«Το καψιμο του Ιούδα και η  ποιμαντική αντιμετώπισή του.

 Αναδημοσίευση απο τις εφημερίδες ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ και ΜΑΧΗΤΗΣ

 

Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

«Προκάλεσε εντύπωση η έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2015 από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και υπό την αιγίδα της βρετανικής προεδρίας της Διεθνούς Συμμαχίας για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος (IHRA). Η έρευνα διαπίστωνε ανησυχητική αύξηση του αντισημιτισμού και απόψεων που υποτιμούν ή αρνούνται το Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Μάιο του 2014 είχε δημοσιευτεί παγκόσμια έρευνα της αμερικανικής οργάνωσης Anti Defamation League, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια σε αντισημιτισμό μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών με ποσοστό 69%.

Οι θλιβερές αυτές διαπιστώσεις εξηγούν πολλά για το πολιτικό περιβάλλον στο οποίο κατόρθωσε να ευδοκιμήσει μια ναζιστική και φυσικά κατά πρώτο λόγο αντισημιτική οργάνωση. Στην ίδια κατεύθυνση μας οδηγεί και η εμπειρική διαπίστωση ότι ένα από τα σπάνια έθιμα που επιβιώνουν στις μέρες μας είναι και το πασχαλινό κάψιμο του Ιούδα (ή του Εβραίου), η τελετουργική δηλαδή διαπόμπευση ενός σκιάχτρου ή ομοιώματος ανθρώπου, το οποίο προτού γίνει στάχτη γίνεται στόχος πυροβολισμών και πετροβολήματος ».(πηγή. http://www.efsyn.gr)

.(Σημείωση: Ως αντισημιτισμός χαρακτηρίζεται η συστηματική αντίθεση προς την Εβραϊκή φυλή, καθώς και η προσπάθεια περιορισμού της έκφρασής της, φθάνοντας πολύ συχνά στην εχθρότητα, αλλά και σε προσπάθειες ακόμη μέχρι και την εξόντωσή της)

 

Σε πολλά χωριά της ελληνικής επικράτειας οι κάτοικοι συνηθίζουν να κατασκευάζουν ένα ομοίωμα του Ιούδα, το οποίο γεμίζουν με άχυρα, εξυπηρετώντας έτσι τον συμβολισμό του ιστορικού προσώπου, ενώ στη θέση των ματιών βάζουν εκρηκτικά. Το συγκεκριμένο έθιμο χρονολογείται από τον Μεσαίωνα.

Η ημέρα που γίνεται το κάψιμο του Ιούδα διαφοροποιείται: σε μερικές περιοχές γίνεται τη Μεγάλη Παρασκευή κατά τη διάρκεια της περιφοράς του Επιταφίου, ενώ σε άλλες μετά την Ανάσταση. Τον καίνε σε ψηλό σημείο του χωριού, κρεμασμένο από δέντρο, παρουσιάζοντας ένα εντυπωσιακό θέαμα στους παρισταμένους. Η αναβίωση του εθίμου λειτουργεί στην Ορθοδοξία ως ένα είδος παραδειγματικής τιμωρίας του προδότη, που δεν κατάφερε να εξιλεωθεί ούτε μετά θάνατον, καθώς έγινε αυτόχειρας.
Φωτογραφία0098

 

Το έθιμο με το κάψιμο του Ιούδα στην Άρτα.

Το έθιμο του καψίματος του Ιούδα, αναβιώνει το Μεγάλο Σάββατο  και στην Άρτα,.

Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.agia-theodora.gr (ιστοσελίδα της Ενορίας Αγίου Νικολάου-Αγίας Θεοδώρας) δημοσιεύονται τα εξής:

«Το απόγευμα του Μ. Σαββάτου οι νέοι και των δύο εκκλησιών της ενορίας, κατασκευάζουν ένα ομοίωμα ανθρώπου από άχυρο, που συμβολίζει τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, το ντύνουν με ρούχα και το τοποθετούν σε αυτοσχέδια κρεμάλα. Την ώρα που ο ιερέας στις 12 τα μεσάνυχτα θα πει το «Χριστός ανέστη» το καίνε. Παλαιότερα τα παιδιά των δύο εκκλησιών συναγωνίζονταν ποιο θα έχει τον πιο καλό «Ιούδα». Και αυτό το έθιμο είναι αρκετά παλαιό και δεν γνωρίζουμε την απαρχή του».

Φωτογραφία0092

Παρόμοια πρακτική εφαρμόζεται και στην εκκλησία της Παρηγορήτισσας. Και εκεί σε αυτοσχέδια κρεμάλα τοποθετείται ομοίωμα ανθρώπου,(που καίγεται το βράδυ του Μ.Σαββάτου) αλλοιώνοντας πλήρως την ιεροπρέπεια του περιβάλλοντος χώρου του Βυζαντινού ναού.

Η λαογραφία του εθίμου.

Το έθιμο περιγράφει ως εξής ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας: «Ως πνεύμα κακόν ο Ιούδας πρέπει να καή, να εξαφανισθή και πραγματικώς εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά την Μεγ. Παρασκευήν ή κατ’ αυτήν την ημέραν του Πάσχα ή και την επομένην ανάπτονται πυραί (φανοί, οφανοί, ορφανοί, αρφανοί κ.τ.τ.) και παραδίδεται εις τας φλόγας το ομοίωμα του Ιούδα. Αλλ’ όπως ο διάβολος εις το πνεύμα του λαού μας έγινε πρόσωπον κωμικόν, το οποίον και πολλαχώς σατυρίζεται, ούτω και ο Ιούδας. Εις τα Σελλιά της Κρήτης παρά το Ρέθυμνον την Μεγάλην Εβδομάδα «κάνουνε τον οφανό και απάνω σταίνουνμε τον Ιούδα. Τόνε ντύνουνε με παλιόρουχα και του κρεμνούνε στη χέρα ένα σακκουλάκι με τριάντα χοχλιδόκουπες μέσα, δηλαδή τριάντα τσέφλια από σαλιαγκούς άδεια. Είναι τα τριάκοντα αργύρια απού πήρενε και πρόδωκεν το Χριστό». Και ως να μη ικανοποιούνται με το καύσιμον του ομοιώματός του, αι γυναίκες των Καρδαμύλων της Χίου λέγουν: «Ε, και να ’ταν αληθινός!», ενώ οι Ζακύνθιοι, οι Κορωναίοι, οι Θηβαίοι ίσως δε και άλλοι, κάμνουν τον Ιούδαν αληθινόν πυροτέχνημα».

Όσοι επιμένουν στη διατήρηση του  εθίμου επικαλούνται δύο επιχειρήματα. Αφενός, λένε, πρόκειται για παράδοση, για ένα παμπάλαιο έθιμο. Και κατά δεύτερο λόγο δεν πρόκειται εδώ για Εβραίους, αλλά για τον Ιούδα, ο οποίος έτυχε να είναι Εβραίος. Κατά συνέπεια, στο πρόσωπό του δεν τιμωρούνται οι ομοεθνείς του αλλά οι «προδότες», οι «αγνώμονες», οι «αμαρτωλοί», οι «αποστάτες».Εξ άλλου ο  καθηγητής της λαογραφίας Μέγας μιλά για Ιούδα και όχι για Εβραίο.

Όμως ους διαψεύδουν οι υποσημειώσεις της ίδιας λαογραφικής μελέτης του Μέγα. Εκεί αναφέρεται ότι στην περιφέρεια Μετρών και Αθύρων της Αν. Θράκης «τα παιδιά κατασκεύαζαν τον Οβριγιό από τσάτζαλα (=κουρέλια) παραγεμισμένα με άχυρα και τον περιέφεραν από θύραν εις θύραν, για να κατσβελέψ’ (=ζητιανέψη) προσανάμματα, με τα οποία να τον καύσουν την νύκτα της Μεγ. Παρασκευής κατά την περιφοράν του Επιταφίου», ενώ στην Πέτρα της Λέσβου «ανήμερα τη λαμπρή γυρίζουν τον Οβραίο: γεμίζουν έναν Οβραίο μ’ άχερα, του βάνουν μπροστά πανέρια κρεμασμένα με παλιοχτένια, παλιομπουκάλια, πατσαβούρις κι λένι, Οβριγιός μι τα πανέργια. Τον παγαίνουν απά στη Μπαναγιά, τον βάνουν σι μια γουνιά, τον βάνουν κι έναν τζιγάρου στο στόμα τ’ κι τουν ντουφεκούν, ύστιρα τον βάνουν και φουτιά». Στα Τελώνια της Λέσβου τη Μεγάλη Παρασκευή «καίγανε τα’ Οβριού τα γένεια».

Ας ληφθεί υπόψη και η ημερομηνία που γράφτηκε το κείμενο του Μέγα. Ηταν 18 Ιουνίου 1943, η στιγμή δηλαδή που κορυφωνόταν η εκτόπιση των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα στρατόπεδα του θανάτου.

Ας μη γελιόμαστε λοιπόν. Αυτός που υφίσταται όλα αυτά είναι ο Εβραίος-Ιούδας. Ολα τα χαρακτηριστικά που υποτίθεται ότι αποδίδουν στον προδότη, φιλάργυρο και τιποτένιο Ιούδα είναι εκείνα που συνοδεύουν την εικόνα του Εβραίου στη πρακτική  του αντισημιτισμού.

Η αλήθεια είναι ότι όσοι μετέχουν στις σχετικές τελετές δεν συνειδητοποιούν ακριβώς τι κάνουν. Ακολουθούν αυτό που βλέπουν να πραγματοποιείται από άλλους και δεν έχουν, λέει, ιδέα για Εβραίους, Ιούδες, κ.λπ. Τους προσελκύουν μόνο το θέαμα και η φωτιά. Και επικαλούνται τη γνωστή φράση ότι «ο Ελληνας δεν είναι ρατσιστής» και ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει αντισημιτισμός. Ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης έχει παραθέσει ένα παρόμοιο επιχείρημα από μια εφημερίδα του τέλους του 19ου αιώνα. Με τίτλο «Ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα», η «Εφημερίς» της 25.1.1891 αναφέρεται στο διεθνές φαινόμενο και δηλώνει ανακουφισμένη που αυτό το «αιμοβόρο και τρομακτικό θηρίο», δηλαδή ο αντισημιτισμός, δεν βρίσκει χώρο να εκδηλωθεί στην Ελλάδα: «Ευρίσκεται, δόξα τω Θεώ, και ένας ευλογημένος τόπος εις την ανατολήν όπου το θηρίον αυτό δεν το ευρίσκετε, ή, διά να είμαι ακριβέστερος, το ευρίσκετε υπό άλλην μορφήν, ακίνδυνον όλως. Ο τόπος αυτός είναι η Ελλάς».

Το πόσο «ακίνδυνο» ήταν αυτό το θηρίο φάνηκε μέσα σε λίγες βδομάδες. Στις 2.4.1891, και πάλι παραμονές του Πάσχα, ξέσπασαν αντιεβραϊκές ταραχές με πολλούς νεκρούς στην Κέρκυρα. Πολύ γρήγορα οι ταραχές εξαπλώθηκαν και σ’ άλλα νησιά του Ιουνίου. Αφορμή ήταν η διάδοση της φήμης ότι οι Εβραίοι είχαν απαγάγει και είχαν πάρει το αίμα ενός εντεκάχρονου κοριτσιού. Η γνωστή δηλαδή «συκοφαντία του αίματος» που ανασυρόταν μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου, προκειμένου να στοχοποιούνται οι Εβραίοι σε διάφορες χριστιανικές χώρες. Αυτό το επεισόδιο περιγράφει ο Παπαδιαμάντης στο τελευταίο του διήγημα («Ο αντίκτυπος του νου»), το οποίο δημοσιεύτηκε πλήρες μετά τον θάνατό του και είναι μια σπαρακτική άρνηση του αντισημιτισμού.

Η ποιμαίνουσα Εκκλησία μπροστά στο φαινόμενο.

Για τη σχέση της «καύσης του Ιούδα» με τον αντισημιτισμό μαρτυρά το γεγονός ότι μόλις ξέσπασαν οι ταραχές στην Κέρκυρα έσπευσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος να εκδώσει ειδική εγκύκλιο στις 12.4.1891 με παραινέσεις για κατάργηση του εθίμου:

«Από των χρόνων της δουλείας του Εθνους ημών επεκράτησε πολλαχού το βάρβαρον έθος, ίνα κατά την αγίαν εορτήν του Πάσχα πυρπολήται πομπωδώς έξω των ιερών ναών ομοίωμα του Ιούδα, του πλήθους αλαλάζοντος, τας χείρας κροτούντος, κραυγάς αναπέμποντος και το καιόμενον άμορφον ομοίωμα πυροβολούντος.

[…] Τούτο αντίκειται εις τας θεμελειώδεις αρχάς του Ευαγγελίου, το οποίον διδάσκει ημάς την προς πάντας αγάπην, και ανοχήν και ανεξικακίαν, και εντέλλεται να αγαπώμεν και αυτούς τους εχθρούς ημών, να ευλογώμεν τους καταρωμένους ημάς και να ευχώμεθα υπέρ των επηρεαζόντων και διωκώντων ημάς. Διότι αντιβαίνει εις αυτό το παράδειγμα του πραοτάτου Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, του αποκαλέσαντος ανεξικάκως εν αυτή τη ώρα της παραδόσεως τον Ιούδα φίλον, ειπών αυτώ: «εταίρε, εφ’ ω πάρει». Διότι αντιμάχεται τέλος την ανεξικακίαν, ην ο Ιησούς Χριστός έδειξε προς τους σταυρωτάς αυτού κρεμάμενος επί του σταυρού, ότε είπε τους θείους εκείνους λόγους, «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Συμφώνως λοιπόν προς τας αρχάς του ιερού Ευαγγελίου οφείλομεν ημείς ως γνήσιοι οπαδοί του Ιησού Χριστού να δεικνύωμεν ανοχήν προς τους Ιουδαίους, όντας πλάσματα του Θεού και τέκνα αυτού, τοσούτω δε μάλλον, καθ’ όσον συζώμεν μετ’ αυτών εν τω αυτώ Κράτει, και βαστάζουσι και ούτοι, άτε πολίται τυγχάνοντες, τα αυτά κοινά βάρη, οία και ημείς, επομένως δέον να απολαύσωσι των αγαθών της ησυχίας, της ειρήνης, της τάξεως, μηδενός έχοντος το δικαίωμα του παρενοχλείν αυτοίς.

Η δε πομπώδης και οχλαγωγική καύσις του ομοιώματος του Ιούδα κατά την επίσημον ημέραν του Πάσχα, είναι εσχάτη χλεύη προς τους συμπολίτας ημών Ιουδαίους και εξερεθίζει τα θρησκευτικά μίση, του λαού κατ’ αυτών, ώστε να πιστεύη ευκόλως ούτος και πάσαν κατ’ αυτών κατηγορίαν, και υποθάλπη την διχόνοιαν και τας έριδας μεταξύ ημών και εκείνων, τούτο δε δίδωσιν αφορμήν προς τους εχθροπαθώς διακειμένους προς τε την γεραράν ημών Εκκλησίαν και το θεοφρούρητον Ελληνικόν έθνος, ίνα εκτοξεύσωσι καθ’ ημών κατηγορίας επί φανατισμώ, επί αξενία, και επί μη ευνομία» (αρ. πρωτ. 1843).

Πριν περάσουν είκοσι χρόνια, η Ιερά Σύνοδος αισθάνεται υποχρεωμένη να επανέλθει στο ζήτημα, προφανώς επειδή δεν υπήρχε ανταπόκριση στις εντολές της. Σε νέα εγκύκλιό της στις 10.5.1910 που φέρει τον τίτλο «Περί ανάγκης εξαλείψεως του εθίμου της κατά το Αγιον Πάσχα περιφοράς και καύσεως ομοιώματος του προδότου Ιούδα», η Σύνοδος επαναλαμβάνει:

«Εν τη ημέρα της λαμπροφόρου Αναστάσεως, οπότε η μήτηρ ημών Εκκλησία επί μάλλον προτρέπεται και παρακελεύεται τα πιστά αυτής τέκνα επιδείξασθαι αγάπην και προς αυτούς τους μισούντας ημάς […] εν ταύτη τη πανευφροσύνω εορτή, ενιαχού του θεοφρουρήτου Βασιλείου, προς προσβολήν και ονειδισμόν των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, περιφέρεται ομοίωμα του προδότου Ιούδα, και εν μέσω ανοικείων και αξιομέμπτων αλαλαγμών και ατάκτων κραυγών και εκτρόπων σκηνών, πυροβολείται τούτο και καίεται, ει και η Σύνοδος διά της από 12 Απριλίου 1891 Εγκυκλίου ρητώς τον κατάκριτον τούτον αναχρονισμόν απηγόρευσεν, ως αντιβαίνοντα εις τα ιερά της αμωμήτου ημών πίστεως παραγγέλματος. […] Η διά πυροβολισμών και καύσεως ομοιώματος του προδότου διακωμώδησις και εξουθενισμός των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, προφανώς διεγείρει θρησκευτικόν μίσος και υποθάλπει κατ’ αυτών φανατισμόν, αμαυροί δε και την υπόληψιν των μερών, ων εν μέσω επισυμβαίνει το τοιούτον κακόν» (αρ. πρωτ. 2014).

Θα χρειαστεί και τρίτη εγκύκλιος στις 17.4.1918:

«Εις γνώσιν της Ιεράς Συνόδου περιήλθεν, ότι επικρατεί εις τινα εισέτι του Κράτους μέρη, έθιμον ξένον εντελώς προς την Εκκλησίαν, καθ’ ο κατά την Μ. Παρασκευήν γίνεται χρήσις λαϊκών ασμάτων, εν οις υπάρχουσι φράσεις καθαπτόμεναι του Εθνους των Εβραίων, ότι δεν κατά την ημέραν του Πάσχα εξακολουθεί ενιαχού να γίνηται η καύσις του λεγομένου «ομοιώματος του Ιούδα». Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρη εις γνώσιν πάντων των χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης εν γένει προς πάντα άνθρωπον. Πλην τούτο όμως, καθηκόντως υποδεικνύει άμα η Σύνοδος, ότι τα αντιχριστιανικά ταύτα έθιμα, συντελούσι τα μέγιστα και εις την δημιουργίαν ψυχρότητος μεταξύ του ορθοδόξου πληρώματος και των συμπολιτών ημών Ισραηλιτών, οι οποίοι κοινήν σήμερον μεθ’ ημών έχουσι την πατρίδα και τα αυτά προς αυτήν δικαιώματα και καθήκοντα, επ’ ουδενί δε λόγω επιτρέπεται να θίγηται η φιλοτιμία αυτών διά πράξεων και φράσεων, αίτινες ευκόλως δύνανται να εκληφθώσιν ως προσβλητικαί διά το Εθνος των Ισραηλιτών. Τούτων πάντων ένεκεν η Ιερά Σύνοδος έγνω, έχουσα προ οφθαλμών την τε βάσιν της χριστιανικής ημών πίστεως και το συμφέρον της εν ομονοία συμβιώσεως των τέκνων της πατρίδος, όπως ρητώς απαγορεύση τα έθιμα ταύτα, προτρέπεται δε πάντας εις αποφυγήν τούτων» (αρ. πρωτ. 3476).

Από το 1918 δεν εκδόθηκε άλλη σχετική εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου.

Η απαγόρευση του εθίμου και τα αποτελέσματα

Αυτό που δεν κατάφερε με τις εγκυκλίους της η Εκκλησία, επιχείρησε να το πραγματοποιήσει η πολιτεία, να εξαλείψει δηλαδή το έθιμο. Αλλά η απαγόρευση του εθίμου, που συνέβη μόνο μία φορά, κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα.

Ηταν πριν από ενάμιση αιώνα και η απαγόρευση είχε αποτέλεσμα αντιεβραϊκές ταραχές στην Αθήνα, που κατέληξαν ακόμα και στον αποκλεισμό του Πειραιά και των άλλων ελληνικών λιμανιών από τους στόλους των μεγάλων δυνάμεων.

Ηταν η γνωστή υπόθεση Πατσίφικο (1847-1850). Αλλά εκείνη την εποχή είχε μόλις ιδρυθεί το ελληνικό κράτος. Το τελετουργικό κάψιμο του Ιούδα ήταν εξαιρετικά διαδομένο κατά τον τελευταία αιώνα της οθωμανικής κυριαρχίας και όπως γράφει ο Γιώργος Μαργαρίτης «ήταν μια από τις πρακτικές που μεταβαλλόταν ενίοτε σε κανονική κήρυξη πολέμου, με τις επακόλουθες ταραχές ενάντια στους Εβραίους».

Εκείνη την περίοδο ο ανταγωνισμός Χριστιανών και Εβραίων υπηκόων του σουλτάνου είχε κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις, με τις δύο εθνότητες να διεκδικούν καλύτερες θέσεις σε πολλούς εμπορικούς τομείς. Και οι αντιθέσεις αυτές έφταναν μέχρι πραγματικά πογκρόμ εναντίον των Εβραίων, όπως συνέβη επανειλημμένα στην Οδησσό μέρες του Πάσχα με δράστες Ελληνες και Ρώσους.

Αλλά σήμερα πια, και ειδικά μετά το Ολοκαύτωμα, κανείς δεν μπορεί ανοιχτά να υποστηρίξει τη βαρβαρότητα. Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο συνεχίζεται και μάλιστα αναβιώνει σε ορισμένες περιοχές ως τουριστικό αξιοθέατο, γεγονός που έχει προκαλέσει και διεθνές ενδιαφέρον.

Στις αρχές του 2005 περιλήφθηκε μάλιστα και στην έκθεση περί παγκόσμιου αντισημιτισμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ: «Ο ΕΟΤ συνεχίζει να προβάλλει στον ιστότοπό του πασχαλινές παραδόσεις όπως η καύση ενός ομοιώματος του Ιούδα σε ορισμένα νησιά, κάτι που είναι γνωστό ως «κάψιμο του Εβραίου», με αποτέλεσμα να ενισχύονται το μίσος και ο φανατισμός εναντίον των Εβραίων» (U.S. Department of State, «Report on Global Anti-Semitism», 5.1.2005).

Ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, δύο μέρες μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης, έσπευσε στο κυριακάτικο κήρυγμά του να αντιδράσει, λέγοντας ότι «οι Ελληνες δεν είμαστε ρατσιστές» και προσθέτοντας: «Η έκθεση αυτή επικεντρώνεται στο κάψιμο του Ιούδα τις μέρες του Πάσχα, έθιμο το οποίο γίνεται σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας και δεν στρέφεται εναντίον όλων των Εβραίων, αλλά ενός προσώπου, του προδότη Ιούδα». Ήταν μια σαφής υποχώρηση από την αυστηρότητα των τριών εγκυκλίων.

Ας το ξανασκεφτούμε, όταν θα βρεθούμε για μία ακόμα φορά μπροστά στην αναβίωση αυτού του τάχα «αθώου» εθίμου.

 

Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ και η αντίδραση της Εκκλησίας.
Στην ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως, κατονομάζουν την Ελλάδα ως μια χώρα στην οποία, κατά κάποιο τρόπο, θίγονται και προσβάλλονται τα ανθρώπινα δικαιώματα μιας μερίδας συμπολιτών μας, των Εβραίων Ελλήνων. Έτσι, η πατρίδα μας στιγματίζεται γιατί ένα από τα Πασχαλινά της έθιμα, στρέφεται, όπως λένε, κατά του Εβραϊκού λαού προκαλώντας κλίμα αντισημιτικό. Το έθιμο αυτό είναι το γνωστό «κάψιμο του Ιούδα».

Πέραν των γνωστών εξηγήσεων που έδωσε ο μακαριστός  Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, περί του θέματος, είναι καλό να θυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Ελληνικός λαός, με επικεφαλής την Εκκλησία του, αντιμετώπισε τους Εβραίους ομοεθνείς του, τα τελευταία 150 χρόνια. Η αναφορά μας αυτή δε γίνεται για να θυμίσει απλά την ιστορία ή να καλλιεργήσει την απολογητική μας διάθεση, έναντι οιουδήποτε ανιστόρητου κριτού, αλλά αποκαλύπτει την διαχρονική αντίσταση του Ορθοδόξου Ελληνικού λαού κατά του ρατσισμού και εθνοφυλετισμού, αντίσταση της οποίας κύριο χαρακτηριστικό είναι ο Ορθόδοξος χαρακτήρας. Τα στοιχεία που ακολουθούν προέρχονται από τον περίφημο τόμο «Μνήμες από τα ΄40 και την κατοχή» που εξέδωσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, προ ολίγων ετών, ακριβώς για την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης και αλήθειας.

«… Η  Εκκλησία μας και ο πιστός λαός μας στάθηκαν στο πλευρό των Εβραίων, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, σώζοντας χιλιάδες ανθρώπινων ζωών από τα στρατόπεδα θανάτου της ναζιστικής Γερμανίας, διδάσκοντας σ’ όλο τον κόσμο τις αξεπέραστες αρετές της αγάπης, του αλτρουισμού, της αυτοθυσίας, της υπέρβασης θρησκευτικών και άλλων διαφορών. Αναφέρουμε επιγραμματικά μερικά μόνο χαρακτηριστικά γεγονότα:

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός Παπανδρέου, προκειμένου να σώσει τους Εβραίους της πρωτεύουσας από τη ναζιστική παράνοια, τους προμήθευε με πλαστά πιστοποιητικά και στη συνέχεια, ο τότε διοικητής της Αστυνομίας Άγγελος Έβερτ εξέδιδε πλαστές αστυνομικές ταυτότητες, με Ελληνορθόδοξα ονόματα κι ένδειξη στο θρήσκευμα «Χριστιανός Ορθόδοξος». Όταν δε απειλήθηκε από τον Γερμανό Στρατηγό Στρόπ με τυφεκισμό, για το ενδιαφέρον και την φροντίδα του για τους Εβραίους των Αθηνών, απάντησε θαρραλέα: «Οι Ιεράρχες της Ελλάδος δεν τυφεκίζονται, απαγχονίζονται. Σας παρακαλώ, σεβαστείτε αυτήν την παράδοσιν».

Ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ, σε συνεργασία με τον Αρχιραββίνο του Βόλου Μωυσή Συμεών Πέσαχ, φυγάδευσε στα χωριά του Πηλίου και έσωσε τη ζωή του 98% του Εβραϊκού στοιχείου της πόλης. Στους Ναούς του Βόλου δε φυλάχτηκαν πολύτιμα σκεύη και τιμαλφή των διωκομένων Εβραίων τα οποία επεστράφησαν στο ακέραιο μετά την απελευθέρωση. Για την όλη δράση του ο Μητροπολίτης Ιωακείμ τιμήθηκε από το Ισραηλιτικό κράτος το οποίο τον συμπεριέλαβε στους «Δικαίους των εθνών».

Στη Ζάκυνθο ο Γερμανός φρούραρχος ζήτησε από τον Δήμαρχο τον κατάλογο των Εβραίων του νησιού προκειμένου να τους οδηγήσει στο θάνατο. Ο Δήμαρχος κατέφυγε στον Μητροπολίτη ζητώντας τη βοήθεια και τη συμβουλή του και από κοινού επέστρεψαν στον Γερμανό αξιωματικό επιδίδοντάς του κατάλογο με δύο ονόματα: Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος και Δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ. Ο Μητροπολίτης δε διακήρυξε ότι «Αν εκτελεσθεί η εκτόπιση θα πάω με τους Εβραίους να μοιραστώ τη μοίρα τους». Αμέσως μετά οι Έλληνες Εβραίοι φυγαδεύτηκαν στα απομακρυσμένα χωριά του νησιού και σώθηκαν όλοι.
…Στις ανιστόρητες αιτιάσεις των Αμερικανών, οι οποίες, επειδή είναι επαναλαμβανόμενες, καθίστανται επικίνδυνες, θα αντιπαραβάλουμε μερικές αράδες από το συλλυπητήριο τηλεγράφημα του Ραβίνου της Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Μόλχο στις 23/5/1949, επί τω ακούσματι της θλιβερής είδησης του θανάτου του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού: «Μόνο όσοι ξέρουν την αγωνία του διωγμού μπορούν να νιώσουν τί σημαίνει ν’ ακούσεις, την ώρα που σε σκεπάζει η σκιά του θανάτου, τη φωνή ενός ανθρώπου που σου δίνει θάρρος και δε φοβάται τον εχθρό σου. Εμείς ακούσαμε μια τέτοια φωνή, τη φωνή του Δαμασκηνού, σε μια εποχή που μερικοί συνεργάζονταν με τον εχθρό και πολλοί σώπαιναν, πίσω από κλειδωμένες πόρτες. Ο Δαμασκηνός δε σώπασε και δε φοβήθηκε. Στις κρυψώνες μας αισθανόμασταν την παρουσία του και την ηθική του δύναμη. Μας ενεθάρρυνε το γεγονός πως στη συμφορά μας είχαμε ένα φίλο. Και το φίλο που στάθηκε δίπλα μας στις τραγικές στιγμές της κατοχής, τον άνθρωπο που μας αγκάλιασε σαν αδέλφια, τον παπά που ένιωσε την βαθύτερη έννοια της αποστολής του, χαιρετίζομε, σήμερα που μας αφήνει, με τη συναίσθηση ότι χάνουμε κάτι περισσότερο από έναν Αρχιεπίσκοπο».

(πηγή::http://www.ecclesia.gr/greek/HolySynod/commitees/press/epifanios/epifanios_text11.htm

 

Συμπεράσματα.

Α.  «Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρει εις γνώσιν πάντων των Χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης προς εν γένει πάντα άνθρωπον η Ιερά Σύνοδος , έχουσα προ οφθαλμών την τε βάσιν της χριστιανικής ημών πίστεως και το συμφέρον της εν ομονοία συμβιώσεως των τέκνων της πατρίδος, όπως ρητώς απαγορεύση τα έθιμα ταύτα, προτρέπεται δε πάντας εις αποφυγήν τούτων» (αρ. πρωτ. 3476).» (Εγκύκλιος 13/4/1918). 

Επομένως θα πρέπει να καταργηθεί το συγκεκριμένο έθιμο επειδή επι πλέον  σε τοπικό επίπεδο βεβηλώνει τους  λατρευτικούς χώρους  της Παρηγορήτισσας και της Αγίας Θεοδώρας.

Β.«Πρόκειται για μια εντελώς απαράδεκτο έθιμο που δηλητηριάζει και  εθίζει στο ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Μεταμορφωμένη σε τουριστική ατραξιόν, αυτή η ακραία αντιεβραϊκή παράσταση συνδυάζει την αναπαραγωγή του ρατσιστικού στερεότυπου με την απαραίτητη φαντασμαγορία. … Αν παραμένει σε κανέναν αμφιβολία για το πραγματικό περιεχόμενο του εθίμου, αρκεί να διαβάσει τα πολλά δημοσιεύματα των εντύπων πολιτικού κόμματος με τις ενθουσιώδεις περιγραφές της καύσης. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω κείμενο που προβάλλει στο προσωπικό του ιστολόγιο  βουλευτής του κόμματος αυτού  με τίτλο «Το «κάψιμο του Ιούδα» και η συμβολική του αξία για τον Ελληνα».

«Στην Ορθόδοξη Πίστη το συγκεκριμένο έθιμο λειτουργεί ως ένα είδος παραδειγματικής τιμωρίας της προδοσίας και του προδότη υπό την γενική έννοια, καθώς ο Ιούδας δεν κατάφερε να εξιλεωθεί ούτε μετά θάνατον, κατά την ευαγγελική παράδοση, αφού ήταν αυτόχειρας. Η μεγαλύτερη όμως και πιο σημαντική, συμβολική αξία του εθίμου, παρά την αέναη προσπάθεια ΜΜΕ και επίσημης Εκκλησίας να καταργηθεί, είναι πως στο πρόσωπο του Ιούδα η Ορθοδοξία και κατ’ επέκταση ο Χριστιανισμός έστελνε στην πυρά το γένος των Εβραίων. Των θεοκτόνων όπως αναφέρουν τα Ευαγγέλια και τα εγκώμια. Ο Εβραίος Ιούδας αντιπροσωπεύει δύο αναίσχυντες ιδιότητες, τη φιλαργυρία και τη δειλία. Στην Ελλάδα η φυλετική ψυχή του λαού μας σε συνδυασμό με το θρησκευτικό του συναίσθημα αποστρέφονται μετά βδελυγμίας τις παραπάνω «αρετές» όντας πλήρως αντίθετες με τα φυλετικά του πρότυπα και είναι ένας από τους λόγους που παρά τη συνεχή προπαγάνδα το κάψιμο του Ιούδα παραμένει ένα έθιμο ζωντανό και με τεράστια απήχηση σε όλο το ηλικιακό φάσμα».

Δεν νομίζουμε ότι μένει καμιά αμφιβολία για την επικαιρότητα του μηνύματος μίσους που αποπνέει το έθιμο. «Αμφέβαλλα αν θα συμφιλιωνόμουνα ποτέ με τούτο το έθιμο», γράφει σε ένα από τα πρόσφατα μυθιστορήματά της η Ρέα Γαλανάκη, με την τόλμη που αντλεί από την τέχνη της. Και συνεχίζει: «Ασυνείδητα πλην σταθερά, θα ενίσχυε και στον εικοστό πρώτο αιώνα την αρχέγονη άκριτη σκέψη, την εκδίκηση μιας ομάδας ανθρώπων εναντίον μιας άλλης ομάδας, εν ονόματι του διαφορετικού. Με δυο λόγια, την τυφλή βία του ρατσισμού, του φανατισμού, των ακραίων αντιλήψεων».

Ας το ξανασκεφτούμε, όταν θα βρεθούμε για μία ακόμα φορά μπροστά στην αναβίωση αυτού του τάχα «αθώου» εθίμου.(Τάσος ΚωστόπουλοςΑντα ΨαρράΔημήτρης Ψαρράς-ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ)

 

Advertisements

Η ελπίδα των «παίδων του Κυρίου» στη διάβαση της «ερήμου»

 

«Ỉδοὺ ὁ παῖς μου, ὃν ᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου, εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή μου·
θήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγελεῖ·
οὐκ ἐρίσει οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνήν αὐτοῦ.
κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει καὶ λίνον τυφόμενον οὐ σβέσει,
ἕως ἂν ἐκβάλῃ εἰς νῖκος τὴν κρίσιν καὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσι»
(Ματ. ιβ’ 18-21)

silouan-pasxa gr

Αυτή η προφητεία συνοψίζει τη ζωή του «δούλου» τον οποίο ο Θεός «επέλεξε» και στον οποίο «ευδοκεί η ψυχή Του», που είναι το σκεύος εκλογής του «Πνεύματός του», ο Λόγος του στα «έθνη», που τους φανερώνει την αγάπη Του και το Θέλημά Του, η κατ’ εξοχήν Εικόνα της πιστότητας μέχρι τέλους, με άκρα ταπείνωση και πλήρη εγκατάλειψη ενόψει της επίτευξης της υπέροχης πρόνοιας του Θεού, για να «απαγγείλει την κρίση» σε όλους. Αυτός ο «δούλος» για τον οποίο μίλησε ο Ησαΐας (Δβ’ 1-4) δεν είναι άλλος από τον Ιησού. Ο Κύριος, μέσα απ´ αυτή την πρόνοια, οδηγεί τον άνθρωπο που εγκατέλειψε τη δικαιοσύνη του Θεού, -έχοντας καταστεί επιρρεπής στην αμαρτία, αποξενωμένος από το Θεό και απογυμνωμένος από την αυθεντική ανθρωπιά του-, τον οδηγεί μέχρι να βρει την αξιοπρέπεια την οποία ο Θεός του την χαρίζει, όχι μόνο επειδή αυτός είναι αντικείμενο της αγάπης Του και της ευδοκίας Του, αλλά και εξαιτίας της ομορφιάς της αρετής την οποία απέκτησε ως πλάσμα Του. Αυτή είναι η δικαιοσύνη-κρίση-αξιοπρέπεια που φανερώθηκε στον Σταυρό του Γολγοθά, σφραγίστηκε από τον λίθο που έχει αποκυλιστεί από τη θύρα του μνημείου, και προσφέρεται πάντοτε στον αμετανόητο και τραυματισμένο κόσμο για να την επανακτήσει.

Σήμερα, οι «δούλοι Κυρίου» οι οποίοι βρίσκονται μέσα στην «κάμινον τοῦ πυρός» και έχουν αναθέσει την «ελπίδα τους στο όνομά Του», διασχίζουν την «έρημο», δηλαδή την περίοδο που διανύει ο κάθε «δούλος» με αφετηρία τη στιγμή που έχει θέσει τον εαυτό του κάτω από αυτήν την πρόνοια μέχρι την πλούσια καρποφορία της ελπίδας στη ζωή του. Οι ίδιοι ακολουθούν το δρόμο που εγκαινίασε αυτός ο «εκλεκτός Δούλος» ενώ βρίσκονται «ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες», έχοντας αυτό το θησαυρό «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ» , ούτως ώστε «ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι αὐτῶν φανερωθῇ» (Β’ Κορ. δ’ 8-10, 7, 11). Αυτοί οι «δούλοι» ενισχύουν τους άλλους με το φως της πίστεώς τους συνάμα με την καρδιακή δοξολογία τους στον Θεό· και αντί να αποτελέσουν όνειδος του κόσμου, έχουν γίνει φάρος μιας ζωντανής και αιώνιας ελπίδας μέσα σε έναν κόσμο που αδυνατεί να αποθέσει την «ελπίδα στο όνομά Του».

Διασχίζοντας με την σειρά μας την «έρημο» για να γιορτάσουμε το μυστικό Πάσχα, η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν μπορεί παρά μόνο να συνεχίσει να εισδύει σ’ αυτό το μυστήριο διαμέσου του προσώπου ενός από τους «δούλους» της, ο οποίος «οὐκ ἐρίζει οὐδὲ κραυγάζει, οὐδὲ ἀκούει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνήν αὐτοῦ», του Μητροπολίτη Χαλεπίου Παύλου. Αυτός, συνεχίζοντας τη «μοναδική εκκλησιαστική αποστολή» του, και ενδεδυμένος με τη χάρη της αρχιεροσύνης, δεν παύει να προσεύχεται για να βρίσκουν παρηγοριά όσοι, σαν κι εκείνον, έχουν αποθέσει την «ελπίδα τους στο όνομα» του Κυρίου, αλλά και εύχεται για να μπορέσουν να αναθέσουν «την ελπίδα στο όνομά Του» όσοι αγνοούν αυτό το όνομα ή το πολεμούν.

Σ’ αυτήν την περίοδο κατά την οποία «κυοφορείται» η ελπίδα μας, αντλούμε δύναμη και έμπνευση καθώς αναφωνούμε μετ’ αλλήλων τον ύμνο της ελπίδας «των παίδων του Κυρίου»· «Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!».

Ο Μπουένος Άιρες και Πάσης Αργεντινής«
+ Σιλουανός

ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Iστορικά στοιχεία που αφορούν την διαμόρφωση του τυπικού της Ακολουθίας των Παθών και του Επιταφίου

Εισαγωγικά.

Η δημοσίευση μέρους της έρευνάς μας με θέμα «Μεγαλοβδομαδιάτικες παρατυπίες και θεατρινισμοί», δημιούργησε έντονο προβληματισμό σε αρκετούς αναγνώστες του ιστολογίου. Προκειμένου να δώσουμε στους ενδιαφερομένους και περισσότερα απαραίτητα ιστορικά στοιχεία,δημοσιεύουμε απόσπασμα σχετικού άρθρου  του μακαριστού Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος κυρού Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη ,που έθεσε υπόψη στην Χριστιανική αρχαιολογική υπηρεσία και δημοσιεύτηκε στο  Δελτίον XAE 1 (1932), Περίοδος Γ’• Σελ. 132-140ΑΘΗΝΑ 1933

4890-9464-1-PB-page-001

 

………………………………………………………….
Ή κ· Β. Κώττα επί τοΰ θέματος τούτου άνακοινοί τα κατωτέρω:
«Εξοδος τοΰ ‘Εσταυρωμένου κατά τον όρθρον της Μεγάλης Παρα­σκευής, δπως και περιφορά τοΰ ‘Επιταφίου κατά τον «Ορθρον τοΰ ΜεγάλουΣαββάτου, δεν έγίνοντο κατά τους προ τής Αλώσεως χρόνους. Ή όλη ιεροτε­λεστία τών Παθών τοΰ Χρίστου, καθ’ δσον είναι αΰτη γνωστή σήμερον: «Εξοδος τοΰ Σταύρου, Άποκαθήλωσις, ‘Επιτάφιος, αποτελεί ένιαΐον σύν­ολον μιας και τής αυτής τελετής, διηρημένης εΐς τρία μέρη και συνυφα­σμένης κατά τους χρόνους τής δουλείας. Εις τά προ τής Αλώσεως λει­τουργικά τυπικά είναι άγνωστος καθ’ ολοκληρίαν ή ιεροτελεστία αΰτη.

Τά τυπικά τών βυζαντινών χρόνων, τά μέχρις ημών διασωθέντα, ήτοι:

Ιον) Το τυπικον τής μεγάλης και ιεράς Εβδομάδος εν τη πόλει «Ιερου­
σαλήμ, κατά κανόνα τοΰ Θ’-Γ αιώνος (εκδοθέν το πρώτον υπό τοΰ Dimitrievskij [Kazan 1888] και το δεύτερον υπό τοΰ Παπαδοπούλου—Κε-
ραμέως, ‘Ανάλεκτα, τόμ. Β’. [Πετροΰπ. 1891—1894]).
2ον) Το τυπικόν τής Μεγάλης τοΰ Χρίστου ‘Εκκλησίας (‘Αγ. Σοφίας)θ’-Γ αιώνος (εκδοθέν επίσης υπό τοΰ Dimitrievskij—εις τήν συλλογην  αύτοΰ Τυπικά,—περιλαμβάνουσαν έκτος του τυπικού της Μεγάλης ‘Εκκλη­σίας και σειράν τυπικών διαφόρων μονών, χρονολογουμένων από του Ι —Ι Γ ‘ καΐ Ι Δ ‘ αιώνος—δπως και υπό τοΰ Krasnoceltzev [‘Οδησσός 1892]).
3ον) Τα τυπικά τών διαφόρων μονών Κωνσταντινουπόλεως (Τυπικά υπό Dimitrievskij)·
4ον) Το τυπικον της Μονής της Πάτμου (πρ6λ. Dimitrievskij, Patmoskic otcherki[Kiev 1894], Ί . Σακκελίωνος, Πατμιακην Βώλιοθήκψ [‘Αθή­ναι 1890], Diehl, Le trésor de la Biblioth. de Patmos, au commencement du ΧΠ/e s-, εν By;· Zeitschr., τόμ. A’, 1892, σελ. 488-525).
5ov) Τα αυτοκρατορικά τυπικά: Τυπικόν, συνταχθέν υπό τής αυτοκρά­τειρας Ειρήνης δια την μονήν Θεοτόκου τής Κεχαριτωμένης (εν Migne,Patrol. Graeca, τόμ. 127). Τυπικόν τής μονής Παντοκράτορος, συνταχθένυπό τοΰ αύτοκράτορος ‘Ιωάννου Κομνηνού (Dimitrievskij, Τυπικά).
6ον) Ή Βασίλειος τάξις τοΰ Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, ή περι­λαμβάνουσα τόσας και τόσας εκκλησιαστικός λεπτομέρειας,δεν άναφέρουσι, πάντα ανεξαιρέτως, δια την εβδομάδα τών Παθών,
ειμή τάς γνωστοτάτας εκκλησιαστικές τελετάς, τάς μέχρι σήμερον διασωθείσας εις πολλά μέρη και τάς συνοψιζομένας εις τήν εξής σειράν: Βαϊοφορος,Νιπτήρ, Άνάστασις.

Έκ τούτων ή μεν πρώτη συνέκειτο εις τήν μίμησιντής εισόδου τοΰ Χρίστου εις ‘Ιεροσόλυμα «μετά κλάδων και βαίων» καΐ ήτο κυρίως διαδεδομένη εις Ιεροσόλυμα και Κωνσταντινουπολιν, παρελείπετο δε πολλάκις εις τάς μονάς.

Ή δευτέρα, ό Νιπτήρ, έμιμείτο τήν σκηνήν,καθ’ ήν ό Χριστός ένιψε τους πόδας τών δώδεκα μαθητών αύτοΰ, ολίγονπριν συλληφθή και ήτο απ’ εναντίας διαδεδομένη είς τάς μονάς, καθ’ οάποτελοΰσα μεγίστην ενδειξιν ταπεινοφροσύνης ( Ό δι’ ύπερβάλλουσαν αγα­θότητα όδόν αρίστην τήν ταπείνωσιν ύποδείξας εν τω νίψαι τους πόδαςτών μαθητών και μέχρι σταυρού καΐ ταφής συγκαταβας ήμΐν Χριστός ό αληθινός θεός ημών Τυπικόν Πάτμου, Dimitrievskij, Patmoskie otcherki, σελ. 236) .

Ή τρίτη τελετή (Άνάστασις) άπετέλει πανηγυρικόν έορτασμόν, μετ’ εξόδου εις τα «παραπτέρυγα» ή τάς αύλας τών εκκλησιών, μεθ’ ΰμνων, ψαλμών και εξαπτερΰγων, τής τοΰ Χρίστου ‘Αναστάσεως.
Ουδέν τό καινόν δια τήν Μεγάλην Πέμπτην και Μεγάλην Παρασκευήν, άναφορικώς προς την εξοδον του Σταυρού και του ‘Επιταφίου.

«Αγνωστοι τελείως κατά τους βυζαντινούς χρόνους αΐ τελεταί αΰται. Εις το τυπικον των’Ιεροσολύμων, κατά τον Ι ‘ αιώνα, περιλαμβάνονται και δύο μικραι τελεταί καθαρώς τοπικά!

Και ως εκ τούτου άγνωστοι εις τάς αλλάς εκκλησίας, ή της μιμήσεως τοΰ « Έλκομένου επί σταυρού» και ή τών Μυροφόρων. Κατά την πρώτην ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων ώφειλε, δεδεμένος τάς χείρας δια σχοινιού και φέρων τον σταυρόν επί τοϋ ώμου, να συρθη την πρωΐαν της Μεγάλης Πέμπτης, έξωθεν τοΰ ναού, ύπύ τοϋ διακόνου αύτοϋ. Ή δευτέρα εξετελεΐτο πέριξ τοϋ αγίου Τάφου καί. συνέκειτο εις την φύλαξιν υπό δύο μυροφόρων τοϋ Τάφου τοϋ Χριστού, τόσον κατά το εσπέρας της Μεγάλης Παρασκευής, τουτέστιν μετά τον ένταφιασμόν, όσον και κατά τήν πρω’ίαν τοϋ Πάσχα, μέχρις ότου άναγγελθή εις αύτας υπό τοϋ Πατριάρχου ή άνάστασις (Λέγω δε τήν πρωΐαν τοΰ Πάσχα, διότι ή Άνάστασις έωρτάζετο τήν πρωϊαν της Κυριακής και δ’χι τήν νύκτα τοϋ Σαββάτου (Πρβλ. Παπαδοπ.Κεραμ., ‘Ανάλεκτα, τόμ. Β’, σελ. 146, 189 και άκόλ.).

Αι δύο τελευταΐαι αΰται μικραι τελεταί τοϋ Ι ‘ αιώνος έξηφανίσθησαν συν τω χρόνω—είναι άγνω­στοι εις τα κατόπιν τυπικά τών Ίεροσολύμίον — κατά πασαν πιθανότητα συγχωνευθεΐσαι εις τήν μετά τοσούτου πραγματισμού και αληθοφάνειας εκτελουμένη όλην σειράν τών σκηνών τών Παθών τοΰ Χριστού, τών οποίων ζωντανόν μαρτύρων αποτελεί ή υπό τοΰ Σπυρίδωνος Λάμπρου εν τω Βατικανού (Παλατινή Βιβλιοθήκη), άνακαλυφθεΐσα και δημοσιευθείσα Διάταξις τών Παθών τοΰ Χρίστου (Νέος Έλληνομνήμων, ε’τος 1916, τεΰχ. 13, σελ. 381 και άκόλ.), εν ή συμπεριλαμβάνονται και αί σκηναι τοϋ Έλκομένου και τών Μυροφόρων, δπως συμπεριλαμβάνονται και αί προμνημονευθεΐσαι τών Παθών σκηναί: Βαϊοφόρος, Νιπτήρ και λοιπαί. Έ ά ν δε αΐ τελευταΐαι αύται απέμειναν εις τα εκκλησιαστικά τυπικά, τοϋτο συνέβη, διότι ειχον πλέον καθιερωθη και συμπεριληφθή εις αυτά, ουχί ως Ίδιαίτεραι τελεταί—ως ή τοϋ Έλκομένου καί τών Μυροφόρων, αί όποΐαι ήσαν προαιρετικά!
και καθαρώς τοπικαί—αλλά ως άναπόσπαστον μέρος της δλης ακολουθίας της ιεράς ‘Εβδομάδος, και εξακολουθούν νά σώζωνται μέχρι σήμερον (Νι­πτήρ της Πάτμου, Πατριαρχείων Κων/πόλεως καί ‘Ιεροσολύμων), ενώ αί σκηναί της Παλατινής Διατάξεως (Σπ. Λάμπρου), καθ5 δ καθαρώς θεαμα­τικά! και άπαιτοϋσαι ιδιαιτέραν σκηνοθεσίαν, παριστάνοντο μεν εν τη εκκλη­σία, αλλ’ ανεξαρτήτως της εκκλησιαστικής ακολουθίας καί εις ιδιαιτέραν ώραν, καθοριζομένην ειδικώς προς τούτο. Εις λόγος λοιπόν σοβαρότατος, διατον όποιον δεν διεσώθησαν αύται δια τών εκκλησιαστικών τυπικών, δπως αί πρώται.
Άπ ‘ εναντίας, εις το Τριώδιον τών μετά τήν «Αλωσιν χρόνων, εϊσεχώρησεν ή τριήμερος διάταξις τών Παθών τοΰ Χρίστου,—»Εξοδος Σταυρού, Άποκαθήλωσις, ‘Επιτάφιος—συνοδευομένη περιπλέον υπό κειμένου τόσον αγνώστου δσον καί ή προέλευσις της δλης διατάξεως: Το Σήμερον κρέμα ται επί ξύλου τής ‘Εξόδου tot» Σταυροί) ανήκει εις τα «Ίδιομελά αδέσποτα»» ως προς δε τον ώραιότατον Έπιτάφιον Θρήνον της Μεγάλης Παρασκευής, ούτος εξακολουθεί να προκαλή τόσον τον θαυμασμόν δσον καΐ την περιέργειαν των σοφών, όσον άφορα την συγγραφήν αύτοΰ. Δια τα συναξάρια, τα όποια συμπεριελήφθησαν εις τα τριώδια και τα πεντηκοστάρια των μεταβυζαντινών χρόνων, επικρατεί ή δοξασία, ότι είναι αυτά εκείνα, τα όποια συνεγράφησαν υπό του ιστορικοί} Νικηφόρου Καλλίστου Ξανθοποΰλου, τω 1336. Ουδεμία γνώμη όμως διετυπώθη ως προς την διάταξιν τών Παθών του Χρίστου. ‘Αμέσως λοιπόν γεννώνται δυο ερωτήματα: Κατά ποίαν εποχήν εισεχώρησεν αΰτη εις την άκολουθίαν της Μεγάλης Εβδομάδος; Κα! δια ποίον λόγον;
Ή διάταξις τών Παθών του Χριστού, όπως είναι αυτή γνωστή σή­μερον, φαίνεται να εχη εισχωρήσει εις την εκκλησίαν κατά τους χρόνους της δουλείας, λόγω της επιθυμίας της άναβιώσεως υπό του χριστιανικού κοι­ νού τών σκηνών, εις τας οποίας τούτο ενετρΰφα άλλοτε, τόσον ελευθέρως και επί όλόκληρον εβδομάδα. Οι Βυζαντινοί παρίστανον τα Πάθη τοΰ Χρίστου μεγαλοπρεπώς και με ΐδιάζουσαν σκηνοθεσίαν οί υποδουλωμένοι χριστιανοί ώφειλον ένστερνιζόμενοι τήν πάλαιαν συνήθειαν, την τόσον προσφιλή εις αυτούς παράδοσιν, να δικαιολογήσωσιν αυτήν υπό το πρόσχημα της θρη­σκείας, ν’ άποκρΰψωσιν αυτήν όπισθεν τής ελευθέρας θρησκευτικής ασκήσεως.
Γνωρίζομεν δε, δτι ουδέποτε οι Τούρκοι έτάραξαν τήν ίεροτελεοτίαν τών Χριστιανών κατά τήν πομπώδη εξοδον τοΰ ‘Επιταφίου. «Οσον δια τάς μο­νάς, εις τάς οποίας ουδέποτε εΐχον παρασταθή αί σκηναι τών Παθών τοΰΧριστού—περιωρίσθη ή τοιαύτη συνήθεια εις τας πόλεις—(ενώ απ’ εναντίας
παρίστανον εις αύτας πομπωδώς τα τής Κοιμήσεως και ‘Επιταφίου τής Θεο­τόκου—πρ. V. Cottas, Le Théâtre à Byzance, κεφ. Β’ 2, Les officesdramatiques de nos jours, σελ. 131 και άκόλ.), ή «Εξοδος τοΰ Σταυρού μετά τών λοιπών λεπτομερειών τής όλης διατάξεως μένει μέχρι σήμερον
άγνωστος.
Ώ ς προς τήν εποχήν τής εισχωρήσεως της περί ης ό λόγος διατάξεως εις τήν εκκλησίαν, εχομεν να εΐπομεν και τα εξής·:
Το τελευταΐον βυζαντινόν έργον—σύγχρονον σχεδόν με τήν «Αλωσιν—το άναφερόμενον εις τάς ιεροτελεστίας τοΰ Βυζαντίου, είναι το άποδιδόμενον εις τον Γεώργιον Κωδινόν «Περί οφφικίων » σύγγραμμα (κεφ. Γ).Αναφέρει δε τοΰτο ως εκκλησιαστικός τελετάς και πάλιν τήν Βαϊοφόρον, τον
Νιπτήρα, τήν Άνάστασιν. Ούδεμίαν μνείαν ποιείται τών Παθών ή τής ‘Εξό­δου τοΰ Σταύρου καΐ τοΰ ‘Επιταφίου. Βραδΰτερον εκλείπει πάν γραπτόν μαρτΰριον δι’ ημάς τους «Ελληνας.

Ευτυχώς όμως ανευρίσκονται τοιαΰτα είς τα λοιπά ορθόδοξα κράτη, είτε γειτονικά είτε μή, εις τα όποια και πρέπει να άνέλθωμεν, εάν θέλωμεν να άνεΰρωμεν το χρονολογικον νήμα, το όποιον
άναζητοΰμεν. Και δεν σώζονται μεν ελληνικά τυπικά τής εποχής τής δουλείας, εις τα όποια να άνευρίσκωμεν την δλην διάταξιν των Παθών του Χριστού, υπάρχει όμως Ρωσσικός τις κατάλογος των εν Ρωσσία από του 1491 μέχρι του 1652 εις κυριλλικούς χαρακτήρας εκδοθέντων ρωσσο-σλαυωνι-κών εκκλησιαστικών βιβλίων (υπό του Kataev, Πετροΰπ. 1884), εις τον όποιον άνεΰρομεν δ,τι εζητοΰμεν. Αι πρώται μεταφράσεις του τριωδίου ρωσσιστί χρονολογούνται από του τέλους του ΙΛ ‘ αιώνος’ δεν περιλαμβάνουν παρά τους κανόνας της Τεσσαρακοστής του Θεοδώρου Στουδίτου (826). Κατά τάς αρχάς του Ι Ε ‘ αιώνος δλη ή εκκλησιαστική διάταξις τών ‘Ιεροσολύμων, δπως και ή τής Τκσσαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδος) εΐχον επίσης μεταφρασθή ρωσσιστί, άλλα δεν περιελάμβανον και αύται επίσης την σημερινήν διά­ ταξιν τών Παθών, δπως δεν θα περιελάμβανον αυτήν και τα ελληνικά πρότυπα.
Αί πρώται μετά τήν «Αλωσιν τής Κων/πόλεως ρωσσικαι εκδόσεις χρονολογούν­ται από το 1491, αί δεύτεραι από το J 561. Περίοδος εκατόν περίπου ετών χωρίζει άρα τάς μεν από τάς δε. Εΐς τας πρώτας δέν άνεΰρομεν καμμίαν μνείαν ‘Εξόδου τον ‘Εσταυρωμένου, είτε του ‘Επιταφίου* εις τάς δευτέρας άπ’ εναντίας εΰρομεν το ζητοΰμενον και μετ’ αύτου όλόκληρον τήν μετάφρασιν του Επιταφίου Θρήνου εις σλαυϊκήν. ‘Από τήν Ρωσσίαν ή σλαυϊκή αΰτη μετάφρασις εΐσεχώρησεν εΐς Βουλγαρίαν και Σερβίαν κατ’ αρχάς καΐ εκείθεν εΐς Ρουμανίαν. Ή τελική όμως μετάφρασις του Τριωδίου με την σημερινήν διάταξιν τών Παθών και τήν επίσημον μετάφρασιν του ‘Επιταφίου Θρήνου εν Ρουμανία, εΐς σλαυϊκήν γλώσσαν, χρονολογείται άπό του 1697 και οφεί­ λεται εΐς τον μητροπολίτην του Buzihi, Mitrophan (Ν. Jorga, Bisericìi Românesti, τόμ. A’, σελ. 116 -119. Βουκουρ. 1908—1909). Μετάφρασις εΐς καθαρώς ρουμανικήν γλώσσαν του Τριωδίου, και κατ’ άκολουθίαν και του Επιταφίου Θρήνου ύπό του συνθέτου και εξαίρετου μουσικού Anton Paini εγένετο τω 1843.
Ούτω, τα Τυπικά τών ξένων ορθοδόξων λαών και δή αί μεταφράσεις εκ του ελληνικού τής Διατάξεως τών Παθών του Χρίστου, εν Ρωσσία κατ’ αρ­χάς, Βουλγαρία, Σερβία και Ρουμανία βραδύτερον, βοηθούν να άνεΰρωμεν τήν εποχήν τής εΐσχωρήσεως εις τήν ορθόδοξον έλληνικήν εκκλησίαν τής όλης διατάξεως τών Παθών, δπως εφθασεν αΰτη μέχρις ημών μετά τής ‘Εξόδου του ‘Εσταυρωμένου—ήτις ήτο άγνωστος εΐς τους προ τής Αλώ­σεως χρόνους—και τής όλης τελετής του ‘Επιταφίου:
Κυμαίνεται αυτή από τα τέλη του 15ου ί’ως τα μέσα του Ιΰου αιώνος. Ά π ό τής εποχής δε ταύτης χρονολογείται πιθανώτατα και ή άνάρτησις καθ’ δλην τήν διάρκειαν του έτους εΐς το «Αγιον Βήμα του ‘Εσταυρωμένου, τον όποιον δεικνύουν αί έκκλησίαι εΐς το κοινόν ά’παξ του έτους, τήν Μεγάλην Πέμπτην, ήτοι εις τον όρθρον τής Μεγάλης Παρασκευής. «Οσον δια τας φορητός εικόνας του Χριστού επί σταυροί) εν μέσω τών δυο ληστών είτε τής Θεοτόκου και του ήγαπημένου μαθητού παρά τον σταυρόν, φρονούμεν, δτι αΰται είναι παλαιότεραι, καθ’ δσον ήσαν επίσης εν χρήσει παρά τοις  Βυζαντινοις, οιτινες εχρησιμοποίουν αύτας κατά την παράστασιν των σκηνών των Παθών του είδους τών της Παλατινής διατάξεως. «Οπως φρονοΰμεν επίσης, δτι ή προέλευσις του επιταφίου (υφάσματος) ανέρχεται ε’ις τους βυ­ζαντινούς χρόνους- άνευρίσκομεν αυτήν εις τον αέραεπιτάφιον της θείας λειτουργίας της βυζαντινής εποχής (πρβλ. V· Cottas. L’influence du drame
« Christos Pas chon* sur l’art chrétien d’ Orient, κεφ. Η ‘ : Le jeu dela Passion et l’usage des épitaphio/), άναγνωρίζοντες ούτω εις τήν όλην ίεροτελεστίαν τών Παθών του Χρίστου τών μετά τήν «Αλωσιν χρόνων, στοιχεία καθαρώς εκκλησιαστικά και λειτουργικά, αναμεμιγμένα μετ’ άλλων,
αποτελούντων τήν τελευταίαν επιβίωσιν τών σκηνοθετικών διατάξεων τών προ τής «Αλώσεως χρόνων