαδδαίου – Ἀδελφοθέου)».
  • «Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου».  Θά πεῖτε ποιά ἡ σχέση τῶν παραπάνω; Ἡ ἀναβίωση τῆς λειτουργίας αὐτῆς στίς ἡμέρες μας ἀντιπροσωπεύει τίς τάσεις τῆς «Λειτουργικῆς Ἀνανέωσης» πού ὑπάρχει σήμερα.  Ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος, ἀδελφός κατά σάρκα καί τοῦ Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου καί οἱ δυό μαζί κατά σάρκα ἀδελφοί τοῦ Κυρίου.  Σύμπτωση;

Ἐν τέλει, φαίνεται πώς ἡ Νέα Ἐποχή προσπαθεῖ νά μᾶς μπερδέψει μέ Ἰοῦδες καί ἀδελφούς τοῦ Κυρίου (μέ ὅλη τήν εὐσέβεια πού ὀφείλουμε στόν Ἰούδα τόν Θαδδαῖο καί τόν Ἀπόστολο Ἰάκωβο) πού κατά κάποιο τρόπο ἀντιπροσωπεύουν μία χαμένη πίστη ἤ μία χαμένη ἐκκλησία πού πρέπει νά ἀναβιώσει ἐπί τῶν ἡμερῶν μας γιά νά ἐπιστρέψουμε στίς δῆθεν ρίζες τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Λίγο ἀπόκρυφα εὐαγγέλια, λίγο κώδικας Ντα Βίντσι, λίγο ἀπό ὅλα …

Συμπέρασμα.

Πρόκειται περί πλάνης. Μία προσευχή χωρίς στοιχεῖα Ὀρθόδοξης προέλευσης, ἀντιθέτως μέ στοιχεῖα παπικῆς.

Ὁ τρόπος τοῦ ἐγγυημένου ἀποτελέσματος σέ συγκεκριμένο χρονικό διάστημα παραπέμπει στήν καλύτερη περίπτωση σέ ἀνθρωποκεντρική ἐκκοσμικεύση ἤ, στήν χειρότερη περίπτωση, σέ λευκή μαγεία.  Τό γεγονός ὅτι προλογεῖ τό βιβλιαράκι τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα τοῦ Ἁγίου μᾶς προβληματίζει ἰδιαίτερα· ἡ μόνη λογική ἐξήγηση εἶναι ὅτι ὅποιος εἰσήγαγε τήν «προσευχή» αὐτή στό ἐπίσημο φυλλάδιο τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα (πού φέρει τήν εὐλογία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) τό ἔκανε αὐθαίρετα – ἀφήνοντας νά ἐννοηθεῖ τάχα ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος ἔδωσε εὐλογία καί γιά αὐτό!  Ἀσφαλέστερη ἡ ἀνάγνωση τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα τοῦ Ἁγίου ἤ ἁπλά τό «Ἅγιε Ἰούδα Θαδδαῖε πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν – Ἀμήν» καί χωρίς νά περιμένει κανείς ἄμεσα ἀποτελέσματα ὅπως προαναφέραμε γιά νά μήν ἀποκτήσει ἑωσφορικό φρόνημα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΤΟΥ «ΟΡΘΡΟΥ», ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΟ «Disqus».

1ον ΣΧΟΛΙΟΝ (με κόκκινα όπως υποβλήθησαν).
Ἀγαπητέ ἀναγνώστη, εὐχαριστοῦμε γιά τά σχόλιά σας.
Κατ᾿ ἀρχὰς, μπορεῖ νά κάνω λάθος, στίς παρατηρήσεις σας διακρίνει κανείς εἰρωνεία καί ἐπιθετικότητα μονολόγου. Ὡστόσο θά τό παραθεωρήσω, ἐπισημαίνοντας ὅτι θίγετε ὁρισμένα σημεῖα τοῦ ἐν λόγῳ σχολίου, καὶ μάλιστα ἀπομονώνοντας τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο χωρὶς νὰ προσπαθήσετε νὰ δεῖτε τὸ νόημα ποὺ προκύπτει ἀπὸ τόν  συνδυασμό τους καί χωρὶς νὰ τοποθετηθεῖτε προσωπικὰ ὡς πρός τήν ἀποδοχή τῆς ἐν λόγῳ  προσευχῆς ὡς πλάνης ἤ μή. Αὐτὸ θὰ βοηθοῦσε στὸ νὰ καταλάβουμε, ἂν συμφωνεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας. Μὴ γνωρίζοντας λοιπὸν αὐτὸ θὰ προσπαθήσουμε ὡστόσο νὰ ἀπαντήσουμε στὰ ἐπὶ μέρους σχόλιά σας.
1. Ἐάν μᾶς ἐνοχλεῖ τόσο πολὺ τὸ ὄνομα Ἰούδας προτείνω νὰ τὸ ἀπαλλείψουμε γενικῶς καὶ ἀπὸ τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ νὰ τὸ ἀντικαταστήσουμε μὲ ἕνα ἄλλο περισσότερο εὔηχο.
Δὲν μᾶς ἐνοχλεῖ τὸ ὄνομα Ἰούδας καὶ δὲν νομίζουμε ὅτι προκύπτει αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχική μας ἀπάντηση στὸ ἐρώτημά σας. Τὸ μόνο ποὺ θέλουμε νὰ ποῦμε γύρω ἀπὸ τὸ «Ἰούδας» εἶναι ὅτι κάποιοι προσπαθοῦν ἐσκεμμένα νὰ δημιουργήσουν σύγχυση (χαρακτηριστικό τῆς Νέας Ἐποχῆς) σὲ πρόσωπα καὶ πράγματα. Ὅπως ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος, ἡ μισὴ ἀλήθεια εἶναι χειρότερη ἀπὸ ἕνα μεγάλο ψέμα. Ὁ περισσότερος κόσμος (καλῶς ἢ κακῶς) στὸ ὄνομα «Ἰούδας» ἀναγνωρίζει τὸν Ἰούδα τὸν Ἰσκαριώτη, αὐτὸ εἶναι μία πραγματικότητα ποὺ νομίζω ὅτι οὔτε ἐσεῖς τὴν ἀρνεῖσθε. Τὸ ὅτι κάποιοι προσπαθοῦν νὰ πείσουν ὅτι π.χ. ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ἔγραψε εὐαγγέλιο εἶναι τουλάχιστον οὐτοπία. Τὸ ὅτι ξαφνικὰ ἐμφανίζεται ἕνας ἄλλος Ἰούδας (ὁ Θαδδαῖος – ἄγνωστος στὸ εὐρὺ κοινό, καλῶς ἢ κακῶς!) μὲ μία ἄγνωστη προσευχὴ μέχρι τώρα πρὸς αὐτὸν καὶ μάλιστα βάσει τῆς ὁποίας Ο,ΤΙ καὶ νὰ ζητήσουμε θὰ γίνει 100%, ἐσᾶς τί σᾶς λέει;  Ἐξ ἄλλου ὅπως ἀναφέρουμε καὶ στὸ σχόλιό μας ὁ κίνδυνος μὲ κάτι τέτοια εἶναι νὰ παραπλανηθοῦν ὅσoι ἔχουν χαλαρὴ σχέση μὲ τὴν ἐκκλησία· «Μήπως ἑπομένως αὐτή ἡ «προσευχή» προσπαθεῖ ἐντέχνως νά βρεῖ «ὀπαδούς» σέ ὅσους Ὀρθοδόξους ἔχουν χαλαρή σχέση μέ τήν ἐκκλησία»;
Σημείωση: θεωροῦμε ὅτι ἡ παρατήρησή μας αὐτή παρατίθεται ὡς δευτερεύουσα  γιά  νά προβληματισθοῦμε περί τῶν ἀπανωτῶν «συμπτώσεων» τῆς ἐποχῆς μας -τυχαῖο;- καθώς ἡ ἐρώτηση αὐτή περί τῆς «προσευχῆς» τοῦ Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου  ἀρχικῶς τέθηκε ἀκριβῶς τήν ἴδια χρονική στιγμή πού ὑπῆρξε βομβαρδισμός νεοποχητικῶν μεθοδεύσεων ὄπως ὁ «Κώδικας Ντά Βίντσι», «ἡ ἀνακάλυψη τοῦ οἰκογενειακοῦ τάφου τοῦ Κυρίου !!», «ἡ ἀνακάλυψη τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Ἰούδα», ἡ ἐπιμονή τῆς ἀναβιώσεως τῆς λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου (ἐξοικείωση μέ  παπικά πρότυπα), κλπ…
2. Δεδομένου ὅτι οἱ προσευχὲς στὴν δημοτικὴ εἶναι ὕποπτες, προτείνω νὰ καταδικασθεῖ καὶ ἡ προσευχὴ τῶν μοναχῶν τῆς Ὄπτινα ποὺ ἔχω διαπιστώσει ὅτι κυκλοφορεῖ καὶ εἶναι γραμμένη ἐπίσης στὴν δημοτική.
Ἐὰν εἶστε λάτρης τῆς λειτουργικῆς ἀνανέωσης (συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς χρήσης τῆς δημοτικῆς γλώσσας σὲ λειτουργικὰ κείμενα), τότε δυστυχῶς δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε τὸν χαρακτηρισμὸ «ὕποπτες». Ἐὰν ὄχι, τότε τὸ παράδειγμα ποὺ ἀναφέρετε δὲν εὐσταθεῖ, διότι ἡ ἀπόδοση ὁποιασδήποτε προσευχῆς ἀπὸ τὰ Σλαβονικὰ ἢ ἄλλη γλώσσα στὴν δημοτικὴ δὲν καταδικάζει οὔτε ἀναιρεῖ τὴν ἁγιότητα πατέρων τῆς Ὄπτινα οὔτε τῶν προσευχῶν τους. Ἐὰν π.χ. ἡ προέλευση τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου (χωρὶς τὶς ὁδηγίες περὶ ἐννεαημέρου καὶ ἐγγυημένων ἀποτελεσμάτων) ἦταν (ὑποτεθείσθω) τῶν Πατέρων τῆς Ὄπτινα, τότε ἡ ἀπόδοση στὴν δημοτικὴ πιθανότατα δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο «ὕποπτη». Ἡ μὴ ξεκάθαρη ἀναφορὰ ὅμως γιὰ τὴν προέλευσή της σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ χρήση τῆς δημοτικῆς γλώσσας, βεβαίως καί  τὴν καθιστᾶ «ὕποπτη»!
3. Δεδομένου ὅτι κάθε τί ποὺ εἶναι ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία εἶναι ὕποπτο ὡς αἱρετικὸ, προτείνω νὰ ἀποκηρύξουμε καὶ ὅλους τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία ἐπίσης δέχεται.
Τί προσπαθεῖτε νὰ πεῖτε ἀκριβῶς; Τί θὰ πεῖ ὅτι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία «δέχεται» κάποιους Πατέρες τῆς Ὀρθοδόξου; Ἐὰν τοὺς δεχόταν πραγματικὰ δὲν θὰ δεχόταν καὶ τὴν διδασκαλία τους καὶ τὴν δογματική τους; Ἀλλὰ σὲ μία τέτοια περίπτωση θὰ ἐξακολουθοῦσαν νὰ εἶναι αἱρετικοί; Πέραν τούτου, μᾶλλον ἀναφέρεσθε στοὺς Ἁγίους μας ποὺ προκύπτουν ὡς «κοινῶς ἀποδεκτοί» πρίν ἀπό  τὸ Σχίσμα, διότι δὲν γνωρίζουμε Ὀρθοδόξους Πατέρες ποὺ «ἀναγνωρίσθηκαν» ἀπὸ τὸ Βατικανό, ἀλλὰ … οὔτε καὶ Παπικοὺς πατέρες ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησία – μετὰ τὸ Σχίσμα. Ἀλλὰ καὶ τὸ «κοινῶς ἀποδεκτοί» τί σημαίνει γιὰ τὴν Παπικὴ ἐκκλησία; Τὴν δυνατότητά της νὰ ἀναδείξει ἁγίους σήμερα, ἢ νὰ ἐμπνεύσει ἐν Πνεύματι Ἁγίω; Ἐσεῖς πιστεύετε ὅτι κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Παπικὴ Ἐκκλησία ἤ τὸ ἑωσφορικὸ πνεῦμα τῆς πλάνης; Καὶ ἐν πάσει περιπτώσει, ἀναφερόμαστε καὶ σὲ κάποιες (ἀπὸ τὶς πάμπολλες) ἀποδείξεις τοῦ διαδικτύου ποὺ πιστοποιοῦν τὴν παπική προέλευση αὐτῆς τῆς προσευχῆς. Ἐσεῖς θεωρεῖτε ὅτι ἡ προέλευσή της δὲν ἔχει καμμία σημασία; Δὲν τὸ θεωρεῖτε ἀνησυχητικό; Ὁ χαρακτηρισμὸς «ὕποπτη» εἶναι ποῦ σᾶς ἐνοχλεῖ;  Ἂν ναί, ἂς ἀλλάξουμε τὸν χαρακτηρισμὸ ὡς «ἀθώα» – ἀλλάζει τὸ γεγονός τῆς παπικῆς προελεύσεώς της;
4. Δεδομένου ὅτι ὁ Θεὸς καὶ οἱ Ἅγιοι δὲν ζητοῦν ἀνταπόδοση, προτείνω νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ ὅλα τὰ ἱερὰ καὶ λειτουργικά μας κείμενα ἀναφορὲς ποὺ δίδουν τὴν ἐντύπωση ἀνταπόδοσης.  Π.χ. στοὺς ψαλμοὺς τοῦ Δαβὶδ συχνὰ ὁ ψαλμωδὸς ὑπόσχεται στὸν Θεὸ ὅτι θὰ ἀνταποδώσει αἰνώντας τὸν Κύριο, ἐξομολογούμενος τὴν εὐεργεσία του στὴν Ἐκκλησία κλπ.  Κατανοῶ ἀπὸ τὰ ἐδῶ γραφόμενα ὅτι ὁ Προφήτης Δαβὶδ ἐπλανήθη.
Ἐδῶ φαίνεται νὰ μπερδεύετε ἐν ἀγνοίᾳ σας ἤ μᾶλλον νὰ ἀπομονώνετε τὴν ἔννοια τῆς «ἀνταπόδοσης» ἀπὸ αὐτὴν τῆς «ἐξασφάλισης» τοῦ ἀποτελέσματος, κάτι τὸ ὁποῖο εὔχομαι νὰ ἀποδόθηκε σωστὰ ἀπὸ ἐμᾶς καὶ κατὰ τὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ στὸ σχόλιό μας. Μόνη της ἡ «ἀνταπόδοση» καὶ ὑπὸ συνθῆκες (ὅπως αὐτὲς τοῦ Δαυΐδ) εἶναι ἕνα πράγμα. Ἄν ἀπομονώσουμε ὅμως τὴν «ἀνταπόδοση» ἀπὸ τὴν «ἐξασφάλιση» τοῦ ἀποτελέσματος τότε ἀλλοιώνεται τὸ νόημα. Ὁ συνδυασμὸς καί τῶν δύο εἶναι τὸ κακὸ καὶ πέραν τούτου ἡ «ἐξασφάλιση» καὶ ἀπὸ μόνη της σὲ πεπερασμένο καὶ ὁρισμένο χρονικὸ διάστημα (9 ἡμερῶν) παραπέμπει 100% στὴ λευκὴ μαγεία.  Ἡ προέλευση τῶν ψαλμῶν τοῦ Προφήτη Δαβὶδ εἶναι ἀπολύτως γνωστή, καὶ ὅπως δείχνετε νὰ γνωρίζετε, δὲν ὑπάρχει ἀκολουθία τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ποὺ νὰ μὴν συμπεριλαμβάνει ἀποσπάσματα αὐτῶν. Ποιά εἶναι ὅμως κατ᾿ ἐσᾶς ἡ προέλευση τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου; Ἀπὸ ποῦ προκύπτει ἡ θεόπνευστη ἐγκυρότητά της; (ἀφοῦ καὶ ἐσεῖς ὁ ἴδιος ἀποδέχεσθε τήν ὀρθόδοξη ὑμνογραφία μέ τήν κτητική ἀντωνυμία ¨μας¨πού χρησιμοποιήσατε, ἀλλά καί ἐπειδή ἀντιπαραθέσατε τὸν Δαυΐδ, ἄρα ἀνεβάσατε ἀπό μόνος σας τὸν «πήχη»). Ποιὸς ἀποφασίζει γιὰ τὸ ἂν πρέπει ἢ ὄχι νὰ συμπεριληφθεῖ ἐπίσημα (ἔστω καὶ ὡς πρόλογος) σὲ ἕναν παρακλητικὸ κανόνα; Σίγουρα ἡ ἀπόφαση θά ἔπρεπε νά προέρχεται ἀπό ἁγίους Πατέρες σάν αὐτούς  ποὺ συμπεριέλαβαν καὶ τοὺς ψαλμοὺς τοῦ Δαυΐδ στὶς ἀκολουθίες μας καί ὄχι ἀπό ἕναν κοσμικό νοῦ πού ἐνεργεῖ πολλάκις αὐθαιρέτως…
5. Δεδομένου ὅτι ἡ δημιουργία τύπου προσευχῆς εἶναι ἀνορθόδοξη προτείνω νὰ κάψουμε τὸ Ὡρολόγιο ποὺ εἶναι γεμάτο ἀπὸ τύπους προσευχῆς.
Θέλετε νὰ πεῖτε ὅτι στὶς προσευχὲς τοῦ Ὡρολογίου ὑπάρχει ἡ ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ ἐγγυήσεως ὅτι «θὰ λάβετε (ὁπωσδήποτε) τὴ Χάρη ποὺ ζητᾶτε, ὅσο ἀπραγματοποίητη κι᾿  ἂν φαίνεται (καὶ μάλιστα σὲ ἐννέα ἡμέρες)»; Διότι ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε νὰ συμπεριμβάνονται στὸ Ὡρολόγιο τέτοιου «τύπου» προσευχές.
6. Δεδομένου ὅτι τὸ νὰ αἰτούμεθα ἐκπλήρωση αἰτημάτων μας –ὄχι βεβαίως ἐφαμάρτων ἀλλὰ νομίμων– εἶναι ἐγωιστικὸ καὶ πλανεμένο, προτείνω νὰ καταργηθοῦν οἱ παρακλήσεις πρὸς τὴν Παναγία μας διότι οὐσιαστικὰ δι᾿ αὐτῶν αἰτούμεθα ἀκριβῶς αὐτὸ — ἐκπλήρωση προσωπικῶν αἰτημάτων.
Δείχνετε νὰ διαβάσατε τὸ ἄρθρο μας μᾶλλον … βιαστικὰ – ἀναφέρουμε: «Ἀναρωτιέται κανείς, χάθηκαν τόσες διαθέσιμες παρακλήσεις Ἁγίων, ἤ τῆς Παναγίας μας Σέ ὅλο τό λατρευτικό μέρος τῆς ἐκκλησίας μας δέν μπορεῖ νά βρεῖ κανείς παρηγοριά, καί ὁ μόνος τρόπος γιά νά τήν βρεῖ εἶναι ἀπό ἕνα αὐθαιρέτως δημιουργημένο φυλλάδιο; Μίαἐγκεκριμένη παράκληση στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου θά ἦταν ὁπωσδήποτε προτιμότερη καί μέσα στήν λειτουργική τάξη τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπιπλέον, γιὰ μία ἀκόμα φορά ἀπομονώνετε «τὸ νὰ αἰτούμεθα ἐκπλήρωση αἰτημάτων μας» – εὔχομαι ὄχι ἐσκεμμένα. Γιὰ μία ἀκόμα φορά καί ἐμεῖς σᾶς ἀναφέρουμε ὅτι τὸ πρόβλημα ἔρχεται σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν «ἐξασφάλιση» τοῦ ἀποτελέσματος καὶ μάλιστα σὲ ἐννέα ἡμέρες, πού παραπέμπει σέ τεχνικές μαγείας.
Ἀκόμα, ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι σέ ὅλες τίς παρακλήσεις τῶν ἁγίων μας, ἤ τῆς Θεοτόκου, δέν ζητοῦμε συγκεκριμένα πράγματα καί χάρες παρά μόνο τήν συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν κατά τό «ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».  Μπορεῖ στίς παρακλήσεις νά ἀναφέρονται περιστατικά καί θαύματα ἤ καί «εἰδικότητες» τῶν ἁγίων ὅμως καί πάλι ἀναφέρονται κατά τρόπο ὥστε νά ποῦμε στόν Ἅγιο ἤ τήν Παναγία ἐμμέσως ὅτι «Ἐσύ πού ἔχεις κάνει πολλές φορές τό θαῦμα αὐτό, ἔχεις τή δύναμη νά τό κάνεις καί σέ ἐμένα».  Ποτέ στίς παρακλήσεις δέ ζητᾶμε εὐθέως χάρες.
Ἐπίσης σέ ὅλες τίς παρακλήσεις εὐχόμαστε κυρίως διά τοῦ «Ἅγιέ τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν» ἀναγνωρίζοντας ὅτι ὁ ἅγιος δέν θαυματουργεῖ, ἀλλά ζητᾶ, πρεσβεύει, ἐνῶ ἡ «εὐχή» αὐτή δίνει στόν ἀπόστολο Ἰούδα «ἐξουσία» καί προτρέπει καί σέ λατρεία τοῦ ἴδιου του Ἁγίου.
7. Τέλος ἀφοῦ ἡ ἐκπλήρωση τῶν αἰτημάτων μίας προσευχῆς, ὅταν γίνεται ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν πληροῦν τὶς προδιαγραφὲς ἁγιότητος τοῦ συγγραφέως ἀποτελεῖ ἔνδειξη ὅτι αὐτὴ ἀποτελεῖ λευκὴ μαγεία, προτείνω νὰ στηλιτεύεται δημοσίως κάθε περίπτωση στὴν ὁποία ὁ Ἅγιος Ἰούδας ἀνταποκριθεῖ ἐν τέλει στὴν προσευχὴ ποὺ θὰ τοῦ ἀπευθύνει πιστὸς — πρὸς γνώση καὶ συμμόρφωσή του.
Πρὸς ἀπάντησή σας, ἀναφέρουμε γιὰ μία ἀκόμα φορά ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἄρθρο μας, τὰ ὁποῖα δείχνετε νὰ ἀγνοεῖτε συστηματικά: «Ἀσφαλέστερη ἡ ἀνάγνωση τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα τοῦ Ἁγίου ἤ ἁπλά τό «Ἅγιε Ἰούδα Θαδδαῖε πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν – Ἀμήν» καί χωρίς νά περιμένει κανείς ἄμεσα ἀποτελέσματα ὅπως προαναφέραμε γιά νά μήν ἀποκτήσει ἑωσφορικό φρόνημα».
Τό «Ἀσφαλέστερη» ὑπάρχει πρός ἀποφυγή πλάνης. Τά δέ «ἀνάγνωση τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα τοῦ Ἁγίου» καί  «Ἅγιε Ἰούδα Θαδδαῖε πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν – Ἀμήν», ἐκφράζουν τήν  ἀποδοχή μας τοῦ Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου ὡς Ἀποστόλου καί Ἁγίου καθώς καί τήν ἱκετευτική  μας προσευχή πρός αὐτόν γιά ὁποιοδήποτε αἴτημά μας, ὅμως  «χωρίς νά περιμένει κανείς ἄμεσα (καί ἐκβιαστικά, καί σέ 9 ἡμέρες) ἀποτελέσματα ὅπως προαναφέραμε, γιά νά μήν ἀποκτήσει ἑωσφορικό φρόνημα»!
Δὲν θελήσαμε νὰ θέσουμε οὔτε νὰ «ἐπιδείξουμε» κάποιες προδιαγραφὲς ἁγιότητος καὶ τὸ σχόλιό σας μᾶς λυπεῖ.  Διαβάζοντας ὅμως προσεκτικὰ ΟΛΟ τὸ ἄρθρο μας τελικὰ ἴσως νὰ προκύπτουν κάποιες «προδιαγραφές» ὅπως θέλετε νὰ τίς ἐννοεῖτε. Ἀναφέρουμε: «Σὲ κάποιον λοιπὸν (ἡ ἔλευση τῆς χάριτος) παίρνει 2 μῆνες σὲ κάποιον ἄλλο 40 χρόνια, σὲ ἄλλον ποτὲ …». Ἄρα, τελικὰ ναὶ … ὑποσυνείδητα θέσαμε «προδιαγραφές»: Ἀπὸ 2 μῆνες ἕως 40 χρόνια, ἕως ποτέ· καλύψαμε δηλαδὴ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὸν πιὸ ἁμαρτωλὸ μέχρι καί τὸν πιὸ ἅγιο … σέ αὐτήν τήν ἀνθρωπότητα ἀνήκουμε καί ἐμεῖς μέ δικαίωμα προσευχῆς!
Ἐὰν πιστεύετε ὅτι στίς συγκεκριμένες προτάσεις , ὅπως ἀκριβῶς λέει τό ἐν λόγῳ  φυλλάδιο  «οἱ προσευχὲς τοῦ ἐννεαημέρου πρέπει νὰ ἀπαγγέλλονται ἕξι (6) φορὲς τὴν ἡμέρα, ἐπὶ ἐννέα (9) συνεχεῖς ἡμέρες. Οἱ προσευχὲς εἰσακούγονται τὴν ἐνάτη καὶ πρὶν καὶ ποτὲ μέχρι τώρα δὲν ἀπέτυχαν. Θὰ λάβετε τὴ Χάρη ποὺ ζητᾶτε, ὅσο ἀπραγματοποίητη κι ἂν φαίνεται. (ὑπογραμμίσεις δικές μας)»,  δὲν ὑπάρχει ἔμμεση παραπομπή στὸν ἀποκρυφισμὸ ἢ στὴ λευκὴ μαγεία … δὲν ἔχουμε νὰ προσθέσουμε κάτι ἄλλο, μᾶλλον ἀγνοεῖτε τίς πρακτικές μαγείας – τό ὁποῖο δέν εἶναι ἀπαραίτητα κατακριτέο!
Δέν μποροῦμε νά παραλείψουμε καί τό γεγονός ὅτι ὁ κληρικός ὁ ὁποῖος, ὅπως φαίνεται ἀπό τίς ἐπιστολές τοῦ ἁγίου Ἠλείας πρός τόν Ἱσπανίας  νά εἶναι ὑπεύθυνος γιά τήν διάδοση τῆς εὐχῆς αὐτῆς (ἀπό τήν Ἀγγλική ἔκδοση τῆς προσευχῆς στήν Ἑλληνική) εἶναι ταυτόχρονα καί Βελονιστής ὅπως φαίνεται, ἀφοῦ ὑπογράφει ὡς «Πρωτοπρεσβύτερος π. Βαρθολομαῖος (Ἀθανάσιος) Ἀρσενίου, Νομικός, π. Μέλος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Θεσ/νίκης, Ἰατρός, τ. Ἐπιμελητής Ε.Σ.Υ., Μέλος τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Θεσ/νίκης, Ἐξειδικευθείς στίς Ἄνοιες-Νόσο Alzheimer, στόν Χρόνιο Νευροπαθητικό Πόνο, Βελονιστής, Ὑψηλό Μέλος τῆς Βρετανικῆς Ἰατρικῆς Ἑταιρείας (BMAS-ICMART)».
Νομίζουμε ὅτι τό σημεῖο αὐτό εἶναι σημαντικό γιά νά καταδείξει ὅτι ὅταν πάσχεις περί τήν πίστη σέ ἕνα θέμα, πάσχεις γενικῶς, ἀφοῦ ἐπηρεάζεται τό βίωμά σου, τό ἦθος σου, μέ τό ὁποῖο τό δόγμα εἶναι ἀναπόσπαστο.
Κλείνοντας, θά ξαναθέσουμε τό ἐρώτημα «Μήπως ἑπομένως αὐτή ἡ «προσευχή» προσπαθεῖ ἐντέχνως νά βρεῖ «ὀπαδούς» σέ ὅσους Ὀρθοδόξους ἔχουν χαλαρή σχέση μέ τήν ἐκκλησία»;
Ὁ λόγος ἑπομένως (ἀπαντώντας ἀρχικὰ σὲ ἐρώτημα ἀναγνώστου μας) εἶναι περὶ ἀποφυγῆς πλάνης καὶ ὄχι περὶ καταδίκης τῆς ὁποιασδήποτε παρακλήσεως ἤ αἰτήματος ἑνὸς πιστοῦ, γιά τήν ὁποία (καταδίκη) καί ἀναρωτιόμαστε ἀπὸ ποῦ προκύπτει στὸ ἀρχικό μας ἄρθρο.
Σᾶς εὐχόμαστε ὁ Θεός, καί διά τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου, νά σᾶς εὐλογεῖ.

πηγή:  orthros.eu

Ο Επίσκοπος και η λειτουργική παράδοση

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΜΦΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
[Εισήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου κ. Δημητρίου στο Α΄ Λειτουργικό Συνέδριο
που έλαβε χώρα στην Θεσσαλονίκη, 27 Φεβρ. – 1 Μαρτίου 2002]

α. Μέ την άδεια του Παναγιωτάτου Ποιμενάρχου της θεοσώστου αυτής Μητροπόλεως, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση της Εταιρείας Ορθοδόξων Σπουδών, ευρίσκομαι εν τω μέσω υμών ως εισηγητής του αναγγελθέντος θέματος. Δοξολογώ το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού επί πάσι και για την παρεχόμενη αυτή ευκαιρία καταθέσεως μαρτυρίας. Ευχαριστώ τον Παναγιώτατο για την ευλογία, και υμάς για την πρόσκληση.

 

ΠΡΟΟΙΜΙΑΚΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Αρχίζω με κάποιες διασαφήσεις:

1ον) Τίθεται προς διερεύνηση το θέμα: «ο Επίσκοπος και η λειτουργική Παράδοση», με στόχο «ο Επίσκοπος ως φύλαξ της λειτουργικής Παραδόσεως». Διερεύνηση σημαίνει ότι δεν είναι αυτονόητο το θέμα, αλλά είναι ζητούμενο. Άν δεν ήταν ζητούμενο, θα φαινόταν παράλογο να διερευνήσει κάποιος ένα θεσμό ως προς την ταυτοσημία του. Π.χ. θα μπορούσαμε να διερωτηθούμε πάνω σε θέματα όπως: “ο Επίσκοπος ως επίσκοπος”; “ο Χριστιανός ως χριστιανός”; “ο Ιερεύς ως ιερεύς”; Λοιπόν, φαίνεται πώς δεν είναι αυτονόητο εξ ορισμού ότι ο Επίσκοπος αποτελεί τον φύλακα της Παραδόσεως.

2ον) Το θέμα είναι σπουδαιότατο και ευρύτατο· δεν δύναμαι να το εξαντλήσω. Άλλωστε ευρίσκομαι εν μέσω συγ­κληρικών και συγ­χριστιανών, που θα συνεισφέρουν από ειδική σκοπιά στο θέμα, που επίσης δεν εξαντλείται με ένα συνέδριο.

3ον) Είμαι επίσκοπος. Υποτίθεται πώς οφείλω να αναπτύξω  με κύρος (ως εμβιώσας και ειδήμων) τη σχέση επισκόπου και λειτουργικής παραδόσεως. Πώς όμως θα εκφράσω την ιερότατη παράδοση της ιερωσύνης τόσων αιώνων, σε σχέση με την εκκλησιαστική λειτουργική παράδοση και όλων των συνιστωσών της; (π.χ. τα λοιπά μυστήρια, ουσία και τυπικό τελετουργίας, ευχαριστιακή αγωγή των πιστών, λειτουργική συμμετοχή κλήρου­λαού και τόσα άλλα); Ασφαλώς είμαι ανεπαρκής. Μέ δεδομένο το θέμα και την ιδιαιτερότητά του, θα προβώ σε νύξεις περί της Επισκοπικής ταυτότητος εν σχέσει προς την Λειτουργική Παράδοση.

* * *

β. “Λειτουργική” μέν, διότι λειτουργικό είναι το παρόν Συνέδριο. Αλλ’ η Παράδοσή μας δεν καταμερίζεται. Τήν επιμερίζουμε για λόγους διαδικαστικούς, ώστε να μελετήσουμε τα επιμέρους. Άλλωστε, ο λόγος περί Παραδόσεως είναι πολύς και δυσερμήνευτος, θεόδοτος και ανεξάντλητος.

Είναι λόγος περί της Αληθείας, τ.έ. περί του Χριστού και της Χριστού σωτηρίου Οικονομίας (όπως παραδόθηκε εφ’ άπαξ στην Εκκλησία την Πεντηκοστή, όπως αποτυπώθηκε στον “Κανόνα της λατρείας” [δηλαδή στις πρώτες λειτουργικές Ομολογίες, βλ. π. Γ. Φλωρόφσκυ, “Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις”, Πουρναράς, 1976, σσ. 115­123], στο Σύμβολο της Πίστεως και τους Δογματικούς Όρους των Αγίων Συνόδων, κι όπως ερμηνεύθηκε από τους θεοφόρους Πατέρας)·

Είναι λόγος περί της Εκκλησίας, τ.έ. περί του Παν­Μυστηρίου της εν Χριστώ Ανακεφαλαιώσεως των πάντων (τό οποίον πραγματώνεται στην ιστορία του κόσμου διά των ιερών Μυστηρίων της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δηλ. της Ορθοδοξίας, και θα αποκαλυφθεί εν δόξη στη Β΄ Παρουσία του Κυρίου)·

Είναι λόγος περί της χριστοκεντρικής ζωής, τ.έ. της εκκλησιαστικής θεοκοινωνίας στην ουσία και τις μορφές της με τη θεία Λειτουργία, με τα (εις αυτήν ανακεφαλαιούμενα) λοιπά άγια Μυστήρια και τις άγιες Ευαγγελικές αρετές, στην προοπτική των εσχάτων.

Θα λέγαμε εν συνόψει: ο λόγος περί της Παραδόσεως είναι λόγος

— περί του παραδόντος τον Εαυτόν Του σε μας Σωτήρος Χριστού,

— περί της Εκκλησίας, της παραλαβούσης και κατεχούσης Αυτόν ασυγχύτως, αχωρίστως και απεριλήπτως ή μάλλον της προσληφθείσης και ανειλημμένης υπ’ Αυτού.

— καί περί του εκκλησιαστικού (λειτουργικού και ασκητικού) τρόπου της συσσωματώσεως, εγχριστώσεως και σωτηρίας εκάστου ημών.

Γράφει ο μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς: «Εις όλην την καθολικότητα και πληρότητά της η Ιερά Παράδοσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι αυτός ούτος ο Θεάνθρωπος Χριστός. Διά τούτο Αυτός είναι η πηγή, το κέντρον και το περιεχόμενον και της Ιερωσύνης και της Ιεραρχίας της Εκκλησίας. Ουσιαστικώς η ιερωσύνη Του ως Αιωνίου Αρχιερέως είναι η ιερωσύνη της Εκκλησίας, και η θεανθρωπίνη εξουσία Του είναι η ιεραρχική εξουσία της Εκκλησίας» (Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, “Ορθ. Κυψέλη”, 1974, σ.117/8).

 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

γ. Και τι είναι ο Επίσκοπος;  Το αναλύει θεοφωτίστως ένας γνήσιος φορεύς και φύλαξ και εξαγγελεύς της ιεράς Παραδόσεως, ο θεοφόρος Ιγνάτιος:

 «όπου αν φανή ο επίσκοπος, εκεί το πλήθος έστω, ώσπερ όπου αν ή Ιησούς Χριστός, εκεί η καθολική εκκλησία» (Σμυρναίοις VΙΙΙ, 2)·

«αυτός ων θύρα του Πατρός, δι’ ης εισέρχονται Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ και οι προφήται και οι απόστολοι και η εκκλησία. Πάντα ταύτα εις ενότητα Θεού» (Φιλαδελφεύσι ΙΧ, 1). Τι σημαίνει «θύρα του Πατρός» το κατανοούμε από το λόγο του Κυρίου «εγώ ειμι η θύρα των προβάτων» (Ιωάν. ι, 7), όπερ εμμέσως δηλώνει την εκκλησιολογική ταυτότητα και το λειτούργημα του Επισκόπου ως εικόνος του Σωτήρος Χριστού.

Και σε πάρα πολλά άλλα χωρία ο Άγιος τονίζει τη μοναδικότητα του Επισκόπου ως τύπου­εικόνος του Θεού Πατρός (Τραλλιανοίς ΙΙΙ, 1· Μαγνησιεύσιν ΙΙΙ, 1­2·  πρβλ. και Ρωμαίοις ΙΧ, 1· Μαγνησιεύσιν VΙ, 1 και VΙΙ, 1· Σμυρναίοις VΙΙΙ, 1)  και εν ταυτώ ως τύπου­εικόνος του Κυρίου Ιησού Χριστού (Εφεσίοις VΙ, 1· Τραλ. ΙΙ, 1),   και κατά συνέπειαν ως ορατής κεφαλής της τοπικής Εκκλησίας (πρβλ. Εφ. V, 1­2· Τραλ. ΙΙ, 1· Σμυρν. VΙΙΙ, 2),

μέ συγκεκριμένη λειτουργικότητα­αποστολή να προΐσταται, να προασπίζει, να επισκοπεί και να ιερουργεί:

 την εκκλησιαστική ενότητα (Εφ. ΙV, 1­2 και V 1­3), η οποία κατά τον Άγιο ταυτίζεται και φανερώνεται στην ευχαριστιακή ενότητα­μοναδικότητα (Φιλαδελφεύσιν ΙV· Μαγνησιεύσι VΙ 1­2 και VΙΙ, 2·  Σμυρναίοις VΙΙΙ, 1­2),

— την μυσταγωγική αποκλειστικότητα χάριν της Εκκλησίας (Φιλαδ. ΙΧ, 1),

— την κατάλυση των σχισμάτων (Φιλαδ. ΙΙΙ, 1),

— την άμωμη ενότητα του πλήθους των χριστιανών ως προϋπόθεση μετοχής τους στο Θεό (Εφ. ΙV, 2· Τραλ. ΙΙ, 1),

— την ευχαριστιακή και βαπτισματική εγκυρότητα (Φιλαδ. ΙV, 1· Σμυρν. VΙΙΙ, 1­2),

— την μυστηριακή κοινωνία του άρτου του Θεού (Εφ. V, 2),

— την ταύτισή τους με τη γνώμη του Θεού και άρα τη σωτηριώδη βεβαιότητα της ευαρεστήσεως (Εφ. ΙΙΙ, 2· Σμυρν. VΙΙΙ, 2· Φιλαδ. VΙ).

Μέ άλλα λόγια, όλο το μυστήριο και η ζωή της Εκκλησίας συγκροτείται και διασφαλίζεται διά του Επισκόπου…

1. όχι επειδή έχει “αυτοτελώς” κάποια ιδιοπρόσωπη θεία εύνοια ή κάποια προσωποπαγή  θεσμική ιδιότητα, αλλ’ ακριβώς επειδή είναι ο προεστώς της Εκκλησίας, περιβαλλόμενος από το “συνέδριο” των πρεσβυτέρων και τον όμιλο των διακόνων και βεβαίως όλη την λοιπή εκκλησιαστική σύναξη·

2. οι συγκεκριμένες προτροπές παραπέμπουν στην πρωτοχριστιανική Ευχαριστιακή Σύναξη: με τους πιστους που έχουν προκαθήμενο τον Επίσκοπο, συγκαθήμενο το πρεσβυτέριο και τους διακόνους (όπου και φανερώνεται η ενότητα­ταυτότητα­ιδιοσυστασία της Εκκλησίας εν τη θ. Ευχαριστία και τω Επισκόπω, όπως την αναλύει στην κλασική πλέον μελέτη του ο Σεβ. Περγάμου κ. Ιωάννης)·

3. προτρέπει τους χριστιανούς να επιβεβαιώσουν την χριστιανική τους ιδιότητα μέσα στην εκκλησιαστικότητα, μέσα στην Εκκλησία (“πάντες ως εις ένα ναόν συντρέχετε θεού, ως επί εν θυσιαστήριον, επί ένα Ιησούν Χριστόν” [Μαγν.VΙΙ, 1­2]) · αλλά και υπογραμμίζει την ενότητα του Σώματος υπό τον Επίσκοπο όχι ως αυτο­αυθεντία, αλλ’ ως ζώσα εικόνα και τύπο και μιμητή του Σωτήρος Χριστού·

4. η θέαση της επισκοπικής αποκλειστικότητος είναι χριστοκεντρική· όπως χριστοκεντρική είναι η θέαση της περί τον Επίσκοπο συνάξεως των πρεσβυτέρων και διακόνων και των πιστών.

Αυτή η θεόδοτη ταυτότητα και αποστολή του Επισκόπου αποτελεί αστασίαστη αποστολική και πατερική οροθεσία και ομολογία· από τις ποιμαντικές Επιστολές του Αποστόλου Παύλου (βλ. Τίτ. α, 5 εξ.) μέχρι και των ημερών μας (πρβλ. “Ποιμαντική” Αγίου Νεκταρίου).

Άλλωστε, στην μακραίωνη ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας, η όλη εκκλησιαστική και λειτουργική ζωή οργανώνεται και υφίσταται περί το αυτό κέντρο, τον Επίσκοπο ως προεστώτα της (αισθητώς) μιάς Ευχαριστίας αρχικώς, ως προεστώτα της ενοειδούς τοπικής Εκκλησίας εν συνεχεία. Από παίδων βαπτιζόμενοι μετέχουμε στη θεία Λειτουργία (τήν κατεξοχήν έκφραση της εκκλησιαστικότητος, εξ ου και “εκκλησιασμός”­σύναξη της εκκλησίας)· και οι μεν κατηχηθέντες επιπλέον μυσταγωγούμεθα, οι δε μη κατηχηθέντες διαισθανόμεθα αυτήν την εκκλησιολογική απαράβατη αρχή: ότι ο Επίσκοπος είναι «κεφαλή Χριστού πληρώματος» (Γρηγορίου Θεολόγου, ΡG, 35, 501) και ότι δεν υπάρχει καθ’ εαυτόν Επίσκοπος εκτός Εκκλησίας αλλ’ ούτε και Εκκλησία άνευ του Επισκόπου (βλ. Αγίου Κυπριανού, Επιστολή 69, ΡL, 4 c: «episkopum in ecclesia esse, et ecclesiam in episcopo»).

Γι’ αυτό, άλλωστε, και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος (17ος αι.) στην Ορθόδοξη Ομολογία του γράφει: «τό επισκοπικόν αξίωμα ούτως εστίν εν τη Εκκλησία αναγκαίον, ώστε χωρίς αυτού μη δύνασθαι μήτε Εκκλησίαν μήτε χριστιανόν τινα ή είναι ή όλως λέγεσθαι· αυτός γαρ ο αξιωθείς επίσκοπος είναι, ως αποστολικός διάδοχος…, ζώσά εστιν εικών του Θεού επί της γής… ούτω δε αυτού το αναγκαίον εννοούμεν εν τη Εκκλησία, ως εν τω ανθρώπω την αναπνοήν και εν τω αισθητώ τούτω κόσμω τον ήλιον… ό,τι Θεός εν τη ουρανίω των πρωτοτόκων Εκκλησία και ήλιος εν τω κόσμω, τούτο έκαστος αρχιερεύς εν τη κατά μέρος Εκκλησία».

Και βέβαια, αυτά συντελούνται με την αδιάσπαστη διττή λειτουργία του επισκοπικού χαρίσματος­θεσμού­λειτουργήματος: με την ιερουργία και με την ποιμαντική, που ουσιαστικά αποβλέπουν στην προαγωγή της ενότητος και της τελειότητος των μελών του Σώματος, “εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού” (Εφ. δ΄,  13), στην αναγωγή πάντων στα “άνω” (Κολ. γ΄ 1) και την προβίωση των εσχάτων, «όπου πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς, κατά την τάξιν Μελχισεδέκ αρχιερεύς γενόμενος εις τον αιώνα» (Εβρ. στ΄, 20).

Οι Ευχές της χειροτονίας Επισκόπου ομιλούν σαφέστατα:

Η πρώτη: «Δέσποτα Κύριε, ο Θεός ημών, ο νομοθετήσας ημίν διά του πανευφήμου σου Αποστόλου Παύλου, βαθμών και ταγμάτων τάξιν, εις το εξυπηρετείσθαι και λειτουργείν τοις σεπτοίς και αχράντοις σου Μυστηρίοις εν τω αγίω σου θυσιαστηρίω… και τούτον τον ψηφισθέντα…, διά της χειρός εμού του αμαρτωλού και των συμπαρόντων Λειτουργών και Συνεπισκόπων, τη επιφοιτήσει και δυνάμει και χάριτι του Αγίου σου Πνεύματος ενίσχυσον… και ανεπίληπτον αυτού την Αρχιερωσύνην απόδειξον, καί… άγιον ανάδειξον εις το άξιον γενέσθαι του αιτείν αυτόν τα προς σωτηρίαν του λαού και επακούειν σε αυτού».

Και η δεύτερη:. «Κύριε, ο Θεός ημών, ο διά το μη δύνασθαι την ανθρώπου φύσιν της τής Θεότητος υπενεγκείν ουσίαν, τη ση οικονομία ομοιοπαθείς διδασκάλους καταστήσας, τον σον επέχοντας θρόνον, εις το αναφέρειν σοι θυσίαν και προσφοράν υπέρ του λαού σου· σύ, Χριστέ, και τούτον τον αναδειχθέντα οικονόμον της Αρχιερατικής χάριτος, ποίησον μιμητήν σου του αληθινού Ποιμένος, τιθέντα την ψυχήν αυτού υπέρ των προβάτων σου…».

Και απαριθμεί στη συνέχεια ενδεικτικά την παραδοσιακή και πατερική Αγιοπνευματική φωτιστική ποιμαντική του Επισκόπου, όπου ο Επίσκοπος καλείται να γίνει “φώς” και “φωστήρ”· όχι απλώς μεταφορικά, αλλά (σύμφωνα με την πάγια αγιογραφική και αγιοπατερική ορθόδοξη ερμηνευτική περί της εμπειρίας των Προφητών, των Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων) κατά μετοχήν του ακτίστου φωτός διά καθάρσεως. Μόνον έτσι εκπληρώνεται η εκκλησιαστική διαγνωστική περί της ταυτότητος του Επισκοπικού αξιώματος.

Τοιουτοτρόπως καταδεικνύεται —τό τονίζω— όχι κάποια αυτόνομη ιεροκρατία ή επισκοποκρατία, αλλ’ η ουσία και η αξία της λειτουργικής παραδόσεως:

– της λειτουργικώς παραδεδομένης εκκλησιολογίας,

– της λειτουργικώς φυλασσομένης ορθοδοξίας,

– της λειτουργικώς εκφαινομένης εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας,

– της λειτουργικώς οργανωμένης ιδιαιτερότητος και συμπληρωματικότητος κλήρου και λαού στο εν Σώμα της μιάς Εκκλησίας του Χριστού.

Διότι η λειτουργική παράδοση του Σώματος της Εκκλησίας είναι αυτή που παρέλαβε και παρέδωσε “τό Μυστήριον του Χριστού” και τον “Κανόνα της Πίστεως”. Και συνεχίζει να παραλαμβάνει και παραδίδει τον “Κανόνα της Πίστεως” η οποία εμβιώνεται, μυσταγωγεί και ομολογείται μέσα στον “Κανόνα της λατρείας”, δηλαδή στην λειτουργική Παράδοση.

* * *

δ. Είναι αυτονόητο πώς ο Επίσκοπος, με τη μοναδική (θεμελιώδη ή κεντρική ή ανακεφαλαιωτική) σημασία της εκκλησιολογικής του θέσεως, έχει και την κύρια ευθύνη—αποστολή διασώσεως της Παραδόσεως. Η Εκκλησία βεβαίως είναι υπέρ την Παράδοση, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι ο Επίσκοπος ή οι Επίσκοποι είμεθα υπέρ την Παράδοση. Ήδη στην πρώιμη εποχή ο άγιος Ιγνάτιος συμβούλευε τον ομότροπό του άγιο Πολύκαρπο: «Μηδέν άνευ γνώμης σου γινέσθω· μηδέ συ άνευ γνώμης Θεού τι πράσσε» (πρός Πολύκαρπον ΙV, 1).

Ο Απόστολος Παύλος «παρέδωκεν ο και παρέλαβεν» (βλ. Α΄ Κορ. ιε΄, 3).

Και ο όσιος Μάξιμος βεβαιώνει: «Εμόν μεν   ουδέν ερώ παντελώς· ο δε παρά των Πατέρων εδιδάχθην, φημί» (Επιστολή 15, ΡG 91, 544D).

«Διό, αδελφοί [προειδοποιεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός] στώμεν εν τη πέτρα της πίστεως και τη παραδόσει της Εκκλησίας, μη μεταίροντες όρια α έθεντο οι άγιοι πατέρες ημών· μη διδόντες τόπον τοις βουλομένοις καινοτομείν, και καταλύειν την οικοδομήν της αγίας του Θεού καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. Ει γαρ δοθή άδεια παντί βουλομένω, κατά μικρόν όλον το σώμα της Εκκλησίας καταλυθήσεται» (Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, 3, 41. ΡG 94, 1356CD).

Τουναντίον, όπως διατρανώνει η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, «… κατά πάντα των αυτών θεοφόρων Πατέρων ημών τα δόγματα και πράγματα κρατούντες, κηρύσσομεν εν ενί στόματι και μια καρδία, μηδέν προστιθέντες, μηδέν αφαιρούντες των εξ αυτών παραδοθέντων ημίν· αλλά τούτοις βεβαιούμεθα, τούτοις στηριζόμεθα… κατά την αρχήθεν παράδοσιν της αγίας του Θεού Καθολικής Εκκλησίας, είτουν των αγίων πατέρων ημών» (αποσπάσματα Πρακτικών της δ΄ συνεδρίας, παρά π. Ιω. Ρωμανίδη, “Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας”, τ. Β, 2000, σ. 123, 125).

Τήν βεβαιότητα και τον στηριγμό στην εκκλησιαστική ζωή της Ορθοδοξίας δεν παρέχουν μόνο τα “δόγματα” των Πατέρων, αλλά και τα “πράγματα”. Όχι μόνο η δογματική παράδοση, αλλά και η πατερική παραδοσιακή πρακτική, και ειδικότερα (όσον αφορά την Ζ΄ Οικουμενική) η λειτουργική παράδοση της τιμής και προσκυνήσεως του Τιμίου Σταυρού, των ιερών εικόνων, των ιερών λειψάνων. Μέσα από αυτόν τον διττό σεβασμό προς την ενιαία διττή Παράδοση (τού δόγματος και της πρακτικής, της πίστεως και της λειτουργικής πράξεως) εκπληρώνεται ένας απαράβατος όρος ορθοδόξου εμπολιτεύσεως: το επακολουθείν «τή θεηγόρω διδασκαλία των αγίων Πατέρων ημών, και τη παραδόσει της καθολικής Εκκλησίας. Του γαρ εν αυτή οικήσαντος Αγίου Πνεύματος είναι ταύτην γινώσκομεν» (Ζ΄ Οικουμενική).

Γι’ αυτό άλλωστε μακαρίζουν όσους διακηρύσσουν «τήν των Αποστόλων   και εις Πατέρας διήκουσαν   έγγραφόν τε και άγραφον παράδοσιν» (Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος). Η Αποστολική Παράδοσις εγγράφως και αγράφως διασώζεται μέσα στην Πατερική οροθεσία λόγων και ζωής, την οποία διασφαλίζουν με πιστότητα οι Πατέρες-Προεστώτες των τοπικών Εκκλησιών Επίσκοποι.

Άλλωστε, δεν δόθηκε η εξουσία σε μάς, τους ιεράρχες, για να έχουμε ασυδοσία καταφρονήσεως των κανόνων και της αγίας παραδόσεως (θά συμπληρώναμε), αλλά να στοιχιζόμεθα στα Πατερικώς κατοχυρωμένα και να επακολουθούμε στους προηγουμένους. «Εξουσία τοις ιεράρχαις εν ουδενί δέδοται επί πάση παραβάσει κανόνος, ή μόνον στοιχείν τα δεδογμένα και έπεσθαι τοις προλαβούσιν» (οσίου Θεοδώρου Στουδίτου, Επιστολή 24, 78­80).

* * *

ε. Θα μου πείτε, βεβαίως, πώς εδώ γίνεται λόγος για την κανονική και δογματική Παράδοση. Αλλά τίποτε στην Εκκλησία δεν είναι ανεξάρτητο. Το δόγμα, η λατρεία, η λειτουργική, η ποιμαντική, η άσκηση, όλα συνιστούν στοιχεία, εκφράσεις, απλανή οριοθέτηση και ομολογία της ιστορικής εμβιώσεως του Μυ-στηρίου της Οικονομίας από την Εκκλησία. Και βέβαια, στην εκκλησιαστική διακήρυξη και κατοχύρωση της ακριβείας όλων αυτών, αυτονόητη είναι η θέση των Επισκόπων—ορατών κεφαλών των τοπικών Εκκλησιών, που συνέρχονται στις Άγιες Συνόδους και καταφάσκουν την οροθεσία των Πατέρων, είτε αυτοί είναι ήδη Επίσκοποι είτε είναι άλλοι Κληρικοί ή και Μοναχοί.

Παράδειγμα περί των ανωτέρω είναι το “Συνοδικόν της Ορθοδοξίας”. Σ’ αυτό τονίζεται το ενιαίον (μέ τη σφραγίδα του Χριστού) της θείας Αποκαλύψεως: στους Προφήτες, τους Αποστόλους, στην Εκκλησία [τ.έ. τις πλήρεις φανερώσεις σε διαφόρους τόπους της μιάς Εκκλησίας, της υπό τους Επισκόπους], στους Διδασκάλους, στην υπ’ ουρανόν Ορθοδοξία. Αμέσως μετά, διακηρύσσεται το ταυτόν του χριστολογικού και εκκλησιολογικού φρονήματος σε όλη αυτήν την παράδοση (“ούτω φρονούμεν… ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών και τους αυτού Αγίους»). Και τέλος, κατοχυρώνεται η λειτουργική συνέπεια και πρακτική της ανωτέρω Βιβλικής, Αποστολικής, Πατερικής και Εκκλησιαστικής Παραδόσεως: «εν λόγοις τιμώντες, εν συγγραφαίς, εν νοήμασιν, εν θυσίαις, εν ναοίς, εν εικονίσμασι…». Όλα αυτά συνιστούν λειτουργική παράδοση του δόγματος. Άλλωστε, η συγκεκριμένη δογματική διακήρυξη εμπλουτίσθηκε αργότερα και εντάχθηκε στη λιτανεία των ιερών εικόνων της Κυριακής της Ορθοδοξίας, δηλαδή στο λειτουργικό εορτολογικό τυπικό.

Θα μπορούσα να αναφερθώ και σε άλλες περιπτώσεις, όπου το δόγμα και συν αυτώ το καθαγιασμένο εκκλησιαστικό ήθος πηγάζουν από την ενιαία παράδοση, αλλά και την διαμορφώνουν.

Έχουμε αυτονόητα και απαραίτητα δογματικές διασαφήσεις για το Μυστήριο της θείας Οικονομίας στις λειτουργικές Ευχές (πού συνέθεσαν ή πάντως διαμόρφωσαν οι άγιοι Επίσκοποι και θεοφόροι Πατέρες Μ. Βασίλειος και Ι. Χρυσόστομος), όπως επίσης και στη λειτουργική πρακτική (π.χ. τριττή κατάδυση­ανάδυση Βαπτίσματος, ορθία στάση την Κυριακή, λιτανεία ιερών εικόνων)· έχουμε τη διαμόρφωση της Ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού των Θεοφανείων (μέ την πανηγυρική διακήρυξη της ανακεφαλαιώσεως των πάντων εν τω επιφανέντι Θεανθρώπω Σωτήρι Χριστώ στην Ευχή)· έχουμε την υμνογραφία της Παρακλητικής­Οκτωήχου (όπου διακηρύσσεται π.χ. η Τριαδολογία στους Τριαδικούς Κανόνες, η Χριστολογία της Α΄ Οικουμενικής, η Πνευματολογία της Β΄ Οικουμενικής ή το δόγμα της Χαλκηδόνος)· έχουμε την καθιέρωση του κύκλου των ακινήτων εορτών που Χριστολογικά ή Θεομητορολογικά μας εισάγουν στην λειτουργική εμβίωση του δόγματος (βλ. σχετικά Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού “Η θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λατρείας”, εκδ. “Αρμός”, 1995, σσ. 310εξ.)· έχουμε την μεταγενέστερη καθιέρωση ειδικών εορτών λόγω της θεολογικής τους σπουδαιότητος στη διασφάλιση της ορθοδόξου πιστότητος (π.χ. του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά τη Β΄ Κυριακή της Τεσσαρακοστής μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας).

Το αυτό συμβαίνει με όλο το θεόπνευστο αγιοπαράδοτο σύστημα της Ορθοδόξου Λατρείας: με τη θεία λειτουργία, με την τελετουργία των μυστηρίων, με την ημερονύκτια αλληλουχία των ακολουθιών, με το ιερότευκτο τυπικό της λογικής λατρείας, με την διαμόρφωση του συστήματος της ψυχοσωματικής ασκητικής για την λειτουργική μέθεξη (τών κατηχουμένων ωρίμων προ του Βαπτίσματος, ή των πιστών προ των μεγάλων εορτών ως προσδοκία του Ερχομένου), με την ναοδομική και εικονογραφική και μουσική και αμφιολογική συμβολική της εν τω κόσμω και υπέρ τον κόσμο ακτίστου Βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Όλα αυτά δεν καθιερώθηκαν παρά διά του Συνοδικού και Επισκοποκεντρικού συστήματος της ευχαριστιακής και κανονικής οργανώσεως της Εκκλησίας. Η λειτουργική Παράδοση αυτονόητα έχει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της εκκλησιαστικότητος, και εκκλησιαστικότητα δεν υπήρξε ποτέ ερήμην των Επισκόπων και των Συνόδων.

* * *

στ. Η Παράδοση, ως καρπός και έμπνευση της διά Χριστόν μονίμου παρουσίας του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία, είναι θεμελιώδης. Η πιστότητα στην Παράδοση μαζί με την αποστολική διαδοχή και την πιστοποιημένη εκκλησιαστική αρχαιότητα είναι η ασφαλιστική δικλείδα για την αξιοπιστία της μαρτυρίας των Επισκόπων, διδάσκει ο κατεξοχήν εκκλησιοκεντρικός των αρχαίων Πατέρων άγιος Ειρηναίος σε πρώιμη ήδη εποχή και με έντονη τη δράση των αιρέσεων (βλ. Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως, ΙV, 26, 2­5 [εισαγωγή­μετάφραση­ σχόλια αρχιμ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη, 1991]).

Αντιμετωπίζοντας την ψευδώνυμη γνώση των αιρετικών γράφει: «Η αληθινή γνώσι είνε η διδαχή των αποστόλων και το αρχαίο σύστημα της Εκκλησίας που υπάρχει σε όλο τον κόσμο· το χαρακτηριστικό γνώρισμα του σώματος του Χριστού κατά τις διαδοχές των επισκόπων, στους οποίους εκείνοι παρέδωσαν τις κατά τόπους εκκλησίες· η πληρέστατη χρήσι της Γραφής, η οποία έφθασε μέχρις εμάς, επειδή ακριβώς φυλάχθηκε χωρίς καμμία παραχάραξι, έτσι ώστε να μη επιδέχεται ούτε προσθήκη ούτε αφαίρεσι· η ανόθευτη μελέτη και η σωστή διδασκαλία σύμφωνα με τη Γραφή, η ακριβής και ακίνδυνος και αβλάσφημος· και τέλος η ιδιαίτερη δωρεά της αγάπης…» (βιβλίο ΙV, κεφ. λγ΄, 8­9, ενθ. αν. σσ. 332­3).

«Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να υπακούμε στους πρεσβυτέρους, που είνε στην Εκκλησία και έχουν, όπως αποδείξαμε, τη διαδοχή των αποστόλων. Αυτοί μαζί με τη διαδοχή του επισκοπικού αξιώματος πήραν βέβαιο το χάρισμα της αληθείας σύμφωνα με την ευδοκία του Πατρός… Όπου, λοιπόν, δόθηκαν τα χαρίσματα του Κυρίου, εκεί πρέπει να μαθαίνωμε την αλήθεια· από αυτούς που έχουν τη διαδοχή στην Εκκλησία από τους αποστόλους, κατέχουν δε το υγιές και άμεμπτο της αναστροφής, το ακίβδηλο και αδιάφθορο του λόγου» (βιβλίο ΙV, κεφ. κστ΄, 2 και 5, ένθ. αν. σσ. 316, 318).

Διαδοχή των Αποστόλων και του επισκοπικού αξιώματος (άρα χειροθεσία­χειροτονία των επισκόπων), χάρισμα αληθείας, αρχαιότητα της Εκκλησίας (σέ αντίθεση με τις καινοφανείς αιρέσεις), άμεμπτη διαγωγή και άμεμπτη ερμηνεία­διδαχή της Γραφής: είναι τα στοιχεία στα οποία εδραζόταν εκείνα τα πρώϊμα χρόνια η ασφάλεια των πιστών. Όμως, όπως συνάγεται κι από άλλες παραπομπές του Αγίου (βλ. βιβλίο ΙV, κεφ. ΧVΙ, 1­6,ένθ. αν. σσ. 297­300), όλα αυτά υπάρχουν μέσα στο εκκλησιαστικό Σώμα, το οποίο ιερουργεί και προσφέρει στον Θεό την Ευχαριστία. Σέ αντίθεση με τους αιρετικούς, που από την βλάσφημη απιστία τους στη θεότητα του Λόγου δεν δικαιούνται να τελούν τα θεοΐδρυτα Μυστήρια, στην Εκκλησία υπάρχει η αληθινή πίστη περί του Μυστηρίου και η αληθινή τέλεση του Μυστηρίου: «Η δική μας γνώμη συμφωνεί με την Ευχαριστία, και η Ευχαριστία, πάλι, επιβεβαιώνει τη γνώμη μας» (ένθ. αν. § 5, σ. 299/300). Ιδού, λοιπόν, πάλι η αμφίδρομη σχέση δόγματος και λειτουργίας μέσα στην αποστολική διαδοχή.

Η καταφυγή στην Αποστολική Παράδοση και μάλιστα στη λειτουργική Παράδοση, που διατηρείται βέβαια με την αδιάκοπη επισκοπική διαδοχή, γίνεται πολύτιμη μαρτυρία για την ορθόδοξη αντιρρητική των Πατέρων. Ο Μ. Βασίλειος, προκειμένου να καταρρίψει τις ενστάσεις των πνευματομάχων για την ομοτιμία του Αγίου Πνεύματος, καταφεύγει στη λειτουργική Παράδοση και εν εκτάσει επικαλείται την εκκλησιαστική εγκυρότητα αυτής της Παραδόσεως (Πρός Αμφιλόχιον, Περί του Αγίου Πνεύματος, 26· βλ. και Πηδάλιον…, εκδ. ΑΣΤΗΡ 1970, σ. 642 εξ.).

Είναι περίφημη αυτή η αναφορά: «Των εν τη Εκκλησία πεφυλαγμένων δογμάτων και κηρυγμάτων, τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν, τα δε εκ της των Αποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ημίν εν Μυστηρίω [στήν τελετουργία των Μυστηρίων] παρεδεξάμεθα, άπερ αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν. Και τούτοις ουδείς αντερεί, όστις γε   καν κατά μικρόν γούν θεσμών εκκλησιαστικών  πεπείραται… Ει γαρ επιχειρήσαιμεν τα άγραφα των εθών, ως μη μεγάλην έχοντα την δύναμιν, παραιτείσθαι, λάθοιμεν αν εις αυτά τα καίρια ζημιούντες το Ευαγγέλιον, μάλλον δε εις όνομα ψιλόν περιϊστώντες το κήρυγμα…».

Προχωρεί στην παράθεση των τοιούτων (σιωπωμένων) ιερών λειτουργικών συνηθειών, που δεν ήταν μέχρι τότε καταγεγραμμένες, αλλά παραδίδονταν ως άγραφα έθη διά της Παραδόσεως: το σημείο του Σταυρού που σχηματίζουμε οι χριστιανοί στο σώμά μας, η προς ανατολάς στροφή κατά την προσευχή, τα λόγια της επικλήσεως κατά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και οι άλλες λειτουργικές προσευχές, η ευλογήση του ύδατος και του ελαίου της Βαπτίσεως, η χρίση με το λάδι, η τριπλή κατάδυση, η προ αυτής αποταγή του σατανά και τέλος το πιό σπουδαίο, η ομολογία της πίστεως στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα.

Επεξηγεί ότι η παράδοση των “δογμάτων” είναι άγραφη και σιωπώμενη, αφενός μήπως τα διαβάσουν οι αμύητοι (τότε δεν ήταν όλοι βαπτισμένοι), και αφετέρου μήπως και οι  πιστοί τα συνηθίσουν με την ανάγνωση και τα καταφρονήσουν. Ενώ η σιωπή επιδοτεί την αίσθηση του μυστηρίου και την ευλάβεια.

Ο ίδιος πάντως αναλύει το νόημα που έχουν τρεις τέτοιες συνήθειες (άγραφες μεν στην Αγία Γραφή, καθιερωμένες όμως στη λειτουργική πράξη): η προς ανατολάς στροφή σημαίνει τον προσανατολισμό και την προσδοκία του Παραδείσου (εφύτευσεν ο Θεός παράδεισον κατά ανατολάς)· όρθιοι χωρίς κλίση γονάτων απευθύνουμε τις λειτουργικές Ευχές την Κυριακή, αφενός γιατί συναναστηθήκαμε με τον Χριστό και οφείλουμε να στρεφόμεθα προς τα άνω, και αφετέρου διότι η Κυριακή είναι σύμβολο και της αιωνιότητος την οποία αναλογιζόμεθα και προς την οποία ανατείνουμε την ύπαρξή μας ιστάμενοι όρθιοι κατά τις λειτουργικές προσευχές της Κυριακής. Τέλος, με την γονυκλισία και την ανόρθωση των υπολοίπων ημερών δείχνουμε την πτώση μας διά της αμαρτίας και την ανάστασή μας από την φιλανθρωπία του Δημιουργού μας.

Μετά από όλα αυτά ο Άγιος τονίζει ότι σφάλλονται οι αιρετικοί κατήγοροί του, που ζητούν την αποκλειστικότητα των χρησιμοποιουμένων λειτουργικών φράσεων μόνο στην Αγία Γραφή και αγνοούν την εγκυρότητα της Αποστολικής Παραδόσεως. Πάνω σ’ αυτήν την Παράδοση, που ο ίδιος την ανεύρε στην «ανεπιτήδευτη συνήθεια» των «αδιαστρόφων [δηλ. Ορθοδόξων] Εκκλησιών», στηρίζει τη λειτουργική χρήση της φράσεως: «Δόξα Πατρί και Υιώ συν Αγίω Πνεύματι» και ειδικά τη χρήση της λέξεως «σύν».

Μήν ξεχνούμε ότι ο διασαφηνίζων τα προηγούμενα είναι Επίσκοπος της Μητροπόλεως Καισαρείας, ο οποίος με αυτή του την ιδιότητα ομολογεί ότι παρέλαβε και παραδίδει τα “δόγματα” (τήν αδημοσίευτη άγραφη παράδοση) και τα “κηρύγματα” (τήν δημοσιευόμενη γραπτή παράδοση) της Εκκλησίας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα της δογματικής αυτής επιστολής του περιλαμβάνεται στο Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας.

Τήν ενότητα δόγματος, λειτουργικής παραδόσεως και εκκλησιαστικής ζωής (λειτουργικής και ασκητικής) στη μυσταγωγία και πρακτική του Βαπτίσματος και της θείας Κοινωνίας αναλύει ο επώνυμος Κατηχητής Πατήρ της Εκκλησίας, άγιος Κύριλλος επίσκοπος Ιεροσολύμων. Στό έργο του, μάλιστα, διασώζεται η αρχαϊκή εκκλησιαστική πρακτική της κατηχήσεως, την οποία προσωπικά ασκούσε ο Επίσκοπος, ο φύλαξ και διαγγελεύς της όλης Παραδόσεως (βλ. Κατηχήσεις αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, εισαγωγή­κείμενο­μετάφραση­πίνακες, εκδ. “Ετοιμασία” Ι. Μ. Τιμ. Προδρόμου Καρέα, 1999, με μια θαυμάσια εισαγωγή, κατατοπιστική και επί του θέματός μας).

Η Παράδοση, λοιπόν, και μάλιστα η λειτουργική Παράδοση της αεί ζώσης και ουδέποτε παλαιουμένης Εκκλησίας εγκρύπτει θησαυρό θεοκοινωνίας και θεολογίας. Μέσα στη λειτουργική Παράδοση (όχι μόνο της θείας Λειτουργίας, αλλά και όλων των ιερών Μυστηρίων και της Ορθοδόξου λατρείας) διασώζεται ακμάζουσα η εκκλησιαστική θεοκοινωνία και θεολογία. Όλα όμως αυτά —επαναλαμβάνω— υφίστανται στα παραδεδομένα εκκλησιολογικά πλαίσια, με επίκεντρο τον Επίσκοπο.

* * *

ζ. Δεν έχουμε σ’ αυτήν ασήμαντους λειτουργικούς τύπους· αλλά την “σημαντική” της ουσίας της λατρείας (σημαίνουν δηλαδή την ουσία).

Οι λειτουργικοί “τύποι” δεν είναι ανανεώσιμα εξωτερικά στοιχεία· αλλά το ιερό “σώμα” της ιεράς “ψυχής” της λατρείας, την οποία οφείλει να διακρατήσει σε αρτιότητα και ακεραιότητα ο κάθε Επίσκοπος.

Και γιατί ο Επίσκοπος; Διότι αναλύσαμε τη θέση και την αποστολή του Επισκόπου στην τοπική Εκκλησία. Όπως οφείλει να μεριμνήσει για την ακεραιότητα της δογματικής παραδόσεως, έτσι χρεώνεται με την επισκοπή και εποπτεία της λειτουργικής παραδόσεως. Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν προσφέρεται για προτεσταντικές νεωτεροποιΐες, ώστε ο κάθε Ιερεύς να επιτελεί ό,τι θέλει ερήμην της αγίας Παραδόσεως. Ποιός θα το ελέγξει; Ο Επίσκοπος.

Αλλά και ο Επίσκοπος δεν δικαιούται να είναι ο ιδιογνώμων φιλελεύθερος ρυθμιστής της όλης Παραδόσεως. Ακόμη και στη Συνοδική του συμβολή χρεωστεί να εκφράζει «ό,τι πάντοτε, υπό πάντων και πανταχού επιστεύθη» και καθιερώθηκε και του παραδόθηκε ως ιερά παρακαταθήκη δόγματος, λατρείας και ζωής.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας είναι μεν χώρος ελευθερίας (σέ αντίθεση με τον συγκεντρωτισμό του παπισμού), αλλά πρωτίστως χώρος απελευθερώσεως από τον εγωκεντρικό και αντιεκκλησιαστικό φιλελευθερισμό. Η παράδοση έχει κεντρική και ρυθμιστική σημασία στην όλη ζωή Της. Όχι ως επιστροφή στο προ ημών “παρελθόν” (τό οποίο άλλωστε μυστηριακά υφίσταται ως διαρκές παρόν χαρισματικής θεοκοινωνίας), αλλ’ ως παραδεδομένη άγια δυναμική διακρίσεως και παρεμβάσεως και μεταμορφωτικής­αφομοιωτικής­εγχριστωτικής προσλήψεως

* * *

η. Τήν αποφασιστική ευθύνη του Επισκόπου στη διατήρηση της λειτουργικής Παραδόσεως δυνάμεθα και εμμέσως να την τεκμηριώσουμε. Ακόμη και σε περιόδους δουλείας και αμάθειας, ακόμη και σε περιπτώσεις υποβαθμίσεως ή και απώλειας των ορθοδοξο­πατερικών κριτηρίων επισκοπικής αυτοσυνειδησίας, εκουσίως ή ακουσίως ο Επίσκοπος διασώζει τον βασικό πυρήνα της λειτουργικής παραδόσεως, τον εκκλησιολογικό της πυρήνα:

— χειροτονείται και χειροτονεί τους πρεσβυτέρους­διακόνους κατά την τέλεση της θείας Λειτουργίας·

— μόνος αυτός χειροτονεί τους ιερουργούς­προεστώτας των ενοριακών λειτουργικών συνάξεων και τους διακόνους·

— μόνος αυτός καθιερώνει-εγκαινιάζει τους ιερούς Ναούς·

— επί αντιμηνσίου καθιερωμένου με την παρ’ αυτού τελετουργία των Εγκαινίων και με την υπογραφή του ιερουργείται το κατεξοχήν ιερό Μυστήριο, στο οποίο φανερώνεται η Εκκλησία ως ευχαριστιακή Σύναξη (πού είναι και η θεμελιώδης λειτουργία και ταυτοποιητική φανέρωσή Της)·

— στό όνομα του οικείου επισκόπου συγκροτείται κάθε ενοριακή ευχαριστιακή σύναξη και αυτό μνημονεύεται σε κάθε θ. Λειτουργία·

— κατά την Ακολουθία της Προσκομιδής, κάτωθεν του προσκομιζομένου Αμνού πρωτευόντως εξάγεται μία “μερίδα” με το όνομα του Επισκόπου και πέριξ αυτής μερίδες με τα ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων.

Αυτά διασώθηκαν ανά τους αιώνες· άρα, διασώθηκε η λειτουργική παράδοση και η εκκλησιολογική της πιστότητα από τα Αποστολικά χρόνια μέχρι σήμερα. Σημειωτέον ότι το “αντιμήνσιο” με την υπογραφή του Επισκόπου καθιερώθηκε από την εκκλησιολογική ανάγκη να παραμείνει μυστηριακά μία η Ευχαριστία, ακόμη και μετά τον επιμερισμό της στις ενοριακές εκκλησιαστικές Συνάξεις στους πρώτους αιώνες.

* * *

θ. Άλλο, βέβαια, θέμα, που διαπιστώνουμε εδώ κι εκεί μια αλλοτρίωση. Αυτό συμβαίνει, διότι έξω από την Πατερική ερμηνευτική και θέαση των εκκλησιαστικών λειτουργημάτων και αξιωμάτων, δυστυχώς έχουμε μιάν ιδιωτική αυτονόμηση, που δεν συμβιβάζεται με την εκκλησιαστική τους υπόσταση:

— τα βλέπουμε όχι ως λειτουργίες, αλλά ως θεσμικές εξουσίες·

— τα αποκόπτουμε από τον εκκλησιολογικό τους ζωτικό χώρο·

— τα αυτονομούμε από τον χώρο, όπου μόνον εκεί είναι αυτονόητη η σημασία και η καταξίωσή τους.

Τι εννοώ; Νά πώ ένα παράδειγμα. Παλαιότερα, υπήρχαν Επίσκοποι που απέφευγαν να λειτουργούν εκτός από κάποιες ημέρες, και αντιλαμβάνονταν κυρίως ως διοικητική την αποστολή τους. Οπότε εκεί ετίθετο ένα μεγάλο ερωτηματικό για τον  εκκλησιολογικό και λειτουργικό αυτοπροσδιορισμό εκείνων των Επισκόπων. Όχι ότι έπαυαν να είναι τα θεσμικά όργανα με την κεντρική θέση στο Σώμα της τοπικής Εκκλησίας, αλλ’ ήταν αμφίβολο αν οι ίδιοι προσωπικά εβίωναν την παραδοσιακή εκκλησιολογική και λειτουργική ταυτότητα του Επισκόπου. Θα λέγαμε απλούστερα ως προς τους ιδίους: ήταν φορείς ή απλώς αχθοφόροι του Χαρίσματος; Διότι η θεία Λειτουργία είναι το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής και η καρδιά των λειτουργημάτων, πέραν δε τούτου και η ανακεφαλαίωσή τους. Ο δ’ Επίσκοπος δεν είναι διοικητής­δεσπότης, αλλά ποιμήν­λειτουργός­προεστώς της Ευχαριστιακής Συνάξεως (Εκκλησίας).

Πάντως, δεν καταλυόταν εκ τούτου η σωτηριώδης λειτουργία της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού. Και εδώ, με φόβο και τρόμο, προσεγγίζουμε αποφατικά εν μυστηρίω την ανεξιχνίαστη συγκατάβαση του Σωτήρος ημών Θεού, του αυξάνοντος και σώζοντος το Σώμα της Εκκλησίας όχι «εξ έργων ων ποιούμεν ημείς, αλλά κατά τον πολύν αυτού έλεον» της ενεργουμένης σωστικής Του Οικονομίας, και χρησιμοποιούντος κατά την ανεξιχνίαστη Πρόνοιά Του “εύχρηστα” και “άχρηστα” σκεύη.

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΕΩΣ

ι. Προσπάθησα να προσεγγίσω τη σχέση Επισκόπου και Λειτουργικής Παραδόσεως.

Επιτρέψτε μου να ειδικεύσω ακόμη περισσότερο αυτή τη σχέση, διερωτώμενος ως Επίσκοπος και ανατέμνων τα επ’ εσχάτων αναφυέντα ζητήματα περί λειτουργικής αναγεννήσεως στον ελλαδικό εκκλησιαστικό χώρο.

Πρέπει να πούμε εξαρχής ότι τέτοια ζητήματα ανεφύησαν έξωθεν και όχι έσωθεν. Έξωθεν, με την έννοια ότι τα προκάλεσαν οι προ μερικών δεκαετιών ζυμώσεις στο χώρο των Παπικών και των Προτεσταντών.

Πράγματι, η Β΄ Βατικανή Σύνοδος, εξ εντόνων εσωτερικών ποιμαντικών προβλημάτων, «μέ το διάταγμά της περί θείας λατρείας άνοιξε το δρόμο για μια ευρείας τάξεως λειτουργική μεταρρύθμιση»: κατάργηση αποκλειστικής λατινογλωσσίας στη λατρεία, καλλιέργεια συμμετοχής λαϊκού στοιχείου, εκσυγχρονισμός παραδοσιακών λειτουργικών κειμένων και ακολουθιών προς τις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου, αποδοχή άλλων εξωλατινικών λειτουργικών τύπων (βλ. πρόλογο του μεταφραστή Πρωτ. Δημ. Τζέρπου στο βιβλίο Χάνς­Γιοακίμ Σούλτς: “Η βυζαντινή λειτουργία” (μαρτυρία πίστεως και συμβολική έκφραση), εκδ. “Ακρίτας”, 1998, σ.  17 εξ.).

Επίσης, ο μακαριστός Μητροπολίτης Σερβίων & Κοζάνης Διονύσιος απέδιδε την ζωηρή λειτουργική κίνηση της εποχής «στό έντονο λειτουργικό ενδιαφέρον, εκ μέρους κυρίως των προτεσταντών, οίτινες εις την λατρείαν της Ορθοδοξίας υπό τους λειτουργικούς τύπους ανακαλύπτουν το πνεύμα και την πίστιν της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας» (βλ. Οικοδομή, Κοζάνη 1964, σσ. κζ΄­κη΄).

Παράλληλα, τον προηγούμενο αιώνα έχουμε μια αναγκαστική και υποχρεωτική αναστροφή των ορθοδόξων μεταναστών (άρα και της εκκλησιαστικής ηγεσίας της ορθοδόξου διασποράς) με τον ρωμαιοκαθολικό και προτεσταντικό χριστιανικό κόσμο της Αμερικής και της Ευρώπης. Το δεύτερο μισό του 20ού αιώνος, με την συμβολή ρωμαλέων θεολογικών μορφών, που ήταν ταυτόχρονα και κληρικοί (όπως του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν ή και άλλων που δεν γνωρίζω), αυτή η αναστροφή δημιουργεί εκ των πραγμάτων μια θεολογική διαλεκτική έναντι της θεολογίας, αλλά και της λειτουργιολογίας των Δυτικών: είτε με την αξιοποίηση των λειτουργικών μελετών τους, είτε ως αφορμή για αυτοδύναμες εκ των ενόντων ορθόδοξες λειτουργικές μελέτες.

Άρα, το έντονο λειτουργικό ενδιαφέρον έχει αφόρμηση ποιμαντική στην ορθόδοξη διασπορά της δύσεως. Σέ μας δεν υπάρχει ως αφετηρία, ως πρόβλημα, ως πρόκληση κάποια ποιμαντική ανάγκη, αλλά κυρίως έχουμε εισαγόμενη ποιμαντική προβληματολογία σε σχέση με τη λειτουργική μας Παράδοση. Σ’ αυτό ασφαλώς συμβάλλει και η ανάπτυξη του κλάδου της Λειτουργικής στις Θεολογικές μας Σχολές, με δεδομένη βεβαίως την επιστημονική ειδίκευση των Καθηγητών μας —αφ’ ότου δημιουργήθηκαν— κατ’ ανάγκην σε παπικές ή προτεσταντικές θεολογικές σχολές.

Εξάλλου, στις λεγόμενες διαχριστιανικές σχέσεις από το 1963 και εξής και ιδίως τα τελευταία χρόνια, η λειτουργική προσέγγιση της αρχαίας ενιαίας Παραδόσεως παρέσχε μία διέξοδο στο αδιέξοδο του Δογματικού Θεολογικού Διαλόγου. Διότι προσφέρει εις εκατέραν πλευράν συνειδησιακή κάλυψη για την αλληλοσυγκατάβαση και αλληλοκατανόηση, εφόσον αναζητείται κάτι το αρχαίο, το παραδοσιακό, και δεν διερευνάται θεολογικά η δογματική εκκλησιαστική εγκυρότητα.

Αλλ’ όμως ερωτώ: αυτό ήταν το κύριο και πρώτιστο σημείο ερεύνης των Αγίων Πατέρων και των Αγίων Συνόδων; όποιος παρεκκλίνει από την πίστη, πώς διατηρεί την αποστολική διαδοχή; πώς διατηρεί την αποστολική παράδοση; πώς μπορεί να είναι Εκκλησία; πώς μπορεί να γίνεται αποδεκτός επί ίσοις όροις ως φορεύς ισοδυνάμου αγίας και θεοπαραδέκτου παραδόσεως;

Πάντως, στις προηγούμενες λειτουργιολογικές βιβλιογραφικές παραπομπές, γίνεται λόγος περί των λεγομένων διεκκλησιαστικών σχέσεων και ότι η λειτουργική προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει «στήν επαναπόκτηση της ενότητας στην πίστη» (βλ. ανωτ. “Η βυζαντινή λειτουργία”, πρόλογο μεταφραστή, σ. 20). Προφανώς, επιχειρείται με κάποιο τρόπο να τονισθεί έμμεσα ότι η επανεύρεση της αρχαίας λειτουργικής παραδόσεως ενδέχεται να επαναφέρει την δυτική χριστιανοσύνη στην αρχέγονη ενιαία παράδοση δόγματος και ήθους. Πώς όμως θα συμβή αυτό, εφόσον έχουν απωλέσει τα δογματικά κι εκκλησιολογικά κριτήρια της κοινής εκκλησιαστικής εμπειρίας;

* * *

ια. Υπό την επήρεια όλων αυτών των συνιστωσών, ετέθη και σε μας όχι εκ των ενόντων ζήτημα “λειτουργικής ανανεώσεως” με προοπτική την εξασφάλιση «προϋποθέσεων ουσιαστικής συμμετοχής του λαού στα δρώμενα της λατρείας κατά το πρότυπο των πρώτων χριστιανικών αιώνων» (βλ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου, Εισήγησις εις την Ι.Σ.Ι. (Οκτ. 2000), έκδ. Ε.Μ.Υ.Ε.Ε., 2001. σ. 151). Στήν δε Ημερίδα για «Τα ιερά Άμφια και την εξωτερική περιβολή του Ορθοδόξου Κλήρου», ετέθη το συμ-πληρωματικό ζήτημα περί εξωτερικής αμφιέσεως με σχολιασμό του τύπου “είμεθα φιλελεύθεροι, βεβαίως δεν αποφασίζουμε, αλλ’ ας λέγει ο καθένας την άποψή του”. Μέ την πικρή ενδοσυνοδική πείρα που διαθέτω, πιστεύω ότι τέτοιες συζητήσεις στο δικό μας ελλαδικό χώρο δεν προκύπτουν από πραγματικές ανάγκες, αλλά θέλουν να μεγαλοποιήσουν σποραδικά αιτήματα, να μεταφέρουν έξωθεν στον ελλαδικό εκκλησιαστικό χώρο νεωτερικές πρακτικές και να δημιουργήσουν τεχνητό κλίμα, ώστε σιγά σιγά να εθισθούμε σε μια λογική αλλαγών. Οπίσω αυτής της μεθοδεύσεως κρύπτονται ψυχοδυναμισμοί περί των οποίων θα αναφερθώ στη συνέχεια.

Και εδώ, βεβαίως, έγκειται η ευθύνη εκάστου Επισκόπου, αλλά και των Επισκόπων εν Συνόδω. Μέ το αισθητήριο (άν υπάρχει) της Πατερικής διακρίσεως ή (άν δεν υπάρχει) της υπακοής στην Παράδοση, να διακριβώσουμε την εκκλησιαστικότητα των κινήτρων, των παρεμβάσεων, των στόχων, της πρακτικής τέτοιων αιτημάτων και τέτοιων προγραμμάτων. Διότι ήδη έχουμε διαφορετικό τρόπο προσεγγίσσεων στο πρόβλημα της ευχαριστιακής συμμετοχής του λαού μας και ως εκ τούτου αντιθετικές προτάσεις στην ποιμαντική του ανάλυση και επίλυση.

Ποιά εξ αυτών θα επιλέξουμε ως Επίσκοποι καθ’ εαυτούς και εν Συνόδω; Τις προωθημένες σκέψεις και τα απώτερα σχέδια των προεχόντων; Ή την παραδοσιακή γνώμη και τις αντιρρήσεις των εφεκτικών;

* * *

ιβ. Καταρχήν υπό τον τίτλο “λειτουργική αναγέννηση” ερευνητέον τι εννοείται και τι μας επιτρέπεται κατά Θεόν να εννοούμε.

— Καλώς οι λειτουργιολόγοι εντρυφούν στις πηγές και παρουσιάζουν με σύνεση επιστημονικά τις ρίζες και την ανάπτυξη του δένδρου της λειτουργικής μας παραδόσεως.

Οι ποιμένες, όμως, με τι λογής κριτήρια και κίνητρα επικαλούμεθα τα συμπεράσματα της λειτουργικής επιστήμης; Μήπως προς εντυπωσιασμόν; προς επικοινωνιακή προβολή; προς καθιέρωση του ιδιογνώμονος “εγώ” ως ρυθμιστού καινοτόμων αλλαγών; Τότε, ακόμη κι αν μια πρόταση ή απόφαση λειτουργικής αλλαγής μας φέρει πιό κοντά κατά τον τύπο στην εποχή των Αποστολικών Πατέρων, κατ’ ουσίαν τα κίνητρά μας θα μας απωθήσουν “αιώνες” μακράν του λειτουργικού ήθους και της λειτουργικής πρακτικής των Αγίων, των λατρευσάντων και λατρευόντων τον Θεό “εν Πνεύματι και αληθεία” και όχι με επιστημονική γνώση και αρχαιοπρέπεια.

Γιά παράδειγμα: ο μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν, σε ένα ώριμο έργο του που δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει και κυκλοφορείται στα ελληνικά (“Ευχαριστία”, εκδ. “Ακρίτας”, 2000) είναι σαφές πώς δεν προσεγγίζει τη θεία Ευχαριστία με ακαδημαϊκή σκέψη, αλλά κυρίως με ποιμαντικό προβληματισμό και την αρωγή βεβαίως της ακαδημαϊκής ερεύνης. Όχι προς εντυπωσιασμόν, αλλά ως συμβολή στη λειτουργική εμβίωση του μυστηρίου. Γι’ αυτό και γράφει στο βιβλίο του: «…Μερικοί είναι έτοιμοι ακόμη και να απορρίψουν από την Εκκλησία ο,τιδήποτε τους φαίνεται “άσχετο”. Αυτός είναι ο αιώνιος πειρασμός του μοντερνισμού, που κατά περιόδους διασαλεύει τον οργανισμό της Εκκλησίας. Συνεπώς, όταν οι άνθρωποι μιλούν γι’ αυτό ή για κείνο το απηρχαιωμένο έθιμο ή παράδοση, πρέπει πάντοτε να επιδεικνύεται η μεγαλύτερη προσοχή και να μην τίθεται το ερώτημα στη βάση του τι είναι σχετικό ή άσχετο ως προς το σύγχρονο, αλλά ως προς το αν εκφράζει κάτι το αιώνιο και ουσιαστικό για τον χριστιανισμό, κι όταν ακόμη εξωτερικά φαίνεται παρωχημένο» (ένθ. αν., σ. 120). Η δική του μάλιστα στάση στο ζήτημα της “λειτουργικής αναγεννήσεως” είναι κρυστάλλινη: «μέ το έλεος του Θεού η Ορθοδοξία διατήρησε και διαφύλαξε αυτό το όραμα διαμέσου των αιώνων, αυτή τη συνείδηση της Εκκλησίας, αυτή τη γνώση πώς “όπου η Εκκλησία, εκεί το Πνεύμα το Άγιον και το πλήρωμα της χάριτος” (Ειρηναίος Λουγδούνου, κατά των Αιρέσεων, 3, 24, 1)… Δεν χρειάζεται τόσο μεταρρυθμίσεις, ρυθμίσεις και εκσυγχρονισμός, όσο επιστροφή σ’ αυτό το όραμα και σ’ αυτήν την εμπειρία που εξαρχής συνέστησε τη ζωή της Εκκλησίας» (ένθ. αν. 17). Γι’ αυτό και σε όλο του το βιβλίο καταφάσκει την μυσταγωγική κατήχηση των πιστών με την θεολογία του Μυστηρίου.

 

— Η λειτουργιολογική προσέγγιση της λειτουργικής Παραδόσεως και αρχαιότητος μας παρουσιάζει μια ερμηνεία και μια θέαση της θείας Λειτουργίας όπως εμείς σήμερα την εννοούμε. Όμως, ένας ζωντανός “οργανισμός” όπως είναι η θεία λατρεία σε μια μακρά διαχρονία, που ανακιρνάται με τα έσχατα και ανατέμνεται από τα αιώνια, δεν κατακτάται με επιστημονικές μελέτες εκ του μακρόθεν και ενδείξεις. Η λειτουργική κατήχηση διά των λειτουργιολόγων ίσως είναι επιστημονικά πιό έγκυρη και ακριβέστερη από ό,τι η παραδεδομένη ευλάβεια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οδηγεί στην “κατάληψη” του Μυστηρίου. Η Εκκλησία διά των Αγίων αισθανόταν την ανάγκη να μυσταγωγεί, εν γνώσει όμως ότι ΜΥΣΤΑΓΩΓΟΣ είναι μόνος ο Κύριος. Μόνον Εκείνος “καινοποιεί τους γηγενείς”, “καινοποιεί” τα πάντα.

Όλες οι ερμηνείες πρέπει να μας κάνουν ανοικτούς στη μυστική ανακαινιστική ενέργεια του Πνεύματος. «Οικείωσις δε Πνεύματος προς ψυχήν ουχ ο διά τόπου προσεγγισμός (πώς γαρ αν πλησιάσαις τω ασωμάτω σωματικώς;) αλλ’ ο χωρισμός των παθών, άπερ από της προς την σάρκα φιλίας ύστερον επιγενόμενα τη ψυχή, της από του Θεού οικειότητος ηλλοτρίωσε» (Μ. Βασιλείου, Περί Αγίου Πνεύματος, 9, ΕΠΕ 19, 338). Χωρίς τη νήψη ως θεμέλιο λειτουργικής αγωγής, όσες λειτουργικές αναλύσεις να μάθει κάποιος, δεν ανάγεται στη μετοχή του Μυστηρίου, δεν μετέχει στη λειτουργική συναγωγή κλήρου και λαού εν Μυστηρίω. Όλα αυτά που λέμε είναι σχηματικά, ως νύξεις αυτογνωσίας. Διότι ο Θεός δεν περιορίζεται από μας κι από τις “πνευματικές” αναλύσεις μας. Θέλουμε απλά να τονίσουμε ότι η λογικοκρατούμενη προσέγγιση του Μυστηρίου, δεν μυσταγωγεί. Δεν μπορούμε βεβαία να ακρωτηριάσουμε τον άνθρωπο και να αποκλείσουμε τη λογικότητά του από την προσέγγιση του Μυστηρίου. Αλλ’ επίσης υπάρχει ο κίνδυνος των ψευδαισθήσεων, ότι κατανοήσαμε τη λογική του Μυστηρίου, την ιστορική εξέλιξη των τυπικών δομικών του στοιχείων, και άρα το κατέχουμε, το γνωρίζουμε, είμεθα οι σωστότεροι, οι συνειδητοί.

Η εκλογικευμένη προσέγγιση δεν ταυτίζεται με τη “λογική λατρεία”. Πιθανόν να συνεργήσει, ώστε ο άνθρωπος να κατανυγεί, να προσευχηθεί “τώ νοΐ”, να κράξει προς τον Θεόν “εκ βαθέων” και έτσι να υπάρξει “λογική λατρεία”. Όμως η πείρα των Αγίων (τ.έ. η πείρα της Εκκλησίας) διδάσκει ότι μόνον η θεία Χάρις αίρει το “κάλυμμα” του νοός και την “πώρωσιν” της καρδιάς, ώστε να μετάσχει ο άνθρωπος στη λειτουργική συναγωγή των τέκνων του Θεού.

Όσοι λοιπόν επιδιώκουν “καινοτομίες” με Αδαμιαία ιδιογνωμοσύνη, ας διερωτηθούν μήπως ψάχνουν για εκσυγχρονισμένη νεότερη έκδοση του Μυστηρίου της Οικονομίας, αντί να το προσεγγίσουν “καταλαμβανόμενοι υπ’ αυτού” (βλ. Φιλ. γ΄, 12). Διότι δεν διαβλέπουμε χριστολογική αφετηρία και στοχοθεσία στον προβληματισμό τους. Δεν διαβλέπουμε πιστότητα ως προς την ταυτότητα των εγχριστωμένων, των Αγίων.

 

— Η νεωτεροποΐα επικαλείται τα λειτουργιολογικά συμπεράσματα, αλλά μένει σε μια ψυχρή επιστημονική θεολογική γνώση. Έτσι δεν οδηγεί στην εμβίωση του λειτουργικού τρόπου εγχριστώσεως των αρχαιοτέρων και παλαιοτέρων. Προκρίνει την εύκολη ποιμαντική λύση: με την μελετώμενη αλλαγή των πατροπαραδότων “τύπων” αποβλέπει στον μαζικό εντυπωσιασμό, που δεν αλλάζει το “ταμιείον” του “έσω ανθρώπου”.

Νά φέρουμε ένα παράδειγμα. Διαβάστε ένα θαυμάσιο επιστημονικό ή θεολογικό συστηματικό έργο. Μπορεί να είναι ωραίο, ως ερμηνευτική προσέγγιση. Ωστόσο δεν κατανύσσει την καρδιά. Διαβάστε και ένα νεοπατερικό ερμηνευτικό έργο (π.χ. του μακαριστού π. Ιουστίνου Πόποβιτς την ερμηνεία στον Απόστολο Παύλο)· κατανύσσεται η καρδιά.

Έτσι, λοιπόν, “λειτουργική αναγέννηση” ορθοδόξως νοουμένη είναι το λειτουργικό ήθος και βίωμα και η λειτουργική εμπειρία των Αγίων και των Δικαίων που περιγράφει π.χ. σε μια θαυμάσια έκδοση η Ιερά Μονή Παρακλήτου με τίτλο “Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη θεία Λειτουργία”. Παραθέτει έγκυρα περιστατικά αγίων Επισκόπων και Ιερέων που παρουσιάζουν την απαραίτητη Χριστο­ήθεια η οποία οδηγεί στον πραγματικό εκκλησιασμό “εν αισθήσει καρδίας” και στην εμβίωση του λειτουργικού μυστηρίου.

Γι’ αυτό ακριβώς, τα λειτουργιολογικά πορίσματα δεν πρέπει να μας οδηγούν σε απλουστευτική αξιοποίησή τους με μια δήθεν λειτουργική ποιμαντική, ερήμην της θεραπευτικής ποιμαντικής, της οποίας αμέτοχοι πολλάκις τυγχάνουμε εμείς οι ίδιοι. Αντί να επιχειρούμε λειτουργικές επεμβάσεις και αλλαγές, μάλλον έπρεπε αυτά τα πορίσματα πρωτίστως να μας προβληματίσουν και να αποβάλουμε τον κληρικαλισμό, που μας εξυπηρετεί ως ψυχολογική άμυνα ενάντια στη νηπτική και ευχαριστιακή αυτοκριτική και αυτογνωσία.

 

— Προβάλλουν μερικοί ως ενδεχόμενο λειτουργικής αναγεννήσεως την αλλαγή κάποιων “τύπων”, την απλοποίηση του Τυπικού, την απλοποίηση της λει-τουργικής γλώσσας, τις μεταφράσεις, τη συντόμευση των Ακολουθιών. Παρά ταύτα δεν διανοούνται να αφαιρέσουν και άλλους εξωτερικούς “τύπους”, που μάλιστα δεν έχουν και τόσην αρχαιότητα καθιερώσεως: εννοώ την εξαιρετική χλιδή των αμφίων. Λοιπόν: υπάρχει μια ανακολουθία στα προβαλλόμενα επιχειρήματα, που εξηγείται με άλλη διαγνωστική προσέγγιση των αληθινών κινήτρων.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «Επειδή γαρ διπλοί εσμεν, εκ ψυχής και σώματος κατεσκευασμένοι, και ου γυμνή ημών εστιν η ψυχή, αλλ’ ως υπό καταπετάσματι καλύπτεται,  αδύνατον ημάς εκτός των σωματικών ελθείν επί τα νοητά… Διά τούτο σώμα και ψυχήν ανέλαβεν ο Χριστός… Διά τούτο και το βάπτισμα διπλούν, εξ ύδατος και Πνεύματος, και η Κοινωνία, και η προσευχή και η ψαλμωδία πάντα διπλά, σωματικά και πνευματικά» (Γ΄ Απολογητικός προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας, ιβ΄, ΡG 94, 1336 ΑΒ).

Κατ’ αναλογίαν και με το δεδομένο ότι η θεία Λατρεία είναι αχωρίστως και ασυγχύτως το “σώμα” και η “ψυχή” της εκκλησιαστικής θεοκοινωνίας, δεν επιτρέπεται να προβαίνουμε απροϋποθέτως σε επεμβάσεις. Μέ μοναδική δικαιολογία ότι γνωρίζουμε επιστημονικώς και ερευνητικώς την εξέλιξη της λατρείας.

Άλλωστε, η Εκκλησία είναι πάντοτε ζώσα και νέα, ουδέποτε γηράσκει. Δεν συνιστά αναίρεση αυτής της πίστεως η ιδιογνώμων απόπειρα δήθεν λειτουργικής αναγεννήσεως από μάς; Εάν ζούσε σήμερα ο Απ. Παύλος επί της γης ή ο Μ. Βασίλειος ή ο ιερός Φώτιος, είμεθα σίγουροι ότι θα εισηγούνταν τις δικές μας λειτουργικές επεμβάσεις; Η Εκκλησία δεν νομοθετεί διά των μη κεκαθαρμένων, αφωτίστων και μη τεθεωμένων.

Γιατί λοιπόν να απορρίψουμε την λειτουργική παράδοση των τελευταίων αιώνων (ιδ΄ και εξής) και να αναδράμουμε στην παλαιότερη ως γνησιότερη; Συμφωνώ να ανακαθάρουμε τα στοιχεία της σημερινής εκκοσμικεύσεως, ιδίως εκείνα που αφορούν τον εαυτόν μας. Όχι όμως και να αλλάξουμε τα πάντα.

Διότι πόσο πίσω πρέπει να αναδράμουμε, για να βρούμε τη γνησιότερη μορφή της λειτουργικής παραδόσεως; Στόν ΙΘ΄ αιώνα; Στόν ΙΔ΄ αιώνα; Στόν Η΄ αιώνα; Ή στον Δ΄ αιώνα;

 

— Καταφάσκοντας μεν τη λειτουργική κατήχηση, ωστόσο θέλω να πώ και κάτι ίσως τολμηρό. Μπορεί να θεωρηθώ “μονοφυσιτίζων”. Κάθε άλλο, όμως. Στήν Εκκλησία, στην Ευχαριστιακή Σύναξη προσέρχονται τελικά όσους “επισυνάγει” ο μόνος “εκκλησιαστής”, ο Κύριος, με την μυστική έλξη του Αγίου Πνεύματος, χρησιμοποιώντας ποικίλα όργανα, αφορμές και συγκυρίες. Όσους εθέλει Εκείνος, καλεί. Όσοι εθέλουν Εκείνον, καλούνται. Αυτό υποδηλώνεται σε πλήθος “Ευχών” του Εσπερινού, του Μεσονυκτικού, του Όρθρου και της θείας Λειτουργίας, με τις οποίες η εκκλησιαστική σύναξη διά του λειτουργού απευθύνει ευχαριστία προς τον “συγκαλούντα” Θεό.

Τολμώ επίσης να πώ: ότι ο σεβασμός της λειτουργικής Παραδόσεως αφήνει την προτεραιότητα στη θεία Χάρη, «τήν τα ελλείποντα αναπληρούσαν», να αναπληρώσει τα ποιμαντικά μας ελλείμματα και τα κατηχητικά ελλείμματα του πληρώματος.

Εξυπακούεται ότι δεν θα μείνουμε άπραγοι, εφόσον φέρουμε την ευθύνη να ποιμαίνουμε το λαό του Θεού και έχουμε τα παραδείγματα των Αγίων Επισκόπων και Πατέρων μας. Ούτε πάλι με το πρόσχημα της πολυπληθέστερης προσελεύσεως θα καταλύσουμε ό,τι παραλάβαμε.

 

— Δεν είναι κακό που αναλύονται τέτοια ζητήματα. Εκείνο που με προβληματίζει είναι ότι τίθενται επιλεκτικώς ορισμένα ερωτήματα για την λειτουργική­τελετουργική παράδοση και δεν τίθενται ως αμέσου προτεραιότητος άλλα καιριότερα λειτουργικά ζητήματα:

• η θρησκειοποίηση της Εκκλησίας στα μάτια του κόσμου μας,

• η εκκοσμίκευση του θρησκευτικού βιώματος,

• η έλλειψη των παραδεδομένων ευαγγελικών και παραδοσιακών προϋποθέσεων εμβιώσεως του λειτουργικού μυστηρίου όχι μόνο από το λαό μας, αλλά πρωτίστως από μας τους κληρικούς πάσης βαθμίδος,

• η απουσία του λατρευτικού ζήλου και της λατρειακής αναλώσεως κληρικών τε και λαϊκών,

• η υπόπτωση της ευχαριστιακής αυτοσυνειδησίας ημών των επισκόπων σε διοικητική και τελετουργική θεσμική αυτοεξύψωση ερήμην και επί λύμη των χριστοειδών πλαισίων,

• η καθυπόταξη της αρχιερατείας και ιερατείας του λειτουργικού μυστηρίου και των λοιπών μυστηρίων και ιερών τελετών σε ευκαιρία ιδιωτικής κενόδοξης προβολής ή σε τελετουργικό, αμφιολογικό και μουσικολογικό θεατρινισμό ή σε προσφορά υπηρεσιών με κίνητρο την αμοιβή,

• η ιεροκρατία αντί της ιεροπρέπειας, που μόνον αυτή θα ενέπνεε στο λαϊκό πλήρωμα την αναγωγική αίσθηση ότι συναποτελούμε “τό βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαόν εις περιποίησιν”, ότι συνιστούμε και πρέπει να συνοικοδομούμεθα “εις ναόν άγιον” για τον Κύριο·

• η πρακτική υποτίμηση της θεολογίας και εκκλησιολογίας του Μυστηρίου, όταν ομιλούμε για “ιδιωτική” λειτουργία· ή όταν αποφεύγουμε να κατηχήσουμε για τη θέση του μνημοσύνου ημέρα Σάββατο·

καί τόσα άλλα στοιχεία εκκοσμικεύσεως και αλλοτριώσεως, που αποδεικνύουν τρομερό έλλειμμα λατρευτικής διαθέσεως.

Γιά πολλά εξ αυτών προβάλλει άκρως ελεγκτικός από τα βάθη των αιώνων ή μάλλον αφ’ ύψους του ουρανού και των εσχάτων ο ποιητικός λόγος του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου (βλ. Λόγον Πεντηκοστόν (διδασκαλίαν κοινήν συν ελέγχω προς πάντας· βασιλείς, αρχιερείς, ιερείς, μονάζοντας και λαϊκούς, υπό στόματος λαληθείσα και λαλουμένη Θεού”, εν Του Αγίου του Νέου Θεολόγου Άπαντα, μετ. Διονυσίου Ζαγοραίου, ανατύπωση, εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου 1969, μέρος Β΄, σσ. 76 εξ.). Αλλά και όλων ανεξαιρέτως των αγίων Πατέρων και απολύτως όλης της Αποστολικής και Πατερικής διδασκαλίας (βλ. ενδεικτικά τις Ποιμαντικές Επιστολές Απ. Παύλου, του αγ. Γρηγορίου Θεολόγου τον «Απολογητικόν της εις τον Πόντον φυγής ένεκεν, και αύθις επανόδου εκείθεν μετά την του πρεσβυτέρου χειροτονίαν, εν ω τι το της ιερωσύνης επάγγελμα» ή τους περί ιερωσύνης λόγους του ι. Χρυσοστόμου).

Θα πεί κάποιος: αυτά είναι θέματα εσωτερικής ζωής, και άρα αστάθμητα και ανέλεγκτα, ενώ οι λειτουργικές αλλαγές είναι θέματα εξωτερικής τελετουργίας και άρα προσβάσιμα και ελέγξιμα.

Η αποστολική όμως παράδοση και η πατερική παράδοση (όπως φαίνεται κι από τις Επιστολές των αγίων Αποστόλων στην Κ.Δ.) επιμένουν στα εσωτερικά σημείακαί οριοθετούν τα στάδια της πνευματικής —θά λέγαμε— συμμετοχής στην ευχαριστιακή ζωή.

Έπειτα, εφόσον η ποιμαντική είναι θεραπευτική, βεβαίως ο ιατρός θα εξετάσει τα συμπτώματα, αλλά θα προβή και σε εργαστηριακές “εσωτερικές” αναλύσεις, σε ακτινογραφία και τομογραφία του ασθενούς. Εφόσον η εκκλησιαστικότητα είναι κοινωνία, είναι οικογένεια, κάθε μέλος μετέχει σ’ αυτήν και προσεγγίζει την εσωτερικότητα των βιωμάτων, όχι απλά τις εξωτερικές συνθήκες της κοινής ζωής.

 

αγαπητοί πατέρες και αδελφοί,

αν διορθώσουμε το “έσωθεν” του ποτηρίου της καρδιάς μας, θα προέλθει η ποθουμένη “λειτουργική αναγέννηση” σε μας τους ιερουργούς και ποιμένες, ώστε να την εμπνεύσουμε με λόγια και έργα στο λαό μας.

Έτσι θα φθάσουμε «καταλαβέσθαι συν πάσι τοις αγίοις τι το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος, γνώναί τε την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστού, ίνα πληρωθώμεν εις παν πλήρωμα του Θεού. Τω δε δυναμένω υπέρ πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν, κατά την δύναμιν την ενεργουμένην εν ημίν, αυτώ η δόξα εν τη εκκλησία εν Χριστώ Ιησού εις πάσας τας γενεάς του αιώνος των αιώνων· αμήν» (Εφεσ. γ΄,  18­20).

ΠΕΡΙ ΘΕΙΩΝ ΤΙΜΩΡΙΩΝ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

ΜΑΞΙΜΙΑΝΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ, Βενεδίκτου ἱερομονάχου, Ἁγιορείτου, β’ τόμος, σελ. 1168.

ΠΕΡΙ ΘΕΙΩΝ ΤΙΜΩΡΙΩΝ

Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

 

2.46 (μστ’).  μέν χέφρων τν θείων κριμάτων τήν ατρείαν ναλογιζόμενος εχαρίστως φέρει τάς διά τούτων πισυνβαινούσας ατ συμφοράς, μηδένα λλον τούτων ατιον τάς αυτο μαρτίας λογιζόμενος. δέ φρων, τήν το Θεο γνον σοφωτάτην πρόνοιαν, μαρτάνων καί παιδευόμενος τόν Θεόν τούς νθρώπους τν αυτο κακν ατίους λογίζεται.

(Κεφάλαια περί γάπης, κατοντάς β’, ΕΠΕ 14,233-235. PG 90,1000)

 

σώφρονας νθρωπος, σκεπτόμενος τήν θεραπευτική δύναμι τν θείων τιμωριν, ὑπομένει μέ εὐχαρίστησι τίς συμφορές, πού τοῦ συμβαίνουν, καί δέν θεωρεῖ κανέναν ἄλλον αἴτιο γι’ αὐτές, παρά μόνον τίς ἁμαρτίες του. ντίθετα φρονας, ἀγνοῶντας τήν σοφώτατη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ταν μαρτάνη καί τιμωρται, θεωρεῖ αἰτίους τῶν κακῶν πού τοῦ συμβαίνουν ἤ τόν Θεό ἤ τούς ἀνθρώπους.

 

________________________________________________-

 

ΠΗΓΗ:

ΜΑΞΙΜΙΑΝΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ, Βενεδίκτου ἱερομονάχου, Ἁγιορείτου, β’ τόμος, σελ. 1168.