Δος μοι Κύριε το ύδωρ το ζων

346d597d3f716b7816577227e75bd83a-632x388

                                                            Του Β. Χαραλάμπους

_______

Επειχθώ προς την πηγήν

την πηγάζουσαν ύδωρ αθάνατον.

 

Ύδωρ επιζητώ

αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον.

 

Συ εί Κύριε

ο διδούς νάματα ζώντα.

 

Δος μοι Πολυέλεε

εκ του ύδατος εκείνου

ίνα μη διψήσω πώποτε.

 

Φιλάνθρωπος ει

και Πανοικτίρμων Κύριε

δός μοι εκ του ύδατος εκείνου.

 

Γινώσκω Κύριε

ότι ο πιστεύων εις Σε

τον μόνον αληθινόν Θεόν

ου μη διψήση πώποτε.

 

Δός μοι Σωτήρ μου

εκ του ύδατος εκείνου.

 

Δός μοι Ιησού μου γλυκύτατε

τούτο το της χάριτος δώρημα

το ύδωρ το ζων

Advertisements

ΚΙ Η ΛΑΣΕΡΝΑ ΕΚΑΙΓΕ

44604532

                                           Του Β. Χαραλάμπους

________

Τ’ αγριωπό συντρόφεμα

της τραμουντάνας με το νύχτωμα

απόψε ήρθε νωρίς

αψηλά στην έρημο των  Κατουνακίων.

 

Κι η λασέρνα έκαιγε

στ’απέριττο κελί του γέροντα.

 

Η εξομολόγηση σχεδόν ψυθιριστά

από έναν παλιό κατάδικο

που ξαγγίστρωνε τα τόσα πάθια

που μάζεψε στης ζωής το διάβα.

 

Στιγμές αλλιώτικες

π’ αργοτυλίγουν την απροσμέτρητη νυχτιά

κείνου στου σκοτασμού.

 

Η λασέρνα έκαιγε

φωτίζοντας το φτωχικό κελί

και τα δάκρυα λαμπυρίζανε στο πρόσωπο

κείνου του παλιού κατάδικου

«δια πλήθος αμαρτιών».

 

Κι η λασέρνα έκαιγε

φωτίζοντας και του γέροντα γαλήνιο βλέμμα

αφήνοντας το παρηγόρημα

να πελαγίζει περίεργα

στους τόσους στεναγμούς.

 

Παραΰστερα μετά την εξομολόγηση εκείνη

αμίλητοι στη σιγαλιά της φεγγαροβραδιάς

ο παπακαλόγερος φίλεψε τον ξένο εκείνο

με το λιγοστό νερομπούλι.

 

Ολόθερμη η καρδιά του γέροντα

που σιγόκαιε  για όλους

«εις τρίβον σωτηρίας ποδηγών»*.

 

Κι η λασέρνα έκαιγε

στο κελί του γέροντα…

 

*« κόσμον ποδηγών εις τρίβον σωτηρίας » – Από την ακολουθίαν του Αγίου Αντωνίου

Ταπεινά κι αγαπημένα: Συντροφιά με τον εαυτό μου (Φώτη Κόντογλου)

fotis_kontoglou_01

Ταπεινὴ καὶ ἥσυχη ζωή, θὰ πεῖ ἀληθινὴ ζωή. Ὅποιος ζεῖ μακρυὰ ἀπὸ τὴν ταραχὴ τοῦ κόσμου κι ἀπὸ τὶς διάφορες ἔγνοιες ποὺ φορτώνουνται οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ζαλίζουνται, μὲ τὴν ἰδέα πὼς χαίρουνται τὴ ζωή, αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ζεῖ ἀποτραβηγμένος μὲ μία μικρὴ κι ἀγαπημένη συντροφιά, αὐτὸς κατὰ τὴν ἰδέα μου, ζεῖ ἀληθινά. Εἶναι σὰν τὸν ἄνθρωπο ποὺ περπατᾶ σιγά – σιγὰ καὶ περιεργάζεται καὶ φχαριστιέται ἀπὸ ὅσα βλέπει στὸν δρόμο του, σταματᾶ ὅποτε θέλει, συλλογίζεται, δὲν βιάζεται, ἐνῷ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦνε μὲ πολλὲς σκοτοῦρες καὶ φασαρίες, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ ζωή, ποὺ τὴ λένε καὶ «ἔντονη, γεμάτη, δυναμικὴ» καὶ μ’ ἄλλα τέτοια τρανταχτερὰ ὀνόματα, αὐτοὶ λοιπὸν μοιάζουνε μὲ κεῖνον ποὺ τρέχει γρήγορα μ’ ἕνα αὐτοκίνητο, καὶ δὲν προφταίνει νὰ δεῖ τίποτα, κι ἔτσι δὲν νοιώθει τίποτα, δὲν αἰσθάνεται τίποτα, δὲν φέρνει στὸ νοῦ του τίποτα.

Ὅσοι ζοῦνε αὐτὴ τὴ ζωή (κι αὐτὴ τὴ ζωὴ ζοῦνε οἱ σημερινοὶ ἀχόρταγοι ἄνθρωποι), εἶναι πάντα βιαστικοί, πάντα ἀφηρημένοι, ὁλοένα μὲ τὸ μάτι στὸ ρολόγι, λαχανιασμένοι, θέλουνε νὰ τὰ προφτάξουνε ὅλα, κι ἔχουνε μεγάλες στενοχώριες γιατὶ δὲν μποροῦνε νὰ τὰ προφτάξουνε ὅλα, ἔχουνε μεγάλη ἀγωνία οἱ δυστυχισμένοι ἄνθρωποι. Τὸ μυαλό τους εἶναι ἄνω κάτω, ἡ καρδιά τους ἀναστατωμένη καὶ κείνη. Νευρικοί, ἀκατακάθιστοι, σαστισμένοι, δὲν ἔχουνε ἡσυχία, μήτε τὴ μέρα, μήτε τὴ νύχτα, λὲς κι εἶναι καταραμένοι, σὲ καιρὸ ποὺ ὁ κόσμος κι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς εἶναι βλογημένοι, ἀφοῦ ἔχουνε πολλὰ λεφτὰ γιὰ νὰ προφταίνουνε παντοῦ. Οἱ ἄλλοι, ποὺ δὲν ἔχουνε τὰ μέσα νὰ φορτωθοῦνε ὅλες ἐκεῖνες τὶς φροντίδες, τοὺς μακαρίζουνε, μὴ νοιώθοντας πὼς οἱ ἴδιοι εἶναι πολὺ πιὸ εὐτυχισμένοι.

Οἱ ἄνθρωποι, πού, ὅπως λένε, ζοῦνε «τὴ μεγάλη ζωή», μ’ ἄλλα λόγια ποὺ περνᾶνε τὸ μαρτύριο ποὺ εἴπαμε, ὅλα τὰ δοκιμάζουνε, γρήγορα καὶ λαχανιασμένα, ὅλα τὰ ξέρουνε, καὶ μοναχὰ τὸ τί θὰ πεῖ ἀληθινὴ ζωὴ καὶ τί οὐσία ἔχει αὐτὴ ἡ ζωή, δὲν γνωρίζουνε. Τὸν ἑαυτό τους δὲν τὸν ξέρουνε ποιός εἶναι γιατὶ ποτὲ δὲν βρίσκουνται μαζί του. Δὲν τὸν χωνεύουνε, σὰν νὰ εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος ἐχθρός τους, τὸν ἀποφεύγουνε, ὅπως ἀποφεύγει κανένας ἕνας δυσάρεστο κι ἐνοχλητικὸν ἄνθρωπο. «Ὤχ! Πῶς θὰ μείνω πάλι μ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο; Τί νὰ τοῦ πῶ; Τί νὰ μοῦ πεῖ; Πῶς νὰ περάσει ἡ ὥρα;». Ἔτσι συλλογίζουνται, ὅποτε ὑπάρχει φόβος ν’ ἀπομείνουνε μοναχοὶ μὲ τὸν ἑαυτό τους γιὰ νὰ ζήσουνε λίγο

ἀληθινά, νὰ θυμηθοῦνε πὼς ἔχουνε ἕναν ἑαυτό. Πρέπει νὰ τὸν λησμονήσουνε, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει, σὰν νὰ πέθανε.

Ὅλες οἱ ἔγνοιες κι οἱ κοσμικὲς φροντίδες ποὺ τοὺς τυλίγουνε σὰν σχοινιὰ καὶ τοὺς τραβᾶνε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, εἶναι γι’ αὐτοὺς ἡ σωτηρία, ἡ σωτηρία ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Τρέχουνε καταδιωγμένοι ἀπ’ αὐτὸ τὸ φάντασμα, καὶ γιὰ νὰ τ’ ἀποφύγουνε, κάνουνε ὅ,τι μποροῦνε.

Αὐτοὶ εἶναι οἱ δυστυχισμένοι ἄνθρωποι ποὺ κερδίσανε ὅλον τὸν κόσμο, καὶ χάσανε τὴν ψυχή τους, τὸν ἑαυτό τους. Ποὺ πουλήσανε τὰ πρωτοτόκια γιὰ ἕνα πιάτο φακή.

Κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς εἶναι πολύτιμη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Χαμένες ὧρες εἶναι ἐκεῖνες ποὺ νοιώθει ψεύτικα πὼς ζεῖ, ὅποτε βρίσκεται μέσα σὲ κάποια φασαρία ποὺ τὸν ψευτογελᾶ πὼς τότε ζεῖ ἀληθινὰ καὶ παρηγοριέται. Ἀληθινὰ δὲν ζεῖ κανένας, ἂν δὲν ἔχει συντροφιὰ τὸν ἑαυτό του, τὶς σκέψεις του, τὰ αἰσθήματά του. Πῶς μπορεῖ νὰ ζεῖ, σὲ καιρὸ ποὺ ὁ ἐαυτός του θὰ λείπει; Ζώντας μὲ τὸν ἑαυτό μας, δὲν γινόμαστε ἐγωιστές, ὅπως θὰ ποῦνε κάποιοι ποὺ κρίνουνε ξώπετσα. Ἴσια – ἴσια, μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀνθίζει μέσα μας ἕνα πάντερπνο περιβόλι, γεμάτο ἀγάπη γιὰ τοὺς ἄλλους, κι ἡ καρδιά μας πίνει ἀπὸ τὴ δροσερὴ πηγὴ ποὺ ἔβαλε ὁ Θεὸς μέσα μας. Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μέσα σας». Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, παρὰ ἡ ἀληθινὴ ζωή; «Ὅτι παρὰ Σοὶ πηγὴ ζωῆς. Ἐν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς». «Σὲ Σένα, λέγει, βρίσκεται ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς». Καὶ πάλι, λέγει ὁ Χριστός: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Πνεύματός ἐστε». Οἱ ἅγιοι ποὺ ζήσανε τὴν ἀληθινὴ ζωή, μιλᾶνε μὲ τὰ παρακάτω λόγια: «Μὴν περιμένεις νὰ λυτρωθεῖς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κι ἀπὸ τὰ ξεγελάσματα ποὺ τὰ λένε διασκεδάσεις καὶ ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Καλότυχος εἶναι ὅποιος ξεμάκρυνε ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπὸ τὴν ἀπατηλὴ ταραχή του, καὶ προσέχει μοναχὰ στὸν ἑαυτό του. Ὅποιος δὲν ἔνοιωσε τὴν εἰρήνη, δὲν ἔνοιωσε πὼς ζεῖ. Ἐκεῖνοι ποὺ παραδίνουνε τὸν ἑαυτό τους στὶς ἡδονὲς καὶ στὶς κοσμικὲς ἀπολάψεις, καὶ θαρροῦνε πὼς κάνουνε εὐτυχισμένο τὸν ἑαυτό τους, αὐτοὶ κάθονται παντοτινὰ ἔξω ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ σπίτι τους. Ἔμπα μέσα στὸ σπιτάκι ποὺ βρίσκεται μέσα σου, καὶ θὰ δεῖς τὸ παλάτι τ’ οὐρανοῦ. Γιατί, ἕνα εἶναι καὶ τοῦτο καὶ κεῖνο, κι ἀπὸ τὸ ἴδιο παραθύρι τὰ βλέπεις καὶ τὰ δυό».

Αὐτὰ κι ἄλλα τέτοια συλλογιζόμουνα, καθισμένος στὸ φτωχικό μου. Τί λέγω; Στὸ παλάτι μου. Σ’ αὐτό, ὅλα εἶναι ταπεινά, μικρὰ κι ἀγαπημένα. Μήτε βίλλες θέλω, μήτε ψηλὰ κάγκελλα, μήτε πορτιέρηδες, μήτε γυαλιστερὰ πράγματα, μήτε τίποτα, ἀπὸ τὰ τόσα ποὺ θέλουνε νἄχουνε οἱ ἄνθρωποι, καὶ ποὺ γι’ αὐτὰ δὲν βρίσκουνε ἡσυχία, μέρα καὶ νύχτα. Πῶς τὰ σηκώνουνε, οἱ δύστυχοι, τέτοια βάρη ἀσήκωτα; Ἐγὼ τρέμω μὲ τὴ θυσία ποὺ κάνουνε στὴ ματαιοδοξία τους! Πολλὲς φορὲς στενοχωριέμαι πὼς κι ἐγὼ ἔχω πολλὰ πράγματα, ἐνῷ θὰ μποροῦσα νὰ ζήσω μὲ πολὺ λιγώτερα. […] Σ’ ἕναν ἀσκητὴ ποὺ ζεῖ σὲ μιὰ ἐρημιὰ στ’ Ἅγιον Ὄρος, ἔστειλε κάποιος 100 δραχμές, μήπως τοῦ χρειασθοῦνε, καὶ κεῖνος τοὔγραψε: «Δὲν δύναμαι νὰ κοιμηθῶ ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβα παρὰ τῆς ἀγάπης σου τὰς ἑκατὸν δραχμάς. Τοσαῦτα χρήματα, τί νὰ τὰ κάμω, εὐλογημένε;». Θυμήθηκα τὰ λόγια ποὺ εἶναι γραμμένα στὸ χαρτὶ ποὺ κρατᾶ ὁ ἅγιος Ἐφραίμ: «Ἀσκητὴς ἀκτήμων, ἀετὸς ὑψιπέτης».Εἴμαστε, λοιπόν, παραφορτωμένοι κι ἐμεῖς ἢ δὲν εἴμαστε; Τἄχουμε ὅλα. Ἔχουμε κι ἕνα περιβολάκι, μικρό, ἴσαμε μιὰ γαϊδαροκυλίστρα.

Καὶ ὅμως, αὐτὸ τὸ κομμάτι τὸ χῶμα εἶναι γιὰ μᾶς θησαυρὸς ἀνεχτίμητος. Ἔχει λουλούδια ποὺ μοσχοβολοῦνε ἥμερα κι ἄγρια, τὰ περισσότερα ἁγιολούλουδα, δεντρολίβανο, βασιλικό, μαντζουράνα, δυόσμο, ἀψηφιά, κι ἄλλα. Ἔχει καὶ μίαν ἐληά, δυὸ λεμονιές, μιὰ πορτοκαλιὰ καὶ μιὰ ροδιά. Κάθουμαι, σὰν πασάς, καὶ δοξάζω τὸν Θεό. Μέλισσες, πεταλοῦδες, σκαθάρια, χρυσοβασιλιάδες, μυγάκια λογῆς–λογῆς, ἄλλα μακρουλά, ἄλλα στρογγυλά, πετᾶνε γύρω στὶς πρασινάδες, καὶ τὸ σιγανὸ βούισμά τους μὲ νανουρίζει. Περιεργάζουμαι κάτω τὸ χῶμα, τὸ κυττάζω ἀπὸ κοντά, καθισμένος χάμω. Μερμήγκια κι ἄλλα μαμούδια περπατᾶνε δῶ καὶ κεῖ, κάνοντας κάποιες μυστηριώδεις δουλειές. Πόσο ἀξιαγάπητα εἶναι αὐτὰ τὰ πλάσματα! Πηγαινοέρχουνται βιαστικά, ἀνταμώνουνται στὸ δρόμο τους, σταματᾶνε σὰν νὰ κουβεντιάζουνε, κι ὕστερα τραβᾶ τὸ καθένα ὅπου θέλει. Ποιός ξέρει τί συλλογίζουνται καὶ τί κάνουνε. Μιὰ φορά, καμμιὰ σημασία δὲν δίνουνε στὰ σπουδαῖα πράγματα ποὺ γίνουνται στὸν κόσμο, πεντάρα δὲν δίνουνε ἂν ἕνας ἄνθρωπος πῆγε στὸν οὐρανὸ μέσα σὲ μιὰ σιδερένια μηχανή.

Κι ἐγὼ μαζὶ μ’ αὐτὰ ζῶ εὐτυχισμένος, μέσα στὴν ἡσυχία καὶ στὴν εἰρήνη τῆς ταπείνωσης. Βέβαια, ὁ ἀστροναύτης δὲν νοιάζεται γιὰ τοῦτα τὰ μικρὰ ποὺ δὲν φαίνουνται ἀπὸ κεῖ ψηλὰ ποὺ βρίσκεται. Μὰ καὶ τὰ μερμήγκια, οἱ λαμπρὲς καὶ τ’ ἄλλα τὰ μαμούνια δὲν νοιάζουνται γι’ αὐτόν. Χαμπάρι δὲν παίρνουνε!

Λέγω μέσα μου: «Ποῦ πᾶς, βρὲ ἄνθρωπε; Ἀφήνεις τὸν ἑαυτό σου, τὸν πολύτιμο ἑαυτό σου, καὶ πᾶς νὰ βρεῖς ἄλλον κόσμο! Οἱ κόσμοι παντοῦ εἶναι οἱ ἴδιοι. Τὰ μάτια ποὺ τοὺς βλέπουνε εἶναι διαφορετικά».

Καλὰ εἴμαστε, ἀγαπημένα μου μερμήγκια. Κανένας δὲν μᾶς ξέρει. Μήτε νοιαζόμαστε γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ τὶς μηχανές του καὶ γιὰ τ’ ἄλλα τὰ μεγαλεῖα του.

Πόσο ἔμορφο πράγμα εἶναι νὰ μὴ σὲ ξέρει κανένας, νὰ σ’ ἔχουνε ὅλοι λησμονημένον! Νὰ εἶσαι ἕνα μὲ τὰ μερμηγκάκια, ποὺ πηγαινοέρχουνται βαστώντας στὸ στόμα τους ἕνα κομμάτι ἄχυρο! Νὰ εἶσαι ἕνα μὲ τὰ πεταλούδια, αὐτὰ τὰ πετάμενα λουλούδια, ποὺ δὲν πετᾶνε ψηλότερα ἀπὸ τὰ μικρὰ δεντράκια μας. Νὰ εἶσαι ἀδερφὸς μὲ τὶς χρυσόμυγες, μὲ τὰ μικρὰ ζουζούνια, ποὺ βουσβουνίζουνε χαρούμενα καὶ ψάχνουνε ἀνάμεσα στὰ φύλλα καὶ στὰ ἄνθια ποὺ μοσκοβολοῦνε! Ἕνα μὲ τὰ πουλάκια ποὺ κελαϊδοῦνε ἀξέγνοιαστα ἀποπάνω μας. Μὲ τὸν τζίτζικα, ποὺ φωνάζει καθισμένος ἀπάνω στὸ δέντρο, ντερβίσης ποὺ δὲν φροντίζει γιὰ τίποτα.

Ναί. Θέλω νὰ εἶμαι κι ἐγὼ ἕνα ἀπ’ αὐτά, νὰ ζῶ ἀνάμεσά τους. Δὲν θέλω νὰ εἶμαι ἄνθρωπος, τὸ πονηρότατο αὐτὸ πλάσμα, ποὺ ἀπὸ τὴν πονηριά, ἀπὸ τὴ φιλοδοξία κι ἀπὸ τὴν ἀχορταγιά, δὲν ἔχει καιρὸ νὰ ζήσει, κι εἶναι ὁλοένα φουρτουνιασμένος!

Απόσπασμα από το βιβλίο “Μυστικά άνθη”, εκδ. Παπαδημητρίου

Πηγή: Χριστιανική Φοιτική Δράση

Η πρωτομαγιά στην ποίηση (Ρίτσος, Σεφέρης, Βάρναλης)

ΠΗΓΗ. 

Φιλολογικό Σπουδαστήριο “Γιώργος Δαμιανός”

Γιάννης Ρίτσος – Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)
(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν – τῶν ἀπερ-
γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):

I

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνὸ – πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ – πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ – μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

Γ. Σεφέρης, Επί Ασπαλάθων

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού.
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη…

Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού
τ’ αυλάκια.
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι”.

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος

31 του Μάρτη 1971

Κώστας Βάρναλης, “Πρωτομαγιά 1943″
Πέσε στα γόνατα , προσκύνα το πανάγιο χώμα
με τη ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη
όποιος και νά ‘σαι, όθε και νά ‘σαι, κι ό,τι άνθρωπος νά ‘σαι.
Πιότερο ,αν είσαι του λαού ξωμάχος, χειρομάχος ,
φτωχόπαιδο , που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις,
τον αδερφό σου αντίκρα σου, -με μάνα εσύ κι εκείνος – .
Ετούτη η μάντρα αντίκρυ σου , το σύνορο του κόσμου .
Σ’ αυτην επάνω βρόντηξαν ο Διγενής κι ο Χάρος .
Ήτανε πρώτη του Μαγιού , φως όλα μέσα κι έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδιασε πα στο σοβά πισθάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές , οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν , δυο , ή τρεις ….διακόσια παλληκάρια .
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα ,
μον ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι .
Και πρώτος άρχος του χορού , δυο μπόγια πάνω απ’όλους ,
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος . ( …)

Γιάννης Ρίτσος, “Σκοπευτήριο Καισαριανής”.
Εδώ πέσαμε . Παιδιά του λαού . Γνωρίζετε γιατί .
Γυμνοί , κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες ,
-η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο -.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα .
Είδατε τα πουλιά , που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους ,τον ανατέλλοντα πυρφόρον .
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ανοίγουνε στο μέλλον .
Εμείς , μερτικό δε ζητήσαμε ….Τίποτα …Μόνον
θυμηθείτε το : αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας ,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα . Γεια σας .