Η ευλογία των σταφυλιών στην εορτή της Μεταμόρφωσης.

20604527_1969075853335128_276240552919607649_n

Συνηθίζεται ανήμερα της Μεταμόρφωσης να προσκομίζονται στις εκκλησίες για να ευλογηθούν με ειδική ευχή τα πρώτα σταφύλια της χρονιάς, τα οποία στη συνέχεια διανέμονται στο εκκλησίασμα. Σε ορισμένους τόπους προσφέρουν στον ναό το πρώτο λάδι της χρονιάς, για να ευλογηθεί, και η ευλογία να επεκταθεί και στην υπόλοιπη παραγωγή.
Πρόκειται για το αρχαίο έθιμο των απαρχών, της προσφοράς δηλαδή των πρώτων καρπών στον Θεό, μια μορφή αναίμακτης τελετουργικής θυσιαστικής προσφοράς, που πέρασε και στον χριστιανισμό. Ο λαϊκός άνθρωπος, προσκομίζοντας για ευλογία τις απαρχές των καρπών και των γεννημάτων του, αναθέτει ουσιαστικά την ελπίδα της επιβίωσής του στον Θεό, από τον οποίο ζητά ευλαβικά να συνεργήσει, για να επιτύχει η σοδειά, από την οποία εξαρτάται και η επιβίωση ολόκληρης της παραδοσιακής κοινότητας.

Στους Αποστολικούς Κανόνες επιτρέπεται η προσαγωγή στον ναό σταφυλιών, όχι όμως και άλλων οπωρικών, ενώ ο Θεόδωρος Βαλσαμών, ερμηνεύοντας τον Δ΄ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων, ερμηνεύει την εξαίρεση των σταφυλιών γιατί το κρασί, προέρχεται από αυτά, και χρησιμοποιείται για την παρασκευή της θείας κοινωνίας. Έτσι, τα ευλογημένα σταφύλια μοιράζονται και τρώγονται μαζί με το αντίδωρο στην Λέσβο, ενώ στον Μοσχοπόταμο της Πιερίας άφηναν το πρώτο τσαμπί του τρύγου σε κάποιο εικόνισμα του ναού, για να πάει καλά η σοδειά.
Δεν πρέπει εξ άλλου να ξεχνούμε ότι στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος είναι αφιερωμένοι οι ναοί των μεγαλύτερων και επιβλητικότερων ελληνικών φρουρίων, γεγονός που δείχνει την σημασία, θρησκευτική και εθνικά αναγεννητική, που ο λαός μας ανέκαθεν έδινε στην μεγάλη αυτή εορτή.
Στις 6 Αυγούστου λήγουν και οι Δρίμες όπως ονομάζονται οι έξι πρώτες ημέρες του μήνα. Τις μέρες αυτές, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, επενεργούν ανεξιχνίαστες δυνάμεις και όποιος κάνει μπάνιο στη θάλασσα κινδυνεύει να πάθει μεγάλο κακό (ίσως να συνδέεται με τα μπουρίνια και τα μελτέμια), ενώ όποιος ή όποια πλένει ρούχα αυτά κινδυνεύουν να καταστραφούν. Μόνο αν ρίξει ένα καρφί στο νερό μπορεί να «καρφώσει» τις δρίμες και να τις εξουδετερώσε

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.(π.Δημητρίου Μπόκου)

Analipsi

 

Χί­λια χρό­νια πρὸ Χρι­στοῦ ὁ βα­σι­λιὰς Δαυ­ῒδ καὶ ὀ­χτα­κό­σια ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας, μὲ τὴν ἔλ­λαμ­ψη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος προ­φη­τεύ­ουν τὸ συγ­κλο­νι­στι­κὸ γε­γο­νός, ποὺ ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας πα­ρά­δο­ση ταυ­τί­ζει μὲ τὴν Ἀ­νά­λη­ψη τοῦ Κυ­ρί­ου. Βλέ­πουν τὸν Μεσ­σί­α-Χρι­στὸ μὲ τὴ μορ­φὴ ἰ­σχυ­ροῦ πο­λε­μι­στῆ, νὰ ἐ­πι­στρέ­φει μὲ γρή­γο­ρο καὶ στι­βα­ρὸ βά­δι­σμα – ἔν­δο­ξος νι­κη­τὴς – ἀ­πὸ τὸ πε­δί­ο τῆς μά­χης, ντυ­μέ­νος μὲ κόκ­κι­νη πο­λε­μι­κὴ στο­λή. Ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν Ἐ­δώμ, τὴν Ἰ­δου­μαί­α (συμ­βο­λι­κὸ τό­πο τῶν ἐ­χθρῶν τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ) καὶ εἰ­δι­κώ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν πρω­τεύ­ου­σά της, τὴ Βο­σόρ.

Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ νι­κη­τῆ Χρι­στοῦ στὸν τό­πο του, τὸν οὐ­ρα­νό, με­τὰ τὴ συν­τρι­βὴ τῶν ἐ­χθρῶν του, πε­ρι­γρά­φε­ται πλη­θω­ρι­κὰ στὴν ὑ­μνο­λο­γί­α τῆς ἑ­ορ­τῆς. Οἱ οὐ­ρά­νιοι ἄγ­γε­λοι ἐκ­πλήτ­τον­ται σὲ ὑ­πέρ­τα­το βαθ­μὸ βλέ­πον­τας ἄν­θρω­πο νὰ ἀ­νε­βαί­νει πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τοὺς καὶ δι­ε­ρω­τῶν­ται μὲ τὰ λό­για τῶν προ­φη­τῶν: «Ποι­ὸς εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν Ἐ­δώμ; “Τίς ἐ­στιν οὗ­τος ὁ ὡ­ραῖ­ος ἀ­νήρ;” Καὶ δὲν εἶ­ναι ἄν­θρω­πος μό­νο, ἀλ­λὰ Θε­ὸς καὶ ἄν­θρω­πος». Τὴν ἀ­πάν­τη­ση ἀ­να­λαμ­βά­νει νὰ δώ­σει ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­κεῖ­νος, ποὺ ὁ­μι­λῶ γιὰ δι­και­ο­σύ­νη καὶ ἔ­χω τὴ δύ­να­μη νὰ φέ­ρω τὴ σω­τη­ρί­α».

Οἱ ἄγ­γε­λοι ξα­να­ρω­τοῦν: «Για­τί τὰ ἱ­μά­τιά σου εἶ­ναι ἐ­ρυ­θρὰ καὶ τὰ ἐν­δύ­μα­τά σου σὰν νὰ ἐ­ξῆλ­θες ἀ­πὸ πα­τη­τή­ρι στα­φυ­λι­ῶν;» Καὶ ὁ Χρι­στὸς ἀ­παν­τᾶ: «Ἔρ­χο­μαι “ἐκ Βοσόρ, ὅ­περ ἐ­στὶ τῆς σαρ­κός”, (ἀ­πὸ τὴ σάρκα, ἀπὸ τὸν τό­πο ὅ­που ἔ­δρα­σα ὡς ἄν­θρω­πος). Εἶ­ναι ἐ­ρυ­θρὰ τὰ ἱ­μά­τιά μου, δι­ό­τι “λη­νὸν ἐ­πά­τη­σα μο­νώ­τα­τος”. Τὸ πα­τη­τή­ρι ἦ­ταν γε­μά­το καὶ κα­νέ­νας ἄλ­λος δὲν μὲ βο­ή­θη­σε νὰ πα­τή­σω τὰ στα­φύ­λια. Κοί­τα­ξα γύ­ρω μου μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, ἀλ­λὰ δὲν βρῆ­κα βο­η­θό, κα­νέ­νας δὲν μοῦ ἔ­δω­κε ἕ­να χέ­ρι βο­ή­θειας. Τὸ παν­το­δύ­να­μο χέ­ρι μου μό­νο του ἔ­σω­σε τὸν λα­ό μου. Κα­τα­πά­τη­σα στὸν θυ­μό μου τοὺς ἐ­χθρούς μου, τοὺς συ­νέ­τρι­ψα σὰν χῶ­μα, ἔ­κα­μα τὸ αἷ­μα τους νὰ τρέ­ξει στὴ γῆ» (Ἡσ. 63, 1-6 καὶ ὑ­μνο­λο­γί­α τῆς ἑ­ορ­τῆς). Μὲ τὸ πά­τη­μα τῶν στα­φυ­λι­ῶν ὑ­πο­δη­λώ­νε­ται ἡ συν­τρι­βὴ τῶν ἐ­χθρῶν τοῦ Θε­οῦ καὶ τοῦ λα­οῦ του, τῶν δαι­μο­νι­κῶν δη­λα­δὴ δυ­νά­με­ων.

«Βλέ­που­σαι δὲ τὸν οἰ­κεῖ­ον δε­σπό­την» οἱ τάξεις τῶν ἀγγέλων, ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­καν, ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴ Βο­σὸρ ὡς ἄν­θρω­πος ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ οὐ­ρά­νιος βα­σι­λιάς τους, ἄρ­χι­σαν νὰ κραυ­γά­ζουν ἔ­ξαλ­λες πρὸς τὶς ἀ­νώ­τε­ρες ἀγ­γε­λι­κὲς τα­ξι­αρ­χί­ες νὰ ἀ­νοί­ξουν δι­ά­πλα­τα τὶς οὐ­ρά­νι­ες πύ­λες, γιὰ νὰ εἰ­σέλ­θει ὁ νι­κη­τὴς Κύ­ριος: «Ἄ­ρα­τε πύ­λας οἱ ἄρ­χον­τες ἡ­μῶν καὶ ἐ­πάρ­θη­τε πύ­λαι αἰ­ώ­νιοι καὶ εἰ­σε­λεύ­σε­ται ὁ Βα­σι­λεὺς τῆς δό­ξης». Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση δὲ τῶν ἀ­νω­τέ­ρων ἀγ­γε­λι­κῶν δυ­νά­με­ων: «Τίς ἐ­στιν οὗ­τος ὁ Βα­σι­λεὺς τῆς δό­ξης;» οἱ κα­τώ­τε­ροι ἄγ­γε­λοι ἀ­παν­τοῦ­σαν: «Κύ­ριος κρα­ται­ὸς καὶ δυ­να­τός, Κύ­ριος δυ­να­τὸς ἐν πο­λέ­μῳ, …Κύ­ριος τῶν δυ­νά­με­ων, αὐ­τός ἐ­στιν ὁ Βα­σι­λεὺς τῆς δό­ξης» (Ψαλμ. 23, 7-10).

Ἡ πα­ρα­στα­τι­κὴ αὐ­τὴ πε­ρι­γρα­φὴ θέ­λει νὰ το­νί­σει ὅ­τι κα­νέ­νας ἄλ­λος, οὔ­τε κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος με­σο­λα­βη­τής, οὔ­τε ἄγ­γε­λος ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ («οὐ πρέ­σβυς, οὐκ ἄγ­γε­λος), ἀλ­λ’ αὐ­τὸς ὁ Κύ­ριος», ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, «ἔ­σω­σεν ἡ­μᾶς», λό­γῳ τῆς ὑ­περ­βο­λι­κῆς του ἀ­γά­πης πρὸς ἐ­μᾶς. Αὐ­τὸς λοι­πὸν κα­τέ­βη­κε στὰ κα­τώ­τε­ρα μέ­ρη τῆς γῆς, στὸν ἴ­διο τὸν Ἅ­δη, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ πλά­σμα του, τὸν Ἀ­δάμ. Ἦρ­θε καὶ βρῆ­κε τὴν πε­σμέ­νη ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τὴν πῆ­ρε στοὺς ὤ­μους του, τὴν ἔ­κα­με δη­λα­δὴ φύ­ση δι­κή του, τὴν ἀ­νύ­ψω­σε πά­νω ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λους, «ὑ­πε­ρά­νω πά­σης ἀρ­χῆς καὶ ἐ­ξου­σί­ας», καὶ τε­λι­κὰ τὴν ἐ­κά­θι­σε στὰ δε­ξιὰ τοῦ Πα­τρός, τὴν ἔ­κα­με αἰ­ώ­νιο συγ­κά­θε­δρο τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας. «Ἐ­πὶ τῶν ὤ­μων Χρι­στέ, τὴν πλα­νη­θεῖ­σαν ἄ­ρας φύ­σιν, ἀ­να­λη­φθείς, τῷ Θε­ῷ καὶ Πα­τρὶ προ­σή­γα­γες»,ψάλ­λου­με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἔ­φτα­σε στὸν ἀρ­χι­κό της προ­ο­ρι­σμό.

«Κοι­νω­νοὶ θεί­ας φύ­σε­ως» εἴ­μα­στε κα­λε­σμέ­νοι νὰ γί­νου­με καὶ μεῖς, μέ­το­χοι δη­λα­δὴ τῆς φύ­σε­ως αὐ­τῆς ποὺ στὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­νῆλ­θε καὶ συ­νε­κά­θι­σε στὰ δε­ξιὰ τῆς με­γα­λω­σύ­νης τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τὴ θὰ εἶ­ναι ἡ μέγιστη κα­τα­ξί­ω­σή μας. Γέ­νοι­το!

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 395, Ἰούν. 2016)

 

 

 

Ἀ ν τ ι ύ λ η

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820 25861/23075/6980 898 504

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

 

 

Διαδίδω τὴν «Ἀ ν τ ι ύ λ η»

Ἐκτυπώνω/προωθῶ σὲ φιλικά μου e-mails

 

Ιστορικά στοιχεία για την  εορτή της Πεντηκοστής στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες

 

 Ο Μυστηριώδης Τρίτος Αναφορά στην Πεντηκοστή και στο Άγιο Πνεύμα - Αέναη επΑνάσταση

Έρευνα πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

 

Εισαγωγικά

Πριν ο Χριστός αναληφθεί στους Ουρανούς έδωσε εντολή στους Μαθητές Του μετά την Ανάληψή Του να επιστρέψουν στα Ιεροσόλυμα και να παραμείνουν εκεί έως ότου ενδυθούν με δύναμη από τον Ουρανό. Έτσι, λοιπόν, τους έδωσε την επαγγελία ότι θα λάβουν το Άγιον Πνεύμα, για το οποίο μιλούσε κατά την διάρκεια της ζωής Του.

Η επαγγελία αυτή του Χριστού πραγματοποιήθηκε στους Μαθητές πενήντα ημέρες μετά από το Πάσχα και δέκα ημέρες μετά από την Ανάληψή Του στους ουρανούς. Έτσι, στην Εκκλησία εορτάζουμε την εορτή της Πεντηκοστής, κατά την οποία τιμούμε την Αγία Τριάδα και την επομένη ημέρα πανηγυρίζουμε και δοξολογούμε το Άγιον Πνεύμα. Η εορτή, λοιπόν, της Πεντηκοστής είναι εορτή της Αγίας Τριάδος.

 

 

O xρόνος του γεγονότος

Μνεία της ημέρας της Πεντηκοστής γίνεται στο συναξάριο της εορτής που εξηγεί ποια ήταν η ‘Ιουδαϊκή Πεντηκοστή. Ο συναξαριστής αναφέρει τρεις απόψεις  για τη σημασία της Ιουδαϊκής Πεντηκοστής .

|) Εορταζόταν σε ανάμνηση της κακοπάθειας των ‘Ιουδαίων στην έρημο.

2) Εορταζόταν προς τιμήν των πενήντα ήμερων, που νήστεψε ο Μωϋσής, προκειμένου να δεχθεί το νόμο, και συγχρόνως σε ανάμνηση της μοσχοθυσίας και των άλλων περιστατικών της νομοδοσίας.

3) Η εορτή της Πεντηκοστής επινοήθηκε, για να τιμηθή ô αριθμός επτά, καθ’ δσον διεξάγεται επτά εβδομάδες ήμερων (7X7=49) συν μία ήμερα μετά τη μεγάλη εορτή του Πάσχα.’ Εξ άλλου, οι ‘Ιουδαίοι είχαν καθορίσει και άλλες εορτές με βάσι τον αριθμό επτά .

Ο συναξαριστής δέχεται δτι «κατ’αύτήν την ήμέραν της Πεντηκοστής τελούμενης το Πνεύμα το Άγιον τοις μαθηταίς έπεδήμησεν». Το ίδιο λέει και το συναξάριο της Δευτέρας του αγίου Πνεύματος, το όποιο προσθέτει και τους λόγους, για τους οποίους η επιφοίτηση συνέβη σε καιρό Ιουδαικής εορτής. Στο τελευταίο τροπάριο της έβδομης ωδής του ιαμβικού κανόνα αναφέρεται η ωρα του γεγονότος και λαμβάνεται ως σύμβολο, που φανερώνει τον αριθμό των προσώπων της αγίας Τριάδος. «Τριττή μέν εύμοίρησεν ώρων τήν χάριν, δπως ύπεμφήνειε τρεις υποστάσεις σέβειν έν άπλότητι της  έξουσίας»(Δηλαδή, η τρίτη άπό τις ώρες έτυχε τον καλό κλήρο να έλθει τότε η χάρη του αγίου Πνεύματος, για να φανέρωση οτι πρέπει να σεβώμαστε τρεις υποστάσεις πιστεύοντας δτι έχουν μία απλή έξουσία.)

«Οτι η ωρα ήταν περίπου η τρίτη της ημέρας μνημονεύεται και στο Συναξάριο της εορτής, ..

Στο ‘ίδιο τροπάριο προσδιορίζεται ότι η ημέρα της έπιφοιτήσεως ήταν η Κυριακή, η οποία μάλιστα λαμβάνεται ως τύπος της μιας φύσεως και ουσίας της αγίας Tριάδος, διότι, ως γνωστόν, ονομάζεται στα ευαγγέλια «μία των σαββάτων» (Λκ 24,1’Ιω 20,1)* «Αλλ’εν μια νυν ήμερων τη Κυρία, Υιός, Πατήρ και Πνευμα, εύλογητός ει».

Οι Πράξεις δεν κατονομάζουν βέβαια την ήμερα του γεγονότος, αλλά γνωρίζουμε από το Λευιτικό  (23,15-16 ) ‘ότι η Πεντηκοστή εορταζόταν την 50η ημέρα μετά την πρώτη ήμερα του Πάσχα, που ήταν η 15η του Νισάν, δηλαδή την 16η ήμερα του μηνός Σιβάν και επομένως ό,τι ήμερα τύχαινε να είναι η 16η του Νισάν. Τη χρονιά που σταυρώθηκε ο Χριστός, το Πάσχα( η 15η του Νισάν, έπεφτε Σάββατο και η 16η, η ήμερα της αναστάσεως του Χρίστου, Κυριακή. «Αρα Κυριακή ήταν και η ήμερα της Πεντηκοστής.

Εξ άλλου, στα συναξάρια επισημαίνονται οι, έξης αναλογίες μεταξύ Ιουδαικής και χριστιανικής Πεντηκοστής. Πενήντα ημέρες μετά τη διάβαση της ‘Ερυθράς θαλάσσης, το Πάσχα των ‘Ιουδαίων, οι ‘Ιουδαίοι πήραν το νόμο στο ορός Σινά» κι εμείς πενήντα ήμερες μετά το Πάσχα

του Χριστού, παίρνουμε το Άγιο Πνεύμα.

Εν τούτοις, στην Παλαιά Διαθήκη δεν λέγεται ρητά ότι ο νόμος δόθηκε την Πεντηκοστή ούτε ότι την Πεντηκοστή οι ‘Ιουδαίοι εόρταζαν τη νομοδοσία. Απλώς υπολογίζεται από τους ερμηνευτές ότι σύμφωνα με την Έξοδο( «Εξ 19,1) ò νόμος δόθηκε πενήντα ήμερες μετά την έξοδο της ‘Ιουδαίων από την Αίγυπτο .

Πεντηκοστή σήμαινε για τους ‘Ιουδαίους την ανάμνηση της κακοπάθειας τους στην έρημο και δτι με πολλές θλίψεις μπήκαν στη γη της επαγγελίας, οπού έφαγαν καρπό, σίτο και οίνο. Για τους χριστιανούς δηλώνει την κάκωσή τους άπό την αμαρτία και την είσοδό τους στην ‘Εκκλησία, οπού μεταλαμβάνουν το σώμα και το αίμα του Χριστού.__

Τόπος του γεγονότος

Η ‘Ιερουσαλήμ ως τόπος, στον όποιο συνέβη το γεγονός της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος, αναφέρεται αρκετά συχνά στα τροπάρια με το όνομα Σιών. Το όνομα αυτό έχει έναν ιερό, προφητικό άλλα και ποιητικό χαρακτήρα από τη χρήση του μέσα στα βιβλικά κείμενα, που εξυπηρετεί καλύτερα τους σκοπούς των υμνογράφων, και για να υπογραμμίσουν τη θέση της πόλεως μέσα στο σχέδιο του Θεού, και για να επιτύχουν

αρμονικότερη σύνθεση στα ποιήματα τους

 

Η εορτή της Πεντηκοστής στα Ιεροσόλυμα τον Δ αιώνα

 

Στα Ιεροσόλυμα κατά τον 4ο αι. είχε διαμορφωθεί η συνήθεια να τελούνται τα γεγονότα της ιστορικής ζωής του Ιησού στον τόπο και τον χρόνο, που είχαν πραγματοποιηθεί. Σ’ αυτό πρέπει να προσθέσουμε και την κατ’ εκείνους τους χρόνους αναγκαιότητα να πολλαπλασιαστούν οι χριστιανικές γιορτές, για να αντικαταστήσουν τις ειδωλολατρικές, αλλά και να επισημοποιήσουν τα δόγματα που είχαν καθορίσει οι Σύνοδοι ενάντια στους αιρετικούς . Όλα αυτά διαδραμάτισαν ένα ιδιαίτερο ρόλο και όσον αφορά την εορτή της ημέρας της Πεντηκοστής που τη συναντούμε να σημαίνει δύο διαφορετικά πράγματα :

α) για τον αρχαιότερο χριστιανισμό η Πεντηκοστή, σημαίνει τις επτά εβδομάδες που ακολουθούν μετά το Πάσχα και για περιεχόμενό της έχει το πασχάλιο μυστήριο στο σύνολό του μέσα στην προοπτική της Ιουδαϊκής γιορτής του θερισμού και β) από τον 4ο αιώνα  και μετά τείνει να σημαίνει κυρίως την τελευταία ημέρα και ως περιεχόμενό της έχει τώρα την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος .

Η Αιθερία, στο «Οδοιπορικό των Αγίων τόπων και Σινά»(μετάφραση Ιερομονάχου Νικοδήμου Μπαρούση), αναφέρει ότι κατά την ημέρα αυτή, οι χριστιανοί επισκέπτονταν σε λιτανευτική πορεία τους διάφορους τόπους που σχετίζονταν με τα ιστορικά γεγονότα της ημέρας. Και σύμφωνα με το κείμενο σε κάθε ένα τόπο που πήγαιναν οι χριστιανοί, διάβαζαν Αναγνώσματα, Αποστολικό και Ευαγγελικό και γονάτιζαν για να προσευχηθούν. Η μαρτυρία της Αιθερίας είναι πολύτιμη από λειτουργικής απόψεως, διότι αποδίδει πολύ λεπτομερειακά τον τρόπο με τον οποίο οι χριστιανοί του Δ αιώνα γιόρταζαν την Πεντηκοστή στα Ιεροσόλυμα. Τότε η Πεντηκοστή και η Ανάληψη γιορτάζονταν την ίδια μέρα. Η Πεντηκοστή εορταζόταν το πρωί .Αρχίζοντας με την αγρυπνία στην εκκλησία της Αναστάσεως, ύστερα η ακολουθία συνεχιζόταν στο Μαρτύριο, ώστε να είναι ο λαός μαζί με τον επίσκοπο και τους κληρικούς στη  Γ ώρα στην Σιών, όπου εορταζόταν η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος. Το απόγευμα γιόρταζαν την Ανάληψη του Κυρίου. Όλος ο λαός θα έπρεπε να είναι μαζί με τον επίσκοπο στο όρος των Ελαιών πρώτα στο Ιmbomon, στον τόπο όπου ανελήφθη ο Κύριος. Μετά κατέβαιναν όλοι στην άλλη εκκλησία του Όρους των Ελαιών, όπου τελούσαν τον Εσπερινό.Το προσκύνημα συνεχιζόταν στο Μαρτύριο και έπειτα στην εκκλησία της Αναστάσεως για να ανεβούν και πάλι στην Σιών, όπου γινόταν η απόλυση.

Απόσπασμα από το Οδοιπορικό της Αιθερίας

«Στις 50 ημέρες μετά το Πάσχα,που είναι Κυριακή,είναι η ημέρα μεγάλου κόπου για τον λαό, κι όλα γίνονται από το πρώτο λάλημα του πετεινού,ως συνήθως. Κάνουν την αγρυπνία στην Ανάσταση και ο επίσκοπος διαβάζει το ευαγγελικό ανάγνωσμα ,που αναγινώσκεται κάθε Κυριακή,αυτό που μιλάει για την Ανάσταση του Κυρίου.(Σχόλιο.Πρόκειται για την ευαγγελική περικοπή Ιω.20,19-23, όπου γίνεται λόγος για την εμφάνιση του Σωτήρα μετά την Ανάσταση στους μαθητές Του, όπως εξάλλου και σήμερα προβλέπεται η ανάγνωση αυτής της περικοπής στην ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Πεντηκοστής).Μετά απ΄αυτό κάνουν στην Ανάσταση τις συνηθισμένες τελετές, όπως ολόκληρο τον χρόνο. Όταν ξημερώσει,όλος ο λαός πηγαίνει λιτανεία στην μεγάλη εκκλησία,στο Μαρτύριον, και κάνουν εκεί ο,τι συνηθίζουν να τελούν. Κηρύττουν οι ιερείς και μετά ο επίσκοπος, τελούν ο,τι προβλέπει το τυπικό, δηλαδή την Θεία Ευχαριστία, ως συνήθως γίνεται κάθε Κυριακή. Αλλά αυτή την μέρα δεν κάνουν απόλυση στο Μαρτύριο προ της τρίτης ώρας. Όταν γίνη απόλυση στο Μαρτύριο, όλος ο λαός ανεξαιρέτως, ψάλλοντας ύμνους, οδηγούν τον επίσκοπο στην Σιών και μάλιστα κανονίζουν έτσι ώστε να φθάσει στην Σιών ακριβώς την Τρίτη ώρα. Φθάνοντας εκεί, διαβάζει την περικοπή των Πράξεων που λέγει για την κάθοδο του Πνεύματος (Πραξ.2,1-11), ώστε οι άνθρωποι των γλωσσών καταλάβαιναν ο,τι ελέγετο. Μετά απ΄αυτό έγινε κανονικά η ακολουθία…γίνεται κανονικά η λειτουργία και προσφέρεται Θεία Ευχαριστία και την στιγμή της απολύσεως του λαού ο αρχιδιάκονος υψώνει την φωνή και λέει: «Σήμερα αμέσως μετά την 6η ώρα να είμεθα όλη στον Ελαιώνα,στην εκκλησία του Ιmbomon» (εκεί που έγινε η Ανάληψη του Χριστού).Όλοι λοιπόν πηγαίνουν ο καθένας στο σπίτι του, για να ξεκουρασθεί και αμέσως μετά το πρόγευμα ,ανεβαίνουν στο Όρος των Ελαιών, στον Ελαιώνα, με κάθε μέσον,ώστε κανείς χριστιανός να μη μείνει μέσα στην πόλη .Μόλις φθάσουν πάνω στο Όρος των Ελαιών πηγαίνουν αρχικά στο Imbοmon, δηλαδή στον τόπο απ΄όπου ανελήφθη ο Κύριος στους ουρανούς εκεί κάθονται ο επίσκοπος και οι πρεσβύτεροι κι όλος ο λαός, κάνουν αναγνώσει, παρεμβάλουν ύμνους και λένε και αντίφωνα διαλεγμένα για την ημέρα και τον τόπο, διαβάζουν Ευαγγελικές περικοπές που μιλούν για την Ανάληψη του Κυρίου μετά την Ανάσταση. Όταν γίνουν αυτά, ευλογούν τους κατηχουμένους, έπειτα τους πιστούς, και την ενάτη ώρα ξανακατεβαίνουν ψάλλοντας ύμνους, πηγαίνουν στην άλλη εκκλησία, που είναι στο Όρος των Ελαιών, δηλαδή στο σπήλαιο που καθόταν ο Κύριος για να διδάξει τους αποστόλους Του. Φθάνοντας εκεί έχει περάσει η δεκάτη ώρα, κάνουν εκεί τον εσπερινό, λένε μια προσευχή, ευλογούν τους κατηχουμένους και μετά τους πιστούς. Απ΄εκεί ξεκινούν ψάλλοντας ύμνους όλος ο λαός ανεξαιρέτως όλοι με τον επίσκοπο, λέγοντας ύμνους και αντίφωνα ειδικά για την ημέρα. Έτσι έρχονται αργά-αργά μέχρι το Μαρτύριο. Όταν φθάνουν στην πύλη της πόλεως έχει ήδη νυχτώσει και φέρνουν κεριά της εκκλησίας, τουλάχιστον διακόσια, για το πλήθος. Απο την πόλη ,μιας και δεν είναι άσχημος ο δρόμος μέχρι την μεγάλη εκκλησία, δηλαδή το Μαρτύριο, φθάνουν λοιπόν την Δευτέρα ώρα της νύχτας περίπου, γιατί προχωρούν αργά, για χάρη του λαού…Ανοίγουν τις μεγάλες πύλες που οδηγούν στην αγορά και όλος ο λαός με τον επίσκοπο μπαίνει στο Μαρτύριο ψάλλοντας ύμνους. Μόλις μπουν στην εκκλησία λένε ύμνους ,κάνουν μια προσευχή ευλογούν τους κατηχουμένους και έπειτα τους πιστούς. Ξαναφεύγουν από εδώ ψάλλοντας ύμνους για να πάνε στην Ανάσταση. Πάλι όταν φτάσουν στην Ανάσταση, λένε ύμνους και αντίφωνα, κάνουν μια προσευχή, ευλογούν τους κατηχουμένους κι έπειτα τους πιστούς. Ξαναφεύγοντας από εκεί όλος ο χριστιανικός λαός ανεξαιρέτως, ψάλλοντας ύμνους οδηγεί τον επίσκοπο μέχρι την Σιών. Φθάνοντας εκεί κάνουν αναγνώσεις σε περικοπές που έχουν εκλέξει, λένε ψαλμούς και αντίφωνα, κάνουν μια προσευχή, ευλογούν τους κατηχουμένους και τους πιστούς και γίνεται απόλυση».

 

Οι Αποστολικές διαταγές για την εορτή της Πεντηκοστής

Στις Αποστολικές Διαταγές διαβάζουμε : « Μετά δε δέκα ημέρας της

αναλήψεως, ήτις από της πρώτης Κυριακής πεντηκοστή γίνεται, εορτή μεγάληυμίν έστω.…», γιατί την ημέρα αυτή, την τρίτη ώρα, μας έστειλε ο Κύριος τηδωρεά του Αγίου Πνεύματος και γεμίσαμε με τη χάρη του. Και σε άλλοσημείο׃ « Μετά ουν το εορτάσαι υμάς την Πεντηκοστήν εορτάσατε μίανεβδομάδα….» . Και αλλού : « Την Πεντηκοστήν αργείτωσαν διά την

παρουσίαν του Αγίου Πνεύματος την δωρηθείσαν τοις πιστεύσασιν εις

Χριστόν» . Από τις αναφορές αυτές φαίνεται η ιδιαιτερότητα των ημερών αυτών, κατά τις οποίες ολοκληρωνόταν η αναστάσιμη εορταστική περίοδος.

Από τις ευχές που αναπέμπονταν κατά τον 4ο αιώνα, δεν έχει

περισωθεί μέχρι σήμερα κανένα κείμενο. Ο π. Θ. Κουμαριανός γράφει ότι δεν αποκλείεται κάποια ευχή από αυτές που βλέπουμε από τον 8ο αιώνα

καταγεγραμμένες στα χειρόγραφα Ευχολόγια, να προέρχεται από εκείνες τις αρχαίες ευχές. Και πιθανότατα η πρώτη ευχή της γονυκλισίας, η οποία είναι και η πρώτη που βλέπουμε καταγεγραμμένη από τον 8ο αι., να προέρχεται από εκείνη την εποχή .

Την ημέρα της Πεντηκοστής, εορτάζεται η κάθοδος του Αγίου

Πνεύματος και η Εκκλησία εορτάζει τη γέννησή της, δηλαδή τη γενέθλια

ημέρα της και το μυστήριο της ίδιας της ζωής της. Γιατί η Εκκλησία του

Χριστού δεν έζησε σε μία μόνο χρονική στιγμή κατά το μακάριο εκείνο έτοςκαι την ιστορική εκείνη ημέρα, που « επλήσθησαν» οι μαθηταί « ΠνεύματοςΑγίου». Αλλά το ζει καθημερινά, σε κάθε στιγμή του χρόνου, από εκείνη την ημέρα μέχρι της συντελείας του αιώνος .