Μᾶς συμφέρει νὰ ἀρκεστοῦμε στὴν ἐπιστημονικὴ λογική;

 Παῦλος μοναχός, Βιολόγος, MD Μοριακῆς Βιολογίας καὶ Βιοϊατρικῆς – Βουλευτήρια Ἁγίου Ὄρους

   Τί παράξενο, σὲ λίγες μέρες θὰ γιορτάσουμε τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἕνα θαῦμα ποὺ ὑπερβαίνει τὶς ἰατροβιολογικὲς ἐπιστῆμες καὶ κυρίως τὴν Γενετική, μὲ ἐπιστημονικοὺς παρεμβατισμούς, περιορισμοὺς καὶ ἀποκλεισμοὺς ἱστορικὰ πρωτοφανεῖς. Σὰν νὰ μεταλλάχθηκε ἡ ἐπιστήμη σὲ ἀπιστήμη. Θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσουμε τελικά, μᾶς συμφέρει νὰ περιοριστοῦμε καὶ νὰ ἀρκεστοῦμε στὴν ἐπιστημονικὴ λογική; Κάποτε μοῦ τέθηκε αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Ἄν, ὡς ἐπιστήμονας, εἶχα ἀπαντήσει ὅτι ἀρκοῦμαι δὲν θά ΄μουν τώρα ζωντανὸς νὰ γράφω αὐτὸ τὸ κείμενο.

   Πρὶν ἔντεκα χρόνια ἔκανα τὸ διδακτορικό μου σὲ πεδίο βιοεπιστημονικοῦ ἐνδιαφέροντος. Μελετοῦσα δομὲς στὸ κυτταρικὸ τοίχωμα κάποιων μικροβίων πού, παράξενο, στὸ μικροσκόπιο εἶχαν σχῆμα κομποσχοινιοῦ. Δὲν τὸ εἶχα καταλάβει τότε. Δὲν ἤμουν κοντὰ στὴν Ἐκκλησία. Πίστευα στὸν Θεό. Εἶχα φτιάξει ὅμως τὴν δική μου, δῆθεν ψαγμένη, κοσμοθεωρία, τὸ δικό μου «εὐαγγέλιο». Ἐρευνητικὰ πήγαινα καλά. Εἶχα ἤδη ἀπὸ τὸ πρῶτο ἔτος ἀρκετὰ πειραματικὰ δεδομένα γιὰ τὴν πολυπόθητη πρώτη δημοσίευση.

   Ἦταν μεγάλη τεσσαρακοστὴ ὅταν ἄρχισα νὰ ἔχω ἐνοχλήσεις στὴν μέση, οἱ ὁποῖες ἐπιδεινώθηκαν παρὰ τὰ ἀντιφλεγμονώδη ποὺ πήρα. Στὸν ὕπνο ἔβλεπα ἐφιάλτες ὅτι πεθαίνω. Ἀποφάσισα νὰ πάω στὰ ἐφημερεύοντα γιὰ περαιτέρω ἔλεγχο. Ἕνας ὑπέρηχος ἄνω κάτω κοιλίας ἦταν ἀρκετὸς γιὰ νὰ γίνει ἄμεση εἰσαγωγή. Μοῦ εἶπαν γιὰ μιὰ μεγάλη κύστη στὸν ἀριστερὸ νεφρό. Ἐπὶ εἴκοσι μέρες ἔκανα παρακεντήσεις, ἐξετάσεις γιὰ νὰ βγεῖ διάγνωση. Οἱ γιατροὶ πάντα σκυθρωποί, ὀλιγομίλητοι. Ἤξεραν, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἔλεγαν.

   Κάποια στιγμὴ ἐκνευρίστηκα καὶ πήγα στὸν διευθυντὴ τῆς κλινικῆς καὶ τὸν ρώτησα τί σχέση ἔχει ἡ ἀξονικὴ στὸν θώρακα καὶ τὸ κεφάλι μὲ τὸν νεφρό. Στρίβοντας τσιγάρο μοῦ ἀπάντησε κοφτά: «Ἔχεις καρκίνο. Ἔχεις ἕνα τεράστιο ὄγκο στὸν νεφρὸ μὲ μεταστάσεις στοὺς πνεύμονες καὶ τὴν σπονδυλικὴ στήλη». Πάγωσα…

   Πίσω μου, ἡ μάνα μου καὶ ὁ ἀδερφός μου ἄρχισαν τοὺς λυγμούς. Ἐσωτερικὰ ὅλος ὁ κόσμος μου γκρεμιζόταν. Ὄνειρα, ἀγωνίες, στόχοι, σχέσεις, καθημερινότητες, κοσμοθεωρίες. Ὅλα σκόνη. Κι ὅμως, κάτι μᾶλλον Κάποιος μὲ κράταγε ὄρθιο. Μιὰ ἐσωτερικὴ φωνὴ ποὺ μοῦ ἔλεγε: Μὴν ἀνησυχεῖς, Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ.

   Ἔφυγα ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ γιατροῦ τρομαγμένος, ἀλλὰ παραδόξως μὲ μιὰ διαύγεια, μὲ ἕνα ἐσωτερικὸ ξεκαθάρισμα. Ἕνα νέο νόημα σκόρπισε τὴν ὁμίχλη ποὺ σκέπαζε τὸν νοῦ μου. Δὲν μὲ ἔνοιαζε τόσο ποὺ θὰ πέθαινα νωρίς. Εἶχα ζήσει ἔντονα τὴν ζωή μου. Μὲ φόβιζε ἡ συναίσθηση ὅτι ἔχασκε ἀπὸ κάτω μου ὀρθάνοιχτο τὸ στόμα τοῦ βύθιου δράκοντα νὰ καταπιεῖ τὴν ψυχή μου καὶ νὰ τὴν στείλει στὴν αἰώνια κόλαση. Ἤθελα νὰ ἐξομολογηθῶ, σὰν τὸν ἄσωτο υἱὸ νὰ γυρίσω πίσω σὲ ἕνα πνευματικὸ ξεκίνημα ποὺ εἶχα ἐγκαταλείψει ἐδῶ καὶ χρόνια. Δὲν θὰ προλάβαινα νὰ φτάσω στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα, ἀλλὰ ἴσως μὲ ἔβρισκε στὸν σωστὸ προσανατολισμό, στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

   Τὰ πάντα μοῦ ἔδειχναν τὸ θάνατο. Οἱ γιατροὶ καὶ κυρίως τὸ ἴδιο τὸ γνωστικό μου ὑπόβαθρο. Εἶχα ὅμως μιὰ φλογερὴ πίστη ὅτι ὁ Πρωτομάστορας Θεός, ἂν ἦταν θέλημά Του, μποροῦσε νὰ φτιάξει τὴν ἀνεπανόρθωτη βλάβη ποὺ εἶχε ὑποστεῖ τὸ σῶμα μου. Κατέβηκα στὴν ἐκκλησία καὶ ἐκεῖ στὸ κατανυκτικὸ ἡμίφως τῶν κεριῶν ἐξομολογήθηκα στὸν πνευματικὸ γιατρὸ τοῦ νοσοκομείου.

   Ἂν καὶ οἱ οὐρολόγοι ἀρχικὰ δὲν ἔκριναν σκόπιμο νὰ χειρουργηθῶ, γιατὶ ἡ κατάσταση ἦταν πολὺ προχωρημένη, τελικὰ πήραν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸ κάνουν. Μοῦ μίλησαν γιὰ μιὰ δύσκολη πολύωρη ἐπέμβαση, ποὺ στὸν ἴδιο χρόνο θὰ προσπαθοῦσαν νὰ ἀφαιρέσουν τὸν ὄγκο μαζὶ μὲ τὸν νεφρό, τὶς συμφύσεις του καὶ τὴν πιὸ μεγάλη μετάσταση στὸν πνεύμονα.

   Τὴν προηγούμενη τοῦ χειρουργείου ἦταν Κυριακὴ καὶ μετὰ ἀπὸ πολλά, πολλὰ χρόνια λειτουργήθηκα καὶ κοινώνησα. Δὲν ἦταν μόνο ὅτι κοινώνησα τὸν Χριστό, (ἐπι)κοινώνησα καὶ μὲ τοὺς πιστοὺς γύρω μου. Μέσα ἀπὸ τὴν κοινὴ λατρεία ἔνοιωσα νὰ μὲ στηρίζει καὶ νὰ μὲ ἐνισχύει ἕνα προσευχητικὸ δίχτυ ποὺ τὸ κράταγαν ὅλοι μαζὶ οἱ πιστοί…

   Τὰ πράγματα πήραν ἄλλη τροπή. Τὸ χειρουργεῖο κράτησε μόνο δύο ὧρες γιατὶ ὁ ὄγκος, πέραν κάθε προσδοκίας, δὲν εἶχε συμφύσεις σὲ γειτονικὰ ὄργανα καὶ βγῆκε εὔκολα σὰν μωρό. Ἡ ταχεῖα βιοψία ἔδειξε ὅτι δὲν ἔπασχα ἀπὸ καρκίνο τοῦ νεφροῦ, ἀλλὰ ἀπὸ ἕνα σπάνιο παιδικὸ ὀστεοσάρκωμα. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ μεταστάσεις στὸν πνεύμονα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπιστοῦν πρῶτα μὲ χημειοθεραπεία. Ἔτσι ἐκεῖ ποὺ φαινόμουν πολὺ νέος γιὰ νὰ ἔχω καρκίνο, ἤμουν τώρα πολὺ «γέρος» γιὰ τὸν συγκεκριμένο τύπο καρκίνου. Ἄρχισα νὰ βλέπω τὰ πρῶτα χαμόγελα στὰ πρόσωπα τῶν γιατρῶν. Μιὰ κάποια ἐλπίδα ἄρχισε νὰ ἀνατέλλει.

   Ὡστόσο, τὸ πρόβλημα ἦταν ὅτι στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρχε ἡ γνώση καὶ ἡ ἐμπειρία ἑνὸς ἐπιθετικοῦ πρωτοκόλλου ἀντιμετώπισης τοῦ συγκεκριμένου μεταστατικοῦ καρκίνου σὲ ἐνήλικα. Ἔτσι οἱ ὀγκολόγοι μοῦ πρότειναν νὰ μὲ ἀναλάβει μιὰ ἐξειδικευμένη ὀγκολογικὴ κλινικὴ τῆς Ἀμερικῆς. Στὴ σκέψη αὐτὴ μὲ προβλημάτιζε ἡ ἐνδεχόμενη ἔλλειψη ἐκκλησίας στὴν πόλη ποὺ ἦταν ἡ κλινικὴ καὶ κατ’ ἐπέκταση ἡ στέρηση τῆς Θείας Κοινωνίας. Τὸ συζήτησα μὲ τὸν πνευματικό μου στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ μετὰ ἀπὸ πολλοὺς πειρασμοὺς μπόρεσα νὰ συνδεθῶ ξανὰ μαζί του λίγο πρὶν τὸ χειρουργεῖο. Μοῦ ἔδωσε τὴν εὐλογία του νὰ πάω στὴν Ἀμερική. Ὅλα πήγαν ἀνέλπιστα καλά.

   Μέσα σὲ ἐλάχιστο χρόνο ἔγιναν οἱ ἑτοιμασίες καὶ βρεθήκαμε στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Ἡ πόλη ἦταν ὄμορφη, ἥσυχη, οὐσιαστικὰ προέκταση τοῦ νοσοκομείου, φτιαγμένη γιὰ νὰ ἐξυπηρετεῖ καὶ νὰ ἀναψύχει τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς συνοδούς τους. Τὸ κυριότερο, πολὺ σύντομα ἀνακαλύψαμε ὅτι κοντὰ στὸ νοσοκομεῖο ὑπῆρχε ἑλληνορθόδοξη ἐκκλησία. Τὸ ἀπίστευτο, ἡ ἐνορία διέθετε δωρεὰν δίπλα στὸ ναὸ σπίτια μὲ πλῆρες νοικοκυριὸ γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς τοῦ νοσοκομείου. Ἔτσι, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, βρέθηκα νὰ ἀτενίζω ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς νέας κατοικίας μου, τὸν σταυρὸ τοῦ τρούλου τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ νὰ δοξολογῶ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ ἔλεος καὶ τὴν πρόνοιά Του.

   Συνοπτικὰ τὸ πλάνο θεραπείας περιελάμβανε χημειοθεραπεῖες, ἀξιολόγηση, χειρουργεῖο καὶ πάλι χημειοθεραπεῖες μαζὶ μὲ ἀκτινοβολίες. Στὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας στὶς δεκαπέντε Αὐγούστου ἔγινε τὸ PET SCAN τῆς ἀξιολόγησης. Ὅλες οἱ ὑπερμεταβολικὲς μεταστατικὲς ἐστίες (πάνω ἀπὸ δέκα) ποὺ εἶχε δείξει τὸν Ἀπρίλιο εἶχαν ἐξαφανισθεῖ. Ὁ μεγάλος ὄγκος στὸν πνεύμονα εἶχε συρρικνωθεῖ στὸ 1cm, ἀφαιρέθηκε χειρουργικὰ γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἦταν μόνο οὐλώδης ἱστὸς χωρὶς νεόπλασμα. Οἱ γιατροὶ ἐνθουσιασμένοι μίλησαν γιὰ ἐντυπωσιακὰ θετικὴ ἐξέλιξη. Ἀκολούθησε τὸ ὑπόλοιπο σκέλος τοῦ πρωτοκόλλου τὸ ὁποῖο εἶχε διάρκεια ὀχτὼ μῆνες.

   Σὲ ὅλο τὸ διάστημα τῶν θεραπειῶν προσπαθοῦσα νὰ κοινωνῶ κάθε Κυριακὴ μὲ τὴν εὐλογία καὶ καθοδήγηση τοῦ γέροντά μου. Ἡ Θεία Κοινωνία μοῦ ἔδινε σωματικὴ καὶ πνευματικὴ δύναμη, θάρρος καὶ καρτερία. Στὸ Ἅγιο Ποτήριο εἶχα ἐναποθέσει ὅλη τὴν ἐλπίδα μου νὰ καταφέρω νὰ  διαπλεύσω ἀνάμεσα στὶς συμπληγάδες πέτρες τῆς θανατηφόρου ἀσθένειας ἀπὸ τὴν μιὰ καὶ τῆς δηλητηριώδους θεραπείας ἀπὸ τὴν ἄλλη. Καὶ οἱ δεκατέσσερις κύκλοι μὲ βρήκαν αἱματολογικὰ ἕτοιμο καὶ ἔτσι ὅλα πήγαν σύμφωνα μὲ τὸ πρόγραμμα. Τὰ φάρμακα δὲν μοῦ προκάλεσαν οὔτε ἕνα ἐμετό, οὔτε μιὰ διάρροια.

   Παρὰ τὴν γνωστὴ ἀνοσοκαταστολὴ ποὺ προκαλοῦν οἱ χημειοθεραπεῖες δὲν νόσησα οὔτε μιὰ φορὰ ἀπὸ κάποια λοίμωξη. Ἡ Θεία Κοινωνία ὄχι μόνο δὲν κολλάει μικρόβια, ἀλλὰ πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι μὲ προστάτευσε ἀπὸ αὐτά. Αὐτὸ μὲ τὴν πνευματικὴ λογικὴ εἶναι αὐτονόητο, διότι οἱ παθογόνοι μικροοργανισμοὶ προσιδιάζουν λειτουργικὰ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο ζωντανὸ ὀργανισμὸ στὸ τέλειο παράσιτο, τὸν ἀκοίμητο σκώληκα, τὸν διάβολο, ποὺ ἡ Θεία Κοινωνία καίει καὶ ἐκδιώκει.

   Ὅλα τὰ παραπάνω τὰ καταθέτω γιὰ νὰ φανερώσω πρὸς δόξαν Θεοῦ, πολὺ ἀκροθιγῶς, τὴν εὺεργεσία ποὺ ἔλαβα ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τόσο ἀπαξιώνεται στὶς μέρες μας. Φυσικὰ δὲν ὑποτιμῶ τὴν συνδρομὴ τῆς Ἐπιστήμης. Δὲν θὰ μποροῦσα ἄλλωστε, λόγῳ τῆς διαδρομῆς μου. Θλίβομαι πολὺ πού, λόγῳ τοῦ κορωνοϊοῦ μὲ μέση θνητότητα περίπου 0,5%, ἔκλεισαν οἱ ἐκκλησίες, ὅταν ὁ καρκίνος ποὺ μὲ βοήθησε ἡ Ἐκκλησία νὰ ξεπεράσω ἔχει θνητότητα τουλάχιστον 80%. Ἄν, περισσότερο ἀπὸ τοὺς θεράποντες, ἐμεῖς οἱ ἀσθενεῖς εἴχαμε βροντοφωνάξει γιὰ τὴν ψυχοσωματικὴ θεραπεία ποὺ προσφέρει τὸ Νοσοκομεῖο ποὺ λέγεται Ἐκκλησία, θὰ εἶχε ἀναχαιτιστεῖ ἡ ἐπέλαση τῆς λογικοκρατίας.

   Ἂς συνειδητοποιήσουν οἱ εἰδικοὶ ποὺ εἰσηγοῦνται, οἱ ἰθύνοντες ποὺ ἀποφασίζουν ἢ ἀποδέχονται, οἱ νομικοὶ ποὺ καθεύδουν, οἱ δημοσιογράφοι ποὺ στοχοποιοῦν, οἱ «νομοταγεῖς» ποὺ καταγγέλλουν, οἱ ἀστυνομικοὶ ποὺ ἐπιβάλλουν πρόστιμα, ὅτι ἐμποδίζοντας τοὺς πιστοὺς νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, ἐμποδίζουν τὸν δρόμο πρὸς τὸ θαῦμα, τὸ ὑπέρλογο, πρὸς τὸν ἀκένωτο θησαυρὸ τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ἀφήνοντας ὡς μόνη ἐπιλογὴ τὸ ἀδιέξοδο τῆς ἀπελπισίας. Ἡ πραγματικότητα ἤδη ἀποφαίνεται ἂν αὐτὸ ὀνομάζεται προστασία ἢ προσβολὴ τῆς δημόσιας ὑγείας.

   Ζοῦμε σὲ ἕνα μεταπτωτικὸ κόσμο, ὄχι στὸν παράδεισο. Ὁ θάνατος εἶναι φυσιολογικὴ λειτουργία τῆς ζωῆς γιὰ τὴν διατήρηση τῆς πληθυσμιακῆς ἰσορροπίας καὶ βιοποικιλότητας τῶν οἰκοσυστημάτων. Ἀναπόφευκτα θὰ μᾶς ἐπισκεφθοῦν οἱ ἀσθένειες καὶ τελικὰ ὁ θάνατος. Ὁ Χριστός, θεραπεύοντας «πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν» στὸ Εὐαγγέλιο, ἀποκάλυψε ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ὑπέρτατος διαχειριστὴς τῶν ἀσθενειῶν. Εἰσερχόμενοι στὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δίνουμε στὸν Χριστό, τὸν Ἱατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, τὴν ἄδεια νὰ χρησιμοποιήσει τὶς ἀσθένειες, τοὺς γιατρούς, τὰ φάρμακα καὶ ὅλες τὶς σχετικὲς ἐμπειρίες ὡς χειρουργικὰ ἐργαλεῖα γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ νὰ μᾶς ἐνηλικιώσει πνευματικά. Ἔτσι γινόμαστε ἀληθινὰ ἄνω θρώσκοντα ὄντα ποὺ χαίρονται καὶ ἀγάλλονται μὲ τὸν Κύριο καὶ Δημιουργό τους.

   Εἶναι πραγματικὰ ἕνα θαυμαστὸ μυστήριο, πῶς ἐντὸς Ἐκκλησίας ἡ ἀσθένεια μεταβάλλεται σὲ δύναμη, ἡ ἀναπηρία σὲ ὑπέρβαση, ὁ θάνατος σὲ ἀνάσταση. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι οἱ ἀρρώστιες ἦταν πάντα εὐπρόσδεκτες ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἁγίους μας, γιὰ νὰ εἶναι ὁ νοῦς τους σταθερὰ ἀποξενωμένος ἀπὸ τὸ τρεπτό, ἐφήμερο, ἀπατηλὸ καὶ μάταιο αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμοι εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου. Γιατὶ ἡ ταπείνωση, ὁ πόνος καὶ τὸ μαρτύριο τῆς νόσου εἶναι ὁ πιὸ εὔγλωττος τρόπος νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε γιὰ ἐμᾶς.   Ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς τὴν δοκιμασία τοῦ κορωνοϊοῦ γιὰ νὰ σηκώσουμε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ νὰ μᾶς ἀνασύρει ἀπὸ τὴν λάσπη τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τῆς κοσμικότητας. Ἐμεῖς ὅμως χωθήκαμε πιὸ βαθειὰ στὸν βοῦρκο, νὰ μᾶς κατεσθίουν οἱ βδέλλες καὶ τὰ σκουλήκια τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ αἰῶνος τούτου. Εὔχομαι, πρὶν ἔρθουν πιὸ δύσκολες καταστάσεις, νὰ γίνει κοινὴ συνείδηση ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ αὐξανόμενη μέν, ἀει-πεπερασμένη δέ, ἐπιστημονικὴ παρακαταθήκη. Κατὰ πάντα μᾶς συμφέρει ὁ ἀγωγὸς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέγεται Ἐκκλησία, νὰ εἶναι διαρκῶς ἀνοιχτὸς καὶ προσβάσιμος, νὰ γεμίζει τὶς καταφαρμακωμένες καρδιές μας μὲ ἐλπίδα καὶ τὶς ζωές μας μὲ εὐλογίες καὶ θαύματα.

ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

π. Ευάγγελος Παπανικολάου | Βρήκα στο Δαφνί ένα Άγιο

Είναι η συγκλονιστική ιστορία ενός αγίου παππούλη, ακαδημαϊκού δασκάλου, που κλείστηκε στο ψυχιατρείο για να βοηθήσει τους ασθενείς, η οποία έχει ήδη μπεί στο ιστολόγιο σε μορφή ηχητικού αρχείου. Όσοι αγαπούν τον Χριστό, θα μιλήσει στις καρδιές τους.

Eυχαριστίες και στον π. Ευάγγελο Παπανικολάου, πόνημα του οποίου είναι το κείμενο που ακολουθεί και στη χειροτονία του οποίου δόθηκε ως ενθύμιο.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Αναλογιζόμενος την μέχρι τώρα ζωή μου και τα μεγαλεία του Θεού σε εμέ είδα την από την παιδική μου ηλικία φροντίδα Του και τις άπειρες ευεργεσίες Του. Γεννημένος σε ένα περιβάλλον ορθόδοξο, σε γεωργικό χωροχρόνο, ανατράφηκα στην αυλή του σπιτιού μου, στο προαύλιο της εκκλησίας και μέσα στην εκκλησία, οπού με οδήγησαν, όχι μόνο οι γονείς μου, αλλά και οι γείτονες. Με το κερί που έφτιαχναν από τα μελίσσια που τρυγούσαν και προ παντός με τις προσευχές τους. Προσευχές που τις έβλεπα μπροστά μου, όρθρους και εσπερινούς που τους διάβαζαν από τα μεγάλα βιβλία που είχαν στα σπίτια τους, μεγάλα μηναία με ωραία γράμματα, καλλιγραφικά τυπωμένα με κόπο και ερυθρές επικεφαλίδες.

Γέροντες αγιορείτες με μακριές γενειάδες, καλογριές πτωχές με ταγάρια, πέρναγαν από τα σπίτια μας και άκουγα μαγεμένος τις ιστορίες τους από το Γεροντικό και τον Ευεργετινό.

Τότε σε ηλικία επτά ετών οι γονείς μου με έφεραν ένα Μάιο στον Άγιο Ιωάννη τον Μακρινό και λειτουργηθήκαμε πριν περίπου σαράντα χρόνια. Τότε είδα για πρώτη φορά τον γέροντα π. Δαμασκηνό και την μικρή άδελφότητα. Όλα έλαμπαν. Ή ομορφιά του χώρου, η γλυκύτητα που έψαλλε ό γέροντας το Θεοτόκε Παρθένε, μου έκλεψαν την καρδιά. Ή Λειτουργία ήταν η ζωή μου. Ό παπά Θεόδωρος του χωριού μου ό πολιός γέρων ο πνευματικός του σπιτιού μας. Ό διάκονος π. Ιερεμίας με το προφητικό του κήρυγμα και την Αγάπη του στην Παλαιά Διαθήκη, μου δώρισε την Βίβλο, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και με σαγήνευσε.

Σε ηλικία 12 ετών μέσα στην εκκλησιαστική ταραχή του 1974 γνώρισα τον π. Άγγελο, άνθρωπο του Θεού, λειτουργούντα καθημερινά, λάμποντα από την καθαρότητα και την απλότητα του. Είχε αρχίσει ήδη ό πόθος να με ζώνει για την ιεροσύνη. Ή Ιατρική ήταν κάτι που μου κάλυπτε τον πόθο αλλά ποτέ δεν με αποπροσανατόλισε. Ή ελευθερία του φοιτητή μου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσω ό,τι ήθελα. Τον γέροντα Γελάσιο Παλαιολόγο από την Μικρά ‘Ασία, χειροτονία του Αγ. Νεκταρίου άγοντα τότε το 100 έτος της ηλικίας του, τον π. Παχώμιο ασθενή μοναχό σε ένα παλαιό σπίτι στα Εξάρχεια Κωνσταμονίτη του Πνευματικού Φιλαρέτου τέκνο. Στην Σερβία τον π. Ίουστινο Πόποβιτς και είχα μία χαρά όταν μου είπε ότι το όνομα του ήταν Ευάγγελος, τον παπά Έφραίμ στα Κατουνακια που μου επίστησε την προσοχή στην γαλιάντρα που είχα στο κλουβί να μην την αφήσω να μου φύγει και την ίδια ώρα μυστικά καταλάβαινα να μου υπενθυμίζει τον αγώνα για την Ιεροσύνη. Τον μακαριστό Παϊσιο και τις ώρες των συζητήσεων μέσα στα χιόνια αλλά και τον π. Πορφύριο μέσα στην παράγκα του, τότε που λίγοι τον γνώριζαν. Όλοι αυτοί σιγά μου έδειχναν την μνήμη μου και κυρίως μου αποδείκνυαν το Ύψιστο του Υπουργήματος της Ιεροσύνης.

Στο διάστημα της Φοιτητικής μου ζωής συνδέθηκα περισσότερο με τους πατέρες της Άγ. Παρασκευής Μαζίου γνωστούς μου από παλαιά ως και με τον επίσκοπο κυρ – Γρηγόριο του οποίου η αγάπη και το πολυμαθές με εντυπωσίασαν ως και η συνέπεια στο Ευαγγελικό κήρυγμα.

Παρακολούθησα την ποιμαντική εργασία στον Ερυθρό του π. Φιλόθεου Φάρου που πλάτυνε τον νου μου και με απελευθέρωσε από ανόητους φόβους, μου έδειξε την αδυναμία της μη κοινωνίας και κυριολεκτικά με έμαθε τι δεν είναι εκκλησία. Στην στρατιωτική μου θητεία, ό Χριστός με πέταξε μέσα στην αγάπη των Κρητικών. Μου έδωσε φίλους δοκιμασμένους μέχρι σήμερα και κυρίως διά μέσω του γέροντος Τιμοθέου μου έδειξε τον παράδεισο. Ένας άρρωστος ξέπνοος άνθρωπος είχε όλο τον Χριστό και στον έδινε σαν φωνή αύρας λεπτής. Αυτός πρώτη φορά μου μίλησε για την ανάγκη της καρδιάς μου να γίνω ιερεύς. «Μην περιμένετε να μάθετε κάτι άλλο αφήστε το Άγ. Πνεύμα να σας οδηγήσει. Σας καλώ στην εκκλησία ως ιερέα. Όταν συναντήσετε Επίσκοπο που σας καλέσει υποταχθείτε. Μην φοβάστε. Εξ άλλου η Σάρκωση του Κύριου Ιησού Χριστού από την Κύρια Θεοτόκο έδωσε την δύναμη του μαρτυρίου σε όλους τους ανθρώπους». Εκεί ήταν ό γέροντας Εύμενιος που μας απεκάλυψε την μελλοντική αρχιεροσύνη του Γρηγορίου, αδιανόητη στον ίδιο. Εκεί ό π. Μεθόδιος της αγάπης έμπλεος και της προσφοράς αλλά εκεί και οι πρώτοι μου φίλοι κεκοιμημένοι. Κατά το μετέπειτα διάστημα γνώρισα στα Καλάβρυτα τον Γέροντα ‘Άνθιμο της Λαύρας τον Ηγούμενο που έσωσε το Λάβαρο από τους Γερμανούς και ένωνε τον Χριστό και την Πατρίδα.

Και ξαναερχόμαστε πάλι από την αρχή στον Μακρινό με τον Γέροντα Δαμασκηνό να με καλεί να γίνω ιερεύς: εγώ θα πάω στον επίσκοπο και θα του πω καν’ τον παπά …; …; ‘Όμως εκοιμήθη ό μακάριος Δαμασκηνός και προστέθηκε στους Αγ. Πατέρες μας. Ό Χριστός σιώπησε χρόνια ώσπου αναπάντεχα ό Γρηγόριος καλείται να ποιμάνει μια δύσκολη περιοχή του κόσμου και αυτός καλεί και εμέ συγκιρηναίο. Τότε μου είπε: γράψε Ευάγγελε την ζωή του π. Νικολάου να την μοιράσουμε σαν ενθύμιο την ήμερα της χειροτονίας σου. Έτσι για υπακοή την έγραψα εις αποκάλυψη της μυστικής εργασίας του. Και διαρκή υπόμνηση μου του τι είναι Ορθόδοξος παπάς.

ΙΕΡΕΥΣ ΤΙΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΟΣ

Τον είδα αιφνίδια μέσα στον τεράστιο θάλαμο με τα 65-70 κρεβάτια μέσα στο πανδαιμόνιο που κάνουν 70 άνθρωποι όταν μαζευόταν και στριμώχνονταν σε ένα μικρό χώρο. Το φως πολύ. Έμπαινε από τα μεγάλα παράθυρα με τα σιδερένια κάγκελα. Ήταν πρωί περίπου 9 ή ώρα, όταν άνοιξε ή βαριά πόρτα, εξωτερική, και ανεβήκαμε ή νέα ομάδα των 1Ο φοιτητών, στο τμήμα αποτοξίνωσης στο Δαφνί. Πρόσωπα εκινούντο αέναα μέσα στο φαρδύ διάδρομο που άφηναν τα κρεβάτια τους. Άνθρωποι από όλα τα μέρη της πατρίδας και από πιο πέρα ακόμη. Με τις χαρακτηριστικές προφορές των Λαρισινών ή των Κρητικών και των νησιωτών. Κοντοί, ψηλοί, μελαχρινοί, άσπροι, αδύνατοι παχείς, πάσχοντες, όλος ό κόσμος αναγκασμένος να συμβιώνει.

Και μέσα σε αυτήν την άμπωτη και πλημμυρίδα των ανθρώπων ένας ψηλός ξανθωπός με μαύρα ρούχα και περιλαίμιο λευκό με λίγο υποτυπώδες γένι ξανθό άρχοντας, ατάραχος, γαλήνιος μέσα σ’ αύτη την ταραχή. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για ιερέα. Ευτυχώς είπα μέσα μου, ένας καθολικός ιερέας στο τμήμα αποτοξίνωσης. Ευτυχώς που δεν είναι ορθόδοξος. Να ξεφτιλιζόμαστε στους γιατρούς και στους συμφοιτητές μας!!! Ευτυχώς. Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, βάλαμε τις ιατρικές μας μπλούζες και με τον υπεύθυνο γιατρό προχωρήσαμε στο κρεβάτι του πρώτου ασθενούς. Τον φώναξε ό υπεύθυνος από την παρέα του, ήρθε ένας μικρός μαγκάκος από την Λάρισα ομιλητικός αλλά μαγκάκος. Δεν θυμάμαι τίποτα από το πρώτο αυτό μάθημα ούτε γιατί ήταν μέσα ό ασθενής ούτε τι φάρμακα έπαιρνε απλώς στην ρύμη των λόγων του είπε. “Έχουμε και τον παπά να μας βοηθά και περνάμε καλά και ενώ έπρεπε να φύγουμε σε τρεις μήνες επισπεύσαμε το πρόγραμμα χάρις σ’ αυτόν και θα φύγω σε 1,5 μήνα”. Τότε με τάραξε ο λογισμός μου ένας καθολικός παπάς με το κουστουμάκι του βοήθησε αυτόν εδώ; Αδύνατον, ένας καθολικός παπάς!!!! Στην πρώτη μας αύτη συνάντηση ουδέν έπραξα παρ’ όλο τον φυσικό μου κοινωνικό χαρακτήρα. Έφυγα όταν τελείωσε ό υποχρεωτικός μου χρόνος της παρουσίας.

Στη δεύτερη επίσκεψη την επόμενη εβδομάδα πάλι τα ίδια, άλλος ασθενής και νέα αποκάλυψη: “ευτυχώς που έχουμε τον παπά και μας βοηθά ειδικά τα βράδια που μένουμε με τους εαυτούς μας, μας παρηγορεί, μας εμψυχώνει. Είναι δικός μας παπάς, ορθόδοξος!”

‘Ένα κρύο ρεύμα με διαπέρασε, γκρεμίστηκαν όλα, ό ευσεβισμός μου δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ένας παπάς ορθόδοξος ήταν μέθυσος, είχε ανάγκη αποτοξίνωσης και βρισκόταν πίσω από τα σίδερα με άλλους παρανόμους, μέθυσους και ναρκομανείς. Ούτε καν σε κάποιο ιδιωτικό κέντρο αποτοξίνωσης. Ή ιδέα που είχα για άσπιλη εκκλησία και οφειλόταν στη νεότητα μου ξεθώριασε απότομα. Τον πλησίασα, στεκόταν όρθιος και συνομιλούσε με έναν άλλο ασθενή, που έτρεμαν τα χέρια του. Συνομιλούσε άπλα για το τίποτα, ο άλλος τον άκουγε, του έλεγε για τα προβλήματα του, του μιλούσε γρήγορα, ό παπάς άκουγε με μία απέραντη στοργή κοιτάζοντας τον. Είχε πρόσωπο καθαρό, μάτια γαλάζια-θάλασσα, ηλικία 55 χρονών περίπου, χέρια άσπρα δάκτυλα μακριά, τέλος πάντων, όλα πάνω του είχαν κάτι το αρχοντικό. Του απάντησε σιγά με μια προφορά με αγγλική ηχώ. Ήταν ξένος. Παπάς ορθόδοξος ξένος.

Μόλις τελείωσε με τον άρρωστο στράφηκε σε μένα και με ρώτησε: «χάου αρ γιου?». Έμαθα ότι ήταν ‘Έλληνας που γεννήθηκε στο εξωτερικό, οι γονείς του είχαν φύγει για την πέρα από τον Ατλαντικό Αμερική. Τον έστελναν όμως οι γονείς του στους παππούδες του στην Κατερίνη, έτσι είχε μάθει καλά ελληνικά και είχε ένα σύνδεσμο με την παράδοση της χώρας μας. Ένιωθα ήδη άνετα σαν να τον γνώριζα από χρόνια, είχαν φύγει όλοι οι ενδοιασμοί μου.

Τι θέλετε από μένα με ρώτησε.

Θέλω να μάθω γιατί βρίσκεστε σε αυτό το χώρο και θεραπεύεστε, τέλος πάντων να σας γνωρίσω.

Έλατε στο δωμάτιό μου.

Ναι, μέσα σε αυτό το χάλι υπήρχε ένα μικρό δωματιάκι, στενό δωματιάκι με ένα κρεβάτι, παράθυρο βορινό, τοίχοι πανύψηλοί, 4 μέτρα ύψος, ένα γραφείο, εικόνες ρωσικές, καντήλι, κομποσκοίνι, θυμιατήρι, πετραχήλι, φάρμακα πάνω στο γραφείο και βιβλία. Ήταν ένα μικρό καλογερικό κελί μέσα στη ταραχή 70 τροφίμων του ψυχιατρείου. Εκεί άρχισε ή αποκάλυψη της χάρης του Θεού. Το όνομα Νικόλαος, ορθόδοξος ιερέας της αρχιεπισκοπής της Αμερικής. Καθηγητής του Χάρβαρντ στην έδρα των Παλαμικών σπουδών και ποιμαντικής ψυχολογίας. Καθηγητής στο Χάρβαρντ στο μεγαλύτερο πανεπιστημιακό ίδρυμα της Αμερικής και τώρα τρόφιμος της ψυχιατρικής πτέρυγας του Δαφνίου στο τμήμα αποτοξινώσεως, η διαφορά είναι ιλιγγιώδης.

Πάτερ; Πώς φτάσατε εδώ;

Ήμασταν μία παρέα φίλοι που τελειώσαμε τη σχολή του τιμίου Σταυρού στην Βοστόνη. Παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά και γίναμε ιερείς. ‘Ο καλύτερος όλων μας πριν περίπου δέκα χρόνια πέθανε αιφνίδια. Τον κηδεύσαμε και γυρίσαμε στα σπίτια μας. Τότε με κατέλαβε ένα πνεύμα λύπης και από τότε άρχισα να πίνω. Τέλος πάντων σε λίγο καιρό ήμουν εξαρτημένος από το ποτό, εάν δεν έπινα έτρεμα. Δεν μπορούσα να διευθετήσω τα θέματα μου. Στην αρχή το έκρυβα από την γυναίκα μου και τα παιδιά μου, δε μεθούσα αλλά έπινα, ήμουν με ένα ποτήρι στο χέρι. Πειράχτηκε και το ήπαρ μου.

Όλο το θέμα ήταν μία πρόκληση για την ιατρική μου γνώση, τίποτα από τα παραπάνω δεν συμβάδιζε με την νηφαλιότητα του ανδρός με την αρχοντιά του και την έλλειψη νευρικότητας. Είχε έρθει η ώρα να φύγουμε. Του ζήτησα να του φέρω κάτι για παρηγοριά του μέσα σε αυτούς τους τοίχους. Ένα βιβλίο του Ρωμανίδη μου λέει, τον είχαμε δάσκαλο τον Ρωμανίδη. Στη νέα συνάντησή μας την επόμενη εβδομάδα κρατούσα στο χέρι μου το δεμένο βιβλίο του Ρωμανίδη «ΡΩΜΑΙΟΙ Ή ΡΩΜΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ». Ανέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά να συναντήσω τον Νικόλαό μου τον άρρωστό μου, τον βρήκα στο δωμάτιό του καθισμένο σε μία μικρή πολυθρόνα και στο χέρι του ένα μικρό κομποσκοίνι. Του έδωσα το βιβλίο στα χέρια του. Είχε κόκκινο σκληρό εξώφυλλο, το γύρισε με αγάπη, διάβασε τα κεφάλαια. Χάρηκε σαν μικρό παιδί.

Είμαι εδώ πάνω από τρεις μήνες, βγαίνω σπάνια δεν έχω που να πάω, δεν μου έχουν φέρει ένα δώρο. Πόσο χαίρομαι για αυτό που μου έφερες. Αυτός ο άνθρωπος έφερε αέρα ορθοδοξίας, γκρέμισε το σχολαστικισμό της γερμανικής ιδεολογίας, έδειξε τον πλούτο μας!!! Ότι μας έλεγε ό γέρο Ιωσήφ αυτός το έβαλε στα πανεπιστήμια.

Ποιός γέρο Ιωσήφ;

Ο ησυχαστής, ο παππούς ο σπηλεώτης. Τον γνώρισα το 1960 όταν πήγαινα στο Άγιο Όρος, στη Νέα Σκήτη, με δεχόταν στο κελάκι του. Μου έμαθε να προσεύχομαι με το κομποσκοίνι ώρες και ώρες, φωτόμορφος, γλυκύς, αυστηρός. Προσοχή έλεγε στο νου, πρώτα προσβολή μετά συζήτηση με τον λογισμό μετά συγκατάθεση!!! Συγκατάθεση, θάνατος, αρχή αμαρτίας, η αμαρτία δόντι ιοβόλο του θανάτου. Προσοχή όχι συζήτηση με τον λογισμό, νίψη. Αυτά που ο γέροντας τα παρέδωσε εμπειρικά, ο Ρωμανίδης τα κατέγραψε τα στήριξε αγιοπατερικά και τα εξαπέστειλε στα πέρατα της γης, ώστε να έχουμε και εμείς χαρά εκεί στην Αμερική. Όταν έγινα ιερέας με τον πρώτο μου μισθό έστειλα ένα δώρο στον γέροντα Ιωσήφ, του έστειλα ράσα καλογερικά όχι κάτι το ακριβό, τα είχα τυλίξει και σε ένα γκρι χαρτί, έγραψα την διεύθυνση και τα έστειλα. Μετά από πέντε χρόνια τον έπισκέφθηκα στο κελί του, όπως καθόταν είδα πίσω του στο περβάζι το δώρο μου ανέγγιχτο αμέσως σκούρυνε το προσωπό μου. Του λέω: «Γέροντα σου έστειλα ένα δώρο με τα πρώτα μου χρήματα και εσύ ούτε που το άγγιξες!!!» Μου λέγει: «π. Νικόλαε, παιδί μου δεν μου λείπει τίποτα, έχω τον Χριστό. Δεν μου λείπει τίποτα, το δώρο σου το είδα έσκισα μία άκρη και το είδα. Το άφησα εδώ χρόνια να μου λέγει ο λογισμός άνοιξε το και να τον ξεχνώ αλλά να σε θυμάμαι. Θα μπορούσα να το έχω δωρίσει σε τόσους που έρχονται εδώ αλλά το άφησα για τον παπά Νικόλα, έλα να βάλουμε τον πλάγιο του δεύτερου ήχου να παρηγορηθείς». Μου έμαθε να προσεύχομαι με το κομποσκοίνι για τον κόσμο για τις αμαρτίες μου και πάλι έμπονα για τον κόσμο. Όλες τις ακολουθίες τις έκανε με το κομποσκοίνι έκτος της Θείας Λειτουργίας.

Πάτερ απορώ πώς εσείς που γνωρίσατε ένα τόσο άγιο άνθρωπο πέσατε σ’ αυτό το πάθος της οινοποσίας. Η προσευχή δεν σας προστάτεψε δεν σας βοήθησε να γλιτώσετε από τον πειρασμό αυτόν;

Ευάγγελε μην ξεχνάς το αρκεί σοι η χάρις μου του Παύλου.

Ξέρετε με σκανδάλισε στην αρχή τουλάχιστον το θέμα σας.

Σε σκανδάλισε ή σε φόβισε για το ευόλισθον της φύσεώς μας; Είσαι αυτάρκης στην νομιζόμενη σου καθαρότητα και φοβάσαι μήπως την χάσεις, μήπως κάνεις κάποιο λάθος και χάσεις την καλή γνώμη για τον εαυτό σου και για τους άλλους. Σε νοιάζει τι θα πει ο κόσμος. Αδελφέ μου και φίλε μου η νεότητά σου είναι κακός σύμβουλος όπως και σε μένα κάποτε. Η πείρα του βίου και η συναντίληψη της χάριτος με έπεισε ότι όποιος και αν είμαι ότι και αν κάνω είμαι δεμένος με τον Χριστό και φωνάζω ελέησον με ο Θεός, ελέησον με Κύριε ως οίδας και ως θέλεις ελέησον με. Και λέω μέσα μου όλοι σώζονται εγώ κολάζομαι. Ελπίζω στον Χριστό και στην Παναγία. Ελπίζω στο έλεος του Θεού που χαρίζει τον παράδεισο σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι του παραδείσου.

Και πάλι ο αδυσώπητος χρόνος τελείωνε.

Πάτερ θέλετε να σας φέρω κάτι την επόμενη συνάντησή μας;

Ναι θέλω κάτι επειδή έχω τέσσερα παιδάκια στην πατρίδα και τα έχω επιθυμήσει. Φέρε μου σε παρακαλώ ένα μικρό παιδάκι και φώναξέ με να βγω στο παράθυρο από τα κάγκελα να το δω να δω τα ματάκια του να παρηγορηθώ.

Βρήκα τον μικρό μου βαπτισμένο Σωτήριο τον πήρα αγκαλιά, πέρασα την πόρτα και σταθήκαμε κάτω από τα σίδερα.

Π. Νικόλαε, π. Νικόλαε, ήρθαμε. Πρόβαλε η φιγούρα του πίσω από τα σίδερα άπλωσε τα χέρια του από ψηλά μας κοίταζε, μας χαμογελούσε, μιλάγαμε από εκεί. Χάρηκε, θυμήθηκε τα δικά του, απλώθηκε η νοσταλγία. Δεν ήταν πίκρα ήταν μία νοσταλγία για τον παράδεισο μας. Mας ευλόγησε και αποχωρήσαμε. Ποιος είναι πλούσιος, Λωξάνδρα μου, εν τω ολίγω αναπαυόμενος, τζόγια μου …; Πάτερ, η Αμερική φημίζεται για τα αποτοξινωτικά της κέντρα, πώς ήρθατε σ’ αυτές τις άθλιες συνθήκες.

Ευάγγελε πριν πολλούς μήνες προκηρύχτηκε μια θέση στο πανεπιστήμιο της Αθήνας παλαμικών σπουδών. Ήρθα λοιπόν κι εγώ αφού πήρα την άδεια από το πανεπιστήμιο μου στο Χάρβαρντ να βάλω τα χαρτιά μου γι’ αύτη την έδρα. Οι μήνες περνούν δεν γινόταν τίποτα. Καθηγητικές ίντριγκες, συνεδριάσεις επί συνεδριάσεων, τίποτα. Την έδρα μου στο Χάρβαρντ την είχε πριν από μένα ο Γεώργιος Φλορόφσκι. Αυτός είναι ένας μεγάλος Θεολόγος και πραγματικός φιλέλληνας και είναι ο γέροντας μου.

Από έκπληξη σε έκπληξη.

Γέροντάς σας αυτός ο μέγας;

Ναι και είναι πραγματικά μεγάλος πνευματικός Θεολόγος και σημειοφόρος άνθρωπος θυσίας. Σπουδαγμένος και στην ποιμαντική Ψυχιατρική και στην ψυχολογική αντιμετώπιση των εθισμένων χρηστών σε ουσίες και ποτό. Αλλά όλα αυτά τα ασκούσε με απέραντη αγάπη και υπομονή. Για να κατανοήσεις το μέγεθος του ανδρός θα σου πω μία ιστορία στην οποία ήμουν μάρτυρας της θαυμαστής θεραπείας ενός εφήβου. Μια οικογένεια έφερε το παιδί της 18 ετών που έπασχε από ηβηφρενία. Η κατάσταση ήταν δύσκολη αθεράπευτη σχεδόν τον παρακάλεσαν να τον δεχτεί να τον αναλάβει. Πράγματι τον πήρε σε ένα σπίτι στην εξοχή που είχε πολλά στρέμματα, με σημύδες ένα μεγάλο αγρόκτημα. Μπήκαν μέσα οι δυο τους, το αγρίμι και ο π. Γεώργιος και έκλεισαν την βαριά πόρτα. Μετά τρεις μέρες παρέδωσε το παιδί υγιές και σώφρον στους γονείς. Το παιδί αυτό σπούδασε και είναι υγιής έκτοτε και μάλιστα τώρα είναι και επίσκοπος της Εκκλησίας μας. ‘Όταν τον ρώτησα π. Γεώργιε πώς έγινε αυτό μου είπε ό,τι πήρε το παιδί και του είπε: «παιδί μου εγώ θα καθίσω σ’ αυτήν την σημύδα. Όλος ο χώρος είναι δικός σου, κάνε ό,τι θέλεις και όταν θέλεις έλα να μιλάμε.» Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έκανε ό,τι ήθελε. Κατέστρεψε το ψυγείο, την βιβλιοθήκη μου, τα λουλούδια και όποτε ήθελε με πλησίαζε και μιλάγαμε. Εγώ καθόμουν στης σημύδας τον κορμό και περίμενα χωρίς να ταράζομαι για ό,τι γινόταν, τρεις μέρες εκεί δεν σηκώθηκα, δεν έφαγα, δεν ήπια νερό. Την τρίτη ήμερα ήρθε το παιδί γαλήνιο μου φίλησε το χέρι, με σήκωσε, με βοήθησε να περπατήσω γιατί ήμουν σαν πεθαμένος, ανοίξαμε την πόρτα και τον παρέδωσα στους γονείς του. Ιματισμενο και σωφρονούντα. Πάτερ Γεώργιε, και τρεις ημέρες πώς κάνατε τις στοιχειώδεις ανάγκες σας; Τα έκανα πάνω μου δεν μετακινήθηκα καθόλου, ήθελα να δώσω μία θυσία γι’ αυτόν στο Θεό, την υπομονή μου, την κατάργηση των συμβατικών καθημερινών πρακτικών. Δεν είναι τίποτα, ο Θεός μου χάρισε υγιή τον άνθρωπο και δι αυτού μου χάρισε και γεύση της Βασιλείας του. Τέτοιος άνθρωπος ήταν αυτός, αληθής Θεολόγος, άνθρωπος της Λειτουργίας αλλά και πέρα απ’ αυτήν. Πάντα έλεγε: δίδου ημίν εκτυπώτερον, σου μετασχείν, εν τη ανεσπέρω ημέρα της βασιλείας σου.

ΣYZHTHΣH ΣTO MΙKΡO ΔΩMATΙO ΠΕΡΙ THΣ ZΩHΣ ΤΟΥ ΙΕΡΕΩΣ

Από τις συζητήσεις που είχαμε καταθέτω εδώ μερικά.

Πρόσεχε ιερεύ τον εαυτό σου μην ξεχάσεις να βλέπεις τον Θεό.

Ορκίστηκες να έχεις τον νου σου στην Σωτηρία τόσο την δική σου όσο και των άλλων.

Κάθε καιρός είναι κατάλληλος για να δώσεις το Βάπτισμα και την Θεία Κοινωνία γιατί κάθε καιρός είναι κατάλληλος για τον θάνατο.

Να θυμάσαι ότι ο άνθρωπος μπορεί να πει όχι στον Θεό, ο Θεός δεν μπορεί να πει όχι στον άνθρωπο. Αυτού του Θεού είμαστε ιερείς, που επιτρέπει στο πλάσμα του να πει όχι να μην γίνει το θέλημά σου δηλαδή να γεννήσει την κόλαση.

Στους ανθρώπους μπορείς να πεις ότι ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη εκεί μας αναμένει όσο πιο βαθύς είναι ο Άδης σου τόσο βαθύτερα είναι ο Χριστός.

Η οδύνη είναι το ψωμί που ο Θεός μοιράζεται με τον άνθρωπο και που έχει υποχρέωση ο δούλος του ο παπάς να μοιραστεί κι αυτός με τον σύνολο του. Στον Σταυρό ο Θεός ενάντια σε ότι είχαμε ποτέ φανταστεί για θεό, τάχθηκε με το μέρος του ανθρώπου.

Ο Θεός έγινε άνθρωπος, δηλώνει την αγάπη του ζητά την αγάπη μας και μας απαλλάσσει από κάθε οφειλή.

Ο αγώνας μας είναι η προσοχή στην πνευματική πηγή του κακού, το οποίο δεν προέρχεται από την φύση αλλά συντελείται μέσα στο πνεύμα.

Αυτός που είδε την αμαρτία του είναι πιο μεγάλος από αυτούς που γνώρισαν αγγέλους. Τότε από την άβυσσο των αμαρτιών μου επικαλούμαι την άβυσσο της Χάριτος σου.

Πρόοδος στον αγιασμό σου, παπά μου, φαίνεται όταν η καρδιά σου ήσυχη διαστέλλεται και ανθίζει σε κοσμική ευσπλαχνία, δεν μπορεί να κρίνει κανένα, σηκώνει το κακό όλου του κόσμου, περνά την Γεθσημανή και καλύπτει τα πάντα με τον μανδύα της αγάπης. Η αγάπη είναι ο Θεός που ρίχνει το βέλος τον Μονογενή του Υιό αφού έβρεξε την ακίδα του βέλους με το ζωοποιό πνεύμα. Η ακίδα είναι η πίστη που όχι μόνο εισάγει το βέλος αλλά και τον τοξότη μαζί της.

Ευάγγελε μου, αν ποτέ γίνεις ιερέας να θυμάσαι ότι αυτό που σκανδαλίζει τους άπιστους δεν είναι οι άγιοι αλλά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν είμαστε όλοι άγιοι. Η κατάσταση του κόσμου μοιάζει με αυτήν την προ του Μ. Κωνσταντίνου, και χειρότερη γιατί τότε οι άνθρωποι ήσαν ειδωλολάτρες τώρα είναι άθεοι. Έτσι αντί η εκκλησία να κρίνει τον κόσμο η ‘Εκκλησία κρίνεται από τον κόσμο γιατί ο κόσμος μπορεί να την κατηγορήσει ότι μέσα σε τόσους αιώνες έχασε την ικανότητα της μαγιάς και ΑΝΤΑΝΑΚΛΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ και μάλιστα πιστά. Η εκκλησία από αρραβωνιαστικιά έγινε θΡΗΣΚΕΥΤIΚΗ κοινωνία. ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ εξεγείρει, ανατρέπει όχι την δομή του κόσμου αλλά την δομή του ανθρώπινου πνεύματος. Ο Χριστός εντός.

Απόκτησε την εσωτερική ειρήνη και πλήθος ανθρώπων θα βρει την ειρήνη δίπλα σου. Παπά μου, το να πλησιάσεις τον σύγχρονο άνθρωπο είναι τέχνη. Το ουσιώδες είναι να μεταφερθείς στην θέση του, να σβήσεις τον εαυτό σου και να αφήσεις τον Χριστό να μιλήσει.

Όλη σου η Θεολογία που σε έμαθαν σωριάζονται σαν θρύψαλα μπροστά σε ένα εγκληματία, ένα νεκρό, μια μοναξιά. Όμως η ζωντανή ζεστασιά της παλάμης σου μπορεί να κάνει ανθρώπους σβησμένους, λερωμένους κι άσχημους να ακτινοβολούν ξαφνικά ακτίνες Φωτός και να ανασύρεις στην επιφάνεια αυτό που κοιμάται. Την κοινωνία.

Ο Μυστικός Δείπνος, η Θεία Κοινωνία, που ετοιμάζεις είναι μυστήριο εν πορεία, γι’ αυτό στεκόμαστε όρθιοι. Και αν γίνουμε απόβλητοι από την κοινωνική ζωή πρέπει να ωριμάσουμε σαν μία γενιά ομολογητών.

Πάτερ Νικόλαε είδα ότι είσαι άνθρωπος του Θεού. Σε παρακαλώ πες μου ποιά είναι Η μυστική σου εργασία, τι μου κρύβεις;

«Ευάγγελε μου ήλθε η ώρα νομίζω να μάθεις όλα τα κατ’ εμέ σαν μία παρακαταθήκη Διδασκάλου προς μαθητή. Δεν είμαι άρρωστος τουλάχιστον δεν πάσχω από αλκοολισμό!!!! Μεταξύ των σπουδών μου είναι και η ψυχολογία του χρήστη. Αφού ήρθα στην Αθήνα και κατέθεσα τα χαρτιά μου και ο καιρός περνούσε, με το σήμερα αύριο, μίλησα με τον διευθυντή της κλινικής που είναι φίλος μου από την Αμερική, του είπα για προγράμματα στην Αμερική όπου ο γιατρός ζει μαζί με τους αρρώστους για όλο τον χρόνο του προγράμματός τους με εξαιρετικά αποτελέσματα. Έτσι παρακολουθώ το πρόγραμμα, χωρίς κανείς να το γνωρίζει από τους συναρρώστους μου. Ζω έγκλειστος τρεις μήνες περίπου, επιταχύνθηκε το πρόγραμμα αλλά κυρίως αυτοί που έφυγαν αυτό το διάστημα δεν υποτροπίασαν».

Μα τι μου λέτε, πουλήσατε τον εαυτό σας σαν δούλο εδώ μέσα, δεν βλέπετε ούτε καν παιδιά, υποφέρετε την τρέλα του καθενός.

Ναι αλλά έχω το δωματιάκι μου, την προσευχή μου την πίστη μου, έχω τον καθρέφτη μου όλους τους αδελφούς τους έγκλειστους. Εκείνο που με ξεσχίζει τα σπλάχνα ήταν ότι δεν μπορούσα να λειτουργώ. Τώρα τελευταία παίρνω κι εγώ όπως όλοι μία άδεια και πηγαίνω εδώ σε ένα μοναστηράκι να λειτουργώ και επανέρχομαι.

Μα δεν τρελαθήκατε εδώ μέσα φυλακισμένος αναίτια τόσους μήνες; Πιέστηκα πιέστηκα ήταν εμπειρία τάφου αλλά όμως γνώρισα όλους αυτούς τους φίλους του Χριστού τους ελάχιστους. Αυτούς που πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι του παραδείσου, τους συμπαραστάθηκα, τους άκουσα, τους έδωσα λίγο νερό, λίγη πίστη και κυρίως επλατύνθηκα κι εγώ και πάλι δούλος αχρείος είμαι. Αναλογίζομαι την ώρα της εξόδου μου και ελπίζω στο έλεος της εκκλησίας Του και στο ιδικό Του.

Πάτερ Νικόλαε, είστε τόσο νέος ούτε 53.

Ήταν Τετάρτη της πρώτης των νηστειών που κάναμε αύτη την κουβέντα της καρδιάς, που μου χάραξε την καρδιά.

Την Παρασκευή θα πάρω άδεια, θα πάω στο μοναστηράκι που σας είπα για τους χαιρετισμούς και για λειτουργία την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ελάτε κι εσείς να σας δούμε. Πάρτε ένα τηλέφωνο το Σάββατο να σας πούμε την ώρα της Λειτουργίας την Κυριακή.

Πράγματι το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων τηλεφώνησα. Ευλογείτε πάτερ ο Κύριος. Σας παρακαλώ θέλω να μιλήσω στον πατέρα Νικόλαο. Δεν γίνεται, μου είπε. Πότε να ξαναπάρω για τον π. Νικόλαο, πότε; Μόλις προ ολίγου τελείωσε την Θεία λειτουργία κατέλυσε και πέθανε μπροστά στην Αγ. Τράπεζα την ώρα που την ασπαζόταν για να βγει από το Ιερό. Επειδή αργούσε να βγει μπήκε ο εκκλησάρης και τον βρήκε γονατιστό αλλά χωρίς πνοή. Έχει έρθει η αστυνομία, θα τον πάνε για νεκροτομή, θα τον στείλουν στην Αμερική.

Δεν ξέρω τι λέτε, πάτερ, εγώ προχτές του μίλησα, τέλος πάντων ήμασταν μαζί. Ήταν μια χαρά. Δεν μπορεί, δεν είναι αυτός.

Όχι αυτός είναι. Έτσι το ήθελε ο Θεός.

Έτσι ετελειώθη ο Νικόλαος ο άρχων, ο εργάτης των εντολών του Χριστού, ο κρυφός, ο φίλος μου, ο ολιγοήμερος, ο γνήσιος ποιμένας που άφησε τα 99 για το ένα, που πουλήθηκε δούλος σαν κι αυτόν τον επίσκοπο του γεροντικού, ο ιερέας του 20 αιώνος του απατεώνος που τα μάτια του δεν απατήθηκαν αλλά είδε καθαρά την εικόνα του κόσμου χωρίς φαντασία. Aς έχουμε την ευχή του.
(Από το «Ενθύμιο Χειροτονίας εις Πρεσβύτερο π. Ευαγγέλου εξ ιατρών 14/11/2009»)

Πηγή

Το άγριο και το Άγιο Πνεύμα…

Εκείνος περίπου 80χρονος κι εκείνη περίπου 25χρονη. Εκείνη καθηγήτρια της ιστορίας σε πανεπιστήμιο της Γαλλίας κι εκείνος μόλις απόφοιτος της Βας Δημοτικού. Εκείνη παντελώς άθεη- ή για την ακρίβεια μηδενίστρια-κι εκείνος-σοφός μέσα στην αγραμματοσύνη του-φώτιζε, δρόσιζε και πότιζε τα κοπάδια των ανθρώπων, που τον επισκέπτονταν στο Μήλεσι της Αττικής. Όπου κι εκείνη, αναζητώντας, μέσα στα σκοτάδια της πολυγνωσίας της, τη διέξοδο κάποιου κεριού, οδηγείται στο ερημητήριό του, όπως η Σαμαρείτιδα στο πηγάδι του Ιακώβ.

 Η έξοδός της απ’ το κελί, μετά τη συνομιλία τους, επισφραγίστηκε με δάκρυα ευτυχίας. Διαμαρτυρήθηκε  στη σύνοδό της, που της είχε πει ότι ο Γέροντας, που τόση ώρα της μιλούσε στα γαλλικά, δεν γνωρίζει ούτε λέξη από τη γαλλική γλώσσα. Και οι παρευρισκόμενοι έμειναν κατάπληκτοι, όταν  άκουσαν ότι και η Γαλλίδα, που ο Γέροντας την άκουγε να του μιλάει ελληνικά δεν γνώριζε  ούτε κι αυτή ελληνικά.
 Δεν τα πιστεύετε; Δικαίωμά σας. Επιτρέψτε μου όμως να σας πω ότι πρόκειται για το Άγιο Πορφύριο, που, σαν τον Τειρεσία, τυφλός στα γεράματά του έβλεπε το καθετί, σαν μέσα σε μια σπιθαμή νερού. Και πως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχουμε το θαύμα της Πεντηκοστής. Τότε που οι μαθητές του Χριστού μιλούσαν στην μοναδική γλώσσα που γνώριζαν-εβραϊκή ή αραμαϊκή-κι εκείνοι, που δεν γνώριζαν αυτή τη γλώσσα, άκουγαν ο καθένας να τους μιλούν στις πολλές και διάφορες δικές τους γλώσσες.
Και το περιστατικό αυτό δεν είναι το μοναδικό στις μέρες μας. Διηγείται κάποιος παπάς: Μιλούσαν ιδιαιτέρως ο Άγιος Παΐσιος, μ’ έναν Γάλλο, που δεν γνώριζε ελληνικά. Και μετά ένα τέταρτο συζήτησης ο Γάλλος έφυγε χαρούμενος….
Και, βέβαια, πρόκειται για τη γλώσσα του Αγίου Πνεύματος. Αυτήν, που μίλησε ο άνθρωπος, όταν ήταν στον Παράδεισο. Αυτήν που μιλούν οι άγιοι σε κάθε εποχή. Και με την οποία όχι μόνο με όλους τους ανθρώπους μπορούν να συνεννοηθούν, αλλά κόμη και με τα ζώα και τ’ άψυχα.
Βέβαια κάποιοι θα μας πουν ότι το θαύμα αυτό στις μέρες μας έγινε, χάρη στην προηγμένη τεχνολογία, πεζή πραγματικότητα, στα διάφορα διεθνή συνέδρια. Όπου τα λεγόμενα του καθενός ομιλητή μεταφράζονται αυτόματα σε άλλες γλώσσες, που γνωρίζουν οι ακροατές.
 Όμως υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Οι άνθρωποι των διαφόρων συνεδρίων, παρότι καταλαβαίνουν τα λεγόμενα των συνομιλητών τους, δεν μπορούν εντούτοις να συνεννοηθούν.
Και γιατί συμβαίνει αυτό; Πώς, δηλαδή, συμβαίνει οι άγιοι να συνεννοούνται ακόμη και με τα ζώα και τ’ άψυχα κι εμείς να μη μπορούμε ούτε με τους συνανθρώπους μας να συνεννοηθούμε;
Είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, πολύ απλό. Γιατί η γλώσσα δεν βρίσκεται στο στόμα μας αλλά στην καρδιά μας. Οι άγιοι συνεννοούνται με τα ζώα και τ’ άψυχα, γιατί γνωρίζουν και μιλούν τη γλώσσα της αγάπης. Γιατί όλοι και όλα σε τελική
ανάλυση αναπαύονται και ειρηνεύουν με τη γλώσσα της αγάπης.
Οι άνθρωποι έπαψαν να συνεννοούνται, όχι όταν κομματιάστηκε σε διάφορα γλωσσικά ιδιώματα ο προφορικός τους λόγος, αλλά όταν κομματιάστηκε, απ’ την αλαζονεία και την απληστία, η γλώσσα της καρδιάς τους. Και αυτό ακριβώς υπονοεί η διήγηση σχετικά με τον Πύργο της Βαβέλ:
Γιατί η γλώσσα της Βαβέλ εκφράζει την εωσφορική επιβολή  και την τιτανική αλαζονεία. Με την οποία ο άνθρωπος θέλει, όχι μόνο να φτάσει το Θεό αλλά και να τον εξοβελίσει. Πρόκειται για τη γλώσσα του δεσποτισμού και της τυραννίας. Που χρησιμοποιούν αυτοί, που κατακερματίζουν την κοινωνία και την  Εκκλησία. Και μας καλούν κάθε φορά να  επικροτήσουμε και χειροκροτήσουμε αυτούς και της γλώσσα τους. Ή μάλλον πιο σωστά τη σύγχυση και τη σκοτοδίνη τους.
Είναι η  γλώσσα που με ιδιαίτερη ευχαρίστηση χρησιμοποίησαν στη Σερβία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, τη Λιβύη, τη Συρία και στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη μας, αυτόν τον καιρό, οι ΝΑΤΟϊκοί και οι Τούρκοι.  Και που καθόλου δεν τους αρέσει να την μιλούν οι άλλοι σ’ αυτούς. Γιατί, όταν την μιλούν αυτοί στους άλλους, τη λένε γλώσσα της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Ενώ όταν οι άλλοι τη μιλούν σ’ αυτούς, τη λένε γλώσσα της τρομοκρατίας.
Κι αυτή τη γλώσσα, δυστυχώς,  χρησιμοποιούμε, στη συντριπτική πλειονότητά μας, όλοι οι άνθρωποι: Τη γλώσσα, που μας εμπνέει τη διάθεση να γελούμε στον πόνο των άλλων. Κι όταν εκείνοι ζητούν ψωμί και αγάπη, εμείς να τους προσφέρουμε μίσος, μαχαίρι και θάνατο. Κι όμως…
Όλοι μας θέλουμε να μας αγαπούν οι άλλοι. Και στις δύσκολες στιγμές μας να μας συμπαραστέκονται. Κι όλοι μας θέλουμε ν’ ακούσουμε απ’ τους άλλους τον καλό και τον γλυκό τους λόγο. Αλλά γιατί δεν θέλουμε να κάνουμε κι εμείς το ίδιο γι’ αυτούς, που ζητούν τη δική μας βοήθεια και συμπαράσταση; Και γιατί να  οπλίζουμε τη γλώσσα μας με θανατηφόρο  δηλητήριο!
Δεν θα ’ταν καλύτερα απ’ το «εγώ» να μεταφερθούμε στο «συ»; Να μπαίνουμε, δηλαδή πριν από κάθε λόγο και πράξη μας στη θέση του άλλου! Κι αν δεν μπορούμε-σαν το Άγιο Πορφύριο, το Άγιο Παΐσιο να μιλούμε τη γλώσσα του Αγίου Πνεύματος, να μιλούμε τουλάχιστο τη γλώσσα της ανθρωπιάς και της καλοσύνης! Που κι εμείς θα θέλαμε να μιλούν για μας οι άλλοι…
Και, αφού μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας αν όχι παραδείσια, τουλάχιστο ανθρώπινη, γιατί να βολοδέρνουμε μέσα στα αδιέξοδα της κόλασης, που η γλώσσα της Βαβέλ μας υπαγορεύει!
Παπα-Ηλίας Υφαντής