Ὁ Ἱερός Ναός τοῦ Θεοῦ καί τά φρικτά συμβαίνοντα ἐν αὐτῷ!

Ὁ Ἱερός Ναός τοῦ Θεοῦ καί τά φρικτά συμβαίνοντα ἐν αὐτῷ!

Πορφυρίτης

Φόβος καί τρόμος καταλαμβάνει τούς ἀκατήχητους, καί ἐν πολλοῖς ἀδιάφορους νεοέλληνες περί τῆς Ὀρθοδόξου καί ἀμωμήτου Πίστεώς μας, γιά τό ἐσχάτως ἀνακῦψαν θέμα, τό ὑπερβολικῶς καί παγκοσμίως προβαλλόμενο ὡς θανατηφόρα μάστιγα τοῦ κορωνοϊοῦ. Φόβος καί τρόμος, στούς λαϊκούς, στούς ἱερεῖς, ἀλλά καί στούς ἐπισκόπους. Τό ἀποτέλεσμα γνωστό: νά κλείσουν οἱ ἱεροί ναοί, ἤ στήν καλύτερη περίπτωση νά ὑπολειτουργοῦν, λαμβανομένων αὐστηρῶν ὑγειονομικῶν μέτρων, καί ὅλα τά ἱερά καί ὅσια τῆς Πίστεώς μας νά θεωρηθοῦν μολυσματικά!

Εἶναι πραγματικά, ἀξιοθαύμαστος αὐτός ὁ παράταιρος συντονισμός, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας μέ τήν κρατική, σάν νά ἦταν ἀπό πολλά ἔτη ἔτοιμη, γιά νά τό πράξει! Βεβαίως, ἡ ἀρρωστημένη πνευματική κατάστασις τῆς χώρας μας τίς τελευταῖες δεκαετίες καθώς καί οἱ προφητεῖες περί τῶν ἐσχάτων καί περί τῶν ἀσεβῶν ἱερέων καί ἀρχιερέων ἀπό ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας εἶχαν προετοιμάσει τούς συνειδητούς πιστούς γιά τό τί θά ἀκολουθήσει.

Οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι, πλήρως ἀκατήχητοι περί τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου καί ἁγιοπατερικῆς ἐμπειρίας, ἀντί νά «φράξουν στόματα λεόντων», ἔφραξαν, τρόπῳ τινά, τό στόμα τοῦ Θεοῦ, μή χρησιμοποιώντας τά ἅγια μέσα πού διαθέτει ἠ Ἐκκλησία μας, ὅπως σέ παρόμοιες περιπτώσεις στό παρελθόν καί ἐξίσωσαν τήν Εκκλησία μέ κάποια Μή Κυβερνητική Ὀργάνωση. Ἀντί νά ἐξισώσουν τή φωνή τους μαζί μέ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου: «εἶναι ἀνάγκη νά ἔλθῃς ἐδῶ (στήν ἐκκλησία), διά νά ἴδῃς τόν διάβολον νά νικᾶται, καί τόν Μάρτυρα νά νικᾶ, διά νά ἴδῃς τόν Θεόν νά δοξάζεται καί τήν Ἐκκλησίαν νά θριαμβεύῃ.»[1], ἐξίσωσαν τόν ἱερό ναό μέ οἶκο ἐμπορίου! Καί ἐνῶ οἱ οἶκοι ἐμπορίου ἔμειναν ἀνοικτοί, οἱ ἱεροί ναοί ἔκλεισαν! Αὐτό εἶναι τό κατόρθωμα τῶν συγχρόνων ἐπισκόπων· τί λένε ὅμως οἱ ἅγιοί μας γιά τόν ἱερό ναό;

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Ὁ εἷς ἐκ τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ὁ θεῖος Χρυσορρήμων, μᾶς κηρύττει ὅτι στήν ἐκκλησία ἀξιωθήκαμε νά συναντήσουμε τόν Χριστό[2], ὅτι κατά τήν ἱερή καί φρικτή μυσταγωγία, στεκόμαστε κοντά καί παρακαλοῦμε τό Θεό, μαζί μέ τά Χερουβίμ, τά Σεραφίμ καί τίς ἄλλες οὐράνιες δυνάμεις· ἄγγελοι προσπίπτουν στόν Δεσπότη καί Ἀρχάγγελοι παρακαλοῦν.[3].

Ἅγιος Νήφωνας, ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς

Ἀπό τόν ἅγιο Νήφωνα, ἐπίσκοπο Κωνσταντιανῆς, μαθαίνουμε ὅτι  τό Ἅγιον Πνεῦμα, τοῦ εἶπε: «Εἶναι ἀδύνατο νά ξεφύγεις ἀπό τίς παγίδες τῶν δαιμόνων, ἄν δέν καταφεύγεις στούς ναούς τοῦ Θεοῦ κι ἄν δέν ἀγωνίζεσαι μέ προσευχές καί νηστεῖες.[4]». Μαθαίνουμε ἐπίσης, ὅτι ὑπάρχουν φύλακες ἄγγελοι στούς ἱερούς ναούς[5]ἄγγελος πού φρουρεῖ τό ἅγιο θυσιαστήριο[6] καί πώς πάνω ἀπ’ τούς ἀνθρώπους, πού στέκονται στήν ἐκκλησία, βρίσκονται περισσότεροι ἄγγελοι καί ψάλλουν ἀόρατα μαζί τους.[7] Ὅταν δέ οἱ  ἄγγελοι, βλέπουν κάποιον ἀπό τό ἐκκλησίασμα νά συζητᾶ, νά ἀστειεύεται καί γενικότερα νά μήν προσέχει, τότε ἀρχίζουν τή θρηνωδία, λέγοντας: «Ἄχ, πῶς αἰχμαλωτίστηκε ἔτσι ἡ ψυχή αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού στέκεται μέσα στήν ἐκκλησία μέ τόση καταφρόνια, χωρίς φόβο Θεοῦ, χωρίς ντροπή, χωρίς σεβασμό! Ὁ Θεός ἔσκυψε ἀπό τά οὐράνια γιά ν’ ἀκούσει προσευχή ταπεινή καί λόγια παρακλητικά…».[8].

Συγκλονιστικά εἶναι καί ὅσα  εἶδε ὁ ἀσκητής ἐπίσκοπος νά λαμβάνουν χώρα κατά τή διάρκεια τῆς θείας λειτουργίας: «μόλις ἔβαλε ὁ λειτουργός τό “Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…”, εἶδε φωτιά νά κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό καί νά καλύπτει τό ἅγιο θυσιαστήριο καί τόν ἱερέα, χωρίς  ἐκεῖνος νά καταλάβει τίποτα.[9] … Στόν τρισάγιο ὕμνο, τέσσερις ἄγγελοι κατέβηκαν κι ἔψαλλαν μαζί τους. Στόν Ἀπόστολο, φανερώθηκε ὁ μακάριος Παῦλος νά καθοδηγεῖ τόν ἀναγνώστη. Στό “Ἀλληλούια”, μετά τό τέλος τοῦ Ἀποστόλου, οἱ φωνές τοῦ λαοῦ ἀνέβαιναν ἑνωμένες στόν οὐρανό σάν ἕνα πύρινο σφιχτοπλεγμένο σκοινί. Καί στό Εὐαγγέλιο, μιά-μιά λέξη ἔβγαινε σάν φλόγα ἀπό τό στόμα τοῦ ἱερέα καί ὑψωνόταν στά ἐπουράνια.

Λίγο πρίν ἀπό τήν εἴσοδο τῶν τιμίων Δώρων, βλέπει ξάφνου ὁ ὅσιος ν’ ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί νά ξεχύνεται μιά ἄρρητη καί ὑπερκόσμια εὐωδία.  Ἄγγελοι κατέβαιναν ἀπό ψηλά, ψάλλοντας ὕμνους καί δοξολογίες στόν Ἀμνό, τό Χριστό καί Υἱό τοῦ Θεοῦ. Καί νά! Τότε παρουσιάστηκε ἕνα κατακάθαρο καί τρισχαριτωμένο Βρέφος! Τό κρατοῦσαν στά χέρια τους ἄγγελοι, πού Τό ἔφεραν καί Τ’ ἀπόθεσαν στό ἅγιο δισκάριο, ὅπου βρίσκονταν τά τίμια Δῶρα. Γύρω Του μαζεύτηκαν πλῆθος λευκοφόροι νέοι,  ὁλόλαμπροι, πού ἀτένιζαν μέ θαυμασμό καί δέος τή θεϊκή Του ὀμορφιά. Ἦρθε ἡ στιγμή τῆς μεγάλης εἰσόδου. Ὁ λειτουργός πλησίασε γιά νά πάρει στά χέρια του τό ἅγιο δισκάριο καί τό ἅγιο ποτήριο. Τά ὕψωσε καί τά ἔβαλε πάνω στό κεφάλι του, σηκώνοντας μαζί τους καί τό Παιδί

 Μόλις βγῆκαν τ’ ἅγια, καί ἐνῶ ὁ λαός ἔψαλλε κατανυκτικά, ὁ ὅσιος εἶδε ἀγγέλους νά φτερουγίζουν κυκλικά πάνω ἀπό τό κεφάλι τοῦ λειτουργοῦδυό Χερουβείμ καί δυό Σεραφείμ νά προχωροῦν μπροστά του, καί ἄπειρους ἄλλους ἀγγέλους νά τόν τριγυρίζουν, ψάλλοντας μέ ἀγαλλίαση ἄρρητους ὕμνους. Ὅταν ὁ ἱερέας ἔφτασε στήν ἁγία τράπεζα κι ἀπόθεσε ἐκεῖ τά τίμια Δῶρα, οἱ ἄγγελοι τή  σκέπασαν μέ τίς φτεροῦγες τους. Τά δυό Χερουβείμ στάθηκαν στά δεξιά τοῦ λειτουργοῦ καί τά δυό Σεραφείμ στ’ ἀριστερά του, χωρίς ὅμως ἐκεῖνος νά τά βλέπει.

Ἡ θεία μυσταγωγία συνεχίστηκε. … ἔφτασαν στόν καθαγιασμό τῶν τιμίων Δώρων. Ὁ λειτουργός τά εὐλόγησε καί εἶπε τό “…μεταβαλών τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ. Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν”.Τότε βλέπει ὁ δίκαιος ἕναν ἄγγελο νά παίρνει μαχαίρι καί νά σφάζει τό Βρέφος. Τό Αἷμα Του τό ἔχυσε στό ἅγιο ποτήριο, ἐνῶ τό θεῖο σῶμα Του τό τεμάχισε καί τό τοποθέτησε στό δισκάριο. Ὕστερα ἀποτραβήχτηκε πάλι στή θέση του καί στάθηκε σεμνά καί εὐλαβικά. 

… ὁ λειτουργός εἶχε πεῖ τό “προσέλθετε”. … Οἱ ἄγγελοι στέκονταν ἐκεῖ κοντά καί παρακολουθοῦσαν μέ σεβασμό τή μετάληψη. … Ὅταν τέλειωσε ἡ λειτουργία καί ὁ ἱερέας ἔκανε τήν κατάλυση, τότε παρουσιάστηκε πάλι τό Βρέφος σῶο πάνω στά χέρια τῶν ἁγίων ἀγγέλων! Ἡ στέγη τοῦ ναοῦ λές καί σχίστηκε στά δύο. Ἀπό κεῖ οἱ ἄγγελοι ἀνέβασαν τό Παιδί στούς οὐρανούς μέ ὕμνους καί δοξολογίες, ὅπως Τό εἶχαν κατεβάσει, ἐνῶ μιά ὑπέροχη εὐωδία ξεχύθηκε καί τώρα ὁλόγυρα.»[10].

Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης διηγεῖται: «Κάποτε λειτουργοῦσα στό Μοναστήρι … καί … εἶχα ἕνα γεροντάκι – καλόγερο – καί ἐγώ ἔκανα τόν παπά καί κεῖνος ἔψαλλε· ἦταν τό ἀναλόγιο στήν μέση. Καί ὅπως ἔψελνε τό γεροντάκι, ξαφνικά στόν Χερουβικό ὕμνο ἀκούω ἕνα φτερούγισμα μέσ’ στό Ἱερό, σάν πολλά παλληκάρια στά λευκά ντυμένοι καί φτερουγίζανε, ἔβλεπα καί μπροστά μου μέσ’ στό Ἅγιο Θυσιαστήριο. Εἶναι τάγματα ἁγίων Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων, οἱ ἅγιοι Πάντες, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τ’ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ Κυρία Θεοτόκος καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι εἶναι ἐν ὥρᾳ τῆς Θείας Λειτουργίας, καί τάγματα Σεραφείμ, Χερουβείμ, ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἄξιοι νά τά δοῦμε βέβαια αὐτά. Ὅμως ἐφ’ ὅσον μᾶς ἀξίωσε καί εἴμαστε ἱερουργοί τῶν θείων Μυστηρίων, κάτι βλέπουμε καί πιστεύουμε…»[11].

Αὐτά συμβαίνουν μέσα στούς ἱερούς ναούς, κατατεθημένα ἀπό τρεῖς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Συνταρακτικά γεγονότα! Βρίσκονται παρόντες ἡ Ἁγία Τριάς, ἡ Θεοτόκος, οἱ ἅγιοι καί ὅλες οἱ ἀγγελικές δυνάμεις, «τίνα λοιπόν, φοβηθήσομαι; Ἀπό τίνος δειλιάσω»[12]; Τόποι ἱεροί, ἁγιασμένοι, οὐράνιες πῦλες, κλίμακες πρός τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τόποι περιγραπτοί καί τόποι ἀπερίγραπτοι, καταστάσεις ὑπέρλογες, ἄρρητες, φράκτες τοῦ ὀρθολογισμοῦ. Οἱ ἅγιοι βλέπουν μέ τά χαριτωμένα πνευματικά τους μάτια καί ἐμεῖς εἴμαστε μακάριοι πού πιστεύουμε χωρίς νά τά δοῦμε.

Πορφυρίτης


[1] Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, «Ἐκλογαί καί Ἀπανθίσματα», σελ. 107.

[2] «Ἐκλογαί καί Ἀπανθίσματα», σελ. 108.

[3] «Ἐκλογαί καί Ἀπανθίσματα», σελ. 109-110.

[4] «Ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος», Ἱερᾶ Μονή Παρακλήτου, σελ. 36.

[5] «Ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος», σελ. 36.

[6] «Ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος», σελ. 211-212.

[7] «Ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος», σελ. 73.

[8] «Ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος», σελ. 73.

[9] «Ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος», σελ. 213.

[10] «Ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος», σελ. 213-215.

[11] «Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)», Ἑνωμένη Ρωμηοσύνη, σελ. 60.

[12] Ἀπό τόν 26ο Ψαλμόμ στ. 1.

ΠΗΓΗ.ΑΚΤΙΝΕΣ

Περί του μη εκπειράζειν τον Θεόν

1.

Παναγ. Τρεμπέλα,
Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον,
ἐκδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀθῆναι 1995, σελ. 153-154

«Οὐ δεῖ εἰς προφανεῖς κινδύνους ἐμβάλλειν τινὰ ἑαυτὸν δοκιμάζοντα εἰ βοηθήσει αὐτῷ ὁ Θεός» (γράφει ὁ Θεοφύλακτος).
«Οὐ γὰρ τοῖς πειράζουσι χαρίζεται ὁ Θεὸς τὰς ἐπικουρίας, ἀλλὰ τοῖς πιστεύουσιν εἰς αὐτόν. Οὐ γὰρ ἐπειδὴ φειδοῦς ἡμᾶς ἀξιοῖ, διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἐπιδεικτιᾷν ὀφείλομεν. Πρὸς τούτοις οὐδέποτε Χριστὸς τοῖς πειράζουσιν αὐτὸν ἐδίδου σημεῖον· Γενεὰ γάρ, φησί, πονηρὰ σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ. Τοῦτο καὶ νῦν ἀκουέτω πειράζων ὁ Σατανᾶς» (γράφει ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας).
Ἀξιοσημείωτος καὶ ἡ ἑπομένη παρατήρησις: Ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ ἐνταῦθα τὸ Δευτ. ϛ´ 16: «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου, ὃν τρόπον ἐξεπειράσατε ἐν τῷ πειρασμῷ». Ὅταν τις ἐπιθυμῇ νέον σημεῖον πρὸς ἀπόδειξιν θείας ἀποκαλύψεως, καθ᾽ ὃν χρόνον ἐδόθησαν ἤδη εἰς αὐτὸν ἐπαρκεῖς ἀποδείξεις τῆς περὶ αὐτοῦ προνοίας τοῦ Θεοῦ, ἐκπειράζει τὸν Θεόν. Οὕτω καὶ οἱ Ἰσραηλῖται εἶπον ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅταν ἐπείρασαν τὸν Θεόν: Ἔδωκεν ἡμῖν ὕδωρ ἐκ πέτρας. Μὴ καὶ ἄρτον δύναται δοῦναι ἡμῖν; Καὶ ὁ Χριστὸς ἤδη παρόμοιόν τι θὰ ἔλεγεν, ἐκπειράζων τὸν Πατέρα του: Ἀπέδειξεν ὅτι εἶμαι πράγματι ὀ Υἱός Του διὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Πνεύματός Του ἐν τῷ Ἰορδάνῃ καὶ τῆς ἀμέσου μαρτυρίας του διὰ τῆς ἐνεχθείσης ἐκεῖ φωνῆς. Καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ ἦτο πολὺ μεγαλύτερον. Ἀλλ᾽ ἆρά γε δύναται καὶ τώρα νὰ διατάξῃ τοὺς ἀγγέλους του, ὅπως μὲ σηκώσουν εἰς τὰς χεῖράς των, τοῦθ᾽ ὅπερ εἶναι σημεῖον μικρότερον.

—————

2.

Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία [Θ.Η.Ε.]
τόμ.10, σελ. 252-253

Ἐκτὸς τῶν ἐσωτερικῶν πειρασμῶν ὑπάρχουν καὶ ἄλλου τινὸς εἴδους πειρασμοί, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀπαγορεύει ἡ ἐντολὴ «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» (Δευτερ. ϛ´ 16). Ἐκπειράζειν τὸν Θεόν σημαίνει τὸ νὰ ὑποβάλλῃ τις τὸν Θεόν εἰς δοκιμασίαν, προκαλῶν αὐτόν νὰ φανερώσῃ μίαν ἢ περισσοτέρας τῶν ὑπερφυῶν αὐτοῦ ἰδιοτήτων κατὰ τρόπον ὑποκείμενον εἰς τὴν πεῖραν αὐτοῦ. Τοιοῦτος πειρασμὸς π.χ. εἶναι ἡ πρόκλησις τοῦ Θεοῦ, ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ἐνεργήσῃ θαῦμα τι, ἢ καταστροφὴν ὡς ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεώς του. Ἐπίσης ἐκπειράζει τις τὸν Θεόν ὅταν ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου ἐκθέτῃ εἰς προφανῆ κίνδυνον τὴν ἰδίαν ζωὴν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σώσῃ αὐτόν θαυματουργικῶς (πρβλ. Ματθ. δ´ 6,7). Πᾶς τρόπος, δι᾿ οὗ πειρᾶταί τις νὰ ὑποβάλῃ εἰς δοκιμασίαν τὸν Θεόν, δύναται νὰ ἐκφράζεται διὰ λόγου ἢ προσευχῆς ἢ προκλήσεως, μὲ τὴν σαφῆ πρόθεσιν νὰ βεβαιωθῇ ἐμπειρικῶς περὶ τῆς παντοδυναμίας ἢ περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ.

Τὸ ἐκπειράζειν τὸν Θεόν ἀποτελεῖ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν θανάσιμον ἁμάρτημα, ὡς σαφῶς διδάσκει ἡ Ἁγ. Γραφὴ (Ἔξ. ιζ´ 7, Δευτερ. ϛ´ 16, Ματθ. δ´ 7, Κορ. ι´ 9). Εἶναι ἀπόδειξις ἐλλείψεως σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεόν, διότι εἰς τὴν πραγματικότητα τὸ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὸν Θεόν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν πεῖραν ἡμῶν ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἀσέβειαν εἰς τὸν ὑπερθετικόν βαθμόν. Τὸ ὑποβάλλειν εἰς δοκιμασίαν τὸν Θεόν εἶναι προσέτι ἔκφρασις ἐλαττωματικῆς πίστεως, ἀσταθοῦς ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν θεῖον λόγον καὶ εἰς πλείστας περιπτώσεις νοσηρᾶς φιλοπεριεργείας. Ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, τὸ ἐκπειράζειν τὸν Θεὸν εἶναι ταυτόσημον πρὸς θρασύτητα, ἀσέβειαν, βλασφημίαν καὶ τοῦτ᾿ αὐτὸ πρὸς αἵρεσιν, διότι ὁ θέλων νὰ ὑποβιβάσῃ τὸν Θεόν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων ἡ πειραματικὴ γνῶσις ἀποτελεῖ ἱκανοποίησιν τῆς περιεργείας αὐτοῦ, σημαίνει ὅτι ἔχει αἱρετικὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς οὐσίας καὶ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἐκπειράζειν τὸν Θεόν κατεδίκασεν αὐτὸς ὁ Χριστὸς ὡς ἁμαρτίαν θανάσιμον, ὅταν ἐπετίμησε τὸν Σατανᾶν προτείνοντα εἰς αὐτόν νὰ βάλῃ ἑαυτὸν κάτω ἐκ τοῦ πτερυγίου τοῦ ναοῦ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ὁ Θεὸς θὰ διατάξῃ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ νὰ ἄρουν αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας των, ἵνα μὴ προσκόψῃ πρὸς λίθον τὸν πόδα του, εἰπὼν εἰς αὐτόν· «γέγραπται· οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» (Ματθ. δ´ 6-7).

Ἀλλ᾿ ἡ παράκλησις πρὸς τὸν Θεόν ὅπως ἐπιδείξῃ θαυμαστῶς τὴν εὔνοιαν του πρὸς τὸν παρακαλοῦντα εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις δὲν συνιστᾷ ἀναγκαίως πειρασμὸν τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὸν Θεόν ἐν πάσῃ ταπεινοφροσύνῃ θαυμαστόν τι σημεῖον ἐν ἐπειγούσῃ ἢ ἐξαιρετικῇ ἀνάγκῃ, ἔχοντες ἐν νῷ μόνον τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν σωτηρίαν ψυχῶν, οὐδόλως σημαίνει ὅτι ἐκπειράζομεν τὸν Θεόν. Τοῦτο εἶναι μᾶλλον πρᾶξις μαρτυροῦσα μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἀγαθότητα καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως, ὅταν τις παρακαλῇ τὸν Θεὸν νὰ θεραπεύσῃ θαυματουργικῶς σοβαρὰν τινα νόσον, ἀπορρίπτῃ δὲ ἐντελῶς τὴν ἐκ τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης βοήθειαν, ὡς καὶ πᾶσαν ἐκ μέρους ἀνθρώπων δυνατὴν θεραπείαν, ἐκπειράζει τὸν Θεόν. Τέλος, ἡ παραμέλησις τῶν συνήθων μέσων καὶ τῶν ἀπαιτουμένων ἐνεργειῶν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ἡμῶν νὰ προάγωμεν τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν ὡς χριστιανῶν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι θαυματουργικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Θεοῦ, συμφώνως πρὸς ἀφελῆ ἐμπιστοσύνην εἴς τινα ἀποκάλυψιν ἢ προσωπικὴν ἔμπνευσιν, δὲν ἀποτελεῖ τόσον πειρασμὸν τοῦ Θεοῦ ὅσον ἀσύγγνωστον ἔνοχον δεισιδαίμονα πίστιν καὶ παραμέλησιν τοῦ καθήκοντος.

——————

3.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο:
«ΣΥΝΑΓΩΓΗ τῶν θεοφθόγγων ρημάτων καὶ διδασκαλιῶν…»
[«Εὐεργετινός»],
δεύτερο βιβλίο, ὑπόθεσις ΛΕ´ (35),
ἐν Κωνσταντινουπόλει 1861, σελ. 104.

Ὅτι οὐ δεῖ ἐπιτρέχειν τῷ θαυματουργεῖν,
ἀλλὰ παραιτεῖσθαι τοῦτο ἐκ ταπεινώσεως

(ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»)

Παρεγένοντο ποτὲ εἰς τὸ Μοναστήριον τὸ ὑπὸ τὸν Ἅγιον Παχώμιον αἱρετικοί τινες ἀσκηταί, τριχίνοις ἐνδύμασι τὸν ἔνδοθεν κατακρύπτοντες λύκον, καὶ ἐπιστάντες τῷ πυλῶνι, τοῖς ἀδελφοῖς ἔλεγον ὑπὸ τοῦ ἰδίου πατρός εἰς τὸν μέγαν ἀπεσταλμένοι εἶναι· εἰσελθόντες οὖν εἴπατε αὐτῷ, εἰ ἀληθῶς ἄνθρωπος εἶ τοῦ Θεοῦ καὶ πέποιθας εἰσακούειν σου τὸν Θεόν, δεῦρο δὴ κοινῶς τοῖς ἡμετέροις ποσὶ τὸν ποταμὸν διαβῶμεν τοῦτον, ὅπως γνῶσι πάντες τίς ἡμῶν παῤῥησίαν κέκτηται μᾶλλον πρὸς τὸν Θεόν.

Ἀναγγειλάντων δὲ τῶν ἀδελφῶν ταῦτα τῷ Παχωμίῳ ἀγανακτήσας ἔφη πρὸς αὐτούς· ὅλως γὰρ εἴπατέ μοι, κατεδέξασθε κλῖναι τὰ ὦτα αὐτοῖς; οὐκ ἔγνωτε ὅτι ταῦτα τὰ προβλήματα, ἀλλότρια τυγχάνει Θεοῦ; καὶ ξένα παντελῶς, οὐ λέγω τῆς ἡμετέρας πολιτείας ἀλλὰ καὶ κοσμικῶν τῶν εὖ φρονούντων, καὶ ἀληθῶς ὄντων Χριστιανῶν; ποῖος γὰρ νόμος ἐπιτρέπει ἡμῖν ταῦτα προβάλλεσθαι καὶ ποιεῖν; τί δὲ ἀθλιώτερον τῷ ὄντι τῆς ἀγνοίας ταύτης καθέστηκε, τὸ καταλείψαντά με πενθεῖν τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας καὶ ὅπως ὀφείλω φυγεῖν τὴν αἰώνιον κόλασιν; νηπιάζειν ταῖς φρεσὶ καὶ προβλήματα σχᾶσθαι τοιαῦτα;

Εἶπον οἱ ἀδελφοὶ πρὸς αὐτόν· ἆρα οὖν αἱρετικοὶ ὄντες οὖτοι καὶ ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ προσκαλέσασθαί σε εἰς τοιοῦτον ὕψος τεθαῤῥήκασιν; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ναὶ τῶν αἱρετικῶν τοῦ τοὸ πρόβλημα, οὐκ ἀνέγνωτε τὴν ῥῆσιν τὴν ἀποστολικὴν τὴν λέγουσαν, κατὰ δὲ τὴν σκληρότητα αὐτῶν καὶ ἀμετανόητον καρδίαν, παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν; οὗτοι κατὰ συγχώρησιν Θεοῦ ἠδύναντο ἴσως τὸν ποταμὸν περᾶσαι ὡς διὰ ξηρᾶς, συνεργοῦντος αὐτοῖς τοῦ διαβόλου πρὸς τὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἀσεβείας αὐτῶν τοῖς ἐπερειδομένοις ἐπ᾽ αὐτῷ βεβαιωθῆναι καὶ τῷ δράματι τούτῳ πίστιν τισὶ τῶν ἤδη ἠπατημένων παρ᾽ αὐτοῦ παρασχεῖν, ἐμοὶ δὲ οὐκ ἀναγκαῖον τοῦτο.

Ἐξελθόντες οὖν εἴπατε αὐτοῖς, τάδε λέγει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Παχώμιος, ὁ ἐμὸς ἀγὼν καὶ ἡ πᾶσά μου σπουδὴ οὐ τὸ πεζοπορεῖν ἐστι ποταμὸν ἢ διαπτῆναι ὄρη ἢ ἐπιτάττειν θηρίοις ἀλλὰ διαλαβεῖν ἐν ἑαυτῷ τὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὑπερπηδᾷν τὰς διαβολικὰς μεθοδείας τῇ τοῦ Κυρίου δυνάμει, τοῦ πατεῖν κελεύσαντος ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ· τούτων γάρ μοι παρὰ Κυρίου δωρηθέντων καὶ τὰ λοιπὰ πάντα ἐπακολουθήσει· καὶ ταῦτα εἰπὼν παρεγγυᾶτο τοῖς ἀδελφοῖς μὴ ἐπὶ οἰκείοις κατορθώμασι μέγα φρονεῖν, μηδὲ ἐπτοῆσθαι ὀπτασίαις τισι, μηδὲ πειράζειν διὰ τοιούτων αἰτήσεων τὸ θεῖον, ὅτι πολλαὶ αἱ μηχαναὶ τοῦ ἀντιπάλου καὶ ὅτι τοιαῦτα πάντα παντὶ ἀνθρώπῳ περιττὰ καὶ ἐπικίνδυνα ὑπάρχει, φήσαντος πρὸς τὸν ἐχθρὸν τοῦ σωτηρίου λόγου, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου».

Νεοελληνικὴ ἀπόδοση:

Πῆγαν κάποτε στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Παχωμίου μερικοὶ αἱρετικοὶ ἀσκητές, ποὺ ἔκρυβαν μέσα τους τὸν λύκο κάτω ἀπὸ τρίχινα ἐνδύματα. Φτάνοντας στὴν πύλη, εἶπαν στοὺς ἀδελφοὺς ὅτι τοὺς ἔστελνε ὁ γέροντάς τους στὸν μέγα Παχώμιο, καὶ προσέθεσαν: «Πηγαίνετε λοιπὸν νὰ τοῦ πεῖτε· ἂν εἶσαι ἀληθινὰ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ πιστεύεις ὅτι σὲ εἰσακούει ὁ Θεός, ἔλα νὰ περάσουμε μαζὶ αὐτὸν τὸν ποταμὸ μὲ τὰ πόδια, γιὰ νὰ μάθουν ὅλοι ποιός ἀπὸ ἐμᾶς ἔχει μεγαλύτερη παρρησία πρὸς τὸν Θεό».

Ὅταν οἱ ἀδελφοὶ τὰ εἶπαν αὐτὰ στὸν Παχώμιο, ἐκεῖνος ἀγανάκτησε καὶ τοὺς εἶπε: «Πεῖτε μου, καταδεχτήκατε ἀκόμη καὶ νὰ τοὺς ἀκούσετε; Δὲν ξέρετε ὅτι τέτοιου εἴδους προβλήματα δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀνάρμοστα ὄχι μόνο στὴ μοναχικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ σὲ καλῶς σκεπτομένους λαϊκοὺς (ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο) καὶ εἶναι ἀληθινοὶ χριστιανοί; Ποιός νόμος δηλαδὴ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ θέτουμε καὶ νὰ κάνουμε τέτοια; Καὶ ἆραγε τί εἶναι ἀθλιότερο ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀνοησία, ἀπὸ τὸ νὰ ἀφήσω δηλαδὴ τὸ πένθος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ τὴ φροντίδα πῶς νὰ ἀποφύγω τὴν αἰώνια κόλαση καὶ νὰ παιδιαρίζω καὶ νὰ ἀσχολοῦμαι μὲ τέτοια προβλήματα;»

Τὸν ρώτησαν τότε οἱ ἀδελφοί: «Ἄρα λοιπὸν αὐτοί, ἐπειδὴ εἶναι αἱρετικοὶ καὶ ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸν Θεό, γι’ αὐτὸ τόλμησαν νὰ σὲ προσκαλέσουν σὲ τέτοιο ὑψηλὸ κατόρθωμα;»

«Ναί», τοὺς ἀποκρίθηκε, «αἱρετικῶν εἶναι αὐτὴ ἡ πρόταση. Δὲν διαβάσατε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος· “Γιὰ τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀμετανοησία τους, ὁ Θεὸς τοὺς παρέδωσε στὴ μωρία τους”; (Ρωμ. ε´ 5· α´ 28) Αὐτοί, κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, θὰ μποροῦσαν ἴσως νὰ διαβοῦν τὸν ποταμὸ σὰν νὰ ἦταν στεριά, καθὼς τοὺς βοηθᾶ ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει νὰ βεβαιωθοῦν γιὰ τὴν ἀσεβῆ αἵρεσή τους αὐτοὶ ποὺ στηρίζονται σὲ αὐτὸν καὶ νὰ δώσει, μὲ τὴ θεαματικὴ αὐτὴ πράξη, μίαν ἀπόδειξη σὲ μερικοὺς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχει ἤδη ἐξαπατήσει. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ κάτι τέτοιο.

Πηγαίνετε λοιπὸν ἔξω καὶ πεῖτε τους· “Νὰ τί σᾶς ἀπαντᾶ ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Παχώμιος: Ὁ δικός μου ἀγώνας καὶ ὅλη μου ἡ προσπάθεια δὲν εἶναι νὰ περάσω ποταμὸ μὲ τὰ πόδια ἢ νὰ πετάξω ἐπάνω ἀπὸ βουνὰ ἢ νὰ διατάζω θηρία, ἀλλὰ νὰ ἔχω στὴ σκέψη μου τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑπερπηδῶ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πατᾶμε ἐπάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιοὺς καὶ σὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ (Λουκ. ι´ 19). Γιατί ἄν μοῦ χαρίσει ὁ Κύριος αὐτά, τότε θὰ ἀκολουθήσουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα”».

Μετὰ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ γέροντας συνέχισε προτρέποντας τοὺς ἀδελφοὺς νὰ μὴν ὑπερηφανεύονται γιὰ τὰ κατορθώματά τους, μήτε νὰ ἐπιθυμοῦν ὀπτασίες, μήτε νὰ δοκιμάζουν τὸν Θεὸ ζητώντας του τέτοια πράγματα, γιατί εἶναι πολλὲς οἱ παγίδες τοῦ διαβόλου ποὺ μᾶς πολεμᾶ καὶ ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι περιττὰ καὶ ἐπικίνδυνα γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ἀφοῦ (καὶ ὁ Ἴδιος) εἶπε στὸν ἐχθρὸ (διάβολο) τοῦ σωτηρίου λόγου: «Δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλεις σὲ δοκιμασία τὸν Κύριο, τὸν Θεό σου» (Ματθ. δ´ 7).

(Πηγή: christianvivliografia.wordpress.com)

Τι σημαίνει η φράση «αιωνία η μνήμη» (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 
Τι σημαίνει η φράση, Αιωνία η μνήμη – Ιερός Ναός Αγίου Αχιλλίου
Στον μανάβη Μελέτιο Τζ. που ρωτά.

 

Σε ταλαιπωρεί το ότι δεν ξέρεις τη σημασία αυτών των λέξεων, που άκουγες πολλές φορές και ο ίδιος έλεγες επάνω από τους νεκρούς. Και καλά κάνεις που ρωτάς. Όσο καλύτερα γνωρίζει ο άνθρωπος την αρχαία και καλή ορθόδοξη πίστη μας, τόσο και περισσότερο την αγαπά.
«Αιωνία η μνήμη» σημαίνει: αιώνια να υπάρχει η μνήμη για σένα. Άκουσα μία φορά πως κάποιος στον επικήδειο λόγο επάνω από τον νεκρό φώναξε: «αιωνία σου η μνήμη στη γη!» Παραξενεύθηκα σε μια τόσο λανθασμένη ερμηνεία της πίστης μας. Μα μπορεί κάτι να είναι αιώνιο στη γη, όπου όλα περνούν βιαστικά σαν προσκεκλημένοι σε γάμο; Όντως, δεν ευχόμαστε στον νεκρό εντελώς μηδαμινό πλούτο, όταν του ευχόμαστε να τον μνημονεύουν σ’ αυτόν τον κόσμο, ο οποίος και ο ίδιος πλησιάζει στο τέλος του; Αλλά ας πούμε πως το όνομα κάποιου μνημονεύεται στη γη έως το τέλος του χρόνου – τί κερδίζει αυτός απ’ αυτό, εάν η μνήμη του στα ουράνια έχει ξεχαστεί;

 

Το σωστό είναι να επιθυμούμε το όνομα του νεκρού να μνημονεύεται αιώνια στην αιωνιότητα, στην αιώνια ζωή και στο Βασίλειο του Θεού. Τούτο και είναι το νόημα των λέξεων «αιωνία σου η μνήμη».

 

Μια φορά καυχήθηκαν οι μαθητές του Χριστού στον Δάσκαλό τους λέγοντας: «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου» (Λουκ. 10,17). Και ο Κύριος τους απάντησε να μην χαίρονται γι’ αυτό αλλά: «Χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. 10,20), δηλαδή να χαίρονται επειδή τα ονόματά τους είναι γνωστά και τα θυμούνται και τα μνημονεύουν στο Ουράνιο Βασίλειο του φωτός και της ζωής.

 

Στην Αγία Γραφή συχνά λέγεται πως τα ονόματα των δικαίων θα είναι γραμμένα στο βιβλίο των ζωντανών, ενώ τα ονόματα των αμαρτωλών θα σβηστούν και θα ξεχαστούν. Από την ιστορία περί του πλουσίου και του Λαζάρου βλέπουμε ότι ο Κύριος λέει το όνομα του Λαζάρου με το ολοκάθαρό Του στόμα, αλλά αποσιωπά το όνομα του άδικου πλουσίου. Ο Λάζαρος, σημαίνει, ότι μπήκε στο Βασίλειο των Ουρανών, και έλαβε την αιώνια ζωή και την αιώνια μνήμη, ενώ ο αμαρτωλός πλούσιος έχασε και το βασίλειο και τη ζωή και το όνομα.

 

Στη θεϊκή επιστήμη καμιά φορά το όνομα ταυτίζεται με τον άνθρωπο. Στην Αποκάλυψη γράφεται: «Και εν εκείνη τη ημέρα εγένετο σεισμός μέγας,… και απεκτάνθησαν εν τω σεισμώ ονόματα ανθρώπων χιλιάδες επτά» (Απ. 11, 13). Υπό τον σεισμό της γης πρέπει να καταλάβουμε μεγάλους πειρασμούς, στους οποίους οι επτά χιλιάδες ανθρώπων υπέκυψαν, αποστάτησαν από τον Χριστό και έχασαν τις ψυχές τους. Τούτο σημαίνει ότι δεν καταστράφηκαν μόνο τα σώματά τους – αυτό είναι ελάχιστης σημασίας- αλλά οι ψυχές και τα ονόματα. Τα ονόματά τους στην αιωνιότητα εκμηδενίστηκαν και σβήστηκαν από το βιβλίο των ζωντανών.

 

Όποιος επιθυμεί αθάνατη μνήμη στην αιωνιότητα, επιθυμεί ευαγγελικό πράγμα. Εάν κάποιος επιθυμεί αθάνατο όνομα στη γη, θέλει ματαιόδοξο πράγμα. Να ξέρεις ότι πολλοί οι οποίοι αθόρυβα και χωρίς να τους προσέξουν πέρασαν αυτή τη ζωή, απέκτησαν αθάνατο όνομα σ’ εκείνο τον κόσμο. Να σκέπτεσαι περί αυτού, αδελφέ Μελέτιε, και ο Θεός θα σου αποκαλύψει ακόμα πολλά. Και όταν ακούσεις για το δικό μου θάνατο, πες στην προσευχή σου: «Αιωνία του η μνήμη»!

 

Ειρήνη και υγεία από τον Κύριο
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται» – 130 Επιστολές, Εκδ. «Εν πλω», σ. 149-151)