Η μοναξιά της αλήθειας

ΠΗΓΗ.Κ.ΒΑΘΙΩΤΗΣ

Της Ευαγγελίας Δημ. Δασκαλάκη

Μαθήτριας Λυκείου


Τρέχει να φύγει
βαρέθηκε να μην τη λένε πια των ανθρώπων τα χείλη
κι όσο απομακρύνεται πάλι στα ίδια γυρνά
λες κι ο δρόμος έχει σταματήσει να προχωρά.
Κοιτάζει γύρω όλα γνωστά και πονεμένα
από καιρό αρχινισμένα
μες τα δύο τα χέρια κρύβει το πρόσωπό της
να μην βλέπει τους καθρέφτες των ματιών της.
Φωνάζει, είναι εκεί
πρέπει ο κόσμος να τη δει.
Αδιάφορα την προσπερνούν
και για πραγματική δεν τη θωρούν.
Οργίζεται, θυμώνει
μα ξαφνικά το μετανιώνει.
Ένας είναι ο τρόπος
όταν δεν υπάρχει πια άλλος δρόμος.
Τα μάτια θολώνουν
δυο ρυάκια τ’ αυλακώνουν
που ξεχειλίζουν
και σπεύδουν όλους να συνετίσουν.
Αλίμονο είναι αργά
ο χρόνος δε γυρίζει πια
και σπεύδουν τα παιδιά να δουν
πού έφταιξαν και να ξεφύγουν δε μπορούν.
Ο κόσμος φεύγει αλλόφρων να σωθεί
πώς και την αγνοούσαν μέχρι αυτή τη στιγμή;
Τώρα τη βλέπουν καθαρά
και για το παρελθόν μετανιώνουν πικρά.
Οι άνθρωποι όσο και αν εθελοτυφλούν
στο τέλος θα τη δουν,
θα τους γνέφει λυπημένη
που την άφησαν να περιμένει.
Είναι η αλήθεια τελικά
αυτή που πέφτει θύμα πιο συχνά,
μα η Νέμεσις στο τέλος θα’ ρθεί
να φανερώσει την αλήθεια που’ χει φιμωθεί.
Η μετάνοια όμως είναι το καταφύγιο
του Άπειρου Θεού το δωρητήριο.
Οι άνθρωποι την αλήθεια να ομολογούν
και στο δρόμο του Χριστού θα ξαναβρεθούν.

Έτσι και στης καρδιάς το καθάριο

Του Β. Χαραλάμπους

_________________

Ιστόρημα παλαιόν

στης Καλούγκα το βαθυπράσινο

στη μακρινή Ρωσσία

καταμεσίς στους Σκητιώτικους κήπους της Όπτινα.

σιμά στη γαληνεμένη λίμνη

την καλοκαιρινή εκείνη νύχτα

που  ο στάρετς εκείνος Βαρσανούφιος

σιωπηλά στ’ ακρολίμνιο πλησίασε τον γέροντα Γεννάδιο

τον ολιγογράμματο για τους αγραμμάτους του κόσμου τούτου

που «μοναχά» το ψαλτήρι να διαβάζει είχε μάθει.
Κι ο γέρων εκείνος Γεννάδιος

το λιμνίσιο νερό κοιτάζοντας

χωρίς την παραπανήσια μακρυλογία

αρχίνισε ν’  αργοξηγά

πως σε τούτο το γαλήνιο και καθάριο νερό

του Θεού τη σοφία βλέπει

και πως καθώς τ’ ολοκάθαρο λιμνίσιο νερό

τ’ ουρανού τους αστέρες ανταυγάζει

έτσι και στης καρδιάς το καθάριο

της Δόξης ο Κύριος

δεν καθρεφτίζεται μονάχα

αλλ΄ οίκον δικόν του την κάνει

μ’ αποκάρπι ουράνιο

την απερίγραπτον εκείνην χαρά και μακαριότητα.

«Και ταύτα αυτού λαλούντος »

την καλοκαιρινή εκείνη νύχτα

κοντά στη γαληνεμένη λίμνη

ο στάρετς Βαρσανούφιος εσιώπα.

Στην Παναγιά την Εικονίστρια

                                                            Του Βασίλη Χαραλάμπους

________________

Πάνε πέντε αιώνες τώρα

εκεί ανάμεσα στα πευκοκλάδια

στην ολοπράσινη Σκιαθίτικη ομορφάδα

όπου της Παναγιάς η Άγια Εικόνα εφανερώθη.

Κι ανεμίδι το στόρημα

από τον γερο-παππού για τα χρόνια εκείνα

που ο γέρων ασκητής Συμεών

φως ουράνιον είδε

καταμεσίς στα πευκόκλαδα.

Κι εκεί στο ερημητήριον

την Άγια Εικόνα φύλαγε

ίσαμε της Μεγαλόχαρης το μοναστήρι να κτιστεί.

Κι από τότε η ολόχρυση της Παναγιάς η Εικόνα

καταφυγή και παρηγοριά εγίνη

στις έγνοιες από της ζωής το διάβα.

«Εικών Αστρία» την είπανε

η θείον φως αυγάζουσα

θυμητάρι για να’ναι

για το υπερκόσμιον εκείνο θείον φως.

Να καλοστρατίζει στ’ άλλο σκοτείνιασμα

της Παναγιάς η Άγια Εικόνα

τους διαβάτες της ζωής.

Πρωτοφεγγιά’ναι τ’ ολόχρυσον

της Εικονίστριας Παναγιάς

στους πίστει προστρέχοντας.

Για το πόνο άγνωρων αδελφών (Του Β. Χαραλάμπους)

                                                          

__________________

Τανάπαλιν ο ερημίτης ασκητής 

γονυπετής προσεύχεται

στο σμικρόν

σμικρότατον του κελλίον

αψηλά στην Κερασιά

τ’ απανωσκάλι τ’ Άθωνα

τον Ελεήμονα Κύριο  ικετεύει

για το πόνο άγνωρων αδελφών.

*άγνωρων – άγνωστων