Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΒΑΤΑΤΖΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ(πάπα Γρηγόριο Θ΄)

Κείμενο του Ιωάννη Α. Σαρσάκη (Καστροπολίτη)

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους της Δ΄ σταυροφορίας τον Απρίλιο του 1204, υπήρξε η συνταρακτικότερη στιγμή στην έως τότε ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας – Ρωμανίας (δηλαδή της μετέπειτα κακώς και εκ του πονηρού ονομασθείσας από τους δυτικούς ιστορικούς ¨Βυζαντινής Αυτοκρατορίας¨[1]). Ως άμεση συνέπεια της αλώσεως έχουμε, πρώτον : τη δημιουργία ανεξάρτητων ελληνικών κρατιδίων με σκοπό την διαφύλαξη των ελληνορθόδοξων πληθυσμών και την αντίσταση κατά των κατακτητών, και δεύτερον τη ραγδαία αφύπνιση της ελληνικής συνείδησης, η οποία είχε αρχίσει να συντελείτε ήδη από τον 6ο αιώνα. Τα κράτη που δημιουργήθηκαν ήταν : το βασίλειο της Νίκαιας με τον Θεόδωρο Λάσκαρη, το δεσποτάτο της Ηπείρου με τον Μιχαήλ Άγγελο και της Τραπεζούντας με τον Αλέξιο Κομνηνό. Από τα τρία ελληνικά κράτη η Νίκαια ήταν αυτή που κατάφερε να λάβει το χρίσμα του συνεχιστού της Ρωμανίας και μετά την παρέλευση 57 ετών να απελευθερώσει την βασιλεύουσα[2]. Οι αυτοκράτορες που κατείχαν τον εξόριστο θρόνο της Ρωμανίας με έδρα τη Νίκαια της Βιθυνίας ήταν : ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης (1204-1222), ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης (1222-1254), ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης (1254-1258), ο Ιωάννης Δ΄ Λάσκαρης (1258-1259) και ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1259-1282). Οι τέσσερεις πρώτοι αυτοκράτορες ανήκουν στη δυναστεία των Λασκαριδών, η οποία ως χαρακτηριστικό της είχε : την έντονη ελληνολατρία, την υπέρμετρη φιλολαϊκότητα, και την εξαιρετικά ικανή διπλωματική & στρατιωτική δραστηριότητα. Για να κατορθώσουν να ανασυστήσουν την αυτοκρατορία, οι βασιλείς της Νίκαιας πολέμησαν με τους Φράγκους, τους Τούρκους, τους Βουλγάρους αλλά και με το Δεσποτάτο της Ηπείρου, πετυχαίνοντας μεγάλες νίκες. Ο επιφανέστερος αυτοκράτορας της Νίκαιας και ένας από τους μεγαλύτερους της Ρωμανίας, είναι ο εκ Διδυμοτείχου καταγόμενος, Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης,[3] ο οποίος είναι και Άγιος της εκκλησίας μας, (η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 4 Νοεμβρίου από την Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου).

Ερευνώντας το βίο και τα κατορθώματα του, βρίσκουμε πολλές ενέργειες του, οι οποίες είναι άξιες αναφοράς και αποτελούν αξιομνημόνευτες ιστορικές παρακαταθήκες. Η ανασυγκρότηση της αυτοκρατορίας επί της βασιλείας του (στρατιωτική, οικονομική και πνευματική), είχε ως επιστέγασμα την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης επτά χρόνια μετά την κοίμησή του[4]. Επίσης ο Ιωάννης Βατάτζης θεωρείται από τους ιστορικούς που ασχολήθηκαν με τη συνέχεια του ελληνισμού (αρχαίοι χρόνοι, ελληνιστική εποχή, ρωμαιοκρατία, χριστιανικός ελληνισμός «Ρωμανία», Τουρκοκρατία και νέος ελληνισμός) ως ένας από τους κύριους εκφραστές της εξελικτικής πορείας του γένους των Ελλήνων.

Άγιος Ιωάννης Βατάτζης δια χειρός Σοφίας Παπάζογλου

Χαρακτηριστικότατη ιστορική πηγή βάσει της οποίας καταδεικνύετε η ελληνικότητα της Ρωμανίας, η ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού καθώς και η εθνική αξιοπρέπεια του Διδυμοτειχίτη βασιλιά, αποτελεί η επιστολή απάντηση που απέστειλε προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄[5] στα μέσα της δεκαετίας του 1230. Το ιστορικό πλαίσιο, βάσει του οποίου έγινε η αιτία της ανταλλαγής των επιστολών, μεταξύ πάπα και Ιωάννη Βατάτζη μας το περιγράφει ο νομικός και φιλόλογος, ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών Μιχαήλ Α. Δένδιας (1899-1977) αναφέροντας τα παρακάτω : ¨Πρόκειται περί της εποχής, καθ΄ ην, κατά το 1236, ο Βαλδουίνος Β΄ ήλθεν εις Ρώμην δια να παρακαλέσει τον πάπαν να επεμβεί προς διενέργειαν νέας σταυροφορίας στρεφομένης αυτήν την φοράν ειδικώς κατά του Βατάτζη, απειλούντος μετά των Βουλγάρων την κατάλυσιν της φασματώδους Λατινικής Αυτοκρατορίας. Παρά τας προσπαθείας του, ο Γρηγόριος Θ΄, πάπας Ρώμης, ελάχιστα ηδυνήθη, διότι ο Φρειδερίκος Β΄ (αυτοκράτορας των Γερμανών και μετέπειτα πεθερός του Βατάτζη) αντετάχθη ρητώς εις την δι΄ Ιταλίας διάβασιν των σταυροφόρων, προτιμών του πάπα και των Λατίνων τους Έλληνας και τον Βατάτζην. Προ των παρακλήσεων του Βαλδουίνου ο Γρηγόριος Θ΄ απηύθυνεν επιστολήν προς τον Ιωάννην Δούκαν Βατάτζην. Το κείμενον αυτής απωλέσθη (όπως θα δούμε παρακάτω το κείμενο διασώθηκε), γινώσκομεν όμως το περιεχόμενον αυτής και εικάζομεν τον τόνον εις τον οποίον εγράφη, εκ της δοθείσης εις αυτήν παρά του Έλληνος αυτοκράτορος απαντήσεως¨[6].

Προτού παραθέσουμε την επιστολή καθώς και τον σχολιασμό έγκριτων ιστορικών, είναι απαραίτητο να πιστοποιήσουμε για του λόγου το αληθές, το γεγονός της συγγραφής και της διάσωσης των δύο επιστολών καθώς και την εγκυρότητα των διαλαμβανομένων σε αυτές. Η επιστολή του πάπα βρέθηκε από τον αββά Γκριουμέλ (Venance Grummel) το 1930, στα αρχεία της βιβλιοθήκης του Βατικανού, και την δημοσίευσε στο Γαλλικό περιοδικό ¨Ηχώ της Ανατολής¨ τεύχος 29 (σελ. 450-58) με τίτλο «Η αυθεντικότητα της επιστολής του Ιωάννη Βατάτζη αυτοκράτορα της Νίκαιας προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄»[7]. Η επιστολή απάντηση του Θρακιώτη Βασιλιά, πρωτοδημοσιεύθηκε μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, στο περιοδικό «Αθήναιον» τεύχος 1 του 1872 (σελ 369-378) από τον μεγάλο μελετητή και εκδότη πολλών κειμένων της Ρωμανίας, Ιωάννη Σακελλίων (1815-1891). Σχετικά με το γεγονός της ανεύρεσης, της υπόψη επιστολής, ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης επί τιμή, Παναγιώτης Νικολόπουλος αναφέρει τα εξής : ¨Στα μέσα του Ιουλίου του 1872, ο Ιωάννης Σακελλίων, έστελνε από την Πάτμο για δημοσίευση μια ανέκδοτη επιστολή του αυτοκράτορα Ιωάννου Γ΄ Δούκα Βατάτζη προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄. Η επιστολή δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού των Αθηνών «Αθήναιον». Την επιστολή είχε ανεύρει ο Ιωάννης Σακελλίων σε μια οικία στην Πάτμο. Ο Ιωάννης Σακελλίων ήταν σπουδαίος λόγιος του 19ου αιώνος και παλαιογράφος, υπήρξε ο πρώτος επιμελητής του τμήματος χειρογράφων της εθνικής βιβλιοθήκης. Σε αυτόν οφείλονται δύο κατάλογοι χειρογράφων τόσο της εθνικής βιβλιοθήκης όσο και της Πάτμου, τους οποίους χρησιμοποιούμε ακόμη, διότι από τότε δεν έχει γίνει κάποια νεώτερη έκδοση καταλόγων. Πολύς χρόνος χρειάσθηκε για να εντοπισθεί το χειρόγραφο το οποίο είχε ανεύρει ο Σακελλίων στην Πάτμο, εντέλει το 1957 το χειρόγραφο ταυτίστηκε προς τον κώδικα 1896 της εθνικής βιβλιοθήκης της Ελλάδος. Αποτελεί ένα περίφημο χειρόγραφο το οποίο έμεινε γνωστό ως χειρόγραφο του Σακελλίωνος. Το ίδιο έτος ο Σακελλίων, αναδημοσιεύει την επιστολή στο ομώνυμο περιοδικό Αθήναιον το οποίο εκδίδεται στη Σμύρνη, γιατί; Διότι οι συντάκτες (του εν Αθήναις περιοδικού Αθήναιον), απέφυγαν να δημοσιεύσουν την εισαγωγή του Ι. Σακελλίωνος διότι την εθεώρησαν πάρα πολύ τολμηρή για τον αντικαθολικό (αντιπαπικό) χαρακτήρα της. Πραγματικά ο Ιωάννης Σακελλίων προασπιζόταν τη θέση του Βατάτζη ο οποίος απευθυνόταν με έντονο ύφος εναντίον του πάπα¨[8].

Το θέμα της εγκυρότητας της επιστολής θεωρείται δεδομένο και για τους Ευρωπαίους επιστήμονες, ο Franz Dolger μέλος της Βαυαρικής ακαδημίας των Επιστημών και των Ανθρωποτήτων, κατατάσσει την επιστολή του Ιωάννη Βατάτζη, μεταξύ των γνησίων κειμένων στους καταλόγους των ¨Αυτοκρατορικών Εγγράφων της Ρωμανίας¨. Αλλά και το 2006 ο Luca Pieralli λέκτορας της Σχολής Παλαιογραφίας, διπλωματικής και Διοίκησης Αρχείων του Βατικανού, με κύριους τομείς έρευνας τα αυτοκρατορικά και πατριαρχικά κείμενα διπλωματίας της Ρωμανίας, πιστοποιεί τη γνησιότητα της επιστολής[9].

Δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε ότι, την εποχή εκείνη ο πάπας ήταν παντοδύναμος, και με μια σημερινή ορολογία θεωρούνταν ο πλανητάρχης της εποχής, ο δε Ιωάννης Βατάτζης ήταν βασιλιάς σε ένα κράτος που προέκυψε μετά τον κατακερματισμό της Ρωμανίας από τους Φράγκους το 1204. Θα περίμενε κανείς ότι ο Έλληνας βασιλιάς ως ο πιο αδύναμος μεταξύ των δύο, θα απευθυνόταν στον πάπα με μία υποτονικότητα και δουλοπρέπεια, έτσι ώστε να εξασφαλίσει την συμπάθειά του και οποιαδήποτε διπλωματική ωφέλεια. Παρακάτω παραθέτουμε την επιστολή του πάπα Γρηγορία Θ΄ (Σε πρόχειρη μετάφραση και σχόλια του καθηγητή κυρίου Παναγιώτη Νικολόπουλου) και την επιστολή του Αγίου Αυτοκράτορα Ιωάννη Βατάτζη στην πρωτότυπη της μορφή[10] καθώς και σε νεοελληνική απόδοση[11], για να δούμε, συν τοις άλλοις και με πιο τρόπο απευθύνθηκε προς τον πανίσχυρο παπικό θρόνο.

Η επιστολή του πάπα Γρηγορίου Θ΄προς τον Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη

Ο πάπας Γρηγόριος Θ΄

Τω ευγενή ανήρ Βατάτζη ας έχει πνεύμα ιδιαιτέρας βουλής (Ο πάπας δεν δίδει κανέναν τίτλο στον Ιωάννη Βατάτζη παρά μόνο τον προσφωνεί ευγενή ανήρ και τον συμβουλεύει να είναι σωφρονέστερος). Επειδή πιστεύεται ότι η σοφία βασιλεύει στους Έλληνες, από τους οποίους από παλιά σαν από κάποια πηγή επί μακρόν έρεαν ρύακες επιστήμης, πιστεύουμε ότι μ΄ αυτή τη διάκριση και την ωριμότητα που και εσύ διαθέτεις, οφείλεις ως μητέρα να αναγνωρίζεις τη Ρώμη, και να έχεις και να διατηρείς την εύνοια της. Ούτως ώστε να παραμένει για σένα επί πολύ καρποφόρος, προσέχοντας της αποστολικής έδρας τα πρωτεία, τα οποία δεν της τα έδωσε κάποια γήινη δύναμης, αλλά ο Ιησούς Χριστός και επί της πέτρας της κτίσεως, αμέσως μετά τη γέννησή της, την οικοδόμησε και ο οποίος στο μακάριο Πέτρο, τον κλειδούχο της αιωνίας ζωής συνήψε τα δίκαια της Ρώμης μαζί με τα αιώνια δίκαια. Επειδή λοιπόν χάρην βοηθείας της Αγίας Γης αποστείλαμε σε όλο τον κόσμο να κηρυχτεί ο λόγος του σταυρού (δηλαδή οι σταυροφόροι) και επειδή η βοή της σωτηρίου σάλπιγγος, ήχησε με τα στόματα των κηρύκων, οι οποίοι κηρύσσουν και προσκαλούν σε μάχη χριστιανικής εκστρατείας εμπνευσμένης με τη Θεία Χάρη, τόσον ευγενείς όσο και δυνατοί και τόσο γενναίοι πολεμιστές ανέλαβαν το σημείο του σταυρού, που είναι αναρίθμητο πλήθος και μαζί με άλλους πιστούς χριστιανούς, των οποίων ατέλειωτος είναι σχεδόν ο αριθμός θα βοηθηθεί η (Φραγκική) αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, ώστε πάσα ορμή των εναντίων να αφανισθεί και με την ευκταία ειρήνη αυτή η αυτοκρατορία να αναπνεύσει. (Δηλαδή σαν να λέει στον Βατάτζη ότι εμείς στέλνουμε το στρατό αυτό για να σε πολεμήσει). Οδηγούμαστε λοιπόν να προτρέψουμε την ευγένειά σου και να παροτρύνομαι επιμελώς, παραγγέλλοντας να προβλέπεις και να φροντίζεις για την σωτηρία σου και την ατιμωρησία σου, προφυλασσόμενος στο μέλλον, μάλιστα δε και τους κυρίους των ψυχών, τη σφαγή των σωμάτων, τους αφανισμούς των τόπων και όλων αυτών που προκύπτουν από τη συμφορά των πολέμων, πράγμα το οποίον είθε ο κύριος να αποτρέπει να επακολουθήσουν. (Βλέπετε με πόσα δεινά απειλεί ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ τον Ιωάννη Βατάτζη και συνεχίζει λέγοντας), μη μηχανευτείς κάποιο κίνδυνο κάποια ζημία κατά της (Φραγκικής) αυτοκρατορίας, και καμία ενόχληση εις βάρος του φιλτάτου εν Χριστό υιού μας, του Ιωάννου του ενδόξου αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως (του Ιωάννου Βρυέννιου) και των ημετέρων του. Αλλά μάλλον ανάλωσε βοήθεια, βουλή και εύνοια ώστε να αποδειχθείς γνήσιος υιός της Ρωμαϊκής εκκλησίας, άλλως, έχεις ως λογίζεσαι εάν η παραίνεσης μου σε προφυλάσσει χωρίς την πατρική απειλή, ώστε εάν δεν προβλέπεις τον κύριο κίνδυνο να διαφύγεις εκείνη την κρίσιμη στιγμή της δυσκολίας, από την οποία εάν πέσεις δεν θα δυνηθείς ευκόλως να απαλλαγείς (η επιστολή συνετάχθη στις 21 Μαΐου 1237)[12].

Η επιστολή απάντηση του Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄

Άγιος Ιωάννης Βατάτζης διά χειρός Ιωάννη Γ. Σαρσάκη

Ιωάννης εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Δούκας τω αγιωτάτω πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγορίω σωτηρίαν και ευχών αίτησιν.

Οι παρά της σης αγιότητος σταλέντες αφικόμενοι προς την βασιλείαν μου ενεχείρισαν αυτή γράμμα, όπερ αυτοί μεν της σης είναι αγιότητος διετείνοντο και προς την βασιλείαν μου σταλήναι διϊσχυρίζοντο η δε βασιλεία μου προς την των γεγραμμένων ατοπίαν αφορώσα ου πάνυτοι πιστεύειν είχε σόν είναι το γράμμα, αλλά τινος εσχάτη μεν συζώντος απονοία, τύφου δε και <αυ>θαδείας πλήρη την ψυχήν έχοντος. Πως γαρ ουκ έμελλε τοιούτος νομισθήναι ο ούτω θελήσας εντυχείν διά γραμμάτων τη βασιλεία μου ώσπερ ενί των ανωνύμων και αδόξων, μάλλον δε αγνώστων και αφανών, μήθ΄ υπό της των πραγμάτων πείρας μήθ΄ υπό του της αρχής μεγέθους το προσήκον διδαχθήναι δυνάμενος ; η δε ση αγιότης και φρονήσει κεκόσμηται και διακρίσει των πολλών εστι διαφέρουσα. διά τούτο γούν και οκνηρώς είχεν η βασιλεία μου πιστεύειν σον είναι το γράμμα ή και προς την βασιλείαν μου γραφήναι τούτο και σταλήναι.

Εσήμαινε δε το τοιούτον γράμμα, ότι τε εν τω γένει των Ελλήνων ημών η σοφία βασιλεύει και, ως εκ πηγής, εκ ταύτης πανταχού ρανίδες ανέβλυσαν και δέον εστίν ημάς, τη από ταύτης λαμπομένους διακρίσει, την του σου θρόνου μη αγνοείν αρχαιότητα ως δη τινός μεγίστου τούτου θεωρήματος καθεστηκότος και πολλής εις το γνωσθήναι δεομένου της σοφίας. καίτοι τίνος ημίν χρεία της σοφίας εις το διαγνώναι, τις εστι και ποίος ο σος θρόνος ; ει μεν γαρ ην επί των νεφελών και ούτος τεθειμένος ή εν μετεώροις που κείμενος, τάχα αν ημίν μετεωρολογικής τινος εδέησε σοφίας εις το διαγνώναι μετά των σκηπτών τε και των κεραυνών και των λοιπών απάντων των εν μετεώροις πεφυκότων συνεστάναι την τούτου φύσιν και σύστασιν επεί δε κατά γης εστίν εστηριγμένος και μηδέν τι των ετέρων διαφέρει θρόνων των ανέχειν πεφυκότων αρχιερείς, πως ουχ η τούτου γνώσις πρόχειρος τοις πάσιν αν γένοιτο ; ότι μεν ουν από του ημετέρου γένους η σοφία και το ταύτης ήνθησεν αγαθόν και εις τους άλλους διεδόθη, οπόσοι την άσκησιν αυτής και κτήσιν διά πολλής τίθενται φροντίδος, τούτο αληθώς είρηται. εκείνο δε πως ηγνοήθη ή και μη αγνοηθέν πως εσιγήθη το συν τη βασιλευούση παρ΄ ημίν σοφία και την κατά κόσμον ταύτην βασιλείαν τω ημών προσκεκληρώσθαι γένει παρά του μεγάλου Κωνσταντίνου, του τη χριστωνύμω κλήσει τη αρχή περιποιησαμένου το σεμνόν τε και τίμιον ; τίνι και γαρ ηγνόηται των πάντων, ως ο κλήρος της εκείνου διαδοχής ες το ημέτερον διέβη γένος και ημείς εσμεν οι τούτου κληρονόμοι τε και διάδοχοι ;

Είτα συ μεν απαιτείς ημάς μη αγνοήσαι τον σον θρόνον και τα τούτου προνόμια  ημείς δε ουκ ανταπαιτήσομεν σε διαβλέψαι τε και γνώναι το προσόν ημίν δίκαιον ες την αρχήν τε και το κράτος της Κωνσταντινουπόλεως, ο την αρχήν μεν έλαβεν από των χρόνων του μεγάλου Κωνσταντίνου, δια πλείστων δε οδεύσαι των αρξάντων μετ΄ εκείνον εκ του ημετέρου γένους και ες όλην χιλιετηρίδα παραταθέν, άχρι και ημών έφθασεν ; αυτίκα οι της βασιλείας μου γενάρχαι, οι από του γένους των Δουκών τε και Κομνηνών, ίνα μη τους ετέρους λέγω, τους από γενών ελληνικών άρξαντας, ούτοι γουν οι εκ του εμού γένους, εις πολλάς ετών εκατοστύας την αρχήν κατέσχον της Κωνσταντινουπόλεως ους δη και η της Ρώμης Εκκλησία και οι ταύτης ιεραρχικώς προϊστάμενοι Ρωμαίων αυτοκράτορας ανηγόρευον. πως ουν, ημείς μεν ουδαμού σοι δοκούμεν άρχειν τε και βασιλεύειν, ο δε από της Πρετούνας Ιωάννης βασιλεύς σοι κεχειροτόνηται ; πόθεν προσήκον τη του ευσεβούς τε και μεγάλου Κωνσταντίνου βασιλεία ; τίνος δε το επί ταύτη δίκαιον αυτώ πρυτανεύσαντος ; ου γαρ που και η ση τιμία κεφαλή την άδικον και πλεονεκτικήν επαινεί γνώμην και χείρα και την ληστρικήν και μιαιφόνον κατάσχεσιν εν μοίρα τίθεται δικαίου, μεθ΄ ης αρχήθεν οι Λατίνοι τη του Κωνσταντίνου πόλει παρεισεφθάρησαν και μετά τόσης ωμότητος ημίν επεστράτευσαν, οπόσης, ουδέ οι εξ Ισμαήλ τοις της Συρίας και Φοινίκης μέρεσιν επήλθον, ους ο των εκδικήσεων κύριος αξίως της αυτών μετήλθε δυσσεβείας. ημείς δε, ει και του τόπου βιασθέντες μετεκινήθημεν, αλλά του δικαίου του ες την αρχήν τε και το κράτος αμετακινήτως και αμεταπτώτως έχομεν Θεού χάριτι έθνους και γαρ ο βασιλεύων και λαού και πλήθους άρχειν λέγεται και κρατείν, αλλ΄ ου των λίθων τε και ξύλων,  α τα τείχη συνιστώσι και τα πυργώματα.

Είχε και τούτο το τοιότον γράμμα, ως οι κήρυκες της σης τιμιότητος διαδραμόντες άπαντα τον κόσμον το του σταυρού διήγγειλαν κήρυγμα και πλήθος αριθμού κρείττον ηθροίσθη ανδρών πολεμιστών τε και μαχίμων εις εκδίκησιν της αγίας γης,  υφ΄ ων το πλήθος μεν αφανισθήσεται των εναντιουμένων, το δε της ειρήνης αναλάμψει καλόν.  τούτων ακούσαντες ημείς πολλής επλήσθημεν της θυμηδίας και χρηστών ελπίδων μεστοί γεγόναμεν λογισάμενοι κατά το εικός, ότι οι των αγίων τόπων ούτοι εκδικηταί από της ημετέρας άρξονται πατρίδος της τοιαύτης εκδικίας και τους αιχμαλωτιστάς αυτής ενδίκω καθυποβαλούσι τιμωρία ως βεβηλώσαντας αγίους οίκους, ως τοις θείοις σκεύεσιν ενυβρίσαντας, ως πάσαν ανοσιουργίαν επιδειξαμένους κατά Χριστιανών. επεί δε προϊόν το γράμμα τον Ιωάννην της Κωνσταντινουπόλεως εκάλει βασιλέα και φίλον υιόν ωνόμαζε της σης τιμιότητος, ος πάλαι μεν τον τήδε κατελύσε βίον, παρά σοι δε ζων εστι και κινούμενος και εις την τούτου σύναρσιν και βοήθειαν τους νέους τούτους σταυροφόρους έλεγεν εφοπλίζεσθαι, αφέμενοι του τι χρηστόν διανοείσθαι περί των τοιούτων σπουδασμάτων τε και κηρυγμάτων εγελώμεν, λογιζόμενοι την κατά των αγίων τόπων ειρωνείαν και τα κατά του σταυρού παίγνια, άπερ ιδίων ένεκα πλεονεξιών επενοήθεσαν τοις πλείστοις και φιλαρχικής και φιλοχρύσου γνώμης ευπρεπές προκάλυμμα και συσκίασμα.

Επεί δε νουθετείν ημάς η ση τιμιότης διά του τοιούτου γράμματος ήθελε και παρήνει μη παρενοχλείν τη του σοί φίλου υιού Ιωάννου βασιλεία – τούτο γαρ είναι το επωφελές τη βασιλεία μου και σωτήριον -, γινώσκειν η βασιλεία μου την σην τιμιότητα βούλεται, ως ούτε οίδεν η βασιλεία μου την του τοιούτου Ιωάννου επικράτειαν και εξουσίαν, που γης ή θαλάττης εστίν, ούτε τινός των αυτώ διαφερόντων επεθύμησα πώποτε. ει δε περί της Κωνσταντινουπόλεως εστίν ο λόγος ως εκείνω μεν διαφερούσης, ημών δε αδίκως ταύτης μεταποιουμένων, εκείνο διαβεβαιούμεθα και δήλον καθιστώμεν και τη ση αγιότητι και πάσι Χριστιανοίς, ως ουδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι και πολεμούντες τοις κατάγουσι την Κωνσταντινούπολιν. Η γαρ αν αδικοίημεν και φύσεως νόμους και πατρίδος θεσμούς και πατέρων τάφους και τεμένη θεία και ιερά, ει μη εκ πάσης της ισχύος τούτων ένεκα διαγωνισόμεθα. ει δε τις τούτο ποιούντων ημών αγανακτεί και δυσχεραίνει και οπλίζεται καθ΄ ημών, έχομεν οίστισι διά τούτον αμυνούμεθα και ημείς πρώτα μεν τον της δικαιοσύνης Θεόν, ος βοηθεί μεν τοις αδικουμένοις, τοις δε αδικούσιν αντιτάσσεται και δυσμεναίνει έπειτα εισί και παρ΄ ημίν και άρματα και ίπποι και πλήθος ανδρών μαχίμων τε και πολεμιστών, οι πολλάκις ημιλλήθησαν τοις σταυροφόροις τούτοις και ουδενός ώφθησαν δεύτεροι. και συ δε ως Χριστού μιμητής και του των αποστόλων κορυφαίου διάδοχος και γνώσιν έχων θείων τε νομίμων και των κατ΄ ανθρώπους θεσμών επαινέσεις ημάς υπερμαχούντας της πατρίδας και της εγγενούς αυτής ελευθερείας προκινδυνεύοντας. πως γαρ αν ανασχοίμεθα βλέποντες ούτω περιυβρισμένην και πάσαν μεν την πρώτην εύκλειαν αποβαλούσαν, εις δε φονευτών εστίαν μετασκευασθείσαν και ληστών σπήλαιον ;

Αλλά ταύτα μεν το τω Θεώ δοκούν ευρήσει τέλος. η δε βασιλεία μου πάνυ και ορέγεται και ποθεί και εις την υπό σε αγίαν της Ρώμης Εκκλησίαν το προσήκον σέβας αποσώζειν και ως θρόνον του των αποστόλων κορυφαίου Πέτρου τιμάν και εις την σην αγιότητα σχέσιν υιού και τάξιν έχειν και ποιείν, οπόσα εις τιμήν και θεραπείαν αφορώσιν αυτής, μόνον ει και η ση αγιότης το ανήκον δίκαιον τη ημετέρα βασιλεία μη θελήσης και εισέτι αγνοήσαι μηδ΄ αφερεπόνως ούτω και ιδιωτικώς την διά γραμμάτων έντευξιν ποιείσθαι. η γαρ βασιλεία μου διότι του ειρηνεύειν ένεκα μετά της σης αγιότητος την του γράμματος απαιδευσίαν ήνεγκεν αλύπως και τοις τούτο διακομίσασιν ηπίως προσηνέχθη.

Η επιστολή σε νεοελληνική απόδοσης

Ἰωάννης πιστός στόν Χριστό βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ τῶν Ρωμαίων, ὁ Δούκας, ἀπευθύνομαι πρός τόν ἁγιώτατον Πάπα τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγόριον καί ζητῶ καί τήν εὐχή του γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μου.

Οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπό τήν ἁγιότητά σου ἦλθαν πρός ἐμένα τόν βασιλέα καί μοῦ παρέδωσαν ἕνα γράμμα. Αὐτοί μέν ἰσχυρίζοντο ὅτι τό γράμμα τό έγραψες ἐσύ καί τό ἀπέστειλες πρός ἐμένα, τόν βασιλέα. Ἐγώ δέ διαβάζοντας τό ἀπαράδεκτο περιεχόμενο τοῦ γράμματος δέν πίστεψα ὅτι ἐσύ ἔγραψες τό γράμμα, ἀλλά κάποιος ἄνθρωπος πού διακατέχεται σέ ὕψιστο βαθμό ἀπό κακότητα, θυμό καί αὐθάδεια. Διότι τό γράμμα αὐτό δέν μέ ἀντιμετωπίζει ὡς βασιλέα, ἀλλά σάν νά ἤμουν κάποιος ἀνώνυμος, τυχαῖος, ἄγνωστός καί ἀφανής. Ἄρα ὁ συντάκτης του φαίνεται νά ἀγνοεῖ τά πράγματα καί νά μήν ἔχει πεῖρα, διότι δέν γνωρίζει ποιά εἶναι ἡ πρέπουσα συμπεριφορά ἀπέναντι στόν βασιλέα. Ἐνῶ ἐσύ, Ἁγιώτατε χαρακτηρίζεσαι ἀπό σωφροσύνη καί ξεχωρίζεις ἀπό τούς πολλούς γιά τη διακριτικότητά σου. Γι’  αὐτό, λοιπόν, δέν μποροῦσα νά πιστέψω ὅτι τό γράμμα εἶναι δικό σου καί ὅτι ἐγράφη γιά νά σταλεῖ πρός ἐμένα τόν βασιλέα.

Οι άγιοι Βασιλείς της Ρωμανίας, Μέγας Κωνσταντίνος και Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης ο ελεήμων. Ο μεν πρώτος παραδίδει (κληροδοτεί) τη βασιλεύουσα (το κράτος των Ρωμαίων) ως κλήρο στο γένος των Ελλήνων και ο δε δεύτερος (ως εκπρόσωπος του Ελληνισμού) αποδέχεται την κληρονομιά την οποία και διατρανώνει με το γραπτό κείμενο της επιστολής το οποίο φέρει. Η αγιογράφος Δέσποινα Χατζηιωαννίδου Σαρσάκη παίρνοντας αφορμή από την υπόψη επιστολή, θέλησε να ιστορίσει το γεγονός της διαδοχής του κλήρου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προς στο γένος των Ελλήνων.

Ἔγραφε, λοιπόν, αὐτό τό γράμμα ὅτι στό δικό μας γένος τῶν Ἑλλήνων βασιλεύει ἡ σοφία καί ὅτι ἀπό τή δική μας σοφία ἐξεπήγασαν σταγόνες σοφίας γιά ὅλην τήν ἀνθρωπότητα. Κάι ὅτι πρέπει, ἐπειδή ἔχουμε φωτεινά πνεύματα, νά μήν ἀγνοοῦμε τήν ἀρχαιότητα τοῦ θρόνου σου, σάν νά πρόκειται γιά μία πληροφορία, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ μεγάλη γνώση καί σοφία γιά νά μαθευτεῖ. Τί ἄραγε χρειάζεται ἡ βαθυτάτη σοφία καί γνώση γιά νά ἀναγνωρίσουμε ποιό εἶναι τό ἀξίωμά σου καί ποιά ἡ σπουδαιότητά του; Ἐάν μέν ὁ θρόνος σου βρισκόταν ἐπάνω στά σύννεφα θά χρειαζόμασταν νά ἔχουμε μετεωρολογικές γνώσεις γιά νά διακρίνουμε ἀνάμεσα στούς κεραυνούς καί στά ἄλλα μετεωρολογικά φαινόμενα τήν ὕπαρξή του καί τίς ἰδιότητές του. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ θρόνος σου βρίσκεται στή γῆ καί δέν διαφέρει ἀπό τούς θρόνους τῶν ἄλλων ἀρχιερέων, γιατί θεωρεῖς ὅτι εἶναι δύσκολο νά γνωρίζουμε περί αὐτοῦ; Εἶναι ἀλήθεια αὐτό πού ἔγραψες, ὅτι ἀπό τό δικό μας γένος προῆλθε ἡ σοφία καί κάθε μορφωτικό ἀγαθό, τό ὁποῖο διεδόθη στούς ἄλλους λαούς, ὅσοι φρόντισαν νά ἀποκτήσουν καί νά ἐφαρμόσουν αὐτήν τή σοφία.. Πῶς ὅμως ἀγνοεῖς, ἤ ἄν τό γνωρίζεις γιατί δέν τό ἀναφέρεις, ὅτι μαζί μέ τή σοφία πού μᾶς κυβερνᾶ, ἐδόθη στό γένος μας καί ἡ βασιλεία τούτου τοῦ κόσμου καί μάλιστα ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τήν κλήση ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό καί βασίλευσε μέ σεμνότητα καί τιμιότητα; Διότι εἶναι γνωστό σέ ὅλους ὁτι ἡ κληρονομιά τῆς διαδοχῆς ἐκείνου (τοῦ Μ. Κωνσταντίνου) μεταβιβάσθηκε στό δικό μας γένος καί ἐμεῖς εἴμαστε οἱ κληρονόμοι καί διάδοχοί του!

Ἐσύ, λοιπόν, ἀπαιτεῖς ἀπό ἐμᾶς νά μήν ἀγνοοῦμε ποιό εἶναι τό ἀξίωμά σου καί ποιά εἶναι τά προνόμιά του. Ἐμεῖς ἀπό τήν πλευρά μας δέν ἔχουμε ἀραγε δίκιο ἄν απαιτήσουμε καί σύ νά ἀναγνωρίσεις τά δικαιώματά μας στόν θρόνο καί στό κράτος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τά ὁποῖα ἔχουν τή ρίζα τους στούς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί μέσῳ τῶν πολλῶν βασιλέων πού κυβέρνησαν ἐπί χίλια χρόνια καί ἀνήκουν στό δικό μας (Ἐλληνικό) γένος φθάνουν μέχρι τή δική μας ἐποχή; Οἱ ἱδρυτές τῆς βασιλικῆς μου ἐξουσίας, οἱ οἰκογένειες τῶν Δουκῶν καί τῶν Κομνηνῶν, γιά νά μή μιλήσω καί γιά τούς ἀλλους αὐτοκράτορες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἑλληνική καταγωγή, αὐτοί λοιπόν οἱ ὁμοεθνεῖς μου ἐδῶ καί πολλούς αἰῶνες εἶχαν τήν ἐξουσία ἐπί τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτούς, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καί οἱ Προκαθήμενοί της τούς ὀνόμαζαν Αὐτοκράτορες Ρωμαίων. Πῶς γίνεται λοιπόν νά θεωρεῖς ὅτι ἐμεῖς δέν ἔχουμε κράτος καί ἐξουσία καί μάλιστα ἔχεις στέψει βασιλέα τῆς Κωνσταντινουπόλεως  τόν Ἰωάννη ἀπό τήν Πρετούνα; Ποῦ εἶναι ὁ σεβασμός σου πρός τήν κληρονομιά τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Μεγάλου Κωνσταντίνου; Ποιό δίκαιο πρυτάνευσε σ’ αὐτήν τήν περίπτωση; Πῶς εἶναι δυνατόν ἡ τιμία κεφαλή σου νά ἐπαινεῖ τήν ἄδικη καί πλεονεκτική σκέψη καί ἐνέργεια καί νά θεωρεῖ δίκαιη τήν ληστρική και φονική κατάκτηση, δηλαδή τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο οἱ Λατῖνοι ἐπετέθησαν κατά τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τήν βιαιότητα τῆς ἐκστρατείας των; Ἡ βιαιότητά τους ἦταν μεγαλύτερη ἀπό αὐτή πού ἐπέδειξαν οἱ Μουσουλμάνοι Ἄραβες κατά τῆς Συρίας καί τῆς Φοινίκης καί τούς ὁποίους δικαίως ὁ  Θεός τιμώρησε γιά τήν ἀσέβειά τους.

Ἐμεῖς φύγαμε ἀπό τόν τόπο μας διά τῆς βίας, ἀλλά μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ διατηροῦμε ἀκλόνητα καί παντοτινά τά νόμιμα δικαιώματα ἐπί τῆς ἐξουσίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Διότι βασιλεύς εῖναι ἐκεῖνος πού κυβερνᾶ ἕνα ἔθνος μέ λαό πολύ καί ὄχι ἐκεῖνος πού ἀπλῶς ἐξουσιάζει τίς πέτρες καί τά ξύλα, ἀπό τά ὁποῖα ἀποτελοῦνται τά τείχη καί οἱ ὀχυρωματικοί πύργοι.

Τό γράμμα σου περιλάμβανε καί τήν άκόλουθη εἴδηση. Ὅτι οἱ κήρυκες, τούς ὁποίους ἀπέστειλες, γύρισαν ὅλον τόν κόσμο καί διέδωσαν τό κήρυγμα τοῦ σταυροῦ καί ἔτσι συγκεντρώθηκε μεγάλο πλῆθος πολεμιστῶν καί ἄλλων μαχίμων ἀνδρῶν γιά νά ἐλευθερώσει τήν ἁγία γῆ. Καί ὅτι αὐτός ὁ στρατός θά συντρίψει τούς ἐχθρούς καί θά φέρει τό φῶς τῆς εἰρήνης. Ὅταν ἀκούσαμε αὐτήν τήν εἴδηση καί ἐμεῖς χαρήκαμε καί γεμίσαμε ἀπό ἀγαθές ἐλπίδες, ὅτι δηλαδή οἱ ἀπελευθερωτές τῶν ἁγίων τόπων  εἶναι φυσικό νά ἐλευθερώσουν πρῶτα τή δική μας πατρίδα ἀπό αύτούς πού τήν ὑποδούλωσαν καί νά τιμωρήσουν τούς κατακτητές, διότι βεβήλωσαν ναούς, σύλησαν τά ἱερά σκεύη καί διέπραξαν μεγάλα ανοσιουργήματα κατά Χριστιανῶν. Προχωρῶντας ὅμως εἴδαμε ὅτι τό γράμμα σου ὀνόμαζε βασιλέα καί ἀγαπητό υἱό τοῦ τιμίου ἀξιώματός σου τόν Ἰωάννη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος ἐδῶ καί πολύ καιρό ἐγκατέλειψε τήν περιοχή μας καί ζεῖ κοντά σου καί δραστηριοποιεῖται στή στρατολόγηση καί στόν ἐξοπλισμό τῶν νέων αὐτῶν σταυροφόρων. Τότε παύσαμε νά ἐλπίζουμε σέ ὁτιδήποτε καλό καί γελάσαμε μέ τά κηρύγματά σου, ἀναλογιζόμενοι μέ πόση εἰρωνία ἀντιμετωπίζεις τούς Ἁγίους Τόπους καί πόσο περιπαίζεις τόν Σταυρό. Διότι χρησιμοποιεῖς αὐτά τά ἱερά σύμβολα ὡς προκάλυμμα καί μέσο συγκάλυψης τῆς πλεονεξίας σου καί τῆς φίλαρχης καί φιλοχρήματης διάνοιάς σου.

Ἐπειδή μέ τήν ἐπιστολή σου θέλησες νά μᾶς νουθετήσεις καί μᾶς παρώτρυνες νά μήν παρενοχλοῦμε τή βασιλική ἐξουσία τοῦ ἀγαπητοῦ σου υἱοῦ Ἰωάννου -ἄν καί αὐτή ἡ παρενόχληση εἶναι ὠφέλιμη καί σωτήρια γιά τό δικό μου βασίλειο- θά ἤθελα νά γνωρίζει ἡ τιμιότητά σου ὅτι ἐμεῖς δέν γνωρίζουμε ποῦ κυβερνᾶ καί ποῦ ἐξουσιάζει αὐτός ὁ Ἰωάννης, σέ ποιό σημεῖο τῆς ξηρᾶς ἤ τῆς θαλάσσης εἶναι τό κράτος του, οὔτε καί ἐπιθύμησα νά ἔχω κάτι ἀπό αὐτά πού τοῦ ἀνήκουν. Ἐάν, ὅμως, ἡ συζήτηση γίνεται γιά τήν Κωνσταντινούπολη καί ἐάν θεωρεῖς ὅτι ἀνήκει στόν Ἰωάνννη καί ὅτι ἐμεῖς παρανόμως τήν διεκδικοῦμε, σέ βεβαιώνουμε καί δηλώνουμε στήν ἁγιότητά σου καί σέ ὅλους τούς Χριστιανούς ὅτι οὐδέποτε θά σταματήσουμε νά μαχόμεθα καί νά πολεμοῦμε ἐναντίον ἐκείνων πού κατέχουν τήν Κωνσταντινούπολη. Διότι θά ἀσεβούσαμε καί πρός τούς νόμους τῆς φύσεως καί πρός τούς θεσμούς τῆς πατρίδος καί πρός τούς τάφους τῶν πατέρων μας καί πρός τούς  ἱερούς ναούς τοῦ Θεοῦ, ἐάν δέν ἀγωνιζόμασταν μέ ὅλη μας τή δύναμη γι’ αὐτόν τόν σκοπό. Καί ἐάν κάποιος ἀγανακτεῖ καί ὁπλίζεται ἐναντίον μας, ἐπειδή ἔτσι συμπεριφερόμαστε, ἔχουμε δυνάμεις στίς ὁποῖες θά βασισθεῖ ὁ ἀγώνας μας. Πρῶτον τόν δίκαιο Θεό, ὁ ὁποῖος βοηθεῖ μέν τούς ἀδικουμένους, στούς δέ ἀδικοῦντες ἀντιτάσσεται καί ἐπιδεικνύει δυσμένεια. Ἔχουμε ἐπίσης καί ἅρματα καί ἄλογα καί πλήθως ἀνδρῶν μαχίμων καί πολεμιστῶν, οἰ ὁποῖοι πολλές φορές ἀγωνίσθηκαν κατά τῶν σταυροφόρων καί ἀναδείχθηκαν καλύτεροί τους. Καί ἐσύ ὡς μιμητής τοῦ Χριστοῦ καί διάδοχος τοῦ κορυφαίου τῶν Ἀποστόλων καί γνώστης τῶν θείων νόμων καί τῶν ἀνθρωπίνων θεσμῶν θά μᾶς ἐπαινέσεις γιά τό γεγονός ὅτι ὑπερασπιζόμαστε τήν πατρίδα μας καί θέτουμε σέ κίνδυνο τή ζωή μας ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας πού δικαιοῦται ἡ πατρίδα. Πῶς μποροῦμε ἄραγε νά τήν βλέπουμε ντροπιασμένη, νά ἔχει χάσει τήν παλαιότερη δόξα της καί νά ἔχει μετατραπεῖ σέ κατοικία φονέων καί σπήλαιο ληστῶν;

Ἀλλά αὐτά μέν  θά ἔχουν τήν κατάληξη πού θέλει ὁ Θεός, ἡ δέ βασιλική μου ἐξουσία ἔχει μεγάλη ἐπιθυμία νά ἀποδώσει τόν προσήκοντα σεβασμό στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, τήν ὁποία διοικεῖς, και νά τήν τιμᾶ ὡς θρόνο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καί νά ἔχω σχέση υἱοῦ πρός τήν ἁγιότητά σου καί νά πράττω ὅσα ἀρμόζουν γιά νά τιμῶ τό ἀξίωμά σου. Ὅμως ἐάν καί ἡ δική σου ἀγιότητα θέλει νά ἀναγνωρίσει τά δικαιώματα πού ἀνήκουν στή δική μου βασιλική ἐξουσία νά μήν μοῦ ἀποστέλλεις ἰδιωτικά γράμματα μέ τέτοιο ἀπρεπές περιεχόμενο. Ἐγώ ἀνέχθηκα χωρίς θλίψη τό ἄξεστο περιεχόμενο τοῦ γράμματός σου καί φέρθηκα εὐγενικά στούς ἀνθρώπους σου πού τό ἔφεραν, ἐπειδή ἐπιθυμῶ εἰρηνική σχέση μέ τήν ἁγιότητά σου.

Διδυμότειχο και Άγιος ιωάννης Βατάτζης δια χειρός Δημητρίου Ναλμπάντη

Αυτή λοιπόν είναι η επιστολή του Διδυμοτειχίτη Ιωάννη Βατάτζη, μέσα από την οποία αξίζει να προσέξουμε τα παρακάτω :

α.  Την ειρωνική διάθεση του έλληνα βασιλιά, με την οποία απευθύνετε σε πολλά σημεία της επιστολής προς τον πανίσχυρο πάπα, γεγονός το οποίο καταδεικνύει την έλλειψη κάθε είδους υποτέλειας προς τον ποντιφικά και βεβαίως το σθένος και την λεβεντιά του.

β.  Το γεγονός ότι αναγνωρίζει την ελληνική του καταγωγή και την διατρανώνει με υπερηφάνεια, και όχι μόνο αυτό, αλλά μας πληροφορεί ότι έλληνες ήσαν και οι γενάρχες της βασιλείας του.

γ.  Την επεξήγηση που δίνει προς τον πάπα, για το ότι αποκαλεί τον εαυτό του ¨Αυτοκράτωρ Ρωμαίων¨ (όπως βεβαίως ορθώς αποκαλούνταν όλοι οι αυτοκράτορες της Ρωμανίας) παρόλο που είναι Έλληνας, αναφέροντας ότι ο Άγιος και Μέγας Κωνσταντίνος μεταφέροντας την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας από την Λατινική δύση στην Ελληνική ανατολή την κληροδότησε στο γένος των Ελλήνων.

δ.  Και τέλος άξια αναφοράς, είναι η απαρέγκλιτη απόφαση του, να πολεμήσει μέχρις εσχάτων για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για την κατανόηση της ιστορικής αξίας της επιστολής, παρουσιάζουν οι απόψεις των ερευνητών – ιστορικών που ασχολήθηκαν με την αυτοκρατορία της Νίκαιας καθώς και με την συνέχεια του ελληνισμού. Παρακάτω, παραθέτουμε επιλεγμένα χωρία ιστορικών που αναφέρθηκαν και σχολίασαν την εν λόγω επιστολή καθώς και τον τρόπο με τον οποίο απευθύνθηκε ο ελεήμων βασιλιά προς τον πάπα.

Ο ιστοριοδίφης Ιωάννης Σακελλίων, ο οποίος όπως αναφέραμε ανακάλυψε και εξέδωσε την επιστολή στο περιοδικό «Αθήναιον», σχολιάζει τα εξής : ¨ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ομιλεί ως αρχαίος Έλληνας με περηφάνια και δριμύτητα κατά των καταλαβόντων την βασιλεύουσα Φράγκων¨[13].

Ο Αντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905) αναφερόμενος στην επιστολή, και ειδικότερα στον τρόπο που απάντησε ο βασιλιάς Ιωάννης προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄, σχολιάζει τα παρακάτω : ¨Εις ταύτα ο Βατάτζης απήντησε δι΄ ύφους υπεροπτικού και δι΄ ειρωνείας καταπληκτικής, εις ουδέν λογιζόμενος το αξίωμα του πάπα, και ομιλών περί εαυτού ως μονάρχου κραταιού, κεκλημένου εις την βασιλείαν εκ Θεού και εκ βασιλικού γένους παλαιού¨[14]. Επίσης, ο Μιχαήλ Α. Δένδιας εξαίρει το ύφος του Διδυμοτειχίτη βασιλιά σημειώνοντας τα εξής : ¨Παρά του τελευταίου τούτου (δηλ. του Ιωάννη Βατάτζη) είχεν, ως φαίνεται, ζητηθεί όπως παύση απειλών την Κωνσταντινούπολιν, διότι δήθεν ουδέν δικαίωμα εκέκτητο επί του θρόνου αυτής. Εις τούτο ανέτεινεν ο Βατάτζης απαντήσας εις ύφος βαρύ και υπεροπτικόν, με καταπλήσσουσαν αλαζονείαν, αλλά και με επιχειρήματα πραγματικώς ακαταγώνιστα, καταδεικνύων ότι και ο ίδιος ήτο βασιλεύς και ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως εις τους Έλληνας ανήκε και ότι, κατά συνέπειαν, ο πάπας διέστρεφε τα πράγματα και ανεμειγνύετο όπου ουδεμίαν αρμοδιότητα εκέκτητο¨[15].

Ο Νικόλαος Πολίτης (1852-1921) πατέρας της ελληνικής λαογραφίας και στενός φίλος του μεγάλου Γερμανού Βυζαντινολόγου Κάρολου Κρουμπάχερ, σε άρθρο του με θέμα ¨Έλληνες ή Ρωμίοι¨ που δημοσιεύθηκε το 1901 στην εφημερίδα ¨Αγώνι¨ (εν ιδιαιτέρω φυλλαδίω), μεταξύ άλλων αναφέρει : ¨Ο αυτοκράτωρ της Νίκαιας Ιωάννης Βατάτζης εν επιστολή προς τον Πάπαν Γρηγόριον τον Θ΄, το 1237, ανομολογεί απροκαλύπτως την ελληνικήν καταγωγήν του : «εν τω γένει των Ελλήνων ημών η σοφία βασιλεύει, ….. κτλ[16]. Ως βιβλιογραφική πηγή για το απόσπασμα που χρησιμοποιεί παραθέτει το περιοδικό Αθήναιον τ. Α΄ σελ 393. Ο Πολίτης αναφέρεται στην επιστολή του Βατάτζη (καθώς και σε άλλες ιστορικές πηγές της Ρωμανίας) καταδεικνύοντας ότι οι λεγόμενοι ¨Βυζαντινοί¨ χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Έλλην και Γραικός καθ΄ όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορίας.

Αξίζει βεβαίως, να παραθέσουμε και τον σχολιασμό του μεγάλου πανεπιστημιακού και ιστορικού συγγραφέα Απόστολου Βακαλόπουλου (1909-2000), ο οποίος με τα υπέροχα κείμενα του, προσέφερε τα μέγιστα στην ανάδειξη της συνέχειας του ελληνισμού σε όλες τις ιστορικές του διαδρομές. Παρακάτω παραθέτουμε αποσπάσματα από τρία έργα του : ¨Ως προς την σχετική κίνηση των ιδεών και τις πολιτικές επιδιώξεις των βασιλέων της Νίκαιας πολύ διαφωτιστική είναι η απαντητική επιστολή, την οποία έστειλε ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης μεταξύ 1237 προς τον Πάπα Γρηγόριο Θ΄. Ο βασιλιάς μολονότι φέρει τον επίσημο τίτλο «Ιωάννης εν Χρηστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Δούκας…» , γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι Έλληνας και δέχεται με υπερηφάνεια εκείνο, που του είχε γράψει ο πάπας «.. ότι εν τω γένει των Ελλήνων η σοφία βασιλεύει …. Και ότι του γένους (αυτών) η σοφία και το ταύτης ήνθησεν αγαθόν, και εις τους άλλους διεδόθη, οπόσοι την άσκησιν αυτής και κτήσιν δια πολλής τίθενται φροντίδος … » . Απορεί όμως λέγει, πως ο πάπας αγνοεί ή αν δεν αγνοεί, πως παρασιωπά το ότι μαζί με τη σοφία έχει «προσκληρωθεί»  από το Μ. Κωνσταντίνο στο γένος των Ελλήνων «και η κατά κόσμον αυτή βασιλεία». Και αμέσως παρακάτω επαναλαμβάνει τα ίδια πολύ πιο καθαρά. « Τίνι και γαρ ηγνόηται των πάντων, ως ο κλήρος της εκείνου διαδοχής ες το ημέτερον διέβη γένος, και ημείς έσμεν οι τούτου κληρονόμοι τε και διάδοχοι;» . Δηλαδή λέγει ότι με τους διαδόχους του Μ. Κωνσταντίνου το ρωμαϊκό κράτος πέρασε στο γένος των Ελλήνων. Και για να αποδείξει την ελληνικότητα του κράτους της Κωνσταντινούπολης προσθέτει ότι «οι της βασιλείας μου γενάρχαι, οι από του γένους Δουκών τε και Κομνηνών, ίνα μη τους ετέρους λέγω, τους από γενών ελληνικών άρξαντας, … εις πολλάς ετών εκατοστ[ύας] την αρχήν κατέσχον της Κωνσταντινουπόλεως». Επομένως για λόγους σεβασμού προς την παράδοση και για λόγους ουσιαστικούς, δηλαδή εμμονής στη διαφύλαξη της κληρονομιάς του Μ. Κωνσταντίνου, φέρουν οι βασιλείς του Βυζαντίου τον επίσημο τίτλο «βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Επάνω στις καθαρές αυτές ιστορικές γνώσεις θεμελιώνει το δίκαιο των διεκδικήσεων των εδαφών, τα οποία κατέχουν οι Φράγκοι : «Ημείς δε, ει και του τόπου βιασθέντες μετεκινήθημεν, αλλά του δικαίου, του ες την αρχήν τε και το κράτος, αμετακινήτως και αμεταπτώτως έχομεν, Θεού χάριτι». Συγκεκριμένα δεν αναγνωρίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα του Φράγκου βασιλιά της Κωνσταντινούπολης («ούτε είδεν η βασιλεία μου, παρατηρεί ειρωνικά, την του τοιούτου Ιωάννου επικράτειαν και εξουσίαν που γης ή θαλάττης εστίν») και χαρακτηρίζει επιγραμματικά την ακατάπαυστη αντίσταση του εναντίον των κατακτητών «… ουδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι και πολεμούντες τοις κατάγουσι την Κωνσταντινούπολιν. Η γαρ αν αδικοίημεν και φύσεως νόμους, και πατρίδος θεσμούς, και πατέρων τάφους, και τεμένη θεία και ιερά, ει μη εκ πάσης της ισχύος τούτων ένεκα διαγωνισόμεθα¨[17].

¨Κι΄ αν οι βασιλείς του Βυζαντίου έχουν τον επίσημο τίτλο ¨βασιλείς και αυτοκράτορες Ρωμαίων¨, και τον τίτλον αυτόν τον κρατούν, είναι γιατί θέλουν να σεβαστούν την παράδοση και να διαφυλάξουν την κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αυτή η κληρονομιά, γράφει ο βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης στα 1237 στον πάπα Γρηγόριο Θ΄, δεν πρόκειται να την απαρνηθούν οι Έλληνες και δεν θα πάψουν ποτέ να πολεμούν εναντίον των κατακτητών, ωσότου απελευθερώσουν τα εδάφη τους. Οι αυτοκράτορες δηλαδή της Νίκαιας εμπνέονται από την ίδια ακριβώς ιδέα, που θέρμαινε αργότερα, επί τουρκοκρατίας, τους ραγιάδες Έλληνες, από την ιδέα ακριβώς που στους νεώτερους χρόνους ονομάστηκε Μεγάλη Ιδέα. Εκεί λοιπόν, στη Νίκαια, μετά το 1204, πρέπει ν΄ αναζητήσουμε τις πρώτες αρχές της¨[18].

¨Χαρακτηριστικά στην επιστολή εκείνη του Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄ αναφέρεται και η έκφραση «ημέτερον Γένος», όπου η λέξη «ημέτερον» αντικαθιστά το επίθετο «ελληνικόν». Η λέξη «Γένος», μαζί με τις λέξεις «Έλλην», «ελληνικός» κ.λ. αρχίζουν να χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο κατά τον 13 και 14 αιώνα και τείνουν να υποκαταστήσουν το εθνικό «Ρωμαίος», με το οποίο ήταν γνωστοί οι υπήκοοι της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η λέξη «Γένος», ενωμένη τώρα με τη γενική «Ελλήνων» δηλώνει την κοινότητα του ιστορικού παρελθόντος των κατοίκων και τις υποχρεώσεις που προβάλλουν γι΄ αυτούς εμπρός στο παρόν και το μέλλον. Στην εποχή αυτή των Λασκαριδών πρέπει ν΄ αναχθή η γένεση σκοτεινών (κρυφών) χρησμών και προφητειών, διανθισμένων με υπαινιγμούς για τους Λασκαρίδες και τον Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη. Πολλές από τις προφητείες αυτές, αν και στον πυρήνα τους παλαιότερες και γνωστές στις λαϊκές μάζες στα 1200, αναφέρονται στα κατορθώματα και στην λαμπρή εποχή των Λασκαριδών. Προς αυτούς αποβλέπουν οι υπόδουλοι Έλληνες, για ν΄ αντλήσουν θάρρος, και έτσι αρχίζει να δημιουργείται ένα είδος ηρωολατρείας. Ο Ιωάννης Γ΄ μάλιστα μετά το θάνατό του υψώνεται στην φαντασία του λαού σαν ένα ιερό πρόσωπο, εξαγιάζεται. Η εκκλησία, που έχει ευεργετηθεί απ΄ αυτόν με πολλές δωρεές κτημάτων και είχε κάθε λόγο να είναι ευγνώμων, τον αναγνωρίζει επίσημα ως άγιο¨[19].

Ο Παναγιώτης Χρήστου (1917-1996) θεολόγος και καθηγητής Πατρολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τέως Υπουργός παιδείας, στο έργο του «Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων», σχολιάζει το γεγονός της κληροδότησης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον Μέγα Κωνσταντίνο στο γένος των Ελλήνων, όπως αυτό αναφέρθηκε από τον Ιωάννη Βατάτζη στην επιστολή, αναφέροντας τα παρακάτω : ¨Δεν απορρίπτει ο Βατάτζης την ρωμαϊκή κληρονομιά, αλλά φρονεί ότι η μεταφορά της αυτοκρατορίας είναι εθνική και όχι γεωγραφική, ότι έγινε στο έθνος των Ελλήνων και όχι στην πόλη του Βυζαντίου. Η κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου έχει διαβεί «εις το ημέτερον γένος» κι΄ εμείς είμαστε οι κληρονόμοι και διάδοχοί του. Δεν ήταν ο τόπος κληρονόμος, αφού τον τόπο, την Κωνσταντινούπολη, είχαν αρπάξει τώρα οι Δυτικοί, αλλά οι άνθρωποι του τόπου. Τώρα επικρατεί η ίδια λογική που είχαν ακολουθήσει παλαιότερα οι Γερμανοί, οι οποίοι, επειδή είχαν την αυτοκρατορία αλλά δεν κατείχαν τη Ρώμη, την ονόμασαν «Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Γερμανικής εθνότητος». Εδώ η σκέψις είναι ότι οι Λασκαρίδες της Νίκαιας, που δεν κατείχαν τη Νέα Ρώμη, είχαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία της ελληνικής εθνότητος¨[20].

Ο Δρ Πίτερ Λοκ (1949 – ) μέλος της Βασιλικής Ιστορικής Εταιρίας του Ηνωμένου Βασιλείου, μεταξύ άλλων πηγών, χρησιμοποιεί και την επιστολή του αγίου βασιλιά,  αναφερόμενος στην σημασία και την βαρύτητα που είχε για τους Έλληνες η Κωνσταντινούπολη κατά την εποχή της φραγκοκρατίας, επισημαίνοντας τα εξής : ¨Για τους Έλληνες, οι μεταφορικές περιγραφές και η σημασία της Κωνσταντινούπολης εξελίχθηκαν και απέκτησαν νέα δύναμη στα χρόνια της λατινικής κατοχής. Αυτό είναι εμφανές στις συζητήσεις της αυλής και στην εκκλησιαστική αλληλογραφία των «ελευθέρων περιοχών» (κυρίως στο Σιλέντιον του Θεοδώρου Α΄ Λάσκαρη στη Νίκαια μεταξύ 1205-1222), στις επιστολές του μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιωάννη Απόκαυκου (1223) και στην αλληλογραφία του Ιωάννη Βατάτζη με τον πάπα Γρηγόριο Θ΄ τον Μάιο του 1237. Η Θεοφύλακτη Πόλη ανήκε δικαιωματικά στον κυβερνήτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο οποίος έπρεπε να είναι Έλληνας¨[21].

Ο άγγλος ιστορικός και δημοσιογράφος Γουίλιαμ Μίλλερ (1864-1945) στη μονογραφία που συνέγραψε για την αυτοκρατορία της Νίκαιας, αναφέρει ¨αυτονόητα¨ το γεγονός της ύπαρξης της επιστολής απάντησης του Ιωάννη Βατάτζη προς τον πάπα, ιστορώντας τα εξής : ¨ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ όστις προσεδόκα να ελκύσει τον τσάρον των Βουλγάρων εις το ρωμαϊκόν δόγμα, κατήγγειλε τον Βατάτζην ως εχθρόν του θεού και της εκκλησίας και έλαβε παρ΄ αυτού αλαζονικήν επιστολήν, εν η ο Έλλην ηγεμών ηξίου ότι ήτο ο πραγματικός αυτοκράτωρ ως κληρονόμος του Κωνσταντίνου και ρητώς έλεγεν εις τον ποντίφικα, ότι υπεχώρησε μεν εις ανωτέραν δύναμιν, αλλά δεν είχεν εγκαταλίπει τα δικαιώματα αυτού και ουδέποτ΄ έμμελε ναποστή της εκπολιορκήσεως της Κωνσταντινουπόλεως¨[22]. Ο υπόψη ιστορικός αναφερόμενος στην επιστολή του Βατάτζη παραθέτει ως βιβλιογραφία το περιοδικό «Αθήναιον» του Ιωάννη Σακελλίων καθώς και τις πηγές που παραθέτουν ο Σακελλίων και ο Βακαλόπουλος, δηλαδή : Les Registres de Gregoire IX Τομ. Β΄ σελ 218 και Byzantinische Zeitschrif Τομ. Ιστ΄ σ. 141-142).

Δεν θεωρώ απαραίτητο να κλείσω την παρούσα μελέτη, αναπτύσσοντας τα δικά μου συμπεράσματα για την ιστορική αξία της επιστολής καθώς και του συντάκτη της. Θα αναφέρω μόνο ότι, μελετώντας τα κείμενα των σημαντικών αυτών ιστορικών, που επιλέχθηκαν  ως βιβλιογραφία για το συγκεκριμένο πόνημα, γίνεται ευκόλως κατανοητή η σημαντικότατη συνεισφορά του Διδυμοτειχίτη Αγίου Αυτοκράτορα στο να αναδειχθεί η ιστορική συνέχεια του Γένους των Ελλήνων. Συμφωνώ απόλυτα με τον μεγάλο ιστορικό Απόστολο Βακαλόπουλο, ο οποίος σε απάντηση που έδωσε σε επικριτές του, για το ότι ¨δεν στοχάζεται επί των πηγών¨ που παραθέτει στα κείμενα του, απάντησε γράφοντας τα παρακάτω : ¨με κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές και εν συνεχεία σεις κάμνετε τους στοχασμούς σας¨.

Η δική μας γενιά, έχει το προνόμιο της εύκολης πρόσβασης και της μελέτης των πηγών, που μας κληροδότησαν οι υπέροχοι αυτοί ¨σκαπανείς¨ των περασμένων δεκαετιών. Και ενώ θα περίμενε κάποιος ότι ιστορικά ζητήματα όπως η συνέχεια του Ελληνισμού θα θεωρούνταν δεδομένα και αυτονόητα, τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας επικρατούν οι ανθελληνικές απόψεις τύπου Φλαμεράιερ καθώς και άλλων αλλοδαπών μα και επιχωρίων ιστορικών. Υποχρέωση και καθήκον όλων ημών των αγνών πατριωτών και εραστών της πλούσιας ιστορίας μας, είναι να μελετήσουμε τις πηγές και να βάλουμε το λιθαράκι μας έτσι ώστε να αντικρούσουμε όλες αυτές τις ανιστόρητες απόψεις.

Σημειώσεις

[1]. Ο όρος Βυζαντινή αυτοκρατορία πρωτοεισήχθη 109 χρόνια μετά την πτώση της βασιλεύουσας από τους Τούρκους το 1453. Ο πρώτος ιστορικός που χρησιμοποίησε τον όρο Βυζαντινή ιστορία ήταν ο Ιερώνυμο Βολφ το 1562. Μετά από πολλά χρόνια, και αφού τον συγκεκριμένο όρο χρησιμοποίησαν και άλλοι ιστορικοί, το 1680 καθιερώθηκε από τον ιστορικό Κάρολο Ντε Γκέιντζ, ο οποίος έγραψε το έργο Ιστορία του Βυζαντίου. Σχετικά με την υιοθέτηση του όρου βυζαντινή αυτοκρατορία από τους δυτικούς ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος σε επιστολή του την 1η Ιουλίου 1886 προς τον Χιώτη λόγιο Γ. Ζολώτα αναφέρει τα εξής : ¨Φίλε Ζολώτα, όσο και αν ηρεύνησα κατά τους κατά τον μέσον αιώνα ημετέρους ιστορικούς και χρονογράφους, δεν ηδυνήθην να εύρω εν αυτοίς το όνομα των Βυζαντινών ή Βυζαντίνων, όπως θέλεις. Μετεχειρίζονται τα ονόματα Ρωμαίοι, Γραικοί και περί τα τέλη, Έλληνες ……. Φοβούμαι, λοιπόν, ότι το όνομα επλάσθη υπό των Δυτικών, ημείς δε το εχάψαμεν¨ π. Γεώργιος Μεταλληνός «Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία ;» σελ 260 Εκδόσεις Αρμός.

[2]¨Εκ των τριών ελληνικών κρατών, η Αυτοκρατορία της Νίκαιας βασίμως διεξεδίκει την ιδιότητα του συνεχιστού της Βυζαντινής παραδόσεως. Λόγοι γεωγραφικοί, ουσιαστικοί και καθεστωτικοί εδικαιολόγουν την αξίωσην ταύτην¨ Διονύσιος Ζακυθηνός «Βυζάντιον κράτος και κοινωνία ιστορική επισκόπησις» Εκδόσεις Ίκαρος σελ 130. 

[3]. Ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1193. Περί της καταγωγής του μας κατατοπίζει ο Γεώργιος Ακροπολίτης (1217-1281) στο έργο του ¨Χρονική Συγγραφή¨ το οποίο αποτελεί την κύρια ιστορική πηγή για την Αυτοκρατορία της Νίκαιας : ¨και προσλαμβάνεται ο βασιλεύς εις γαμβρόν Ιωάννην τον Δούκαν, ου Βατάτζης τουπίκλην και εκ Διδυμοτείχου ην ωρμημένος¨ Ακροπολίτης Γεώργιος «Χρονική Συγγραφή» σελ 56 Εκδόσεις Κανάκη .

[4]. ¨Πάντως ο Ιωάννης Βατάτζης είχε δημιουργήσει όλες τις προϋποθέσεις για το θρίαμβο αυτό και σ΄ αυτόν προ παντός ανήκει η τιμή για την αποκατάσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας¨ Γκιόργκ Οστρογκόρσκι «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους» σελ. 122 Ιστορικές Εκδόσεις Στεφ. Δ. Βασιλόπουλου.

[5]. Ο Γρηγόριος Θ’ διατέλεσε πάπας της Ρώμης από το 1227 έως το 1241.

[6]. Μιχαήλ Α.  Δένδια «Επί μίας επιστολής του Φρειδερίκου Β΄ προς Ιωάννης Δούκαν Βατάτζην» Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών έτος ιγ΄ Αθήναι 1937 σελ 409-410.

[7]. V. Grumel, L’authenticite de la letter de jean Vatatzes, empereur de Nicee, au pape Grecoire IX, EO 29 (1930) 450-458. Απόστολος Βακαλόπουλος « Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» σελ. 77 Θεσσαλονίκη 1974.

[8]. Παναγιώτης Νικολόπουλος, ομιλία στην εκδήλωση της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου «Βατάτζεια 2012» στις 4 Νοε 2012 με θέμα ¨Εθνική συνείδηση κατά τον άγιο Ιωάννη Βατάτζη¨

[9]. Κωνσταντίνος Χολέβας Πολιτικός Επιστήμων, ομιλία στην εκδήλωση της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου «Βατάτζεια 2011» στις 30 Οκτ 2011 με θέμα ¨Ο Άγιος Ιωάννης Βατάτζης και η συνέχεια του Ελληνισμού¨.

[10]. Το πρωτότυπο κείμενο της επιστολής που παραθέτουμε μας το ενεχείρισε ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης επί τιμή κύριος Παναγιώτης Νικολόπουλος.

[11]. Η απόδοση στα νέα ελληνικά που ακολουθεί αποτελεί έργο του κυρίου Κωνσταντίνου Χολέβα Πολιτικού Επιστήμονα.

[12]. Βλ. παραπάνω, υποσημ. 8.

[13]. Βλ. παραπάνω, υποσημ. 9.

[14]. Αντώνιος Μηλιαράκης «Ιστορία του βασιλείου της Νικαίας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου» Έκδοση Ιονικής Τράπεζας σελ 275.

[15]. Βλ. παραπάνω, υποσημ. 6.

[16]. Νικόλαος Πολίτης Λαογραφικά Σύμμεικτα τόμος Α΄ «Έλληνες οι Ρωμιοί» Εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Παρασκευά Λεώνη 1920 σελ126.

[17]. Απόστολος Βακαλόπουλος «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» Θεσσαλονίκη 1974 σελ 76-77.

[18]. Απόστολος Βακαλόπουλος «Νέα Ελληνική Ιστορία» Εκδόσεις Βάνιας σελ 13-14.

[19]. Απόστολος Βακαλόπουλος «Η πορεία του Γένους» Οι Εκδόσεις των Φίλων σελ 25-26.

[20]. Κωνσταντίνος Χολέβας ¨Ρωμηοσύνη και η Ελληνικότητα του Βυζαντίου¨ Αθήνα 2008 Ανάτυπο σελ. 584.

[21]. Πίτερ Λοκ «Οι Φράγκοι στο Αιγαίο» Εκδόσεις Ενάλιος σελ 78-79.

[22]. Γουίλιαμ Μίλλερ «Η Ιστορία της Νικαίας και η Ανάκτησις της Κωνσταντινουπόλεως» Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις σελ 21-22.

ΠΗΓΗ.https://kastropolites.com

Η Μικρασιατική Αποκάλυψη

Τη Κυριακή προ της Υψώσεως, συμφώνως την υπ’ αριθμόν2556/5.7.1993 εγκύκλιο της Ι. Συνόδου,» μνήμην επιτελούμεν τωνμητροπολιτών και εθνομαρτύρων Χρυσοστόμου Σμύρνης, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Γρηγορίου Κυδωνιών, Προκοπίου ‘Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων και των συν αυτοίς αναιρεθέντων κατά την μικρασιατικήν καταστροφήν μαρτύρων (1922).Με αφορμή αυτή την ανάμνηση των ιστορικών γεγονότων που συνδέονται με την Μικρασιατική καταστροφή δημοσιεύουμε ένα συγκλονιστικό κείμενο του μακαριαστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου με τίτλο-Η μικρασιατική Αποκάλυψη που δημοσιεύτηκε στις 22/8/2004

.——————————————————————-

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης ήταν αντρειωμένος και του αντρειωμένου ο θάνατος δεν πάει ποτέ χαμένος. Όπως λέει ο γνωστός στίχος, «του αντρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη».

Όσοι μπόρεσαν πριν, κατά και μετά την καταστροφή να σωθούν έφταναν στην Ελλάδα. Και η περιοχή τους άνοιξε την αγκαλιά της και θέρμανε στους κόλπους της την αποσταμένη ελπίδα των προσφύγων, όπως και πολλά άλλα μέρη της πατρίδας μας.

Κι εσείς σήμερα, τα παιδιά ή και τα εγγόνια τους, τιμάτε την 80ετηρίδα της φρικτής περιπέτειας. Και μαζί σας κι εμείς, όλοι οι Έλληνες, που λιτανεύουμε τις μνήμες και λιβανίζουμε τους αγίους νεομάρτυρες, προσδοκώντας τη δικαίωση.
Θα έλθει ποτέ; Δεν έχει σημασία. Είναι ένα όνειρο, έστω μια ουτοπία. Όταν όμως πεθάνουν οι μνήμες και τα οράματα, τότε θα έχουμε πεθάνει κι εμείς, έστω κι αν αναπνέουμε ακόμη.Να γιατί προσδοκούμε δικαίωση.

Κι αν ο Θεός δεν το επιτρέψει πριν, μόνον εκείνη την ευλογημένη μέρα της κρίσεως οι χλωμοί άγγελοι της προσφυγιάς θα πάρουν πάλι στ’ αγιασμένα τους χέρια τα εικονίσματα μας και θα ξεκινήσουν για τις αλησμόνητες πατρίδες, διασχίζοντας το καταγάλανο Αιγαίο «επί πτερύγων ανέμων».

Θα είναι η μέρα που, όπως γράφει ο Ελύτης, «και ο στερνός των ανθρώπων τον πρώτο λόγο θα πει. Και τα όνειρα θα λάβουν εκδίκηση…»Τις ώρες εκείνες του ονείρου, θα ζήσουμε μιαν άλλη Αποκάλυψη· τη μικρασιατική. Από το αγιασμένο ιωνικό χώμα, από τους ανώνυμους τάφους των αθώων θα βλαστήσουν μυρτιές, βάγια και γιασεμιά.

Οι λυγμοί της χαράς θα ξεσπάσουν από το πικραμένο στόμα της Μικρασιάτισσας μάνας, που θα μοιραστεί τη λύτρωση, με το μόνιμο κραταίωμά της, την Παναγιά! Από τα πηγάδια, στα Βούρλα, θα αναβλύσει άγιο μύρο και θ’ ακουστούν οι φωνές των πνιγμένων κοριτσιών να ψάλλουν το «Φως ιλαρόν».

Και κάπου εκεί, στη Σμύρνη, στην έρημη προκυμαία της, έχοντας δίπλα του τους αδικοσφαγμένους πρόκριτους μας (τον Γιώργη Κλιμανόγλου και τον Νίκο Τσουρουκτσόγλου), θα περιμένει εκείνος που τότε έμεινε τελευταίος. Λαμπροντυμένος, μέσα στα πορφυρά του άμφια ο Χρυσόστομος, πανώριος, γαλήνιος και δακρυσμένος, θα τους περιμένει όλους, για να ξαναπεί το δοξαστικό «Ευλογημένοι οι ερχόμενοι εν ονόματι Κυρίου».

Και οι «ερχόμενοι εν ονόματι Κυρίου» θα μεταλάβουν όλοι από τα χέρια του των Αχράντων Μυστηρίων (εκεί, στην προκυμαία), θα πάρουν την ευχή του και κατόπιν θα ξεχυθούν στους ρωμιομαχαλάδες, στα σοκάκια και στα μπεζεστένια της πυρπολημένης πόλης, για να σπείρουν και να σοδέψουν πάλι την ευλογημένη γαλήνη της Ανατολής, το γέλιο και τον μόχθο, την ευφρόσυνη αγάπη του Θεού. Εκεί που έτρεξε το αίμα, θα τρέξει άφθονο το κανανίτικο κρασί της δικαίωσης, για να μεθύσει κορμιά και καρδιές.

Νέοι Όμηροι θα τραγουδήσουν πόθους, καημούς, απαντοχές και βάσανα αιώνων. Κολυμπήθρες θα στηθούν για να βαφτιστούν τα μωρά που είχαν λογχίσει, το 1922, οι Τσέτες.

Άγγελοι θα κατεβούν από τον ουρανό, για να στεφανώσουν, «δόξη και τιμή», τα ατιμασμένα νιάτα.

Μα, πριν απ’ όλα, θα γεμίσει πάλι ασφυκτικά η Αγία Φωτεινή και τα σήμαντρα της θα στείλουν παντού το αναστάσιμο μήνυμα: «Οι Άγιοι γύρισαν στις εκκλησιές τους». Ειρηνικά, πολιτισμένα, ανθρώπινα.

Τότε είναι που θα μπει το «Ευλογητός…» κι η μεσοτελειωμένη λειτουργία θα ξαναρχίσει.

Κι όλος ο κόσμος θα χαρεί.

Αμήν.Γένοιτο, προς Δόξαν Θεού.

Γένοιτο, για να ησυχάσουν οι ψυχές των προγόνων μας, και «τα όνειρα (τουλάχιστον τα όνειρα) να λάβουν εκδίκηση».

Και να γευτούν δικαίωση…

(19 Μαϊου 1919-19 Μαϊου 2021)-«Εκατό δύο(102) Χρόνια Ανέσπερης Μνήμης»

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου – εκπαιδευτικού (χημικού)

Η 19η Μαΐου  για τους ΄Ελληνες Ποντίους αποτελεί ημέρα μνήμης  της Γενοκτονίας των 353.000 προγόνων τους, που εξολόθρευσε ο κεμαλισμός και απαιτούν την διεθνή αναγνώρισή της. Οι διωγμοί εναντίον των Ελλήνων του Πόντου από τους Οθωμανούς εντάθηκαν το 1914, με την εμφάνιση του Κινήματος  των Νεοτούρκων και κορυφώθηκαν από τον Μουσταφά Κεμάλ το 1919 που έφερε το τελικό πλήγμα στον ελληνισμό.

΄Ήταν 19 Μαΐου του 1919, όταν πήγε ο Κεμάλ με πλοίο στη Σαμψούντα, και σε ομιλία του ξεσήκωσε τους Μουσουλμάνους, ξυπνώντας μέσα τους το μίσος κατά των Ελλήνων. Τους προτρέπει: «αν  εξοντώσετε τους Γκιαούρηδες, ο πλούτος, οι περιουσίες που έχουν θα γίνουν δικά σας!». Και την επομένη στο γειτονικό χωριό Καβάκ, εξάπτει περισσότερο τον θρησκευτικό φανατισμό: «Σκοτώστε κάθε μη μουσουλμάνο!»  δείχνοντας με το ματωμένο του δάκτυλο, τον χριστιανικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας… Η εξόντωση των Ποντίων άρχισε με τη σύλληψη προκρίτων (δημοσιογράφων, δικηγόρων, εμπόρων, μητροπολιτών, ιερέων, δασκάλων) την καταδίκη τους με στημένες δίκες  σε θάνατο και εκτέλεση.

Ακολούθησαν ομαδικές εκτελέσεις σε πόλεις και χωριά, στρατολόγηση των ανδρών στα διαβόητα «Αμελέ Ταμπουρού» στην ουσία Τάγματα εξοντώσεώς τους, και τέλος τους ηλικιωμένους και τα γυναικόπαιδα που έστελναν στην  εξορία, σε πολυήμερες πορείες στην ενδοχώρα για να τους αφανίσουν. Και το πιο φρικτό: τους κατοίκους δυο χωριών, Πάτλαμα και Μάλαχα, τους έβαλαν μέσα στην εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου και τους έκαψαν ζωντανούς!

Η εκρίζωση του Ποντιακού Ελληνισμού αποτέλεσε εθνική καταστροφή.

Ελληνικές πόλεις με συνεχή, αδιάκοπη ζωή και πολιτισμό 27 και πλέον αιώνων, διακόπηκε  και κατεστράφη, ενώ ιδρύματα, σχολεία και εκκλησιές έκλεισαν κι ερημώθηκαν.

Γενοκτονία ή εθνοκάθαρση;

Επειδή πολλοί υποστηρίζουν ότι τα γεγονότα της 19ης Μαϊου 1919 και ό,τι ακολούθησε  δεν αποτελούν γενοκτονία, αλλά εθνοκάθαρση, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πρώτα τι είναι Γενοκτονία και τι Εθνοκάθαρση. 

Γενοκτονία: Είναι το  έγκλημα, διαπραττόμενο με σκοπό την εξόντωση ομάδας ανθρώπων, οι οποίοι ανήκουν εις το αυτό Έθνος ή εις την αυτήν φυλή ή εις την αυτή θρησκεία ή εις την αυτήν εθνολογική Ενότητα. (ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ, τομ. 4Γ σελίς 831) 

 Εθνοκάθαρση: Στα λεξικά υπάρχει η λέξη εθνοκτόνος που σημαίνει, «ο καταστρέφων το Έθνος». Επομένως δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο εξολοθρεύσεως των Ποντίων που είναι σύμφωνα με τον ως άνω ορισμό αποκλειστικά Γενοκτονία. 

Στο Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, η επισήμανση της διαφοράς μεταξύ Γενοκτονίας και Εθνοκάθαρσης. 

Γενοκτονία: Η βάσει σχεδίου συστηματική και ολοκληρωτική εξόντωση φυλής ή έθνους. 

Εθνοκάθαρση: Ο μαζικός αφανισμός ή εκδίωξη των μελών μιας Εθνότητας από μια περιοχή για γεωπολιτικούς σκοπούς. 

– Επειδή εδώ έχουμε 350.000 νεκρούς από δολοφονίες και εμπρησμούς, άρα και οι όροι στο Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, δεν αφήνουν περιθώρια, άλλης επιλογής πλην της Γενοκτονίας. 

– Η Βουλή των Ελλήνων έστω και με καθυστέρηση 70 ετών αναγνώρισε επισήμως την γενοκτονία και τις σφαγές των Ποντίων. Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων έγινε με ομόφωνη απόφαση της Βουλής την 24η Φεβρουαρίου 1994. Νόμος 2193/1994 (ΦΕΚ Α! 32). Επίσης αξιοσημείωτο είναι, ότι τον Ιούνιο του 1998 διακομματική επιτροπή από το Ελληνικό Κοινοβούλιο επισκέφθηκε τον Ο.Η.Ε. και υπέβαλε υπόμνημα, για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, δυστυχώς χωρίς συνέχεια. Για τον λόγο αυτό, έχει καθιερωθεί η 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού, ο οποίος σφαγιάσθηκε  και εκδιώχθηκε  βίαια  από τις πατρογονικές του Εστίες. 

Έχουν μεγάλη σημασία για το θέμα της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Μικρασιατικού Πόντου οι φωνές κατά καιρούς Τούρκων Πανεπιστημιακών: 

-Μπασκίν Οράν, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας είπε: «… η ανταλλαγή του 1923 ήταν Εθνική και Θρησκευτική κάθαρση…» (δημοσιεύτηκε όλη η ομιλία του στις Εφημερίδες Βατάν 11/11/08 και Μπιρ Γκιούν 12/11/08). 

– Ονούρ Γιλντιρίκ, καθηγητής Οικονομολογίας στο Πολυτεχνείο Μέσης Ανατολής, αφού πρώτα αναφέρθηκε στο διεθνές Δίκαιο είπε: «…η ανταλλαγή πληθυσμών βάσει του διεθνούς δικαίου θεωρείται Γενοκτονία…» Δεν δίστασε επίσης ν’ αναφερθεί ότι: «…οι συνθήκες τρομοκρατίας κάτω από τις οποίες έγινε η ανταλλαγή των Χριστιανικών πληθυσμών, προϋπήρχε ήδη από την εποχή των Νεοτούρκων, τουλάχιστον ένας στους τέσσερις Έλληνες απεβίωσε στα Στρατόπεδα συγκέντρωσης…». Και συνέχισε ως ειδικός: «…Η οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας καθυστέρησε τουλάχιστον πενήντα χρόνια, εξ αιτίας της αποκλήρωσης του χριστιανικού Στοιχείου, που αποτελούσε την μεσαία επιχειρηματική τάξη της χώρας». (Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Σαμπάχ 17-11-08). 

-Χαλίλ Μπερκτάι, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Σαπαντζί, με άρθρο του καυτηρίασε την Στρατηγική Οικοδόμησης του Τουρκικού Έθνους πάνω στον φόβο και το μίσος του Τουρκικού Λαού, προς κάθε εθνικό και θρησκευτικό, που δεν είναι δικό του. (Εφημερίδα Ταράφ 20-11-08). 

Μία συγκλονιστική ιστορική αφήγηση.

Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδωσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη.

Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες. Μεταξύ των άλλων γράφει:

«Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος… Άλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια και σε στάβλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δουν τι θα γίνει… Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι’ οι τσέτες, περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιό τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.

Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκόπανους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.

Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλες στα μπογάζια, δέχτηκαν από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω. Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπαιδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι’ ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την «πατριωτική» του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμηξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.

Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες άλλες με τους γέρους γονείς κι’ άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον κτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.

Όταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ’ οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρος την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διέταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.

Κι’ όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι’ οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι’ αντιβούιζε στα γύρω βουνά και δάση…

Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων – συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι’ απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό.

Το τι ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται. Οι μητέρες ξετρελαμένες έσφιγγαν αλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν «μάνα, μανίτσα!». Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.

Μερικές γυναίκες και κοπέλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους – πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.

Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι ακούγονταν μόνο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν».