ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ (π. Δαμιανού Σαράντη)

Ψυχοσάββατο.
Μια μέρα αλλιώτικη, μια μέρα διαφορετική. Μια μέρα που είναι γεμάτη μνήμη, αγάπη και προσευχή.
Μνήμη, αγάπη και προσευχή γι’ αυτούς που φύγανε, από αυτούς που μείνανε.
Όλοι μας αυτή τη μέρα θυμόμαστε τους αγαπημένους μας και νοσταλγούμε, άλλος λίγο–άλλος πολύ, την παρουσία τους, το πρόσωπό τους, τη φωνή τους, τη ματιά τους. Και να μη τους νοσταλγούμε, κατά βάθος μέσα μας κουρνιάζει η προαίρεση της νοσταλγίας: θα θέλαμε να μπορούσαμε να τους θυμόμαστε. Είναι ένα θέμα αυτό.
Πάντως, η αγάπη, η πραγματική αγάπη, είναι μόνο μνήμη. Και η μνήμη της αγάπης, είναι μόνο προσευχή.
Προσευχόμαστε, επειδή ακριβώς αγαπάμε και θυμόμαστε.
Κι αν δεν προσευχηθούμε γι’ αυτούς που φύγανε, αυτό σημαίνει ότι εμείς είμαστε κάπως ελλιπείς και κολοβωμένοι στην αγάπη.
Δεν γίνεται να αγαπάς και να μην προσεύχεσαι.
Δεν γίνεται να αγαπάς και να μη θυμάσαι.
Θυμόμαστε και, έτσι, απευθυνόμαστε στη μεγάλη αγάπη του Χριστού, στον Ίδιο τον Σωτήρα μας Χριστό, για να θυμηθεί όλους όσους εμείς καθόμαστε και θυμόμαστε ιδιαίτερα σήμερα το Ψυχοσάββατο: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ανάπαυσον τους δούλους σου»!
Τους πατέρες και τις μητέρες μας, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, τους αδελφούς και τις αδελφές μας, τους συγγενείς μας, τους αναδόχους και τους αναδεκτούς μας, τους φίλους, τους συγχωριανούς, τους γνωστούς, τους συναδέλφους και τους συνεργάτες μας, τους δασκάλους και τους συμμαθητές μας, τους συστρατιώτες και όλους όσους γνωρίσαμε και όσους μας γνώρισαν.
Όλοι είμαστε ένα σώμα, ένα σώμα ομόψυχων αδελφών κι ας μην εκμεταλλευτήκαμε ίσως κάποιες ουσιαστικές ευκαιρίες πραγμάτωσης αυτής της αδελφοσύνης που ενδεχομένως να παρουσιάστηκαν στο διάβα της ζωής μας.
Συναζόμαστε με άφθονες λαχτάρες, με πόνους ή φόβους μνήμης στη θεία Ευχαριστία, πάμε σιωπηλά προς την Πρόθεση με τα ψυχοχάρτια της καρδιάς μας, γινόμαστε βαθμιαία άνθρωποι της Προθέσεως, θυμόμαστε και ονοματίζουμε πρόσωπα, έναν-έναν και κάθε έναν δούλο του Θεού –του Θεού που είναι ο μόνος Ελευθερωτής των ψυχών μας.
Βρισκόμαστε μέσα στη ζεστή Κιβωτό της Εκκλησίας· έξω απ’ αυτή τη σωτήρια Κιβωτό, βασιλεύει η καταχνιά και η άβυσσος του άδη, δε βλέπεις καμία ζωή και δεν αισθάνεσαι κανένα χνώτο ζωής πουθενά. Η Εκκλησία σώζει διαρκώς: προσωπικά, διαπροσωπικά και καθολικά, κάθε ώρα και στιγμή, πάντα. Αυτό αισθανόμαστε εμπειρικά. Η κεφαλή της, που είναι ο Χριστός, σώζει όσους θέλει αλλά και μπορεί να σώζει όπως βούλεται εκείνους, για τους οποίους τα μέλη της (οι άγιοι, οι θεώμενοι, οι σωσμένοι, τα πιστά και αγωνιζόμενα μέλη της) δεν παύουν να δέονται και να παρακαλούν. Άλλωστε, ποια προσευχή μέσα στην άκτιστη Εκκλησία πάει χαμένη;
Στο υπέρτατο μυστήριο του θανάτου δεν υπάρχουν εχθροί και έχθρες, κακίες και μνησικακίες, πονηρίες και αλαζονείες, ψέματα και μύθοι, στρεβλώσεις και σκληρύνσεις. Όλοι πρέπει να προσευχηθούμε στιγμιαία ή εκτενώς με την καρδιά μας, με μια καρδιά που να έχει μνήμη για προσευχή και προσευχή στη μνήμη. Η μνήμη φέρνει την προσευχή και η προσευχή κινεί την αγάπη, τη θεία αγάπη που είναι παντοδύναμη, ανεξερεύνητη και απερινόητη.
Πού πήγαν οι προσφιλείς μας συγγενείς, αυτούς που δεν παύσαμε ποτέ να θυμόμαστε και να αγαπούμε; Μήπως χαθήκανε; Μήπως σταμάτησε γι’ αυτούς η ζωή; Μήπως, επειδή αδυνατούμε εμείς να τους δούμε και να τους ακούσουμε, πάει να πει ότι δεν υπάρχουν; Όχι. Υπάρχουν. Υπάρχουν, όχι βέβαια εδώ στη γη και ασφαλώς όχι μαζί με το χωμάτινο σκήνωμα της ψυχής τους που ήταν το σώμα τους. Ο θάνατος είναι για μας ένα μυστήριο, το τελευταίο μυστήριο που δοκιμάζει η ύπαρξή μας. Ένα αδιήγητο πέρασμα και μια μεγάλη διάβαση συντελείται. Μόλις που προλαβαίνουμε να πούμε κάτι, ένα «Ήμαρτον Θεέ μου!», ένα «Κύριε ελέησον!», ένα «Ο Θεός ιλάσθητοί μοι τω αμαρτωλώ!», ένα «Συγχώρεσέ με Θεέ μου!», ένα «Συγχωρέστε με κι εσείς αδελφοί μου!» και μετά αποχαιρετούμε όλα τα επίγεια. Αυτό τον κόσμο κι αυτή τη ζωή που τη νομίζαμε εμείς, όπως και πολλοί άλλοι σαν κι εμάς, σαν μια ζωή που είναι παντοτινή και όχι εφήμερη και πρόσκαιρη. Όμως η αληθινή ζωή είναι αλλού και αλλιώς. Αυτή η ζωή που ζούμε τώρα, τυφλωμένοι και σαγηνευμένοι, είναι προοίμιο ζωής, μια εισαγωγή ζωής, ένα προστάδιο ζωής. Η αληθινή ζωή είναι η ζωή κοντά στον Χριστό, μέσα στο Φως της Αγίας Τριάδας, μέσα στην κοινωνία των Αγίων, μέσα στη χώρα της αναπαύσεως του Παραδείσου. Ο σκοπός της ζωής μας είναι φθάσουμε εκεί. Πρώτα απ’ όλα με τη Χάρη του Θεού και με τα έργα της αγάπης και της ταπείνωσης, της προσευχής και της ελεημοσύνης, της αμνησικακίας και της συγχώρεσης.
Η Εκκλησία προσεύχεται για όλους και ιδιαίτερα για τους κεκοιμημένους. Οι κεκοιμημένοι εκ της θέσεώς τους δεν μπορούν να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία για να μετανοήσουν για όσα αμαρτήματα διέπραξαν μέσα στην άγνοιά τους, μέσα στην απροσεξία, την αμέλεια ή και την πώρωσή τους. Αν έδινε ο Θεός στη διάθεσή τους μονάχα ένα ακόμη λεπτό επίγειας ζωής, το μόνο που έκαμναν, θα ήταν να ζητήσουν συγχώρεση από τον Θεό και από τους ανθρώπους που λύπησαν με την αμαρτία τους. Οι κεκοιμημένοι μας κυριολεκτικά βρίσκονται στο έλεος του Θεού. Και το έλεος του Θεού είναι ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, απρόβλεπτο, παντοδύναμο. Κανείς δεν μπορεί να πει για κανέναν τίποτα. Κανένας δεν μπορεί να κρίνει και να καταδικάσει κανέναν. Όλοι μας πρέπει να γονατίσουμε και να ζητούμε αυτό το έλεος του Κυρίου μας να αναπαύσει τις ψυχές των κεκοιμημένων μας.
Οι προσευχές μας να έχουν σαν φτερά την προσφορά, την προσφορά του βίου μας και την προσφορά της λειτουργικής μας παράδοσης: το καθαρό κερί προς το θυσιαστήριο, το λάδι για τα κανδήλια της αγίας Τραπέζης, το νάμα της θείας Ευχαριστίας για το άγιο Ποτήριο, το θυμίαμα για τη χρήση του στις ιερές ακολουθίες. Να πλάθουμε και να ζυμώνουμε πρόσφορα γι’ Αυτόν που πλάθει τη σωτηρία μας, να πλάθουμε και με τον αγώνα μας ήθος αγάπης· να πηγαίνουμε ανελλιπώς στην Εκκλησία το όνομά τους, να γίνουμε εμείς πανώριος ναός αγάπης για χάρη τους· να θυμιάζουμε συχνά το μνήμα τους, να θυμιάζουμε και με την αρετή μας τη μνήμη τους· το πραγματικό, το ουσιαστικό μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους μας είναι η προσωπική μας μετάνοια, η χριστοποίησή μας, η χαρίτωση της ζωής μας, η έμπρακτη αγάπη μας προς τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. Να έχουμε φωτεινό βίο που να ομοιάζει με ιλαρό φως, με το φως των θείων αρετών, με το φως του ταπεινού φρονήματος, με το φως της αληθινής πίστης, με το φως του βιωματικού μας ενστερνισμού των θείων δογμάτων, να καταφάσκουμε στα κελεύσματα και στα πρόσωπα της Εκκλησίας, με το φως των ιερών βιωμάτων της καρδιάς μας, με αυτό το φως και πάντα με τη Χάρη του Θεού να προσπαθούμε να δίνουμε μια παρηγοριά, μια ανάσα, μια λύτρωση, μια άνεση, μια χαρά, έναν ασπασμό, μια σωτηρία Χριστού προς τους κεκοιμημένους μας. Η δική μας ζωή να γίνεται ευάρεστη, ολοένα πιο ευάρεση στον Θεό, μια εύλαλη και ζωντανή θυσία μπροστά στον θρόνο Του, μια απερίγραπτη συγκίνηση γι’ Αυτόν τον Ίδιο τον Θεό, ώστε να σπεύσει Αυτός να αγκαλιάσει, να αναπαύσει και να σώσει, με τον τρόπο που μόνο Εκείνος ξέρει, τους κεκοιμημένους μας. Όχι ότι δεν μπορεί να σώσει ο ανενδεής Θεός μόνος Του τους ανθρώπους που φύγανε απ’ αυτή τη ζωή· αλλά ότι εμείς που νοιαζόμαστε και μεριμνούμε γι’ αυτούς μέσα από την Προσευχή που κάνουμε, μέσα από τη συμμετοχή μας στη θεία Λειτουργία και τις άλλες ιερές δεήσεις, μέσα από τα έργα της αγάπης και της ελεημοσύνης, μέσα από την ετοιμασία και παρασκευή των κολλύβων, εμείς είμαστε που τελικά παίρνουμε δύναμη, χάρη και αγιαζόμαστε μέσα από μια διαδικασία που είναι γεμάτη φως, αγάπη, στοργή, θεία μέθεξη.
Ο αρχέγονος πειρασμός του ορθολογισμού εμφανίζεται πάντα στιβαρός μέσα στη φράση «εν τω άδη ουκ έστι μετάνοια». Αυτό αφορά εν γένει τους νεκρούς και την προσωπική τους ευθύνη έναντι του Θεού και των συνανθρώπων τους κατά την επίγεια ζωή τους. Είναι μια αλήθεια που μπορεί κάλλιστα να δεχθεί την εξαίρεση μιας άλλης ακατανόητης θείας αλήθειας. Ο τρόπος που σώζει ένας Θεός τις ψυχές δεν μας είναι απόλυτα γνωστός. Η σωτηρία της ψυχής είναι το πιο γνοφώδες μυστήριο για μας. Και έτσι πρέπει, γιατί αυτό αρμόζει στη φύση μας. Εμείς ξέρουμε μέσα από την εμπειρία της Εκκλησίας, μέσα από την εμπειρία των αγίων, μέσα από τις αποκαλύψεις των συναξαρίων της, ότι η αγάπη είναι πιο κραταιή κι απ’ τον θάνατο, επειδή η αγάπη είναι η μόνη ελπίδα σωτηρίας για τον καθένα. Ποιος άδης μπορεί να τα βάλει με την αγάπη, αφού η ίδια η Αυτοαγάπη, ο Χριστός, κατέβηκε μέσα στον άδη για να αρπάξει από εκεί τις ψυχές που καταδυνάστευε για αιώνες; Το θαύμα της αγάπης εμείς δεν το ξέρουμε και δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε. Αυτό το θαύμα δεν σταμάτησε ακόμη να διενεργείται μυστικά και να σώζει εκείνους για τους οποίους ο κόσμος δεν έχει να δώσει καμιά ελπίδα. Η αγάπη του Χριστού πάει συνεχώς κόντρα στην άθλια ψευτοαγάπη του κόσμου, στη φτηνή και μπακαλίστικη λογική μας. Η προσευχή μας πρέπει να μη ρωτά τίποτα, να μη τη νοιάζει για τίποτα, μόνο να είναι αέναη, συνεχής, αδιάκοπη, καρδιακή. Αγαπάμε τους κεκοιμημένους μας; Εάν και εφόσον ναι, τότε ας μη παύσουμε να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ας μην παύσουμε να κάνουμε τη ζωή μας ένα καθαρό μνημόσυνο προς τη μνήμη τους, ας γίνουμε εμείς προσευχή και αγάπη γι’ αυτούς που μας έφεραν στον κόσμο, που μας φρόντισαν με κάθε τρόπο, που θυσιάστηκαν για μας, που συντρόφευσαν και ευεργέτησαν ποικιλοτρόπως τη ζωή μας. Όσοι προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους μας, όχι μόνο κατά τα δύο Ψυχοσάββατα του χρόνου, αλλά και κάθε άλλη μέρα, κερδίζουμε μαζί τους τη ζωή, την αθανασία, την τερπνότητα και τη μακαριότητα της παραδείσιας αγάπης του Χριστού.
Γι’ αυτό λοιπόν, αφού σας αναφέρω ότι είναι απόλυτα απαραίτητο και αναγκαίο να συνοδεύονται τα κόλλυβά σας με το καθαρό κερί, με το νάμα, με το λάδι και το θυμίαμα στο ιερό, απευθύνομαι στην ορθόδοξη συνείδησή σας και σας προτρέπω να μην παύσετε να πηγαίνετε τα ονόματα των κεκοιμημένων σας στην Πρόθεση του Ιερού, να μην παύσετε να δέεστε και να δεόμαστε όλοι μαζί, μέσα από την καρδιά μας, για τους προσφιλείς κεκοιμημένους μας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, διά της Θεοτόκου, μνήσθητι, ελέησον, ανάπαυσον και σώσον τους κεκοιμημένους δούλους Σου!». Αμήν. Γένοιτο.
π. Δαμιανός

 

Advertisements

Ο Θάνατος και η πέραν του Τάφου ζωή-πρωτοπρεσβυτέρου .Δημητρίου Αθανασίου.(Β Έκδοση-επαυξημένη-συμπληρωμένη)

θανατοσ-1

Οι Εκδόσεις ¨ΑΘΩΣ¨προχώρησαν  σε Β Έκδοση του βιβλίου του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου  με τίτλο «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΖΩΗ».

Πρόκειται για μιά προσπάθεια  προσέγγισης  του  Μυστηρίου  του θανάτου και της πέραν του τάφου ζωής με ωφέλιμες και διδακτικές διηγήσεις από την Ορθόδοξη Παράδοση.

Το νέο βιβλίο έχει 365 σελίδες και  περιλαμβάνει  στο  Παράρτημα(ΙΙ) (από τις σελίδες 309-350) και τα εξής επί πλέον θέματα:

  1. Αποχαιρετώντας έναν ταπεινό λευΐτη σε χωριό των Τζουμέρκων.

(Επικήδειος λόγος στον π. Νικόλαο Κουτσοσπύρο. Εκφωνήθηκε από τον πρωτοπρεσβύτερο Δημήτριο Αθανασίου κατά τη διάρκεια της εξοδίου Ακολουθίας του μακαριστού ιερέως, στον ιερό ναό Αγίου Νικολάου Κυψέλης το Σάββατο, 29 Μαρτίου, 2014).

  1. Τι σημαίνει η φράση. «Αιωνία η μνήμη»
  2. Γιατί μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν με βίαιο τρόπο; (Ερωταποκρίσεις για τον αιφνίδιο θάνατο του αγίου Αναστασίου Σιναΐτου, επισκόπου Αντιοχείας).
  3. Ο άγιος Πορφύριος για τον αιφνίδιο θάνατο.
  1. Προλήψεις και δεισιδαιμονίες γύρω απο τον θάνατο.(Το σπάσιμο πιάτου-αντιεκκλησιαστικές συνήθειες και πρακτικές–Τα λειτουργικά λάθη, που συνδέονται με τα μνημόσυνα κ.α)
  2. Η επικοινωνία με τους κεκοιμημένους.(Συμπληρωματικές διηγήσεις)
  3. Τα κόλλυβα και ο συμβολισμός τους.
  4. Ταφή ή καύση των νεκρών;Στην συγκεκριμένη ενότητα αναπτύσσονται τα θέματα:Λόγοι που παρουσιάζονται για την αναγκαιότητα της  καύσης των νεκρών-Σύντομη  εκκλησιαστική θεώρηση του θέματος-Κήδευση, ταφή  και αποτέφρωση-Η ψυχολογική θεώρηση της ταφής και της καύσης).

Τα υπόλοιπα θέματα του βιβλίου σε κάθε κεφάλαιο είναι τα παρακάτω:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

Θεολογική θεώρηση του θανάτου
Ο θάνατος, συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος
Η μνήμη θανάτου ως παιδαγωγία
Διδασκαλίες Οσίων Γερόντων για τη Μνήμη Θανάτου
Η κληρονόμηση του θανάτου
Ωφέλιμες διηγήσεις από τα Συναξάρια της Εκκλησίας και το Γεροντικό
Η άρση των συνεπειών του προπατορικού αμαρτήματος
Συμπέρασμα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

Το μυστήριο της εξόδου της ψυχής από το σώμα
Τι είναι η ψυχή;
Περί της ψυχής (από τη Φιλοκαλία)
Το μυστήριο της εξόδου της ψυχής από το σώμα
Θαυμαστές και ωφέλιμες διηγήσεις
Έξοδος γεμάτη σημεία της χάριτος του Θεού
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

Μηνύματα από την άλλη ζωή
Οι μεταθανάτιες εμπειρίες
Η σημασία των σύγχρονων μεταθανάτιων εμπειριών
Μεταθανάτιες εμπειρίες αγίων και ορθοδόξων χριστιανών,
Σύγχρονες συγκλονιστικές και διδακτικές διηγήσεις
Παρατηρήσεις-σχόλια

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

Ο τελωνισμός των ψυχών
Τι είναι τα τελώνια
Πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για τα τελώνια
Η διδασκαλία του Επισκόπου Θεοφάνη του Έγκλειστου περί τελωνίων
Τα τελώνια στη Λειτουργική Παράδοση της Εκκλησίας
Παραδείγματα από βίους αγίων
Τι πρέπει να κάνομε;
Η πορεία της ψυχής μετά την έξοδό της από το σώμα
Περί της εξόδου ψυχής και των εναέριων τελωνίων και περί της φοβεράς ημέρας της κρίσεως
Ωφέλιμες διηγήσεις από την ασκητική γραμματεία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

Οι ετοιμοθάνατοι, οι κεκοιμημένοι και εμείς
Φροντίδες για τον ετοιμοθάνατο
Φροντίδες προς τον κεκοιμημένο
Νεκρώσιμος ακολουθία – Η ταφή
Η μνημόνευση των κεκοιμημένων
Τα Ιερά Μνημόσυνα
Ανακομιδή λειψάνων
Τα Ψυχοσάββατα
Το θαύμα με τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος
Οι ψυχές και εμείς
Οι ψυχές και ο κόσμος
Μια ωφέλιμη διήγηση του Στάρετς Βαρσανούφιου
Εμφάνιση αποθαμένης μητέρας στην κόρη της
Μια συγκλονιστική διήγηση: νεκρή μητέρα σώζει την κόρη της από την κόλαση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

Μιλώντας στον Θεό για τις ψυχές – Διηγήσεις
Η διδασκαλία της εκκλησίας περί των μνημοσύνων
Συμβολισμοί των μνημοσύνων
Ο Στάρετς Σέργιος και η μνημόνευση των κεκοιμημένων
Η μνημόνευση των νεκρών, οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, σελ 78-79 – Παράθεμα
Οι προσευχές της Εκκλησίας και των συγγενών ωφελούν τους κοιμηθέντας αδελφούς μας
Διηγήσεις για το πόσο ωφελεί η Θεία Λειτουργία και η προσευχή της Εκκλησίας τους νεκρούς
Διηγήσεις
Ωφέλειες από τα Σαρανταλείτουργα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ Ο αιφνίδιος θάνατος και η αντιμετώπισή του
Τα όρια της ζωής καθορίζει ο Θεός – Άγνωστος ο χρόνος του θανάτου
Αιφνίδιος θάνατος από θεολογικής απόψεως (Γέροντος Εφραίμ Βατοπαιδινού)
Διηγήσεις θαυμαστές και ωφέλιμες
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’

Η αντιμετώπιση του θανάτου και το πένθος
Εκκλησιαστικοί Πατέρες μιλούν για το πένθος
Ο Μ. Βασίλειος μπροστά στον θάνατο
Ο Μ. Βασίλειος και το πένθος
Τα παραμυθητικά (παρηγορητικά) επιχειρήματα του Μ. Βασιλείου
Ωφέλιμες διηγήσεις για την αντιμετώπιση του πένθους
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’

Ειδικές περιπτώσεις θανάτου
Η Αυτοκτονία
Πώς πρέπει να προσευχόμαστε γι’ αυτούς που αυτοκτόνησαν ή έφυγαν απ’ αυτή τη ζωή μέσα στην αίρεση και την πλάνη
Αγίες γυναίκες που «αυτοκτόνησαν»
Άφθαρτα σκηνώματα και Άλειωτα σώματα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’

Παράδεισος και Κόλαση
Υπάρχει κόλαση;
Πώς είναι η κόλαση;
Πώς είναι ο παράδεισος;
Ο Παράδεισος των πρωτοπλάστων
Θα ξαναδούμε τον παράδεισο;
Παράρτημα
Εγκεφαλικός θάνατος
Ο «εγκεφαλικός θάνατος» δεν είναι θάνατος (1)
Επίλογος: Ο βασιλιάς και οι τέσσερις γυναίκες
Δεκάλογος: Περί της αναχωρήσεώς μας από αυτή τη ζωή
Συντμήσεις
Πηγές – Βοηθήματα

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ -ΑΘΩΣ.-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗ Α.Ε

ΑΒΕΡΩΦ 2-ΑΘΗΝΑ.Τ.Κ.10433

ΤΗΛ.2105238305

e-mai :info@stamoulis.gr

2

Ψυχοσάββατο πριν την Πεντηκοστή: Η Αγάπη πάνω απ’ όλα εδώ και εκεί…

Η Αγάπη πάνω απ’ όλα εδώ και εκεί…

Η φιλία πάντα μετρούσε για μένα πολύ περισσότερο από τους «δεσμούς αίματος». Φαίνεται πως ο άγριος σπαραγμός που ξέσπασε ανάμεσα στα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς μου όταν πλησίασε η στιγμή να εγκαταλείψουμε την Αλεξάνδρεια (όπου όλοι είχαμε γεννηθεί) άφησε βαθειά σημάδια. Το μεγάλο κακό πήρε φωτιά από τη μεριά της οικογένειας του πατέρα μου, του Μιχάλη, ενός ανθρώπου πραγματικά γλυκύτατου, καλόκαρδου, γενναιόδωρου με την ουσιαστική σημασία της λέξης και χωρίς ίχνος κακίας για κανέναν και για τίποτα. Είχε δυό αδέλφια. Την κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη του Άννα,  που ήταν και η νονά μου και η πολυαγαπημένη μου θεία και τον μικρότερό του Θεόδωρο με τον οποίον δεν κατάφερα ποτέ να αποκτήσω ιδιαίτερη σχέση και οικειότητα –αλλά τον αγαπούσα και μ’ αγαπούσε πολύ απλά και φυσιολογικά, σαν γιό του αδερφού του. Οι τρεις τους ήταν παιδιά του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, του Σμυρνιού και της Κυκλαδίτισας  (από την Τήνο).

Ίσως το γεγονός πως σήμερα είναι ένα από τα δυό μεγαλύτερα Ψυχοσάββατα της χρονιάς (παραμονή της Πεντηκοστής), με οδηγεί να μιλήσω λίγο για όλους αυτούς τους δικούς μου ανθρώπους που, όλοι, τώρα πια δεν ζουν. Γιατί από μικρό παιδί, μέχρι που ξέσπασαν οι μεγάλες οικογενειακές καταιγίδες όταν εγώ πάλευα με την ήβη μου και τις μεταμορφώσεις της, είχα την σιγουριά πως ζούσα μέσα στην αγκαλιά μια πολύ μεγάλης, πολυπρόσωπης εννοώ, οικογένειας που την συνέδεαν δεσμοί αγάπης πανίσχυροι. Τον παππού Ζαχαρία δεν τον πρόλαβα, είχε πεθάνει όταν γεννήθηκα, η Ελισάβετ όμως, μια προσωπικότητα πραγματικά πολύ ισχυρή, εκτός από τα τρία δικά της παιδιά με τις οικογένειές τους, είχε μαζέψει γύρω της και τα επτά (αγόρια) αδέρφια της με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Ήμασταν αμέτρητοι όλοι αυτοί που τώρα φτερουγίζουνε εκεί που πάνε οι ψυχές όταν εγκαταλείπουνε το σώμα και είχα ένα σωρό θείες και θείους και δεύτερα ξαδέρφια μια ντουζίνα και βάλε και «τρίτα ξαδέρφια» τρείς ντουζίνες και βάλε.

Από τη μεριά της μητέρας μου, της Ιωάννας,  τα πράγματα ήταν πιο απλά και πιο ήσυχα. Οι γονείς της, ο Διονύσης και η Δήμητρα, είχαν πάει στην Αλεξάνδρεια  από την Κέρκυρα νέοι, συνομήλικοι, πολύ ερωτευμένοι και πολύ όμορφοι, στο τέλος του 19ουαιώνα και είχαν κάνει τρία παιδιά. Όταν γεννήθηκα εγώ είχε φύγει και ο Διονύσης και τα δύο αδέρφια της μητέρας μου, η «πρώτη Ιωάννα» που κατάπιε ένα κορόμηλο σε βρεφική ηλικία καθισμένη στον ίσκιο του δέντρου και πνίγηκε και ο Σπύρος που πέθανε από τύφο στα 29 του χρόνια. Είχαν απομείνει η Δήμητρα, η χήρα αδελφή της Ελένη και η μητέρα μου. Οι δυό Κερκυραίες αδελφές ζήσανε μαυροντυμένες μαζί όλα τους τα χρόνια σε ένα ωραίο διαμέρισμα στην Mazarita, πάνω στον σταθμό του τραμ και η Ιωάννα παντρεύτηκε τον κατά δυό χρόνια μεγαλύτερό της Μιχάλη το ’52 κι’ έφυγε από το πένθος που επικρατούσε στο σπίτι της Mazarita για να ζήσει τον έρωτά της με τον Μιχάλη.

Κάπου εδώ βραχυκυκλώνεται η ιστορία, με την πολύ κακή σχέση πεθεράς και νύφηςπου μας ταλαιπώρησε όλους αλλά πιο πολύ απ’ όλους τον Μιχάλη που ζούσε ανάμεσα σε δυό γυναίκες τόσο φορτισμένες ώστε να μην αφήνουνε την αγάπη να κάνει τη δουλειά της και να επουλώσει τις πληγές, μπλεγμένες όπως ήτανε σχεδόν συνέχεια (με μικρά διαλείμματα) σε ασήμαντους αλλά ομηρικούς καυγάδες. Και όταν ήρθε και η στιγμή να τ’ αφήσουμε όλα πίσω, να κλείσουμε τα σπίτια μας και να μετακομίσουμε πίσω στην μαμά-Ελλάδα, τότε πιά ανοίξανε οι ασκοί του Αιόλου και ζήσαμε όλοι σκηνές μεγάλης έντασης και διχόνοιας που, τουλάχιστον εμένα, με σημάδεψαν και με αγρίεψαν πάρα πολύ. Μέσα σ’ αυτό το πραγματικό τσουνάμι της κακής ενέργειας που μας τύλιξε σαν μαύρο πέπλο από παντού, ο θάνατος έκανε πάρτυ. Φύγανε όλοι. Τα δυό μου αγαπημένα πρώτα ξαδέρφια, τα παιδιά της Άννας, ο Γιώργος και ο Ζαχαρίας. Ο πατέρας τους ο Μίμης. Η Άννα. Ο πατέρας μου στα 50 του το ’76, η μητέρα μου στα 51 της το ’79. Η γιαγιά-Ελισάβετ άφραγκη και χιλιοταλαιπωρημένη. Η γιαγιά-Δήμητρα εδώ, στο Γηροκομείο της Κηφισίας με «αρτηριοσκλήρωση» (αυτό που τώρα λέμε Άλτσχάϊμερ αν δεν κάνω λάθος). Πολλά από τα δεύτερα ξαδέρφια, οι θείοι, οι θείες, τα παιδιά τους. Μόνο ο Θεόδωρος, χωρίς την γυναίκα του την Ελένη που έφυγε κι’ αυτή νωρίς από καρκίνο, σαν την Ιωάννα, ζει ακόμα. Και ο γιός του, ο άλλος μου πρώτος ξάδερφος ο Κωνσταντίνος που (ευτυχώς) δεν πρόλαβε πολλή Αίγυπτο και έφτιαξε εδώ την οικογένειά του – οπότε έχω και δυό ανιψιούς μια χαρά, κι’ ας έχω να τους δώ καμιά δεκαριά χρόνια. Από τους κοντινούς μου συγγενείς που ζούσαμε ζωές παράλληλες και αγαπιόμασταν, δεν έμεινε κανείς.

Αντίθετα τους φίλους που απέκτησα από τη χρονιά που ήρθα στην Ελλάδα, το 1964, μέχρι και πολύ πιο πρόσφατα, τους έχω πάντα – και ας μην πολυβλεπόμαστε με κάποιους. Γιατί τους φίλους τους διαλέγεις και σε διαλέγουνε και μέσα στα χρόνια χτίζεται η σχέση σας με πραγματικό δόσιμο, με αγάπη καθαρή, χωρίς αγριότητες. Με άλλους δένεσαι περισσότερο και για μια ζωή, με άλλους για κάποιες μεγαλύτερες ή μικρότερες περιόδους, άλλους τους ανακαλύπτεις ξαφνικά και νοιώθεις σαν να προχωράτε για χρόνια μαζί.

Έχω πολύ καλούς φίλους και νοιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το δώρο του Θεού που συνεχώς ανανεώνεται. Σήμερα πέρασα το πρωϊ από το γραφείο ενός καινούργιου φίλου και ένοιωσα πόσο βαθιές γίνονται καμιά φορά, σε σύντομο χρόνο, κάποιες φιλίες. Γέμισα καλή ενέργεια κουβεντιάζοντας μ’ αυτόν τον σχετικά καινούργιο πολύ καλό φίλο –και αυτό συνεχίστηκε μιλώντας με τον πιο παλιό μου φίλο που είναι στην Μύκονο για το τριήμερο και τον άλλον φίλο μου που πέρασε μεγάλες ιατρικές περιπέτειες και τώρα αναρρώνει και τον ζω καθημερινά και τον είκοσι χρόνια μικρότερό μου αγαπημένο φίλο με τον οποίον περπατήσαμε μαζί από την Ρηγίλλης ως την πλατεία Κολωνακίου και τις άλλες δυό αγαπημένες μου που είναι στην Μυτιλήνη, τον «κουμπάρο» (το λέμε για πλάκα) και την άλλη αγαπημένη φίλη απ’ τη Θεσσαλονίκη που ζεί στην Αθήνα –και την επίσης πολυαγαπημένη Θεσσαλονικιά φίλη που ζει στην Θεσσαλονίκη και μαγείρευε σήμερα μακαρόνια με γαρίδες γιατί περίμενε φίλους.

Είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος γιατί έχω αληθινούς φίλους –που δεν χωράνε πουθενά. Και είμαι και τυχερός άνθρωπος γιατί εκεί στον κόσμο τον αόρατο είναι πολλές ψυχές που με βοηθάνε και με καθοδηγούν, απαλλαγμένες από τις εντάσεις  και την αγριότητα της επιβίωσης.

Πάω στην αγρυπνία μου για το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής στον άγιο Φίλιππο, να προσευχηθώ και να χαμογελάσω βαθειά μέσα μου σε ζώντες και κεκοιμημένους – για πάντα αγαπημένους. Αυτός ο κόσμος ο δικός μας και ο άλλος ο αόρατος, είναι ένας. Καιη αγάπη φτερουγίζει ελεύθερη από εκεί προς τα εδώ και από εδώ προς τα εκεί – γεφυρώνοντας μεγάλες αποστάσεις μεταξύ ανθρώπων που αγαπήθηκαν πολύ –μα η ζωή τάφερε αλλοιώς.

ΠΗΓΗ.- http://www.toportal.gr/

 ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ(Iω.Καρδάση)

 

ANEKROTAFEIO

– Γενικά περί θανάτου.

 

            Ο θάνατος δεν είναι κάτι υποστατικό. Ουσιαστικά δεν υπάρχει, είναι η άρνηση της ζωής, η μη ύπαρξη ζωής. Όπως το σκοτάδι είναι η ανυπαρξία φωτός, έτσι και ο θάνατος είναι η ανυπαρξία ζωής. Όταν μιλάμε στην θεολογία για τον θάνατο, εννοούμε κυρίως τον χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό, την απομάκρυνση από τον Χριστό, που είναι η ζωή: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14. 6) και αλλού: «ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιω. 8. 12). Με αυτές τις προϋποθέσεις ο πρώτος νεκρός, πριν τη δημιουργία του ανθρώπου, είναι φυσικά ο διάβολος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ένας άνθρωπος μπορεί να περπατάει, αλλά να είναι νεκρός (ως προς τον Θεό) και ένας άλλος να είναι βιολογικά νεκρός, αλλά να είναι σε κοινωνία με τον Θεό!

 

Ο άνθρωπος προτίμησε την παρακοή και τον θάνατο που απορρέει από την αμαρτία  και έτσι: » … ώσπερ δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν … αλλ’ εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωϋσέως …» (Ρωμ. 5. 12-14). Άρα ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας και αυτός κληρονομείται σ’ ολόκληρη την φύση και όχι το ίδιο το αμάρτημα. Όλοι οι μετέπειτα άνθρωποι φέρουν μέσα στην ύπαρξή τους το αποτέλεσμα αυτής της παρακοής, το σπέρμα του θανάτου. Επετράπη ο σωματικός θάνατος, για να μη μείνει ο άνθρωπος αιωνίως ζωντανός νεκρός και επομένως να μη μείνει και η αμαρτία αιώνια και αθάνατη.

 

– Η απομάκρυνση της ψυχής από το σώμα

 

            Ο θάνατος είναι ένα μυστήριο, που δεν μπορεί να τον συλλάβει η λογική του ανθρώπου. Και βέβαια εξετάζεται η συνήθης κατάσταση του ανθρώπου κατά την ώρα του βιολογικού του θανάτου, δηλ. την ώρα που αποχωρίζεται η ψυχή από την σύνδεσή της με το σώμα και δεν υπάρχει πλέον «πνοή ζωής» στο σώμα. Τούτο είναι πλέον νεκρό. Όσον αφορά την ψυχή αυτή δεν πεθαίνει, με την βιολογική έννοια του όρου, αλλά παραμένει αθάνατη, είτε ζώσα, είτε νεκρή (ως προς τον Θεό).

 

Η ένωση της ψυχής με το σώμα γίνεται με την δημιουργία του ανθρώπου, αμέσως με την σύλληψή του. Κατά την στιγμή του θανάτου, η ψυχή δεν θέλει να ζήσει χωρίς το σώμα, γιατί ποτέ δεν υπήρχε μόνη της χωρίς το σώμα. Έτσι η απομάκρυνσή της από το σώμα γίνεται με βίαιο τρόπο, χωρίς η ψυχή να το θέλει. Η αρμονική σχέση μεταξύ των δυο αυτών συστατικών της ανθρώπινης υπόστασης και ο φυσικότατος δεσμός τους διασπάται βίαια και αυτό συνιστά το φοβερό μυστήριο του θανάτου, ο δε ψαλμωδός το επισημαίνει χαρακτηριστικά: «θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον«.

 

Για τον χριστιανό, εκείνον που βιώνει την Χάρη του Θεού, όλος ο βίος του είναι η προετοιμασία του γι’ αυτό τον χωρισμό. Αυτή η προετοιμασία δεν γίνεται με άγχος, αλλά τουναντίον με αισιοδοξία και χαρά, αφού εμπνέεται από την Χάρη του Θεού και κάνει ανθρωπινότερη την ζωή του, αυτός δε που προετοιμάζεται είναι ο πλέον κοινωνικός άνθρωπος, γιατί γνωρίζει να αντιμετωπίζει με τον καλύτερο τρόπο όλα όσα συμβαίνουν στην ζωή. Γι’ αυτούς ισχύει αυτό που είπε ο Χριστός: «έρχεται γαρ ο του κόσμου άρχων και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιω. 14. 30). Αντίθετα, αυτός που δεν βιώνει την Χάρη του Θεού τρέμει στην ιδέα του θανάτου, δεν θέλει να τον σκέπτεται και η όλη βιωτή του είναι ένα άγχος που επιτείνεται όσο πλησιάζει το τέλος. Γι’ αυτούς τους ήδη πνευματικά νεκρούς ανθρώπους, ο Απόστολος αναφέρει: «Και υμάς όντας νεκρούς τοις παραπτώμασι και ταις αμαρτίαις, εν αίς ποτε περιεπατήσατε κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απειθείας» (Εφ. 2. 1-2).

 

– Τα μετά τον χωρισμό συμβαίνοντα.

 

            Η ψυχή μετά τον χωρισμό της από το σώμα και μέχρι την δεύτερη εμφάνιση του Χριστού ζει σε μια μεταβατική κατάσταση. Στο διάστημα αυτό το σώμα, αφού εκπλήρωσε τον προορισμό του σαν όργανο της ψυχής, διαλύεται «εις τα εξ ων συνετέθη» σύμφωνα με την εντολή του Θεού: «ότι γη ει και εις γην απελεύση» (Γέν. 3. 19). Η κατάσταση αυτή δεν είναι φυσική για την ψυχή, αφού ζει χωρίς το σώμα με το οποίον είχε συνδεθεί αμέσως μετά την δημιουργία της. Χωρίς το σώμα είναι ανενεργής, δεν έχει πάθη, δεν έχει λογισμούς, δεν μπορεί να αλλάξει την κατάσταση στην οποίαν ευρίσκεται: «εν τω Άδει ουκ έστι μετάνοια».

 

Εφ’ όσον η ψυχή δημιουργείται από τον Θεό μαζί με το σώμα, σημαίνει ότι είναι μοναδική για κάθε άνθρωπο και όταν η ψυχή αποχωριστεί του σώματος δεν παύει να υπάρχει η υπόσταση του ανθρώπου, δηλ. δεν παύει να υπάρχει ο άνθρωπος σαν πρόσωπο: «… ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. 16. 23). Ο πλούσιος είδε τον Λάζαρο στους κόλπους του Αβραάμ, δεν είδε μόνο την ψυχή του. Παρ’ όλον ότι η ψυχή του Λάζαρου βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ, όμως ο πλούσιος είδε τον Λάζαρο, του οποίου το σώμα έκειτο στον τάφο. Η ψυχή, καίτοι χωρίζεται από το σώμα, έχει γνώση και ενθύμηση των στοιχείων από τα οποία αποτελείτο το δικό της σώμα, έστω και αν τα μέλη του σώματος διασκορπίστηκαν με άλλα στοιχεία της όποιας ύλης. Η ψυχή πάντοτε γνωρίζει το σώμα της, γιατί είναι ενωμένη με αυτό, παρ’ ότι το σώμα βρίσκεται σε τάφο ή είναι διασκορπισμένο.

 

Έτσι ο άνθρωπος παραμένει ως υπόσταση και μετά τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, ο δε χωρισμός αυτός είναι προσωρινός, αφού πάλι θα επανενωθούν τα δυο χωρισθέντα μέρη στην δεύτερη έλευση του Χριστού. Επομένως στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν γίνονται δεκτά: ο θάνατος της ψυχής και η μετενσάρκωση της ψυχής. Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε μια ψυχή σε πολλά σώματα, δηλ. πολλά πρόσωπα με μια ψυχή. Ο Απ. Παύλος είναι σαφέστατος: «και καθ’ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις, …» (Εβρ. 9. 27).

 

Αλλά που βρίσκονται οι ψυχές των κοιμηθέντων αδελφών; Στον Παράδεισο, στην Κόλαση, στην Βασιλεία των Ουρανών ή στον Άδη; Οι ψυχές των κοιμηθέντων ευρίσκονται στην ίδια κατάσταση στην οποία ευρίσκοντο, όταν ήταν ενωμένες με τα αντίστοιχα σώματα. Εάν μια ψυχή εν ζωή ευρίσκετο στον Παράδεισο (δηλ. ήτανε σε κοινωνία με τον Θεό), τότε εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση και μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα. Μετά την δεύτερη έλευση του Χριστού, οπότε θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων, η τελική κρίση και θα καταργηθεί ο χώρος και ο χρόνος, τότε θα ενταχθεί στην Βασιλεία των Ουρανών. Τώρα βρίσκεται σε αρραβώνα με αυτήν, τότε θα βρίσκεται σε γάμο διηνεκή και αδιάσπαστο. Αντίθετα, εάν μια ψυχή βρίσκεται εν ζωή στον Άδη (δηλ. δεν είναι σε κοινωνία με τον Θεό), τότε εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση και μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα, οπότε όταν θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων και η τελική κρίση, τότε θα ενταχθεί στην αιώνια Κόλαση.

 

Είναι αδύνατος ο προσδιορισμός ενός ιδιαίτερου τόπου κατοικίας των ψυχών. Χρησιμοποιείται ο όρος Παράδεισος για να δείξει την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ψυχές των αγίων και φωτισμένων, όπου απολαμβάνουν την φωτιστική δόξα του θείου πυρός. Αντίστοιχα, Άδης ονομάζεται η κατάσταση εκείνη των ψυχών, στην οποίαν βρίσκονται οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, οι οποίοι δέχονται την καυστική δόξα του θείου πυρός.

 

Οι ψυχές των κοιμηθέντων θυμούνται τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέθηκαν στη ζωή και ενδιαφέρονται γι’ αυτούς: «ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου. έχω γαρ πέντε αδελφούς. όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. 16. 27-28). Οι ψυχές των δικαίων, γνωρίζοντας την κατάστασή μας, δέχονται τις προσευχές μας και παρακαλούν τον Θεό για μας. Αυτές οι προσευχές εισακούονται από τον Θεό, γιατί οι ψυχές αυτές βρίσκονται σε κοινωνία με Αυτόν και όχι στην αντίπερα όχθη.

 

– Το σώμα του ανθρώπου στον τάφο.

 

            Όταν η ψυχή απομακρυνθεί από το σώμα, αυτό γίνεται πτώμα. Το πτώμα δεν έχει ούτε την ζεστασιά, ούτε την λαμπρότητα, ούτε την ωραιότητα του έμψυχου ανθρώπου. Είναι ένα άψυχο σώμα, ένα νεκρό σώμα. Ο ψαλμωδός το τονίζει χαρακτηριστικά: «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ημίν ωραιότητα άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος …«. Παρ’ όλα αυτά ο θάνατος δεν αίρει την σχέση ανάμεσα στην στρατευομένη και τη θριαμβεύουσα Εκκλησία. Ο άνθρωπος διαχωρισμένος, με την ψυχή στον χώρο των ψυχών και το σώμα στον τάφο εξακολουθεί να είναι μέλος του σώματος του Χριστού (της θριαμβεύουσας Εκκλησίας) και γι’ αυτό πρέπει να εξακολουθούμε να σεβόμαστε και να προσευχόμαστε γι’ αυτόν.

 

Ο σεβασμός προς το νεκρό σώμα δείχνεται με την μέριμνα για τον ευπρεπισμό και την ταφή του σώματος. Η μη κήδευση θεωρείται μεγάλη βεβήλωση, ενώ η κήδευση επιβάλλεται σε ένδειξη σεβασμού, τιμής και αγάπης προς τον κοιμηθέντα αδελφό, γίνεται δε κατά το πρότυπο της ταφής του Κυρίου με κάθε τιμή στον τόπο κατοικίας του νεκρού και με την παρουσία των οικείων του. Ο σεβασμός προς την ζώσα ψυχή δείχνεται με τις προσευχές για την ανάπαυσή της, τα μνημόσυνα και τις ελεημοσύνες.

 

Οι τρεις βασικές αλήθειες της ορθόδοξης διδασκαλίας σχετικά με τον άνθρωπο είναι: α/ ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα, β/ η ψυχή είναι αιώνια και γ/ το σώμα είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή και η ψυχή με την θεϊκή πραγματικότητα. Η Εκκλησία δεν έχει μόνο την διδασκαλία της για την ψυχή, αλλά και βαθιά εμπειρία, δεν λέγει απλώς αυτό που ξέρει, αλλά μεταγγίζει αυτό που βιώνει και όταν βλέπει τον άνθρωπο, βλέπει την εικόνα του Θεού.

 

Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή ως μια οντότητα και επειδή η ψυχή μπορεί να μετέχει της θ. μακαριότητας, θεωρείται ιερό στοιχείο και επειδή αυτό είναι ιερό στοιχείο και κάθε τι συνδεδεμένο με αυτό, θεωρείται ιερό.

 

Το τελικό αποτέλεσμα της φυσικής αποσύνθεσης, τα λείψανα (οστά) προσπαθούμε να τα διατηρήσουμε, όσο περισσότερο σ’ αυτό τον κόσμο και αυτό ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρήσουμε όσο περισσότερο το πρόσωπό του στον άλλο κόσμο. Ο σεβασμός στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, ότι οι νεκροί δεν είναι «πεθαμένοι», αλλά «κεκοιμημένοι«, ο δε τόπος ταφής τους αποκαλείται: κοιμητήριο. Νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει), αλλά τετελειωμένος (που έχει τελειωθεί), ο δε ιερέας εύχεται κατά την θ. λειτουργία: «… και υπέρ των εν πίστει τετελειωμένων«. Τα οστά αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσας ζωής, ενθύμηση της παρούσας κατάστασης και υπόμνηση της μελλοντικής προοπτικής. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα του, που δεν μας την θυμίζει μόνον όταν λειτουργεί, αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται- αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του, κάτι που δεν καταστρέφεται.

 

Το ότι η ψυχή του ανθρώπου ζει φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν και αυτά ζωή, όχι βέβαια από βιολογικής πλευράς, αλλά κάποιας μορφής πνευματικής, που όμως διαπιστώνεται. Πολλά από αυτά, που έχουν ζήσει την θ. μακαριότητα, εμφανίζουν μιαν ιδιάζουσα χάρη, π.χ. διατηρούν μιαν εντυπωσιακή ευκαμψία μετά την κοίμηση ή αποδεδειγμένη ευωδία ή ακόμη και αφθαρσία. Εξ άλλου στα λείψανα των αγίων της η Εκκλησία εδράζει το άγιο θυσιαστήριο της, θεωρώντας ότι είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει.

 

Η ψυχή υπάρχει, ζει και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά την απομάκρυνσή της από αυτό. Η ίδια στην κατάσταση που βρίσκεται δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες, ούτε όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα. Η ασέβεια προς αυτήν φθείρει όμως εμάς και πιστοποιεί ότι αρνούμαστε την αθανασία της.

 

Είναι αδύνατον, όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο, να μην τιμάει και το σώμα. Το σώμα χρειάζεται μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον, απ’ όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά την διάρκεια της ζωής του.

 

– Το κοιμητήριο

 

            Έτσι, ο τόπος ανάπαυσης των κεκοιμημένων, είναι ο τόπος όπου τα σώματα κείνται μέχρι την τελική αποσύνθεση, αλλά και ο τόπος όπου τα λείψανα (τα οστά) θα παραμείνουν μέχρις ότου κληθούν από τον Δημιουργό να επανασυντεθούν με την ψυχή στην κατάσταση που βρέθηκε το σώμα του Ιησού μετά την Ανάσταση. Γι’ αυτούς όλους τους προαναφερθέντες λόγους, το κοιμητήριο οφείλει να διατηρεί μια εικόνα τόπου ιερού, τόπου φιλικού και πολύ οικείου, τόπου ενθυμήσεων και χριστιανικής παιδείας, γι’ αυτό πρέπει να διατηρεί το χώρο του καθαρό, φιλικό, χώρο ανακούφισης και περισυλλογής.

 

Έχουν τα δικά μας κοιμητήρια αυτές τις απαραίτητες προδιαγραφές; Αποπνέουν ιερότητα, εμπνέουν το σεβασμό, διδάσκουν ή απωθούν; Μια απλή περιήγηση σε πολλά κοιμητήρια, ιδίως των επαρχιών, θα απογοητεύσει τον επισκέπτη. Τάφοι κατεστραμμένοι και χαίνοντες, χωροθεσία των τάφων ανύπαρκτη, σκουπίδια όλων των ειδών και ποιοτήτων, μια μικρή χωματερή, οστεοφυλάκιο βρωμερά και τρισάθλια με τα κιβώτια των λειψάνων ατάκτως ερημένα, πολλά μικρά οστεοφυλάκια καταρρεύσαντα ή υπό κατάρρευση, πλήρης ακαταστασία, πραγματική σκωλήκων βρώμα και δυσωδία, απαράδεκτη εγκατάλειψη και ασέβεια προς τους κεκοιμημένους. Βέβαια αυτά συμβαίνουν σε λίγα κοιμητήρια, αλλά συμβαίνουν.

 

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, εισχώρησε και στα μνήματα ο ΡΚαθολικισμός, νέα πρότυπα ήλθαν από την αμαρτωλή Δύση, τα αγάλματα αγγέλων, του Ιησού Χριστού και της Παναγίας. Ως προς μεν τα αγάλματα των αγγέλων, ίσως υπάρξει το κατ’ οικονομίαν, εάν πρόκειται για διακοσμητικούς λόγους, κατά το πρότυπο της Κιβωτού της Διαθήκης, αλλά ως προς τα αγάλματα του Ιησού και της Παναγίας, αυτό αποτελεί σαφή παράβαση του όρου της Ζ΄ Οικ. Συνόδου, όπου: «….. ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς…..«. είναι δε γνωστό, ότι η Ορθόδοξη διδασκαλία δεν δέχεται την παρουσία αγαλμάτων σε Ι. Ναό ή εκκλησιαστικό χώρο, όπως είναι το κοιμητήριο, δια να αποφύγει παντελώς την ομοιότητα προς τα είδωλα και επομένως την προσκύνησή των.

 

Βέβαια, τόσο η αθλία κατάσταση ορισμένων κοιμητηρίων, ιδίως επαρχιακών, όσο και η ανοχή της τοποθέτησης και διατήρησης αγαλμάτων βαρύνει κατά κύριο λόγο το εκκλησιαστικό συμβούλιο, αλλά και όλους εμάς, που ανεχόμαστε να συντηρούμε ένα τέτοιο άθλιο περιβάλλον, που προσβάλει πρώτα εμάς τους ίδιους, την πολιτιστική μας κληρονομιά, την ορθόδοξη πίστη μας, τη φύση που μας φιλοξενεί, αλλά το σοβαρότερο προσβάλει τους προσφιλείς ανθρώπους, που τα σώματά τους κείνται σε ένα αφύσικο περιβάλλον και που θα μας το καταλογήσουν  «εν εκείνη τη ημέρα».

 

30.4.17

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ