«ΠΑΡΑΚΑΛΑ ΤΗΝ ΡΗΝΟΥΛΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΝΑ ΣΕ ΚΑΜΕΙ ΚΑΛΑ»!(Άγνωστο θαύμα της Αγίας Ειρήνης στην Άρτα

«Αγία Ρηνούλα, δεν βρήκα λόγια να σου πω ευχαριστώ γιατί δεν βρίσκω λόγια ούτε για τα μάτια του κόσμου να περιγράψω τη δυστυχία της μάνας να’ χει το παιδί της άρρωστο και ανήμπορο……

Θέλω να σκέφτομαι μόνο το καλό που μου ’κανες. Και γρήγορα μάλιστα. Τόσο γρήγορα που ενώ σκεφτόμουνα τι να γράψω για να παρακαλέσω την Παναγία, εις το όνομά Σου και με τις δικές Σου μεσιτείες το κοριτσάκι μου έγινε πάραυτα καλά!Δύο μήνες το είχα στο κρεββάτι, επειδή είχε πέσει από έναν καναπέ χωρίς ούτε καν οφθαλμοφανή τραυματισμό. Πήγα σε γιατρούς, επαρεκάλεσα, πήρα γεροντάδες, τίποτα.

Παραμονή της γιορτής μου (Εισόδια της Θεοτόκου, 21 Νοεμβρίου 2012) άφησα το παιδί με τη μάνα μου (ο πατέρας του έλειπε στην Αμερική) και επήγα αγρυπνία στο μοναστήρι Κάτω Παναγία Άρτας.

Και φεύγοντας, αγόρασα μία εικόνα της Αγίας Ρηνούλας, του Αγίου Νικολάου και Αγίου Ραφαήλ, μεγάλη η Χάρη Τους.Την άλλη μέρα είπα στο παιδί μου:

– Παιδί μου (Δαυιδούλα – έχει το όνομα του Οσίου Δαυίδ του εν Ευβοία – 5,5 χρονών), εγώ δεν μπορώ να σε κάμω καλά! Είμαι άνθρωπος αμαρτωλός. Παρακάλα την Αγία Ρηνούλα, που είναι και κοριτσάκι να σε κάμει καλά!​Και μάλιστα της είπα:

– Να της κάμεις 1 ζωγραφιά να τη στείλουμε να παρακαλέσεις! Έτσι της είπα.

– Κοίτα μαμά, μου είπε, φορά και φόρεμα ροζ (έτσι ήταν στην εικονογράφηση). Την επαρακάλεσε και με δικά της λογάκια και έγινε καλά! Δεν προλάβαμε ούτε τη ζωγραφιά να στείλουμε!– Κάνε και μια ζωγραφιά να πεις Ευχαριστώ, της είπα τις επόμενες ημέρες. Το έκαμε και αυτό.Σου στέλνω Αγία Ρηνούλα τις ζωγραφιές της.Προς Δόξαν Κυρίου

Μ. Μαρία

7/2/2013, Άρτα

Πηγή: Ιερά Μονή Αγίου Ραφαήλ εις Άνω Σούλι Μαραθώνος το «σπιτάκι της Μέλιας»



Τον κοι­νώ­νη­σαν οι ά­γιο Α­νάρ­γυ­ροι

Δι­ή­γη­ση Στυ­λια­νοῦ…: «Στίς 27‒9‒2001 ἔ­πα­θα ἕ­να βα­ρύ ἐγ­κε­φα­λι­κό ἐ­πει­σό­διο (θρομ­βω­τι­κό) καί τό ἀ­ρι­στε­ρό χέ­ρι καί πό­δι ἦ­ταν σέ πλή­ρη ἀ­κι­νη­σί­α. Ὁ λό­γος μου ἦ­ταν ἀρ­γός καί ὄ­χι στα­θε­ρός. Ἔ­μει­να στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο δέ­κα μέ­ρες καί ὕ­στε­ρα πῆ­γα στό σπί­τι. Κα­τά τό τέ­λος Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ ἰ­δί­ου ἔ­τους ἄρ­χι­σα νά ση­κώ­νω­μαι καί νά κυ­κλο­φο­ρῶ μέ μπα­στού­νι.

»Στίς 9‒1‒2002 καί ἐ­νῶ ἔ­κα­να ἀντι­πη­κτι­κή ἀ­γω­γή, πα­θαί­νω τό δεύ­τε­ρο ἐγ­κε­φα­λι­κό ἐ­πει­σό­διο καί ταυ­τό­χρο­να πνευ­μο­νι­κή ἐμ­βο­λή. Πά­λι τό ἀ­ρι­στε­ρό χέ­ρι καί πό­δι μέ­νουν χω­ρίς κί­νη­ση. Οἱ για­τροί λέ­νε ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει σω­τη­ρί­α γι­ά μέ­να. Μ᾽ αὐ­τή τήν ἀ­γω­γή δέν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται ὁ θρόμ­βος πού προ­κά­λε­σε τό ἐγ­κε­φα­λι­κό καί τήν πνευ­μο­νι­κή ἐμ­βο­λή. Βρί­σκο­μαι καί πά­λι στό ΑΧΕΠΑ στό κρεβ­βά­τι τοῦ πό­νου. 

»Στίς ἐν­νέ­α πρός δέ­κα Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στίς τρεῖς με­τά τά με­σά­νυ­χτα, ἐ­νῶ μέ εἶ­χε πά­ρει γι­ά λί­γο ὁ ὕ­πνος, ξύ­πνη­σα καί εἶ­δα ὅ­λο τόν θά­λα­μο φω­τι­σμέ­νο ἄ­πλε­τα μέ ἕ­να λευ­κό φῶς πού δέν μπο­ρῶ νά τό πε­ρι­γρά­ψω. Γύ­ρι­σα πρός τήν πόρ­τα καί ἀντί νά δῶ κά­ποι­α νο­ση­λεύ­τρια, βλέ­πω δυ­ό ἄν­δρες μέ γα­λά­ζια ἄμ­φια, μέ μορ­φή γα­λή­νια, τήν ὁ­ποί­α γα­λή­νη με­τά­δω­σαν καί σέ μέ­να πρίν ἀ­κό­μη τούς μι­λή­σω. Ὅ­ταν πλη­σί­α­σαν κοντά μου τούς ρώ­τη­σα ποι­οί εἶ­ναι καί μέ πρα­εῖ­α φω­νή μοῦ εἶ­παν: “Ὁ Κο­σμᾶς καί ὁ Δα­μια­νός εἴ­μα­στε, Στυ­λια­νέ, για­τροί εἴ­μα­στε”. 

»Ὁ ἕ­νας κρα­τοῦ­σε ἕ­να μι­κρό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο μέ τήν λα­βί­δα. Ὁ ἄλ­λος ἕ­να δο­χεῖ­ο γυ­ά­λι­νο μέ ἕ­να Σταυ­ρό στήν μέ­ση καί τρί­α κλω­νά­ρια βα­σι­λι­κό. Πλη­σί­α­σαν, μέ ρά­ντι­σαν μέ τόν ἁ­για­σμό καί ἔ­πει­τα ρά­ντι­σαν καί τόν ἄλ­λο ἀ­σθε­νῆ τοῦ θα­λά­μου, τόν Ἀ­να­στά­σιο ἀ­πό ἕ­να χω­ριό τῆς Κο­ζά­νης. Στήν συ­νέ­χεια ἔρ­χονται νά μέ κοι­νω­νή­σουν. Τούς εἶ­πα ὅ­τι τήν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα τό ἀ­πό­γευ­μα εἶ­χα φά­ει κρέ­ας καί μοῦ ἀ­πάντη­σαν: “Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, ἐ­μεῖς τό γνω­ρί­ζου­με. Καί ἕ­να νά γνω­ρί­ζης. Αὐ­τόν πού ἐ­μεῖς φέ­ρα­με σέ σέ­να, Αὐ­τόν καί ἐ­σύ ἀ­πό ἐ­δῶ καί στό ἑ­ξῆς θά δί­νεις στούς ἀν­θρώ­πους”. 

»Μοῦ ἔ­δω­σαν τό μά­κτρο καί μέ κοι­νώ­νη­σαν. Τό ἴ­διο ἔ­κα­ναν καί στόν Ἀ­να­στά­ση. Ἀφοῦ μᾶς εὐ­λό­γη­σαν, ἔ­φυ­γαν καί τό φῶς ἔ­σβη­σε μό­νο του. Τό­τε τι­νά­χθη­κα πά­νω στό κρεβ­βά­τι καί ἔ­νι­ω­σα κά­τι πα­ρά­ξε­νο. Πρίν ἀ­κό­μα ἀρ­χί­σω νά σκέ­φτω­μαι καί νά συ­νει­δη­το­ποι­ῶ τί συ­νέ­βη, ἔ­νι­ω­θα τήν εὐ­λο­γί­α τους. Ἔβγα­λα ἀ­πό τό στό­μα μου τόν Ἅ­γιο Ἄρ­το καί τό χέ­ρι μου κοκ­κί­νι­σε. Τό­τε κα­τά­λα­βα πώς ἦ­ταν κά­τι τό ἀ­λη­θι­νό, κά­τι τό ὑ­παρ­κτό. Μέ δέ­ος τόν κα­τέ­λυ­σα. Δό­ξα­σα τόν Θε­ό καί πραγ­μα­τι­κά πε­ρί­με­να μέ ἀγά­πη μέ­σα μου τόν θά­να­το. 

»Ἀλ­λά συ­νέ­βη τό ἀντί­θε­το. Ἐ­νῶ ἤ­μουν μέ 80 τοῖς ἑ­κα­τό ἀ­να­πη­ρί­α καί σύμ­φω­να μέ τό νό­μο 2643 ἤ­μουν ἄ­το­μο μέ εἰ­δι­κές ἀ­νάγ­κες, ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή ἄρ­χι­σαν ὅ­λα νά πη­γαί­νουν πρός τό κα­λύ­τε­ρο. Ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας μου ἦ­ταν γρή­γο­ρη, θε­α­μα­τι­κή καί οἱ για­τροί ἀ­πο­ροῦ­σαν γι᾽ αὐ­τό.  

»Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό λί­γους μῆ­νες βρέ­θη­κα μέ κά­ποι­ον Γέ­ροντα Ἁ­γι­ο­ρεί­τη καί τοῦ δι­η­γή­θη­κα ὅ­λα αὐ­τά, μοῦ εἶ­πε: “Στυ­λια­νέ, τί ἦ­ταν αὐ­τό πού σοῦ ἔφε­ραν οἱ Ἅ­γιοι ἐ­κεί­νη τή νύ­χτα; Ἦ­ταν ὁ Χρι­στός, τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα Του, ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α. Ποι­ός εἶ­ναι αὐ­τός πού δί­νει στούς ἀν­θρώ­πους τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α; Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας. Στυ­λια­νέ, παι­δί μου, ἦρ­θε ἡ ὥρα γι­ά τόν θά­να­το, ὄ­χι τόν πνευ­μα­τι­κό, ἀλ­λά τόν θά­να­το τοῦ πα­λαι­οῦ Στυ­λια­νοῦ, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα γι­ά νά γί­νης Ἱ­ε­ρέ­ας”. 

»Ἔ­τσι στίς 14‒12‒2003, χω­ρίς προ­η­γου­μέ­νως νά τό ἔ­χω σκε­φθῆ πο­τέ, χει­ρο­το­νή­θη­κα Δι­ά­κο­νος ἀπό τά εὐ­λο­γη­μέ­να χέ­ρια τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Μη­τρο­πο­λί­του Σι­σα­νί­ου καί Σι­α­τί­στης Κυ­ροῦ Ἀντω­νί­ου, καί στίς 23‒5‒2004 πρε­σβύ­τε­ρος σέ ἡ­λι­κί­α 41 ἐ­τῶν». 

(Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής)

» – Καλά έκανες κύριε Κώστα και με πήρες για την Θεσσαλονίκη. Πάντα τέτοιες μέρες πριν την γιορτή μου έρχομαι με άλλους νεομάρτυρες αδελφούς και συναντούμε στην Θεσσαλονίκη τον ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ… πάνω στο μαρτύριο του στηρίχτηκαν και τα δικά μας μαρτύρια για τον ΧΡΙΣΤΟ…»

Ένα κ

Καταπληκτικό γεγονός…


                             
Βαρυχειμωνιά είχε πλακώσει τέτοιες ημέρες όχι πολλά χρόνια πριν στην Δυτική Μακεδονία. Ήταν οι χρονιές που «έψηναν» στα κάστανα την συμφωνία των Πρεσπών.

Η Εγνατία οδός φρακαρισμένη στο χιόνι και μετά δυσκολίας γινόταν η κυκλοφορία με αλυσίδες.

Κάποιος αδελφός είχε μια υποχρέωση στην όμορφη πόλη των Γρεβενών της Ελληνικοτάτης Μακεδονίας μας ( για να μην ξεχνιόμαστε ) και επέστρεφε στην Θεσσαλονίκη.

Λίγο έξω από τα Γρεβενά εκεί στον κόμβο με το χωριό του ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ που η παράδοση το θέλει γενέτειρα του Αγίου Νεομάρτυρος εξ Ιωαννίνων , σταμάτησε για να βάλει αλυσίδες.

Τα χέρια του είχαν παγώσει και δυσκολευόταν, αλλά μόλις σήκωσε τα μάτια μπροστά στο καπό, βλέπει ένα παλληκαράκι με λεπτό μουστακάκι να του χαμογελάει και να του προτείνει να τον βοηθήσει.

Πράγματι όλα τελείωσαν στο άψε – σβήσε.

Ευχαριστώντας το παλληκάρι αυτό, άκουσε να του λέει:

» Αν πας Θεσσαλονίκη, μπορείς να με πάρεις και εμένα, θέλω να πάω στον ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ για να τον προσκυνήσω.»

Τάχασε ο οδηγός , το μυαλό του κατακλύστηκε από σκέψεις διάφορες

«τόσες ώρες με έναν άγνωστο και που ξέρεις τι είναι και τι μπορεί να σου κάνει στην διαδρομή;»

Βλέποντας όμως το καθαρό πρόσωπο του νέου δεν δίστασε να του πει:

– εντάξει παλληκάρι μου , ευκαιρία να προσκυνήσω και εγώ μαζί σου την ΧΑΡΗ του ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ.

O νέος του συστήθηκε:

» Με λένε Γιώργο και ασχολούμαι με άλογα στην περιοχή «

Όλα γύρω παγωμένα αλλά το αυτοκίνητο τσουλούσε λες και ήταν πάνω σε ένα αερόστρωμα.

Και φυσικά η συζήτηση με τον νέο περιεστράφει γύρω από τα τότε τεκταινόμενα για το Σκοπιανό και τις αντιδράσεις του κόσμου.

Έλεγε, έλεγε ο οδηγός…είχε πιάσει όλους τους πολιτικούς και τους ανεβοκατέβαζε γενιές 14ερες.

Ο συνοδηγός τον άκουγε με προσοχή , κουνώντας το κεφάλι του , λες και επικροτούσε, ότι άκουγε από τον συνομιλητή του.

Αφού πέρασαν τις σήραγγες της Εγνατίας και στην μεγάλη κατηφοριά της Βέροιας ο νέος άρχισε να σταυροκοπιέται συνέχεια.

Καλά του λέει ο οδηγός

-τι σε έπιασε ξαφνικά, για πόσες εκκλησίες και αγίους σταυροκοπιέσαι;, τον ρώτησε.

και ο νέος του απάντησε:

«η Βέροια είναι γεμάτη με πολλούς νεομάρτυρες από τα χρόνια της σκλαβιάς που δεν τους ξέρετε, αλλά για μένα είναι φίλοι μου»

Παράξενα πράγματα είπε μέσα του οδηγός και ξεκίνησε πάλι να του μιλάει για τους πολιτικούς που διαπραγματευόταν για την ονομασία της Μακεδονίας.

Αφού πέρασαν τον Κόμβο στο ΚΛΕΙΔΙ μπήκαν στην μεγάλη ευθεία προς την Θεσσαλονίκη.

Στέγνωσε το στόμα του οδηγού να μιλάει και σώπασε για λίγο,

όταν άκουσε τότε τον συνοδηγό του να του αποκαλύπτει, ότι αυτό που άνοιξαν οι Σκοπιανοί με τους φίλους τους

«θα το λύσει ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΣ, όταν ξαναεπιτεθούν οι τούρκοι στην Ελλάδα»

Μόλις το παλληκάρι είπε την λέξη ¨τούρκοι¨ το πρόσωπο του έκανε συσπάσεις πόνου και κοιτούσε τα πόδια του.

– τι έχεις; τον ρώτησε , σαστισμένος ο οδηγός.

Αμίλητος ο νέος δίπλα του.

Σε ένα φανάρι μέσα στην Θεσσαλονίκη έσκυψε ο οδηγός να δει τα πόδια του νέου που έδειχνε ότι πονάει.

και τι να δει ..

τα πάντα είχαν γεμίσει αίματα

– ΠΑΝΑΓΙΑ μου είπε ,να σε πάω σε κοντινό νοσοκομείο.

» όχι αδελφέ μου , δεν είναι τίποτε πάντα τέτοια μέρα ανοίγουν οι πληγές στα πόδια μου που μου έκαναν οι τούρκοι, να με πας στον ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ» του σύστησε.

-ποιοι τούρκοι και γιατί να μην τον πάω στο νοσοκομείο , αφού είμαι υπεύθυνος για την υγεία του; αναρωτήθηκε ο οδηγός για τα παράδοξα

Τελικά τον έπεισε να τον πάει σε νοσοκομείο της πόλης.

Εκείνη την στιγμή δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε από όσα του είπε ο νέος για τους τούρκους, έβλεπε τα αίματα στις μοκέτες της θέσης του συνοδηγού και τρόμαζε με τις εικόνες αυτές.

Έξω από το νοσοκομείο μεταξύ της στάθμευσης των επειγόντων και μέχρι να φωνάξει ένα καροτσάκι , ο νέος είχε εξαφανιστεί από την θέση του συνοδηγού, ρώτησε , ξαναρώτησε σε όλο το νοσοκομείο , κανείς δεν είδε τον νέο αυτό, όπως τον περιέγραφε.

Πήγε και στον ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ αλλά και εκεί δεν τον βρήκε μόνο προσκύνησε τον ΑΓΙΟ στην λάρνακα του που μυρόβλυζε

Στο μυαλό του μπήκαν πάλι πολλοί λογισμοί

– τι παράξενα πράγματα είναι όλα αυτά , καλύτερα να μην τον έπαιρνα μαζί μου στο ταξίδι.

Μέχρι και στην αστυνομία σκέφτηκε να πάει και να καταγγείλει το συμβάν.

Το βράδυ αποκαμωμένος από τα γενόμενα, βλέπει τον νέο, συνταξιδευτή του κατ΄όναρ να του λέει:

» – Καλά έκανες κύριε Κώστα και με πήρες για την Θεσσαλονίκη.

– Πάντα τέτοιες μέρες πριν την γιορτή μου έρχομαι με άλλους νεομάρτυρες αδελφούς και συναντούμε στην Θεσσαλονίκη τον ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ… πάνω στο μαρτύριο του στηρίχτηκαν και τα δικά μας μαρτύρια για τον ΧΡΙΣΤΟ.

– Είμαι ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ο εξ Ιωαννίνων που με κρέμασαν οι τούρκοι κτυπώντας αλύπητα πρώτα τα πόδια μου, σέρνοντας με.

– Από τα αίματα που είδες, θα μείνει ένα μόνο μικρό σημείο πάνω στην μοκέτα ξεραμένο αίμα, να το κόψεις και είναι το δώρο που σου κάνω για το ταξίδι που μου χάρισες.

– Όλα θα γίνουν κατά το ΑΓΙΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ για την πατρίδα και μην ανησυχείς, έχουν γνώση οι φύλακες.

– Αυτά τα αίματα μας θα τρομάξουν τους τούρκους που θα ξαναέλθουν με τις πλάτες άλλων…»

πηγή: Κωνσταντίνος Σύμπουρας

Μᾶς συμφέρει νὰ ἀρκεστοῦμε στὴν ἐπιστημονικὴ λογική;

 Παῦλος μοναχός, Βιολόγος, MD Μοριακῆς Βιολογίας καὶ Βιοϊατρικῆς – Βουλευτήρια Ἁγίου Ὄρους

   Τί παράξενο, σὲ λίγες μέρες θὰ γιορτάσουμε τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἕνα θαῦμα ποὺ ὑπερβαίνει τὶς ἰατροβιολογικὲς ἐπιστῆμες καὶ κυρίως τὴν Γενετική, μὲ ἐπιστημονικοὺς παρεμβατισμούς, περιορισμοὺς καὶ ἀποκλεισμοὺς ἱστορικὰ πρωτοφανεῖς. Σὰν νὰ μεταλλάχθηκε ἡ ἐπιστήμη σὲ ἀπιστήμη. Θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσουμε τελικά, μᾶς συμφέρει νὰ περιοριστοῦμε καὶ νὰ ἀρκεστοῦμε στὴν ἐπιστημονικὴ λογική; Κάποτε μοῦ τέθηκε αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Ἄν, ὡς ἐπιστήμονας, εἶχα ἀπαντήσει ὅτι ἀρκοῦμαι δὲν θά ΄μουν τώρα ζωντανὸς νὰ γράφω αὐτὸ τὸ κείμενο.

   Πρὶν ἔντεκα χρόνια ἔκανα τὸ διδακτορικό μου σὲ πεδίο βιοεπιστημονικοῦ ἐνδιαφέροντος. Μελετοῦσα δομὲς στὸ κυτταρικὸ τοίχωμα κάποιων μικροβίων πού, παράξενο, στὸ μικροσκόπιο εἶχαν σχῆμα κομποσχοινιοῦ. Δὲν τὸ εἶχα καταλάβει τότε. Δὲν ἤμουν κοντὰ στὴν Ἐκκλησία. Πίστευα στὸν Θεό. Εἶχα φτιάξει ὅμως τὴν δική μου, δῆθεν ψαγμένη, κοσμοθεωρία, τὸ δικό μου «εὐαγγέλιο». Ἐρευνητικὰ πήγαινα καλά. Εἶχα ἤδη ἀπὸ τὸ πρῶτο ἔτος ἀρκετὰ πειραματικὰ δεδομένα γιὰ τὴν πολυπόθητη πρώτη δημοσίευση.

   Ἦταν μεγάλη τεσσαρακοστὴ ὅταν ἄρχισα νὰ ἔχω ἐνοχλήσεις στὴν μέση, οἱ ὁποῖες ἐπιδεινώθηκαν παρὰ τὰ ἀντιφλεγμονώδη ποὺ πήρα. Στὸν ὕπνο ἔβλεπα ἐφιάλτες ὅτι πεθαίνω. Ἀποφάσισα νὰ πάω στὰ ἐφημερεύοντα γιὰ περαιτέρω ἔλεγχο. Ἕνας ὑπέρηχος ἄνω κάτω κοιλίας ἦταν ἀρκετὸς γιὰ νὰ γίνει ἄμεση εἰσαγωγή. Μοῦ εἶπαν γιὰ μιὰ μεγάλη κύστη στὸν ἀριστερὸ νεφρό. Ἐπὶ εἴκοσι μέρες ἔκανα παρακεντήσεις, ἐξετάσεις γιὰ νὰ βγεῖ διάγνωση. Οἱ γιατροὶ πάντα σκυθρωποί, ὀλιγομίλητοι. Ἤξεραν, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἔλεγαν.

   Κάποια στιγμὴ ἐκνευρίστηκα καὶ πήγα στὸν διευθυντὴ τῆς κλινικῆς καὶ τὸν ρώτησα τί σχέση ἔχει ἡ ἀξονικὴ στὸν θώρακα καὶ τὸ κεφάλι μὲ τὸν νεφρό. Στρίβοντας τσιγάρο μοῦ ἀπάντησε κοφτά: «Ἔχεις καρκίνο. Ἔχεις ἕνα τεράστιο ὄγκο στὸν νεφρὸ μὲ μεταστάσεις στοὺς πνεύμονες καὶ τὴν σπονδυλικὴ στήλη». Πάγωσα…

   Πίσω μου, ἡ μάνα μου καὶ ὁ ἀδερφός μου ἄρχισαν τοὺς λυγμούς. Ἐσωτερικὰ ὅλος ὁ κόσμος μου γκρεμιζόταν. Ὄνειρα, ἀγωνίες, στόχοι, σχέσεις, καθημερινότητες, κοσμοθεωρίες. Ὅλα σκόνη. Κι ὅμως, κάτι μᾶλλον Κάποιος μὲ κράταγε ὄρθιο. Μιὰ ἐσωτερικὴ φωνὴ ποὺ μοῦ ἔλεγε: Μὴν ἀνησυχεῖς, Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ.

   Ἔφυγα ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ γιατροῦ τρομαγμένος, ἀλλὰ παραδόξως μὲ μιὰ διαύγεια, μὲ ἕνα ἐσωτερικὸ ξεκαθάρισμα. Ἕνα νέο νόημα σκόρπισε τὴν ὁμίχλη ποὺ σκέπαζε τὸν νοῦ μου. Δὲν μὲ ἔνοιαζε τόσο ποὺ θὰ πέθαινα νωρίς. Εἶχα ζήσει ἔντονα τὴν ζωή μου. Μὲ φόβιζε ἡ συναίσθηση ὅτι ἔχασκε ἀπὸ κάτω μου ὀρθάνοιχτο τὸ στόμα τοῦ βύθιου δράκοντα νὰ καταπιεῖ τὴν ψυχή μου καὶ νὰ τὴν στείλει στὴν αἰώνια κόλαση. Ἤθελα νὰ ἐξομολογηθῶ, σὰν τὸν ἄσωτο υἱὸ νὰ γυρίσω πίσω σὲ ἕνα πνευματικὸ ξεκίνημα ποὺ εἶχα ἐγκαταλείψει ἐδῶ καὶ χρόνια. Δὲν θὰ προλάβαινα νὰ φτάσω στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα, ἀλλὰ ἴσως μὲ ἔβρισκε στὸν σωστὸ προσανατολισμό, στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

   Τὰ πάντα μοῦ ἔδειχναν τὸ θάνατο. Οἱ γιατροὶ καὶ κυρίως τὸ ἴδιο τὸ γνωστικό μου ὑπόβαθρο. Εἶχα ὅμως μιὰ φλογερὴ πίστη ὅτι ὁ Πρωτομάστορας Θεός, ἂν ἦταν θέλημά Του, μποροῦσε νὰ φτιάξει τὴν ἀνεπανόρθωτη βλάβη ποὺ εἶχε ὑποστεῖ τὸ σῶμα μου. Κατέβηκα στὴν ἐκκλησία καὶ ἐκεῖ στὸ κατανυκτικὸ ἡμίφως τῶν κεριῶν ἐξομολογήθηκα στὸν πνευματικὸ γιατρὸ τοῦ νοσοκομείου.

   Ἂν καὶ οἱ οὐρολόγοι ἀρχικὰ δὲν ἔκριναν σκόπιμο νὰ χειρουργηθῶ, γιατὶ ἡ κατάσταση ἦταν πολὺ προχωρημένη, τελικὰ πήραν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸ κάνουν. Μοῦ μίλησαν γιὰ μιὰ δύσκολη πολύωρη ἐπέμβαση, ποὺ στὸν ἴδιο χρόνο θὰ προσπαθοῦσαν νὰ ἀφαιρέσουν τὸν ὄγκο μαζὶ μὲ τὸν νεφρό, τὶς συμφύσεις του καὶ τὴν πιὸ μεγάλη μετάσταση στὸν πνεύμονα.

   Τὴν προηγούμενη τοῦ χειρουργείου ἦταν Κυριακὴ καὶ μετὰ ἀπὸ πολλά, πολλὰ χρόνια λειτουργήθηκα καὶ κοινώνησα. Δὲν ἦταν μόνο ὅτι κοινώνησα τὸν Χριστό, (ἐπι)κοινώνησα καὶ μὲ τοὺς πιστοὺς γύρω μου. Μέσα ἀπὸ τὴν κοινὴ λατρεία ἔνοιωσα νὰ μὲ στηρίζει καὶ νὰ μὲ ἐνισχύει ἕνα προσευχητικὸ δίχτυ ποὺ τὸ κράταγαν ὅλοι μαζὶ οἱ πιστοί…

   Τὰ πράγματα πήραν ἄλλη τροπή. Τὸ χειρουργεῖο κράτησε μόνο δύο ὧρες γιατὶ ὁ ὄγκος, πέραν κάθε προσδοκίας, δὲν εἶχε συμφύσεις σὲ γειτονικὰ ὄργανα καὶ βγῆκε εὔκολα σὰν μωρό. Ἡ ταχεῖα βιοψία ἔδειξε ὅτι δὲν ἔπασχα ἀπὸ καρκίνο τοῦ νεφροῦ, ἀλλὰ ἀπὸ ἕνα σπάνιο παιδικὸ ὀστεοσάρκωμα. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ μεταστάσεις στὸν πνεύμονα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπιστοῦν πρῶτα μὲ χημειοθεραπεία. Ἔτσι ἐκεῖ ποὺ φαινόμουν πολὺ νέος γιὰ νὰ ἔχω καρκίνο, ἤμουν τώρα πολὺ «γέρος» γιὰ τὸν συγκεκριμένο τύπο καρκίνου. Ἄρχισα νὰ βλέπω τὰ πρῶτα χαμόγελα στὰ πρόσωπα τῶν γιατρῶν. Μιὰ κάποια ἐλπίδα ἄρχισε νὰ ἀνατέλλει.

   Ὡστόσο, τὸ πρόβλημα ἦταν ὅτι στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρχε ἡ γνώση καὶ ἡ ἐμπειρία ἑνὸς ἐπιθετικοῦ πρωτοκόλλου ἀντιμετώπισης τοῦ συγκεκριμένου μεταστατικοῦ καρκίνου σὲ ἐνήλικα. Ἔτσι οἱ ὀγκολόγοι μοῦ πρότειναν νὰ μὲ ἀναλάβει μιὰ ἐξειδικευμένη ὀγκολογικὴ κλινικὴ τῆς Ἀμερικῆς. Στὴ σκέψη αὐτὴ μὲ προβλημάτιζε ἡ ἐνδεχόμενη ἔλλειψη ἐκκλησίας στὴν πόλη ποὺ ἦταν ἡ κλινικὴ καὶ κατ’ ἐπέκταση ἡ στέρηση τῆς Θείας Κοινωνίας. Τὸ συζήτησα μὲ τὸν πνευματικό μου στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ μετὰ ἀπὸ πολλοὺς πειρασμοὺς μπόρεσα νὰ συνδεθῶ ξανὰ μαζί του λίγο πρὶν τὸ χειρουργεῖο. Μοῦ ἔδωσε τὴν εὐλογία του νὰ πάω στὴν Ἀμερική. Ὅλα πήγαν ἀνέλπιστα καλά.

   Μέσα σὲ ἐλάχιστο χρόνο ἔγιναν οἱ ἑτοιμασίες καὶ βρεθήκαμε στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Ἡ πόλη ἦταν ὄμορφη, ἥσυχη, οὐσιαστικὰ προέκταση τοῦ νοσοκομείου, φτιαγμένη γιὰ νὰ ἐξυπηρετεῖ καὶ νὰ ἀναψύχει τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς συνοδούς τους. Τὸ κυριότερο, πολὺ σύντομα ἀνακαλύψαμε ὅτι κοντὰ στὸ νοσοκομεῖο ὑπῆρχε ἑλληνορθόδοξη ἐκκλησία. Τὸ ἀπίστευτο, ἡ ἐνορία διέθετε δωρεὰν δίπλα στὸ ναὸ σπίτια μὲ πλῆρες νοικοκυριὸ γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς τοῦ νοσοκομείου. Ἔτσι, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, βρέθηκα νὰ ἀτενίζω ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς νέας κατοικίας μου, τὸν σταυρὸ τοῦ τρούλου τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ νὰ δοξολογῶ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ ἔλεος καὶ τὴν πρόνοιά Του.

   Συνοπτικὰ τὸ πλάνο θεραπείας περιελάμβανε χημειοθεραπεῖες, ἀξιολόγηση, χειρουργεῖο καὶ πάλι χημειοθεραπεῖες μαζὶ μὲ ἀκτινοβολίες. Στὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας στὶς δεκαπέντε Αὐγούστου ἔγινε τὸ PET SCAN τῆς ἀξιολόγησης. Ὅλες οἱ ὑπερμεταβολικὲς μεταστατικὲς ἐστίες (πάνω ἀπὸ δέκα) ποὺ εἶχε δείξει τὸν Ἀπρίλιο εἶχαν ἐξαφανισθεῖ. Ὁ μεγάλος ὄγκος στὸν πνεύμονα εἶχε συρρικνωθεῖ στὸ 1cm, ἀφαιρέθηκε χειρουργικὰ γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἦταν μόνο οὐλώδης ἱστὸς χωρὶς νεόπλασμα. Οἱ γιατροὶ ἐνθουσιασμένοι μίλησαν γιὰ ἐντυπωσιακὰ θετικὴ ἐξέλιξη. Ἀκολούθησε τὸ ὑπόλοιπο σκέλος τοῦ πρωτοκόλλου τὸ ὁποῖο εἶχε διάρκεια ὀχτὼ μῆνες.

   Σὲ ὅλο τὸ διάστημα τῶν θεραπειῶν προσπαθοῦσα νὰ κοινωνῶ κάθε Κυριακὴ μὲ τὴν εὐλογία καὶ καθοδήγηση τοῦ γέροντά μου. Ἡ Θεία Κοινωνία μοῦ ἔδινε σωματικὴ καὶ πνευματικὴ δύναμη, θάρρος καὶ καρτερία. Στὸ Ἅγιο Ποτήριο εἶχα ἐναποθέσει ὅλη τὴν ἐλπίδα μου νὰ καταφέρω νὰ  διαπλεύσω ἀνάμεσα στὶς συμπληγάδες πέτρες τῆς θανατηφόρου ἀσθένειας ἀπὸ τὴν μιὰ καὶ τῆς δηλητηριώδους θεραπείας ἀπὸ τὴν ἄλλη. Καὶ οἱ δεκατέσσερις κύκλοι μὲ βρήκαν αἱματολογικὰ ἕτοιμο καὶ ἔτσι ὅλα πήγαν σύμφωνα μὲ τὸ πρόγραμμα. Τὰ φάρμακα δὲν μοῦ προκάλεσαν οὔτε ἕνα ἐμετό, οὔτε μιὰ διάρροια.

   Παρὰ τὴν γνωστὴ ἀνοσοκαταστολὴ ποὺ προκαλοῦν οἱ χημειοθεραπεῖες δὲν νόσησα οὔτε μιὰ φορὰ ἀπὸ κάποια λοίμωξη. Ἡ Θεία Κοινωνία ὄχι μόνο δὲν κολλάει μικρόβια, ἀλλὰ πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι μὲ προστάτευσε ἀπὸ αὐτά. Αὐτὸ μὲ τὴν πνευματικὴ λογικὴ εἶναι αὐτονόητο, διότι οἱ παθογόνοι μικροοργανισμοὶ προσιδιάζουν λειτουργικὰ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο ζωντανὸ ὀργανισμὸ στὸ τέλειο παράσιτο, τὸν ἀκοίμητο σκώληκα, τὸν διάβολο, ποὺ ἡ Θεία Κοινωνία καίει καὶ ἐκδιώκει.

   Ὅλα τὰ παραπάνω τὰ καταθέτω γιὰ νὰ φανερώσω πρὸς δόξαν Θεοῦ, πολὺ ἀκροθιγῶς, τὴν εὺεργεσία ποὺ ἔλαβα ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τόσο ἀπαξιώνεται στὶς μέρες μας. Φυσικὰ δὲν ὑποτιμῶ τὴν συνδρομὴ τῆς Ἐπιστήμης. Δὲν θὰ μποροῦσα ἄλλωστε, λόγῳ τῆς διαδρομῆς μου. Θλίβομαι πολὺ πού, λόγῳ τοῦ κορωνοϊοῦ μὲ μέση θνητότητα περίπου 0,5%, ἔκλεισαν οἱ ἐκκλησίες, ὅταν ὁ καρκίνος ποὺ μὲ βοήθησε ἡ Ἐκκλησία νὰ ξεπεράσω ἔχει θνητότητα τουλάχιστον 80%. Ἄν, περισσότερο ἀπὸ τοὺς θεράποντες, ἐμεῖς οἱ ἀσθενεῖς εἴχαμε βροντοφωνάξει γιὰ τὴν ψυχοσωματικὴ θεραπεία ποὺ προσφέρει τὸ Νοσοκομεῖο ποὺ λέγεται Ἐκκλησία, θὰ εἶχε ἀναχαιτιστεῖ ἡ ἐπέλαση τῆς λογικοκρατίας.

   Ἂς συνειδητοποιήσουν οἱ εἰδικοὶ ποὺ εἰσηγοῦνται, οἱ ἰθύνοντες ποὺ ἀποφασίζουν ἢ ἀποδέχονται, οἱ νομικοὶ ποὺ καθεύδουν, οἱ δημοσιογράφοι ποὺ στοχοποιοῦν, οἱ «νομοταγεῖς» ποὺ καταγγέλλουν, οἱ ἀστυνομικοὶ ποὺ ἐπιβάλλουν πρόστιμα, ὅτι ἐμποδίζοντας τοὺς πιστοὺς νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, ἐμποδίζουν τὸν δρόμο πρὸς τὸ θαῦμα, τὸ ὑπέρλογο, πρὸς τὸν ἀκένωτο θησαυρὸ τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ἀφήνοντας ὡς μόνη ἐπιλογὴ τὸ ἀδιέξοδο τῆς ἀπελπισίας. Ἡ πραγματικότητα ἤδη ἀποφαίνεται ἂν αὐτὸ ὀνομάζεται προστασία ἢ προσβολὴ τῆς δημόσιας ὑγείας.

   Ζοῦμε σὲ ἕνα μεταπτωτικὸ κόσμο, ὄχι στὸν παράδεισο. Ὁ θάνατος εἶναι φυσιολογικὴ λειτουργία τῆς ζωῆς γιὰ τὴν διατήρηση τῆς πληθυσμιακῆς ἰσορροπίας καὶ βιοποικιλότητας τῶν οἰκοσυστημάτων. Ἀναπόφευκτα θὰ μᾶς ἐπισκεφθοῦν οἱ ἀσθένειες καὶ τελικὰ ὁ θάνατος. Ὁ Χριστός, θεραπεύοντας «πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν» στὸ Εὐαγγέλιο, ἀποκάλυψε ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ὑπέρτατος διαχειριστὴς τῶν ἀσθενειῶν. Εἰσερχόμενοι στὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δίνουμε στὸν Χριστό, τὸν Ἱατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, τὴν ἄδεια νὰ χρησιμοποιήσει τὶς ἀσθένειες, τοὺς γιατρούς, τὰ φάρμακα καὶ ὅλες τὶς σχετικὲς ἐμπειρίες ὡς χειρουργικὰ ἐργαλεῖα γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ νὰ μᾶς ἐνηλικιώσει πνευματικά. Ἔτσι γινόμαστε ἀληθινὰ ἄνω θρώσκοντα ὄντα ποὺ χαίρονται καὶ ἀγάλλονται μὲ τὸν Κύριο καὶ Δημιουργό τους.

   Εἶναι πραγματικὰ ἕνα θαυμαστὸ μυστήριο, πῶς ἐντὸς Ἐκκλησίας ἡ ἀσθένεια μεταβάλλεται σὲ δύναμη, ἡ ἀναπηρία σὲ ὑπέρβαση, ὁ θάνατος σὲ ἀνάσταση. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι οἱ ἀρρώστιες ἦταν πάντα εὐπρόσδεκτες ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἁγίους μας, γιὰ νὰ εἶναι ὁ νοῦς τους σταθερὰ ἀποξενωμένος ἀπὸ τὸ τρεπτό, ἐφήμερο, ἀπατηλὸ καὶ μάταιο αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμοι εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου. Γιατὶ ἡ ταπείνωση, ὁ πόνος καὶ τὸ μαρτύριο τῆς νόσου εἶναι ὁ πιὸ εὔγλωττος τρόπος νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε γιὰ ἐμᾶς.   Ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς τὴν δοκιμασία τοῦ κορωνοϊοῦ γιὰ νὰ σηκώσουμε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ νὰ μᾶς ἀνασύρει ἀπὸ τὴν λάσπη τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τῆς κοσμικότητας. Ἐμεῖς ὅμως χωθήκαμε πιὸ βαθειὰ στὸν βοῦρκο, νὰ μᾶς κατεσθίουν οἱ βδέλλες καὶ τὰ σκουλήκια τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ αἰῶνος τούτου. Εὔχομαι, πρὶν ἔρθουν πιὸ δύσκολες καταστάσεις, νὰ γίνει κοινὴ συνείδηση ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ αὐξανόμενη μέν, ἀει-πεπερασμένη δέ, ἐπιστημονικὴ παρακαταθήκη. Κατὰ πάντα μᾶς συμφέρει ὁ ἀγωγὸς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέγεται Ἐκκλησία, νὰ εἶναι διαρκῶς ἀνοιχτὸς καὶ προσβάσιμος, νὰ γεμίζει τὶς καταφαρμακωμένες καρδιές μας μὲ ἐλπίδα καὶ τὶς ζωές μας μὲ εὐλογίες καὶ θαύματα.

ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ