Συγκλονιστικό θαύμα Αγίου Φανουρίου στη Ρόδο

Agios-Fanourios-Eikona_260815

Ο Άγιος Φανούριος είναι αναμφίβολα μια άγια, σημαντική νεανική μορφή, που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στους άλλους Αγίους της χριστιανοσύνης, γιατί δεν τιμάται απλώς σε μια μόνο ημε­ρομηνία, αλλά η πίστη των χριστιανών κά­

Οι πιστοί συχνά επικαλούνται το όνομα του Αγίου Φανουρίου, ο οποίος έχει κάνει πολλά θαύματα. Ενα από τα πιο συγκλονιστικά έλαβε χώρα στη Ρόδο.

Σε μια περίοδο της ιστορικής ζωής της η Κρήτη ήταν υποδουλωμένη στους Λατίνους (1204 – 1669 μ.Χ.), που είχαν δικό τους Αρ­χιεπίσκοπο και γι’ αυτό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να παρασύρουν τους κατοίκους του νησιού στον Καθολικισμό (Παπισμό).
Έτσι οι Λατίνοι πήρανε σαν καταπιεστι­κό μέτρο ενάντια στην Ορθοδοξία να μην επιτρέπουν να χειροτονούνται ιερείς στην Κρήτη, οπότε οι Κρητικοί αναγκάζονταν να μεταβαίνουν στο νησί Τσιρίγο (Κύθηρα) για να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα, που έδρευε εκεί.
Κάποια εποχή λοιπόν ξεκίνησαν απ’ την Κρήτη τρεις διάκονοι για το Τσιρίγο κι αφού χειροτονήθηκαν εκεί ιερείς, επέστρεφαν τρισευτυχισμένοι στο πολύπαθο τότε απ’ τη σκλαβιά νησί τους. Κατά κακή τους τύχη Αγαρηνοί πειρατές τους συνέλαβαν στο πέ­λαγος, τους μετέφεραν στη Ρόδο, όπου τους πώλησαν σε τρεις διαφορετικούς Αγαρηνούς αφέντες.

Η θέση των τριών ιερέων ήταν αξιοθρή­νητη κι όμως μια γλυκειά προσμονή ήλθε να γλυκάνει το πικρό παράπονό τους. Μάθα­νε πως στη Ρόδο ο Άγιος Φανούριος θαυματουργούσε και σ’ αυτόν στήριξαν τις ελ­πίδες τους κι ολοένα προσεύχονταν και τον επικαλούνταν ο καθένας τους ξεχωριστά, για να τους λυτρώσει απ’ την σκληρή αιχ­μαλωσία στους μιαρούς Αγαρηνούς. Ζήτησε, λοιπόν, ο κάθε ιερέας, χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους, απ’ τον αφέν­τη του, να του δώσει άδεια να μεταβεί στην εκκλησία για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Πήρανε κι οι τρεις τους μ’ ευκολία την άδεια, προσκύνησαν μ’ ευ­λάβεια την εικόνα του Αγίου βρέχοντας τη γη με τα δάκρυά τους γονατιστοί σαν προ­σεύχονταν και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους παρακαλούσαν τον Άγιο Φανούριο να μεσολαβήσει για να γλυτώσουν πια απ’ τα χέρια των Αγαρηνών.

Αφού οι ιερείς αναχώρησαν, ανακουφι­σμένοι απ’ τον πόνο τους, ο Άγιος Φανού­ριος παρουσιάστηκε τη νύχτα και στους τρεις αφέντες τους και τους διέταξε να ελευ­θερώσουν τους σκλάβους ιερείς τους, δια­φορετικά θα τους τιμωρούσε σκληρά. Οι Αγαρηνοί όμως άρχοντες θεώρησαν την επέμ­βαση του Αγίου σαν κάποια μαγεία, γι’ αυ­τό αλυσόδεσαν τους σκλάβους τους κι άρ­χισαν να τους βασανίζουν με χειρότερο τρό­πο. Την άλλη όμως νύχτα ο Άγιος Φανούριος επενέβη πιο αποτελεσματικά, έλυσε τους τρεις ιερείς απ’ τα δεσμά τους και τους υ­ποσχέθηκε, πως θα τους ελευθέρωνε από τους Αγαρηνούς την άλλη μέρα. Φανερώ­θηκε και πάλι στους Αγαρηνούς και τους απείλησε αυτή τη φορά, πως αν δεν ελευθέρωναν το πρωί τους ιερείς, θα μεταχειρι­ζόταν σκληρά μέτρα γι’ αυτούς. Το άλλο πρωί οι Αγαρηνοί αισθάνθησαν την τιμωρία, γιατί έχασαν όλοι το φως τους και το κορμί τους έμεινε παράλυτο. Έτσι αναγκάσθησαν τότε να συμβουλευτούν τους συγγενείς τους, για να συζητήσουν το κα­κό που τους βρήκε. Όλοι δε οι άρχοντες αποφάσισαν να καλέσουν τους τρεις ιερείς, μήπως μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Οι ιερείς την μόνη απάντηση που έδωσαν ήταν, πως αυτοί θα παρακαλούσαν τον Θεό τους κι Εκείνος θα αποφάσιζε.

Την τρίτη νύχτα παρουσιάστηκε πάλι ο Άγιος Φανούριος στους Αγαρηνούς και τους ανακοίνωσε πως αν δεν έστελναν οι τρεις άρχοντες γραπτώς στο ναό του τη συγκατάθεση τους για την απελευθέρωση των ιερέων, δεν θα ξανάβρισκαν πια την υ­γεία τους. Οι Αγαρηνοί τότε θέλοντας και μη έγραψαν το γράμμα που ζήτησε ο Άγιος Φανούριος και δήλωναν απερίφραστα, πως παραχωρούσαν, στους τρεις ιερείς την ελευ­θερία τους. Αυτές οι δηλώσεις τους κατατέ­θηκαν στον ιερό ναό του Αγίου. Πριν ακόμα επιστρέψει η αντιπροσωπεία των Αγαρηνών απ’ το ναό, οι τυφλοί και παράλυτοι άπιστοι έγιναν εντελώς καλά με το θέλημα του Αγίου. Οι πλούσιοι Αγαρηνοί έδωσαν στους τρεις ιερείς όλα τα έξοδα του ταξιδιού τους κι αυτοί πριν αναχωρή­σουν κατέφυγαν στην εκκλησία, και αφού ευχαρίστησαν τον Άγιο για την απελευθέ­ρωσή τους, αντέγραψαν πιστά την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και την πήραν στην Κρήτη, όπου την τιμούσαν κάθε χρόνο με δοξολογίες και λιτανείες.

πηγη.ΔΟΓΜΑ

Advertisements

«Εκεί οι Άγγελοι θα δώσουν τον θρόνο του Βυζαντίου σ’ έναν άγιο…» (Οσίου Ιωάννη του Χοζεβίτη)

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΟΖΕΒΙΤΟΥ – Προφητικές φωνές (Άπό έλληνικά χειρόγραφα)

Από τα ποιήματα του Οσίου Ιωάννη του Χοζεβίτη

~ Στά χρόνια του εσχάτου αιώνος θά παύσουν οί πνευματικοί ποιμένες νά φροντίζουν γιά τό ποίμνιο άκολουθώντας τό κοσμικό ρεύμα.

Τήν σκολιά όδό θά βαδίζουν, αφήνοντας τόν πατερικό δρόμο καί δέν θά ψάλλουν στά πρόβατα μέ τήν ποιμενική φλογέρα.

Θά καύσουν μέ τήν «πρόοδο» τήν πνευματική μάνδρα κι ό καπνός θά προξενεί τήν αίρεση του παπικού δόγματος.

Τότε ό κόσμος μέ τήν επιστήμη θά κάνη πολλές έφευρέσεις καί δέν θά ύπάρχη σ’ αύτήν ή πίστις, ούτε ό φόβος τοϋ Θεοϋ

Ό απλοϊκός λαός άπό τόν φόβο τών αιωνίων βασάνων θά φυλάγει μέ άκρίβεια τις θείες εντολές.

Άλλά ζώντας στήν άναρχία χωρίς πνευματικούς όδηγούς θά μισηθούν άπό τήν εξουσία καί πολλοί θά φυλακισθούν.

Μέ θερμό ζήλο θά έπιδίδωνται στά καλά καί ταπεινά έργα θεωρούμενοι άπό τόν κόσμο ότι έχασαν τά μυαλά των.

Ή άνθρώπινη σοφία είδωλα θά λατρεύσει κοσμικά καί ό άσύδοτος κόσμος θά τά χρησιμοποιήσει ως μέσα σωτηρίας.

Θά κουρεύουν γένεια καί μαλλιά καί τά ένδύματά των θά κοντύνουν κι όλους στ’ άλήθεια τούς νόμους σύμφωνα μέ τήν μόδα θά θεσπίσουν.

Δέν θά ύπάρχει ντροπή στούς νέους ούτε στά άδέλφια μεταξύ των άγάπη, ένώ ή μόδα θά παρασύρει όλους τούς άκολάστους ανθρώπους.

Τότε ό Θεός μέ άηδία θ’ άντικρύσει τούς θνητούς καί πολλούς θά στερήσει τής ζωής, όπως κάποτε μέ τούς Σοδομίτας.

Τότε ή γή δέν θά καρποφορεί καί οί δουλειές θά λιγοστέψουν διότι πολλοί θά πιστεύουν στόν σατανά ως σύντροφο τής έλεύθερης ζωής τους!

Τότε θά βράζει ό κόσμος σάν ένα καζάνι στήν φωτιά —καιόμενος άπό τήν τυφλή οργή—και ειρήνη σ αυτόν δέν θα υπάρχει

Οί μεγάλοι καί φοβεροί πόλεμοι θά’ ναι πυκνοί σάν κρίκοι αλυσίδας άλλά ό τρομερώτερος άπ’ όλους θά είναι ό τών έπτά κρατών στό Βυζάντιο!

Οί πολιτισμένοι λαοί, όταν πολύ θά προοδεύσουν, σάν πεινασμένα θηρία μεταξύ των θά σπαράζωνται.

Θά φτιάξουν αύτά τά πετούμενα μέ τήν ούρά των σάν τού σκορπιού καί μεγάλη σύγχυσις θά γίνη, όπως στόν πύργο τής Βαβέλ.

Τότε θά κατασκευασθούν φοβεροί δράκοντες άπό μέταλο σκορπίζοντας τόν όλεθρο άπό τό στόμιο των καί καπνό μέ θανατηφόρο δηλητήριο.

Ζωντανοί μόνο τό ένα τρίτο άπ’ όλο τόν κόσμο θά γλυτώσουν ένώ οί άλλοι μέ θάνατο στόν έσχατο πόλεμο θά τελειωθούν!

«Αγγελος έξ ούρανού» θά έλθη κράζοντας μέ δυνατή φωνή νά σταματήση τό μακελειό τών δυνάμεων στήν Κωνσταντινούπολη

Έκεί οί άγγελοι θά δώσουν τόν θρόνο τού Βυζαντίου σ’ έναν άγιο καί ειρηνικά όλοι θά ύπακούουν μή έχοντας πόλεμο στήν γή.

Τότε ή Όρθοδοξία σ’ όλο τόν κόσμο θά άκτινοβολήσει, θά άφανισθεί ή κακία καί μεγάλη αγάπη θά ύπάρχει!

από το βιβλίο: «Ό Βίος καί τά ποιήματα του Όσίου Ιωάννου τον Χοζεβίτου 1913-1960» – Μετάφρασις: Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης, 1984

Η Συνοδική Πράξη Αγιοκατατάξεως του Οσίου Ιωάννου του Χοζεβίτου

05

Ἡ περιοχή τοῦ χειμάρρου Χορράθ καί ἡ ἐν αὐτῇ Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χοζεβίτου, εἰς τήν ὁποίαν καί τελοῦμεν τό Πατριαρχικόν Συλλείτουργον σήμερον, ἀνεδείχθησαν χῶροι φανερώσεως τῶν θαυμασίων τοῦ Θεοῦ διά τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ’ ἡμερῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Εἰς αὐτήν, φεύγων τόν θυμόν τοῦ βασιλέως Ἀχαάβ, εὗρε καταφύγιον ὁ προφήτης Ἠλίας ὁ Θεσβίτης, καλούμενος ὑπό τοῦ Θεοῦ λέγοντος: «πορεύου ἐντεῦθεν κατ’ ἀνατολάς καί κρύβηθι ἐν τῷ χειμάρρῳ Χορράθ τοῦ ἐπί προσώπου τοῦ Ἰορδάνου· καί ἔσται ἐκ τοῦ χειμάρρου πίεσαι ὕδωρ, καί τοῖς κόραξιν ἐντελοῦμαι, διατρέφειν σε ἐκεῖ» (Βασ. ΙΙΙ, 17,2-4).

Εἰς τήν αὐτήν περιοχήν Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ, ἐζήτησεν ἀπό τόν Θεόν τήν στάσιν τοῦ ἡλίου καί τῆς σελήνης, λέγων: «στήτω ὁ ἥλιος κατά Γαβαών καί ἡ σελήνη κατά φάραγγα Ἐλών, καί ἔστη ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη ἐν στάσει» (Ἰησοῦς Ναυῆ, 10,12-13).

Εἰς τάς ἀπαρχάς τῶν χρόνων τῆς Καινῆς Διαθήκης οἱ ἅγιοι καί δίκαιοι Ἰωακείμ καί Ἄννα προσευχόμενοι ἐνταῦθα, ἐγένοντο Θεοπάτορες, καθ’ ὅτι τῇ θείᾳ συνεργίᾳ ἠλευθερώθησαν τοῦ ὀνειδισμοῦ τῆς ἀτεκνίας, ἐδόθη αὐτοῖς καρπός κοιλίας, Μαρία ἡ ἀειπάρθενος, ἐξ ἧς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἐσαρκώθη καί ἐνηνθρώπησε ὁ Μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ Ἰησοῦς Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν.

Εἰς τούς πρωΐμους χρόνους τῆς μοναχικῆς ἀγγελικῆς πολιτείας, ἥν ὑπέδειξεν ἡμῖν αὐτός ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, κατῴκησαν τήν περιοχήν ταύτην οἱ πρῶτοι πέντε ὅσιοι πατέρες τῆς Μονῆς ταύτης τοῦ Χοζεβᾶ, Πρῶμος, Ἠλίας, Γανναῖος, Αἴαν καί Ζήνων, καί ἡγίασαν αὐτήν διά τῆς ὁσίας βιοτῆς αὐτῶν.

Μετ’ αὐτούς τόν 5ου μ.Χ. αἰῶνα ὁ ἅγιος Ἰωάννης Ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης, πολέμιος τῆς αἱρέσεως τῶν Μονοφυσιτῶν, ἀνέδειξε τήν πρώτην ταύτην σκήτην εἰς μέγα μοναστικόν κέντρον. Τοῦτο ἀπώλεσεν εἰς ζωάς ἀνθρώπων, ναούς καί κελλία ἡ Περσική λαῖλαψ τοῦ 614 μ.Χ. Ἐκ τῶν ἐρειπίων καί τῆς τέφρας τῆς καταστροφῆς ταύτης, ἀνεκαίνισε τήν Μονήν καί κατέστησεν αὐτήν καί πάλιν πόλον ἕλξεως καί ἑστίαν ἀσκήσεως ἑκατοντάδων μοναχῶν ὁ ἐκ Κύπρου προερχόμενος ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης.

Ἡ δημιουργική καί συνεκτική τῶν ἁπάντων Θεοῦ σοφία καί δύναμις διετήρησε τήν Μονήν ζῶν μοναστικόν λειτουργικόν κέντρον, ἀφθόνως ρέουσαν πηγήν πνευματικοῦ ἁγιασμοῦ καί ἀνεφοδιασμοῦ πλειάδος προσκυνητῶν καί διά τῶν ἁπλῶν ἀσκητῶν μοναχῶν αὐτῆς καθ’ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς ἱστορίας αὐτῆς.

Μεσοῦντος δέ τοῦ 20οῦ αἰῶνος ὁ Θεός ηὐλόγησε κατ’ ἐξοχήν τήν Μονήν διά τῆς παρουσίας ἐκλεκτοῦ σκεύους Αὐτοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ νέου Χοζεβίτου. Οὗτος, ἐγκαταλείψας τήν ἐπίγειον πατρίδα αὐτοῦ Ρουμανίαν, συγγενεῖς καί οἰκείους, προσῆλθεν ὡς προσκυνητής εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν καί ἔλαβε τό μοναχικόν σχῆμα εἰς τήν Ἱεράν Μονήν τοῦ Ὁσίου πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἠγιασμένου, ἔνθα καί ἐμόνασε ἐπί δεκαετίαν. Ἀκολούθως ἠσκήτευσεν εἰς τήν Ἱεράν Μονήν ταύτην τοῦ Χοζεβᾶ, ἐξ ἧς καί Χοζεβίτης ἐκλήθη.

Ὡσαύτως ἠσκήτευσεν εἰς τήν ἔρημον τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, ἔνθα τόν Βαπτιστήν μιμούμενος, ὑπέβαλεν ἑαυτόν εἰς πᾶσαν ἄσκησιν, νηστείαν, ἀγρυπνίαν καί προσευχήν. Μόνος δέ μόνῳ Θεῷ κοινωνῶν, ἐν τῇ ἀποκρήμνῳ πλησιοχώρῳ σκήτῃ τῆς Ἁγίας Ἄννης, οὐ διέλιπεν ἐν ταῖς Κυριακαῖς καί ἑορταῖς ἐπισκέπτεσθαι τήν Ἱεράν ταύτην Μονήν τῆς μετανοίας αὐτοῦ.

Ἡ ἐναγκαλισαμένη τοῦτον ἐν τῇ ἀποδημίᾳ αὐτοῦ Σιωνῖτις Ἐκκλησία ἔδωκεν αὐτῷ ὕστερον καί τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ἵνα καί δι’ αὐτῆς διακονῇ τούς ἐπισκεπτομένους τήν Μονήν προσκυνητάς, διά τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τῆς μεταδόσεως τοῦ ἀχράντου σώματος καί τιμίου αἵματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν τήν αἰώνιον.

Οἱ συναναστραφέντες τόν ὅσιον Ἰωάννην καί ἄχρι τῆς σήμερον ἐπιζῶντες πιστοί, μαρτυροῦν περί τῆς ὁσιακῆς ζωῆς αὐτοῦ καί τῆς ὑπ’ αὐτοῦ παρεχομένης αὐτοῖς βοηθείας διά τῆς προσευχῆς καί τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ καθοδηγήσεως. Ἄλλοι ἐπίσης μαρτυροῦν ὅτι μετά τήν κοίμησιν αὐτοῦ ἔτυχον τῆς θεραπείας τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν διά πρεσβειῶν αὐτοῦ. Διά τῶν σημείων τούτων φανεροῖ αὐτόν ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ ποιῶν θαυμάσια ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ, ἐπιβεβαιῶν ταῦτα διά τῆς ἀφθαρσίας τοῦ σεπτοῦ αὐτοῦ λειψάνου, ἥντινα Αὐτός ἐχαρίσατο αὐτῷ, καθ’ ὅτι πάσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον παρ’ Αὐτοῦ τοῦ Πατρός τῶν Φώτων.

Διά τούς λόγους τούτους, πρός οἰκοδομήν τῶν πιστῶν τῆς Σιωνίτιδος μητρός τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν ἐκ πάσης τῆς οἰκουμένης ἀφικνουμένων ἐν τῇ ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Χοζεβᾶ προσκυνητῶν καί πρός δόξαν ἀένναον τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ ἡμῶν, ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί τῇ περί Ἡμᾶς Ἁγίᾳ καί Ἱερᾷ Συνόδῳ ἕπεσθαι τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ συνειδήσει τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ νέου Χοζεβίτου καί ἐπιβεβαιῶσαι αὐτήν καί κατατάξαι αὐτόν εἰς τό ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς μνήμης αὐτοῦ καθιερουμένης τελεῖσθαι ἐν τῇ 28ῃ Ἰουλίου ἑκάστου ἔτους, ἡμέρᾳ τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ τιμίου λειψάνου αὐτοῦ.

Ἐν τῇ Ἁγίᾳ Πόλει Ἱερουσαλήμ ͵βιε ʹ Δεκεμβρίου κβʹ.

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Γ΄ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

ΚΥΡΙΑΚΟΣ Μητροπολίτης Ναζαρέτ

ΗΣΥΧΙΟΣ Μητροπολίτης Καπιτωλιάδος, Πατριαρχικός Ἐπίτροπος

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Μητροπολίτης Ἐλευθερουπόλεως, Γέρων Δραγουμᾶνος

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ Μητροπολίτης Φιλαδελφείας

ΔΩΡΟΘΕΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀβήλων

ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης, Γέρων Ἀρχιγραμματεύς

ΜΕΘΟΔΙΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος Θαβωρίου

ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰορδάνου

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος Λύδδης Γραμματεύς τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος Πέλλης

Ἀρχιμανδρίτης Νεκτάριος Γέρων Καμαράσης

Ἀρχιμανδρίτης Ἰουστῖνος

Ἀρχιμανδρίτης Θεοδώρητος

Ἀρχιμανδρίτης Ἱλαρίων

Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος

Ἀρχιμανδρίτης Εὐδόκιμος

Ἀρχιμανδρίτης Γαλακτίων

Λεπτομερείας περί τοῦ γεγονότος τούτου θά ἀναρτήσῃ ἡ ἱστοσελίς τοῦ Πατριαρχείου λίαν προσεχῶς.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας.

ΠΗΓΗ.ΡΟΜΦΑΙΑ

ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΟΖΕΒΙΤΗΣ, Ο ΡΟΥΜΑΝΟΣ (+ 1960)

 

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Ὁ νεοφανής Ἅγιος τῆς Ὀρθοδοξίας Ἰωάννης ὁ Χοζεβίτης, ἦταν Ρουμανικῆς καταγωγῆς. Γεννήθηκε τήν 23η Ἰουλίου 1913 στήν περιφέρεια Χοροντίστεα τῆς Μολδαβίας, ἀπό γονεῖς πτωχούς, τόν Μάξιμο καί τήν Αἰκατερίνη Ἰακώβ. Κατά τό Ἅγιο Βάπτισμα ὀνομάσθηκε Ἠλίας. Τό 1914 ὁ πατέρας σκοτώθηκε στόν πόλεμο καί λίγο ἀργότερα ἡ μητέρα του ὑπέκυψε σέ λοιμώδη ἀσθένεια. Ἔτσι ὁ Ἠλίας ἔμεινε ὀρφανός, ἀπό τήν νηπιακή ἤδη ἡλικία. Τόν μεγάλωσε ἡ εὐλαβέστατη γιαγιά του Μαρία, ἡ ὁποία εἶχε πόθο νά γίνει μοναχή. Ὅταν ὁ μικρός Ἠλίας πῆγε στό σχολεῖο, ἡ γιαγιά του τόν ἔβαζε νά τῆς διαβάζει διάφορα πνευματικά βιβλία, ὅπως τό ἁπλοϊκό λαϊκό ἀνάγνωσμα «Τά Πάθη τοῦ Κυρίου». Ὅταν ἡ γιαγιά ἄκουγε γιά τά Ἅγια Πάθη ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα. Τό κλάμα τῆς γιαγιᾶς σπάραζε τήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ καί κάποτε τήν ρώτησε γιατί κλαίει. «Ὅσο ζοῦσε ὁ πατέρας σου – τοῦ εἶπε – εἶχα δώσει ὐπόσχεση στόν Κύριο νά πάω σ’ ἕνα ἅγιο μοναστήρι, νά φροντίσω γιά τήν σωτηρία μου. Ἀλλά, ἀφοῦ πέθαναν οἱ γονεῖς σου, ἦταν ἀνάγκη νά σέ ἀναθρέψω ἐγώ, ὁπότε δέν ἔχω πλέον ἐλπίδα νά μπῶ στήν μοναχική τάξη. ὅμως παρακαλῶ τόν Θεό νά ἐκπληρώσεις ἐσύ τόν ἱερό μου πόθο, γιά νά ἔχω κι ἐγώ μία παρηγοριά, διότι σέ φύλαξα σάν κειμήλιο»! (Ἀπό τό ποίημά του, «Τό δῶρο τῆς γιαγιᾶς»).
Ὅταν ἡ γιαγιά του κοιμήθηκε, ὁ μικρός Ἠλίας (ἡλικίας 11 ἐτῶν) ἔμεινε καί πάλι ὀρφανός καί ζήτησε καταφύγιο κοντά στόν θεῖο του Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος τόν μεγάλωσε μέν, ἀλλά ἐπειδή τόν ζήλευε δέν ἔκανε τίποτα γιά νά τόν βοηθήσει στή μελλοντική του ζωή. Ὁ νεαρός Ἠλίας ἦταν ἐξαιρετικά ἔξυπνος καί μετά τό Δημοτικό Σχολεῖο φοίτησε στό Γυμνάσιο τοῦ Κοτσμάνι στήν Μπουκοβίνα καί στό Κολλέγιο Καντεμίρ στό Κερναούτι. Ἐπειδή ἦταν ὀρφανός δέν πλήρωνε μέν δίδακτρα, ἀλλά ὁ θεῖος του δέν διέθεσε ποτέ λίγα χρήματα γιά τήν τροφή ἤ γιά τά βιβλία του καί ἔτσι ὁ νεαρός Ἠλίας διάβαζε ἀπό βιβλία πού τοῦ δάνειζαν οἱ καθηγητές του!
Μετά τήν ἀποφοίτησή του ἀπό τό Κολλέγιο, ὁ Ἠλίας πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ σέ ἕναν ἀρχιμανδρίτη καί ἐκεῖνος τοῦ συνέστησε νά μονάσει στή Μονή Νεάμτς, τοῦ ἔδωσε μάλιστα μία συστατική ἐπιστολή γιά τόν Ἡγούμενο Ἐπίσκοπο Νικόδημο Μουντεάνου (ἔπειτα Μητροπ. Μολδαβίας καί Πατριάρχη Ρουμανίας).
Ὅμως στή μοναχική πολιτεία τόν κάλεσε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Στή Ρουμανία ὑπάρχει τό ἔθιμο νά ἐπισκέπτονται οἱ πιστοί τό ἀπόγευμα τοῦ Πάσχα τά κοιμητήρια καί νά ἀνάβουν καντήλια καί κεριά στούς τάφους τῶν κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων. «Ἐνῶ ὁ κόσμος χαίροταν – γράφει ὁ ἀρχιμ. Πετρώνιος – καί οἱ καμπάνες κτυποῦσαν χαρμόσυνα, ἕνα παιδί ἔκλαιγε μέ στεναγμούς καί ἔσκυψε νά ἀνάψει ἕνα κερί στόν φρέσκο τάφο, δίπλα στήν ξύλινη μικρή ἐκκλησία. Ἐκεῖ πού ἦταν ὁλοκληρωτικά κυριευμένο ἀπό τόν πόνο, ἀκούει μία φωνή νά τοῦ λέει: «Μήν κλαῖς παιδί μου καί μή στενοχωριέσαι, διότι νά, εἶμαι μαζί σου, Χριστός Ἀνέστη»! Φοβισμένο τό παιδί σηκώθηκε καί κοιτάζοντας γύρω του, ζητοῦσε νά μάθει ἀπό πού ἦρθε ἡ φωνή. Τότε στό Βῆμα τῆς ἐκκλησίας εἶδε τόν Ἀναστάντα Κύριο νά τοῦ χαμογελᾶ»! Ἡ ἐμφάνιση αὐτή τοῦ Κυρίου σημάδεψε τήν ζωή τοῦ μικροῦ Ἠλία. Ἄν καί ἦταν καλός στό σχολεῖο δέν ἀκολούθησε ἀνώτερες σπουδές, ἀλλά προτίμησε τήν μοναχική ἀφιέρωση.

Τό κύριο χαρακτηριστικό τῶν παιδικῶν του χρόνων ἦταν ἡ μεγάλη φτώχεια. Μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στήν πεῖνα καί τήν στέρηση. Πολλές φορές ἡ μοναδική του τροφή ἦταν τό τσάϊ καί μάλιστα χωρίς ζάχαρη! Μοναδική του παρηγοριά ἦταν ἡ Ἐκκλησία, ὁ ναός τοῦ χωριοῦ του καί τά πολλά καί ἀκμάζοντα μοναστήρια τῆς πατρίδας του. Ἔτσι γεννήθηκε στήν ψυχή του μεγάλη ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία Του καί πρός τόν μοναχικό βίο.
Τήν 15η Αὐγούστου 1933, σέ ἡλικία 20 ἐτῶν, ἐντάχθηκε στήν ἀδελφότητα τῆς μεγάλης καί ἱστορικῆς Μονῆς Νεάμτς τῆς Μολδαβίας, τῆς Μητροπόλεως τοῦ Ρουμανικοῦ Μοναχισμοῦ. Στό πνευματικό περιβάλλον τῆς Μονῆς (ἡ ὁποῖα λειτουργοῦσε σύμφωνα μέ τό Τυπικό τοῦ ἁγ. Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, τοῦ Πατέρα τῆς Σλαβωνικῆς Φιλοκαλίας), ὁ δόκιμος Ἠλίας καλλιέργησε τίς μοναχικές ἀρετές καί ἀγάπησε ἰδιαίτερα τήν μόνωση, στήν ὁποῖα ἄλλωστε τόν προσκαλοῦσε ὁ ἐξαιρετικός φυσικός περίγυρος τῆς Μονῆς, μέ τά ἀπέραντα δάση, τά τρεχούμενα νερά καί τά ἄγρια ζῶα. Στούς συμμοναστές του ἐκείνης τῆς περιόδου, «παρεμένουν ζωντανές στή μνήμη τους ἡ ἀδύνατη, σεμνή, ταπεινή καί φωτεινή μορφή τοῦ εἰκοσαετούς νέου» (ἀρχιμ. Πετρώνιος Προδρομίτης).

Παρά τό γεγονός, ὅτι δέν εἶχε λάβει κάποια ἰδιαίτερη παιδεία, ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς ἀρχιμ. Βαλέριος Μογκλάν, βλέποντας τήν ἀγάπη του πρός τά βιβλία, τοῦ ἀνέθεσε τό διακόνημα τοῦ Βιβλιοθηκάριου. Αὐτό εἶχε σάν ἀποτέλεσμα μέσα σέ σύντομο διάστημα νά εἶναι σέ θέση νά προμηθεύει τούς ἀδελφούς μέ βιβλία ἀνάλογα τῶν προβλημάτων πού ἀντιμετώπιζαν, ἡ μελέτη τῶν ὁποίων (μαζί μέ τήν καθημερινή συμμετοχή στίς ἀκολουθίες, τήν συχνή ἐξομολόγηση καί τήν κοινωνία τῶν Ἀχράντων μυστηρίων τήν ὁποία συνιστοῦσε), τούς ὁδηγοῦσε σέ πνευματική ἄνοδο καί προκοπή.

Τήν 8η Ἀπριλίου 1936 δέχθηκε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα μέ τό ὄνομα Ἰωάννης. Αὐτό εἶχε σάν συνέπεια τήν αὔξηση τοῦ πνευματικοῦ του ζήλου καί τῶν ἀγώνων του.
Κατά τήν περίοδο ἐκείνη τήν Ρουμανία συγκλόνιζε ὁ διωγμός κατά τῶν ἀκολουθούντων τό παλαιό ἡμερολόγιο Ρουμάνων Ὀρθοδόξων, ἀπό τόν Πατριάρχη Ρουμανίας Μύρωνα (Κριστέα, πρ. Οὐνίτη, 1925 – 1939). Ὁ διωγμός αὐτός ἦταν ἐξαιρετικά βίαιος καί αἱματηρός. Ὁ Πατριάρχης Μύρων, ἐκμεταλευόμενος τήν ἰδιότητά του ὡς Ἀντιβασιλέως τῆς Ρουμανίας, προχώρησε μέ τήν βοήθεια τοῦ στρατοῦ στήν κατεδάφιση ὅλων τῶν ναῶν καί μονῶν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν καί στή φυλάκιση τῶν κληρικῶν καί μοναχῶν πού δέν τόν ἀναγνώριζαν. Οἱ μοναχοί καί οἱ μοναχές φυλακίστηκαν σέ δύο μονές, ὅπου τούς μεταχειρίστηκαν μέ ἀνήκουστη βαρβαρότητα. Ὁ Ἱερομόναχος Παμβώ (ἱδρυτής τῆς Μονῆς Ντόμπρου, ἡ ὁποία κατεδαφίστηκε τρεῖς φορές!), βρῆκε μαρτυρικό θάνατο. Κατά τήν διάλυση τῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Κούκουβα, πέντε λαϊκοί ρίχτηκαν στό πηγάδι τῆς Μονῆς καί πνίγηκαν! (Ἐπισκόπου Κυπριανοῦ, «Ἡ Μαρτυρική Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. Ρουμανίας», 1981).

Ἡ Ὀρθόδοξη συνείδηση τοῦ Μοναχοῦ Ἰωάννη δέν τοῦ ἐπέπρεπε πλέον νά μένει στό ἐκκλησιαστικό κλῖμα τοῦ Πατριαρχείου Ρουμανίας. Ἔτσι τό ἴδιο ἔτος 1936, μέ πρόσχημα τό προσκύνημα, μαζί μέ ἄλλους δύο μοναχούς, τόν Δαμασκηνό καί τόν Κλαύδιο, ξεκίνησε γιά στούς Ἁγίους Τόπους, μέ ἀπώτερο σκοπό νά ἐγκαταβιώσει ἐκεῖ. Πράγματι ὁ μ. Ἰωάννης ἔμεινε γιά πάντα στήν Ἁγία Γῆ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μοναχοί ἐπέστρεψαν στή Ρουμανία μετά ἀπό ὀκτώ μῆνες.
Ἀρχικά, ἔζησε στή Λαύρα τοῦ ἁγ. Σάββα (ἐκεῖ ἡ παρουσία Ρουμάνων μοναχῶν ἀνάγεται στόν 16ο αἰ.), ὅπου ὑπηρέτησε ὡς βιβλιοθηκάριος γιά ἑπτά χρόνια. Τό 1947 δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη καί διορίσθηκε Ἡγούμενος τῆς Ρουμανικῆς Σκήτης τοῦ Τιμίου Προδρόμου στόν Ἰορδάνη.
Ἡ παραμονή τοῦ Ἱερομ. Ἰωάννη στά Ἱεροσόλυμα τόν βοήθησε νά τοποθετηθεῖ ὀρθά ἀπέναντι στό θέμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας – Ἐκκλησιολογίας. Σύμφωνα μέ μαρτυρία στόν γράφοντα συνασκητοῦ του στήν ἔρημο τοῦ Χοζεβᾶ, τοῦ λογίου Μοναχοῦ Παύλου τοῦ Κυπρίου, ὁ π. Ἰωάννης (ὅπως καί ὁ ἴδιος ὁ π. Παῦλος), πῆγε στά Ἱεροσόλυμα ἐπειδή τό ἐκεῖ Πατριαρχεῖο τηροῦσε τό παλαιό ἡμερολόγιο. Ὅμως ὁ συγχρωτισμός τῶν Ἱεροσολυμιτῶν μέ τούς πάσης φύσεως αἱρετικούς καί ἡ κοινωνία τούς μέ τούς Νεοημερολογίτες, δέν ἀνέπαυαν τήν συνείδησή τους. «Εὐτυχῶς πού ἦρθε ὁ Πάπας στά Ἱεροσόλυμα – ἔλεγε ὁ π. Παῦλος – καί μᾶς ἄνοιξε τά μάτια καί εἴδαμε τήν ἐκκλησιαστική μας κατάσταση». Δηλαδή, ἐνῶ ὁ π. Ἰωάννης δέν ἦταν σέ κοινωνία γιά λόγους ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως μέ τόν νεοημ. Πατριάρχη Ρουμανίας Ἰουστινιανό (1948 – 1977), ὅπως προηγουμένως καί μέ τόν Πατριάρχη Νικόδημο (1939 – 1948), ἀνῆκε σέ ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία (Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων), ἡ ὁποία ἦταν σέ κοινωνία μαζί του.
Αὐτή ἀκριβῶς ἡ οὐνιτική κατάσταση ὑποχρέωσε τόν π. Ἰωάννη τό 1952, νά φύγει μαζί μέ τόν ὑποτακτικό του Μοναχό Ἰωαννίκιο στήν ἔρημο τῆς περιοχῆς Χοζεβᾶ καί νά ζήσει ἐρημητικά στό σπήλαιο ὅπου κατά τήν παράδοση προσευχήθηκε ἡ ἁγ. Ἄννα. (Ἀργότερα καί γιά τόν ἴδιο λόγο ὁ μοναχός Παῦλος ἦρθε στήν Ἑλλάδα καί ἐντάχθηκε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Κοιμήθηκε εἰρηνικά στήν Ἱ. Μ. Ευαγγελιστρίας Ἀθηκίων Κορινθίας). Ἀπό τότε καί μέχρι τήν μακαρία του κοίμηση δέν συλλειτούργησε ποτέ μέ Νεοημερολογίτες Κληρικούς, ἀλλά οὔτε καί μέ Παλαιοημερολογίτες πού κοινωνοῦσαν μέ Νεοημερολογίτες.
Ὅταν τό 2008 τέθηκε θέμα ἀπό Ὀρθοδόξους τοῦ ἐξωτερικοῦ, σχετικά μέ τήν ὁμολογία τοῦ Ἱερομ. Ἰωάννη, ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας κ. Κήρυκος (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), ἔδωσε τήν ἐξῆς ἀπάντηση:
«Τήν ἴδια ἐρώτηση διετύπωσα κι ἐγώ πρός εἰκοσαετίας, ὅταν ὁ ὑποτακτικός τοῦ π. Ἰωάννου Μοναχός Ἰωαννίκιος, μέ κάλεσε νά μεταβῶ στά Ἱεροσόλυμα, νά ἐκδώσουμε τόν βίο τοῦ Ἁγίου. Ἐγώ ἀπόρησα καί εἶπα, πώς θά συμβάλω στήν ἔκδοση τοῦ βίου ἑνός «ἁγίου» ὁ ὁποῖος ἀνῆκε στήν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, ἐνῶ αὐτό εὑρίσκετο σέ κοινωνία μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν – Οἰκουμενιστῶν. Καί μοῦ ἐξήγησε ὁ π. Ἰωαννίκιος, ὅτι ὁ Γέροντάς του, τοῦ ὁποίου τό Λείψανο σώζεται ἀδιάφθορο, εἶχε τήν Ὁμολογία τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου καί ποτέ δέν συλλειτούργησε μέ Νεοημερολογίτες, οὔτε καί μέ Παλαιοημερολογίτες πού ἐπικοινωνοῦσαν μετά Νεοημερολογιτῶν.

Ἐπίσης καί σέ ἄλλους πού τόν ρωτοῦσαν ἔλεγε: «Νά πᾶτε στούς Ἐπισκόπους τούς ὁποίους χειροτόνησε ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, εἶναι οἱ μόνοι Ὀρθόδοξοι». (Περιοδικό «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν», φ. 55, Νοεμβρίου 2009, σελ. 172 – 173).

Ἀγωνιζόμενος στήν ἔρημο ὁ ὅσ. Ἰωάννης, ἐλεήθηκε ἀπό τόν Θεό μέ τό χάρισμα τῆς προοράσεως καί τῆς παραμυθίας τῶν θλιβομένων ψυχῶν. Φύση εὐαίσθητη, ἐξωτερίκευε τά συναισθήματα τοῦ ψυχικοῦ του κόσμου γράφοντας ποιήματα, σέ κάποια ἀπό τά ὁποῖα περιέγραφε καί τήν δύσκολη ζωή του (μετά τόν θάνατό του τά ἐξέδωσε ὁ ὑποτακτικός του μ. Ἰωαννίκιος, τό 1968 καί τό 1970) καί οἱ ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη» Θεσσαλονίκης.
Ὁ ὅσ. Ἰωάννης κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 5η Αὐγούστου 1960, σέ ἡλικία μόλις 47 ἐτῶν. Ἐνταφιάστηκε στό σπήλαιο τῆς ἀσκήσεώς του. Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ μ. Παύλου τοῦ Κυπρίου καί ἄλλων ἐρημιτῶν, πρίν τήν ταφή του δεκάδες πουλιά ἦρθαν καί κάθησαν στό λείψανό του, σάν νά τόν ἀποχαιρετοῦσαν!
Τήν 8η Αὐγούστου 1980, μετά ἀπό ἐμφανίσεις του (σέ μία ἀπό αὐτές, σέ μία γυναῖκα στήν Αὐστραλία, ζήτησε τήν ἀγορά λάρνακας γιά λείψανο!), τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο ἀπό τόν τότε Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Χοζεβᾶ ἀρχιμ. Ἀμφιλόχιο. Σήμερα φυλάσσεται στή Μονή Χοζεβᾶ, σέ ἄριστη κατάσταση, μέ ἀπολύτως φυσικό χρῶμα, τά μαλλιά καί τά γένια καί γενικά μία πολύ εὐχάριστη ὄψη.

Τό 1984 κυκλοφόρησε ἀπό τίς ἐκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» τῆς Θεσσαλονίκης, «Ὁ Βίος καί τά ποιήματα τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Χοζεβίτου, 1913 – 1960», σέ μετάφραση ἀδελφῶν τῆς Μονῆς ὁσ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους. Στή ἔκδοση αὐτή δέν γίνεται κανένας λόγος γιά τήν ὁμολογία τοῦ μακαρίου Ἰωάννη. Ἔτσι τό 1987 ὁ ὑποτακτικός του Μοναχός Ἰωαννίκιος, ἀναγκάστηκε νά ἐκδόσει τόν πλήρη Βίο του (μ. Ἰωαννικίου, «Βίος τοῦ π. Ἰωάννου, συγχρόνου ἀσκητοῦ ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους», 1987). Τό 1992 τό Πατριαρχεῖο Ρουμανίας, γιά λόγους σκοπιμότητος, διακήρυξε τήν ἁγιότητά του, παρά τό γεγονός ὅτι ὁ μακάριος ἐρημίτης τοῦ Χοζεβᾶ δέν ἦταν σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία μαζί του.
Ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τιμᾶται τήν 5η Αὐγούστου.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ ΙΩΑΝΝΗ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν