Το Ψυχοσάββατο στην Ίμβρο

Του μακαριστού Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος*

Οικιακός μας είναι ο θάνατος εδώ πάνω στο νησί μας. Ήμερος. Αναμενόμενος. Παραμερίζει τις ροδοδάφνες και ξεπροβάλλει.
Και ο δούλος του Κυρίου, αντικρύζοντάς τον, δεν αιφνιδιάζεται, δεν αγριεύεται. Φυσικά, δεν είναι καλόδεχτος. Όμως, ακόμη και στις τραγικώτερες επισκέψεις του, δεν είναι ξένος, επίσημος, παγερός.

Στις συναντήσεις μαζί του κυριαρχεί ένας τόνος μαλακός, ένα είδος σπιτικής ζεστασιάς.

Κάπου εκεί στο γωνίδι τον βάζουμε και κάθεται, και αρχίζουμε μαζί του συνομιλία. Μοιρολογούμε. Διαλογικά μοιρολογούμε. Ζητούμε λόγους, εξηγήσεις. Παραπονιόμαστε. Τον κακίζουμε τον θάνατο. Χύνουμε πύρινα δάκρυα. Κάποτε ο τόνος γίνεται θερμότερος. Ανεβαίνει η κλίματα του θρήνου, γίνεται κραυγή γοερή, οδυρμός. Πάλι όμως τα πράγματα είναι μερωμένα, δεν ξεπερνούν τα χριστιανικά ανθρώπινα όρια.

Οικιακός μας είναι ο θάνατος εδώ. Το βασίλειό του βρίσκεται λίγο πέρα από την αυλή του σπιτιού μας, στην στροφή του αυλόγυρου της εκκλησίας μας. Συνορεύει με το χωράφι μας και με τ’ αμπέλι μας… Απλά απλωμένο κοντά στην ζωή μας, το νεκροταφείο του χωριού, ούτε μας απωθεί, ούτε μας τρομάζει. Σκόρπιοι χαμηλοί σταυροί ξεφυτρώνουν μέσ’ απ’ το χαμομήλι.

Πουθενά βάρος και κρυάδα μαρμάρου. Καμμία καταθλιπτική επιβλητικότητα. Ούτε άκαμπτη γαλήνη. Ειρήνη ιλαρή… πλάϊ στην ορθή αυστηρότητα του κυπαρισσιού, μία αγριοτριανταφυλλιά έχει τινάξει το ρόδινό της τόξο, και μέσ’ απ’ τον κισσό ξεπηδά μία φαιδρή νότα ανθισμένης αμυγδαλής. Θαρρείς κι’ είναι περιβόλι του σπιτιού μας…

Λιβανίζει το σπίτι η Ιμβριώτισσα νοικοκυρά, κι’ έτσι καθώς είναι, με την ποδιά της, παίρνει το λιβανιστήρι και πηγαίνει στο μικρό νεκροταφείο, για να λιβανίσει κι’ εκεί κάποιο δικό της σταυρό. Κι’ έπειτα, στην βάση του σταυρού, θα ανάψει το καντήλι. Και θάρθει κι άλλη νοικοκυρά. Κι άλλη. Θάρθουν πολλές.
Κάθε σπίτι έχει και τον σταυρό του. Σπίτι και σταυρός. Ανάβουν στα σπίτια τους τα τζάκια, ανάβουν και στους σταυρούς γλυκά καντήλια. Και σαν πέφτει το σκοτάδι, πάνω από τα χαμομήλια, λαμπυρίζουν σαν πυγολαμπίδες πολλά, σκορπισμένα, τόσα δα φωτάκια. Σαν ένα κομμάτι καθρεφτισμένου ουρανού, με πολλά – πολλά αστράκια, είναι το νεκροταφείο μας την νύκτα. Κι είναι ήμερο και ζεστό και στο σκοτάδι.
Πριν λίγο καιρό, στο Γλυκύ (χωριό της Ίμβρου), πέθανε ένα μικρό παιδί. Έφυγε από την αυλή του σπιτιού του, μέσ’ απ’ τα μικρά παιδιά, και πήγε σ’ ένα μικρό σπιτάκι, κάτω απ’ την χλόη του νεκροταφείου. Τ’ άλλα παιδιά συνέχισαν τα παιχνίδια τους, στις αυλές των σπιτιών. Μα μία μέρα, καθώς έπαιζαν, θυμήθηκαν το μικρό αγόρι, κι αφήνοντας μισοτελειωμένο το παιχνίδι, πήγαν να βρουν τον μικρό τους φίλο. Στο μικρό του μνήμα μετέφεραν το παιχνίδι τους. Και, μ’ αυτή τη σοβαρή τρυφερότητα που έχουν τα παιδιά, φύτεψαν πάνω στο νωπό χώμα βιολέτες και τριανταφυλλιές…

Κι’ ενώ θα κορυφώνεται το τραγούδι της ζωής, η καμπάνα του χωριού θα σημάνει Ψυχοσάββατο… Από κάθε σπίτι, από κάθε γωνιά του σπιτικού, θα ξεκινήσουν μαυροντυμένες γυναίκες με τα κόλλυβα στα χέρια, ταπεινές, σιωπηλές, η μία κατόπι στην άλλη, σα λιτανεία θάρθουν στην εκκλησιά. Εκεί θα κατεβούν αμίλητες και οι ψυχές. Και, μέσα στο ημίφως του εσπερινού, νεκροί και ζωντανοί θα ανταμώσουν. Δεν θάναι ούτε στη χώρα της ζωής, ούτε στη χώρα του θανάτου. Θα σταθούν για μία στιγμή μαζί, αυτοί που έζησαν και αυτοί που ζουν, κάπου πέρα από τον θάνατο και τη ζωή, στη γη της αβασίλευτης ημέρας.

*Ένα κείμενο που περιγράφει πώς οι Ίμβριοι μέσα από την λαϊκή ευσέβειά τους αντιμετώπιζαν τον θάνατο ως «οικιακό» (οικείο) τους και πώς τελούσαν τα «νενομισμένα» περί των κεκοιμημένων, όταν ο αοίδιμος Μελίτων ήταν Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου. 

http://www.agioritikovima.gr

Advertisements

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ (π. Δαμιανού Σαράντη)

Ψυχοσάββατο.
Μια μέρα αλλιώτικη, μια μέρα διαφορετική. Μια μέρα που είναι γεμάτη μνήμη, αγάπη και προσευχή.
Μνήμη, αγάπη και προσευχή γι’ αυτούς που φύγανε, από αυτούς που μείνανε.
Όλοι μας αυτή τη μέρα θυμόμαστε τους αγαπημένους μας και νοσταλγούμε, άλλος λίγο–άλλος πολύ, την παρουσία τους, το πρόσωπό τους, τη φωνή τους, τη ματιά τους. Και να μη τους νοσταλγούμε, κατά βάθος μέσα μας κουρνιάζει η προαίρεση της νοσταλγίας: θα θέλαμε να μπορούσαμε να τους θυμόμαστε. Είναι ένα θέμα αυτό.
Πάντως, η αγάπη, η πραγματική αγάπη, είναι μόνο μνήμη. Και η μνήμη της αγάπης, είναι μόνο προσευχή.
Προσευχόμαστε, επειδή ακριβώς αγαπάμε και θυμόμαστε.
Κι αν δεν προσευχηθούμε γι’ αυτούς που φύγανε, αυτό σημαίνει ότι εμείς είμαστε κάπως ελλιπείς και κολοβωμένοι στην αγάπη.
Δεν γίνεται να αγαπάς και να μην προσεύχεσαι.
Δεν γίνεται να αγαπάς και να μη θυμάσαι.
Θυμόμαστε και, έτσι, απευθυνόμαστε στη μεγάλη αγάπη του Χριστού, στον Ίδιο τον Σωτήρα μας Χριστό, για να θυμηθεί όλους όσους εμείς καθόμαστε και θυμόμαστε ιδιαίτερα σήμερα το Ψυχοσάββατο: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ανάπαυσον τους δούλους σου»!
Τους πατέρες και τις μητέρες μας, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, τους αδελφούς και τις αδελφές μας, τους συγγενείς μας, τους αναδόχους και τους αναδεκτούς μας, τους φίλους, τους συγχωριανούς, τους γνωστούς, τους συναδέλφους και τους συνεργάτες μας, τους δασκάλους και τους συμμαθητές μας, τους συστρατιώτες και όλους όσους γνωρίσαμε και όσους μας γνώρισαν.
Όλοι είμαστε ένα σώμα, ένα σώμα ομόψυχων αδελφών κι ας μην εκμεταλλευτήκαμε ίσως κάποιες ουσιαστικές ευκαιρίες πραγμάτωσης αυτής της αδελφοσύνης που ενδεχομένως να παρουσιάστηκαν στο διάβα της ζωής μας.
Συναζόμαστε με άφθονες λαχτάρες, με πόνους ή φόβους μνήμης στη θεία Ευχαριστία, πάμε σιωπηλά προς την Πρόθεση με τα ψυχοχάρτια της καρδιάς μας, γινόμαστε βαθμιαία άνθρωποι της Προθέσεως, θυμόμαστε και ονοματίζουμε πρόσωπα, έναν-έναν και κάθε έναν δούλο του Θεού –του Θεού που είναι ο μόνος Ελευθερωτής των ψυχών μας.
Βρισκόμαστε μέσα στη ζεστή Κιβωτό της Εκκλησίας· έξω απ’ αυτή τη σωτήρια Κιβωτό, βασιλεύει η καταχνιά και η άβυσσος του άδη, δε βλέπεις καμία ζωή και δεν αισθάνεσαι κανένα χνώτο ζωής πουθενά. Η Εκκλησία σώζει διαρκώς: προσωπικά, διαπροσωπικά και καθολικά, κάθε ώρα και στιγμή, πάντα. Αυτό αισθανόμαστε εμπειρικά. Η κεφαλή της, που είναι ο Χριστός, σώζει όσους θέλει αλλά και μπορεί να σώζει όπως βούλεται εκείνους, για τους οποίους τα μέλη της (οι άγιοι, οι θεώμενοι, οι σωσμένοι, τα πιστά και αγωνιζόμενα μέλη της) δεν παύουν να δέονται και να παρακαλούν. Άλλωστε, ποια προσευχή μέσα στην άκτιστη Εκκλησία πάει χαμένη;
Στο υπέρτατο μυστήριο του θανάτου δεν υπάρχουν εχθροί και έχθρες, κακίες και μνησικακίες, πονηρίες και αλαζονείες, ψέματα και μύθοι, στρεβλώσεις και σκληρύνσεις. Όλοι πρέπει να προσευχηθούμε στιγμιαία ή εκτενώς με την καρδιά μας, με μια καρδιά που να έχει μνήμη για προσευχή και προσευχή στη μνήμη. Η μνήμη φέρνει την προσευχή και η προσευχή κινεί την αγάπη, τη θεία αγάπη που είναι παντοδύναμη, ανεξερεύνητη και απερινόητη.
Πού πήγαν οι προσφιλείς μας συγγενείς, αυτούς που δεν παύσαμε ποτέ να θυμόμαστε και να αγαπούμε; Μήπως χαθήκανε; Μήπως σταμάτησε γι’ αυτούς η ζωή; Μήπως, επειδή αδυνατούμε εμείς να τους δούμε και να τους ακούσουμε, πάει να πει ότι δεν υπάρχουν; Όχι. Υπάρχουν. Υπάρχουν, όχι βέβαια εδώ στη γη και ασφαλώς όχι μαζί με το χωμάτινο σκήνωμα της ψυχής τους που ήταν το σώμα τους. Ο θάνατος είναι για μας ένα μυστήριο, το τελευταίο μυστήριο που δοκιμάζει η ύπαρξή μας. Ένα αδιήγητο πέρασμα και μια μεγάλη διάβαση συντελείται. Μόλις που προλαβαίνουμε να πούμε κάτι, ένα «Ήμαρτον Θεέ μου!», ένα «Κύριε ελέησον!», ένα «Ο Θεός ιλάσθητοί μοι τω αμαρτωλώ!», ένα «Συγχώρεσέ με Θεέ μου!», ένα «Συγχωρέστε με κι εσείς αδελφοί μου!» και μετά αποχαιρετούμε όλα τα επίγεια. Αυτό τον κόσμο κι αυτή τη ζωή που τη νομίζαμε εμείς, όπως και πολλοί άλλοι σαν κι εμάς, σαν μια ζωή που είναι παντοτινή και όχι εφήμερη και πρόσκαιρη. Όμως η αληθινή ζωή είναι αλλού και αλλιώς. Αυτή η ζωή που ζούμε τώρα, τυφλωμένοι και σαγηνευμένοι, είναι προοίμιο ζωής, μια εισαγωγή ζωής, ένα προστάδιο ζωής. Η αληθινή ζωή είναι η ζωή κοντά στον Χριστό, μέσα στο Φως της Αγίας Τριάδας, μέσα στην κοινωνία των Αγίων, μέσα στη χώρα της αναπαύσεως του Παραδείσου. Ο σκοπός της ζωής μας είναι φθάσουμε εκεί. Πρώτα απ’ όλα με τη Χάρη του Θεού και με τα έργα της αγάπης και της ταπείνωσης, της προσευχής και της ελεημοσύνης, της αμνησικακίας και της συγχώρεσης.
Η Εκκλησία προσεύχεται για όλους και ιδιαίτερα για τους κεκοιμημένους. Οι κεκοιμημένοι εκ της θέσεώς τους δεν μπορούν να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία για να μετανοήσουν για όσα αμαρτήματα διέπραξαν μέσα στην άγνοιά τους, μέσα στην απροσεξία, την αμέλεια ή και την πώρωσή τους. Αν έδινε ο Θεός στη διάθεσή τους μονάχα ένα ακόμη λεπτό επίγειας ζωής, το μόνο που έκαμναν, θα ήταν να ζητήσουν συγχώρεση από τον Θεό και από τους ανθρώπους που λύπησαν με την αμαρτία τους. Οι κεκοιμημένοι μας κυριολεκτικά βρίσκονται στο έλεος του Θεού. Και το έλεος του Θεού είναι ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, απρόβλεπτο, παντοδύναμο. Κανείς δεν μπορεί να πει για κανέναν τίποτα. Κανένας δεν μπορεί να κρίνει και να καταδικάσει κανέναν. Όλοι μας πρέπει να γονατίσουμε και να ζητούμε αυτό το έλεος του Κυρίου μας να αναπαύσει τις ψυχές των κεκοιμημένων μας.
Οι προσευχές μας να έχουν σαν φτερά την προσφορά, την προσφορά του βίου μας και την προσφορά της λειτουργικής μας παράδοσης: το καθαρό κερί προς το θυσιαστήριο, το λάδι για τα κανδήλια της αγίας Τραπέζης, το νάμα της θείας Ευχαριστίας για το άγιο Ποτήριο, το θυμίαμα για τη χρήση του στις ιερές ακολουθίες. Να πλάθουμε και να ζυμώνουμε πρόσφορα γι’ Αυτόν που πλάθει τη σωτηρία μας, να πλάθουμε και με τον αγώνα μας ήθος αγάπης· να πηγαίνουμε ανελλιπώς στην Εκκλησία το όνομά τους, να γίνουμε εμείς πανώριος ναός αγάπης για χάρη τους· να θυμιάζουμε συχνά το μνήμα τους, να θυμιάζουμε και με την αρετή μας τη μνήμη τους· το πραγματικό, το ουσιαστικό μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους μας είναι η προσωπική μας μετάνοια, η χριστοποίησή μας, η χαρίτωση της ζωής μας, η έμπρακτη αγάπη μας προς τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. Να έχουμε φωτεινό βίο που να ομοιάζει με ιλαρό φως, με το φως των θείων αρετών, με το φως του ταπεινού φρονήματος, με το φως της αληθινής πίστης, με το φως του βιωματικού μας ενστερνισμού των θείων δογμάτων, να καταφάσκουμε στα κελεύσματα και στα πρόσωπα της Εκκλησίας, με το φως των ιερών βιωμάτων της καρδιάς μας, με αυτό το φως και πάντα με τη Χάρη του Θεού να προσπαθούμε να δίνουμε μια παρηγοριά, μια ανάσα, μια λύτρωση, μια άνεση, μια χαρά, έναν ασπασμό, μια σωτηρία Χριστού προς τους κεκοιμημένους μας. Η δική μας ζωή να γίνεται ευάρεστη, ολοένα πιο ευάρεση στον Θεό, μια εύλαλη και ζωντανή θυσία μπροστά στον θρόνο Του, μια απερίγραπτη συγκίνηση γι’ Αυτόν τον Ίδιο τον Θεό, ώστε να σπεύσει Αυτός να αγκαλιάσει, να αναπαύσει και να σώσει, με τον τρόπο που μόνο Εκείνος ξέρει, τους κεκοιμημένους μας. Όχι ότι δεν μπορεί να σώσει ο ανενδεής Θεός μόνος Του τους ανθρώπους που φύγανε απ’ αυτή τη ζωή· αλλά ότι εμείς που νοιαζόμαστε και μεριμνούμε γι’ αυτούς μέσα από την Προσευχή που κάνουμε, μέσα από τη συμμετοχή μας στη θεία Λειτουργία και τις άλλες ιερές δεήσεις, μέσα από τα έργα της αγάπης και της ελεημοσύνης, μέσα από την ετοιμασία και παρασκευή των κολλύβων, εμείς είμαστε που τελικά παίρνουμε δύναμη, χάρη και αγιαζόμαστε μέσα από μια διαδικασία που είναι γεμάτη φως, αγάπη, στοργή, θεία μέθεξη.
Ο αρχέγονος πειρασμός του ορθολογισμού εμφανίζεται πάντα στιβαρός μέσα στη φράση «εν τω άδη ουκ έστι μετάνοια». Αυτό αφορά εν γένει τους νεκρούς και την προσωπική τους ευθύνη έναντι του Θεού και των συνανθρώπων τους κατά την επίγεια ζωή τους. Είναι μια αλήθεια που μπορεί κάλλιστα να δεχθεί την εξαίρεση μιας άλλης ακατανόητης θείας αλήθειας. Ο τρόπος που σώζει ένας Θεός τις ψυχές δεν μας είναι απόλυτα γνωστός. Η σωτηρία της ψυχής είναι το πιο γνοφώδες μυστήριο για μας. Και έτσι πρέπει, γιατί αυτό αρμόζει στη φύση μας. Εμείς ξέρουμε μέσα από την εμπειρία της Εκκλησίας, μέσα από την εμπειρία των αγίων, μέσα από τις αποκαλύψεις των συναξαρίων της, ότι η αγάπη είναι πιο κραταιή κι απ’ τον θάνατο, επειδή η αγάπη είναι η μόνη ελπίδα σωτηρίας για τον καθένα. Ποιος άδης μπορεί να τα βάλει με την αγάπη, αφού η ίδια η Αυτοαγάπη, ο Χριστός, κατέβηκε μέσα στον άδη για να αρπάξει από εκεί τις ψυχές που καταδυνάστευε για αιώνες; Το θαύμα της αγάπης εμείς δεν το ξέρουμε και δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε. Αυτό το θαύμα δεν σταμάτησε ακόμη να διενεργείται μυστικά και να σώζει εκείνους για τους οποίους ο κόσμος δεν έχει να δώσει καμιά ελπίδα. Η αγάπη του Χριστού πάει συνεχώς κόντρα στην άθλια ψευτοαγάπη του κόσμου, στη φτηνή και μπακαλίστικη λογική μας. Η προσευχή μας πρέπει να μη ρωτά τίποτα, να μη τη νοιάζει για τίποτα, μόνο να είναι αέναη, συνεχής, αδιάκοπη, καρδιακή. Αγαπάμε τους κεκοιμημένους μας; Εάν και εφόσον ναι, τότε ας μη παύσουμε να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ας μην παύσουμε να κάνουμε τη ζωή μας ένα καθαρό μνημόσυνο προς τη μνήμη τους, ας γίνουμε εμείς προσευχή και αγάπη γι’ αυτούς που μας έφεραν στον κόσμο, που μας φρόντισαν με κάθε τρόπο, που θυσιάστηκαν για μας, που συντρόφευσαν και ευεργέτησαν ποικιλοτρόπως τη ζωή μας. Όσοι προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους μας, όχι μόνο κατά τα δύο Ψυχοσάββατα του χρόνου, αλλά και κάθε άλλη μέρα, κερδίζουμε μαζί τους τη ζωή, την αθανασία, την τερπνότητα και τη μακαριότητα της παραδείσιας αγάπης του Χριστού.
Γι’ αυτό λοιπόν, αφού σας αναφέρω ότι είναι απόλυτα απαραίτητο και αναγκαίο να συνοδεύονται τα κόλλυβά σας με το καθαρό κερί, με το νάμα, με το λάδι και το θυμίαμα στο ιερό, απευθύνομαι στην ορθόδοξη συνείδησή σας και σας προτρέπω να μην παύσετε να πηγαίνετε τα ονόματα των κεκοιμημένων σας στην Πρόθεση του Ιερού, να μην παύσετε να δέεστε και να δεόμαστε όλοι μαζί, μέσα από την καρδιά μας, για τους προσφιλείς κεκοιμημένους μας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, διά της Θεοτόκου, μνήσθητι, ελέησον, ανάπαυσον και σώσον τους κεκοιμημένους δούλους Σου!». Αμήν. Γένοιτο.
π. Δαμιανός

 

Ο Θάνατος και η πέραν του Τάφου ζωή-πρωτοπρεσβυτέρου .Δημητρίου Αθανασίου.(Β Έκδοση-επαυξημένη-συμπληρωμένη)

θανατοσ-1

Οι Εκδόσεις ¨ΑΘΩΣ¨προχώρησαν  σε Β Έκδοση του βιβλίου του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου  με τίτλο «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΖΩΗ».

Πρόκειται για μιά προσπάθεια  προσέγγισης  του  Μυστηρίου  του θανάτου και της πέραν του τάφου ζωής με ωφέλιμες και διδακτικές διηγήσεις από την Ορθόδοξη Παράδοση.

Το νέο βιβλίο έχει 365 σελίδες και  περιλαμβάνει  στο  Παράρτημα(ΙΙ) (από τις σελίδες 309-350) και τα εξής επί πλέον θέματα:

  1. Αποχαιρετώντας έναν ταπεινό λευΐτη σε χωριό των Τζουμέρκων.

(Επικήδειος λόγος στον π. Νικόλαο Κουτσοσπύρο. Εκφωνήθηκε από τον πρωτοπρεσβύτερο Δημήτριο Αθανασίου κατά τη διάρκεια της εξοδίου Ακολουθίας του μακαριστού ιερέως, στον ιερό ναό Αγίου Νικολάου Κυψέλης το Σάββατο, 29 Μαρτίου, 2014).

  1. Τι σημαίνει η φράση. «Αιωνία η μνήμη»
  2. Γιατί μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν με βίαιο τρόπο; (Ερωταποκρίσεις για τον αιφνίδιο θάνατο του αγίου Αναστασίου Σιναΐτου, επισκόπου Αντιοχείας).
  3. Ο άγιος Πορφύριος για τον αιφνίδιο θάνατο.
  1. Προλήψεις και δεισιδαιμονίες γύρω απο τον θάνατο.(Το σπάσιμο πιάτου-αντιεκκλησιαστικές συνήθειες και πρακτικές–Τα λειτουργικά λάθη, που συνδέονται με τα μνημόσυνα κ.α)
  2. Η επικοινωνία με τους κεκοιμημένους.(Συμπληρωματικές διηγήσεις)
  3. Τα κόλλυβα και ο συμβολισμός τους.
  4. Ταφή ή καύση των νεκρών;Στην συγκεκριμένη ενότητα αναπτύσσονται τα θέματα:Λόγοι που παρουσιάζονται για την αναγκαιότητα της  καύσης των νεκρών-Σύντομη  εκκλησιαστική θεώρηση του θέματος-Κήδευση, ταφή  και αποτέφρωση-Η ψυχολογική θεώρηση της ταφής και της καύσης).

Τα υπόλοιπα θέματα του βιβλίου σε κάθε κεφάλαιο είναι τα παρακάτω:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

Θεολογική θεώρηση του θανάτου
Ο θάνατος, συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος
Η μνήμη θανάτου ως παιδαγωγία
Διδασκαλίες Οσίων Γερόντων για τη Μνήμη Θανάτου
Η κληρονόμηση του θανάτου
Ωφέλιμες διηγήσεις από τα Συναξάρια της Εκκλησίας και το Γεροντικό
Η άρση των συνεπειών του προπατορικού αμαρτήματος
Συμπέρασμα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

Το μυστήριο της εξόδου της ψυχής από το σώμα
Τι είναι η ψυχή;
Περί της ψυχής (από τη Φιλοκαλία)
Το μυστήριο της εξόδου της ψυχής από το σώμα
Θαυμαστές και ωφέλιμες διηγήσεις
Έξοδος γεμάτη σημεία της χάριτος του Θεού
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

Μηνύματα από την άλλη ζωή
Οι μεταθανάτιες εμπειρίες
Η σημασία των σύγχρονων μεταθανάτιων εμπειριών
Μεταθανάτιες εμπειρίες αγίων και ορθοδόξων χριστιανών,
Σύγχρονες συγκλονιστικές και διδακτικές διηγήσεις
Παρατηρήσεις-σχόλια

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

Ο τελωνισμός των ψυχών
Τι είναι τα τελώνια
Πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για τα τελώνια
Η διδασκαλία του Επισκόπου Θεοφάνη του Έγκλειστου περί τελωνίων
Τα τελώνια στη Λειτουργική Παράδοση της Εκκλησίας
Παραδείγματα από βίους αγίων
Τι πρέπει να κάνομε;
Η πορεία της ψυχής μετά την έξοδό της από το σώμα
Περί της εξόδου ψυχής και των εναέριων τελωνίων και περί της φοβεράς ημέρας της κρίσεως
Ωφέλιμες διηγήσεις από την ασκητική γραμματεία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

Οι ετοιμοθάνατοι, οι κεκοιμημένοι και εμείς
Φροντίδες για τον ετοιμοθάνατο
Φροντίδες προς τον κεκοιμημένο
Νεκρώσιμος ακολουθία – Η ταφή
Η μνημόνευση των κεκοιμημένων
Τα Ιερά Μνημόσυνα
Ανακομιδή λειψάνων
Τα Ψυχοσάββατα
Το θαύμα με τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος
Οι ψυχές και εμείς
Οι ψυχές και ο κόσμος
Μια ωφέλιμη διήγηση του Στάρετς Βαρσανούφιου
Εμφάνιση αποθαμένης μητέρας στην κόρη της
Μια συγκλονιστική διήγηση: νεκρή μητέρα σώζει την κόρη της από την κόλαση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

Μιλώντας στον Θεό για τις ψυχές – Διηγήσεις
Η διδασκαλία της εκκλησίας περί των μνημοσύνων
Συμβολισμοί των μνημοσύνων
Ο Στάρετς Σέργιος και η μνημόνευση των κεκοιμημένων
Η μνημόνευση των νεκρών, οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, σελ 78-79 – Παράθεμα
Οι προσευχές της Εκκλησίας και των συγγενών ωφελούν τους κοιμηθέντας αδελφούς μας
Διηγήσεις για το πόσο ωφελεί η Θεία Λειτουργία και η προσευχή της Εκκλησίας τους νεκρούς
Διηγήσεις
Ωφέλειες από τα Σαρανταλείτουργα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ Ο αιφνίδιος θάνατος και η αντιμετώπισή του
Τα όρια της ζωής καθορίζει ο Θεός – Άγνωστος ο χρόνος του θανάτου
Αιφνίδιος θάνατος από θεολογικής απόψεως (Γέροντος Εφραίμ Βατοπαιδινού)
Διηγήσεις θαυμαστές και ωφέλιμες
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

Η αντιμετώπιση του θανάτου και το πένθος
Εκκλησιαστικοί Πατέρες μιλούν για το πένθος
Ο Μ. Βασίλειος μπροστά στον θάνατο
Ο Μ. Βασίλειος και το πένθος
Τα παραμυθητικά (παρηγορητικά) επιχειρήματα του Μ. Βασιλείου
Ωφέλιμες διηγήσεις για την αντιμετώπιση του πένθους
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’

Ειδικές περιπτώσεις θανάτου
Η Αυτοκτονία
Πώς πρέπει να προσευχόμαστε γι’ αυτούς που αυτοκτόνησαν ή έφυγαν απ’ αυτή τη ζωή μέσα στην αίρεση και την πλάνη
Αγίες γυναίκες που «αυτοκτόνησαν»
Άφθαρτα σκηνώματα και Άλειωτα σώματα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’

Παράδεισος και Κόλαση
Υπάρχει κόλαση;
Πώς είναι η κόλαση;
Πώς είναι ο παράδεισος;
Ο Παράδεισος των πρωτοπλάστων
Θα ξαναδούμε τον παράδεισο;
Παράρτημα
Εγκεφαλικός θάνατος
Ο «εγκεφαλικός θάνατος» δεν είναι θάνατος (1)
Επίλογος: Ο βασιλιάς και οι τέσσερις γυναίκες
Δεκάλογος: Περί της αναχωρήσεώς μας από αυτή τη ζωή
Συντμήσεις
Πηγές – Βοηθήματα

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ -ΑΘΩΣ.-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗ Α.Ε

ΑΒΕΡΩΦ 2-ΑΘΗΝΑ.Τ.Κ.10433

ΤΗΛ.2105238305

e-mai :info@stamoulis.gr

2

Ψυχοσάββατο πριν την Πεντηκοστή: Η Αγάπη πάνω απ’ όλα εδώ και εκεί…

Η Αγάπη πάνω απ’ όλα εδώ και εκεί…

Η φιλία πάντα μετρούσε για μένα πολύ περισσότερο από τους «δεσμούς αίματος». Φαίνεται πως ο άγριος σπαραγμός που ξέσπασε ανάμεσα στα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς μου όταν πλησίασε η στιγμή να εγκαταλείψουμε την Αλεξάνδρεια (όπου όλοι είχαμε γεννηθεί) άφησε βαθειά σημάδια. Το μεγάλο κακό πήρε φωτιά από τη μεριά της οικογένειας του πατέρα μου, του Μιχάλη, ενός ανθρώπου πραγματικά γλυκύτατου, καλόκαρδου, γενναιόδωρου με την ουσιαστική σημασία της λέξης και χωρίς ίχνος κακίας για κανέναν και για τίποτα. Είχε δυό αδέλφια. Την κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη του Άννα,  που ήταν και η νονά μου και η πολυαγαπημένη μου θεία και τον μικρότερό του Θεόδωρο με τον οποίον δεν κατάφερα ποτέ να αποκτήσω ιδιαίτερη σχέση και οικειότητα –αλλά τον αγαπούσα και μ’ αγαπούσε πολύ απλά και φυσιολογικά, σαν γιό του αδερφού του. Οι τρεις τους ήταν παιδιά του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, του Σμυρνιού και της Κυκλαδίτισας  (από την Τήνο).

Ίσως το γεγονός πως σήμερα είναι ένα από τα δυό μεγαλύτερα Ψυχοσάββατα της χρονιάς (παραμονή της Πεντηκοστής), με οδηγεί να μιλήσω λίγο για όλους αυτούς τους δικούς μου ανθρώπους που, όλοι, τώρα πια δεν ζουν. Γιατί από μικρό παιδί, μέχρι που ξέσπασαν οι μεγάλες οικογενειακές καταιγίδες όταν εγώ πάλευα με την ήβη μου και τις μεταμορφώσεις της, είχα την σιγουριά πως ζούσα μέσα στην αγκαλιά μια πολύ μεγάλης, πολυπρόσωπης εννοώ, οικογένειας που την συνέδεαν δεσμοί αγάπης πανίσχυροι. Τον παππού Ζαχαρία δεν τον πρόλαβα, είχε πεθάνει όταν γεννήθηκα, η Ελισάβετ όμως, μια προσωπικότητα πραγματικά πολύ ισχυρή, εκτός από τα τρία δικά της παιδιά με τις οικογένειές τους, είχε μαζέψει γύρω της και τα επτά (αγόρια) αδέρφια της με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Ήμασταν αμέτρητοι όλοι αυτοί που τώρα φτερουγίζουνε εκεί που πάνε οι ψυχές όταν εγκαταλείπουνε το σώμα και είχα ένα σωρό θείες και θείους και δεύτερα ξαδέρφια μια ντουζίνα και βάλε και «τρίτα ξαδέρφια» τρείς ντουζίνες και βάλε.

Από τη μεριά της μητέρας μου, της Ιωάννας,  τα πράγματα ήταν πιο απλά και πιο ήσυχα. Οι γονείς της, ο Διονύσης και η Δήμητρα, είχαν πάει στην Αλεξάνδρεια  από την Κέρκυρα νέοι, συνομήλικοι, πολύ ερωτευμένοι και πολύ όμορφοι, στο τέλος του 19ουαιώνα και είχαν κάνει τρία παιδιά. Όταν γεννήθηκα εγώ είχε φύγει και ο Διονύσης και τα δύο αδέρφια της μητέρας μου, η «πρώτη Ιωάννα» που κατάπιε ένα κορόμηλο σε βρεφική ηλικία καθισμένη στον ίσκιο του δέντρου και πνίγηκε και ο Σπύρος που πέθανε από τύφο στα 29 του χρόνια. Είχαν απομείνει η Δήμητρα, η χήρα αδελφή της Ελένη και η μητέρα μου. Οι δυό Κερκυραίες αδελφές ζήσανε μαυροντυμένες μαζί όλα τους τα χρόνια σε ένα ωραίο διαμέρισμα στην Mazarita, πάνω στον σταθμό του τραμ και η Ιωάννα παντρεύτηκε τον κατά δυό χρόνια μεγαλύτερό της Μιχάλη το ’52 κι’ έφυγε από το πένθος που επικρατούσε στο σπίτι της Mazarita για να ζήσει τον έρωτά της με τον Μιχάλη.

Κάπου εδώ βραχυκυκλώνεται η ιστορία, με την πολύ κακή σχέση πεθεράς και νύφηςπου μας ταλαιπώρησε όλους αλλά πιο πολύ απ’ όλους τον Μιχάλη που ζούσε ανάμεσα σε δυό γυναίκες τόσο φορτισμένες ώστε να μην αφήνουνε την αγάπη να κάνει τη δουλειά της και να επουλώσει τις πληγές, μπλεγμένες όπως ήτανε σχεδόν συνέχεια (με μικρά διαλείμματα) σε ασήμαντους αλλά ομηρικούς καυγάδες. Και όταν ήρθε και η στιγμή να τ’ αφήσουμε όλα πίσω, να κλείσουμε τα σπίτια μας και να μετακομίσουμε πίσω στην μαμά-Ελλάδα, τότε πιά ανοίξανε οι ασκοί του Αιόλου και ζήσαμε όλοι σκηνές μεγάλης έντασης και διχόνοιας που, τουλάχιστον εμένα, με σημάδεψαν και με αγρίεψαν πάρα πολύ. Μέσα σ’ αυτό το πραγματικό τσουνάμι της κακής ενέργειας που μας τύλιξε σαν μαύρο πέπλο από παντού, ο θάνατος έκανε πάρτυ. Φύγανε όλοι. Τα δυό μου αγαπημένα πρώτα ξαδέρφια, τα παιδιά της Άννας, ο Γιώργος και ο Ζαχαρίας. Ο πατέρας τους ο Μίμης. Η Άννα. Ο πατέρας μου στα 50 του το ’76, η μητέρα μου στα 51 της το ’79. Η γιαγιά-Ελισάβετ άφραγκη και χιλιοταλαιπωρημένη. Η γιαγιά-Δήμητρα εδώ, στο Γηροκομείο της Κηφισίας με «αρτηριοσκλήρωση» (αυτό που τώρα λέμε Άλτσχάϊμερ αν δεν κάνω λάθος). Πολλά από τα δεύτερα ξαδέρφια, οι θείοι, οι θείες, τα παιδιά τους. Μόνο ο Θεόδωρος, χωρίς την γυναίκα του την Ελένη που έφυγε κι’ αυτή νωρίς από καρκίνο, σαν την Ιωάννα, ζει ακόμα. Και ο γιός του, ο άλλος μου πρώτος ξάδερφος ο Κωνσταντίνος που (ευτυχώς) δεν πρόλαβε πολλή Αίγυπτο και έφτιαξε εδώ την οικογένειά του – οπότε έχω και δυό ανιψιούς μια χαρά, κι’ ας έχω να τους δώ καμιά δεκαριά χρόνια. Από τους κοντινούς μου συγγενείς που ζούσαμε ζωές παράλληλες και αγαπιόμασταν, δεν έμεινε κανείς.

Αντίθετα τους φίλους που απέκτησα από τη χρονιά που ήρθα στην Ελλάδα, το 1964, μέχρι και πολύ πιο πρόσφατα, τους έχω πάντα – και ας μην πολυβλεπόμαστε με κάποιους. Γιατί τους φίλους τους διαλέγεις και σε διαλέγουνε και μέσα στα χρόνια χτίζεται η σχέση σας με πραγματικό δόσιμο, με αγάπη καθαρή, χωρίς αγριότητες. Με άλλους δένεσαι περισσότερο και για μια ζωή, με άλλους για κάποιες μεγαλύτερες ή μικρότερες περιόδους, άλλους τους ανακαλύπτεις ξαφνικά και νοιώθεις σαν να προχωράτε για χρόνια μαζί.

Έχω πολύ καλούς φίλους και νοιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το δώρο του Θεού που συνεχώς ανανεώνεται. Σήμερα πέρασα το πρωϊ από το γραφείο ενός καινούργιου φίλου και ένοιωσα πόσο βαθιές γίνονται καμιά φορά, σε σύντομο χρόνο, κάποιες φιλίες. Γέμισα καλή ενέργεια κουβεντιάζοντας μ’ αυτόν τον σχετικά καινούργιο πολύ καλό φίλο –και αυτό συνεχίστηκε μιλώντας με τον πιο παλιό μου φίλο που είναι στην Μύκονο για το τριήμερο και τον άλλον φίλο μου που πέρασε μεγάλες ιατρικές περιπέτειες και τώρα αναρρώνει και τον ζω καθημερινά και τον είκοσι χρόνια μικρότερό μου αγαπημένο φίλο με τον οποίον περπατήσαμε μαζί από την Ρηγίλλης ως την πλατεία Κολωνακίου και τις άλλες δυό αγαπημένες μου που είναι στην Μυτιλήνη, τον «κουμπάρο» (το λέμε για πλάκα) και την άλλη αγαπημένη φίλη απ’ τη Θεσσαλονίκη που ζεί στην Αθήνα –και την επίσης πολυαγαπημένη Θεσσαλονικιά φίλη που ζει στην Θεσσαλονίκη και μαγείρευε σήμερα μακαρόνια με γαρίδες γιατί περίμενε φίλους.

Είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος γιατί έχω αληθινούς φίλους –που δεν χωράνε πουθενά. Και είμαι και τυχερός άνθρωπος γιατί εκεί στον κόσμο τον αόρατο είναι πολλές ψυχές που με βοηθάνε και με καθοδηγούν, απαλλαγμένες από τις εντάσεις  και την αγριότητα της επιβίωσης.

Πάω στην αγρυπνία μου για το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής στον άγιο Φίλιππο, να προσευχηθώ και να χαμογελάσω βαθειά μέσα μου σε ζώντες και κεκοιμημένους – για πάντα αγαπημένους. Αυτός ο κόσμος ο δικός μας και ο άλλος ο αόρατος, είναι ένας. Καιη αγάπη φτερουγίζει ελεύθερη από εκεί προς τα εδώ και από εδώ προς τα εκεί – γεφυρώνοντας μεγάλες αποστάσεις μεταξύ ανθρώπων που αγαπήθηκαν πολύ –μα η ζωή τάφερε αλλοιώς.

ΠΗΓΗ.- http://www.toportal.gr/