Σχόλια στην παραβολή του Ασώτου.

Ἐπιμέλεια Κων. Δεσπότη 

Θεωρήθηκε από κάποιους Θεολόγους ως οριακή για τα νοήματά της. Οι Πατέρες λένε ότι ακόμη κι αν είχαν χαθεί τα Ευαγγέλια και είχε σωθεί μόνον αυτή η παραβολή, θα ήταν αρκετή για να σωθεί ο άνθρωπος! 

1.Η παραβολή αυτή αναφέρεται με απαράμιλλο τρόπο στα κεντρικότερα θέματα της βιβλικής σωτηριολογίας: στην άνευ όρων ευσπλαχνία του Θεού και στη μετα–νοημένη επιστροφή του ανθρώπου προς αυτόν. Ιδιαίτερα τονίζεται το στοιχείο της χαράς του πατέρα, δηλαδή του Θεού, και του γιου του που επιστρέφει στο σπίτι.

2.Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της παραβολής είναι η αναφορά στους δύο γιους. Αυτή η αναφορά πολλές φορές ερμηνεύθηκε αλληγορικώς συμβολίζουσα τους δύο δρόμους που έχει να ακολουθήσει ο άνθρωπος. Με αυτό τον τρόπο γίνεται φανερό ότι υπάρχει η επιλογή, μια τέτοια έκανε και ο μικρός γιος και ανατρέπει την οικογενειακή ισορροπία.  

3.Αρχίζει η περιγραφή της παραβολής, στην οποία γίνεται λόγος για έναν άνθρωπο Ο Χριστός μας εδώ ονομάζει τον εαυτό του άνθρωπο, γιατί Αυτός έγινε πραγματικά άνθρωπος για όλους μας. Για μας έγιναν όλα, όσα είναι μέσα μας και γύρω μας, που έχει δύο υιούς. 

3.Ο πατέρας της παραβολής δεν είναι άλλος από τον Θεό. Ο μικρότερος εκ των υιών εμφανίζεται μπροστά στον πατέρα του και απαιτεί το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογεί.

4.Ο νεώτερος γιος συμβολίζει όλους εμάς που δεν θέλουμε να παραμείνουμε υπό τον έλεγχο του Θεού και να ζήσουμε μια ζωή όπως Εκείνος θέλει, αλλά θέλουμε να ζήσουμε την δική μας ζωή, που είναι μακριά από κάθε έλεγχο, μακριά από κάθε επίβλεψη. Έτσι παίρνουμε την απόφαση να κάνουμε μια ζωή αντίθε–τη με όλα όσα Εκείνος ζητάει από εμάς. 

5.. Ο νεότερος γιος έφυγε σε χώρα μακρινή, φανερώνοντας ότι ο αμαρτωλός αποστατεί και διακόπτει κάθε σχέση με τον Θεό και τη θρησκεία του. Η διακοπή αυτής της σχέσης είναι η ουσία της αμαρτίας. Ο μικρότερος υιός ζώντας άσωτα («ζων ασώτως» = ζώντας χωρίς σωτηρία), σκόρπισε όλη την περιουσία του.

6. Ο άγιος Γρηγόριος τονίζει ότι η περιουσία όλων μας πάνω από όλα είναι ο νους μας. Άσωτος υιός είναι ο νους του ανθρώπου, που ζει έξω από την καρδιά..(και για όσο μένουμε στους τρόπους της σωτηρίας τον έχουμε συνηγμένο στον εαυτό του και στον πρώτο και ανώτατο νου, τον Θεό).  

Έτσι ανοίγουμε τήν θύρα στα πάθη τότε σκορπίζεται. Τα αισχρά πάθη αφαιρούν από τον άνθρωπο την καθαρότητα του νου, αφαιρούν τη ντροπή και την καλαισθησία από την καρδιά του και τον κάνουν αναιδή. Επιπλέον αιχμαλωτίζουν τη θέλησή του με τέτοιο τρόπο,ώστε να μη μπορεί να κυβερνήσει τον εαυτό του και να οδηγείται από τα πάθη του. Αν ο νους μας δεν προσηλωθεί στις εντολές του Θεού, γίνεται σα θηρίο και ορμάει σαν τρελός εναντίον όλων εκείνων που δε συμφωνούν με τις παράλογες ορέξεις του.  

7.Στη συνέχεια ο άγιος μας δείχνει ότι ο άσωτος, αφού έχασε ολόκληρη την περιου-σία του, έγινε δούλος, η δουλεία είναι άλλη μια συνέπεια της αμαρτίας. Ο άσωτος πίστευε ότι όσο ήταν κοντά στον πατέρα του στερούνταν την ελευθερία του, αλλά τε-λικώς κατέληξε στην χειρότερη δουλεία και έγινε χοιροβοσκός. Με τους χοίρους ο Χριστός εννοεί κάθε ακαθαρσία και κάθε πάθος, στα οποία μπορούν και οι άνθρωποι όπως οι χοίροι να κυλιούνται στη λάσπη των παθών τους. Ο Κύριος επέλεξε το πιο εξευτελιστικό από τα έργα, στα οποία εργάζονταν οι δούλοι της εποχής εκείνης, για να παρουσιάσει ακόμα καλύτερα την κατάσταση του αμαρτωλού. Ο αμαρτωλός γίνεται δούλος ζώντας κάτω από τον ζυγό των παθών της αμαρτίας του.  

8.Οι πολίτες της μακρινής χώρας, στην οποία πήγε ο άσωτος της παραβολής, είναι οι δαίμονες. Ο άσωτος παρά την εξευτελιστική θέση, στην οποία βρέθηκε, δεν κατάφερε να χορτάσει την πείνα του. Ο μικρότερος γιος, αφού έζησε αρκετό καιρό στην αθλιότητα, κάποια στιγμή αντιλήφθηκε την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει.  

Ο άσωτος συναισθάνθηκε την αμαρτία του και αυτή η συναίσθηση αποτελεί το πρώτο γνώρισμα της μετανοίας. Επιστρέφει μετανοιωμένος και επιθυμεί να επιστρέψει κοντά στον πατέρα του, ακόμα και σαν υπηρέτης του. Εξομολογείται στον πατέρα του, δηλαδή στον Θεό την αμαρτία του. Ο άσωτος εμφανίζεται συντριμμένος όχι μόνο για το κατάντημά του, αλλά και γιατί περιφρόνησε την εξουσία και την παρουσία του Θεού.

9.Μετά την περιγραφή της αμαρτίας, της μετανοίας και της εξομολόγησης του ασώτου υιού ο άγιος Γρηγόριος παρουσιάζει την εγκάρδια υποδοχή που έκανε ο αγαθός πατέρας στον άσωτο γιο του που επέστρεψε. Η παραβολή φανερώνει τη φιλανθρωπία του Θεού για τους αμαρτωλούς καθώς και την πλήρη δικαίωση των μετανοούντων. Ο πατέρας της παραβολής ευσπλαχνίστηκε τον γιο του που επέστρεψε μετανοιωμένος και τον υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά.  

10.Στην υποδοχή του ασώτου υιού παρατηρούμε μερικούς συμβολισμούς ο γιος  ενδύεται υποδήματα και δακτυλίδι τα οποία στερούνται οι δούλοι, αυτό γίνεται για να βεβαιωθεί ότι πια δεν είναι δούλος αλλά μέλος της οικογένειας του αγαθού πατρός. Η αποκατάσταση του ασώτου είναι πλήρης, όπως πλήρης ήταν και η μετάνοια και η πίστη του μετανοήσαντος βαθιά. Η στολή, η οποία ενδύεται, συμβολίζει την καθαρότητα και την αναγέννηση, την οποία έλαβε ο Χριστιανός από το άγιο Βάπτισμα. Την καθαρότητα αυτή την έχασε όταν αμάρτησε, αλλά όταν μετανόησε και επέστρεψε, οι δούλοι του Θεού, οι ιερείς που τελούν το μυστήριο της εξομολόγησης, του δίνουν άφεση αμαρτιών. Το δακτυλίδι συμβολίζει τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος, δια του οποίου η ψυχή συνδέεται και πάλι εις δεσμό θείο και άγιον με τον Χριστό. Τα υποδήματα είναι η ενίσχυση που παρέχει ο Θεός στους μετανοούντες, για να βαδίζουν με ασφάλεια τον δρόμο της αρετής. Στη συνέχεια ο πατέρας ζητάει από τους δούλους να ετοιμάσουν τραπέζι και για την περίσταση να ετοιμαστεί ένα πολύτιμο φαγητό, να θυσιαστεί το μοσχάρι, το οποίο μεγάλωναν για μια ιδιαίτερη περίσταση. Η θυσία του μόσχου του σιτευτού έγινε για να ευφρανθεί ο γιος που επέστρεψε και να αναγνωριστεί ως μέλος της οικογένειας του πατέρα του.  

Αυτή η θυσία δεν είναι άλλη από τη θυσία που έκανε για μας ο Κύριος μας Ιη-σούς Χριστός.

11. Συνεχίζοντας την ανάλυση της παραβολής ο άγιος Γρηγόριος κάνει λόγο για τη συμπεριφορά του πρεσβύτερου υιού, η οποία είναι μικροπρεπής και ζηλότυπη, εγωιστική και ξένη προς την αγάπη που μας δείχνει ο Κύριος σε όλη την παραβολή. Ο χαρακτήρας του πρεσβύτερου υιού είναι τελείως ξένος προς τον χριστιανικό χαρακτήρα. Είναι μια πλήρης περιγραφή του χαρακτήρα των Φαρισαίων. Ο Κύριος ανέπτυσσε την παραβολή αυτή ενώπιον των Φαρισαίων για να τους δώσει την ευκαιρία από τη μια μεριά να εννοήσουν τον δικό τους χαρακτήρα και από την άλλη τη δική του ευσπλαχνία. Φτάνοντας προς το τέλος της παραβολής βλέπουμε τη συμπεριφορά του αγαθού πατέρα προς τον εγωιστή γιο του∙ όσο στοργική και συγκινητική ήταν η στάση του προς τον άσωτο υιό του άλλο τόσο συγκινητική ήταν και προς τον μεγαλύτερο. Το έλεος, η χάρις και η συγκατάβαση του Θεού μας σε όσους μετανόησαν είναι τόσο έντονα στη συμπεριφορά Του απέναντί τους, όπως επίσης και σε όσους φέρθηκαν όπως ο πρεσβύτερος γιος. Ο πράος και αγαθός πατέρας, ο Θεός μας, έχει τόσο λεπτή και τρυφερή συμπεριφορά με σκοπό να ελκύσει και τους δύστροπους και εγωιστές.  

12.Το όνομα του ασώτου. Ο Κύριος όταν είπε την παραβολή αυτή δεν αναφέρθηκε στο όνομα του άσωτου υιού. Αυτό έγινε για δύο λόγους: 

Επειδή ο Θεός δεν αρέσκεται στο να φανερώνει, να δημοσιοποιεί και να διαπομπεύει, όπως συμβαίνει μ’ εμάς τους ανθρώπους. Αντίθετα, καλύπτει,παρηγορεί και θεραπεύει τις όποιες αδυναμίες και πάθη. 2. Επειδή ο άσωτος αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα όλους εμάς τους αμαρτωλούς και γι’ αυτό το όνομά του θα μπορούσε να είναι το όνομα οποιουδήποτε από εμάς. 

13.Ο μεγάλος αδελφός τυπικά σωστός, αλλά μέσα του δεν είχε την αίσθηση του πατέρα (Θεού). Δεν υπήρχε Χριστιανική αγάπη, γι’ αυτό και όχι μόνο δεν ένιωσε χαρά που επέστρεψε ο αδελφός του, αλλά, αντίθετα, οργίστηκε! 

Αυτός είναι και ο λόγος που ο μόνον τυπικά σωστός γιος δεν σώζεται τελικά, αφού αρνείται να μπει στο σπίτι (στην Εκκλησία), αρνείται δηλαδή να συνεχίσει τη μυστηριακή ζωή (που είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ζωής κοντά στον Χριστό), μαζί με τον αδελφό του, που, αντίθετα μ’ εκείνον, μετανόησε και σώθηκε. Αυτός εκπροσω-πεί τους Φαρισαίους, οι οποίοι ποτέ δεν υποδέχονταν με χαρά τη μεταμέλεια ενός αμαρτωλού, θεωρώντας ότι του αξίζει η κόλαση. Εμπιστεύονταν μόνο τη δική τους δικαιοσύνη, αλλά με την αυτοδικαίωση αυτή αποδεικνύεται ότι βρίσκονταν στους αγρούς, δηλαδή έξω από τον οίκο της καρδιάς τους. Είχαν την πίστη ότι ανήκουν στον Θεό, ό–πως ο μεγάλος γιός της παραβολής, χωρίς να εννοούν ότι στην πραγματικότητα δεν εί–χαν δώσει ποτέ την καρδιά τους στον επουράνιο Πατέρα. Δεν είχαν καμιά γνώση του Θεού ούτε ήλθαν ποτέ σε κοινωνία με το Πνεύμα Του. 

14.Η συμπεριφορά του πατέρα. Από τη στιγμή που ο άσωτος υιός επέλεξε να ζήσει μακριά από πατέρα του, όπως δηλαδή και οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν μια ζωή μακριά από τον Θεό, ο πατέρας του δεν τον ξέχασε ποτέ, αλλά περίμενε καθημερινά την επιστροφή του υιού του, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον Θεό – Πατέρα, από Τον οποίο επιλέγουμε να απομακρυνθούμε. Και όταν κάποια στιγμή ο άσωτος, θυμούμενος την πρότερη καλή ζωή του και μετανοώντας για τις πράξεις του, επέστρεψε στο σπίτι του πατέρα του, αυτός δεν τον περίμενε στο σπίτι, αλλά, λόγω της καθημερινής αδημονίας του να δει τον γιο του να επιστρέφει, τον είδε από μακριά και έτρεξε ο ίδιος προς αυτόν, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Δεν τον άφησε καν να απόλογηθεί, αλλά του έδειξε πως αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η ζωή του γιου του από δω και μετά.  

Είναι εξέχουσα η στιγμή, κατά την οποία ο άνθρωπος «έρχεται εις εαυτόν». 

15.Οι ησυχαστές του δέκατου τέταρτου αιώνα έκαναν συχνή χρήση της φράσεως αυτής, που υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η αμαρτία, διαχέει τον νου προς τον εξωτερικό σμο. Άσωτος υιός είναι, κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας,  ο νους του ανθρώπου, ο οποίος, όταν αποχωρίζεται από τη μνήμη του Θεού, καθίσταται είτε θηριώ–δης είτε δαιμονιώδης (ἡ πρώτη κίνηση)…Προκειμένου να ενοποιηθεί η φύση του ανθρώπου, ο νους πρέπει να ενωθεί και πάλι με την καρδιά με μια θεραπευτική κίνη-ση προς τα μέσα, (ἡ δεύτερη κίνηση). Είναι αναγκαίο να κατεβεί και να αναπαυθεί στην καρδιά, ώστε ενωμένος πάλι με αυτήν να μπορεί να κυβερνά αποτελεσματικά την ύπαρξη του ανθρώπου. Όταν ολόκληρη η ύπαρξή του, συμπεριλαμβανομένου και του σώματος, συγκεντρωθεί στην καρδιά, συντελείται μια τρίτη κίνηση, αυτή τη φορά προς τον Ἴδιο τον Θεό. Ἔτσι θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος. Ἀκολουθώντας τά τρία πν-ευματικά στάδια, τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως: Κάθαρση ἀπό τά πάθη, φωτισμός τοῦ νοῦ, πού εἶναι το πρῶτο στάδιο τῆς θεώσεως, και ἐάν κρίνει ὁ Θεός τοῦ χαρίζει και τήν θέωση, τήν πλήρη Κοινωνία μαζί Του

Ἡ τελευταία μάχη μὲ τὸν διάβολo τοῦ Γέροντος Νείλου τοῦ Ἁγιοφαραγγίτου


Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Φραγκάκη, Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας. 

 Ἦταν μεσημέρι Μεγάλης Τρίτης 2016. Φευγαλέα λόγῳ τῆς ἐργασιακῆς πληρότητας ποὺ ἐπέβαλλαν οἱ ρυθμοὶ τῶν Ἁγίων ἡμερῶν, ἐπισκεφθήκαμε στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου τὸν παλαίμαχο ἀγωνιστὴ τῆς ἐρήμου Γέροντα Νεῖλο (Θεόδωρο) τὸν Ἁγιοφαραγγίτη.

. Τὸν βρήκαμε καταπονημένο σωματικά, σχεδὸν ξέπνοο, ἐξουθενωμένο ἀπὸ τὴν βαριὰ καὶ ἐπίπονη νόσο ποὺ ταλαιπώρησε τὸ ἀραχνῶδες χοϊκό του περίβλημα ἀλλὰ ὡρίμασε ἀπόλυτα τὴν γενναία του καὶ ἐν-Χριστωμένη ψυχή.

Παρὰ τὴν σωματικὴ ταλαιπωρία ἦταν θαλερότατος ψυχικά, σὲ μάχιμη ἑτοιμότητα καὶ μὲ τὴν συνήθη ὑψιπετοῦσα καρδιὰ καὶ πνευματικὴ ἀκμαιότητα.
. Ἡ ἄνεση ποὺ μᾶς χορηγοῦσε ὁ στενότατος πνευματικὸς σύνδεσμος, ποὺ εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἀνάμεσά μας τώρα καὶ ἀρκετὰ χρόνια, ἔδινε γιὰ μία ἄλλη φορὰ τὴν δυνατότητα νὰ ρουφήξουμε κάτι ἀπὸ τὸ νέκταρ τῆς ἐρήμου, τώρα ποὺ κατασταλαγμένο καὶ συνολικὸ ξεχυνόταν ἀπὸ τὸν κρατήρα τῆς ἄσκησης καὶ τοῦ πόνου, στὴν περίλαμπρη δεξαμενὴ τῆς αἰωνιότητας.
. Κάποια στιγμὴ παρατήρησα ὅτι ὁ Γέροντας ὁλοπόρφυρος στὸ πρόσωπο καὶ μὲ κάποια ἐναγώνια ἐπιμονή, ἔφτυνε μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου καὶ κάτι ψιθύριζε.. Ἡ μεταξύ μας ἀγάπη μοῦ ἔδωσε τὴν ἄνεση τοῦ ἐρωτήματος:
– Γέροντα, γιατί προσπαθεῖς νὰ φτύνεις συνέχεια μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου;
. Γέροντας: – Φτύνω τὸν ἀόρατο… νά ᾽ξερες τί μοῦ κάνει; Ἔχω νὰ κοιμηθῶ πέντε μερόνυχτα…
– Τί σοῦ κάνει Γέροντα;
. Γέροντας: Εἶναι συνεχῶς ἀπέναντί μου. Μὲ βρίζει καὶ μὲ ἀπειλεῖ… Ἡ μορφή του εἶναι τόσο ἀπαίσια, ποὺ ἂν δὲν ἐνδυναμώσει ὁ Θεός, δὲν ἀντέχει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀγριότητα τῆς παρουσίας του…
– Πῶς εἶναι Γέροντα;
– Σὰν χοῖρος μὲ χονδρὲς–ἁδρὲς τρίχες (ἔτσι τὸν ἔβλεπε κι ὁ Γέροντας Ἀναστάσιος). Βρωμάει ἀπαίσια… Ἀλλάζει ὄψεις… Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν περιγράψεις… Βγάζει τὴ γλώσσα του, ποὺ εἶναι τεράστια… ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξέρχονται κοκκινωπὲς φωτιές…
– Σοῦ μιλάει Γέροντα;
. Γέροντας: Ἂν μοῦ μιλάει; Προσπαθεῖ νὰ μὲ ἀποθαρρύνει… Καὶ τί δὲν μοῦ λέει… Ἐγὼ -λέει- σοῦ ᾽φαγα τὴν σάρκα… ἐγὼ σοῦ λάβωσα τὰ πνευμόνια… Ἐγὼ ἔβαλα καὶ σὲ καταδίωκαν μία ζωή. Ἐγὼ σοῦ ἔκανα τὸ τάδε καὶ τὸ τάδε.. Ἐγὼ σ᾽ ἔφερα σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ὅποιους βάλω στὰ δίχτυά μου, τοὺς περιποιοῦμαι καλά… Δικός μου εἶσαι ρέ… Δικός μου… Ἀκοῦς;
– Ἐσὺ πῶς ἀντιδρᾶς Γέροντα;
– Γέροντας: Ἀπαντῶ μὲ τὸ Χρυσοστομικὸ λόγιο: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες». Καὶ τὸν φτύνω συνέχεια… Αὐτός μοῦ λέει: «Τὸ περιποιήθηκα καλὰ καὶ τὸ Χρυσοστομάκι σας, ποὺ μοῦ πήγαινε κόντρα καὶ τά ᾽γραψε αὐτὰ (ἐννοοῦσε τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο). Τὸν συγύρισα χειρότερα ἀπὸ σένα. Ἔβαλα τοὺς δικούς μου καὶ τὸν διέλυσαν στὴν ἐξορία… Ἀφεντάδες καὶ Δεσποτάδες… Ἀκοῦς ρέ; Ἐγὼ σᾶς κατευθύνω καὶ τώρα… Θὰ τ᾽ ἀλλάξω ὅλα στὰ μπλὰ μπλά σας (στὴν διδασκαλία σας)… Ὅποιος μοῦ πάει κόντρα τὸν περιποιοῦμαι καλά… Ἔλα τώρα νὰ σέ… δροσίσω…». Βγάζει τὴν ἀπαίσια γλώσσα του, τὴν τεντώνει, ἂν καὶ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση κάποια μέτρα μακριά, τὴν κάνει σὰν προβοσκίδα ἐλέφαντα, μὲ ἀκουμπᾶ σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ προσώπου μου καὶ μὲ καίει ἀφόρητα… Καὶ συνεχίζει σαρκαστικά: «Αὐτὸ τὸ δῶρο ἀπὸ τὴν γλώσσα μου, ἐπειδὴ ἐσὺ μὲ ἔψηνες μὲ τὴν δική σου τὴν γλώσσα… Μπορεῖς νὰ μοῦ πεῖς γιατί δίδασκες; Ἀφοῦ ἐρχόμουνα καὶ σοῦ ᾽λεγα ὅτι δὲν ἦταν δουλειά σου νὰ διδάσκεις καὶ νὰ δίνεις κατευθύνσεις στὸν κόσμο. Νὰ διδάσκουν οἱ θεολόγοι, οἱ δεσποτάδες, μάλιστα… Ἀλλὰ ὄχι κι ἐσὺ νὰ μὲ βαρᾶς… Τὸ ξύλο τὸ ἀπελέκητο!». Ἄλλοτε γίνεται τεράστιο φίδι, περιτυλίγει καὶ σφίγγει τὸ σῶμα μου καὶ ἀντιμετωπίζω ἀφόρητο μαρτύριο. Ἐπιμένω στὸ «Χριστὸς Ἀνέστη καὶ πεπτώκασι δαίμονες» καὶ στὸ φτύσιμο… Τὰ εἶχα αὐτὰ καὶ στὴν ἔρημο ἀλλὰ καὶ πιὸ ἀραιὰ καὶ νικηφόρα… Ξεκίνησαν ἐντατικότερα τὶς τελευταῖες ἡμέρες… Ἐπιμένει καὶ δὲν φεύγει…
. – Ξέρετε, τοῦ εἶπα, ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Ἀριζονίτης γράφει, ὅτι τὸ ὑφίστανται αὐτὸ πρὸ τοῦ τέλους οἱ μεγάλοι ἀθλητὲς γιὰ νὰ ἀποκομίσουν καὶ μαρτυρικὸ στεφάνι. Γράφει συγκεκριμένα γιὰ τὴν Ὁσία Μητέρα του Γερόντισσα Θεοφανώ, ὅτι ἔβλεπε ὁ Γέροντας τὸν Ἄγγελό της, λίγες ἡμέρες πρὸ τῆς μακαρίας τελευτῆς της νὰ ἀποσύρεται διακριτικὰ καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα της, χωρὶς νὰ ἐπεμβαίνει. Τὴν ἄφηνε μόνη της νὰ παλεύει γιὰ νὰ αὐξηθεῖ ὁ μισθὸς τοῦ ἀγώνα καὶ τῆς ὑπομονῆς. Ἐκείνη ἀντιστέκονταν ἀδιάλειπτα μὲ δύο λέξεις: «Ἰησοῦ – Παναγία μου». Τὸν ἔβλεπε καὶ κρατοῦσε στιλέτο καὶ τὴν σημάδευε μὲ ἄγριες διαθέσεις… Τώρα καὶ ἐσεῖς εὑρίσκεσθε στὴν πύλη… Γι᾽ αὐτὸ συμβαίνουν αὐτά…
. Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης δὲν γράφει στὴν Κλίμακα ὅτι οἱ τελευταῖοι πειρασμοὶ τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν εἶναι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀπελπισίας;
. Μήπως ὁ σύγχρονος ἀναγεννητὴς τοῦ Ἁγιωνύμου Ἄθωνος Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς δὲν ἀπεκάλυψε στὰ πνευματικά του παιδιὰ ὅτι δέχθηκε τέτοια ἐπίθεση ἀπὸ τὸν πονηρὸ στὶς ὁριακὲς ἡμέρες πρὸ τοῦ τέλους, ποὺ πάσχιζε μὲ λυσσώδη μανία νὰ τοῦ κηρύξει φανταστικὲς καὶ ἄκυρες ὅλες του τὶς ἁγιοπνευματικὲς ἐμπειρίες;
. Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Ζερβάκος, ὅταν πῆγε νὰ πληροφορήσει τὸν ἐπιστήθιο φίλο του, Ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Χαμακιώτη γιὰ τὸ ἐπερχόμενο τέλος τοῦ δεύτερου, δὲν τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχή, λέγοντάς του: «Πρόσεξε, ἀδελφέ, μὴ σὲ πειράξει τὴν τελευταία στιγμὴ ὁ παγκάκιστος;». Κάτι ποὺ βεβαίως ἔγινε, ἀλλὰ ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος μὲ τὰ σημερινὰ ζωομύριστα καὶ μυρίπνοα ὀστᾶ, ἐξῆλθε τροπαιοῦχος καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν τελευταία πνευματικὴ γυμνασία ποὺ τοῦ παραχώρησε ὁ ἀγωνοθέτης Θεός…
. Μήπως καὶ ὁ ἐμπνευστὴς καὶ ὁμόψυχος ἀδελφός σας, ὁ Μέγας Ἀναστάσιος ὁ Κουδουμιανός, μικρὸ πρὸ τῆς θριαμβευτικῆς μεταχωρήσεώς του στὴν αἰωνιότητα, δὲν μᾶς φανέρωσε, ὅτι εἶχε φοβερὴ συμπλοκὴ μὲ τοὺς δαίμονες, κάτι ὄχι ἀσυνήθιστο γιὰ τὸν ἐμπειροπόλεμο πυγμάχο τῆς ἀσκητικῆς κονίστρας; Τὸν ἔσυραν στὸ ἔδαφος, τοῦ κατάφεραν δύο περίεργα ἐγκαύματα στὴν πλάτη, τὰ ὁποῖα, βέβαια, μετὰ ἀπὸ παρέλευση ὀλίγιστου χρόνου, θαυματουργικῶς ἑξαλείφθησαν.
. Καὶ ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, ἀπὸ τοὺς σπάνιους σὲ χριστοκεντρικότητα καὶ ἀπόθεμα ἁγιότητος Ἱεράρχες, τὴν ἡμέρα ποὺ ἐκοιμήθη αἰφνιδίως, δέχθηκε ἐπίθεση ἀπὸ σμῆνος δαιμόνων… Κατάπληκτος καὶ ἀναμαλλιασμένος βγῆκε στὸν ἐξώστη τοῦ μοναχικοῦ του ἐνδιαιτήματος καὶ φώναζε: «Γιατί ἀφήσατε τοὺς μαύρους νὰ περάσουν, τοὺς μασσώνους ποὺ ἀνέβηκαν ἐπάνω; Μοῦ ἔκαναν ἄγρια ἐπίθεση… Τοὺς ἀντιμετώπισα ἀλλὰ ζορίστηκα…». Αὐτὸ ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα δύο φορές. Ἔχουμε καὶ πολλὰ ἄλλα παραδείγματα Γέροντα. Κάνε κουράγιο…
. Ὁ Γέροντας μὲ πρόδηλη ἀπορία ἀποτυπωμένη στὴν ἔκφραση τοῦ προσώπου του, μοῦ ἀπάντησε:
– «Μὰ ἐγὼ δὲν ἀνήκω στοὺς μεγάλους ἀθλητές. Ὑπῆρξα ἰσόβιος ζητιάνος τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ στὴν ἔρημο διὰ τῆς μετανοίας… Εἶμαι ρεμάλι… Μεγάλος ἁμαρτωλός. Ζητοῦσα συνεχῶς ἔλεος… Δὲν εἶναι αὐτὰ γιὰ ᾽μένα. Δὲν ἀνήκω σὲ αὐτούς…».
– Αὐτά, ἀπάντησα, Γέροντα, ὁ Θεὸς τὰ ξέρει…
. Μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο ἔγνεψε ὅτι συμφωνεῖ καὶ ἔκλεισε τὰ ὁλόλαμπρα μάτια του ἀπὸ ἐξάντληση, περατώνοντας κάθε συζήτηση.
. Ἄλλωστε ἀσθμαίνων καὶ μὲ πολὺ κόπο, σχεδὸν ψιθυριστά, μέχρι ἐκείνη τὴν ὥρα ἀνταποκρινόταν στὸν διάλογο. Ἀπόρησα ποῦ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ μετάσχει τόσο εὐκρινῶς στὴ διαγενόμενη συζήτηση.
. Ἦταν προφανῶς ἐνδυνάμωση Θεοῦ, προκειμένου νὰ ἀφήσει σὰν παρακαταθήκη καὶ τὴν τελευταία του αὐτὴ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία, στὴν βιωματικὴ φιλοκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
. Αὐτὴ ἡ διήγηση ἦταν καὶ ὁ τελευταῖος μας διάλογος ἐπὶ γῆς…
. Ὁ Γέροντας ἀπὸ τὴν Μεγάλη Τετάρτη τὸ βράδυ εἶχε πλέον ἠρεμήσει ἀπόλυτα καὶ περίμενε μὲ γαλήνη τὸ ἐπικείμενο τέλος.
. Εἶχε λήξει ἡ τελευταία φοβερὴ μάχη μὲ τὸν δαίμονα. Νικητὴς ὁ παλαίμαχος ἀθλητὴς τῆς ἐρήμου ἔβλεπε τοὺς παλαιοὺς Ἁγιοφαραγγίτες Πατέρες νὰ τὸν περιστοιχίζουν καὶ τὶς ἐπουράνιες ἀγγελικὲς ταξιαρχίες νὰ ὑπερίπτανται ἐμφανῶς, νὰ ἐπιστατοῦν γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη του, νὰ λαμβάνουν πρωτοβουλίες καὶ νὰ ἑτοιμάζουν τὴν ἔξοδό του.
. Ἐκστατικὸς ἔμενε νὰ κοιτάζει καὶ δόξαζε τὸν Θεό! Ἔκανε μὲ ἀπροκάλυπτη δυσκολία ἄπειρες φορὲς τὸν σταυρό του.
. Τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ψέλλισε: «Ὅλα τελείωσαν. Σήμερα φεύγω. Ἐπίκειται ἡ ὥρα. Νὰ εἰδοποιηθεῖ ὁ Ἀντώνης γιὰ τὴν ἄμεση μεταφορά μου μὲ τὸ ἀσθενοφόρο στὸ Κεφάλι (Ἐρημητήριο ὅπου ζοῦσε στὰ νοτιοδυτικὰ Ἀστερούσια).
. Θέλω νὰ παραδώσω τὴν ψυχή μου ἐκεῖ… Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ βρεθῶ στὸ Ἀσκητήριό μου ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἕως τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς».
. Λίγο ἀργότερα εἶπε ξέπνοα ἀλλὰ καθαρά: «Ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος»
. Ὅταν πρὶν λίγες ἡμέρες τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ ζωντανὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἐνοσηλεύετο στὶς Μοῖρες, ἡ κοιμηθεῖσα κόρη του Σταυρούλα, τὴν ρώτησε ὁ Γέροντας: «Πῶς εἶναι παιδί μου ὁ Παράδεισος», καὶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Ὅπως μοῦ τὸν περιέγραφες, σεβαστέ μου πατέρα». «Ἐξήγησέ μου περισσότερο», ἐπέμεινε ἐκεῖνος καὶ αὐτὴ συμπλήρωσε: «Δὲν μοῦ ἔλεγες, ὅταν σὲ ρωτοῦσα ἐγὼ πρὶν φύγω, ὅτι ἐκεῖ “οὐκ ἔτσι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος”; Τελικὰ αὐτὸ εἶναι πατέρα».
Τώρα ὁ Γέροντας προγευόμενος τὰ ἔπαθλα τοῦ ἀγωνοθέτη Θεοῦ, τελείωνε τοὺς ἐπίπονους ἰσόβιους ἄθλους ἐπαναλαμβάνοντας τοῦτα τὰ λόγια καὶ ἕνα λεπτὸ ἀδιόρατο χαμόγελο σφράγιζε τὴν μυστηριώδη ἔκσταση τοῦ θανάτου. Βαριανάσαινε καὶ ἀτάραχος περίμενε. Τὸ οὐράνιο ταξίδι εἶχε πλέον ἄμεσα δρομολογηθεῖ. . Ἦταν Μεγάλη Πέμπτη λίγο πρὶν τὰ μεσάνυχτα 28-4-2016. Ἡ ἔνδοξη κοίμησή του ὑπῆρξε «μυστήριο κραυγῆς ὅπερ ἐν ἡσυχίᾳ Θεοῦ διεπράχθη» (Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος) ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλη ἡ θαυμαστὴ καὶ πνευματέμφορος βιοτή του.
. Μόλις ἀκούμπησε τὸ κατάστικτο καὶ ὁσίαθλο σῶμα στὴν ἀσκητική του κλίνη, ἀμέσως φτερούγισε ἡ ὁλόφωτη καὶ θεοτερπὴς ψυχή του στὰ ἄφθαρτα σκηνώματα τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον μὲ μανικὸ ἔρωτα ἀγάπησε καὶ μὲ ἀδιάλειπτη ἡσυχαστικὴ στοχοθεσία, χαρισματικῶς προσαπόκτησε.
. Ἦταν ἡ πανίερη καὶ φοβερὴ βραδιὰ ποὺ ἐμυσταγωγεῖτο τὸ Θεῖο Πάθος στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Καὶ ἡ ἐσταυρωμένη ἐπίγεια διαδρομὴ τοῦ μαρτυρικοῦ Γέροντος, ἔπρεπε νὰ βρεῖ ἐκεῖνες τὶς συγκλονιστικὲς στιγμὲς τὴν νοηματοδότηση καὶ καταξίωσή της, ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ καλεῖ τοὺς φίλους Του ἐνεργὰ στὸ Σταυρό, προκειμένου νὰ τοὺς ἀναγνωρίσει δικούς Του καὶ νὰ τοὺς ἐντάξει πανηγυρικὰ καὶ στοὺς ἄληκτους ἀναβαθμοὺς τῆς Ἀναστάσεως..
. Αἰωνία ἡ μνήμη του. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του.

ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Μη ζητάτε λοιπόν να μάθετε τί είναι η ολοκληρωμένη φιλία, αλλά πώς θα κατορθώσετε να τη φθάσετε.

Α’ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΙΩΣΗΦ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ & ΤΗ ΦΙΛΙΑ
Κεφαλαίο 4: Πρέπει να εκτελούμε κάποιο ωφέλιμο έργο, αν δεν συμφωνεί μ’ αυτό ό αδελφός μας;

ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΜΑΝΟΣ: Πολλές φορές όμως. αββά. ό ένας από τους φίλους επιθυμεί να κάνει κάτι που το θεωρεί καλό και σύμφωνο με το θέλημα του Θεού. αλλά ό άλλος δεν συμφωνεί καθόλου μ’ αυτή την ενέργεια. Θα πρέπει τότε να εκτελέσει εκείνος το σχέδιο του, αδιαφο­ρώντας για την επιθυμία του αδελφού του ή είναι καλύτερα να το εγκα­ταλείψει για να μη λυπήσει τον αδελφό του;

Κεφαλαίο 5: Ή σταθερή φιλία δεν υφίσταται ούτε μπορεί να διατηρηθεί παρά μόνο μεταξύ των τελείων.

ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ: Γι’ αυτό ακριβώς είπα πώς το χάρισμα της φι­λίας δεν θα μπορούσε ποτέ να παραμείνει ολοκληρωμένο και αδια­σάλευτο παρά μόνο μεταξύ των τελείων ανθρώπων, οι όποιοι αγω­νίζονται εξίσου για την επίτευξη της αρετής. 0ι άνθρωποι πού έχουν κοινή θέληση και σκοπό, δεν ανέχονται ποτέ να αντιδικούν ούτε και στο ελάχιστο. Αυτό ισχύει ακόμα και για θέματα πού αφορούν την πρόοδο στην πνευματική ζωή. «Αν οι φίλοι αρχίζουν να φιλονικούν και να εκφράζονται με εμπάθεια, είναι φανερό με βάση όσα μέχρι τώρα έχουμε πει ότι οι καρδιές τους δεν ήταν ποτέ πραγματικά ενω­μένες.

Στην αρχή της πορείας μας όμως δεν διαθέτουμε την τελειότητα. Θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς από τη βάση. Θα πρέπει δηλαδή να θέ­σει πρώτα-πρώτα τα θεμέλια. Μη ζητάτε λοιπόν να μάθετε τί είναι ή ολοκληρωμένη φιλία, αλλά πώς θα κατορθώσετε να τη φθάσετε. Γι’ αυτό θα πρέπει στην αρχή να πούμε δυο λόγια για τον τρόπο πού θα πρέπει να εργασθείτε, ώστε να ολοκληρώσετε αυτό το σκοπό. Είναι απαραίτητο, μ’ άλλα λόγια, να σας ανοίξω ένα μονοπάτι, στο όποιο θα βαδίσετε με ασφάλεια, ώστε να μπορέσετε να αποκτήσετε ευκολότε­ρα το αγαθό της υπομονής και της ειρήνης.

Κεφάλαιο 6: Πώς μπορεί να διατηρηθεί αδιάσπαστη η ενότητα και αδιάσειστη ή αγάπη.

Το πρώτο θεμέλιο της αληθινής φιλίας είναι ή περιφρόνηση των υλικών αγαθών και ή εγκατάλειψη κάθε ιδιοκτησίας. Θα ήταν ή μεγα­λύτερη αστοχία και ή άκρα ασέβεια, ενώ έχουμε απαρνηθεί τη μαται­ότητα της κοσμικής ζωής και ότι αυτή περικλείει, να προτιμήσουμε τα ευτελή προσωπικά μας αντικείμενα, δηλαδή να επιλέξουμε να διατη­ρήσουμε την ιδιοκτησία μας, σε βάρος της ανεκτίμητης αγάπης του αδελφού μας.

Στη συνέχεια θα πρέπει καθένας μας να κόψει το δικό του θέλημα από φόβο μήπως, κρίνοντας τον εαυτό του εξυπνότερο και συνετότε­ρο, προτιμήσει τη δική του γνώμη από αυτή του αδελφού του.

Το τρίτο πράγμα, το όποιο θα πρέπει να μας γίνει βεβαιότητα είναι ότι όλα, ακόμη και τα πλέον χρήσιμα και απαραίτητα στη ζωή. είναι λιγότερης αξίας και σημασίας μπροστά στο ύψιστο αγαθό της ειρήνης και της αγάπης.

Τέταρτη επιδίωξη μας θα πρέπει να είναι το να πιστέψουμε πώς για καμιά απολύτως αιτία, δίκαιη ή άδικη, δεν επιτρέπεται να οργιζό­μαστε .

Η πέμπτη φροντίδα μας θα πρέπει να επικεντρωθεί στο να προ­σπαθήσουμε να θεραπεύσουμε το θυμό πού έχει ο αδελφός μας ενα­ντίον μας, έστω και αν αυτός είναι εντελώς άδικος. Να το κάνουμε μά­λιστα με τόση προθυμία και ζήλο, όση αντίστοιχα θα δείχναμε αν ήμα­σταν εμείς στη θέση του. Αν δεν αναζητήσουμε, με ότι μέσο μπορούμε, τρόπους για να εξαλείψουμε την ταραχή από την ψυχή του αδελφού μας. τότε θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι το πάθος του αυτό θα ζημιώσει και τη δική μας ψυχή. Θα αναστατωθούμε δηλαδή τόσο, σαν να ήμασταν εμείς οι ίδιοι κάτω από την επήρεια του πάθους του θυμού.

Το τελευταίο, πού θανατώνει αναμφίβολα όλα τα άλλα πάθη, είναι το να συλλογιζόμαστε αδιάλειπτα πώς ανά πάσα στιγμή μπορεί να φύ­γουμε απ» αυτή τη ζωή. Ή «μνήμη του θανάτου» δεν θα επιτρέψει να παραμείνει στην καρδιά μας ούτε καν ή σκιά και της ελάχιστης θλίψης. Αύτη ή ευεργετική «μνήμη» θα καταπνίξει κάθε εμπαθή κίνηση και κάθε κακή επιθυμία.

Αν κρατήσουμε σταθερά αυτές τις αρχές, δεν θα οργιστούμε ούτε ποτέ θα προκαλέσουμε στους άλλους την πίκρα πού φέρνει ή οργή και ή διχόνοια. Αν αντίθετα, ξεφύγει κανείς απ’αυτές τις ράγες, τότε ό εχθρός της αγάπης θα χύσει ανεπαίσθητα μέσα στις καρδιές των φίλων το φαρμάκι της θλίψης. Έτσι. διαφωνία στη διαφωνία, ή αγάπη λίγο – λίγο θα ψυχραίνεται και τελικά οι καρδιές-εφόσον ήδη από πολύ και­ρό είναι πληγωμένες – θα σκληρυνθούν και θα χωρίσουν μια για πάντα.

Εκείνος όμως πού βαδίζει στο μονοπάτι πού αναφέραμε προη­γουμένους, δεν έχει κανένα λόγο να διαφωνήσει με το φίλο του. Πράγ­ματι, με το να μη διεκδικεί κανείς ποτέ κανένα πράγμα, είναι ευνόητο ότι κόβει αυτόματα και την πρωταρχική αίτια της οργής. Γιατί, συνή­θως, οι αντιδικίες γεννιούνται από τις διαφωνίες για την απόκτηση μι­κροπραγμάτων ή αντικειμένων πού δεν έχουν καμιά αξία. Ένας άνθρω­πος όμως πού θέλει να διατηρήσει το σύνδεσμο της αγάπης, προσπα­θεί με όλες του τις δυνάμεις να τηρεί αυτό πού αναφέρουν οι Πράξεις των Αποσταλούν, σχετικά με την ενότητα πού επικρατούσε μεταξύ των πρώτων χριστιανών: «Όλο το πλήθος εκείνων πού είχαν πιστέψει στο Ευαγγέλιο». λέει ό Ευαγγελιστής, «είχαν μία καρδία και μία ψυχή. Και κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντα του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά»(Πράξ. 4.32).

Ένας άνθρωπος που ζει μ’ αυτό τον τρόπο, δεν είναι ποτέ δυνα­τόν να σπείρει τη διχόνοια. Γιατί αυτός είναι σκλάβος του θελήματος του αδελφού του και όχι του δικού του. Αυτός γίνεται μιμητής του Κυ­ρίου και Δημιουργού του, πού έλεγε: Έχω κατεβεί από τον ουρανό ως άνθρωπος στη γη. για να κάνω όχι το θέλημα μου. αλλά το θέλημα εκεί­νου πού με έχει στείλει»(Ίωάν. 6. 38). Έτσι, ποτέ δεν θα δινόταν αφορ­μή εξαιτίας του να πέσει διχόνοια ανάμεσα σ’ αυτόν και στο φίλο του. Γιατί ένας άνθρωπος πού αγωνίζεται και κόβει το θέλημα του, έχει ως βασική αρχή του το να μην εμπιστεύεται στην κρίση του, αλλά να προ­τάσσει πάντα το θέλημα του αδελφού του. Έχοντας λοιπόν αυτό ως κριτήριο, θα ακολουθούσε ή θα αρνιόταν, αναλόγως, τα δικά του θε­λήματα, λέγοντας μαζί με τον Κύριο: «Πατέρα μου… ας γίνει όχι όπως θέλω εγώ. αλλά όπως θέλεις εσύ» (Ματθ. 26. 39).

Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να πράξει και το παραμικρότερο πράγμα πού θα λυπούσε τον αδελφό του. Γιατί αυτός δεν θεωρεί τίποτε πολυτιμότερο από το αγαθό της ειρήνης και δεν ξεχνά ούτε στιγμή το λόγο του Κυρίου που λέει: «Απ αυτό θα καταλάβουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές εάν έχετε αγά­πη μεταξύ σας»(*ίωάν. 13. 35). Ό Κύριος ήθελε αυτή ή αγάπη να χα­ρακτηρίζει τα λογικά πρόβατα του ποιμνίου Του και να τα διακρίνει μέσα σ’ αυτό τον κόσμο ως ένα ιδιαίτερο σημείο αναγνώρισης τους. σαν σφραγίδα, θα λέγαμε και σαν χαρακτηριστικό αποτύπωμα.

Ό πιστός χριστιανός, για κανένα απολύτως λόγο, δεν θεωρεί δι­καιολογημένο το να αφήσει τη μνησικακία και τη θλίψη να εισχωρήσουν στην καρδιά του ή να παραμείνουν εξαιτίας του στην καρδιά κάποιου άλλου. Γιατί το πάθος του θυμού είναι ολέθριο και εντελώς αθέμιτο. Γι’ αυτό και δεν θα μπορούσε ποτέ να καλυφθεί από κανενός είδους δικαιολογία.

Είναι αδύνατον να προσευχηθεί κανείς, αν ό αδελφός του έχει κά­τι εναντίον του. Ακριβώς το ίδιο όμως συμβαίνει και στην περίπτωση πού εκείνος έχει κάτι εναντίον του αδελφού του. Γι’ αυτό ό αγωνιστής του πνεύματος κρατάει διαρκώς μέσα στην ταπεινή καρδιά του τα λό­για του Κυρίου και Λυτρωτή μας πού λέει: «Όταν προσφέρεις το δώρο σου στο Ναό και εκεί θυμηθείς ότι ό αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου. άφησε εκεί μπροστά στο θυσιαστήριο του Ναού το δώρο σου και πή­γαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδελφό σου και τότε έλα να προ­σφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5. 23-24).

Σε τίποτε δεν θα ωφελούσε το να δηλώνει κανείς ότι δεν τρέφει στην καρδιά του θυμό. Ασφαλώς πλανάται οικτρά, αν κάποιος ισχυ­ρίζεται ότι δεν έχει θυμό εναντίον του αδελφού του και συγχρόνως πε­ριφρονεί με υπεροψία και σκληροκαρδία τη θλίψη του. Γιατί μόνο μ’ αυτό δεν εκπληρώνει ό άνθρωπος τον αποστολικό λόγο πού λέει. «ή δύση του ηλίου ας μη σας βρίσκει ακόμη οργισμένους» (Έφεσ. 4. 26)· καί την εντολή του Κυρίου πού προειδοποιεί λέγοντας, «όποιος οργίζεται εναντίον του αδελφού του χωρίς λόγο πρέπει να καταδικαστεί από το δικαστήριο» (Ματθ. 5. 22). Και αυτό. γιατί αυτός θα μπορούσε, με τη συγκαταβατική και επιεική συμπεριφορά του. να διαλύσει κάθε στε­νοχώρια από την καρδιά του αδελφού του. Με το να μην έχει όμως ενεργήσει έτσι. διατρέχει πλέον τον κίνδυνο -εξαιτίας της δικής του συμπεριφοράς-να κατηγορηθεί ως παραβάτης της εντολής του Κυρί­ου. Γιατί Εκείνος πού είπε ότι δεν πρέπει να οργίζεται κανείς εναντίον του πλησίον του. είπε ταυτόχρονα και ότι δεν πρέπει να αψηφά και τη θλίψη του αδελφού του. Διότι για τον Θεό. «ό Όποιος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι»(Α’Τιμ. 2. 4). έχει την ίδια σημασία είτε χαθεί ό ένας είτε ό άλλος. Είναι εξίσου οδυνηρό για τον Θεό. όποιος απ’ τους δύο κι αν οδηγηθεί στον αιώνιο θάνατο. Το ίδιο και ο αντίδικος, πού χαί­ρεται με την καταστροφή και τον αφανισμό των ανθρώπων, έχει το ίδιο κέρδος, είτε χαθεί ό ένας είτε ό άλλος.

Τελικά, είναι ποτέ δυνατόν να κρατήσει κανείς εναντίον του αδελ­φού του και την ελάχιστη έστω δυσάρεστη διάθεση, αν πιστεύει ότι ενδέχεται κάθε μέρα, ή καλύτερα κάθε στιγμή, να φύγει απ’ αυτό τον κόσμο;

Κεφαλαίο 7: Τίποτε να μην θεωρούμε ανώτερο από την αγάπη και τίποτε χειρότερο από το θυμό.

Όπως ακριβώς δεν πρέπει να βάζουμε τίποτε μπροστά από την αγάπη, έτσι πρέπει και να θεωρούμε ότι δεν υπάρχει τίποτε χειρότε­ρο από την οργή και από το θυμό. Οφείλουμε να θυσιάζουμε τα πά­ντα, όσο χρήσιμα και απαραίτητα κι αν φαίνονται, για να αποφύγου­με την αναταραχή πού φέρνει αυτό το πάθος. Και επιπλέον, πρέπει να αποδεχόμαστε και να υπομένουμε το καθετί, ακόμα κι αν αυτό μας φαίνεται βαρύ και ασήκωτο, ώστε να διατηρήσουμε αδιασάλευτη την αγάπη και την ειρήνη. Να είσαστε βέβαιοι πώς δεν υπάρχει τίποτε πιο ολέθριο από το θυμό και τη λύπη, όπως και τίποτε πιο γλυκό και πιο ωφέλιμο από την αγάπη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Αββά Κασσιανού, 
Συνομιλίες με τους Πατέρες της Ερήμου,
τόμος Β΄ εκδ. «Ετοιμασία» σελ 17 – 21