Η ΑΛΛΗ ΜΑΡΙΑ  (π. Δημητρίου Μπόκου)

 

«…ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή

και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον» (Ματθ. 28, 1)

Έγερνε στο τέρμα της η μέρα που ο άνθρωπος θανάτωσε τον Θεό, η Παρασκευή εκείνη του Πάσχα, η πιο ιδιαίτερη μέρα στην ιστορία του ανθρώπου. Οι τελευταίες αχτίνες χάιδεψαν μελαγχολικές το σώμα του μεγάλου νεκρού στον γυμνό λόφο του Κρανίου, καθώς τις αποτραβούσε βιαστικά ο πατέρας τους ήλιος, μη υποφέροντας άλλο να βλέπει, θέαμα φριχτό, τον Κτίστη του επάνω στον σταυρό.

Το θλιβερό δειλινό αγκάλιαζε με το θαμπό του φως την τραγική φιγούρα της μάνας, που ολημερίς συνέπασχε με τον σταυρωμένο της γιο. Εκείνος τώρα κρεμόταν άψυχος, νεκρός, καθηλωμένος στον σταυρό. Η ρομφαία του Συμεών είχε κάνει κομμάτια την καρδιά της. Εκεί στα πόδια του σταυρού θα είχε αφήσει την πνοή της κι αυτή, αν δεν την είχε δυναμώσει ο γιος της, που φάνταζε αδύναμος στα μάτια όλων κι εγκαταλειμμένος, μα που γι’ αυτήν δεν έπαυε να είναι ο παντοδύναμος Θεός. Θα ’σβηνε η μάνα από τον πόνο της, γιατί δεν πόνεσε ποτέ κανένας σαν αυτήν. Κι αυτό, γιατί και η αγάπη της ξεπερνούσε κάθε αγάπη.

Και τώρα; Τι θ’ απογινόταν ο μονογενής της άταφος, γυμνός, αναρτημένος στον σταυρό; Οι στρατιώτες έσπασαν τα πόδια των ληστών που είχαν σταυρωθεί μαζί του, για να ξεψυχήσουν. Μα αυτόν δεν τον πείραξαν. Δεν τους δόθηκε τέτοιο δικαίωμα. «Οστούν ου συντριβήσεται αυτού». Δεν ήταν ένας κοινός κατάδικος, αν «και μετά ανόμων ελογίσθη». Ήταν ο πασχάλιος αμνός του κόσμου, άμωμος, τέλειος, αρτιμελής, διαλεγμένος ιδιαίτερα χωρίς ψεγάδι. Αμνός που προοριζόταν για τροφή, τροφή για να ζήσει ο κόσμος. «Ο βασιλεύς των βασιλευόντων» προσφέρθηκε εκούσια να σφαγεί και να δοθεί, ως «αρνίον εσφαγμένον», «εις βρώσιν τοις πιστοίς».

Μια λόγχη μόνο τόλμησε να τρυπήσει την πλευρά του, για να εξέλθει «αίμα και ύδωρ», αιώνια μαρτυρία του πραγματικού του θανάτου, εικόνα των δύο Διαθηκών, Παλαιάς και Καινής, και συνάμα συμβολική απαρχή της μέλλουσας αναγέννησης του πλάσματός του.

Μα να, που στο αχνό λυκόφως της Παρασκευής κάποιες σκιές γλιστρούν ως τον σταυρό. Οι κρυφοί μαθητές του τολμούν. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, άρχοντες επίσημοι, αψήφησαν τον φόβο των Ιουδαίων κι επιχείρησαν ο,τι δεν τόλμησαν οι απόστολοι.

Αποκαθήλωσαν τον σεπτό νεκρό απ’ τον σταυρό. Τον άλειψαν με μύρα, σμύρνας και αλόης μίγμα, «ως λίτρας εκατόν», που έφερε μαζί του ο Νικόδημος. Τον σαβάνωσαν με καθαρό σεντόνι. Τον έβαλαν σε τάφο καινούργιο, λαξεμένο σε βράχο, σ’ έναν κήπο κοντά στον Γολγοθά. Δεν είχαν καιρό να τον πάνε μακριά.

Αλλοιωμένος απ’ το γεγονός της σταύρωσης ο Ρωμαίος κεντυρίωνας Λογγίνος, μετά την αναφορά του στον Πιλάτο για τον θάνατο του Ιησού, πιστός στον λόγο του προς τη μητέρα, συνέδραμε με δύο αφοσιωμένους πραιτωριανούς του τους κρυφούς μαθητές.

Η μάνα έσφιξε στην αγκαλιά της το αιμόφυρτο άψυχο σώμα του παιδιού της και, βλέποντας πλέον τη ζωή «εν τάφω», αναλύθηκε σε σπαραχτικό, πλην θεοπρεπή, επιτάφιο θρήνο. Την κτίση ολόκληρη κάλεσε με το ανθρώπινο γένος αντάμα να τη συνδράμουν στο πρωτόγνωρο πένθος της. «Κλαύσατε και θρηνήσατε συν εμοί, τη του Θεού υμών μητρί».

Στην άφατη θλίψη της ράγισαν και τα άψυχα. Για μια ακόμη φορά τα σπλάχνα της δονήθηκαν ισχυρά. Στο πένθιμο σύννεφο που κάλυπτε πυκνό την ταλαιπωρημένη της ψυχή, στιγμές-στιγμές αναδύονταν πονεμένες οι μορφές των προπατόρων της, που ποικιλότροπα σε άλλες εποχές παλιές προτύπωσαν το πάθος του δικού της γιου.

–  Αγία μου μητέρα, Σάρρα! Και συ, Αβραάμ, αγαπημένε μου πατέρα! Τι πόνο αβάσταχτο κατάφερε ν’ αντέξει η καρδιά σας! Τότε που φορτωμένο με τα ξύλα της θυσίας του προπέμπατε για τη σφαγή τον λατρευτό σας γιο, τον Ισαάκ. Τον γιο μου με τον πολυστέναχτο σταυρό στον ώμο εικόνιζε από τότε ο δικός σας γιος. Πως νοιώθω τώρα τον βαθύ σας πόνο! αναφωνούσε η μάνα μες στους στεναγμούς.

Μα ήρθε η ώρα που η πέτρα κύλησε βαρειά κλείνοντας τη θύρα του σκαμμένου βράχου. Το μνημείο σφραγίστηκε. Η νύχτα του Πάσχα είχε πέσει καταθλιπτική. Ο σκοτεινός τάφος έκρυψε την πηγή της ζωής. Όμως και έτσι, πάλι οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να ησυχάσουν. Και νεκρός ακόμα ο Υιός του Ανθρώπου τους τρόμαζε. Η παράξενη πρόρρησή του για τριήμερη έγερση τους τρέλλαινε. Μια ισχυρή κουστωδία ανέλαβε τη φρούρηση του τάφου. Δεν υπήρχαν πια περιθώρια για απρόβλεπτα λάθη. «Η εσχάτη πλάνη» θα ήταν «χείρων της πρώτης».

Στηριγμένη στο χέρι της Μαγδαληνής Μαρίας «η άλλη Μαρία», πονεμένη ως τα κατάβαθα μα όχι απελπισμένη, αποτραβήχτηκε. Η Σαλώμη, κόρη του Ιωσήφ, και ο γιος της Ιωάννης, πιστοί στον λόγο του Διδασκάλου, την έφεραν σπίτι. Καιρός ήταν! Η τσακισμένη μάνα έπρεπε να ησυχάσει. Το σπίτι του Ζεβεδαίου ήταν ζεστό. Όλοι τους εκεί της ήταν αγαπητοί. Δικοί της άνθρωποι, παιδιά και εγγόνια του Ιωσήφ, μέλη της δικής της οικογένειας.

Ήταν μεγάλη η μέρα εκείνου του Σαββάτου. Μέρα του Πάσχα. Ιερή. Και «όλοι ησύχασαν κατά την εντολήν». Αυτήν που δόθηκε τη νύχτα του πρώτου τους Πάσχα. Τη νύχτα της εξόδου τους από την Αίγυπτο. Καμμιά δουλειά δεν επιτρεπόταν τη μέρα της μεγάλης γιορτής. Οι γυναίκες έχοντας έτοιμα αρώματα και μύρα περίμεναν υπομονητικά τη δεύτερη νύχτα.

Μα ο νους της μάνας έτρεχε. Ακολουθούσε τον γιο της βήμα-βήμα. Τον συνόδεψε στην επώδυνη ατιμωτική πορεία του ως τον σταυρό. Συμπορευόταν και τώρα νοερά μαζί του στη θριαμβευτική του κάθοδο στον Άδη. Ήξερε ότι γέννησε Θεό και όχι άνθρωπο η Μαρία. Μα ο άρχοντας του κόσμου τούτου πλανήθηκε οικτρά. Δεν μπόρεσε να καταλάβει εγκαίρως το μέγα μυστήριο, που «εν σιγή», κι απ’ τους αγγέλους ακόμα μυστικά, τελεσιουργήθηκε. Πίστεψε πως θανάτωσε αδύναμο άνθρωπο, μα βρήκε μπροστά του παντοδύναμο Θεό. Ο πονηρός δράκοντας δέθηκε. Λούφαξαν οι σκοτεινές του στρατιές.

Οι φυλακισμένες ψυχές περίμεναν έτοιμες. Αιώνες ανυπομονούσαν στα σκοτεινά υποχθόνια βασίλεια. Οι μεγάλοι προφήτες, Μωυσής, Ησαΐας και λοιποί, τους μετέφεραν τα παρήγορα μηνύματα για την έλευση του ελευθερωτή. Ο τραγικός Αισχύλος τους μιλούσε για τον γιο της παρθένου Ιούς, που κάποια στιγμή θα ελευθέρωνε τον δεσμώτη πάνω στον βράχο του Καυκάσου Προμηθέα και θα έσπαζε τα δεσμά όλων τους.

Πρόσφατα ο Θεοδόχος Συμεών τις ξεσήκωσε. Βεβαίωσε ότι πήρε βρέφος τεσσαρακονθήμερο στα χέρια του τον ερχόμενο Κύριο. Και μόλις πριν από λίγο κατέφθασε «χαίρων» ο Πρόδρομος Ιωάννης, κομίζοντας χαρμόσυνο «ευαγγέλιο». Το συνταρακτικό νέο ήταν πως είχε βαπτίσει με τα χέρια του στον Ιορδάνη τον αναμενόμενο Λυτρωτή. «Νυν εγγύτερον η σωτηρία», τους είπε. «Ήγγικεν» η ώρα. Μπορούσαν τώρα οι δεσμώτες να σηκώσουν τα κεφάλια τους. Να ανακύψουν γεμάτοι ελπίδα και χαρά. Η απολύτρωση πλησίαζε.

Και να, που το σκοτεινό βασίλειο του Άδη άστραψε στο φως και «η δόξα Κυρίου» περιέλαμψε τα πάντα: Ουρανό και γη και τα καταχθόνια. Ο θάνατος νικήθηκε κατά κράτος. Το φαρμακερό του κεντρί έσπασε. Το βασίλειό του σκυλεύθηκε. Έγινε λάφυρο στα χέρια του νικητή. Τα θεμέλιά του σαλεύθηκαν. Οι χάλκινες πύλες του Άδη άνοιξαν διάπλατα. Ο Χριστός, νικητής του θανάτου, τις έσπασε και πάτησε πάνω τους. Οι σιδερένιοι μοχλοί και τα κλείθρα τους τινάχτηκαν μακριά. Οι πυλωροί παρέλυσαν από τον φόβο. Παγγενής ο Αδάμ και η Εύα άπλωσαν τα χέρια τους στον νικητή και αυτός τους ύψωσε στα ουράνια.

Ένα πρωτόφαντο θέαμα, μια θριαμβική πορεία ακολούθησε. Ο «πρωτότοκος εκ των νεκρών», εν μέσω πολλών αδελφών, με αρίθμητη πανστρατιά πίσω του ανέβηκε «εις ύψος». Εισήλθε ως «Μέγας Αρχιερεύς» στα επουράνια «Άγια των Αγίων», στον μέχρι τότε κλεισμένο παράδεισο. Είχε προσφέρει μια για πάντα τον εαυτό του ιλαστήρια θυσία για όλους.

Τα Χερουβίμ που φρουρούσαν τη σφραγισμένη πύλη της Εδέμ, παραμέρισαν. Η στρεφομένη «φλογίνη ρομφαία» τους έσβησε παραδόξως, καθώς αντίκρυσε προπορευόμενο το ξύλο του Σταυρού. Ο ληστής πλησίασε πρώτος και άνοιξε, «βαλών» ως «κλείδα το “μνήσθητί μου”». Ο Παράδεισος «πάλιν ηνέωκται». Ο Αδάμ και η Εύα επανήλθαν στο σπίτι τους. Η εξορία τους έληξε πλέον. «Το αρχαίον κάλλος» άστραψε ξανά στα πρόσωπά τους.

«Ο νέος Αδάμ» έλυσε μια για πάντα την κατάρα «της προμήτορος Εύας». «Ο αρχαίος όφις» κατάφερε μόνο να πληγώσει τη φτέρνα του. Μα «ο Υιός της Παρθένου» είχε συντρίψει τώρα οριστικά την κεφαλή του.

Η πλατειά καρδιά της μάνας τα ’νοιωθε όλα αυτά, τα ζούσε και φούσκωνε όλο και πιο πολύ απ’ τη λαχτάρα. Πήγαινε να σπάσει απ’ την ανυπομονησία.

–  Γιέ μου! Μη με αφήνεις μόνη μου! ψιθύριζε. Μη φεύγεις προσπερνώντας με, εμένα τη μητέρα σου, σιωπηλός. Μην ξεχάσεις να κάμεις ο,τι προείπες. Δείξε μου την ανάστασή σου.

Το Σάββατο έφυγε. Η νύχτα σκέπασε ξανά τα πάντα, μα πριν καλοφέξει, στης τρίτης μέρας την αυγή, η μάνα σηκώθηκε. Οι γυναίκες γύρω της την κατάλαβαν. Ετοίμασαν τα μύρα για τον τάφο. Μα η μάνα δεν περίμενε. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Πήρε το δρόμο πρώτη μες στο σύθαμπο της αυγής. Την πρόλαβε η Μαγδαληνή και βάδισαν μαζί μέχρι τον τάφο.

Μα σαν έφτασαν εκεί πάγωσαν. Ένας φωτεινός άγγελος βρισκόταν μπροστά τους. Η όψη του έλαμπε σαν αστραπή, τα ρούχα του κατάλευκα σαν χιόνι. Καθόταν πάνω στην πέτρα που είχε αποκυλίσει από τη θύρα του μνημείου.

–  Μη φοβάστε! τους είπε. Ξέρω πως ζητάτε τον σταυρωμένο Ιησού. Μα δεν είναι εδώ. Αναστήθηκε. Κοιτάξτε το άδειο μνημείο, όπου βρισκόταν το σώμα του.

Λέγοντας αυτά παραμέρισε. Τις άφησε να μπουν στον τάφο και να δουν. Ήταν αλήθεια λοιπόν! Ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήταν εκεί. Η φθορά του τάφου δεν μπόρεσε να αγγίξει το άγιο σώμα του.

–  Και τώρα, συνέχισε ο άγγελος, τρέξτε! Πείτε τη χαρμόσυνη είδηση στους μαθητές. Ιδιαίτερα στον Πέτρο. Θα τους συναντήσει όλους ξανά στη Γαλιλαία.

Οι γυναίκες βγήκαν απ’ το κενό μνημείο εκστατικές. Έτρεμαν απ’ τη χαρά και τον φόβο. Πήραν τον δρόμο τρέχοντας να φέρουν το νέο στους μαθητές.

Η λαχτάρα της μάνας έφτασε στο αποκορύφωμα. Δεν εύρισκε διέξοδο να καταλαγιάσει.

– Γιέ μου! μουρμούριζε συνεχώς και έτρεχε.

Μα να, μπροστά της ολοζώντανος, αστραφτερός, ερχόταν Εκείνος να τη συναντήσει. Η μάνα τον ατένισε και σάστισε. Τίποτε πια δεν θύμιζε το καταπληγωμένο άψυχο κορμί, που είχε αγκαλιάσει σφιχτά για τελευταία φορά πριν κλείσει ερμητικά ο τάφος. Μπροστά της έστεκε φωτεινός, ολόλαμπρος, ο Κύριος της δόξας. Ο Υιός του Θεού.

–  Χαίρετε! αντήχησε στ’ αυτιά της η γνώριμη γλυκειά φωνή.

Η μάνα πλησίασε διστακτική. Από κοντά της η Μαγδαληνή.

–  Μη φοβάστε! ξανάπε Εκείνος.

Η μάνα έπεσε στα πόδια του. Τα κράτησε ευλαβικά. Δεν ήταν όραμα, αέρας, φαντασία. Έπιανε σάρκα και οστά. Στα χέρια της κρατούσε αληθινό ανθρώπου σώμα. Στα πόδια και στα χέρια φαίνονταν τα σημάδια όπου μπηχτήκαν τα καρφιά. Μα ήταν σώμα ζωντανό, θεραπευμένο από πληγές, λαμπερό, νεανικό, υγιέστατο. Σώμα διαφορετικό, αθάνατο.

Η μάνα έβλεπε και προσκυνούσε τώρα ταπεινά, «εν ετέρα μορφή», όχι απλώς τον γιο της, μα τον ίδιο τον Θεό.

Η καρδιά της πλημμύρισε από χαρά. Ήρθε στη θέση της ξανά. Ο γιος της δεν την είχε αγνοήσει. Δεν την προσπέρασε σιωπηλός. Της φανερώθηκε αναστημένος και την τίμησε, όπως της είχε υποσχεθεί, στης τρίτης μέρας την αυγή, τη «μία των Σαββάτων». Της αποκάλυψε την άνω Ιερουσαλήμ, τη νέα Σιών, την καινή κτίση που εγκαινίασε. Της έδειξε το ανέσπερο φως της όγδοης ημέρας που άπλετο αναπηδούσε απ’ το κενό μνημείο.

Άνοιξε η μάνα την καρδιά της διάπλατα και λούστηκε στο φως αυτό. Η ψυχή της χόρτασε. Ο αναστημένος γιος της τη μεταμόρφωσε. Της έδωσε νέα πνοή.

Και στο εξής, για την υπόλοιπη ζωή της από ’κεί και μπρος, η μάνα ήταν πια… μια «άλλη Μαρία».

Πάσχα 2013

 

Διαδίδω την «Α ν τ ι υ λ η»

Εκτυπώνω/προωθώ σε φιλικά μου e-mails

 

Advertisements

Ο τυφλός προ του Σταυρού (Ιωάννης Πολέμης)

Σχετική εικόνα

Τὶ εἶν’ ἡ βοὴ στὸ Γολγοθᾶ ποὺ κόσμος τρέχει ἀπάνω;

-Πηγαίνουν νὰ σταυρώσουν δυὸ μαζί μὲ κάποιον πλᾶνο.

-Ποιοὶ νἆν οἱ δυὸ, ποὺ ἐκδικητής ὁ χάρος τοὺς προσμένει;

-Κλέφτες, φονιάδες, ἄρπαγες, κακούργοι ξακουσμένοι.

-Καὶ ποιὸς ὁ πλᾶνος ποὺ κὶ αὐτὸς θὰ σταυρωθῇ μαζὶ τους;

-Τοὺς Φαρισαίους ρώτησε, εἰναι δουλειὰ δικὴ τους!

-Θὰ πάω νὰ δῶ…

Εἶπα νὰ δῶ κὶ ἦρθαν στὸ νοῦ μου πάλι.

Τὰ χρόνια ποὺ ἤμουνα τυφλός. Τυφλός! Ἐσεῖς οἱ ἄλλοι

δὲν ξέρετε πόσο ἡ ψυχή μέσα στὰ στήθη εἶν’ ἄδεια,

ὅταν μὲ μάτια ὁρθάνοιχτα βαδίζει στὰ σκοτάδια!

Πῶς τὴ θυμοῦμαι τὴ στιγμή ποὺ ἐστάθη αὐτός μπροστὰ μου

καὶ μ’ εὐσπλαχνίσθη, κὶ ἔσκυψε, πῆρε πηλὸ απὸ χάμου

κὶ ἀλείφοντας τὰ μάτια μου μὲ τὸν πηλό ἐκείνο,

μοῦ εἶπε νὰ πάω στοὺ Σιλωάμ τὴ στέρνα να τα πλύνω!

Ὅταν τὸν πρωτοακτίκρυσα τὸν Φωτοδότη ἐμπρὸς μου,

στὴν ὄψη του εἴδα ὅλες μαζὶ τὶς ὀμορφιὲς τοῦ κόσμου.

Μοσχοβολοῦσε κὶ ἔλαμπε τὸ κάθε κίνημά του…

Φῶς καὶ τὰ χεἰλη, κὶ ἡ φωνή, τὰ μάτια κὶ ἡ ματιά του.

Στὰ χείλη του ἡ παρηγοριά, στὰ μάτια του ἡ ἐλπίδα…

Ἔστρεψα τότε ὁλόγυρα τὰ δυὸ μου μάτια κὶ εἴδα

κάθε ποὺ ζεῖ καὶ ποὺ δὲν ζεῖ, κὶ εἴδα παντοῦ γραμμένη

τὴν ὄψη του, λὲς κὶ ἤτανε καθρέπτης του ἡ οἰκουμένη.

Φῶς ἡ ζωή, χαρὰ τὸ φῶς! Ἀς πάω νὰ δῶ τὸν πλᾶνο

ποὺ θὰ καρφώσουν στὸ Σταυρό. Κατὰ τὸ λόφο ἐπάνω

κόσμος, περιγελάσματα κὶ ὀχλοβοή κὶ ἀντάρα

χίλιες φωνές σὰν μιὰ φωνή κὶ ὅλες σὰν μιὰ κατάρα.

Ποῦ πάει; Σπρώχνει καὶ σπρώχνεται καὶ πνίγεται καὶ πνίγει,

καὶ σταματᾶ προσμένοντας. Παράμερα ξανοίγει

τρεῖς μαυροφόρες μοὺ κρατοῦν μιὰ λιγοθυμισμένη.

Θὲ νἆναι μάνα ἡ δὐστυχη! Ξάφνω, μὲ μιὰς σωπαίνει

τὸ πλῆθος ποὺ ἀνταριάζονταν. -Γκάπ! Γκούπ! Καρφώνουν, κρότοι

πνιγμένοι μὲς στὰ βογγητά! Ὑψώνονται οἱ δυὸ πρῶτοι

σταυροί· κανεῖς δὲν στρέφεται. Γκάπ! Γκούπ! Ξανακαρφώνουν

μὰ βόγγος δὲν ἀκούγεται. Νὰ, καὶ τὸν τρίτον ὑψώνουν

Πῶς; Σὺ ποὺ μοῦδωσες τὸ φῶς, ἐσένα πλᾶνο λένε;

Κὶ ἦταν γραφτό τὰ μάτια μου νὰ βλέπουν γιὰ νὰ κλαῖνε;

Τὶ νὰ τὰ κἀνω καὶ τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη;

Πάρε τὸ φῶς ποὺ μοῦδωσες καὶ τύφλωσέ με πάλι!

Η τραγικότητα των σημερινών εορταζόντων το Πάσχα Χριστιανών-

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

      Καθὼς ἡ Μ. Ἑβδομάδα φθάνει στὴν κορύφωσή της καὶ ἀναλογιζόμενοι τὴν ἐξέλιξη τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων καὶ δὴ τῶν Χριστιανῶν, μποροῦμε σίγουρα νὰ διαπιστώσουμε, ὅτι παράλληλα μὲ τὴν κορύφωση τῶν ἱερῶν Παθῶν κορυφώνεται καὶ ἡ τραγικότητα τῶν σημερινῶν ἑορταζόντων τὰ Πάθη αὐτά.

Ποτὲ δὲν ἦταν οἱ ἑορτάζοντες Χριστιανοὶ τόσο ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὴν συνειδητοποίηση τοῦ τί ἑορτάζουμε τὸ Πάσχα, ὅσο σήμερα. Καὶ ποτὲ δὲν ὁμοίασαν οἱ ἄνθρωποι τόσο πολὺ τοῦ Ἰούδα, ὅσο οἱ σημερινοί. Ἔχουμε χάσει τὸ νόημα καὶ τὴν σημασία τῆς Θυσίας τοῦ Θεανθρώπου Σωτῆρος μας. Ὁ ἑορτασμὸς κατήντησε μία συγκινησιακὴ ὑπενθύμιση κάποιων γεγονότων.

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς προσφορᾶς πολλῶν προσωπικῶν ἐπιλογῶν, πῶς θὰ καταλάβουμε τὸ μήνυμα τῆς ἀνιδιοτέλειας, τῆς αὐταπάρνησης, τῆς θυσίας καὶ τῆς ἀγάπης τῆς ἑορτῆς αὐτῆς; Ὅταν κυριαρχεῖ ἡ ἔκφραση μὴν εἶσαι θῦμα, πῶς θὰ βιώσουμε τί ἐστι θυσία; Πῶς θὰ δεχθοῦμε τὴν μία καὶ στενὴ ὁδό;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τῆς ὑποτιθέμενης ἀλληλεγγύης καὶ τοῦ βιασμοῦ τῆς ἀγάπης, πῶς θὰ νιώσουμε τὴν πραγματικὴ Ἀγάπη ποὺ ἐνσαρκώθηκε γιὰ τὴν σωτηρία μας; Πῶς θὰ καταλάβουμε,
ὅτι ἀγάπη χωρὶς ἀλήθεια δὲν ὑπάρχει; Πῶς θὰ πράξουμε τὰ τῆς

ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἀπορρίψουμε τὰ τῆς ἀγάπης τοῦ κόσμου;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τῆς προσωπικῆς ἀνάδειξης, τοῦ κύρους καὶ τῆς αὐθεντίας, πῶς θὰ ἀρνηθοῦμε τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων, πῶς θὰ βιώσουμε τὴν ταπείνωση τοῦ νιπτῆρος, τὴν ἄκρα ταπείνωση τοῦ Σταυροῦ; Πῶς θὰ νοοήσουμε τὸ «Tί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδήσῃ τόν κόσμον ὅλον καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ».

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ὠφελιμιστικότητας, πῶς θὰ ἀφήσουμε τὴν σαλότητα καὶ τὸ ἀνθρωπίνως παράλογο τῶν πράξεων καὶ λόγων τοῦ Κυρίου; Πῶς θὰ ἐπιδιώξουμε τὴν μετάνοια τῆς πόρνης καὶ θὰ ἀρνηθοῦμε τὰ ἀργύρια τοῦ μαθητοῦ; Πῶς θὰ νοήσουμε τὸ «…Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδήσῃ τόν κόσμον ὅλον καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ;».

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τῆς ἀνθρώπινης παντοδυναμίας, πῶς θὰ δεχθοῦμε τὸ πάντα δυνατὰ τῷ Θεῷ; Πῶς δὲν θὰ ποῦμε καὶ ἐμεῖς σὰν τὸν Πιλάτο, ὅτι δὲν βλέπεις Κύριε, ὅτι ἔχουμε τὴν ἐξουσία νὰ σὲ ἀφήσουμε ἢ νὰ σὲ παραδόσουμε; Πῶς θὰ ἀρνηθοῦμε τὴν δύναμη τῆς ἐξουσίας καὶ θὰ ὑποταχθοῦμε ὡς δοῦλοι ἀγαθοὶ στὴν δύναμη τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγάπης;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τῆς παρακοῆς, τοῦ ἰδίου θελήματος καὶ τῆς διάλυσης τοῦ οἰκογενειακοῦ ἱστοῦ, πῶς θὰ δεχθοῦμε τὴν ὑπακοὴ στὸν Πατέρα καὶ στὶς ἐντολές Του, πῶς θὰ τρέξουμε ἐμεῖς ὡς πατέρες στὸν ἁμαρτωλὸ μὴν περιμένοντας πρῶτα τὴν συγγνώμη του καὶ τὴν συντριβή του;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τοῦ ἐγώ, πῶς θὰ χωρέσει ὁ ἄλλος, ὁ συνάνθρωπος, ὁ ἀδελφός; Στὴν κοινωνία τοῦ καλύτερου καὶ ἐκλεκτοῦ πῶς θὰ ἐπαινεθεῖ ὁ τελευταῖος καὶ δοῦλος; Πῶς θὰ κάνουμε πράξη τὸ «ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι»;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τοῦ ὑπερτονισμοῦ τοῦ θαύματος καὶ τῆς ἀνάγκης ἀναζήτησής του, πῶς θὰ φυτρώσει ὁ λόγος, ὁ κεντρίζων τῆν συνείδηση λόγος καὶ ἡ μετάνοια, ποὺ εἶναι ἴσως τὸ μεγαλύτερο θαῦμα, ποὺ μποροῦμε νὰ βιώσουμε, ἀλλὰ δὲν ἀναζητοῦμε;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τῆς προσωπικῆς ἑρμηνείας καὶ προσαρμογῆς τῶν καταστάσεων κατὰ τὸ δοκοῦν, πῶς θὰ διακρίνουμε τὴν διαχρονικότητα, τὸ ἀσάλευτο καὶ τὸ αἰώνιο τῶν πράξεων καὶ ἐντολῶν τοῦ Κυρίου;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τοῦ συμφέροντος, πῶς θὰ ἀναζητήσουμε τὴν ὁμόνοια καὶ τὴν ἐν ἀληθείᾳ, τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸ θεμέλιο τῆς ὁμονοίας;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τοῦ θεάτρου καὶ τῆς ἀπολαύσεως, πῶς θὰ διακρίνουμε μεταξὺ μουσικῆς τέρψης, αἰσθητικῆς ἱκανοποίησης, ψυχικῆς γαλήνης καὶ τοῦ βάθους τῶν νοημάτων καθὼς καὶ τὴν μὲ αὐτὰ συνδεδεμένη καὶ ἀπαραίτητη συμφωνία τῶν πράξεων μας;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τοῦ συμβιβασμοῦ καῖ τῆς διπλωματίας, πῶς θὰ κατορθώσουμε τὴν ὑπέρβαση, πῶς θὰ ἐπιδιώξουμε τὸ ἀσυμβίβαστο μὲ τὸν κόσμο, πῶς ἀρνηθοῦμε τὴν ἀποσυναγωγία γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν βασίλεία τῶν οὐρανῶν;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τῆς συνεχοῦς ἀναφορᾶς καὶ τῆς ἀναζήτησης τῆς προσωπικῆς σωτηρίας, πῶς θὰ καταλάβουμε τὸ πραγματικὸ νόημα τοῦ «ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν»;

Στὴν σημερινὴ κοινωνία τοῦ σχετικισμοῦ, τῆς ἀνεκτικότητας καὶ τῶν πολλῶν ἀληθειῶν, πῶς θὰ δεχθοῦμε τὴν Μία Ἀλήθεια, πῶς θὰ μᾶς συνταράξει τὸ «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ ἀνέξομαι ὑμῶν»;

Εἴθε ἡ σταύρωση καὶ ἡ ἀνάσταση ποὺ ἔρχεται νὰ σημάνει καὶ τὴν προσωπική μας πραγματικὴ συσταύρωση καὶ τὴν πραγματικὴ ἀνάστασή μας.

Καλὴ ἀνάσταση!

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Πατερική Παράδοση

Ο νοσηρός συναισθηματισμός, των ‘’εκουσίων’’ σταυρώσεων Παπικών στις Φιλιππίνες

Αποτέλεσμα εικόνας για σταυρώσεων Παπικών στις Φιλιππίνες

Του Β. Χαραλάμπους,  θεολόγου

________________

Ο συναισθηματισμός των Παπικών ένεκα του ολισθήματος της εκκοσμίκευσης, έχει παρεισφρύσει  δυστυχώς και σε αυτό τον τρόπο εορτασμού των  Αγίων Παθών, με αποκορύφωμα νοσηρού συναισθηματισμού, το γεγονός των ‘’εκουσίων’’ σταυρώσεων ανθρώπων στις Φιλιππίνες, τη χώρα που έχει τους περισσότερους Παπικούς.

Το αποτρόπαιο και οδυνηρό αυτό γεγονός πραγματοποιείται δυστυχώς κάθε χρόνο, με μόνο καρπό τη λύπη και τον αποτροπιασμό για τη συναισθηματική κατάντια.  Αρκεί ο σωτήριος οδυρμός της μετανοίας και ο δοξολογικός χαρακτήρας της μεγάλης ευχαριστίας για την άφατο Αυτού οικονομία, για τον εορτασμό των  Αγίων Παθών.

«Επί τω οδυρμώ νυν προσθήσωμεν οδυρμόν», οδυρμόν  για τις αμαρτίες του ο καθένας.  Για τούτο ψάλλομε «Ρύπον πάντα εμπαθή απωσάμενοι».  «Φθάσαντες πιστοί, το σωτήριον Πάθος, Χριστού του Θεού, την άφατον αυτού μακροθυμίαν δοξάσωμεν, όπως τη αυτού ευσπλαχνία, συνεγείρη και  ημάς, νεκρωθέντας τη αμαρτία, ως αγαθός και φιλάνθρωπος», ψάλλομε εις τα Στιχηρά Ιδιόμελα των Αίνων της Αγίας και Μεγάλης Δευτέρας.

Ο αντιλαμβανόμενος Ορθοδόξως τα σωτήρια Πάθη, ψάλλειαυτό που ψάλλομε στην Εκκλησία μας :  «Φιλάνθρωπε Χριστέ ο Θεός, των πταισμάτων δώρησαι την άφεσιν, τοις προσκυνούσιν εν πίστει τα άχραντα Πάθη σου».  Εις το Τροπάριον της Προφητείας ψάλλομε «Εν ψυχή συντετριμμένη προσπίπτομέν σοι και δεόμεθα σου Σωτήρ του κόσμου.  Συ γαρ ει Θεός μετανοούντων».

Στο Κάθισμα κατά το εσπέρας της Κυριακής των Βαΐων εις το Λυχνικόν, ψάλλομε «Τα Πάθη τα σεπτά, η παρούσα ημέρα, ως φώτα σωστικά, ανατέλλει τω κόσμω· Χριστός γαρ επείγεται, του παθείν αγαθότητι, ο τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων, καταδέχεται αναρτηθήναι εν ξύλω, του σώσαι τον άνθρωπον».

Εις τα Στιχηρά Ιδιόμελα των Αίνων της Αγίας και Μεγάλης Δευτέρας ψάλλομε «Δεύτε  ουν και ημείς κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν, ταις του βίου ηδοναίς, ίνα και συζήσωμεν αυτώ», για να μας συνανυψώσει εις την Άνω Ιερουσαλήμ «εν τη Βασιλεία των ουρανών».

Αυτά αρκούν για τον εορτασμό των σωτηρίων Παθών. Το λυπηρό γεγονός του νοσηρού συναισθηματισμού, το γεγονός των ‘’εκουσίων’’ σταυρώσεων ανθρώπων στις Φιλιππίνες, τη χώρα που έχει τους περισσότερους Παπικούς, τη νοσηρή θρησκευτικότητα καταδεικνύει.