Θεοφόροι, φορεῖς Θεοῦ…(Virgil  Georghiou)

Ἦταν λοιπόν Κυριακή, καί ὕστερα ἀπό τήν θεία Λειτουργία. Καθόμουν καί παρατηροῦσα τούς χωρικούς, ὅπως ἔβγαιναν ἀπό τό ναό. Ὁ πατέρας μου στεκόταν στά σκαλοπάτια καί χαιρετοῦσε τόν καθένα τους.

Ὅλο τό χωριό βρισκόταν ἐκεῖ, γιατί τίς Κυριακές κανείς δέν χάνει τήν θεία Λειτουργία. Ἐκκλησιάζονταν καί γέροντες βουνίσιοι μέ πάλλευκη γενειάδα, πού θύμιζαν πατριάρχες τῆς Βίβλου, γυναῖκες, ἄνδρες, παιδιά, μέ κυριακάτικες στολές, λινές ἤ μάλλινες, κατάλευκες πάντα, ὅπως τό γάλα ἤ ὅπως τό χιόνι.

Λευκό εἶναι τό ἐθνικό χρῶμα τῆς Πετροντάβα. Λευκό πάντα, γιά ὅλες τίς ἡλικίες, γιά ὅλα τά φύλα. Λευκό στά ροῦχα πού ὅμως ἡ καθαρότητά του δέν συγκρινόταν μέ τήν καθαρότητα τῶν βλεμμάτων τῶν πιστῶν πού τά φοροῦσαν.

Καθώς ἔβγαιναν ἀπό τήν θεία Λειτουργία οἱ πιστοί ἔδειχναν μεταμορφωμένοι, καθαρισμένοι ἀπό κοσμικές ἔγνοιες, ἁγιασμένοι. Καί κάτι περισσότερο ἀπό ἁγιασμένοι, θεωμένοι… Ἤξερα τό γιατί. Γιατί τά πρόσωπά τους ἦταν ἔτσι ὡραῖα, γιατί τά βλέμματα τόσο φωτεινά, γιατί οἱ ἄσχημες γυναῖκες ὀμόρφαιναν, τά μέτωπα τῶν σκληροτράχηλων ξυλοκόπων ἄστραφταν φῶς, λές καί φόρεσαν φωτοστέφανο, τά παιδάκια θύμιζαν ἀγγέλους.

Βγαίνοντας ἀπό τή θεία Λειτουργία, ἄντρες καί γυναῖκες, μεταμορφώθηκαν σέ Θεοφόρους, ἔφεραν δηλαδή τόν Θεό. Εἶχαν κοινωνήσει καί μέσα στίς φλέβες τους ἔρρεε τό αἷμα τοῦ Θεοῦ.

Τέκνα Θεοῦ τώρα, θεωμένοι. Οἱ ἄνθρωποι τοῦτοι, χωρικοί ἄξεστοι, ἐξαθλιωμένοι καί πένητες, ἤξεραν τί ἦταν, γι’ αὐτό προσεύχονταν πρίν κοινωνήσουν καί ἔλεγαν: Κύριος, ὁ Θεός μου, οἶδα, ὅτι οὐκ εἰμί ἄξιος οὐδέ ἱκανός, ἴνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθης τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς… Καί ὡς κατεδέξω ἐν σπηλαίῳ καί φάτνῃ ἀλόγων… καί ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ… οὕτω κατάδεξαι εἰσελθεῖν εἰς τόν οἶκον τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς, τοῦ λεπροῦ καί ἁμαρτωλοῦ.

Καί μέ τή θεία Μετάληψη ὁ Θεός εἶχε εἰσέλθει «ὑπό τήν στέγην» κάθε ψυχῆς μέσα σέ ὅλες τίς ψυχές τῶν συχωριανῶν μας, πού βγαίνοντας ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία ἔφεραν πιά τόν Θεό ἐντός τους, καί βημάτιζαν προσεχτικά ὅπως βηματίζουμε ὅταν μεταφέρουμε ἕνα πράγμα πολύτιμο. Θεοφόροι, φορεῖς Θεοῦ.

Ὅταν κάποιος κρατάει ἕνα κερί ἤ μιά λαμπάδα, στό πρόσωπό του ἀντανακλᾶ ἡ φλόγα τους, ἀστράφτει. Ὅταν φέρει κάποιος ἐντός του τόν Θεό, τῶν φώτων τό Φῶς, φωτίζεται ἔσωθεν τόσο, ὥστε ἡ σάρκα του ὅλη, τό κορμί του, μεταμορφώνονται, ὀμορφαίνουν.

Οἱ ἠθοποιοί καθώς ἑρμηνεύουν τό ρόλο τους πάνω στή θεατρική σκηνή μεταμορφώνονται ἐντελῶς, τούς πλημμυρίζει τό φῶς τῶν προβολέων. Μέσα σέ τούτη τήν πλημμυρίδα φωτός δύσκολα θά ἀναγνώριζε ἀκόμα κι ὁ γονιός τόν γιό του ἤ τήν θυγατέρα του, τόσο πολύ ἀλλάζουν.

Τό ἴδιο δύσκολα κι ἐγώ ἀναγνώριζα τούς συχωριανούς μου τήν ὥρα πού βγαίνοντας ἀπό τό ναό μετέφεραν τόν Θεό «ὑπό τήν στέγην» τῆς ψυχῆς τους. Τόσο ὡραῖοι, φωτεινοί, θαυμάσιοι ἔδειχναν τώρα.

Δέν εἶδα ποτέ μου δέρμα, σῶμα, ὡραιότερα ἀπό ἐκεῖνα τῶν θεοφόρων ἀνθρώπων, πού κουβαλοῦσαν τήν ἐκθαμβωτική λάμψη Θεοῦ. Ἀποκτοῦσαν σάρκα θεωμένη, ἀνάλαφρη, δίχως ὄγκο, ἀλλοιωμένη ἀπό τήν ἀνταύγεια τοῦ θείου Πνεύματος.

Καθόμουν καί κοίταζα λοιπόν τίς κινήσεις τῶν θεοφόρων χωρικῶν ἔτσι, ὅπως κοιτάζει ὁ θεατής ἕνα θέαμα. Καί ὅμοια μέ τούς θεατές τῶν θεαμάτων, ἤμουν μαγεμένος.

Ὅλοι οἱ χωρικοί, ἀκτινοβολώντας σάν διαμάντια, βάδιζαν καί πλησίαζαν τόν πατέρα μου, ἔστεκαν μπροστά του, λίγα βήματα πιό πίσω, ἔσκυβαν καί προσκυνοῦσαν, ὅπως τό κάνουμε μπροστά στίς εἰκόνες, κι αὐτό μοῦ φαινόταν ἀπολύτως φυσιολογικό. Γιατί ὁ πατέρας μου ἦταν εἰκόνα.

Κατόπιν οἱ χωρικοί, μέ ἑνωμένες τίς δυό παλάμες σέ σχῆμα ποτηριοῦ, ἔπιαναν τό ἁπλωμένο δεξί χέρι τοῦ πατέρα μου, ὅπως ἀγγίζει κανείς ἅγιο λείψανο καί τό γλυκοφιλοῦσαν, τό ἀσπάζονταν ὅπως φιλοῦμε ἅγιο ἄρτο, τήν ἀναφορά, πρίν τήν βάλουμε στό στόμα καί τή φᾶμε. Ὁ κάθε πιστός, ἀσπαζόμενος τό δεξί του χέρι, πρόφερε:

– Εὐλόγησον, πάτερ.

Κι ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:

– Ὁ Θεός νά σέ εὐλογεῖ, παιδί μου.

(Ἀπό τὴν 25η ὥρα στὴν αἰώνια ὥρα, ἐκδόσεις Ἔλαφος)

http://www.agiazoni.gr


http://paterikos.blogspot.com/2020/08/georghiou-virgil.html#more

Η θεία λειτουργία ως προεικόνιση της δευτέρας παρουσίας

 

ΠΗΓΕΣ.ΕυχήΟΟΔΕ-http://o-nekros.blogspot.com/

Η δομή της θείας λειτουργίας είναι τέτοια, ώστε να συνιστά βίωση της ζωής του Χριστού, από τη γέννηση ως την ανάστασή Του. Ταυτόχρονα αποτελεί βίωμα και τών μελλόντων, της δευτέρας παρουσίας και της Βασιλείας του Θεού, σε λειτουργικό χρόνο.

Στη σύνδεση της θείας λειτουργίας με τη δευτέρα παρουσία και τη Βασιλεία του Θεού αναφέρεται η σύντομη, αλλά περιεκτική και εμπεριστατωμένη μελέτη του θεολόγου και γυμνασιάρχη Ιωάννη Εμμ. Κανιολάκη «Η εσχατολογική τράπεζα του Κυρίου«, που εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 2014.

Ο Ιησούς Χριστός πολλές φορές παρομοίαζε τον εαυτό Του με Νυμφίο (δηλαδή γαμπρό), την Εκκλησία (δηλαδή το σύνολο των χριστιανών) με Νύμφη (νύφη), το έργο Του στον κόσμο με γάμο και τον παράδεισο με το τραπέζι, το γλέντι αυτού του γάμου.

Γι’ αυτό, οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού (που τους ονομάζουμε Πατέρες της Εκκλησίας) συνεχίζουν να παρομοιάζουν τον παράδεισο με γαμήλιο γλέντι, με τράπεζα, δηλαδή τραπέζι, που την ονομάζουν εσχατολογική τράπεζα, δηλαδή τραπέζι της δευτέρας παρουσίας, αιώνιο τραπέζι – η λέξη τράπεζα στα αρχαία ελληνικά σημαίνει τραπέζι και όχι την τράπεζα όπου καταθέτουμε τα χρήματά μας.

Φυσικά, η παρομοίωση αυτή είναι συμβολική. Ο παράδεισος δεν είναι κυριολεκτικά ένα τραπέζι, στο οποίο τρώμε και πίνουμε, αλλά είναι μια κατάσταση ενότητας και αγάπης με το Θεό και μεταξύ μας, αγάπης γεμάτης χαρά και απόλαυση, γι’ αυτό παρομοιάζεται με το τραπέζι ενός γάμου ή ενός δείπνου, γύρω από το οποίο οι άνθρωποι τρώνε και πίνουν μονιασμένοι κι αδελφωμένοι.

Η παρομοίωση του Χριστού και της Εκκλησίας (των χριστιανών) με γαμπρό και νύφη εννοεί ότι, όπως ο γαμπρός ενώνεται με τη νύφη στο γάμο και είναι ενωμένοι σε όλη τους τη ζωή, έτσι και ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, είναι Θεός που ενώθηκε με τους ανθρώπους, μένει για πάντα ενωμένος με εμάς και γινόμαστε ένα. Αυτό βέβαια συμβαίνει στους ανθρώπους που το θέλουν και το προσπαθούν – και αυτή η ένωση με το Χριστό είναι η σωτηρία μας, ο παράδεισος, το να είμαστε άγιοι ή έστω «μικροί άγιοι», άνθρωποι του Θεού, αληθινοί χριστιανοί.

Ένα τραπέζι αυτού του αιώνιου γάμου ήταν και ο μυστικός δείπνος, στον οποίο ο Χριστός πρώτη φορά κοινώνησε (μετάλαβε) τους μαθητές Του, προσφέροντάς τους το ψωμί και το κρασί της Θείας Μετάληψης, που το είχε ευλογήσει και είχαν γίνει Σώμα Του και Αίμα Του. Ήταν μια πρόγευση του παραδείσου.

Στη συνέχεια, οι μαθητές του Χριστού και όλοι οι χριστιανοί, μέχρι και σήμερα, επαναλαμβάνουν αυτό το μυστικό δείπνο, κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, όπως εκείνο το βράδυ πριν συλληφθεί και σταυρωθεί ο Χριστός, και ενώνονται μαζί Του. Κάθε Θεία Μετάληψη, δηλαδή κάθε φορά που μεταλαβαίνουμε, είναι μια στιγμή ένωσης με το Χριστό, μια συμμετοχή στο αιώνιο τραπέζι του γάμου του Νυμφίου με τη Νύμφη Του (Νυμφίος ο Χριστός, νύμφη εμείς), μια πρόγευση του παραδείσου.

Ακριβώς αυτό είναι η θεία λειτουργία: το τραπέζι του γάμου του Ιησού Χριστού με τους ανθρώπους. Το τραπέζι, στο οποίο ο ίδιος ο Χριστός μάς προσφέρει το Σώμα και το Αίμα Του (τη Θεία Μετάληψη, που μεταλαβαίνουμε), για να ενωθούμε μαζί Του και ν’ αγωνιστούμε να μείνουμε για πάντα ενωμένοι μαζί Του, ό,τι κι αν γίνει. Η ένωση αυτή είναι και ένωση αγάπης με όλο τον κόσμο.

Είναι αμέτρητα τα σημεία στα Ευαγγέλια και γενικά στην Αγία Γραφή, όπου περιγράφονται όλα αυτά. Ένα από τα σπουδαιότερα κομμάτια στην Αγία Γραφή, όπου περιγράφεται αυτό το συμβολικό «αιώνιο τραπέζι», είναι η περιγραφή της ουράνιας θείας λειτουργίας στο βιβλίο Αποκάλυψις του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης και ολόκληρης της Αγίας Γραφής, το οποίο ο άγιος Ιωάννης ο ευαγγελιστής, ο μαθητής του Χριστού, έγραψε, όταν ήταν ηλικιωμένος και είχε εξοριστεί από τους Ρωμαίους στα ορυχεία του νησιού Πάτμος, στο Αιγαίο Πέλαγος.

Η Αποκάλυψις περιγράφει ένα σύνθετο όραμα του αγίου Ιωάννη, που καταλήγει στη δευτέρα παρουσία του Χριστού, στην ανάσταση των νεκρών και στη συμβολική περιγραφή του παραδείσου σαν μια πόλη που κατεβαίνει από τον ουρανό «στολισμένη σα νύφη που πρόκειται να πάει στον άντρα της». Στο τέλος της Αποκάλυψης υπάρχει έντονος ο συμβολισμός του ουράνιου Νυμφίου, του Ιησού Χριστού, και της Νύμφης Του, της Εκκλησίας, με την οποία ενώνεται, δηλαδή με όλους εμάς.

Στο μεγαλύτερο μέρος της Αποκάλυψης το όραμα του αγίου Ιωάννη ξεδιπλώνεται μέσα σε μια ουράνια θεία λειτουργία, με τη συμμετοχή του Χριστού, των αγγέλων και των ανθρώπων. Ο τρόπος που τελείται η θεία λειτουργία στις εκκλησίες μας έχει άμεση σχέση με την περιγραφή της ουράνιας λειτουργίας στην Αποκάλυψη.

Ας δώσουμε τώρα ορισμένα στοιχεία για τη σημασία της θείας λειτουργίας ως προεικόνισης της δευτέρας παρουσίας και της Βασιλείας του Θεού.

Το εσωτερικό της Εκκλησίας περιέχει το Ιερό με την Αγία Τράπεζα (δηλαδή το θυσιαστήριο με τον Αμνό του Θεού, που είδε ο άγιος Ιωάννης στην Αποκάλυψη) και το θρόνο του επισκόπου (δεσποτικό θρόνο), που συμβολίζει το «θρόνο του Θεού και του Αρνίου» (του Ιησού Χριστού), που είδε ο άγιος Ιωάννης.

Ο επίσκοπος («δεσπότης») στη θεία λειτουργία συμβολίζει το Χριστό, γι’ αυτό ανεβαίνει και κάθεται στο θρόνο (αφού προσκυνήσει την εικόνα του Ιησού Χριστού που βρίσκεται σ’ αυτόν). Οι ιερείς συμβολίζουν τους 24 πρεσβυτέρους (ιερείς) που βρίσκονται γύρω από το θρόνο στην Αποκάλυψη (μάλιστα, στα βυζαντινά χρόνια ο δεσποτικός θρόνος βρισκόταν μέσα στο Ιερό, πίσω από την Αγία Τράπεζα, και δεξιά κι αριστερά του υπήρχαν θρόνοι για τους ιερείς, όπως συμβαίνει στο όραμα της Αποκάλυψης), ενώ οι διάκονοι (διάκοι) συμβολίζουν τους αγγέλους, που πηγαίνουν μέσα και έξω στο Ιερό και ενώνουν το Ιερό με το δεσποτικό θρόνο μεταφέροντας μηνύματα από το ένα σημείο στο άλλο, όπως οι άγγελοι.

Η Αγία Τράπεζα περιέχει μικρά κομματάκια από ιερά λείψανα, δηλαδή οστά αγίων, ιδίως μαρτύρων, όπως στην Αποκάλυψη ο άγιος Ιωάννης είδε τις ψυχές των μαρτύρων (εκείνων που είχαν θανατωθεί για τη χριστιανική τους πίστη από τους εχθρούς της Εκκλησίας) κάτω από το «χρυσό θυσιαστήριο», δηλαδή από την ουράνια Αγία Τράπεζα (Αποκάλυψις, κεφ. 6, στίχος 9).

Εννοείται ότι όλα όσα είδε στον ουρανό ο άγιος Ιωάννης είναι συμβολικά και του παρουσιάστηκαν έτσι για να του μεταδώσουν το μήνυμα, που ήθελε να απευθύνει ο Θεός στους ανθρώπους. Όχι δηλαδή ότι στ’ αλήθεια ο Θεός κάθεται πάνω σε θρόνο ή ότι στον ουρανό υπάρχει κάποιο θυσιαστήριο κ.τ.λ. Είναι εικόνες παρμένες από την ανθρώπινη ζωή, με τις οποίες ο Θεός έδωσε το μήνυμά Του στον άγιο απόστολο και ευαγγελιστή Ιωάννη το Θεολόγο.

Ο σολέας, δηλαδή το κάπως ψηλότερο τμήμα του ναού που στις μεγάλες εκκλησίες βρίσκεται αμέσως μπροστά στο Ιερό, και εκεί βρίσκονται ο δεσποτικός θρόνος, αλλά και τα αναλόγια με τους ψάλτες (τις χορωδίες των αγγέλων), συμβολίζει τον «πύρινο ποταμό», δηλαδή τον ποταμό φωτός που ξεχύνεται από το θρόνο του Θεού, ο οποίος όμως είναι φως και χαρά για τους δίκαιους, πιστούς και ταπεινούς ανθρώπους, αλλά μετατρέπεται σε φωτιά και θλίψη για τους αμετανόητους άδικους και εγωιστές.

Μπροστά σε όλα αυτά βρισκόμαστε εμείς. Μέσα σε όλα αυτά – σε αυτό το σκηνικό από την Αγία Γραφή – τελείται η θεία λειτουργία, η προεικόνιση της δευτέρας παρουσίας και της Βασιλείας του Θεού, η πρόγευση του παραδείσου.

Η θεία λειτουργία αρχίζει με την εκφώνηση «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Με την εκφώνηση αυτή βρισκόμαστε στην πόρτα του παραδείσου. Η δευτέρα παρουσία, συμβολικά, έχει γίνει κι εμείς είμαστε έτοιμοι να μπούμε στον παράδεισο, δηλαδή στη Βασιλεία του Θεού.

Η Μικρή Είσοδος, δηλαδή η τελετουργική μεταφορά του Ευαγγελίου από την πλαϊνή πύλη του Ιερού στην ωραία πύλη, «είναι η Είσοδος στον τόπο της Βασιλείας και το πλησίασμα στο ουράνιο Θυσιαστήριο» (Ιω. Κανιολάκης, σελ. 38). Ο επίσκοπος παραλαμβάνει το Ευαγγέλιο και τότε μπαίνει στο Ιερό, μαζί με τους ιερείς, όπως η Εκκλησία – οι χριστιανοί, ενωμένοι σαν ένας – μπαίνει στην παράδεισο.

Η ανάγνωση του Ευαγγελίου σημαίνει την εξάπλωση της διδασκαλίας του Χριστού σε όλο τον κόσμο, που έχει προφητευθεί στην Καινή Διαθήκη ότι θα συμβεί πριν τη δευτέρα παρουσία (αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όλοι οι άνθρωποι θα το αποδεχτούν). Επίσης «το Ευαγγέλιο είναι μια πανηγυρική επιβεβαίωση της παρουσίας του Κυρίου στη Σύναξη» (δηλ. ότι ο Χριστός είναι παρών στη συνάντηση αυτή των χριστιανών) «και πριν από αυτό η ψαλμωδία του Αλληλούια είναι η έκφραση της ανεκλάλητης χαράς της Συνάξεως εν όψει της συνάντησης πρόσωπο με πρόσωπο με τον Κύριό της» (στο ίδιο, σελ. 41).

Ο χερουβικός ύμνος, με τον οποίο «βγαίνουν τα Άγια» και έχουμε τη Μεγάλη Είσοδο, είναι εμπνευσμένος επίσης από την Αποκάλυψη, κεφάλαιο 4, όπου τα Χερουβείμ, ένα από τα ανώτερα τάγματα αγγέλων (που εμφανίζονται εκεί με τη μορφή τεσσάρων αινιγματικών όντων[βλ. εικ. δίπλα]), ψάλλουν Τρισάγιο Ύμνο γύρω από το θρόνο του Θεού: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο ην και ο ων και ο ερχόμενος» (= που υπήρχε, που υπάρχει και που έρχεται).

Στη Μεγάλη Είσοδο ο επίσκοπος περιμένει στην ωραία πύλη, υποδέχεται τους ιερείς με τα Άγια, τα παραλαμβάνει και μπαίνει στο Ιερό συνοδευόμενος από τους ιερείς, όπως ο Χριστός συμβολικά υποδέχεται στην «πόρτα του παραδείσου» τους ανθρώπους που σώζονται και θα τους υποδεχτεί κατ’ εξοχήν στη δευτέρα παρουσία.

«Με τη Μεγάλη Είσοδο, όποια κι αν είναι η ιστορική της εξέλιξη και διαδρομή, η Εκκλησία ήδη παρουσιάζεται και βρίσκεται εκεί όπου εκλήθη και ετάχθη: στο ουράνιο Θυσιαστήριο, στην ουράνια Τράπεζα της Βασιλείας. Εκεί πλέον μεταφέρονται τα Δώρα» (το ψωμί και το κρασί, που θα γίνουν Σώμα και Αίμα Χριστού), «ολόκληρη η κτίση ως Εκκλησία μεταφέρεται στο Θυσιαστήριο και βρίσκεται μπροστά στο Βασιλέα της δόξας για την προσφορά της Θυσίας» (σελ. 41).

Η προσέλευση στη Θεία Μετάληψη, δηλαδή όταν οι χριστιανοί μεταλαβαίνουν, αποτελεί «το έσχατο νόημα και σκοπό του Μυστηρίου, της Συνάξεως δηλαδή και της ανόδου της Εκκλησίας στην ουράνια Τράπεζα του Κυρίου» (σελ. 51), δηλαδή είναι η πρόγευση των αγαθών και των απολαύσεων του παραδείσου.

Εκτός από τα παραπάνω, οι λειτουργικές ευχές, δηλαδή οι προσευχές που διαβάζει ο ιερέας μέσα στο Ιερό, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, τις οποίες συνήθως δεν ακούει ο λαός, εκτός από τις εκφωνήσεις τους (τα σημεία δηλαδή που λέει δυνατά), περιέχουν πάρα πολλές αναφορές που επιβεβαιώνουν τη βαθύτερη σημασία της θείας λειτουργίας ως προεικόνισης της δευτέρας παρουσίας και της Βασιλείας του Θεού. Τις προσευχές αυτές δεν τις ακούμε κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, αλλά μπορούμε αν θέλουμε να τις διαβάσουμε, είτε στα βιβλία των ιερέων είτε στο Διαδίκτυο. Στο αναφερόμενο βιβλίο του Ι. Κανιολάκη αναλύονται διεξοδικά.

Έτσι, κάθε θεία λειτουργία είναι για εμάς μια μικρή δευτέρα παρουσία, μια παρουσία του Ιησού Χριστού, όχι συμβολική αλλά πραγματική, ο οποίος ενώνεται με εμάς μέσω της Θείας Μετάληψης (Θείας Κοινωνίας). Έτσι, πραγματοποιείται η υπόσχεση του Ιησού Χριστού, στο τέλος του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, ο οποίος, μετά την ανάστασή Του, είπε στους μαθητές Του: «θα είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρι το τέλος του κόσμου» (Ματθ. 28, 20), δηλαδή τη δευτέρα παρουσία, που δεν είναι κυριολεκτικά τέλος, αλλά η καινούργια αρχή.

Η Θεία Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγών: εισαγωγή και το πρωτότυπο Λειτουργικό κείμενο.  

IMG_8917-620x413

Εισαγωγικά

Η λεγομένη Θεία Λειτουργία των «Αποστολικών Διαταγών» συμπεριλαμβάνεται στο ομώνυμο Βιβλίο – Ιερό κείμενο, γνωστό και ως Διδασκαλία των Αποστόλων. Το κείμενο του βιβλίου των Αποστολικών Διαταγών, μας παρέχει πολύτιμες ιστορικές και θεολογικές μαρτυρίες, μα και πλήθοςλειτουργικών στοιχείων που φωτίζουν την εποχή του τέλους του τρίτου και του τετάρτου αιώνος στην Αντιόχεια της Συρίας. Ειδικότερα, η Διδασκαλία των Αποστόλων (πιθανότερον 3 ος αι.), Το πρώτο τμήμα του Κειμένου ;, παρουσιάζει την λειτουργική ζωή μιας ελληνόγλωσσης συριακής κοινότητος, σημαδεμένης από την ιουδαϊκή παράδοση, η οποία περιέχει αναμφισβήτητα τον πυρήνα της λεγομένης Θείας Λειτουργίας του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Στα εξ πρώτα αυτά βιβλία των Αποστολικών Διαταγών, επαναλαμβάνεται και αναπτύσσεται η Διδασκαλία – Παράδοση των Αγίων Αποστόλων. Ανάμεσα στις πιο σίγουρες πηγές αυτών των βιβλίων, θα πρέπει να μνημονεύσουμε τις κατηχήσεις και τα κηρύγματα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Θεοδώρου Μοψουεστίας, τις
κατηχήσειςτου Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων Των ΚΑΙ Το Οδοιπορικό Της Αιθερίας ΣΤΗΝ Παλαιστίνη.

Τα βιβλία VII και VIII των Αποστολικών Διαταγών, περιλαμβάνουν δύο τυπικά-ευχολόγια. Το τυπικό- ευχολόγιο του VIII βιβλίου αναπτύσσει την Αποστολική Παράδοση, (δηλαδή την Θεία Λειτουργία που μας απασχολεί), έργο αποδιδόμενο ίσως στον Ιερομάρτυρα Ιππόλυτο Ρώμης (αρχές 3 ου αι.). Ένα ευχολόγιο επίσης, αποδιδόμενο στον επίσκοπο Θμούεως Σεραπίωνα, μας πληροφορεί για την λειτουργική ζωή του 4 ου αι. στην Αίγυπτο.

Όλα αυτά τα κείμενα έχουν μια κεφαλαιώδη σημασία, γιατί εκθέτουν με ακρίβεια την ζωντανή πίστη της Εκκλησίας και την διδασκαλία της, στην οποία η Εκκλησία στηρίζει την δογματική της συνείδηση, μέσα στο ταραγμένο φόντο των χριστολογικών και τριαδολογικών συζητήσεων. Σε συνδυασμό με τις άλλες πηγές της εποχής εκείνης, συντελούν αποφασιστικά και καθοριστικά στην εξέλιξη της χριστιανικής λατρείας. Άλλωστε ο τέταρτος αιώνας χαρακτηρίζεται από μία λειτουργική άνθιση και ακμή, καθώς κυριαρχεί η ανεξιθρησκία και η θρησκευτική ελευθερία που απογειώνουν την ελευθερία της λατρείας.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του κειμένου μας, οι Εκκλησιαστικές συνάξεις έχουν τακτικές ώρες προσευχής, οι οποίες είναι κυρίως ο εσπερινός, το μεσονυκτικό και ο όρθρος. Οι προσευχές περιλαμβάνουν ύμνους και ψαλμούς, διάφορα αιτήματα του λαού προς το Θεό και αναγνώσματα από τη Βίβλο. Άλλες ακολουθίες που αναφέρονται και αφορούν την κοινή αλλά και την κατ «ιδίαν προσευχή των πιστών είναι αυτές των ωρών: η Τρίτη, η Έκτη και η Ενάτη. Όλες οι ακολουθίες γίνονται ανεξάρτητα από το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, και περιγράφονται, χωρίς όμως να υπάρχει λεπτομερής τυπική διάταξη. Οι Αποστολικές Διαταγές μας δίδουν επίσης πάρα πολλά στοιχεία για τα ιερά μυστήρια: του Βαπτίσματος, του Χρίσματος, της Μετάνοιας, της Ιεροσύνης, του Γάμου και της θείας Ευχαριστίας. Τα στοιχεία αυτά μας δίδουν τη δυνατότητα να σχηματίσουμε μία σαφή εικόνα της πράξεως και της τελετουργίας των μυστηρίων της Εκκλησίας.

Γενικότερα, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι οι «Αποστολικές Διαταγές» είναι μία μοναδική και ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών της λειτουργικής παραδόσεως, έως τον τέταρτο αιώνα. Το υλικό τους, ευρύτατο και πηγαίο, αναδεικνύει τον πλούτο της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας μας και στοχεύει όχι μόνο στην ενημέρωση αλλά και εντρύφηση, σπουδή και διερεύνηση από μέρους μας, των θησαυρών του κειμένου.

Σ «αυτό λοιπόν το Ιερό κείμενο, περιλαμβάνεται, όπως προαναφέραμε, και η λεγόμενη« Λειτουργία των Αποστολικών διαταγών », η οποία στη μορφή που μας έχει διασωθεί, φαίνεται να προσιδιάζει στον Αιγυπτιακό – Αλεξανδρινό Λειτουργικό τύπο, αφού ελλείπει σχεδόν η« Λειτουργία των κατηχουμένων ». Είναι πάντως χαρακτηριστικός ο σαφής διαχωρισμός των τάξεων των κατηχουμένων και των πιστών, ενώ είναι θαυμάσιες οι δεήσεις που αναπέμπονται στον Κύριο, για κάθε μια από αυτές.

Θα προτείναμε δε, ταπεινά, σε όλους μας, να εγκύψουμε περισσότερο και σ «αυτό τον λειτουργικό θησαυρό, καθιερώνοντας την συχνότερη τέλεσή του και στις σύγχρονες ενορίες των πόλεων ακόμη, αν όχι τακτικά τουλάχιστον περιοδικά, διότι η απλότητα των αιτημάτων, η σαφήνεια των ευχών και το παραστατικό του τελετουργικού του Μυστηρίου, εντυπωσιάζουν, εμπνέουν, κατανύσουν και ανάγουν τις ψυχές των συμμετεχόντων. Ευχής έργον θα ήταν επίσης και η Νεοελληνική απόδοση του Κειμένου της Θ. Αυτής Λειτουργίας, απόδοση η οποία θα βοηθούσε τους πιστούς στην πληρέστερη κατανόηση των λεγομένων, και η οποία, όπως γνωρίζουμε εμείς τουλάχιστον, δεν έχει ακόμη γίνει.

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ

page0001 page0002 page0003 page0004 page0005 page0006 page0007 page0008 page0009 page0010 page0011 page0012 page0013 page0014 page0015 page0016 page0017 page0018 page0019 page0020 page0021 page0022 page0023 page0024 page0025 page0026 page0027 page0028 page0029  Η Θεία Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγώνpage0030