Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ-π. Δημητρίου Μπόκου.(Με αφορμή την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού)

ceb3ceb1ceb6ceaecf82-cf83cf80cf85cf81ceafceb4cf89cebd-ceb7-ceb5cf85cebbcebfceb3ceafceb1-cf84cebfcf85-ceb9ceb1cebacf8eceb2

Δέκα ἑπτὰ χρόνια ἔζησε στὴν Αἴγυπτο ὁ Ἰακώβ, ὅπου λόγῳ τοῦ συνεχιζόμενου λιμοῦ τὸν εἶχε φέρει ὁ γιός του Ἰωσήφ. Ὁ πολυκύμαντος βίος του ἔφτανε στὸ τέλος του. Σὲ βαθιὰ γηρατειά, ἑκατὸν σαράντα ἑπτὰ ἐτῶν, ὁ γηραιὸς πατριάρχης ἀρρώστησε. Ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὰ δύο παιδιά του, τὸν Μανασσῆ καὶ τὸν Ἐφραίμ, ἔτρεξε κοντά του.

Τὰ μάτια τοῦ Ἰακὼβ εἶχαν βαρύνει ἀπὸ τὸ γῆρας καὶ δὲν ἔβλεπε καλά. Ἀγκάλιασε τὰ ἐγγόνια του καὶ τὰ φίλησε.

–  Ὁ Θεὸς μὲ εὐλόγησε πολύ, εἶπε στὸν Ἰωσήφ. Ὄχι μόνο μὲ ἀξίωσε νὰ ξαναδῶ τὸ πρόσωπό σου, ἀλλὰ μοῦ ἔδειξε καὶ τοὺς ἀπογόνους σου.

Τὰ παιδιὰ προσκύνησαν τὸν γέροντα παππού τους σκύβοντας, κατὰ τὸ ἔθος, τὸ πρόσωπό τους ὣς τὸ ἔδαφος.

Ὁ Ἰωσὴφ ἔβαλε τότε τὸν πρωτότοκο Μανασσῆ στὰ δεξιὰ τοῦ πατέρα του καὶ τὸν Ἐφραὶμ σὰν μικρότερο στὰ ἀριστερά του. Ὅμως ὁ Ἰακὼβ ἅπλωσε τὸ δεξί του χέρι πάνω στὸ κεφάλι τοῦ Ἐφραίμ, ἐνῶ στὸ κεφάλι τοῦ πρωτότοκου Μανασσῆ ἔβαλε τὸ ἀριστερό του χέρι. Ἔτσι σχημάτισε ἀπὸ πάνω τους τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ καὶ τοὺς εὐλόγησε.

Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως, βλέποντας πὼς ὁ πατέρας του ἔβαλε στὸν μικρότερο τὸ δεξί του χέρι καὶ στὸν πρωτότοκο τὸ ἀριστερό, στενοχωρήθηκε πολύ. Ἡ εὐλογία τοῦ πρωτότοκου θεωροῦνταν μεγαλύτερη καὶ δινόταν μὲ τὸ δεξὶ χέρι. Νόμισε πὼς ὁ πατέρας του μέσα στὴ γεροντική του τύφλωση ἔκανε λάθος. Ἔπιασε λοιπὸν τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ἰακὼβ καὶ πῆγε νὰ τὸ βάλει στὸ κεφάλι τοῦ Μανασσῆ.

–  Ὄχι ἔτσι, πατέρα μου, εἶπε. Αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ὁ πρωτότοκος.

–  Τὸ γνωρίζω, τέκνο μου, ἀπάντησε ὁ Ἰακώβ. Θὰ γεννηθεῖ καὶ ἀπὸ τὸν Μανασσῆ λαὸς πολύς. Θὰ δοξαστεῖ κι αὐτός. Ἀλλὰ ὁ νεώτερος ἀδελφός του, ὁ Ἐφραίμ, θὰ εἶναι μεγαλύτερός του καὶ οἱ ἀπόγονοί του θὰ εἶναι πλῆθος λαῶν. Μ᾿ αὐτοὺς τοὺς δύο θὰ εὐλογηθεῖ ὁ Ἰσραὴλ καὶ ὅλοι, ὅταν θὰ εὔχονται, θὰ λένε: Μακάρι νὰ σὲ κάμει ὁ Θεὸς σὰν τὸν Ἐφραὶμ καὶ τὸν Μανασσῆ.

Ἔτσι ὁ Ἰακὼβ εὐλόγησε τὸν Ἐφραὶμ περισσότερο ἀπὸ τὸν πρωτότοκο Μανασσῆ (Γεν. 48, 1-20).

Ἡ ἐναλλαγὴ τῶν χεριῶν τοῦ πατριάρχη Ἰακὼβ κατὰ τὴν εὐλογία τῶν ἐγγονῶν του δὲν ἔγινε καθόλου τυχαῖα, ἀλλὰ «τὸ κραταιὸν τοῦ Σταυροῦ προεδήλωσε σύμβολον» (Ἰδιόμ. Λιτῆς τῆς Ὑψώσεως). Ἂν καὶ εἶχε καμφθεῖ ἀπὸ τὸ γῆρας ὁ Ἰακὼβ καὶ εἶχε ταλαιπωρηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια του, ὅμως ἀνόρθωσε τὸ κορμί του καὶ ἔδωσε σταυροειδῶς τὴν εὐλογία του, γιὰ νὰ προεικονίσει «τὴν ἐνέργειαν τοῦ ζωηφόρου Σταυροῦ».

Καὶ ὁ μὲν Ἰακὼβ ἐνισχύθηκε ἀπὸ τὸν τύπο ἁπλῶς τοῦ Σταυροῦ ποὺ σχημάτισε μὲ τὰ χέρια του καὶ ὑπερνίκησε τὸ γῆρας καὶ τὴν ἀδυναμία του. Ὁ Χριστὸς ὅμως διὰ τοῦ Σταυροῦ του «τὴν παλαιότητα τοῦ νομικοῦ σκιώδους γράμματος ἐκαινογράφησε καὶ τὴν ψυχόλεθρον νόσον τῆς πλάνης ἀπήλασε». Ἔδιωξε τὴν καταστροφικὴ γιὰ τὴν ψυχὴ νόσο τῆς πλάνης καὶ ἀνακαίνισε τὴν παλαιότητα καὶ τὴ σκιὰ τοῦ γράμματος τοῦ (Μωσαϊκοῦ) νόμου, ἀναζωογονώντας το μὲ τὸ νέο πνεῦμα τῆς Χάριτος. Στὸ γράμμα τῆς Παλαιᾶς περιέχεται πλέον τὸ πνεῦμα τῆς Καινῆς Διαθήκης (ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης).

Μὲ τὴ σταυροειδῆ του εὐλογία ὁ Ἰακὼβ ἔδειξε ἐπὶ πλέον ὅτι ὁ νομολάτρης λαός, οἱ Ἑβραῖοι, εἶναι ἕνα «πρεσβύτερον κλέος». Μιὰ παλιά, γερασμένη δόξα. Καὶ συμβολίζεται σωστὰ ἀπὸ τὸν Μανασσῆ, τὸν πρεσβύτερο γιὸ τοῦ Ἰωσήφ. Γι᾿ αὐτὸ δὲν θέλησε νὰ ἀλλοιώσει τὸν τύπο τοῦ Σταυροῦ ποὺ ἔκαμε μὲ τὰ χέρια του, ὅταν ὁ Ἰωσὴφ τοῦ ὑπέδειξε ὅτι μπέρδεψε τὰ κεφάλια τῶν παιδιῶν του. Ἤθελε νὰ κηρύξει ὅτι «ὑπερέξει λαὸς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ νεοπαγής, Σταυρῷ τειχιζόμενος». Ἕνας ἄλλος λαὸς τοῦ Χριστοῦ νεοσύστατος, περιχαρακωμένος ἀπὸ τὸν Σταυρό, θὰ ἀναδειχθεῖ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν παλαιό. Καὶ συμβολίζεται ἀπ᾿ τὸν νεώτερο Ἐφραίμ, ποὺ πῆρε γι᾿ αὐτὸ μεγαλύτερη εὐλογία ἀπ᾿ τὸν πρεσβύτερο ἀδελφό του (Κανὼν Ὑψώσεως, ᾠδὴ ς’).

Ἐσύ; Τί γοητεία βρίσκεις ἀκόμα στὴ γερασμένη δόξα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου μέσα σου; Δὲν εἶναι πιὰ καιρὸς ἡ χάρη τοῦ Σταυροῦ νὰ σὲ ἀνακαινίσει; Νὰ νοιώσεις τὴν ὑπεροχή τοῦ νέου ἀπέναντι στὸ παλαιό; (πρβλ. Β΄ Κορ. 5, 17).

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 362, Σεπτ. 2013)

Advertisements

Ὁ   π ο τ α μ ὸ ς   τ ῆ ς   φ ω τ ι ᾶ ς (π. Δημητρίου Μπόκου)

ceb4ceb5cf85cf84ceb5cf81ceb1-cf80ceb1cf81cebfcf85cf83ceb9ceb11

Τὸ γε­γο­νὸς τῆς τε­λι­κῆς κρί­σε­ως ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται ἀ­πὸ πο­λὺ πα­λιά.

Αἰχ­μά­λω­τος στὴ Βα­βυ­λώ­να ὁ προ­φή­της Δα­νι­ήλ, βλέ­πει σὲ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ ὅ­ρα­μα νὰ στή­νον­ται θρό­νοι, ὅ­που κά­θη­σε ὁ «Πα­λαι­ὸς τῶν ἡ­με­ρῶν», ὁ προ­αι­ώ­νιος δηλ. Θε­ός, ντυ­μέ­νος μὲ ἔν­δυ­μα λευ­κὸ σὰν χι­ό­νι, ἐ­νῶ οἱ τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς του ἦ­ταν σὰν κα­θα­ρὸ λευ­κὸ μαλ­λί. Ὁ θρό­νος του καὶ οἱ τρο­χοὶ τοῦ θρό­νου του ἦ­ταν πῦρ ποὺ ἐ­ξέ­πεμ­πε φλό­γες. Ἀ­πὸ τὸ θρό­νο του ἐκ­πο­ρευ­ό­ταν καὶ κυ­λοῦ­σε ἕ­νας πύ­ρι­νος πο­τα­μός. Χι­λιά­δες καὶ μυ­ριά­δες ἀγ­γέ­λων τὸν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σαν καὶ στέ­κον­ταν γύ­ρω του. Καὶ τό­τε στή­θη­κε κρι­τή­ριο καὶ τὰ βι­βλί­α ἀ­νοί­χτη­καν (Δαν. 7, 9-10).

Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται πλή­ρως ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριό μας, ὅ­ταν λέ­γει, ὅ­τι ὅ­λες οἱ φυ­λὲς τῆς γῆς θὰ δοῦν τὸν Υἱ­ὸ τοῦ Ἀν­θρώ­που νὰ ἔρ­χε­ται «ἐ­πὶ τῶν νε­φε­λῶν τοῦ οὐ­ρα­νοῦ με­τὰ δυ­νά­με­ως καὶ δό­ξης πολ­λῆς» καὶ νὰ κά­θε­ται «ἐ­πὶ θρό­νου δό­ξης αὐ­τοῦ», γιὰ νὰ κρί­νει «πάν­τα τὰ ἔ­θνη» (Ματθ. 24, 30· 25, 31-32).

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τὸ φέρ­νει στὴ μνή­μη μας κα­τὰ τὴν Κυ­ρια­κὴ τῆς Ἀ­πό­κρε­ω. Οἱ ὑ­πέ­ρο­χοι ὕ­μνοι της πε­ρι­γρά­φουν τὰ πρω­τό­γνω­ρα αἰ­σθή­μα­τα ποὺ θὰ μᾶς συγ­κλο­νί­ζουν, ὅ­ταν θὰ «τί­θων­ται θρό­νοι καὶ ἀ­νοί­γων­ται βί­βλοι καὶ πρά­ξεις ἐ­λέγ­χων­ται καὶ τὰ κρυ­πτὰ δη­μο­σι­εύ­ων­ται». Ὅ­ταν θὰ πη­γά­ζει «πο­τα­μὸς πύ­ρι­νος πρὸ τοῦ βή­μα­τος» τοῦ Κρι­τοῦ, ποὺ θὰ κα­τα­κλύ­σει τοὺς πάν­τες, κα­λοὺς καὶ κα­κούς, μὲ τὴν πλημ­μύ­ρα τῆς φω­τιᾶς του.

Τί εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς ὁ πύ­ρι­νος πο­τα­μός;

Νο­μί­ζουν με­ρι­κοὶ πὼς ὁ πύ­ρι­νος πο­τα­μὸς εἶ­ναι ἡ φω­τιὰ τῆς κό­λα­σης, μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ τι­μω­ρή­σει ὁ Θε­ὸς τοὺς ἀ­σε­βεῖς. Ὅ­μως ὁ Θε­ὸς δὲν ἐκ­δι­κεῖ­ται, δὲν μι­σεῖ, δὲν τι­μω­ρεῖ κα­νέ­ναν. Ὁ Θε­ὸς ἀ­γα­πά­ει μό­νο (Α΄ Ἰ­ω. 4, 16). Καὶ ὁ πύ­ρι­νος πο­τα­μὸς εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὴ ἡ ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἀγ­κα­λιά­σει ἀ­δι­α­κρί­τως τοὺς πάν­τες. Πα­ρά­δει­σος καὶ κό­λα­ση θὰ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ θὰ ζεῖ ὁ κα­θέ­νας μας μέ­σα σ᾿ αὐ­τὸν τὸν πο­τα­μὸ τῆς ἄ­πει­ρης ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ. Θὰ  εἶ­ναι ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­σω­πι­κὰ ὁ κα­θέ­νας μας θὰ δε­χτεῖ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ.

Τὸ πῶς δε­χό­μα­στε ὅ­μως τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι κα­θα­ρὰ δι­κό μας θέ­μα. Ἐ­ξαρ­τᾶ­ται μό­νο ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κή μας ἐ­λεύ­θε­ρη βού­λη­ση. Ἡ στά­ση μας ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Θε­ό, τὸ ἂν θὰ εἴ­μα­στε φί­λοι ἢ ἐ­χθροί του, εἶ­ναι κά­τι ποὺ τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζου­με ἐ­μεῖς, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ θὰ εἶ­ναι αἰ­ώ­νιο. Ὁ Θε­ός, σε­βό­με­νος ἀ­πό­λυ­τα τὴν ἐ­πι­λο­γή μας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ ἀλ­λά­ξει. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­ταρ­γή­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α μας. Πα­ρά­δει­σος καὶ κό­λα­ση ἐ­ξαρ­τῶν­ται μό­νο ἀ­πὸ μᾶς. Δὲν εἶ­ναι θέ­μα τοῦ Θε­οῦ. Καὶ τὰ κά­νει αἰ­ώ­νια ἡ δι­κή μας ὁ­ρι­στι­κὴ καὶ ἀ­με­τά­κλη­τη ἐ­πι­λο­γή. Ἀλ­λι­ῶς, ἂν ἦ­ταν τι­μω­ρί­α τοῦ Θε­οῦ ἡ αἰ­ώ­νια κό­λα­ση, θὰ  φα­νέ­ρω­νε ἕ­να Θε­ὸ ἀ­προ­σμέ­τρη­τα κα­κό, ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἀ­πέ­ναν­τί μας.

Ὅ­μως στὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α ὁ Θε­ὸς δὲν θὰ τι­μω­ρή­σει, ἀλ­λὰ θὰ δι­α­πε­ρά­σει τὰ πάν­τα μὲ τὸ φῶς τῆς  ἀ­γά­πης του, ποὺ σὰν πο­τα­μὸς φω­τιᾶς θὰ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν θρό­νο του. Τὰ βι­βλί­α θὰ ἀ­νοι­χτοῦν. Τὰ πάν­τα δηλ. στὸ φῶς καὶ στὴ φω­τιὰ αὐ­τὴ θὰ γί­νουν δι­ά­φα­να. Οἱ καρ­δι­ές μας θὰ δεί­ξουν κα­θα­ρὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους. Τί θὰ κρύ­βουν μέ­σα τους; Ἀ­γά­πη ἢ μῖ­σος; Ἂν στὴν καρ­διά μας ὑ­πάρ­χει ἀ­γά­πη, ἡ ἐ­πα­φή μας μὲ τὸ θε­ϊ­κὸ πο­τά­μι τῆς ἀ­γά­πης θὰ εἶ­ναι χα­ρά, πα­ρά­δει­σος. Ἂν στὴν καρ­διά μας βα­σι­λεύ­ει τὸ μῖσος, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ θὰ μᾶς ἀγ­κα­λιά­σει τρυ­φε­ρὰ μέ­σα στὸν πύ­ρι­νο πο­τα­μό, θὰ νοι­ώ­σου­με ἀ­φό­ρη­τη δυ­στυ­χί­α καὶ κό­λα­ση.

Ἡ φω­τιὰ κά­νει λαμ­πε­ρὸ τὸ χρυ­σά­φι, ἀλ­λὰ κα­τα­καί­ει τὰ φρύ­γα­να καὶ τὰ ξύ­λα (Α΄ Κορ. 3, 12-15). Ἐ­μεῖς τί θὰ νοι­ώ­θου­με μέ­σα στὴ φω­τιὰ τῆς θεί­ας ἀ­γά­πης; Θὰ ἀ­στρά­φτου­με σὰν χρυ­σά­φι, ἢ θὰ και­γό­μα­στε;

 

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 367, Φεβρ. 2014)

 

Μη μένεις στα σκαλοπάτια της Εκκλησίας

 

P4210300

Στίς 21 Νοεμβρίου γιορτάζομε τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Οἱ γονεῖς τῆς Παναγίας, ἅγιοι Ἰωακείμ καί Ἄννα, φέρνουν τό κοριτσάκι τους, τριῶν ἐτῶν, στόν Ναό, γιά νά τήν ἀφιερώσουν στόν Θεό. Καί ἡ Μαρία, ἄν καί σέ τόσο μικρή ἡλικία, ἀποχωρίζεται τούς γονεῖς της καί μένει στόν Ναό χωρίς παράπονα καί ἀντιδράσεις· γιατί τήν εἶχαν μάθει νά νιώθει στόν Ναό τοῦ Θεοῦ πιό ἄνετα καί πιό εὐχάριστα ἀπό ὅ,τι στό πατρικό της σπίτι!

Ἡ μεγάλη αὐτή Θεομητορική γιορτή μᾶς θυμίζει ὅτι, γιά νά νιώσεις πιό ζεστά μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό ὅ,τι στό σπίτι σου:δέν φτάνει, τό νά περνᾶς πότε-πότε (ὅταν τά βρίσκεις «σκοῦρα») καί νά ἀνά­βεις κερί·χρειάζεται νά μένεις μέσα στόν Ναό, ὅσο πιό συχνά μπορεῖς, καί ἰδιαίτερα τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας (τουλάχιστον τῆς Κυριακῆς)·καί νά μένεις μέσα, ὄχι μόνο μέ τό σῶμα ἀλλά καί μέ τήν καρδιά σου· ἀφοῦ πρῶτα βάλεις στόχο, νά τήν κάνεις ἁπλῆ καί καθαρή, ὅπως εἶναι ἡ καρδιά μικροῦ παιδιοῦ.

 

*    *    *

 

Τό 1928 πῆρε τό βραβεῖο Νόμπελ τῆς λογοτεχνίας ἡ νορβηγίδα Σίγκριντ Οὔντ­σετ. Οἱ γονεῖς της ἦταν πολύ μορφωμένοι, ἀλλά δέν εἶχαν καμμιά σχέση μέ τήν Ἐκκλησία. Τό σπίτι της (ὅπως ἔλεγε ἡ ἴδια) ἦταν «ἐργαστήριο πολιτισμοῦ», ἀλλά ἐπικρατοῦσε … ἀντιχριστιανική ἀτμόσφαιρα.

Γιά πρώτη φορά πάτησε τό πόδι της σέ ναό, ὅταν ἦταν ἐννέα ἐτῶν, μέ πα­ρα­κί­νηση τῆς ὑπηρέτριας τους. Μεγαλώνοντας, τήν θυμόταν αὐ­­τή τήν ἐμπειρία, χωρίς ὅμως νά ἀλλάξει τήν στάση της ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία. Τήν ἔβλεπε σάν «ἕνα γραφικό ἐρείπιο, πού ἀνῆ­κε στό πα­ρελ­θόν»· οὔτε κἄν σάν ἕνα σπίτι· πόσο μᾶλλον σάν ἕνα … ζεστό σπίτι!

Κάποτε ἦρθε καί ἡ ὥρα γιά τά δικά της «εἰσόδια». Ὁ πόνος τῆς σοβαρῆς ἀρ­ρώ­στειας τοῦ τρίτου παιδιοῦ της, καθώς καί οἱ πλη­γές πού ἄνοιξε ὁ Α΄ Παγκό­σμιος Πό­λεμος, ὁδήγησαν τήν ὥριμη Σίγκριντ … στά σκα­λιά τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἄρχισε νά γεύεται τό φῶς καί τήν ζεστασιά, πού ἔβγαιναν ἀπό μέσα. «Εἶναι πολλοί», ἔ­γρα­φε κάπου, «πού τούς ἀρέσει νά κάθονται στά σκαλιά τῆς Ἐκκλησίας καί νά λιά­ζονται…».

 

Αὐτή, ὅμως, δέν ἔμεινε γιά πολύ στά σκαλιά τῆς εἰσόδου. Μπῆκε μέσα καί ἐμεινε. Κατάλαβε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι οὔτε «γραφικό ἐρείπιο», οὔτε φολκλόρ, οὔτε χῶρος γιά ψυχο­λο­γι­κό βόλεμα: «Εἶναι εὔκολο νά παριστάνεις τόν καλό χρι­στια­νό», ἔγραφε κάπου ἀλλοῦ, «ὅσο ἀκοῦς γλυκειές ψαλμωδίες στήν Ἐκκλησία, καί ὅσο αἰσθά­νε­σαι τό πατρικό χέρι τοῦ Θεοῦ νά σέ χαϊδεύει. Ἡ πίστη σου, ὅμως, θά δοκιμασθῆ ‘ὡς χρυσός ἐν χωνευτηρίῳ’, ὅταν ὁ Θεός ἐπιτρέψει κάτι, πού ἐσύ δέν τό θέ­λεις…»!

 

Μέ αὐτήν τήν ὑπομονή καί τήν παραμονή μέσα στήν Ἐκκλησία ἡ Σίγκριντ Οὔντσετ καθάρισε τήν καρδιά της, καί δυνάμωσε τήν πίστη της. Παραμέρισε τήν οἴηση, μέ τήν ὁποία τήν «φούσκωνε» ἡ μόρφωση καί ἡ καταγωγή της, καί πίστεψε στόν Χριστό μέ τήν ἁπλότητα μικροῦ παιδιοῦ.

 

Καί τά δικά της εἰσόδια μέσα στήν Ἐκκλησία ἔγιναν πηγή φωτισμοῦ, γιά ὅσους τήν ἄκουσαν στίς πολλές διαλέξεις της σέ Εὐρώπη καί Ἀμερική, καί γιά ὅσους διάβασαν τά – μετά τήν μεταστροφή της – ἔργα της.

 

Γιά πάντα θά παραμένει ἀληθινή ἡ διαπίστωση – προφητεία της:

 

«Ὅσο ἡ Εὐρώπη ἀρνεῖται τόν Χριστιανισμό, τόσο θά ἐπικρατεῖ μιά ἐφιαλτική ΞΗΡΑΣΙΑ…!».

 

Ἀρχιμ. Β.Λ.

ΠΗΓΗ.ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ

Τ ὸ  σ α ρ α ν τ α λ ε ί τ ο υ ρ γ ο (π. Δημητρίου Μπόκου)

 

 20110210a

Ἕνας βράχος ἔπεσε καὶ καταπλάκωσε πολλοὺς ἐργάτες σ’ ἕνα νταμάρι. Ἡ γυναίκα ἑνὸς ἀπ’ αὐτούς, ἡ κ. Ἀργυρώ , θεωρώντας νεκρὸ πλέον τὸν ἄνδρα της, ἔδωσε σ’ ἕναν παπᾶ ὅ,τι μπο-ροῦσε ἀπ’ τὸ ὑστέρημά της, γιὰ νὰ κάμει σαράντα λειτουργίες ὑ-πὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν τοῦ ἔδινε καθημερινὰ ἕνα πρόσφορο, ἕνα μπουκαλάκι νάμα καὶ μιὰ λαμπάδα.

Ὅταν ὁ ἱερέας ἔφτασε στὶς εἴκοσι λειτουργίες, ὁ διάβολος φθόνησε τὴν εὐλάβεια τῆς γυναίκας. Τῆς παρουσιάζεται λοιπὸν καὶ τῆς λέει, ὅτι ὁ παπᾶς ἔφυγε γιὰ κάποια ἐπείγουσα δουλειά του. Δὲν εἶχε νόημα νὰ τοῦ στείλει πρόσφορο. Θὰ τοῦ τὸ ἔστελνε τὴν ἄλλη ἡμέρα. Αυτὸ τῆς τό ’καμε τρεῖς φορὲς στὸ διάστημα τῶν σαράντα λειτουργιῶν.

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ διασῶστες προσπαθοῦσαν νὰ ἀπομακρύνουν τὰ χώματα. Ἔβγαζαν  συνεχῶς πολλοὺς νεκρούς. Σὲ κάποιο ση-μεῖο ἄκουσαν ἀπὸ τὸ βάθος μιὰ φωνή:

–  Προσέξτε, ζῶ. Σκάψτε μὲ προσοχή, γιατὶ ἀπὸ πάνω μου εἶναι δυὸ πέτρες. Ἂν πέσουν θὰ μὲ θανατώσουν.

Οἱ διασῶστες κατάπληκτοι ἔσκαψαν προσεκτικὰ ἀπὸ τὰ πλάγια καὶ βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο ζωντανό. Ἦταν ὁ ἄνδρας τῆς κ. Ἀργυρῶς!

Στὴν ἀπορία ὅλων πῶς ἐπέζησε τόσες μέρες χωρὶς τροφή,  ἀπάντησε:

–  Κάθε μέρα μοῦ ἔδινε κάποιος, χωρὶς νὰ τὸν βλέπω, ἕνα ψωμί, ἕνα μπουκάλι κρασὶ καὶ μιὰ λαμπάδα ἀναμμένη ποὺ ἔφεγγε μπροστά μου. Ἔτσι  ἔτρωγα, ἐκτὸς ἀπὸ τρεῖς μέρες ποὺ δὲν ἔφαγα τίποτα, οὔτε φῶς εἶδα καὶ πικράθηκα πολύ, γιατὶ νόμισα  πὼς γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου σταμάτησε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ νὰ μὲ βοηθᾶ. Κι ἐνῷ περίμενα πὼς θὰ πεθάνω ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, εἶδα τὴν ἀναμμένη λαμπάδα, τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ξανὰ σὰν πρῶτα καὶ δόξασα τὸν Θεό, ποὺ δὲν μὲ ἐγκατέλειψε μέχρι τὸ τέλος.

Γεμᾶτοι θαυμασμὸ δόξασαν τότε ὅλοι τὸν Θεό.

Τὸν Νοέμβριο μήνα ἀνοίγει τὸ σαρανταλείτουργο καὶ τὸ παραπάνω περιστατικὸ δείχνει τὴ μεγάλη σημασία του γιὰ τὴ ζωή μας. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τὸ ἀνώτερο ἔργο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε πάνω στὴ γῆ. Καὶ δὲν ὠφελεῖ μόνο τοὺς ζῶντες, ἀλλὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους. «Γιατὶ ὁ ὑπεράγαθος Κύριος νικᾶται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φιλανθρωπία του, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Καὶ θὰ νικᾶται συνέχεια μέχρι τὴ στιγμὴ τῆς τελικῆς ἀντα-ποδόσεως κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία, ὁπότε καὶ τελειώνει ὁ χρόνος τῆς βοήθειας. Μέχρι τότε θέλει νὰ σπεύδει ὁ καθένας σὲ βοήθεια τοῦ πλησίον του καὶ ὅλοι νὰ εὐεργετούμαστε μεταξύ μας καὶ ἐνόσῳ ζοῦμε καὶ μετὰ θάνατον.

Καὶ ἐπειδή αὐτὸ εὐχαριστεῖ σὲ μέγιστο βαθμὸ τὸν Κύριο, ἡ Ἐκκλησία προσφέρει τὴ Θεία Λειτουργία πάντοτε καὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων. Ἂν αυτὸ δὲν ἦταν καλὸ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, θὰ εἶχε σίγουρα καταργηθεῖ. Ἀντιθέτως οἱ θεοφόροι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ὅλοι ἐπικυρώνουν τὸ πράγμα καὶ προσαυξάνουν, τονίζοντας τὸ μεγάλο κέρδος ποὺ ἔχουν οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὴν προσφορὰ τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ὅλων τῶν προσευχῶν καὶ τῶν ἐλεημοσυνῶν μας γι’ αυτούς».

«Ἂν δὲν πρόφτασες ὅσο ζοῦσες νὰ διευθετήσεις ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τὴν ψυχή σου, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, παράγγειλε στοὺς δικούς σου ἔστω καὶ στὸ τέλος τῆς ζωῆς σου, νὰ σοῦ στείλουν μετὰ τὸ θάνατό σου τὰ πράγματά σου (τὶς ἀποσκευές σου). Νὰ σὲ βοηθήσουν δηλ. μὲ ἀγαθὰ ἔργα: ἐλεημοσύνες καὶ Λειτουργίες. Μὴ  γένοιτο νὰ παραλειφθεῖ κάτι ἀπὸ αὐτά. Γιατὶ τότε, κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία, θὰ κατηγορηθοῦμε ἀπὸ τοὺς οἰκείους μας, ὅτι ἀμελήσαμε νὰ κάνουμε αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε ὑπὲρ αὐτῶν».

Πάνω στὴ γραμμὴ αὐτὴ ἐνταγμένο καὶ τὸ ἱερὸ σαρανταλείτουργο ἔρχεται νὰ βοηθήσει τὰ μέγιστα καὶ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους. Ἂς τὸ κάνουμε ὅλοι μας, ἀλλὰ μὲ τρόπο σωστό. Ὄχι νὰ ξοφλήσουμε μ’ ἕνα χαρτάκι ὀνόματα ποὺ θὰ δώσουμε στὸν ἱερέα. Ἀλλὰ μὲ τὴν οὐσιαστικὴ συμμετοχή μας στὴ Θεία Λειτουργία, ὥστε «πάντων ἡμῶν» νὰ μνησθεῖ «Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ. Ἀμήν».

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 364, Νοέμβρ. 2013)