Η Ιερωσύνη κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Ιερωσύνη κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο

Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ

Καθηγητού Α.Π.Θ.

 

 

Είναι γνωστό ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνέγραψε το πρώτο συστηματικό και εκτενές έργο «Περί Ιερωσύνης», υπό την μορφή λόγου, πραγματείας. Στη συλλογή των λόγων του Αγίου αριθμείται ως λόγος β’ και φέρει τον τίτλο «Απολογητικός της εις τον Πόντον φυγής». Με βάση κυρίως αυτό το έργο μπορεί να παρουσιάσει κανείς με πληρότητα τις θέσεις του Αγίου Γρηγορίου για την ιερωσύνη, μολονότι είναι δυνατό να ανιχνευθούν σχετικές γνώμες και σε άλλα του έργα, ιδιαίτερα σε εγκωμιαστικούς και επιταφίους λόγους, όπου παρουσιάζει ως πρότυπα ποιμένων και διδασκάλων μεγάλες μορφές αγίων Πατέρων, όπως του Μ. Αθανασίου και του Μ. Βασιλείου. Πόσο αντικειμενικός και δίκαιος είναι στις εκτιμήσεις του γι’ αυτούς αποδεικνύεται από το ότι η εκκλησία πρόσθεσε στο όνομα τους το επίθετο Μέγας.

 

  1. Μέγας και πρώτος ο Άγιος Γρηγόριος

 

Ο Άγιος Γρηγόριος δεν στερείται παρόμοιας μεγαλοσύνης και διακρίσεως. Μετά τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή είναι ο δεύτερος που αξιώθηκε να ονομασθεί Θεολόγος. Μετέχει επίσης στην τριάδα των Αγίων Ιεραρχών, όπως επίσης και στη τριάδα των μεγάλων Καππαδοκών θεολόγων, στην οποία την θέση του Αντιοχέως Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου καταλαμβάνει ο αυτάδελφος του Μ. Βασιλείου, Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Έτσι, στις δυο τριάδες, των Ιεραρχών και των Καππαδοκών, τα δυο πρόσωπα είναι ίδια, ο Μ. Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενώ ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν μπορεί να είναι στην τριάδα των Καππαδοκών, όπου στη θέση του προστίθεται ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος κάλλιστα θα ημπορούσε να συναριθμηθεί μετά των Τριών Ιεραρχών ως ισότιμος και ισάξιος, θα εχάνετο όμως έτσι η ωραία συμβολική αξία της τριάδος. Πάντως ο Μιχαήλ Ψελλός, την ίδια περίοδο κατά την οποία ο Ιωάννης Ευχαΐτων καθιέρωνε τον κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών (ια’ αιών), για να παύσουν οι έριδες περί του ποιός από τους τρεις είναι ανώτερος, προσθέτει και τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης και αυξάνει την τριάδα των κορυφαίων Ιεραρχών σε τετράδα γράφοντας: «Τέσσαρας δε του σύμπαντος χορού τίθημι κορυφαίους. Την σάλπιγγα της Θεολογίας Γρηγόριον, και τον εταίρον και Μέγαν Βασίλειον, και τον εκ των αυτών σπερμάτων αυτώ φύντα Γρηγόριον, και την χρυσήν λύραν του Πνεύματος (= Χρυσόστομον). Τούτων γαρ έκαστος αυτάρκης ότω δη βούλει των παρ’ Έλλησι σοφιστευσάντων παραβαλείν».

Στην δια των αιώνων πάντων μακραίωνα παράδοση της εκκλησιαστικής γραμματείας, λόγω της μεγάλης αξίας και  προσφοράς αυτών ιεραρχών, στους οποίους θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και άλλους εκ των μεταγενεστέρων, υπάρχουν μόνο εγκωμιαστικές και επαινετικές κρίσεις του προσώπου και του έργου τους, που βρίσκουν βέβαια τελικώς καταστάλαγμα μέσα στην υμνογραφία της Εκκλησίας, όπου τιμώνται, υμνούνται και γεραίρονται. Αποφεύγονται ακόμη και οι συγκρίσεις, μολονότι ανθρωπίνως μπορεί κανείς να διακρίνει κάποιες διαφοροποιήσεις και κάποιες ανομοιότητες, οι οποίες όμως εξισώνονται με τα μεγάλα πλεονεκτήματα, με το μεγαλείο της αγιότητος και της προσφοράς τους. Αυτήν την στάση της Εκκλησίας την εκφράζει άριστα ένα τροπάριο της θ’ ωδής του κανόνος της εορτής των Τριών Ιεραρχών, που τον συνέθεσε ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης Μαυρόπους, ο οποίος καθιέρωσε και τον κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών: «Ουκ έστι δευτερείον εν τοις τρισί. Τα πρεσβεία γαρ έκαστος φέρεται, πρώτος δοκών, και τους ομοτίμους υπερνικών. Εξοικειούνται μάλλον δε την αλλήλων νίκην περιχαρώς. Ου χώρα γαρ ενταύθα τω φθόνω παρρησίας, λυμαινομένω την ομόνοιαν».

Σημειώνονται αυτά στη συνάφεια αυτή, διότι νεότεροι ερευνηταί αγνοώντας αυτήν την σοφή στάση της Εκκλησίας επιχειρούν συγκρίσεις και χαρακτηρισμούς οι οποίοι αδικούν ιδιαίτερα τον Άγιο Γρηγόριο Θεολόγο, ο οποίος πραγματικά, όπως λέγει και ο ύμνος, χωρίς κανένα φθόνο προβάλλει πολλές φορές τον Μ. Βασίλειο ως διδάσκαλο και στήριγμα του και απαράμιλλο πρότυπο σοφίας και αρετής. Αυτό όμως οφείλεται στον μεγάλο και ισχυρό δεσμό της φιλίας που τους συνέδεε και στην μεγάλη επίσης αρετή της ταπεινώσεως του Γρηγορίου, ο οποίος ενώ ήτο εξ ίσου μεγάλος και ικανός με τον Μ. Βασίλειο, παραχωρεί τα πρωτεία σ’ εκείνον, χωρίς αντικειμενικά και κατ’ αξίαν να είναι αυτός δεύτερος.

 

  1. Φυγάς ή τολμηρός αγωνιστής;

 

Οι μειωτικές για τον Άγιο Γρηγόριο κρίσεις φαίνονται ιδιαίτερα στην επιχειρούμενη από τους εν λόγω ερευνητάς ψυχογραφία, χαρακτηρολογία του Αγίου Γρηγορίου, η οποία ιδιαίτερα λαμβάνει υπ’ όψιν της τη στάση του απέναντι στην Ιερωσύνη και στις ευθύνες αυτού του λειτουργήματος. Υποστηρίζεται δηλαδή, με λίγα λόγια, ότι ο Γρηγόριος ήταν μια ρομαντική, ασταθής και διεσπαρμένη προσωπικότητα, που φερόταν από δυο αντίθετες ροπές. Επιθυμούσε να αναμιχθεί στη διοίκηση της Εκκλησίας, μόλις όμως το κατόρθωνε, κυριευόταν λόγω δειλίας από το αίσθημα της φυγής, της απομακρύνσεως από τις ευθύνες και έφευγε. Ήταν δήθεν ευαίσθητος και περιδεής, λυρική και ποιητική φύση, που δεν άντεχε να αντιμετωπίσει την σκληρή καθημερινή πραγματικότητα, γι’ αυτό στρεφόταν προς την μόνωση και την ερημία. Ενδεικτικώς θα προσθέσουμε αποσπασματικά γνώμες δυο μεγάλων ξένων πατρολόγων, οι  οποίες, μαζί με άλλες, επηρέασαν στο σημείο αυτό τη σημερινή ελληνική πατρολογική έρευνα. Ο Bardenhewer γράφει: «Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός είναι διαφορετική φύση από την του Μ. βασιλείου. Μια γλυκειά και λεπτή ψυχή προσιτή σ’ όλες τις εντυπωσιακές καταστάσεις, που εύκολα εξάπτεται και ερεθίζεται αλλά και εύκολα ηρεμεί. Ο Βασίλειος ήταν η πτελέα και ο Γρηγόριος το κλήμα, το οποίο αναρριχάται πάνω στην πτελέα…Πλήρης δισταγμού δέχεται να χειροτονηθεί ιερεύς, πλήρης δισταγμού δέχεται εν τέλει να γίνει επίσκοπος, ακόμη και ιεράρχης. Αλλά έπειτα αποσύρεται χωρίς δισταγμό από το ύψος στην κατώτατη βαθμίδα, ευχαρίστως ανταλλάσει τις τιμές με την απομόνωση…Αυτό γίνεται καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του. Μια δυσάρεστη αμφιταλάντευση μεταξύ φυγής και επιστροφής, φυγής εις τα όρη και επιστροφής στη δημοσιότητα, είναι αυτά που χαρακτηρίζουν την ιδιότυπη φύση του Γρηγορίου». Τα ίδια περίπου γράφει και ο H. von Campenhausen: «Κατά την παράδοση ο Βασίλειος μαζί με τον ολίγο μεγαλύτερο στην ηλικία φίλο του Γρηγόριο Ναζιανζηνό και τον νεότερο αδελφό του Γρηγόριο Νύσσης, συναποτελούν την τριάδα των μεγάλων Καππαδοκών. Όμως ο Βασίλειος είναι η εξέχουσα, η καθοδηγούσα και προσδιορίζουσα τους φίλους και συνεργάτες του μορφή. Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός ανθρώπινα είναι εξαρτημένος από αυτόν και σ’ αυτόν στηρίζεται. …Ο Γρηγόριος δεν είναι ηγετική φυσιογνωμία και αποτυγχάνει διαρκώς μπροστά στη σκληρή και καθημερινή πραγματικότητα, από την οποία υπερίπταται με τους στοχασμούς του. Είναι ρήτωρ και λογοτέχνης, λίγο ποιητής επίσης, μια λεπτή λυρική φύση, η οποία γενικώς συνδέεται με τα ανθρώπινα και τα απωθεί, μια από εκείνες τις προσωπικότητες η οποία δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να επικοινωνεί και να θαυμάζεται. Γι’ αυτό και ωθείται στην εκκλησιαστική δημοσιότητα και στη δράση μέσα στον κόσμο. Όμως η θυελλώδης εποχή του δεν του επιτρέπει εδώ την ανάπτυξη των ταλέντων του και τον εμπλέκει διαρκώς, αυτόν που είναι μόνο στους λόγους δυνατός, σε θέματα για τα οποία εκ φύσεως δεν ήταν κατάλληλος και ενώπιον των οποίων συνθηκολογεί. Απογοήτευση και ηττοπάθεια, οπισθοχώρηση και φυγή από τα αναληφθέντα καθήκοντα είναι κάθε φορά το τέλος. Και γι’ αυτό κατόπιν αντηχεί ενθουσιαστικά το εγκώμιο της μοναστικής ζωής, της φιλόσοφης μοναχικής εκστάσεως, την πλούσιας και ήσυχης ζωής εν των Θεώ για να τα εξισώσει με την δική του φιλάσθενη φύση και τους δικούς του πόνους».

Δεν πρόκειται εδώ να σχολιάσουμε την απαράδεκτη ερμηνεία του Campenhausen για την εξύμνηση και προβολή της μοναχικής ζωής εκ μέρους του Αγίου Γρηγορίου, η οποία απαντά στα συγγράμματα όλων των Πατέρων, και αυτού του Μ. Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, οι οποίοι δεν έχουν τις «ιδιοτυπίες» του χαρακτήρος του Αγίου Γρηγορίου. Αποκαλύπτεται όμως σαφέστατα από τις γνώμες των δυο αυτών προτεσταντών θεολόγων ότι κρύπτονται πίσω τους ομολογιακά κίνητρα και προϋποθέσεις: από την μια πλευρά η υποτίμηση των αγίων, τους οποίους αντιμετωπίζουν χωρίς εκκλησιαστική ευαισθησία ως κοινούς συγγραφείς που μπορούν να γίνουν αντικείμενο ψυχογραφικών και άλλων εκτιμήσεων – δεν τους φτάνει η εκτίμηση και η ανάδειξη εκ μέρους του Θεού – και από την άλλη η περιφρόνηση προς το μοναχικό βίο, που παρουσιάζεται ως καταφύγιο ιδιοτύπων ψυχολογικών φύσεων που ρέπουν προς την απομόνωση και την ησυχία και όχι ως ένας τρόπος ζωής χριστοκεντρικός και εσχατοκεντρικός, ως αγγελικός βίος, που ταιριάζει πολύ περισσότερο στη νέα εν Χριστώ ζωή και πολιτεία, που αποτελεί μίμηση ζωής του Χριστού και των Αποστόλων.

Έχει δίκιο γι’ αυτό το λόγο ο M. Wittig, Ρωμαιοκαθολικός θεολόγος, να μη θεωρεί επαρκείς αυτές τις ερμηνείες της φυγής του Γρηγορίου, και να ρίχνει το βάρος στην εκ μέρους του υψηλή εκτίμηση του μυστηρίου της Ιερωσύνης και στην κακή κατάσταση των κληρικών της εποχής του που αντιμετώπιζαν την Ιερωσύνη ως επάγγελμα, δεν έχει όμως δίκαιο όταν κατονομάζει ως εκπρόσωπο αυτής της ερμηνείας μόνο τον καθηγητή Π. Χρήστου, στα έργα του οποίου πράγματι έχει εμφιλοχωρήσει κυριαρχικά αυτή η άποψη, και παραλείπει τους ανωτέρω Γερμανούς πατρολόγους, από τους οποίους προφανώς επηρεάσθηκε ο Π. Χρήστου.

Ο Άγιος Γρηγόριος, όπως θα δούμε στη συνέχεια, δεν ήταν δειλός φυγάς αλλά τολμηρός μαχητής και αγωνιστής με δυνατότητα επιβολής επί των συνεργατών και καθορισμού των εξελίξεων σε πολύ δύσκολες συνθήκες, τολμηρότερος και αποφασιστικότερος του Μ. Βασιλείου ακόμη, ο οποίος οικονομώντας τους καιρούς και τα πράγματα, απέφευγε να ονομάσει το Άγιο Πνεύμα Θεόν και να διακηρύξει δημοσίως αυτό που επίστευε, διότι θα έδινε λαβή στους πανίσχυρους Πνευματομάχους που ήλεγχαν την πολιτική εξουσία να τον συλλάβουν και να διαλυθεί έτσι όλο το μέτωπο των Ορθοδόξων. Αντίθετα, ο Γρηγόριος, ήδη ως πρεσβύτερος στην Ναζιανζό ονομάζει το Άγιο Πνεύμα Θεό λέγοντας το περιβόητο εκείνο: «μέχρι τίνος τω μοδίω τον λύχνον κρύψομεν, και φθονήσομεν τοις άλλοις της τελείας θεότητος, δέον επί την λυχνίαν ήδη τιθέναι και λάμπειν πάσαις ταις Εκκλησίαις τε και ψυχαίς και παντί τω της οικουμένης πληρώματι μηκέτι εικαζόμενον, μηδέ τη διανοία σκιαγραφούμενον, αλλά και φανερώς εκλαλούμενον». Αυτήν την αποφασιστικότητα και το θάρρος έδειξε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Όταν απήλλαξε π.χ. τον Βασίλειο από τις ταλαιπωρίες που υπέβαλλαν οι φοιτητές των Αθηνών όλους τους νεοερχομένους στη νοσταλγία της Καππαδοκίας και στις πρώτες δυσκολίες και εγκαταλείψει πρόωρα την Αθήνα. Ο λόγος, πάντως, για τον οποίον κρίθηκε απαραίτητη αυτή η αναφορά εδώ οφείλεται στην ανάγκη να επισημάνουμε ότι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από γνώμες ειδικών που διαβάζουμε στις εγκυκλοπαίδειες και στα εγχειρίδια, όταν αυτές δεν συμφωνούν με την διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, όπου υπάρχει κατασταλαγμένη και λαμπικαρισμένη η αλήθεια.

 

  1. Γιατί έφυγε ο Γρηγόριος;

 

   Ας δούμε όμως σύντομα πως δημιουργήθηκε αυτό το θέμα. Η παραμορφωτική αυτή εικόνα του Γρηγορίου στηρίζεται κυρίως σε δυο γεγονότα της ζωής του. Η πρώτη φυγή έγινε ως εξής: Μετά από πολυετή άσκηση στον Πόντο μαζί με τον Μ. Βασίλειο δέχθηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος στο τέλος του 361 ή στις αρχές του 362. Ο ίδιος δεν αισθανόταν ακόμη ώριμος για το έργο αυτό. Ο πατέρας του όμως, κινούμενος από πατρικό φίλτρο και για να τον εξαναγκάσει να βρεθεί κοντά στους δικούς του, που είχαν χρόνια να τον δουν και να τον χαρούν, λόγω των μακροχρονίων σπουδών του και της εν συνεχεία μοναστικής ζωής στον Πόντο, τον πιέζει να γίνει πρεσβύτερος και τον χειροτονεί ο ίδιος, γιατί ήταν επίσκοπος. Τα κίνητρα αυτά των ιδικών του τα κατανοεί και υποχωρεί συναισθηματικά και αυτός σ΄αυτή την πίεση. Είχε δώσει άλλωστε ο ίδιος υπόσχεση ότι θα γίνει κληρικός, όταν διασώθηκε με θαυματουργική κατάπαυση της τρικυμίας ταξιδεύοντας από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα, ήταν ταγμένος, είχε κάνει τάμα να γίνει κληρικός. Η εσπευσμένη όμως και αναγκαστική είσοδος στις τάξεις των κληρικών, χωρίς ωριμασμένη εσωτερική αποδοχή, ήταν τότε 32-34 ετών, του προκαλεί πόνο και αντίδραση με συνέπειες να εγκαταλείψει την Ναζιανζό και να φύγει πάλι για τον Πόντο. Σε ένα από τα πολλά του ποιήματα, ψυχογραφώντας ο ίδιος τον εαυτό του, εκφράζει ωραιότατα την πίεση του πατέρα του, την τυραννική, που οφειλόταν μάλλον σε πατρικό φίλτρο, και τον πόνο που ένιωσε από όλα αυτά, γιατί την περίοδο εκείνη δεν ήθελε να γίνει κληρικός.

 

«Ο γαρ πατήρ με, καίπερ ακριβέστατα

γνώμην γινώσκων την εμήν, ουκ οίδ’ όθεν

ίσως δε φίλτρω πατρικώ κινούμενος

(δεινόν δε φίλτρον εστί συν γ’ εξουσία)

…………………………………………………………………………………………………………….

κάμπτει βιαίως εις θρόνον τους δευτέρους.

Ούτω μεν ήλγησα την τυραννίδι».

 

Η δεύτερη φυγή του Γρηγορίου είναι η παραίτηση του από το πιο λαμπρό και ένδοξο θρόνο της αυτοκρατορίας, από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Η ανύψωση του σ’ αυτόν έγινε μετά από παρακλήσεις και πιέσεις εκ μέρους των Ορθοδόξων, οι οποίοι στο πρόσωπο του έβλεπαν τον ηγέτη, τον συνεχιστή της παραδόσεως των Αγίων Αθανασίου και Βασιλείου. Τις προσδοκίες τους δεν τις διέψευσε ο μεγάλος ιεράρχης. Όταν ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, καταφοβισμένοι οι Ορθόδοξοι από την επικράτηση των Αρειανών είχαν περιορισθεί σε έναν μόνο ναό, στο ναό της Αγίας Αναστασίας. Ο μικρός αυτός ναός με τη ρωμαλεότητα του Γρηγορίου έγινε λιμάνι και ορμητήριο για να προφυλαχθούν κατ’ αρχήν οι Ορθόδοξοι από την φουρτούνα της αιρέσεως και να καταγάγουν στη συνέχεια περιφανή νίκη. Η εξόριστη Αγία Τριάς επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη χάρις στους αγώνες του Αγίου Γρηγορίου. Περιορίσθηκαν τώρα οι αιρετικοί σε ένα μόνο ναό και επανήλθε κυρίαρχη η πίστη στην Αγία Τριάδα, στη θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Οι λόγοι που εξεφώνησε εδώ ο Γρηγόριος, οι γνωστοί πέντε θεολογικοί του λόγοι, είναι από τα πιο συγκροτημένα θεολογικά κείμενα της εκκλησιαστικής γραμματείας. Σ’ αυτούς οφείλει ο Άγιος την προσωνυμία Θεολόγος.

Στον αγώνα για τη νίκη της Ορθοδοξίας έδειξε ο Γρηγόριος τη τόλμη και τον ηρωισμό του. Χρειάζεται μεγάλη ψυχική αντοχή να αναλάβεις την αρχιστρατηγία ενός αγώνος, όταν γνωρίζεις ότι ο εχθρός έχει εκπορθήσει όλα σχεδόν τα φρούρια. Η τόλμη και η αγωνιστικότητα του που απέφεραν θετικά αποτελέσματα δεν φάνηκαν μόνο στην Κωνσταντινούπολη, στη σύντομη παρουσία του στον αρχιεπισκοπικό θρόνον, αλλά και ενωρίτερα στη Ναζιανζό, όταν ελεύθερα πλέον και με δική του απόφαση επανήλθε από τον Πόντο, για να συντελέσει στην ενότητα και ειρήνη του εκκλησιαστικού πληρώματος, να εξαλείψει τις έριδες που δημιουργήθηκαν μετά από μια άστοχη ενέργεια του πατρός του. Όταν χρειάσθηκε, επομένως, σε δύσκολους καιρούς να δείξει ο Άγιος Γρηγόριος την τόλμη και τις ικανότητες του, θεολογικές και διοικητικές, δεν υπεχώρησε μπροστά στις ευθύνες του ως δειλός φυγάς. Οι δυο φυγές του δεν οφείλονταν σε έλλειψη θάρρους και ευθυνοφοβία, αλλά έχουν άλλα επαινετικά κίνητρα. Είναι άξιες όχι σχολίων και υποτιμητικών ερμηνειών και ψυχογραφημάτων, αλλά θαυμασμού και μιμήσεως.

Η πρώτη φυγή του προήλθε από την υψηλή ιδέα και γνώμη που είχε για το λειτούργημα της ιερωσύνης, το οποίοι είδε ιδίοις όμμασι μετά την χειροτονία του να εξευτελίζεται από ασυνείδητους επαγγελματίες κληρικούς.

Στο περίφημο έργο του για την ιερωσύνη, τον «Απολογητικό της εις Πόντον φυγής», εξηγεί ακριβώς γιατί έφυγε. Λέγει, λοιπόν, ότι την περίοδο εκείνη που τον επίεζε ο πατέρας του να χειροτονηθεί, δεν επιθυμούσε περισσότερο τίποτε άλλο από την ερημία, από την ήσυχη ζωή του κτήματος του Πόντου, από τη μοναστική ζωή. Μόλις είχε αρχίσει να γεύεται τα αγαθά αυτής της ζωής, και ο μεγάλος του πόθος ήταν να προχωρήσει περισσότερο. Τη στιγμή ακριβώς εκείνη η επιθυμίατων δικών του να κατεβεί στην πόλη, ήταν άσκηση ψυχολογικής βίας. Από αγάπη και σεβασμό προς τους γονείς υποχώρησε, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την σταθερή, την μόνιμη επιθυμία της πνευματικής ωριμάνσεως. Την ακούσια, λοιπόν, αυτήν απομάκρυνση δεν την άντεξε και επέστρεψε στον Πόντο. Δεν έχουμε στην περίπτωση αυτή τον δίψυχο άνθρωπο, τον παλίμβουλο, τον ασταθή, ο οποίος χαρακτηρίζεται από αντίθετες ροπές και τάσεις, τη μια στιγμή θέλει αυτό και την άλλη το άλλο. Σταθερή και αταλάντευτη ήταν η επιθυμία του Γρηγορίου να ωριμάσει ακόμη πνευματικά και κατόπιν να γίνει κληρικός, εκπληρώνοντας και το τάμα του.  Την προσωπική του υποχώρηση σε ανθρώπινα συναισθήματα, στην αγάπη του προς τους γονείς, την επανορθώνει με τη φυγή και συνεχίζει ηρωικά και τολμηρά αυτό που είχε προσχεδιάσει. Από τα κείμενα του δεν μένει καμιά, γι’ αυτό, αμφιβολία: «Της ησυχίας και της αναχωρήσεως εραστής γενόμενος εξ αρχής…και τι και προσαψάμενος ταύτης, όσον εν προθύροις γενέσθαι και πλείονα μοι τον πόθον εξαφθήναι δια της πείρας, ουκ ήνεγκα τυραννούμενος και εις μέσους τους θορύβους ωθούμενος, και οίον από ιερού τινος ασύλου του βίου τούτου προς βίαν αποσπώμενος».

Την γνώμη του ότι έπρεπε να ωριμάσει και να προετοιμασθεί, πριν αναλάβει ποιμαντικό έργο, την εδικαίωσε η πρώτη του επαφή μετά της Εκκλησίας, η οποία ενίσχυσε και την φυγή του. Ήταν απογοητευτική η κατάσταση. Και αυτό δεν οφειλόταν σε εξωτερικούς εχθρούς ή στην επιθετικότητα των Αρειανών, αλλά κατ’ εξοχήν στο χαμηλό πνευματικό επίπεδο των κληρικών. Υπήρχαν πρόσωπα τα οποία, ενώ δεν ήσαν ηθικά καλύτερα από τους άλλους, πολλές φορές μάλιστα ήσαν και χειρότερα, εντούτοις εχειροτονούντο ιερείς. Δεν ήσαν άξια ούτε στο ναό να εισέλθουν, έμπαιναν όμως ως ιερείς μέσα στο ιερό βήμα, στα άγια των αγίων, γιατί νόμιζαν ότι η ιερωσύνη είναι βιοποριστικό επάγγελμα, που σου δίνει μάλιστα την δυνατότητα να ασκείς εξουσία, να εξουσιάζεις ανεξέλεγκτα τους άλλους. «Ουκ αρετής τύπον αλλ’ αφορμήν βίου την τάξιν ταύτην  είναι νομίζοντες, ουδέ λειτουργίαν υπεύθυνον, αλλ’ αρχήν ανεξέταστον».

Εβλασφημείτο ο Χριστός και διεκωμωδείτο η Εκκλησία στα πρόσωπα αναξίων κληρικών, οι οποίοι δεν εγνώριζαν ότι για να καθαρίσει κανείς τους άλλους πρέπει  πρώτα να καθαρισθεί ο ίδιος, για να φωτίσει πρέπει να φωτισθεί, για να φέρει άλλους κοντά στο Θεό πρέπει πρώτα ο ίδιος να Τον πλησιάσει, πρέπει να γίνει  ο ίδιος άγιος για να αγιάσει τους άλλους. «Καθαρθήναι δει πρώτον είτα καθάραι, σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι, γενέσθαι φως και φωτίσαι, εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους, αγιασθήναι και αγιάσαι».

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση ένοιωσε ανέτοιμος και απροετοίμαστος ο νεαρός Γρηγόριος. Δεν θα ανεχόταν ποτέ για τον εαυτό του να γίνει αιτία να σκανδαλίζονται οι άλλοι και να βλασφημείται το όνομα του Χριστού. Θα προτιμούσε και να γεράσει ακόμα στο στάδιο της προετοιμασίας, αρκεί να καταφέρει τότε να ωφελήσει τους νέους. «Αγαπητόν γαρ ότω καν εις βαθύ γήρας λόγος αφίκοιτο πολιός, και ωφελήσαι νέαν εν ευσεβεία ψυχήν δυνάμενος». Το αντίθετο, το να επιχειρεί κανείς να καθοδηγήσει άλλους πριν να ωριμάσει ο ίδιος, δεν δείχνει θάρρος αλλά ή ανοησία ή θράσος. Ανοησία, γιατί φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται την ανωριμότητα του. Αν γνωρίζοντας την ανωριμότητα του, επιχειρεί παρά ταύτα το έργο του οδηγού και διδασκάλου, αυτό δείχνει θράσος.

Για έλλειψη θράσους, λοιπόν, και ανευθυνότητος θα μπορούσε να κατηγορηθεί ο Γρηγόριος και όχι για έλλειψη ηρωισμού και υπευθυνότητος. Η συνείδηση του ύψους της ιερωσύνης τον ώθησε να στρέψει τα νώτα την πρώτη φορά και να φύγει, γιατί αισθανόταν ανώριμος, και όχι κάποια δειλία και ευθυνοφοβία.

Το ίδιο ισχύει και για την δεύτερη φορά της παραιτήσεως του από τον περίλαμπρο αρχιεπισκοπικό θρόνο της πρωτευούσης, η οποία δείχνει επίσης θάρρος, τόλμη και ανιδιοτέλεια. Γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά, ακόμη και σήμερα πόσο περίβλεπτοι και περιπόθητοι είναι οι επισκοπικοί θρόνοι, όνειρο και επιθυμία δια βίου χιλιάδων αγάμων κληρικών, και πόσο γαντζωμένοι και σφιχτοδεμένοι με αυτούς μένουν όσοι ανέλθουν σ’ αυτούς. Ποιός, λοιπόν, είναι δειλός και φυγάς; Αυτός που υφίσταται όλες τις ταπεινώσεις και χρησιμοποιεί όλα τα μέσα και όλους τους τρόπους, που μεταβάλλει σε επιστήμη την κολακεία και τις υποκριτικές δημόσιες σχέσεις, φεύγοντας από την αρετή της ευθύτητας και της παρρησίας για να μη θίξει κανένα, αρκεί και μόνο να ανέλθει ή και να κρατηθεί στον επισκοπικό θρόνο; Ή αυτός που πιστεύει ότι τα αξιώματα και οι θρόνοι δεν σου δίνουν αξία, δεν υποκρίνεται και δεν κολακεύει, αλλά όταν χρειασθεί για το καλό της Εκκλησίας παραιτείται από τον θρόνο, ο οποίος για τους αξίους δεν προσφέρει πλεονεκτήματα αλλά θυσίες και κόπους; Μόνον άγιοι κληρικοί μέχρι τώρα κατά κανόνα αρνούνται να γίνουν επίσκοποι ή γινόμενοι αποχωρούν και φεύγουν. Οι πολλοί διστάζουν να αφήσουν τα πλεονεκτήματα και την άσκηση εξουσίας. Ετόλμησε, λοιπόν, και ο Άγιος Γρηγόριος, όταν διεπίστωσε ότι φυγαδευόταν η ειρήνη και η ενότητα στο σώμα των επισκόπων, εξαιτίας του αντικανονικού δήθεν τρόπου ανόδου του στον πατριαρχικό θρόνο, να παραιτηθεί και να φύγει. Είχε δείξει προηγουμένως την τόλμη και τις ικανότητες του, όταν ανέτρεψε την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη εις βάρος των Αρειανών και υπέρ των Ορθοδόξων. Δεν ήθελε να αφήσει σε κανένα να πιστεύσει ότι θεωρούσε βόλεμα την ιερωσύνη, την οποία χαρακτηρίζει ως «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών».

 

  1. Η επιχειρηματολογία του έργου

 

Ας δούμε όμως τώρα πως εξελίσσεται η διδασκαλία και η επιχειρηματολογία του έργου. Θεωρεί υποχρέωση του, εν πρώτοις, να αποκρούσει την κατηγορία της δειλίας, για να μην σκανδαλίζονται μερικοί από τις διατυπούμενα εύκολα κατηγορίες. Η φυγή του στον Πόντο μετά την χειροτονία σε πρεσβύτερο δεν οφειλόταν ούτε σε έλλειψη παιδείας και συνέσεως ούτε σε απείθεια στην εκκλησιαστική ευταξία. Θέτει εδώ την βασική εκκλησιολογική αρχή για την λειτουργία του σώματος της Εκκλησίας, του εκκλησιαστικού πολιτεύματος θα λέγαμε σήμερα, ότι ο ίδιος ο Θεός διέταξε, καθόρισε προνοώντας για την ενότητα και την σύμπνοια των πιστών, να υπάρχουν ποιμένες και ποιμενόμενοι, άρχοντες και αρχόμενοι. Είναι οφελιμότερο, λυσιτελέστερο, για τους πολλούς να ποιμαίνονται, ενώ ποιμένες και διδάσκαλοι καθίστανται εκείνοι που είναι ανώτεροι των πολλών ως προς την αρετή και την προς τον Θεόν οικείωση και έχουν, κατά κάποιο τρόπο, την θέση που έχει η ψυχή ως προς το σώμα ή την θέση του νου ως προς την ψυχή. Και οι δυο τάξεις ενώνονται και συντίθενται, και με την αρμονία του Πνεύματος αποτελούν ένα σώμα, άξιο της κεφαλής, που είναι ο Χριστός.

Επειδή, λοιπόν, για την ύπαρξη ευταξίας και αρμονίας πρέπει να υπάρχουν ποιμένες, είναι εξίσου μεγάλο κακό το να θέλουν όλοι να άρχουν, όπως επίσης και το να μη θέλει κανείς. Αν απέφευγαν όλοι αυτό το λειτούργημα και το αξίωμα του ποιμένος θα προέκυπταν μεγάλες δυσκολίες και δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει το σώμα της Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό είναι εντός των ορίων της χριστιανικής ζωής και φιλοσοφίας όσοι επιθυμούν να ανέλθουν στην τάξη των ποιμένων από την τάξη των ποιμαινομένων, όπως καλώς πράττουν και δίνουν αξιώματα στους ναύτες και στους στρατιώτες που αποδεικνύονται καλοί στην υπηρεσία τους. Αποκρούει στη συνάφεια αυτή με έμφαση και αγανάκτηση ο Γρηγόριος την κατηγορία πως δήθεν ντράπηκε, γιατί έγινε πρεσβύτερος, ενώ επιθυμούσε να γίνει επίσκοπος, γι’ αυτό έφυγε. Οι κατήγοροι αυτοί κρίνουν τους άλλους με βάση τα δικά τους πάθη. Δεν είμαι, λέει, τόσο άπειρος από την μια πλευρά του θείου μεγαλείου και από την άλλη της ανθρωπίνης μικρότητος, ώστε να μη θεωρώ ως πολύ μεγάλο πράγμα για κάθε δημιούργημα να πλησιάσει με οποιονδήποτε τρόπο τον Θεό, τον μόνο υπερβολικά λαμπρό και φωτεινό, που υπερέχει σε καθαρότητα κάθε υλική και άϋλη φύση.

Αφού λοιπόν η ιερωσύνη με τη χειροτονία του σε πρεσβύτερο του έδινε αυτήν την δυνατότητα, να πλησιάσει αυτός ο μικρός και ταπεινός, τον λαμπρότατο και φωτεινότατο Θεό, τι έπαθε και έφυγε μετά την χειροτονία του; Έδωσε τότε την εντύπωση ότι είχε αλλάξει τελείως, δεν ήταν αυτός που ήξεραν αλλά έγινε αντιδραστικός και αυθάδης. Η σκέψη αυτή αποδυναμώνει όσους επιχειρούν να δικαιολογήσουν τη φυγή, πως δήθεν οφείλεται στον ευαίσθητο και ρομαντικό χαρακτήρα του Γρηγορίου. Αντίθετα, επισημαίνει πως ό,τι έγινε δεν το περίμενε κανείς, δεν ήταν φυσιολογική εξέλιξη και αναμενόμενη. Στο σημείο αυτό ο Άγιος Γρηγόριος αρχίζει με τη σειρά να εκθέτει τους λόγους της φυγής του προκαλώντας το ενδιαφέρον του ακροατή ή του αναγνώστη με έναν άριστα εξελισσόμενο λόγο.

Λέγει, λοιπόν, ότι κατ’ αρχήν αιφνιδιάστηκε από την απροσδόκητη για την περίοδο εκείνη πρόταση να χειροτονηθεί και δεν πρόλαβε από τον αιφνιδιασμό να σκεφθεί πιο ήρεμα. Γι’ αυτό και δεν ντράπηκε να φύγει, ενώ πάντοτε ήταν συνηθισμένος να ζει με αιδώ και σύνεση. Έπειτα, τον καιρό εκείνο είχε καταληφθεί από τον έρωτα της ησυχίας και της αναχωρήσεως. Μόλις είχε αρχίσει στον Πόντο, υπό την ηγουμενία του Μ. Βασιλείου, να γεύεται τα αγαθά της και αυτή η μικρή γεύση και πείρα του άναψε περισσότερο τον πόθο της μοναχικής ζωής. Δεν άντεξε, λοιπόν, την πίεση που του ασκήθηκε και την ξαφνική μεταφορά του από την ησυχία στους θορύβους. Ένιωσε σα να αποσπάται βίαια από κάποιο ιερό άσυλο, όπου είχε καταφύγει. Λέγει εδώ πολύ επαινετικά λόγια για τον Μοναχισμό, ότι μέσα στους κόλπους του κλείνει κανείς τις σωματικές αισθήσεις, στρέφεται στον εαυτό του, βγαίνει έξω από την σάρκα και τον κόσμο, προσεγγίζει προς το θεϊκό φως, προγεύεται των εσχάτων και ήδη από τώρα συμβιώνει με τους αγγέλους, και ενώ βρίσκεται στη γη την εγκαταλείπει και οδηγείται υπό του Πνεύματος προς τα άνω.

Δεν διστάζει ως τρίτο λόγο της φυγής του να αναφέρει ότι ντράπηκε για τους άλλους ιερείς και συμπρεσβυτέρους, όπως και προηγουμένως είπαμε, οι οποίοι ενώ δεν είναι καλύτεροι από τους πολλούς, πολλές φορές και πολύ χειρότεροι «ανίπτοις χερσίν και αμυήτοις ψυχαίς τοις αγιωτάτοις εαυτούς επεισάγουσιν». Πριν καταστούν άξιοι να προσέλθουν στα μυστήρια, εισέρχονται στο άγιο βήμα και συνωθούνται γύρω από την αγία τράπεζα, γιατί έχουν εσφαλμένη αντίληψη για την ιερωσύνη, την οποία θεωρούν ως βιοποριστικό επάγγελμα και ευκαιρία για να αποκτήσουν εξουσία, και όχι ως πρότυπο αρετής και υπεύθυνο λειτούργημα. Αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι εύκολο να διορθώσει κανείς αυτή την κατάσταση, αλλά πιστεύει ότι είναι σπουδαίο δείγμα ευσαβείας να τα μισεί αυτά κανείς και να ντρέπεται γι’ αυτή την κατάσταση.

Ως τελευταίο και σπουδαιότερο λόγο της φυγής του, ο οποίος τον φέρνει στο πιο σημαντικό σημείο του λόγου, στο κέντρο της διαπραγματεύσεως, είναι η πεποίθηση του  ότι δεν είναι το ίδιο να είναι κανείς ποιμήν αλόγων ζώων και ποιμήν λογικών ανθρώπων. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό να κάμει κανείς παχύτερα τα βόδια ή τα πρόβατα επιλέγοντας καλά λιβάδια με νερό, να αντιμετωπίσει μερικές φορές τους λύκους και να περιποιηθεί κάποιο ζώο που αρρώστησε. Κατά τα άλλα ο βοσκός περνάει ευχάριστα κάτω από τις σκιές των δέντρων, ξαπλώνει σε χλοερά λιβάδια κοντά σε κρύα νερά, τραγουδά κάπου-κάπου με την φλογέρα του και κανένα ερωτικό τραγούδι. Δεν τον ενδιαφέρει η αρετή της αγέλης ή του κοπαδιού, ούτε σκέπτεται το καλό τους μπροστά στη δική του ευχαρίστηση.

Με αφορμή αυτή τη σύγκριση αναπτύσσει ο άγιος Γρηγόριος πόσο δύσκολο είναι να άρχει κανείς σε ανθρώπους που δύσκολα υπακούουν στους άρχοντες, και μάλιστα σ’ αυτή την πνευματική αρχή της ιερωσύνης, η οποία καθοδηγεί με θεϊκούς νόμους προς τον Θεό, της οποίας όσον είναι το ύψος και το αξίωμα τόσοι και οι κίνδυνοι, για όσους έχουν νου και καταλαβαίνουν. Ο ιερεύς πρέπει να είναι καθαρός και γνήσιος σαν το χρυσάφι και το ασήμι, να μην έχει τίποτε που να ηχεί σαν χαλκός. Αν έχει κάτι πονηρό και κακό, αυτό δεν θα επηρεάσει έναν αλλά πολλούς, γιατί πολύ πιο εύκολα οι άνθρωποι μιμούνται το κακό παρά το αγαθό. Δεν πρέπει να επιχειρούμε να θεραπεύσουμε άλλους, ενώ εμείς είμαστε γεμάτοι πληγές.

Αυτός που οδηγεί τους άλλους στην αρετή δεν αρκεί απλώς να μην έχει κακίες και πάθη, που και αυτό είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να διακρίνεται για τις αρετές του, να προχωρεί διαρκώς προς τα επάνω, να μη συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους, όχι μόνο αν είναι κακοί αλλ’ ακόμη και αν έχουν φθάσει ψηλά στην αρετή. Δικό του μέτρο αρετής είναι ο Χριστός, που εδημιούργησε τα πάντα και στον οποίο οφείλει η αρετή τα πάντα.

Πρέπει επίσης να έχει ποιμαντική διάκριση. Να μην επιβάλλει με τη βία αλλά με το προσωπικό του παράδειγμα και με την πειθώ όσα διδάσκει. Το ποίμνιο πρέπει να ποιμαίνεται εκουσίως και ελευθέρως, όχι με εξαναγκασμό.

Ακόμη όμως και εάν κάποιος δεν είναι κακός ή έχει φθάσει στο πιο υψηλό σημείο της αρετής, είναι άραγε κατάλληλος να αναλάβει το λειτούργημα της ιερωσύνης; Η απάντηση του αγίου Γρηγορίου στο σημείο αυτό πρέπει να μας προβληματίσει όλους, γιατί πιστεύουμε ότι η αγιότητα και η αρετή είναι αρκετά προσόντα για τον ιερέα. Ο άγιος Γρηγόριος λέγει στη συνάφεια αυτή ότι η ιερωσύνη είναι τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών, γιατί είναι πολύ δύσκολο να καθοδηγήσει κανείς «άνθρωπον, το πολυτροπώτατον ζώον και ποικιλώτατον». Θα το αντιληφθεί δε κανείς αυτό αν συγκρίνει την ιατρική, που θεραπεύει τα σώματα, με την ιερωσύνη που θεραπεύει τις ψυχές. Αφιερώνει πολλές παραγράφους σ’ αυτή τη σύγκριση για να δείξει ότι είναι πολύ πιο δύσκολη η θεραπεία των ψυχών, λόγω της φύσεως και των ποικίλων και δυσδιακρίτων παθών της ψυχής και των ποικίλων μεθοδειών του Διαβόλου που παρεμβάλλει εμπόδια, αλλά και λόγω της ασυγκρίτως μεγαλύτερης αξίας της ψυχής και της ζημίας που προκαλεί ένας κακός ποιμήν. Είναι ασύγκριτα έπειτα υψηλότερος ο σκοπός της Ιερωσύνης από τον σκοπό της ιατρικής, διότι η τελευταία φροντίζει να περιφρουρήσει την υγεία του σώματος όταν υπάρχει ή να την επαναφέρει όταν χαθεί. Της άλλης όμως ιατρικής σκοπό είναι να δώσει φτερά στην ψυχή, να την αποσπάσει από τον κόσμο και να τη δώσει στο Θεό, να διατηρήσει το κατ’ εικόνα, ή, αν κινδυνεύει, να τη σώσει, να κατοικίσει τον Χριστό μέσα στις καρδιές με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και, εν συντομία, «Θεόν ποιήσαι και της άνω μακαριότητος τον της άνω συντάξεως».

Σ’ αυτό αποβλέπει όλο το έργο της Θείας Οικονομίας, ολόκληρη η θεία παιδαγωγία, που ανακαινίζει εν Χριστώ τον παλαιό Αδάμ τον οποίο ελευθερώνει από την αμαρτία και τα πάθη. Αυτής της θεραπείας υπηρέτες και διάκονοι και συνεργοί είναι οι ιερείς, όσοι προΐστανται των άλλων. Είναι βέβαια σπουδαίο και μέγα γι’ αυτούς να γνωρίζουν τα δικά τους πάθη και τις δικιές τους αρρώστιες και πρώτα αυτές να θεραπεύουν. Ή μάλλον αυτό δεν είναι τόσο μεγάλο, αλλά μας αναγκάζει να το θεωρούμε μεγάλο η κακία που υπάρχει ανάμεσα στους ιερείς. Πολύ πιο μεγάλο είναι το να μπορούμε να θεραπεύουμε τους άλλους και να τους καθαρίζουμε με εμπιστοσύνη, έτσι δηλαδή που θα ωφελεί και εκείνους που έχουν ανάγκη της θεραπείας και εκείνους που έχουν αναλάβει το έργο αυτό.

Παρουσιάζει αναλυτικά τις δυσκολίες της ιερωσύνης στο έργο της θεραπείας της ψυχής, και τις πολλές γνώσεις που πρέπει να έχει ο αγαθός ποιμήν σχετικά με τις ψυχές των πιστών αν πρόκειται να ασκήσει το έργο του όπως απαιτεί η ορθή ποιμαντική, για να είναι αντάξια του αληθινού ποιμένος, του Χριστού.

Εισέρχεται κατόπιν σε ένα μεγάλο θέμα, την διανομή και διδαχή του θεολογικού λόγου, ως προς τη οποία απορεί πως τολμούν μερικοί να ομιλούν περί των υψηλών της πίστεως δογμάτων. Εκθέτει ακόμη τι πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν ο διδάσκων και ο ομιλών, πόση διάκριση και γνώση της πνευματικής καταστάσεως του ακροατηρίου πρέπει να έχει, πόση πείρα ακόμη που αποκτάται με την πάροδο της ηλικίας. Και διαπιστώνει με λύπη ότι καταργήθηκαν τα όρια ανάμεσα στη διδασκαλία και τη μάθηση, στο παιδεύειν και στο παιδεύεσθαι και υπάρχει τέτοια  σύγχιση και τέτοια υποβάθμιση, ώστε σχεδόν όλοι πριν ακόμη μάθουν να ψελλίζουν τα ονόματα των βιβλίων της Π. και της  Κ. Διαθήκης, αν λίγο ασκηθούν σε μερικές αρετές και διαβάσουν λίγο τους Ψαλμούς του Δαβίδ και φορέσουν και το μοναχικό ένδυμα, γίνονται αμέσως σοφοί και διδάσκαλοι και θέλουν να τους ονομάζουν οι άλλοι ραββί. Η απόκτηση, όμως, της σοφίας δεν είναι εύκολο πράγμα. Και θα ήσαν πράγματι σοφοί αν καταλάβαιναν την απαιδευσία του.

Κατόπιν, εξ αφορμής του ότι εμνημόνευσε τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, πως αυτοί με το χάρισμα που είχαν να κερδίζουν τους πάντες, θα μπορούσαν να σταματήσουν αυτή την κενοδοξία, αναφέρεται στον απόστολο Παύλο ως υπόδειγμα ποιμένος και θεολόγου, εκθέτοντας λεπτομερώς τα γνωρίσματα του ποιμαντικού του έργου, τους κόπους, τις αγρυπνίες, τους διωγμούς, τους κινδύνους, την φροντίδα για όλους και για τον καθένα ξεχωριστά, την προθυμία του στη διδασκαλία, την φιλανθρωπία, την αυστηρότητα και πολλά άλλα. Γενικώς δεν ζούσε για τον εαυτό του, είχε σταυρώσει τον εαυτό του, ζούσε για τον Χριστό και για την ωφέλεια των πιστών.

Αναφέρεται κατόπιν στους φοβερούς λόγους των προφητών για τους ιερείς που αμελούν το έργο τους και φροντίζουν μόνο πως θα επωφελούνται από το ποίμνιο, κατακλείει δε την διαπραγμάτευση με όσα η Καινή Διαθήκη διδάσκει για τους ιερείς και επισκόπους.

Στο τέλος επιλέγει ότι αυτά σκέπτεται νύκτα και μέρα, ώστε να μην τολμά να είναι θρασύς και να βλέπει με υπερηφάνεια προς τα άνω. Αυτά τον ταπεινώνουν, συμμαζεύουν το νου του, δεσμεύουν την γλώσσα και δεν του επιτρέπουν να σκέπτεται πως θα καθοδηγήσει άλλους, αλλά πως ο ίδιος θα διαφύγει την οργή του Θεού, πως θα μπορέσει να αποξέσει από πάνω του τον ιό, το μικρόβιο της κακίας. Και εδώ, λέγει αυτό που και στο πρώτο μέρος είπαμε: «καθαρθήναι δει πρώτον είτα καθάραι, σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι, γενέσθαι φως και φωτίσαι, εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους, αγιασθήναι και αγιάσαι».

Γνωρίζοντας το ύψος του Θεού και την ανθρώπινη ασθένεια και μικρότητα, προτιμούσε να μείνει ταπεινός, να ακούει δοξολογίες και ύμνους, παρά να εξηγεί ο ίδιος τα υπέρ δύναμιν, μολονότι όπως αποκαλύπτει, είχε κληθεί στην ιερωσύνη από τα νεανικά του χρόνια και προορίσθηκε γι’ αυτήν εκ κοιλίας μητρός. Η κλήση αυτή βεβαιώθηκε και με δική του υπόσχεση και αυξήθηκε ο πόθος για την ιερωσύνη και όλα τα αφιέρωσε σε Εκείνον που τον έσωσε, περιουσία, αξιώματα, καταγωγή, καλοπέραση, όλα τα περιφρόνησε και προτίμησε τον Χριστό. Οι λόγοι του Θεού του φαίνονταν γλυκείς σαν μέλι, και κατόρθωσε κι άλλες αρετές, να μετριάσει τον θυμό, να χαλιναγωγήσει την γλώσσα, να σωφρονίσει τους οφθαλμούς, να περιορίσει τις επιθυμίες του στομάχου και να καταπατήσει την επίγεια δόξα. Απολογείται για την μικρή του αυτή καύχηση και επιλέγει ότι δεν ήταν χειρότερος σ’ αυτά από πολλούς άλλους.

Παρά ταύτα δεν είχε σκεφθεί να γίνει ποιμήν, γιατί δεν είχε ακόμη μάθει να ποιμαίνεται, ούτε είχε καθαρθεί επαρκώς, για να αναλάβει ευθύνες για άλλους, σε δύσκολους μάλιστα καιρούς κατά τους οποίους κερδίζει όποιος φεύγει και κρύβεται, γιατί έλειψε η αγάπη και η Εκκλησία έχει εσωτερικά πολλά προβλήματα.

Στα ελαττώματα των πιστών και των ποιμένων αφιερώνει τη συνέχεια της διαπραγματεύσεως, η οποία μολονότι έχει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί παραπέμπει στην σημερινή κατάσταση της Εκκλησίας, θα αφεθεί να αναπτυχθεί σ’ άλλη ευκαιρία, ίσως σε άλλη σύναξη.

Το τελευταίο μέρος του έργου αφιερώνεται στο να εξηγήσει για ποιούς λόγους επέστρεψε μετά την φυγή στον Πόντο. Ήταν, εν πρώτοις, η αγάπη και ο πόθος του προς τους αντιποθούντας. Εγνώριζε ότι τους είχε λυπήσει η φυγή του και ήθελε τώρα να τους προσφέρει χαρά. Ήθελε επίσης να φροντίσει για την γηροκόμηση των γονέων του. Αυτά τα δύο των νίκησαν και επανήλθε. Ο τρίτος λόγος προέκυψε από παλαιά ιστορία, η οποία τον έπεισε να επανέλθει. Αναφέρεται στη γνωστή ιστορία του προφήτου Ιωνά, ο οποίος νόμιζε ότι έφευγε από προσώπου του Θεού, ο οποίος είναι πανταχού παρών και μας βλέπει όπου κι αν βρισκόμαστε. Διαβάζοντας αυτή την ιστορία έκρινε πως δεν έπρεπε και αυτός να εξακολουθεί να αρνείται τον ζυγό της Ιερωσύνης.

Δεν απειθεί τώρα ούτε αντιλέγει, αλλά προσπίπτει και ζητεί συγγνώμη για την προηγούμενη απείθεια. Εσιώπησε και υποχώρησε, ώστε να εξετάσει τον εαυτό του και να παρηγορήσει τη λύπη του. Τώρα θα υψώνει τον Χριστό στις συνάξεις και θα Τον δοξάζει από τη θέση του πρεσβυτέρου.

Ο επίλογος του έργου είναι συγκινητικός. Γι’ αυτό τον παραθέτουμε επί λέξει πρώτα και κατόπιν σε ελεύθερη απόδοση νοηματική:

«Τι δει μακροτέρων ημίν των λόγων; Έχετε ημάς, ω ποιμένες και συμποιμένες. Έχετε, ω ποίμνιον ιερόν και Χριστού του αρχιποιμένος άξιον. Έχεις, ω πάτερ, εις πάντα νενικημένον, και κατά τους του Χριστού  νόμους πλέον ή τους έξωθεν υπεξούσιον. Έχεις την ευπείθειαν, απόδος την ευλογίαν. Χειραγώγησον και συ ταις ευχαίς, οδήγησον τω λόγω, τω πνεύματι στήριξον. Ευλογία πατρός στηρίζει οίκους τέκνων, και στηριχθείημεν εγώ τε και ο πνευματικός οίκος τούτος, όν ηρετισάμην, όν μοι γενέσθαι κατάπαυσιν εις αιώνα αιώνος εύχομαι, από της εντεύθεν Εκκλησίας επί την εκείθεν παραπεμφθέντι και πανήγυριν πρωτοτόκων απογεγραμμένων εν ουρανοίς».

Δεν μου χρειάζονται, λοιπόν, λέγει, περισσότερα λόγια για να εξηγήσω τους λόγους της φυγής μου. με έχετε τώρα μπροστά σας αγαπητοί ποιμένες και συμποιμένες. Με έχεις κι εσύ τώρα ιερό ποίμνιο και άξιο του αρχιποιμένος Χριστού. Με έχεις κι εσύ, πατέρα, νικημένο σε όλα και υποταγμένο στην εξουσία σου, σύμφωνα πλέον με τους νόμους του Χριστού και όχι με τους ανθρώπινους. Σου προσφέρω την ευπείθεια, ανταπόδωσε μου την ευλογία.  Χειραγώγησε με τις ευχές σου, οδήγησε με τη διδασκαλία σου, στήριξε με το πνεύμα, γιατί η ευλογία του πατρός στηρίζει τους οίκους των τέκνων. Και μακάρι να στηριχθούμε και εγώ και αυτός ο πνευματικός οίκος που διάλεξα, και ο οποίος εύχομαι να μου γίνει αιώνιο κατοικητήριο, με το να παραπεμφθώ από την επίγεια Εκκλησία στην ουράνια, στο πανηγύρι των εγγεγραμμένων ως πρωτοτόκων στην βασιλεία των ουρανών.

 

 

Άκου φίλε…. Έχω την ανάγκη για τον απλό παπά να σου μιλήσω… 

Αποτέλεσμα εικόνας για απλοσ παπασ στην θεια λειτουργια

Άκου φίλε, έχω την ανάγκη για τον απλό παπά να σου μιλήσω. Τον παπά που είναι απλός, ανεξαιρέτως βαθμού. Ξέρω, μπορεί να έχεις κάποιες μικρές οι μεγάλες δυσάρεστες εμπειρίες από κληρικούς που λοξοδρόμησαν στην αποστολή ή που κυριάρχησε πάνω τους η ανθρώπινη φύση. Εγώ θα σου μιλήσω για τους πολλούς αυτούς τους απλούς καθημερινούς αγωνιστές που δεν «διαλαλούν την πραμάτεια» τους, που δεν διαχωρίζουν τον κόσμο, που δεν έχουν καν το δικαίωμα να επιλέξουν αυτόν που θα τους διοικήσει. Που μετατρέπουν το λάθος των από πάνω σε ελπίδα και ζωή για τους ανθρώπους. Για  αυτούς που αθόρυβα ακολουθούν την καρδία και την αποστολή τους. Δεν έχει σημασία αν λέγετε παπά-Αντώνης, παπά-Γιώργης, παπά Γιάννης, ή όπως και να λέγετε. Θα τον έχεις δει. Θα τον έχεις νιώσει. Σου μιλάω για τον:

-Παπά που θα είναι από τους πρώτους ξένους ανθρώπους που θα σε πάρει τρυφερά αγκαλιά για να σε «κολυμπήσει» στα απάτητα νερά της νέας σου ζωής, στα οποία δεν θα σε αφήσει να πνιγείς κρατώντας σου το χέρι και δίνοντας σου όνομα. Αυτό που λέμε Βάπτιση.

 

–Σου μιλάω για τον παπά που στα πρώτα σου παιδικά και νεανικά χρόνια θα σε νουθετήσει στην ζωή μιλώντας σου για τρία φοβερά ιδανικά που η αληθινή του Εκκλησία τον έχει διδάξει και τα βιώνει, για την πίστη, την ελευθερία και την αγάπη. Και θα στα προσφέρει να τα «φας» πραγματικό Σώμα και Αίμα του Χριστού. Αυτό που λέμε, κατήχηση, Θεία Κοινωνία.

 

–Σου μιλάω για εκείνον που θα γονατίσει μπροστά στον Θεό και θα παρακαλέσει με δάκρυα να σε φιλάει και θα τον μαλώσει αν δεν το κάνει, όταν είσαι ευάλωτος, όταν διαβάζεις για να πετύχεις, όταν σφάλεις, όταν ερωτεύεσαι, όταν όλες οι πόρτες είναι κλειστές και ο σταυρός σου σου μοιάζει αβάσταχτος. Αυτό που λέμε εξομολόγηση, προσευχή, αδερφοσύνη.

– Λέω για εκείνον που θα «χορέψουμε» μαζί τον πρώτο αληθινό μεγάλο χορό, τότε που τα πόδια σου δεν θα σε βαστάνε, που θα πρέπει να κάνεις τον έρωτα και την αγάπη σου κοινωνία για έναν άλλον, που θα ζεις μόνο για αυτόν, που από τα δικά της μάτια θα βλέπεις τον κόσμο. Αυτό που λέμε Γάμος.

-Λέω για εκείνον που θα σμίξουμε τα δάκρυα μας όταν τα αγαπημένα μας πρόσωπα θα ξεκινήσουν για την συνάντηση της νέας ζωής, τότε που οι πλάτες μας θα κρυώνουν και θα τις σκεπάσουν με τις δικές τους, τότε που ο χρόνος οριστικά θα μας κλέψει την παιδικότητα. Αυτό που λέμε εξόδιος ακολουθία.

-Θα είναι εκείνος που θα ποτίσει το παγωμένο μας μάγουλο με τα δάκρυα του και θα σταυρώσει το μέτωπο μας ψιθυρίζοντας μας στο αυτί: «Καλό Παράδεισο-και καλή αντάμωση αδελφέ», όταν θα ξεκινήσει η δικιά μας αθάνατη διαδρομή. Αυτό που λένε αιώνια ζωή.

Και δεν είναι μόνο αυτά. Σου μιλάω για εκείνον που σηκώνει τα μανίκια για να μαγειρέψει για τους φτωχούς, που θα δακρύσει όπως εσύ όταν το παιδί του γεννηθεί «λαβωμένο» ή αρρωστήσει, που θα τρέξει στο σχολείο για να μάθει για την πρόοδο του, που θα ξενυχτήσει στο προσκεφάλι του που καίει, που θα τρέξει στην παιδική χαρά και στις κούνιες, που θα κάνει όνειρα όπως εσύ , λάθη όπως εσύ, που θα ταπεινώσει αλλά θα πει συγνώμη. Που θα ταπεινωθεί αλλά θα πολεμήσει, το μέσα και το γύρω του. Είναι εκείνος που όταν η ιστορία ήταν «ζεστή» πήρε το όπλο και την πότισε με το αίμα του. Είναι εκείνος που παθιάζετε σαν εμάς, με τις ομάδες, με τις παρέες, με τα μικρό πάθη μας. Αδερφέ μου, είναι ένας από εμάς. Σάρκα από την Σάρκα μας είναι ο παπάς. Ο παπάς που μαζί βαδίσαμε στην ιστορία και μαζί βαδίζουμε στη ζωή.

Άκου άρχοντα του πολιτικού, του κοσμικού και του εκκλησιαστικού κατεστημένο. Ο παπάς είναι ένας από εμάς. Ο παπάς είναι Λαός. Και σαν Λαός δεν έχει ανάγκη σωτήρες και δεν θα ήθελες να δεις την οργή του Λαού. Αδελφέ παπά, είμαστε μαζί σου, στις πτώσεις σου, στους αγώνες σου, στις λύπες σου, στις χαρές σου, στη ζωή . Να εύχεσαι να μην σμίξουν τα χέρια μας άρχοντα…

Κώστας Ζουρδός

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ