Ἡ τελευταία μάχη μὲ τὸν διάβολo τοῦ Γέροντος Νείλου τοῦ Ἁγιοφαραγγίτου


Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Φραγκάκη, Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας. 

 Ἦταν μεσημέρι Μεγάλης Τρίτης 2016. Φευγαλέα λόγῳ τῆς ἐργασιακῆς πληρότητας ποὺ ἐπέβαλλαν οἱ ρυθμοὶ τῶν Ἁγίων ἡμερῶν, ἐπισκεφθήκαμε στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου τὸν παλαίμαχο ἀγωνιστὴ τῆς ἐρήμου Γέροντα Νεῖλο (Θεόδωρο) τὸν Ἁγιοφαραγγίτη.

. Τὸν βρήκαμε καταπονημένο σωματικά, σχεδὸν ξέπνοο, ἐξουθενωμένο ἀπὸ τὴν βαριὰ καὶ ἐπίπονη νόσο ποὺ ταλαιπώρησε τὸ ἀραχνῶδες χοϊκό του περίβλημα ἀλλὰ ὡρίμασε ἀπόλυτα τὴν γενναία του καὶ ἐν-Χριστωμένη ψυχή.

Παρὰ τὴν σωματικὴ ταλαιπωρία ἦταν θαλερότατος ψυχικά, σὲ μάχιμη ἑτοιμότητα καὶ μὲ τὴν συνήθη ὑψιπετοῦσα καρδιὰ καὶ πνευματικὴ ἀκμαιότητα.
. Ἡ ἄνεση ποὺ μᾶς χορηγοῦσε ὁ στενότατος πνευματικὸς σύνδεσμος, ποὺ εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἀνάμεσά μας τώρα καὶ ἀρκετὰ χρόνια, ἔδινε γιὰ μία ἄλλη φορὰ τὴν δυνατότητα νὰ ρουφήξουμε κάτι ἀπὸ τὸ νέκταρ τῆς ἐρήμου, τώρα ποὺ κατασταλαγμένο καὶ συνολικὸ ξεχυνόταν ἀπὸ τὸν κρατήρα τῆς ἄσκησης καὶ τοῦ πόνου, στὴν περίλαμπρη δεξαμενὴ τῆς αἰωνιότητας.
. Κάποια στιγμὴ παρατήρησα ὅτι ὁ Γέροντας ὁλοπόρφυρος στὸ πρόσωπο καὶ μὲ κάποια ἐναγώνια ἐπιμονή, ἔφτυνε μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου καὶ κάτι ψιθύριζε.. Ἡ μεταξύ μας ἀγάπη μοῦ ἔδωσε τὴν ἄνεση τοῦ ἐρωτήματος:
– Γέροντα, γιατί προσπαθεῖς νὰ φτύνεις συνέχεια μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου;
. Γέροντας: – Φτύνω τὸν ἀόρατο… νά ᾽ξερες τί μοῦ κάνει; Ἔχω νὰ κοιμηθῶ πέντε μερόνυχτα…
– Τί σοῦ κάνει Γέροντα;
. Γέροντας: Εἶναι συνεχῶς ἀπέναντί μου. Μὲ βρίζει καὶ μὲ ἀπειλεῖ… Ἡ μορφή του εἶναι τόσο ἀπαίσια, ποὺ ἂν δὲν ἐνδυναμώσει ὁ Θεός, δὲν ἀντέχει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀγριότητα τῆς παρουσίας του…
– Πῶς εἶναι Γέροντα;
– Σὰν χοῖρος μὲ χονδρὲς–ἁδρὲς τρίχες (ἔτσι τὸν ἔβλεπε κι ὁ Γέροντας Ἀναστάσιος). Βρωμάει ἀπαίσια… Ἀλλάζει ὄψεις… Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν περιγράψεις… Βγάζει τὴ γλώσσα του, ποὺ εἶναι τεράστια… ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξέρχονται κοκκινωπὲς φωτιές…
– Σοῦ μιλάει Γέροντα;
. Γέροντας: Ἂν μοῦ μιλάει; Προσπαθεῖ νὰ μὲ ἀποθαρρύνει… Καὶ τί δὲν μοῦ λέει… Ἐγὼ -λέει- σοῦ ᾽φαγα τὴν σάρκα… ἐγὼ σοῦ λάβωσα τὰ πνευμόνια… Ἐγὼ ἔβαλα καὶ σὲ καταδίωκαν μία ζωή. Ἐγὼ σοῦ ἔκανα τὸ τάδε καὶ τὸ τάδε.. Ἐγὼ σ᾽ ἔφερα σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ὅποιους βάλω στὰ δίχτυά μου, τοὺς περιποιοῦμαι καλά… Δικός μου εἶσαι ρέ… Δικός μου… Ἀκοῦς;
– Ἐσὺ πῶς ἀντιδρᾶς Γέροντα;
– Γέροντας: Ἀπαντῶ μὲ τὸ Χρυσοστομικὸ λόγιο: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες». Καὶ τὸν φτύνω συνέχεια… Αὐτός μοῦ λέει: «Τὸ περιποιήθηκα καλὰ καὶ τὸ Χρυσοστομάκι σας, ποὺ μοῦ πήγαινε κόντρα καὶ τά ᾽γραψε αὐτὰ (ἐννοοῦσε τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο). Τὸν συγύρισα χειρότερα ἀπὸ σένα. Ἔβαλα τοὺς δικούς μου καὶ τὸν διέλυσαν στὴν ἐξορία… Ἀφεντάδες καὶ Δεσποτάδες… Ἀκοῦς ρέ; Ἐγὼ σᾶς κατευθύνω καὶ τώρα… Θὰ τ᾽ ἀλλάξω ὅλα στὰ μπλὰ μπλά σας (στὴν διδασκαλία σας)… Ὅποιος μοῦ πάει κόντρα τὸν περιποιοῦμαι καλά… Ἔλα τώρα νὰ σέ… δροσίσω…». Βγάζει τὴν ἀπαίσια γλώσσα του, τὴν τεντώνει, ἂν καὶ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση κάποια μέτρα μακριά, τὴν κάνει σὰν προβοσκίδα ἐλέφαντα, μὲ ἀκουμπᾶ σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ προσώπου μου καὶ μὲ καίει ἀφόρητα… Καὶ συνεχίζει σαρκαστικά: «Αὐτὸ τὸ δῶρο ἀπὸ τὴν γλώσσα μου, ἐπειδὴ ἐσὺ μὲ ἔψηνες μὲ τὴν δική σου τὴν γλώσσα… Μπορεῖς νὰ μοῦ πεῖς γιατί δίδασκες; Ἀφοῦ ἐρχόμουνα καὶ σοῦ ᾽λεγα ὅτι δὲν ἦταν δουλειά σου νὰ διδάσκεις καὶ νὰ δίνεις κατευθύνσεις στὸν κόσμο. Νὰ διδάσκουν οἱ θεολόγοι, οἱ δεσποτάδες, μάλιστα… Ἀλλὰ ὄχι κι ἐσὺ νὰ μὲ βαρᾶς… Τὸ ξύλο τὸ ἀπελέκητο!». Ἄλλοτε γίνεται τεράστιο φίδι, περιτυλίγει καὶ σφίγγει τὸ σῶμα μου καὶ ἀντιμετωπίζω ἀφόρητο μαρτύριο. Ἐπιμένω στὸ «Χριστὸς Ἀνέστη καὶ πεπτώκασι δαίμονες» καὶ στὸ φτύσιμο… Τὰ εἶχα αὐτὰ καὶ στὴν ἔρημο ἀλλὰ καὶ πιὸ ἀραιὰ καὶ νικηφόρα… Ξεκίνησαν ἐντατικότερα τὶς τελευταῖες ἡμέρες… Ἐπιμένει καὶ δὲν φεύγει…
. – Ξέρετε, τοῦ εἶπα, ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Ἀριζονίτης γράφει, ὅτι τὸ ὑφίστανται αὐτὸ πρὸ τοῦ τέλους οἱ μεγάλοι ἀθλητὲς γιὰ νὰ ἀποκομίσουν καὶ μαρτυρικὸ στεφάνι. Γράφει συγκεκριμένα γιὰ τὴν Ὁσία Μητέρα του Γερόντισσα Θεοφανώ, ὅτι ἔβλεπε ὁ Γέροντας τὸν Ἄγγελό της, λίγες ἡμέρες πρὸ τῆς μακαρίας τελευτῆς της νὰ ἀποσύρεται διακριτικὰ καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα της, χωρὶς νὰ ἐπεμβαίνει. Τὴν ἄφηνε μόνη της νὰ παλεύει γιὰ νὰ αὐξηθεῖ ὁ μισθὸς τοῦ ἀγώνα καὶ τῆς ὑπομονῆς. Ἐκείνη ἀντιστέκονταν ἀδιάλειπτα μὲ δύο λέξεις: «Ἰησοῦ – Παναγία μου». Τὸν ἔβλεπε καὶ κρατοῦσε στιλέτο καὶ τὴν σημάδευε μὲ ἄγριες διαθέσεις… Τώρα καὶ ἐσεῖς εὑρίσκεσθε στὴν πύλη… Γι᾽ αὐτὸ συμβαίνουν αὐτά…
. Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης δὲν γράφει στὴν Κλίμακα ὅτι οἱ τελευταῖοι πειρασμοὶ τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν εἶναι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀπελπισίας;
. Μήπως ὁ σύγχρονος ἀναγεννητὴς τοῦ Ἁγιωνύμου Ἄθωνος Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς δὲν ἀπεκάλυψε στὰ πνευματικά του παιδιὰ ὅτι δέχθηκε τέτοια ἐπίθεση ἀπὸ τὸν πονηρὸ στὶς ὁριακὲς ἡμέρες πρὸ τοῦ τέλους, ποὺ πάσχιζε μὲ λυσσώδη μανία νὰ τοῦ κηρύξει φανταστικὲς καὶ ἄκυρες ὅλες του τὶς ἁγιοπνευματικὲς ἐμπειρίες;
. Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Ζερβάκος, ὅταν πῆγε νὰ πληροφορήσει τὸν ἐπιστήθιο φίλο του, Ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Χαμακιώτη γιὰ τὸ ἐπερχόμενο τέλος τοῦ δεύτερου, δὲν τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχή, λέγοντάς του: «Πρόσεξε, ἀδελφέ, μὴ σὲ πειράξει τὴν τελευταία στιγμὴ ὁ παγκάκιστος;». Κάτι ποὺ βεβαίως ἔγινε, ἀλλὰ ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος μὲ τὰ σημερινὰ ζωομύριστα καὶ μυρίπνοα ὀστᾶ, ἐξῆλθε τροπαιοῦχος καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν τελευταία πνευματικὴ γυμνασία ποὺ τοῦ παραχώρησε ὁ ἀγωνοθέτης Θεός…
. Μήπως καὶ ὁ ἐμπνευστὴς καὶ ὁμόψυχος ἀδελφός σας, ὁ Μέγας Ἀναστάσιος ὁ Κουδουμιανός, μικρὸ πρὸ τῆς θριαμβευτικῆς μεταχωρήσεώς του στὴν αἰωνιότητα, δὲν μᾶς φανέρωσε, ὅτι εἶχε φοβερὴ συμπλοκὴ μὲ τοὺς δαίμονες, κάτι ὄχι ἀσυνήθιστο γιὰ τὸν ἐμπειροπόλεμο πυγμάχο τῆς ἀσκητικῆς κονίστρας; Τὸν ἔσυραν στὸ ἔδαφος, τοῦ κατάφεραν δύο περίεργα ἐγκαύματα στὴν πλάτη, τὰ ὁποῖα, βέβαια, μετὰ ἀπὸ παρέλευση ὀλίγιστου χρόνου, θαυματουργικῶς ἑξαλείφθησαν.
. Καὶ ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, ἀπὸ τοὺς σπάνιους σὲ χριστοκεντρικότητα καὶ ἀπόθεμα ἁγιότητος Ἱεράρχες, τὴν ἡμέρα ποὺ ἐκοιμήθη αἰφνιδίως, δέχθηκε ἐπίθεση ἀπὸ σμῆνος δαιμόνων… Κατάπληκτος καὶ ἀναμαλλιασμένος βγῆκε στὸν ἐξώστη τοῦ μοναχικοῦ του ἐνδιαιτήματος καὶ φώναζε: «Γιατί ἀφήσατε τοὺς μαύρους νὰ περάσουν, τοὺς μασσώνους ποὺ ἀνέβηκαν ἐπάνω; Μοῦ ἔκαναν ἄγρια ἐπίθεση… Τοὺς ἀντιμετώπισα ἀλλὰ ζορίστηκα…». Αὐτὸ ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα δύο φορές. Ἔχουμε καὶ πολλὰ ἄλλα παραδείγματα Γέροντα. Κάνε κουράγιο…
. Ὁ Γέροντας μὲ πρόδηλη ἀπορία ἀποτυπωμένη στὴν ἔκφραση τοῦ προσώπου του, μοῦ ἀπάντησε:
– «Μὰ ἐγὼ δὲν ἀνήκω στοὺς μεγάλους ἀθλητές. Ὑπῆρξα ἰσόβιος ζητιάνος τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ στὴν ἔρημο διὰ τῆς μετανοίας… Εἶμαι ρεμάλι… Μεγάλος ἁμαρτωλός. Ζητοῦσα συνεχῶς ἔλεος… Δὲν εἶναι αὐτὰ γιὰ ᾽μένα. Δὲν ἀνήκω σὲ αὐτούς…».
– Αὐτά, ἀπάντησα, Γέροντα, ὁ Θεὸς τὰ ξέρει…
. Μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο ἔγνεψε ὅτι συμφωνεῖ καὶ ἔκλεισε τὰ ὁλόλαμπρα μάτια του ἀπὸ ἐξάντληση, περατώνοντας κάθε συζήτηση.
. Ἄλλωστε ἀσθμαίνων καὶ μὲ πολὺ κόπο, σχεδὸν ψιθυριστά, μέχρι ἐκείνη τὴν ὥρα ἀνταποκρινόταν στὸν διάλογο. Ἀπόρησα ποῦ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ μετάσχει τόσο εὐκρινῶς στὴ διαγενόμενη συζήτηση.
. Ἦταν προφανῶς ἐνδυνάμωση Θεοῦ, προκειμένου νὰ ἀφήσει σὰν παρακαταθήκη καὶ τὴν τελευταία του αὐτὴ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία, στὴν βιωματικὴ φιλοκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
. Αὐτὴ ἡ διήγηση ἦταν καὶ ὁ τελευταῖος μας διάλογος ἐπὶ γῆς…
. Ὁ Γέροντας ἀπὸ τὴν Μεγάλη Τετάρτη τὸ βράδυ εἶχε πλέον ἠρεμήσει ἀπόλυτα καὶ περίμενε μὲ γαλήνη τὸ ἐπικείμενο τέλος.
. Εἶχε λήξει ἡ τελευταία φοβερὴ μάχη μὲ τὸν δαίμονα. Νικητὴς ὁ παλαίμαχος ἀθλητὴς τῆς ἐρήμου ἔβλεπε τοὺς παλαιοὺς Ἁγιοφαραγγίτες Πατέρες νὰ τὸν περιστοιχίζουν καὶ τὶς ἐπουράνιες ἀγγελικὲς ταξιαρχίες νὰ ὑπερίπτανται ἐμφανῶς, νὰ ἐπιστατοῦν γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη του, νὰ λαμβάνουν πρωτοβουλίες καὶ νὰ ἑτοιμάζουν τὴν ἔξοδό του.
. Ἐκστατικὸς ἔμενε νὰ κοιτάζει καὶ δόξαζε τὸν Θεό! Ἔκανε μὲ ἀπροκάλυπτη δυσκολία ἄπειρες φορὲς τὸν σταυρό του.
. Τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ψέλλισε: «Ὅλα τελείωσαν. Σήμερα φεύγω. Ἐπίκειται ἡ ὥρα. Νὰ εἰδοποιηθεῖ ὁ Ἀντώνης γιὰ τὴν ἄμεση μεταφορά μου μὲ τὸ ἀσθενοφόρο στὸ Κεφάλι (Ἐρημητήριο ὅπου ζοῦσε στὰ νοτιοδυτικὰ Ἀστερούσια).
. Θέλω νὰ παραδώσω τὴν ψυχή μου ἐκεῖ… Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ βρεθῶ στὸ Ἀσκητήριό μου ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἕως τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς».
. Λίγο ἀργότερα εἶπε ξέπνοα ἀλλὰ καθαρά: «Ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος»
. Ὅταν πρὶν λίγες ἡμέρες τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ ζωντανὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἐνοσηλεύετο στὶς Μοῖρες, ἡ κοιμηθεῖσα κόρη του Σταυρούλα, τὴν ρώτησε ὁ Γέροντας: «Πῶς εἶναι παιδί μου ὁ Παράδεισος», καὶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Ὅπως μοῦ τὸν περιέγραφες, σεβαστέ μου πατέρα». «Ἐξήγησέ μου περισσότερο», ἐπέμεινε ἐκεῖνος καὶ αὐτὴ συμπλήρωσε: «Δὲν μοῦ ἔλεγες, ὅταν σὲ ρωτοῦσα ἐγὼ πρὶν φύγω, ὅτι ἐκεῖ “οὐκ ἔτσι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος”; Τελικὰ αὐτὸ εἶναι πατέρα».
Τώρα ὁ Γέροντας προγευόμενος τὰ ἔπαθλα τοῦ ἀγωνοθέτη Θεοῦ, τελείωνε τοὺς ἐπίπονους ἰσόβιους ἄθλους ἐπαναλαμβάνοντας τοῦτα τὰ λόγια καὶ ἕνα λεπτὸ ἀδιόρατο χαμόγελο σφράγιζε τὴν μυστηριώδη ἔκσταση τοῦ θανάτου. Βαριανάσαινε καὶ ἀτάραχος περίμενε. Τὸ οὐράνιο ταξίδι εἶχε πλέον ἄμεσα δρομολογηθεῖ. . Ἦταν Μεγάλη Πέμπτη λίγο πρὶν τὰ μεσάνυχτα 28-4-2016. Ἡ ἔνδοξη κοίμησή του ὑπῆρξε «μυστήριο κραυγῆς ὅπερ ἐν ἡσυχίᾳ Θεοῦ διεπράχθη» (Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος) ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλη ἡ θαυμαστὴ καὶ πνευματέμφορος βιοτή του.
. Μόλις ἀκούμπησε τὸ κατάστικτο καὶ ὁσίαθλο σῶμα στὴν ἀσκητική του κλίνη, ἀμέσως φτερούγισε ἡ ὁλόφωτη καὶ θεοτερπὴς ψυχή του στὰ ἄφθαρτα σκηνώματα τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον μὲ μανικὸ ἔρωτα ἀγάπησε καὶ μὲ ἀδιάλειπτη ἡσυχαστικὴ στοχοθεσία, χαρισματικῶς προσαπόκτησε.
. Ἦταν ἡ πανίερη καὶ φοβερὴ βραδιὰ ποὺ ἐμυσταγωγεῖτο τὸ Θεῖο Πάθος στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Καὶ ἡ ἐσταυρωμένη ἐπίγεια διαδρομὴ τοῦ μαρτυρικοῦ Γέροντος, ἔπρεπε νὰ βρεῖ ἐκεῖνες τὶς συγκλονιστικὲς στιγμὲς τὴν νοηματοδότηση καὶ καταξίωσή της, ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ καλεῖ τοὺς φίλους Του ἐνεργὰ στὸ Σταυρό, προκειμένου νὰ τοὺς ἀναγνωρίσει δικούς Του καὶ νὰ τοὺς ἐντάξει πανηγυρικὰ καὶ στοὺς ἄληκτους ἀναβαθμοὺς τῆς Ἀναστάσεως..
. Αἰωνία ἡ μνήμη του. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του.

ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Μη ζητάτε λοιπόν να μάθετε τί είναι η ολοκληρωμένη φιλία, αλλά πώς θα κατορθώσετε να τη φθάσετε.

Α’ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΙΩΣΗΦ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ & ΤΗ ΦΙΛΙΑ
Κεφαλαίο 4: Πρέπει να εκτελούμε κάποιο ωφέλιμο έργο, αν δεν συμφωνεί μ’ αυτό ό αδελφός μας;

ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΜΑΝΟΣ: Πολλές φορές όμως. αββά. ό ένας από τους φίλους επιθυμεί να κάνει κάτι που το θεωρεί καλό και σύμφωνο με το θέλημα του Θεού. αλλά ό άλλος δεν συμφωνεί καθόλου μ’ αυτή την ενέργεια. Θα πρέπει τότε να εκτελέσει εκείνος το σχέδιο του, αδιαφο­ρώντας για την επιθυμία του αδελφού του ή είναι καλύτερα να το εγκα­ταλείψει για να μη λυπήσει τον αδελφό του;

Κεφαλαίο 5: Ή σταθερή φιλία δεν υφίσταται ούτε μπορεί να διατηρηθεί παρά μόνο μεταξύ των τελείων.

ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ: Γι’ αυτό ακριβώς είπα πώς το χάρισμα της φι­λίας δεν θα μπορούσε ποτέ να παραμείνει ολοκληρωμένο και αδια­σάλευτο παρά μόνο μεταξύ των τελείων ανθρώπων, οι όποιοι αγω­νίζονται εξίσου για την επίτευξη της αρετής. 0ι άνθρωποι πού έχουν κοινή θέληση και σκοπό, δεν ανέχονται ποτέ να αντιδικούν ούτε και στο ελάχιστο. Αυτό ισχύει ακόμα και για θέματα πού αφορούν την πρόοδο στην πνευματική ζωή. «Αν οι φίλοι αρχίζουν να φιλονικούν και να εκφράζονται με εμπάθεια, είναι φανερό με βάση όσα μέχρι τώρα έχουμε πει ότι οι καρδιές τους δεν ήταν ποτέ πραγματικά ενω­μένες.

Στην αρχή της πορείας μας όμως δεν διαθέτουμε την τελειότητα. Θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς από τη βάση. Θα πρέπει δηλαδή να θέ­σει πρώτα-πρώτα τα θεμέλια. Μη ζητάτε λοιπόν να μάθετε τί είναι ή ολοκληρωμένη φιλία, αλλά πώς θα κατορθώσετε να τη φθάσετε. Γι’ αυτό θα πρέπει στην αρχή να πούμε δυο λόγια για τον τρόπο πού θα πρέπει να εργασθείτε, ώστε να ολοκληρώσετε αυτό το σκοπό. Είναι απαραίτητο, μ’ άλλα λόγια, να σας ανοίξω ένα μονοπάτι, στο όποιο θα βαδίσετε με ασφάλεια, ώστε να μπορέσετε να αποκτήσετε ευκολότε­ρα το αγαθό της υπομονής και της ειρήνης.

Κεφάλαιο 6: Πώς μπορεί να διατηρηθεί αδιάσπαστη η ενότητα και αδιάσειστη ή αγάπη.

Το πρώτο θεμέλιο της αληθινής φιλίας είναι ή περιφρόνηση των υλικών αγαθών και ή εγκατάλειψη κάθε ιδιοκτησίας. Θα ήταν ή μεγα­λύτερη αστοχία και ή άκρα ασέβεια, ενώ έχουμε απαρνηθεί τη μαται­ότητα της κοσμικής ζωής και ότι αυτή περικλείει, να προτιμήσουμε τα ευτελή προσωπικά μας αντικείμενα, δηλαδή να επιλέξουμε να διατη­ρήσουμε την ιδιοκτησία μας, σε βάρος της ανεκτίμητης αγάπης του αδελφού μας.

Στη συνέχεια θα πρέπει καθένας μας να κόψει το δικό του θέλημα από φόβο μήπως, κρίνοντας τον εαυτό του εξυπνότερο και συνετότε­ρο, προτιμήσει τη δική του γνώμη από αυτή του αδελφού του.

Το τρίτο πράγμα, το όποιο θα πρέπει να μας γίνει βεβαιότητα είναι ότι όλα, ακόμη και τα πλέον χρήσιμα και απαραίτητα στη ζωή. είναι λιγότερης αξίας και σημασίας μπροστά στο ύψιστο αγαθό της ειρήνης και της αγάπης.

Τέταρτη επιδίωξη μας θα πρέπει να είναι το να πιστέψουμε πώς για καμιά απολύτως αιτία, δίκαιη ή άδικη, δεν επιτρέπεται να οργιζό­μαστε .

Η πέμπτη φροντίδα μας θα πρέπει να επικεντρωθεί στο να προ­σπαθήσουμε να θεραπεύσουμε το θυμό πού έχει ο αδελφός μας ενα­ντίον μας, έστω και αν αυτός είναι εντελώς άδικος. Να το κάνουμε μά­λιστα με τόση προθυμία και ζήλο, όση αντίστοιχα θα δείχναμε αν ήμα­σταν εμείς στη θέση του. Αν δεν αναζητήσουμε, με ότι μέσο μπορούμε, τρόπους για να εξαλείψουμε την ταραχή από την ψυχή του αδελφού μας. τότε θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι το πάθος του αυτό θα ζημιώσει και τη δική μας ψυχή. Θα αναστατωθούμε δηλαδή τόσο, σαν να ήμασταν εμείς οι ίδιοι κάτω από την επήρεια του πάθους του θυμού.

Το τελευταίο, πού θανατώνει αναμφίβολα όλα τα άλλα πάθη, είναι το να συλλογιζόμαστε αδιάλειπτα πώς ανά πάσα στιγμή μπορεί να φύ­γουμε απ» αυτή τη ζωή. Ή «μνήμη του θανάτου» δεν θα επιτρέψει να παραμείνει στην καρδιά μας ούτε καν ή σκιά και της ελάχιστης θλίψης. Αύτη ή ευεργετική «μνήμη» θα καταπνίξει κάθε εμπαθή κίνηση και κάθε κακή επιθυμία.

Αν κρατήσουμε σταθερά αυτές τις αρχές, δεν θα οργιστούμε ούτε ποτέ θα προκαλέσουμε στους άλλους την πίκρα πού φέρνει ή οργή και ή διχόνοια. Αν αντίθετα, ξεφύγει κανείς απ’αυτές τις ράγες, τότε ό εχθρός της αγάπης θα χύσει ανεπαίσθητα μέσα στις καρδιές των φίλων το φαρμάκι της θλίψης. Έτσι. διαφωνία στη διαφωνία, ή αγάπη λίγο – λίγο θα ψυχραίνεται και τελικά οι καρδιές-εφόσον ήδη από πολύ και­ρό είναι πληγωμένες – θα σκληρυνθούν και θα χωρίσουν μια για πάντα.

Εκείνος όμως πού βαδίζει στο μονοπάτι πού αναφέραμε προη­γουμένους, δεν έχει κανένα λόγο να διαφωνήσει με το φίλο του. Πράγ­ματι, με το να μη διεκδικεί κανείς ποτέ κανένα πράγμα, είναι ευνόητο ότι κόβει αυτόματα και την πρωταρχική αίτια της οργής. Γιατί, συνή­θως, οι αντιδικίες γεννιούνται από τις διαφωνίες για την απόκτηση μι­κροπραγμάτων ή αντικειμένων πού δεν έχουν καμιά αξία. Ένας άνθρω­πος όμως πού θέλει να διατηρήσει το σύνδεσμο της αγάπης, προσπα­θεί με όλες του τις δυνάμεις να τηρεί αυτό πού αναφέρουν οι Πράξεις των Αποσταλούν, σχετικά με την ενότητα πού επικρατούσε μεταξύ των πρώτων χριστιανών: «Όλο το πλήθος εκείνων πού είχαν πιστέψει στο Ευαγγέλιο». λέει ό Ευαγγελιστής, «είχαν μία καρδία και μία ψυχή. Και κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντα του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά»(Πράξ. 4.32).

Ένας άνθρωπος που ζει μ’ αυτό τον τρόπο, δεν είναι ποτέ δυνα­τόν να σπείρει τη διχόνοια. Γιατί αυτός είναι σκλάβος του θελήματος του αδελφού του και όχι του δικού του. Αυτός γίνεται μιμητής του Κυ­ρίου και Δημιουργού του, πού έλεγε: Έχω κατεβεί από τον ουρανό ως άνθρωπος στη γη. για να κάνω όχι το θέλημα μου. αλλά το θέλημα εκεί­νου πού με έχει στείλει»(Ίωάν. 6. 38). Έτσι, ποτέ δεν θα δινόταν αφορ­μή εξαιτίας του να πέσει διχόνοια ανάμεσα σ’ αυτόν και στο φίλο του. Γιατί ένας άνθρωπος πού αγωνίζεται και κόβει το θέλημα του, έχει ως βασική αρχή του το να μην εμπιστεύεται στην κρίση του, αλλά να προ­τάσσει πάντα το θέλημα του αδελφού του. Έχοντας λοιπόν αυτό ως κριτήριο, θα ακολουθούσε ή θα αρνιόταν, αναλόγως, τα δικά του θε­λήματα, λέγοντας μαζί με τον Κύριο: «Πατέρα μου… ας γίνει όχι όπως θέλω εγώ. αλλά όπως θέλεις εσύ» (Ματθ. 26. 39).

Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να πράξει και το παραμικρότερο πράγμα πού θα λυπούσε τον αδελφό του. Γιατί αυτός δεν θεωρεί τίποτε πολυτιμότερο από το αγαθό της ειρήνης και δεν ξεχνά ούτε στιγμή το λόγο του Κυρίου που λέει: «Απ αυτό θα καταλάβουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές εάν έχετε αγά­πη μεταξύ σας»(*ίωάν. 13. 35). Ό Κύριος ήθελε αυτή ή αγάπη να χα­ρακτηρίζει τα λογικά πρόβατα του ποιμνίου Του και να τα διακρίνει μέσα σ’ αυτό τον κόσμο ως ένα ιδιαίτερο σημείο αναγνώρισης τους. σαν σφραγίδα, θα λέγαμε και σαν χαρακτηριστικό αποτύπωμα.

Ό πιστός χριστιανός, για κανένα απολύτως λόγο, δεν θεωρεί δι­καιολογημένο το να αφήσει τη μνησικακία και τη θλίψη να εισχωρήσουν στην καρδιά του ή να παραμείνουν εξαιτίας του στην καρδιά κάποιου άλλου. Γιατί το πάθος του θυμού είναι ολέθριο και εντελώς αθέμιτο. Γι’ αυτό και δεν θα μπορούσε ποτέ να καλυφθεί από κανενός είδους δικαιολογία.

Είναι αδύνατον να προσευχηθεί κανείς, αν ό αδελφός του έχει κά­τι εναντίον του. Ακριβώς το ίδιο όμως συμβαίνει και στην περίπτωση πού εκείνος έχει κάτι εναντίον του αδελφού του. Γι’ αυτό ό αγωνιστής του πνεύματος κρατάει διαρκώς μέσα στην ταπεινή καρδιά του τα λό­για του Κυρίου και Λυτρωτή μας πού λέει: «Όταν προσφέρεις το δώρο σου στο Ναό και εκεί θυμηθείς ότι ό αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου. άφησε εκεί μπροστά στο θυσιαστήριο του Ναού το δώρο σου και πή­γαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδελφό σου και τότε έλα να προ­σφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5. 23-24).

Σε τίποτε δεν θα ωφελούσε το να δηλώνει κανείς ότι δεν τρέφει στην καρδιά του θυμό. Ασφαλώς πλανάται οικτρά, αν κάποιος ισχυ­ρίζεται ότι δεν έχει θυμό εναντίον του αδελφού του και συγχρόνως πε­ριφρονεί με υπεροψία και σκληροκαρδία τη θλίψη του. Γιατί μόνο μ’ αυτό δεν εκπληρώνει ό άνθρωπος τον αποστολικό λόγο πού λέει. «ή δύση του ηλίου ας μη σας βρίσκει ακόμη οργισμένους» (Έφεσ. 4. 26)· καί την εντολή του Κυρίου πού προειδοποιεί λέγοντας, «όποιος οργίζεται εναντίον του αδελφού του χωρίς λόγο πρέπει να καταδικαστεί από το δικαστήριο» (Ματθ. 5. 22). Και αυτό. γιατί αυτός θα μπορούσε, με τη συγκαταβατική και επιεική συμπεριφορά του. να διαλύσει κάθε στε­νοχώρια από την καρδιά του αδελφού του. Με το να μην έχει όμως ενεργήσει έτσι. διατρέχει πλέον τον κίνδυνο -εξαιτίας της δικής του συμπεριφοράς-να κατηγορηθεί ως παραβάτης της εντολής του Κυρί­ου. Γιατί Εκείνος πού είπε ότι δεν πρέπει να οργίζεται κανείς εναντίον του πλησίον του. είπε ταυτόχρονα και ότι δεν πρέπει να αψηφά και τη θλίψη του αδελφού του. Διότι για τον Θεό. «ό Όποιος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι»(Α’Τιμ. 2. 4). έχει την ίδια σημασία είτε χαθεί ό ένας είτε ό άλλος. Είναι εξίσου οδυνηρό για τον Θεό. όποιος απ’ τους δύο κι αν οδηγηθεί στον αιώνιο θάνατο. Το ίδιο και ο αντίδικος, πού χαί­ρεται με την καταστροφή και τον αφανισμό των ανθρώπων, έχει το ίδιο κέρδος, είτε χαθεί ό ένας είτε ό άλλος.

Τελικά, είναι ποτέ δυνατόν να κρατήσει κανείς εναντίον του αδελ­φού του και την ελάχιστη έστω δυσάρεστη διάθεση, αν πιστεύει ότι ενδέχεται κάθε μέρα, ή καλύτερα κάθε στιγμή, να φύγει απ’ αυτό τον κόσμο;

Κεφαλαίο 7: Τίποτε να μην θεωρούμε ανώτερο από την αγάπη και τίποτε χειρότερο από το θυμό.

Όπως ακριβώς δεν πρέπει να βάζουμε τίποτε μπροστά από την αγάπη, έτσι πρέπει και να θεωρούμε ότι δεν υπάρχει τίποτε χειρότε­ρο από την οργή και από το θυμό. Οφείλουμε να θυσιάζουμε τα πά­ντα, όσο χρήσιμα και απαραίτητα κι αν φαίνονται, για να αποφύγου­με την αναταραχή πού φέρνει αυτό το πάθος. Και επιπλέον, πρέπει να αποδεχόμαστε και να υπομένουμε το καθετί, ακόμα κι αν αυτό μας φαίνεται βαρύ και ασήκωτο, ώστε να διατηρήσουμε αδιασάλευτη την αγάπη και την ειρήνη. Να είσαστε βέβαιοι πώς δεν υπάρχει τίποτε πιο ολέθριο από το θυμό και τη λύπη, όπως και τίποτε πιο γλυκό και πιο ωφέλιμο από την αγάπη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Αββά Κασσιανού, 
Συνομιλίες με τους Πατέρες της Ερήμου,
τόμος Β΄ εκδ. «Ετοιμασία» σελ 17 – 21

Ψυχολογία και θρησκεία:Η αντιμετώπιση της Μαίρης από τον πνευματικό πατέρα και τον ψυχοθεραπευτή.

Κλινικό παράδειγμα

Αποτέλεσμα εικόνας για ψυχολογια και θρησκεια-Η αντιμετώπιση της Μαίρης  από τον πνευματικό πατέρα και τον ψυχοθεραπευτή.

            του Νικήτα Καυκιού

Η Μαίρη είναι 35 ετών, έχει μια αξιοπρεπή εργασία στο δημόσιο και είναι παντρεμένη με ένα καθηγητή 38 ετών, εδώ και εννέα χρόνια. Δεν έχει αποκτήσει παιδιά από αυτό το γάμο, ούτε και το επιθυμεί. Ο σύζυγος αποφεύγει κάθε επικοινωνία μαζί της. Της απευθύνει το λόγο μόνο για να υπογραμμίσει τις αδυναμίες της, και να της θυμίσει πόσο απογοητευμένος είναι από το γάμο του. Η Μαίρη αισθάνεται ανεπιθύμητη, και η ίδια κατηγορεί τον εαυτό της για όλα. Αισθάνεται ενοχές για ασήμαντα γεγονότα, νοιώθει συνεχώς θλίψη, έχει έμμονες ιδέες  και υποφέρει από αϋπνίες. Έχει διακόψει οποιαδήποτε σχέση με φίλους και συγγενείς.

Συνειδητοποίησε  από τον πρώτο χρόνο, ότι ο γάμος την οδηγούσε σε αδιέξοδο αλλά η προοπτική του διαζυγίου τη γέμιζε με φόβους, ανασφάλεια και ενοχές απέναντι στους γονείς, την κοινωνία και το Θεό.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με τον Αντρέα, ο οποίος μετά από τηλεφωνική επικοινωνία πολλών μηνών, κατόρθωσε να την κατακτήσει προσφέροντάς της ενδιαφέρον, ζεστασιά και κατανόηση. Τώρα πια αισθάνεται πολύ δεμένη μαζί του. Αν και προσπάθησε αρκετές φορές να τον απομακρύνει από κοντά της ώστε να επιστρέψει συναισθηματικά στον σύζυγό της, δεν τα κατάφερε. Αισθάνεται ότι μόνο αυτή η σχέση δίνει νόημα στην κατά τα άλλα κενή καθημερινότητα της ζωής της.

Όμως η εξω-συζυγική σχέση, της προκαλεί έντονα αισθήματα ενοχών. Βασανίζεται από έμμονες ιδέες αυτοτιμωρίας. Σκέφτεται συνέχεια ότι πρέπει με κάποιο φανταστικό (αλλά για την ίδια πραγματικό) τρόπο τιμωρήσει τον εαυτό της ή τους γονείς της.

Διαγνωστική προσέγγιση

Θα μπορούσαμε να διαφοροποιήσουμε  τα προβλήματα της Μαίρης σε ψυχολογικό και πνευματικό επίπεδο.

Ψυχολογικό επίπεδο

Ενοχές: Η Μαίρη αισθάνεται υπεύθυνη για οτιδήποτε αρνητικό συμβαίνει γύρω της. Αν για παράδειγμα κάποιος υφιστάμενος στον εργασιακό χώρο δυσαρεστηθεί ή εκφράσει την παραμικρή δυσαρέσκεια η Μαίρη αισθάνεται υπεύθυνη και νοιώθει τρομερές ενοχές.

Έμμονες ιδέες: Άμεση παρενέργεια των ενοχών είναι στην περίπτωση της Μαίρης οι επίμονες σκέψεις αυτοτιμωρίας. Πιστεύει ότι πρέπει να τιμωρήσει τον εαυτό της για το κακό που προκαλεί στους άλλους ή φαντάζεται ότι έχει τιμωρήσει ήδη τον εαυτό της με διάφορους τρόπους. Το μυαλό της είναι κολλημένο σε ανόητες επαναλαμβανόμενες, επώδυνες σκέψεις.

Θλίψη: Οι ενοχές και οι εμμονές συνοδεύονται σχεδόν πάντοτε από αισθήματα θλίψης.

Άγχος-Αϋπνίες: Η Μαίρη δεν μπορεί να σταματήσει τις αρνητικές σκέψεις, γεγονός που της προκαλεί άγχος και υπερδιέγερση και δεν της επιτρέπει να κοιμηθεί.


Πνευματικό επίπεδο

Η Μαίρη είναι ένας άνθρωπος που δοκιμάζεται έντονα.

Πολεμείται από λογισμούς.

Κάνει λανθασμένες επιλογές.

Πέφτει στο αμάρτημα της μοιχείας.

Δεν αξιοποιεί τις ψυχολογικές της δυνατότητες.

Δεν αξιοποιεί τις λυτρωτικές δυνατότητες που προσφέρει η εκκλησία.

Δεν επιτρέπει στη Χάρη του Θεού να τη βοηθήσει.

Παρατηρήσεις

Ο Πνευματικός πατέρας εστιάζει την προσοχή του σε διαφορετικές πτυχές της συμπεριφοράς απ’ ότι ο ψυχοθεραπευτής. Κατανοεί, νοηματοδοτεί, και ερμηνεύει την αφήγηση και τη συμπεριφορά κάνοντας αναγωγή σε διαφορετικά θεωρητικά πλαίσια.

Ο πνευματικός πατέρας αντιλαμβάνεται την παρουσία των συμπτωμάτων της Μαίρης αλλά τα θεωρεί αποτέλεσμα της αμαρτίας ή του πειρασμού. Οι δοκιμασίες θα αντιμετωπισθούν με υπομονή, πνευματική εγρήγορση και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Ο ψυχοθεραπευτής θεωρεί ως κύρια υποχρέωση του να βοηθήσει τη Μαίρη, με τη μέθοδο της ψυχοθεραπείας, να απαλλαγή ή τουλάχιστον να μειώσει το βάρος των ενοχλητικών συμπτωμάτων. Ανάλογα με τη θεραπευτική προσέγγιση που υιοθετεί, υποθέτει ότι στη ρίζα των προβλημάτων βρίσκονται τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, ψυχαναγκαστική δομή προσωπικότητας, δυσλειτουργική επικοινωνία με το σύζυγο, αρνητικές πεποιθήσεις, μειωμένη αυτοεκτίμηση, κ.λ.π.

Ποιμαντική και ψυχοθεραπευτική προσέγγιση

 

Ποιμαντική

Ο πνευματικός πατέρας ακούει με κατανόηση και αγάπη όσα αφηγείται η Μαίρη χωρίς να την κατακρίνει. Προσπαθεί να απαλύνει την οδύνη που επιφέρουν τα ενοχικά αισθήματα, αλλά θεωρεί υγιή τα αισθήματα αυτά διότι σηματοδοτούν και συνοδεύουν την αμαρτία της μοιχείας. Υπογραμμίζει με σεβασμό και κατανόηση την προσωπική ευθύνη της Μαίρης στη μοιχεία παίρνοντας υπ’ όψιν του και το ρόλο του πειρασμού. Την παροτρύνει να εξομολογηθεί και να προετοιμαστεί για τη Θεία Μετάληψη.

Την παρηγορεί, εικονίζοντας με τη γλυκύτητα των λόγων του την άπειρη συγχωρητικότητα και την αγάπη του Θεού αλλά και την παρακινεί να σταματήσει, με τη βοήθεια του Θεού, να αμαρτάνει συναντώντας τον εραστή της.

Με το παράδειγμα της ίδιας του της ζωής δείχνει το δρόμο της μετάνοιας, της ταπείνωσης, και της υπακοής στο θέλημα του Θεού. Ίσως προτείνει προσευχή, εκκλησιασμό, νηστεία ή ανάγνωση ψυχωφελών βιβλίων. Η επικοινωνία τελείται στο φως της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η γεύση της Αγάπης του Θεού εν Αγίω Πνεύματι λειτουργεί θεραπευτικά. Η Αγάπη λειτουργεί θεραπευτικά.

Ο Πνευματικός αποφεύγει την ενασχόληση με τις αρνητικές σκέψεις, εμπειρίες και συναισθήματα και προτρέπει τον βαπτισμό όλων των αρνητικών συμπτωμάτων στο άπλετο Φως της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Εστιάζει στη σωτηρία της ψυχής και με αυτό τον τρόπο βοηθά την αποκατάσταση της σχέσης της Μαίρης με τον Θεό Πατέρα.

 

Ψυχοθεραπεία

Ο ψυχοθεραπευτής ακούει με κατανόηση και αποδέχεται ήρεμα όσα αφηγείται η Μαίρη χωρίς να επιδιώκει να αξιολογήσει ηθικά ή να καθοδηγήσει τις επιλογές της.

Προσπαθεί να την από-ενοχοποιήσει και να διασαφηνίσει το ψυχολογικό νόημα που έχει η εξωσυζυγική σχέση για την ίδια τη Μαίρη.

Είναι πιθανόν να αναζητήσει τις ρίζες των συμπτωμάτων στην παιδική της ηλικία εμπειρίες ή σε μοντέλα διαπροσωπικών σχέσεων  που συνέβαλαν στη δημιουργία νευρωσικών λειτουργιών της προσωπικότητας. Βοηθά τη Μαίρη να συνειδητοποιήσει τους τρόπους με τους οποίους το βιωμένο τραυματικό παρελθόν, προσδιορίζει αρνητικά το παρόν. Ίσως της προτείνει την εκμάθηση τεχνικών αντιμετώπισης των έμμονων ιδεών, χαλάρωσης, διεκδίκησης ή επικοινωνίας. Εστιάζει στη μείωση της οδύνης, στην αυτοβελτίωση και στην αυτοπραγμάτωση.

Γενικότερα, τη βοηθά να αυξήσει την εσωτερική αρμονία, να συμφιλιωθεί με τις αρνητικές πλευρές του εαυτού της ,να μειώσει την ένταση των συμπτωμάτων και να αναπτύξει τις ψυχολογικές της δυνατότητες.

 

Παρατηρήσεις

Αυτό που διαφοροποιεί το φυσιολογικό από το παθολογικό δεν είναι τόσο η παρουσία των συμπτωμάτων, όσο ο βαθμός έντασής τους. Τα συμπτώματα που βασανίζουν τη Μαίρη είναι δυσανάλογα σε σχέση με τα ερεθίσματα που τα προκαλούν. Αυτή η δυσαναλογία ερεθίσματος-αντίδρασης οδήγησε τη Μαίρη στην αναζήτηση βοήθειας από κάποιον ειδικό.

Ο ψυχοθεραπευτής θέλει κυρίως να μειώσει την υπερβολική ένταση των συμπτωμάτων και χρησιμοποιεί γι’ αυτό μια ποικιλία στρατηγικών. Δεν τον απασχολεί όμως η διάσταση της αμαρτίας. Βοηθά τη Μαίρη να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά της και να συνειδητοποιήσει τις ψυχολογικές διεργασίες που συντελούνται μέσα της. Αν η Μαίρη θέλει να συνεχίσει τη σχέση της με τον Ανδρέα, μπορεί να το κάνει. Ο ψυχοθεραπευτής δεν αξιολογεί ηθικά την εξωσυζυγική σχέση.

Όμως η ηθική ουδετερότητα έχει αναπόφευκτη ηθική χροιά. Η ηθική ουδετερότητα έχει ηθικό νόημα. Ίσως δίνει το μήνυμα στη Μαίρη ότι επιτρέπεται να συνεχίσει τη σχέση της.

Ο θεραπευτής έχει το κύρος που του προσδίδει ο ρόλος του, ως ιατρός των ψυχών. Όταν αντιμετωπίζει με επιστημονικό τρόπο την περίπτωση της Μαίρης, και συνεπώς έξω-ηθικό, συμβάλλει στον θρυμματισμό του ηθικού κώδικα αξιών με τον οποίο είναι συνυφασμένη η προσωπικότητα της Μαίρης.

Για τον ψυχοθεραπευτή το πρόβλημα είναι οι ενοχές. Η δουλειά του είναι να μειώσει τις ενοχές.

Για τον Πνευματικό πατέρα το πρόβλημα είναι η αμαρτία. Και δεν θα μπορούσε να παραβλέψει το πνευματικό νόημα των ενοχών. Οι ενοχές λειτουργούν ως κίνητρο αλλαγής του νου ( μετά-νοιας). Για τον πνευματικό η μείωση της οδύνης δεν είναι πανάκεια. Διότι θα μπορούσε να λειτουργήσει αρνητικά σε πνευματικό επίπεδο, επιφέροντας άμβλυνση της ηθικής συνείδησης.

 

 

Συμπερασματικοί προβληματισμοί

Κατανοούμε σ’ αυτή τη περίπτωση ότι η Μαίρη θα έχει μια διαμετρικά αντίθετη αντιμετώπιση του προβλήματος της αν απευθυνθεί για βοήθεια σε ένα Πνευματικό από ότι σ’ ένα ψυχοθεραπευτή. Και αυτή η διαφορά θα οξύνεται ανάλογα με τη στενότητα των αντιλήψεων και την εμμονή με την οποία υποστηρίζουν τις θέσεις τους ο Πνευματικός ή ο ψυχοθεραπευτής. Όσο πιο προσκολλημένοι είναι στις θεωρητικές και εμπειρικές τους προϋποθέσεις τόσο περισσότερο θα κατευθύνουν τη Μαίρη προς τη δική τους θεραπευτική διαδρομή. Όσο περισσότερο πιστεύουν ότι μόνο η δική τους προοπτική είναι αληθινή ή συμφέρουσα τόσο περισσότερο με τρόπο άμεσο ή έμμεσο, εκούσιο ή ακούσιο, συνειδητό ή υποσυνείδητο θα κατευθύνουν τη Μαίρη.

Στην ψυχοθεραπευτική σχέση είναι αδύνατον να μην κατευθύνεις τον άλλο. Ακόμη και η σιωπηλή ακρόαση της αφήγησης είναι προσδιοριστική και έμφορτη νοήματος.

Στην ποιμαντική σχέση ο πνευματικός συνειδητά κατευθύνει προς τον Θεό.

Η Μαίρη δικαιούται να γνωρίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τις κοσμοθεωρητικές και ηθικές προϋποθέσεις των ανθρώπων που εμπιστεύεται να την βοηθήσουν.

Ο πνευματικός πατέρας και ο ψυχοθεραπευτής δεσμεύονται να τοποθετήσουν την υπαρξιακή ιδιαιτερότητα της Μαίρης πάνω από τις ερμηνευτικές τους δυνατότητες και τις θεραπευτικές ή ποιμαντικές τους δεξιότητες.

Μια δοκιμασμένη θεραπευτική τακτική μπορεί να είναι ακατάλληλη για την ψυχοδυναμική και συμπτωματολογική ιδιαιτερότητα της Μαίρης.

Μια πνευματική αλήθεια μπορεί να συντρίψει την ευαίσθητη και ευάλωτη ιδιοσυγκρασία της.