O  περίεργος καβαλάρης και ο χότζας

Είχε γεννηθεί σε αυτή την πόλη που την αγαπούσε πολύ και ήταν ιμάμης στο Pişmaniye τζαμί, ένα ιερό τέμενος όπου στον περίγυρο του βρίσκονταν θαμμένοι πολλοί ιεροκήρυκες και άγιοι της αληθινής πίστης.

Πολύ κοντά, πιο ανατολικά, βρίσκονταν το Kasimiye τζαμί, πολύ παλιός και μεγάλος ναός που κάποτε ήταν των απίστων.

Το τζαμί του βρίσκονταν λίγο πιο πάνω προς τα ανατολικά από το μεγάλο Κονάκι και από τον μιναρέ του είχε μια πανέμορφη θέα σε όλο τον μαγευτικό κόλπο, μέχρι απέναντι στο ιερό βουνό των αρχαίων κατοίκων.

Το τελευταίο καιρό δεν αισθάνονταν καλά και είχε κάποια τσιμπήματα στο στήθος, ενώ ένοιωθε ένα αίσθημα κενού και ανικανοποίητου να τον διακατέχει. Πολλές φόρες τον είχαν δει την νύχτα να κάθεται στην αυλή του τεμένους πολύ σκεπτικός· έλεγαν πως προσεύχεται.

Εκείνο το βράδυ είχε ξανά δυνατά τσιμπήματα στο στήθος και δεν αισθάνονταν καθόλου καλά, ούτε μπορούσε να κοιμηθεί και είχε βγει στην αυλή. Έξω ο ουρανός ήταν γεμάτος άστρα. Ήταν τέλη Οκτωβρίου και δεν είχε πολύ κρύο. Κάθονταν στο μεγάλο πεζούλι και προσπαθούσε να ηρεμήσει, αλλά τα τσιμπήματα δεν έλεγαν να σταματήσουν. Για μια στιγμή νόμισε πως πλησίασε το τέλος.

Τότε ξαφνικά ένιωσε ρίγος να διαπερνά όλο του το σώμα.

Από την μεγάλη είσοδο της αυλής εμφανίστηκε ένας καβαλάρης που τον πλησίασε.

Ήταν ένα νεαρό παλικάρι, φαίνονταν πολεμιστής με ένα μεγάλο κοντάρι και φορούσε κάτι περίεργα ρούχα, που δεν κατάλαβε από που ήταν.

Τον κοίταξε με έντονο αλλά όχι εχθρικό βλέμμα και ένοιωσε μια ζέστη στο κορμί του, ενώ τα τσιμπήματα στο στήθος είχαν σταματήσει.

-Εγώ μόνο μπορώ να σε βοηθήσω αλλά πρέπει και εσύ να κάνεις κάτι, του είπε με ζεστή φωνή.

-Τι πρέπει ένα κάνω, ρώτησε με αγωνία.

-Θα πας στο Kasimiye τζαμί, θα κατέβεις κάτω στην υπόγεια αίθουσα και θα ζητήσεις από τον φύλακα να σου δώσει λάδι από το καντήλι που καίει συνέχεια. Θα αλείψεις με αυτό το στήθος σου και θα γίνεις καλά.

Ξύπνησε τότε και κατάλαβε πως είχε αποκοιμηθεί.

Το όραμα όμως ήταν τόσο ζωντανό που τον είχε ταρακουνήσει.

Ποιός ήταν αυτός ο περίεργος καβαλάρης με την τόσο ζεστή φωνή;

Το άλλο πρωί αποφάσισε να κάνει ότι είχε δει στο όραμα.

Πήγε στο Kasimiye τζαμί και κατέβηκε όπου του είχε υποδείξει ο καβαλάρης. Εκεί ήταν ο φύλακας, ένας γνωστός πιστός του Προφήτη και παραδίπλα έκαιγε ένα καντήλι πάνω από ένα σημείο. Ο φύλακας τον κοίταξε με περιέργεια που είχε έρθει τόσο νωρίς το πρωί και αφού τον καλωσόρισε τον ρώτησε τι ήθελε.

-Αυτό το καντήλι γιατί καίει συνέχεια, ρώτησε εκείνος.

-Είναι το καντήλι του Αγίου. Οι άπιστοι τον λατρεύουν σαν πολιούχο, αλλά και εμείς τον πιστεύουμε. Το λάδι από το καντήλι έχει θεραπευτικές ιδιότητες και έχει θεραπεύσει πολλούς πιστούς του Προφήτη.

-Και ποιός είναι αυτός ο Άγιος των απίστων που τον πιστεύουν και οι πιστοί ;

-Είναι ο Άγιος Δημήτριος!

-Ποιός είναι ο Άγιος Δημήτριος ;

Ο φύλακας τότε του έδειξε με το δάχτυλο μια ξεθωριασμένη παλιά εικόνα που κείτονταν παραπέρα. Αυτός την πλησίασε και τότε ανατρίχιασε.

Η εικόνα ήταν του αλλόκοσμου καβαλάρη που τον είχε επισκεφτεί το περασμένο βράδυ στον ύπνο του.

Με φωνή τρεμάμενη είπε στον φύλακα:

-Δώσε μου σε παρακαλώ λάδι από το καντήλι.

Ο φύλακας αφού τον κοίταξε σκεπτικός, πήρε ένα μικρό φλιτζάνι και το γέμισε με το λάδι του καντηλιού.

Ο χότζας επέστρεψε ταραγμένος στο σπίτι του και αφού αλείφτηκε με το λάδι στο στήθος του, αισθάνθηκε αμέσως πολύ καλύτερα. Μέσα του όμως ένοιωσε να γκρεμίζονται όλα εκείνα με τα οποία είχε ανατραφεί μια ζωή.

Την άλλη μέρα ο χότζας είχε εξαφανιστεί.

Όσο και αν τον αναζήτησαν οι πιστοί του Pişmaniye τζαμιού, δεν μπόρεσαν να τον βρουν πουθενά. Σημειωτέον ότι Pişmaniye τζαμί σημαίνει το » «Τζαμί της Μετανοίας» ..

Τον επόμενο χρόνο κιόλας, τις ίδιες μέρες, τέλη Οκτωβρίου, αυτός ο Καβαλάρης έμπαινε θριαμβευτικά στην πόλη του, απελευθερώνοντάς την!

Από τις «Μυστικές Ιστορίες της Νύμφης του Θερμαϊκού»

ΠΗΓΗ triklopodia

Ο Τούρκος αξιωματικός του Ναυτικού

«Οι κρυπτοχριστιανοί στη σύγχρονη Τουρκία»

Ο Τούρκος αξιωματικός του Ναυτικού

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

            Α΄ Μέρος

            Από την Κωνσταντινούπολη μαζί με τον π. Κύριλλο φύγαμε λίγο μετά το ξημέρωμα, με το πούλμαν, για τη Σμύρνη. Πολύωρο και σχετικά δύσκολο ταξίδι, αλλά όμορφο, μέσα από περιοχές, που ευωδιάζουν πάντα το άρωμα των Ελλήνων και του πολιτισμού τους. Το πούλμαν μας άφησε κοντά στην παραλία, στο περίφημο (λέξη από τα γαλλικά) «Και» της «άπιστης» για τους τούρκους, ελληνικής Σμύρνης.

            Στην παραλία ήταν λίγος ο κόσμος.

–        Ας σταθούμε λίγο όρθιοι εδώ, κοιτάζοντας τη θάλασσα και το Κορδελιό, μου είπε ο π. Κύριλλος. Ας προσευχηθούμε για όσους σφαγιάσθηκαν σε αυτήν παραλία από τους Τούρκους, με πρώτο τον Άγιο Μάρτυρα Χρυσόστομο Σμύρνης.

–        Έχω αναμνήσεις από αυτήν την παραλία, του απάντησα. Εδώ κινδύνευσε και η μητέρα μου, μικρό παιδί τότε, να την σφάξουν οι τσέτες. Ορφανή από τον άγιο ιερέα πατέρα της, βρέθηκε στη Σμύρνη μακριά από τη μητέρα της, που αγνοούσε πού βρισκόταν, με την πρώτη εξαδέλφη της, την Ευαγγελία. Μαζί διώχθηκαν από την Πάρσα και χαθήκαν στο μακελειό στην παραλία, που τώρα βρισκόμαστε.  Είναι δύσκολο να νιώσουμε το συναίσθημα των Ελλήνων, που περίμεναν ή τον θάνατο ή τη σωτηρία με κάποιο καράβι…

Κλονίστηκα εκείνη την ώρα. Έσπασε η φωνή μου, μου ήρθε ένας λυγμός που με δυσκόλεψε στην αναπνοή και μου ήταν δύσκολο να συνεχίσω. Το κατάλαβε ο π. Κύριλλος και μου είπε:

–        Σταμάτα, αν δεν μπορείς να συνεχίσεις.

–        Όχι πάτερ, θα σου τα πω όσα μου είχε πει η μητέρα μου, στη μνήμη της και στη μνήμη όλων των Μικρασιατών, θυμάτων της Γενοκτονίας. Πήρα μιαν βαθιά ανάσα και συνέχισα:

–        Η μητέρα μου, ένα κορίτσι 15 ετών, αδύναμο, γλυκό, κοντούλικο, βρώμικο, με το πρόσωπο μαυρισμένο από την καπνιά, που της είχε βάλει η ξαδέλφη της μην την δουν οι Τούρκοι και την αρπάξουν, σπάραζε στο κλάμα. Φώναζε «μάνα μου, μάνα μου, πού είσαι μάνα μου» και «Ευαγγελία, που είσαι», με φωνή που νόμιζες πως θα βγουν τα σωθικά της. Μόνη της γύριζε σα ζαλισμένη πεταλούδα, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς σκοπό. Έτσι που ήταν ένα στιβαρό μεγάλο χέρι  της άρπαξε το δικό της χεράκι κοντά στον ώμο, την πήγε στην άκρη της παραλίας και την πέταξε προς τη θάλασσα. Η μάννα μου αιωρήθηκε στο κενό έως ότου έπεσε στα χέρια ενός άλλου χειροδύναμου ψηλού άντρα που ήταν σε μια βάρκα. Αργότερα κατάλαβε ότι ήσαν δύο ναύτες του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού. Από την τρομάρα της σταμάτησε να φωνάζει. Η βάρκα ανοίχτηκε στον κόλπο και πήγε στο πλοίο. Χωρίς να κοιτάζει πίσω της ανέβηκε τη σκάλα και φθάνοντας επάνω άλλος ναύτης την άρπαξε, τη σήκωσε στα χέρια του και την πέταξε στο κενό, στο αμπάρι του πλοίου, όπου την έπιασε άλλος ναύτης και την απίθωσε σε μια γωνιά. Καθώς είχε κλειστοφοβία προσπαθούσε να δει λίγο ουρανό…Με το βλέμμα της άρχισε να γυρεύει την ξαδέλφη της, καθώς δεν είχε πια φωνή από τα όσα πέρασε. Πίστευε πως θα ήταν στο ίδιο αμπάρι, αλλά τόσος κόσμος που ήταν, δεν ήταν εύκολο να την βρει…Ευτυχώς το πλοίο τους κατέβασε στη Μυτιλήνη , για να γυρίσει γρήγορα να παραλάβει και άλλους Έλληνες. Όταν βγήκε είδε τον ουρανό, αισθάνθηκε πιο ήρεμη, πιο ασφαλής  και έκανε τον Σταυρό της, ευχαριστώντας τον Θεό και με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της. Αισθανόταν μόνη, σαν καλαμιά στον κάμπο. Ο Θεός ήταν συντροφιά της και την βοήθησε να βρει την εξαδέλφη της, που ήταν στο ίδιο πλοίο. Αγκαλιάστηκαν και έμειναν αχώριστες, μέχρι την Κρήτη που κατέληξαν και στην Αθήνα που εγκαταστάθηκαν, όπου η μητέρα μου βρήκε και τη μητέρα της…

–        Συγκινητική ιστορία, σχολίασε ο π. Κύριλλος, παρόμοια με αυτές του Πόντου.

–        Παρόμοιες είναι οι ιστορίες για όλους τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του απάντησα…

    Αρχίσαμε να περπατάμε χωρίς να μιλάμε στην παραλία, με το μυαλό μας στον χαμένο Ελληνισμό. Το «Και» το αισθανόμασταν σα να ακούγονταν ακόμα οι απεγνωσμένες κραυγές των Ελλήνων, σα να υπήρχε στα κράσπεδα των πεζοδρομίων ακόμη αίμα ελληνικό, σα να ακούγαμε σε απόηχο τις συζητήσεις των Σμυρνιών…

  Έτσι απορροφημένοι που ήμασταν κάποια στιγμή κατάλαβα ότι κάποιος ήταν πίσω μας και μας ακολουθούσε. Γύρισα με τρόπο και κοίταξα. Ήταν εν στολή ένας αξιωματικός του Τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού. Συνεχίσαμε τον περίπατό μας και πάντα πίσω μας ο αξιωματικός.

–        Λες πάτερ να έχουμε τα ίδια του Πόντου; ρώτησα τον π. Κύριλλο.

–        Αμέσως θα το διαπιστώσουμε, μου είπε και περάσαμε απέναντι. Ο Τούρκος αξιωματικός μας ακολούθησε. Όταν φτάσαμε σε μια γωνιά πήραμε έναν δρόμο προς τα ενδότερα της παραλίας. Ο Τούρκος αξιωματικός πάντα λίγα βήματα πίσω μας. Τότε ο π. Κύριλλος απότομα σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος του και τούπε με τα λίγα αγγλικά του:

–        Θέλετε κάτι από εμάς κύριε;

–        Καλά το καταλάβατε, του απάντησε. Θέλω να μιλήσουμε.

–        Πείτε μας, σας ακούμε, του είπε ψυχρά ο π. Κύριλλος.

–        Όχι εδώ, κάπου κοντά να γευματίσουμε κιόλας μαζί, αν θέλετε.

Με κοίταξε ο π. Κύριλλος και μου λέει στα ελληνικά μπροστά του, λές και δεν ήξερα αγγλικά και δεν είχα καταλάβει τι του είπε:

–        Ο κύριος από εδώ, που μας είναι ένας άγνωστος Τούρκος με στολή τούρκου αξιωματικού, μας ζητάει να πάμε μαζί του σε κοντινό εστιατόριο και εκεί θέλει να μας μιλήσει. Τί λες;

Πριν απαντήσω κοίταξα το τούρκο αξιωματικό. Μου φάνηκε  έντιμος άνθρωπος και είχε ένα παρακλητικό ύφος…

–        Πάτερ, του λέω, προτείνω να του δείξουμε εμπιστοσύνη…

Ο π. Κύριλλος συμφώνησε μαζί μου.

–        ΟΚ, είπε στον Τούρκο, θα έρθουμε. Σας ακολουθούμε εμείς τώρα.

Β΄ Μέρος

Ο Τούρκος αξιωματικός προχώρησε σε έναν κάθετο δρόμο στην προκυμαία της Σμύρνης. Πήγαινε μπροστά από εμάς κάπου δέκα μέτρα. Φτάσαμε σε ένα πολύ αξιοπρεπές εστιατόριο όχι μακριά από την προκυμαία. Ο Τούρκος αξιωματικός μίλησε με το γκαρσόνι που ήταν στην υποδοχή και αυτό μας οδήγησε σε μια χωριστή πολυτελή μικρή αίθουσα.

–        Είναι αίθουσα που γίνονται συσκέψεις και γεύματα, συνήθως από επιχειρηματίες, που θέλουν να είναι μακριά από τους περίεργους και να μην ακούγονται οι συζητήσεις τους, μας είπε.

Αφού παραγγείλαμε ο Τούρκος αξιωματικός μας συστήθηκε:

–        Ονομάζομαι Ουργκούν …., είμαι αξιωματικός του τουρκικού πολεμικού ναυτικού και υπηρετώ στο ΝΑΤΟ και στο  κλιμάκιο της Σμύρνης.

 Συστηθήκαμε και εμείς. Ο π. Κύριλλος του είπε ότι κατάγεται από τον Πόντο και εγώ από την κοντινή στη Σμύρνη Μαγνησία, την υπό το Σίπυλο όρος. Συμπληρώσαμε ότι έχουμε αναμνήσεις από τα μέρη καταγωγής μας, χωρίς να θίξουμε την γενοκτονία, που έζησαν οι δικοί μας.

Ο Ουργκούν μας άκουσε ψύχραιμος, χωρίς να υπάρξει κάποια σύσπαση στο πρόσωπό του, σα να του είχαμε μιλήσει για τον καιρό της Σμύρνης εκείνη την ημέρα… Όμως αμέσως μετά ρώτησε τον π. Κύριλλο:

–        Είσθε παπάς;

–        Ναι του απάντησε.

Εκείνη την ώρα φέραν τα πολυτελή πιάτα με τα όσα είχαμε παραγγείλει. Όταν έφυγαν τα γκαρσόνια ο Ουργκούν κοίταξε τον π. Κύριλλο στα μάτια και του είπε:

–        Πάτερ αυτό που θέλω να σου πω είναι ότι η γιαγιά μου ήταν Σμυρνιά και Ρωμιά. Ξέμεινε εδώ χωρίς τη θέλησή της, παντρεύτηκε με Τούρκο, έγινε μουσουλμάνα. Μουσουλμάνα λέω, αλλά αποδείχθηκε στο τέλος της ζωής της ότι ήταν στο φέρσιμό της τουρκάλα και μουσουλμάνα, στην ψυχή της ήταν πάντα Ρωμιά και Χριστιανή Ορθόδοξη. 

Δεν τον ρωτήσαμε πολλά, που μπορεί και να μην τάξερε κιόλας. Δεν τον ρωτήσαμε πώς «ξέμεινε» στη Σμύρνη η γιαγιά του και πώς παντρεύτηκε τον Τούρκο παππού του…Μόνο εγώ τον ρώτησα.

–        Πότε πέθανε η γιαγιά σου και πότε έμαθες το μυστικό της;

–        Πέθανε πριν από οκτώ χρόνια. Λίγο πριν ξεψυχήσει, με φώναξε κοντά της. Μου παραμένει μυστήριο γιατί φώναξε εμένα. Τώρα έχω μιαν ιδέα, ότι ίσως να με αγαπούσε ιδιαίτερα από τα άλλα της εγγόνια, γιατί μπορεί να της έφερνα στη μνήμη τον Ρωμιό πατέρα της… Και συνέχισε:

–        Με τη σιγανή φωνή εκείνου που είναι κοντά στον θάνατο, που δεν περιμένει τίποτε πλέον από τη ζωή και είναι απελευθερωμένος, αλλά και που είναι καλά στο μυαλό  του, μου είπε: Ουργκούν τώρα που φεύγω θέλω να ξέρεις ότι είμαι Χριστιανή. Πάντα ήμουν χριστιανή. Ο μακαρίτης ο παππούς σου ήταν στρατιώτης και με βίασε. Εγώ από ντροπή έμεινα στη Σμύρνη. Με βρήκε και με παντρεύτηκε. Γίναμε καλό ζευγάρι. Υποτάχτηκα στη μοίρα μου. Κάναμε, όπως ξέρεις περιουσία, παιδιά, εγγόνια… Δεν έδειξα ποτέ ποια στην αλήθεια ήμουν. Και δεν με ρώτησε ποτέ κανείς. Αλλά μέσα μου είχα μια κρυφή αγιάτρευτη πληγή. Όταν άκουγα για Ελλάδα η καρδιά μου κτυπούσε δυνατά. Έχασα γονείς, αδέλφια, άλλους συγγενείς. Για κείνους είμαι από το 1922 χαμένη και πεθαμένη… Έτσι θέλω να πιστεύω ότι πιστεύουν… Σε λίγες ημέρες θα με θάψετε σα μουσουλμάνα, αλλά  μια χάρη μεγάλη σου ζητάω πριν φύγω. Να βρεις έναν Ρωμιό παπά και να του δώσεις το όνομά μου, αυτό που με βάφτισαν και ήταν Ειρήνη, να το μνημονεύει. Να με μνημονεύει και να ζητάει από τον Θεό να συγχωρέσει την Ειρήνη την Ρωμιά, την αμαρτωλή.

Και γυρίζοντας προς τον π. Κύριλλο του είπε με σπασμένη τη φωνή και με ύφος παρακλητικό:

–        Γι’ αυτό παπά σας ακολούθησα, όταν τυχαία σας συνάντησα στην παραλία. Στην αρχή δίστασα να σας μιλήσω, αλλά μετά σκέφθηκα ότι ήσασταν μια ευκαιρία για μένα να πραγματοποιήσω την τελευταία επιθυμία της γιαγιάς μου.   

Είχαμε συγκινηθεί από την ιστορία του Ουργκούν και της γιαγιάς του. Γιατί και ο Ουργκούν, ένας τούρκος αξιωματικός, έδειξε θάρρος να μας μιλήσει.

–        Ο παππούς μου φυσικά ήξερε την καταγωγή της γιαγιάς μου, ίσως να την ήξερε και η μητέρα μου, αλλά ποτέ δεν εκδηλώθηκαν. Δεν ήταν και ο πιο καλός τρόπος του παππού μου να την παντρευτεί. Η μητέρα μου πιστεύω ότι ήξερε την καταγωγή της μητέρας της και πως χωρίς να μας έχει πει κάτι πιστεύω πως είναι κρυπτοχριστιανή.

–        Πες μου το όνομα και της μητέρας σου να μνημονεύω.

–        Δεν ξέρω αν έχει χριστιανικό όνομα. Το τούρκικο είναι Φατμέ.

–        Θα μνημονεύω λοιπόν υπέρ αναπαύσεως την Ειρήνη και υπέρ υγείας την Φατμέ.

–        Σας ευχαριστώ παπά. Να σ΄ έχει καλά ο Θεός.

Ο π. Κύριλλος θέλησε να μάθει περισσότερα για τον ίδιο τον Ουργκούν.

–        Ουργκούν, έχεις οικογένεια;

–        Έχω σύζυγό και τρία παιδιά.

–        Η γυναίκα σου δεν θα ξέρει κάτι από τα όσα μας είπες…

–        Όχι, τίποτε απολύτως.

–        Εσύ πώς αισθάνεσαι μετά την αποκάλυψη της γιαγιάς σου.

–        Ώρες – ώρες πολύ άσχημα. Έχω εφιάλτες. Μέσα στον ύπνο μου πετάγομαι από το κρεβάτι για να πιστέψω ότι δεν είναι αλήθεια ότι κλήθηκα να πολεμήσω εναντίον των συγγενών της γιαγιάς μου. Εύχομαι να έχουμε πάντοτε ειρήνη Τούρκοι και Έλληνες. Πρέπει να σας πω ότι στο ΝΑΤΟ συνεργάζομαι με Έλληνες αξιωματικούς, που έχουν ήθος και αισθάνομαι άνετα μαζί τους…

Είχε προχωρήσει η ώρα. Σουρούπωνε. Στο υπόλοιπο της συζήτησης συζητήσαμε ουδέτερα θέματα, όπως για τα αξιοθέατα της Σμύρνης… Ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Χαιρετηθήκαμε θερμά, αλλά δεν ανταλλάξαμε διευθύνσεις, ούτε τηλέφωνα. Ήταν σα μια συνάντηση που δεν έγινε… Μόνο τα ονόματα «Ειρήνη» και «Φατμέ» σημείωσε ο π. Κύριλλος, για να τα μνημονεύει όσο θα ζει.-

……………………………………………………..           

στις 6:52 μ.μ. 

Ετικέτες ΤΟΥΡΚΙΑ

Γέροντας Μουσταφά, ο κατά Χριστό σαλός

 «Οι κρυπτοχριστιανοί στη σύγχρονη Τουρκία»

Γέροντας Μουσταφά, ο κατά Χριστό σαλός

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

            Ημέρα επίσκεψης στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Βαζελώνος. Η προηγούμενη ημέρα ήταν κουραστική και γεμάτη συγκινήσεις, ιδιαίτερα για τον π. Κύριλλο. Πίστευα ότι θα αργούσε στο πρωινό. Αλλά τον βρήκα να με περιμένει.

Πάτερ μου, πάντα πρωινός βλέπω.

Έτσι είμαι μαθημένος, μου απάντησε.

Επομένως θα έκαμες και τον Όρθρο…

Φυσικά, πήρα τις ψυχικές μου ανάσες, μου είπε χαμογελώντας.

Οι «γκρίζοι λύκοι» ήσαν και αυτοί στην ώρα τους… Όταν τους είδα πρωί – πρωί να μας παίρνουν πάλι φωτογραφίες και να μας βιντεοσκοπούν νευρίασα. Πήγα να σηκωθώ και να πάω να τους πω να σταματήσουν αυτόν τον πόλεμο νεύρων που μας κάνουν.

Με συγκράτησε ο π. Κύριλλος.

Κάτσε κάτω, μου είπε. Αυτό θέλουν, να μας εκνευρίσουν, να πάμε να τους μιλήσουμε, να προκαλέσουν επεισόδιο, να μας τρέχουν στην αστυνομία, να μας ταλαιπωρήσουν. Δεν θα τους κάνουμε το χατήρι. Εμείς ατάραχοι. Αυτοί τη δουλειά τους κι εμείς τη δική μας…

Στην ώρα του είχε έρθει και ο Ιμπραήμ και ξεκινήσαμε. Στη διαδρομή ο π. Κύριλλος μου είπε δυο λόγια για τη Μονή Βαζελώνος:

Από την Τραπεζούντα είναι λίγο πιο μακριά από τις δυο άλλες Μονές Σουμελά και Περιστερεώτα και δυτικά αυτών και της Τραπεζούντας. Η περιοχή ονομάζεται Ζαβουλών ή Βαζελών και η Μονή αυτή είναι η αρχαιότερη του Πόντου. Η φήμη της ανέβηκε στα ύψη κατά την περίοδο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Σήμερα και αυτή είναι ένας σωρός ερειπίων. Τα τελευταία του λόγια συμπλήρωσαν δάκρυα συγκίνησης, που έκαμαν τα μάτια του να λαμπιρίζουν….

Αδελφέ μου συχώρα με, μου είπε, αλλά το μυαλό μου πέταξε πάλι για το  τι είχαμε και τι χάσαμε και σε ποιών τα χέρια έμειναν… 

Από εκείνη την ώρα επικράτησε σιωπή στο αυτοκίνητο. Η αναπόληση της αίγλης που γνώρισαν ο Πόντος και τα Μοναστήρια του και η εφιαλτική σκέψη της καταστροφής τους κυριάρχησαν μέσα μας μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.

            Το αυτοκίνητο άφησε τη δημοσιά και άρχισε την ανάβαση προς την Μονή. Ήταν ένας φαρδύς δρόμος με χώμα, έτοιμος να ασφαλτοστρωθεί, Ένας στρατιώτης με κόκκινο περιβραχιόνιο, νεαρό παλληκάρι, σταμάτησε το αυτοκίνητο μας. Ρώτησε στα τούρκικα τον Ιμπραήμ, ποιοι είμαστε και πού πάμε, του είπε και του απάντησε ότι για λόγους ασφαλείας μας, το αυτοκίνητο πρέπει να σταματήσει σε εκείνο το σημείο… Του είπε ο Ιμπραήμ ότι ο δρόμος είναι βατός και ασφαλής για αρκετά χιλιόμετρα ακόμη, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος.

            Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με τα πόδια. Ο Ιμπραήμ έμεινε στο αυτοκίνητο. Το ψιλόβροχο με το κρύο και το βοριαδάκι περόνιαζαν το σώμα μας και έπρεπε να ανηφορίσουμε για περίπου μιάμιση ώρα. Όμως ήμασταν αποφασισμένοι κανένα εμπόδιο να μην αποτρέψει το προσκύνημά μας. Βαδίζαμε πάνω στον αμαξιτό δρόμο. Σε λίγο μας προσπέρασε ένα στρατιωτικό καμιόνι. Ήταν γεμάτο στρατιώτες. Μας προσπέρασε και το αυτοκίνητο με τους «γκρίζους λύκους». Ένας από αυτούς είχε βγάλει το μισό του υπέρογκο σώμα έξω από το παράθυρο και μας βιντεοσκοπούσε.            Εκεί που τέλειωνε ο δρόμος και άρχιζε το απότομο μονοπάτι ο στρατιωτικό καμιόνι ήταν σταματημένο και άδειο. Και οι γκρίζοι λύκοι είχαν ξεμείνει. Τους προσπεράσαμε σε κοντινή απόσταση.

Μην τους κοιτάξεις, μου είπε ο π. Κύριλλος.

Εγώ δεν μπόρεσα κι έριξα την κρυφή ματιά μου. Τους είδα που χαζογελούσαν μεταξύ τους για το καψόνι που μας έκαμαν… Σε λίγο κατάλαβα γιατί οι «Γκρίζοι λύκοι» δεν μας ακολούθησαν. Το τελευταίο στάδιο της ανάβασης ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Σε μιαν  κοντινή από το μοναστήρι απόσταση έπρεπε να περάσουμε ένα πολύ στενό και γλιστερό από τη βροχή εξόγκωμα βράχου, ενώ και από τις δύο μεριές έχασκε γκρεμός  βάθους εκατοντάδων μέτρων.

Δεν διστάσαμε. Κάναμε το Σταυρό μας, δεν κοιτάξαμε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, αλλά ίσια το μοναστήρι και περάσαμε.

Μπροστά στην είσοδό του ήσαν παρατεταγμένοι οι στρατιώτες. Όλοι φορούσαν το κόκκινο περιβραχιόνιο και είχαν το χέρι στη σκανδάλη του αυτόματου όπλου τους. Ο επικεφαλής τους αξιωματικός μας πλησίασε, μας χαιρέτισε στρατιωτικά και μας ζήτησε τα διαβατήριά μας. Του τα δώσαμε. Ευτυχώς εκείνη την ώρα είχε κόψει η βροχή. Τα κοίταξε για κάποια λεπτά και μετά μας ρώτησε:

Γιουνάν;

Γκρικ, του απάντησε ο π. Κύριλλος.

Νο φότος, νο πρέϊ, μας είπε με σπασμένα αγγλικά. ΟΚ;

ΟΚ, απαντήσαμε.

Μας έδωσε πίσω τα διαβατήριά μας και εμείς προχωρήσαμε προς τα ερείπια του μοναστηριού, με τη συνοδεία των φαντάρων.

    Ήμασταν περίπου στο κέντρο των ερειπίων, περικυκλωμένοι από τους στρατιώτες..  

Θα καθίσουμε σιωπηλοί και θα προσευχόμαστε. Να δούμε τις αντοχές τους, μου είπε ο π. Κύριλλος.

       Είχε δίκιο. Κάποια στιγμή σηκώθηκαν και σε παράταξη ανά δύο αποχώρησαν. Η αποστολή τους είχε ολοκληρωθεί… Μας έδειξαν ότι είναι κυρίαρχοι και ότι είμαστε υπό έλεγχο και έφυγαν… Ο π. Κύριλλος ξέσπασε. Έκαμε τρισάγιο για τις ψυχές  των μοναχών που διαβίωσαν στη Μονή Βαζελώνος και μετά έψαλε δυνατά το «Τις Θεός Μέγας, ως ο Θεός ημών…», το απολυτίκιο του Βαπτιστή και το «Τη Υπερμάχω…». Μείναμε για ώρα μέσα στην παγωνιά. Σκεφτόμασταν, προσευχόμασταν, αναπολούσαμε την προσφορά των τριών μοναστηριών και το δέσιμό τους με τους Ποντίους.

            Ήταν περασμένες τρεις μετά το μεσημέρι και είχε ο τόπος σκοτεινιάσει από ένα μαύρο σύννεφο, που ήταν μερικές δεκάδες μέτρα πάνω μας.

Πάμε να φύγουμε μου είπε ο π. Κύριλλος. Σταυροκοπηθήκαμε για μιαν ακόμη φορά και πήραμε την κατηφόρα.

     Η κατάβαση ήταν πιο άνετη και είδαμε καλύτερα το τοπίο. Ήταν άγριο, με πολλούς  βράχους, αλλά και πλούσια βλάστηση. Κατεβαίναμε αμέριμνοι, με γλυκές σκέψεις από την επίσκεψη,  όταν   από μια λόχμη πετάχτηκε ένας αλλόκοτης εμφάνισης γέροντας. Ήταν με παλιά και σκισμένα ρούχα, χοντρές μάλλινες κάλτσες και τσόκαρα στα πόδια, με μακριά κάτασπρη γενειάδα, γεμάτος ρυτίδες, σκελετωμένος. Ξαφνιαστήκαμε. Περπάτησε προς το μέρος μας με λυγισμένα τα γόνατα, λες και δεν ήθελε να φαίνεται από μακριά.

Παπάς; Ρώτησε τον π. Κύριλλο σε άπταιστα ελληνικά.

Παπάς!…Ναι, παπάς, του απάντησε. Εσύ γέροντα ποιος είσαι;

Οι Τούρκοι με περνούν για δικό τους, με φωνάζουν Μουσταφά και με πιστεύουν για τρελό. Εγώ όμως είμαι βέρος Ρωμιός. Οι γονείς μου με τάξανε σε τούτο το Μοναστήρι και με ονομάσανε Ιωάννη… Για πάνω από εβδομήντα χρόνια μένω σε μια καλύβα κάτω από το δρόμο, στην απότομη πλαγιά. Ο Θεός με έχει προικίσει με καλό αυτί και είναι τόση η ησυχία εδώ πέρα, που ξέρω πότε ανεβαίνουν αυτοκίνητα προς το μοναστήρι. Πιάνω και τον ήχο από το βάδισμα των οδοιπόρων προσκυνητών και ευχαριστώ το Θεό που το μοναστήρι δεν πέθανε στις μνήμες των ρωμιών…

Μέρος Β΄

Ο Μουσταφά – Ιωάννης κοίταξε στα μάτια τον π. Κύριλλο.

Εσένα πώς σε λένε; 

Με λένε Κύριλλο και τον φίλο μου… Είπε το όνομά μου. Είμαστε από την Ελλάδα και ήρθαμε για προσκύνημα στα Μοναστήρια του Πόντου. Και συνέχισε:

Εσύ πώς ζεις, εδώ; Δεν σε πήραν είδηση τόσα χρόνια οι Τούρκοι;

 Με ξέρουν και Τούρκοι και κρυπτορωμιοί και μου φέρνουν τρόφιμα, και πετρέλαιο. Με ξέρουν για αγρίμι και δεν τους εμφανίζομαι. Τα αφήνουν σε ένα συγκεκριμένο βράχο, κάτω από τον δρόμο, και φεύγουν… και με μια αποφασιστική κίνηση μας είπε:

Πάμε στην καλύβα μου, εκεί ουδείς πλησιάζει και θα σας πω περισσότερα…

Πήραμε την κατηφόρα περπατώντας στα βράχια, που ανάμεσά τους υπήρχε πυκνή βλάστηση. Είδαμε τον βράχο που κάνει ένα κοίλωμα στην κορυφή του και εκεί αφήνουν την ελεημοσύνη τους  όσοι τον φροντίζουν. Η καλύβα ήταν ένας ενιαίος χώρος με χωμάτινο πάτωμα και κεραμίδια πολύ παλιά, που έμπαζαν σε κάποιες μεριές.  Όλα όσα υπήρχαν μέσα ήσαν ξύλινα, φτιαγμένα με τα χέρια του. Τραπέζι, καρέκλες, κρεβάτι. Μαυρισμένα τα μεταλλικά σκεύη της κουζίνας, μια ξυλόσομπα  και μια λάμπα πετρελαίου. Για εξώπορτα σανίδες ενωμένες, που έκλειναν με μια ξύλινη μπάρα. Μια ξύλινη στενή παράγκα για αποχωρητήριο και πιο μακριά ρυάκι με γάργαρο νερό από πηγή που ερχόταν από το βουνό. Όταν πήγαμε να καθίσουμε έπιασε ο γέροντας τον π. Κύριλλο από τον ώμο και του είπε:

Πρώτα θα με ευλογήσεις, θα με εξομολογήσεις θα μου δώσεις άφεση και ύστερα θα καθίσεις. Είμαι πάνω από ενενήντα ετών και θέλω να πάω έτοιμος κοντά στον Χριστό και στον Άγιο Ιωάννη…

Πήγαν σε μια γωνιά, ο Ιωάννης γονάτισε και κλαίγοντας μιλούσε στον π. Κύριλλο, που είχε βάλει το πετραχήλι, που έφερε πάντοτε μαζί του. Στο τέλος τον σήκωσε, τον ευλόγησε και του έβαλε εκείνος μετάνοια. Ήρθαν κοντά μου και καθίσαμε, οι δυο μας στις δύο καρέκλες που υπήρχαν, ο γέροντας κάθισε στο κρεβάτι του. και άρχισε να μας λέγει την ιστορία του.

Σας ξαναλέω, ότι είμαι πάνω από ενενήντα ετών. Σε λίγο θα είμαι κοντά στον Κύριο.  Ήμουν στα δέκα οκτώ  δόκιμος μοναχός όταν έζησα όλη την τραγωδία των Ελλήνων του Πόντου. Έζησα την προδοσία των Μπολσεβίκων, την εγκατάλειψη των συμμάχων και τη σφαγή χιλιάδων Ελλήνων. Έζησα τον σκοτωμό των δικών μου ανθρώπων. Προσωπικά ξέφυγα από τη σφαγή, αλλά δεν θέλησα να φύγω μακριά από το μοναστήρι και περιτριγύριζα από τότε σαν αγρίμι σε αυτά τα μέρη.

Είχα διαβάσει για τους κατά Χριστόν σαλούς και σκέφθηκα να κάνω τον τρελό. Έβαλα τούρκικα ρούχα και ζούσα απόκοσμα. Αν κάποιος με πλησίαζε έφευγα με τρελές κινήσεις μέσα στο δάσος. Κάποιος μου έδωσε το όνομα Μουσταφά, που μου έμεινε. Έτσι οι Τούρκοι με περνούν για τούρκο. Ποτέ δεν μου ζητήθηκε να πάω στο τρελοκομείο, ποτέ δεν μου ζητήθηκε να βγάλω ταυτότητα. Ήμουν το τρελό τίποτα γι’ αυτούς. Για εμένα με προστάτευε ο Χριστός και ο Άγιος Ιωάννης, που δεν ήθελε να αφήσω μόνο το μοναστήρι του.

Έτσι όλα αυτά τα εβδομήντα τόσα χρόνια ζω ως Χριστιανός και ας με φωνάζουν Μουσταφά. Ο Θεός με ευλογεί. Το μοναστήρι δεν είναι ερείπιο. Έχει τον Χριστό, την Παναγία, τον Άγιο Ιωάννη, τους Αγγέλους που το προσέχουν και εμένα που κρυφά το υπηρετώ…

            Είχαμε μείνει άφωνοι από αυτά που ακούσαμε. Η πρώτη μου σκέψη ήταν «ΖΗ ΚΥΡΙΟΣ». Ο για τους Τούρκους Μουσταφά ο τρελός ήταν στην πραγματικότητα ο Ιωάννης, ο κατά Χριστόν σαλός.

            Και η ευλογία που παίρναμε συνεχίστηκε. Μας είπε ο Ιωάννης:

Ελάτε μαζί μου. Τον ακολουθήσαμε έξω από την καλύβα. Σε ένα ξέφωτο ήταν ένα παλιό πέτρινο κτίσμα που έμοιαζε με εκκλησιά. Η είσοδος ήταν κλεισμένη από δεμάτια σανού και κλαδιά. Τον βοηθήσαμε να τα πετάξει στην άκρη. Μπήκαμε μέσα και ώ Θεέ μου, τι ήταν αυτό που αντικρίσαμε. Ένα παρεκκλήσιο περιποιημένο, με την παλιά καντήλα του και εικονογραφίες παλιές φθαρμένες και κακοποιημένες παλιά από τους Τούρκους, αλλά που φαινόταν η ομορφιά τους. Είχε διατηρηθεί και η μαρμάρινη Αγία Τράπεζα. Φίλησε στον τοίχο τον Σταυρό  και μας είπε:

Ο Κύριος με διατήρησε στη ζωή και με προφύλαξε από τους άπιστους για να το φυλάω όσο ζω. Τρελός Τούρκος για τους Τούρκους έκαμα την Εκκλησιά αποθήκη για σανό. Είναι ένα κανονικό παρεκκλήσιο, που προσεύχομαι και βρίσκω παρηγοριά και κουράγιο. Στα τελευταία του λόγια έβαλε μετάνοια και έκαμε το Σταυρό του.

Δεν μπορέσαμε να συγκρατήσουμε τη συγκίνησή μας. Αφήσαμε τα άφθονα δάκρυά μας να κυλίσουν στο πέτρινο πάτωμα. Βρισκόμασταν μπρος σε έναν άγιο άνθρωπο, έναν άγιο που θα πεθάνει χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιος ήταν και τι πίστευε. Θα πεθάνει χωρίς κανείς να γνωρίζει τον επί εβδομήντα τόσα χρόνια αγώνα του να παριστάνει τον τρελό για να είναι κοντά και να διατηρεί το παρεκκλήσιο της Μονής Βαζελώνος.

Άλλη μια φορά που είχαμε ξεχαστεί, ζώντας μια πρόγευση της κοινωνίας με τους Αγίους στην ατέλειωτη πραγματική ζωή. Όμως ο Ιωάννης μας σκέφθηκε, σκέφθηκε τις υποχρεώσεις μας και θέλησε να μας προφυλάξει.

Ώρα να πηγαίνετε μας είπε γλυκά.

Θέλαμε να μείνουμε για πολύ ακόμη κοντά του, αλλά ξέραμε ότι είχε δίκιο…  Το κατάλαβε και μας είπε με την ίδια γλυκύτητα:

Πηγαίνετε, γιατί θα αρχίσουν να σκέφτονται ότι κάτι σας συμβαίνει και θα κινήσουν να ψάξουν να σας βρουν.

Καταλάβαμε ότι έπρεπε να τον αφήσουμε. Πέσαμε στα γόνατα για να του φιλήσουμε τις άκρες των ποδιών του, αλλά δεν μας άφησε. Πήγε πίσω και μας είπε:

Πηγαίνετε και από τώρα και στο εξής θα είμαστε ενωμένοι στην προσευχή.

Η καρδιά μας ήταν γεμάτη από άφατη αγαλλίαση και είχαμε ξεχάσει  κάθε μέριμνα…Που όμως μας περίμενε σε λίγη ώρα… Όταν φτάσαμε στο αυτοκίνητο είδαμε τον Ιμπραήμ να ξεφυσά ανακουφισμένος.

Επί τέλους ήρθατε. Είχαν αρχίσει τα παιδιά – υπονοώντας τους «γκρίζους λύκους» – να αδημονούν… Καλά που είναι απότομα εκεί επάνω και βαρέθηκαν να σας αναζητήσουν…

Δεν πειράζει, του είπαμε. Μόνοι τους το θέλουν να κάνουν αυτοί τη δουλειά.. Για εμάς καλύτερα θα ήταν να μην μας παρακολουθούν και να μην είναι τσιμπούρια….

 Η συζήτηση σταμάτησε εκεί. Ο Ιμπραήμ μας ρώτησε τι θα φάμε για βράδυ. Του είπαμε κάτι πρόχειρο αν βρούμε στο ξενοδοχείο ή κάπου κοντά. Είχαμε κουραστεί, αλλά είχαμε και χορτάσει. Πού να του εξηγήσουμε με ποια εκλεκτή τροφή…-         

πηγη.ΑΚΤΙΝΕΣ      

Με λένε Ελένη… – Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Ιστορίες με κρυπτοχριστιανούς στην Τουρκία*
 

Με λένε Ελένη…

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
                Αεροδρόμιο της Αγκύρας, το 199… Με τον ιερομόναχο Κύριλλο της Μονής …. είμαστε στο χώρο αναχωρήσεων του αεροδρομίου της Αγκύρας. Προερχόμαστε από ταξίδι στην αγία Καππαδοκία, όπου λίγοι ήσαν οι τουρίστες – προσκυνητές και τα έχουμε λίγο χαμένα, βλέποντας το πλήθος και την ποικιλία των φυλών και των ενδυμασιών.  Πηγαίνουμε στην Τραπεζούντα, στο κέντρο του ποντιακού Ελληνισμού. Μέσα σε αυτό το ανώνυμο πλήθος, που ζαλίζεται κανείς βλέποντας το πλήθος  να τρέχει σα σε ζαλισμένο κοπάδι για να προλάβει την πτήση ο π. Κύριλλος πέρασε απαρατήρητος. Ψηλός, ξερακιανός, με μακριά μαύρη γενειάδα, φορούσε το αντερί του, το ράσο του και ένα μαύρο πανωφόρι, λόγω της εποχής. Ήταν προχωρημένο φθινόπωρο. Πολλοί από τους ταξιδιώτες ήσαν γενειοφόροι και αρκετοί φορούσαν ιμάτια και κελεμπίες…  Ήσαν πολλοί και οι αστυνομικοί που γύριζαν σε όλο το χώρο του αεροδρομίου οπλισμένοι σαν αστακοί…
                Στην οθόνη αναχωρήσεων των πτήσεων του αεροδρομίου είδαμε τους αριθμούς των γκισέ που πρέπει να πάμε για να παραδώσουμε τις βαλίτσες μας και να πάρουμε την κάρτα επιβίβασης. Περιμέναμε με υπομονή στην ουρά έως ότου φτάσαμε μπρος στη συνοδό εδάφους, μια καλοκαμωμένη νέα κοπέλα, με όμορφο πρόσωπο, μελαχρινή, με γαλάζια μάτια. Πρώτος πέρασε ο π. Κύριλλος. Ήμουν πίσω του. Έδωσε το διαβατήριό του και έβαλε τη βαλίτσα στη ζυγαριά. Η κοπέλα άνοιξε το διαβατήριο και τον κοίταξε επίμονα στα μάτια. Κάποια στιγμή τα βλέμματα συναντήθηκαν. Του είπε στα αγγλικά, σε χαμηλό ευγενικό τόνο:
–          Είστε Έλληνας…
–          Μάλιστα, της απάντησε κοφτά ο π. Κύριλλος.
–          Και Πόντιος; Τον ξαναρώτησε
–          Μάλιστα, της απάντησε πάλι ο π. Κύριλλος, αυτή τη φορά απορημένος.
Η κοπέλα με το ίδιο θερμό πάντα χαμόγελο συνέχισε τις ερωτήσεις.
–          Ξέρετε ποντιακά;
–          Μάλιστα, της απάντησε μονολεκτικά ο π. Κύριλλος.
Τότε του μίλησε στα ποντιακά.
–          Θέλω μια χάρη πάτερ, να μου διαβάσετε μιαν ευχή, να με ευλογήσετε.
Ξαφνιάστηκε ο π. Κύριλλος.
–          Πού κοπέλα μου να σου την διαβάσω; Δεκάδες άνθρωποι συνωστίζονται στα γκισέ, μπορεί να μας δουν. Είναι και η αστυνομία… Ο π. Κύριλλος μου είπε αργότερα πως δεν σκεφτόταν τον εαυτό του για τις συνέπειες. Εκείνος ήταν ταξιδιώτης, η κοπέλα ήταν τουρκάλα… 
–          Θα πάμε λίγο πιο πέρα σε εκείνο το άδειο γκισέ και λίγη ώρα θα κάνουμε. Σας παρακαλώ…
      Το ύφος της παρακλητικό. Σχεδόν έκλαιγε από την επιθυμία της ευλογίας. Άφησε τη θέση της και πήγε πιο πέρα χωρίς να τον αφήσει από τα μάτια της και με το βλέμμα της να τον παρακαλεί. Ο π. Κύριλλος πήγε κοντά της. Έβγαλε από την τσέπη του αντεριού του ένα εγκόλπιο ευχολόγιο και ένα μικρό Σταυρό ευλογίας. Της διάβασε σύντομη ευχή και με την πλάτη στο πλήθος την ευλόγησε με τον Σταυρό μέσα από τον πανωφόρι. Το πρόσωπο της κοπέλας φωτίστηκε. Έμοιαζε με μικρό παιδί, που του έκαμαν ένα πολύτιμο δώρο, δώρο ζωής. Λάμποντας από χαρά γύρισε στη θέση της, έδωσε το διαβατήριο και την κάρτα επιβίβασης στον π. Κύριλλο. Πριν απομακρυνθεί την ερώτησε  στα ποντιακά:
–          Πώς σε λένε κοπέλα μου, για να σε μνημονεύω σε κάθε Θεία Λειτουργία; Και εκείνη του απάντησε:
–          Με λένε Ελένη…
 Κάνοντας ότι την χαιρετά της άφησε ένα μικρό φάκελο και προχώρησε… Ήρθε η σειρά μου να εξυπηρετηθώ. Πάντα με μιαν έκφραση χαράς, αλλά χωρίς κουβέντα με εξυπηρέτησε. Απλώς κοιταχτήκαμε  στα μάτια. Είμασταν και οι δύο ευτυχισμένοι. Εκείνη για την αναπάντεχη ευλογία, εγώ για την ύπαρξη στο αεροδρόμιο της Αγκύρας μιας Ελένης.

Καθώς περιμέναμε να επιβιβαστούμε στο αεροπλάνο δεν μπορούσα να συγκρατήσω τον εντυπωσιασμό μου από την κρυπτοχριστιανή και από το ότι ο π. Κύριλλος πέρασε από τον έλεγχο αγιωτικά αντικείμενα.
– Πάτερ μου, εντύπωση μου έκανε το πώς πέρασες από τα μηχανήματα του αεροδρομίου τον σταυρό και το ευχολόγιο. Είδα πως έχεις μαζί σου και εικονίτσες… Πιστεύω πως μιαν πρέπει να έδωσες και στην Ελένη… 
–          Δεν έκρυψα τίποτε στον έλεγχο. Ούτως ή άλλως θα τα εύρισκαν… Σχεδόν με έγδυσαν… Όταν με πήγαν στον επικεφαλής της ασφάλειας του αεροδρομίου του εξήγησα ότι είναι παλιά αντικείμενα χωρίς αξία και για δική μου χρήση. Τίποτε από τα όσα έχω μαζί μου δεν περιέχει μέταλλο. Και ο Σταυρός είναι ξύλινος…Τις εικονίτσες μου επέτρεψε να τις πάρω. Σε προηγούμενα ταξίδια μου στην Τουρκία μου τις είχαν κρατήσει. Είναι και σε τι αστυνόμο θα πέσει κανείς, αλλά και με πόση πίστη προσεύχεται…
Περιμένοντας να επιβιβαστούμε μας πλησίασε ένας γύρω στα πενήντα σχετικά κοντός παχουλός κύριος, με γυαλάκια και στρογγυλό πρόσωπο και ευχάριστος στην όψη και στους τρόπους. Μίλησε στον π. Κύριλλο απ’ ευθείας ποντιακά.
–          Πάτερ μου πόντιος είσθε; Από πού η καταγωγή;
–          Μάλιστα, του απάντησε ο π. Κύριλλος. Οι γονείς μου γεννήθηκαν στα Κοτύωρα (Ορντού) και μωρά πήγαν στην Ελλάδα. Αυτοί γλύτωσαν από τη σφαγή. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου άφησαν στον Πόντο το βιός τους και προ πάντων την καρδιά τους…
–          Εσύ από πού είσαι; Τον ρώτησε ο π. Κύριλλος.
–          Είμαι από την Τραπεζούντα. Η γιαγιά μου ήταν Ρωμιά. Θεός σχωρέστη… Και η μάνα μου αισθάνεται ρωμιά κι ας είναι ο πατέρας μου Τούρκος. Τα ποντιακά τα ξέρει από τη μάνα της, ξέρει και την ιστορία της… Μη με ρωτήσεις το πώς και το γιατί και οι δυο παντρεύτηκαν Τούρκους,
Ο π. Κύριλλος δεν θέλησε να δώσει συνέχεια στην τραγωδία του βίαιου γάμου Τούρκων με κορίτσια που με τη βία κράτησαν κατά την καταστροφή του 1922 και τον ρώτησε, με το θάρρος που του έδωσε με τα όσα του είπε:
–          Εσύ πώς αισθάνεσαι; Ρωμιός, Τούρκος,…;
–          Αισθάνομαι πάτερ μπερδεμένος. Είμαι Τούρκος, αλλά έρχονται στιγμές που νιώθω Ρωμιός. Ψυχική διέξοδος για μένα ήταν η Γερμανία. Ξενιτεύτηκα εκεί, σπούδασα, παντρεύτηκα Γερμανίδα, έγινα Γερμανός πολίτης, τα παιδιά μου τα έκαμα να νιώθουν Γερμανοί και είναι χριστιανόπουλα, στη θρησκεία της μητέρας τους. Όσο ζουν οι γονείς μου έρχομαι στην Τραπεζούντα μια δυο φορές το χρόνο και τους βλέπω, εδώ ως Τούρκος… Όσο μπορώ περνώ στην αφάνεια για να μην προκαλώ τις υπηρεσίες εδώ και στη Γερμανία…

Συζητώντας  προχωρήσαμε στο αεροπλάνο και πια δεν ξανασυναντηθήκαμε… Φτάσαμε στην Τραπεζούντα, κάναμε το προσκύνημά μας στις Μονές Σουμελά και Βαζελώνος. Υπό την παρακολούθηση των γκρίζων λύκων πήγαμε να προσκυνήσουμε και στην Αγία Σοφία, αλλά δεν μας άφησαν να μπούμε, επισκεφθήκαμε ό,τι ελληνικό έχει απομείνει στην καρδιά του ποντιακού Ελληνισμού και δια μέσου Κωνσταντινούπολης επιστρέψαμε στην Ελλάδα.  

                                Πέρασε περίπου ένας χρόνος από το ταξίδι μας στην Καππαδοκία και στον Πόντο. Ένα απόγευμα μου τηλεφώνησε ο π. Κύριλλος.
–          Κάθεσαι; με ρώτησε.
–          Να καθίσω πάτερ μου, του είπα και πράγματι το έκαμα.
–          Ποιος ή μάλλον ΠΟΙΑ βρίσκεται στην Αθήνα;
–          Πάτερ μου δεν ξέρω, δεν μπορώ να σκεφθώ…
–          Είναι η Ελένη!
–          Ποια Ελένη;
–          Η Ελένη του αεροδρομίου της Αγκύρας. Το χαρούμενο κορίτσι με τα γαλανά μάτια και με το γλυκό χαμόγελο. Η κρυπτοχριστιανή…
     Έμεινα άφωνος από την έκπληξη. Όχι ότι την είχα βγάλει από το μυαλό μου, αλλά θεωρούσα απίθανο να ξανασυναντηθούμε…
–          Πώς έγινε αυτή η ευχάριστη έκπληξη πάτερ μου;
–          Όταν της ζήτησα να μου πει το όνομά της και μου απάντησε Ελένη, της έδωσα, όπως είδες, ένα μικρό φάκελο. Μέσα είχε ένα χάρτινο εικόνισμα, και την κάρτα μου, με το τηλέφωνό μου. Χθες λοιπόν μου τηλεφώνησε και μου είπε πως είναι στην Αθήνα και πως θέλει να μας συναντήσει.
–          Μετά χαράς, του είπα, νιώθοντας μια ψυχική αγαλλίαση.

Με τον π. Κύριλλο συναντηθήκαμε  στο ξενοδοχείο που έμενε η Ελένη, καθίσαμε σε έναν καναπέ της αίθουσας υποδοχής και την περιμέναμε. Σε λίγο κατέβηκε. Τώρα, χωρίς τη στολή της, ήταν μια κομψά και σεμνά ντυμένη γυναίκα, που, όπως μας είπε, της είχαμε αποτυπωθεί στο μυαλό και στην καρδιά της… Μετά τον θερμό χαιρετισμό και την έκφραση της χαρά της, μας είπε για την ιστορία της και για το πώς βρέθηκε στην Αθήνα.
–          Της γιαγιάς μου τους Ρωμιούς γονείς της δολοφόνησαν οι Τούρκοι και εκείνην δωδεκάχρονη την παντρεύτηκε  σαν θήραμα ο Τούρκος παππούς μου. Έκαμαν τη μητέρα μου, που ξέροντας την ιστορία της μητέρας της δεν ήθελε να παντρευτεί με Τούρκο. Είχε φτάσει στα σαράντα, όταν πριν πεθάνει ο παππούς μου την πάντρεψε με  καλοστεκούμενο ηλικιωμένο συγγενή του και έκαμαν εμένα. Η γιαγιά μου πρότεινε και η μητέρα μου δέχτηκε μωρό κρυφά να με βαπτίσουν, ενώ ήμουν τυπικά μουσουλμάνα, όπως και εκείνες. Μου έδωσαν το όνομα Ειρήνη, που τόσο έλειψε στη γιαγιά μου… Όταν ο παππούς και ο πατέρας μου πέθαναν και εγώ ήμουν στο πανεπιστήμιο  η μητέρα και η γιαγιά μου είπαν την αλήθεια και μου συμπλήρωσαν ότι τώρα που ξέρω μπορώ να κρίνω ελεύθερα το ποια είμαι. Διάλεξα να είμαι κρυφά Ρωμιά, όπως εκείνες. Πήγα από τον Πόντο στην Άγκυρα για να σπουδάσω και βρήκα τη δουλειά. Διάβασα πολλά για την Ελλάδα και την Ορθοδοξία. Εκεί βέβαια δεν είχα καθόλου ευκαιρίες να συναντήσω ιερέα και όταν σας είδα πάτερ μου σκίρτησε η καρδιά μου. Ζήτησα την ευλογία σας, λέγοντας μέσα μου να κάνω αυτό που επιθυμεί η ψυχή μου. Η κάρτα σας με διευκόλυνε να πάρω τις αποφάσεις μου…
–          Και οι προσευχές μου, της είπε ο π. Κύριλλος. Σε κάθε προσευχή μου ήσουνα παρούσα αγαπητή Ελένη. Και ποιες είναι οι αποφάσεις σου κόρη μου;
–          Έψαξα και βρήκα εργασία σε ελληνική εταιρεία. Το ότι σπούδασα αγγλική φιλολογία, η καταγωγή μου και οι γλώσσες που ξέρω με διευκόλυναν. Η γιαγιά μου πέθανε. Ελπίζω κάποια στιγμή να έρθει και η μητέρα μου, που τώρα είναι μόνη της και να μείνουμε μόνιμα στην Ελλάδα… Να μην αισθανόμαστε μόνο και να το κρύβουμε, αλλά να δηλώνουμε περήφανες που νιώθουμε και είμαστε Ρωμιές…
     Μιλήσαμε πολλή ώρα ακόμη, μέχρι που βράδιασε και δειπνήσαμε μαζί. Χωρίσαμε, αλλά μείναμε σύμφωνοι σύντομα να ξανασυναντηθούμε…-
 *Οι ιστορίες είναι αληθινές. Ο γράφων είναι αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυράς τους. Πάω στα πραγματικά γεγονότα πλέκεται η μυθοπλασία.