Τα Θεία Πάθη στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

ΤΑ ΘΕΙΑ ΠΑΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Α.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ  κζ 1 – 65
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 478-501 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας              Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                    Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                     Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας               Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός         Χ= Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης              Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης           DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας

(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the      basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειώνεται με το p.)
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους

Η δίκη του Ιησού ενώπιον του Πιλάτου

Ματθ. 27,11  Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔστη ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος(1)· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν(2) ὁ ἡγεμὼν λέγων· σὺ(3) εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(4); ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· σὺ λέγεις(5).
Ματθ. 27,11   Ο δε Ιησούς εστάθη όρθιος εμπρός στον ηγεμόνα και τον ηρώτησε ο ηγεμών λέγων• “συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;” Ο δε Ιησούς του απήντησε• “συ λέγεις ότι είμαι ο βασιλεύς”.
Ο Ματθαίος συμφωνεί εδώ με το Μάρκο, προσθέτοντας και κάποια δικά του, όπως η παρέμβαση της γυναίκας του Πιλάτου, και το πλύσιμο των χεριών του τελευταίου αυτού, και το ότι ο λαός ανέλαβε την ευθύνη της έκχυσης του αίματος του Ιησού (L).
(1)    Ο Πιλάτος είχε ανεβεί από την Καισάρεια για τήρηση της τάξης κατά το Πάσχα.
(2)    «Οι μεν Ιουδαίοι τον παρέδωσαν στον Πιλάτο για να τον σκοτώσει, όχι για να τον εξετάσει· αυτός όμως, πριν την εξέταση, δεν ανεχόταν να τον σκοτώσει· γι’ αυτό ζητά να μάθει ποια είναι η κατηγορία» (Ζ). Σύμφωνα με το Λουκά οι Ιουδαίοι κατηγόρησαν τον Ιησού όχι για βλασφημία, για την οποία είχε καταδικαστεί σε θάνατο από το συνέδριο, αλλά η οποία για τον Πιλάτο δεν θα αποτελούσε έγκλημα που συνεπάγεται θάνατο, αλλά για στάση, ότι αποτρέπει την καταβολή φόρου στον Καίσαρα και ότι διεκδικεί το βασιλικό αξίωμα (Λουκ. κγ 2) (p).
«Και δες κακουργία! Επειδή ήθελαν δηλαδή να ανάψουν το θυμό του Πιλάτου εναντίον του Χριστού και να τον παρασύρουν στο να τον φονεύσει γρήγορα, του προσάπτουν κατηγορία αποστασίας και τυραννίας» (Ζ).
(3)    Ο Πιλάτος είχε πιθανώς ακούσει για τη θριαμβευτική είσοδο και γι αυτό τη σχετικά με την τυραννία κατηγορία τη βρήκε κατ’ αρχήν βάσιμη. Από τη δική του σκοπιά λοιπόν η κατηγορία αυτή ήταν η σοβαρότερη από όλες. Αλλά τώρα που βλέπει τον κατηγορούμενο, η κατηγορία τον εκπλήσσει. Και ρωτά τονίζοντας την αντωνυμία, εσύ είσαι…; Θεωρούσε απιθανότατο, ότι ο άνθρωπος αυτός διεκδικούσε τη βασιλεία.
(4)     Η ερώτηση παρουσιάζεται η ίδια και στους τρεις συνοπτικούς (ευαγγελιστές). Και μία τέτοια ερώτηση κατά πάσα πιθανότητα θα χρησιμοποιούσε σε τέτοια περίπτωση κάθε Ρωμαίος αξιωματούχος. Εάν ο Ιησούς αξίωνε ότι είναι βασιλιάς, θα διεκδικούσε το αξίωμα του βασιλιά των Ιουδαίων.
(5)    Ο Ιησούς ενώπιον του Καϊάφα ομολογεί τον εαυτό του Χριστό, ενώπιον του Πιλάτου βασιλιά (b).
«Ο Ιησούς όμως είπε σε αυτόν· Εσύ το λες, δίνοντας σε αυτόν σοφότατη απόκριση. Διότι ούτε είπε, ότι δεν είμαι, ούτε πάλι, ότι είμαι. Αλλά κάπως ενδιάμεσα είπε· Εσύ το λες. Αυτό δηλαδή μπορεί να εννοηθεί και έτσι, ότι, είμαι όπως λες. Και έτσι, ότι, Εγώ μεν δεν το λέω αυτό, εσύ όμως το λες» (Θφ).
Είναι αμφίβολο εάν υπάρχει κάποια σκιά διαφοράς ανάμεσα στο «συ λέγεις» αυτό και στο «σὺ εἶπας» στο κστ 64.
Η απάντηση είναι κάπως μετριασμένη κατάφαση.=Δεν αρνούμαι αυτό, αλλά εσύ το λες αυτό και όχι εγώ. Και ως καταφατική θεώρησε αυτήν και ο Πιλάτος. Σε αυτήν την περίπτωση όμως γίνεται αναγκαία η συμπλήρωση των πληροφοριών μας από την αφήγηση του Ιωάννη, όπου ο Ιησούς εξηγεί στον Πιλάτο, ότι η βασιλεία του δεν είναι από τον κόσμο αυτόν. Αλλιώς η δίκη θα έληγε εδώ και η καταφατική απάντηση του Κυρίου θα οδηγούσε αμέσως στην από τον Πιλάτο επικύρωση της θανατικής απόφασης. Αλλά από την κατ’ ιδίαν συνομιλία του με τον Ιησού ο Πιλάτος πείστηκε, ότι επρόκειτο για ακίνδυνο και αθώο άνθρωπο. Γι’ αυτό προσπαθεί να τον σώσει. Δεν έχει όμως αρκετό σθένος, ώστε να ενεργήσει όπως ο Κλαύδιος Λυσίας στην περίπτωση του Παύλου (p).

Ματθ. 27,12  καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο(1).
Ματθ. 27,12  Και ενώ κατηγορείτο από τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους, αυτός δεν έδωσε καμίαν απάντησιν.
(1)    Η αντίθεση μεταξύ της συμπεριφοράς του Κυρίου προς τον Πιλάτο κατ’ ιδίαν και της συμπεριφοράς του όταν αντιμετώπιζε δημόσια την εναντίον του κατηγορία της ιουδαϊκής ιεραρχίας, είναι αξιοσημείωτη. Αναγνωρίζει ως δικαίωμα του επιτρόπου να ρωτήσει αυτόν για τις κατηγορίες αυτές, και γι’ αυτό απαντά στα ερωτήματά του ελεύθερα. Δεν αναγνωρίζει όμως ως δικαίωμα των μελών του συνεδρίου να φέρνουν τέτοιες κατηγορίες, οι οποίες ήταν ψευδείς και γνώριζαν καλά οι του συνεδρίου, ότι ήταν ψευδείς (p).
«Διότι αν και είχαν μύριες αποδείξεις από τα πράγματα για τη δύναμη, την πραότητα, και την επιείκειά του, με τη θέλησή τους τυφλώνονταν και κακουργούσαν. Για αυτά ακριβώς δεν απαντά σε τίποτα, αλλά σιωπά…, προς τις κατηγορίες όμως αυτών τίποτα πλέον δεν λέει· διότι δεν επρόκειτο βεβαίως να τους πείσει» (Χ).

Ματθ. 27,13  τότε λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσι(1);
Ματθ. 27,13  Τότε λέγει εις αυτόν ο Πιλάτος• “δεν ακούς πόσα καταθέτουν αυτοί εις βάρος σου;”
(1)    «Διότι ήθελε ο Πιλάτος να απαλλαχτεί ο Ιησούς αφού απολογηθεί, γι’ αυτό και έλεγε αυτά» (Χ). Ο Πιλάτος φαίνεται ήδη πεπεισμένος για την αθωότητα του κατηγορουμένου.

Ματθ. 27,14   καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ πρὸς οὐδὲ ἓν ῥῆμα, ὥστε θαυμάζειν(1) τὸν ἡγεμόνα λίαν.
Ματθ. 27,14    Και δεν απήντησεν εις αυτόν ούτε ένα λόγον, ώστε ο ηγεμών να θαυμάζει παρά πολύ.
(1)    «Διότι πράγματι ήταν αξιοθαύμαστο να βλέπει να δείχνει τόση επιείκεια και να σιωπά, αυτός που μπορούσε άπειρα να πει» (Χ). Θαυμάζει ο Πιλάτος, διότι δεν είναι δυνατόν να παραμένει κάποιος σιωπηλός, όταν η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο, μάλιστα αφού ήδη άρχισε να μιλά (b). Του Σωτήρα μας η πραεία και σεμνοπρεπής στάση, που τόσο διέφερε από τη στάση ενός τολμηρού και φιλόδοξου δημαγωγού που παρασέρνει τον όχλο σε στάση ή κάποιου αποσκληρυμένου εγκληματία, που συνταύτισε την τύχη του με κλέφτες και ληστές, πρέπει να προκάλεσε την προσοχή του επιτρόπου και το θαυμασμό του (ο).

Ματθ. 27,15  Κατὰ δὲ ἑορτὴν(1) εἰώθει(2) ὁ ἡγεμὼν ἀπολύειν ἕνα τῷ ὄχλῳ δέσμιον(3), ὃν ἤθελον(4).
Ματθ. 27,15   Κατά την εορτή δε του πάσχα είχε την συνήθειαν ο ηγεμών να απολύη ένα κατάδικον χάριν του λαού, εκείνον τον οποίον ήθελαν.
(1)    «Τη γιορτή του Πάσχα δηλαδή» (Ζ). Κατά το οκταήμερο του Πάσχα (F).
(2)    Σχετικά με τη συνήθεια αυτή τίποτα άλλο δε γνωρίζουμε παρά μόνο αυτά που αναφέρουν τα ευαγγέλια. Είναι πιθανόν να πρόκειται για συνήθεια των Ιουδαίων, την οποία οι Ρωμαίοι σε συμφωνία με την ανοχή των τοπικών εθίμων, τα οποία δεν ήταν επικίνδυνα στην εξουσία τους, εξακολουθούσαν να τηρούν (p).
«Λέει ο Ιωάννης, ότι είπε ο Πιλάτος· Υπάρχει συνήθεια σε σας να ελευθερώσω για σας έναν κατά το Πάσχα» (Ζ).
(3)    Η συνήθεια αυτή ήταν σύμφωνη με την απελευθέρωση από την Αίγυπτο (b). Πιθανώς να είχε σχέση και με παλαιό έθιμο των Βαβυλωνίων-Ασσυρίων, σύμφωνα με το οποίο ο βασιλιάς του ζητούσαν σε κάποιες ημέρες του μήνα Μαρσιεσβάν να απαγγείλει κάποιο ψαλμό μετανοίας και να αφήνει ελεύθερο έναν δέσμιο, για δήλωση ίσως, του ότι οι θεοί δείχνονταν φιλάνθρωποι και συγχωρούσαν τις αμαρτίες τους (S).
(4)    Αδιαφόρως των μεγάλων ή πολλαπλών του εγκλημάτων, εάν ο λαός ήθελε την απόλυσή του, ο δέσμιος ελευθερωνόταν (ο).

Ματθ. 27,16  εἶχον(1) δὲ τότε δέσμιον ἐπίσημον(2) λεγόμενον Βαραββᾶν(3).
Ματθ. 27,16  Είχαν δε τότε ένα κατάδικον διαβόητον δια τα πολλά του εγκλήματα, ο όποιος ελέγετο Βαραββάς.
(1)    Είχαν οι ρωμαϊκές αρχές (ο).
(2)    Το αντίθετο του άσημος, το οποίο λέγεται πρώτα για το χρυσό και το ασήμι που δεν έχουν κοπεί και σφραγιστεί σε νομίσματα, και έπειτα για τον μη γνωστό. Επίσημος λοιπόν είναι ο σεσημασμένος, ο γνωστός για καλό ή κακό (δ). «Επίσημο, δηλαδή διαβόητο για κακία· ο οποίος είχε κάνει άπειρους φόνους» (Χ).
Εάν επρόκειτο για άνθρωπο που αξίωνε, ότι ήταν ο Μεσσίας ή που συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους υπέρ της ανεξαρτησίας του ιουδαϊκού λαού, θα ήταν πολύ δημοφιλής και συνεπώς θα ήταν πολύ ανόητο εκ μέρους του Πιλάτου, να προτείνει την απόλυσή του, ενώ αποτελούσε και κίνδυνο για το ρωμαϊκό καθεστώς, αφού θα ήταν εκ προτέρου βέβαιος, ότι αυτόν θα προτιμούσαν οι Ιουδαίοι. Η στάση και αιματοχυσία, για την οποία είχε φυλακιστεί (Λουκ. κγ 19), θα προκλήθηκε από κάποια ληστρική επιδρομή, στην οποία δεν αναφέρεται, ότι αυτός ήταν ο αρχηγός (p).
(3)    Όχι ασυνήθιστο στους Ιουδαίους όνομα (ο). Βάρ-αββά, υιός αββά, «γιος του πατέρα. Διότι βαρ είναι ο γιος και αββάς ο πατέρας» (Θφ). Άλλοι ερμήνευσαν γιος ραββίνου. «Διότι όπως φαίνεται ήταν πατρώνυμο του ληστή το Βαραββάς, το οποίο ερμηνεύεται γιος διδασκάλου» (Σχόλιο Αναστασίου Αντιοχείας), «filius magistri eorum(=γιος του διδασκάλου τους)» (Ιερώνυμος).
Σε αυτή την περίπτωση όμως έπρεπε να είναι Βαρ-ραββάν. Η συνήθης παραγωγή του ονόματος υιός πατρός παρέχει προφανή αντίθεση μεταξύ του Υιού του Πατρός (=του Χριστού), ο οποίος αποδοκιμάστηκε και του υιού κάποιου πατέρα (=Βαραββάς), ο οποίος προτιμήθηκε (p). «Οι Ιουδαίοι λοιπόν, ζήτησαν τον υιό του πατέρα τους του διαβόλου» (Θφ).

Ματθ. 27,17  συνηγμένων οὖν αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος(1)· τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν(2); Βαραββᾶν(3) ἢ Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν;
Ματθ. 27,17   Ενώ δε εκείνοι ήσαν συγκετρωμένοι εμπρός στο πραιτώριον, τους ηρώτησεν ο Πιλάτος• “ποίον θέλετε να απολύσω προς χάριν σας; Τον Βαραββάν η τον Ιησούν, τον λεγόμενον Χριστόν;”
(1)    «Ο Πιλάτος επειδή δεν μπόρεσε να σώσει το Χριστό ως αθώο, επεχείρησε έστω λοιπόν και ως κατάδικο να του δώσει χάρη λόγω της γιορτής» (Ζ). «Διότι αν δε θέλετε, λέει, να τον αφήσετε ως αθώο, έστω και ως κατάδικο χαρίστε του τη ζωή λόγω της γιορτής» (Χ).
(2)    «Βλέπεις πώς αντιστράφηκε η κατάσταση; Διότι η μεν αίτηση υπέρ των καταδίκων, ήταν συνήθεια να γίνεται από το λαό, ενώ η απόλυση από τον άρχοντα· τώρα όμως έγινε το αντίθετο, και ο άρχοντας ζητά από το λαό και ούτε έτσι δεν γίνονται ήμεροι, αλλά εξαγριώνονται περισσότερο» (Χ).
(3)    Τόσο στο στίχο αυτό, όσο και στον προηγούμενο υπάρχει από ελάχιστα χειρόγραφα μαρτυρούμενη γραφή Ιησούν Βαραββάν. Ο Ωριγένης φαίνεται να προσκλίνει να δεχτεί τη γραφή αυτή.
«Σε πολύ παλαιά αντίγραφα που διάβασα και ο ίδιος ο Βαραββάς λεγόταν Ιησούς. Και η ερώτηση του Πιλάτου ήταν ως εξής σε αυτά· ποιόν θέλετε από τους δύο να ελευθερώσω σε σας, τον Ιησού τον Βαραββά ή τον Ιησού τον λεγόμενο Χριστό;» (Σχόλιο Αναστασίου Αντιοχείας).
Και μεταξύ των νεωτέρων ερμηνευτών προτιμούν αυτήν τη γραφή οι L,a,Burkitt,Ewald και Zahn. Όλοι όμως οι ελληνικοί μεγαλογράμματοι κώδικες, καθώς και οι περισσότερες και καλύτερες μεταφράσεις δεν μαρτυρούν υπέρ αυτής της γραφής. Επιπλέον και τα λίγα χειρόγραφα που μαρτυρούν υπέρ αυτής, ενώ έχουν το Ιησούς Βαρραβάς στους στίχους 16,17, δεν έχουν αυτό στους στίχους 20,21,26, όπου θα ανέμενε κάποιος να δει να επαναλαμβάνεται αυτό. Εξάλλου κανένα ίχνος της γραφής αυτής δεν συναντιέται σε κανένα χειρόγραφο των τριών υπόλοιπων ευαγγελίων (p). Είναι λοιπόν πιθανότατη η από απροσεξία μετάθεση από το όνομα του Σωτήρα και η σύγχυση του κύριου ονόματος του Σωτήρα και του πατρωνυμικού του ληστή (δ).

Ματθ. 27,18  ᾔδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον(1) παρέδωκαν(2) αὐτόν.
Ματθ. 27,18   Διότι είχε εννοήσει πολύ καλά, ότι ένεκα φθόνου τον παρέδωσαν.
(1)    Φθονούσαν τον Ιησού, διότι ο λαός ήταν με το μέρος του (b). Κριτής έμπειρος όπως ο Πιλάτος εύκολα αντιλήφθηκε αυτό (F). Άλλωστε οι ρωμαϊκές εξουσίες τηρούνταν ενήμερες με τους εγκαθέτους τους για το τι συνέβαινε στη χώρα, και δεν υπάρχει για αυτό καμία δυσκολία να υποθέσουμε, ότι ο Πιλάτος πληροφορήθηκε για τα σχετικά με τη δίκη του Ιησού (ο).
(2)    Οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και όχι ο λαός, αυτοί είχαν συλλάβει και παραδώσει τον Ιησού, όπως σαφώς γράφει ο Μάρκος (S).

Ματθ. 27,19  Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος(1) ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν ἡ γυνὴ(2) αὐτοῦ λέγουσα(3)· μηδέν σοι(4) καὶ τῷ δικαίῳ(5) ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον(6) σήμερον(7) κατ᾿ ὄναρ(8) δι᾿ αὐτόν.
Ματθ. 27,19  Ενώ δε αυτός εκάθητο εις την δικαστικήν έδραν, έστειλε προς αυτόν η γυναίκα του και του είπε• “πρόσεχε να μην αναμιχθής εις την υπόθεσιν του δικαίου εκείνου, διότι πολλά έπαθα σήμερα ένεκα αυτού στο όνειρόν μου”.
(1)    Για τη φράση δες Πράξ. ιβ 21,ιη 12,16,17,κε 6,10,17,Ρωμ. ιδ 10,Β΄ Κορ. ε 10. Η φράση εδώ υπονοεί, ότι ο Πιλάτος ανέμενε έως ότου ο λαός αποφασίσει, ποιος από τους δύο δέσμιους να απολυθεί.
(2)    Το όνομά της σύμφωνα με το θρύλο των αποκρύφων ήταν στα λατινικά Πρόκουλα σύμφωνα με κάποια χειρόγραφα των Πράξεων Πιλάτου ή του ευαγγελίου του Νικοδήμου (Ι,2), το οποίο στα ελληνικά έγινε Πρόκλα (επιστολή Πιλάτου προς Ηρώδη περί της επιστροφής της συζύγου του. Νικηφόρου Καλλίστου Migne 145,720) (L). Στην αρχή απαγορευόταν στους ανθύπατους και ηγεμόνες να παίρνουν μαζί τους τις συζύγους τους στις επαρχίες· ύστερα όμως σιωπηρά επιτράπηκε αυτό (Σουετώνιος στο Αυγούστου βίος 24. Τακίτου Χρονικά 3,33) (δ).
(3)    Το μήνυμα αυτό της συζύγου του Πιλάτου έρχεται εδώ για να δοθεί εξήγηση του γιατί ο Πιλάτος, αφού ο λαός εξέφρασε την προτίμησή του, αποπειράθηκε και πάλι να απολύσει τον δίκαιο αυτόν άνδρα (p).
(4)   Εξυπακούεται το ρήμα «έστω (=ας είναι)» (g). «Καμία διαφωνία να μην υπάρχει ανάμεσα σε εσένα και σε εκείνον· μείνε μακριά του» (Ζ). Μη συμμετάσχεις στην καταδίκη του. Προσπάθησε να τον σώσεις (ο).
(5)    Έτσι αποκαλεί αυτόν και ο Πιλάτος στο σ. 24 αναφερόμενος με τρόπο ασθενικό στα λόγια αυτά της συζύγου του (b). Με την έννοια της λέξης αθώος εδώ (ο).
(6)    «Δεν βλέπει μόνο, αλλά και πάσχει, δηλαδή βασανίζεται, έτσι ώστε, λόγω της συμπάθειας προς τη γυναίκα του, ο άνδρας της να εμποδίσει το φόνο έστω και αν αυτοί δεν πείθονται» (Ζ). «Ω! Τι θαύμα! Ενώ κρινόταν από τον Πιλάτο, εκφόβιζε τη γυναίκα του» (Θφ). Πολλά δεινά έπαθα (δ).
(7)    «Το «σήμερα», λέγεται και για τη νύχτα» (Ζ). «Διότι την ίδια αυτή νύκτα είδε» (Χ). Στην ερώτηση πού ο Πιλάτος πέρασε τη νύχτα για να μην μπορεί η σύζυγός του να τού μιλήσει για το όνειρο το πρωί, εκτός από άλλα μπορεί να δοθεί και η απάντηση, ότι η σύλληψη και παράδοση του Ιησού ήταν απρόοπτη, και όταν έγινε γνωστή αυτή, το έως τότε αόριστο και ανεξήγητο για τη σύζυγο του Πιλάτου όνειρο συνδυασμένο με το απρόοπτο γεγονός έγινε σε αυτήν σημαντικό και λιγότερο ή περισσότερο φανερό (L).
(8)    «Κύτταξε τι συμβαίνει πάλι, ικανό να τους επαναφέρει όλους. Διότι μετά από την εκ των πραγμάτων πείρα και απόδειξη, και το όνειρο δεν ήταν μικρής σημασίας. Και για ποιο λόγο δεν το βλέπει αυτός; Ή, επειδή εκείνη ήταν πιο άξια· ή διότι εάν το έβλεπε αυτός, δεν θα πιστευόταν όπως εκείνη, ή δεν θα το αποκάλυπτε. Γι’ αυτό κανονίζεται να το δει η γυναίκα, ώστε να γίνει γνωστό σε όλους» (Χ).
Σύμφωνα με τη σκέψη του ευαγγελιστή το όνειρο της συζύγου του Πιλάτου ήταν υπερφυσικής προέλευσης (L). Πράγματι πώς η γυναίκα αυτή είδε τόσο φοβερό όνειρο σχετιζόμενο με έναν κατάδικο, τον οποίο δεν γνώριζε ούτε είχε δει ποτέ και για τη σύλληψη και καταδίκη του οποίου δεν ήταν δυνατόν να είχε κάποια είδηση μέχρι την ώρα που ξύπνησε (ο).

Ματθ. 27,20  Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν(1) τοὺς ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν ἀπολέσωσιν(2).
Ματθ. 27,20   Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν εν τω μεταξύ τους όχλους να ζητήσουν τον Βαραββάν, να θανατώσουν δε τον Ιησούν.
(1)    Την ώρα που ο Πιλάτος λάμβανε το μήνυμα της γυναίκας του, οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι ενεργούσαν στους όχλους, τους οποίους ο Πιλάτος για λίγη ώρα άφησε εξαιτίας του μηνύματος (δ). Έπεισαν με ευλογοφανείς λόγους (b). «Διεφθαρμένοι αυτοί, διέφθειραν και τους όχλους» (Ζ).
(2)    Να τον εξολοθρεύσουν δηλαδή να ζητήσουν να θανατωθεί (b).

Ματθ. 27,21  ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἡγεμὼν εἶπεν αὐτοῖς(1)· τίνα θέλετε ἀπὸ τῶν δύο ἀπολύσω ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον(2)· Βαραββᾶν.
Ματθ. 27,21  Έλαβε δε τον λόγον ο ηγεμών και είπεν εις αυτούς• “ποίον θέλετε από τους δύο να σας απολύσω;” Εκείνοι δε εφώναξαν• “τον Βαραββάν”.
(1)    «Ρώτησε την πρώτη φορά, επειδή όμως δεν απάντησαν ακόμη, αφού ασχολήθηκε με το μήνυμα της γυναίκας του, πάλι επανέλαβε την ερώτηση» (Ζ).
(2)    «Όπως διδάχτηκαν» (Ζ).

Ματθ. 27,22  λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τί οὖν ποιήσω(1) Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αὐτῷ πάντες(2)· σταυρωθήτω(3).
Ματθ. 27,22   Τους λέγει ο Πιλάτος• “Τι λοιπόν να κάμω τον Ιησούν, τον λεγόμενον Χριστόν;” Λέγουν εις αυτόν όλοι, “να σταυρωθή”.
(1)    «Αφού αστόχησε σε αυτό που ήλπιζε, ρωτά πάλι για αυτό και κάνει αυτούς κύριους της υπόθεσης, καταπραΰνοντας έτσι και γλυκαίνοντάς τους» (Ζ), «έτσι ώστε, έστω και από ντροπή να ζητήσουν την απελευθέρωσή του και το παν να γίνει από το φιλότιμό τους» (Χ). Η προηγούμενη απάντηση του όχλου δεν έπεισε αυτόν, ότι τα συναισθήματα του όχλου έτειναν προς τον όλεθρο του Ιησού. Ο όχλος ήταν δυνατόν παρασυρόμενος να ψηφίσει υπέρ του Βαραββά, αλλά συγχρόνως να μην είναι δυσμενής και προς τον Γαλιλαίο (p).
Υπέθετε ίσως, ότι οι Ιουδαίοι δεν θα ζητούσαν τόσο βαριά τιμωρία για τον Ιησού. Θα όφειλε όμως να μην τους ρωτήσει. Θα ήταν ασφαλέστερο να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού χωρίς τίποτα άλλο (b). «Αυτός λοιπόν ήταν άνανδρος και μαλακός (=αδύναμος, άτολμος)» (Χ).
(2)   «Όλοι, όχι οι όχλοι μόνοι, αλλά και οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι» (Ζ).
(3)    «Και δεν λένε, να φονευτεί, αλλά να σταυρωθεί, ώστε και το είδος του θανάτου να τον αποδεικνύει αυτόν (τον Ιησού) κακούργο» (Ζ).

Ματθ. 27,23  ὁ δὲ ἡγεμὼν ἔφη(1)· τί γάρ(2) κακὸν ἐποίησεν; οἱ δὲ περισσῶς(3) ἔκραζον(4) λέγοντες· σταυρωθήτω.
Ματθ. 27,23  Ο δε ηγεμών είπε• “διατί να σταυρωθή; Ποίον κακόν έκαμε;” Εκείνοι δε ακόμη περισσότερον εκραύγαζαν λέγοντες• “να σταυρωθή”.
(1)  Ο Πιλάτος επηρεαζόμενος από κάποιο ρωμαϊκό αίσθημα δικαιοσύνης, καθώς και από το ενδιαφέρον του για το δέσμιο και από το όνειρο της συζύγου του, επιχειρεί και πάλι να σώσει τον Ιησού.
(2)    Τι λοιπόν; (g). Αλλά γιατί; Τι έπραξε για να τιμωρηθεί έτσι;
(3)    «Αντί να πει: περισσότερο» (Ζ). Ή, με υπερβολή (δ).
(4)    Συνεχώς.

Ματθ. 27,24  ἰδὼν δὲ ὁ Πιλᾶτος ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ(1), ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος(2) γίνεται, λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας(3) ἀπέναντι(4) τοῦ ὄχλου λέγων· ἀθῶός εἰμι ἀπὸ(5) τοῦ αἵματος(6) τοῦ δικαίου(7) τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε(8).
Ματθ. 27,24   Όταν είδε ο Πιλάτος ότι καμίαν ωφέλειαν δεν έφερε η παρέμβασις του υπέρ του Ιησού, αλλά μάλλον προκαλούσε θόρυβον και αναταραχήν, αφού επήρε νερό εξέπλυνε καλά τα χέρια του εμπρός στον όχλον λέγων• “είμαι αθώος από το αίμα του δικαίου τούτου• εις σας θα πέση η ευθύνη και το κρίμα”.
(1)    Υποκείμενο ο Πιλάτος. Δες Ησ. λ 7,Παροιμ. ια 4, κατά τον Αλεξανδρινό κώδικα Ιω. ιβ 19.
(2)    Φοβόταν στάση (b).
(3)   Το πλύσιμο των χεριών είναι ένας φυσικός συμβολισμός για έκφραση αποποίησης κάθε ενοχής και ευθύνης. Βρίσκουμε αυτόν μεταξύ των Ιουδαίων (Δευτ. κα 6,Ψαλμ. κε 6,οβ 13,Ιωσήπου Αρχαιολ. IV,VIII,16) και των εθνικών (Virg. Aen. II 719·  Ovid. Fasti II 45). Δεν ήταν ασυνήθιστο για ένα δικαστή, όταν απήγγειλε την ποινή του θανάτου, να διαμαρτύρεται, ότι δεν είχε ευθύνη ή ενοχή για την αφαίρεση της ζωής του καταδικασμένου (Αποστολικαί Διαταγαί ΙΙ 52). Το απενίψατο είναι πιο έντονο από το απλό ενίψατο (p).
Ο Πιλάτος δεν συμμορφώνεται εδώ με συνήθεια ιουδαϊκή, αλλά κάτω από το κράτος δεισιδαιμονικού φόβου χρησιμοποιεί τον εκφραστικό αυτό συμβολισμό καθησυχάζοντας τη συνείδησή του με την επίρριψη ολόκληρης της ενοχής σε εκείνους (L).
«Καθάρισε με νερό τα χέρια δείχνοντας, ότι είναι καθαρός και αμέτοχος στο φόνο· διότι ήταν ιουδαϊκή συνήθεια, να διαμαρτύρονται έτσι αυτοί που δεν ήθελαν να συμμετέχουν σε κάποιο φόνο. Διότι λέει και ο Δαβίδ· Θα πλύνω με αθώους τα χέρια μου» (Ζ).
(4)    Μπροστά και αντικρυστά στο πλήθος.
(5)    Η σύνταξη «αθώος από» είναι εβραϊσμός. Δες Αριθμ. ε 31,Β΄ Βασ. γ 28 (L).
(6)    «Αίμα λένε την καταδίκη του αίματος» (Ζ)· από την ενοχή για το χύσιμο του αίματος.
(7)    Ο Πιλάτος υιοθετεί τον χαρακτηρισμό αυτόν από το μήνυμα της συζύγου του, στίχ. 19 (b).
(8)    Όπως οι Ιουδαίοι είπαν στον Ιούδα, έτσι και ο Πιλάτος λέει στους Ιουδαίους (b). Δική σας φροντίδα θα είναι το τι θα κάνετε, για να εξιλεωθείτε για το άδικο αυτό.

Ματθ. 27,25  καὶ ἀποκριθεὶς πᾶς ὁ λαὸς εἶπε· τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν(1).
Ματθ. 27,25   Και απεκρίθη όλος ο λαός και είπε• “το αίμα αυτού ας πέση επάνω εις ημάς και επάνω εις τα τέκνα μας”.
(1)    Εξυπακούεται το ελθέτω (=ας έλθει) (L).
«Τραβούν την κατάρα όχι μόνο εναντίον αυτών των ίδιων, αλλά και εναντίον των παιδιών τους» (Ζ). Για κατάρες παρομοίου είδους δες Πράξ. ιη 6 (S). Ως προς τις επερχόμενες γενιές ισχύει το «αυτοί που επιμένουν στην πώρωση, γίνονται κληρονόμοι του πατρικού φόνου» (Β).
Ο ευαγγελιστής επιθυμεί να αντιθέσει την σκληροκαρδία των Ιουδαίων κριτών με τις τύψεις της συνείδησης ειδωλολάτρη κριτή. Η κύρια ιδέα του στίχου είναι, ότι όλοι όσοι ήταν εκεί παρόντες, αναδέχτηκαν την ευθύνη. Το έγκλημα της θανάτωσης του Μεσσία από άποψη γενικότητας κατέστη εθνικό έγκλημα (p). Πόσο τρομερά πραγματοποιήθηκε αυτό! Κανείς ποτέ λαός δεν υπέφερε τόσους και τέτοιους διωγμούς, και όμως διασώζεται ακόμη με θαυμάσιο τρόπο ως ξεχωριστή φυλή, διαρκές και ζωντανό μνημείο της οργής του Θεού (ο).
«Για αυτόν το λόγο καταστράφηκαν όλοι μαζί ως γένος και τους αρπάχτηκαν οι πόλεις, ώστε σχεδόν να μην μπορεί να διαφύγει κανένας. Διότι το τι και πόσα έπαθαν, τα διηγούνται οι γραφές αυτών που εξιστόρησαν αυτά τα γεγονότα» (Κ)

Ματθ. 27,26 τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν φραγελλώσας(1) παρέδωκεν(2) ἵνα σταυρωθῇ.
Ματθ. 27,26  Τότε τους αφήκεν ελεύθερον τον Βαραββάν, τον δε Ιησούν, αφού διέταξε και τον εμαστίγωσαν με το φραγγέλιον, τον παρέδωσε δια να σταυρωθή.
(1)    «Φραγγέλωσε δηλαδή μαστίγωσε» (Θφ). «Το φραγγέλιο ήταν μαστίγιο πλεγμένο από σχοινιά ή λωρίδες, με το οποίο χτυπούσαν την πλάτη των καταδίκων» (Ζ). Η φραγγέλωση στους Ρωμαίους αποτελούσε συνηθισμένη προκαταρκτική πράξη κάθε εκτέλεσης (S). Όχι σπάνια ο κατάδικος πέθαινε κατά τα χτυπήματα της φραγγέλωσης (F).
Σύμφωνα με τον Ιωάννη στην φραγγέλωση κατέφυγε ο Πιλάτος σαν σε έσχατη απόπειρα να σώσει τον Ιησού «επινοώντας τρόπο να εξασθενήσει την ένταση της μανίας των Ιουδαίων, έτσι ώστε, βλέποντας την ύβρη που έγινε σε αυτόν… να κατευνάσουν την οργή» (Ζ).
Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του Ματθαίου και του Ιωάννη. Η τελική τυπική απόφαση του Πιλάτου να θανατωθεί ο Ιησούς εξαγγέλθηκε μετά την φραγγέλωση και την παρουσίαση του Ιησού με τη χλαμύδα μπροστά στον όχλο.
(2)    Στους στρατιώτες ως εκτελεστές των θανατικών αποφάσεων.

Ο Μεσσίας εμπαίζεται από τους στρατιώτες

Ματθ. 27,27  Τότε οἱ στρατιῶται τοῦ ἡγεμόνος(1) παραλαβόντες τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ πραιτώριον(2) συνήγαγον ἐπ᾿ αὐτὸν ὅλην τὴν σπεῖραν(3)·
Ματθ. 27,27   Τότε οι στρατιώται του ηγεμόνος, αφού παρέλαβαν τον Ιησούν εις την αυλήν του πραιτωρίου, εμάζεψαν γύρω από αυτόν όλην την φρουράν.
(1)    Δηλαδή τα στρατεύματα, τα οποία είχαν συνοδεύσει τον επίτροπο από την Καισάρεια στην Ιερουσαλήμ και τα οποία βοηθούσαν για τήρηση της τάξης (S).
(2)    Δηλαδή την επίσημη κατοικία του επιτρόπου, η οποία βρισκόταν στο δυτικό λόφο (S). Από την εξωτερική αυλή, όπου ήταν ο Πιλάτος μαζί με τους Ιουδαίους στο εσωτερικό της αυλής (δ). Πριν ήταν ανάκτορο του Ηρώδη, μεγαλοπρεπές οικοδόμημα στα δυτικά του ναού, ώστε να βλέπει κάποιος από ψηλά αυτόν (ο). Τον εισήγαγαν εκεί για να βρουν και τους υπόλοιπους στρατιώτες που είχαν εγκατασταθεί και φύλαγαν εκεί (L).
(3)     Κατ’ ακρίβεια είναι λόχος ή κοόρτις (τάγμα), που αριθμεί 500-600 άνδρες. Αλλά εδώ ο όρος χρησιμοποιείται ελεύθερα για δήλωση μικρότερου αριθμού (S). Το ένα δέκατο της λεγεώνας (g). Οι στρατιώτες όλοι εθνικοί βρήκαν ευκαιρία να διασκεδάσουν εκδηλώνοντας την περιφρόνησή τους προς τους Ιουδαίους στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος ομολόγησε τον εαυτό του βασιλιά τους (F).

Ματθ. 27,28  καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα(1) κοκκίνην,
Ματθ. 27,28   Και αφού τον εγύμνωσαν από τα ενδύματά του, τον ενέδυσαν με κόκκινον μανδύαν.
(1)    Στρατιωτική χλαίνη. Η χλαμύδα ήταν γενικώς στρατιωτικό ένδυμα, που φοριόταν όμως όχι μόνο από τους στρατιώτες, αλλά και τους βασιλιάδες (a). «Επειδή δηλαδή λεγόταν βασιλιάς των Ιουδαίων, επομένως ως βασιλιά τον χλεύαζαν» (Ζ).

Ματθ. 27,29  καὶ πλέξαντες στέφανον(1) ἐκ ἀκανθῶν(2) ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ κάλαμον(3) ἐπὶ τὴν δεξιὰν αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ(4) ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· χαῖρε ὁ βασιλεὺς(5) τῶν Ἰουδαίων(6)·
Ματθ. 27,29   Έπλεξαν δε ακάνθινον στέφανον και έβαλαν αυτόν στο κεφάλι του αντί για στέμμα• του έδωκαν καλάμι στο δέξι του χέρι αντί για σκήπτρο και αφού εγονάτισαν εμπρός του τον ενέπαιζαν λέγοντες• “χαίρε, ο βασιλεύς των Ιουδαίων”.
(1)    Το στεφάνι δινόταν στους νικητές σε μάχη ή σε αγώνισμα (S).
(2)    Δεν υπάρχει καμία ένδειξη στα ευαγγέλια, από την οποία να συμπεράνουμε από ποιο φυτό κατασκευάστηκε το στεφάνι. Παρόλο όμως που δεν χρησιμοποιείται εδώ η λέξη διάδημα (στέμμα), είναι αναμφίβολο, ότι «το αγκάθινο στεφάνι το έβαλαν αντί για διάδημα» (Ζ).
(3)    «Και το καλάμι, τού το έδωσαν στο χέρι αντί για σκήπτρο» (Ζ).
(4)    Οι στρατιώτες ήξεραν καλά την τελετή του χαίρε Καίσαρ και μιμούνταν τώρα αυτήν (p).
(5)    Μεταχειρίζονται αυτόν ως παράφρονα, ο οποίος φανταζόταν τον εαυτό του βασιλιά (b), «και χωρίς να το θέλουν κατασκεύαζαν την αλήθεια» (Ζ).
(6)    Αφού συντελέστηκε η εγκαθίδρυση του βασιλιά ο ειρωνικός και εμπαικτικός χαιρετισμός επακολούθησε συνοδευόμενος και από γονυκλισία (L).

Ματθ. 27,30  καὶ ἐμπτύσαντες εἰς αὐτὸν ἔλαβον τὸν κάλαμον καὶ ἔτυπτον εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ(1).
Ματθ. 27,30   Και αφού τον έπτυσαν, επήραν το καλάμι και εκτυπούσαν την κεφαλήν του.
(1)    Και για να γίνει πιο αισθητή η γελοιοποίηση, το εμπαικτικό σκήπτρο χρησιμοποιήθηκε, για να χτυπιέται με αυτό ο πάσχων (L). Παίρνουν το καλάμι από το χέρι του, ώστε χτυπώντας να μπήξουν με αυτό βαθύτερα το αγκάθινο στεφάνι, πράγμα το οποίο δεν μπορούσαν να πράξουν με γυμνό το χέρι (ο).
«Αυτό που γινόταν ήταν το έσχατο όριο εξευτελισμού. Διότι δεν εξευτελιζόταν ένα μέλος, αλλά ολόκληρο το σώμα και ολοκληρωτικά· το κεφάλι με το στεφάνι, το καλάμι και τους κολαφισμούς, το πρόσωπο το οποίο υφίστατο εμπτύσματα, τα σαγόνια που ραπίζονταν, ολόκληρο το σώμα με τις μαστιγώσεις, με την γύμνωση, με την περιβολή της χλαμύδας και με την προσποιητή προσκύνηση, το χέρι με το καλάμι, το οποίο έδωσαν να κρατά αντί για σκήπτρο, το στόμα πάλι με την προσφορά του ξυδιού. Τι θα μπορούσε να γίνει φοβερότερο από αυτό; Τι πιο υβριστικό;» (Χ).

Ματθ. 27,31  καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν χλαμύδα(1) καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι(2).
Ματθ. 27,31  Και όταν τον ενέπαιξαν όσον ήθελαν, έβγαλαν από αυτόν την χλαμύδα, του εφόρεσαν τα ενδύματά του και τον ωδήγησαν, δια να τον σταυρώσουν.
(1)     «Όταν τον ξέντυσαν από την χλαμύδα, αφαίρεσαν οπωσδήποτε και το στεφάνι» (Ζ). Παρόλ’ αυτά τίποτα δεν λέγεται από τους ευαγγελιστές για το αγκάθινο στεφάνι, το οποίο κατά τους Ωριγένη, Τερτυλλιανό και άλλους αρχαίους συγγραφείς παρέμεινε μέχρι τέλους του μαρτυρίου στο ιερό κεφάλι του Ιησού (F).
(2)    Το μισό της προφητείας στο κεφ. κ 19 εκπληρώθηκε επακριβώς και ήδη επακολουθεί και η εκπλήρωση του δεύτερου μισού (p)

Η σταύρωση του Μεσσία

Ματθ. 27,32  Ἐξερχόμενοι(1) δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον(2) ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν(3) ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.
Ματθ. 27,32   Καθώς δε έβγαιναν από την πόλιν, ευρήκαν ένα άνθρωπον, που κατήγετο από την Κυρήνην και ωνομάζετο Σίμων, αυτόν ηγγάρευσαν να σηκώση μέχρι του Γολγοθά τον σταυρόν του Ιησού.
Η συμπεριφορά των στρατιωτών στο έργο της εκτέλεσης του καταδίκου, το οποίο διατάχτηκαν να φέρουν σε πέρας, παρουσιάζεται με εμφανή αντίθεση με την πράξη εκείνων, οι οποίοι κορόιδεψαν και κακοποίησαν αυτόν. Η κοροϊδία και η κτηνώδης συμπεριφορά σταματά αμέσως, και με σοβαρότητα πλέον οι στρατιώτες προχωρούν σε εκπλήρωση της διαταγής που τους δόθηκε (p)
(1)    Οι Ιουδαίοι τις θανατικές εκτελέσεις τις τελούσαν έξω από την πόλη, Πράξ. ζ 58,Εβρ. ιγ 11-13. Παρόμοια ήταν η συνήθεια των Ελλήνων και των Ρωμαίων (ο).
(2)  Ιουδαίο από την Κυρύνη που ήταν εγκατεστημένος στα Ιεροσόλυμα, όπου είχαν οι Κυρηναίοι και δική του συναγωγή. Δες Πράξ. στ 9 (δ). Δεν υπήρχε τη στιγμή εκείνη ούτε Ιουδαίος ούτε Ρωμαίος διατεθειμένος να κουβαλήσει πρόθυμα το φορτίο του σταυρού. Ήταν πολλοί παρόντες τότε από Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Αλλά από τότε και στις πλέον μακρινές χώρες βρέθηκαν πολλοί, οι οποίοι πρόθυμα θα σήκωναν το σταυρό του (b).
(3)    «Διότι πρώτα μεν έβαλαν σε αυτόν το σταυρό ως κατάδικο και βαστάζοντάς τον βγήκε· έπειτα αφού συνάντησαν τον Σίμωνα, αυτόν αγγάρευσαν να σηκώσει αυτόν» (Ζ). «Αυτός που πρόκειται να καρφωθεί σε αυτόν (το σταυρό), προηγουμένως τον βαστάζει» (Αρτεμίδωρος Ονειρ. ΙΙ,56). Ήταν συνηθισμένο οι καταδικασμένοι σε σταύρωση να κουβαλάνε τους σταυρούς τους στον τόπο της καταδίκης. Και ο Κύριος βάσταξε το σταυρό για κάποιο διάστημα, διότι τον Σίμωνα τον συνάντησαν έξω από την πόλη. Για το αγγαρεύω δες Ματθ. ε 41.

Ματθ. 27,33  Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγόμενον Γολγοθᾶ(1), ὅ ἐστι(2) λεγόμενος κρανίου(3) τόπος,
Ματθ. 27,33  Και αφού ήλθαν εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, όνομα που σημαίνει “τόπος κρανίου”,
(1)    Σύμφωνα με τον Dalman, ενώ ο αραμαϊκός τύπος είναι Γουλγολθά, οι Έλληνες για διευκόλυνση της προφοράς του ονόματος παρέλειπαν το δεύτερο λ· αλλά οι Σύροι πέτυχαν το ίδιο αποτέλεσμα με τον τύπο Γαγουλθά. Είναι πιθανόν, ότι η αραμαϊκή προφορά στα Ιεροσόλυμα ήταν ήδη Γολγοθά (L).
(2)    «Το οποίο, το Γολγοθά δηλαδή, λέγεται που σημαίνει μεταφράζεται, όπως ο Μάρκος είπε, από την εβραϊκή διάλεκτο στην ελληνική, σημαίνει και λέγεται κρανίου τόπος» (Ζ).
(3)    Εκφράστηκε η γνώμη, σύμφωνα με την οποία ονομάστηκε έτσι από τα κρανία των καταδίκων, τα οποία έμεναν εκεί άταφα. Αυτό είναι απίθανο, διότι οι Ιουδαίοι δεν θα ανεχόντουσαν άταφα οστά, και επιπλέον η ονομασία θα έπρεπε να είναι κρανίων τόπος (p). Υπάρχει και η από τον Ωριγένη ήδη γνωστή ιουδαϊκή παράδοση των πιστών, σύμφωνα με την οποία «λένε κάποιοι ότι εκεί πέθανε και είναι θαμμένος ο Αδάμ, και τα οικονόμησε ο Θεός έτσι, ώστε, όπου ο παλαιός Αδάμ έπεσε από το θάνατο, εκεί να στηθεί και το τρόπαιο του νέου Αδάμ κατά του θανάτου, εννοώ βεβαίως το σταυρό» (Ζ)· «quia ibi erectus sit medicus, ubi jacebat aegrotus» (Αυγουστίνου, «ώστε εκεί να υψωθεί ο γιατρός, όπου ήταν πεσμένος ο ασθενής»). Αυτή όμως η μεταγενέστερη απόκρυφη παράδοση δεν μπορεί να έχει ιστορική βάση (δ).
Ο λόφος ονομαζόταν έτσι από το σχήμα του (b). Η τελευταία αυτή εκδοχή, αν και όχι βέβαιη, είναι η πιθανότερη. Σε αυτήν επίσης κλίνει και ο Κύριλλος Ιεροσολύμων (F).

Ματθ. 27,34  ἔδωκαν αὐτῷ πιεῖν ὄξος(1) μετὰ χολῆς(2) μεμιγμένον· καὶ γευσάμενος οὐκ ἤθελε(3) πιεῖν.
Ματθ. 27,34  του έδωσαν να πιή ξύδι ανακατεμένον με χολήν, δια να του φέρη κάποιαν προσωρινήν νάρκωσιν. Εκείνος όμως αφού το εδοκίμασε, δεν ήθελε να το πιή.
(1)    Υπάρχει και η γραφή των αλεξανδρινών μεγαλογράμματων κωδίκων οίνον. «Ο Μάρκος λοιπόν είπε, ότι του έδιναν να πιει εσμυρνισμένο κρασί» (Ζ).
(2)    Αντί για το σμύρνα του Μάρκου λέει ο Ματθαίος χολή. Η αντίστοιχη εβραϊκή λέξη χρησιμοποιείται και για άλλα πικρά στη γεύση, όπως το αψίνθιον (Παροιμ. ε 4,Θρήνοι Ιερεμ. γ 15). Για αυτό κάποιοι το χολή το θεωρούν ως ταυτόσημο με το σμύρνα του Μάρκου (g).
Η λέξη χολή γίνεται έτσι γενική λέξη για δήλωση ποτού πικρής γεύσης και η έννοια του καθενός από τα δύο Ευαγγέλια είναι ότι το κρασί ήταν αναμεμιγμένο με φάρμακο, ίσως και διαφορετικό από τη χολή ή τη σμύρνα. Φαίνεται να υπήρξε ιουδαϊκή συνήθεια να δίνουν κάποιο ναρκωτικό ποτό στους από το συνέδριο καταδικασμένους στον δια λιθοβολισμού θάνατο με σκοπό να μετριάσουν την αγωνία από τον οδυνηρό θάνατο και υπάρχει η ιδέα, ότι στα Ιεροσόλυμα υπήρχε ένα είδος σωματείου γυναικών, για να προμηθεύει τέτοια αναισθητικά στους κατάδικους (p).
«Προτού μεν ανέβει στο σταυρό του προσφέρθηκαν αυτά που αναφέρθηκαν, όπως ο Ματθαίος και ο Μάρκος είπαν· μετά όμως που ανέβηκε στο σταυρό μόνο ξύδι, όπως ο Λουκάς και ο Ιωάννης λένε» (Ζ).
(3)    Διότι ο Ιησούς επιθυμούσε να διατηρήσει τις αισθήσεις του πλήρως αδιατάρακτες μέχρι το θάνατό του (b).

Ματθ. 27,35  σταυρώσαντες(1) δὲ αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια(2) αὐτοῦ βαλόντες κλῆρον(3),
Ματθ. 27,35   Αφού δε τον εσταύρωσαν, εμοίρασαν μεταξύ των με κλήρον τα ενδύματά του οι στρατιώται.
(1)    Η σταύρωση ήταν η σκληρότερη και φρικωδέστερη από τις ρωμαϊκές ποινές, συνηθισμένη σε δούλους, μεγάλους κακούργους και στασιαστές, ουδέποτε όμως σε Ρωμαίους πολίτες. Οι σταυρούμενοι έμεναν καρφωμένοι, ζώντας και φοβερά πονώντας γύρω στις δώδεκα ώρες, πολλές φορές όμως 24 και 36, και καμιά φορά, αυτοί που είχαν πολύ ισχυρή κράση, 48 ή 60 ώρες. Ερχόταν λοιπόν ο θάνατος όχι από αιμορραγία, διότι το από τις πληγές αίμα αφού έπηζε εκεί σταμάταγε να ρέει, αλλά από τη νάρκωση των μυών, των φλεβών και των νεύρων και την εξάντληση των δυνάμεων. Οι φοβεροί πόνοι προέρχονταν από τη φλόγωση των πληγών και από τη συρροή του αίματος στον εγκέφαλο (δ).
Η εκτέλεση γινόταν με το να υψώσουν πρώτα και να στερεώσουν το σταυρό, ο οποίος συνήθως ήταν αρκετά χαμηλός. Έπειτα ανέβαζαν τον κατάδικο καβαλικευτά πάνω σε ένα τεμάχιο πασσάλου στερεωμένου στο μέσο του κάθετου ξύλου του σταυρού. Συνήθως τα πόδια και τα χέρια καρφώνονταν στη συνέχεια με χοντρά καρφιά (F). Υπάρχει παρόλ’ αυτά και η γνώμη ότι συνηθέστερα ο σταυρός υψωνόταν, αφού τα χέρια και τα πόδια του καταδίκου καρφώνονταν σε αυτόν, ενώ βρισκόταν στο έδαφος (ο).
(2)    Οι σταυρούμενοι καρφώνονταν γυμνοί (Αρτεμίδ. ΙΙ, 58) και πιθανώς μόνο κάποιο ύφασμα κάλυπτε τη μέση τους. Τα ρούχα τους τα έπαιρναν αυτοί που εκτελούσαν την καταδίκη (δ).
(3)    «Τα μεν ιμάτια τα μοίρασαν, για τον άρραφο όμως χιτώνα έβαλαν κλήρο» (Ζ). Δες Ψαλμ. κα 19 «για να εκπληρωθεί η προφητεία του Δαβίδ που μιλούσε για αυτά» (Ζ).

Ματθ. 27,36  καὶ καθήμενοι ἐτήρουν(1) αὐτὸν ἐκεῖ.
Ματθ. 27,36  Και καθήμενοι εκεί τον φρουρούσαν.
(1)    «Τον φύλαγαν, για να μην τον κατεβάσει κάποιος» (Ζ). Τον φύλαγαν για να μην απελευθερωθεί από τους οπαδούς του (δ).

Ματθ. 27,37   καὶ ἐπέθηκαν(1) ἐπάνω τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὴν αἰτίαν(2) αὐτοῦ γεγραμμένην(3)· οὗτός ἐστιν(4) Ἰησοῦς ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(5).
Ματθ. 27,37   Και τοποθέτησαν στον σταυρόν, επάνω από την κεφαλήν του, γραμμένην την κατηγορίαν του• “αυτός είναι ο Ιησούς ο βασιλεύς των Ιουδαίων”.
(1)    Η επιγραφή αυτή μεταφέρθηκε στον τόπο της καταδίκης έτοιμη. Διότι όπως φαίνεται από την αφήγηση του Ιωάννου, ο ίδιος ο Πιλάτος έγραψε αυτήν.
(2)    «Την κατηγορία, για την οποία σταυρώθηκε» (Ζ). Τον λόγο της καταδίκης (δ).
(3)    «Αυτό γράφτηκε σε τρεις διαλέκτους, επειδή πολλοί συνήθιζαν να επισκέπτονται τότε την πόλη των Ιουδαίων Έλληνες και Ρωμαίοι» (Ζ).
(4)    Ναι· αληθινά είναι βασιλιάς. Η επιγραφή ίσως παρέμεινε πάνω στο σταυρό πιο πολύ χρόνο παρά το σώμα του Ιησού (b). «Ήταν κρεμασμένα ψηλά τα γράμματα σαν αφιέρωμα που κατά τρόπο λαμπρό ανακήρυτταν τη βασιλεία του» (Ζ).
«Το ότι ο Κύριος είναι βασιλιάς του Ισραήλ μαρτυρήθηκε και από τους εχθρούς, που υπέγραψαν στο σταυρό την ομολογία της βασιλείας του, ότι δηλαδή αυτός είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων· διότι δεχόμαστε τη μαρτυρία, αν και θεωρείται ότι μικραίνει το μεγαλείο της εξουσίας, καθορίζοντας την κυριαρχία στη βασιλεία των Ισραηλιτών. Διότι δεν είναι έτσι· αλλά από το μερικό η επιγραφή αυτή στο σταυρό αποδίδει την πάνω σε όλους εξουσία, με το να μην προσθέσει ότι μόνο των Ιουδαίων είναι αυτός βασιλιάς» (Γν).
«Η ανάγνωση λοιπόν από αυτήν την επιγραφή δήλωνε ότι το σωτήριο πάθος έγινε όχι για χάρη της Ιουδαίας μόνης, αλλά και για κάθε ελληνική και βάρβαρη χώρα» (Δ).
(5)    Ελαφρές διαφορές στο λεκτικό της επιγραφής παρατηρούνται κατά τις διάφορες αφηγήσεις του πάθους από τους τέσσερεις ευαγγελιστές. Προέρχονται κυρίως από τις τρεις διαφορετικές γλώσσες, στις οποίες ήταν γραμμένη η επιγραφή αυτή, στη μετάφραση των οποίων φυσικό ήταν να προκύψουν ελαφρές λεκτικές διαφορές. Υπάρχει όμως απόλυτη συμφωνία ως προς την έννοια της επιγραφής έτσι ώστε τέτοιες λεκτικές διαφορές να αποδεικνύουν εμφανώς την μεταξύ τους ανεξαρτησία και την φιλαλήθεια των ιερών συγγραφέων (ο).

Ματθ. 27,38  Τότε(1) σταυροῦνται(2) σὺν αὐτῷ δύο λῃσταί(3), εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων(4).
Ματθ. 27,38  Τότε σταυρώνονται μαζί με αυτόν δύο λησταί, ένας εκ δεξιών και άλλος εξ αριστερών.
(1)    Όταν σταύρωσαν τον Κύριο της δόξας (δ).
(2)   Αφού οι πρώτοι στρατιώτες, που σταύρωσαν τον Κύριο κάθισαν και «τον φύλαγαν εκεί», όχι αυτοί, αλλά άλλοι σταύρωσαν τους δύο ληστές . Για αυτό ο Ματθαίος καθορίζοντας ακριβέστερα το πράγμα δεν λέει «σταυρώνουν» όπως ο Μάρκος, αλλά σταυρώνονται (L).
(3)    Όχι κλέφτες, αλλά ληστές που αρπάζουν με βίαια μέσα. Ίσως είχαν συνεταιριστεί με τον Βαραββά στα εγκλήματα.
(4)    «Και αυτό οφειλόταν στην επίμονη προσπάθεια των Ιουδαίων, έτσι ώστε, με το να είναι κρεμασμένος ανάμεσα στους κακούργους, να θεωρηθεί και αυτός κακούργος, και ώστε η συμμετοχή στην τιμωρία να τον ανακηρύττει συμμέτοχο και στην κακουργία» (Ζ). Για χλευασμό, τον ενθρόνισαν κατά κάποιο τρόπο σε εξέδρα ως βασιλιά των ληστών. Έτσι με την χαιρεκακία των εχθρών του αυτός ο ίδιος ο τρόπος του θανάτου του διακηρύττει λαμπρά τον σκοπό και το αποτέλεσμα της έλευσής του στον κόσμο. Ήλθε να σώσει αυτούς που μετανοούν.
Αλλά αυτό συνυπονοεί διαχωρισμό μεταξύ μετανοημένων και αμετανόητων. Και διαχωρίζει πάνω στο σταυρό αυτόν που μετανόησε από αυτόν που παρέμεινε αμετανόητος. Κάποιοι κώδικες αναφέρουν και τα ονόματα αυτών Γιοάθαμ και Χαμμαθά ή Ιωάθας και Μαγγατράς, ή σύμφωνα με τα επικρατέστερα από απόκρυφες πηγές ονόματα Δισμάς και Γκεστάς. Του μετανοημένου ληστή η μνήμη τελείται στη μεν Δυτική εκκλησία στις 25 Μαρτίου ενώ στην Ελληνική στις 23 Μαρτίου (p).
Ματθ. 27,39  Οἱ δὲ παραπορευόμενοι(1) ἐβλασφήμουν(2) αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς(3) αὐτῶν
Ματθ. 27,39  Εκείνοι δε που περνούσαν από τον δρόμο κοντά στον σταυρόν, τον εβλασφημούσαν και εκινούσαν τα κεφάλια των
(1)    «Οι Ιουδαίοι που περνούσαν κοντά από το δρόμο εκείνο» (Ζ). Η Παρασκευή λοιπόν εκείνη δεν ήταν ημέρα αργίας, αλλά εργασίας (δ). Πολλοί δεν καταδέχονταν ούτε καν να σταθούν εκεί (b) αλλά περνούσαν. Ποιοι ήταν αυτοί δεν έχουμε κάποια νύξη στα ευαγγέλια που να μας διαφωτίζει.
(2)    Στην παρούσα περίπτωση οι εναντίον του εκτελεσθέντος ύβρεις ήταν βλασφημίες, διότι απευθύνονταν κατά του Μεσσία, κατά του Υιού του Θεού (F).
(3)    Κίνηση που δηλώνει άρνηση του να αναγνωρίσει κάποιος κάτι (b). Ή σημάδι χαιρεκακίας = καλά έκαναν αυτοί που σε έβαλαν πάνω σε αυτόν. Δες Ψαλμ. κα 8,ρθ 25,Ιωβ ιστ 4,Ιερεμ. ιη 16 (δ).

Ματθ. 27,40  καὶ λέγοντες· ὁ καταλύων(1) τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν(2) ἡμέραις οἰκοδομῶν(3)! σῶσον σεαυτόν(4)· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ.
Ματθ. 27,40  λέγοντες• “συ λοιπόν, είσαι που θα εκρήμνιζες τον ναόν και εις τρεις ημέρας θα τον ξανάκτιζες! Σώσε τώρα τον εαυτόν σου. Εάν πράγματι είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον σταυρόν”.
(1)     Παρατατικός της απόπειρας (L). Εσύ που θα γκρέμιζες (a).
(2)     Και ήταν ήδη η πρώτη από τις ημέρες αυτές (b).
(3)        Αυτή ήταν η μόνη κατηγορία την οποία μετά από τριετή δημόσια δράση, είχαν να του απευθύνουν (ο).
(4)    Χρησιμοποιούν κοροϊδευτικά και το όνομα Ιησούς (=Σωτήρας), έπειτα και το όνομα υιός του Θεού και το όνομα του βασιλιά (δες σ. 42,43) (b). Ο Μεσσίας και πολύ περισσότερο ο Υιός του Θεού ήταν βεβαίως δυνατός να ελευθερώσει τον εαυτό του (F).

Ματθ. 27,41  ὁμοίως(1) δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες μετὰ τῶν γραμματέων καὶ πρεσβυτέρων(2) καὶ Φαρισαίων ἔλεγον(3)·
Ματθ. 27,41  Παρομοίως δε και οι αρχιερείς τον ενέπαιζαν μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους και τους Φαρισαίους και έλεγαν ειρωνικώς•
(1)     «Το ομοίως λέχθηκε για τη βλασφημία. Διότι και αυτοί ομοίως τον βλασφημούσαν, έστω και αν το έκαναν με άλλα λόγια» (Ζ).
(2)      Περιλαμβάνει έτσι όλα τα μέλη του συνεδρίου.
(3)   Ήδη οι ηγέτες μιμούνται τον όχλο. Τι σύγχυση! Αλλά ξεπερνούν αυτοί τον όχλο σε πικρία (b). Το να κατεβαίνουν τόσο πολύ, ώστε μαζί με τον χυδαίο όχλο να βλασφημούν αυτόν, δείχνει πόσο άσβεστο ήταν το εναντίον του μίσος τους (ο)

Ματθ. 27,42   ἄλλους ἔσωσεν(1), ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι· εἰ βασιλεὺς Ἰσραήλ(2) ἐστι, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ καὶ πιστεύσομεν(3) ἐπ᾿ αὐτῷ(4)·
Ματθ. 27,42  “άλλους έσωσε, τον εαυτόν του όμως δεν ημπορεί να σώση. Εάν είναι πράγματι ο σταλμένος από τον Θεόν βασιλεύς του Ισραήλ, ας κατεβή από τον σταυρόν και θα πιστεύσωμεν εις αυτόν.
(1)    Η φράση βρίσκεται και στους τρεις ευαγγελιστές. Παρόλ’ αυτά ο σαρκασμός αυτός μαζί με το ακόλουθο «τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει», αν και ειπώθηκε για εμπαιγμό, ανταποκρινόταν σε βαθύτερη και αποκεκρυμμένη από τους υβριστές αλήθεια. Οι χλευαστές αυτοί ήταν μεταξύ εκείνων για τους οποίους ο Ιησούς πέθαινε, για να τους σώσει. Και ο Ιησούς δεν μπορούσε να κατέβει από το σταυρό και να σώσει τον εαυτό του, διότι ήταν εκεί καρφωμένος όχι από τα καρφιά, αλλά από τον πόθο του τού να σώσει αυτούς.
«Το άλλους έσωσε, το είπαν, συκοφαντώντας τις θαυματουργίες του ότι τάχα έγιναν με μαγεία» (Ζ).
(2)    «Αυτό το είπαν εξ’ αιτίας της επιγραφής του τίτλου. Επειδή δεν μπόρεσαν δηλαδή να την αλλάξουν, επιχειρούν να την αποδείξουν ψευδή» (Ζ). Εάν είναι βασιλιάς θεοκρατικός, Μεσσίας και Υιός του Θεού (δ). Του Ισραήλ και όχι των Ιουδαίων όπως είχε η επιγραφή και υπονοούσε αυτό την μεσσιακή βασιλεία πάνω στο λαό του Θεού (L).
(3)    «Και θα κατέβαινε, αν επρόκειτο να πιστεύουν» (Ζ). Είχαν τον Μωϋσή και τους προφήτες και όμως δεν πίστεψαν σε αυτόν. Άκουσαν τα λόγια του και είδαν τα θαύματά του, και όμως δεν πίστεψαν σε αυτόν (p). Εμείς οι Χριστιανοί πιστεύουμε σε αυτόν για αυτόν ακριβώς το λόγο, διότι δεν κατέβηκε αμέσως τότε από το σταυρό, αλλά τελείως αντίθετα ολοκλήρωσε με το σταυρό το έργο του (b).
(4)    Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα γράφουν επ’ αυτόν, ενώ πολλά άλλα γράφουν ἐπ᾿ αὐτῷ.

Ματθ. 27,43  (1)πέποιθεν ἐπὶ τὸν Θεόν(2), ῥυσάσθω(3) νῦν αὐτόν, εἰ θέλει αὐτόν(4)· εἶπε γὰρ ὅτι Θεοῦ εἰμι υἱός(5).
Ματθ. 27,43   Έχει στηρίξει την πεποίθησίν του στον Θεόν. Ας τον σώση τώρα από τον σταυρόν, αν πράγματι τον θέλη. Διότι ο ίδιος είπε, ότι είμαι υιός Θεού”.
(1)    Ο στίχος είναι χαρακτηριστικός του Ματθαίου. Το πρώτο μέρος του είναι σχεδόν παράθεση, για να δειχτεί η εκπλήρωσης της προφητείας στο Ψαλμ. κα 9 (L). «Αυτό που προείπε ο Δαβίδ που αφορούσε το δικό τους πρόσωπο, τώρα αυτοί οι ίδιοι λένε αυτό, εκπληρώνοντας αυτήν την προφητεία» (Ζ).
(2)    Έχει εμπιστευθεί τον εαυτό του στο Θεό (L), «ως γιος του» (Ζ).
(3)   «Το έλεγαν αυτό, όχι επειδή ο Θεός δεν μπορούσε να τον σώσει, αλλά επειδή αυτός δεν ήταν Υιός του Θεού, όπως αυτοί νόμιζαν» (Ζ).
(4)    Όπως αυτός αξιώνει (δ). Εβραϊσμός = εάν τον αγαπά (F).
(5)    Δες και Σοφία Σολομ. β 13.

Ματθ. 27,44  τὸ δ᾿ αὐτὸ(1) καὶ οἱ λῃσταὶ(2) οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν.
Ματθ. 27,44  Κατά τον ίδιον τρόπον και οι λησταί, που είχαν σταυρωθή μαζί του, τον ύβριζαν.
(1)    «Αντί να πει παρομοίως. Διότι ο διάβολος όχι μόνο τους Ιουδαίους άναψε (=διέγειρε το θυμό τους), αλλά και τους Ρωμαίους στρατιώτες τους έκανε να συμπεριφέρονται σαν μανιακοί, και τους ίδιους του ληστές, παρόλο που ήταν συσταυρωμένοι, τους εξαγρίωσε εναντίον του» (Ζ).
(2)    «Πώς λοιπόν ο Λουκάς λέει, ότι ο ένας μάλωνε; Και τα δύο έγιναν. Διότι στην αρχή και οι δύο χλεύαζαν, ύστερα όμως όχι πια» (Χ). «Ίσως όμως το έκαναν αυτό και για χάρη των Ιουδαίων, ώστε εξ’ αιτίας αυτού να τους κατεβάσουν από το σταυρό· ύστερα όμως μετανόησε ο ένας» (Ζ).
Η μετάνοιά του αυτή και η ομολογία του παρουσιάζονται πράγματι αξιοθαύμαστες. «Διότι αν και τον έβλεπε να σταυρώνεται, τον αποκαλούσε βασιλιά· και προσδοκώντας ότι αυτός που ατιμαζόταν και έπασχε θα έρθει με δόξα που ταιριάζει σε Θεό, άρπαξε την πίστη, αν και δεν είχε ζήσει με ενάρετη διαγωγή» (Κ). Μπορεί όμως κάποιος να πει, ότι οι Ματθαίος και Μάρκος συντομεύοντας την αφήγηση γενικεύουν και στους δύο ληστές τους ονειδισμούς (F).

Ο θάνατος του Μεσσία

Ματθ. 27,45  Ἀπὸ δὲ ἕκτης(1) ὥρας σκότος(2) ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν(3) ἕως ὥρας ἐνάτης(1).
Ματθ. 27,45  Από δε την δωδεκάτην ώραν έως τις τρεις το απόγευμα έγινε σκοτάδι σε όλη τη γη.
(1)    Δηλαδή από τις 12-3 μ.μ. . Έτσι εάν η σταύρωση έγινε το μεσημέρι, το σκοτάδι παρατάθηκε καθ’ όλο το χρόνο, κατά τον οποίο ο Ιησούς ήταν πάνω στο Σταυρό (S). «Και πρόσεξε πότε γίνεται. Το μεσημέρι, για να μάθουν όλοι, όταν παντού ήταν ημέρα» (Χ). «Αφού χόρτασαν το μεθύσι της παραφροσύνης και τους χλευασμούς, μετά έγινε αυτό» (Ζ).
«Όταν είπαν όλα όσα θέλησαν, τότε δείχνει το σκοτάδι» (Χ), «έτσι ώστε, αφού σταμάτησε πλέον ο θυμός, να μπορέσουν να κερδίσουν κάτι από το θαύμα» (Ζ). «Διότι από το να κατέβει από το σταυρό, αυτό ήταν πιο θαυμαστό, το να ενεργεί δηλαδή τέτοια πράγματα ενώ είναι στο σταυρό. Διότι, είτε πίστευαν ότι τα έκανε Εκείνος αυτά, έπρεπε να πιστέψουν και να φοβηθούν· είτε πίστευαν ότι δεν τα έκανε εκείνος, αλλά ο Πατέρας, και πάλι έπρεπε να συγκινηθούν βαθιά· διότι το σκοτάδι εκείνο ήταν ενέργεια οργής για όσα είχαν αποτολμηθεί» (Χ).
(2)    Έκτακτα συμβάντα και όταν ακόμη οφείλονται σε αιτίες φυσικές, σωστά μπορούν να θεωρηθούν ως σημάδια από το Θεό (p). Παρόλ’ αυτά «δεν μπορούσαν να πουν, ότι ήταν μία φυσική έκλειψη ηλίου·… διότι στην δέκατη τέταρτη ημέρα της σελήνης, που είναι πανσέληνος, είναι αδύνατον να συμβεί κατά τρόπο φυσικό έκλειψη ηλίου» (Ζ).
(3)    Το «σε όλη τη γη» στο Λουκά δ 25 σημαίνει σε όλη τη χώρα της Παλαιστίνης (δ). Ίσως και εδώ να έχει την ίδια έννοια (p). Δεν αποκλείεται όμως να σημαίνεται και ολόκληρος ο πλανήτης μας, διότι ο ίδιος ο ήλιος έγινε σκοτεινός (b).

Ματθ. 27,46  περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων(1)· ἠλὶ ἠλί(2), λιμᾶ(3) σαβαχθανί(4); τοῦτ᾿ ἔστι, Θεέ μου Θεέ μου(5), ἱνατί με ἐγκατέλιπες(6);
Ματθ. 27,46   Περί την τρίτην απογευματινήν ώραν εβόησε με φωνήν μεγάλην ο Ιησούς, λέγων• “Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί;” Δηλαδή, Θεε μου, Θεε μου, διατί με εγκατέλιπες;”
(1)    Η κραυγή δεν ήταν έκφραση απελπισίας, αλλά προκλήθηκε από την αγωνία που είχε κυριεύσει τον πάσχοντα και δείχνει πόσο πραγματικό ήταν το πάθος του Κυρίου (S).
«Βασανισμένος από τις οδύνες που προξενούσαν τα καρφιά, ως άνθρωπος λέει… Γιατί με άφησες έτσι να οδυνώμαι;… Διότι όπως ακριβώς αληθινά έγινε άνθρωπος, έτσι αληθινά σταυρώθηκε και όχι φανταστικά. Διότι δεν θα φώναζε έτσι αν δεν πονούσε τόσο πολύ» (Ζ). Φώναξε προς τον πατέρα την φωνή του δικαίου, που απευθύνεται προς τον Θεό από τον προφητάνακτα Δαβίδ στο Ψαλμ. κα 1 (δ).
(2)  Αραμαϊκός τύπος, εξ ολοκλήρου ορθός, που προσεγγίζει περισσότερο στο εβραϊκό (L).
(3)    Στα αραμαϊκά λεμά, στα εβραϊκά λαμά.
(4)    Ο κώδικας D στο Μάρκο γράφει ζαφθάνι, το οποίο μπορεί να είναι γραφή που προήλθε από προσαρμογή στο εβραϊκό, αφού ο D φαίνεται να εξομοιώνει τον όλο στίχο με την εβραϊκή ανάγνωση, ηλί ηλί λαμά ζαφθάνι (a).
(5)    Σε άλλες περιπτώσεις συνήθιζε να λέει Πατέρα· τώρα λέει Θεέ μου, σαν να ήταν ήδη σε κάποιο βαθμό αποξενωμένος. Προσθέτει το «μου» με εμπιστοσύνη, υπομονή και αυταπάρνηση (b). Η αντωνυμία αυτή προσδίδει στο παράπονό του τον τόνο της εμπιστοσύνης και όχι της μομφής (L).
(6)    Για μία στιγμή, πράγματι τρομερή, η αγωνία εντείνεται σε σημείο, το οποίο υπερβαίνει την κατανόησή μας, και η αγάπη του Πατέρα φάνηκε ότι απομακρύνθηκε από αυτόν (p). Σε αυτήν τη στιγμή η εγκατάλειψη έφθασε στο έπακρο, όπως μετά από λίγο και το πάθημα θα φτάσει στο τέλος του. Στο μέσο της εγκατάλειψης σιωπούσε. Τώρα παραπονιέται όχι για το πάθημά του, αλλά μόνο για την εγκατάλειψη (b).
Το ποτήρι της οργής του Θεού κατά της αμαρτίας εξαντλείται ήδη μέχρι το κατακάθι. Μέσα στη μεγάλη του ταλαιπωρία βγάζει τα συγκινητικά αυτά λόγια όχι με πνεύμα ανυπομονησίας ή μεμψιμοιρίας, αλλά διότι τόσο καταβεβλημένος σωματικά αισθανόταν τον εαυτό του εγκαταλελειμμένο και από τον επουράνιο Πατέρα του (ο)

Ματθ. 27,47  τινὲς(1) δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν(2) φωνεῖ οὗτος.
Ματθ. 27,47  Μερικοί δε από εκείνους που εστέκοντο εκεί, όταν ήκουσαν τα λόγια του Ιησού έλεγαν, ότι αυτός επικαλείται τον Ηλία.
(1)    «Ήταν και αυτοί στρατιώτες Ρωμαίοι», ή και κάποιοι άλλοι «που αγνοούσαν την εβραϊκή γλώσσα» (Ζ). Μπορούσαν να είναι και ελληνιστές Ιουδαίοι, που μιλούσαν μόνο ελληνικά (δ). Και πιθανότερα τέτοιοι πρέπει να ήταν, εφόσον οι εθνικοί Ρωμαίοι αγνοούσαν τον Ηλία. Δεν αποκλείεται και σκόπιμα να διέστρεψαν τα λόγια του για εμπαιγμό, μολονότι είχαν αντιληφθεί την αληθινή έννοιά τους (ο).
(2)    Δεν υποδηλώνεται στα ευαγγέλια, εάν η φράση αυτή «τον Ηλία φωνάζει αυτός» ειπώθηκε κοροϊδευτικά ή όχι. Ο Ηλίας θεωρούνταν ως ελευθερωτής σε ώρα ταραχής και οι παριστάμενοι αυτοί ίσως να υπέθεσαν σοβαρά, ότι ο Ιησούς επικαλέστηκε τη βοήθειά του.

Ματθ. 27,48  καὶ εὐθέως δραμὼν εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ λαβὼν σπόγγον πλήσας τε ὄξους(1) καὶ περιθεὶς καλάμῳ ἐπότιζεν(2) αὐτόν.
Ματθ. 27,48   Και αμέσως ένας από αυτούς έτρεξε, επήρε σφουγγάρι το εγέμισε με ξύδι, το προσήρμοσε εις ένα καλάμι και τον επότιζε.
(1)    Μάλλον πράξη συμπάθειας που έγινε πιθανώς από κάποιον από τους στρατιώτες. Διότι το σφουγγάρι βουτήχτηκε στο σκεύος που περιείχε το όξινο κρασί, που είχαν φέρει για αναψυχή των στρατιωτών (S). Οπωσδήποτε δεν θα μπορούσαν να ακουμπήσουν το ποτό αυτό των στρατιωτών, που ονόμαζαν posca χωρίς την άδειά τους (L). Οι στρατιώτες συνήθιζαν να πίνουν ξύδι (b).
(2)    Παρατατικός της απόπειρας = ζητούσε να τον ποτίσει (δ).

Ματθ. 27,49  οἱ δὲ λοιποὶ(1) ἔλεγον· ἄφες ἴδωμεν(2) εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων(3) αὐτόν(4).
Ματθ. 27,49   Οι άλλοι όμως έλεγαν• “άφησε να ιδούμε, εάν θα έλθη ο Ηλίας, δια να τον σώση”.
(1)    Αντίθετα με την πράξη αυτή της συμπάθειας, στην οποία ένας προέβη, οι άλλοι προσθέτουν νέα λοιδορία και νέο χλευασμό.
(2)    = Ο σταυρωμένος δεν επικαλέστηκε τον Ηλία; Ας δούμε λοιπόν, αν θα έλθει (L). Με το «άφησε» δηλώνουν, ότι η βοήθεια αυτού που πρόσφερε το ξύδι δεν ήταν αναγκαία, αφού επικαλέστηκε εκείνος τον Ηλία (b).
(3)    Περίπτωση σπανιότατη χρήσης μετοχής χρόνου μέλλοντα με έννοια τελική (=σκοπού). Είναι λεπτότερη έκφραση από το  καθελεῖν, το οποίο χρησιμοποιεί ο Μάρκος (L).
(4)    Κάποια από τα μεγαλογράμματα χειρόγραφα και κάποια λίγα από τα άλλα, προσθέτουν εδώ: ένας άλλος αφού πήρε λόγχη τρύπησε την πλευρά του και βγήκε νερό και αίμα. Η γραφή δεν φαίνεται να είναι αυθεντική, αλλά προήλθε από το Ιωάννου ιθ 34.

Ματθ. 27,50  ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν κράξας φωνῇ μεγάλῃ(1) ἀφῆκε(2) τὸ πνεῦμα(3).
Ματθ. 27,50   Ο δε Ιησούς αφού πάλιν έκραξε με φωνήν μεγάλην, αφήκε ο ίδιος το πνεύμα του να φύγη από το σώμα.
(1)    «Τι έλεγε η φωνή, το δήλωσε ο Λουκάς, ότι, Πατέρα, στα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα μου» (Ζ). Ο Ιησούς εξέπνευσε με φωνή μεγάλη, όχι όπως συνέβαινε συνήθως στους σταυρωμένους από αργή εξάντληση των φυσικών δυνάμεων (S).
(2)    Ο Ματθαίος αντί για το εξέπνευσεν, το οποίο χρησιμοποιεί ο Μάρκος, προτιμά τη φράση άφησε το πνεύμα, ίσως για να τονίσει το εκούσιο (=όταν αυτός το ήθελε) του θανάτου του Χριστού (a). «Όταν δηλαδή είπε, ότι Πατέρα, στα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα μου, τότε λοιπόν παραχώρησε στο θάνατο να τον πλησιάσει» (Ζ). «Διότι όχι αναγκαστικά, αλλά με τη θέλησή του άφησε το πνεύμα» (Θφ).
(3)    Η ευαγγελική ιστορία αναφέρει το θάνατο του Ιησού Χριστού με λίγες λέξεις. Τα κηρύγματα και οι επιστολές των Αποστόλων εκθέτουν με πολλά λόγια τους καρπούς του θανάτου αυτού. Έτσι το ευαγγέλιο προμηθεύει το μαλλί και ο Απόστολος κατασκευάζει το ρούχο (b).

Ματθ. 27,51  Καὶ ἰδοὺ τὸ καταπέτασμα(1) τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο(2) ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω(3), καὶ ἡ γῆ(4) ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν(5),
Ματθ. 27,51   Και ιδού το παραπέτασμα του ναού, εσχίσθη εις δύο από επάνω έως κάτω και η γη συνεκλονίσθη από τον σεισμόν και οι πέτρες εσχίσθησαν
(1)    Είναι λέξη της ελληνικής αλεξανδρινής γλώσσας, αντί για το παραπέτασμα, το οποίο οι υπόλοιποι Έλληνες από τον Ηρόδοτο χρησιμοποιούν. Με τη λέξη αυτή στον ιερό κώδικα και στα συγγράμματα του Φίλωνα και του Ιωσήπου ονομάζονται τα δύο εκείνα μεγαλοπρεπή παραπετάσματα (=κουρτίνες) στο ναό των Ιεροσολύμων, από τα οποία το ένα χώριζε την είσοδο του ναού από τον περίβολο (Εξοδ. κστ 37,λη 18,Αριθ. γ 26,Ιωσηπ. Ιουδ. Πολ. V 5,4, το οποίο από τους Ο΄(=70 μεταφραστές) και τον Φίλωνα ονομάζεται και κ ά λ υ μ μ α· Εξοδ. κζ 16,Αριθμ. γ 25, Φίλων περί του βίου Μωϋσέως ΙΙΙ παραγραφος 5 και 9), το άλλο διαχώριζε τα άγια των αγίων από τα άγια και αυτό κατεξοχήν ονομάζεται καταπέτασμα και από τους Ο΄ και από τον Φίλωνα. Μόνο το τελευταίο αυτό καταπέτασμα αναφέρεται στην Κ.Δ. (g).
Πουθενά αλλού στην Κ.Δ. δεν αναφέρεται, διότι το καταπέτασμα στο χωρίο Εβραίους θ 3 αναφέρεται στη Σκηνή και όχι στο ναό (p). Ήταν αυτό πλουσιότατο και πολύ πυκνό (F). Ήταν επίσης και τόσο χαλαρά δεμένο από πάνω ώστε σε συνδυασμό με την πυκνότητα του υφάσματος και των κλωστών που το συγκρατούσαν γινόταν αδύνατον φυσικώς να σχιστεί, οσοδήποτε βίαιος και αν ήταν ο σεισμός που έγινε (ο).
(2)    Αναφέρεται ίσως σαν σύμβολο της μεταβολής και αλλαγής, την οποία επέφερε ο θάνατος του Μεσσία.
«Με το καταπέτασμα που σχίστηκε, δήλωσε ο Θεός, ότι έφυγε λοιπόν η θεία χάρη από το ναό και ότι τα ενδότερα, δηλαδή τα άγια των αγίων θα γίνουν σε όλους βατά (=προσβάσιμα) και ορατά, το οποίο και έγινε ύστερα, όταν μπήκαν οι Ρωμαίοι. Η πιο χαριτωμένη όμως ερμηνεία είναι ότι, επειδή τα εντός του καταπετάσματος ήταν τύπος του ουρανού, ενώ τα εκτός τύπος της γης, αφού σχίστηκε τώρα το καταπέτασμα, δήλωσε ότι σχίστηκε ήδη το μεσότοιχο του ουρανού και της γης… και έγινε βατός ο ουρανός στους ανθρώπους… Συνολικά πάντως αυτά που έγιναν, ήταν δείγμα θεομηνίας, που έλεγχαν την αναισθησία τω Ιουδαίων και προανήγγειλαν την καταστροφή τους» (Ζ).
(3)    Ο Ιερώνυμος λέει, ότι σύμφωνα με το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο το υπέρθυρο του ναού σχίστηκε. Είναι πιθανόν, το σχίσιμο του καταπετάσματος να συνοδεύτηκε και από φθορές του όλου κτιρίου του ναού. Ο Ιώσηπος (Ιουδ. Πολ. VI, 5,3) αναφέρει ένα αριθμό οιωνών που προηγήθηκαν από την καταστροφή του ναού και μεταξύ αυτών και ότι κατά το Πάσχα οι βαριές πύλες του ναού, οι οποίες έκλειναν μόλις και μετά βίας από είκοσι άνδρες, άνοιξαν αυτόματα τη νύχτα. Η Γεμάρα αναφέρει ένα όμοιο συμβάν κατά το Πάσχα, γύρω στα σαράντα χρόνια πριν την πτώση της Ιερουσαλήμ. Αυτά σύμφωνα με τον Zahn και Neander φανερώνουν ανάμνηση ενός έκτακτου συμβάντος στο ναό κατά το χρόνο της σταύρωσης (p).
(4)    Δηλαδή η Παλαιστίνη ολόκληρη και πιθανώς και άλλα μέρη (δ).
(5)   Η φύση κατά κάποιο τρόπο φοβήθηκε από την εγκληματικότητα των ανθρώπων και εκδήλωσε με τον τρόπο της τη συμπάθειά της για το θάνατο του Χριστού (F). Οσοδήποτε και αν αναζητηθούν λόγοι φυσικοί για εξήγηση του σεισμού και του σχισίματος των πετρών, το γεγονός, ότι όλα αυτά τα από μόνα τους ασυνήθιστα συνέπεσαν κατά την ίδια στιγμή μαζί με το σχίσιμο του καταπετάσματος και το άνοιγμα των μνημείων και μαζί με το ταυτόχρονο ξεψύχισμα του Λυτρωτή, αποτελεί εκπληκτικό θαύμα (ο)

Ματθ. 27,52  καὶ τὰ μνημεῖα(1) ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων(2) ἠγέρθη,
Ματθ. 27,52   και τα μνημεία εις την περιοχήν της Ιερουσαλήμ ανοίχθησαν μόνα των και πολλά σώματα των πεθαμένων αγίων ανεστήθησαν•
(1)    Τα μνημεία στους βράχους (δ).
(2)   Των αγίων, οι οποίοι είχαν πεθάνει, είτε πολύ χρόνο πριν τη γέννηση του Χριστού, είτε όχι πολύ μετά τη γέννησή του. Οι παλαιοί φαίνεται να θεωρούσαν τον Ιώβ ως έναν από αυτούς, διότι στο τέλος του βιβλίου του οι Ο΄ και ο Θεοδοτίων προσθέτουν: «και έχει γραφτεί ότι πάλι θα αναστηθεί αυτός μαζί με αυτούς που ο Κύριος θα αναστήσει» (b). Το να αναγνωριστούν παρόλ’ αυτά αυτοί από πρόσωπα που ζούσαν ακόμη στα Ιεροσόλυμα συνηγορεί μάλλον, ότι πρόκειται για κεκοιμημένους όχι πριν πολύ χρόνο (ο).
Η λέξη άγιοι πουθενά αλλού στα ευαγγέλια δεν συναντιέται· στις Πράξεις όμως και στις επιστολές χρησιμοποιείται πάντοτε για τους Χριστιανούς. Φαίνεται λοιπόν, ότι σημαίνει εκείνους, οι οποίοι όπως ο Συμεών και η Άννα, ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ δέχτηκαν τον Ιησού ως Μεσσία (p).
Αυτούς ίσως υπονοεί και ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος όταν γράφει στην προς Μαγνησίους (κεφ. θ) επιστολή του: «Τον οποίο (Χριστό) και οι προφήτες, όντας μαθητές του με το Πνεύμα, τον περίμεναν ως δάσκαλο, και για αυτό, αυτός τον οποίο δίκαια περίμεναν, όταν ήρθε τους ανέστησε από τους νεκρούς». Αναστήθηκαν όμως «και για βεβαίωση της μελλοντικής αναστάσεως» (Ζ).

Ματθ. 27,53  (1)καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων, μετὰ τὴν ἔγερσιν(2) αὐτοῦ(3) εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς(4).
Ματθ. 27,53    και αφού εξήλθαν από τα μνημεία μετά την ανάστασιν του Χριστού, εισήλθαν εις την αγίαν πόλιν, την Ιερουσαλήμ και παρουσιάσθησαν εις πολλούς.
(1)    Πιθανώς η περί ανάστασης των αγίων αφήγηση να ήταν στην αρχική παράδοση συνδεδεμένη με την ανάσταση του Χριστού και εδώ ανέφερε αυτήν ο ευαγγελιστής με ευκαιρία την εξιστόρηση του σεισμού και του ανοίγματος εξ’ αιτίας αυτού των μνημείων (S). Ταυτόχρονα με το θάνατο του Κυρίου το καταπέτασμα σχίστηκε, η γη σείστηκε και οι πέτρες σχίστηκαν. Και ο ιερός ευαγγελιστής συνύφανε μαζί και τα άλλα καταπληκτικά περιστατικά τα οποία σημειώθηκαν εκείνες τις ημέρες.
Ο πρώτος που αναστήθηκε από τους νεκρούς, για να μην πεθάνει πλέον ήταν ο Χριστός. Είχε όμως και συντρόφους. Μετά την ανάστασή του, σημειώθηκε και η ανάσταση των αγίων. Και αναφέρεται ότι η έξοδός τους και η είσοδός τους στην αγία πόλη έγινε μετά την ανάστασή του, διότι τα πρόσωπα εκείνα, στα οποία εμφανίστηκαν οι αναστημένοι, είδαν πότε έγινε η είσοδός τους στην αγία πόλη, όχι όμως και πότε αναστήθηκαν (b).
Άνοιξαν μεν τα μνημεία κατά την ώρα της εκπνεύσεως του Λυτρωτή, αλλά καμία ζωοποίηση νεκρών δεν έγινε τότε. Η ανάσταση των κεκοιμημένων αυτών έγινε μετά την ανάσταση του Κυρίου για να καταδειχτεί, ότι η δύναμη του τάφου καταργήθηκε από το Χριστό (ο).
(2)    Πουθενά αλλού στην Κ.Δ. ή τους Ο΄ η λέξη έγερσις δεν συναντιέται με την έννοια της ανάστασης (p).
(3)   Φαίνεται παράδοξο, ότι αναγγέλλεται η ανάσταση των προσώπων αυτών κατά τη στιγμή του θανάτου του Κυρίου και η εμφάνισή τους αναβάλλεται μετά την ανάσταση του Κυρίου. Για αυτό υπάρχουν και κάποιοι λίγοι κώδικες με τη γραφή «έγερσιν αυτών», ενώ η συριακή μετάφραση της Παλαιστίνης παραλείπει ολοτελώς τη φράση. Ασφαλώς όμως αυτά αποτελούν διορθώσεις που προστέθηκαν μετέπειτα (L).
(4)    «Έτσι ώστε από την ανάσταση αυτών, να βεβαιωθούν και για την ανάσταση εκείνου, συλλογιζόμενοι, ότι αυτός που ανέστησε αυτούς, πολύ περισσότερο ανέστησε τον εαυτό του» (Ζ).
Ως προς το ζήτημα, τι απέγιναν αυτοί οι αναστημένοι, ο μεν Ζ. φρονεί, ότι «αφού εμφανίστηκαν, πάλι κοιμήθηκαν». Υπέρ της εφήμερης ζωοποίησής τους κηρύττεται και ο L. Ο δ. όμως φρονεί, ότι ανέβηκαν στον παράδεισο με το πρόσκαιρο εκείνο σώμα που αναμένει την κοινή ανάσταση. Η ευαγγελική αφήγηση αφήνει το πράγμα αόριστο. Πιθανότερο παρόλ’ αυτά φαίνεται, ότι αναστήθηκαν αυτοί οριστικά.

Ματθ. 27,54  Ὁ δὲ ἑκατόνταρχος(1) καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ τηροῦντες τὸν Ἰησοῦν, ἰδόντες τὸν σεισμὸν καὶ τὰ γενόμενα ἐφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες(2)· ἀληθῶς(3) Θεοῦ υἱὸς(4) ἦν οὗτος(5).
Ματθ. 27,54   Ο δε εκατόνταρχος και οι στρατιώται, που ήσαν μαζί του δια να φρουρούν τον Ιησούν, εφοβήθησαν παρά πολύ και έλεγαν• “αληθώς! αυτός ήτο υιός Θεού”!
(1)    «Αυτόν ο Μάρκος τον ονόμασε κεντυρίωνα. Διότι κεντυρίων στους Ρωμαίους είναι ο εκατόνταρχος» (Ζ) «ή ταγματάρχης εκατοντάδας. Διότι κέντο στους Ρωμαίους είναι το εκατό» (Φαβωρίνος).
(2)    Η ακόλουθη αναφώνηση από τον Ματθαίο αναφέρεται ότι έγινε από όλους. Είναι όμως δυνατόν να έγινε από τον εκατόνταρχο που εξέφραζε τη συγκίνηση όλων (L).
(3)   Αυτό αναφέρεται αντιθετικά στους σ. 40,  43 (b). Ο εκατόνταρχος, ο οποίος ίσως θα γνώριζε καλά, ότι ο Ιησούς αξίωνε ότι ήταν γιος του Θεού, εκφράζει την πεποίθησή του, ότι τα περιστατικά του θανάτου του αποδεικνύουν το βάσιμο και πραγματικό αυτής της αξίωσής του (α).
(4)    Σύμφωνα με την εθνική τους ιδέα ως Θεού Υιό, δηλαδή ημίθεο ή ήρωα τον θεώρησαν (δ). Και «ο μεν εθνικός εκατόνταρχος, από τα θαύματα πιστεύει μαζί με αυτούς που ήταν μαζί του· οι Ιουδαίοι όμως που άκουσαν ολοκάθαρα τους προφήτες και το νόμο, μένουν άπιστοι» (Θφ).
(5)    «Μερικοί μάλιστα λένε ότι υπάρχει και μαρτύριο αυτού του Κεντυρίωνα, αφού ανδρώθηκε στην πίστη ύστερα από αυτά» (Χ). «Ήταν αληθής ο Κύριος όταν έλεγε «Όταν υψωθώ από τη γη, θα τους ελκύσω όλους προς τον εαυτό μου». Γιατί να, ενώ υψωνόταν στον τίμιο σταυρό, άρχισε να σαγηνεύει πολλούς στην επίγνωση της αλήθειας. Προσέλκυσε λοιπόν τον εκατόνταρχο, προσέλκυσε και κάποιους από τους Ιουδαίους, οι οποίοι «χτυπούσαν και τα στήθη τους» συγκινημένοι οπωσδήποτε βαθειά, και με τα μάτια της διάνοιάς τους έβλεπαν επάνω προς τον Κύριο» (Κ).

Ματθ. 27,55  Ἦσαν δὲ ἐκεῖ καὶ γυναῖκες πολλαὶ(1) ἀπὸ μακρόθεν(2) θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας(3) διακονοῦσαι(4) αὐτῷ·
Ματθ. 27,55  Ήσαν δε εκεί και πολλαί γυναίκες, αι οποίαι από μακρυά παρακολουθούσαν τα γεγονότα. Αυταί ηκολούθησαν τον Ιησούν από την Γαλιλαίαν και τον υπηρετούσαν.
(1)    Οι τρεις που αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο και ειδικό ίσως πλησίασαν περισσότερο προς το σταυρό. Κατά την αφήγηση του Ιωάννου η μητέρα του Κυρίου, κάποιες άλλες γυναίκες και ο αγαπημένος μαθητής στέκονταν δίπλα στο σταυρό (S). «Και δες την σειρά που αντιστράφηκε· διότι οι μαθητές έφυγαν· οι μαθήτριες όμως παρέμειναν» (Ζ).
(2)    Πιθανώς απαγορεύτηκε σε αυτές από τους στρατιώτες να σταθούν κοντά στο σταυρό ή επειδή εμποδίζονταν από το να προβούν σε κάποια ενέργεια και εκδήλωση συμπάθειας προς αυτόν, αποχώρησαν μαζί σε κάποιο μακρινό σημείο, από όπου θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν το μαρτύριο του Διδασκάλου, απολαμβάνοντας εκεί και πλήρη ελευθερία, ώστε να εκδηλώσουν τη θλίψη τους (ο).
(3)    Και οι τρεις συνοπτικοί αναφέρουν, ότι οι γυναίκες ήταν από τη Γαλιλαία και δεν πρέπει συνεπώς να ταυτίζονται με τις «θυγατέρες Ιερουσαλήμ» του χωρίου Λουκά κγ 28 (p).
(4)    «Χορηγούσαν τα αναγκαία» (Ζ). Παρείχαν τα αναγκαία προς το ζην (g).

Ματθ. 27,56  ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή(1), καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ μήτηρ(2), καὶ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου(3).
Ματθ. 27,56   Μεταξύ αυτών ήσαν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και η μητέρα των υιών Ζεβεδαίου.
(1)    Εισάγεται εδώ σαν πάρα πολύ γνωστό πρόσωπο, παρόλο που δεν αναφέρθηκε από το Ματθαίο μέχρι τώρα. Από τον Λουκά (η 2) και το Μάρκο (ιστ 9) μαθαίνουμε, ότι θεράπευσε αυτήν ο Ιησούς κυριευμένη από δαιμόνια. Μαγδαληνή σημαίνει πιθανώς αυτή που κατάγεται από τα Μάγδαλα. Δες Ναζαρηνός. Δεν πρέπει να ταυτίζεται με την πόρνη, για την οποία αφηγείται ο Λουκάς στο ζ 37. Η ταύτιση αυτή και σύμφωνα με τον Swete αποτελεί βαριά πλάνη της δυτικής χριστιανικής παράδοσης, που είναι βαθειά παρόλ’ αυτά ριζωμένη (p).
(2)    Η συριακή μετάφραση του Σινά και μαζί με αυτήν ο Wellhausen αποδίδουν τη φράση Μαρία η θυγάτηρ του Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ (a). Μάλλον πρόκειται για τη μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή. Είναι η ίδια με τη Μαρία του Κλωπά (Ιω. ιθ 25). Δεν ήταν όμως αδελφή της Παρθένου και ο Κλωπάς δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον Αλφαίο ούτε με τον Κλεόπα του Λουκά κδ 18 (p). Όταν ο Ματθαίος έγραψε, οι γιοι ήταν γνωστότεροι παρά η μητέρα τους. Εξαιτίας αυτού καθόρισε αυτήν από τους γιους της (b).
(3)    Είναι αναμφίβολα η ίδια με τη Σαλώμη που αναφέρει ο Μάρκος.

Ο Ιησούς στον τάφο

Ματθ. 27,57  Ὀψίας(1) δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος(2) ἀπὸ Ἀριμαθαίας(3), τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθήτευσε(4) τῷ Ἰησοῦ·
Ματθ. 27,57    Αργά δε το απόγευμα ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Αριμαθαίαν, ονόματι Ιωσήφ, ο οποίος και αυτός είχε μαθητεύσει κοντά στον Ιησούν.
(1)    Πριν ακόμη έλθει το Σάββατο. Γύρω στις 6 μ.μ. θα άρχιζε η νέα αυτή ημέρα (S). Οψία (=δειλινή) εξυπακούεται ώρα. Επίθετο όψιος, οψία, ιον. Ο μεταμεσημβρινός χρόνος ο από τις 3-6 μ.μ. (g).
(2)    Σύμφωνα με το Μάρκο και Λουκά βουλευτής, δηλαδή μέλος του συνεδρίου. Ο Ματθαίος ονομάζει αυτόν πλούσιο (L). Είχε υπ’ όψη το Ησ. νγ 9 «και θα δώσω… τους πλούσιους αντί για το θάνατό του;». Έτσι φρονούν οι a και p. Αλλά το χωρίο αυτό είναι τόσο ασαφές και σκοτεινό, ώστε γίνεται αμφίβολο να υπέβαλε στον Ματθαίο εδώ τη λέξη πλούσιος (L). Μάλλον το πλούσιος μπήκε για να δηλώσει, ότι ασκούσε μεγάλη επιρροή (F).
(3)    Η ταύτιση της Αριμαθαίας με την Αρμαθαίμ ή Ραμαθά ή Ραμαθαΐμ (Α΄ Βασ. α 1,19,Α΄Μακ. ια 34,Ιωσήπου Αρχ. 13,4,9) είναι πιθανή, αλλά όχι βέβαιη. Διότι το όνομα αυτό το είχαν πολλά χωριά της Παλαιστίνης (g). Πατρίδα του Σαμουήλ η Ραμαθέμ ή Ραμά βρισκόταν στο όρος Εφραίμ (δ). Ο Ιωσήφ καταγόταν από την Αριμαθαία, αλλά ήδη ήταν εγκατεστημένος και είχε ιδιοκτησία στην Ιερουσαλήμ (S).
(4)    Αμετάβατο, με τη σημασία: έγινε μαθητής του Ιησού (δ). Μπήκε αυτό για να εξηγηθεί ο ζήλος του Ιωσήφ που εκδηλώθηκε στην προκειμένη περίπτωση (F).

Ματθ. 27,58  οὗτος προσελθὼν(1) τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα(2) τοῦ Ἰησοῦ. τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν(3) ἀποδοθῆναι(4) τὸ σῶμα.
Ματθ. 27,58   Αυτός προσήλθε στον Πιλάτον και εζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθή.
(1)    «Αυτός που προηγουμένως κρυβόταν, τώρα έδειξε μεγάλη τόλμη μετά το θάνατο του Χριστού. Διότι ούτε ασήμαντος ήταν, ούτε από εκείνους που μένουν απαρατήρητοι, αλλά ένας από τα μέλη του συνεδρίου και πολύ επιφανής. Από αυτό μάλιστα μπορεί να δει κανείς και την ανδρεία του. Διότι καταδίκασε σε θάνατο τον εαυτό του, όταν διακήρυξε την απέχθειά του προς όλους με τη συμπάθειά του προς τον Ιησού, και τόλμησε να ζητήσει το σώμα του, και δεν απομακρύνθηκε παρά μόνο αφού πέτυχε αυτό που ήθελε» (Χ).
(2)    Και ο Ματθαίος και ο Μάρκος αποφεύγουν τη λέξη πτώμα (p).
(3)   Ο Ματθαίος και ο Μάρκος εκφράζονται με τρόπο που επιτρέπει να υποθέσουμε, ότι ο Πιλάτος διέταξε οι στρατιώτες να αποκαθηλώσουν το σώμα και να το παραδώσουν στον Ιωσήφ. Ο Λουκάς όμως ξεκάθαρα αναφέρει ότι ο Ιωσήφ κατέβασε αυτό και ο Ιωάννης προσθέτει ότι ο Νικόδημος τον βοήθησε.
(4)    Η πρόθεση «από» στο ρήμα μπορεί να σημαίνει και το ότι δόθηκε αντί αμοιβής (p). «Ο Ιωσήφ επειδή ήταν πλούσιος, είναι εύλογο ότι θα έδινε και χρυσάφι στον Πιλάτο» (Θφ). Μπορεί όμως να έχει τη σημασία να δοθεί επειδή ανήκε σε αυτόν ως πιστό μαθητή και οπαδό (δ), διότι τα σώματα των καταδίκων παραδίδονταν μερικές φορές για ταφή και στους φίλους (S).
Έξυπνη και η ερμηνεία: οι Ιουδαίοι είχαν αποξενωθεί από αυτόν· ο Ιωσήφ πήρε αυτό από τους εθνικούς και μαζί με τον Νικόδημο έδωσαν αυτό πάλι στους Ιουδαίους (b).

Ματθ. 27,59  καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ(1),
Ματθ. 27,59  Και λαβών ο Ιωσήφ το σώμα το ετύλιξε εις σινδόνι καινούριο και καθαρό
(1)    Το καθαρό σημαίνει, ότι όπως ο τάφος, έτσι και το σεντόνι δεν είχε προηγουμένως χρησιμοποιηθεί (p). Καθαρό σεντόνι λέει αυτό που δεν έχει ακόμη λερωθεί ή χρησίμευσε σε κάτι άλλο (δ). Οι προς τον Ιησού τιμές άρχισαν ήδη (b).

Ματθ. 27,60  καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ(1) αὐτοῦ(2) μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν(3) ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν(4) τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν.
Ματθ. 27,60   και το έθεσε στο καινούριο μνημείον του, το οποίον είχε σκαλίσει στον βράχον. Και αφού εκύλισε εμπρός εις την θύραν του μνημείου μεγάλον λίθον, ανεχώρησε.
(1)    «Την αγάπη και την ανδρεία του την δείχνει όχι μόνο με το ότι παρέλαβε το σώμα του Χριστού και το έθαψε με πολυτέλεια, αλλά και με το ότι τον έθαψε στο δικό του καινούργιο μνημείο. Και αυτό δεν έγινε έτσι στην τύχη, αλλά για να μην υπάρξει ούτε η παραμικρή υποψία ότι αναστήθηκε άλλος αντί άλλου» (Χ).
(2)    Ο Ιησούς Χριστός ο αρχηγός και η οδός της ζωής, μπήκε σε τάφο, που δεν σκαλίστηκε επίτηδες για αυτόν, αλλά προοριζόταν εξαρχής να δεχτεί το σώμα του Ιωσήφ.
(3)    Ο τάφος είχε σκαλιστεί μέσα σε βράχο (S). Λατομέω = λας (λίθος) τέμνω (κόβω) (δ). «Το μνημείο είχε τη μορφή σπηλιάς, ήταν σκαλιστό» (Ζ).
(4)    Η μεγάλη πέτρα αναμφίβολα ήταν έτοιμη για να χρησιμεύσει για το σκοπό αυτόν. Ήταν από εκείνες τις πέτρες, οι οποίες έκλειναν τις πόρτες των τάφων και κάθε άνοιξη ασβεστώνονταν (Ματθ. κγ 27), για να προλαβαίνουν κάθε τελετουργικό μολυσμό από τους διαβάτες. Οι πέτρες αυτές ήταν μερικές φορές στρογγυλές και λείες, όμοιες με μυλόπετρες, που στήνονταν στην όψη του βράχου, όπου είχε γίνει η εκσκαφή. Μπορούσαν για αυτό εύκολα να κυλιστούν προς τα μπρος ή προς τα πίσω και να ανοίξουν ή να κλείσουν το άνοιγμα του τάφου (p).

Ματθ. 27,61  Ἦν δὲ ἐκεῖ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία(1), καθήμεναι(2) ἀπέναντι τοῦ τάφου(3).
Ματθ. 27,61   Ήτο δε εκεί Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, αι οποίαι εκάθηντο απέναντι από τον τάφον.
(1)     Δηλαδή η αναφερθείσα ήδη Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και Ιωσή.
(2)    Κάθισε η Μαρία μαζί με τη Μαγδαληνή, για να δουν για τελευταία φορά τον Κύριο, τον οποίο είχαν αγαπήσει. Ο Ιωσήφ έφυγε. Αλλά οι δύο γυναίκες κάθισαν.
(3)   «Κάθισαν απέναντι από τον τάφο, παρατηρώντας, πού τοποθετείται το σώμα και πώς τοποθετείται, έτσι ώστε, αφού φύγουν και ετοιμάσουν αρώματα να έλθουν την Κυριακή και να αρωματίσουν και να αλείψουν με μύρα αυτό. Διότι αφού δεν γνώριζαν ακόμη τίποτα το υψηλό σχετικά με την ανάσταση, περίμεναν ότι θα βρουν το σώμα θαμμένο» (Ζ). Κάθονταν απέναντι από τον τάφο απορροφημένες από τη θλίψη (L), με ήσυχη ευλάβεια, αξιοσημείωτη (p).

Η ασφάλιση του τάφου

Ματθ. 27,62  (1)Τῇ δὲ ἐπαύριον, ἥτις ἐστὶ μετὰ τὴν παρασκευήν(2), συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι(3) πρὸς Πιλᾶτον
Ματθ. 27,62   Κατά δε την επομένην ημέραν, η οποία είναι έπειτα από την Παρασκευήν, δηλαδή το Σάββατον, συνεκεντρώθησαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι και ήλθαν προς τον Πιλάτον
(1)    Ο Ματθαίος εισάγει εδώ άλλο γεγονός από την προφορική παράδοση. Αποτελεί ζωηρή αντίθεση με την προηγούμενη παράγραφο. Σε εκείνην αυτοί που παρέμειναν πιστοί στον Ιησού δείχνουν στοργική αφοσίωση στο σώμα του. Εδώ έχουμε τους άσπονδούς του εχθρούς  που τον καταδιώκουν και μετά θάνατον. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ενώ και αυτοί που μέχρι τέλους παρέμειναν πιστοί στον Ιησού δεν έχουν ιδέα για την ανάσταση ούτε κατάλαβαν τα λόγια του Κυρίου στο Μάρκου θ 10, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι κατανόησαν αυτά και θυμούνταν αυτά και ήταν ήδη αποφασισμένοι κάθε αγύρτικη και πλαστή επαλήθευση της προφητείας αυτής (p).
(2)    Το τῇ ἐπαύριον θα ήταν επαρκές και θα ήταν σαφέστερο, εάν έγραφε το Σάββατο. Η ονομασία Παρασκευή είχε ήδη γίνει όνομα της ημέρας, η οποία ήταν παραμονή του Σαββάτου. Ο Ματθαίος χρησιμοποιεί χωρίς εξήγηση την ονομασία αυτή. Ο Μάρκος όμως (ιε 42) εξηγεί στους εθνικούς αναγνώστες του, τι σημαίνει αυτή (p). = η ημέρα, κατά την οποία προετοιμάζονταν στους Ιουδαίους, όσα ήταν αναγκαία για το Σάββατο ή για εορτασμό της γιορτής (g).
Ίσως επίσης, κατά την εποχή που ο Ματθαίος έγραφε, η φράση αυτή να ήταν συνηθισμένη μεταξύ των εξ’ Ιουδαίων χριστιανών (p)· και με αυτήν να δηλωνόταν η μεγάλη ημέρα της σταύρωσης του αληθινού αμνού (δ).
(3)    Προβλήθηκε η ένσταση, ότι σε ημέρα Σαββάτου δεν ήταν δυνατόν να συνεδριάσει το συνέδριο επισήμως. Αλλά και ο Ματθαίος κανένα λόγο δεν κάνει για πρεσβύτερους του λαού, τους οποίους πολλές φορές είχε κατονομάσει. Πρόκειται λοιπόν εδώ για διάβημα τελείως ιδιωτικό (L).

Ματθ. 27,63  λέγοντες· κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος(1) ὁ πλάνος(2) εἶπεν ἔτι ζῶν, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι(3).
Ματθ. 27,63  λέγοντες• “κύριε, εθυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος είπε, ενώ ακόμη εζούσε• Έπειτα από τρεις ημέρες θα αναστηθώ.
(1)    Δεν θέλουν ούτε το όνομά του να ακούσουν. Χρησιμοποιούν αντωνυμία, η οποία δείχνει ότι είναι πολύ μακριά από αυτούς (p). Εκείνος, που είναι ήδη μακριά, αφού πέθανε (δ).
(2)    Που πλανά το λαό (δ). Επίθετο, με το οποίο τον στιγματίζουν. «Αυτό δείχνει την ωμότητα (=σκληρότητα) εκείνων, αφού ούτε με το θάνατο δεν άφησαν την οργή» (Χ).
(3)    «Αξίζει να αναζητήσουμε και αυτό, πού δηλαδή είπε ότι μετά από τρεις ημέρες θα αναστηθώ; Διότι δεν θα το βρει κανείς πουθενά να λέγεται τόσο σαφώς, εκτός από το παράδειγμα του Ιωνά» (Χ). Υπαινίσσονται πιθανώς την προφητεία του Ιησού στο Ματθ. ιβ 40, η οποία λέχθηκε παρόντων των γραμματέων και Φαρισαίων και η οποία στο μεταξύ θα είχε διεγείρει σε αυτούς το ενδιαφέρον, για να ζητήσουν πληροφορίες περισσότερο ακριβείς (L).

Ματθ. 27,64  κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι(1) τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν αὐτὸν καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ(2), ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη(3) πλάνη(4) χείρων τῆς πρώτης(4).
Ματθ. 27,64   Δώσε, λοιπόν, διαταγήν να φρουρηθή ο τάφος μέχρι την τρίτην ημέραν, μήπως έλθουν οι μαθηταί αυτού νύκτα, τον κλέψουν και πουν στον λαόν• Ανεστήθη εκ των νεκρών. Και τότε η τελευταία πλάνη θα είναι χειροτέρα από την πρώτην, που μερικοί τον είχαν πιστέψει ως Μεσσίαν”.
(1)    Χωρίς να το συνειδητοποιούν υπηρετούν στην επιβεβαίωση της αλήθειας. Καμία ανθρώπινη ασφάλεια όμως δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει το Θεό. Δες Πράξ. ε 23,ιστ 23-26 (b). «Παντού η πλάνη συγκρούεται με τον εαυτό της και άθελά της συνηγορεί υπέρ της αλήθειας» (Χ).
«Να ασφαλίσουν τον τάφο δηλαδή να τον σφραγίσουν και να τον φρουρήσουν. Επειδή έπρεπε να πιστευτεί ότι και πέθανε και ενταφιάστηκε και αναστήθηκε, βλέπε και τα τρία αυτά να μαρτυρούνται από τους εχθρούς. Ας εξετάσουμε δηλαδή προσεχτικά τα λόγια τους· το να πούνε μεν… «εκείνος είπε όσο ζούσε ακόμη» μαρτυρεί, ότι πέθανε· το «διάταξε να ασφαλιστεί ο τάφος» βεβαιώνει ότι ενταφιάστηκε· το «μήπως έλθουν οι μαθητές του και τον κλέψουν», πληροφορεί ότι εφόσον ασφαλιστεί ο τάφος, δεν θα κλαπεί» (Ζ).
«Αν όμως βρέθηκε ο τάφος κενός, είναι φανερό ότι αναστήθηκε σαφώς και αναντίρρητα» (Χ).
(2)    Οι Φαρισαίοι υπέθεταν, ότι αυτοί δεν θα πίστευαν αυτό ποτέ. Επιθυμούν λοιπόν να λάβουν προφυλακτικά μέτρα για το λαό (b).
(3)    Με έννοια συγκριτικού (L)· η νεώτερη πλάνη, η τελευταία.
(4)    Με άμεση αναφορά στο εκείνος ο πλάνος (p). Η πρώτη πλάνη υπήρξε το ότι θεώρησαν αυτόν Μεσσία. Η τελευταία θα ήταν χειρότερη από την πρώτη (L). Οι Φαρισαίοι αντιλήφθηκαν, ότι έπρεπε πολιτικούς λόγους να χρησιμοποιήσουν, για να επηρεάσουν τον Πιλάτο. Όπως κατηγόρησαν τον Ιησού ότι διεκδικούσε το βασιλικό αξίωμα, αποσιωπώντας τελείως την αξίωσή του, ότι ήταν ο υιός του Θεού, έτσι και εδώ το νόημά τους είναι, ότι, εάν οι μαθητές έπειθαν το λαό ότι ο Ιησούς αναστήθηκε, θα προκαλούσαν πολύ μεγαλύτερη εξέγερση από εκείνην, η οποία σημειώθηκε κατά την θριαμβευτική είσοδο ως συνέπεια της πλάνης του λαού, ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας.

Ματθ. 27,65  ἔφη αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος(1)· ἔχετε(2) κουστωδίαν(3)· ὑπάγετε ἀσφαλίσασθε(4) ὡς οἴδατε.
Ματθ. 27,65  Είπε εις αυτούς ο Πιλάτος• “έχετε εις την διάθεσίν σας φρουρά• πηγαίνετε και ασφαλίσατε τον τάφον, όπως γνωρίζετε”.
(1)    Δεν τους δέχεται ευχάριστα. Είχε δει την κακεντρέχειά τους προηγουμένως (δες σ. 17,18), και αναμφίβολα αντιλαμβάνεται αυτήν και τώρα. Με ολιγόλογη συγκατάθεση τούς διώχνει.
(2)    Μάλλον προστακτική = Πάρτε κουστωδία. Και αυτό φαίνεται σαφώς, από το ότι η μόνη φρουρά την οποία οι αρχιερείς είχαν ήταν η αστυνομία του ναού, δεν μπορούσαν όμως να χρησιμοποιήσουν αυτήν χωρίς την άδεια του Ρωμαίου επιτρόπου. Προφανώς χρειάζονται κάτι, το οποίο θα γινόταν με την άδειά του (p). Δίνει τους φύλακες γρήγορα και όπως ήταν αγανακτισμένος εναντίον τους, διώχνει γρήγορα τους συκοφάντες (b).
(3)     Λέξη λατινική = φύλακες, φρουρά. «Κουστωδία λέγεται στους Ρωμαίους η φύλαξη· τους στρατιώτες λοιπόν που ήταν ταγμένοι να φυλάνε, τους ονομάζει κουστωδία» (Θφ).
(4)    «Δεν αφήνει τους στρατιώτες μόνους τους να σφραγίσουν· διότι επειδή είχε μάθει τα σχετικά με αυτόν (τον Ιησού), δεν ήθελε πλέον να συμπράξει με αυτούς. Αλλά για να απαλλαγεί από αυτά ανέχεται και αυτό και λέει· εσείς, όπως θέλετε σφραγίστε, για να μην μπορείτε να κατηγορείτε άλλους» (Χ).

Ματθ. 27,66 οἱ δὲ πορευθέντες ἠσφαλίσαντο(1) τὸν τάφον σφραγίσαντες(2) τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας(3).
Ματθ. 27,66  Εκείνοι δε επήγαν και ασφάλισαν τον τάφον, έβαλαν δηλαδή σφραγίδες στον λίθον που έκλειε το μνημείον και ετοποθέτησαν φρουράν.
(1)    «Και αυτά τα έκαναν ημέρα σαββάτου, παραβιάζοντας αυτό εξαιτίας της λύσσας της μανίας τους» (Ζ). Το «ασφάλισαν» εκφράζει το σύνολο της ενέργειάς τους, το «σφράγισαν» και το «της κουστωδίας» τα μέρη της (b).
(2)    Η σφράγιση του λίθου φαίνεται ότι ήταν των Φαρισαίων ιδέα, και ίσως εισηγήθηκε σε αυτούς αυτήν η σφράγιση του λίθου στην πόρτα του σπηλαίου των λεόντων, στο οποίο ρίχτηκε ο Δανιήλ (Δαν. στ 17). Στην Π.Δ. οι λέξεις σφραγίδα και σφραγίζω συχνά χρησιμοποιούνται και με κυριολεκτική και με μεταφορική έννοια. Στην Κ.Δ. κυρίως χρησιμοποιούνται μεταφορικά (p). Μία ταινία (λωρίδα) από ύφασμα εκτεινόταν σε όλο το άνοιγμα του τάφου, πάνω από την πέτρα, που χρησίμευε ως πέτρα και οι δύο άκρες της, που εφάρμοζαν στα χείλη του τάφου που βρίσκονταν στην κάθε μία πλευρά, σφραγίζονταν (F).
(3)    Εξαρτάται από το ασφάλισαν και όχι από το σφράγισαν. «Όχι μόνο σφράγισαν την πέτρα της πόρτας, τοποθετώντας σε αυτήν σφραγίδες, αλλά και αφού επέλεξαν στρατιώτες, αυτούς που ήθελαν, τούς έβαλαν να κάθονται φύλακες σε αυτήν» (Ζ).

Ο Μεγάλος «Ξένος» (Δος μοι τούτον τον ξένον)

Apokathilosi

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Ανάμεσα στα λιγότερο γνωστά ακούσματα της Μεγάλης Εβδομάδας είναι και το βαθυστόχαστο όσο και πολύ συγκινητικό μελοποίημα με το όνομα «Δός μοι τούτον τον ξένον» ή και «Τον Ήλιον Κρύψαντα» (από την εναρκτήρια φράση της σύνθεσης).

 

Το ποίημα αυτό που έχει ως θέμα την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Αγίου Σώματος του Ιησού από τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, έχει συνθέσει και μελοποιήσει  ο Γεώργιος Ακροπολίτης, λόγιος του 13ου αι.. Στην ελληνορθόδοξη μεταγενέστερη εκκλησιαστική παράδοση ψάλλεται κατά την διάρκεια της Περιφοράς του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή (συνήθως στα Μοναστήρια).

Το κείμενο όμως απο το οποίο ο Γεώργιος Ακροπολίτης πήρε το υλικό του είναι πολύ παλαιότερο. Πρόκειται για την συγκλονιστική Ομιλία του Επιφανίου Σαλαμίνος/Κύπρου (4ος – 5ος αι.) με τον τίτλο , «Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου λόγος εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ἀριμαθαίας…». Ο Άγιος Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, στον λόγο του αυτόν, σε ένα εκτεταμένο απόσπασμα, χρησιμοποιεί και επαναλαμβάνει με τρόπο υποβλητικό την φράση: «δος μοι τούτον τον ξένον»

Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας
και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν
τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος
προσήλθε των Πιλάτω και καθικετεύει λέγων:
«Δός μοι τούτον τον ξένον,
Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον η μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα εβόα:
Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάχνα τριτρώσκομαι
και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα
αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω».
Και τούτοις τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον
ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,
ο και φόβω εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη,
κατέθετο εν τάφω τον παρέχοντα πάσι
ζωήν αιώνοιν και το μέγα έλεος.

—————————————————

(Μετάφραση :Τον ήλιο που έκρυψε τις ίδιες του τις ακτίνες
και το καταπέτασμα του ναού που διερράγη,
λόγω του θανάτου του Σωτήρος,
ο Ιωσήφ όταν (τα) είδε, προσήλθε στον Πιλάτο και θερμά ικετεύει λέγοντας:
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον κόσμο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν ξένο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που παραξενεύομαι να βλέπω του θανάτου το (παρά)ξενο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους πτωχούς και τους ξένους.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι Εβραίοι από φθόνο τον απεξένωσαν από τον κόσμο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι. Δώσε μου τούτο τον ξένο, που βλέποντάς τον νεκρό η Μητέρα φώναζε: Ω, Υιέ μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα πληγώνομαι και στην καρδιά σπαράζω που σε βλέπω νεκρό, αλλά αναθαρρώντας από την ανάστασή σου, δοξάζω.
Και με τούτα τα λόγια ικετεύοντας τον Πιλάτο ο άρχοντας λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα, που και με φόβο το τύλιξε σε σεντόνι και σε σμύρνα και το έβαλε σε τάφο, αυτόν που παρέχει σε όλους ζωή αιώνια και το μεγάλο έλεος.)

* * *

Είμαστε περαστικοί, είμαστε εν κινήσει, σε ξένο τόπο ένεκα της αφροσύνης μας. Εδώ, στον τόπο της εξορίας μας και της οδύνης μας, χρώμενος άκραν συγκατάβασιν, μας επεσκέφθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός! Ήλθεν ως ο Μεγάλος Ευεργέτης και ο κόσμος Τον εσταύρωσε! Η εποχή Του δεν τον δέχθηκε! Έμεινε λοιπόν ο Μεγάλος «Ξένος»! «Εν τω κόσμω ην …και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω. Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» αναφωνεί με πικρό παράπονο ο ευαγγελιστής Ιωάννης.

* * *

Όταν χάσαμε τον Κήπο της Εδέμ, τον Παράδεισο, μας πέταξαν στη γη, την κοιλάδα του κλαυθμώνος! Πρέπει, λοιπόν, να ζούμε σαν ξένοι και να πορευώμεθα προς την ουράνια Πατρίδα. «Ξένος τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου»!

Ο Άγιος Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος  Κύπρου (4ος – 5ος αι.), στο λόγο του  στη θεόσωμη ταφή του Κυρίου,  αρχίζει και επαναλαμβάνει τη φράση:

«δος μοι τούτον τον ξένον»:

Φαντάζεται τον Ιωσήφ την ώρα, που προσέρχεται προς τον Πιλάτο για να ζητήση το πανακήρατο Σώμα του Ιησού προς ενταφιασμό, και βάζει στο στόμα του τα εξής υπέροχα λόγια:

«Αλλά τι; Αίτησίν τινα οικτράν, ω κριτά, και τοις πάσι μικράν αιτούμενος προς σε παραγέγονα· δος μοι νεκρόν προς ταφήν το σώμα εκείνου, του παρά σου κατακριθέντος Ιησού του Ναζωραίου, Ιησού του πτωχού, Ιησού του αοίκου, Ιησού του γυμνού, Ιησού του ευτελούς, Ιησού του τέκτονος υιού, Ιησού του δεσμίου, Ιησού του αιθρίου, Ιησού του ξένου και επί ξένοις αγνωρίστου και ευκαταφρονήτου και επί πάσι κρεμαμένου.

Δος μοι τούτον τον ξένον· τι γαρ σε λοιπόν ωφελεί το σώμα αυτού;

Δος μοι τούτον τον ξένον· εκ μακράς γαρ ήλθε της χώρας ώδε, ίνα σώση τον ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον· κατήλθε γαρ εις γην σκοτεινήν ανενέγκαι τον ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον· αυτός γαρ και μόνος υπάρχει ξένος. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος την χώραν αγνοούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον Πατέρα αγνοούμεν οι ξένοι.

Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον τόπον και τον τόκον και τον τρόπον αγνοούμεν οι ξένοι.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ξένην ζωήν και βίον ζήσαντα επί ξένης.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον μη έχοντα ώδε που την κεφαλήν κλίνη.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ως ξένον επί ξένης άοικον και επί φάτνης τεχθέντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτής της φάτνης ως ξένον εξ Ηρώδου φυγόντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτών των σπαργάνων εν Αιγύπτω ξενωθέντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ου πόλιν, ου κώμην, ουκ οίκον, ου μονήν, ου συγγενή, επ’ αλλοδαπής δε χώρας την οίκησιν έχοντα και τα πάντα κατέχοντα».

Περισσότερο «Ξένος» από όλους μας, από όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και όλων των αιώνων υπήρξε ο Χριστός μας. Το κακό είναι ότι ακόμη και σήμερα για πολλούς παραμένει ξένος και άγνωστος!

 

Η αφήγηση του Πάθους του Ιησού: Δομική επισκόπηση και σημασία

 

Σπιτάκια_7

Του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ Χαράλαμπου Γ. Ατματζίδη

Είναι αναμφισβήτητο ότι το Πάθος του Ιησού, καθώς και τα διάφορα συμβάντα γύρω από αυτό, είναι κεντρικής σημασίας για τους χριστιανούς. Κάθε χρόνο οι απανταχού χριστιανοί αφιερώνουν μεγάλες χρονικές περιόδους για να θυμηθούν και να γιορτάσουν  τα γεγονότα αυτά. Παρακάτω θα επιχειρήσουμε ν’ εξετάσουμε το θέμα του Πάθους του Ιησού, όπως αυτό περιγράφεται στα Ευαγγέλια. Σημειώνουμε ότι η εξέτασή μας δεν είναι εξαντλητική. Επίσης, ότι αυτή στηρίζεται στα πορίσματα της σύγχρονης ερμηνευτικής της Καινής Διαθήκης. Θεωρούμε ότι σήμερα, την εποχή της ύστερης νεοτερικότητας, που τα μεγάλα αφηγήματα έπαψαν να θεωρούνται ότι είναι οι αποκλειστικοί φορείς της μιας και μοναδικής αλήθειας, σήμερα που το κάθε κείμενο θεωρείται ότι μπορεί να προσληφθεί πολύτροπα, σήμερα επιβάλλεται μια σύγχρονη προσέγγιση των κειμένων της Καινής Διαθήκης. Αυτή βέβαια δεν αποκλείει τις παλιές δοκιμασμένες ερμηνευτικές μεθόδους. Αντίθετα, προβάλλει την ανάγκη της συνεργασίας όλων των ερμηνευτικών μεθόδων μεταξύ των.

2015_66

Ι

Ο αφηγηματικός χαρακτήρας της διήγησης του Πάθους του Ιησού

Με τη λέξη «Πάθος (του Ιησού)» (<πάσχω=υποφέρω) αναφερόμαστε στα τελευταία τραγικά γεγονότα της ζωής του Ιησού,  που σχετίζονται με τη σύλληψη, τη δίκη και την εκτέλεσή του στην Ιερουσαλήμ γύρω στο έτος 30. Τα συμβάντα αυτά παρατίθενται κατά τρόπο αφηγηματικό, αφενός στα Συνοπτικά Ευαγγέλια, πρώτα στο κατά Μάρκον και έπειτα στο κατά Ματθαίον και στο κατά Λουκάν Ευαγγέλια (Μκ 14,1-15,47 πρλ.) και αφετέρου στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (Ιω 18-19). Αντίθετα, στην πηγή Q δεν έχουμε αντίστοιχη περιγραφή.

Πρέπει να επισημάνουμε από την αρχή ότι οι διηγήσεις του Πάθους του Ιησού δεν είναι απλές συρραφές επιμέρους διηγήσεων. Αντίθετα, με βάση τις νέες μεθόδους ανάλυσης των Ευαγγελίων, όπως είναι η αφηγηματολογία, η αναγνωστική θεωρία κ.ά., η διήγηση του Πάθους συντελείται με την βοήθεια πιο περίπλοκων γλωσσικών μέσων, όπως είναι οι αφηγηματικές και οι μεταφορικές νοηματικές κατασκευές.  Αυτές δημιουργήθηκαν σε μια χρονική περίοδο, περί το τέλος του πρώτου αιώνα μ.Χ., και περιγράφουν το Πάθος του Ιησού. Τα γλωσσικά αυτά μέσα, επειδή είναι ολοκληρωμένες νοηματικές κατασκευές, δεν μπορούν ν’ αλλάξουν και γι’ αυτό προσλαμβάνονται και κατανοούνται όπως είναι.

Το ερώτημα είναι, αν οι νοηματικές αυτές κατασκευές και συγκεκριμένα αυτές που αναφέρονται στο Πάθος του Ιησού πρέπει να εκληφθούν ως δημιουργήματα της φαντασίας του εκάστοτε Ευαγγελιστή ή ως δημιουργήματα συνδεδεμένα με την ιστορία. Σήμερα, γίνεται ευρύτερα αποδεκτό ότι οι αφηγηματικές και μεταφορικές αυτές ολοκληρωμένες νοηματικές κατασκευές εξαρτώνται από γεγονότα, τα οποία αυτές μεταφέρουν με το δικό τους γλωσσικό τρόπο. Επίσης είναι δεδομένο ότι αυτές βασίζονται στο κήρυγμα για τον Ιησού που αναπτύχθηκε στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες.

Σημειώνουμε ότι το πρωτοχριστιανικό κήρυγμα εκφράστηκε μέσα από συγκεκριμένες φόρμουλες πίστης. Αυτές είναι μικρές κειμενικές ενότητες που περιέχουν κατά τρόπο συνεπτυγμένο την θεολογία των πρώτων χριστιανών, αλλά και ιστορικά στοιχεία. Τέτοιες φόρμουλες πίστης που μεταφέρουν στους κόλπους τους ταυτόχρονα την ιστορία και το κήρυγμα για τον Ιησού είναι το Ρωμ 1,3β-4α, Α΄ Κορ 15,3β-5 και Α΄ Κορ 11,23-26. Ιδιαίτερα σημαντική για το θέμα μας είναι φόρμουλα πίστης του Α΄ Κορ 15,3β-5α, την οποία ο Παύλος στο κεφάλαιο 15, που αναφέρεται στην ανάσταση των νεκρών. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι στο χωρίο αυτό ενυπάρχει και ο τίτλος «Χριστός» («Ιησούς Χριστός»). Ο Παύλος για να δηλώσει ότι το κείμενο αυτό δεν είναι δικό του χρησιμοποιεί τις λέξεις «παρέδωκα” και “παρέλαβον”. Στο κείμενο αυτό φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι πρώτοι χριστιανοί, πριν τον Παύλο, μαρτυρούν ότι πιστεύουν σε ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον ιστορικό Ιησού, τον οποίο γνώρισαν και ο οποίος έζησε, σταυρώθηκε, πέθανε, θάφτηκε, αναστήθηκε και εμφανίστηκε στους μαθητές του. Επίσης, σε αυτή την φόρμουλα πίστης, καταγράφεται και η πίστη και η θεολογία των πρώτων χριστιανών. Αυτοί πιστεύουν: α) ότι ο Ιησούς είναι το πρόσωπο για το οποίο μίλησαν οι Γραφές.  β) Επίσης πιστεύουν ότι ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος μεσσίας, αφού τον αποκαλούν Χριστό. γ) Τέλος, θεωρούν ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε για να τους απαλλάξει από τις αμαρτίες. Η φόρμουλα αυτή πίστης (Α΄ Κορ 15,3β-5α) παραλαμβάνεται από τους Ευαγγελιστές -με πρώτο τον Μάρκο- και εντάσσεται δημιουργικά στις νέες αφηγηματικές και μεταφορικές νοηματικές κατασκευές, δηλαδή στα Ευαγγέλια. Εκεί αυτή φυλάσσεται στην νέα αφηγηματική μορφή της και σε αυτή τη παγιωμένη πλέον μορφή της μας προκαλεί να την προσεγγίσουμε.

Έτσι είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι το παρελθόν το σχετικό με το Πάθος του Ιησού, όπως αυτό είναι αποτυπωμένο στη σχετική αφήγηση, μπορεί κάποιος να το προσεγγίσει μόνον μέσα από τη γλώσσα. Το παρελθόν αποκτά νόημα και  συνδέεται με τον άνθρωπο μόνον με την παρέμβαση της γλώσσας. Επίσης, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι αφηγηματικές και μεταφορικές αυτές κατασκευές εξαρτώνται και από την ίδια τη γλώσσα. Με άλλα λόγια αυτές περιορίζονται ή καλύτερα ετεροπροσδιορίζονται από προϋπάρχοντα και παγιωμένα γλωσσικά υποδείγματα, όπως είναι παραπάνω αναφερθείσες φόρμουλες πίστης. Μόνον με την αναγκαστική συνδρομή των υποδειγμάτων αυτών συντελείται η παραγωγή των αφηγηματικών και μεταφορικών νοηματικών κατασκευών για το  Πάθος του Ιησού.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι οι νοηματικές αφηγηματικές και μεταφορικές κατασκευές για το Πάθος του Ιησού εξαρτώνται από την διαδικασία επικοινωνίας που αναπτύσσεται μεταξύ των νοηματικών αυτών κατασκευών με συγκεκριμένους ανθρώπους. Αυτοί, προσλαμβάνουν ή αλλιώς ερμηνεύουν τις αφηγηματικές και μεταφορικές αυτές νοηματικές κατασκευές ανάλογα με τις δικές τους προϋπάρχουσες κρίσεις. Με άλλα λόγια, η πειστικότητα των νοηματικών αυτών κατασκευών επιβεβαιώνεται, μόνον όταν αυτές συναντηθούν με την εμπειρία των ανθρώπων και επιβεβαιωθούν από αυτή.

Σημειώνουμε επίσης, ότι με βάση την ιστορικοκριτική ανάλυση των Ευαγγελίων, η διήγηση του Μάρκου θεωρείται ως η αρχική και ως εκ τούτου η πιο κοντινή στα γεγονότα νοηματική αφηγηματική περιγραφή του Πάθους του Ιησού. Η διήγηση του Μάρκου αποτελεί το πρότυπο και την πηγή, απ’ όπου άντλησαν ο Ματθαίος και ο Λουκάς. Η διήγηση του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου αποτελεί μια ιδιαίτερη διήγηση και ως εκ τούτου αυτή εξετάζεται στο πλαίσιο της ιωάννειας γραμματείας.

Η ολοκληρωμένη, λοιπόν, νοηματική αφηγηματική περιγραφή του κατά Μάρκον Ευαγγελίου θα είναι το κέντρο της έρευνάς μας για την περιγραφή του Πάθους του Ιησού. Ακόμη, πρέπει να σημειώσουμε ότι η αφήγηση του Πάθους είναι εγκιβωτισμένη στην όλη αφήγηση του Μάρκου για τον Ιησού.

Τέλος, σημειώνουμε ότι η αφήγηση του Πάθους, επειδή ακριβώς είναι αφήγηση, συνιστά μια πρόσληψη των γεγονότων του Πάθους από τον Ευαγγελιστή Μάρκο και όχι μια «ιστορική» καταγραφή τους. Ουσιαστικά η αφήγηση του Πάθος, όπως και όλο το Ευαγγέλιο άλλωστε, καθρεφτίζει την κοινότητα του Μάρκου του πρώτου αιώνα μ.Χ., μετά το σημαδιακό 70 μ.Χ., όταν καταστρέφεται ο Ναός της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους και μαζί μ’ αυτόν και το θρησκευτικό κέντρο των Ισραηλιτών. Μέσα, λοιπόν, από τη συγκεκριμένη αφηγηματική περιγραφή του Πάθους του Ιησού από τον Ευαγγελιστή Μάρκο άλλα και από τους άλλους Ευαγγελιστές καλούμαστε ν’ ανιχνεύσουμε τις τελευταίες στιγμές του Ιησού.

2015_5

ΙΙ

Η δομή της αφήγησης του Πάθους του Ιησού

Τα γεγονότα του Πάθους καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος των Ευαγγελίων και φυσικά του κατά Μάρκον Ευαγγελίου. Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμίσουμε την περίφημη θέση του Μ. Kähler ότι το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο είναι μια αφήγηση του Πάθους με μια εκτεταμένη εισαγωγή. Το Ευαγγέλιο, ως αφήγημα που είναι, υπόκειται στους παραπάνω αναφερθέντες «κανόνες» της αφηγηματολογίας και αποσκοπεί σε μια δυναμική κατανόηση του Πάθους του Ιησού. Με την έκφραση  δυναμική κατανόηση εννοούμε την ιδιότητα που έχει η εν λόγω αφήγηση να προσλαμβάνεται με τόσους τρόπους όσοι είναι και οι αναγνώστες της.

Ο Μάρκος μας αφηγείται το Πάθος του Ιησού στα κεφάλαια 14-15 του Ευαγγελίου του. Σημειώνουμε ότι το Πάθος προαναφέρεται υπαινικτικά στο Μκ 1,14, όπου περιγράφεται η έναρξη του κηρύγματος του Ιησού μετά τη σύλληψη του Ιωάννη, και στο Μκ 6,14-29, όπου περιγράφεται η σύλληψη και η θανάτωση του Ιωάννη του Βαπτιστή. Επίσης, το Πάθος του Ιησού προαναγγέλλεται τρεις φορές στο μέσον περίπου του Ευαγγελίου, στα Μκ 8,31· 9,12 και 10,32-34.

Ακόμη σημειώνουμε ότι σε όλη την ενότητα (Μκ 14-15) τονίζεται η γνώση του Ιησού για όσα θα υποστεί, καθώς και η σχέση του Πάθους του Ιησού με την Γραφή, δηλαδή την Π.Δ. Αναφορά της γνώσης αυτής του Ιησού υπάρχει στην αφήγηση της μυράλειψης του Ιησού. Εκεί ο Ιησούς τονίζει ότι η γυναίκα που τον άλειψε με μύρο είναι σαν να τον προετοιμάζει για ενταφιασμό. Επίσης, το σπίτι, όπου πραγματοποιήθηκε το τελευταίο δείπνο του Ιησού τονίζεται ότι είναι έτοιμο από πριν (Μκ 14,12-16). Ακόμη, ο Ιησούς περιγράφεται να γνωρίζει ποιος θα τον προδώσει (Μκ 14,18). Επίσης, γνωρίζει ότι οι μαθητές του θα τον αρνηθούν. Μάλιστα φέρεται να αναφέρει ότι την άρνηση αυτή προφήτευσε η Γραφή (Μκ 14,27. 49-50). Ακόμη, ο Ιησούς προαναγγέλλει την άρνηση του Πέτρου (Μκ 14,30. 72). Επίσης, σε όλη τη διήγηση του Πάθους ενυπάρχουν αναφορές από την Π.Δ. που τονίζουν ότι όλα υπόκεινται σε μια θεϊκή παρέμβαση (Μκ 14,21. 32). Ειδικότερα επισημαίνεται ότι στον Ιησού προσφέρεται πάνω στον σταυρό «ἐσμυρνισμένος οἶνος» (Μκ 15,23· πρβλ. Πρμ 31,6), ότι οι στρατιώτες μοιράζονται τα ρούχα του (Μκ 15,24· πρβλ. Ψλ 21[ΜΚ 22], 19), και ότι τον λοιδορούν, ενώ αυτός είναι πάνω στον σταυρό (Μκ 15,29· πρβλ. Ψλ 21[ΜΚ 22], 8-9]).

Όμως πρέπει να τονιστεί ότι ο Ιησούς, ενώ παρουσιάζεται στην αφήγηση να γνωρίζει από πριν τι θα υποστεί, εν τούτοις στο Ευαγγέλιο επισημαίνεται ότι με το Πάθος αναδεικνύεται η βούληση του Θεού. Στον κήπο της Γεσθημανή ο Ιησούς φέρεται ν’ απευθύνεται στον Θεό και να του λέει: «ἀββα ὁ πατήρ, πάντα δυνατά σοι· παρένεγκε τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπ᾿ ἐμοῦ· ἀλλ᾿ οὐ τί ἐγὼ θέλω ἀλλὰ τί σύ» (Μκ 14,36).

Τα γεγονότα του Πάθους του Ιησού διαδραματίζονται σύμφωνα με την αφήγηση του Μάρκου εντός πέντε ημερών. Η πρώτη μέρα είναι η Τετάρτη, πριν την έναρξη  του εβραϊκού Πάσχα, όταν ο Ιησούς αλείφεται με μύρο από την άγνωστη γυναίκα (Μκ 14,1-11). Η δεύτερη μέρα είναι η Πέμπτη, η ημέρα προετοιμασίας του δείπνου (Μκ 14,12). Αυτό οδηγεί στην τρίτη ημέρα, που αρχίζει το απόγευμα της έναρξης του εβραϊκού Πάσχα, όταν ο Ιησούς συνεορτάζει με τους μαθητές του και μετέχει στο πασχαλινό δείπνο και στη συνέχεια, το βράδυ, συλλαμβάνεται και οδηγείται και δικάζεται από το Συνέδριο (Μκ 14,12-72). Η τρίτη  ημέρα είναι η Παρασκευή, κατά την οποία συνεχίζεται η εορτή του εβραϊκού Πάσχα -ουσιαστικά είναι η πρώτη ημέρα της εορτής- και οδηγείται ο Ιησούς ενώπιον του Ρωμαίου Επιτρόπου Πιλάτου, δικάζεται, καταδικάζεται, σταυρώνεται, πεθαίνει και θάβεται (Μκ 15,1-47). Η τέταρτη ημέρα είναι το Σάββατο, που έχουμε την «αποκορύφωση» της γιορτής του Εβραϊκού Πάσχα, κατά το οποίο επικρατεί απόλυτη αργία και ο Ιησούς είναι πλέον ενταφιασμένος (Μκ 16,1α). Η πέμπτη ημέρα είναι η πρώτη ημέρα της εβδομάδας κατά τους Iσραηλίτες, «η μία τῶν σαββάτων» (Μκ 16,2), που σήμερα ονομάζεται από τους Χριστιανούς Κυριακή. Κατά  την ημέρα αυτή τρεις γυναίκες έφτασαν στον τάφο του Ιησού και τον βρήκαν κενό (Μκ 16,1-8).

Σημειώνουμε ότι η αφήγηση του Πάθους, επειδή μοιάζει με την αρχαία Τραγωδία, μπορεί  να  χωριστεί και σε πέντε πράξεις:

Οι πέντε πράξεις του δράματος του Ιησού (Πάθος)

1η πράξη             Μκ 14,1-11                     Βηθανία

2η πράξη            Μκ 14,12-26                 Το τελευταίο δείπνο

3η πράξη            Μκ 14,27-53α               Γεσθημανή

4η πράξη            Μκ 14,53β-15,15          Θανατική καταδίκη

5η πράξη            Μκ 15,16-47· 16,1-8     Γολγοθάς, Αποθέωση

Ο παραπάνω χωρισμός του Πάθους σε πέντε σκηνές που μας θυμίζουν αρχαία τραγωδία είναι χρήσιμος, γιατί μας βοηθά να κατανοήσουμε την πλοκή της διήγησης του Πάθους. Σημειώνουμε ότι ο χωρισμός αυτός ακολουθεί παλαιότερη θέση, που υποστήριξε ότι το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο μοιάζει με μια τραγωδία. Η θέση αυτή στηρίχτηκε στον Αριστοτέλη, ο οποίος στο έργο του «Ποιητική» αναφέρεται στην «τραγωδία» και στο «έπος».

Όμως, η θέση αυτή αμφισβητήθηκε και αντιπροτάθηκε η θεωρία ότι το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο είναι διήγηση σε διάφορα επεισόδια (episodische Erzählung), στα οποία περιλαμβάνεται και το επεισόδιο του Πάθους. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι και η θέση αυτή στηρίχτηκε στην Ποιητική του Αριστοτέλη. Η θέση αυτή υποστήριξε ότι το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο μοιάζει περισσότερο με το αρχαίο Έπος , όπως το περιγράφει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του, και όχι με την αρχαία Τραγωδία. Επίσης, επισημάνθηκε ότι ο χαρακτήρας, ο αριθμός και η εναλλαγή των επεισοδίων στην Τραγωδία είναι διαφορετικοί από τον χαρακτήρα, τον ρυθμό και την εναλλαγή των επεισοδίων στο Έπος και ότι το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, ως προς τα χαρακτηριστικά αυτά  είναι πιο κοντά στο Έπος.

Ιδιαίτερα ως προς τη διήγηση του Πάθους τονίστηκε ότι αυτή δεν είναι μια διήγηση που περιγράφει την «περιπέτεια» του Ιησού, όπως αυτή κατανοείται στην αρχαία Τραγωδία. Γιατί, ο Ιησούς, δεν παρουσιάζεται στο Ευαγγέλιο, όπως ο τραγικός ήρωας που είναι έρμαιο της μοίρας. Αντίθετα ο Ιησούς, όπως αναφέραμε και παραπάνω, περιγράφεται στο κατά  Μάρκον Ευαγγέλιο να γνωρίζει από πριν τα του Πάθους του.

Τα παραπάνω αναφερθέντα εγείρουν και ένα ακόμη πρόβλημα σχετικά τον Μάρκο και την διήγηση του Πάθους, που απασχόλησε την καινοδιαθηκική επιστήμη. Τελικά, πώς προήλθε η διήγηση του Πάθους; Μήπως υπήρχε σαν παράδοση, την οποία παρέλαβε ο Μάρκος και δημιούργησε τη δική του διήγηση για το Πάθος του Ιησού; Μήπως ο Μάρκος ενήργησε σαν δημιουργός και παρήγαγε την διήγηση του Πάθους; Μήπως ο Μάρκος παρέλαβε την προϋπάρχουσα παράδοση και δημιούργησε την δική του διήγηση για το Πάθος του Ιησού;

Τελικά δεν αποκλείεται ο Μάρκος να υιοθέτησε και προϋπάρχουσες παραδόσεις. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι, ενώ η όλη πλοκή του Πάθους εξελίσσεται σύμφωνα με τους αφηγηματικούς κανόνες, έχουμε μέσα στη διήγηση ενδείξεις ότι ο Μάρκος υιοθετεί μια πρότερη παράδοση. Έτσι, παρατηρούμε ότι από τη μια μεριά λείπουν από τη αφήγηση τα θαύματα και οι έντονες συγκρούσεις του Ιησού με τους φαρισαίους, στοιχεία που δείχνουν ότι ο Μάρκος λειτουργεί ως ανεξάρτητος αφηγητής. Από την άλλη μεριά όμως έχουμε τη συμπερίληψη στην αφήγηση συμβάντων, όπως η μυράλειψη του Ιησού (Μκ 14,3-9) και το τελευταίο δείπνο του Ιησού (Μκ 14,22-29· πρβλ. Α΄ Κορ 11, 23εξ.). Αυτή η συμπερίληψη αφήνει να εννοηθεί ότι συγκεκριμένα στοιχεία της παράδοσης εντάσσονται στην όλη αφήγηση του Πάθους.

Ταυτόχρονα όμως υπενθυμίζουμε και υπογραμμίζουμε ότι η διήγηση του Πάθους στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, είναι η μοναδική αφήγηση -αυτόνομη, ολοκληρωμένη και νοηματική γλωσσική κατασκευή- που έχουμε εμπρός μας και η οποία είναι εγκιβωτισμένη στην όλη αφήγηση του Μάρκου για τον Ιησού. Επίσης ότι η αφήγηση του Πάθους εξαρτάται από τα γεγονότα και από την επικοινωνιακή διαδικασία που αναπτύσσεται μεταξύ της αφήγησης του Πάθους και του αναγνώστη της αφήγησης του Πάθους. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει το ενδεχόμενο η διήγηση του Πάθους να εμπεριέχει στοιχεία που σχετίζονται με την Τραγωδία ή με το Έπος ή με τις προϋπάρχουσες φόρμουλες πίστης.

Μ. Πέμπτη_10

ΙΙΙ

Σημασία της αφήγησης του Πάθους του Ιησού

Ήδη τονίσαμε ότι τα γεγονότα του Πάθους του Ιησού υφίστανται την διαπλαστική παρέμβαση πρωτίστως του αφηγητή Ευαγγελιστή Μάρκου και δευτερευόντως των άλλων Ευαγγελιστών. Ο Μάρκος είναι εκείνος που διαμορφώνει πρώτος τη σχετική αφήγηση, βασιζόμενος στις παραδόσεις της πρωτοχριστιανικής κοινότητας (π.χ. Α΄ Κορ 15,3β-5· 11,23-26). Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η αφήγηση του Πάθους θίγει δύο κυρίως θέματα. Το ένα σχετίζεται με τον Ιησού και την αυτοσυνειδησία του και το άλλο με τη χριστιανική κοινότητα και την αυτοσυνειδησία της.

1) Σε ό,τι αφορά τον Ιησού και την αυτοσυνειδησία του, διαπιστώνουμε ότι με την αφήγηση του Πάθους περιγράφεται η τελική φάση της δράσης του Ιησού. Πρόκειται για το Έπος του «ήρωα» Ιησού, ο οποίος ενσυνείδητα αποδέχεται τον θάνατο προκειμένου να φέρει εις πέρας την αποστολή του, που του ανατέθηκε από τον Θεό.

Η όλη δράση του Ιησού, επομένως και το Πάθος του, συνδέονται και εξαρτώνται από την πολιτική, θρησκευτική και εν γένει πολιτισμική συνάφεια της περιοχής του Ισραήλ του πρώτου αιώνα μ.Χ.  Στο πλαίσιο αυτό ο Ιησούς αναγνωρίζει την παθογένεια που μαστίζει το θρησκευτικό κέντρο των Ισραηλιτών και προσπαθεί ν’ αφυπνίσει τους συμπατριώτες του γι’ αυτό. Αυτό ο Ιησούς το επιχειρεί είτε με τις συμβολικές του πράξεις της εκδίωξης των εμπόρων από τον Ναό και της ξήρανσης της άκαρπης συκιάς, είτε με τη σφοδρή σύγκρουσή του με τους τοπικούς θρησκευτικούς και πολιτικούς ηγέτες. Ταυτόχρονα με τις ενέργειές του αυτές και τον προφητικό του λόγο στο Μκ 11,17 αναδεικνύει την αδυναμία του όλου θρησκευτικού και κοινωνικού συστήματος ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες, για τις οποίες αυτό συστήθηκε. Για τον Ιησού αυτό που απομένει είναι η αναπόφευκτη ανατροπή του. Αυτή θα πραγματοποιηθεί κατά τον χειρότερο τρόπο, με την καταστροφή του θρησκευτικού και εθνικού κέντρου των Ισραηλιτών, δηλαδή της Ιερουσαλήμ και του Ναού από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ., όπως συνέβη και παλαιότερα.

Ταυτόχρονα όμως ο Ιησούς αφήνει να εννοηθεί ότι στο πλαίσιο της ΒτΘ, που ο ίδιος περιγράφει με τους λόγους και τις πράξεις του, ανοίγεται ένα παράθυρο ελπίδας για την ανασύνταξη του λαού του Θεού. Ο Ιησούς προβάλλει το δικό του πρότυπο για να ξεπεραστεί η Ισραηλιτική αυτή θρησκευτικό-κοινωνική κρίση. Το πρότυπό του αυτό  συνοψίζεται σε όσα λέει και πράττει ο Ιησούς στο τελευταίο του δείπνο με τους μαθητές του. Πρόκειται για την θρησκευτική και κοινωνική αναγέννηση της Ισραηλιτικής κοινότητας. Αυτή θα εμπνέεται από τον ίδιο τον Ιησού και θα ταυτίζεται  με αυτόν, τον επικό ήρωα, ο οποίος προσφέρει ακόμη και τη ζωή του προκειμένου να υλοποιηθεί το σχέδιό του για την θρησκευτική και κοινωνική αναγέννηση των Ισραηλιτών.

Ο Ιησούς προτείνει το νέο αυτό μοντέλο θρησκευτικό-κοινωνικής αναγέννησης έχοντας πλήρη συναίσθηση των λόγων και των πράξεων του. Σε πολλά σημεία της δημόσιας δράσης του έχουμε νύξεις του Ιησού για το σχέδιό του για μια θρησκευτική-κοινωνική αναγέννηση των Ισραηλιτών. Το τελευταίο δείπνο του Ιησού και ο λόγος του προς τους μαθητές του είναι το αποκορύφωμα της παρουσίασης του προγράμματός του για μια θρησκευτική-κοινωνική αναγέννηση, που επιστεγάζεται με τον τραγικό του θάνατο.

Ταυτόχρονα όμως ο Ιησούς είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι ο ίδιος και το αναγεννητικό του σχέδιο εντάσσονται στο γενικότερο σωτηριολογικό σχέδιο του Θεού και ότι όλα ελέγχονται και κατευθύνονται από τον Θεό στο πλαίσιο της εγκαθίδρυσης της ΒτΘ. Όμως, οι προσπάθειες του Ιησού προσκρούουν στο θρησκευτικό-κοινωνικό κατεστημένο που κυριαρχεί στην περιοχή και ελέγχει τον Ναό της Ιερουσαλήμ. Αυτό, μη μπορώντας να τον εξοντώσει φυσικά τον παραδίδει στην ρωμαϊκή εξουσία, που έχει αποκλειστικά το δικαίωμα της επιβολής της ποινής του θανάτου (jus gladii). Τελικά ο Ιησούς πεθαίνει πάνω στον σταυρό με την κατηγορία του υποκινητή ανατρεπτικών ενεργειών κατά του ρωμαϊκού κράτους.

2) Σε ό,τι αφορά τη χριστιανική κοινότητα και την αυτοσυνειδησία της, διαπιστώσαμε ότι η αφήγηση του Ευαγγελίου ή των Ευαγγελίων δεν περιορίζεται να καταγράψει  αυστηρά τα ιστορικά δεδομένα, όσο αυτό είναι βέβαια δυνατόν. Αντίθετα, αυτή επεμβαίνει διαπλαστικά σε αυτά και τα εμπλουτίζει με στοιχεία, που χρωματίζουν θεολογικά και κοινωνιολογικά το Πάθος του Ιησού.

Πρώτ’ απ’ όλα επισημαίνεται μέσα από την όλη αφήγηση η αδιάλειπτη παρουσία του Θεού, ο οποίος παρακολουθεί άγρυπνα και κατευθύνει τα πάντα, και την ζωή και τη δράση του Ιησού, για τη σωτηρία της χριστιανικής κοινότητας.

Επίσης, επισημαίνεται ότι ο Θεός του Ευαγγελίου του Μάρκου είναι ο Θεός του Ισραήλ που επεμβαίνει σωστικά για μια ακόμη φορά. Αυτή τη φορά όμως τονίζεται ότι η σωτηρία που προσφέρεται από τον Θεό, πραγματοποιείται μέσω του Ιησού. Ακόμη, στην αφήγηση του Πάθους είναι εμφανής η χριστιανική πρόσληψη της Εβραϊκή Βίβλου (Thanakh). Σχεδόν όλα τα παθήματα του Ιησού παρουσιάζονται στο Ευαγγέλιο να έχουν προαναγγελθεί στους Ψαλμούς και σε άλλα κείμενα της Εβραϊκής Βίβλου.

Επίσης, είναι αξιοπρόσεκτο ότι η όλη τελετουργία του τελευταίου δείπνου του Ιησού, όπως αυτή περιγράφεται στο Μκ 14,22-25 μοιάζει με την τελετουργία του Εβραϊκού πασχαλίου δείπνου. Ταυτόχρονα όμως  το τελευταίο δείπνο του Ιησού ξεχωρίζει ως προς το ότι ο άρτος που μοιράζεται είναι ο ίδιος ο Ιησούς και ο οίνος που προσφέρεται είναι πάλι ο ίδιος ο Ιησούς. Στο εβραϊκό πασχάλιο δείπνο, η συμμετοχή των Ισραηλιτών στο δείπνο επιβεβαιώνει τους δεσμούς τους με τους προγόνους τους και πιστοποιεί την Ισραηλιτική τους ταυτότητα. Οι Ισραηλίτες είναι εκείνοι που ο Θεός σώζει. Στο τελευταίο δείπνο του Ιησού, η συμμετοχή των μαθητών στο τελευταίο δείπνο του Ιησού  σηματοδοτεί τους δεσμούς των χριστιανών με τον Ιησού και πιστοποιεί την χριστιανική τους ταυτότητα.

Τέλος, το Πάθος του Ιησού, όπως αυτό περιγράφεται στις αρχικές πρωτοχριστιανικές παραδόσεις (πρβλ. π.χ. Α΄ Κορ 15,3β-5· 11,23-26) και στις ευαγγελικές αφηγήσεις, θ’ αποτελέσει το σημείο αναφοράς όλων των χριστιανών. Στη διάρκεια της πρόσληψης του Πάθους του Ιησού από τους χριστιανούς θα προβληθούν ιδιαίτερα τα δύο κεντρικά σημεία του, ο σταυρικός θάνατος του Ιησού και το τελευταίο δείπνο του Ιησού. Αυτά θ’ αποτελέσουν στη συνέχεια και τους δύο πόλους ανάπτυξης της θεολογίας, της χριστολογίας, της σωτηριολογίας και της ηθικής.

ΠΗΓΗ.http://blogs.auth.gr

Η ΟΣΙΑ ΚΑΣΣΙΑΝΗ, Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΥΣΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΟΔΟΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΟΣΙΑ ΚΑΣΣΙΑΝΗ, Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΥΣΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΟΔΟΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

_____________________

Ένα ασεβές λάθος που κάνουν κάποιοι τη Μεγάλη Τρίτη, όπου ψάλλομε το γνωστό Τροπάριο της Κασσιανής ‘’Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…’’, είναι ότι θεωρούν ότι το τροπάριο αυτό αφορούσε το βίο της Οσίας Κασσιανής.

Το ποίημα της  Οσίας Κασσιανής αφορά την ‘’εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή’’, που διαβάζομε στο Ευαγγέλιο και όχι την ίδια την Οσία.   Η Οσία Κασσιανή  έζησε παρθενικό βίο και ως μοναχή.  Είναι πολύ λυπηρό να ακούεις χριστιανούς να αφηγούνται κατά το δοκούν τον βίο της Οσίας, εξαιτίας του πολύ σπουδαίου αυτού ποιήματός της.

Παρεθετικά να αναφέρω ότι στην Κύπρο τουλάχιστον, πολλοί είναι εκείνοι που πηγαίνουν στην εκκλησία σήμερα από τον απλό λαό, και εξαιτίας του τροπαρίου αυτού.  Τόσο πολύ αγαπά ο λαός τούτο το τροπάριο.  Την αφηγηματική στρέβλωση όμως δεν την ακούς από τον απλό λαό, αλλά από κάποιους  ‘’διαβασμένους’’.

Οσία Κασσιανή

(Β.Χ)

_________

Της ποιήσεως το τάλαντο

Οσία Κασσιανή ουκ έκρυψας

και αντίδωρο τούτο πλουσίως προσέφερες

στον Δωρεοδότην Χριστόν.

Της παρθενίας το κάλλος

ομού με της ασκήσεως την σωτήριον οδόν

Οσία του Θεού προετίμησας.

Εν τη νήσω Κάσω

μάνδραν μοναζουσών καθίδρυσας

δια τούτο της νήσου Κάσου

καύχημα σε καλούμεν.

Οσία του Θεού Κασσιανή

οι πιστοί σε γεραίρομεν

δια το προικώον δώρημα

των σων σωτηρίων ποιημάτων.