Iστορικά στοιχεία που αφορούν την διαμόρφωση του τυπικού της Ακολουθίας των Παθών και του Επιταφίου

Εισαγωγικά.

Η δημοσίευση μέρους της έρευνάς μας με θέμα «Μεγαλοβδομαδιάτικες παρατυπίες και θεατρινισμοί», δημιούργησε έντονο προβληματισμό σε αρκετούς αναγνώστες του ιστολογίου. Προκειμένου να δώσουμε στους ενδιαφερομένους και περισσότερα απαραίτητα ιστορικά στοιχεία,δημοσιεύουμε απόσπασμα σχετικού άρθρου  του μακαριστού Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος κυρού Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη ,που έθεσε υπόψη στην Χριστιανική αρχαιολογική υπηρεσία και δημοσιεύτηκε στο  Δελτίον XAE 1 (1932), Περίοδος Γ’• Σελ. 132-140ΑΘΗΝΑ 1933

4890-9464-1-PB-page-001

 

………………………………………………………….
Ή κ· Β. Κώττα επί τοΰ θέματος τούτου άνακοινοί τα κατωτέρω:
«Εξοδος τοΰ ‘Εσταυρωμένου κατά τον όρθρον της Μεγάλης Παρα­σκευής, δπως και περιφορά τοΰ ‘Επιταφίου κατά τον «Ορθρον τοΰ ΜεγάλουΣαββάτου, δεν έγίνοντο κατά τους προ τής Αλώσεως χρόνους. Ή όλη ιεροτε­λεστία τών Παθών τοΰ Χρίστου, καθ’ δσον είναι αΰτη γνωστή σήμερον: «Εξοδος τοΰ Σταύρου, Άποκαθήλωσις, ‘Επιτάφιος, αποτελεί ένιαΐον σύν­ολον μιας και τής αυτής τελετής, διηρημένης εΐς τρία μέρη και συνυφα­σμένης κατά τους χρόνους τής δουλείας. Εις τά προ τής Αλώσεως λει­τουργικά τυπικά είναι άγνωστος καθ’ ολοκληρίαν ή ιεροτελεστία αΰτη.

Τά τυπικά τών βυζαντινών χρόνων, τά μέχρις ημών διασωθέντα, ήτοι:

Ιον) Το τυπικον τής μεγάλης και ιεράς Εβδομάδος εν τη πόλει «Ιερου­
σαλήμ, κατά κανόνα τοΰ Θ’-Γ αιώνος (εκδοθέν το πρώτον υπό τοΰ Dimitrievskij [Kazan 1888] και το δεύτερον υπό τοΰ Παπαδοπούλου—Κε-
ραμέως, ‘Ανάλεκτα, τόμ. Β’. [Πετροΰπ. 1891—1894]).
2ον) Το τυπικόν τής Μεγάλης τοΰ Χρίστου ‘Εκκλησίας (‘Αγ. Σοφίας)θ’-Γ αιώνος (εκδοθέν επίσης υπό τοΰ Dimitrievskij—εις τήν συλλογην  αύτοΰ Τυπικά,—περιλαμβάνουσαν έκτος του τυπικού της Μεγάλης ‘Εκκλη­σίας και σειράν τυπικών διαφόρων μονών, χρονολογουμένων από του Ι —Ι Γ ‘ καΐ Ι Δ ‘ αιώνος—δπως και υπό τοΰ Krasnoceltzev [‘Οδησσός 1892]).
3ον) Τα τυπικά τών διαφόρων μονών Κωνσταντινουπόλεως (Τυπικά υπό Dimitrievskij)·
4ον) Το τυπικον της Μονής της Πάτμου (πρ6λ. Dimitrievskij, Patmoskic otcherki[Kiev 1894], Ί . Σακκελίωνος, Πατμιακην Βώλιοθήκψ [‘Αθή­ναι 1890], Diehl, Le trésor de la Biblioth. de Patmos, au commencement du ΧΠ/e s-, εν By;· Zeitschr., τόμ. A’, 1892, σελ. 488-525).
5ov) Τα αυτοκρατορικά τυπικά: Τυπικόν, συνταχθέν υπό τής αυτοκρά­τειρας Ειρήνης δια την μονήν Θεοτόκου τής Κεχαριτωμένης (εν Migne,Patrol. Graeca, τόμ. 127). Τυπικόν τής μονής Παντοκράτορος, συνταχθένυπό τοΰ αύτοκράτορος ‘Ιωάννου Κομνηνού (Dimitrievskij, Τυπικά).
6ον) Ή Βασίλειος τάξις τοΰ Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, ή περι­λαμβάνουσα τόσας και τόσας εκκλησιαστικός λεπτομέρειας,δεν άναφέρουσι, πάντα ανεξαιρέτως, δια την εβδομάδα τών Παθών,
ειμή τάς γνωστοτάτας εκκλησιαστικές τελετάς, τάς μέχρι σήμερον διασωθείσας εις πολλά μέρη και τάς συνοψιζομένας εις τήν εξής σειράν: Βαϊοφορος,Νιπτήρ, Άνάστασις.

Έκ τούτων ή μεν πρώτη συνέκειτο εις τήν μίμησιντής εισόδου τοΰ Χρίστου εις ‘Ιεροσόλυμα «μετά κλάδων και βαίων» καΐ ήτο κυρίως διαδεδομένη εις Ιεροσόλυμα και Κωνσταντινουπολιν, παρελείπετο δε πολλάκις εις τάς μονάς.

Ή δευτέρα, ό Νιπτήρ, έμιμείτο τήν σκηνήν,καθ’ ήν ό Χριστός ένιψε τους πόδας τών δώδεκα μαθητών αύτοΰ, ολίγονπριν συλληφθή και ήτο απ’ εναντίας διαδεδομένη είς τάς μονάς, καθ’ οάποτελοΰσα μεγίστην ενδειξιν ταπεινοφροσύνης ( Ό δι’ ύπερβάλλουσαν αγα­θότητα όδόν αρίστην τήν ταπείνωσιν ύποδείξας εν τω νίψαι τους πόδαςτών μαθητών και μέχρι σταυρού καΐ ταφής συγκαταβας ήμΐν Χριστός ό αληθινός θεός ημών Τυπικόν Πάτμου, Dimitrievskij, Patmoskie otcherki, σελ. 236) .

Ή τρίτη τελετή (Άνάστασις) άπετέλει πανηγυρικόν έορτασμόν, μετ’ εξόδου εις τα «παραπτέρυγα» ή τάς αύλας τών εκκλησιών, μεθ’ ΰμνων, ψαλμών και εξαπτερΰγων, τής τοΰ Χρίστου ‘Αναστάσεως.
Ουδέν τό καινόν δια τήν Μεγάλην Πέμπτην και Μεγάλην Παρασκευήν, άναφορικώς προς την εξοδον του Σταυρού και του ‘Επιταφίου.

«Αγνωστοι τελείως κατά τους βυζαντινούς χρόνους αΐ τελεταί αΰται. Εις το τυπικον των’Ιεροσολύμων, κατά τον Ι ‘ αιώνα, περιλαμβάνονται και δύο μικραι τελεταί καθαρώς τοπικά!

Και ως εκ τούτου άγνωστοι εις τάς αλλάς εκκλησίας, ή της μιμήσεως τοΰ « Έλκομένου επί σταυρού» και ή τών Μυροφόρων. Κατά την πρώτην ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων ώφειλε, δεδεμένος τάς χείρας δια σχοινιού και φέρων τον σταυρόν επί τοϋ ώμου, να συρθη την πρωΐαν της Μεγάλης Πέμπτης, έξωθεν τοΰ ναού, ύπύ τοϋ διακόνου αύτοϋ. Ή δευτέρα εξετελεΐτο πέριξ τοϋ αγίου Τάφου καί. συνέκειτο εις την φύλαξιν υπό δύο μυροφόρων τοϋ Τάφου τοϋ Χριστού, τόσον κατά το εσπέρας της Μεγάλης Παρασκευής, τουτέστιν μετά τον ένταφιασμόν, όσον και κατά τήν πρω’ίαν τοϋ Πάσχα, μέχρις ότου άναγγελθή εις αύτας υπό τοϋ Πατριάρχου ή άνάστασις (Λέγω δε τήν πρωΐαν τοΰ Πάσχα, διότι ή Άνάστασις έωρτάζετο τήν πρωϊαν της Κυριακής και δ’χι τήν νύκτα τοϋ Σαββάτου (Πρβλ. Παπαδοπ.Κεραμ., ‘Ανάλεκτα, τόμ. Β’, σελ. 146, 189 και άκόλ.).

Αι δύο τελευταΐαι αΰται μικραι τελεταί τοϋ Ι ‘ αιώνος έξηφανίσθησαν συν τω χρόνω—είναι άγνω­στοι εις τα κατόπιν τυπικά τών Ίεροσολύμίον — κατά πασαν πιθανότητα συγχωνευθεΐσαι εις τήν μετά τοσούτου πραγματισμού και αληθοφάνειας εκτελουμένη όλην σειράν τών σκηνών τών Παθών τοΰ Χριστού, τών οποίων ζωντανόν μαρτύρων αποτελεί ή υπό τοΰ Σπυρίδωνος Λάμπρου εν τω Βατικανού (Παλατινή Βιβλιοθήκη), άνακαλυφθεΐσα και δημοσιευθείσα Διάταξις τών Παθών τοΰ Χρίστου (Νέος Έλληνομνήμων, ε’τος 1916, τεΰχ. 13, σελ. 381 και άκόλ.), εν ή συμπεριλαμβάνονται και αί σκηναι τοϋ Έλκομένου και τών Μυροφόρων, δπως συμπεριλαμβάνονται και αί προμνημονευθεΐσαι τών Παθών σκηναί: Βαϊοφόρος, Νιπτήρ και λοιπαί. Έ ά ν δε αΐ τελευταΐαι αύται απέμειναν εις τα εκκλησιαστικά τυπικά, τοϋτο συνέβη, διότι ειχον πλέον καθιερωθη και συμπεριληφθή εις αυτά, ουχί ως Ίδιαίτεραι τελεταί—ως ή τοϋ Έλκομένου καί τών Μυροφόρων, αί όποΐαι ήσαν προαιρετικά!
και καθαρώς τοπικαί—αλλά ως άναπόσπαστον μέρος της δλης ακολουθίας της ιεράς ‘Εβδομάδος, και εξακολουθούν νά σώζωνται μέχρι σήμερον (Νι­πτήρ της Πάτμου, Πατριαρχείων Κων/πόλεως καί ‘Ιεροσολύμων), ενώ αί σκηναί της Παλατινής Διατάξεως (Σπ. Λάμπρου), καθ5 δ καθαρώς θεαμα­τικά! και άπαιτοϋσαι ιδιαιτέραν σκηνοθεσίαν, παριστάνοντο μεν εν τη εκκλη­σία, αλλ’ ανεξαρτήτως της εκκλησιαστικής ακολουθίας καί εις ιδιαιτέραν ώραν, καθοριζομένην ειδικώς προς τούτο. Εις λόγος λοιπόν σοβαρότατος, διατον όποιον δεν διεσώθησαν αύται δια τών εκκλησιαστικών τυπικών, δπως αί πρώται.
Άπ ‘ εναντίας, εις το Τριώδιον τών μετά τήν «Αλωσιν χρόνων, εϊσεχώρησεν ή τριήμερος διάταξις τών Παθών τοΰ Χρίστου,—»Εξοδος Σταυρού, Άποκαθήλωσις, ‘Επιτάφιος—συνοδευομένη περιπλέον υπό κειμένου τόσον αγνώστου δσον καί ή προέλευσις της δλης διατάξεως: Το Σήμερον κρέμα ται επί ξύλου τής ‘Εξόδου tot» Σταυροί) ανήκει εις τα «Ίδιομελά αδέσποτα»» ως προς δε τον ώραιότατον Έπιτάφιον Θρήνον της Μεγάλης Παρασκευής, ούτος εξακολουθεί να προκαλή τόσον τον θαυμασμόν δσον καΐ την περιέργειαν των σοφών, όσον άφορα την συγγραφήν αύτοΰ. Δια τα συναξάρια, τα όποια συμπεριελήφθησαν εις τα τριώδια και τα πεντηκοστάρια των μεταβυζαντινών χρόνων, επικρατεί ή δοξασία, ότι είναι αυτά εκείνα, τα όποια συνεγράφησαν υπό του ιστορικοί} Νικηφόρου Καλλίστου Ξανθοποΰλου, τω 1336. Ουδεμία γνώμη όμως διετυπώθη ως προς την διάταξιν τών Παθών του Χρίστου. ‘Αμέσως λοιπόν γεννώνται δυο ερωτήματα: Κατά ποίαν εποχήν εισεχώρησεν αΰτη εις την άκολουθίαν της Μεγάλης Εβδομάδος; Κα! δια ποίον λόγον;
Ή διάταξις τών Παθών του Χριστού, όπως είναι αυτή γνωστή σή­μερον, φαίνεται να εχη εισχωρήσει εις την εκκλησίαν κατά τους χρόνους της δουλείας, λόγω της επιθυμίας της άναβιώσεως υπό του χριστιανικού κοι­ νού τών σκηνών, εις τας οποίας τούτο ενετρΰφα άλλοτε, τόσον ελευθέρως και επί όλόκληρον εβδομάδα. Οι Βυζαντινοί παρίστανον τα Πάθη τοΰ Χρίστου μεγαλοπρεπώς και με ΐδιάζουσαν σκηνοθεσίαν οί υποδουλωμένοι χριστιανοί ώφειλον ένστερνιζόμενοι τήν πάλαιαν συνήθειαν, την τόσον προσφιλή εις αυτούς παράδοσιν, να δικαιολογήσωσιν αυτήν υπό το πρόσχημα της θρη­σκείας, ν’ άποκρΰψωσιν αυτήν όπισθεν τής ελευθέρας θρησκευτικής ασκήσεως.
Γνωρίζομεν δε, δτι ουδέποτε οι Τούρκοι έτάραξαν τήν ίεροτελεοτίαν τών Χριστιανών κατά τήν πομπώδη εξοδον τοΰ ‘Επιταφίου. «Οσον δια τάς μο­νάς, εις τάς οποίας ουδέποτε εΐχον παρασταθή αί σκηναι τών Παθών τοΰΧριστού—περιωρίσθη ή τοιαύτη συνήθεια εις τας πόλεις—(ενώ απ’ εναντίας
παρίστανον εις αύτας πομπωδώς τα τής Κοιμήσεως και ‘Επιταφίου τής Θεο­τόκου—πρ. V. Cottas, Le Théâtre à Byzance, κεφ. Β’ 2, Les officesdramatiques de nos jours, σελ. 131 και άκόλ.), ή «Εξοδος τοΰ Σταυρού μετά τών λοιπών λεπτομερειών τής όλης διατάξεως μένει μέχρι σήμερον
άγνωστος.
Ώ ς προς τήν εποχήν τής εισχωρήσεως της περί ης ό λόγος διατάξεως εις τήν εκκλησίαν, εχομεν να εΐπομεν και τα εξής·:
Το τελευταΐον βυζαντινόν έργον—σύγχρονον σχεδόν με τήν «Αλωσιν—το άναφερόμενον εις τάς ιεροτελεστίας τοΰ Βυζαντίου, είναι το άποδιδόμενον εις τον Γεώργιον Κωδινόν «Περί οφφικίων » σύγγραμμα (κεφ. Γ).Αναφέρει δε τοΰτο ως εκκλησιαστικός τελετάς και πάλιν τήν Βαϊοφόρον, τον
Νιπτήρα, τήν Άνάστασιν. Ούδεμίαν μνείαν ποιείται τών Παθών ή τής ‘Εξό­δου τοΰ Σταύρου καΐ τοΰ ‘Επιταφίου. Βραδΰτερον εκλείπει πάν γραπτόν μαρτΰριον δι’ ημάς τους «Ελληνας.

Ευτυχώς όμως ανευρίσκονται τοιαΰτα είς τα λοιπά ορθόδοξα κράτη, είτε γειτονικά είτε μή, εις τα όποια και πρέπει να άνέλθωμεν, εάν θέλωμεν να άνεΰρωμεν το χρονολογικον νήμα, το όποιον
άναζητοΰμεν. Και δεν σώζονται μεν ελληνικά τυπικά τής εποχής τής δουλείας, εις τα όποια να άνευρίσκωμεν την δλην διάταξιν των Παθών του Χριστού, υπάρχει όμως Ρωσσικός τις κατάλογος των εν Ρωσσία από του 1491 μέχρι του 1652 εις κυριλλικούς χαρακτήρας εκδοθέντων ρωσσο-σλαυωνι-κών εκκλησιαστικών βιβλίων (υπό του Kataev, Πετροΰπ. 1884), εις τον όποιον άνεΰρομεν δ,τι εζητοΰμεν. Αι πρώται μεταφράσεις του τριωδίου ρωσσιστί χρονολογούνται από του τέλους του ΙΛ ‘ αιώνος’ δεν περιλαμβάνουν παρά τους κανόνας της Τεσσαρακοστής του Θεοδώρου Στουδίτου (826). Κατά τάς αρχάς του Ι Ε ‘ αιώνος δλη ή εκκλησιαστική διάταξις τών ‘Ιεροσολύμων, δπως και ή τής Τκσσαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδος) εΐχον επίσης μεταφρασθή ρωσσιστί, άλλα δεν περιελάμβανον και αύται επίσης την σημερινήν διά­ ταξιν τών Παθών, δπως δεν θα περιελάμβανον αυτήν και τα ελληνικά πρότυπα.
Αί πρώται μετά τήν «Αλωσιν τής Κων/πόλεως ρωσσικαι εκδόσεις χρονολογούν­ται από το 1491, αί δεύτεραι από το J 561. Περίοδος εκατόν περίπου ετών χωρίζει άρα τάς μεν από τάς δε. Εΐς τας πρώτας δέν άνεΰρομεν καμμίαν μνείαν ‘Εξόδου τον ‘Εσταυρωμένου, είτε του ‘Επιταφίου* εις τάς δευτέρας άπ’ εναντίας εΰρομεν το ζητοΰμενον και μετ’ αύτου όλόκληρον τήν μετάφρασιν του Επιταφίου Θρήνου εις σλαυϊκήν. ‘Από τήν Ρωσσίαν ή σλαυϊκή αΰτη μετάφρασις εΐσεχώρησεν εΐς Βουλγαρίαν και Σερβίαν κατ’ αρχάς καΐ εκείθεν εΐς Ρουμανίαν. Ή τελική όμως μετάφρασις του Τριωδίου με την σημερινήν διάταξιν τών Παθών και τήν επίσημον μετάφρασιν του ‘Επιταφίου Θρήνου εν Ρουμανία, εΐς σλαυϊκήν γλώσσαν, χρονολογείται άπό του 1697 και οφεί­ λεται εΐς τον μητροπολίτην του Buzihi, Mitrophan (Ν. Jorga, Bisericìi Românesti, τόμ. A’, σελ. 116 -119. Βουκουρ. 1908—1909). Μετάφρασις εΐς καθαρώς ρουμανικήν γλώσσαν του Τριωδίου, και κατ’ άκολουθίαν και του Επιταφίου Θρήνου ύπό του συνθέτου και εξαίρετου μουσικού Anton Paini εγένετο τω 1843.
Ούτω, τα Τυπικά τών ξένων ορθοδόξων λαών και δή αί μεταφράσεις εκ του ελληνικού τής Διατάξεως τών Παθών του Χρίστου, εν Ρωσσία κατ’ αρ­χάς, Βουλγαρία, Σερβία και Ρουμανία βραδύτερον, βοηθούν να άνεΰρωμεν τήν εποχήν τής εΐσχωρήσεως εις τήν ορθόδοξον έλληνικήν εκκλησίαν τής όλης διατάξεως τών Παθών, δπως εφθασεν αΰτη μέχρις ημών μετά τής ‘Εξόδου του ‘Εσταυρωμένου—ήτις ήτο άγνωστος εΐς τους προ τής Αλώ­σεως χρόνους—και τής όλης τελετής του ‘Επιταφίου:
Κυμαίνεται αυτή από τα τέλη του 15ου ί’ως τα μέσα του Ιΰου αιώνος. Ά π ό τής εποχής δε ταύτης χρονολογείται πιθανώτατα και ή άνάρτησις καθ’ δλην τήν διάρκειαν του έτους εΐς το «Αγιον Βήμα του ‘Εσταυρωμένου, τον όποιον δεικνύουν αί έκκλησίαι εΐς το κοινόν ά’παξ του έτους, τήν Μεγάλην Πέμπτην, ήτοι εις τον όρθρον τής Μεγάλης Παρασκευής. «Οσον δια τας φορητός εικόνας του Χριστού επί σταυροί) εν μέσω τών δυο ληστών είτε τής Θεοτόκου και του ήγαπημένου μαθητού παρά τον σταυρόν, φρονούμεν, δτι αΰται είναι παλαιότεραι, καθ’ δσον ήσαν επίσης εν χρήσει παρά τοις  Βυζαντινοις, οιτινες εχρησιμοποίουν αύτας κατά την παράστασιν των σκηνών των Παθών του είδους τών της Παλατινής διατάξεως. «Οπως φρονοΰμεν επίσης, δτι ή προέλευσις του επιταφίου (υφάσματος) ανέρχεται ε’ις τους βυ­ζαντινούς χρόνους- άνευρίσκομεν αυτήν εις τον αέραεπιτάφιον της θείας λειτουργίας της βυζαντινής εποχής (πρβλ. V· Cottas. L’influence du drame
« Christos Pas chon* sur l’art chrétien d’ Orient, κεφ. Η ‘ : Le jeu dela Passion et l’usage des épitaphio/), άναγνωρίζοντες ούτω εις τήν όλην ίεροτελεστίαν τών Παθών του Χρίστου τών μετά τήν «Αλωσιν χρόνων, στοιχεία καθαρώς εκκλησιαστικά και λειτουργικά, αναμεμιγμένα μετ’ άλλων,
αποτελούντων τήν τελευταίαν επιβίωσιν τών σκηνοθετικών διατάξεων τών προ τής «Αλώσεως χρόνων

 

 

Μεγαλοβδομαδιάτικες παρατυπίες και θεατρινισμοί

Απόσπασμα σχετικού άρθρου

Επιμέλεια έρευνας:: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

 

Η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί για την Εκκλησία μας την καρδιά και το κέντρο της πνευματικής ζωής της. Μέσω της υμνογραφίας της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας η Εκκλησία βιώνει το λυτρωτικό δόγμα και την πνευματικότητά της, εορτάζει την ολοκλήρωση της οικονομίας του Θεού για τον άνθρωπο με το μέλος και την ανθρώπινη γλώσσα, συμμετέχει μυστικά στο σωτήριο πάθος του Χριστού, θρηνεί την κάκωση και τον θάνατο του μεγάλου της Νεκρού, ο Οποίος με το θάνατο και τον ενταφιασμό Του συνέτριψε τον διάβολο, κατάργησε την αμαρτία, έπαυσε τον θάνατο, τον οποίο έσπειρε αλόγιστα η παρακοή των πρωτοπλάστων στην Εδέμ και άνοιξε το δρόμο της ουράνιας βασιλείας.

Η προσεκτική  λειτουργική μελέτη της Μεγάλης Εβδομάδας, ως περιόδου κορύφωσης της προσφοράς του Σωτήρα μας Ιησού, επιτρέπει την περιγραφή της λατρευτικής ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας και βοηθά τους πιστούς να γνωρίσουν, να συμμετάσχουν και να βιώσουν την δογματική και πνευματική ζωή της.

Οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας είναι ανεπανάληπτης σπουδαιότητας κείμενα, επειδή έχουν θεολογικό, δοξολογικό, αλλά και κατηχητικό περιεχόμενο. Οι υμνογράφοι υμνούν και δοξάζουν, ενώ ταυτόχρονα διδάσκουν και κηρύττουν. Γιʹ αυτό και δεν μπορούμε να τα θεωρήσουμε απλώς ως φιλολογικά κείμενα, αλλά ως αναπόσπαστα στοιχεία της λειτουργικής ζωής και πράξης της Εκκλησίας μας, με τα οποία υμνείται ο Θεός και διαγγέλλονται τα μεγαλεία του.

«Eπίσης και  στο τυπικό, η τήρηση του οποίου είναι συνώνυμη της ευταξίας, αποτυπώνεται η πίστη και η λατρευτική εμπειρία γενεών και γενεών του πληρώματος της Εκκλησίας. Ως εκ τούτου οι όποιες αλλαγές πρέπει να υπαγορεύονται από κάποιο σοβαρό λόγο και όχι να ικανοποιούν τον συναισθηματισμό και τις νοσηρές πολλές φορές αντιλήψεις του ποιμνίου. Αν καταπιαστεί κανείς με την ιστορική διαμόρφωση του τυπικού θα διαπιστώσει ότι όλα είναι καλώς καμωμένα από τους Πατέρες και έχουν και πρακτικό αντίκρισμα, ενώ οι σύγχρονες παρατυπίες οφείλονται πολλές φορές σε βαθιά άγνοια και σοβαρές παρανοήσεις ή ακόμη και στην επιδίωξη του εντυπωσιασμού με κοσμικά κριτήρια»(www.Romfea.gr».Σχόλιο στο άρθρο -Ο Θεός και το Τυπικό)

«Οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδος είναι πλούσιες σε λειτουργικά γεγονότα και βιώματα. Είναι επίσης πλούσιες σε συναισθήματα και συγκινήσεις ιερές, τόσο για τους λαϊκούς, όσο και για τους κληρικούς μας, οι οποίοι καλούνται μέσα από επάλληλες ακολουθίες να βιώσουν ξανά τα σωτήρια γεγονότα της θείας οικονομίας, του σταυρικού πάθους και της ενδόξου Αναστάσεως του Κυρίου μας, και να τα προβάλλουν στους πιστούς, με σκοπό την μέθεξη στο Πάθος και στην Ανάσταση, και δι’ αυτής την επίτευξη της ψυχικής ανάτασης και της ψυχικής σωτηρίας μας».(καθηγητής Μ.Βαρβούνης)

Δυστυχώς, όμως, μέσα στη λειτουργική ζωή παρεισφρέουν πολλές φορές στοιχεία τα οποία όχι μόνο είναι καινοφανή και καινοτόμα αλλά, πράγματι, αποδεικνύουν ότι η παραμικρή αλλαγή αλλοιώνει το Ορθόδοξο βίωμα.  Βέβαια μερικά από αυτά έχουν τόσο πολύ εδραιωθεί που η απομάκρυνσή τους θα δημιουργούσε μεγάλη αναστάτωση και αντιδράσεις. Καλό είναι όμως να τα γνωρίζουμε έτσι, ώστε αφενός μεν να μην τα επεκτείνουμε, να μην τα διογκώνουμε ακόμα περισσότερο και αφετέρου, όπου και όποτε είναι δυνατόν, να τα απομακρύνουμε με διάκριση, κατήχηση και υπομονή.

Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι διάφορα καινοφανή γεγονότα τείνουν να αντικαταστήσουν την ορθόδοξη ευσέβεια, επειδή η εκκλησιαστική πραγματικότητα και ιδιαιτέρως οι αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας γίνονται «εργαλείο» στην υπηρεσία τοπικών αρχόντων, οι οποίοι έχουν την άποψη ότι η Εκκλησία είναι μουσείο νεκρών αποθεμάτων και αποτελεί τσιφλίκι τους, το οποίο μπορούν να ελέγχουν για το δικό τους συμφέρον. Η αλλοτρίωση αυτή του εκκλησιαστικού γεγονότος στον ελλαδικό χώρο πραγματοποιείται πολλές φορές μάλιστα και με τις ευλογίες κληρικών.

Οι λειτουργικές υπερβολές στις οποίες αναφερόμαστε στη συνέχεια , μπορούν να ενταχθούν σε δύο βασικές κατηγορίες:

Α. Σε εκείνες που προέρχονται από υπερβάλλοντα λειτουργικό ζήλο ευλαβών και καλοπροαίρετων  κληρικών.

Β. Σε εκείνες που δήθεν οφείλονται σε λαϊκά έθιμα. Γράφω «δήθεν», επειδή στην πραγματικότητα πρόκειται για νέες και καινοφανείς μορφές «εθίμων», δεδομένου ότι τα παραδοσιακά ελληνορθόδοξα έθιμα είναι και λιτά και ευσεβή.(καθηγητής Μ.Βαμβούνης)

Στη συνέχεια καταγράφονται ορισμένες από τις παρατυπίες, που δυστυχώς έχουν καθιερωθεί όχι μόνο στο ενοριακό αλλά και στο μοναστικό τυπικό. Ό,τι δημοσιεύεται είναι απόσπασμα μακροχρόνιας έρευνας και αφορά πρακτικές που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις για να γίνουν κατανοητές από τους περισσότερους. Ο γράφων πιστεύει ότι κύριο μέλημα  των κληρικών δεν πρέπει να είναι η εύκολη και υπερβολική συγκίνηση, ούτε η θεατροποίηση των λειτουργικών πράξεων, αλλά η καλλιέργεια της προσευχητικής κατάνυξης, εντός των ορίων που η αγία μας Εκκλησία θέσπισε, χωρίς υπερβολές, ούτε προσθήκες αλλά ούτε και απλουστευτικές παραλείψεις. Τα «κόκκινα γράμματα» των λειτουργικών βιβλίων υπάρχουν για να διαβάζονται και να εφαρμόζονται, όχι για να τροποποιούνται κατά το δοκούν. Επίσης είναι καιρός να ξαναρχίσει η κατηχητική ενημέρωση του χριστεπωνύμου πληρώματος για τα γεγονότα που προβάλλονται την Μεγάλη Εβδομάδα, ώστε η λειτουργική αυτή περίοδος της Εκκλησίας να ξεφύγει από την εθιμοτυπική παράδοση και να αποτελέσει πραγματική πύλη εισαγωγής στην Ορθόδοξη πνευματικότητα. Να ξεφύγουμε από την τυπική παρακολούθηση των ακολουθιών από την σύνοψη. Είναι γεγονός ότι  στους περισσότερους, λόγω της ιδιάζουσας υμνογραφικής γλώσσας,  είναι ακατανόητα τα νοήματα των ύμνων, οπότε πέφτει σε αχρηστία η κατηχητική διάσταση των ύμνων.

Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει:

Α. Να ενεργοποιηθεί ο κηρυκτικός – κατηχητικός άμβωνας όλη την διάρκεια της Μ. Εβδομάδος με σύντομα κηρύγματα με αφορμή τα εκάστοτε προβαλλόμενα γεγονότα.

Β. Να υπάρξουν τολμηρές παρεμβάσεις ώστε να περιφρουρηθεί το τυπικό της Εκκλησίας από εξωτερικές αυθαίρετες παρεμβάσεις. Να σταματήσουν οι πρακτικές που αποσκοπούν άλλες στην προσωπική κοινωνική επιβεβαίωση – καταξίωση  των εφημερίων και άλλες για να προσελκύσουμε τον κόσμο στην Εκκλησία. Μην ξεχνάμε ότι «ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα».

Γ. Να σταματήσει να καλλιεργείται (δυστυχώς και από τους κληρικούς) ο θρησκευτικός συναισθηματισμός της Μεγάλης Εβδομάδος. Την Μεγαλοβδομάδα δεν θρηνούμε για τον «καημένο Χριστούλη» , πού ανέβηκε στον σταυρό και πέθανε και θάφτηκε σαν νικημένος και αδικημένος άνθρωπος. Έχει έναν πένθιμο – χαρμόσυνο χαρακτήρα το ορθόδοξο ήθος.

Τις ημέρες αυτές σταυρώνουμε τις επιθυμίες και τα πάθη μας. Μπαίνουμε σε πνευματικό χωνευτήρι για να τα μεταμορφώσουμε.

Ζητάμε και προπανηγυρίζουμε την ανάσταση. Δεν υπάρχει στιγμή στην εορτολογία και την υμνογραφία της μεγάλης Εβδομάδας πού να μην αναφέρεται ο σταυρός συναπτά με την ανάσταση και η αλήθεια πως ο Χριστός είναι ο Κύριος της ιστορίας, των παθών και του θανάτου Του.

Δ. Να αναμορφωθεί όσο είναι δυνατόν και εφικτό το ωράριο των ιερών ακολουθιών.

«Ταπεινώς φρονούμε ότι δεν είναι αδύνατη η επιστροφή στην τάξη και μάλιστα θα βοηθούσε πολύ αν οι όρθροι των πρώτων ημερών τελούνταν κανονικά το πρωΐ και οι εσπερινοί το απόγευμα, μαζί με την Προηγιασμένη, ενώ η ακολουθία των Παθών, κατά το τυπικό, αργά το βράδυ της Μ. Πέμπτης, οι Ώρες το πρωί της Μ. Παρασκευής, ο εσπερινός της Αποκαθηλώσεως, χωρίς τα θέατρα και τα δρώμενα φυσικά, το μεσημέρι της Μ. Παρασκευής, ο όρθρος του Μ. Σαββάτου ξημερώματα της ημέρας , ο εσπερινός του Πάσχα με τη λειτουργία του Μ. Βασιλείου το μεσημέρι του Σαββάτου, γεγονός που θα απέτρεπε, σε συνδυασμό με την απαίτηση για νηστεία, την αθρόα προσέλευση εντελώς απροετοίμαστων ανθρώπων που κοινωνούν για «το καλό», ενώ η παννυχίδα της Αναστάσεως, ο Όρθρος του Πάσχα και η Θεία Λειτουργία τα ξημερώματα της Κυριακής όπως συνέβαινε πριν από μερικά χρόνια σε όλη την επαρχία

Ας έχουμε λοιπόν υπόη το πόσο ξένα προς την ορθόδοξη λειτουργική παράδοση και την εν γένει ορθόδοξη πνευματικότητα είναι πολλά από τα τελούμενα την Μ. Εβδομάδα  και ας προσπαθήσουμε αν όχι να διορθώσουμε τουλάχιστον να μην τα  αναπαράγουμε, προσθέτοντας και άλλα, μεγαλώνοντας  την απόσταση από το γνήσιο ορθόδοξο λειτουργικό βίωμα.  Ας τελούνται απλά και αθόρυβα» (π.Β. Σπηλιόπουλος)

Η εικόνα του Νυμφίου και η λιτάνευσή της.

Στις λειτουργικές υπερβολές περιλαμβάνεται και η εικόνα του Νυμφίου Χριστού και η λιτάνευσή της.

Κανένα λοιπόν παλαιό τυπικό,  δεν αναφέρεται σε λιτάνευση της εικόνας του νυμφίου. Ο π. Δοσίθεος, ηγούμενος της Μονής Παναγίας Τατάρνης και λάτρης της τάξεως της Εκκλησίας, σχετικά με την εικόνα αυτή του νυμφίου σημειώνει :

«Τα εν τοις ενοριακοίς Ναοίς τελούμενα, καθ’ α ψαλλομένου του Ιδού ο Νυμφίος, εισοδεύει ο ιερεύς κρατών εικόνα του „Νυμφίου” ή και ολόσωμον „Νυμφίον” φορούντα χλαμύδα κοκκίνην, έχοντα εμπεπαρμένον ακάνθινον στέφανον και βαστάζοντα κάλαμον και μονονουχί γοερώς κράζοντα, ξένα όντα παντάπασι προς την λογικήν λατρείαν, ου δεί τελείσθαι και εν ταις ιεραίς Μοναίς.  Οίμαι δε ουδ’ εν τοις ενοριακοίς Ναοίς.  Η εικών αύτη του πάθους προέρχεται από το Ecce homo των Λατίνων.

Εξ’ άλλου το Ιδού ο νυμφίος έρχεται ολίγην σχέσιν έχει προς το πάθος του Κυρίου.  Αναφέρεται εις την παραβολήν του πιστού και φρονίμου οικονόμου (Λουκά ΙΒ, 35-48) και προτρέπει εις εγρήγορσιν τους πιστούς.  Ως εκ τούτου το Ιδού ο νυμφίος λέγεται εις τα μεσονυκτικά παντός του ενιαυτού και ουχί μόνον κατά τας πρώτας ημέρας της Μ. Εβδομάδος.  Γίνεται ούτω πως σύγχυσις μεταξύ του νυμφίου της παραβολής και του Νυμφίου της Εκκλησίας του ιε΄αντιφώνου της ακολουθίας των αγίων Παθών (όρθρος της αγίας και Μεγάλης Παρασκευής).  Υπάρχει δε και ανακολουθία.  Δεδεμένος και εν πορφύρα και μετά ακανθίνου στεφάνου ωράθη ο Κύριος εις το πραιτώριον το πρωί πρωί της Μεγ. Παρσκευής και ουχί τη Μεγ. Δευτέρα.  Τότε εισήρχετο και εξήρχετο της Ιερουσαλήμ καταρώμενος άμα και ξηραίνων την άκαρπον συκήν.  Όθεν ξένα ταύτα και αλλότρια των αρχαίων τυπικών διατάξεων, αλλά γε και του πνεύματος των ημερών» (Τυπικόν του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Σάββα του ηγιασμένου, διορθωθέν μεθ’όσης επιμελείας και υπομνηματισθέν το κατά δύναμιν υπό αρχιμ. Δοσιθέου ηγουμένου της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Τατάρνης, έκδοσις Ιεράς Μονής της Παναγίας Τατάρνης, σελ. 380, υποσημείωση 4)

 

Θα μπορούσε  να αναφερθεί στο συγκεκριμένο σημείο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία σε ενορία των Αθηνών αντικαταστάθηκε  η εικόνα του Νυμφίου Χριστού με ολόσωμο ομοίωμά του.

Β. Η ακολουθία του Νιπτήρος

Είναι γνωστό ότι αυτή η ακολουθία  τελείται σε συγκεκριμένα μόνο μέρη (Ιεροσόλυμα, Πάτμος κ.λπ.), με συγκεκριμένο τυπικό. Δυστυχώς και αυτή η ακολουθία εισέρχεται σταδιακά και στα ενοριακά τυπικά. Σε ενορία των Αθηνών έγγαμος κληρικός διάβασε το ευαγγέλιο του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης κρατώντας χασάνιο, ενώ κοπέλα της ενορίας έπλυνε τα πόδια του ομοιώματος του Χριστού, δραματοποιώντας την ευαγγελική αναφορά της γυναικός που άλειψε μύρο τα πόδια του Ιησού. Και το ερώτημα παραμένει. Βοηθά αυτή η καθιέρωση νέων «καθ’ υπερβολήν» λειτουργικών λεπτομερειών και μορφών αλλά και η διασπορά των τοπικών λειτουργικών ιδιαιτεροτήτων την ευσέβεια των πιστών;

Ή απλά δραματοποιεί και θεατροποιεί το γνήσιο βίωμα της κατάνυξης, τονίζοντας το θεαματικό στοιχείο έναντι της πνευματικής βίωσης των γεγονότων του θείου πάθους, την οποία διδάσκει η Εκκλησία μας

Ο Εσταυρωμένος

Πρόβλημα είναι αυτός ο ίδιος ο Εσταυρωμένος, που υπάρχει στις περισσότερες ενορίες και Μονές, ο οποίος περισσότερο θυμίζει άγαλμα και πολύ λιγότερο εικόνα οπότε, όπως είναι ευνόητο, ήδη παραβιάζει και διδάσκει λανθασμένα περί των ιερών εικόνων, περί ζητήματος δηλαδή δογματικού. Είναι εντελώς νέο εφεύρημα που ήλθε να αντικαταστήσει τον Σταυρό με τον ζωγραφισμένο όμως και όχι αποσπώμενο Σώμα του Κυρίου.  Είναι καλό να τα γνωρίζουμε αυτά, ακόμη κι αν δεν έχουμε την τόλμη να τα διορθώσουμε, ακριβώς διότι εσχάτως τον Εσταυρωμένο Κύριο ακολούθησε το άγαλμα του Νυμφίου, ή της Θεοτόκου και άλλων αγίων αποδεικνύοντας ότι το ένα λάθος πατά πάνω στο προηγούμενο.

Ό Σεβ. Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος καΐ Φαναοιοφερσάλων Κυρός  ‘Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτης  έπί θεμάτων τεθέντων νπ όψιν της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας έγραψε.

«Και ετερόν τι παρετήρηοα περιοδεύων.

Ούδαμοΰ εν άρχαίοις ναοί; μονών η χωρίων θα εϋρη τις προ της αγίας τραπέζης τον ‘Εσταυρωμένον. Συνήθως αί ά’γιαι τράπεζαι είναι κυκλικαι ελεΰθεραι γυρωθεν.

Ή παράστασις τοϋ έξηρτημένου από Σταύρου σώματος του Κυρίου με τεταμένας τας χείρας εις τας κεραίας του Σταυροί} άπεφεΰγετο ώς παρομοιάζουσα με τα της δυτικής εκκλησίας ανάγλυφα. Ό Κύριος έζωγραφίζετο επί εικόνος φορητής επί Σταυρού εν μέσω) τών δυο ληστών, κάτωθεν δε ή Θεοτόκος και ο ήγαπημένος μαθητής και οι δορυφοροΰντες στρατιώται.Είναι δε γνωστόν, ότι δεν έγίνετο και έξοδος του ‘Εσταυρωμένου κατά Τον Όρθρον της Μεγάλης ΙΙαρασκευής· τούτο το πρώτον έγένετο κατά το έτος 1864 επί πατριάρχου Σωφρονίου εν τω πατριαρχικό) ναον μεταγενεστέρως  δε  διεδόθη και εις τάς πόλεις, εν ω εις τάς αρχαίας μονάς τοιαύτη έξοδος και μέχρι σήμερον δεν γίνεται, ώς εν Αγίω «Ορει

(Δελτίον XAE 1 (1932), Περίοδος Γ’• Σελ. 132-140-ΑΘΗΝΑ 1933)

Η έξοδος  του Εσταυρωμένου.

Όσο κι αν ακουστεί περίεργο ένα από αυτά τα στοιχεία είναι η συνηθισμένη έξοδος του Εσταυρωμένου Κυρίου κατά τον Όρθρο της Μ. Παρασκευής που είθισται να τελείται στους ενοριακούς ναούς, κατ’ άκραν οικονομίαν και κατά παράβαση της τάξεως, το βράδυ της Μ. Πέμπτης.

Η έξοδος αυτή και περιφορά του Εσταυρωμένου, που γίνεται μετά το πέμπτο ευαγγελικό ανάγνωσμα τελέσθηκε για πρώτη φορά το 1864 στον πατριαρχικό ναό και, όσο κι αν σήμερα θεωρείται δεδομένη, ασφαλώς χρειάστηκε πολλά χρόνια για να γενικευθεί ενώ στις περισσότερες Ιερές Μονές δεν τελείται μέχρι και σήμερα.

Ας δούμε όμως μερικές διατάξεις τυπικών και γνώμες σοβαρών λειτουργών επί του θέματος:

Στο ισχύον τυπικό του Βιολάκη, ένα από τα πιο καινοτόμα και λιγότερα αυστηρά, αναφέρεται ασφαλώς το τυπικό της εξόδου του Εσταυρωμένου αλλά σε υποσημείωση αναφέρονται τα παρακάτω:

«Εν τω πατιαρχικώ ναώ (ως και εν Αγίω Όρει μέχρι τούδε) η έξοδος αύτη του Εσταυρωμένου ουκ εγίνετο μέχρι της πατριαρχείας Σωφρονίου του από Αμασείας (1864), καθόσον ούτε το Τριώδιον σημειοί τοιαύτην τινά τάξιν, ούτε το αρχαίον Τυπικόν ήδη όμως καθιερώθη, ούτως ειπείν, και ο λαός φαίνεται ποθών ίνα ευλαβώς προσκυνήση τη ώρα ταύτη τον διά τας ημετέρας αμαρτίας αναρτηθέντα επί ξύλου του Σταυρού Θεάνθρωπον» (τυπικόν της του Χριστού Εκκλησίας, Γεωργίο Βιολάκη, σελ. 404, υποσημείωση 1).

 

 

Ευνόητο, όμως, τυγχάνει και το γεγονός ότι κανένα παλιό τυπικό δεν αναφέρει το παραμικρό για την έξοδο του Εσταυρωμένου και κανένα παλαιό λειτουργικό βιβλίο.  Ειδικότερα το πρώτο τυπικό του αγίου Σάββα δε θα μπορούσε να γνωρίζει την λιτανεία αυτή.  Ας δούμε όμως τον υπέροχο σχολιασμό του π. Δοσιθέου, ηγουμένου της μονής Τατάρνης και ακραιφνή γνώστη του τυπικού αλλά και τηρητού , σχετικώς με το θέμα:

«…Εις τας ιεράς Μονάς δέον όπως παραφυλάττητται η αρχαία τάξις.  Μία ιερά εικών της Σταυρώσεως εις το προσκυνητάριον ή εις το μέσον του Ναού αρκεί.  Εξ’ άλλου εις τας ιεράς Μονάς δεν πρέπει ίνα υπάρχη Εσταυρωμένος όπισθεν της αγίας Τραπέζης, ει μη μόνον λιτανευτικός Σταυρός. Σημείωσαι δ’ ότι η κοπή του Σώματος εις το περίγραμμα αυτού δεν αντέχει εις ορθόδοξον κριτικήν, διότι ολίγον απέχει του αγάλματος, εγγίζον το είδωλον.  Άφες, συ ο τυπικάρης, διά τους του κόσμου ενοριακούς Ναούς τους εξ’ ανθέων (πολλάκις πλαστικών) στεφάνους, την οχλοβοήν των ανασταυρούντων και τους ψευδείς και επίπλαστους συναισθηματισμούς, τους στεναγμούς και τα δάκρυα των γυναικαρίων των αεί ποτέ μανθανόντων και ουδέποτε εις ευσέβειαν ελθείν δυναμένων.  Ημείς αρκούμεθα εις την θεολογίαν των τροπαρίων, εις την χαρμολύπην των κανόνων και εις τας εεμηνείας των αναγνώσεων» (Τυπικόν του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Σάββα του ηγιασμένου, έκδοσις Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Τατάρνης, σελ. 402).

 

Τέλος ας δούμε τι αναφέρει σχετικώς το Αγιορείτικο Τυπικόν της εκκλησιαστικής ακολουθίας, που εξέδωσαν για λογαριασμό του Ιερού Κελλίου Ευαγγελισμού Καρυών Αγίου Όρους οι εκδόσεις «Καστανιώτη».

«Ἐκ τοῦ 1864 ἔτους τῆς Πατριαρχείας Σωφρονίου τοῦ ἀπό Ἀμασείας, εἰσήχθη ἡ ἔξοδος „Ἐσταυρωμένου” εἰς τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως καί εἰς τάς κατά τόπους Ἐκκλησίας – κατά μίμησιν ἴσως τῶν Δυτικῶν Λιτανειῶν Ἐσταυρωμένων ἀγαλμάτων.  Αὕτη ἡ τάξις ἐπικρατεῖ ἐσχάτως εἰς πολλάς μονάς, ὡς εἰς τό Πρωτάτον.  Πλήν ὅμως ἡ συνήθεια αὕτη τῆς ἐξαιρετικῶς πομπώδους καί δραματικῆς ἐξόδου τοῦ Ἐσταυρωμένου σώματος, ἰδιαίτατα ὡς γίνεται σήμερον εἰς τάς ἐνορίας, ἀπάδει πρός τήν λιτότητα καί ἡγιασμένην ἁπλότητα τῆς Ὀρθοδοξίας». (σελ.216, υποσημείωση 32).  Καί βέβαια το ίδιο τυπικό τονίζει ότι, τουλάχιστον, σε όποιες μονές τελείται – κακώς – η  έξοδος του Εσταυρωμένου τελείται με σεβασμό και λιτότητα και δεν τελείται, ή δεν θα έπρεπε να τελείται, η αποκαθήλωση και τα υπόλοιπα δρώμενα.

«Ας σημειωθεί εδώ ότι τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρει η υποσημείωση είναι αναμφισβήτητα, ας μας επιτραπεί όμως να αμφισβητήσουμε το κατά πόσον είναι αδύνατη η επαναφορά στην κανονική τάξη και το κατά πόσο ο πιστός λαός επιθυμεί «ἵνα εύλαβῶς» προσκυνήσει. Δάκρυα συναισθηματικά που διαρκούν μερικά λεπτά και δεν οδηγούν στη μετάνοια και σε αλλαγή του βίου είναι πλάνη.  Ας σημειωθεί επίσης ότι, όπως είναι ευνόητο, παλαιότερες εκδόσεις του ιδίου τυπικού δεν αναφέρουν τίποτα απολύτως για την καινοφανή αυτή τελετή». (π. Β. Σπηλιωτόπουλος)

………………………………………………………………………….

 

 

Η Αποκαθήλωση.

Με την έξοδο του Εσταυρωμένου  έχουμε πιστή αναπαράσταση γεγονότων «εν είδει θεάτρου» γεγονός που απάδει προς την ορθόδοξη παράδοση.  Και φυσικά και εδώ δεν λείπει η φαντασία ώστε την έξοδο του Εσταυρωμένου να ακολουθήσει η τελετή της Αποκαθηλώσεως, την οποία ακολούθησε ο ενταφιασμός του Σώματος, πολλές δε φορές με χέρια που κλείνουν προς τα μέσα, στον επιτάφιο αντί του κεντητού υφάσματος, που ακολούθησε η τέλεση της αποκαθήλωσης σε Όρη και σε βουνά ως παράσταση, που ακολούθησε ακόμη και η αναπαράσταση των Παθών στις στάσεις της λιτανείας του επιταφίου.  Όλα τα παραπάνω, και άλλα που δεν γνωρίζουμε ή που αύριο θα εφεύρουν «ευρηματικοί» ιερείς προς συγκέντρωση πλήθους, γίνονται σε ορθόδοξους Ναούς, ακόμη και μονές, από Ορθοδόξους ιερείς που διδάσκουν μη ορθόδοξα τους πιστούς.

Η περιφορά Επιταφίων

Σύμφωνα με το Ορθόδοξο Τυπικό προβλέπεται   η ασματικη λιτή στο πέρας της δοξολογίας μετα του Ευαγγελίου τυλιγμένου σε σινδονη-αντιμηνσιο. Εξέλιξη αυτής της πραξεως ειναι η κατασκευή «αέρα» μετα σώματος του κυρίου και κατάλοιπο η παράθεση και του ευαγγελίου επι του «κουβουκλιου» και η περιφορά αμφοτέρων (αέρος και ευαγγελίου). Το κουβουκλιο  αποτελεί μεταγενέστερη «προσθήκη». Λιτανευόταν μόνον ο «αήρ επ ώμων μετά του ευαγγελίου», όπως γίνεται κατά τον εσπερινό πριν τοποθετηθεί στο μέσον του ναού.

Η περιφορά του Επιταφίου γίνεται γύρω από τον ναό ή  στους κεντρικούς δρόμους της ενορίας.Η συνήθεια που υπάρχει σήμερα να λιτανεύονται επιτάφιοι στους κεντρικούς δρόμους πόλεων, αποτελεί δυτικής προέλευσης έθιμο που ήρθε στην ηπειρωτική Ελλάδα από τα Επτάνησα κυρίως.Εκεί το δυτικής προέλευσης έθιμο το έφεραν οι Ενετοί.

Η περιφορά Επιταφίων στην υπηρεσία της εκκοσμίκευσης

Ο θεολόγος Ι. Μπουγάς σημειώνει σχετικά

«Από πολλούς, κατ’ όνομα πιστούς, αλλά και από αυτοδιοικητικούς παράγοντες και παραγοντίσκους, η Ορθόδοξος Τοπική Ευχαριστιακή Σύναξη θεωρείται ως ένας σύλλογος μεταξύ των πολλών, τον οποίο μπορούν να χρησιμοποιήσουν προς ίδιον όφελος, για να αποκτήσουν οι διάφοροι επαγγελματίες πελατεία, να συγκεντρώσουν ψήφους για την ανάδειξή τους ως τοπικών δημοτικών συμβούλων ή βουλευτών ή ως μελών σε συνδικαλιστικούς ή κομματικούς φορείς, να προσπορίσουν δόξα και προβολή.

Δυστυχώς η συμπεριφορά αυτή γίνεται ασυνειδήτως αποδεκτή τις περισσότερες φορές από το χριστεπώνυμο πλήρωμα, το οποίο εκφράζεται με αρκετή θρησκοληψία, συμφέρον οικονομικό και διακατέχεται από ιδεοληψίες, εκφράσεις οι οποίες γενικότερα εντάσσονται στο αλλοτριωμένο εκκλησιαστικό ήθος γιατί θεωρούν ότι η θρησκεία προηγείται της Εκκλησίας, ως γεγονότος πίστης και ζωής και ότι η θρησκεία μπορεί να αποτελεί παράγοντα ελέγχου του λαού.

…Μέλη τοπικών πολιτιστικών και δημοτικών συλλόγων και φορέων σε συνεργασία πολλές φορές με ιερείς αντιλαμβάνονται τις λατρευτικές συνάξεις της ενοριακής κοινότητος ως ευκαιρία προβολής τους με το να υποτάσσουν τον ιερέα και την κοινότητα σε φολκλορικές εκδηλώσεις διαστρέφοντας τις ιερές ακολουθίες

Συνιστά αλλοτριωτικό γεγονός του εκκλησιαστικού σώματος η υποταγή σε διαθέσεις αρχόντων, γιατί αρκεί να γνωρίσει εκ του σύνεγγυς τους πολιτευομένους «αυλοκόλακες» των εκκλησιαστικών χώρων και θα καταλάβει αμέσως ότι κριτήριο όλων αυτών είναι το συμφέρον.

Συμφέρον το οποίο γίνεται γνωστό με λόγους και πράξεις, όπως για παράδειγμα η επιμονή τους να αναμειγνύονται στα εκκλησιαστικά πράγματα, ως και στην επιλογή του ιερέως για την κάθε ενορία, ενώ στην πραγματικότητα είναι άγευστοι και παντελώς άσχετοι με το ευχαριστιακό ήθος της Εκκλησίας. Ιδιαιτέρως οι όποιοι τοπικοί άρχοντες με την υποκριτική παρουσία τους κατά την τέλεση των λειτουργικών πράξεων φανερώνουν την αγνωσία τους για το εκκλησιαστικό γεγονός και για τη θεολογία της Εκκλησίας. Για όλους αυτούς η Εκκλησία δεν είναι η μεταμορφωτική δύναμη των ανθρώπων και του κόσμου αλλά ο χώρος για συναισθηματική ηρεμία, ψυχολογική ανακούφιση ή ηθική βελτίωση στην καλύτερη περίπτωση, αλλά κυρίως όμως χώρος για αύξηση της πελατείας τους.

Αυτονόητο είναι ότι η περιφορά του Επιταφίου αποτελεί λατρευτική πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ως λατρευτική πράξη έχει την αναφορά της στη Θεία Ευχαριστία. Για τα μέλη της Εκκλησιαστικής Συνάξεως ο «νεκρός» Χριστός δεν είναι θέαμα αλλά συμμετοχικό κοινωνικό γεγονός όπως είναι η Θεία Ευχαριστία και αυτό για τους παρακάτω λόγους.

Οι θεατές χτίζουν τη ζωή τους σε έναν πολιτισμό εικόνων, φαντασίας, στην επίπλαστη εφήμερη γνώση, στην έμμεση επικοινωνία της μαζικής πληροφόρησης και του χρήματος και όχι στην άμεση ανθρώπινη αλληλοσυμπλήρωση, στην καλλιέργεια του αμαρτωλού εαυτού, στην κοινωνία, στις γιορτές των αδελφών τους. Οι θεατές στηρίζουν απρόσωπες διεργασίες, αρκούνται στην ασφάλεια σαν αυτή που προσφέρουν τα σούπερ μάρκετ και οι καταναλωτικές εταιρείες, τις οποίες μιμούνται και οι καταστηματάρχες των επαρχιακών πόλεων οδηγούμενοι με μαθηματική ακρίβεια στον εσώτερο θάνατο. Ο εύκολος πλουτισμός παράγει εξάρτηση αλλά και στο τέλος μιζέρια, ας μην ξεχνάμε την περίπτωση του χρηματιστηρίου.

Στην περίπτωση του θεάματος των Επιταφίων τα τελούμενα στην Εκκλησία θεωρούνται, από τους παρακολουθούντες την περιφορά με εγωκεντρική χρηστική διάθεση, ως μία ωραία φαντασιακή εικόνα.

Όμως την Μεγάλη Παρασκευή βλέπουμε τον Χριστό «νεκρό» και η θέαση αυτή διαλύει κάθε εμμονή, άμυνα και αντιπαλότητα μέσα μας και προς τους άλλους. Τα λάθη διαλύονται γιατί δεν μας κρίνει ο Χριστός και έτσι η διαίρεση μας φανερώνεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς δικαιολογίες και ωραιοποιήσεις, αυτοκρινόμαστε ενώπιον ενός αδικημένου Νεκρού μόνοι μας. Άρχοντας αγάπης και σεβασμού ο Νυμφίος, μας προτείνει να κάνουμε και εμείς το ίδιο.

Εκείνος που συμμετέχει στο πάθος του Χριστού καθίσταται πρόσωπο, όχι θεατής, υπερβαίνει την διαιρετική λογική των εμπόρων, λειτουργεί στην κοινότητά του με πραγματική ευθύνη ως μέλος ενός ζωντανού σώματος που δεν έχει σκοπό την καθυπόταξη των ανθρώπων μέσω του κέρδους. Μαθητεύουμε στην Εκκλησία για την ταπείνωση, για την κένωση του εαυτού μας προς χάριν του πλησίον, για την θυσία, μαθητείες τις οποίες δεν μπορεί να πράξει ο θεατής διότι στέκεται μακρόθεν του Άλλου.

Ο ρεμβασμός των κοιταζόντων το «θέαμα» του Επιταφίου δίνει αποσπασματική αίσθηση του μυστηρίου του Επιταφίου, η οποία συνδέεται με το πάθος της περιέργειας, το οποίο συνδέεται με το αίσθημα απουσίας, το αίσθημα του κενού. Βλέπουν μια φαντασιακή πραγματικότητα, η οποία υποκαθιστά την άμεση σχέση, κείνται αντί -απέναντι του Χριστού και έτσι δεν μπορεί να υπάρξει σχέση, συνάντηση, ενότητα, κοινωνία. Σε αντίθεση όμως οι συμμετέχοντες εγκαταλείπουν την αίσθηση της περιέργειας και κινούνται στο πέλαγος της γυμνότητας του εαυτού τους, ορφανοί από τα πάθη και με ταπείνωση συναντούν το μυστήριο της ελευθερίας του θανάτου του Θεού.

Στην εκκλησιαστική σύναξη δεν είναι διαχωρισμένος αυτός που συμμετέχει από αυτόν που παρατηρεί, αλλά ο καθένας συλλειτουργεί κοντά στον Αρχιερέα Χριστό, συμμετέχει όλη η ύπαρξη, όλη η δημιουργία, αναλαμβάνοντας ο καθένας συγκεκριμένο διακόνημα.

Αυτό που προτείνει ο «νεκρός» Χριστός είναι η Ανάσταση κάθε σταυρωμένου ανθρώπου, αυτό που ακολουθούν οι συμμετέχοντες πιστοί δεν είναι ένα νεκρό σώμα αλλά ένα ζωοποιό, για όλους τους ανθρώπους της γης, γι’ αυτό και σε καμία περίπτωση δεν είναι θέαμα.

Συμπερασματικά: «Ο μόνος τρόπος για να προσέλθη κανείς αληθινά στην Εκκλησία είναι ένας αυστηρός ασκητισμός… Οχι το folklore, οι λαϊκές παραδόσεις της καθημερινής ζωής, αλλ’ η νηστεία και η μετάνοια…» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 220).

Τα λουλούδια και οι λαμπάδες του  επιταφίου και Εσταυρωμένου

Ευσεβής συνήθεια ήταν τις λαμπάδες αυτές να μοιράζονται σε κομμάτια οι πιστοί ως φυλακτήρια για τις δύσκολες ώρες των ασθενειών ή των ξαφνικών καταιγίδων. Ωστόσο αυτό δεν δικαιολογεί το συνεχές σύρσιμο της σκάλας για να αλλάξουν τα μόλις πριν λίγο αναφθέντα κεριά, ώστε να ικανοποιηθούν φίλοι, γνωστοί και συγγενείς που φέρνουν τις λαμπάδες αυτές, και επιζητούν την εξατομίκευση της χάριτος που έχει η ιερή ακολουθία, και μάλιστα με τρόπο που είναι κατά το μάλλον ή ήττον μαγικής υφής και έμπνευσης.


Το κάψιμο του Ιούδα

Σε ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως, κατονομάζουν την Ελλάδα ως μια χώρα στην οποία, κατά κάποιο τρόπο, θίγονται και προσβάλλονται τα ανθρώπινα δικαιώματα μιας μερίδας συμπολιτών μας, των Εβραίων Ελλήνων. Έτσι, η πατρίδα μας στιγματίζεται γιατί ένα από τα Πασχαλινά της έθιμα, στρέφεται, όπως λένε, κατά του Εβραϊκού λαού προκαλώντας κλίμα αντισημιτικό. Το έθιμο αυτό είναι το γνωστό «κάψιμο του Ιούδα».
Η Ιερά Σύνοδος με αλλεπάλληλες εγκυκλίους της τα έτη 1891, 1910 και 1918, προέτρεπε τον Ελληνικό λαό να εγκαταλείψει το έθιμο της καύσης του Ιούδα. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρει εις γνώσιν πάντων των Χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης προς εν γένει πάντα άνθρωπον…» (Εγκύκλιος 13/4/1918).

Ποία είναι όμως η στάση των ανθρώπων από την εποχή του Ιησού μέχρι σήμερα απέναντι στην συμπεριφορά του Iούδα; Ασφαλώς δεν υπάρχει άνθρωπος να επαινέσει αυτή τη διαγωγή αλλά δυστυχώς ο άνθρωπος δεν περιορίζεται μέχρι εδώ. Αντί με το παράδειγμα του ολισθήματος του Ιούδα να συνετισθεί προσέχοντας μήπως διαπράξει το ίδιο λάθος, κρίνει κατακρίνει, δικάζει και καταδικάζει χωρίς να έχει καν το δικαίωμα. Ο Κύριος είναι ο κριτής και ο μισθαποδότης πάντων.

Αλλά και εάν εγώ κρίνω, η κρίσις η εμή είναι αληθής, διότι μόνος δεν είμαι, αλλ’ εγώ και ο Πατήρ ο πέμψας με. (Ιωάννης 8:16)

Η θεαματική πρόκληση  θορύβων  στην Πρώτη Ανάσταση.

Ο καθηγητής Μ. Βαρβούνης σχολιάζει σχετικά:

«Η πρόκληση των θορύβων εντός του ναού κατά τον εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, στο «Ανάστα ο Θεός» είναι πράγματι λαϊκό έθιμο, που αποσκοπεί στην τελετουργική εκδίωξη του κακού δια των θορύβων, και σε μια δευτερογενή ερμηνεία αναπαριστά τον θόρυβο που έκανε ο άγγελος όταν κύλισε «τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου». Το ίδιο και τα βεγγαλικά και οι θόρυβοι την ώρα του «Χριστός Ανέστη». Από το σημείο όμως αυτό μέχρι του να διακόπτεται η ακολουθία με συνεχείς και εκκωφαντικούς θορύβους ή να υπάρχουν τραυματισμοί και θύματα, η απόσταση είναι τεράστια, και το τελικό αποτέλεσμα αγγίζει τα όρια της ασέβειας.

Αλλά και οι υπερβολικά θεατρικές κινήσεις κάποιων κληρικών την ώρα του «Ανάστα ο Θεός», η υπερβολή χειρονομιών, εκφράσεων και κινήσεων, συχνά επιφέρει την υπονόμευση όσων οι ίδιοι και τα τελούμενα δηλώνουν και εκπροσωπούν. Σε κάθε περίπτωση οι μετρημένες κινήσεις και φωνές και η αυτοσυγκράτηση ενισχύουν την ιεροπρέπεια και τονώνουν την ευσέβεια και την ευλάβεια. Και αυτό είναι το ζητούμενο, όχι η δραματοποίηση και ο εντυπωσιασμός, αλλά η πνευματική βίωση, η μετάνοια, η ταπείνωση και η ψυχική ηρεμία, που πάντα σταλάζει στις ψυχές ως «δρόσος Αερμών» κατά την ορθή τέλεση της θείας λατρείας. Αρκεί αυτή να είναι ορθή, δηλαδή κατά τις τυπικές διατάξεις της Εκκλησίας μας».

Η επί του Επιταφίου τέλεση της Θ. Λειτουργίας του Μ. Σαββάτου

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ι. Φουντούλη το κουβούκλιο  είναι ο λίθος που ακούμπησαν το Σώμα του Κυρίου προκειμένου να εκτελέσουν τα νεκρικά έθιμα (μύρα, σάβανο κ.λπ.) προ της ταφής. Όσοι έχουν πάει στα Πανάγια Προσκυνήματα βλέπουν με την είσοδο στο Ναό της Αναστάσεως αυτόν ακριβώς τον λίθο (επί του εδάφους), που τον αποκαλούν «Αποκαθήλωση» και εκεί τελείται η ακολουθία του όρθρου του Μ. Σαββάτου. Ο Τάφος (συμβολικά) είναι η Αγία Τράπεζα για τα καθ᾿ ημάς και αφού έχουν επικρατήσει οι «αναπαραστάσεις» πρέπει μετά την περιφορά να εναποτεθεί επί της Αγίας Τραπέζης ο «επιτάφιος», για να ολοκληρωθεί η ταφή. Το τραπέζι, λοιπόν, ή το κουβούκλιον δεν είναι ο τάφος.

Το κεντημένο ύφασμα με την αναπαράσταση της ταφής ή με μόνον το Σώμα του Κυρίου («επιτάφιος») είναι απλά η εικόνα του θέματος της ημέρας, που μεταγενέστερα —αρχικά ως το αντιμήνσιο— εισοδεύεται μαζί με το Ευαγγέλιον στη μεταγενέστερη περιφορά κατά τα απόστιχα του εσπερινού του Μ. Σαββάτου (εσπερινός «Αποκαθηλώσεως»), προκειμένου να τεθεί εις προσκύνησιν, αναγκαστικά σε τραπέζι και όχι σε δισκέλιον (προσκυνητάριον). Το Ευαγγέλιον είναι η παρουσία του «Σωματικού Χριστού». Έτσι εκλαμβάνεται εξ αρχής, γι᾿ αυτό υποχρεωτικά περιφέρεται (εισοδεύεται) κι αυτό και υποχρεωτικά βρίσκεται στο κουβούκλιον. Και πάλι εισοδεύεται (φράση των αρχαίων τυπικών) μετά την μεγάλη δοξολογία του όρθρου του Μ. Σαββάτου ψαλλομένου του ασματικού τρισαγίου, για να επανέλθει στην Αγία Τράπεζα.

Η επί του κουβουκλίου μετά του «επιταφίου» (που δεν εναποτέθηκε στην Αγία Τράπεζα στο τέλος του όρθρου του Μ. Σαββάτου, κατά απαράδεκτον νεώτερον έθος) τέλεση της εσπερινής θ. λειτουργίας του Μ. Βασιλείου είναι «άλλο και τούτο ιερατικόν κατασκεύασμα προς εντυπωσιασμόν γυναικαρίων», όπως εύστοχα επισημαίνει ο π. Δοσίθεος στο ΤΑΣ 2010 (σ. 415). Αν θέλουν να μιμηθούν την κατ᾿ ενώπιον τέλεση της θ. λειτουργίας επί του Λίθου του Παναγίου Τάφου κάθε νύκτα, αυτή η ημέρα και αυτός ο τρόπος είναι άστοχος ευκαιρία. Πιστεύω ότι τα κάνουν αυτά, επειδή δεν γνωρίζουν και δεν έχουν εμβαθύνει στο νόημα των σημαινομένων, ήτοι του κουβουκλίου, «επιταφίου» κ.λπ..

Συμπέρασμα

Όσα προηγήθηκαν αποτελούν μόνο διαπιστώσεις εμπειρίας και γνώσης. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν όλοι να επιστρέψουμε στην ανόθευτη λειτουργική παράδοση που αποτελεί και συνέχεια αλλά και βάση της όλης πνευματικής ζωής.  Ας μη νοθεύουμε με αλλότριο πυρ το καθαρό πυρ της Θεοπατροπαράδοτης Παραδόσεως.  Δεν είναι τα καινοτόμα εφευρήματα αυτά που κάτι έχουν να δώσουν στους πιστούς, δεν είναι η γαρνιτούρα αυτή που χορταίνει, αλλά η βίωση της λιτότητος, της απλότητος, της ταπείνωσης.

Είθε το φως που πήγασε από τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου μας να φωτίζει τις ζωές, τις πράξεις και τις επιλογές μας.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

ΠΗΓΕΣ.

  1. Τυπικόν του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Σάββα του ηγιασμένου, έκδοσις Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Τατάρνης
  2. Μοναστική υποτύπωσις των ιερών ακολουθιών 2016.Έκδόσεις Παπαδημητρίου.
  3. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα. Έκδοση Αποστολικής Διακονίας.
  4. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα. Εκδόσεις Ρηγόπουλου.
  5. Ο Νυμφίος στους Νυμφίους-Εγκωμίων Εγκώμιον – Συσταυρούμενοι ή ανασταυρούντες. Άρθρα του π. Β. Σπηλιόπουλου στο ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ
  6. Μεγαλοβδομαδιάτικες Λειτουργικές Υπερβολές. Άρθρο του καθηγητή του Πανεπιστημίου Θράκης Μ. ΒΑΡΒΟΎΝΗ.
  7. Η περιφορά Επιταφίων στην υπηρεσία της εκκοσμίκευσης. Άρθρο του θεολόγου Ι. Σιδερά.
  8. http://www.Amen.gr
  9. http://www.egolpion.com
  10. http://www.Romfea.gr
  11. Ψαλτολόγιον(www.anologion.gr)

 

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ Αὐτοτελές διήγημα ἀπό: τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου.

Tό Πάσχα ἐκείνη τή χρονιά ἦρθε ἀργά. Τά χελιδόνια εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κτίζουν τίς φωλιές τους. Τά χελιδόνια ἦταν πάντοτε ἕνα μέτρο χρονικό. Ἄν ἔφταναν πρίν τό Πάσχα, τότε εἴχαμε καλοκαιριάτικο Πάσχα, ἄν ὄχι, τό Πάσχα ἦταν χειμωνιάτικο. Κανείς βέβαια δέν μπορεῖ νά γνωρίζει γιατί τά χελιδόνια ἔρχονται κάποια στιγμή. Εἶναι, ὅμως, σίγουρο ὅτι ὁ Πλάστης καί Δημιουργός τούς ἔδωσε μιά σοφία πού εἶναι ἀρκετή γιά νά καταξιώσει τίς κινήσεις τους.
Ὁ Μάριος ὁ Σεβντάς δέν ἐνδιαφερόταν βέβαια τόσο γιά τά χελιδόνια, ἀλλοῦ ἦταν στραμμένα τά ἐνδιαφέροντά του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, χάρηκε φέτος γιά τό Πάσχα πού γιορταζόταν μαγιάτικα. Ὁ Μάριος δέν ἦταν κάποια ἔκτακτη προσωπικότητα πού θά ἔκανε κάποιον νά ἀσχοληθεῖ μαζί του. Ἀλλά χωρίς νά τό καταλάβει εἶχε κάνει ὅλο τό Νιχώρι νά ἀσχολεῖται μαζί του. Σ᾿ αὐτό τό χωριό τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ὁ Μάριος κατεῖχε μιά θέση δική του. Μιά θέση μοναδική. Ἦταν ὁ γελωτοποιός τοῦ χωριοῦ. Χωρίς νά τό θέλει. Χωρίς νά τό ἐπιδιώκει. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του καί μόνο πού τόν ἔβλεπαν. Τόν εἶχαν λίγο γιά χαζό, λίγο γιά κουτό καί λίγο γιά τεμπελάκο, ἀφοῦ δέν ἔκανε μιά συγκεκριμένη ἐργασία. Ἄλλοτε καθάριζε ἕναν κῆπο, ἄλλοτε ἔκανε τά ψώνια κάποιας κυρᾶς. Δουλειές ὅλες τοῦ ποδαριοῦ. Φτωχοζοῦσε. Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του. Τόν πείραζαν. Ἐκεῖνος ποτέ δέν θιγόταν. Πάντα εἶχε καί μιά ἀπάντηση εὐτράπελη, χαριτωμένη.
– Μάριε, θά πᾶς σήμερα γιά ψώνια;
– Ὁ Μάριος δέν πάει ἁπλῶς γιά ψώνια, εἶναι ψώνιο, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Τόν ρωτοῦσαν:
– Μάριε, πόσα χρόνια πῆγες σχολεῖο;
– Πηγαίνω κάθε μέρα ἀφοῦ σχολάζω ἀπό κάθε δουλειά, ἔλεγε ἐκεῖνος. Ἄλλοτε τοῦ ὑπέβαλαν τό δύσκολο ἐρώτημα:
– Ποιός εἶναι ὁ πιό σπουδαῖος στό χωριό;
– Ὅποιος κάνει τά πιό σπουδαῖα πράγματα χωρίς νά τόν βλέπει κανείς, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος.
Εἶναι ἀλήθεια πώς αὐτά πού ἔλεγε δέν ἦταν πάντα ἀστεῖα. Ἀλλά τό χωριό εἶχε συνηθίσει νά γελάει. Μόνο ὁ παπά Ἀντώνης, ἐφημέριος τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τόν ἄκουε μέ προσοχή. Μερικές φορές, μάλιστα, ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτός ἱερέας:
– Αὐτός δέν εἶναι ἠλίθιος. Λέει ἀλήθειες. Ὁ Θεός, βέβαια, γνωρίζει πιό καλά.
Πράγματι, μόνο ὁ Θεός πρέπει νά γνώριζε τήν ἀρετή τοῦ Μάριου. Μιά ἀρετή πού φωλιάζει μέσα στήν καρδιά μερικῶν ἀνθρώπων καί κανείς δέν τήν ἀναγνωρίζει. Μιά ἀρετή πού ἔχει ἀπαίτηση νά πεῖ στόν ἄλλο ἀλήθειες χωρίς νά τόν θίξει. Προτιμᾶς τότε νά σέ θεωρήσει ὁ ἄλλος τρελό, παρά νά τόν τρελάνεις.
Ἐκείνη, λοιπόν, τή χρονιά, ὁ Μάριος εἶχε χαρά μεγάλη γιά τό καθυστερημένο Πάσχα. Τό ἔλεγε, ἐξάλλου, παντοῦ.
– Γιατί Μάριε χαίρεσαι γιά τό καθυστερημένο Πάσχα;
– Μά ἐπειδή κεντάω. Πρέπει νά τελειώσω τό κέντημα.
Κι ὅλα τά παιδιά γύρω ἔσκαγαν στό γέλιο.
– Τί σχέση ἔχει τό κέντημα μέ τό Πάσχα; ρώτησε ὁ Μανώλης ὁ μανάβης, πού ἦταν γνωστός γιά τό ἀντιεκκλησιαστικό του φρόνημα.
– Ὅση σχέση ἔχεις καί σύ μέ τήν Ἐκκλησία, τοῦ ἔλεγε ὁ Μάριος, καμιά καί μεγάλη.
Τή σχέση, βέβαια, πού εἶχε τό κέντημα μέ τό Πάσχα τή γνώριζε καλά ὁ Μάριος. Πρίν τρία χρόνια, στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου, μερικά ἀπρόσεκτα παιδιά εἶχαν κάψει, παίζοντας, μιά μεγάλη ἄκρη τοῦ ἐπιταφίου. Εἶχε στενοχωρηθεῖ πολύ κι ὁ παπά Ἀντώνης. Πῶς θ᾿ ἀγόραζε καινούργιο ἐπιτάφιο; Τά ἔσοδα τοῦ ναοῦ ἦταν μετρημένα. Μόλις καί κάλυπταν τίς βασικές ἀνάγκες. Στό τέλος τό ξεπέρασε. Δέν πειράζει, μιά φορά τό χρόνο ἦταν. Θά κάλυπτε μέ λουλούδια τό καμμένο μέρος. Κανείς δέν θά τό ᾿βλεπε. Ὁ Μάριος, ὅμως, τό τόνισε:
– Δέν μπορεῖ νά εἶναι τρύπιος ὁ ἐπιτάφιος. Ἀρκετά ὅσα ἔκαναν οἱ ἑβραῖοι στό Χριστό.
Ἔπρεπε κάτι νά γίνει. Χρήματα δέν εἶχε. Ἀλλά εἶχε χέρια. Κάποτε δούλευε στό Πέρα πλάι σ᾿ ἕναν τεχνίτη κεντημάτων. Θά προσπαθοῦσε. Γιά τό Χριστό θά τό ἔκανε. Δέν μποροῦμε κι ἐμεῖς νά μαρτυροῦμε γιά τό Χριστό; Θά εἶχε κόπο αὐτή ἱστορία. Ὑπολόγιζε τρία χρόνια.
Ἔπρεπε νά γίνει τέλειος. Ἐπιτάφιος θά ἦταν. Μεράκι χρειαζόταν. Ἀγάπη καί σεβντάς μέ μεράκι.
Γιά Ἐκεῖνον ὅμως θά τό ᾿κανε. Τρία χρόνια. Δέν πειράζει. Ἐκεῖνος εἶχε κατέβει τρεῖς μέρες στόν Ἅδη. Τί εἶναι τρία χρόνια δουλειᾶς γιά τό Χριστό; Σ᾿ ὅλη τή ζωή μας ἔπρεπε νά δουλεύουμε γι᾿ Αὐτόν. Τρία χρόνια λίγα ἦταν.
– Βρέ Μάριε, πῶς πάει τό κέντημα; τόν ρωτοῦσαν στό χωριό, χωρίς καί οἱ ἴδιοι νά γνωρίζουν γιά ποιό κέντημα ἦταν ὁ λόγος.
– Θά καταλάβεις πῶς πάει ἄν κεντήσεις στήν καρδιά, στό νοῦ καί στό σῶμα σου τό Χριστό, ἀπαντοῦσε ὁ Μάριος.
– Πῶς θά Τόν κεντήσω;
– Τί εἶμαι ἐγώ; Ἐκκλησία; Τί μέ ρωτᾶς; Νά πᾶς σέ κανένα πνευματικό νά δεῖς καί τό κεντητό τό πετραχήλι του καί θά καταλάβεις τί ἐννοῶ, ἀπαντοῦσε ὁ Μάριος.
Ὅλο τό χωριό γελοῦσε μέ τό μυστήριο αὐτό κέντημα. Τί τρέλα ἦταν πάλι κι αὐτή; Τά παιδιά στό δρόμο τοῦ χωριοῦ τό γλεντοῦσαν μέ τό κέντημα. Τήν ἔπαθε, βέβαια, μέσα σ᾿ αὐτή τήν ἔξαψη τῆς φαντασίας, κι ἡ κυρά Κούλα ἡ Πρίφταινα. Κεντοῦσε μιά μέρα, στήν πόρτα τῆς αὐλῆς τοῦ σπιτιοῦ της, κάτι τσεβρέδες. Μόλις τά παιδιά τήν εἶδαν, ἄρχισαν νά φωνάζουν.
– Τό κέντημα, τό κέντημα. Ἔχει ἀπό τήν τρέλα τοῦ Μάριου.
Εἶχε γίνει πολύ ἀναξιοπρεπές τό νά κεντᾶς. Ὅλοι, μόλις ἔβλεπαν ἕνα κέντημα, ἔφερναν στό νοῦ τους τό Μάριο. Καί τότε, ἀμέσως, σέ κατέτασσαν στή συνομοταξία τῶν τρελῶν. Καί τρελός δέν θά ᾿θελε κανείς νά εἶναι.
Τρία χρόνια ὁ Μάριος δεινοπάθησε ἀπό τίς κοροϊδίες. Τρία χρόνια δούλεψε σκληρά. Ἀσκήθηκε. Ξεπέρασε τόν ἑαυτό του. Ἄς γελοῦσαν ὅλοι μαζί του. Δέν τόν πείραζε. Αὐτός δούλευε μυστική ἐργασία γιά τό Χριστό. Γιά τόν τάφο Του. Τί πιό μεγάλο μποροῦσε νά κάνει; Ὅταν μιά μέρα θά πέθαινε, θά ᾿βλεπε μπροστά του, μέσα στόν τάφο του, τό Χριστό. Τί θά Τοῦ ἔλεγε; Πῶς θά Τόν ἔβλεπε; Ἔπρεπε νά προετοιμαστεῖ γιά τόν τάφο του. Ἔπρεπε νά τόν κεντήσει ἀπό τώρα στή ζωή του. Τήν ἡμέρα ὅλοι γελοῦσαν μ᾿ αὐτόν. Καί τό βράδυ ἐκεῖνος, πάνω ἀπό τόν ἐπιτάφιο, ἔκλαιγε γιά ὅλους. Γιά ὅλα. Κάθε βελονιά καί δάκρυ. Κάθε βελονιά καί ἕνας τάφος. Αὐτός ὁ ἐπιτάφιος ἦταν πραγματικός ἐπιτάφιος. Δουλεμένος μέ δάκρυα, γιά τόν κόσμο, γιά τίς ἁμαρτίες του.
– Πῶς πάει τό κέντημα, Μάριε; ρωτοῦσαν οἱ φίλοι του.
– Βρεγμένο εἶναι, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος, καί τά γέλια τράνταζαν τό γύρω χῶρο.
Τρία χρόνια κεντοῦσε ὁ Μάριος. Κι ἔγινε σάν τίς μυροφόρες, τή Μαρία τή Μαγδαληνή, τή Μαρία τοῦ Κλωπᾶ, τήν ἄλλη Μαρία. Καί ᾿κεῖνος Μάριος λεγόταν. Μύρα δέν εἶχε νά γίνει μυροφόρος. Τό κέντημα, ὅμως, φέτος θά τό τελείωνε. Εὐτυχῶς καί τό Πάσχα ἦταν καλοκαιρινό. Εὐτυχῶς καί τά χελιδόνια ἦρθαν πρίν ἀπό τό Πάσχα.
Ἦρθε ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ὅλα ἦταν φωτεινά. Ἡ ἄνοιξη στό ἀποκορύφωμά της. Κι ὁ Μάριος ἕτοιμος. Ἕτοιμος γιά νά καταθέσει τόν ἐπιτάφιο ἐκεῖ πού ἔπρεπε. Τρία χρόνια καί ἡ ζωή του εἶχε γίνει τάφος. Γιά τό Χριστό δούλευε. Ὁ κόσμος πιό πολύ τόν κορόιδευε. Ὁ τρελός, ὁ ἠλίθιος, ὁ κουτός. Ναί, αὐτός ἦταν. Δέν μποροῦσε ἕνα χωριό νά ἔχει ἕναν καμμένο ἐπιτάφιο. Γιά τό χωριό δούλευε. Γιά νά ἔχουν τό Χριστό.
Τή Μεγάλη Παρασκευή τό πρωί ὁ Μάριος πῆρε τόν ἐπιτάφιο στήν πλάτη του. Καί βγῆκε στό δρόμο. Ἄρχισε νά γυρνάει γύρω γύρω στίς πλατεῖες καί στούς δρόμους ψάλλοντας τό «ἡ ζωή ἐν τάφῳ». Τό χωριό σηκώθηκε στό πόδι. Τί τρέλα ἦταν πάλι κι αὐτή;
– Μάριε, τό βράδυ θά βγεῖ ὁ ἐπιτάφιος, τί κάνεις ἐκεῖ;
– Ἀνοίγω δρόμο στό Χριστό. Γιά νά μήν σᾶς ἔρθει ξαφνικά τό βράδυ καί δέν τόν προλάβετε. Γιά νά ἑτοιμάζεστε ἀπό τώρα. Τάφος θά περάσει ἀπό δῶ τό βράδυ. Πρέπει νά προετοιμαστεῖς γιά νά τόν ἀντέξεις.
Ἡ «ζωή ἐν τάφῳ», καί πάλι καί ξανά. Μέχρι πού ἔφτασε στήν ἐκκλησία. Μπῆκε στό ἱερό τήν ὥρα πού ἀνεγιγνώσκοντο οἱ μεγάλες Ὧρες. Στάθηκε μπροστά στόν παπά Ἀντώνη.
– Πάρε αὐτό ἀπό ἕναν τρελό καί χαζό. Ἕνας τάφος ὅπως πρέπει γιά τό Χριστό. Ὅσο τόν ἔφτιαχνα τόσο πιό πολύ ξεκουραζόμουν. Μήν πεῖς σέ κανένα πώς ἐγώ τόν ἔφτιαξα. Στόν τάφο του ὁ καθένας εἶναι μόνος μπροστά στό Χριστό. Οὔτε οἱ ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων, μά οὔτε καί ἡ κοροϊδία τους ἔχουν σημασία. Σημασία ἔχει νά κεντήσεις κάτι γιά τό Χριστό στή ζωή. Συγχώρα με τόν τρελό, χρονιάρα μέρα καί σέ διδάσκω. Ἐγώ ὁ ἀγράμματος. Ἐγώ ὁ ἠλίθιος, ὁ χαμένος. Κάνε μιά προσευχή γιά μένα.
Ἐκεῖνο τό βράδυ ἡ περιφορά τοῦ ἐπιταφίου ἔγινε μέ λαμπρότητα. Ὁ καινούργιος ἐπιτάφιος φάνταζε μέ μεγαλοπρέπεια. Ὁ πατήρ Ἀντώνιος κατά τή διάρκεια τῆς περιφορᾶς, ἔνιωσε πολλές φορές εὐωδία ἀνέκφραστη νά τόν περιτυλίγει. Ὁ ἐπιτάφιος εἶχε πάνω του λουλούδια. Μά ποτέ λουλούδια δέν μύρισαν τόσο ὡραῖα, τόσο οὐράνια. Στό τέλος τῆς πομπῆς κι ὁ Μάριος, ὁ μυροφόρος, ὁ Σεβντάς.
– Μάριε, τί κεντᾶς;
– Οὔ, τώρα πιά τελείωσε, τό πῆρε τό κέντημα ὁ Χριστός στόν τάφο Του. Μήν τά ρωτᾶς. Κάνε καμιά προσευχή καί γιά μένα τόν τρελό. Κάνε μιά προσευχή γιά νά ᾿χουμε καλή ζωή «ἐν τάφῳ».
† π.Κ.Σ.
Πηγή: Αὐτοτελές ἀπόσπασμα μέσα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδες 41-48, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.