Ειδωλολατρικά έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδος και της  εορτής  του Ορθοδόξου Πάσχα, δειδαιμονίες και προλήψεις.(A)

2011414162941_easteregg

Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ-Α

 

Εισαγωγή.

Κάθε γιορτή της Εκκλησίας έχει το δικό της χρώμα, τη δική της θέση μέσα στον εορτολογικό κύκλο. Αναμφίβολα όμως, το Πάσχα βρίσκεται στην κορυφή της εορταστικής διάθεσης των όπου Γης Ορθοδόξων. Η νίκη επί του θανάτου, η χαρά της Βασιλείας εκφράζονται μοναδικά μέσα από τα γεγονότα που ξαναζεί ο λαός του Θεού μέσα στη μοναδική ατμόσφαιρα των ημερών.

Η Ανάσταση δεν αποτελεί απλώς ένα βιογραφικό δεδομένο του Χριστού  ή ένα ιστορικό γεγονός, αλλά γίνεται το έναυσμα της απαρχής της «ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου».

Το μέγα αυτό μυστήριο δεν αγγίζει μόνο την ιστορία αλλά και την προσωπική μας οντολογία. Έτσι, «τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνος ἡμέρα, ἡ πάσης εὐφροσύνης καὶ θυμηδίας, τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως […] ἀεὶ  μᾶλλον δὲ καθ’ ἑκάστην καὶ ἀεννάως γινομένης ἐν τοῖς εἰδόσι το μυστήριον ταύτης, χαράς καὶ ἀγαλλιάσεως ἀφάτου ἐπλήρωσε τάς καρδίας ἡμῶν[…]». (Άγιος Συμεών Θεολόγος)

Η Ανάσταση γίνεται «μυστικῶς» προσωπική εμπειρία του πνευματικού ανθρώπου ως «πρόγευση τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ βασιλείας».

Οι Έλληνες έχουμε έναν ξεχωριστό τρόπο να βιώνουμε τις άγιες τούτες μέρες. Τα πάθια του λαού μας, μέσα από τις μακρές μέρες του, αναγνωρίζονται στο χρονικό του θείου Πάθους. Ο πόνος της Άκρας Ταπείνωσης βιώνεται αλλιώτικα σ’ ένα λαό που αναγνωρίζει στο ιστορικό του σώμα τις διαχρονικές πληγές της προδοσίας και των καρφιών της σταύρωσης. Η έκρηξη, πάλι, της ζωής μέσα από τον κατακλυσμό της Άνοιξης, συν-άδει ευθέως με την έμφυτη αισιοδοξία μας, με το ανοιχτό του χαρακτήρα μας. Το οικείο  και φιλικόν του εαρινού φυσικού περιβάλλοντος συστοιχίζεται με τη διάθεση για ανθρωπιά και έλεος.

Συχνά, όταν πηγαίνω στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής, μου είναι δύσκολο να προσδιορίσω αν ο Θεός που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Άδωνις, γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στις ημερολογιακές του σημειώσεις, συνοψίζοντας την αίσθηση και το βαθύτερο περιεχόμενο αυτών των ημερών. Αυτές τις μέρες, όλοι μας –λίγο ή πολύ, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά– παίρνουμε μέρος σε κάποια από αυτά τα έθιμα και τις τελετουργίες. Είναι οι τελετές της χαμένης άνοιξης, προσδοκώντας πά­ντοτε «ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώ­νος»!..

Την Μεγαλοβδομάδα δεν θρηνούμε για τον «καημένο Χριστούλη», πού ανέβηκε στον σταυρό και πέθανε και θάφτηκε σαν νικημένος και αδικημένος άνθρωπος. Έχει έναν πενθοχαρμόσυνο χαρακτήρα το ορθόδοξο ήθος.

Τις ημέρες αυτές σταυρώνουμε τις επιθυμίες και τα πάθη μας. Μπαίνουμε σε πνευματικό χωνευτήρι για να τα μεταμορφώσουμε. Ζητάμε και προπανηγυρίζουμε την ανάσταση. Δεν υπάρχει στιγμή στην εορτολογία και την υμνογραφία της μεγάλης Εβδομάδας πού να μην αναφέρεται ο σταυρός συναπτά με την ανάσταση και η αλήθεια πώς ο Χριστός είναι ο Κύριος της ιστορίας, των παθών και του θανάτου Του. Ο Βασιλεύς της δόξης δηλ. πού τελεσιουργεί τα φρικτά μυστήρια της οικονομίας για την σωτηρία μας

Εδώ όμως αναδύεται ένα σοβαρό ποιμαντικό θέμα, που σχετίζεται με την αλλοίωση του νοήματος της εορτής. Και αυτό επειδή παρατηρείται στο χριστεπώνυμο πλήρωμα μια άνευ προηγουμένου εθιμολατρεία, που έρχεται να μετασχηματίσει το Ορθόδοξο Σταυροαναστάσιμο μήνυμα  σε μια Πασχαλινή ειδωλολατρία. Αντί δηλαδή να προσεγγίσουμε βιωματικά το μυστικό γεγονός της Αναστάσεως με την βοήθεια  της υμνογραφίας και της θεολογίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αρκούμαστε μόνο στην τήρηση εθίμων και παραδόσεων πιστεύοντας ότι έτσι εορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού.

Βέβαια πολλά από τα έθιμα του Πάσχα τα διατήρησε η Εκκλησία,  για καθαρά ποιμαντικούς λόγους, δίνοντας όμως άλλη διάσταση, όπως χαρακτηρισατικά αναφέρει ο καθηγητής Κ.Καλοκύρης. «…Με αυτές τις αφομοιώσεις που είναι εντελώς εξωτερικές και δεν βλάπτουν την ουσία  και το εντελώς Νέο του δόγματος, τα πλήθη που εκχριστιανίζονταν, τόσο των εβραίων όσον και των ειδωλολατρών, διευκολύνονταν στην αποδοχή της νέας τους θρησκείας. Κι αυτό, γιατί έβλεπαν ομοιότητες με τις παλαιές πίστεις τους και ικανοποιούνταν με τις σχετικές επεξηγήσεις που τους έδιδε η Εκκλησία, διαφωτίζοντάς τους δηλαδή, στο νέο περιεχόμενο που έπαιρναν… Για να διευκολύνει δηλαδή η Εκκλησία την υιοθέτηση της διδασκαλίας της δεν έκοψε ‘με το μαχαίρι’ (κατά το λεγόμενο) ό, τι συνέδεε τις φυλές αυτές με το παρελθόν αλλά, γνωρίζοντας κάλλιστα τη δύναμη της από αιώνων συνηθείας, προχώρησε προοδευτικώς, ήτοι επέτρεψε την διατήρηση εθίμων τους και λατρευτικών εκδηλώσεών τους (φυσικά εκείνων που δεν είχαν τη δύναμη να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα της) δίνοντας σε αυτά το δικό της νόημα. Έτσι, ωριμάζοντας αυτές οι φυλές μέσα στο εύκαρπο χριστιανικό κλίμα, καταλάβαιναν, σιγά –σιγά τη διαφορά των δύο κόσμων. Ότι από το σκότος ήλθαν στο φως. Ας θυμηθούμε τα τραγούδια, τους χορούς, τις δοξασίες, τις δεισιδαιμονίες κ.λπ. πρωτογόνων, λεγομένων, φυλών, – πράγματα που μετέτρεψε η Εκκλησία σε ιερούς χορούς, σε τριαδικούς ύμνους, σε έλλογη ερμηνεία των φυσικών φαινομένων, σε αφοσίωση στο Θεό ως αγαθό πατέρα… Τέλος την λατρεία των πνευμάτων (προγόνων, της φύσεως κ.τ.τ.) που η Εκκλησία αντικατέστησε με την λατρεία του Αγίου Πνεύματος, της τιμής των αγίων, και όσα παρόμοια.
»Μην εκπλήσσονται λοιπόν μερικοί όταν ακούουν ότι πρόδρομες μορφές, (στοιχεία, κ.λπ.) π.χ. του Επιταφίου και της περιφοράς του, βεβαιώνονται, όπως είπαμε, στις εορτές των Παναθηναίων, του Αδώνιδος, κ.ά… Επίσης οι νυχτερινές ‘εγκατακοιμήσεις’ στα τελεστήρια αρχαίων ναών (π.χ. του Ασκληπιού) έγιναν τύπος των σχετικών παννυχίδων και διανυκτερεύσεων πολλών χριστιανών σε Εκκλησίες, κατά την παραμονή ιδιαίτερης εορτής, -και τόσα άλλα σχετικά».( περιοδικό ΚΙΒΩΤΟΣ, τεύχος 25, καλοκαίρι 2011, σελίδες 13 -20.-www.orp.gr)

Υπάρχουν όμως και έθιμα που θα πρέπει η ποιμαίνουσα Εκκλησία να τα καταργήσει, ή τουλάχιστον να τα κρατήσει μακριά από τους Ορθοδόξους ναούς (π.χ.κάψιμο του Ιούδα-θρήνος των γυναικών της Μ.Παρασκευής ) ,διότι η διατήρησή τους ουσιαστικά συντελεί στην αλλοίωση του ορθοδόξου Σταυροαναστάσιμου  φρονήματος. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει οι εν Ελλάδι βαπτισμένοι Ορθόδοξοι χριστιανοί να ενημερωθούν σχετικά με την  καθιέρωση των εθίμων και να τεθούν έτσι τα όρια εκείνα που διαχωρίζουν το ειδωλολατρικό  από το Ορθόδοξο Πάσχα. Στα πλαίσια αυτά της ενημέρωσης συγκαταλέγεται και το παρακάτω άρθρο.

 

 

 

Τα Αδώνια και η  επιβίωσή τους  σε σύγχρονα παραδοσιακά έθιμα

Η επίδραση όμως των τελετουργιών της αρχαίας Ελλάδος στην Ορθοδοξία φαίνεται ότι είναι μεγαλύτερη από όσο οι περισσότεροι γνωρίζουμε. Για παράδειγμα το αντίστοιχο Χριστιανικό Πάσχα στην Αρχαία Ελλάδα γιορτάζανε τα «Αδώνια», κατά τα οποία γινόταν αναπαράσταση του θανάτου του Άδωνι.

Τα Αδώνια ήταν γιορτή προς τιμή του Αδώνιδος την 14η και 15η του μηνός Βοηδρομίωνος. Γιορταζόταν στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της γιορτής οι γυναίκες θρηνούσαν μπροστά από δυο κρεβάτια που είχαν επάνω ομοιώματα του Αδώνιδος και της Αφροδίτης.

Γύρω από τα ομοιώματα τοποθετούσαν γλαστροειδή αγγεία, στα οποία είχαν φυτέψει μάραθο και άλλα φυτά, που αναπτύσσονται γρήγορα και θερμαινόμενα από τον ήλιο δίνουν πρώϊμα άνθη.

Με το στολισμό των φυτών αυτών δινόταν η εντύπωση τεχνητών κήπων και τα αγγεία ονομάζονταν «Αδώνιδος κήποι». Για τον νεκρικό στολισμό τοποθετούσαν μέσα στους «κήπους» αγάλματα του Έρωτος, ομοιώματα πτηνών και γλυκίσματα. Οι γυναίκες την πρώτη μέρα θρηνούσαν.

Την επόμενη αυγή και αφού γινόταν περιφορά των κήπων και των ομοιωμάτων στους παρακείμενους δρόμους, τα έριχναν είτε στην θάλασσα είτε στην πηγή είτε στον ποταμό (ανάλογα με τι υπήρχε) λυσσίκομες (με λυμένα μαλλιά) και γυμνόστηθες. Η γιορτή τέλειωνε με θυσίες αγριόχοιρων.

Κατάλοιπο των αρχαίων Αδωνίων  ύμνων είναι ο «Ζαφείρης», παιχνίδι και τραγούδιστο Ζαγόρι της Ηπείρου την Πρωτομαγιά, ένα έθιμο για την ανάσταση της φύσης και τη γονιμότητα των χωραφιών. Το έπαιζαν τα κορίτσια την Πρωτομαγιά κι όλες τις Κυριακές του Μάη. Ένα αγόρι προσποιούνταν ότι πέθανε και τότε τα κορίτσια το στόλιζαν με άνθη μοιρολογώντας το. Ξαφνικά όμως ο «Ζαφείρης» σηκωνόταν. Τον «Ζαφείρη» τον παριστούσαν επίσης με μια κούκλα.

Το ίδιο έθιμο, με το όνομα «Φουσκοδέντρι», τελείται και στην Καστανιά Στυμφαλίας, με το όνομα «Κάνναβο» κατά τη Μεσοπεντηκοστή στην Άνω Αμισό του Πόντου, ως «Λειδινός» στην Αίγινα στις 14 Σεπτεμβρίου και ως «Λάζαρα» ή «Λαζαρικά» στην Αμμόχωστο. Ο Γεώργιος Μέγας αναφέρει ότι παρόμοιο έθιμο αναβιώνει στις Σέρρες κατά την περιφορά του Επιταφίου. Γυναίκες τοποθετούν εικόνα του Εσταυρωμένου ανάμεσα σε άνθη, αναμμένα κεριά και θυμιάματα και δίπλα τοποθετούν ένα πιάτο φακής ή κριθαριού.

Λαϊκά έθιμα του Πάσχα.

Το σύγγραμμα Λαογραφικά Σύμμεικτα, Τόμος Α΄, σ. 80, (Νικόλαος Πολίτης, Έκδοση Π. Λεώνη, Αθήνα 1920) σχολιάζοντας την εισαγωγή ειδωλολατρικών εθίμων στο Χριστιανισμό, λέει: «Οι σύνοδοι και οι Χριστιανοί ιεράρχες … ανέχτηκαν τη διατήρηση παραδόσεων και προλήψεων που πήγαζαν από την πολυθεΐα φροντίζοντας μόνο να τις περιβάλουν με Χριστιανικό κάλυμμα».

«Γύρω από τη χριστιανική τήρηση του Πάσχα … έχουν συλλεχθεί λαϊκά έθιμα, πολλά από τα οποία προέρχονται από αρχαία τελετουργικά … συμβολίζουν Ευρωπαϊκές και Μέσο Ανατολικές ειδωλολατρικές γιορτές της Άνοιξης … για παράδειγμα, τα αβγά … ήταν πολύ σημαντικά σαν σύμβολα της νέας ζωής και της ανάστασης» (Εγκυκλοπαίδεια Britannica , έκδ.1991, τόμ.4, σ.333).

Για την ελληνική λαϊκή παράδοση (κοσμική και θρησκευτική) η περίοδος του Πάσχα δεν είναι απλώς μια τυπική θρησκευτική επέτειος αλλά μια ζωντανή επανάληψη του Θείου Δράματος, όπου με θεατρικό δραματικό τρόπο γίνεται η πλήρης αναπαράστασή του με τη συμμετοχή όλων των μελών της κοινότητας και προεξάρχουσες –δικαιωματικά– τις γυναίκες.

Παράλληλα όμως και τα κοσμικά και παρεκκλησιαστικά λαϊκά έθιμα διατηρούν το στοιχείο της προσωπικής συμ­μετοχής που οδηγεί από την αναπαράσταση στο βίωμα, με την πανάρχαιη μυστηριακή έννοια. Εδώ γεφυρώνεται η χριστιανική λατρεία με τις προχριστιανικές παγανιστι­κές συνήθειες και τελετουργίες που έχουν σχέση με το φυσικό περιεχόμενο της εποχής.

Το χριστιανικό Πάσχα και το εβραϊκό Πεσάχ ξανασυνα­ντούν την αρχαία αιγυπτιακή γιορτή Πισάχ, τη γιορτή της εαρινής ισημερίας, γιορτή της γονιμότητας, της άνοιξης, της ανάστασης της φύσης –όπως και τ’ Ανθεστήρια και οι τελετές του Αδώνιδος στην αρχαία Ελλάδα. Εξάλλου, με βάση την εαρινή ισημερία ορίζουν το Πάσχα και οι Εβραίοι (ανήμερα την Πανσέληνο) και οι Ορθόδοξοι (την πρώτη Κυριακή μετά την Πανσέληνο). Έτσι, με βάση τα προαιώνια σύμβολα της μυστηριακής λατρείας (τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, το φως και τη φωτιά, το νερό, το κόκκινο χρώμα, το αβγό, το ψητό κρέας, κ.ά.) στο δογματικό περι­εχόμενο της χριστιανικής γιορτής έρχονται να ενταχθούν λαϊκά έθιμα που, γι’ άλλη μια φορά, πιστοποιούν την πο­λιτισμική ενότητα του Ελληνισμού.

Λαϊκά έθιμα και τελετουργίες στενά δεμένα με το λόγο, τη μουσική, τον χορό έρχονται να συναντήσουν το ήθος και την ψυχολογία του Ελληνισμού που, από την αρχαιότητα, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες καλείται να ενταφιάσει και ν’ αναστήσει γιορταστικά τον Θεό του. Επίκληση για τη γονιμότητα της φύσης που ξαναγεννιέται κι εξορκισμός για κάθε δύναμη που μπορεί να την απειλήσει. Σύμβολα, τελετές, ύμνοι, τραγούδια, μουσικές και χοροί που διατρέχουν τους αιώνες. Αξίες ενός πολιτισμού ανθρωποκεντρικού, που δίνει στους θεούς του ανθρώπινη διάσταση, βιώνοντας τα πάθη και συμμετέχοντας στο μαρτύριό τους, λατρεύοντας τη Μάνα και τη Γυναίκα σαν την ιέρεια που θα διακονήσει τα τρία μεγάλα μυστήρια της ζωής: τη Γέννηση, τον Έρωτα και το Θάνατο.

Ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, η Θεά της γονιμότητας (Δήμητρα) και η θεά του Έρωτα (Αφροδίτη) θρηνούν το νεκρό παιδί (Περσεφόνη) ή τον χαμένο στο άνθος της νιότης του εραστή (Άδωνι), αναμένοντας την επιστροφή τους στον πάνω κόσμο για ν’ αναγεννηθεί μαζί τους η φύση βρίσκοντας «την καλή και τη γλυκιά της ώρα». Και πράγματι ο Απρίλιος (παίρνοντας τ’ όνομά του από το λατινικό ρήμα aperio: ανοίγω ) ήταν ο μήνας ο αφιερωμένος στην Αφροδίτη, γιορτάζοντάς την με αγρυπνίες και τραγούδια από τις γυναίκες, θρηνητικά για τον θάνατο αλλά κι ερωτικά για το κάλλος του Άδωνι.

.Από το Σάββατο του Λαζάρου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.

Σάββατο Λαζάρου

Με την έναρξη ακόμη του πασχαλινού κύκλου, η θεατρι­κή νεκρανάσταση του Λαζάρου (προετοιμάζοντας αυτήν του Χριστού) σε πολλά από τα τραγούδια–κάλαντα της ημέρας αποσυνδέεται από τη διήγηση των γεγονότων και καταλήγει σε ύμνο για την άνοιξη κι επίκληση της γονι­μότητας. Κυρίαρχο και πάλι το γυναικείο φύλο μέσα από τις Λαζαρίνες, μικρά κορίτσια στολισμένα με λουλούδια που μόνον αυτά επιτρέπεται να πουν τα τραγούδια, κρα­τώντας μάλιστα στα χέρια τους τα σύμβολα της γονιμό­τητας: κούκλα ή σταυρό στολισμένο με κόκκινη κλωστή, που από την αρχαία εποχή αποτελεί σύμβολο αποτρεπτι­κό για τα «κακά πνεύματα».

Κυριακή των Βαϊων

Τα βάγια.

Την Κυριακή των Βαΐων, σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όλοι οι ναοί στολίζονται με κλαδιά από βάγια, από φοίνικες δηλαδή ή από άλλα νικητήρια φυτά, όπως δάφνη, ιτιά, μυρτιά και ελιά. Μετά τη λειτουργία μοιράζονται στους πιστούς.

Η εκκλησία μας καθιέρωσε ήδη από τον 9ο αιώνα το έθιμο αυτό μια και όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «όχλος πολύς…έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ».

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, στα Ιεροσόλυμα, ο επίσκοπος έμπαινε στην πόλη «επί πώλου όνου», αναπαριστάνοντας το γεγονός, ενώ στα βυζαντικά γινόνταν «ο περίπατος του αυτοκράτορα», από το Παλάτι προς τη Μεγάλη Εκκλησία.

Στη διαδρομή αυτή ο αυτοκράτορας μοίραζε στον κόσμο βάγια και σταυρούς και ο Πατριάρχης σταυρούς και κεριά. Με τα βάγια οι πιστοί στόλιζαν τους τοίχους των σπιτιών και το εικονοστάσι τους.

Και σήμερα ακόμα όλες οι εκκλησίες στολίζονται με δαφνόφυλλα ή βάγια. Τα παλιότερα χρόνια τους τα προμήθευαν τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς ή και μόνο οι νιόπαντρες γυναίκες, για το καλό του γάμου τους. Πίστευαν πως η γονιμοποιός δύναμη που κρύβουν τα φυτά αυτά θα μεταφερόταν και στις ίδιες και η μια χτυπούσε την άλλη με τα βάγια.

Τα «βαγιοχτυπήματα» σιγά – σιγά άρχισαν να γίνονται και από τις άλλες γυναίκες και τα παιδιά τις μιμούνταν και όπως χτυπιούνταν μεταξύ τους εύχονταν: «Και του χρόνου, να μη σε πιάν’ η μυίγα».

Το έθιμο της περιφοράς των κλαδιών θυμίζει την «ειρεσιώνη», το στολισμένο με καρπούς κλαδί, που στις γιορτές της άνοιξης περιφέραν στους δρόμους τα παιδιά, στην αρχαιότητα.

Τα βάγια τα έπλεκαν σε πάρα πολλά σχέδια: φεγγάρια, πλοία, γαϊδουράκια, το πιο συνηθισμένο όμως ήταν ο σταυρός. Σε μερικά μέρη τους έδιναν το σχήμα του ψαριού. Ψάρι είχαν σαν σημάδι αναγνώρισης οι πρώτοι χριστιανοί, η λέξη ΙΧΘΥΣ, εξάλλου, προέρχεται από τα αρχικά Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ.

Επίσης την Κυριακή των Βαΐων, σε πολλά μέρη της Ελλάδας οι νιόνυφες (σύμβολο της γονιμότητας) ήταν αυτές που έπρεπε να μεταφέρουν τα βάγια στην εκκλησία και σε μια καθαρά γυναικεία τελετή να χτυπήσουν η μια τον ώμο της άλλης με τ’ ανθισμένα κλωνάρια για να εξασφαλίσουν υγεία και θαλερότητα.

 

 

Μεγάλη Πέμπτη.

-Μεγάλη Πέμπτη, «καθώς ο Σωτήρ κατέρχεται εις τον Άδη», οι ψυχές των νεκρών λυτρώνονται, «ξανασαίνουν κι αυτές και βγαίνουν και πάνε στα λουλουδάκια». Μένουν έξω πενήντα μέρες. Την πεντηκοστή, «γονατίζουν οι ψυχές, προσκυνάνε τον Θεό και γυρίζουν πάλι στον τόπο τους».

-Η διόλου χριστιανική κλεψιά και οι φωτιές είναι συνυφασμένες με τα έθιμα και το λειτουργικό της Μεγάλης Παρασκευής. Την ώρα που σημαίνει η καμπάνα το ξεκίνημα της περιφοράς του επιτάφιου, στη Νότια Πελοπόννησο, οι νοικοκυρές ανάβουν φωτιές με κληματόβεργες μπροστά στα σπίτια τους. Τη στιγμή που περνά από μπροστά ο επιτάφιος, η φωτιά έχει γίνει θράκα. Η νοικοκυρά ρίχνει μια χούφτα μοσχολίβανο, μοσχοβολά ο τόπος κι ο παπάς στέκεται και «κάνει παραστάσιμο». Αλλού, στις φωτιές, «καίνε τον Οβριγιό» (τον εβραίο ή ειδικά τον Ιούδα). Στη Μυτιλήνη παραβγαίνουν, ποιος θα ανάψει την πιο μεγάλη φωτιά με ξύλα κλεμμένα από τις αυλές. Στις Σέρρες, οι γυναίκες βγάζουν στο κατώφλι την εικόνα του Εσταυρωμένου μέσα σε λουλούδια και ένα πιάτο με χώμα, όπου έχει φυτευτεί χλόη φακής ή κριθαριού, παραπέμποντας κατευθείαν στους αρχαίους «κήπους του Άδωνη», στη γιορτή των Αδώνειων.

-Τα λουλούδια, με τα οποία στολίζεται ο Επιτάφιος, έχουν μαγική δύναμη, αν είναι κλεμμένα από ξένους κήπους. Κι αν κλαπούν κι από τον Επιτάφιο, μετά τη λήξη της τελετής, έχουν ακόμα πιο δραστική ενέργεια: Σαν φυλαχτά ή σαν φάρμακα (βρασμένα με λίγο νερό στα κάρβουνα) για τα άρρωστα παιδιά. Μαγική δύναμη, αλλού, έχει και το χώμα, στα σταυροδρόμια, όπου έκανε στάση ο Επιτάφιος. Σκορπίζοντάς το στο σπίτι, εξαφανίζονται οι κοριοί. Κι αν την κατάλληλη στιγμή, με ένα καλάμι, σχεδιάσουν σταυρούς στην αυλή του σπιτιού, στην Κρήτη, οι ποντικοί δεν πλησιάζουν τα κουκιά.

Το βάψιμο των κόκκινων αυγών.

Σύμφωνα με την παράδοση, κάθε χρόνο τη Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές σε όλη την Ελλάδα ετοιμάζουν τα τσουρέκια και βάφουν τα κατά παράδοση κόκκινα αυγά, καθώς το αυγό συμβολίζει τη γονιμότητα και τη δημιουργία, ενώ, σύμφωνα με άλλους συμβολίζει την αναγέννηση του κόσμου και την ανανέωση της φύσης. Τα αυγά βάφονται την Μεγάλη Πέμπτη, η οποία είναι η ημέρα του Μυστικού Δείπνου, όπου ο Χριστός πρόσφερε άρτο και κρασί ως συμβολισμό για το σώμα Του και το αίμα Του, έτοιμος να θυσιαστεί για να ελευθερώσει τον κόσμο από τα δεσμά της αμαρτίας.

Τα πασχαλινά αυγά και η ιστορία τους

Οι αρχαίοι Έλληνες, οι Πέρσες και οι Κινέζοι έδιναν τα αυγά σαν δώρα, στις ανοιξιάτικες γιορτές τους πολύ πριν τις προ-Χριστιανικές ανοιξιάτικες γιορτές. Εμφανίζονται δε παράλληλα στην ειδωλολατρική μυθολογία, όπου διαβάζουμε πως το Πουλί του Ήλιου έχει εκκολαφτεί από το Αυγό της Γης. Μερικά παγανιστικά έθιμα δείχνουν τον παραλληλισμό του αυγού προς τη δημιουργία της ζωής πάνω στη γη. Ο Ουρανός και η Γη θεωρούνταν σαν να ήταν τα μισά ενός αυγού, από όπου ξεπρόβαλε η ζωή πάνω στη Γη.

Για τους πρώτους Χριστιανούς το αυγό είναι ολοφάνερα το σύμβολο της Ανάστασης του Χριστού, πιστεύεται πως είναι το πιο κατάλληλο και ιερό μέρος του εορτασμού του Πάσχα. Νωρίτερα στο Μεσαίωνα, βάφονταν αυγά για να δοθούν σαν δώρα το Πάσχα.

Κατά τον 17ο αιώνα, ο Πάπας Παύλος ο 5ος ευλόγησε το ταπεινό αυγό με μια δέηση: «Ευλόγησε Ύψιστε το δικό σου αυτό δημιούργημα, το αυγό, το οποίο μπορεί να γίνει μια ευεργετική τροφή των δικών σου πιστών τρώγοντας και ευγνωμονώντας Σε, ένεκεν της Ανάστασης του Κυρίου μας».

Οι περισσότεροι από εμάς θεωρούμε αυτονόητη τη σύνδεση των αυγών με το Πάσχα, όμως προτού το αυγό αποκτήσει αυτή την άμεση σχέση με το χριστιανισμό, ήταν σύμβολο ζωής – κι αυτό τουλάχιστον 2.500 χρόνια πριν.

Οι πρώτες ιστορικές μαρτυρίες συμβολισμού του αυγού στη θρησκεία χρονολογούνται το 500 π.Χ. Στην περίοδο των Αχαιμενιδών, το Περσικό ημερολόγιο ήταν επηρεασμένο από το ζωροαστρισμό, και η εαρινή ισημερία –η πρώτη ημέρα του ημερολογιακού τους έτους- καθιερώθηκε ως αργία. Με την ονομασία Nowruz, η συγκεκριμένη γιορτή εξακολουθεί σήμερα να γιορτάζεται με το βάψιμο, το κέρασμα και την κατανάλωση αυγών, και πιθανότατα έτσι εορταζόταν και στο παρελθόν, όπως βλέπουμε σε ανάγλυφο από την Περσέπολη (π. 500 π.Χ.), όπου ευγενείς παριστάνονται να κρατούν στα χέρια αυγά.

Το αυγό ως ρωμαϊκό σύμβολο μαγείας

Δεν είναι ωστόσο ξεκάθαρο αν και τι είδους επιρροή είχαν οι Πέρσες στις εορτές και τα σύμβολα των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Η πρώτη βεβαιωμένη χρήση του αυγού ως χριστιανικού συμβόλου τοποθετείται στη Ρωμαϊκή περίοδο. Κατά τη διάρκεια των παγανιστικών ετών της Αυτοκρατορίας, τα αυγά ήταν μέρος των βακχικών ή διονυσιακών μυστηρίων, πιθανότατα ως χθόνιο σύμβολο (Μακρόβιος, Saturnalia). Ίσως, να χρησιμοποιούνταν σε κατάρες και, αντιστρόφως, να είχαν και αποτροπαϊκό χαρακτήρα (Clarke 1979). Τον 15ο αιώνα κτίστηκε ένα οχυρωμένο κάστρο στον Κόλπο της Νάπολης, και, σύμφωνα με το θρύλο, ο ποιητής Βιργίλιος (1ος αι. π.Χ.) είχε θάψει ένα αυγό στο σημείο, για προστασία από το κακό, εξού και η σύγχρονη ονομασία του κάστρου είναι Castel dell’Ovo [Κάστρο του Αυγού].

Οι συμβολικές χρήσεις του αυγού ποίκιλλαν στον ρωμαϊκό κόσμο. Ωστόσο, η σύνδεση ανάμεσα στα αυγά και τη γέννηση είναι σαφής. Ο Ρωμαίοι είχαν πολλά είδη πτηνών, και οι περισσότεροι άνθρωποι πιθανότατα θα παρατηρούσαν τις κότες, τα περιστέρια κλπ. να κλωσούν αυγά, από τα οποία ξεπεταγόταν μια καινούργια ζωή. Η ρωμαϊκή ιατρική επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις πραγματείες του Ιπποκράτη (π. 400 π.Χ.), όπου η εκκόλαψη αυγών συχνά αναφερόταν σε σύγκριση με τη γέννηση των ανθρώπων. Στο Περί Φύσεως Παιδίου (29.1-3), ένα βρέφος που γεννιέται περιγράφεται σε άμεση αναλογία με ένα κοτοπουλάκι που σπάει το κέλυφος του αυγού (Hanson, 2008).

 

Το αυγό στην ταφή

Όμως, κατά την πρώιμη Αυτοκρατορική περίοδο (1ος αι. μ.Χ.) συναντάμε τη σύνδεση του αυγού με τις ταφές – παρόλο που ελάχιστα σχετικά ευρήματα έχουμε μέχρι στιγμής. Στο Κόλτσεστερ του Γιορκ και στο Ουίντσεστερ της Ρωμαϊκής Αγγλίας, βρέθηκαν αυγά μέσα ή κοντά σε τεφροδόχους κάλπες και σε ταφές ανθρώπων. Αυγά απεικονίζονται επίσης σε ρωμαϊκές σαρκοφάγους (Nilsson 1907), υποδηλώνοντας πως ίσως ήταν ένα σύμβολο για όλες τις κοινωνικές τάξεις. Το κέλυφος του αυγού είναι αρκετά λεπτό, κι έτσι οι αρχαιολογικές ανασκαφικές μέθοδοι, πριν από το 1980, πολύ πιθανόν να παρέβλεψαν άλλα ευρήματα αυγών σε ρωμαϊκές ταφές. Παρ” όλα αυτά, υπάρχουν δύο περιπτώσεις ταφών με αυγά, που ήρθαν πρόσφατα στο φως στη Ρώμη.

Στη θέση Castellaccio Europarco, ο τάφος 31 περιείχε την ταφή ενός παιδιού 3-4 ετών, η οποία χρονολογείται γύρω στο 50-175 μ.Χ. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, «κάτω από το αριστερό χέρι του ενταφιασμένου υπάρχει το αυγό μιας κότας, το οποίο στα ταφικά συμφραζόμενα πιθανότατα δεν είναι απλά μια προσφορά τροφής, αλλά ίσως και μια μνεία στην εσχατολογική αναγέννηση. (…)». Επίσης, εντός της νεκρόπολης του Βατικανού, κάτω από την via Triumphalis, ένα παιδί μικρότερο από ενός έτους, βρέθηκε ενταφιασμένο με πλήθος κτερισμάτων [μεταξύ των οποίων και αυγά]. Οι ανασκαφείς πιστεύουν ότι το αυγό πιθανότατα ήταν ένα «σύμβολο αναγέννησης, μιας νέας ζωής που θα ισοστάθμιζε την αδικία ενός πρόωρου τέλους» (Liverani κ.ά. 2010).

Αυτές οι δύο ταφές ίσως εκπροσωπούν τα πρώιμα χριστιανικά ταφικά έθιμα, καθώς το αυγό ήταν στενά συνδεδεμένο με την ιδέα της αναγέννησης, κι αυτό ήδη από τα χρόνια του Ιησού Χριστού (ζωή, θάνατος, ανάσταση). Το αυγό «είναι μια εμφανώς ζωντανή και αδρανής ουσία που εμπεριέχει την πιθανή αρχή μιας ζωής, και εκείνο που έχει μια [τέτοια] ζωογόνο δύναμη πρέπει αναγκαστικά να ξυπνά ή να τροφοδοτεί τις ζωτικές δυνάμεις εκείνων στους οποίους προσφέρεται» (Nilsson 1907). Η σύνδεση, επομένως, ίσως εξηγείται: το αδρανές αυγό, όπως και ο τάφος του Ιησού, εμπεριέχει μια νέα ζωή. Το αυγό γίνεται ο βράχος που σφραγίζει τον τάφο του Χριστού.

Παρ” όλα αυτά, δεν υπάρχουν πολλά ιστορικά στοιχεία που να συνδέουν το αυγό με τον Ιησού. Στη Βίβλο, συναντάμε ελάχιστες αναφορές. Έχουμε χωρία όπου το αυγό αναφέρεται ως τροφή (Ιώβ 6.6.) και ορισμένα άλλα όπου χρησιμοποιείται ως μεταφορά (Κατά Λουκάν 11.12, Ησαΐας 10.14). Σύμφωνα με την ανατολική ορθόδοξη παράδοση, η Μαρία Μαγδαληνή έφερνε βρασμένα αυγά στον τάφο του Ιησού. Τα αυγά, κατά την παράδοση πάντα, πήραν ένα φωτεινό κόκκινο χρώμα – το χρώμα του αίματος- όταν εκείνη είδε ότι ο Ιησούς είχε αναστηθεί. Σε παρόμοιο πνεύμα, μια άλλη ιστορία λέει ότι όταν η Μαρία Μαγδαληνή πήγε στον Τιβέριο, τον αυτοκράτορα τη Ρώμης, για να του πει ότι ο Ιησούς είχε αναστηθεί, εκείνος απάντησε ότι «Όσο αναστήθηκε ο Ιησούς, άλλο τόσο τούτο το αυγό είναι κόκκινο», και μόλις τέλειωσε τη φράση του το αυγό πήρε ένα ζωηρό κόκκινο χρώμα. Όμως, αυτές είναι απλά παραδόσεις αποκρυφιστικές, ίσως με σκοπό να δικαιολογήσουν το έθιμο της βαφής και της κατανάλωσης πασχαλινών αυγών.

Μία άλλη εξήγηση που δίνεται συχνά, λέει ότι η Παναγία πήρε ένα καλάθι αυγά και τα πρόσφερε στους φρουρούς Του Υιού της, ικετεύοντάς τους να του φέρονται καλά! Όταν τα δάκρυά της έπεσαν πάνω στα αυγά, αυτά βάφτηκαν κόκκινα!

Άλλη ιστορία θέλει μία γυναίκα να μην πιστεύει την είδηση της Ανάστασης Του Ιησού και να λέει: «Όταν τα αυγά που κρατώ θα γίνουν κόκκινα, τότε θα αναστηθεί και ο Χριστός». Και τότε αυτά έγιναν κόκκινα»!

Το αυγό επίσης  συνδέθηκε επί χιλιετίες με την αναγέννηση και την ανανέωση, αρχικά τις πρώτες μέρες της άνοιξης, ενώ στη συνέχεια υιοθετήθηκε ως σύμβολο του χριστιανισμού. Το αυγό προσφέρεται για τη νοερή απεικόνιση του κύκλου της ζωής, η οποία –για πολλά φυτά και ζώα- ξεκινά την άνοιξη…

Απαγορευμένα κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, τα αυγά επανεμφανίζονται την Κυριακή του Πάσχα και σαν μέρος της γιορτής και σαν δώρα προς την οικογένεια και τους φίλους.

Στη μεσαιωνική Αγγλία, το βάψιμο και η διακόσμηση των αυγών αποτελούσε έθιμο για όλες τις οικογένειες. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Εδουάρδου του πρώτου, το 1290 ξοδεύτηκαν 18 πένες (τεράστιο -τότε- ποσό) για να βαφτούν και να χρυσοστολιστούν 450 αυγά που θα χρησίμευαν σαν πασχαλινά δώρα.

Στη Γερμανία τα αυγά δίνονταν στα παιδιά μαζί με άλλα πασχαλινά δώρα, ενώ αργότερα δημιουργήθηκε το «κυνήγι του χαμένου αυγού». Πρόκειται για ένα παιχνίδι, σύμφωνα με το οποίο το Πασχαλινό Κουνελάκι κρύβει καλά, σε κήπους και αυλές, τα πασχαλινά αυγά, τα οποία αργότερα αντικαταστάθηκαν με σοκολατένια, και τα μικρά παιδάκια πρέπει να τα βρουν και να τα μαζέψουν στο καλάθι τους. Νικητής είναι αυτός που έχει μαζέψει τα περισσότερα.

Τα χαρτονένια και τα σοκολατένια πασχαλινά αυγά έχουν αρκετά πρόσφατη προέλευση. Τα φυσικά αυγά τα στολισμένα με χρώματα ή με σχέδια και χαλκομανίες έχουν «πολιτογραφηθεί» σαν σύμβολο της συνέχειας της ζωής και της ανάστασης.

Τα ευαγγελισμένα αβγά (αφημένα επίτηδες στο ιερό την ώρα της ανάγνωσης των 12 Ευαγγελίων), το ευαγγελι­σμένο νερό, τα λουλούδια και τα κεριά του Επιταφίου και της Ανάστασης αποκτούν για το λαό μας μαγικές αποτρεπτικές διαστάσεις (ενάντια στις αρρώστιες, στο «μάτι», σε φυσικές καταστροφές, κ.ά.). Οι δυνάμεις του κακού ξορκίζονται θεαματικά με το κρέμασμα ή το κά­ψιμο του Ιούδα, ενώ η κυκλική περιφορά του Επιταφίου ή της πασχαλινής λιτανείας στην ενορία ή στο χωριό έχει στόχο να το θωρακίσει με την πανάρχαιη ιδέα του προ­στατευτικού κύκλου.

Μερικοί πιστεύουν ότι τα αυγά βάφονται κόκκινα σε ανάμνηση του αίματος του Χριστού, που χύθηκε για εμάς τους ανθρώπους. Κόκκινο είναι και το χρώμα της χαράς. Χαράς για την Ανάσταση του Χριστού.

Το αποτρεπτικό κόκκινο χρώμα, πανταχού παρόν στη λαϊκή μας παράδοση, επανέρχεται στα πασχαλινά αβγά που, όπως σημειώνει ο Δ. Λουκάτος: κατ’ εξοχήν ζωι­κά προϊόντα, γίνονται εξαίρετα σύμβολα του τάφου απ’ όπου ξαναπηδά η ζωή… Το τσούγκρισμά τους είναι μια συμβολική διευκόλυνση της νέας ζωής, αλλά και χαιρετι­σμός φιλικής πάλης, που βοηθάει τη φύση στις παραγω­γικές της προσπάθειες.

Είναι παράλληλα όμως και χρώμα αποτρεπτικό. Κόκκινες βελέντζες και κόκκινα μαντίλια κρεμούσαν τη Μεγάλη Πέμπτη στην Καστοριά οι γυναίκες για το καλό. Κόκκινο πανί έβαφαν μαζί με τα αυγά τους στη Μεσημβρία και το κρεμούσαν στο παράθυρο για σαράντα μέρες, για να μην τους πιάνει το μάτι.

Το βάψιμο των αυγών γινόταν τη Μεγάλη Πέμπτη γι αυτό και τη λέγαν Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη. Παλιότερα το συνήθιζαν κι αποβραδίς, πάντοτε όμως τα μεσάνυχτα, με το ξεκίνημα της νέας μέρας. Καινούρια πρέπει να ήταν η κατσαρόλα που θα έβαφαν τα αυγά και ο αριθμός τους ορισμένος και τη μπογιά τη φύλαγαν σαράντα μέρες και δεν την έχυναν, ακόμα και τότε, έξω από το σπίτι. Τα χρώματα για τα αυγά τα έφτιαχναν από διάφορα φυτά.

Οι ιστορικοί συνδέουν τα αβγά του Πάσχα με τις ανοιξιάτικες γιορτές της γονιμότητας.

«Η καταγωγή των αυγών του Πάσχα βασίζεται στις παραδόσεις περί γονιμότητας των ινδοευρωπαϊκών φυλών … Το αβγό γι’ αυτούς ήταν σύμβολο της Άνοιξης … Κατά τους χριστιανικούς χρόνους, είχε δοθεί στο αβγό μια θρησκευτική ερμηνεία, έγινε σύμβολο του τάφου από τον οποίο εμφανίστηκε ο Χριστός στη νέα ζωή της ανάστασής Του» (Francis X. Weiser, Εγχειρίδιο χριστιανικών γιορτών και εθίμων, σ.233). Αυτό είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα του πως ειδωλολατρικά σύμβολα και έθιμα έγιναν «χριστιανικά», δόθηκαν χριστιανικά ονόματα σε ειδωλολατρικές πρακτικές.

Τέλος, τα παρακάτω προέρχονται από το βιβλίο Αιγυπτιακή Πίστη και σύγχρονη σκέψη, του James Bonwick, σελ.211-212: «Αυγά ήταν κρεμασμένα σε αιγυπτιακούς ναούς. Ο Bunsen εφιστά την προσοχή στο κοσμικό αβγό, το σύμβολο της παραγωγικής ζωής, που βγαίνει από το στόμα του μεγάλου θεού της Αιγύπτου. Το μυστικό αβγό της Βαβυλώνας, ένα αβγό σε υπερφυσικό μέγεθος λέγεται ότι έπεσε από τον ουρανό στον Ευφράτη. Τα ψάρια το κύλισαν μέχρι την όχθη, κι εκεί κάθισαν πάνω του περιστέρια και το κλώσησαν, και βγήκε η Αφροδίτη που αργότερα ονομάστηκε Σύρια θεά, δηλαδή Αστάρτη. Βαμμένα αυγά ήταν ιερά αφιερώματα στην Αίγυπτο, καθώς εξακολουθούν να είναι στην Κίνα.

Το Πάσχα, η άνοιξη, ήταν η εποχή της γέννησης, επίγειας και ουράνιας».

Τι άλλο θα μπορούσε να αποδείξει πιο απλά την πραγματική καταγωγή του «αβγού του Πάσχα»;

Επίσης αναπτύχθηκε η άποψη ότι το αυγό, που εκπροσωπεί την άνοιξη και τη γονιμότητα, θα έπρεπε να συγχωνευθεί με μία ήδη υπάρχουσα παγανιστική γιορτή της Άνοιξης. Για να συνδεθεί αυτό το σύμβολο με την Ανάσταση του Χριστού την άνοιξη, απαιτείτο μεγάλη ανθρώπινη επέμβαση και λογική. Ωστόσο, ακόμη και η εξαιρετικά δημιουργική ανθρώπινη λογική δεν ήταν ποτέ σε θέση να συνδέσει με επιτυχία το επόμενο σύμβολο του Πάσχα με οτιδήποτε χριστιανικό, διότι δεν υπάρχει ούτε μία λέξη γι’ αυτό οπουδήποτε στην Καινή Διαθήκη!

Ο  καθηγητής Στίλπων Κυριακίδης, σε ειδική μελέτη του, τα συνδέει με την προσφορά αβγών κατά τη λατρεία θεών της γονιμότητας όπως ο Άττις, ο Άδωνις και άλλοι. Ο θάνατος και η ανάσταση του Άττιος γιορτάζονταν από 22 έως 25 Μαρτίου, «όπως περίπου και το Πάσχα». Την τρίτη μέρα της γιορτής, γνωστή ως «ημέρα του αίματος», οι ιερείς του, ευρισκόμενοι σε κατάσταση έκστασης, έκαναν τομές στο σώμα τους σκορπίζοντας το αίμα τους στο βωμό, οι δε υποψήφιοι ιερείς ευνουχίζονταν και πρόσφεραν τα μέλη τους στην Κυβέλη. “Δεν είναι λοιπόν διόλου απίθανο ότι και το κόκκινο χρώμα των αβγών είναι υπόλειμμα της λατρείας του Άττιος και μάλιστα της ημέρας του αίματος. Βάφονται κόκκινα κατά την ημέρα ακριβώς των αγίων παθών, την κόκκινη Πέφτη, η οποία αντιστοιχεί στην ημέρα του αίματος”.—«Τα Κόκκινα Αβγά του Πάσχα», Πεπραγμένα του Θ΄ Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου, 1953, Εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Άλλα ιστορικά στοιχεία για τα πασχαλινά αυγά

Οι αρχαίοι Έλληνες, οι Πέρσες και οι Κινέζοι έδιναν τα αυγά σαν δώρα, στις ανοιξιάτικες γιορτές τους πολύ πριν τις προ-Χριστιανικές ανοιξιάτικες γιορτές. Εμφανίζονται δε παράλληλα στην ειδωλολατρική μυθολογία, όπου διαβάζουμε πως το Πουλί του Ήλιου έχει εκκολαφτεί από το Αυγό της Γης. Μερικά παγανιστικά έθιμα δείχνουν τον παραλληλισμό του αυγού προς τη δημιουργία της ζωής πάνω στη γη. Ο Ουρανός και η Γη θεωρούνταν σαν να ήταν τα μισά ενός αυγού, από όπου ξεπρόβαλε η ζωή πάνω στη Γη.

Για τους πρώτους Χριστιανούς το αυγό είναι ολοφάνερα το σύμβολο της Ανάστασης του Χριστού, πιστεύεται πως είναι το πιο κατάλληλο και ιερό μέρος του εορτασμού του Πάσχα. Νωρίτερα στο Μεσαίωνα, βάφονταν αυγά για να δοθούν σαν δώρα το Πάσχα.

Κατά τον 17ο αιώνα, ο Πάπας Παύλος ο 5ος ευλόγησε το ταπεινό αυγό με μια δέηση: «Ευλόγησε Ύψιστε το δικό σου αυτό δημιούργημα, το αυγό, το οποίο μπορεί να γίνει μια ευεργετική τροφή των δικών σου πιστών τρώγοντας και ευγνωμονώντας Σε, ένεκεν της Ανάστασης του Κυρίου μας».

Οι περισσότεροι από εμάς θεωρούμε αυτονόητη τη σύνδεση των αυγών με το Πάσχα, όμως προτού το αυγό αποκτήσει αυτή την άμεση σχέση με το χριστιανισμό, ήταν σύμβολο ζωής – κι αυτό τουλάχιστον 2.500 χρόνια πριν.

Οι πρώτες ιστορικές μαρτυρίες συμβολισμού του αυγού στη θρησκεία χρονολογούνται το 500 π.Χ. Στην περίοδο των Αχαιμενιδών, το Περσικό ημερολόγιο ήταν επηρεασμένο από το ζωροαστρισμό, και η εαρινή ισημερία –η πρώτη ημέρα του ημερολογιακού τους έτους- καθιερώθηκε ως αργία. Με την ονομασία Nowruz, η συγκεκριμένη γιορτή εξακολουθεί σήμερα να γιορτάζεται με το βάψιμο, το κέρασμα και την κατανάλωση αυγών, και πιθανότατα έτσι εορταζόταν και στο παρελθόν, όπως βλέπουμε σε ανάγλυφο από την Περσέπολη (π. 500 π.Χ.), όπου ευγενείς παριστάνονται να κρατούν στα χέρια αυγά.

Μεγάλη Παρασκευή

Επιτάφιος: Το βιβλίο Ο Τελετουργικός Θρήνος στην Ελληνική Παράδοση, σ. 113-146, της Μάργκαρετ Αλεξίου, (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2008) παραλληλίζει το έθιμο της περιφοράς του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή «με αντίστοιχες τελετουργικές συνήθειες της αρχαιότητας» σε γιορτές για το θάνατο και την αναγέννηση ειδωλολατρικών θεών όπως ο Άδωνις. Λόγου χάρη στα Αδώνια, οι γυναίκες στόλιζαν με πολύχρωμα λουλούδια το νεκρικό κρεβάτι στο οποίο υπήρχε το ομοίωμα του θεού. Ακολουθούσε θρήνος με πένθιμα τραγούδια και πομπή με συνοδεία αναμμένων κεριών. Σύμφωνα με το ίδιο βιβλίο, “πολλές θεμελιώδεις συμβολικές διαστάσεις του αρχαίου ελληνικού θρήνου για τον θνήσκοντα θεό επιβίωσαν και εντάχθηκαν στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής”.

Οι γυναίκες της Μακεδονίας (στις Σέρρες) συνήθιζαν στην περιφορά του Επιταφίου να βγάζουν στο παράθυρο δοχεία με ταχύβλαστα φυτά (φακή και σιτάρι), σύμβο­λα της νιότης που ανθεί και γρήγορα μαραίνεται, όπως έκαναν και στην αρχαιότητα με τους «Κήπους του Αδώ­νιδος» για να τιμήσουν τον ωραίο νεκρό.

-Οι γυναίκες και πάλι, επιφορτισμένες ανέκαθεν με τον ιερό ρόλο της μοιρολογίστρας, θ’ αναλάβουν να κηδέψουν τελετουργικά τον νεκρό θεό στολίζοντας τον Επιτάφιο με λουλούδια και ξενυχτώντας τον όπως και τους δικούς του νεκρούς με μοιρολόγια που λένε μεταξύ τους αντιφωνικά σαν χορός αρχαίας τραγωδίας και χορός ψαλτάδων μαζί.

Στα Αθίκια της Κορινθίας  τη Μεγάλη Πα­ρασκευή μαυροφορεμένες γυναίκες τραγουδάνε γύρω από τον Επιτάφιο το Μοιρο­λόι της Παναγιάς. Το μακρύ αυτό αφηγηματικό τραγούδι που διηγείται τα Πάθη του Χριστού έτσι όπως τα έζησαν η Παναγία και οι Μυροφόρες το συναντάμε σ’ όλες τις περιοχές του Ελληνισμού, από την Κύπρο και τον Πόντο ως την Κάτω Ιταλία, σ’ ένα πλήθος παραλλαγών. Διακό­σιες πενήντα έξι (!) παραλλαγές παρουσιάζει ο Ελβετός ελληνιστής, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης Bertrand Bouvier στο βιβλίο του «Le Mirologue de la Vierge», καρπό 25χρονης έρευνας.

Για την λαογραφική αυτή τελετουργία στην Παλαιά Διαθήκη γράφονται τα εξής.Στον προφήτη Ιεζεκιήλ φανερώθηκε σε όραμα, οι αμαρτίες του λαού του Θεού τότε, αλλά και στην εποχή μας.

Το σύνολο αυτών των εδαφίων πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά για να καταλάβουμε γιατί ο Θεός είναι τόσο αυστηρός στην καταδίκη αυτών των πρακτικών:

«Και είπε προς εμέ, Στρέψον έτι· θέλεις ιδεί μεγαλύτερα βδελύγματα, τα οποία ούτοι κάμνουσι. Και με έφερεν εις τα πρόθυρα της πύλης του οίκου του Κυρίου της προς βορράν, και ιδού, εκεί εκάθηντο γυναίκες θρηνούσαι τον Θαμμούζ. Και είπε προς εμέ, Είδες, υιέ ανθρώπου; Στρέψον έτι· θέλεις ιδεί μεγαλήτερα βδελύγματα παρά ταύτα….. Και είπε προς εμέ, είδες, υιέ ανθρώπου; Μικρόν είναι τούτο εις τον οίκον Ιούδα, να κάμνωσι τα βδελύγματα, τα οποία ούτοι κάμνουσιν ενταύθα; ώστε εγέμισαν την γην από καταδυναστείας και εξέκλιναν διά να με παροργίσωσι· και ιδού, βάλλουσι τον κλάδον εις τους μυκτήρας αυτών. Και εγώ λοιπόν θέλω φερθή μετ’ οργής· ο οφθαλμός μου δεν θέλει φεισθή ουδέ θέλω ελεήσει· και όταν κράξωσιν εις τα ώτα μου μετά φωνής μεγάλης, δεν θέλω εισακούσει αυτούς» ( Ιεζεκ.η:13-18 ).

Ολόκληρη η τελετουργία αυτών των λαϊκών δρώμενων και των «θρήνων» είναι αντιγραφή των γυναικών που θρηνούσαν τον Θαμμούζ κι αυτό είναι πολύ σοβαρό για το Θεό! Μισεί τόσο πολύ αυτή την άθλια πρακτική που θα φερθή μετ’ οργής σε όλους όσοι επιμένουν σ’ αυτήν (Ιεζελ.θ)!

Μπορεί να φαίνεται «όμορφο», «θρησκευτικό», «κατανυκτικό», «ευλαβικό», «συγκινητικό» και «συγκλονιστικό» σ’ εκείνους που συμμετέχουν, αλλά ο Θεός έχει απαγορεύσει στον αληθινό λαό Του να ασπάζεται τις ιδέες και τα θρησκευτικά έθιμα των ειδωλολατρών.

-Τα λουλούδια, με τα οποία στολίζεται ο Επιτάφιος, έχουν μαγική δύναμη, αν είναι κλεμμένα από ξένους κήπους. Κι αν κλαπούν κι από τον Επιτάφιο, μετά τη λήξη της τελετής, έχουν ακόμα πιο δραστική ενέργεια: Σαν φυλαχτά ή σαν φάρμακα (βρασμένα με λίγο νερό στα κάρβουνα) για τα άρρωστα παιδιά. Μαγική δύναμη, αλλού, έχει και το χώμα, στα σταυροδρόμια, όπου έκανε στάση ο Επιτάφιος. Σκορπίζοντάς το στο σπίτι, εξαφανίζονται οι κοριοί. Κι αν την κατάλληλη στιγμή, με ένα καλάμι, σχεδιάσουν σταυρούς στην αυλή του σπιτιού, στην Κρήτη, οι ποντικοί δεν πλησιάζουν τα κουκιά.

Στα χωριά της Πυλίας, την Μεγάλη Παρασκευή, πίνουν ξίδι και καπνιά για να δείξουν την αγάπη τους στο Χριστό, που τον πότισαν ξύδι.

Στην Κορώνη, ούτε φωτιά ανάβουν, ούτε μαγειρεύουν, ούτε μπουκιά βάζουν στο στόμα τους. Κάποιοι βάζουν σε ένα ποτήρι ξύδι, ρίχνουν μέσα και λίγη αράχνη και πίνουν τρεις γουλιές γιατί έτσι πότισαν και το Χριστό. Όταν κατά το μεσημέρι, γίνει η Αποκαθήλωση και εκτεθεί σε προσκύνημα η χρυσοΰφαντη παράσταση του νεκρού Ιησού, πάνω σε φορητό κουβούκλιο, τότε αρχίζει ο στολισμός του Επιταφίου. Το στολισμό κάνουν τα κορίτσια της ενορίας, με άνθη της άνοιξης: βιολέτες, μενεξέδες, τριαντάφυλλα, λεμονανθοί. Όλα τα λουλούδια πλέκονται σε στεφάνια και γιρλάντες και ο Επιτάφιος γίνεται όλος μια κορόνα από άνθη. Ακόμη στην  Κορώνη, τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, τα παιδιά, κρατώντας ένα σταυρό στο χέρι, γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και λένε τα πάθη του Χριστού. Τα φιλεύουν με κουλούρια, κόκκινα αυγά ή λεφτά.

Στην Κρήτη, τη Μεγάλη Παρασκευή, τρώνε νερόβραστα φαγητά με ξύδι, σαλιγκάρια βραστά, των οποίων το ζουμί μοιάζει με ξύδι.Στην Ανατολική Κρήτη, την ώρα που λέει ο παπάς, το πρώτο ευαγγέλιο, της Μ. Παρασκευής, η παπαδιά βαστά αλεύρι και νερό, κάνει προζύμι με τις ευχές του Ευαγγελίου και το προζύμι ανεβαίνει,ενώ στο Κατσιδόνι Κρήτης, την ώρα που λέει ο παπάς στην Εκκλησία, εν καλάμω κάνουν σταυρούς από καλάμι για να διώξουν τους ποντικούς από τα κουκιά.

Στο Μελιγαλά, τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, ανάβουν “φουνταρίες”. Κάθε νοικοκυρά, όταν σημαίνει η καμπάνα για τον Επιτάφιο, ρίχνει μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της δυο – τρία μάτσα κληματόβεργες και τους βάζει φωτιά. Μέχρι να βγει ο Επιτάφιος, οι κληματόβεργες έχουν πλέον γίνει θράκα. Την ώρα που o παπάς περνά έξω από το δρόμο του σπιτιού της, η νοικοκυρά ρίχνει πάνω στη θράκα μια χούφτα μοσχολίβανο και ο παπάς κάνει εκεί παραστάσιμο.

Στις Μέτρες της Θράκης, η πομπή του Επιταφίου, σταματά έξω από ένα παρεκκλήσι, όπου εκεί βρίσκεται έτοιμη η φωτιά για να καεί ο Ιούδας. Τη στιγμή που ο Ιερέας διαβάζει το σχετικό Ευαγγέλιο, ανάβουν τη φωτιά και καίνε τον Ιούδα. Παίρνουν μια χούφτα από εκείνη τη στάχτη και τη ρίχνουν στα μνήματα.

 

Στην Κίο, τη Μεγάλη Παρασκευή που γυρίζουν τον Επιτάφιο, σταματούν στις διασταυρώσεις και μνημονεύουν. Επίσης οι πόρτες των σπιτιών τους μένουν ανοιχτές, για να μπει μέσα η Θεία Χάρη. Οι άνθρωποι πηγαίνουν νωρίτερα και τοποθετούν χώμα στα σημεία που θα σταματήσει ο επιτάφιος. Μόλις τελειώσει η λειτουργία, πηγαίνουν και παίρνουν από εκείνο το χώμα και το σκορπούν στο σπίτι για να χαθούν οι κοριοί.

Σε ορισμένες περιοχές, όπως για παράδειγμα στη Λέσβο, δεν ανάβουν φωτιές μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή, αλλά και τις υπόλοιπες μέρες από τη Μεγάλη Τετάρτη μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.

Στις Σέρρες, ξεχωριστή σημασία έχει και η συνήθεια των γυναικών, να τοποθετούν στη διάρκεια της περιφοράς του Επιταφίου, πάνω σε τραπέζι μπροστά από το κατώφλι της Εξώπορτας, την εικόνα του Εσταυρωμένου ανάμεσα σε άνθη, αναμμένα κεριά και θυμιάματα. Δίπλα τοποθετούν ένα πιάτο με χλόη φακής, ή κριθαριού, την οποία έχουν φυτέψει για αυτό το σκοπό, κάποια ημέρα της Μεγάλης Σαρακοστής. Το έθιμο συναντάται και σε άλλες περιοχές και θυμίζει τους Κήπους του Αδώνιδος. Στη γιορτή του Άδωνη, οι γυναίκες ντυμένες πένθιμα, τοποθετούσαν επάνω σε νεκροκρέβατο κέρινα ομοιώματα του Άδωνη, γύρω από τα οποία έβαζαν άνθη και τους λεγόμενους “κήπους” δηλαδή γλάστρες όπου είχαν φυτέψει μάραθα ή άλλα φυτά, που γρήγορα μαραίνονται, αλλά και γρήγορα ξανά ανθίζουν. (για να συμβολίζουν, την πρόωρα μαραμένη νεότητα του Άδωνη)

Στη Σπάρτη, όταν γυρίσουν τον Επιτάφιο, τον ξεστολίζει ο καντηλανάφτης, ο οποίος παίρνει τα κεριά και τα φυλάει. Την άλλη μέρα, τα βάζει ο παπάς σε ένα δίσκο με τα σταυρολούλουδα και τα μοιράζει στις γυναίκες. Τα λουλούδια αυτά, οι γυναίκες τα κρατούν ως φυλαχτό και όταν αρρωστήσει ένα παιδάκι βάζουν στα κάρβουνα λίγο νερό και μερικά σταυρολούλουδα και το λιβανίζουν.

Στην Πάρο, τα κεριά του Επιταφίου, τα φυλούν και όταν έχει φουρτούνα, βρέχει ή αστράφτει, τα ανάβουν να περάσει η κακοκαιρία. Ακόμα, στο εικονοστάσι, τοποθετείται και κλαδί ελιάς, που παραμένει εκεί ως αγιώτικο.

Στο Καστανόφυτο Καστοριάς, τα παιδιά του χωριού, παίρνουν από την εκκλησία το χελιδόνι, (ξύλινο ομοίωμα περιστεριού) το κρατούν με ένα ξύλο ψηλά, το στολίζουν με λουλούδια και το περιφέρουν στα σπίτια. Κατά την περιφορά μαζεύουν δώρα, αυγά κόκκινα κα

Στα Τελώνια της Λέσβου, τη Μ. Παρασκευή, οι κάτοικοι σηκώνονται τα χαράματα και γυρίζουν στα ξωκλήσια. Πρέπει να επισκεφθούν 9-13 ξωκλήσια. Ανάβουν κεριά και θυμίαμα.

Στην Θράκη, ένα σημαντικό έθιμο είναι και το «κάψιμο του Ιούδα». Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, τα παιδιά αφού φτιάξουν το ομοίωμα του Ιούδα, το περιφέρουν από σπίτι σε σπίτι και ζητούν κλαδιά. Αυτά θα τα χρησιμοποιήσουν την Μεγάλη Παρασκευή μετά την περιφορά του Επιταφίου, όπου βάζοντάς τους φωτιά θα «κάψουν» τον Ιούδα. Συνηθίζεται μέρος της στάχτης αυτής, να παίρνουν για να την ρίξουν στα μνήματα.

Στην Ύδρα, έχουν ένα ξεχωριστό έθιμο την Μεγάλη Παρασκευή. Εκεί στην συνοικία Καμίνι, ο Επιτάφιος μπαίνει στην θάλασσα και διαβάζεται η ακολουθία του. Ξεχωριστή θέση έχουν και τα πολύχρωμα βαρελότα που φωτίζουν στην συνέχεια τον ουρανό.

Στο νησί της Ζακύνθου, ο Επιτάφιος, γίνεται με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Εκεί , σύμφωνα με ένα πανάρχαιο έθιμο, η περιφορά του Επιταφίου, γίνεται τις πρώτες πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ με την ανατολή του ηλίου, ο Δεσπότης σηκώνει την Ανάσταση.

Στο Λιτόχωρο το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στολίζονται οι επιτάφιοι που φτιάχνονται από ανύπαντρες κοπέλες, που όλη την Σαρακοστή φτιάχνουν λουλούδια από ύφασμα. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται στο παζάρι η συνάντηση των Επιταφίων που συνοδεύονται από χορωδίες Λιτοχωριτών, δημιουργώντας έτσι ένα εκπληκτικό θέαμα.

Στο Αιτωλικό πολλοί προσκυνητές επισκέπτονται το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου βρίσκεται ο Επιτάφιος, ένα ιστορικό κειμήλιο του 13ου-14ου αιώνα.

Στη Ναύπακτο, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής πλήθος κόσμου συνοδεύει την περιφορά του Επιταφίου, σχηματίζοντας πομπές, οι οποίες διέρχονται από το λιμάνι, ενώ αναμμένες δάδες και ειδικά τοποθετημένες στις τάπες του Κάστρου μας μεταφέρουν σε άλλη εποχή. Μάλιστα, στο μέσο της εισόδου του λιμανιού οι δάδες σχηματίζουν έναν μεγάλο σταυρό που φωταγωγεί ολόκληρο το λιμάνι παρουσιάζοντας μία φαντασμαγορική εικόνα μοναδικής ομορφιάς. Για την ιστορία, το συγκεκριμένο έθιμο έχει παράδοση πολλών χρόνων, η οποία συνδυάζει τη θρησκευτική μυσταγωγία με την ηρωική προσπάθεια του μπουρλοτιέρη Ανεμογιάννη να πυρπολήσει την τουρκική ναυαρχίδα στο χώρο αυτό.

Advertisements

«Το καψιμο του Ιούδα και η  ποιμαντική αντιμετώπισή του.

 Αναδημοσίευση απο τις εφημερίδες ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ και ΜΑΧΗΤΗΣ

 

Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

«Προκάλεσε εντύπωση η έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2015 από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και υπό την αιγίδα της βρετανικής προεδρίας της Διεθνούς Συμμαχίας για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος (IHRA). Η έρευνα διαπίστωνε ανησυχητική αύξηση του αντισημιτισμού και απόψεων που υποτιμούν ή αρνούνται το Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Μάιο του 2014 είχε δημοσιευτεί παγκόσμια έρευνα της αμερικανικής οργάνωσης Anti Defamation League, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια σε αντισημιτισμό μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών με ποσοστό 69%.

Οι θλιβερές αυτές διαπιστώσεις εξηγούν πολλά για το πολιτικό περιβάλλον στο οποίο κατόρθωσε να ευδοκιμήσει μια ναζιστική και φυσικά κατά πρώτο λόγο αντισημιτική οργάνωση. Στην ίδια κατεύθυνση μας οδηγεί και η εμπειρική διαπίστωση ότι ένα από τα σπάνια έθιμα που επιβιώνουν στις μέρες μας είναι και το πασχαλινό κάψιμο του Ιούδα (ή του Εβραίου), η τελετουργική δηλαδή διαπόμπευση ενός σκιάχτρου ή ομοιώματος ανθρώπου, το οποίο προτού γίνει στάχτη γίνεται στόχος πυροβολισμών και πετροβολήματος ».(πηγή. http://www.efsyn.gr)

.(Σημείωση: Ως αντισημιτισμός χαρακτηρίζεται η συστηματική αντίθεση προς την Εβραϊκή φυλή, καθώς και η προσπάθεια περιορισμού της έκφρασής της, φθάνοντας πολύ συχνά στην εχθρότητα, αλλά και σε προσπάθειες ακόμη μέχρι και την εξόντωσή της)

 

Σε πολλά χωριά της ελληνικής επικράτειας οι κάτοικοι συνηθίζουν να κατασκευάζουν ένα ομοίωμα του Ιούδα, το οποίο γεμίζουν με άχυρα, εξυπηρετώντας έτσι τον συμβολισμό του ιστορικού προσώπου, ενώ στη θέση των ματιών βάζουν εκρηκτικά. Το συγκεκριμένο έθιμο χρονολογείται από τον Μεσαίωνα.

Η ημέρα που γίνεται το κάψιμο του Ιούδα διαφοροποιείται: σε μερικές περιοχές γίνεται τη Μεγάλη Παρασκευή κατά τη διάρκεια της περιφοράς του Επιταφίου, ενώ σε άλλες μετά την Ανάσταση. Τον καίνε σε ψηλό σημείο του χωριού, κρεμασμένο από δέντρο, παρουσιάζοντας ένα εντυπωσιακό θέαμα στους παρισταμένους. Η αναβίωση του εθίμου λειτουργεί στην Ορθοδοξία ως ένα είδος παραδειγματικής τιμωρίας του προδότη, που δεν κατάφερε να εξιλεωθεί ούτε μετά θάνατον, καθώς έγινε αυτόχειρας.
Φωτογραφία0098

 

Το έθιμο με το κάψιμο του Ιούδα στην Άρτα.

Το έθιμο του καψίματος του Ιούδα, αναβιώνει το Μεγάλο Σάββατο  και στην Άρτα,.

Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.agia-theodora.gr (ιστοσελίδα της Ενορίας Αγίου Νικολάου-Αγίας Θεοδώρας) δημοσιεύονται τα εξής:

«Το απόγευμα του Μ. Σαββάτου οι νέοι και των δύο εκκλησιών της ενορίας, κατασκευάζουν ένα ομοίωμα ανθρώπου από άχυρο, που συμβολίζει τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, το ντύνουν με ρούχα και το τοποθετούν σε αυτοσχέδια κρεμάλα. Την ώρα που ο ιερέας στις 12 τα μεσάνυχτα θα πει το «Χριστός ανέστη» το καίνε. Παλαιότερα τα παιδιά των δύο εκκλησιών συναγωνίζονταν ποιο θα έχει τον πιο καλό «Ιούδα». Και αυτό το έθιμο είναι αρκετά παλαιό και δεν γνωρίζουμε την απαρχή του».

Φωτογραφία0092

Παρόμοια πρακτική εφαρμόζεται και στην εκκλησία της Παρηγορήτισσας. Και εκεί σε αυτοσχέδια κρεμάλα τοποθετείται ομοίωμα ανθρώπου,(που καίγεται το βράδυ του Μ.Σαββάτου) αλλοιώνοντας πλήρως την ιεροπρέπεια του περιβάλλοντος χώρου του Βυζαντινού ναού.

Η λαογραφία του εθίμου.

Το έθιμο περιγράφει ως εξής ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας: «Ως πνεύμα κακόν ο Ιούδας πρέπει να καή, να εξαφανισθή και πραγματικώς εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά την Μεγ. Παρασκευήν ή κατ’ αυτήν την ημέραν του Πάσχα ή και την επομένην ανάπτονται πυραί (φανοί, οφανοί, ορφανοί, αρφανοί κ.τ.τ.) και παραδίδεται εις τας φλόγας το ομοίωμα του Ιούδα. Αλλ’ όπως ο διάβολος εις το πνεύμα του λαού μας έγινε πρόσωπον κωμικόν, το οποίον και πολλαχώς σατυρίζεται, ούτω και ο Ιούδας. Εις τα Σελλιά της Κρήτης παρά το Ρέθυμνον την Μεγάλην Εβδομάδα «κάνουνε τον οφανό και απάνω σταίνουνμε τον Ιούδα. Τόνε ντύνουνε με παλιόρουχα και του κρεμνούνε στη χέρα ένα σακκουλάκι με τριάντα χοχλιδόκουπες μέσα, δηλαδή τριάντα τσέφλια από σαλιαγκούς άδεια. Είναι τα τριάκοντα αργύρια απού πήρενε και πρόδωκεν το Χριστό». Και ως να μη ικανοποιούνται με το καύσιμον του ομοιώματός του, αι γυναίκες των Καρδαμύλων της Χίου λέγουν: «Ε, και να ’ταν αληθινός!», ενώ οι Ζακύνθιοι, οι Κορωναίοι, οι Θηβαίοι ίσως δε και άλλοι, κάμνουν τον Ιούδαν αληθινόν πυροτέχνημα».

Όσοι επιμένουν στη διατήρηση του  εθίμου επικαλούνται δύο επιχειρήματα. Αφενός, λένε, πρόκειται για παράδοση, για ένα παμπάλαιο έθιμο. Και κατά δεύτερο λόγο δεν πρόκειται εδώ για Εβραίους, αλλά για τον Ιούδα, ο οποίος έτυχε να είναι Εβραίος. Κατά συνέπεια, στο πρόσωπό του δεν τιμωρούνται οι ομοεθνείς του αλλά οι «προδότες», οι «αγνώμονες», οι «αμαρτωλοί», οι «αποστάτες».Εξ άλλου ο  καθηγητής της λαογραφίας Μέγας μιλά για Ιούδα και όχι για Εβραίο.

Όμως ους διαψεύδουν οι υποσημειώσεις της ίδιας λαογραφικής μελέτης του Μέγα. Εκεί αναφέρεται ότι στην περιφέρεια Μετρών και Αθύρων της Αν. Θράκης «τα παιδιά κατασκεύαζαν τον Οβριγιό από τσάτζαλα (=κουρέλια) παραγεμισμένα με άχυρα και τον περιέφεραν από θύραν εις θύραν, για να κατσβελέψ’ (=ζητιανέψη) προσανάμματα, με τα οποία να τον καύσουν την νύκτα της Μεγ. Παρασκευής κατά την περιφοράν του Επιταφίου», ενώ στην Πέτρα της Λέσβου «ανήμερα τη λαμπρή γυρίζουν τον Οβραίο: γεμίζουν έναν Οβραίο μ’ άχερα, του βάνουν μπροστά πανέρια κρεμασμένα με παλιοχτένια, παλιομπουκάλια, πατσαβούρις κι λένι, Οβριγιός μι τα πανέργια. Τον παγαίνουν απά στη Μπαναγιά, τον βάνουν σι μια γουνιά, τον βάνουν κι έναν τζιγάρου στο στόμα τ’ κι τουν ντουφεκούν, ύστιρα τον βάνουν και φουτιά». Στα Τελώνια της Λέσβου τη Μεγάλη Παρασκευή «καίγανε τα’ Οβριού τα γένεια».

Ας ληφθεί υπόψη και η ημερομηνία που γράφτηκε το κείμενο του Μέγα. Ηταν 18 Ιουνίου 1943, η στιγμή δηλαδή που κορυφωνόταν η εκτόπιση των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα στρατόπεδα του θανάτου.

Ας μη γελιόμαστε λοιπόν. Αυτός που υφίσταται όλα αυτά είναι ο Εβραίος-Ιούδας. Ολα τα χαρακτηριστικά που υποτίθεται ότι αποδίδουν στον προδότη, φιλάργυρο και τιποτένιο Ιούδα είναι εκείνα που συνοδεύουν την εικόνα του Εβραίου στη πρακτική  του αντισημιτισμού.

Η αλήθεια είναι ότι όσοι μετέχουν στις σχετικές τελετές δεν συνειδητοποιούν ακριβώς τι κάνουν. Ακολουθούν αυτό που βλέπουν να πραγματοποιείται από άλλους και δεν έχουν, λέει, ιδέα για Εβραίους, Ιούδες, κ.λπ. Τους προσελκύουν μόνο το θέαμα και η φωτιά. Και επικαλούνται τη γνωστή φράση ότι «ο Ελληνας δεν είναι ρατσιστής» και ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει αντισημιτισμός. Ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης έχει παραθέσει ένα παρόμοιο επιχείρημα από μια εφημερίδα του τέλους του 19ου αιώνα. Με τίτλο «Ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα», η «Εφημερίς» της 25.1.1891 αναφέρεται στο διεθνές φαινόμενο και δηλώνει ανακουφισμένη που αυτό το «αιμοβόρο και τρομακτικό θηρίο», δηλαδή ο αντισημιτισμός, δεν βρίσκει χώρο να εκδηλωθεί στην Ελλάδα: «Ευρίσκεται, δόξα τω Θεώ, και ένας ευλογημένος τόπος εις την ανατολήν όπου το θηρίον αυτό δεν το ευρίσκετε, ή, διά να είμαι ακριβέστερος, το ευρίσκετε υπό άλλην μορφήν, ακίνδυνον όλως. Ο τόπος αυτός είναι η Ελλάς».

Το πόσο «ακίνδυνο» ήταν αυτό το θηρίο φάνηκε μέσα σε λίγες βδομάδες. Στις 2.4.1891, και πάλι παραμονές του Πάσχα, ξέσπασαν αντιεβραϊκές ταραχές με πολλούς νεκρούς στην Κέρκυρα. Πολύ γρήγορα οι ταραχές εξαπλώθηκαν και σ’ άλλα νησιά του Ιουνίου. Αφορμή ήταν η διάδοση της φήμης ότι οι Εβραίοι είχαν απαγάγει και είχαν πάρει το αίμα ενός εντεκάχρονου κοριτσιού. Η γνωστή δηλαδή «συκοφαντία του αίματος» που ανασυρόταν μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου, προκειμένου να στοχοποιούνται οι Εβραίοι σε διάφορες χριστιανικές χώρες. Αυτό το επεισόδιο περιγράφει ο Παπαδιαμάντης στο τελευταίο του διήγημα («Ο αντίκτυπος του νου»), το οποίο δημοσιεύτηκε πλήρες μετά τον θάνατό του και είναι μια σπαρακτική άρνηση του αντισημιτισμού.

Η ποιμαίνουσα Εκκλησία μπροστά στο φαινόμενο.

Για τη σχέση της «καύσης του Ιούδα» με τον αντισημιτισμό μαρτυρά το γεγονός ότι μόλις ξέσπασαν οι ταραχές στην Κέρκυρα έσπευσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος να εκδώσει ειδική εγκύκλιο στις 12.4.1891 με παραινέσεις για κατάργηση του εθίμου:

«Από των χρόνων της δουλείας του Εθνους ημών επεκράτησε πολλαχού το βάρβαρον έθος, ίνα κατά την αγίαν εορτήν του Πάσχα πυρπολήται πομπωδώς έξω των ιερών ναών ομοίωμα του Ιούδα, του πλήθους αλαλάζοντος, τας χείρας κροτούντος, κραυγάς αναπέμποντος και το καιόμενον άμορφον ομοίωμα πυροβολούντος.

[…] Τούτο αντίκειται εις τας θεμελειώδεις αρχάς του Ευαγγελίου, το οποίον διδάσκει ημάς την προς πάντας αγάπην, και ανοχήν και ανεξικακίαν, και εντέλλεται να αγαπώμεν και αυτούς τους εχθρούς ημών, να ευλογώμεν τους καταρωμένους ημάς και να ευχώμεθα υπέρ των επηρεαζόντων και διωκώντων ημάς. Διότι αντιβαίνει εις αυτό το παράδειγμα του πραοτάτου Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, του αποκαλέσαντος ανεξικάκως εν αυτή τη ώρα της παραδόσεως τον Ιούδα φίλον, ειπών αυτώ: «εταίρε, εφ’ ω πάρει». Διότι αντιμάχεται τέλος την ανεξικακίαν, ην ο Ιησούς Χριστός έδειξε προς τους σταυρωτάς αυτού κρεμάμενος επί του σταυρού, ότε είπε τους θείους εκείνους λόγους, «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Συμφώνως λοιπόν προς τας αρχάς του ιερού Ευαγγελίου οφείλομεν ημείς ως γνήσιοι οπαδοί του Ιησού Χριστού να δεικνύωμεν ανοχήν προς τους Ιουδαίους, όντας πλάσματα του Θεού και τέκνα αυτού, τοσούτω δε μάλλον, καθ’ όσον συζώμεν μετ’ αυτών εν τω αυτώ Κράτει, και βαστάζουσι και ούτοι, άτε πολίται τυγχάνοντες, τα αυτά κοινά βάρη, οία και ημείς, επομένως δέον να απολαύσωσι των αγαθών της ησυχίας, της ειρήνης, της τάξεως, μηδενός έχοντος το δικαίωμα του παρενοχλείν αυτοίς.

Η δε πομπώδης και οχλαγωγική καύσις του ομοιώματος του Ιούδα κατά την επίσημον ημέραν του Πάσχα, είναι εσχάτη χλεύη προς τους συμπολίτας ημών Ιουδαίους και εξερεθίζει τα θρησκευτικά μίση, του λαού κατ’ αυτών, ώστε να πιστεύη ευκόλως ούτος και πάσαν κατ’ αυτών κατηγορίαν, και υποθάλπη την διχόνοιαν και τας έριδας μεταξύ ημών και εκείνων, τούτο δε δίδωσιν αφορμήν προς τους εχθροπαθώς διακειμένους προς τε την γεραράν ημών Εκκλησίαν και το θεοφρούρητον Ελληνικόν έθνος, ίνα εκτοξεύσωσι καθ’ ημών κατηγορίας επί φανατισμώ, επί αξενία, και επί μη ευνομία» (αρ. πρωτ. 1843).

Πριν περάσουν είκοσι χρόνια, η Ιερά Σύνοδος αισθάνεται υποχρεωμένη να επανέλθει στο ζήτημα, προφανώς επειδή δεν υπήρχε ανταπόκριση στις εντολές της. Σε νέα εγκύκλιό της στις 10.5.1910 που φέρει τον τίτλο «Περί ανάγκης εξαλείψεως του εθίμου της κατά το Αγιον Πάσχα περιφοράς και καύσεως ομοιώματος του προδότου Ιούδα», η Σύνοδος επαναλαμβάνει:

«Εν τη ημέρα της λαμπροφόρου Αναστάσεως, οπότε η μήτηρ ημών Εκκλησία επί μάλλον προτρέπεται και παρακελεύεται τα πιστά αυτής τέκνα επιδείξασθαι αγάπην και προς αυτούς τους μισούντας ημάς […] εν ταύτη τη πανευφροσύνω εορτή, ενιαχού του θεοφρουρήτου Βασιλείου, προς προσβολήν και ονειδισμόν των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, περιφέρεται ομοίωμα του προδότου Ιούδα, και εν μέσω ανοικείων και αξιομέμπτων αλαλαγμών και ατάκτων κραυγών και εκτρόπων σκηνών, πυροβολείται τούτο και καίεται, ει και η Σύνοδος διά της από 12 Απριλίου 1891 Εγκυκλίου ρητώς τον κατάκριτον τούτον αναχρονισμόν απηγόρευσεν, ως αντιβαίνοντα εις τα ιερά της αμωμήτου ημών πίστεως παραγγέλματος. […] Η διά πυροβολισμών και καύσεως ομοιώματος του προδότου διακωμώδησις και εξουθενισμός των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, προφανώς διεγείρει θρησκευτικόν μίσος και υποθάλπει κατ’ αυτών φανατισμόν, αμαυροί δε και την υπόληψιν των μερών, ων εν μέσω επισυμβαίνει το τοιούτον κακόν» (αρ. πρωτ. 2014).

Θα χρειαστεί και τρίτη εγκύκλιος στις 17.4.1918:

«Εις γνώσιν της Ιεράς Συνόδου περιήλθεν, ότι επικρατεί εις τινα εισέτι του Κράτους μέρη, έθιμον ξένον εντελώς προς την Εκκλησίαν, καθ’ ο κατά την Μ. Παρασκευήν γίνεται χρήσις λαϊκών ασμάτων, εν οις υπάρχουσι φράσεις καθαπτόμεναι του Εθνους των Εβραίων, ότι δεν κατά την ημέραν του Πάσχα εξακολουθεί ενιαχού να γίνηται η καύσις του λεγομένου «ομοιώματος του Ιούδα». Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρη εις γνώσιν πάντων των χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης εν γένει προς πάντα άνθρωπον. Πλην τούτο όμως, καθηκόντως υποδεικνύει άμα η Σύνοδος, ότι τα αντιχριστιανικά ταύτα έθιμα, συντελούσι τα μέγιστα και εις την δημιουργίαν ψυχρότητος μεταξύ του ορθοδόξου πληρώματος και των συμπολιτών ημών Ισραηλιτών, οι οποίοι κοινήν σήμερον μεθ’ ημών έχουσι την πατρίδα και τα αυτά προς αυτήν δικαιώματα και καθήκοντα, επ’ ουδενί δε λόγω επιτρέπεται να θίγηται η φιλοτιμία αυτών διά πράξεων και φράσεων, αίτινες ευκόλως δύνανται να εκληφθώσιν ως προσβλητικαί διά το Εθνος των Ισραηλιτών. Τούτων πάντων ένεκεν η Ιερά Σύνοδος έγνω, έχουσα προ οφθαλμών την τε βάσιν της χριστιανικής ημών πίστεως και το συμφέρον της εν ομονοία συμβιώσεως των τέκνων της πατρίδος, όπως ρητώς απαγορεύση τα έθιμα ταύτα, προτρέπεται δε πάντας εις αποφυγήν τούτων» (αρ. πρωτ. 3476).

Από το 1918 δεν εκδόθηκε άλλη σχετική εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου.

Η απαγόρευση του εθίμου και τα αποτελέσματα

Αυτό που δεν κατάφερε με τις εγκυκλίους της η Εκκλησία, επιχείρησε να το πραγματοποιήσει η πολιτεία, να εξαλείψει δηλαδή το έθιμο. Αλλά η απαγόρευση του εθίμου, που συνέβη μόνο μία φορά, κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα.

Ηταν πριν από ενάμιση αιώνα και η απαγόρευση είχε αποτέλεσμα αντιεβραϊκές ταραχές στην Αθήνα, που κατέληξαν ακόμα και στον αποκλεισμό του Πειραιά και των άλλων ελληνικών λιμανιών από τους στόλους των μεγάλων δυνάμεων.

Ηταν η γνωστή υπόθεση Πατσίφικο (1847-1850). Αλλά εκείνη την εποχή είχε μόλις ιδρυθεί το ελληνικό κράτος. Το τελετουργικό κάψιμο του Ιούδα ήταν εξαιρετικά διαδομένο κατά τον τελευταία αιώνα της οθωμανικής κυριαρχίας και όπως γράφει ο Γιώργος Μαργαρίτης «ήταν μια από τις πρακτικές που μεταβαλλόταν ενίοτε σε κανονική κήρυξη πολέμου, με τις επακόλουθες ταραχές ενάντια στους Εβραίους».

Εκείνη την περίοδο ο ανταγωνισμός Χριστιανών και Εβραίων υπηκόων του σουλτάνου είχε κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις, με τις δύο εθνότητες να διεκδικούν καλύτερες θέσεις σε πολλούς εμπορικούς τομείς. Και οι αντιθέσεις αυτές έφταναν μέχρι πραγματικά πογκρόμ εναντίον των Εβραίων, όπως συνέβη επανειλημμένα στην Οδησσό μέρες του Πάσχα με δράστες Ελληνες και Ρώσους.

Αλλά σήμερα πια, και ειδικά μετά το Ολοκαύτωμα, κανείς δεν μπορεί ανοιχτά να υποστηρίξει τη βαρβαρότητα. Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο συνεχίζεται και μάλιστα αναβιώνει σε ορισμένες περιοχές ως τουριστικό αξιοθέατο, γεγονός που έχει προκαλέσει και διεθνές ενδιαφέρον.

Στις αρχές του 2005 περιλήφθηκε μάλιστα και στην έκθεση περί παγκόσμιου αντισημιτισμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ: «Ο ΕΟΤ συνεχίζει να προβάλλει στον ιστότοπό του πασχαλινές παραδόσεις όπως η καύση ενός ομοιώματος του Ιούδα σε ορισμένα νησιά, κάτι που είναι γνωστό ως «κάψιμο του Εβραίου», με αποτέλεσμα να ενισχύονται το μίσος και ο φανατισμός εναντίον των Εβραίων» (U.S. Department of State, «Report on Global Anti-Semitism», 5.1.2005).

Ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, δύο μέρες μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης, έσπευσε στο κυριακάτικο κήρυγμά του να αντιδράσει, λέγοντας ότι «οι Ελληνες δεν είμαστε ρατσιστές» και προσθέτοντας: «Η έκθεση αυτή επικεντρώνεται στο κάψιμο του Ιούδα τις μέρες του Πάσχα, έθιμο το οποίο γίνεται σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας και δεν στρέφεται εναντίον όλων των Εβραίων, αλλά ενός προσώπου, του προδότη Ιούδα». Ήταν μια σαφής υποχώρηση από την αυστηρότητα των τριών εγκυκλίων.

Ας το ξανασκεφτούμε, όταν θα βρεθούμε για μία ακόμα φορά μπροστά στην αναβίωση αυτού του τάχα «αθώου» εθίμου.

 

Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ και η αντίδραση της Εκκλησίας.
Στην ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως, κατονομάζουν την Ελλάδα ως μια χώρα στην οποία, κατά κάποιο τρόπο, θίγονται και προσβάλλονται τα ανθρώπινα δικαιώματα μιας μερίδας συμπολιτών μας, των Εβραίων Ελλήνων. Έτσι, η πατρίδα μας στιγματίζεται γιατί ένα από τα Πασχαλινά της έθιμα, στρέφεται, όπως λένε, κατά του Εβραϊκού λαού προκαλώντας κλίμα αντισημιτικό. Το έθιμο αυτό είναι το γνωστό «κάψιμο του Ιούδα».

Πέραν των γνωστών εξηγήσεων που έδωσε ο μακαριστός  Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, περί του θέματος, είναι καλό να θυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Ελληνικός λαός, με επικεφαλής την Εκκλησία του, αντιμετώπισε τους Εβραίους ομοεθνείς του, τα τελευταία 150 χρόνια. Η αναφορά μας αυτή δε γίνεται για να θυμίσει απλά την ιστορία ή να καλλιεργήσει την απολογητική μας διάθεση, έναντι οιουδήποτε ανιστόρητου κριτού, αλλά αποκαλύπτει την διαχρονική αντίσταση του Ορθοδόξου Ελληνικού λαού κατά του ρατσισμού και εθνοφυλετισμού, αντίσταση της οποίας κύριο χαρακτηριστικό είναι ο Ορθόδοξος χαρακτήρας. Τα στοιχεία που ακολουθούν προέρχονται από τον περίφημο τόμο «Μνήμες από τα ΄40 και την κατοχή» που εξέδωσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, προ ολίγων ετών, ακριβώς για την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης και αλήθειας.

«… Η  Εκκλησία μας και ο πιστός λαός μας στάθηκαν στο πλευρό των Εβραίων, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, σώζοντας χιλιάδες ανθρώπινων ζωών από τα στρατόπεδα θανάτου της ναζιστικής Γερμανίας, διδάσκοντας σ’ όλο τον κόσμο τις αξεπέραστες αρετές της αγάπης, του αλτρουισμού, της αυτοθυσίας, της υπέρβασης θρησκευτικών και άλλων διαφορών. Αναφέρουμε επιγραμματικά μερικά μόνο χαρακτηριστικά γεγονότα:

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός Παπανδρέου, προκειμένου να σώσει τους Εβραίους της πρωτεύουσας από τη ναζιστική παράνοια, τους προμήθευε με πλαστά πιστοποιητικά και στη συνέχεια, ο τότε διοικητής της Αστυνομίας Άγγελος Έβερτ εξέδιδε πλαστές αστυνομικές ταυτότητες, με Ελληνορθόδοξα ονόματα κι ένδειξη στο θρήσκευμα «Χριστιανός Ορθόδοξος». Όταν δε απειλήθηκε από τον Γερμανό Στρατηγό Στρόπ με τυφεκισμό, για το ενδιαφέρον και την φροντίδα του για τους Εβραίους των Αθηνών, απάντησε θαρραλέα: «Οι Ιεράρχες της Ελλάδος δεν τυφεκίζονται, απαγχονίζονται. Σας παρακαλώ, σεβαστείτε αυτήν την παράδοσιν».

Ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ, σε συνεργασία με τον Αρχιραββίνο του Βόλου Μωυσή Συμεών Πέσαχ, φυγάδευσε στα χωριά του Πηλίου και έσωσε τη ζωή του 98% του Εβραϊκού στοιχείου της πόλης. Στους Ναούς του Βόλου δε φυλάχτηκαν πολύτιμα σκεύη και τιμαλφή των διωκομένων Εβραίων τα οποία επεστράφησαν στο ακέραιο μετά την απελευθέρωση. Για την όλη δράση του ο Μητροπολίτης Ιωακείμ τιμήθηκε από το Ισραηλιτικό κράτος το οποίο τον συμπεριέλαβε στους «Δικαίους των εθνών».

Στη Ζάκυνθο ο Γερμανός φρούραρχος ζήτησε από τον Δήμαρχο τον κατάλογο των Εβραίων του νησιού προκειμένου να τους οδηγήσει στο θάνατο. Ο Δήμαρχος κατέφυγε στον Μητροπολίτη ζητώντας τη βοήθεια και τη συμβουλή του και από κοινού επέστρεψαν στον Γερμανό αξιωματικό επιδίδοντάς του κατάλογο με δύο ονόματα: Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος και Δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ. Ο Μητροπολίτης δε διακήρυξε ότι «Αν εκτελεσθεί η εκτόπιση θα πάω με τους Εβραίους να μοιραστώ τη μοίρα τους». Αμέσως μετά οι Έλληνες Εβραίοι φυγαδεύτηκαν στα απομακρυσμένα χωριά του νησιού και σώθηκαν όλοι.
…Στις ανιστόρητες αιτιάσεις των Αμερικανών, οι οποίες, επειδή είναι επαναλαμβανόμενες, καθίστανται επικίνδυνες, θα αντιπαραβάλουμε μερικές αράδες από το συλλυπητήριο τηλεγράφημα του Ραβίνου της Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Μόλχο στις 23/5/1949, επί τω ακούσματι της θλιβερής είδησης του θανάτου του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού: «Μόνο όσοι ξέρουν την αγωνία του διωγμού μπορούν να νιώσουν τί σημαίνει ν’ ακούσεις, την ώρα που σε σκεπάζει η σκιά του θανάτου, τη φωνή ενός ανθρώπου που σου δίνει θάρρος και δε φοβάται τον εχθρό σου. Εμείς ακούσαμε μια τέτοια φωνή, τη φωνή του Δαμασκηνού, σε μια εποχή που μερικοί συνεργάζονταν με τον εχθρό και πολλοί σώπαιναν, πίσω από κλειδωμένες πόρτες. Ο Δαμασκηνός δε σώπασε και δε φοβήθηκε. Στις κρυψώνες μας αισθανόμασταν την παρουσία του και την ηθική του δύναμη. Μας ενεθάρρυνε το γεγονός πως στη συμφορά μας είχαμε ένα φίλο. Και το φίλο που στάθηκε δίπλα μας στις τραγικές στιγμές της κατοχής, τον άνθρωπο που μας αγκάλιασε σαν αδέλφια, τον παπά που ένιωσε την βαθύτερη έννοια της αποστολής του, χαιρετίζομε, σήμερα που μας αφήνει, με τη συναίσθηση ότι χάνουμε κάτι περισσότερο από έναν Αρχιεπίσκοπο».

(πηγή::http://www.ecclesia.gr/greek/HolySynod/commitees/press/epifanios/epifanios_text11.htm

 

Συμπεράσματα.

Α.  «Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρει εις γνώσιν πάντων των Χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης προς εν γένει πάντα άνθρωπον η Ιερά Σύνοδος , έχουσα προ οφθαλμών την τε βάσιν της χριστιανικής ημών πίστεως και το συμφέρον της εν ομονοία συμβιώσεως των τέκνων της πατρίδος, όπως ρητώς απαγορεύση τα έθιμα ταύτα, προτρέπεται δε πάντας εις αποφυγήν τούτων» (αρ. πρωτ. 3476).» (Εγκύκλιος 13/4/1918). 

Επομένως θα πρέπει να καταργηθεί το συγκεκριμένο έθιμο επειδή επι πλέον  σε τοπικό επίπεδο βεβηλώνει τους  λατρευτικούς χώρους  της Παρηγορήτισσας και της Αγίας Θεοδώρας.

Β.«Πρόκειται για μια εντελώς απαράδεκτο έθιμο που δηλητηριάζει και  εθίζει στο ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Μεταμορφωμένη σε τουριστική ατραξιόν, αυτή η ακραία αντιεβραϊκή παράσταση συνδυάζει την αναπαραγωγή του ρατσιστικού στερεότυπου με την απαραίτητη φαντασμαγορία. … Αν παραμένει σε κανέναν αμφιβολία για το πραγματικό περιεχόμενο του εθίμου, αρκεί να διαβάσει τα πολλά δημοσιεύματα των εντύπων πολιτικού κόμματος με τις ενθουσιώδεις περιγραφές της καύσης. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω κείμενο που προβάλλει στο προσωπικό του ιστολόγιο  βουλευτής του κόμματος αυτού  με τίτλο «Το «κάψιμο του Ιούδα» και η συμβολική του αξία για τον Ελληνα».

«Στην Ορθόδοξη Πίστη το συγκεκριμένο έθιμο λειτουργεί ως ένα είδος παραδειγματικής τιμωρίας της προδοσίας και του προδότη υπό την γενική έννοια, καθώς ο Ιούδας δεν κατάφερε να εξιλεωθεί ούτε μετά θάνατον, κατά την ευαγγελική παράδοση, αφού ήταν αυτόχειρας. Η μεγαλύτερη όμως και πιο σημαντική, συμβολική αξία του εθίμου, παρά την αέναη προσπάθεια ΜΜΕ και επίσημης Εκκλησίας να καταργηθεί, είναι πως στο πρόσωπο του Ιούδα η Ορθοδοξία και κατ’ επέκταση ο Χριστιανισμός έστελνε στην πυρά το γένος των Εβραίων. Των θεοκτόνων όπως αναφέρουν τα Ευαγγέλια και τα εγκώμια. Ο Εβραίος Ιούδας αντιπροσωπεύει δύο αναίσχυντες ιδιότητες, τη φιλαργυρία και τη δειλία. Στην Ελλάδα η φυλετική ψυχή του λαού μας σε συνδυασμό με το θρησκευτικό του συναίσθημα αποστρέφονται μετά βδελυγμίας τις παραπάνω «αρετές» όντας πλήρως αντίθετες με τα φυλετικά του πρότυπα και είναι ένας από τους λόγους που παρά τη συνεχή προπαγάνδα το κάψιμο του Ιούδα παραμένει ένα έθιμο ζωντανό και με τεράστια απήχηση σε όλο το ηλικιακό φάσμα».

Δεν νομίζουμε ότι μένει καμιά αμφιβολία για την επικαιρότητα του μηνύματος μίσους που αποπνέει το έθιμο. «Αμφέβαλλα αν θα συμφιλιωνόμουνα ποτέ με τούτο το έθιμο», γράφει σε ένα από τα πρόσφατα μυθιστορήματά της η Ρέα Γαλανάκη, με την τόλμη που αντλεί από την τέχνη της. Και συνεχίζει: «Ασυνείδητα πλην σταθερά, θα ενίσχυε και στον εικοστό πρώτο αιώνα την αρχέγονη άκριτη σκέψη, την εκδίκηση μιας ομάδας ανθρώπων εναντίον μιας άλλης ομάδας, εν ονόματι του διαφορετικού. Με δυο λόγια, την τυφλή βία του ρατσισμού, του φανατισμού, των ακραίων αντιλήψεων».

Ας το ξανασκεφτούμε, όταν θα βρεθούμε για μία ακόμα φορά μπροστά στην αναβίωση αυτού του τάχα «αθώου» εθίμου.(Τάσος ΚωστόπουλοςΑντα ΨαρράΔημήτρης Ψαρράς-ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ)

 

Η ελπίδα των «παίδων του Κυρίου» στη διάβαση της «ερήμου»

 

«Ỉδοὺ ὁ παῖς μου, ὃν ᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου, εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή μου·
θήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγελεῖ·
οὐκ ἐρίσει οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνήν αὐτοῦ.
κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει καὶ λίνον τυφόμενον οὐ σβέσει,
ἕως ἂν ἐκβάλῃ εἰς νῖκος τὴν κρίσιν καὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσι»
(Ματ. ιβ’ 18-21)

silouan-pasxa gr

Αυτή η προφητεία συνοψίζει τη ζωή του «δούλου» τον οποίο ο Θεός «επέλεξε» και στον οποίο «ευδοκεί η ψυχή Του», που είναι το σκεύος εκλογής του «Πνεύματός του», ο Λόγος του στα «έθνη», που τους φανερώνει την αγάπη Του και το Θέλημά Του, η κατ’ εξοχήν Εικόνα της πιστότητας μέχρι τέλους, με άκρα ταπείνωση και πλήρη εγκατάλειψη ενόψει της επίτευξης της υπέροχης πρόνοιας του Θεού, για να «απαγγείλει την κρίση» σε όλους. Αυτός ο «δούλος» για τον οποίο μίλησε ο Ησαΐας (Δβ’ 1-4) δεν είναι άλλος από τον Ιησού. Ο Κύριος, μέσα απ´ αυτή την πρόνοια, οδηγεί τον άνθρωπο που εγκατέλειψε τη δικαιοσύνη του Θεού, -έχοντας καταστεί επιρρεπής στην αμαρτία, αποξενωμένος από το Θεό και απογυμνωμένος από την αυθεντική ανθρωπιά του-, τον οδηγεί μέχρι να βρει την αξιοπρέπεια την οποία ο Θεός του την χαρίζει, όχι μόνο επειδή αυτός είναι αντικείμενο της αγάπης Του και της ευδοκίας Του, αλλά και εξαιτίας της ομορφιάς της αρετής την οποία απέκτησε ως πλάσμα Του. Αυτή είναι η δικαιοσύνη-κρίση-αξιοπρέπεια που φανερώθηκε στον Σταυρό του Γολγοθά, σφραγίστηκε από τον λίθο που έχει αποκυλιστεί από τη θύρα του μνημείου, και προσφέρεται πάντοτε στον αμετανόητο και τραυματισμένο κόσμο για να την επανακτήσει.

Σήμερα, οι «δούλοι Κυρίου» οι οποίοι βρίσκονται μέσα στην «κάμινον τοῦ πυρός» και έχουν αναθέσει την «ελπίδα τους στο όνομά Του», διασχίζουν την «έρημο», δηλαδή την περίοδο που διανύει ο κάθε «δούλος» με αφετηρία τη στιγμή που έχει θέσει τον εαυτό του κάτω από αυτήν την πρόνοια μέχρι την πλούσια καρποφορία της ελπίδας στη ζωή του. Οι ίδιοι ακολουθούν το δρόμο που εγκαινίασε αυτός ο «εκλεκτός Δούλος» ενώ βρίσκονται «ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες», έχοντας αυτό το θησαυρό «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ» , ούτως ώστε «ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι αὐτῶν φανερωθῇ» (Β’ Κορ. δ’ 8-10, 7, 11). Αυτοί οι «δούλοι» ενισχύουν τους άλλους με το φως της πίστεώς τους συνάμα με την καρδιακή δοξολογία τους στον Θεό· και αντί να αποτελέσουν όνειδος του κόσμου, έχουν γίνει φάρος μιας ζωντανής και αιώνιας ελπίδας μέσα σε έναν κόσμο που αδυνατεί να αποθέσει την «ελπίδα στο όνομά Του».

Διασχίζοντας με την σειρά μας την «έρημο» για να γιορτάσουμε το μυστικό Πάσχα, η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν μπορεί παρά μόνο να συνεχίσει να εισδύει σ’ αυτό το μυστήριο διαμέσου του προσώπου ενός από τους «δούλους» της, ο οποίος «οὐκ ἐρίζει οὐδὲ κραυγάζει, οὐδὲ ἀκούει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνήν αὐτοῦ», του Μητροπολίτη Χαλεπίου Παύλου. Αυτός, συνεχίζοντας τη «μοναδική εκκλησιαστική αποστολή» του, και ενδεδυμένος με τη χάρη της αρχιεροσύνης, δεν παύει να προσεύχεται για να βρίσκουν παρηγοριά όσοι, σαν κι εκείνον, έχουν αποθέσει την «ελπίδα τους στο όνομα» του Κυρίου, αλλά και εύχεται για να μπορέσουν να αναθέσουν «την ελπίδα στο όνομά Του» όσοι αγνοούν αυτό το όνομα ή το πολεμούν.

Σ’ αυτήν την περίοδο κατά την οποία «κυοφορείται» η ελπίδα μας, αντλούμε δύναμη και έμπνευση καθώς αναφωνούμε μετ’ αλλήλων τον ύμνο της ελπίδας «των παίδων του Κυρίου»· «Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!».

Ο Μπουένος Άιρες και Πάσης Αργεντινής«
+ Σιλουανός

ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ