ΦΟΒΕΡΟ ΟΡΑΜΑ . Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΣΤΟ ΝΑΟ.

Υπήρχε ένα μνημόσυνο το Σάββατο, όταν η  λειτουργία τελείωσε. Μερικοί από τους παρόντες ήταν ήδη έξω από την εκκλησία, και άλλοι έμειναν μέσα  και άρχισαν να προσεγγίζουν τον χώρο όρθιοι, ως συνήθως, στη μέση της Εκκλησίας.

Εγώ, ο μοναχός που τα έγραψα στάθηκα στη χορωδία. Ένας ιερέας και ένας διάκονος βγήκαν από το ιερό. Ο ιερέας δήλωσε: «ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ  ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ   ΝΥΝ ΚΑΙ  ΑΕΙ  ΚΑΙ  ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ  ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ  ΑΜΗΝ . » Ο διάκονος άναψε τα κεριά και άρχισε να τα διανέμει στους παρόντες. Και αυτή τη στιγμή είδα ότι πολλοί άνθρωποι άρχισαν να εισέρχονται στην πόρτα του ναού από το δρόμο και στη συνέχεια διεισδύουν μέσα από τους τοίχους και τα παράθυρα. Ο ναός ήταν γεμάτος με πολλές διαφανείς σκιές. Στο πλήθος  αυτό είδα γυναίκες, άντρες, αγόρια και παιδιά. Επίσης  είδα να εισέρχονται  αυτοκράτορες, επίσκοποι, και μεταξύ αυτών ένα απλό εργάτη, υπέργηρους χωρικούς στρατιώτες , φτωχές γυναίκες και τους φτωχούς γενικά.

Μετά από την ευχή του ιερέα, αυτοί σιωπηλά, αλλά πολύ γρήγορα πλήρωσαν ολόκληρο το ναό, ενώνονταν στενά μαζί. Όλοι τους ήσαν πρόθυμοι για την παραμονή, αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορούσαν να τον προσεγγίσουν τον ιερέα. Δεν  μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από αυτή την εκπληκτική εικόνα.

Τέλος, υπάρχαν τόσοι πολλοί από αυτούς που οι πραγματικοί γύρω μου  φαίνονταν  τόσο λίγοι  και σχετικά φωτεινοί στο φόντο αυτών των καταπληκτικό σκιών. Αυτές οι  (σκιές), που πλησιάζουν με  σιωπή, έφτασαν  στον ιερό βωμό. Μερικοί από αυτούς είναι σαν να γονατίζουν, άλλοι έσκυβαν  τα κεφάλια τους, σίγουρα περιμένουν την ευχή. Τα παιδιά είχαν  στα χέρια τους  φως που καιγόταν όπως  στα χέρια των πιστών και  των ζωντανών.

Αλλά τότε ο διάκονος έβγαλε τις σημειώσεις και άρχισε να διαβάζει τα ονόματα που έγραφαν  πάνω τους. Δεν υπήρξε κανένα τέλος στην έκπληξή μου όταν παρατήρησα ότι ένας μετα τον άλλον  ξεχώριζε σε μια χαρούμενη κίνηση. Πλησίασαν αυτούς που τους θυμούνται, στέκονταν δίπλα τους, τους  κοίταζαν  με μάτια γεμάτα αγάπη, χαρούμενα  χαλαρά . 

Έχω ακόμη  σκεφτόμουν  ότι ήταν εκεί στα χέρια των πνευμάτων κάποιο πνευματικό κερί και προσευχήθηκαν μαζί με τους άλλους  και ,έλαμψαν  ασυνήθιστα γύρω από την εκκλησία  χαρούμενες  ακτίνες.

Όπου  διαβάστηκε κάθε όνομα, χαρούμενες μορφές εμφανίστηκαν όλο και περισσότερες  από το πλήθος των σιωπηλών σκιών. Περπατούσαν σιωπηλά και συγχωνεύονταν με τις ζωντανές προσευχές. Τέλος, όταν διάβαζαν τις  σημειώσεις, με τα ονόματα  υπήρχαν πολλοί λυπημένοι  με σκυμμένο το κεφάλι, σαν να ήρθαν από κάπου  αλλου  έμοιαζαν  ξεχασμένοι  από εκείνους που θα έπρεπε να τους καλέσουν  και να διαβάσουν τα ονόματα τους.

Μερικές από τις ψυχές με αγωνία κοίταζαν προς  την πόρτα, σαν να περίμεναν ότι, ίσως, θα έρθει ακόμη κάποιος  κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους και να τους αναγκάσει να γυρίσουν.

Αλλά όχι, τα νέα πρόσωπα δεν εμφανίζονταν  και δεν ακούστηκε  το όνομά τους να χαίρονται  με τη χαρά εκείνων  που είχαν ακουστεί τα ονόματα τους μαζί με τους άλλους..

Είδα τη συνολική ομάδα των προσκυνητών, όπως ήταν αναμειγμένα με ρίγος στις ακτίνες φωτός από τα φαντάσματα από τον άλλο κόσμο, και είδα ακόμα πιο υπέροχη εικόνα.

Εκείνη την εποχή, όταν λέμε «Μακάριος είσαι, Κύριε, δίδαξέ με τα δικαιώματα σου » ή τη λέξη «εγώ, Κύριε, ανάπαυση την ψυχής του δούλου σου,»  έβλεπες το ζωντανό πρόσωπο  να φωτίζετε  με το ίδιο φως με εκείνους  που τους κεκοιμημενους που προσευχόταν για  αυτούς.

Όταν ένα σύννεφο θυμιατηριού καπνού αρωματισμένου ,και η  καύση κεριών να  ακούγεται η  υπέροχη προσευχή έκκληση: «Με τους αγίους  ανάπαυσε Χριστέ  …» και είδα ότι όλη η εκκλησία σαν ένας άνθρωπος γονάτισε και τα ονόματα των οποίων διαβάστηκαν , και προσευχήθηκαν  για τους  παρόντες και για τους εαυτούς τους, και εκείνοι που ξεχάστηκαν, προσευχόταν μόνο για τον εαυτό τους.

Όταν η προσευχή τελείωσε με ένα άσμα, και ο παπάς διάβασε το τελευταίες ευχές  και ο διάκονος τελείωσε συνολικά την  επιμνημόσυνη δέηση   τότε αναχώρησαν , από μπροστά μου άρχισαν να εξαφανίζονται οι σκιές, και ήταν πια μόνο οι άνθρωποι που ήθελαν να υπηρετήσουν ένα άλλο μνημόσυνο για τους νεκρούς τους. Τότε είδα στα πρόσωπα μια τέτοια ειρήνη, μια τέτοια ικανοποίηση, μια τέτοια χαρά, την οποία δεν μπορώ να μεταδώσω.

Μεγάλη, άγια και ευτυχισμένη για τον αποθανόντα το μνημόσυνο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και πόσο θλιβερό είναι για εκείνους που στερούνται  όχι μόνο τη χαρά να βλέπουν τους εαυτούς τους να έχει ξεχαστεί , αλλά και η  επιβράδυνση της πνευματικής  ανανέωσης  και τη συγχώρεση των αμαρτιών τους στον Κύριο ως επιμνημόσυνη δέηση στο χρόνο  ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας. Επειδή κάθε φορά που ο ιερέας παίρνει τα σωματίδια για την ανάπαυση των ψυχών, αυτές οι ψυχές λαμβάνουν έλεος, προσεγγίζοντας τη Βασιλεία του Θεού.

Αυτή η δίψα για τον αποθανόντα  να τον θυμούνται την βιώνει ο καθένας μας. Επειδή συχνά  μας θυμίζουν τον εαυτό τους  στα όνειρά μας, την παραμονή των γενεθλίων ή θανάτου τους, την παραμονή της  επιμνημόσυνη  δέησης του  Σαββάτου.

Μας κάθε λέξη, η σκέψη, η μνήμη του εκλιπόντος ανταποκρίνεται άμεσα σε αυτό, και η μνήμη του καλού – είναι ευχάριστη η  μνήμη του κακού – οδυνηρή, για την πρόκληση των  τύψεων. Μπορείτε να φανταστείτε πόσο φρικτή είναι η μετά θάνατον ζωή για ανθρώπους που είναι δύσκολο να τους θυμούνται με καλό.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι νόμοι του έλεος του ανθρώπου  απαιτούν να μην πείτε τίποτα κακό για τους νεκρούς, ώστε να μην τραυματίσετε  τις πνευματικές τους πληγές. Όλα αυτά πρέπει να αποτελούν προειδοποίηση

Από το περιοδικό «σώστε τις ψυχές σας»-ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Advertisements

Φορέστε τα Κυριακάτικά σας ! (Μικρό διήγημα στην μνήμη της Μαρίας Χ.) Νώντα Σκοπετέα

miracle2
Ο Σπύρος και η Μαρία . Πυρίγληνες μορφές με πυρένδυτες για την αγάπη του Χριστού ψυχές από τα μικράτα τους ! -Ο Σπύρος μου και …η Μαρία μου …Κάποιες φορές τούτο το κτητικό μπορεί να φανερώσει τον ίδιο τον Παράδεισο ! Δεκαοκτώ σχεδόν χρονών η Μαρία του , του Θεού Λόγου σπουδάστρια , λίγο μεγαλύτερος ο Σπύρος της , στα πρώτα του τότε πετάγματα σαν Ίκαρος με φτερά λυγαριάς !

Μα να , για αυτά τα παιδιά δέεται με υψωμένα τα χέρια ο πάτερ, στον Μέγα Ιερουργό του μυστικού και αχράντου Γάμου ! Αμπέλι με κλήματα αγλαόκαρπα , της Κανά το νάμα, αέναα να στάζει ξεδιψαστικό, στο κοινό ποτήρι της αγάπης τους …

Νιόφυτα λιόδεντρα μπροστά στο υψωμένο Ευαγγέλιο , φορτωμένα με χρυσές ελιές , έλεος και οικτιρμό , εύχεται ολόκαρδα πάντα να στύβουν σε καντήλι ακοίμητο , κάτω από τα μαρτυρικά τους στέφανα …

Έτσι δέεται να τους συγκομίσει, σε γεράματα βαθιά ο Γεωργός Κύριος …

Δὸς αὐτοῖς Κύριε καρπὸν κοιλίας, καλλιτεκνίαν, ὁμόνοιαν ψυχῶν καὶ σωμάτων….

….Σύζευξον αὐτοὺς ἐν ὁμοφροσύνῃ· στεφάνωσον αὐτοὺς εἰς σάρκα μίαν· χάρισαι αὐτοῖς καρπὸν κοιλίας, εὐτεκνίας ἀπόλαυσιν.

Φεύγουν οι ευχές από τα χείλη του Ιερέα και φτάνουν στα υπερουράνια , στο Αγαλλίαμα των Μαρτύρων …

Άγιοι Μάρτυρες , οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες !

Το άκουγαν ο Σπυρίδων και η Μαρία , ο Νυμφίος και η Νύμφη , απ τους ψάλτες στο μυστήριο το ιερότατο , την ώρα που στεφανωμένη η αγνότητά τους, έκανε τα πρώτα της κοινά σφιχτοκρατημένα απ τα χέρια τους βήματα , μα κάπως δυσκολεύονταν τότε να το νιώσουν βαθιά τους . Ήρθε όμως το πρώτο παιδί τους και μαζί του γεννήθηκε την ίδια μέρα ένα ουρανόσταλτο δώρο , που οι Άγιοι το είπανε βίωμα ! Και ξεκίνησαν τα θαύματα και τα θαυμάσια ! Μια αμετάπτωτη κατάσταση χαράς ! Ένα παραδεισένιο γλέντι η ζωή τους , με τα λόγια και τα τραγούδια του Θεού , με την αληθινή χαρά Του !

-Πόσα παιδιά λες να κάνουμε , πόσα θες ;είχαν ρωτήσει σχεδόν ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον τότε στο ξεκίνημά τους το κοινό !

– Μέχρι 5 είναι καλά ! Ναι , 5 παιδιά ! Τι όμορφα που θα είναι ! Μας φαντάζεσαι τις Κυριακές όλους μαζί στην Εκκλησία , φορώντας τα Κυριακάτικα ρούχα μας , τα καλά μας, τα Αναστάσιμά μας !

Και ξεκίνησαν με τον πρώτο τους τον γιό ! Ο μεγάλος …έτσι τον έλεγαν από μικρό , γιατί σχεδόν δεν είχε μιλήσει ακόμα εκείνος , όταν άρχισαν να καταφθάνουν και τα υπόλοιπα μέλη μιας …Θεέ μου …δωδεκαμελούς οικογένειας !

miracle1

2017 μ.Χ. πλέον !

-Σαν τον Ιώβ καλέ Σπύρο μου και εσύ , του είπε ο Γέροντάς τους ολόχαρος , μόλις αυτός του μήνυσε τα χαρμόσυνα νέα πως η Μαρία του, κυοφορούσε ήδη το δέκατο παιδί τους !

-Ξέρεις Σπύρο μου , του είπε όλος χαρά εκείνος , όταν αποκατέστησε τον Ιώβ ο Κύριός μας, του τα έδωσε όλα διπλά ! Είχε και του πήρε στην αρχή όταν τον δοκίμασε 7.000 πρόβατα , του έδωσε έπειτα 14.000, είχε 3.000 καμήλες του έδωσε 6.000, είχε 500 ζεύγη βοδιών και 500 θηλυκούς όνους του έδωσε 1000 από κάθε είδος . Είχε και 10 παιδιά 7 γιούς και 3 θυγατέρες , που τους πήρε ο Κύριος , του έδωσε έπειτα πάλι 10 ! 10 στον Ουρανό , 10 και στη γη ! Πάλι τα διπλά δηλαδή ! 7 γιούς ξανά και 3 κόρες , την Ημέρα την Κασσία και την Αμαλθαία ! Εσύ στην αναλογία λίγο μας τα χάλασες , αλλά στον αριθμό και στην Υπομονή σαν κάπως να του έμοιασες του Ιώβ !

-Να εύχεσθε Γέροντα , να λέω και εγώ σαν τον πολύαθλο Άγιο , συνέχεια το Είη το όνομα Κύρίου ευλογημένον , ό,τι κι αν θελήσει ποτέ να μου αποστερήσει!

36405120_1866343123423428_7549402052133126144_n

Τα διηγήθηκε τούτα στην Μαρία του και εκείνη είπε τότε μόνο ένα Αμήν , που μέσα του χώρεσαν όλα τα απερίγραπτα με λέξεις !

Η Μαρία η Θεολόγος , η Μαία , η Μάνα , η Αγωνίστρια , η Αθλήτρια , η Ακάματη, που δεν έπαψε ποτέ να μιλά στα παιδιά της , με το βίωμά της . Από την κοιλιά ακόμα πόσα δεν τους έλεγε , για την χαρά του Θεού , για τον Γέροντά της τον λατρεμένο , τον Άγιο Πορφύριο, το μεγάλο θαύμα που κάποτε της έκανε…Πόσα χάδια πόσες αγκαλιές , πόση ειρήνη και αγάπη σε όλα τα… παπάκια της, έτσι με στοργή τα έλεγε τα μωρά της , σαν αυτά συνεχώς την ακολουθούσαν, λαχταρώντας πάντα να νιώθουν όπως εκείνο το πρώτο εννιάμηνο στην θαλπερή της μήτρα …Μα και πόσο μοναδικά μετέδιδε την εμπειρία της αυτήν την Θεοδώρητη , σε όλες τις μανούλες , που της εμπιστεύονταν τον πόθο της συνδημιουργίας…

Νύχτα βοήθησε την τελευταία μανούλα να γεννήσει φυσιολογικά το μωρό της …Σχεδόν λεχώ η Μαρία μας ακόμα στον δέκατο βλαστό της , πήρε ευλογία και έσπευσε να παρασταθεί …Πρώτη φορά εκείνη την νύχτα , που επέτρεψε ο Θεός να αισθανθεί βαριά την συνήθως ακαταπόνητη καρδούλα της!

Λύγισε σαν λυγαριά το θέλω της το θυσιαστικό ! Κάθε ύπνος ένας θάνατος μικρός και ο Θάνατος ένας μεγάλος ύπνος ! Έγειρε άθελα για λίγο να κοιμηθεί, να ξαποστάσει και πέταξε με τα αγγελικά φτερά του Ικάρου της … Με την ταχύτητά του διαθόθηκε το μαντάτο ! Η Μαρία έφυγε για τον Ουρανό χθες την νύχτα ! Χριστέ μου ! Η Μαρία !

Είη το όνομα Κυρίου Ευλογημένο από του νυν και έως του αιώνος! Πόσο τον ακολούθησες σε όλα του τον Πολύαθλο Άγιο αδελφέ μου Σπύρο ! Αυτό σου ήρθε στα χείλη μόλις σε πήραν στο τηλέφωνο ! Θυμήθηκες αμέσως τις κουβέντες της λίγες μέρες πριν το φευγιό της, την μετάβασή της προς την αληθινή Ζωή…

«Να έχετε διάκριση όταν μιλάτε με τους ανθρώπους για θέματα πίστης, ανάλογα με τα βιώματα που έχουν. Για παράδειγμα, αν μια νταλίκα πέσει πάνω μου και σκοτωθώ τι θα πείτε στα μικρότερα; Ότι η μαμά σκοτώθηκε ή ότι πήγε στον ουρανό;» Τα θυμήθηκαν όλα τα παιδιά της , ακόμα και το δέκατο , τα λόγια της εκείνα τα τόσο προφητικά … Τα θυμήθηκε και ένας γιός όταν κάποια κυρία του είπε πως …ο Θεός πήρε την μαμά σας !

-Όχι μόνο δεν πήρε τη μαμά μας, απάντησε ατάραχος αλλά μας έδωσε και τη Δική Του ακόμα… Αισθάνθηκε μια αλλιώτικη χαρά τότε γιατί ήξερε πως η μάνα του τον άκουγε ! Λίγες ώρες πριν τους είχε ορμηνέψει ο πατέρας :

-Παιδιά μου , η μάνα σας χθες βράδυ έφυγε για τον Ουρανό σε τροχαίο! Ετοιμαστείτε σήμερα θα την φέρουμε εδώ στο σπίτι μας και αύριο θα την κηδέψουμε !

Είναι εδώ μαζί μας και θα ναι πάντα , να το ξέρετε ! Δεν πεθαίνουν οι ψυχές ! Είναι αιώνιες ! Χριστός Ανέστη να λέτε σε όλους ! Με ακούτε ; Μόνο αυτό να απαντάτε σε όλους ! Είναι μέρες σπουδαίες η σημερινή και η αυριανή ! Θα πάρει χαρά μεγάλη , αν όσα τόσα χρόνια σας δίδαξε με το παράδειγμά της, σήμερα και αύριο γίνουν πράξη και Ανάσταση !

Σαν ν άκουσα την μεγάλη θυγατέρα του να τον ρωτά :

-Τι ρούχα να φορέσουμε πατέρα ;

-Να φορέσετε όλοι τα Κυριακάτικά σας , τα Αναστάσιμά σας !

Έτσι λευκοφορεμένα περικύκλωσαν το άψυχο σώμα της στο σπίτι τους ολονυχτίς διαβάζοντας το ψαλτήρι , μα και στο καθολικό της Μεταμόρφωσης …Η λάμψη απ τις ακτίνες του Θαβώρ έλουζαν τα πρόσωπά τους …Ο Άγιος Πορφύριος δεν σταματούσε να τους αγκαλιάζει συνέχεια όλους στα μυστικά αθέατα , ψιθυρίζοντάς τους πως …θα είναι μαζί μου τώρα η Μαρία ! Θα είναι μαζί μου ! Ο μεγάλος τους στο αναλόγι και εκείνος με τα Κυριακάτικά του , ξεκίνησε να λέει τον Απόστολο :

Ἀδελφοί, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ…

Πόσο πρωτόγνωρα αληθινά ακούστηκαν τούτα τα λόγια από το στόμα του ! Χιλιάδες ψυχές τον άκουσαν και δάκρυσαν στο σπάσιμο της φωνής του στην κατάληξη:

… πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα….πάντοτε…

Αυτό το… πάντοτε , δίνει στην λύπη μας χαρά , στο ανέλπιδό μας αποκαραδοκία , στις δοκιμασίες μας αποκατάσταση εν τοις Ουρανοίς …Τούτο το… πάντοτε ντύνει το όνειρο του Παραδείσου στα λευκά , στα Κυριακάτικα , στα Αναστάσιμά μας!

Καλή αντάμωση Μαρία μας ! Πρέσβευε υπέρ ημών των περιλειπομένων …

Διήγημα βασισμένο σε αληθινή ιστορία

Εις μνήμην της Μαρίας Χ.

+22-06-2018

Προς δόξαν Θεού και παραμυθία ψυχών, που ως μη έχοντες Ελπίδα πενθούν γιατί ¨έχασαν» τον άνθρωπό τους , λες και απώλεσαν κάποιο αντικείμενο …

Ναι , δάκρυα πολλά και προσευχή βουβή , σαν τον πόνο των λευκοφορεμένων σπλάχνων της για την αναχώρηση της Μαρίας εκ του θανάτου εις την Ζωήν τούτες τις ώρες …

Ορφανόν και χήραν αναλήψεται Κύριος …

Μα δόξα τω Θεώ , σε θεοστυγείς και σκοτεινές μέρες που σχεδόν έχουμε ξεχάσει το οτι Ένας είναι Ζωής ο Κυριεύων και του Θανάτου , με προβολή και ηρωοποίηση όσων, ταις των δαιμόνων απάταις αποφάσισαν για το αντίθετο , είδαμε και βιώσαμε μια νεκρώσιμη ακολουθία μακάρια και όχι μακάβρια …με σκεπασμένα φέρετρα , μαύρες «σημαίες» να αποδοκιμάζουν τον Ουρανό και τις απερινόητες αποφάσεις του Θεού …

Ανάσταση σήμανε και πάλι στο Μήλεσι !

Αληθώς Ανέστη αδελφή μας Μαρία !Μακαρία η οδός σου !

Σπύρο αδελφέ μου πάντα αγγελικά και αγέρωχα τα φτερά σου !

Ψυχές μας διαλεχτές , καλές υπομονές και χαρά Θεού αληθινή πάντα να φωλιάζει στην μνήμη και στις καρδιές σας, με τις μεσιτείες της Αγίας Μάνας σας !

Ευχαριστούμε θερμά τον αδελφό μας και συνοδοιπόρο Σταύρο Γουναρίδη και το εξαιρετικό ιστολόγιο «Αμφοτεροδέξιος» για την ευγενική παραχώρηση στοιχείων από σχετικές αναρτήσεις

Το Ψυχοσάββατο στην Ίμβρο

Του μακαριστού Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος*

Οικιακός μας είναι ο θάνατος εδώ πάνω στο νησί μας. Ήμερος. Αναμενόμενος. Παραμερίζει τις ροδοδάφνες και ξεπροβάλλει.
Και ο δούλος του Κυρίου, αντικρύζοντάς τον, δεν αιφνιδιάζεται, δεν αγριεύεται. Φυσικά, δεν είναι καλόδεχτος. Όμως, ακόμη και στις τραγικώτερες επισκέψεις του, δεν είναι ξένος, επίσημος, παγερός.

Στις συναντήσεις μαζί του κυριαρχεί ένας τόνος μαλακός, ένα είδος σπιτικής ζεστασιάς.

Κάπου εκεί στο γωνίδι τον βάζουμε και κάθεται, και αρχίζουμε μαζί του συνομιλία. Μοιρολογούμε. Διαλογικά μοιρολογούμε. Ζητούμε λόγους, εξηγήσεις. Παραπονιόμαστε. Τον κακίζουμε τον θάνατο. Χύνουμε πύρινα δάκρυα. Κάποτε ο τόνος γίνεται θερμότερος. Ανεβαίνει η κλίματα του θρήνου, γίνεται κραυγή γοερή, οδυρμός. Πάλι όμως τα πράγματα είναι μερωμένα, δεν ξεπερνούν τα χριστιανικά ανθρώπινα όρια.

Οικιακός μας είναι ο θάνατος εδώ. Το βασίλειό του βρίσκεται λίγο πέρα από την αυλή του σπιτιού μας, στην στροφή του αυλόγυρου της εκκλησίας μας. Συνορεύει με το χωράφι μας και με τ’ αμπέλι μας… Απλά απλωμένο κοντά στην ζωή μας, το νεκροταφείο του χωριού, ούτε μας απωθεί, ούτε μας τρομάζει. Σκόρπιοι χαμηλοί σταυροί ξεφυτρώνουν μέσ’ απ’ το χαμομήλι.

Πουθενά βάρος και κρυάδα μαρμάρου. Καμμία καταθλιπτική επιβλητικότητα. Ούτε άκαμπτη γαλήνη. Ειρήνη ιλαρή… πλάϊ στην ορθή αυστηρότητα του κυπαρισσιού, μία αγριοτριανταφυλλιά έχει τινάξει το ρόδινό της τόξο, και μέσ’ απ’ τον κισσό ξεπηδά μία φαιδρή νότα ανθισμένης αμυγδαλής. Θαρρείς κι’ είναι περιβόλι του σπιτιού μας…

Λιβανίζει το σπίτι η Ιμβριώτισσα νοικοκυρά, κι’ έτσι καθώς είναι, με την ποδιά της, παίρνει το λιβανιστήρι και πηγαίνει στο μικρό νεκροταφείο, για να λιβανίσει κι’ εκεί κάποιο δικό της σταυρό. Κι’ έπειτα, στην βάση του σταυρού, θα ανάψει το καντήλι. Και θάρθει κι άλλη νοικοκυρά. Κι άλλη. Θάρθουν πολλές.
Κάθε σπίτι έχει και τον σταυρό του. Σπίτι και σταυρός. Ανάβουν στα σπίτια τους τα τζάκια, ανάβουν και στους σταυρούς γλυκά καντήλια. Και σαν πέφτει το σκοτάδι, πάνω από τα χαμομήλια, λαμπυρίζουν σαν πυγολαμπίδες πολλά, σκορπισμένα, τόσα δα φωτάκια. Σαν ένα κομμάτι καθρεφτισμένου ουρανού, με πολλά – πολλά αστράκια, είναι το νεκροταφείο μας την νύκτα. Κι είναι ήμερο και ζεστό και στο σκοτάδι.
Πριν λίγο καιρό, στο Γλυκύ (χωριό της Ίμβρου), πέθανε ένα μικρό παιδί. Έφυγε από την αυλή του σπιτιού του, μέσ’ απ’ τα μικρά παιδιά, και πήγε σ’ ένα μικρό σπιτάκι, κάτω απ’ την χλόη του νεκροταφείου. Τ’ άλλα παιδιά συνέχισαν τα παιχνίδια τους, στις αυλές των σπιτιών. Μα μία μέρα, καθώς έπαιζαν, θυμήθηκαν το μικρό αγόρι, κι αφήνοντας μισοτελειωμένο το παιχνίδι, πήγαν να βρουν τον μικρό τους φίλο. Στο μικρό του μνήμα μετέφεραν το παιχνίδι τους. Και, μ’ αυτή τη σοβαρή τρυφερότητα που έχουν τα παιδιά, φύτεψαν πάνω στο νωπό χώμα βιολέτες και τριανταφυλλιές…

Κι’ ενώ θα κορυφώνεται το τραγούδι της ζωής, η καμπάνα του χωριού θα σημάνει Ψυχοσάββατο… Από κάθε σπίτι, από κάθε γωνιά του σπιτικού, θα ξεκινήσουν μαυροντυμένες γυναίκες με τα κόλλυβα στα χέρια, ταπεινές, σιωπηλές, η μία κατόπι στην άλλη, σα λιτανεία θάρθουν στην εκκλησιά. Εκεί θα κατεβούν αμίλητες και οι ψυχές. Και, μέσα στο ημίφως του εσπερινού, νεκροί και ζωντανοί θα ανταμώσουν. Δεν θάναι ούτε στη χώρα της ζωής, ούτε στη χώρα του θανάτου. Θα σταθούν για μία στιγμή μαζί, αυτοί που έζησαν και αυτοί που ζουν, κάπου πέρα από τον θάνατο και τη ζωή, στη γη της αβασίλευτης ημέρας.

*Ένα κείμενο που περιγράφει πώς οι Ίμβριοι μέσα από την λαϊκή ευσέβειά τους αντιμετώπιζαν τον θάνατο ως «οικιακό» (οικείο) τους και πώς τελούσαν τα «νενομισμένα» περί των κεκοιμημένων, όταν ο αοίδιμος Μελίτων ήταν Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου. 

http://www.agioritikovima.gr

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ (π. Δαμιανού Σαράντη)

Ψυχοσάββατο.
Μια μέρα αλλιώτικη, μια μέρα διαφορετική. Μια μέρα που είναι γεμάτη μνήμη, αγάπη και προσευχή.
Μνήμη, αγάπη και προσευχή γι’ αυτούς που φύγανε, από αυτούς που μείνανε.
Όλοι μας αυτή τη μέρα θυμόμαστε τους αγαπημένους μας και νοσταλγούμε, άλλος λίγο–άλλος πολύ, την παρουσία τους, το πρόσωπό τους, τη φωνή τους, τη ματιά τους. Και να μη τους νοσταλγούμε, κατά βάθος μέσα μας κουρνιάζει η προαίρεση της νοσταλγίας: θα θέλαμε να μπορούσαμε να τους θυμόμαστε. Είναι ένα θέμα αυτό.
Πάντως, η αγάπη, η πραγματική αγάπη, είναι μόνο μνήμη. Και η μνήμη της αγάπης, είναι μόνο προσευχή.
Προσευχόμαστε, επειδή ακριβώς αγαπάμε και θυμόμαστε.
Κι αν δεν προσευχηθούμε γι’ αυτούς που φύγανε, αυτό σημαίνει ότι εμείς είμαστε κάπως ελλιπείς και κολοβωμένοι στην αγάπη.
Δεν γίνεται να αγαπάς και να μην προσεύχεσαι.
Δεν γίνεται να αγαπάς και να μη θυμάσαι.
Θυμόμαστε και, έτσι, απευθυνόμαστε στη μεγάλη αγάπη του Χριστού, στον Ίδιο τον Σωτήρα μας Χριστό, για να θυμηθεί όλους όσους εμείς καθόμαστε και θυμόμαστε ιδιαίτερα σήμερα το Ψυχοσάββατο: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ανάπαυσον τους δούλους σου»!
Τους πατέρες και τις μητέρες μας, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, τους αδελφούς και τις αδελφές μας, τους συγγενείς μας, τους αναδόχους και τους αναδεκτούς μας, τους φίλους, τους συγχωριανούς, τους γνωστούς, τους συναδέλφους και τους συνεργάτες μας, τους δασκάλους και τους συμμαθητές μας, τους συστρατιώτες και όλους όσους γνωρίσαμε και όσους μας γνώρισαν.
Όλοι είμαστε ένα σώμα, ένα σώμα ομόψυχων αδελφών κι ας μην εκμεταλλευτήκαμε ίσως κάποιες ουσιαστικές ευκαιρίες πραγμάτωσης αυτής της αδελφοσύνης που ενδεχομένως να παρουσιάστηκαν στο διάβα της ζωής μας.
Συναζόμαστε με άφθονες λαχτάρες, με πόνους ή φόβους μνήμης στη θεία Ευχαριστία, πάμε σιωπηλά προς την Πρόθεση με τα ψυχοχάρτια της καρδιάς μας, γινόμαστε βαθμιαία άνθρωποι της Προθέσεως, θυμόμαστε και ονοματίζουμε πρόσωπα, έναν-έναν και κάθε έναν δούλο του Θεού –του Θεού που είναι ο μόνος Ελευθερωτής των ψυχών μας.
Βρισκόμαστε μέσα στη ζεστή Κιβωτό της Εκκλησίας· έξω απ’ αυτή τη σωτήρια Κιβωτό, βασιλεύει η καταχνιά και η άβυσσος του άδη, δε βλέπεις καμία ζωή και δεν αισθάνεσαι κανένα χνώτο ζωής πουθενά. Η Εκκλησία σώζει διαρκώς: προσωπικά, διαπροσωπικά και καθολικά, κάθε ώρα και στιγμή, πάντα. Αυτό αισθανόμαστε εμπειρικά. Η κεφαλή της, που είναι ο Χριστός, σώζει όσους θέλει αλλά και μπορεί να σώζει όπως βούλεται εκείνους, για τους οποίους τα μέλη της (οι άγιοι, οι θεώμενοι, οι σωσμένοι, τα πιστά και αγωνιζόμενα μέλη της) δεν παύουν να δέονται και να παρακαλούν. Άλλωστε, ποια προσευχή μέσα στην άκτιστη Εκκλησία πάει χαμένη;
Στο υπέρτατο μυστήριο του θανάτου δεν υπάρχουν εχθροί και έχθρες, κακίες και μνησικακίες, πονηρίες και αλαζονείες, ψέματα και μύθοι, στρεβλώσεις και σκληρύνσεις. Όλοι πρέπει να προσευχηθούμε στιγμιαία ή εκτενώς με την καρδιά μας, με μια καρδιά που να έχει μνήμη για προσευχή και προσευχή στη μνήμη. Η μνήμη φέρνει την προσευχή και η προσευχή κινεί την αγάπη, τη θεία αγάπη που είναι παντοδύναμη, ανεξερεύνητη και απερινόητη.
Πού πήγαν οι προσφιλείς μας συγγενείς, αυτούς που δεν παύσαμε ποτέ να θυμόμαστε και να αγαπούμε; Μήπως χαθήκανε; Μήπως σταμάτησε γι’ αυτούς η ζωή; Μήπως, επειδή αδυνατούμε εμείς να τους δούμε και να τους ακούσουμε, πάει να πει ότι δεν υπάρχουν; Όχι. Υπάρχουν. Υπάρχουν, όχι βέβαια εδώ στη γη και ασφαλώς όχι μαζί με το χωμάτινο σκήνωμα της ψυχής τους που ήταν το σώμα τους. Ο θάνατος είναι για μας ένα μυστήριο, το τελευταίο μυστήριο που δοκιμάζει η ύπαρξή μας. Ένα αδιήγητο πέρασμα και μια μεγάλη διάβαση συντελείται. Μόλις που προλαβαίνουμε να πούμε κάτι, ένα «Ήμαρτον Θεέ μου!», ένα «Κύριε ελέησον!», ένα «Ο Θεός ιλάσθητοί μοι τω αμαρτωλώ!», ένα «Συγχώρεσέ με Θεέ μου!», ένα «Συγχωρέστε με κι εσείς αδελφοί μου!» και μετά αποχαιρετούμε όλα τα επίγεια. Αυτό τον κόσμο κι αυτή τη ζωή που τη νομίζαμε εμείς, όπως και πολλοί άλλοι σαν κι εμάς, σαν μια ζωή που είναι παντοτινή και όχι εφήμερη και πρόσκαιρη. Όμως η αληθινή ζωή είναι αλλού και αλλιώς. Αυτή η ζωή που ζούμε τώρα, τυφλωμένοι και σαγηνευμένοι, είναι προοίμιο ζωής, μια εισαγωγή ζωής, ένα προστάδιο ζωής. Η αληθινή ζωή είναι η ζωή κοντά στον Χριστό, μέσα στο Φως της Αγίας Τριάδας, μέσα στην κοινωνία των Αγίων, μέσα στη χώρα της αναπαύσεως του Παραδείσου. Ο σκοπός της ζωής μας είναι φθάσουμε εκεί. Πρώτα απ’ όλα με τη Χάρη του Θεού και με τα έργα της αγάπης και της ταπείνωσης, της προσευχής και της ελεημοσύνης, της αμνησικακίας και της συγχώρεσης.
Η Εκκλησία προσεύχεται για όλους και ιδιαίτερα για τους κεκοιμημένους. Οι κεκοιμημένοι εκ της θέσεώς τους δεν μπορούν να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία για να μετανοήσουν για όσα αμαρτήματα διέπραξαν μέσα στην άγνοιά τους, μέσα στην απροσεξία, την αμέλεια ή και την πώρωσή τους. Αν έδινε ο Θεός στη διάθεσή τους μονάχα ένα ακόμη λεπτό επίγειας ζωής, το μόνο που έκαμναν, θα ήταν να ζητήσουν συγχώρεση από τον Θεό και από τους ανθρώπους που λύπησαν με την αμαρτία τους. Οι κεκοιμημένοι μας κυριολεκτικά βρίσκονται στο έλεος του Θεού. Και το έλεος του Θεού είναι ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, απρόβλεπτο, παντοδύναμο. Κανείς δεν μπορεί να πει για κανέναν τίποτα. Κανένας δεν μπορεί να κρίνει και να καταδικάσει κανέναν. Όλοι μας πρέπει να γονατίσουμε και να ζητούμε αυτό το έλεος του Κυρίου μας να αναπαύσει τις ψυχές των κεκοιμημένων μας.
Οι προσευχές μας να έχουν σαν φτερά την προσφορά, την προσφορά του βίου μας και την προσφορά της λειτουργικής μας παράδοσης: το καθαρό κερί προς το θυσιαστήριο, το λάδι για τα κανδήλια της αγίας Τραπέζης, το νάμα της θείας Ευχαριστίας για το άγιο Ποτήριο, το θυμίαμα για τη χρήση του στις ιερές ακολουθίες. Να πλάθουμε και να ζυμώνουμε πρόσφορα γι’ Αυτόν που πλάθει τη σωτηρία μας, να πλάθουμε και με τον αγώνα μας ήθος αγάπης· να πηγαίνουμε ανελλιπώς στην Εκκλησία το όνομά τους, να γίνουμε εμείς πανώριος ναός αγάπης για χάρη τους· να θυμιάζουμε συχνά το μνήμα τους, να θυμιάζουμε και με την αρετή μας τη μνήμη τους· το πραγματικό, το ουσιαστικό μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους μας είναι η προσωπική μας μετάνοια, η χριστοποίησή μας, η χαρίτωση της ζωής μας, η έμπρακτη αγάπη μας προς τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. Να έχουμε φωτεινό βίο που να ομοιάζει με ιλαρό φως, με το φως των θείων αρετών, με το φως του ταπεινού φρονήματος, με το φως της αληθινής πίστης, με το φως του βιωματικού μας ενστερνισμού των θείων δογμάτων, να καταφάσκουμε στα κελεύσματα και στα πρόσωπα της Εκκλησίας, με το φως των ιερών βιωμάτων της καρδιάς μας, με αυτό το φως και πάντα με τη Χάρη του Θεού να προσπαθούμε να δίνουμε μια παρηγοριά, μια ανάσα, μια λύτρωση, μια άνεση, μια χαρά, έναν ασπασμό, μια σωτηρία Χριστού προς τους κεκοιμημένους μας. Η δική μας ζωή να γίνεται ευάρεστη, ολοένα πιο ευάρεση στον Θεό, μια εύλαλη και ζωντανή θυσία μπροστά στον θρόνο Του, μια απερίγραπτη συγκίνηση γι’ Αυτόν τον Ίδιο τον Θεό, ώστε να σπεύσει Αυτός να αγκαλιάσει, να αναπαύσει και να σώσει, με τον τρόπο που μόνο Εκείνος ξέρει, τους κεκοιμημένους μας. Όχι ότι δεν μπορεί να σώσει ο ανενδεής Θεός μόνος Του τους ανθρώπους που φύγανε απ’ αυτή τη ζωή· αλλά ότι εμείς που νοιαζόμαστε και μεριμνούμε γι’ αυτούς μέσα από την Προσευχή που κάνουμε, μέσα από τη συμμετοχή μας στη θεία Λειτουργία και τις άλλες ιερές δεήσεις, μέσα από τα έργα της αγάπης και της ελεημοσύνης, μέσα από την ετοιμασία και παρασκευή των κολλύβων, εμείς είμαστε που τελικά παίρνουμε δύναμη, χάρη και αγιαζόμαστε μέσα από μια διαδικασία που είναι γεμάτη φως, αγάπη, στοργή, θεία μέθεξη.
Ο αρχέγονος πειρασμός του ορθολογισμού εμφανίζεται πάντα στιβαρός μέσα στη φράση «εν τω άδη ουκ έστι μετάνοια». Αυτό αφορά εν γένει τους νεκρούς και την προσωπική τους ευθύνη έναντι του Θεού και των συνανθρώπων τους κατά την επίγεια ζωή τους. Είναι μια αλήθεια που μπορεί κάλλιστα να δεχθεί την εξαίρεση μιας άλλης ακατανόητης θείας αλήθειας. Ο τρόπος που σώζει ένας Θεός τις ψυχές δεν μας είναι απόλυτα γνωστός. Η σωτηρία της ψυχής είναι το πιο γνοφώδες μυστήριο για μας. Και έτσι πρέπει, γιατί αυτό αρμόζει στη φύση μας. Εμείς ξέρουμε μέσα από την εμπειρία της Εκκλησίας, μέσα από την εμπειρία των αγίων, μέσα από τις αποκαλύψεις των συναξαρίων της, ότι η αγάπη είναι πιο κραταιή κι απ’ τον θάνατο, επειδή η αγάπη είναι η μόνη ελπίδα σωτηρίας για τον καθένα. Ποιος άδης μπορεί να τα βάλει με την αγάπη, αφού η ίδια η Αυτοαγάπη, ο Χριστός, κατέβηκε μέσα στον άδη για να αρπάξει από εκεί τις ψυχές που καταδυνάστευε για αιώνες; Το θαύμα της αγάπης εμείς δεν το ξέρουμε και δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε. Αυτό το θαύμα δεν σταμάτησε ακόμη να διενεργείται μυστικά και να σώζει εκείνους για τους οποίους ο κόσμος δεν έχει να δώσει καμιά ελπίδα. Η αγάπη του Χριστού πάει συνεχώς κόντρα στην άθλια ψευτοαγάπη του κόσμου, στη φτηνή και μπακαλίστικη λογική μας. Η προσευχή μας πρέπει να μη ρωτά τίποτα, να μη τη νοιάζει για τίποτα, μόνο να είναι αέναη, συνεχής, αδιάκοπη, καρδιακή. Αγαπάμε τους κεκοιμημένους μας; Εάν και εφόσον ναι, τότε ας μη παύσουμε να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ας μην παύσουμε να κάνουμε τη ζωή μας ένα καθαρό μνημόσυνο προς τη μνήμη τους, ας γίνουμε εμείς προσευχή και αγάπη γι’ αυτούς που μας έφεραν στον κόσμο, που μας φρόντισαν με κάθε τρόπο, που θυσιάστηκαν για μας, που συντρόφευσαν και ευεργέτησαν ποικιλοτρόπως τη ζωή μας. Όσοι προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους μας, όχι μόνο κατά τα δύο Ψυχοσάββατα του χρόνου, αλλά και κάθε άλλη μέρα, κερδίζουμε μαζί τους τη ζωή, την αθανασία, την τερπνότητα και τη μακαριότητα της παραδείσιας αγάπης του Χριστού.
Γι’ αυτό λοιπόν, αφού σας αναφέρω ότι είναι απόλυτα απαραίτητο και αναγκαίο να συνοδεύονται τα κόλλυβά σας με το καθαρό κερί, με το νάμα, με το λάδι και το θυμίαμα στο ιερό, απευθύνομαι στην ορθόδοξη συνείδησή σας και σας προτρέπω να μην παύσετε να πηγαίνετε τα ονόματα των κεκοιμημένων σας στην Πρόθεση του Ιερού, να μην παύσετε να δέεστε και να δεόμαστε όλοι μαζί, μέσα από την καρδιά μας, για τους προσφιλείς κεκοιμημένους μας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, διά της Θεοτόκου, μνήσθητι, ελέησον, ανάπαυσον και σώσον τους κεκοιμημένους δούλους Σου!». Αμήν. Γένοιτο.
π. Δαμιανός