«Αποχαιρετισμός»


photo-briasoulis-3
Πριν λίγες ημέρες, το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016, έφυγε από κοντά μας ο εκλεκτός συνάδελφος και φίλος Ευάγγελος Μπριασούλης. Τραγική ειρωνεία! Έφυγε νικημένος από την ασθένεια την οποία πολεμούσε με πάθος τα τελευταία 26 χρόνια της ζωής του.  Αποτελεί κοινοτυπία να πω ότι η Ογκολογική κοινότητα έγινε φτωχότερη, όμως πράγματι ο εκλιπών ήταν ένα από τα πιο δραστήρια και δημιουργικά κύτταρά της. Όσο για το μέγεθος της απώλειας αυτής για μένα τι να πω; Τριάντα τρία χρόνια στενής φιλίας και μια κοινή πορεία που σφράγισε ανεξίτηλα τον γράφοντα δημιουργούν άρρηκτους δεσμούς.
Ο Βαγγέλης είχε βαθειά πίστη στο Θεό και στη Θεία Πρόνοια, χωρίς όμως να γίνεται μοιρολάτρης. Το κοινώς λεγόμενο «έχει ο Θεός» ο Βαγγέλης το είχε κάνει βίωμα. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία που μου είχε διηγηθεί, με δυσκολία, γιατί ως γνωστόν δεν του άρεσε να περιαυτολογεί. Μετά το πρώτο του πτυχίο, της Θεολογίας,  πήγε για 6 μήνες με υποτροφία της ινδικής κυβέρνησης στην Ινδία για ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα στις Ανατολικές θρησκείες. Από κακή συνεννόηση της ελληνικής και της ινδικής κυβέρνησης τα χρήματα της υποτροφίας καθυστερούσαν. Δεν είχε εισιτήριο επιστροφής και τα χρήματα που είχε μαζί του τέλειωναν. Παρόλα αυτά έδωσε τα τελευταία χρήματα που είχε σε έναν πολύτεκνο Σιχ, («αυτός τα είχε πιο πολύ ανάγκη» είπε ο ίδιος αργότερα), στάθηκε σε μια ουρά, όπου κάποια ανθρωπιστική οργάνωση μοίραζε λίγο βρασμένο ρύζι και πήγε στο ξενοδοχείο να πάρει τα πράγματά του και να βγει στους δρόμους… Φθάνοντας στο ξενοδοχείο όμως, ως εκ θαύματος,  βρήκε να τον περιμένει μια ελληνίδα, παντρεμένη με αμερικανό υπάλληλο του ΟΗΕ, η οποία τον φιλοξένησε μέχρι να διευθετηθεί το πρόβλημα με την υποτροφία. Φαίνεται ότι πράγματι «είχε ο Θεός!».
Ταυτόχρονα με την βαθειά πίστη στο Θεό είχε και απεριόριστη αγάπη στον άνθρωπο. Αυτό τον οδήγησε πρώτα στη Θεολογική και μετά στην Ιατρική Σχολή. Είναι αξιοθαύμαστο ότι το πτυχίο του της Θεολογίας, αντίθετα από ότι θα περίμενε κανείς, άνοιξε τους ορίζοντές του και δεν τον έκανε ούτε δογματικό, ούτε μισαλλόδοξο. Αντίθετα απέκτησε βαθύ σεβασμό για όλες τις θρησκείες του κόσμου. Κατά την διάρκεια της φοίτησής του στη Θεολογική Σχολή γνωρίστηκε και συνδέθηκε πνευματικά με τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο Γιαννουλάτο. Σε συνεργασία με τον Αναστάσιο έλαβε μέρος σε δύο ιεραποστολές στην Αφρική. Ο ρόλος του ήταν η οργάνωση των ανύπαρκτων υπηρεσιών υγείας της Κένυας.
Το καλοκαίρι του 1989 πήρε την ειδικότητα της Παθολογίας και τον επόμενο χρόνο άρχισε να εργάζεται στο Ογκολογικό Τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, όπου οι σπουδές του τόσο της θεολογίας, όσο και της ιατρικής βρήκαν τη πλήρη δικαίωσή τους. Τον Νοέμβριο του 1993 ταξιδέψαμε μαζί στα Ιεροσόλυμα, όπου γινόταν το συνέδριο της ESMO, για  να δώσουμε τις εξετάσεις για την αναγνώριση της ειδικότητας της Παθολογίας- Ογκολογίας. Πριν τις εξετάσεις πήγαμε για προσκύνημα στο ναό της Αναστάσεως και στον Πανάγιο Τάφο. Τα σχόλια του και τα εδάφια των Ευαγγελίων που θυμόταν από στήθους έκαναν την επίσκεψη ακόμα πιο συγκινητική και αξέχαστη και για τους δύο.
Το 1994 μετεκπαιδεύτηκε στις κλινικές μελέτες φάσης Ι, στο Ηνωμένο Βασίλειο και αμέσως μετά την επιστροφή του άρχισε την αξιοποίηση των γνώσεων και της εμπειρίας που απέκτησε εκεί. Το 1995 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή για τα καρκινώματα αγνώστου πρωτοπαθούς εστίας. Ήταν πάρα πολύ εργατικός, ακούραστος τολμώ να πω. Την επομένη της γενικής εφημερίας, που κανένας βέβαια δεν είχε κοιμηθεί, ο Βαγγέλης συνέχιζε ζωηρός και ευδιάθετος τη δουλειά του, όταν όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν «διαλυμένοι». Ήταν ακέραιος, αφιλοχρήματος και πολύ αποτελεσματικός στους στόχους που έβαζε. Ήταν πολύ σεμνός, αθόρυβος, λιγομίλητος αλλά ουσιαστικός. Έλεγε λίγα, καταλάβαινε και έπραττε πολλά. Αυτά όμως που έλεγε είχαν πάντα βαρύνουσα σημασία. Έσκυβε πάνω από τον άρρωστο με ειλικρινές ενδιαφέρον και αγάπη και οι ασθενείς του τον λάτρευαν. Δεν μιλούσε ποτέ για τις επιτυχίες του και πολύ περισσότερο για όσα έκανε για τους ασθενείς του που ξεπερνούσαν κατά πολύ το ιατρικό καθήκον. Αυτά δεν τα μαθαίναμε ποτέ ή τα μαθαίναμε «κατά λάθος» από τους ασθενείς ή τους συγγενείς των ασθενών. Ήταν πάντα διαθέσιμος, πάντα υπομονετικός ακόμη και με δύστροπους ασθενείς και συγγενείς. Κανένας δεν θυμάται να ύψωσε τον τόνο της φωνής του, ποτέ, προς κανένα.
Το επιστημονικό του έργο πλούσιο με περισσότερες από 170 δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά. Ίδρυσε επίσης και διηύθυνε το εργαστήριο Μοριακής Ογκολογίας του Κέντρου Βιοτράπεζας Καρκίνου του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων το οποίο λόγω των υψηλών του προδιαγραφών διασυνδέθηκε με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά εργαστήρια. Τίμησε και προσέδωσε αίγλη στην θέση που κατέλαβε με την αξία του και την εργατικότητά του (Τακτικός Καθηγητής Ογκολογίας και Διευθυντής της Αιματολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων). Η εξέλιξή του αυτή δεν τον απομάκρυνε από τους νεώτερους συναδέλφους. Αντίθετα ενδιαφερόταν και ήταν πάντα πολύ υποστηρικτικός προς αυτούς. Ήταν πρόθυμος να βοηθήσει να ολοκληρωθεί μια εργασία, να γραφτεί μια δημοσίευση, να πραγματοποιηθεί μια διατριβή. Είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι μερικές φορές πλήρωνε ο ίδιος τα αντιδραστήρια, για να γίνει το πειραματικό μέρος μιας διατριβής και να παρακαμφθούν οι γνωστές χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εννοείται ότι όλα αυτά τον έκαναν εξαιρετικά αγαπητό στους συνεργάτες του σε όλους τους χώρους δουλειάς, όπου έτυχε να εργαστεί. Προς το τέλος της ζωής του, πικράθηκε από ορισμένους συναδέλφους, αλλά αυτό πιστεύω οφείλεται στο γεγονός ότι «τα καρποφόρα δένδρα πετροβολούν τα παιδιά του δρόμου».
photo-briasoulis-4
Ως φίλος ήταν πολύτιμος. Ήταν πάντα εκεί, να βοηθήσει με το απόθεμα αγάπης που είχε, την αντίληψή του και τον επιγραμματικό του λόγο. Εμένα τουλάχιστον μου άνοιξε έναν καινούριο κόσμο: αυτόν της ορειβασίας και της αγάπης για την φύση. Ανεβήκαμε στον Όλυμπο και στη Γκαμήλα, διασχίσαμε το φαράγγι του Βίκου, περπατήσαμε ορεινά μονοπάτια στα Τζουμέρκα, πράγματα που έμοιαζαν αδύνατα σ’ εμένα. Δεν ήταν δυνατόν να τον γνωρίσεις και να μείνεις ανεπηρέαστος.  Τον θαύμαζα για την ευρύτητα του πνεύματος του, την ευφυΐα του, την ευρηματικότητά του, την  εργατικότητά του, την αντοχή του, την ηρεμία του, την νηφαλιότητά του και την σεμνότητά του. Συνήθιζα να λέω «Ο Βαγγέλης ξέρει από πού έρχεται και ξέρει καλά που πηγαίνει!» Επιπλέον είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία και στα χρόνια της ειδικότητας , αλλά κυρίως την πενταετία (1990-1995) που δουλέψαμε μαζί στο Ογκολογικό Τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων. Η πενταετία αυτή έμεινε σαν ορόσημο και στους τρεις συνεργάτες και συναδέλφους (ο τρίτος είναι ο Κώστας ο Νικολαΐδης).
Όσο μεγάλο ήταν το πάθος για τη δουλειά του, άλλη τόση ήταν η αγάπη και η αφοσίωσή στην οικογένειά του. Κάθε λεπτό του ελεύθερου χρόνου του το περνούσε μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του και ήταν πάντα διαθέσιμος να ασχοληθεί με τα προβλήματα των δικών του, παρά τον μεγάλο φόρτο εργασίας που είχε πάντα.
Υπέμεινε την ασθένειά του με καρτερικότητα, χωρίς μεμψιμοιρίες και χωρίς να χάσει την βαθειά πίστη στον Θεό που τον χαρακτήριζε. Ένα μήνα μετά την διάγνωση, ανέβηκα στα Γιάννενα να τον δω. Ήταν Γενάρης και περπατούσαμε στην όχθη της λίμνης συζητώντας το επίμαχο θέμα. Σε κάποια στιγμή του ζήτησα:
-Να προσευχηθούμε για ένα θαύμα!
-Πολύ εγωιστικό! μου απάντησε. Η προσευχή μας πρέπει να είναι «Γεννηθήτω το θέλημά Σου»
Συνέχισε να εργάζεται και να πηγαίνει στο Νοσοκομείο μέχρι την τελευταία εβδομάδα πριν τον θάνατό του. Και όταν κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα την αντιμετώπισε με ηρεμία, με αξιοπρέπεια, «σαν έτοιμος από καιρό» που λέει και ο ποιητής, γιατί πράγματι ετοιμαζόταν από καιρό.
Με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε δίδαξε ταπεινότητα και ήθος. Με τον τρόπο που έφυγε μας δίδαξε πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες και το δικό μας τέλος.
Είμαστε απαρηγόρητοι για την μεγάλη απώλεια. Είμαστε όμως ταυτόχρονα και τυχεροί, όσοι γνωρίσαμε το Βαγγέλη, γιατί ζήσαμε κοντά του και πήραμε λίγη από την αγάπη που μοίρασε απλόχερα στο περιβάλλον του. Βαγγέλη, σ’ ευχαριστούμε για ότι μας έδωσες! Βαγγέλη, σ’  ευχαριστούμε που ομόρφυνες τη ζωή μας!
photo-briasoulis-6
Καλό ταξίδι και καλή αντάμωση στις ψηλές κορυφές που διάλεξες να πας πρώτος, όπως πάντα!
Γεώργιος Κλούβας
Αναπληρωτής Διευθυντής 
Β’ Ογκολογική Κλινική
METROPOLITAN
Advertisements

Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καί τό σχεδιαζόμενο ἀνθρωπολογικό ἔγκλημα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν.

 Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Νάσσου

Στόν Χριστιανισμό ὡς Ὀρθοδοξία, ἡ ἀνθρωπολογία εἶναι ἀρρήκτως συνυφασμένη μέ τήν Θεολογία καί δέν μπορεῖ νά ξεχωριστεῖ ἀπό αὐτήν ἐπειδή ἔτσι ἀρέσει στούς ἀνθρώπους τοῦ σκότους, οἱ ὁποῖοι διά μέσου τῶν αἰώνων πολυειδῶς καί πολυτρόπως πολεμοῦν τόν Ἀληθινό Θεό καί τήν ἐπί γῆς ζῶσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Στό ἀνθρωπολογικό ἐπίπεδο, λοιπόν, ἡ Ὀρθοδοξία βλέπει τήν κορωνίδα τῆς θεία δημιουργίας, αὐτόν πού ἀποτελεῖ τήν «ἀνακαιφαλαίωσιν τῶν τοῦ Θεοῦ κτισμάτων»[1], τόν ἄνθρωπο,συνθετικά. Τόν θεωρεῖ ἑνωτικά καί ὄχι διαιρετικά ὅπως τόν βλέπουν οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀρχαίους φιλοσόφους.

Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη Παράδοσή μας, τό σῶμα ἀποτελεῖ ἀναπόστατο ὀντολογικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δέν ὑπῆρξε χρονική στιγμή κατά τήν ὁποία νά ὑπῆρχε χωρίς σῶμα, διότι ἐξ ἀρχῆς ὁ πλάστης ἥνωσε δύο στοιχεῖα στόν ἄνθρωπο ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως[2]. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ὁ μέγας κόσμος μέσα στόν μικρό, εἶναι τό μεθόριο μεταξύ δύο κόσμων, ἡ συμπύκνωση, ἡ συμπερίληψη τοῦ σύμπαντος, ἀφοῦ ἑνώνει τό νοερό καί τό αἰσθητό.[3] Τό σῶμα,  ὡς τό ἕνα ἀπό τά δύο συστατικά στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεώς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἱερό, προοριζόμενο νά «συνδιαιωνίσει τήν ψυχή» (Ἀθηναγόρου, περί Ἀναστάσεως), νά ζήσει καί αὐτό στήν ἀτέρμονη Αἰωνιότητα, μετά τήν κοινή Ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων, κατά τήν Δευτέρα, Ἔνδοξο Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

 Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως γνωρίζουμε, καταφάσκει τό ὑλικό σῶμα, τό τιμᾶ καί τό σέβεται, διότι καί αὐτό μετέχει τῆς χαρισματικῆς θεώσεως, ὅπως ὑπογραμμίζεται ἀπό κορυφαίους Πατέρες καί ἐμπειρικούς Θεολόγους, ὅπως λ.χ. τόν ἅγιο Συμεών τόν Ν. Θεολόγο, τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ κ.ἄ. Τό ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι Ναός Θεοῦ κατά τόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο, ὁ ὁποῖος γράφει πρός τούς Κορινθίους: «ὑμεῖς ναός Θεοῦ ἐστέ ζῶντος»[4].

Ἡ ἀξία καί ἱερότητα τοῦ σώματος παρουσιάζεται σέ πολλά ἁγιογραφικά καί πατερικά ἐδάφια, τά ὁποῖα παραλείπουμε γιά τό στενόν τοῦ χώρου. Καί ἡ ταφή τοῦ σώματος μετά θάνατον διδάσκεται  στήν πράξη ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀπό τόν Ἴδιο τόν «Παθόντα καί Ταφέντα δι᾿ ἠμᾶς» Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες καί ἐφαρμόζεται ἀπό ὅλους τούς πιστούς. Ἡ ὅλη Παράδοσή μας δέχεται τήν ταφή τῶν σωμάτων, μιά πράξη πού ἤδη ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο παραλληλίζεται μέ τή σπορά τοῦ κόκου τοῦ σιταριοῦ καί συνδέεται μέ τήν προσδοκία τῆς νέας ζωῆς.[5] Ἀπό πλευρᾶς Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχουν ἔμμεσες ἀναφορές καί θέσεις ὅτι ἡ ταφή εἶναι ὁ μόνος κανονικός τρόπος μεταχειρίσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων, γι᾿ αὐτό καί ἀναφέρεται στόν ΙΓ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκ. Συνόδου ὅτι «περί τῶν ἐξοδευόντων ὁ παλαιός καί κανονικός Νόμος φυλαχθήσεται καί νῦν».[6] Ἀντίθετα, ὑπάρχει Κανονική ἀναφορά ἀπορριπτική τῆς καύσεως στόν ΞΕ΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Συνόδου, ὁ ὁποῖος κατακρίνει τόν Μανασσῆ γιά τήν καύση τῶν παιδιῶν του μαζί μέ ἄλλες εἰδωλολατρικές πράξεις πού ἔκανε καί γι᾿ αὐτό «ἐπλήθυνε τοῦ ποιῆσαι τό πονηρόν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, τοῦ παροργήσαι αὐτόν».[7]

Εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐπισημανθεῖ ὅτι ὁ βιολογικός θάνατος, μέ τόν ὁποῖο χωρίζονται τά δύο συστατικά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή καί τό σῶμα δέν ἀποτελεῖ τό τελευταῖο στάδιο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Μετά τήν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν καταργεῖται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε πώς ἡ ἀδιαίρετη φύση τοῦ ἀνθρώπου παραμένει αἰωνίως ἀδιαίρετη. Προσωρινό ἐπεισόδιο στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἡ σύνδεση τῆς ψυχῆς μέ τό σῶμα, ὅπως δίδασκαν οἱ φιλόσοφοι (Πλάτων). Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους, προσωρινό ἐπεισόδιο εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Καί τό γεγονός αὐτό, στόν μέν Πλατωνισμό βιώνεται ὡς ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς ἀπό τόν τόπο τῆς φυλακίσεώς της, σέ μᾶς δέ βιώνεται ὡς  διάσπαση τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου (ὡς «ρῆξη τῆς ψυχοσωματικῆς συμφυΐας» καθώς ψάλλουμε στή Νεκρώσιμο Ἀκολουθία ) καί αὐτή ἡ διάσπαση ὑπερβαίνεται στήν Ἀνάσταση.  Ὁ ἄνθρωπος κατά τήν Πατερική μας Γραμματεία «δυνάμει τέθραυσται, ἵνα ἐν τῇ Ἀναστάσει ὑγιῆς εὑρεθῇ».[8] Δέν χάνεται, οὔτε ἐκμηδενίζεται! Ἄλλωστε, πάλι κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν».[9]

Οἱ κλασικές περί ἀνθρώπου θέσεις τῆς Φιλοσοφίας, ὅπως α) τοῦ Πλάτωνος περί ἐγκλεισμοῦ τῆς προϋπαρχούσης ψυχῆς στό σῶμα καί β) τοῦ Ἀριστοτέλη περί ἐνοικήσεως τοῦ ἄνωθεν ἐρχομένου νοῦ στό ψυχοσωματικό στοιχεῖο, ἀπό τίς ὁποῖες θεωρίες συνάγεται ὅτι οὐσία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχή ἤ ὁ νοῦς ἀντίστοιχα, παύουν νά ἰσχύουν στήν ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία καί ἀνθρωπολογία. Καί τοῦτο διότι τό «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ στόν ἄνθρωπο ἐντοπίζεται (ἐκτός ἀπό τό λογικό, νοερό, αὐτεξούσιο κλπ.) καί στό σῶμα, τό ὁποῖο γίνεται (ἐμπροϋπόθετα) κατοικητήριο τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὀγκόλιθος τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἅγιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λαμᾶς θά μᾶς πεῖ  ὅτι «τό συ­ναμφό­τε­ρον», ὁ ὅλος ἄνθρω­πος, ὡς ψυ­χή καί σῶμα, εἶναι καί λέγεται εἰκό­να τοῦ Θε­οῦ: «Μή ἄν ψυ­χήν μό­νην, μή­τε σῶμα μό­νον λέ­γε­σθαι ἄνθρω­πον, ἀλλά τό συ­ναμ­φό­τε­ρον, ὅν δή καί κατ᾿εἰκό­να πε­ποι­η­κέ­ναι Θε­ός λέ­γεται».[10] Νωρίτερα τόν 5ο αἰῶνα, ὁ συνώνυμός του καί ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης εἶχε καταθέσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς ψυχοσωματική ὁλότητα εἶναι «γήινον πλάσμα τῆς ἄνω δυνάμεως ἀπεικόνισμα».[11]  Σκοπός δέ τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου πού εἰκονίζει τόν Θεό εἶναι νά χωρέσει μέσα του τόν εἰκονιζόμενο, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Θεό. Ὅλα τά ἄλλα ὑποτάσσονται καί ἐντάσσονται στόν σκοπό αὐτό.

Αὐτό τό «γήινο πλάσμα» πού ὡς ἑνωμένο ὅλον ἀπεικονίζει τόν Δημιουργό Του, ἐπιδιώκουν σήμερα νά τό διαχωρίσουν πλατωνικά ἐκεῖνοι πού δηλώνουν τήν ἀπαξία πρός τό σῶμα, ἀφοῦ θέλουν μετά τόν βιολογικό θάνατο καί τήν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς ἀπ᾿ αὐτό νά τό πετοῦν στόν κλίβανο γιά ἀποτέφρωση! Αὐτό τό σῶμα ὅμως, δέν εἶναι ἄχρηστο, οὔτε ἀπόβλητο, ἀλλά ἔχει τήν τιμή καί τήν ἀξία του ὅπως εἴπαμε. Καί τοῦτο διότι ναί μέν εἶναι ὑλικό, ἀλλά ἐμπεριέχει «ἐνσημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις» κατά τόν Ἅγιο Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, δηλαδή συνιστᾶ ἕνα πνευματικό γεγονός, ἀφοῦ καί αὐτό δέχεται τήν ἄκτιστη Χάρη καί Ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Δέν θά πρέπει νά ἀγνοοῦμε ὅτι σέ ὁλόκληρη τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης,  ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἀντιμετωπίζεται ὡς εἰδωλολατρική συνήθεια καί θεωρεῖται ὡς ἀποκρουστική πράξη. Εἰδικότερα, ὁ διά πυρᾶς θάνατος συνδέεται στήν Παλαιά Διαθήκη μέ εἰδεχθῆ ἐγκλήματα. Ἡ Καινή Διαθήκη θεωρεῖ αὐτονόητη τήν ταφή τῶν νεκρῶν, ἐνῶ στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μόνο διῶκτες της κατέφυγαν στήν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων τῶν Χριστιανῶν, γιά νά ἐξαφανίσουν τή μνήμη τους καί νά πλήξουν τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς τους. Κατά τούς νεώτερους, τέλος, χρόνους ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἐφαρμόσθηκε καί ὡς κάποια μορφή ἐξαγνισμοῦ τοῦ κόσμου ἀπό τήν παρουσία τους. Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες δείχνουν ἀποστροφή καί ἐχθρότητα πρός τό σῶμα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅμως, δέν βλέπει τό σῶμα ἐχθρικά οὔτε τό θεωρεῖ ὡς «σῆμα», δηλαδή ὡς τάφο, ὅπως τό θεωροῦσε ὁ Πλάτων, ὥστε νά θέλει νά τό ἀφανίσει μέ τήν φοβερή, ἀσεβῆ καί εἰκονοκλαστική διαδικασία τῆς ἀποτεφρώσεως! Εἶναι ὄντως εἰκονοκλαστική πράξη διότι τό ἀνθρώπινο σῶμα, ὅπως προελέχθη εἶναι Ναός τοῦ Θεοῦ, Ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί τούς Ναούς δέν τούς καῖμε! Τό ἀνθρώπινο σῶμα, αὐτή ἡ φύση τήν ὁποία διά τῆς Ἐνανθρωπήσεως προσέλαβε ὁ Χριστός, εἶναι ἡ ζωντανή Ἐκκλησία, μέσα στήν ὁποία καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά λατρεύσει τόν ἐν τριάδι Θεό. Καί ὅποιοι λατρεύουν ἀληθινά τόν ἄκτιστο Θεό, θεμελιώνουν μέ τά λείψανά τους τίς κτιστές Ἐκκλησίες[12], πού στεγάζουν τούς ζωντανούς, τά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος  τῆς μεγάλης τιμῆς ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἱερῶν λειψάνων. Πλοῦτος ἀδαπάνητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τά ἅγια, ἄφθαρτα και θαυματουργούντα λείψανα τῶν θεοφόρων τέκνων της! Αὐτά φέρουν ἔκδηλα τά σημεῖα τῆς θεώσεως, τά σήμαντρα τοῦ θείου ἐλέους, τά τεκμήρια τῆς ἐν Χριστῷ «ἀνακράσεως»[13]  καί γι᾿ αὐτό  τά διατηρεῖ ἡ Ἐκκλησία ὡς πολύτιμους θησαυρούς. Αὐτῶν τῶν θείων δώρων καί δωρεῶν ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Καί κατά τόν θεοφόρο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὅπως ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό δέν χωρίστηκε ἡ θεότητα μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό Σῶμα ἐπάνω στόν Σταυρό,  ἔτσι καί στούς Ἁγίους μας,  μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα κατά τόν βιολογικό θάνατο, δέν χωρίστηκε ἀλλά παρέμεινε ἡ θεοποιός Χάρις καί ἐπί τοῦ σώματος, εἰς πίστωσιν τῆς Ἁγιότητος.[14]  Ἄν εἶχε υἱοθετηθεῖ ἀπό παλαιά ἡ καύση τῶν νεκρῶν, θά εἴχαμε σήμερα ἅγια λείψανα;

ποιος βλέπει τό νεκρό σῶμα ὡς λείψανο, ὡς σεβαστό δηλαδή ὑπόλειμμα, κατάλοιπο τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, θέλει νά τό τιμήσει. Καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ ταφή καί ἡ μετά ταῦτα διατήρηση τῶν ὀστῶν εἶναι ἱερή. Ἀλλά καί ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία πού ἐπιτελοῦμε στούς κεκοιμημένους ἐν Χριστῷ, ἀκόμη καί ὡς ὁρολογία παραπέμπει σέ ἀγάπη καί φροντίδα.  Ἡ λέξη «κηδεία» προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «κήδομαι», πού σημαίνει φροντίζω. Ὅταν κάτι θέλουμε νά τό φροντίσουμε, δέν τό καῖμε! Εἶναι φρικτό καί ἀποκρουστικό καί νά τό σκεφθεῖ κανείς!  Ἄλλο εἶναι νά παραδίδεται μέ τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας ὁ «σεπτός νεκρός» ὅπως λέμε στή μητέρα γῆ «ἐξ ἧς ἐλήφθη», μέ τή γνωστή  ἐκείνη παραπεμπτική καί θεολογική φράση καί ἄλλο εἶναι νά ὁδηγεῖται ἀπάνθρωπα στή φωτιά πρός ἐξαφάνιση καί τοῦ τελευταίου στοιχείου τῆς ὑλικῆς του ὑποστάσεως!

Ἄν ὅλα αὐτά σήμερα ἀγνοοῦνται, ἤ σκοπίμως παραθεωροῦνται ἀπό τούς δῆθεν προοδευτικούς τοῦ τόπου μας καί υἱοθετοῦνται ξενόφερτες πρακτικές ὅπως ἡ καύση τοῦ σώματος μετά θάνατον γιά τό λόγο ὅτι δῆθεν προκαλοῦνται μολύνσεις καί μικρόβια, ἄς συνειδητοποιήσουν ἐπιτέλους ὅτι τή μόλυνση τή δημιουργοῦν οἱ ζωντανοί· ὄχι οἱ νεκροί! Ἀντίθετα, ὅπως ἔχει τεκμηριωμένα ἐπισημανθεῖ, ρύπανση περιβάλλοντος ὁπωσδήποτε θά προκαλεῖ  καύση τῶν νεκρῶν σωμάτων…

Συμπερασματικά θά καταθέσουμε ὅτι «ἡ καύση τῶν νεκρῶν, ὁποιαδήποτε ἐπιχειρήματα καί ἄν ἔχει πρός ὑποστήριξή της, βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν ὀρθόδοξη παράδοση. Τό σῶμα πρέπει νά μπεῖ στόν τάφο, νά ἀποδοθεῖ στή μητέρα γῆ, νά ἐπιστρέψει στό χῶμα ἀπό τό ὁποῖο πλάστηκε, σύμφωνα μέ τό πρόσταγμα τοῦ Δημιουργοῦ του. Νά κοιμᾶται ἤρεμα στό μνῆμα μέχρι τή στιγμή πού θ᾿ ἀκουσθεῖ, κατά τή Δευτέρα Παρουσία ἡ σάλπιγγα τοῦ ἀγγέλου, γιά νά ξυπνήσει μαζί μέ τά ἄλλα νεκρά σώματα ἀπό τόν ὕπνο του, νά ντυθεῖ τά ἄφθαρτα ἱμάτιά του, ν᾿ ἀναστηθεῖ καί, ἑνωμένο πάλι μέ τήν ψυχή του, νά πάει κοντά στόν πλάστη του καί νά κριθεῖ καί αὐτό σύμφωνα μέ ὅσα ἔπραξε κατά τή διάρκεια τοῦ ἐπί γῆς βίου του. Ἄλλωστε ὁ τάφος εἶναι ἕνα σύμβολο, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου τόσο εὔγλωττα διδάσκει τούς ζωντανούς γιά τήν ἀλήθεια τῆς ζωῆς, ἡ ἐστία ἡ ὁποία συγκεντρώνει γύρω της τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων γιά τά προσφιλῆ τους πρόσωπα πού ὁ θάνατος ἀφήρπασε».[15]

Εἴθε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὁ Ὁποῖος, κατά τήν σωτηριώδη Ἔνσαρκο Οἰκονομία του προσέλαβε ὅλον τόν ἄνθρωπο ψυχοσωματικῶς γιά νά τόν σώσει[16], νά μήν ἐπιτρέψει νά ἐκκινήσει ἀπό τήν πόλη μας ἀλλά καί ἀπό καμία πόλη τῆς Ἁγιοτόκου πατρίδος μας αὐτή ἡδιαβεβοημένη ἀσέβεια τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων!

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014

[1] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΝΓ΄, ΕΠΕ, 11, 330 – 332.

[2] Βλ. πρ. Θεοδώρου Ζήση, Εἰσαγωγή στόν Πλάτωνα, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 191.

[3] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος, 45, 7: «Τοῦτο δή βουληθείς ὁ τεχνίτης ἐπιδείξασθαι Λόγος, καί ζῶον ἐξ ἀμφοτέρων (ἀοράτου τε λέγω καί ὁρατῆς φύσεως) δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπον…οἷόν τινα κόσμον ἕτερον, ἐν μικρῷ μέγαν, ἐπί τῆς γῆς ἵστησιν ἄγγελον ἄλλον, προσκυνητήν μικτόν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστην τῆς νοουμένης…ὁρατόν καί νοούμενον, τόν αὐτόν πνεῦμα καί σάρκα».

[4] Β΄Κορ. 6, 16.

[5] Α΄Κορ. 15, 36 -37.

[6] «Πηδάλιον», σελ. 141.

[7] Βλ. ΞΕ΄ Καν. τῆς Πενθέκτης Οἰκ. Συνόδου, «Πηδάλιον», σελ.278.

[8] Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλικον«Θεοῦ μοναρχία, κόσμου γένεσις καί ἀνθρώπου ποίησις», 2, 26. Βλ. Π. Χρήστου, Ἡ περί ἀνθρώπου διδασκαλία τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας, ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Γρηγόριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1957.

[9] Α΄Κορ. , 44.

[10] «Τί­νας ἄν εἴποι λό­γους σῶμα κατὰ ψυχῆς», ΜPG 150, 1361C.

[11] Κατηχητικός ὁ Μέγας, 6, MPG. 45, 28 Α.

[12] Ἡ Ζ΄ Ἁγία Οἰκ. Σύνοδος στόν 7ο ἱερό Κανόνα της  διατάσσει τήν καθιέρωση τῶν Ναῶν, διά τῆς τοποθετήσεως σ᾿ αὐτούς ἱερῶν λειψάνων. Γιά νά γίνει βεβαίως αὐτή ἡ καθιέρωση θά πρέπει νά ὑπάρχουν ἱερά λείψανα καί αὐτό λαμβάνει χώρα μόνο μέ τήν ταφήτῶν σωμάτων καί ὄχι μέ τήν καύση τους! Ἡ δέ δύναμις τῶν ἰερῶν λειψάνων εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε, ὅπως άναφέρετσι στά Πρακτικά τῶν Οἰκ. Συνόδων, «ἐκ λειψάνων πολλάκις μαρτύρων καί εἰκόνων ἐλαύνονται δαίμονες». (Βλ. Ζ΄Οἰκ. Σύνοδος, Πράξη 4, Σπ. Μήλια, Πρακτικά, τόμ. Γ΄, 282/782).

[13] Ὁ ὅρος «ἀνάκρασις» χρησιμοποιήθηκε κυρίως ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης. Στήν πρό τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου ἐποχή (Παλαιά Διαθήκη)  δέν ὑπῆρχαν βεβαίως οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀνακράσεως ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Ἡ ἀνάκραση τῶν δύο φύσων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐπιτρέπει καί τήν ἀνάκραση τῶν ἀνθρώπων μέ τό θεῖο, ἀλλά τώρα πλέον στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἵνα τῇ πρός τό θεῖον ἀνακράσει συναπωθεωθῇ τό ἀνθρώπινον». MPG. 45, 1152 C. Βλ. Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, Β΄, σελ. 608 -609.

[14] «Οὐ γάρ διέστη τούτων ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ὥσπερ οὐδέ τοῦ προσκυνητοῦ σώματος Χριστοῦ διέστη ἡ θεότης ἐπί τοῦ ζωοποιοῦ θανάτου». Φιλοκαλία, τόμ, Δ΄, ἐκδ. Παπαδημητρίου, σελ. 118.

[15] Βλ. Ἀν. Θεοδώρου, «Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ», ἐκδ. «Ἀποστολική Διακονία», Ἀθήνα 1990, σελ. 225.

[16] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, χαρακτηριστική φράση ἀπό τό Κατά Ἀπολλιναρίου: «Ὅλος ὅλον ἀνέλαβέ με, καί ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλον τήν σωτηρίαν χαρίσηται». MPG37, 181 C – 181 A.

 

 

ΠΗΓΗ.ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΞΑΝΑΖΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ! (βίντεο)

Στον Ελληνορθόδοξο ναό της Υπαπαντής στα Κωτύωρα, (τουρκικά Ordu), του Πόντου, ακουστήκαν ξανά οι ελληνορθόδοξες ψαλμωδίες σαν βάλσαμο στις ψυχές των Ποντίων που έμειναν εκεί θαμμένοι στα ιερά χώματα του Πόντου.
Στα Κωτύωρα, στην είσοδο της πόλης δεξιά δεσπόζει ο ναός της Υπαπαντής κτισμένος με πωρόλιθο, ο οποίος τώρα έχει μετατραπεί σε χώρο πολιτιστικών εκδηλώσεων. Δίπλα είναι τα ερείπια της Ψωμιαδείου Σχολής την οποία έκτισε το 1877 ο Κωνσταντίνος Ψωμιάδης με 3000 χρυσές λίρες Τουρκίας και στη γύρω περιοχή πολλά παλιά αρχοντικά που άφησαν φεύγοντας οι Έλληνες.
Ένα μοναδικό βίντεο από την επανεμφάνιση της Ορθοδοξίας στα Κωτύωρα, που συγκίνησε τους εντόπιους Τούρκους που κάπου μέσα βαθειά στις καρδιές τους ίσως χτυπά η ανάμνηση της αληθινής τους καταγωγής.
Σημεία των καιρών!
Καλή χρόνια στις πατρίδες της Ανατολικής Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας!

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
http://www.nikosxeiladakis.gr

«Όνειρα και επαναστάσεις…(Της Ειρήνης Τριανταφύλλου)

Σημείωμα ιστολογίου

Η Ειρήνη Τριανταφύλλου-  σκοτώθηκε στο δυστύχημα με το ΚΤΕΛ στα Μάλγαρα- στις 15 Οκτωβρίου 2008.

a0b26c9a78f006f8c9d1871414931bf0_XL

Σκέψεις μιας έφηβης με αφορμή την ‘ΙΓ Σύνοδο της Βουλής των Εφήβων

Τα όνειρά μου είναι η προϋπόθεση ή η βάση – αν θέλετε – της επανάστασής μου. Αφήστε με λοιπόν, να ονειρεύομαι.. Εξάλλου η πραγματικότητα που μου προτείνετε δεν είναι και τόσο δελεαστική.

Όλοι μας, αλλά κυρίως όλοι σας, παγιδευμένοι στις υπερβολικές απαιτήσεις των καιρών, στις υπέρμετρες φιλοδοξίες, στον υπερκαταναλωτισμό, έχουμε ξεχάσει την αξία και την δύναμη που κρύβει μέσα του το χάδι, ο ζεστός λόγος, η κουβεντούλα με το φίλο. Πότε επικοινωνήσατε τελευταία φορά με ένα φίλο σας; Πότε ήταν η τελευταία φορά που μιλήσατε χωρίς ενδοιασμούς για όσα σας απασχολούν; Ανθρώπους που νοιάζονται για σας δεν μπορεί παρά να έχετε, όμως επιστήθιους φίλους που μπορείτε να τους εκμυστηρευτείτε τις ανησυχίες σας, τα προβλήματά σας, δεν έχετε. Πολλές φορές – και έχετε δίκιο σ’ αυτό – η διάθεση να μοιραστείτε μυστικά έχει αποβεί εις βάρος σας. Οι σύγχρονοι ρυθμοί δεν επιτρέπουν τέτοιου είδους ανοίγματα, όχι μόνο λόγω έλλειψης χρόνου αλλά κυρίως γιατί η εμπιστοσύνη «επερίσσευσε».

Γίνατε εσωστρεφείς, θέλοντας να προφυλαχτείτε από τα προβλήματα τρίτων, γιατί είναι τόσα τα δικά σας, που δεν μπορείτε να σηκώστε κι άλλο βάρος. Γίνατε ένα μοναχικό άτομο που ψάχνετε φιλίες μέσω ηλεκτρονικών δρόμων. Η φιλία απόκτησε το δικό της e-mail στο ίντερνετ!

Εργασία και εγκλεισμός στο σπίτι κατά τις εργάσιμες ημέρες και διασκέδαση με φορτσαρισμένη ιλαρότητα το Σαββατόβραδο, αυτό είναι το πρόγραμμά σας. Α, ξέχασα, θέλετε να βελτιώσετε την εξωτερική σας εμφάνιση και καταφεύγετε σε γυμναστήρια και ινστιτούτα αδυνατίσματος, αυτοαναιρώντας την προσπάθειά σας με υπερκατανάλωση φαγητού και οινοπνευματωδών ποτών.

Δεν χαρακτηρίζεστε από συνέπεια και αλληλεγγύη απέναντι σε φίλους και συγγενείς. Παγιδεύεστε στον απομονωτισμό του προσωπικού σας συμφέροντος, ζώντας μόνοι ακόμα και μέσα στις συντροφιές. Έχετε περιορίσει τις πολιτικές και συνδικαλιστικές σας δραστηριότητες, στις αναγκαίες και ωφελιμιστικές.

Και μέσα σ’ όλη αυτή τη σύγχυση, βρίσκετε χρόνο και διάθεση παίρνοντας και το κατάλληλο ύφος να μας κριτικάρετε, με την «αγωνία» και το «ενδιαφέρον» ζωγραφισμένο στο πρόσωπό σας.

Για σας είμαστε οι καλοπερασάκηδες, οι οκνηροί, οι χωρίς προβληματισμούς νέοι, το δυσοίωνο αύριο στα χέρια του οποίου δεν θέλετε να παραδώστε τον κόσμο (από πότε γίνεται παράδοση και παραλαβή του χάους;).

Για σας αγνοούμε την ιστορία μας, δεν έχουμε ιδανικά αλλά έχουμε βαπτίσει ιδανικό τον υλικό ευδαιμονισμό μας. Για σας δεν αντιμετωπίζουμε με τον δέοντα σεβασμό τις εθνικές επετείους, δε γνωρίζουμε τα ιδανικά της γενιάς του Πολυτεχνείου ή τα γνωρίζουμε τυπικά και θεωρητικά, για να γράψουμε καλή έκθεση, αν και όταν μας ζητηθεί από σας.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα και τις λιβελογραφικές κορόνες σας, επιτρέψτε μου να ονειρεύομαι.

Ονειρεύομαι μια γειτονιά, στενό δρομάκι και ζεστοί άνθρωποι. Χαμόγελα και πίκρες και χέρια που σ’ αγκαλιάζουν και κάνουν περισσότερα τα πρώτα και λιγότερες τις δεύτερες.

Ονειρεύομαι να «μάθω γράμματα, να γίνω άνθρωπος» όπως λέει και η γιαγιά μου. Να μάθω γράμματα, για να ανοίξει το μυαλό μου και τα μάτια της ψυχής μου και μ’ αυτά να αντικρίζω τον κόσμο και τον άνθρωπο.

Ονειρεύομαι να ασκήσω το επάγγελμα που μ’ αρέσει, χωρίς να χρειαστεί να «φιλήσω κατουρημένες ποδιές» ή να περάσω από γραφεία πολιτικών, πολιτευόμενων, γραμματέων και γραμματικών.

Ονειρεύομαι να φτιάξω τη δική μου οικογένεια και να μεγαλώσω τα παιδιά μου με τις αρχές και τις αξίες που οι δικοί μου γονείς έδωσαν σε μένα, για να στηρίξω πάνω σ’ αυτές την ψυχή μου, το μυαλό και τη ζωή μου.

Ονειρεύομαι να έχω δίπλα μου ανθρώπους αληθινούς, που θα μ’ αγαπάνε και θα τους αγαπώ ελεύθερα και κατ’ επιλογήν μου.

Ονειρεύομαι να μην ντρέπομαι ως πολίτης, να μη σκύβω το κεφάλι, αλλά να φιλοκαλώ μετ’ ευτελείας και να ζω άνευ καχυποψίας.

Ονειρεύομαι να χρησιμοποιώ τη γλώσσα για να λέω «τα σύκα – σύκα και τη σκάφη – σκάφη» και όχι να «κρύβω λόγια».

Ονειρεύομαι μ’ αυτές τις συντεταγμένες να δημιουργήσω το δικό μου κόσμο, τον μικρό και μέγα. Έχω κλείσει τα αυτιά μου στα κατηγορώ, στη δήθεν συμπάθεια, στη δήθεν επαναστατική διάθεση και ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια και δουλεύω – δουλεύω, για να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα. Η επανάστασή μου έχει αρχίσει… Την ακούτε;;».