Μέγας Βασίλειος.Ο Ουρανοφάντωρ και Μύστης του Χριστού

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Ο Βίος

Ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε μια από τις εξοχότερες  μορφές της Εκκλησίας, κορυφαίος θεολόγος του 4ου αιώνα Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν παιδείας μέσα στη χριστιανική Εκκλησία. Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. Μέσα σε μία χρονική περίοδο έντονων αντιπαραθέσεων και ζυμώσεων, όπως ήταν ο Δ΄ αι. μ.Χ. μπόρεσε να αναλάβει το βάρος της ενότητας της Εκκλησίας παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Μ. Αθανάσιο.Υπήρξε πολυτάραχη φυσιογνωμία. Απέβη ο πιο διακεκριμένος ρήτορας της εποχής του με την πολύπλευρη μόρφωση, στέρεη φιλοσοφική παιδεία και θαυμαστά οργανωτικά προσόντα.

Ήταν θεληματικός άνδρας και πειθαρχημένος, με βαθιά αίσθηση του μέτρου, πολύ ευαίσθητος, κοινωνικός και ασκητικός παράλληλα, έτοιμος να θυσιαστεί για την αλήθεια, αυστηρός και ευέλικτος, εφόσον δεν τραυματιζόταν η αλήθεια. Ό, τι αγαπούσε το έκανε πάντοτε ζωή του. Το μέγεθος της χριστιανικής ασκήσεως έγινε μέτρο, με το οποίο  έκρινε και μετρούσε ό,τι άλλο είχε στο πνεύμα του:Χριστιανική πίστη και θύραθεν παιδεία. Γι’ αυτό, ενώ πολλά σχέδια του θα αλλάζουν στην πορεία της ζωής του, η άσκηση και η θεωρία της αλήθειας θα είναι το μόνιμο στοιχείο  της υπάρξεώς του.

Γεννήθηκε από Άγιους γονείς το 330 μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου και όχι της Καππαδοκίας, όπως αναφέρεται πολλές φορές λανθασμένα, αφού η Νεοκαισάρεια είναι πόλη της Μητρόπολης Νεοκαισάρειας που είναι κυρίως τμήμα των ορίων που ονομάζουμε Πόντο.

Ο πατέρας του Άγιος Βασίλειος ασκούσε το επάγγελμα του καθηγητή ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Αγία Εμμέλεια ήταν απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων (ο πατέρας της είχε πεθάνει ως Χριστιανός μάρτυρας).
Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ ή εννέα παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Ναυκράτιος που έγινε ασκητής και θαυματουργός Άγιος, η Μακρίνα (Οσία Μακρίνα) και ο Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας, ενώ κάποιο φαίνεται να πέθανε σε βρεφική ηλικία.

Ο Βασίλειος μεταφέρθηκε από τη γιαγιά του Μακρίνα στο κτήμα των Αννήσων κοντά στον ποταμό Ίρι, όπου ανατράφηκε από αυτήν μέχρι το θάνατό της και μετέπειτα από την πρωτότοκη αδερφή του Μακρίνα η οποία επηρέασε καθοριστικά τον μικρό Βασίλειο να στραφεί στην Χριστιανική πίστη.

Παιδεία

Την εγκύκλια παιδεία έλαβε από τον πατέρα του ενώ μετά την εκδημία του, γύρω στα 345, μετέβη στην Καισάρεια. Κατόπιν η ανάγκη του για περαιτέρω μόρφωση τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε κοντά στο γνωστό δάσκαλο της εποχής Λιβάνιο και επακόλουθα στην Αθήνα το 352 μ.Χ. όπου σπούδασε  φιλολογία, ρητορική (πανηγυρική και δικανική) καιφιλοσοφία (ηθική, φυσική και μεταφυσική). Στην Αθήνα γνωρίστηκε με το Γρηγόριο από την Καππαδοκία, αναπτύσσοντας μία μεγάλη φιλία, εγγράφηκε στη σχολή του Χριστιανού φιλοσόφου Προαιρεσίου και παρακολούθησε τη διδασκαλία του καθώς και τη διδασκαλία άλλων φιλοσόφων όπως ο Ιμέριος.

Μετά την άνοιξη του 357 μ.Χ. ταξιδεύει στην Ανατολή για να πραγματώσει και την δεύτερη μαθητεία του κα σπουδή στους ασκητές και ερημίτες.
Τον Ιανουάριο του 360 φαίνεται να συμμετείχε, ως παρατηρητής εντεταλμένος από τον επίσκοπο Διάνιο, στηναρειανική Σύνοδο *, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, για την έριδα μεταξύ Ομοουσιανών και Ομοιανών. Μετά την υπογραφή, από μέρους του Διανίου, του συμβόλου των Ομοιανών, ο Βασίλειος απογοητευμένος αποσύρθηκε στο ησυχαστήριο της αδερφής του εγκαινιάζοντας τη μνημειώδη αλληλογραφία του με το Γρηγόριο.

Χειροτονία – Ποιμαντική

Eιλητάριο, 13ος αι.
I. M. Aγ. Iωάννη Θεολόγου, Πάτμος
Το καλοκαίρι του 364 ο Ευσέβιος Καισαρείας τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Η μεγάλη δραστηριότητα και η μόρφωση του Βασιλείου προκάλεσαν τα ζηλόφθονα αισθήματα του Ευσεβίου γεγονός που οδήγησε τον πρώτο, για ακόμα μία φορά, να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η μεσολάβηση, όμως, του Γρηγορίου επιφέρει εξομάλυνση των σχέσεων και την επιστροφή του Βασιλείου στην Καισάρεια. Μετά το θάνατο του Ευσεβίου, με τη συνδρομή του Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού, εκλέγεται διάδοχός του στην επισκοπική έδρα της Καισάρειας και αναλαμβάνει συν τω χρόνω, λόγω του κύρους της προσωπικότητάς του, την εξαρχία της Αρχιεπισκοπής του Πόντου.Από το 365 μέχρι το 370 η δραστηριότητά του είναι ευρεία και σπουδαία. Η ποιμαντική του φροντίδα βαίνει παράλληλα με τη συμβολή του στην λατρευτική και λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Σύντομα το κύρος του εξέρχεται των ορίων της Καισάρειας, ακόμα και της Καππαδοκίας. Το τέλος του 367 βρίσκει τον Βασίλειο να παρεμβαίνει ενεργά προς ανακούφιση των θυμάτων του τρομακτικού λιμού. Ιδρύει ειδικά συνεργεία περίθαλψης, ενώ παρά την αρρώστιά του και την σωματική του αδυναμία του δεν έπαυσε να εργάζεται ποιμαντικά.Ο Βασίλειος, ως ιερέας επενέβαινε για να λύσει  με λόγο θαυμαστό τις διαφωνίες των πιστών παρακολουθώντας τα προβλήματά τους, είτε αυτά ήταν πνευματικά είτε υλικά.
«…Σημαντική απέβη και η συμβολή του Βασιλείου στην λειτουργική κα λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, διότι συνέθεσε ή διευθέτησε ευχές, εργάστηκε για την ευκοσμία του ιερού Βήματος και κατά μαρτυρίες η Λειτουργία φέρει οπωσδήποτε την σφραγίδα του.

Ο Μέγας Βασίλειος είχε βιώσει την λατρεία από τα χρόνια της νεότητάς του. Ήταν «ιερεύς και προ της ιεροσύνης» κατά την διαβεβαίωση του Ναζιανζηνού. Και, όταν αργότερα  αναδέχεται αυτήν, ο ιερατικός του χαρακτήρας βρίσκει σ’ αυτήν την έκφρασή του, καθίσταται αναμορφωτής της, αναφέρει ο Γρηγόριος Νύσσης «και τι χρειάζεται να είπω με πόση ακρίβεια φορούσε την ιερατική στολή και στόλιζε και τους άλλους με το δικό του παράδειγμα…έχοντας πάντοτε στο στήθος τα κοσμήματα που λέγονται «λογείο», «δήλωση» και «αλήθεια»…». O αυτάδελφός του μαρτυρεί ότι οι τελετουργίες του έδιναν την εντύπωση της μεταβάσεως στο επέκεινα  και της εισόδου στο θείο γνόφο.

Στον εκκλησιαστικό τομέα, ως επίσκοπος πλέον, ο Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), όντας σε επιστολική επικοινωνία με το Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στην περιφέρεια της ποιμαντικής του ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων χριστιανικών, μη ορθόδοξων, ομολογιών. Σε αυτό τον τομέα έδρασε και ως επίσκοπος, δηλαδή οργανωτικά, αλλά και με την αντιρρητική του γραμματεία. Μέσα από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από τους πιστούς καθώς και η ποιμαντική μέριμνα, που επέδειξε έναντι των αποκομμένων και περιθωριοποιημένων μελών της Εκκλησίας. Η όλη του δραστηριότητα επιφέρει τη βαθμιαία αναγνώρισή του ως κοινού έξαρχου ολόκληρου του ασιατικού θέματος της Αυτοκρατορίας.

Το 371μ.Χ. ο αρειανόφιλος αυτοκράτορας Ουάλης,*, ο οποίος  είχε επαναφέρει τη φιλική προς τους αρειανούς πολιτική, έστειλε εναντίον του τον έπαρχο Μόδεστο για να τον συνετήσει. Οι περισσότεροι των υπηκόων του, είτε με διωγμούς, είτε με δημεύσεις περιουσιών, είτε με βασανιστήρια και με θανατώσεις, υποτάσσονται στη θέλησή του. Μόνος ανυπότακτος ο επίσκοπος Καισαρείας.Σε σχέση με την κεντρική εξουσία ακολούθησε σθεναρή και πείσμονα στάση υπεράσπισης της πίστεως και δεν πτοήθηκε από τις απειλές Επάρχου Μοδεστου.Δεν  τον φόβιζε τίποτα, ούτε η δήμευση ούτε τα βάσανα, ούτε η εξορία και ο θάνατος.

“Ο λόγος του επιδρούσε σαν βροντή, γιατί ο βίος του έλαμπε σαν αστραπή”, γράφει ο επιστήθιος φίλος του Γρηγόριος ο Θεολόγος και γι ‘ αυτό “λαλών εναντίον βασιλέων ουκ ησχύνετο”.

Το αποτέλεσμα ήταν ο αυτοκράτορας να υποχωρήσει αφήνοντας ελεύθερο τον ιεράρχη στις δραστηριότητές του.

Οι αρετές – Ο χαρακτήρας – το κοινωνικό έργο

Η κοινωνικότητα του χαρακτήρα του Βασιλείου εκδηλώνεται εντονότερα  μετά την αναβίβασή του στο θρόνο  της Καισάρειας. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός μας πληροφορεί για  το μέγεθος του φιλανθρωπικού του έργου
«Καλόν φιλανθρωπία και πτωχοτροφία και το της ανθρωπίνης ασθενείας βοήθημα. Μικρόν από της πόλεως πρόελθε και θέασαι την καινήν πόλιν, το της ευσεβείας ταμείον, το κοινόν των εχόντων θησαύρισμα, εις ό τα περιττά του πλούτου, ήδη δε και τα αναγκαία ταις εκείνου παραινέσεσιν αποτίθεται» ( PG 36, 577 C).

O Μ. Βασίλειος  με σχέδια και πρακτικό νου δημιουργεί την Βασιλειάδα, το μεγάλο αυτό φιλανθρωπικό συγκρότημα, αναφέρει συγκεκριμένα
«Ό πτωχών έστιν επισημότατον καταγώγιον, υπό Βασιλείου κατασκευασθέν, αφ’ ού την προσηγορίαν την αρχήν έλαβε και εις έτι νυν έχει» (Σωζόμενος).

Το τέλος του 367 μ.Χ, ενσκήπτει τρομακτικός λιμός στην Καισάρεια. Ο Μ. Βασίλειος αναλαμβάνει τιτάνιο έργο διασώσεως των πεινασμένων στήνοντας πρόχειρους καταυλισμούς, πείθοντας τους άρχοντες να βοηθήσουν περιθάλπτοντας τα παιδιά των χριστιανών και ειδωλολατρών, ασκώντας την ιατρική του τέχνη, συμμετέχοντας όλος ψυχή τε και σώματι στο δύσκολο αυτό έργο.

Ο Γρηγόριος Νύσσης αναφέρει τα εξής:
«Αλλά και ο βίος του δασκάλου μας έχει στην εποχή μας κάποια ομοιότητα με την απαλλαγή από το λιμό που προκάλεσε σε μια χήρα ο μεγάλος Ηλίας. Ταλαιπωρούσε, κάποτε, την χώρα, που ζούσε μεγάλος λιμός…πουλώντας τότε τα κτήματά του αγόρασε με τα χρήματα τροφές…εκείνος ήταν σε θέση να τρέφει καθόλη την διάρκεια του λιμού.. όσους συνέρεαν…ώστε να προσφέρει εξίσου και στα παιδιά των Εβραίων τη δυνατότητα της μετοχής στη φιλανθρωπία αυτή.»

Kαι ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αναφέρει τα παρακάτω:  «Με το λόγο και τις προτροπές του άνοιξε τις αποθήκες των πλουσίων…, μοιράζει τροφή σ’ όσους πεινούν, χορταίνει με ψωμί τους πτωχούς…και γεμίζει με αγαθά ανθρώπους πεινασμένους». Αποδεικνύει το θεανθρώπινο κοινωνικό του ιδεώδες.

Ήταν τόσο μεγάλη η προσωπικότητα του Βασιλείου ώστε ο Γρηγόριος Νύσσης μη δυνάμενος δια λόγων να τον εγκωμιάσει, παρατηρεί «κρείττον  αν είη τη σιωπή μάλλον αύξειν εν εαυτοίς το θαύμα ή δια του λόγου κατασμικρύνειν τον έπαινον»,  (ΒΕΠ 69,355, 21-22). Εν συνεχεία δε, παρατηρεί ότι ο καλύτερος επαίνος είναι «το δια της μνήμης εκείνου τον βίον ημίν γενέσθαι της συνηθείας βελτίονα» (ΒΕΠ 69,366,38-39). Επομένως, καταλήγει ο Γρηγόριος Νύσσης «…και εμείς που καυχιόμαστε για τον Βασίλειο, ας δείξουμε με την ζωή μας  πως είμαστε μαθητές του…)

Το κύριο στοιχείο του χαρακτήρα του Βασιλείου, όπως καταγράφεται στους δύο επιταφίους  λόγους, ήταν η ανδρεία. Ο Γρηγόριος Νύσσης εκφράζεται παραστατικά ως εξής:

«Σαν ένας πυρσός λάμποντας ξάφνου πάνω από την Εκκλησία, για όσους είχαν χάσει την νύχτα την πορεία τους μέσα στο πέλαγος, τους γύρισε όλους στο ορθό δρόμο…, συγκρουόμενος με στρατηγούς, μιλώντας με θάρρος στους βασιλείς».
Ο Μ. Βασίλειος ανέρχεται στον αρχιεπισκοπικό της Καισαρείας θρόνο σε μια εποχή σάλου από την αίρεση του αρειανισμού. Ο αυτοκράτορας Ουάλης σκέφτεται να επιβάλλει με την βία τις αιρετικές απόψεις του και ζητά την υποταγή του Βασιλείου δια του Επάρχου Μόδεστου. Μέσα από τον διάλογο των δύο ανδρών, όπως τον παρουσιάζει ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, καθίσταται φανερή η παρρησία και το θάρρος του Βασιλείου

«…στα άλλα εμείς, Ύπαρχε, είμαστε μετριοπαθείς και πιο ταπεινοί από τον καθένα…Όπου είναι εμπρός μας ο Θεός για να αγωνιστούμε  γι’ αυτόν, περιφρονούμε τα άλλα και σ’ Αυτόν μόνον ατενίζουμε. ..ύβρισέ μας, φοβέριζε, κάμε ό,τι σου αρέσει, εμείς δεν θα συνθηκολογήσουμε με την ασέβεια, ακόμη και να μας συλλάβεις..»

Η ανδρεία του Βασιλείου φαίνεται και στους αγώνες του εναντίον των παντοειδών αιρέσεων. Χαρακτηριστικά τα λεγόμενα υπό Γρηγορίου του Ναζιανζηνού.

«…Αφού αυτοσυγκεντρώθηκε, όσον ήταν δυνατό και αποκλείστηκε πνευματικά,  αφού ανακίνησε  κάθε ανθρώπινη σκέψη και επισκόπησε όλο το βάθος των Γραφών, συγγράφει λόγους για την ευσέβεια …και αποκρούει το μέγα θράσος των αιρετικών»

Πρώτος αυτός έδωσε το παράδειγμα συνέπειας λόγου και πράξεων, δια της διανομής της ιδίας του περιουσίας. Την διανέμει σχεδόν ολόκληρη προ της χειροτονίας του, την υπόλοιπη δε κατά το διάστημα της δράσης του. «ποιος επαινεί την ακτημοσύνη και την απλή και απέρριτη ζωή; Τι είχε εκείνος εκτός από το σώμα του και τα απαραίτητα της σάρκας καλύμματα;…». H Oλιγάρκεια ασκητικής υφής και η συνέπεια του φρονήματός του περικλείονται στο κάτωθι χωρίο του Γρηγορίου Νύσσης«…Αλλά μόλις έφυγε από τη ζωή, έφυγαν μαζί του τα πάντα, όσα συνιστούν την ανθρώπινη ζωή, ώστε να μη βρεθεί κανένα υλικό ενθύμιο…».

O  σοβαρός χαρακτήρας του ήταν το άλλο κύριο προσωπικό του στοιχείο. Όταν ο Βασίλειος μετέβη για σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην πανεπιστημιακή ζωή δέσποζε ο ανταγωνισμός των καθηγητών, ο οποίος αντανακλόταν στους φοιτητικούς συλλόγους. Εκπρόσωποι των συλλόγων καταλάμβαναν τους λιμένες για να παραλάβουν τους νεοεισερχομένους φοιτητές για να τους αναγκάσουν να εγγραφούν στο δικό τους φοιτητικό σύλλογο.H τελετή μυήσεως του κάθε νέου περιελάμβανε δοκιμασία δια παντοειδών λοιδοριών, πλούσιο συμπόσιο και επίδειξη ρητορικών ικανοτήτων. Όμως, όλα αυτά δεν ίσχυσαν στην περίπτωση της αφίξεως του Βασιλείου, καθώς οι φοιτητές είχαν ακούσει για το σοβαρό του χαρακτήρα και πείστηκαν να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους.

Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός περιγράφει αναλυτικά όλα αυτά τα περιστατικά:

«τότε, λοιπόν, και εγώ τον ιδικόν μου μέγα Βασίλειον τον επήγαινα με σεβασμό βλέπων την σταθερότητα του χαρακτήρα του  και την ουσιαστικότητα των λόγων του, όχι εγώ μόνον, αλλά έπειθα και τους άλλους να συμπεριφέρονται όμοια…στους περισσότερους ενέπνεε σεβασμό.. και έτυχεν άξιος τιμής περισσότερης από όση παρέχεται στους νεοφερμένους». Και συνεχίζει «Τούτο υμίν της φιλίας το προοίμιον, εντεύθεν ο της συναφείας σπινθήρ»

Ο Μέγας Βασίλειος με όλες αυτές τις αρετές του «για άλλους γίνεται τσεκούρι, που κόβει την πέτρα ή φωτιά μέσα στα αγκάθια, για την οποία ομιλεί η θεία Γραφή, …και όσους βλαστημούν την θεότητα».

Πέρα από όλα αυτά ο Βασίλειος αγαπούσε την ησυχία, γι’ αυτό επέλεξε στην επαρχία του Πόντου αναχώρημα αρεσκόμενος στον μονήρη βίο. Και τότε μακριά απ΄ το θόρυβο του κόσμου και την οχλοβοή διαμόρφωνε έτι περισσότερο τον χαρακτήρα του. Στο ασκητήριό του εργαζόταν και χειρωνακτικά. Προσευχόταν πολύ και μελετούσε περισσότερο.
Εδώ χαριτώθηκε με πλούσιες πνευματικές  εμπειρίες και θεοπτικές καταστάσεις

« Ποίος περισσότερο από αυτόν καθάρισε τον εαυτό του με τη δύναμη του πνεύματος; Ποίος περισσότερο φωτίστηκε με το φως της γνώσεως..;».

Ο αδελφός του, Γρηγόριος Νύσσης, διηγείται ότι κάποια νύχτα, ενώ δεν υπήρχε ούτε λυχνάρι αναμμένο στο ασκητήριο, είδαν άνθρωποι ένα υπέρλαμπρο φως να πλημμυρίζει το δωμάτιό του.

«αν τώρα ο Ηλίας  έγινε ανάρπαστος στον ουρανό, είναι και αυτό θαυμαστό…, θαύμα πάνω από τη λογική. Δεν είναι, όμως ,απορρίψιμο και το άλλο είδος της φοράς  προς τα άνω, όταν δηλαδή κάποιος μεταβαίνει άνω με τη βοήθεια του Πνεύματος και άρμα τις αρετές του…αυτό το κατόρθωσε ο δάσκαλός μας.., καταφώτιστε εκείνο το φως της βάτου… και μπορούμε να πούμε και γι’ αυτόν κάτι συγγενικό με αυτή την οπτασία. Ήταν νύχτα και γίνεται μια λάμψη από φως ενώ προσευχόταν στο σπίτι…»

Η δραστηριότητα του Βασιλείου περιέλαβε επίσης και την οργάνωση του μοναχικού βίου και την συστηματοποίηση του κοινωνικού έργου. Όταν προσήλθε στο μοναχικό βίο διαμοίρασε την πατρική του περιουσία και ως επίσκοπος συγκρότησε σύμπλεγμα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, ήτοι φτωχοκομείο, ορφανοτροφείο, νοσοκομείο με την λειτουργία του οποίου είχαν επιφορτισθεί οι μοναχοί του. Το κοινωνικό αυτό συγκρότημα, σχεδόν ολόκληρη πόλη,  ονομάστηκε «Βασιλειάδα».

Xιλιάδες άνθρωποι θρήνησαν την απώλεια
του Μεγάλου πραγματικά Αγίου
(χειρόγραφο I. M. Διονυσίου, Άγ. Όρος)

Οι βαριές κοινωνικές και εκκλησιαστικές φροντίδες ήταν δυσβάσταχτες για τον ασθενικό και ασκητικό ιεράρχη. Η υποφώσκουσα ασθενικότητα εκδηλώθηκε τέλος ως οξεία νόσος των νεφρών, η οποία τον οδήγησε και στον θάνατο στα τέλη Δεκεμβρίου του 378.
Ο πιστός φίλος του, Γρηγόριος ο θεολόγος, απομακρυνόμενος της Κων/πολεως (381) διήλθε εκ Καισαρείας και εκφώνησε τον επιτάφιο λόγο του.

«έκειτο ο Βασίλειος  και έπνεε τις τελευταίες του πνοές, τον αναζητούσαν η άνω χοροστασία, προς την οποίαν έστρεφε τα βλέμματά του από πολύ καιρό. Είχε συγκεντρωθεί γύρω του όλη η πόλη, επειδή δεν μπορούσε να υποφέρει την απώλεια, τα έβαζαν με την εκδημία του θεωρόντας την ως τυραννία, προσπαθούσαν να κρατήσουν τη ψυχή σαν να ήταν δυνατό να κρατηθεί και να εξαναγκαστεί με τα χέρια ή με τις παρακλήσεις. Και συνεχίζει «γινόταν η εκφορά του αγίου, ενώ τον κρατούσαν ψηλά οι άγιοι. Αγωνίζονταν ο καθένας, άλλος ν’ αγγίσει  το άκρο του φορέματός του, άλλος να σκιαστεί από την σκιά του, άλλος το κρεβάτι, που έφερε το ιερό σκήνωμα να αγγίξει και μόνο (τι υπήρχεν ιερώτατο), άλλος να σιμώσει εκείνους που τον σήκωναν, άλλος απλώς να κοιτάξει, σαν να ακτινοβολούσε  ωφέλεια και το κοίταγμα».

 Το έργο του Μεγάλου Βασιλείου


Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:

Δογματικά συγγράμματα.

α) «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου.
β) «Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος». Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.

Ασκητικά συγγράμματα.

α) «Τα Ηθικά». Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.
β) «Όροι κατά πλάτος». Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
γ) «Όροι κατ’ επιτομήν». Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Περί κρίματος».
στ) «Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας». Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.

Ομιλίες.

Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι:
α) «Εις την Εξαήμερον». Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου.
β) «Εις του Ψαλμούς». Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των Ψαλμών του Δαυίδ.
γ) «Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός».
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων».
στ) «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Το διασημότερο από τα κείμενα του Βασιλείου, στο οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης μεταξύ
χριστιανικής και κλασσικής παιδείας.
ζ) «Προτρεπτικός εις το άγιον βάπτισμα».
η) «Εις το πρόσεχε σεαυτώ».
θ) «Προς Πλουτούντας».
ι) «Εν λιμώ και αυχμώ».
ια) «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας».

Επιστολές.
Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.

Οι  επιστολές του αποτελούν το σπουδαιότερο τμήμα της συγγραφικής του  δραστηριότητας. Σε αυτές διακρίνονται τα μεγάλα πνευματικά και ψυχικά του χαρίσματα, καθώς επίσης το ποιμαντικό του ενδιαφέρον και η προσπάθειά του να στηρίζειτους πιστούς.
Ενδιαφέρουσες είναι οι παρηγορητικές επιστολές ,με τις οποίες παρηγορεί πρόσωπα για το θάνατο οικείων. Πολλοί μελετητές έχουν χαρακτηρίσει την ομιλία  »Προς τους νέους,όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων» ως πραγματεία ή διάλεξη, η οποία γράφτηκε από το Μ.Βασίλειο υπό τη μορφή επιστολής για να σταλεί προς τους νεαρούς ανιψιούς του, οι οποίοι εκείνη την εποχή σπούδαζαν σε εθνικές φιλοσοφικές σχολές. Βέβαια, έχει διατυπωθεί και η άποψη πως η επιστολή αυτή δεν είναι δυνατόν να απευθύνεται μόνο στους συγγενείς του, αλλά μπορεί να απευθύνεται στο σύνολο των Χριστιανών νέων που εντρυφούν στη μελέτη των κλασικών και των χριστιανικών γραμμάτων.Αυτό δικαιολογείται από το γεγονός πως η επιστολή διαπραγματεύεται ένα τόσο σοβαρό και σημαντικό θέμα, δηλαδή αυτό της αξίας της θύραθεν παιδείας και της σχέσης της με τη χριστιανική παιδεία, πουαφορούσε το σύνολο της χριστιανικής σπουδάζουσας νεολαίας

Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους του Χαλκηδόνιου Χριστιανισμού με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του Τριαδολογικού δόγματος. Διακήρυξε την ενότητα της Αγίας Τριάδας ως μιας ουσίας και προχώρησε στον προσδιορισμό του υποστατικού διαχωρισμού των Προσώπων της. Κάθε υπόσταση διακρίνεται από ορισμένους τρόπους ύπαρξης και μεμονωμένα χαρακτηριστικά (ιδιώματα): ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννηθείς αχρόνως και το Άγιο Πνεύμα εκπορευτό διά του Πατρός. Η μόνη προτεραιότητα του Πατέρα είναι λογική, μη χρονική και δεν ενέχει καμία ανωτερότητα.Στο έργο τόνισε επίσης τη σημασία της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. Μεταξύ του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου υπάρχει οντολογικό χάσμα, που αποκλείει την κατ’ ουσία κοινωνία και σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός καθίσταται αντιληπτός στον κόσμο διά των ενεργειών του. Το ότι ο κόσμος διατηρείται στο «είναι» οφείλεται στη δημιουργική, συνεκτική και ζωοποιό ενέργεια του Θεού.Ο Βασίλειος υπήρξε θαυμαστής του μεγάλου αλεξανδρινού φιλοσόφου Ωριγένη αλλά στο ερμηνευτικό του έργο απορρίπτει την αλληγορική μέθοδο και πλησιάζει προς την αντιοχειανή σχολή. Ερμηνεύει χρησιμοποιώντας το κείμενο ως αφορμή έκθεσης των προσωπικών του θέσεων.

Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν παιδείας μέσα στη χριστιανική Εκκλησία. Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. Η φιλοσοφία, κατά το Βασίλειο, πρέπει να μελετάται υπό το νέο χριστιανικό πρίσμα. Δεν απορρίπτει τη μελέτη των κλασσικών γραμμάτων, αντίθετα προτρέπει στη χρήση τους ως ένδυμα της χριστιανικής θρησκευτικής διδασκαλίας.

Στον τομέα του μοναχισμού ανέλαβε δράση θέτοντάς τον υπό τον έλεγχο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εισήγαγε την ομολογία της αφιέρωσης στο Θεό και της ένταξης στην αδελφότητα, η οποία προέβλεπε αγαμία, υπακοή και ακτημοσύνη. Επίσης έθεσε την αυθαίρετη πνευματικότητα του μοναχισμού στη σταθερή βάση της Αγίας Γραφής και τοποθέτησε τους μοναχούς στη γραμμή του κοινού βίου και της οργανωμένης δράσης.

Πλούσιο είναι και το νομικό του έργο το οποίο βρίσκουμε συγκεντρωμένο κυρίως στις επιστολές του προς τον Αμφιλόχιο Ικονίου, από τις οποίες προήλθαν οι 85 κανόνες που, αφού επικυρώθηκαν από τη Σύνοδο εν Τρούλω στα τέλη του 7ου αιώνα (691/2), αποτελούν ως σήμερα, ως συστατικό στοιχείο των νομοκανονικών συλλογών, βασικό βοήθημα του εκκλησιαστικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει και για ένα άλλο νομικό του έργο, τους λεγόμενους «μοναχικούς κανόνες» διατάξεις που αφορούν την οργάνωση των μονών και τη διαβίωση των μοναχών. Οι κανόνες αυτοί δεν επικυρώθηκαν ποτε. Η έλλειψη ωστόσο συνοδικής επικύρωσης δεν επηρέασε, λόγω του κύρους του συντάκτη, την εφαρμογή τους στην πράξη. Ενδεικτικό της μεγάλης εκτίμησης στο έργο του Μ.Βασιλείου που έτρεφαν οι ερμηνευτές των δικαιϊκών πηγών όχι μόνο του χώρου της Εκκλησίας αλλά και της Πολιτείας, αποδεικνύεται από την συχνή παραπομπή των κανόνων του στα σχόλια των Βασιλικών, της τελευταίας δηλαδή επίσημης κωδικοποιήσεως που πραγματοποιήθηκε κατ΄εντολήν του Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού στα τέλη του 9ου αιώνα. Ιδιαίτερα αισθητή είναι η επίδραση του Μ. Βασιλείου στο Οικογενειακό Δίκαιο , όπου πρώτος έθεσε με κατηγορηματικότητα το όριο των τριών επιτρεπόμενων γάμων, που απετέλεσε μέχρι το 1982 πολιτειακό δίκαιο και εξακολουθεί ακόμη να ισχύει επί του θρησκευτικού Γάμου.

Βιβλιογραφία – Πηγές – Ιστοσελίδες

Μ. Βασιλείου, έργα, τομ.1-10, εκδ. Πατερικαί εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς, Θεσσ/ίκη 1972-1974
Ε. Νικολαϊδης, «Η κοσμολογία των Ελλήνων Πατέρων της εκκλησίας – Μέγας Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσσης», Βυζαντιακά, τομ. 11ος, (1991), σελ. 203-230.

Συλλογικό: Ο Μέγας Βασίλειος, Ε Ιστορικά, τομ.217, Ελευθεροτυπία, 2 Ιανουαρίου, 2004
 Παναγιώτη Κ. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, 1989, Θεσσαλονίκη
Δημητρίου Γ. Τσάμη, Εκκλησιαστική Γραμματολογία. Από την αποστολική εποχή ως την άλωση της Κωνσταντινούπολεως, Εκδόσεις Πουρναρά, 2001, Θεσσαλονίκη ISBN 960-242-136-3
Παναγιώτη Κ. Χρήστου, Εκκλησιαστική γραμματολογία. Πατέρες και θεολόγοι του χριστιανισμού, Εκδοσεις Κυρομάνος, 1991, Θεσσαλονίκη
Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου, Ουσία και ενέργειαι του Θεού κατά τον Μέγαν Βασίλειον, Εκδόσεις Πουρναρά, 1993, Θεσσαλονίκη ISBN 960-242-069-3
Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Βυζαντινοί ασκητικοί και πνευματικοί Πατέρες, Μτφ. Παναγιώτου Κ. Πάλλη, Εκδόσεις Πουρναρά, 1993, Θεσσαλονίκη
Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων (ΒΕΠΕΣ), Έκδοσις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1988, Αθήναι
Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, Πατρολογία, τομ. Β, Εκδόσεις Παρουσία, 1997, ΑθήναΜεγάλου Βασιλείου, Ομιλία εις την Εξαήμερον, πρωτότυπο κείμενο
Σύλλογος Καπαδοκών νομού Έβρου »οι τρεις Ιεράρχες», Χριστιανισμός στην Καππαδοκία
«Ο Μ. Βασίλειος, διαχρονικόν πρότυπον του εν Χριστώ αναγεγεννημένου ανθρώπου»,Αρχιμ. Σεραφείμ Τρ. Ζαφείρη, Ε.Ε.Ε. – Αθήνα.2002
Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Βασίλειος ο Μέγας
Πρωτοπρεσβυτέρου εκπαιδευτικού, χημικού .Δημητρίου Αθανασίου, θαυμαστές και ωφέλιμες διηγήσεις από την ζωή του Μεγάλου Βασιλείου
 Ι.Η. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου,  Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
Wikipedia, Αρειανισμός, Βασίλειος Καισαρείας,
 Εγκόλπιον, Μεγάλου Βασιλείου, ομιλία εκφωνηθείσα εις περίοδον πείνης και δίψηςΠαρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων.
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΗΓΗ.HISTORY.

Ο νους και οι ενέργειές του (Μ. Βασιλείου)

 

α. Ο νους του ανθρώπου, όταν περιστρέφεται συνεχώς γύρω από τις κοσμικές μέριμνες, είναι ανίκανος να, διακρίνει καθαρά την αλήθεια.

 

β. Είναι πολύτιμο αγαθό ο νους και σ’ αυτόν κατέχουμε το «κατ’ εικόνα» του Θεού, που μας δημιούργησε· καλή είναι βέβαια και η ενέργεια του νου. Επειδή όμως είναι αεικίνητος, πολλές φορές κυριεύεται από φαντασιώσεις, βλέποντας ως υπαρκτά πράγματα και αντικείμενα ανύπαρκτα· πολλές φορές όμως στρέφεται κατ’ ευθείαν προς την αλήθεια. Επειδή όμως, σύμφωνα με την  δική μας αντίληψη, πού πιστεύουμε στο Θεό, στο νου ενυπάρχουν (εκ φύσεως) δύο δυνάμεις, η μεν μία είναι πονηρή και δαιμονική και μας συμπαρασύρει προς την αποστασία από το «κατ’ εικόνα», η δε άλλη δύναμη είναι θεία και αγαθή και μας υψώνει, ώστε να μοιάσουμε με το Θεό. Όταν ο νους είναι συγκεντρωμένος στον εαυτό του, αντιλαμβάνεται τα πράγματα, που είναι μικρά και ανάλογα προς τον εαυτό του, όταν όμως παραδοθεί στους απατεώνες δαίμονες, χάνει την ορθή κρίση του και κυριεύεται από παράξενες φαντασιώσεις. Τότε ακόμη και το ξύλο πιστεύει ότι δεν είναι ξύλο, αλλά Θεός, και το χρυσάφι δεν το διακρίνει ότι είναι απλώς χρήσιμο αγαθό, αλλά αντικείμενο λατρείας. Αν όμως στραφεί προς τη θεία βουλή και σκέψη και δεχθεί τις δωρεές του Άγιου Πνεύματος, τότε γίνεται ικανός να κατανοεί το Θεό και τις ιδιότητές Του, όσο βέβαια αυτό είναι δυνατόν στην ανθρώπινη φύση. Τρεις, λοιπόν, τρόπον τινά είναι οι καταστάσεις του βίου και ισάριθμες με αυτές οι ενέργειες του νου μας. Είτε είναι δηλαδή πονηρά τα έργα μας, οπότε, φυσικά, είναι πονηρά και τα κινήματα του νου μας, όπως είναι οι μοιχείες, οι κλοπές, οι λατρείες των ειδώλων, οι συκοφαντίες, οι έριδες, οι θυμοί, οι ραδιουργίες, οι αλαζονείες και όσα άλλα απαρίθμησε ο Απ. Παύλος ανάμεσα στα έργα του σαρκικού ανθρώπου. Είτε πάλι η ενέργεια της ψυχής είναι κάπου στη μέση και δεν έχει τίποτε ούτε το αξιοκατάκριτο ούτε το αξιέπαινο, όπως είναι η απασχόληση με τις χειρωνακτικές εργασίες, τις οποίες γι’ αυτό ονομάζουμε μέσες και οι οποίες από τη φύση τους δεν αποκλίνουν καθόλου ούτε προς την αρετή ούτε προς την κακία. Γιατί πραγματικά ποιά κακία υπάρχει στην κυβερνητική τέχνη (στην πλοήγηση πλοίου) ή στην ιατρική; (Καμία). Ασφαλώς όμως ούτε αρετές είναι αυτές καθεαυτές, αλλά αποκλίνουν προς το μέρος της μίας καταστάσεως από τις δύο αντίθετες, ανάλογα με την προαίρεση εκείνων που τις ασκούν. Ο νους όμως που έχει ενωθεί με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, αυτός αντιλαμβάνεται υψηλές θεωρίες και βλέπει τα θεία κάλλη, τόσον όμως μόνον, όσο του επιτρέπει η Χάρη και όσο χωρεί η φυσική του κατάσταση.

 

γ. Αν ο νους έχει διαστραφεί από τους δαίμονες, θα λατρέψει τα είδωλα ή θα στραφεί προς κάποιο άλλο είδος ασέβειας. Αν όμως παραδώσει τον εαυτό του στη χειραγωγία του Άγιου Πνεύματος, θα γνωρίσει την αλήθεια και θα φθάσει στην επίγνωση του Θεού. Θα γνωρίσει όμως το Θεό, όπως είπε ο Απ. Παύλος, εν μέρει, τελειότερα δε στη μέλλουσα ζωή: «Όταν στη μέλλουσα ζωή θα έλθει το τέλειο και θα λάβουμε από το Θεό την τέλεια γνώση, τότε η μερική και ατελής γνώση, που έχουμε σ’ αυτή τη ζωή, θα καταργηθεί». Επομένως ο νους ως κριτικό όργανο και καλός είναι και για χρήσιμο σκοπό δόθηκε, για την κατανόηση δηλαδή του Θεού, αρκεί να ενεργεί τόσο μόνον, όσο η φύση του είναι δεκτική.

 

δ. Ο νους που δεν διασκορπίζεται προς τα έξω, ούτε διαχέεται προς τον κόσμο διά μέσου των αισθήσεων, συγκεντρώνεται στον εαυτό του και μόνος του ανεβαίνει στην έννοια του Θεού. Και αφού φωτισθεί ολόκληρος από το θείο εκείνο κάλλος, πλήρης θείας ελλάμψεως, λησμονεί ακόμη και την ίδια του τη φύση και δεν πιέζεται η ψυχή του από τη φροντίδα για την τροφή ούτε από τη μέριμνα για την ενδυμασία. Αντίθετα, ελεύθερος από τις γήινες φροντίδες, στρέφει όλο το ζήλο του στην απόκτηση των αιώνιων αγαθών, πως δηλαδή θα κατορθώσει να αποκτήσει τη σωφροσύνη και την ανδρεία, τη δικαιοσύνη και τη σύνεση, καθώς και τις υπόλοιπες αρετές, που αποτελούν υποδιαιρέσεις των γενικών αυτών αρετών και που υποδεικνύουν στον αγαθό άνδρα να επιτελεί όλα τα καθήκοντά του.

 

ε. Πρέπει λοιπόν ο νους, σαν κάποιος κυβερνήτης, που στέκεται πάνω από τα πάθη και σαν να κυβερνάει το πλοίο της σάρκας και σαν με τιμόνι να περιστρέφει με πείρα τους λογισμούς και να υπερπηδά τα κύματα με γενναιότητα, με το να στέκεται ψηλά και με το να είναι απλησίαστος από τα πάθη, να μη γεμίζει καθόλου από την πικρία τους, σαν από την αλμύρα, αλλά πάντοτε να λέει προσευχόμενος: «Σώσε με από τούς εχθρούς μου που με μισούν βγάλε με από τα βαθιά νερά των θλίψεων που με έχουν περικυκλώσει. Ας μη με καταποντίσει η νεροποντή, ας μη με καταπιεί ο βυθός».

 

(Μ. Βασιλείου, από τους τόμους Ε.Π.Ε 1 καί Ε.Π.Ε 7).

Μουσική και ψυχική διάθεση. (Μ. Βασιλείου)

α. Κι αν κανείς, από εκείνους που γίνονται θηρία από το θυμό, αρχίσει να ψέλνει τους ψαλμούς, αμέσως φεύγει η αγριότητα από την ψυχή του, γιατί την αποκοίμισε με τη μελωδία .
β. Να μην πλημμυρίζουμε τις ψυχές μας με το άκουσμα πρόστυχων τραγουδιών, γιατί είναι φυσικό από μουσική τέτοιου είδους να γεννιούνται πάθη, που υποδουλώνουν και εξευτελίζουν την ψυχή. Αλλά εμείς να επιζητούμε την άλλη μουσική, που και καλύτερη είναι, αλλά και οδηγεί στη βελτίωση της ψυχής. Αυτήν χρησιμοποίησε και ο Δαβίδ, ο ποιητής των ιερών ψαλμών, και θεράπευσε, καθώς λένε, το βασιλιά (Σαούλ) από την μανιώδη κατάθλιψη. Λέγεται επίσης ότι και ο Πυθαγόρας, όταν συνάντησε μεθυσμένους γλεντοκόπους (που είχαν ξεφαντώσει), διέταξε τον αρχηγό τους, που έπαιζε αυλό, να αλλάξει σκοπό και να παίξει σ’ αυτούς το δωρικό μέλος. Τότε αυτοί συνήλθαν τόσο από τη μελωδία, ώστε πέταξαν τα στεφάνια και ντροπιασμένοι γύρισαν πίσω και έφυγαν.
Άλλοι πάλι, ακούγοντας αυλό, γίνονται έξαλλοι από ενθουσιασμό και καταλαμβάνονται από βακχική μανία. Τόσο πολύ διαφορετικός είναι ο επηρεασμός της καλής από την κακή μουσική. Ώστε τόσο πολύ πρέπει να απέχετε από τα άσματα που επικρατούν σήμερα και από οτιδήποτε είναι ολοφάνερα αισχρό .
γ΄ (Οι φιλήδονοι) άφησαν τις εμπορικές συναλλαγές της αγοράς και τις επινοήσεις των τεχνών που εξασφαλίζουν τα προς το ζειν και περνούν τον ορισμένο καιρό της ζωής τους με κάθε οκνηρία και ηδονή. Δεν καταλαβαίνουν ότι μια θεατρική σκηνή που συνοδεύεται από ακόλαστα θεάματα είναι για τους θεατές κοινό και δημόσιο σχολείο ασέλγειας και ότι οι αρμονικές μελωδίες των μουσικών οργάνων (των αυλών) και τα πορνικά τραγούδια εντυπώνονται στις ψυχές των ακροατών, και δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να παρασύρουν τους πάντες να ασχημονούν με την απομίμηση των τραγουδιών των κιθαριστών και των αυλητών .

«Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» (Μ. Βασιλείου)

«Πλούσιοι κατάντησαν στη φτώχεια και πείνασαν όσοι όμως ζήτησαν με πόθο τον Κύριο και στήριξαν σ Αυτόν τις ελπίδες τους, δεν θα στερηθούν κανένα αγαθό».

Ο πλούτος εύκολα αλλάζει κυρίους και κατά κάποιον τρόπο σαν κύμα μεταφέρεται συνήθως από τη βία των άνεμων άλλοτε προς το ένα μέρος και άλλοτε προς το άλλο. Ίσως ο προφήτης να ονομάζει πλούσιους και τους Ισραηλίτες, γιατί «δική τους ήταν η υιοθεσία και η λατρεία και οι υποσχέσεις του Θεού και δική τους εθνική κληρονομιά ήταν οι μακαριστοί Πατέρες». Αυτοί εν τού­τοις, επειδή αμάρτησαν απέναντι του Θεού, φτώχυναν…

Όσοι όμως από τους ειδωλολάτρες έμαθαν να ζητούν με πόθο το Θεό, δεν θα στερηθούν κανένα αγαθό. Το πιο τέλειο αγαθό είναι ο ίδιος ο Θεός, τον όποιον δεν θα στερηθούν όσοι Τον ζητούν με την καρδιά τους. Μη λοιπόν κάποιος αμόρφωτος, που δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στο αγαθό και στο κακό, μου ονομάζει αγαθό εκείνο που προσφέρει πρόσκαιρη απόλαυση, που εξαφανίζεται μαζί με το φθαρτό σώμα. Εκείνος που κατατάσσει στην τάξη του αγαθού τον υλικό πλούτο και τα σωματικά προτερήματα, αποδίδει το σεμνό όνομα (αγαθό), που αρμόζει μόνο στο Θεό, σε πράγματα ευτελή και ανάξια λόγου και συγχρόνως θα περιπέσει σε μια φοβερή αντίφαση…

Ζητούσαν οι άγιοι με πόθο τον Κύριο και δεν στερούντο της κατοχής αυτού που ζητούσαν, ούτε στερήθηκαν τα αγαθά που είναι φυλαγ­μένα στην αιώνια ανάπαυση. Για εκείνους κυρίως θα μπορούσε να λεχθεί το «παντός αγαθού» (δεν θα στερηθούν κανένα αγαθό).

Γιατί οι σωματικές και υλικές απολαύσεις έχουν περισσότερο πόνο παρά ευχαρίστηση· οι γάμοι έχουν τις ατεκνίες, τις χηρείες, τους θανάτους· οι γεωργικές καλλιέργειες την ακαρπία· το εμπόριο τα ναυάγια· τα πλούτη τις σκευωρίες· η καλοπέραση, η πολυφαγία και οι συνεχείς απολαύσεις διάφορες αρρώστιες και κάθε είδους πάθη. Ο Απ. Παύλος και ζητούσε τον Κύριο με πόθο και κανένα από τα αγαθά δεν του έλειπε. Και όμως ποιός θα μπορούσε να απαριθμήσει τα σωματικά του βάσανα με τα οποία συζούσε σ’ όλη του τη ζωή; Τρεις φορές ραβδίστηκε, μια φορά λιθοβολήθηκε, τρεις φορές ναυάγησε, ένα ημερόνυχτο έμεινε ναυαγός στη θάλασσα, πολλές φορές πεζοπόρησε. Έμεινε νηστικός και διψασμένος, νήστεψε πολλές φορές, κοπίασε και μόχθησε, βρέθηκε πολλές φορές σε ανάγκες. Ένας άνθρωπος που μέχρι τις τελευταίες ώρες της ζωής του και πεινούσε και διψούσε και γύριζε γυμνός και ερραπιζόταν, πώς δεν εστερείτο τα υλικά αγαθά; Ανύψωσε λοιπόν το νου σου στο πραγματικό αγαθό (που είναι ο Θεός), ώστε και την αρμονία της Αγ. Γραφής να κατανοήσεις και συ να μην πέσεις σε απελπισία από την αμφιβολία σου γύρω από την έννοια της λέξης αγαθό.

(Μ. Βασιλείου, Ε.Π.Ε. 5, 224-226)