Το δράμα και η πίστη των κρυπτοχριστιανών του Πόντου

pontos 9

Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος | Για τη Romfea.gr


«Εφέντη, κουρτουλάμα θυμιαντό τζικάρ» («Κύριε μην πολυσκαλίζεις, θα βγει θυμιατήρι»). Αυτή η φράση καρδιάς ενός μωαμεθανού, κατοίκου της περιοχής του Όφι του Πόντου, όταν ο ανακριτής επίμονα του ζήτησε το όνομα του παππού του, χωρίς να ξέρει ότι ήταν ιερέας, είναι μια δυνατή φωνή ότι η γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού και ο ξερριζωμός, δεν έσβησαν, δεν αλλοίωσαν, δεν ξεύτισαν και δεν ψεύτισαν μέσα τους, όσων έμειναν πίσω, την πίστη τους.

Παρίσταναν εξωτερικά τους μωαμεθανούς, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, αλλά μυστικά ζούσαν ως ορθόδοξοι.

Ήταν ένα δράμα, αλλά ταυτόχρονα και μια ισχυρή απόδειξη της χριστιανικής συνείδησής τους.

Τι και αν κάτοικοι χωριών στον Πόντο εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ως μωαμεθανοί.

Παράλληλα σε ερημικά και εγκαταλελειμμένα παρεκκλήσια, όπου ιερείς ντυμένοι δερβίσηδες, που ταξίδευαν από χωριό σε χωριό, για να εξυπηρετούν κρυφά τις θρησκευτικές ανάγκες των κρυπτοχριστιανών, έψαλλαν τη θεία λειτουργία, κοινωνούσαν και εξομολογούνταν.

Τελούσαν νεκρώσιμη ακολουθία του δικού τους ανθρώπου, που πολλές φορές τον ενταφίαζαν κρυφά. Έτσι ένας χότζας πίστευε ότι στο χωριό Κρώμνη οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν, αφού, όπως έλεγε, «δέκα χρόνια δεν είδα ούτε μια κηδεία».

Τι και αν πήγαιναν υποχρεωτικά στα τζαμιά για το τακτικό ναμάζι, εκεί μέσα μυστικά και σιωπηρά η προσευχή τους ήταν χριστιανική.

Όσο πιο κρυφά γινόταν και με πολλές δυσκολίες, όταν μπορούσαν, έκαναν ορθόδοξο γάμο και βάφτιζαν τα παιδιά.

Τι και αν έκαναν περιτομή και έπαιρναν μουσουλμανικά ονόματα, οι ίδιοι μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν χριστιανικά ονόματα και τα μεταβίβαζαν στους απογόνους τους.

Μεγάλη δύναμη έπαιρναν από τις εικόνες, που φύλαγαν μέσα στα αμπάρια και στα σεντούκια.

Και όταν θυμιάτιζαν έκλειναν τις πόρτες και τον φεγγίτη για να μη φτάνει ως έξω η μυρωδιά του λιβανιού.

***

Ένα συγκλονιστικό περιστατικό, που δείχνει ότι οι Έλληνες του Πόντου δεν εξισλαμίστηκαν, δεν πέταξαν την Ορθοδοξία στη λάσπη, δεν περιφρόνησαν την αρετή της πίστης, δεν έγιναν «ανθρωπάκια» και δεν απαρνήθηκαν και δεν πρόδωσαν τον Χριστό, διέσωσε (το πρωτοδημοσίευσε το 1858 στην εφημερίδα «Nord» των Βρυξελλών και ένα χρόνο αργότερα στο γερμανικό λογοτεχνικό περιοδικό «Magazin fur die Literatur des Auslandes»), ο Ρώσος γεωλόγος και γεωγράφος Τσίχατσεφ, ο οποίος επισκέφτηκε αρκετές φορές για τις έρευνές του τον Πόντο.

«Τον καιρό της παραμονής μου στην Κερασούντα, μ επισκέφτηκε ο Μουσουλμάνος Σουλεϊμάν. Εάν αυτός δεν επέμενε τόσο πολύ να μου μιλήσει, εγώ θα αρνιόμουν να τον δεχτώ, γιατί δεν είχα ούτε καιρό ούτε διάθεση να λογομαχώ μ ένα Μουσουλμάνο πάνω σε θέματα του Κορανίου.

Όταν όμως ο ψευτοϊερωμένος Μουσουλμάνος Σουλεϊμάν με πληροφόρησε ότι συγχρόνως είναι και Έλληνας ιερέας με το όνομα Παρθένιος η έκπληξη μου ήταν μεγάλη. Ακριβώς γι’ αυτό είχε αποφασίσει να μ’ ενοχλήσει.

Αυτός με παρακάλεσε ως χριστιανός να τον βοηθήσω να βγει από μια τρομερά δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκεται:

«Τη βοήθεια τη χρειάζομαι εγώ, μου είπε ο γέρος, και ένα χοντρό δάκρυ κύλησε στα άσπρα μακριά και μεταξωτά γένια του. Εμένα δε μου έμεινε πολύς καιρός να ζήσω και μπορώ να συνεχίσω κρυφά να υπηρετώ τον δικό μου Θεό, έτσι όπως τον υπηρετώ σχεδόν 70 χρόνια.

Εγώ, όμως, έχω μια κόρη την οποία μπροστά στον κόσμο τη φωνάζω Φατημέ, όμως όταν είμαστε οι δυο μας, τη σφίγγω στο στήθος μου, τη χαϊδεύω και τρυφερά προφέρω το όνομά της Σοφία.

Εγώ πρέπει να γλιτώσω το αγνό αυτό πλάσμα. Ήρθε ο καιρός να παντρευτεί και δεν μπορώ πολύ καιρό ακόμη να αρνούμαι να τη δώσω στους Μουσουλμάνους, που άκουσαν πολλά για την ομορφιά της.

Μεταξύ τους υπάρχουν και παντοδύναμοι Μουσουλμάνοι. Εγώ νιώθω ότι δεν θα επιζήσω εκείνη τη μέρα, όταν ο Τούρκος που θα την παντρευτεί θα κλείσει τον άγγελό μου στο χαρέμι.

Σας παρακαλώ να βοηθήσετε την καημένη μου Σοφία κι έναν συγγενή συνοδό της, κι αυτός χριστιανός, να περάσουν στην Κριμαία, στην Τιφλίδα ή σε κάποια άλλη χριστιανική χώρα.

Θα του δώσω λεφτά, για να εξασφαλίσει την ύπαρξη της κόρης μου και θα αφιερώσω την υπόλοιπη ζωή μου στις προσευχές παρακαλώντας το Θεό να ανταμείψει την καλοσύνη σας.

»Τα λόγια του γέρου με συγκίνησαν βαθιά, γράφει ο Τσίχατσεφ, κι εγώ βιάστηκα να κάνω ό,τι μπορώ κι ό,τι μου επέτρεπε η θέση μου για την κόρη του ιερέα Παρθένιου».

***

Σήμερα σε 60 χωριά της Τραπεζούντας, κυρίως στην περιοχή του Όφι, ζουν –σύμφωνα με συντηρητικούς υπολογισμούς–χιλιάδες κρυπτοχριστιανοί.

Φανερά ανήκουν στο Ισλάμ. Σε δημόσια μέρη μιλούν τουρκικά. Αφανέρωτα, όμως, λατρεύουν το Χριστό.

Στο σπίτι μιλούν ελληνικά, που τα έμαθαν από τους προγόνους τους, και ο καθένας έχει δύο ονόματα.

Έτσι, αν κάποιος απ’ αυτούς παρουσιάζεται με ένα άσπρο ή πράσινο τουρμπάνι και ονομάζεται Μεχμέτ ή Σελίμ, το βράδυ ενώνεται με τους ομοθρήσκους του και δέονται ικετευτικά προς τον αληθινό Θεό.

Οι άνθρωποι αυτοί μιλούν ελληνικά και ονομάζονται Πέτρος ή Γεώργιος ή Συμεών κ.λπ.

***

Η αξία της πίστης των κρυπτοχριστιανών του Πόντου είναι μεγάλη, γιατί τη διατηρούν μέσα σε αντίξοες συνθήκες.

Με υπομονή: Να μην εγκαταλείψουν τον Σωτήρα.

Με επιμονή: Μέχρι τέλους μαζί Του.

Με Αναμονή της δικής Του παρουσίας.

Και δεν μπορούμε, παρά να θαυμάζουμε τις αντοχές τους. Πρόκειται στην ουσία για μαρτύριο αφανούς Ορθόδοξης μαρτυρίας.

Ομολογούν το Χριστό, όχι με το στόμα, αλλά με το πνεύμα. Και ζουν πνευματικές εμπειρίες.

Μέσα στις μεγάλες δυσκολίες, δεν τα χάνουν, Και όταν αλλεπάλληλες δοκιμασίες τους χτυπούν, ξέρουν, που να καταφύγουν, από που να αντλήσουν δύναμη.

pontos 12

pontos 12

pontos 12

pontos 12

pontos 12

pontos 12

pontos 12

pontos 12

pontos 12

pontos 12

pontos 12

Advertisements

Η συγκλονιστική μαρτυρία του Τούρκου γκρίζου λύκου που βαπτίστηκε Γιώργος

 

Η συγκλονιστική μαρτυρία του Τούρκου γκρίζου λύκου που βαπτίστηκε Γιώργος

Μετά το πέρας της Κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας, οι προσκυνητές περνώντας στο αρχονταρίκι της Μονής άκουσαν με ενδιαφέρον την ηγουμένη να τους ανακοινώνει:«Σήμερα θα ακούσουμε την καταπληκτική ιστορία ενός πρώην μουσουλμάνου, που έγινε Χριστιανός. Όμως ας τα πει καλύτερα ο ίδιος. Γιώργο, θα μας μιλήσεις;», είπε η Γερόντισσα και το λόγο πήρε ο πρώην μουσουλμάνος.

«Ήμουν ηγετικό στέλεχος των Γκρίζων Λύκων και κατείχα τη θέση του (…). Πολλές φορές είχα συμμετάσχει σε επιθέσεις κατά του Πατριαρχείου και γενικά των Χριστιανών, καθότι ήμουν φανατικός κεμαλιστής, αλλά και μουσουλμάνος».

Σε αυτό το σημείο η Γερόντισσα τον διακόπτει και του λέει αστειευόμενη:

«Δηλαδή, Γιώργο, μας πετροβόλησες κι εσύ, όταν είχαμε έρθει στο Πατριαρχείο;»

«Όχι», απάντησε εκείνος και συμπλήρωσε: «Σε άλλες πόλεις όμως έχω συμμετάσχει και έχω κάνει και άλλα πολλά…»

Κάποιοι από τους προσκυνητές αλληλοκοιτάχτηκαν συνειδητοποιώντας σιγά σιγά, ότι μπροστά τους είχαν έναν από τους πρώην κορυφαίους Χριστιανομάχους και Ελληνομάχους της Πατρίδας μας.

«Είχα πάει μαζί με ομάδα μας, των γκρίζων λύκων, να προκαλέσουμε επεισόδια σε συγκέντρωση ορθοδόξων στην Κωνσταντινούπολη και συγκεκριμένα στο (…). Εκεί μερικοί δικοί μας και εγώ ανακατεμένοι στο πλήθος κοιτάζαμε τους Ρωμιούς έτοιμοι να τους επιτεθούμε, όταν αισθάνθηκα κάποιον ιερέα να μου τραβάει το χέρι και να με αποκαλεί Γιώργο.

«Δεν με λένε έτσι, δεν είμαι Γιώργος», του απάντησα αγριεμένα.

«Θα γίνεις Γιώργος!», μου απάντησε εκείνος. «Θα βαπτισθείς Χριστιανός!»

«Τι είναι αυτά, που λες;», του απάντησα με θυμό και τον απείλησα λέγοντας: «Γι’ αυτό, που είπες, θα σου κάνω μήνυση και θα φυλακιστείς!»

Ο ιερέας όμως χωρίς να φοβηθεί μου απάντησε, ότι θα γίνω Χριστιανός, όπως ήταν οι πρόγονοί μου και λέγοντας αυτό έφυγε.

Μετά από λίγο καιρό η γιαγιά μου αρρώστησε βαριά και ετοιμοθάνατη όπως ήταν, καθόμουνα δίπλα στο κρεβάτι της και της διάβαζα το κοράνι. Ξαφνικά ακούω τη γιαγιά μου να έχει τον επιθανάτιο ρόγχο και έκπληκτος την βλέπω να κάνει τον σταυρό της και να λέει «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών…» και στη συνέχεια να καταλήγει.

«Τι ήταν αυτό;», φώναζα σοκαρισμένος. «Η γιαγιά δαιμονίστηκε τώρα στα τελευταία της!»

Ρώτησα τους γονείς μου, δεν γνώριζαν τίποτα και μου είπαν να μην δίνω σημασία σε αυτά. Ρώτησα και τον παππού μου. Δεν γνώριζε τίποτα.

Το περιστατικό αυτό με τη γιαγιά μου άρχισε να μου προκαλεί μεγάλα ερωτήματα προσωπικά και θεολογικά. Απευθύνθηκα στον ιμάμη της περιοχής μου κρατώντας το κοράνι καθώς και ένα ευαγγέλιο και του έθεσα πολλά ερωτήματα συγκρίνοντας τα λόγια του ευαγγελίου και του κορανίου ψάχνοντας να βρω την αλήθεια. Ο ιμάμης όμως δεν ήξερε τι να μου απαντήσει και μου είπε απλά να μην δίνω σημασία σε αυτά τα πράγματα. Έτσι λοιπόν έφυγα απογοητευμένος και σκέφτηκα να ρωτήσω ορθόδοξους ρωμιούς στο (…). Εκείνοι όμως δεν με δέχτηκαν φοβούμενοι το τουρκικό κράτος, όσο κι αν επέμεινα».

«Έφυγα θυμωμένος από το (…) λέγοντας μέσα μου, ότι εγώ απευθύνθηκα στη θρησκεία τους και αυτοί δεν με δέχτηκαν. Λίγο καιρό μετά ξαναπήγα απαιτώντας να με δεχτούν, γιατί ποθούσα να μάθω την αλήθεια. Εκείνοι όμως εξακολουθούσαν να μην με δέχονται. Αποφάσισα να φύγω ξανά και τότε ένα λεωφορείο σταμάτησε στην είσοδο του (…). και μία ομάδα προσκυνητών και ιερέων βγήκε από αυτό. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον ιερέα εκείνο, που με είχε αποκαλέσει Γιώργο, ο οποίος με θυμότανε και με κάλεσε κοντά του. Του εξέθεσα τα παράπονά μου, ότι δεν μου επιτρέπουν να συναντηθώ με τον (…) (σημείωση: το όνομα κάποιου μεγάλου ιερέως) και εκείνος τότε με πήρε μαζί του και μπήκαμε μέσα.

Η αλήθεια είχε αρχίσει να αποκαλύπτεται μέσα μου. Εκείνος ο ιερέας, που με είχε αποκαλέσει Γιώργο, μου είπε ακόμα ότι οι Χριστιανοί πρόγονοί μου είχαν το επίθετο (…), γιατί στον τόπο τους, κάπου στην περιοχή του Πόντου, εξασκούσαν ένα επάγγελμα που έχει σχέση με αυτό το επίθετο. Όταν μετά από λίγο καιρό έψαξα στο ληξιαρχείο για το γενεαλογικό μου δέντρο, διαπίστωσα ότι τα λόγια του ιερέως ήταν αληθινά. Οι πρόγονοί μου ήταν όντως Ρωμιοί Χριστιανοί, ασκούσαν το συγκεκριμένο επάγγελμα και είχαν το συγκεκριμένο επίθετο.

Πήγα στην Αθήνα και καθ’ υπόδειξη του ιερέως γνώρισα τον πατέρα (…), ο οποίος με κατήχησε και με βάπτισε Γεώργιο, το όνομα που είχαν οι περισσότεροι πρόγονοί μου. Κατόπιν πήγα στο Άγιο Όρος και συγκεκριμένα στο μοναστήρι, όπου βρίσκεται ο ιερέας που με πρωτοαποκάλεσε Γιώργο. Έμεινα εκεί μερικούς μήνες και κατόπιν επέστρεψα στην Τουρκία ως κρυπτοχριστιανός. Οι γονείς μου δεν μου το συγχωρούν αυτό, ενώ ο παππούς μου μού είπε μυστικά, ότι του έδωσα πολύ μεγάλη χαρά με τη βάπτισή μου. Πριν κλείσει τα μάτια του έκανε τον σταυρό του και πέθανε λέγοντας αυτό, που είχε πει και η γιαγιά μου: «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών…».

Πηγή: Ησυχαστήριο Αγίας Τριάδος

ΠΗΓΗ.https://www.orthodoxianewsagency.gr/

ΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ


Ο Άγιος Νικόλαος Κερασούντος
Γράφει ο Θεόδωρος Ν. Ρωμανίδης
Οι πρώτες πηγές για τον κρυπτοχριστιανισμό, κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι δύο επιστολές του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη ΙΔ΄ (1337-1347) του Απρηνού ή Καλέκα, που απευθύνονται στον χριστιανικό πληθυσμό της Νίκαιας της Βιθυνίας τα έτη 1338 και 1340.

 Οι βίαιοι όμως εξισλαμισμοί, που είναι από τα κυριότερα αίτια της εμφάνισής του, μετά την πτώση της Βασιλεύουσας (1453) και της Τραπεζούντας (1461), είχαν τεράστια επίδραση στην εμφάνιση του κρυπτοχριστιανισμού.

Οι έχοντες δυνατότητα Έλληνες καταφεύγουν στη Ρωσία και στις Παραδουνάβιες χώρες. Αυτοί που έμειναν αναγκάζονται υπό το κράτος της βίας και των πιέσεων να αλλαξοπιστήσουν για να σώσουν τη ζωή, την τιμή, τις οικογένειες, τις περιουσίες τους, και κυρίως να απαλλαγούν από την καθημερινή απάνθρωπη συμπεριφορά των κατακτητών.
Ο ιστορικός Περικλής Τριανταφυλλίδης γράφει ότι «ο Έλλην ενομίζετο και των κυνών ευτελέστερος». Οι ραγιάδες οφείλουν να φορούν μόνον μαύρα ρούχα και μόνον από χονδρό βαμβακερό ύφασμα. Το σπίτι του Έλληνα έπρεπε να είναι μονώροφο, ασοβάτιστο, και φυσικά άβαφο.

Στο δρόμο όταν συναντούσε Τούρκο έπρεπε να κατέβει από το πεζοδρόμιο η να απομακρυνθεί από το δρόμο του και να κάμει «υποκλίσεις εδαφιαίας». Συχνά υποχρεούνταν να κάνει τραπέζι σε Τούρκο με όλη την ανατολίτική ποικιλία φαγητών και γλυκισμάτων.

Εθεωρείτο καλότυχος αν ο «φιλοξενούμενος» περιοριζόταν μόνο στο φαγητό, καθώς συχνά απαιτούσε και χρηματική αποζημίωση για την απασχόληση των… δοντιών του, το περίφημο «ντις παρασί».
Η φυσική καλλονή, η ομορφιά, ήταν επικίνδυνη πολυτέλεια τόσο για τα κορίτσια όσο και για τα αγόρια.
Η οικονομική εξαθλίωση των ραγιάδων, μέσω φόρων, πρωταρχικό μέλημα. Ο «κεφαλικός» φόρος και ο φόρος «αγγαρειών» ήταν μερικοί από αυτούς.

Ο φόρος υπό το όνομα «σαλγούνι» επιβαλλόταν πολλές φορές μέσα στο χρόνο σε όλους τους κατοίκους, αλλά την αναλογία των Τούρκων την πλήρωναν οι χριστιανοί.

Από τα αυτοκρατορικά ταμεία μέχρι να φτάσει στον φορολογούμενο χριστιανό «διήρχετο από αμετρήτους σταθμούς» και σε κάθε σταθμό έπρεπε να αυξηθεί υπέρ του… σταθμάρχη.

Με αποτέλεσμα, όταν έφτανε στον φορολογούμενο να υπερβαίνει το εκατονταπλάσιο του αρχικού, όπως γράφει ο Φίλων Κτενίδης.

Ο Άγιος Ευγένιος Τραπεζούντας 
(φωτ.: Βασίλης Καρυοφυλλίδης)
Οι τοπικοί άρχοντες, οι περιώνυμοι «ντερεμπέηδες» (ντερέμπεης = ο μπέης του ποταμού, δηλαδή ο απόλυτος τοπάρχης στα χωριά κατά μήκος ενός ποταμού), ήταν ασύδοτοι.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες ξεπήδησαν οι κρυπτοχριστιανοί. Οι κρυπτοχριστιανοί στον Πόντο ονομάζονταν και «κλωστοί» από το ρήμα «κλώθω», «κλώσκουμαι».

Δήθεν ήταν μουσουλμάνοι, και αφού εκχριστιανίστηκαν επέστρεψαν στο Ισλάμ. Στην Κρήτη, ονομάζονταν «κουρμουλήδες» και στην Κύπρο «λινοβάμβακες».

Ο εξισλαμισμός γίνονταν για λόγους φανατισμού αλλά και για σταθερή επικράτηση των κατακτητών. Η Ορθοδοξία ήταν ικανή να κρατήσει ισχυρά δεμένους τους υπόδουλους στον εθνικό κορμό.

Έτσι και αυτοί που αναγκάστηκαν να αφήσουν την ελληνική γλώσσα, π.χ. οι Καραμανλήδες, δεν έχασαν την εθνική τους ταυτότητα. Αντίθετα, όσοι αλλαξοπίστησαν έκοψαν τους δεσμούς τους με το έθνος και ας κράτησαν την γλώσσα.

Τέτοια παραδείγματα οι τουρκοκρητικοί, οι βαλαάδες στην Μακεδονία, οι οφλήδες και οι τονιαλήδες στον Πόντο. Όσοι εξισλαμίζονταν απέφευγαν τις καθημερινές πιέσεις, ήταν για αυτούς μια λύτρωση· τους δίνονταν προνόμια, χρήματα και εξουσία.

Οι περισσότεροι από αυτούς παρέμειναν κρυφά χριστιανοί. Διατήρησαν τη γλώσσα τους και πολλοί στην περιοχή του ποταμού Όφι έχουν ελληνικά επίθετα.
Λέγεται ότι κάποιος μωαμεθανός κάτοικος της περιοχής του , σε ανακριτικό γραφείο, έδινε τα στοιχεία του –όνομα, διεύθυνση, κτλ.–, και έπρεπε να πει το και το όνομα του παππού του.

Στην επίμονη απαίτηση του ανακριτή του απάντησε «Εφέντη, κουρτουλάμα θυμιαντό τζικάρ», δηλαδή «Κύριε μην πολυσκαλίζεις, θα βγει θυμιατήρι», θέλοντας να του πει ότι ο παππούς του ήταν ιερέας.

Ολόκληρα χωριά στον Πόντο κατοικούνταν από κρυπτοχριστιανούς, οι οποίοι έπρεπε όμως να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ως μωαμεθανοί. Ήταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουν τακτικά στα τζαμιά για το τακτικό ναμάζι, ασχέτως με το είδος της προσευχής που σιγοψιθύριζαν.

Όταν πέθαινε κάποιος, ενώ οι Τούρκοι μολάδες μετέφεραν τη σορό, την ίδια ώρα σε κρυφό χριστιανικό ναό έψαλλαν τη νεκρώσιμη ακολουθία. Πολλές φορές τον έθαβαν κρυφά η έθαβαν ένα ανδρείκελο στα μωαμεθανικά νεκροταφεία.

Η Παναγία Χρυσοκεφάλου της Τραπεζούντας 
(φωτ.: Βασίλης Καρυοφυλλίδης)
Διηγούνται ότι την Κρώμνη για 12 ολόκληρα χρόνια την επισκέπτονταν ένας Χότζας ο οποίος έκανε τις προσευχές του μαζί με τους κατοίκους, οι οποίοι ψιθύριζαν προσευχές αλλά… στον Χριστό.

Σε ένα ταξίδι του στην Κρώμνη αντάμωσε στο δρόμο μια ομάδα ανθρώπων που κουβαλούσαν πάνω σε φορείο έναν άρρωστο. Ρωτώντας έμαθε ότι τον πήγαιναν για αλλαγή κλίματος και θεραπεία στην Αργυρούπολη.

«Πατριώτες, τους είπε, να τον πάτε στην Κρώμνη. Εκεί οι άνθρωποι δεν παθαίνουν. Δέκα χρόνια δεν είδα ούτε μια κηδεία».

Είναι βέβαιο ότι με την Ανταλλαγή δεν έφυγαν όλοι εξ αιτίας του πολέμου. Σε ορισμένες περιοχές αρκετοί κρυπτοχριστιανοί δεν μπόρεσαν να φανερωθούν.

Υπήρχαν επίσης γάμοι χριστιανών η κρυπτοχριστιανών με Τούρκους. Πολλά παιδιά, κατά τη διάρκεια των διωγμών των Ελλήνων, έμειναν ορφανά η απήχθησαν από Τούρκους.

Στο βιβλίο του Ο πολιτισμός του Πόντου, ο Ομέρ Ασάν γράφει ότι κατά την έρευνά του να ανακαλύψει την ταυτότητα των προγόνων του, και σε ερώτηση πώς έμαθαν την ελληνική γλώσσα, τα ρωμαίικα όπως τα λένε, έλαβε την εξής απάντηση «Εμείς αυτήν τη γλώσσα μιλούσαμε. Τα τουρκικά τα μάθαμε μετά».
Το 2001, σε επίσκεψη συλλόγου στον Πόντο και κατά τη μετάβασή τους στη Μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, ένας από τους εκδρομείς ρώτησε στη διαδρομή μια γυναίκα αν είναι στον σωστό δρόμο.
Άκουσε αυτή τα ποντιακά που μιλούσαν, και ρώτησε αν όλοι οι εκδρομείς είναι «δικοί μας». Όταν πήρε θετική απάντηση, γύρισε και είπε: «κι εγώ δικιά σας είμαι».
Το 1991-1992, στην προσπάθεια εισδοχής της Τουρκίας στην Ενωμένη Ευρώπη, αναδείχθηκαν από την κρατική τους τηλεόραση ζητήματα γλωσσικά-μειονοτικά. Ορόσημο ήταν η συνέντευξη μιας γριάς Πόντιας μουσουλμάνας σε Τουρκάλα δημοσιογράφο.

Στην ερώτηση «ποια είναι η γλώσσα που μιλάτε», η Πόντια γιαγιά δεν χάρισε κάστανα: «η γλώσσα που μιλάω δεν είναι τουρκικά, και από τον αέρα δεν τα έμαθα»!

Σήμερα σε 60 χωριά της Τραπεζούντας, κυρίως στην περιοχή του Όφι, ζουν –σύμφωνα με συντηρητικούς υπολογισμούς–, περίπου 300.000 κρυπτοχριστιανοί.

«Στο χωριό, στην πόλη, στο σχολείο, μας έμαθαν ότι είμαστε Τούρκοι. Στη γειτονιά, στο σχολείο, στη δουλειά, μιλούσαμε τα τουρκικά.

Όμως, στο σπίτι, στο χωριό, η γιαγιά, ο παππούς μου, όλοι στην οικογένεια μιλούσαν μεταξύ τους τη γλώσσα που ονομάζανε ρωμαίικα. Επομένως τι ήμασταν εμείς; Ρωμιοί ή Τούρκοι;» αναρωτήθηκε ο Ομέρ Ασάν όταν ξεκίνησε την έρευνα του.

ΠΗΓΕΣ
Φίλων Κτενίδης, «Οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου», διάλεξη στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 20/5/1954.
Περ. Ποντιακά φύλλα.
Κυριακή Χρυσουλίδου, «Οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου» (μεταπτυχιακή εργασία), ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2008.
«Νέα Πρωία» (neaproia.wordpress.com).
(Με την ευκαιρία της ομιλίας του καθηγητή κ. Στάθη Πελαγίδη στο ΙΘΤΠ την Τετάρτη 6 Απριλίου 2016 και ώρα 19:00 με θέμα «Κρυπτοχριστιανοί ή κρυπτομουσουλμάνοι; Το κρυπτοχριστιανικό ζήτημα στον Πόντο».)
Θεόδωρος Ν. Ρωμανίδης, Σύλλογος Ποντίων Ν. Ξάνθης

Ο «ΤΡΕΛΟΣ» ΖΗΤΙΑΝΟΣ

SAMSUNG DIGIMAX A403

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης

Σαββάτο νωρίς το πρωί σε μια γνωστή ιστορική πόλη της ανατολικής Τουρκίας, άλλοτε ένδοξη βυζαντινή μητρόπολη. Ο καιρός ήταν πολύ καλός και οι βερικοκιές ήταν κιόλας ανθισμένες. Ο ευλογημένος αυτός καρπός είναι ένα από τα κυριότερα ειδή που παράγει η περιοχή.

Αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα στο κέντρο της πόλης και να επισκεφτούμε κυρίως το μεγάλο τζαμί. Όταν βρεθήκαμε εκεί, η πρώτη έκπληξη ήταν πως το κτίσμα δεν θύμιζε καθόλου μουσουλμανικό τέμενος. Εκείνο που μας θύμισε μόλις το αντικρίσαμε είναι κλασική βυζαντινή εκκλησία μετά τρούλου. Φαίνονταν όμως καινούργιο και ήταν περίεργο που οι μειμάρηδες, δηλαδή οι κατασκευαστές του αποφάσισαν να παρουσιάσουν ουσιαστικά μια ελληνορθόδοξη εκκλησία για να χρησιμοποιηθεί σαν μουσουλμανικό τέμενος. Ένα άλλο περίεργο ήταν ο κεντρικός μιναρές του τζαμιού που δεν ήταν ενσωματωμένος με το τζαμί και δεν είχε κορυφή, κάτι το πολύ περίεργο για ένα τουρκικό τζαμί εδώ στην καρδιά της σημερινής Τουρκίας.

Πλησιάσαμε πιο κοντά και στον περίγυρο του τζαμιού. Εκείνη την ώρα υπήρχε εκεί γύρω πολύς κόσμος που συζητούσε με ένταση κάποιο τοπικό γεγονός. Οι μουσουλμάνες με τις κλασικές μαντίλες παρακολουθούσαν σιωπηλές έκτος από δυο που φώναζαν με πολύ έντονο ύφος.

Μαζί με τον κόσμο σε κάποια άκρη ήταν και καμία δεκαριά ζητιάνοι, οι περισσότεροι ρακένδυτοι, που φαίνονταν τελείως αδιάφοροι με όσα γίνονταν και συζητούσαν οι άλλοι γύρω τους.

Καθώς πλησιάσαμε για να παρατηρήσουμε πιο κοντά το τζαμί χωρίς όμως να μπούμε μέσα μήπως και προκαλούσαμε κάποια αντίδραση, ξαφνικά ένας από τους ζητιάνους ξεχώρισε ήρθε πιο κοντά μας και ακολουθούσε από πίσω τα βήματα μας με ένα πολύ περίεργο ύφος.

Σταματήσαμε και θελήσαμε να μάθουν γιατί μας ακλουθεί. Ο ζητιάνος τότε μας πλησίασε πιο κοντά και με ένα χαμόγελο με νόημα μας ρώτησε ! Rumlar ? (Ρωμιοί 😉 –Evet, (Ναι), απάντησα εγώ αυθόρμητα χωρίς να σκεφτώ τίποτα. Τότε ο ζητιάνος σαν παραλήρημα άρχισε να απαγγέλλει απ’ έξω με πολύ γρήγορη και κοφτή φωνή το… «Πάτερ ημών»!

Μείναμε άναυδοι και τον παρακολουθούσαμε κυριολεκτικά με ανοιχτό το στόμα. Αυτός πολύ γρήγορα αφού τελείωσε μας έριξε μια βιαστική ματιά όλο νόημα και απότομα μας γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε με βιαστικά βήματα. Μετά από λίγο άρχισε να τρέχει και γρήγορα εξαφανίστηκε. Κάποιοι εκεί γύρω που είχαν παρατηρήσει την σκηνή γελούσαν και μας υπέδειχναν με κοροϊδευτικό ύφος :
-Aptal, aprtal, Bu adam aptal! Ο ζητιάνος ήταν ανόητος. Ήταν για αυτούς ένας τρελός!

Η σκηνή μας έμεινε μέχρι να φύγουμε από αυτή την πόλη. Δεν προσπαθήσαμε να βρούμε αυτόν τον ζητιάνο για ευνόητους λόγους.

Ω άγνωστη Τουρκία! Πόσα δικά μας δεν κρύβεις μέσα στους κόρφους σου ; Άμποτε θα έρθει εκείνη η μέρα που θα σηκωθεί το βαρύ πέπλο της ημισελήνου και αποκαλυφτεί το μεγάλο σου μυστικό!

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
http://www.nikosxeiladakis.gr