Π ῶ ς   ἀ π ο ρ ρ ί π τ ω   τ ὸ ν   Θ ε ό; (π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ πό κ ο υ)

images (6)

Ἡ γαλ­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ φι­λό­σο­φος Σι­μὸν ντὲ Μπο­βου­άρ, μιὰ ἀ­πὸ τὶς κυ­ρι­ώ­τε­ρες ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ κι­νή­μα­τος τοῦ φε­μι­νι­σμοῦ στὸν 20ό αἰ­ώ­να, στὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό της ἔρ­γο «Πῶς ἔ­γι­να συγ­γρα­φέ­ας» με­τα­ξὺ ἄλ­λων ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται:

«Πέ­ρα­σα πο­λὺ εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­δι­κὰ χρό­νια.Κοινωνοῦσα, ἐ­ξο­μο­λο­γι­ό­μουν, ἤ­μουν πο­λὺ εὐ­σε­βής. Ἤ­θε­λα νὰ ἀ­ρέ­σω στὸν κα­λὸ Θε­ὸ καὶ νὰ ἔ­χω μιὰ κα­τά­λευ­κη ἁ­γνὴ ψυ­χή… Μέ­χρι τὰ 12-13 μου ὅ­λα κυ­λοῦ­σαν ὑ­πέ­ρο­χα γιὰ μέ­να. Τὰ πράγ­μα­τα χά­λα­σαν λί­γο ὅ­ταν μπῆ­κα στὴν ἐ­φη­βεί­α. Ἔ­γι­να ἄ­τα­κτη, ἀ­νά­πο­δη καὶ χον­τρο­κέ­φα­λη – εἶ­χα ἀ­πο­κτή­σει κα­κὲς συ­νή­θει­ες καὶ τρω­γό­μουν μὲ τὰ ροῦ­χα μου. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ὅ­μως, ἀ­να­πτυσ­σό­ταν τὸ κρι­τι­κό μου πνεῦ­μα καὶ ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα ἔ­λε­γε «μὴ ἐ­κεῖ­νο, μὴ τὸ ἄλ­λο»…, δὲν τὴν ὑ­πά­κου­α πο­τὲ μὲ τὴ θέ­λη­σή μου.

Καὶ τε­λι­κὰ σ’ ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ θέ­μα πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ μὴν ὑ­πα­κού­ω. Ἔ­λεγ­χαν μὲ ἄ­κρα αὐ­στη­ρό­τη­τα τὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τά μου… Περ­νοῦ­σα τὶς δι­α­κο­πές μου στὴ Λι­μου­ζέν, σ’ ἕ­να ἰ­δι­ό­κτη­το κτῆ­μα τοῦ παπ­ποῦ, …καὶ στὴν ἐ­ξο­χὴ ξέ­με­να πάν­τα ἀ­πὸ ἀ­να­γνώ­σμα­τα. Ὑ­πῆρ­χαν στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κά­ποι­ες δε­μέ­νες συλ­λο­γές… Μοῦ ὑ­πέ­δει­ξαν τὰ κομ­μά­τια ποὺ ἦ­ταν «γιὰ μέ­να», … καὶ μοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ πά­ρω τὸν τό­μο στὸ δά­σος ὅ­που κα­τα­σκή­νω­να γιὰ νὰ δι­α­βά­σω. Μιὰ ὡ­ραί­α ἡ­μέ­ρα ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω τὰ κομ­μά­τια ποὺ δὲν ἦ­ταν γιὰ μέ­να… Καὶ ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψα­με στὸ Πα­ρί­σι, κα­τα­βρό­χθι­σα ὅ­λη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ πα­τέ­ρα μου, …ὁ­τι­δή­πο­τε ἔ­πε­φτε στὰ χέ­ρια μου.

Δὲν εἶ­χα κα­θό­λου τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἔ­κα­να κά­τι κα­κό, δὲν περ­νοῦ­σε κἂν ἀ­πὸ τὸ μυα­λό μου ὅ­τι προ­σέ­βαλ­λα τὸ Θε­ό. Πρέ­πει νὰ πῶ ὅ­τι εἶ­χα τα­κτο­ποι­ή­σει -μὲ τὸν τρό­πο μου- τὶς σχέ­σεις μα­ζί του… Ὡ­στό­σο ἕ­να βρά­δυ στὴ Λι­μου­ζὲν ἔ­κα­να μέ­σα μου με­ρι­κὲς ἐ­ρω­τή­σεις… Εἶ­πα στὸν ἑ­αυ­τό μου: τὸ ὅ­τι δὲν ὑ­πα­κοῦς, τὸ ὅ­τι λὲς ψέ­μα­τα, εἶ­ναι κι αὐ­τὰ ἁ­μαρ­τί­ες. Καὶ τό­τε μοῦ ἔ­γι­νε μιὰ ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἀ­πό­λυ­τα ἐκ­θαμ­βω­τι­κή: πο­τὲ δὲν ἀ­παρ­νι­ό­μουν πράγ­μα­τα ποὺ μ’ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν ἐ­πει­δὴ δῆ­θεν ὁ Θε­ὸς τὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ε. Ἄ­ρα δὲν πί­στευ­α πιὰ σ’ ἐ­κεῖ­νον!».

Ἐν­τυ­πω­σιά­ζει πράγ­μα­τι ἡ εὔ­στο­χη καὶ εἰ­λι­κρι­νὴς δι­α­πί­στω­ση τῆς συγ­γρα­φέ­ως! Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε, δὲν εἶ­χε πλέ­ον καμ­μιὰ σχέ­ση μὲ τὸν Θε­ό.

Πό­σο τὸ ἔ­χου­με συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει αὐ­τὸ οἱ Χρι­στια­νοί; Ἔ­χου­με ἀν­τι­λη­φθεῖ ὅ­τι τὸ δι­κό μας θέ­λη­μα καὶ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ μπορεῖ νὰ εἶ­ναι δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πράγ­μα­τα καὶ νὰ μὴ συμ­πί­πτουν πάντα με­τα­ξύ τους; Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστ. Παῦλος παρακινεῖ νὰ προσπαθοῦμε συνεχῶς νὰ βρίσκουμε ποιὸ εἶναι τὸ ἀγαθό, εὐάρεστο καὶ τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ προσαρμόζουμε κάθε δικό μας θέλημα, ὥστε νὰ μεταμορφώνουμε καὶ νὰ ἀνακαινίζουμε τὸν ἑαυτό μας, κάνοντάς τον ἔτσι θυσία ζωντανή, εὐάρεστη στὸν Θεὸ (Ρωμ. 12, 1-2). Ὅταν δίνουμε προτεραιότητα στὸ δικό μας θέλημα ποὺ δὲν συμπίπτει μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀ­κό­μα κι ἂν δε­χό­μα­στε θε­ω­ρη­τι­κὰ τὸν Θε­ό, οὐ­σι­α­στι­κὰ τὸν ἀ­πορ­ρί­πτου­με. Δὲν πι­στεύ­ου­με πιὰ σ’ αὐ­τόν. Δὲν ρυθ­μί­ζει Ἐ­κεῖ­νος τὴ ζω­ή μας. Εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος γιὰ μᾶς. Θε­ός μας εἶ­ναι ὁ ἑ­αυ­τός μας μὲ ὅ­σα τοῦ ἀ­ρέ­σουν καὶ τὸν ἐ­ξυ­μνοῦν.

Αὐ­τή τὴν αὐ­το­θέ­ω­ση πό­θη­σε μά­ται­α ὁ Ἀ­δάμ, ἀ­πορ­ρί­πτον­τας τὸν δρό­μο ποὺ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξε ὁ Θε­ός. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ νέ­ος Ἀ­δάμ, ὁ Χρι­στός, ἀ­πέ­φυ­γε συ­στη­μα­τι­κὰ τὸ ἴ­διο λά­θος. Δὲν ζή­τη­σε τί­πο­τε δι­κό του, ἀλ­λὰ «ἑ­αυ­τὸν ἐ­κέ­νω­σε» (Φιλ. 2, 7), γιὰ νὰ γί­νει ἀ­πό­λυ­τα ὑ­πά­κου­ος στὸν Θε­ὸ-Πα­τέ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ καὶ κά­θε Χρι­στια­νὸς ποὺ σκέ­πτε­ται μὲ «νοῦν Χρι­στοῦ» (Α΄ Κορ. 2, 16) καὶ δὲν θέ­λει δι­α­ζύ­γιο ἀ­π’ τὸν Θε­ό, προ­σπα­θεῖ νὰ ὑ­πο­τά­ξει ἐν­τε­λῶς τὸ δι­κό του θέ­λη­μα στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Νὰ πε­θά­νει γιὰ τὸν κό­σμο. Νὰ ζή­σει γιὰ τὸν Θε­ό.

Πῶς θὰ τὸ πε­τύ­χου­με αὐ­τό, ἂν δὲν ἀ­παρ­νη­θοῦ­με ἑ­κού­σια τὸν ἑ­αυ­τό μας, κά­θε τὶ ποὺ θέ­λου­με; Κι ἂν δὲν γί­νει αὐ­τό, πῶς θὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὸν Χρι­στό; (Μάρκ. 8, 34).

 

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 375, Ὀ­κτώ­βριος 2014)

Π ρ ά γ μ α   ἢ   π ρ ό σ ω π ο; (π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ)

images

Ἡ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα εἶ­ναι βα­σι­κὴ ἀρ­χὴ κά­θε ἐ­πι­στή­μης καὶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ  ἀ­που­σιά­ζει ἀ­πὸ τὴ σχο­λὴ τοῦ Φρό­υντ, τοῦ πα­τέ­ρα τῆς ψυ­χα­νά­λυ­σης. Ο Viktor Frankl, κα­θη­γη­τὴς τῆς  ψυ­χι­α­τρι­κῆς στὴ Βι­έν­νη καὶ ἱ­δρυ­τὴς τῆς  σχο­λῆς τῆς λο­γο­θε­ρα­πεί­ας, κρι­τι­κά­ρον­τας τὴ σχο­λὴ τῆς ψυ­χα­νά­λυ­σης, γρά­φει:

«Ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση δὲν υἱ­ο­θέ­τη­σε ἁ­πλῶς τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα – ὑ­πο­τά­χτη­κε σ’ αὐ­τήν. Ἡ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα ὁ­δή­γη­σε σὺν τῷ χρό­νῳ στὴν ἀν­τι­κει­με­νο­ποί­η­ση, ἢ τὸν ὑ­πο­βι­βα­σμὸ τοῦ ἀν­θρώ­που σὲ πράγ­μα. Μὲ ἄλ­λα λό­για, με­τέ­τρε­ψε τὸ ἀν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο σὲ ἀν­τι­κεί­με­νο, τὸ ἀν­θρώ­πι­νο πλά­σμα σὲ πράγ­μα. Ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση θε­ω­ρεῖ τὸν ἄρ­ρω­στο ὡς κά­τι τὸ κυ­βερ­νώ­με­νο ἀ­πὸ “μη­χα­νι­σμού­ς”, καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸν θε­ρα­πευ­τὴ ὡς τὸ πρό­σω­πο ποὺ ξέ­ρει πῶς νὰ χει­ρί­ζε­ται αὐ­τοὺς τοὺς μη­χα­νι­σμούς. Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ξέ­ρει τὴν τε­χνι­κὴ τῆς δι­ορ­θώ­σε­ως τῶν δι­α­τα­ρα­χθέν­των μη­χα­νι­σμῶν.

Πί­σω ὅ­μως ἀ­πὸ μί­α ἑρ­μη­νεί­α τῆς ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κῆς ὡς ἁ­πλῆς τε­χνι­κῆς κα­ρα­δο­κεῖ ὁ κυ­νι­σμός. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με τὸν θε­ρα­πευ­τὴ ὡς ἁ­πλὸ τε­χνι­κό, μό­νο ἂν δοῦ­με πρῶ­τα τὸν ἄρ­ρω­στο ὡς ἕ­να εἶ­δος μη­χα­νῆς. Μό­νο ἕ­νας ἄν­θρω­πος μη­χα­νή, θὰ ἔ­λε­γα, χρει­ά­ζε­ται ἕ­να για­τρὸ τε­χνι­κό».

Καὶ συ­νε­χί­ζει ὁ V. Frankl: «Τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή, ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ὅ­λο, ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση τὴ βλέ­πει κομ­μα­τι­α­σμέ­νη, για­τί τὴν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὡς κά­τι ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ χω­ρι­στὰ μέ­ρη, δη­λα­δὴ δι­ά­φο­ρες ὁρ­μές, οἱ ὁ­ποῖ­ες μὲ τὴ σει­ρά τους ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ τὰ λε­γό­με­να “­συ­στα­τι­κὰ τῶν ὁρ­μῶ­ν’’… Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, ἡ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που κα­τα­στρέ­φε­ται κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο. Μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα νὰ λε­χθεῖ πὼς ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση ἀ­πο­προ­σω­ποποι­εῖ τὸν ἄν­θρω­πο­» (V. Frankl, O Θε­ὸς τοῦ Ἀ­συ­νει­δή­του, ἐκδ. ΤΑΜΑΣΟΣ, σ. 20-21).

Ἀ­λή­θεια πό­σος κυ­νι­σμὸς χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ με­τα­βά­λου­με τὸν «­κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ­» ἄν­θρω­πο σὲ πράγ­μα; Ἤ­δη τὸν κα­ταν­τή­σα­με ἁ­πλὸ ἀν­τι­κεί­με­νο πολ­λα­πλῆς χρή­σης, μιὰ ἀ­πρό­σω­πη ὀν­τό­τη­τα. Ἕ­να σύ­νο­λο ὁρ­μῶν, ἐν­στί­κτων, χη­μι­κῶν δι­ερ­γα­σι­ῶν, «­μη­χα­νι­σμῶ­ν», τὰ ὁ­ποῖ­α ὁ εἰ­δι­κὸς τε­χνι­κὸς μπο­ρεῖ νὰ προ­γραμ­μα­τί­σει, γιὰ νὰ φτιά­ξει μη­χα­νὲς κα­τάλ­λη­λες γιὰ τὸ δι­κό της σκο­πὸ τὴν κα­θε­μιά. Ἔ­τσι ἔ­χου­με τὸν ἄν­θρω­πο-φο­νι­κὴ μη­χα­νή, κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὰ ἀ­πάν­θρω­πα ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ συ­στή­μα­τα, τὴ γυ­ναί­κα-μη­χα­νὴ τοῦ σέξ, τὸν ἄν­θρω­πο-γρα­νά­ζι στὶς τε­ρά­στι­ες ἁ­λυ­σί­δες πα­ρα­γω­γῆς, τὸν ἄν­θρω­πο-πι­ό­νι στὰ παγ­κό­σμια κυ­κλώ­μα­τα δι­α­φθο­ρᾶς. Τὸν ἄν­θρω­πο χω­ρὶς ταυ­τό­τη­τα. Ἕ­να ἀ­πρό­σω­πο νού­με­ρο στὶς ἀ­να­λώ­σι­μες ἀν­θρώ­πι­νες μά­ζες.

Τί τρα­γω­δί­α!

Πῶς νὰ μὴν εἶ­ναι λοι­πὸν ἀ­να­τρε­πτι­κὴ ἡ στά­ση καὶ ὁ λό­γος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ ἀν­τὶ γιὰ πράγ­μα, θε­ω­ρεῖ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀ­κό­μα καὶ τὸν πιὸ ἁ­μαρ­τω­λό, μο­να­δι­κὸ καὶ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτο;  Δι­α­χω­ρί­ζει ὀ­ξέ­ως τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α του. Ἀ­πορ­ρί­πτει τὴν ταύ­τι­σή του μὲ τὸ σφάλ­μα του. Κα­τα­δι­κά­ζει τὴν ἁ­μαρ­τί­α του, ἀλ­λὰ θε­ω­ρεῖ

πο­λύ­τι­μον αὐ­τὸν ποὺ τὴ δι­α­πράτ­τει. Καὶ ἀ­γω­νί­ζε­ται νὰ τὸν ἀ­να­πλά­σει. Δὲν τὸν βλέ­πει πο­τὲ σὰν ξο­φλη­μέ­νη ὑ­πό­θε­ση. Τὸν ἀ­να­συν­θέ­τει, τὸν ἀ­να­σταί­νει, τὸν ἀ­να­δει­κνύ­ει και­νὴ κτί­ση, νέ­ον ἄν­θρω­πο. Ἀν­τὶ γιὰ ἀ­πρό­σω­πο, ψυ­χρὸ ἀν­τι­κεί­με­νο, τὸν βλέ­πει πάν­τα σὰν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ, προι­κι­σμέ­νο μὲ δι­κή του ταυ­τό­τη­τα, μὲ ὑ­πεύ­θυ­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α.

Μὰ καὶ ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς κα­τε­βαί­νει, παίρ­νει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φή, σταυ­ρώ­νε­ται καὶ γιὰ τὸν πιὸ ἀ­σή­μαν­το ἄν­θρω­πο, τὸν τι­μᾶ στὸ ἔ­πα­κρο κά­νον­τάς τον μέ­λος τοῦ ἴ­διου τοῦ σώ­μα­τός Του. Μί­α ζη­λευ­τὴ ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση λαμ­βά­νει χώ­ρα: Ὁ ἄν­θρω­πος σε­μνύ­νε­ται νὰ εἶ­ναι εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ καὶ ὁ Θε­ὸς δὲν ντρέ­πε­ται κα­θό­λου νὰ παίρ­νει γιὰ δι­κή του μορ­φὴ τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἀν­θρώ­που. Τί με­γα­λεῖ­ο!

Συ­νή­θι­ζε κά­ποι­ος ἅ­γιος ἀ­σκη­τής, ὁ ἀββᾶς Ἀπολλώ, νὰ κά­νει με­τά­νοι­α, νὰ προ­σκυ­νά­ει δη­λα­δὴ κά­θε ἄν­θρω­πο, ἄν­δρα ἢ γυ­ναί­κα ἀ­δι­α­κρί­τως, ποὺ τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν. Κι ὅ­ταν κά­ποι­οι τοῦ ἔ­κα­μαν πα­ρα­τή­ρη­ση, πὼς εἶ­ναι ἀ­νάρ­μο­στο σὲ μο­να­χὸ νὰ προ­σκυ­νά­ει ἁ­πλοὺς λα­ϊ­κούς, τοὺς ἀ­πο­στό­μω­σε λέ­γον­τας:

–  Ἐγὼ τὴν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ προ­σκυ­νῶ. Εἶ­δες τὸν ἀ­δελ­φό σου; Εἶ­δες Κύ­ριον τὸν Θε­όν σου (Γεροντικό).

Ὑ­πάρ­χει ἐ­πα­νά­στα­ση ἀ­να­τρε­πτι­κό­τε­ρη ἀ­π’ αὐ­τήν; Κι ἐ­σύ; Εἶ­σαι ἀ­νά­με­σα σὲ  τέ­τοι­ους ἐ­πα­να­στά­τες;

 

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 350, Σεπτ. 2012)

 

 

Σταυρός η σκέπη της Εκκλησίας.(π.Δημητρίου Μπόκου)

ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Μιὰ ἐν­τε­λῶς θαυ­μα­στή, ὅ­σο καὶ πα­ρά­δο­ξη ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε στὸν πα­τριά­ρχη Ἀ­βρα­άμ, ἐ­νῶ αὐ­τὸς κα­θό­ταν στὴ θύ­ρα τῆς σκη­νῆς του, μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, στὴ Χε­βρών, κον­τὰ στὴ δρῦ τοῦ Μαμ­βρῆ.

Κα­θὼς σή­κω­σε τὰ μά­τια του, εἶ­δε τρεῖς ἄν­δρες νὰ στέ­κον­ται ἀ­πέ­ναν­τί του. Ἔ­τρε­ξε ἀ­μέ­σως νὰ τοὺς προ­ϋ­παν­τή­σει καὶ τοὺς προ­σκύ­νη­σε ὣς τὴ γῆ.

–  Κύριέ μου­, εἶ­πε, ­ἂν ἔ­χω τὴν εὔ­νοι­ά σου, μὴν προ­σπε­ρά­σεις τὸν δοῦ­λο σου. Ἂς φέ­ρουν λί­γο νε­ρὸ νὰ πλύ­νε­τε τὰ πό­δια σας, καὶ με­τὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ δρο­σι­στεῖ­τε κά­τω ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο. Θὰ φέ­ρω καὶ λί­γο ψω­μὶ νὰ πά­ρε­τε δύ­να­μη, καὶ με­τὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ πη­γαί­νε­τε. Πε­ρά­στε λοι­πὸν ἀ­πὸ τὸν δοῦ­λο σα­ς.

Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πάν­τη­σαν:

–  Κάνε ὅ­πως εἶ­πε­ς.

Τό­τε ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ἔ­τρε­ξε στὴ σκη­νὴ καὶ εἶ­πε στὴ Σάρ­ρα:

–  Πάρε γρή­γο­ρα τρεῖς γα­βά­θες ἀ­λεύ­ρι ἐ­κλε­κτό, ζύ­μω­σέ το καὶ κά­νε πίτ­τε­ς.

Με­τὰ ἔ­τρε­ξε στὰ βό­δια, πῆ­ρε ἕ­να μο­σχά­ρι τρυ­φε­ρὸ καὶ κα­λό, τὸ ἔ­δω­σε στὸν ὑ­πη­ρέ­τη κι ἐ­κεῖ­νος τὸ ἑ­τοί­μα­σε γρή­γο­ρα. Πῆ­ρε ἀ­κό­μα βού­τυ­ρο, γά­λα καὶ μαζὶ μὲ τὸ μο­σχά­ρι ποὺ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει,   τὰ πα­ρέ­θε­σε μπρο­στά τους. Καὶ ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι ἔ­τρω­γαν,  αὐ­τὸς τοὺς πα­ρα­στε­κό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο (Γεν. 18, 1-8).

Τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ αὐ­τό, γνω­στὸ καὶ ὡς «Φιλοξενία τοῦ Ἀ­βραά­μ», θε­ω­ρεῖ­ται ὡς φα­νέ­ρω­ση τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, Πα­τρός, Υἱ­οῦ καὶ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, καὶ κα­θι­ε­ρώ­θη­κε στὴν ὀρ­θό­δο­ξη εἰ­κο­νο­γρα­φί­α ὡς ἡ κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν εἰ­κό­να τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ὅ­τι μι­λών­τας γιὰ τοὺς τρεῖς ἄν­δρες ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή, τοὺς προσ­δι­ο­ρί­ζει συ­νε­χῶς μὲ τὸ ὄ­νο­μα «­ὁ Κύ­ρι­ο­ς».

Πέ­ρα ὅ­μως ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ φα­νε­ρὴ μαρ­τυ­ρί­α τῆς τρι­α­δι­κό­τη­τας τοῦ Θε­οῦ, ἐ­νυ­πάρ­χει καὶ μιὰ ἀ­κό­μη δι­ά­στα­ση σ’ αὐ­τό. Εἶ­ναι μιὰ προ­τύ­πω­ση, ἕ­νας συμ­βο­λι­σμὸς τοῦ γε­γο­νό­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας: Ἔ­χου­με τὸν Τρι­α­δι­κὸ Θε­ό, τὸν δη­μι­ουρ­γὸ καὶ πα­τέ­ρα, σὲ μιὰ ἀ­ξι­ο­ζή­λευ­τη σκη­νὴ ἀ­λη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας μὲ τὰ ἐ­πὶ γῆς πι­στὰ τέ­κνα Του, τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τὴ Σάρ­ρα. Μιὰ πρότυπη εἰ­κό­να, ἕνα ἀρχέτυπο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, θρι­αμ­βεύ­ου­σας καὶ στρα­τευ­ο­μέ­νης.

Στὸ ὅ­λο σκη­νι­κὸ κά­τω ἀ­πὸ τὴν δρῦ τὴν Μαμ­βρῆ, ἕ­να δέν­τρο ρω­μα­λέ­ο, γε­μά­το ζω­ὴ καὶ δρο­σιά, ποὺ δὲν μνη­μο­νεύ­ε­ται τυ­χαῖ­α, ἀ­φοῦ ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φὴ δὲν μᾶς συ­νη­θί­ζει σὲ ἄ­χρη­στες πλη­ρο­φο­ρί­ες καὶ λε­πτο­μέ­ρει­ες, ἀ­να­φέ­ρε­ται ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­γον­τας: «Ποιὰ εἶ­ναι ἡ σκη­νὴ κά­τω ἀ­πὸ τὴν δρῦ τοῦ Μαμ­βρῆ; Εἶ­ναι ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὑ­πὸ τὴν σκέ­πη τοῦ Σταυ­ροῦ. Καὶ πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται ὁ Σταυ­ρὸς μὲ τὴ βε­λα­νι­διά, ἐ­πει­δὴ τὸ ξύ­λο της εἶ­ναι γε­ρὸ καὶ ἀ­λύ­γι­στο».

Καὶ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­κὸς ὁ συμ­βο­λι­σμὸς αὐ­τός, ἀ­φοῦ ὁ Σταυ­ρὸς πε­ρι­γρά­φε­ται παν­τοῦ σὰν ἕ­να ζω­η­φό­ρο φυ­τό, ποὺ φυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὰ ἄ­δυ­τα τῆς γῆς, ὑ­ψώ­νε­ται σὲ ὕ­ψος τε­ρά­στιο, γί­νε­ται σὲ εὗ­ρος καὶ μῆ­κος ἴ­σος μὲ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ἁ­γιά­ζει μὲ τὰ τέσ­σα­ρα ἄ­κρα του (τε­τρα­με­ρὴς) τὸν τε­τρα­πέ­ρα­το κό­σμο (=τὰ τέσ­σα­ρα πέ­ρα­τα τοῦ κό­σμου). Ποὺ βλα­στά­νει καὶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται στὸ μυ­στι­κὸ πα­ρά­δει­σο (=κῆ­πο) ποὺ λέ­γε­ται Θε­ο­τό­κος. Καὶ μᾶς θυ­μί­ζει τὸ δέν­τρο τῆς ζω­ῆς στὸ μέ­σον τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­φα­γαν πα­ρά­και­ρα οἱ Πρω­τό­πλα­στοι, ὁ­δη­γών­τας ἔ­τσι τὸ γέ­νος μας στὸν πνευ­μα­τι­κὸ καὶ σω­μα­τι­κὸ θά­να­το. Αὐ­τὸν τὸν θά­να­το κα­ταρ­γεῖ τώ­ρα ὁ Σταυ­ρός, κα­θὼς μᾶς ὁ­δη­γεῖ πρὸς τὸν καρ­πὸ τοῦ ξύ­λου τῆς ζω­ῆς, τὸν Χριστό, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο τρώ­γον­τας δὲν ἀ­πο­θνή­σκου­με. Εἶ­ναι ὁ Σταυ­ρός, μα­ζὶ μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­ση, ἡ σω­τη­ρί­α ποὺ «πρὸ αἰ­ώ­νων εἰρ­γά­σα­το (=πραγματοποίησε) ἐν μέ­σῳ τῆς γῆς» ὁ Θε­ός. Σκε­πά­ζει τώ­ρα καὶ σώ­ζει ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Ἐκ­κλη­σί­α,  ὅ­πως προ­στά­τευ­ε ἡ δρῦς τοῦ Μαμ­βρῆ τὴ σκη­νὴ τοῦ Ἀ­βρα­άμ.

Ἐ­μεῖς; Εἴ­μα­στε ἄ­ρα­γε κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴν σκέ­πη τοῦ Σταυ­ροῦ;

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 350, Σεπτ. 2012)

Προορισμός ή ελευθερία.(Με αφορμή την εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου)-π.Δημ.Μπόκου.

Nasterea-Maicii-Domnului 2

 

Ἡ Γέν­νη­ση τῆς Πα­να­γί­ας (ἑ­ορ­τὴ 8ης Σε­πτεμ­βρί­ου), ἔ­δω­σε τὸ ἔ­ναυ­σμα γιὰ τὴν ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση τοῦ σχε­δί­ου τῆς Θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας, τῆς προ­αι­ώ­νιας δηλ. βου­λῆς τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τοῦ κό­σμου ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, τὴ φθο­ρὰ καὶ τὸν θά­να­το, ποὺ εἶ­χε προ­κα­λέ­σει ἡ πτώ­ση τῶν Πρω­το­πλά­στων.

Τὸ κεν­τρι­κὸ γε­γο­νὸς τοῦ σχε­δί­ου αὐ­τοῦ ἦ­ταν ἡ ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, γιὰ τὴν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τῆς ὁ­ποί­ας χρει­α­ζό­ταν ἡ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Μο­να­δι­κὸς ἄν­θρω­πος, κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν κα­τάλ­λη­λος γιὰ τὸν σκο­πὸ αὐ­τὸ ἀ­νά­με­σα στὶς ἀν­θρώ­πι­νες γε­νι­ὲς ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων, θε­ω­ρή­θη­κε ἡ Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ γέν­νη­σή της, ὡς γε­γο­νὸς παγ­κό­σμιας ση­μα­σί­ας, «χα­ρὰν ἐ­μή­νυ­σε πά­σῃ τῇ οἰ­κου­μέ­νῃ». Ἡ Πα­να­γί­α ἔ­γι­νε ἡ «παγ­κό­σμιος χα­ρά».

Μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα θρι­αμ­βι­κοὺς καὶ χαρ­μό­συ­νους τό­νους οἱ ὕ­μνοι τῆς ἑ­ορ­τῆς μι­λοῦν γι’ αὐ­τὸν τὸν εἰ­δι­κὸ προ­ο­ρι­σμὸ καὶ τὴν προ­αι­ώ­νια ἐ­πι­λο­γὴ τῆς Παρ­θέ­νου ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Εἶ­ναι ἡ «προ­ε­κλε­χθεῖ­σα ἐκ πα­σῶν τῶν γε­νε­ῶν»» καὶ ἡ «προο­ρι­σθεῖ­σα ἀ­πὸ γε­νε­ῶν ἀρ­χαί­ων» νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει τὴ Θεί­α Οἰ­κο­νο­μί­α, νὰ γί­νει μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ, δο­χεῖ­ο καὶ κα­τοι­κη­τή­ριό του.

Στὸ πρό­σω­πό της ἐ­φαρ­μό­ζε­ται κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν ὁ λό­γος τοῦ ἀ­πο­στ. Παύ­λου: «Ἐ­κεί­νους ποὺ προ­ε­γνώ­ρι­σε, αὐ­τοὺς καὶ προ­ώ­ρι­σε νὰ γί­νουν σύμ­μορ­φοι (=ἴ­διοι) πρὸς τὴν εἰ­κό­να τοῦ Υἱ­οῦ του, …ἐ­κεί­νους δὲ ποὺ προ­ώ­ρι­σε, αὐ­τοὺς καὶ ἐ­κά­λε­σε, καὶ ἐ­κεί­νους ποὺ ἐ­κά­λε­σε, αὐ­τοὺς καὶ ἐ­δι­καί­ω­σε, ἐ­κεί­νους δὲ ποὺ ἐ­δι­καί­ω­σε, αὐ­τοὺς καὶ ἐ­δό­ξα­σε» (Ρωμ. 8, 29-30. Βλ. καὶ  κεφ. 9).

Ἡ πα­ρα­νό­η­ση τῶν λό­γων αὐ­τῶν ἔ­δω­σε ἀ­φορ­μὴ νὰ ἀ­να­πτυ­χθεῖ μιὰ ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γη δι­δα­σκα­λί­α. Ὅ­τι δη­λα­δὴ ὁ Θε­ός, γιὰ δι­κούς του α­νε­ξε­ρεύ­νη­τους λό­γους, δι­α­λέ­γει καὶ προ­ο­ρί­ζει ἐξ ἀρ­χῆς αὐ­τοὺς ποὺ πρό­κει­ται νὰ σω­θοῦν καὶ αὐ­τούς ποὺ πρό­κει­ται νὰ κο­λα­σθοῦν. Ἂν ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει προ­ο­ρι­σθεῖ γιὰ σω­τη­ρί­α, ὅ­σες ἁ­μαρ­τί­ες κι ἂν κά­νει, δὲν πρό­κει­ται νὰ χα­θεῖ. Καὶ ἀν­τι­στρό­φως, ἂν εἶ­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νος γιὰ τὴν ἀ­πώ­λεια, ὅ­σες ἀ­ρε­τὲς κι ἂν ἀ­πο­κτή­σει, δὲν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση νὰ σω­θεῖ.

Μιὰ ἀ­με­τά­κλη­τη δη­λα­δὴ εἱ­μαρ­μέ­νη προ­κα­θο­ρί­ζει τὴν πο­ρεί­α καὶ τὴν κα­τά­λη­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­ρή­μην τῆς θε­λή­σε­ώς του. Εἶ­ναι ἡ πε­ρι­βό­η­τη θεωρία πε­ρὶ τοῦ «ἀ­πο­λύ­του προ­ο­ρι­σμοῦ», ποὺ ἀναπτύχθηκε κυρίως ἀπὸ τὴ δυτικὴ Χριστιανοσύνη.

Ἡ ὄν­τως ἀ­πάν­θρω­πη ὅ­μως αὐ­τὴ θε­ω­ρί­α ἔρ­χε­ται σὲ ὀ­ξεῖ­α ἀν­τί­θε­ση μὲ δυ­ὸ κα­τα­λυ­τι­κὰ γε­γο­νό­τα: α) τὴν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καὶ β) τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.

α. Ὁ Θε­ὸς δὲν θέ­λει πο­τὲ τὸν θά­να­το τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ, ἀλ­λὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή του, ὥ­στε νὰ ἔ­χει (αἰ­ώ­νια) ζω­ὴ (Ἱ­εζ. 33, 11). Εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ θέ­λει νὰ σω­θοῦν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι (ὄ­χι μό­νο μιὰ με­ρί­δα ἐ­κλε­κτῶν) «καὶ εἰς ἐ­πί­γνω­σιν ἀ­λη­θεί­ας ἐλ­θεῖν» (Α΄ Τιμ. 2, 4). Μᾶς ἀ­γά­πη­σε τό­σο πο­λύ, «ὥ­στε τὸν Υἱ­ὸν αὐ­τοῦ τὸν μο­νο­γε­νῆ ἔ­δω­κεν, ἵ­να πᾶς ὁ πι­στεύ­ων εἰς αὐ­τὸν μὴ ἀ­πό­λη­ται, ἀλ­λ’ ἔ­χει ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον» (Ἰ­ω. 3, 16). Εἶ­ναι «τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν», τὸ ὁ­ποῖ­ο «φω­τί­ζει (ὄ­χι μιὰ ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α εὐ­σε­βῶν, ἀλ­λὰ) πάν­τα ἄν­θρω­πον ἐρ­χό­με­νον εἰς τὸν κό­σμον» (Ἰ­ω. 1, 9). Μᾶς ἔ­πλα­σε κι­νού­με­νος ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Γιὰ νὰ συμ­με­τά­σχου­με κι ἐ­μεῖς στὸν πλοῦ­το τῆς δι­κῆς του ζω­ῆς.

β. Ἀλ­λ’ αὐ­τὸ θέ­λει νὰ γί­νε­ται μὲ δι­κή μας ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή. Ὅ­σοι τὸν δέ­χον­ται μὲ δι­κή τους θέ­λη­ση, ἀ­ξι­ώ­νον­ται νὰ γί­νουν «τέ­κνα Θε­οῦ» (Ἰ­ω. 1, 12). Δὲν θέ­λει ὄν­τα δου­λι­κὰ κον­τά του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ «δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε τὸ πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σύμ­παν ἀ­πὸ τὶς συ­νει­δη­τὲς πρά­ξεις ἐ­πι­λο­γῆς, ποὺ γί­νον­ται ἀ­πὸ πρό­σω­πα προι­κι­σμέ­να μὲ λό­γο καὶ συ­νεί­δη­ση» (Καλ­λί­στου Ware, Ἡ ἐν­τὸς ἡ­μῶν Βα­σι­λεί­α, ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, σ. 54).

Ἔ­τσι ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­κα­με τὸν ἄν­θρω­πο οὔ­τε θνη­τὸ οὔ­τε ἀ­θά­να­το. «Τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το ἔ­βα­λα μπρο­στά σας», λέ­ει. Καὶ μᾶς συμ­βου­λεύ­ει (χω­ρὶς νὰ ἀ­ναγ­κά­ζει): «Δι­α­λέξ­τε τὴ ζω­ὴ» (Δευτ. 30, 19). «“Αὐ­τὸς ἐξ ἀρ­χῆς ἐ­ποί­η­σεν ἄν­θρω­πον” καὶ τὸν ἄ­φη­σε στὴν ἐ­λεύ­θε­ρη δι­ά­θε­σή του… Ἐ­νώ­πιόν σου το­πο­θέ­τη­σε φω­τιὰ καὶ νε­ρό: ὅ­που θέ­λεις μπο­ρεῖς νὰ ἁ­πλώ­σεις τὸ χέ­ρι σου. Ἐ­νώ­πιον τῶν ἀν­θρώ­πων ὑ­πάρ­χει ἡ ζω­ὴ καὶ ὁ θά­να­τος. Ὅ,τι θε­λή­σει καὶ προ­τι­μή­σει ὁ κα­θέ­νας, αὐ­τὸ θὰ τοῦ δο­θεῖ» (Σοφ. Σει­ράχ, 15, 14-17).

Ἡ σω­τη­ρί­α λοι­πὸν καὶ ἡ ἀ­πώ­λεια ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ μᾶς. Στὴν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γὴ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας ἔρ­χε­ται βέ­βαι­α ἀ­ρω­γὸς καὶ ἡ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Καὶ μό­νο ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα ἐ­λεύ­θε­ρης ἐ­πι­λο­γῆς (αὐ­τε­ξού­σιο), εἴ­μα­στε ὑ­πεύ­θυ­νοι γιὰ τὶς πρά­ξεις μας. Ἀ­ξι­έ­παι­νοι γιὰ τὶς κα­λές, κα­τα­κρι­τέ­οι γιὰ τὶς κα­κές. Ἀλ­λι­ῶς, δὲν θὰ ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ μᾶς ζη­τη­θοῦν εὐ­θύ­νες, νὰ κρι­θοῦ­με ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.

γ. Ὁ Θε­ὸς τώ­ρα, προ­γνω­ρί­ζον­τας τὴν πο­ρεί­α μας, κα­νο­νί­ζει τοὺς ρό­λους ποὺ ται­ριά­ζουν στὸν κα­θέ­να μας (=προ­ο­ρί­ζει). Προ­γνω­ρί­ζει ποι­οὶ θὰ κά­μουν κα­λὴ χρή­ση τοῦ αὐ­τε­ξου­σί­ου καὶ τοὺς κα­λεῖ σὲ ρό­λους ποὺ ὑ­πη­ρε­τοῦν τὸ κα­λό. Προ­ο­ρι­σμὸς θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τὸ τὸ ἀ­γα­θὸ καὶ ἀ­με­τά­θε­το θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ποὺ φα­νε­ρώ­νε­ται σὲ ὅ­σους προ­βλέ­πει ὅ­τι θὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν ἄ­ξια στὴν κλή­ση ποὺ τοὺς ἀ­πευ­θύ­νει. Καὶ πά­λι, ὡς δί­και­ος, ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­κρί­νει καὶ προ­δι­κά­σει ὅ­σους (κα­τὰ τὴν πρό­γνω­σή του) θὰ κά­μουν κα­κὴ χρή­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τους. Πα­ρελ­θὸν καὶ μέλ­λον δὲν ὑ­πάρ­χουν γιὰ τὸν Θε­ό. Τὰ πάν­τα, «γυ­μνὰ καὶ τε­τρα­χη­λι­σμέ­να», συ­νω­θοῦν­ται σὲ ἕ­να δια­ρκὲς πα­ρὸν ἐ­νώ­πιόν του.

δ. Ἡ πρό­γνω­ση ὅ­μως τοῦ Θε­οῦ δὲν ση­μαί­νει κα­τάρ­γη­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας μας. Δὲν θὰ κά­νου­με μὲ ἐ­ξα­ναγ­κα­σμὸ κά­τι, πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή μας, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ τὸ προ­γνω­ρί­ζει ὁ Θε­ός, ἀλ­λὰ τὸ προ­γνω­ρί­ζει ὁ Θε­ός, ἐ­πει­δὴ θὰ τὸ κά­νου­με ἐ­μεῖς. Ἡ πρό­γνω­σή του προ­κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς πρά­ξεις μας καὶ ὄ­χι οἱ πρά­ξεις μας ἀ­πὸ τὴν πρό­γνω­σή του.

Καὶ ἡ Πα­να­γί­α, μὲ κα­θα­ρὰ δι­κή της ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή, μὲ κα­λὴ χρή­ση τοῦ αὐ­τε­ξου­σί­ου της, ἁ­γι­ά­σθη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο δη­μι­ούρ­γη­μα. Ἔ­γι­νε ἔ­τσι ἄ­ξια νὰ τὴν προ­ο­ρί­σει ὁ Θε­ὸς νὰ γί­νει ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ κα­ταρ­γεῖ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α της. Ὁ Ἀρ­χάγ­γε­λος τὴ στιγ­μὴ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ «δὲν τὴν πλη­ρο­φο­ρεῖ ἁ­πλῶς γιὰ τὰ σχέ­δια τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ ἐ­θε­λού­σια ἀ­πάν­τη­σή της… Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­χε ἀρ­νη­θεῖ. Ὁ Θε­ὸς παίρ­νει τὴν πρω­το­βου­λί­α, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τη καὶ ἡ αὐ­τό­βου­λη συ­νερ­γα­σί­α τῆς Πα­να­γί­ας, ποὺ δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να πα­θη­τι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο, ἀλ­λὰ γί­νε­ται ἕ­νας ἐ­νερ­γὸς συμ­μέ­το­χος στὸ λυ­τρω­τι­κὸ ἔρ­γο» (Κάλ­λι­στος Ware, ὅ. π.).

Εἶ­ναι δι­κό της τὸ κα­τόρ­θω­μα αὐ­τό, μο­να­δι­κό, καὶ τῆς ἀ­ξί­ζει κά­θε ἔ­παι­νος. Μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με, τὴν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με «ἐκ βα­θέ­ων» γιὰ τὴ στά­ση της, καὶ ὅ­λες οἱ γε­νι­ὲς «ἕ­ως αἰ­ῶ­νος», ἀ­κού­ρα­στα, «τὴν ὄν­τως Θε­ο­τό­κον με­γα­λύ­νο­μεν».

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 374, Σε­πτ. 2014 – ἐ­πηυ­ξη­μέ­νη ἔκ­δο­ση)