Η θεολογία της Υπαπαντής.(απόσπασμα)

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ

Ο Χριστός ως ¨Σημείον αντιλεγόμενον¨

Ένα καίριο σημείο το οποίο αναπτύσσεται από τους ερμηνευτές πατέρες και τους συγγραφείς των εορταστικών λόγων στην Υπαπαντή είναι η αναφορά του πρεσβύτη Συμεών στον Ιησού ως «σημείον αντιλεγόμενον». Πράγματι, ο Χριστός είναι το Πρόσωπο εκείνο, το οποίο χώρισε στα δύο την ανθρώπινη ιστορία. Είναι σημείο αντιλεγόμενο ο ίδιος, οι εντολές Του και οι λόγοι Του. Κάποιοι Τον δέχονται και κάποιοι άλλοι Τον απορρίπτουν. Ο Σταυρός του Χριστού, που για την Παναγία υπήρξε ρομφαία που διαπέρασε την καρδιά της, θα είναι πάντοτε η αιτία της αποκάλυψης των ανθρώπινων λογισμών. Οι πάν-τες και τα πάντα θα υποταχθούν μελλοντικά στον Εσταυρωμένο και Αναστη-μένο Χριστό376.

Ο Δαμασκηνός ο Στουδίτης, ερμηνεύοντας τη φράση «αποκάλυψις των διαλογισμών» γράφει ότι μετά τη Σταύρωση και τα θεία πάθη, θα φανεί ποιοι συντάσσονται με το Χριστό και ποιοι με τους διώκτες του. Αυτό σημαίνει ότι μόνο όταν σταυρωθεί, κριθεί και τέλος θανατωθεί ο Υιός του Θεού, τότε θα αποκαλυφθεί ποιοι είναι μαζί Του και ποιοι μαζί με τους πολεμίους του Προσώπου του ως του μόνου αληθινού Θεού.

Πάντοτε υπήρξαν αντιφατικές οι κρίσεις των ανθρώπων για το Πρόσωπό Του. Ορισμένοι πίστεψαν ότι είναι ο αληθινός Υιός και Λόγος του Θεού και συγκεκριμένα ο σαρκωμένος Υιός. Πίστεψαν πως ήρθε στη γη για να σώσει τον κόσμο από την αμαρτία, αλλά κάποιοι άλλοι δεν θέλησαν να τον δεχθούν ως σωτήρα. Ο Χριστός πολεμήθηκε μάλιστα έντονα από τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους. Αυτή η αντιφατική συμπεριφορά των ανθρώπων προς το Πρόσωπό Του ήταν αναμενόμενη. Ο δίκαιος Συμεών είχε προφητεύσει ότι θα είναι: «σημείον αντιλεγόμενον».

Κατά τον καιρό της σταύρωσης πάρα πολλοί άνθρωποι σκανδαλίστηκαν. Πρώτοι από όλους ήταν οι ίδιοι του οι μαθητές, οι οποίοι τρόμαξαν κατά τη σύλληψή Του και κρύφτηκαν από το φόβο τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα  είναι η μορφή του Ιούδα, που ήταν ένας από τους μαθητές Του, αλλά παρ’ όλα αυτά Τον πρόδωσε και έγινε το πρόσωπο εκείνο που συνέβαλε καθοριστικά στο σταυρικό θάνατό Του. Ο Απόστολος Πέτρος τον αρνήθηκε επίσης τρεις φορές, ενώ πριν τη σύλληψή Του έλεγε ότι ήθελε να πεθάνει μαζί Του. Οι Εβραίοι, που δεν γνώριζαν ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού Τον ράπιζαν λέγοντας προς Αυτόν: «Προφήτευσον ημίν, Χριστέ, τις έστιν, ο παίσας σε;»

Επίσης πάνω στο σταυρό ο ένας ληστής του φώναζε: «Τους άλλους τους έσωσες από το κακό και τον εαυτό σου δεν μπορείς να σώσεις;». Ενώ ο άλλος ληστής, που ήταν αμαρτωλός και ξένος του Θεού ήθελε να γίνει κληρονόμος της Βασιλείας του Υιού λέγοντας μόνο: «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου.» Τότε λοιπόν, αποκαλύφθηκε ο λογισμός του καθένα.

Η ρήση λοιπόν του δίκαιου Συμεών για τον Χριστό ως «σημείον αντιλεγόμενον» σχετίζεται άμεσα με αυτό που ο Απόστολος Παύλος τόνισε σχετικά με το κήρυγμα του σταυρωθέντος Χριστού· ότι είναι «δύναμις του Θεού» για τους πιστούς και σκάνδαλο και μωρία για τους άπιστους. Ο Εσταυρωμένος δεν είναι μόνο «Θεού δύναμις» για όλα τα πιστά μέλη της Εκκλησίας που έχουν κληθεί από τον ίδιο το Θεό, αλλά είναι και «Θεού σοφία». Διότι «Ούτος εστίν αληθώς ο Σωτήρ του κόσμου ο Χριστός.»

 

Η φράση: ¨Το δε παιδίον ηύξανε… και χάρις Θεού ην επ’ αυτό¨

Ο Χριστός μπορεί να ήταν νήπιο όταν αφιερώθηκε στο Ναό, αλλά ήταν ταυτόχρονα «προ αιώνων Θεός» και γι’ αυτό ήταν σοφότερος από κάθε άλλον. Ήταν εμπλουτισμένος με το πλήρωμα της σοφίας και της γνώσης. Πάντως, παρ’ όλο που ήταν παιδί, εν τούτοις ήταν Θεός, έχοντας ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητας σωματικώς και όλη την ανθρώπινη σοφία και γνώση. Η φράση αυτή, που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Λουκά, μας δίνει την αφορμή για να πούμε, ότι ο Χριστός, όπως άλλωστε έλεγε και ο ίδιος, τονίζοντας, «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» και «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή», είναι η ίδια η σοφία και ο Λόγος του Θεού. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο απόστολος Παύλος, που είχε πει το εξής: «εν Χριστώ Ιησού, ος εγενήθη ημίν σοφία από Θεού.» Εδώ τίθεται το ερώτημα: Αφού ήταν τέλειος πως ήταν δυνατόν να αυξάνεται και να ενδυναμώνεται πνευματικά; Πάνω σε αυτό στηρίχθηκαν μάλιστα οι μεγάλες χριστολογικές και τριαδολογικές αιρέσεις (π.χ. του Αρείου) που αμφισβητούσαν τη θεότητα του Χριστού. Ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, αλλά επειδή έγινε και άνθρωπος με σάρκα έπρεπε να αναπτύσσεται και ως άνθρωπος. Εάν δεν γινόταν αυτό οι αιρετικοί θα είχαν αφορμή για να λένε ότι δεν έγινε ποτέ άνθρωπος στ’ αλήθεια, αλλά στη φαντασία.

Ο Ευαγγελιστής, λοιπόν, δεν κάνει λάθος με αυτή του τη φράση γιατί στ’ αλήθεια το παιδί μεγάλωνε σαν άνθρωπος και όχι σαν Θεός. Η Θεότητα δεν αυξάνεται και δεν ελαττώνεται. Σοφία λέγεται η θεία σοφία και όχι η ευτελής των ανθρώπων. Ο Χριστός την είχε έμψυχη και δε χρειάζονταν τη γνώση των ανθρώπων επειδή Εκείνος είναι η αυτοσοφία.

ΠΗΓΗ.. ΦΩΤΕΙΝΗ Γ. ΧΑΜΑΛΑΚΗ-Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ.Α.Π.Θ 2010

Advertisements

Αφιέρωμα στην εορτή των Θεοφανείων

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ: Η βάπτιση του Ιησού και η σημασία της: Μετά την προσέγγιση του γεγονότος της γνωριμίας και συνάντησης Ιησού και Ιωάννη είναι ανάγκη για μια ευρύτερη διερεύνηση και της βάπτισης του Ιησού από τον Βαπτιστή. Το βάπτισμα του Ιωάννη μπορεί να Θεωρηθεί ως ένα βάπτισμα μετανοίας, για την ουσιαστική ένταξη κάποιου στον πιστό λαό του Θεού, τον αληθινό Ισραήλ.

Με το βάπτισμα πραγματοποιόταν ένα είδος κάθαρσης για την πραγματική ενσωμάτωση στην κοινότητα των αληθινών «τέκνων Αβραάμ» (Ματθ. 3,9· 7ωάν. 8,33 εξ. Ρωμ. 4,12). Γι’ αυτό και η πρόσκληση προς μετάνοια πριν από τη βάπτιση απευθυνόταν από τον Ιωάννη όχι μόνο προς τους αμαρτωλούς ή τους προσήλυτους στην ιουδαϊκή κοινότητα και πίστη, αλλά και προς όλους εκείνους που επιθυμούσαν ν’ ανήκουν στους προσδοκώντες τη Βασιλεία του Θεού. Επρόκειτο για ένα βάπτισμα μοναδικό, που δεν το συναντούμε στο ιουδαϊκό τελετουργικό τυπικό, και που ετελείτο αποκλειστικά και μόνο από τον Ιωάννη στα νερά του πόταμου Ιορδάνη και στην περιοχή της έρημου, όπου και το κήρυγμα μετανοίας. «Ονομάζεται «βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών» (Μάρκ. 1,4).

Το βάπτισμα αυτό προϋποθέτει, ασφαλώς, την εξομολόγηση των αμαρτιών και την οριστική απόφαση για ουσιαστική μεταστροφή, όχι μόνο στην καθημερινή πράξη αλλά και στην καθόλου στάση έναντι των μεγάλων προβλημάτων της ζωής (βλ. Ματθ. 3,6 εξ.). Το βάπτισμα ύδατος του Ιωάννη είχε και θεωρητικό, συμβολικό χαρακτήρα. Συμβόλιζε την ηθική καθαρότητα και αγνότητα του ανθρώπου. Στη θεολογική δε γλώσσα εθεωρείτο αναγκαίο και για την προπαρασκευή του ανθρώπου εν όψει του εσχατολογικού βαπτίσματος. Το επικείμενο μεσσιανικό βάπτισμα «εν πνεύματι και πυρί» της νέας εποχής, έρχεται ως συνέχεια και προϋποθέτει πάντοτε το βάπτισμα ύδατος του Ιωάννη (Ματ. 3,11- Πράξ. 1,5• 11,16).

Η σημασία της βάπτισης του Ιησού

Η βάπτιση του Ιησού, τώρα, από τον Ιωάννη θεωρείται ως ένα πολύ σημαντικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον γεγονός για την ευαγγελική ιστορία και παράδοση. Είναι ένα γεγονός που επισημοποιεί, θα λέγαμε, τη δημόσια αναγνώριση και ύψωση του Ιησού στη μεσσιανική ιδιότητά του. Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές περιγράφουν το γεγονός αυτό σε έκταση και με ιδιαίτερη σπουδή και το αναφέρουν όλοι πριν από τη δημόσια δράση του Ιησού, κατά τρόπο πολύ αποκαλυπτικό. Θεωρείται δε ιδιαίτερα χαρακτηριστική στο σημείο αυτό η σύγκλιση που παρατηρείται και στις δύο παραδόσεις, τη συνοπτική και την ιωάννεια, για την παρουσίαση και προβολή του Ιησού ως του μοναδικού και «αγαπητού» Υιού του Θεού η οποία γίνεται διά μέσου της βάπτισης και της θεοφάνειας. Ευγλωττότερος στην περιγραφή και στην έκθεση των λεπτομερειών της όλης σκηνής είναι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, (Ματθ. 3,13-17). Οι παρατηρούμενες διαφορές στις ευαγγελικές αυτές διηγήσεις είναι ελάχιστες και στρέφονται κυρίως γύρω από την επισήμανση του χρόνου της εμφάνισης του «πνεύματος του Θεού ωσεί περιστερά» (Ματθ. 3,16) και της ακριβούς στιγμής της επίσημης καθιέρωσης του Ιησού στη μεσσιανική αποστολή του.

Κατά τον Ματθαίο, ο Ιησούς έρχεται από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη ποταμό με μοναδικό σκοπό τη συνάντηση του Ιωάννη ώστε «βαπτισθήναι υπ’ αυτού». Με την ενέργειά του αυτή ο Ιησούς θέλει να φανερώσει εκτός των άλλων και ότι με δική του προσωπική θέληση και απόφαση έρχεται και υποτάσσεται στο θέλημα του Πατρός και ταπεινά μετέχει στα ανθρώπινα. Αν και κατά τη διαβεβαίωση του Βαπτιστή, ο Ιησούς δεν είχε «χρείαν» ούτε για

βάπτισμα, ούτε πολύ περισσότερο για άφεση αμαρτιών, αφού ήταν αναμάρτητος, εντούτοις προσέρχεται «του βαπτισθήναι υπ’ αυτού» και του «πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3,13-15). Χρονικά το γεγονός αυτό της βάπτισης θα πρέπει να έγινε κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 28 μ.Χ. και κατ’ άλλους αρκετά ενωρίτερα.

Η όλη περιγραφή της συνάντησης Ιησού και Ιωάννη δεν αφήνει περιθώρια για τη δημιουργία της εντύπωσης, ότι οι δύο άνδρες ήσαν εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους και ότι δεν θα είχαν προηγηθεί κάποια άλλη ή πολλές άλλες συναντήσεις πριν από αυτή της βάπτισης. Αντίθετα, μάλιστα, με την εμφάνιση του Ιησού μπροστά στον Ιωάννη και στο σημείο ακριβώς εκείνο του ποταμού όπου εβάπτιζε τους προσερχόμενους μετανοούντες, βλέπουμε τον Βαπτιστή ν’ αντιδρά έντονα στη θέα του Ερχόμενου και στη διάθεσή του να δεχθεί «βάπτισμα μετανοίας». Η όλη σκηνή φανερώνει μάλλον δύο πολύ γνώριμους μεταξύ τους άνδρες, που ενώ ο ένας επιμένει στο σκοπό της άφιξής του, ο άλλος αντιδρά, διότι «γνωρίζει» καλά τον προσερχόμενο και λέει: «εγώ χρείαν έχω υπό σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;» (Ματθ. 3,Κι). Αλλά όπως αποκαλύπτει ο Ιησούς, «ούτως γαρ πρέπον εστίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην». Έτσι ο Ιωάννης πειθαρχεί και υποτάσσεται στο «πρέπον» της θείας Οικονομίας και «αναγκάζεται» να βαπτίσει το νέο Ραββί, χωρίς ασφαλώς τη διαδικασία της εξομολόγησης των αμαρτιών, όπως συνέβαινε με όλους τους άλλους. Ο Ιησούς εισέρχεται στα νερά του Ιορδάνη, βαπτίζεται και «ο βαπτισθείς ευθύς ανέβη από του ύδατος», χωρίς καμία άλλη ενέργεια ή πράξη (Μχτθ. 3,16).

Αυτό το «ευθύς ανέβη» της περίπτωσης του Ιησού κατά τον Ματθαίο είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό και μοναδικό, γιατί όπως ξέρουμε σε όλες τις άλλες περιπτώσεις βαπτίσεων παρουσιαζόταν μεγάλη καθυστέρηση και χρονοτριβή, αφού είχαμε εκτεταμένη αναφορά στη ζωή του βαπτιζομένου και σχετική «δημόσια» εξομολόγηση. Αυτό το «ευθύς ανέβη» υπογραμμίζεται με έμφαση και από την ιδιαίτερα περιληπτική διήγηση του αρχαιότερου των Ευαγγελίων, εκείνου του Μάρκου (1,10). Και τούτο, γιατί η εξομολόγηση των αμαρτιών γινόταν κατά τη διάρκεια της παραμονής του υποψηφίου εντός του ύδατος, είτε αμέσως με την είσοδό του στον Ιορδάνη είτε κατά την «τελετή» της βάπτισης. Για τον Ιησού υπογραμμίζεται από όλη την ευαγγελική παράδοση, ότι με την είσοδό του στα νερά του ποταμού «ευθύς ανέβη από του ύδατος» (Ματθ. 3, 16) ή «ευθύς αναβαίνων εκ του ύδατος…» (Ματθ. 1,10), για να γίνει σαφής διαστολή από όλες τις άλλες βαπτίσεις που έκανε ο Ιωάννης προς «άπαντα τον λαόν» (Λουκ. 3,21).

Βέβαια αυτό δεν σημαίνει πως το βάπτισμα του Ιησού δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που αποκαλούμε «άφεσιν των αμαρτιών». Δεν έχουμε πράξη εξομολόγησης, γιατί δεν έχουμε προσωπικές αμαρτίες, αλλά το βάπτισμα του Ιησού έχει μεγάλη σχέση με τη σωτηρία του κόσμου και βαθύτατη σημασία για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Ο Ιησούς ήταν αναμάρτητος αλλ’ έγινε «αμνός του Θεού» που πήρε επάνω του όλες τις αμαρτίες των ανθρώπων (Ιωαν. 1,29• 1,36). Έτσι το βάπτισμα του Ιορδάνη «προτυπώνει» και προαναγγέλλει το άλλο «βάπτισμα» του Ιησού, το θυσιαστικό του θανάτου του πάνω στο σταυρό (Μαρκ. 10,38• Λουκ. 12,50), όπου κατ’ ουσιαστικό τρόπο πραγματοποιήθηκε όχι μόνο η «άφεσις των αμαρτιών ημών» αλλά και η λύτρωση του κόσμου. Η δημόσια δράση και ζωή του Ιησού, βλέπουμε ότι πλαισιώνεται μεταξύ δύο ειδών βαπτίσματος, του πρώτου «ύδατι» και του δευτέρου «πυρί», δηλαδή μεταξύ ταπείνωσης, θυσίας και μαρτυρίου.

Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής παρουσιάζεται από τις ευαγγελικές περικοπές ωσάν να εγνώριζε καλά τον Ιησού από προηγούμενες συναντήσεις τους, να εκτιμούσε βαθύτατα τον άνδρα, και γι’ αυτό κατά τη στιγμή της προσέλευσής του στον Ιορδάνη αρνείται επίμονα τη βάπτισή του. Και μόνο όταν ο Ιησούς επιμένει και του αποκαλύπτει ότι «πρέπον εστίν», τότε και μόνο υποχωρεί και τον βαπτίζει. Ως εδώ τα πράγματα εξελίσσονται απλά και φυσιολογικά περίπου και υπογραμμίζεται με ιδιαίτερη έμφαση η βαθύτατη εκτίμηση και ο αλληλοσεβασμός που διέκρινε τη σβέση των δυο ανδρών.

Πιθανώς δε να υπονοείται στα κείμενα και κάποιο είδος «πρόγνωσης» που μπορεί να είχε ο Ιωάννης σχετικά με το «ποιός άραγε να είναι αυτός ο ερχόμενος». Αλλά τίποτε περισσότερο και τίποτε ουσιαστικότερο. Όλα βρίσκονται ως εδώ στο επίπεδο της προσωπικής και «προφητικής» του γνώσης και εμπειρίας. Η μεγάλη αποκαλυπτική στιγμή δεν έχει ακόμη φανερωθεί. Η αποφασιστική παρέμβαση του Ουρανού δεν φάνηκε ακόμη να πραγματοποιείται για να υποδείξει και να χρίσει τον Εκλεκτό. Μέσα σ’ αυτή την «αναμονή» και μόνο μετά το τέλος της σύντομης και «τυπικής» διαδικασίας της βάπτισης του Ιησού, έχουμε το «άνοιγμα» του Ουρανού και την «κάθοδο» του αποκαλυπτικού «σημείου» της θεοφάνειας (Ματθ. 3,16· Μαρκ. 1,10).

(Γεωργίου Π. Πατρώνου, «Η ιστορική πορεία του Ιησού», εκδ. Δόμος, σ. 241-245)

___________

Εις τα Άγια Φώτα (Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου)

Πάλιν ο Ιησούς μου, και πάλι μυστήριο. Μυστήριο δε που δεν είναι ούτε ψεύτικο ούτε άπρεπες, ούτε προέρχεται από την ειδωλολατρική πλάνη και τη μέθη (διότι εγώ έτσι αποκαλώ τα της λατρείας τους και νομίζω ότι αυτό κάνει και κάθε λογικός άνθρωπος), αλλά είναι μυστήριο και θείο και υψηλό και δημιουργεί λαμπρότητα. Διότι η αγία ημέρα των Φώτων, στην οποίαν έχουμε φθάσει και την οποίαν έχουμε αξιωθεί να εορτάσουμε σήμερα, έχει μεν ως αρχή το βάπτισμα του Χριστού μου, του αληθινού φωτός «το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο ο οποίος έρχεται στον κόσμον», πραγματοποιεί δε τον καθαρισμό μου και βοηθεί το φως που έχουμε λάβει από τον Θεό κατά τη δημιουργία και το έχουμε κάνει να σκοτεινιάσει και να αδυνατίσει.

Ακούστε λοιπόν τη φωνή του Θεού, η οποία σ’ εμένα μεν, τον οπαδό και τον εξηγητή των τέτοιων πραγμάτων, ακούγεται πολύ δυνατά, μακάρι δε να ακουσθεί και σε σας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» και γι’ αυτό το λόγο «πλησιάστε τον και πάρετε φως, και τα πρόσωπά σας δεν θα σκιασθούν από ντροπή», επειδή έχουν την σφραγίδα του αληθινού φωτός. Να, ευκαιρία αναγεννήσεως· ας γίνουμε ουράνιοι. Να, καιρός αναδημιουργίας· ας ξαναβρούμε τον πρώτο Αδάμ. Να μην μείνουμε εκείνο που είμαστε, αλλά να γίνουμε εκείνο που κάποτε είμαστε. «Το φως φωτίζει μέσα στο σκοτάδι με την παρούσα ζωή και τη σάρκα. Και το καταδιώκει μεν, αλλά δεν κατορθώνει να το εξουδετερώσει το σκοτάδι, η εχθρική δηλαδή δύναμη, η οποία επιτίθεται μεν από θρασύτητα σ’ εκείνον που μοιάζει στον Αδάμ, αλλά πέφτει επάνω στο Θεό και νικιέται, για να ρίχνουμε από πάνω μας το σκοτάδι και να πλησιάζουμε στο φως και να γινόμαστε τέλειο φως, παιδιά τελείου φωτός. Βλέπετε την ωραιότητα της ημέρας; Βλέπετε τη δύναμη του μυστηρίου; Δεν έχετε υψωθεί από τη γη; Δεν ανεβήκατε πιο πάνω, βοηθούμενοι από τη δική μου φωνή και τους λόγους μου; Θα τοποθετηθείτε δε ακόμη υψηλότερα όταν θα βοηθήσει ο Λόγος το δικό μου λόγο. […]

Ο Ιωάννης όμως βαπτίζει και έρχεται να βαπτισθεί ο Ιησούς, για να αγιάσει μεν ενδεχομένως και τον βαπτιστή, όπως είναι δε καταφανές, για να θάψει μέσα στο νερό όλον τον παλαιό Αδάμ και να αγιάσει πριν απ’ αυτούς και για χάρη τους τον Ιορδάνη. Όπως δε ο ίδιος ήταν Πνεύμα και σάρκα, έτσι δίνει την πνευματική ολοκλήρωση με Πνεύμα και νερό. Ο βαπτιστής δεν δέχεται και ο Ιησούς αγωνίζεται (να τον πείσει). «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτι¬σθώ από σένα» λέει το λυχνάρι στον Ήλιο, η φωνή στο Λόγο, ο φίλος στον Νυμφίο, ο ανώτερος από κάθε άλλο γέννημα γυναίκας στον Πρωτότοκο ολόκληρης της δημιουργίας, εκείνος που σκίρτησε ενώ βρισκόταν μέσα στην κοιλιά σ’ εκείνον που προσκυνήθηκε μέσα στην κοιλιά, εκείνος που προέτρεξε και ο οποίος θα προστρέξει σ’ εκείνον που φάνηκε και θα φανεί. «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα» – πρόσθεσε και «δι’ εσέ» (διότι γνώριζε ότι επρόκειτο να βαπισθεί με το μαρτύριο) ή, όπως ο Πέτρος, το ότι θα καθαρίσεις όχι μόνον τα πόδια — «και συ έρχεσαι προς εμέ;». Και τούτο είναι προφητικό. Διότι γνώριζε ότι όπως μετά τον Ηρώδη επρόκειτο να καταληφθεί από μανία ο Πιλάτος, έτσι και μετά απ’ αυτόν, ο οποίος θα έφευγε προηγουμένως, θα ακολουθούσε ο Ιησούς. Τί δε λέει ο Ιησούς; «Άφησε τώρα τις αντιρρήσεις», διότι αυτό απαιτούσε το θείο σχέδιο. Διότι γνώριζε ότι μετά από λίγο επρόκειτο να βαπτίσει αυτός τον βαπτιστή. Τί δε είναι το φτυάρι; Η κάθαρση. Τί είναι δε το πυρ; Το κάψιμο κάθε ανόητου πράγματος και η αναζωπύρωση του πνεύματος. Τί είναι δε η αξίνα; Το κόψιμο της ψυχής, η οποία, αφού έχει γεμίσει με ακαθαρσίες, έχει καταστεί αθεράπευτη. Τί είναι δε το μαχαίρι; Η τομή την οποία κάνει ο Λόγος και η οποία ξεχωρίζει το κακό από το καλό και τον πιστό από τον άπιστο και η οποία κάνει τον υιό και τη θυγατέρα και την νύμφη να επαναστατούν κατά του πατέρα και της μητέρας και της πεθεράς, και τα νέα και πρόσφατα (να επαναστατούν) κατά των παλαιών τα οποία είναι σκιώδη. Τί είναι δε το κορδόνι του υποδήματος, που δε μπορείς να λύσεις συ που βαπτίζεις τον Ιησού, που έζησες στην έρημο με νηστεία, ο νέος Ηλίας, ο οποίος είσαι κάτι ανώτερο και από προφήτη, αφού είδες και εκείνον που είχες προφητεύσει και που συνδέεις την Πάλαια με την Καινή Διαθήκη; Τί είναι αυτό; Ενδεχομένως ο λόγος για την έλευση στη γη και περί της σαρκός, του οποίου και το ελάχιστο ακόμη τμήμα είναι αδύνατο να γίνει κατανοητό, όχι μόνον σ’ εκείνους οι οποίοι έχουν ακόμη σαρκικό φρόνημα και είναι ακόμη νήπια στο Χριστιανισμό, αλλά και σ’ εκείνους οι οποίοι διαθέτουν το Πνεύμα του Ιωάννη.

Αλλά και ανεβαίνει από το νερό ο Ιησούς. Ανεβάζει δε μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζονται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει για τον εαυτό του και για τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με τη φλογίνη ρομφαία τον παράδεισο. Και το Πνεύμα μαρτυρεί τη Θεότητα (διότι το όμοιο σπεύδει προς το όμοιο) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προερχόταν εκείνος για τον οποίον διδόταν η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε σαν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με τη θέωση, όταν αυτή θεωρείται από την πλευρά του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρει την ευχάριστη αγγελία της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι. Εάν δε κρίνεις την θεότητα με όγκους και με σταθμά, και για τον λόγο αυτόν σου φαίνεται μικρό το Πνεύμα, επειδή παρουσιάζεται με μορφή περιστεριού, ω ανόητε και μικρόψυχε για τα πιο μεγάλα, είναι καιρός να δυσφημίσεις και τη βασιλεία των ουρανών, επειδή παρομοιάζεται με ένα σπειρί από σινάπι, και να υπερυψώνεις το διάβολο Πιο πολύ από την μεγαλειότητα του Ιησού, επειδή αυτός μεν ονομάζεται βουνό μεγάλο και Λεβιάθαν και βασιλεύς όσων βρίσκονται στα νερά, ενώ ο Ιησούς ονομάζεται «αρνίον και μαργαρίτης και σταγών» και άλλα παρόμοια,

Επειδή δε σήμερα πανηγυρίζουμε το βάπτισμα και πρέπει να κακοπαθήσουμε λίγο για χάρη εκείνου ο οποίος για χάρη μας έγινε όπως εμείς και βαπτίσθηκε και σταυρώθηκε, ας εξετάσουμε φιλοσοφικά κάτι σχετικό με την διαφορά των Βαπτισμάτων, για να φύγουμε απ’ εδώ καθαρισμένοι. Ο Μωϋσής βάπτισε, αλλά βάπτισε στο νερό και πριν απ’ αυτό στη νεφέλη και στη θάλασσα. Αυτό δε αποτελούσε σύμβολο, όπως πιστεύει και ο Παύλος. Η θάλασσα του νερού, η νεφέλη του Πνεύματος, το μάννα του άρτου της ζωής, και το νερό, που έπιναν, του ουρανίου ποτού. Και ο Ιωάννης βάπτισε, αλλά όχι τελείως ιουδαϊκά, επειδή δεν βάπτισε μόνο στο νερό αλλά και στη μετάνοια. Όχι όμως και ολότελα πνευματικά, επειδή δεν προσθέτει και το «εις το Πνεύμα». Βαπτίζει και ο Ιησούς, αλλά στο Πνεύμα. Αυτό είναι η τελειότητα. Και πώς δεν είναι Θεός, για να γίνω και λίγο παράτολμος, εκείνος από τον οποίον θα γίνεις και συ Θεός; Γνωρίζω και τέταρτο βάπτισμα, το βάπτισμα του μαρτυρίου και του αίματος, στο οποίο βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Χριστός, και που είναι πολύ πιο αξιοσέβαστο από το άλλα, γιατί δεν μολύνεται από μεταγενέστερα αμαρτήματα. Γνωρίζω και πέμπτο ακόμη, το βάπτισμα των δακρύων, που είναι ακόμη πιο επίπονο, όπως «εκείνος ο οποίος βρέχει κάθε. νύκτα το κρεββάτι και το στρώμα του με δάκρυα», που «οι πληγές της κακίας μυρίζουν άσχημα και έχουν σαπίσει», που «πενθεί και βαδίζει με σκυμμένο κεφάλι» και που μιμείται την επιστροφή του Μανασσή και την ταπείνωση των κατοίκων της Νινευΐ, η οποία τους εξασφάλισε τη συγχώρηση·, ο οποίος, ακόμη, λέει αυτά που είπε ο τελώνης στο ναό και κέρδισε τη συγχώρηση αντί για τον καυχησιάρη φαρισαίο, και ο οποίος σκύβει με ταπείνωση, όπως η Χαναναία, και ζητά να τον ευσπλαγχνισθούν και να του δώσουν ως τροφή ψίχουλα, την τροφή δηλαδή που τρώει ο σκύλος όταν είναι πολύ πεινασμένος.

18. Εγώ λοιπόν (επειδή ομολογώ ότι ο άνθρωπος είναι ζώο που αλλάζει εύκολα και μεταβάλλεται η φύση του) και αυτό το δέχομαι με προθυμία, και προσκυνώ εκείνον που το έδωσε, και το δίνω και στους άλλους, και προσφέρω φιλανθρωπία έναντι της φιλανθρωπίας η οποία μου προσφέρεται. Διότι γνωρίζω ότι και εγώ είμαι άνθρωπος αδύνατος, και ότι με οποίο μέτρο θα κρίνω με το ίδιο θα κριθώ. Συ δε τί λες και τί νόμους βγάζεις, ω νέε φαρισαίε, ό οποίος είσαι καθαρός μεν ως προς το όνομα αλλά όχι και ως προς την ψυχική διάθεση, και που, ενώ είσαι το ίδιο αδύνατος με τους άλλους, διακηρύσσεις με έπαρση τις δοξασίας του Νοβάτου; Δεν δέχεσαι τη μετάνοια; Δεν συγκινείσαι με τους οδυρμούς; Δεν χύνεις ούτε ένα δάκρυ; Μακάρι να μην συναντήσεις ούτε συ τέτοιο κριτή. Δεν σέβεσαι τη φιλανθρωπία του Ιησού, ο οποίος πήρε τις αδυναμίας μας και σήκωσε τις ασθένειές μας, ο οποίος ήλθε όχι για τους δικαίους, αλλά για να μετανοήσουν οι αμαρτωλοί, ο οποίος «θέλει την ευσπλαχνία περισσότερό από τη θυσία», ο οποίος συγχωρεί τα αμαρτήματα «εβδομηκοντάκις επτά», δηλ. άπειρες φορές; Πόσο αξιομακάριστη θα ήταν η υψηλοφροσύνη σου, αν ήταν καθαρότητα και όχι ανόητη κενοδοξία, που θέτει νόμους ανώτερους από τις δυνάμεις του ανθρώπου και αντικαθιστά την επανόρθωση με την απόγνωση. Διότι το ίδιο κακό είναι και η χωρίς σωφροσύνη συγχώρηση και η χωρίς συγχώρηση καταδίκη. Επειδή η μεν πρώτη αφήνει τελείως ελεύθερα τα χαλινάρια ενώ η δεύτερη προκαλεί απόγνωση με την σκληρότητά της. Δείξε μου την καθαρότητα σου, και τότε θα δεχθώ να υπερηφανεύεσαι. Τώρα όμως φοβούμαι μήπως, ενώ είσαι γεμάτος από πληγές, βάλεις μέσα εκείνο το οποίο παραμένει αθεράπευτο. Ούτε δέχεσαι μετανοημένο τον Δαβίδ, ο οποίος με την μετάνοιά του διατήρησε το προφητικό του χάρισμα1; Ούτε τον Πέτρο τον μεγάλο, ο οποίος έπαθε κάτι ανθρώπινο κατά τη διάρκεια του σωτηρίου πάθους; Ο Ιησούς δε τον δέχθηκε και με την τριπλή ερώτηση και την τριπλή ομολογία θεράπευσε την τριπλή άρνηση. Η δεν δέχεσαι ούτε εκείνον ο οποίος τελειοποιήθηκε με το αίμα του; Και αυτό αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της σκληρότητάς σου. Ούτε εκείνον ο οποίος παρανόμησε στην Κόρινθο; Ο Παύλος δε υπέδειξε ως ποινή την αγάπη, επειδή είδε τη διόρθωση και το αίτιο της διορθώσεως, «για να μη χαθεί εκείνος που είχε αμαρτήσει από την υπερβολική επιτίμηση». Ούτε επιτρέπεις στις νέες χήρες να παντρεύονται, επειδή η ηλικία τους είναι εύκολο να παρεκκλίνει προς την αμαρτία; Αυτό όμως το τόλμησε ο Παύλος, του οποίου συ γίνεσαι διδάσκαλος, σαν να είχες ανεβεί μέχρι τον τέταρτο ουρανό και σε άλλον παράδεισο, σαν να είχες ακούσει πιο απόρρητα πράγματα, και να είχες οδηγήσει στο Ευαγγέλιο μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων.[…]

Εμείς δε ας τιμήσουμε σήμερα το Βάπτισμα του Χριστού και ας το εορτάσουμε σωστά με το να χαιρόμαστε πνευματικά και όχι να περιποιούμαστε την κοιλία μας. Πώς δε θα χαρούμε; «Λουσθείτε για να καθαρισθείτε». Αν μεν είσθε κόκκινοι από την αμαρτία και λιγότερο κόκκινοι από το αίμα, τότε να γίνετε λευκοί όπως το χιόνι. Αν δε είσθε κόκκινοι και άνθρωποι γεμάτοι από αίματα, τότε ας φθάσετε έστω και τη λευκότητα του μαλλιού. Πάντως καθαρισθείτε και φροντίζετε να καθαρίζεστε, επειδή με τίποτε άλλο δεν χαίρεται τόσο πολύ ο Θεός, όσο με τη διόρθωση και τη σωτηρία του ανθρώπου, για χάρη του οποίου έχουν λεχθεί τα πάντα και έχουν δοθεί όλα τα μυστήρια· για να γίνετε φωτεινά αστέρια για τον κόσμο και δύναμη ζωτική για τους άλλους ανθρώπους. Για να παρουσιασθείτε σαν τέλεια φώτα στο μεγάλο φως, και να μυηθείτε στη φωταγωγία που πηγάζει από εκεί, παίρνοντας φως καθαρότερο και δυνατότερο από την Τριάδα, της οποίας σήμερα έχετε υποδεχτεί την μία αυγή από την μία θεότητα, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, στον οποίον ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΘ΄, «Εις τα Άγια Φώτα», ΕΠΕ, τ. 5ος , σ.73-113 –αποσπάσματα.)

Η Διακήρυξη του ουρανού

«Και φωνή εγένετο εκ των ουρανών· Συ ει ο υιός μου ο Αγαπητός, εν σοι ευδόκησα»

(Μαρκ. 1, 11)

Λιτότητα εκφράσεως

Μεγάλο γεγονός με λίγες λέξεις. Το Ευαγγέλιο, που διαβάζεται κατά την τελετή του Αγιασμού των Θεοφανείων, είναι από τα μικρότερα σε έκταση. Μόλις τρεις στίχοι είναι. Και όμως μέσα σ’ αυτούς τους ελάχιστους στίχους κρύβεται όλο το Θεοφανικό μυστήριο. Λιτότητα χαρακτηρίζει τους Ιερούς Ευαγγελιστές στην περιγραφή των μεγάλων γεγονότων της ζωής του Χριστού.

Είναι και η λιτότητα μία απόδειξη της αλήθειας των υπερφυσικών γεγονότων. Αν όσα περιγράφουν οι Ευαγγελιστές για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού δεν ήσαν αδιάψευστα γεγονότα, αλλ’ ήσαν αποκυήματα της φαντασίας, θα προσπαθούσαν να τα στολίσουν με εντυπωσιακές περιγραφές, με κτυπητά επίθετα και με λογοτεχνικά περιδέραια. Αλλά τα γεγονότα της Αγίας Γραφής είναι πραγματικά. Γι’ αυτό με λιτότητα ύφους παριστάνεται η φυσικότητά τους.

Λίγες λέξεις: «Και εβαπτίσθη υπό Ιωάννου εις τον Ιορδάνην». Η λιτότητα και η συντομία της περιγραφής δεν φανερώνει μόνο την αλήθεια των γεγονότων. Φανερώνει και τη λάμψη του γεγονότος. Ακούσατε ποτέ να διαφημίζεται η ανατολή του ηλίου ή η λάμψη του ηλίου; Ο ήλιος δεν χρειάζεται διαφήμιση. Αρκούν τρεις λέξεις: «Ανέτειλε ο ήλιος» – «Ο ήλιος λάμπει»! Η λάμψη του είναι το πιο διαφημιστικό κήρυγμά του. Όταν λάμπουν τα έργα, τί έχουν να προσθέσουν τα πλουμιστά λόγια; Το ίδιο και στον Ιορδάνη. Λάμπει το πιο υπέροχο γεγονός. Είναι το έργο της Θεοφανείας.

Κάθε μία από τις λέξεις του Ευαγγελικού κειμένου είναι και μία παράσταση στο Θεοφανικό σκηνικό. Έναν από τους τρεις στίχους αναφέρω, για να δήτε ότι κάθε λέξη του είναι μία ανεπανάληπτη παρουσίαση στο σκηνικό αυτό: «Και ευθέως αναβαίνων από του ύδατος είδε αχιζομένους τους ουρανούς και το Πνεύμα ως περιστεράν καταβαίνον επ’ αυτόν» (Μάρκ. 1,10).

«Ευθέως». Παριστάνεται η αναμαρτησία του Ιησού Χριστού.

«Σχιζομένους τους ουρανούς». Άνοιξαν τα ουράνια. Αποκαλυπτικό το υπερθέαμα. Μοναδικό σε μεγαλείο!

«Και το Πνεύμα ως περιστεράν». Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στη μορφή του αθώου πτηνού.

Βάπτιση – αποκάλυψη

Με ποιά μάτια βλέπουμε το γεγονός των Θεοφανείων; Με υλικά ή πνευματικά; Αν διαθέτουμε μόνο σωματικά μάτια, θα παρακολουθήσουμε μία απλή βάπτιση. Ένας ανάμεσα στους τόσους που προσέρχονταν στον Ιορδάνη, βαπτίσθηκε από τον Ιωάννη. Αν όμως διαθέτουμε πνευματική όραση, αν η ψυχή μας βλέπει πέρα από τα αισθητά, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η βάπτιση του Ιησού κρύβει μυστήριο πολύμορφο και πολυδιάστατο.

Είναι βάπτιση – ταπείνωσης. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός. Όπως καταδέχθηκε να περιβληθεί την ανθρώπινη φύση, έτσι καταδέχθηκε να περιβληθεί και τα Ιορδάνεια νάματα. Όπως ντύθηκε το ένδυμα της ανθρώπινης φύσεως, έτσι εκδύθηκε τα υλικά του ενδύματα και βαπτίσθηκε. Είναι «ο εν Ιορδάνη υπό Ιωάννου βαπισθήναι καταδεξάμενος…». Εκείνος που δέχθηκε να γεννηθεί από άνθρωπο, την Παρθένο Μαρία, ο ίδιος δέχθηκε να βαπτισθεί από άνθρωπο, τον Παρθένο Ιωάννη. Η βάπτιση είναι μία ακόμη υπαγωγή του Ιησού στις συνθήκες της ανθρώπινης καταστάσεως. Το θείο ντύνεται τις ανθρώπινες συνθήκες, για να ντυθεί το ανθρώπινο τις θεϊκές συνθήκες.

Είναι βάπτιση – φανέρωση. Θεοφάνεια ονομάζεται το γεγονός, διότι φανερώνεται ο Θεός. Εκείνος, που οι άνθρωποι αιώνες πριν δεν μπόρεσαν να τον ανακαλύψουν, αυτός τώρα αποκαλύπτεται μόνος του στον Ιορδάνη, Πρόκειται για τον αληθινό, τον Τριαδικό Θεό. «Η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Ακούμε τη φωνή του Θεού Πατέρα. Βλέπουμε το Πνεύμα το Άγιον «εν είδει περιστε¬ράς». Και προσεγγίζουμε τον Υιό, τον σαρκωμένο Λόγο του Θεού.

Είναι βάπτιση – αυθεντία. Πρόκειται για μία απόλυτη, αξεπέραστη αυθεντία. Είναι η θεϊκή αυθεντία. Οι λεγόμενες ανθρώπινες αυθεντίες, η μία μετά την άλλη, ξεπερνιούνται. Η αυθεντία του Ιορδάνη παραμένει και θα παραμένει. Οι αρχαίοι βασιλείς είχαν σαν αυθεντικό σημάδι, σαν σημάδι γνησιότητας και αναγνωρίσεως, το χρίσμα. Χρίονταν στο κεφάλι από κάποιον προφήτη του Θεού με έλαιο. Και γίνονται χριστοί. Ο Ιησούς είναι ο Βασιλεύς του ουρανού, ο Βασιλεύς των αιώνων. Κανένας δεν κατόρθωσε την εκθρόνισή του μέσα στους είκοσι αιώνες. Κι είναι αιώνιος και απόλυτος Βασιλεύς, γιατί πάνω στο κεφάλι του έχει το χρίσμα του ουρανού. Ο προφήτης Ησαΐας παρουσιάζει το Μεσσία ως Χριστόν Κυρίου να λέγει για το χρίσμα του: «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ού είνεκεν έχρισέ με» (Ησ. 61, 1). Στη βάπτισή του βλέπουμε ακριβώς το επίσημο χρίσμα του Ουρανού πάνω στον Ιησού. Πνεύμα Άγιον και Θεός Πατέρας αναγνωρίζουν, κατά τρόπο αυθεντικό, την θεία υιότητα, την θεία ουσία, την θεία αποστολή του Ιησού.

Η ταυτότητά του

Ιδιαίτερα ας σταματήσουμε στα στοιχεία της ταυτότητος του Ιησού, πως δίνονται κατά τη βάπτισή του. Όλοι έχουμε πάνω μας και μέσα μας δύο ταυτότητες. Η μία είναι η προσωπική μας ταυτότητα. Η άλλη η ταυτότητα του Ιησού Χριστού, Είμαστε ο καθένας με το ατομικό του όνομα, αλλ’ είμαστε και χριστιανοί ορθόδοξοι. Το δεύτερο σημαίνει ότι γνωρίζουμε τα στοιχεία της ταυτότητος του Ιησού και έχουμε ταυτότητα μαζί του. Γνωρίζουμε, δηλαδή, τι ακριβώς είναι ο Ιησούς Χριστός. Αγωνιζόμαστε δε να ταυτιζόμαστε μαζί του, να τον μιμούμαστε, ν’ αποτελούμε αντίγραφα της ζωής του.

Πολύ φοβούμαι, ότι, ενώ τα στοιχεία της πρώτης, της δικής μας ταυτότητας τα γνωρίζουμε και τα αποδίδουμε σωστά, πλαστογραφούμε τα στοιχεία της ταυτότητας του Ιησού. Είμαστε πλαστογράφοι του Ιησού Χριστού, όταν δεν γνωρίζουμε και δεν αναγνωρίζουμε τα αληθινά στοιχεία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Τί είναι ο Ιησούς Χριστός; Ο αρμοδιότερος για τα στοιχεία ενός παιδιού είναι ο πατέρας. Και ο αρμοδιότερος για τα αυθεντικά στοιχεία του Υιού και Λόγου είναι ο Θεός Πατέρας. Η ημέρα των Θεοφανείων μας δίνει την ευκαιρία ν’ ακούσουμε από το στόμα του ίδιου του Θεού Πατέρα τα στοιχεία του μονογενούς του Υιού, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Διψώ να μάθω την αλήθεια για τον Ιησού, θ’ ανατρέξω λοιπόν στην πηγή. Θα ρουφήξω το γάργαρο νερό, που έρχεται απ’ ευθείας από την Πηγή. Και η Πηγή της θείας ουσίας του Ιησού είναι ο ουράνιος Πατέρας. Στον Ιορδάνη ακούγεται η φωνή του Πατέρα. «Και φωνή εγένετο εκ των ουρανών Συ ει ο Υιός μου ο αγαπητός, εν σοι ευδόκησα» (Μάρκ. 1, 11). Πρόκειται για την ιστορική διακήρυξη του Ουρανού.

Τα τρία στοιχεία

Η βεβαίωση του Ουρανού μας δίνει τρία στοιχεία της ταυτότητος του Ιησού.

1. «Ούτος έστιν ο Υιός μου». Είναι ο Υιός μου, λέγει ο Θεός Πατέρας. Ο Χριστός νομιζόταν υιός σαν όλους τους υιούς. Στα μάτια των ανθρώπων φαινόταν άνθρωπος. Στα χαρτιά των Ιουδαίων, νομικά, «ενομίζετο» υιός του Ιωσήφ, Τόσα χρόνια, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, έκρυβε τον εαυτό του και την εξουσιαστική του δύναμη. Και όμως ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας και Λυτρωτής του κόσμου. Ήταν το μοναδικό πρόσωπο της ιστορίας. Ήταν ό Θεάνθρωπος Κύριος.

Το έργο της θείας αποκαλύψεως και του λυτρωτικού Πάθους πλησιάζει. Για να μην αμφιβάλλουν οι άνθρωποι, έχουν ανάγκη κάποιας αυθεντικής σφραγίδας για τη θεία αποστολή του Ιησού. Και η σφραγίδα δίνεται. Ο Θεός πατέρας τον ομολογεί: «Συ ει ο Υιός μου». Είσαι δικός μου Υιός. Δεν είσαι παιδί της γης.

2. «Ο Υιός μου ο αγαπητός». Το επίθετο «αγαπητός» φανερώνει τη σχέση του Πατέρα και του Υιού. Είναι σχέση αγαπητική. Η απόλυτη αγάπη βρίσκεται μόνο ανάμεσα στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αγάπη σημαίνει ενότητα. Και ο Πατέρας με τον Υιό έχουν απόλυτη ενότητα. Στη διακήρυξη τού Πατέρα ήρθε να προστεθεί αργότερα και η διακήρυξη του Υιού: «Εγώ και ο Πατήρ εν έσμεν» (Ιωάν. 10, 30).

«Αγαπητός»! Φανερώνει την ασύλληπτη θυσία, που έκανε ο Θεός για μας. Αυτόν τον αγαπητό Υιό του, τον μονογενή Υιό του, το μονάκριβο παιδί του, το πρόσφερε για τη δική μας σωτηρία. Το να έχεις χίλια ωραία, πολύτιμα και σπουδαία πράγματα, και από αυτά να δώσεις το ένα, δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Το να έχεις ένα και μοναδικό, και να το δώσεις, αυτό έχει άπειρη άξια και φανερώνει αξεπέραστη αγάπη. Ο Θεός ένα Υιό είχε, και τον έδωσε. Γι’ αυτό έχει άπειρες διαστάσεις εκείνο το «ούτω» (τόσο πολύ), που χρησιμοποιεί ο Χριστός μιλώντας για την αγάπη του Θεού: «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμο, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).

«Αγαπητός»! Καθρεπτίζει την αγάπη του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός είναι «ο υιός της αγάπης του Πατρός» (Κολασ. 1,13).

«Αγαπητός»! Υποδεικνύει και τις δικές μας σχέσεις με το Χριστό. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Αγαπητός! Ο Αγαπητός των αγαπητών! Είναι η πρώτη μας αγάπη. Έχει κερδίσει το κέντρο της καρδιάς μας. Τον αγαπάμε γιατί αυτός πρώτος μας αγάπησε. (Α’ Ιωάν. 4, 19). Όποιος δεν αγαπάει το Χριστό, στερείται ευαισθησίας, όπως εκείνος που δεν αρέσκεται στην ευωδία των λουλουδιών.

3.«Εν σοι ευδόκησα». Ο Χριστός είναι η ευδοκία του Πατρός. Όλοι οι άνθρωποι και οι μεγαλύτεροι ακόμη άγιοι, κάποτε δυσαρεστούν το Θεό. Ο μόνος, που ευχαρίστησε απόλυτα, που ευαρέστησε σε όλα το Θεό Πατέρα είναι ο σαρκωμένος Υιός και Λόγος του. Αναπαύεται απόλυτα ο Πατέρας στον Υιό. Αλλά και απόλυτη είναι η ευδοκία του, η αγάπη του, η αγαθή του διάθεση για τον Υιό· η πλήρης αποδοχή της θυσίας του Υιού.

Μοναδική φωνή

«Συ ει ο Υιός μου ο αγαπητός…». Τα λόγια αυτά είναι εισβολή της φωνής του Θεού στον κόσμα· η εισβολή της υπερκοσμιότητας στην εγκοσμιότητα· η εισβολή της αιωνιότητας στη χρονικότητα

Η τραγωδία του άνθρωπου άρχισε με την εισβολή της φωνής του διαβόλου μέσα στον παράδεισο. Μέσα σ’ εκείνον τον ευλογημένο χώρο ακούσθηκε η φωνή της διαστροφής, της διαστρέβλωσης της αλήθειας του Θεού, που παραπλάνησε οικτρά τον άνθρωπο. Η σωτηρία τώρα του ανθρώπου αρχίζει με την εισβολή της φωνής του Θεού μέσα στην κόλαση του παρόντος κόσμου. Η πρώτη φωνή παρενέβαλε τόσα παράσιτα, ώστε ο άνθρωπος δεν ήταν πια ικανός να συλλαμβάνει τους ήχους του ουρανού. Η δεύτερη φωνή διαλύει τα παράσιτα και επανασυνδέει το αυτί του ανθρώπου με το στόμα του Θεού. Αρκεί ο άνθρωπος να έχει «ώτα ακούειν». Η πρώτη φωνή ήταν παραπλανητική. Η δεύτερη είναι οδηγητική. Με την πρώτη φωνή σερβιρίστηκε στους ανθρώπους το δηλητήριο της αμαρτίας και του θανάτου. Με τη δεύτερη φωνή συστήθηκε στους ανθρώπους η σωτηρία και η αιώνια ζωή. Η φωνή του Θεού Πατέρα στο Θεοφανικό γεγονός του Ιορδάνη είναι η σπουδαιότερη φωνή που ακούστηκε ποτέ. Πολλές φωνές ακούστηκαν και ακούγονται. Αλλ’ οι περισσότερες είναι φωνές άπατης, φωνές πλανεύτρας σειρήνας, φωνές σατανικές, δημαγωγικές, ξεμυαλίστρες. Η φωνή των Θεοφανείων είναι η φωνή, ο ήχος, ο κρότος, η καμπάνα, η σάλπιγγα, το μήνυμα, η διακήρυξη του Ουρανού.

Είναι μία φωνή, που ενώ πέρασαν δύο χιλιάδες χρόνια δεν σκεπάσθηκε, δεν ξεχάσθηκε, δεν έσβησε. Αν φωνάξει κάποιος από ένα ψηλό βουνό, θ’ ακουστεί στη συνέχεια ο αντίλαλος της φωνής του από τις απέναντι πλαγιές, αλλά μία, το πολύ δύο ή τρεις φορές. Φώναξε κάποτε ο Θεός από την ψηλότερη κορυφή, από την κορυφή του ουρανού. Κι ο αντίλαλος της φωνής του ακούγεται και θα ακούγεται για πάντα. Η ιστορία είκοσι αιώνων είναι ο αντίλαλος της φωνής του Θεού. Η ιστορία βεβαιώνει την αλήθεια της φωνής του Θεού, ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Η ζωή του Ιησού είναι ο αντίλαλος της διακηρύξεως του Πατέρα.

Αυτή η φωνή πρέπει να κινεί το τύμπανο της πνευματικής μας ακοής, και τις χορδές της καρδιάς μας. Ο κόσμος και οι φωνές του παρέρχονται. Ο Ιησούς Χριστός μένει. Είναι το φως, που φωτίζει όλο τον κόσμο. Είναι ο αγιασμός, που αγιάζει τα σύμπαντα. Ας φωτισθούμε και ας αγιασθούμε με τη χάρη του, όπως αγιάσθηκε ο Ιορδάνης από τη Θεοφανική παρουσία του.

(Αρχ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, «Σημεία Θεοφανείας», σ. 115-121)

pemptousia.gr-www.tilegrafima.gr

Αφιέρωμα στην εορτή των Θεοφανείων

: Η βάπτιση του Ιησού και η σημασία της: Μετά την προσέγγιση του γεγονότος της γνωριμίας και συνάντησης Ιησού και Ιωάννη είναι ανάγκη για μια ευρύτερη διερεύνηση και της βάπτισης του Ιησού από τον Βαπτιστή. Το βάπτισμα του Ιωάννη μπορεί να Θεωρηθεί ως ένα βάπτισμα μετανοίας, για την ουσιαστική ένταξη κάποιου στον πιστό λαό του Θεού, τον αληθινό Ισραήλ.

Με το βάπτισμα πραγματοποιόταν ένα είδος κάθαρσης για την πραγματική ενσωμάτωση στην κοινότητα των αληθινών «τέκνων Αβραάμ» (Ματθ. 3,9· 7ωάν. 8,33 εξ. Ρωμ. 4,12). Γι’ αυτό και η πρόσκληση προς μετάνοια πριν από τη βάπτιση απευθυνόταν από τον Ιωάννη όχι μόνο προς τους αμαρτωλούς ή τους προσήλυτους στην ιουδαϊκή κοινότητα και πίστη, αλλά και προς όλους εκείνους που επιθυμούσαν ν’ ανήκουν στους προσδοκώντες τη Βασιλεία του Θεού. Επρόκειτο για ένα βάπτισμα μοναδικό, που δεν το συναντούμε στο ιουδαϊκό τελετουργικό τυπικό, και που ετελείτο αποκλειστικά και μόνο από τον Ιωάννη στα νερά του πόταμου Ιορδάνη και στην περιοχή της έρημου, όπου και το κήρυγμα μετανοίας. «Ονομάζεται «βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών» (Μάρκ. 1,4).

Το βάπτισμα αυτό προϋποθέτει, ασφαλώς, την εξομολόγηση των αμαρτιών και την οριστική απόφαση για ουσιαστική μεταστροφή, όχι μόνο στην καθημερινή πράξη αλλά και στην καθόλου στάση έναντι των μεγάλων προβλημάτων της ζωής (βλ. Ματθ. 3,6 εξ.). Το βάπτισμα ύδατος του Ιωάννη είχε και θεωρητικό, συμβολικό χαρακτήρα. Συμβόλιζε την ηθική καθαρότητα και αγνότητα του ανθρώπου. Στη θεολογική δε γλώσσα εθεωρείτο αναγκαίο και για την προπαρασκευή του ανθρώπου εν όψει του εσχατολογικού βαπτίσματος. Το επικείμενο μεσσιανικό βάπτισμα «εν πνεύματι και πυρί» της νέας εποχής, έρχεται ως συνέχεια και προϋποθέτει πάντοτε το βάπτισμα ύδατος του Ιωάννη (Ματ. 3,11- Πράξ. 1,5• 11,16).

Η σημασία της βάπτισης του Ιησού

Η βάπτιση του Ιησού, τώρα, από τον Ιωάννη θεωρείται ως ένα πολύ σημαντικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον γεγονός για την ευαγγελική ιστορία και παράδοση. Είναι ένα γεγονός που επισημοποιεί, θα λέγαμε, τη δημόσια αναγνώριση και ύψωση του Ιησού στη μεσσιανική ιδιότητά του. Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές περιγράφουν το γεγονός αυτό σε έκταση και με ιδιαίτερη σπουδή και το αναφέρουν όλοι πριν από τη δημόσια δράση του Ιησού, κατά τρόπο πολύ αποκαλυπτικό. Θεωρείται δε ιδιαίτερα χαρακτηριστική στο σημείο αυτό η σύγκλιση που παρατηρείται και στις δύο παραδόσεις, τη συνοπτική και την ιωάννεια, για την παρουσίαση και προβολή του Ιησού ως του μοναδικού και «αγαπητού» Υιού του Θεού η οποία γίνεται διά μέσου της βάπτισης και της θεοφάνειας. Ευγλωττότερος στην περιγραφή και στην έκθεση των λεπτομερειών της όλης σκηνής είναι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, (Ματθ. 3,13-17). Οι παρατηρούμενες διαφορές στις ευαγγελικές αυτές διηγήσεις είναι ελάχιστες και στρέφονται κυρίως γύρω από την επισήμανση του χρόνου της εμφάνισης του «πνεύματος του Θεού ωσεί περιστερά» (Ματθ. 3,16) και της ακριβούς στιγμής της επίσημης καθιέρωσης του Ιησού στη μεσσιανική αποστολή του.

Κατά τον Ματθαίο, ο Ιησούς έρχεται από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη ποταμό με μοναδικό σκοπό τη συνάντηση του Ιωάννη ώστε «βαπτισθήναι υπ’ αυτού». Με την ενέργειά του αυτή ο Ιησούς θέλει να φανερώσει εκτός των άλλων και ότι με δική του προσωπική θέληση και απόφαση έρχεται και υποτάσσεται στο θέλημα του Πατρός και ταπεινά μετέχει στα ανθρώπινα. Αν και κατά τη διαβεβαίωση του Βαπτιστή, ο Ιησούς δεν είχε «χρείαν» ούτε για

βάπτισμα, ούτε πολύ περισσότερο για άφεση αμαρτιών, αφού ήταν αναμάρτητος, εντούτοις προσέρχεται «του βαπτισθήναι υπ’ αυτού» και του «πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3,13-15). Χρονικά το γεγονός αυτό της βάπτισης θα πρέπει να έγινε κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 28 μ.Χ. και κατ’ άλλους αρκετά ενωρίτερα.

Η όλη περιγραφή της συνάντησης Ιησού και Ιωάννη δεν αφήνει περιθώρια για τη δημιουργία της εντύπωσης, ότι οι δύο άνδρες ήσαν εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους και ότι δεν θα είχαν προηγηθεί κάποια άλλη ή πολλές άλλες συναντήσεις πριν από αυτή της βάπτισης. Αντίθετα, μάλιστα, με την εμφάνιση του Ιησού μπροστά στον Ιωάννη και στο σημείο ακριβώς εκείνο του ποταμού όπου εβάπτιζε τους προσερχόμενους μετανοούντες, βλέπουμε τον Βαπτιστή ν’ αντιδρά έντονα στη θέα του Ερχόμενου και στη διάθεσή του να δεχθεί «βάπτισμα μετανοίας». Η όλη σκηνή φανερώνει μάλλον δύο πολύ γνώριμους μεταξύ τους άνδρες, που ενώ ο ένας επιμένει στο σκοπό της άφιξής του, ο άλλος αντιδρά, διότι «γνωρίζει» καλά τον προσερχόμενο και λέει: «εγώ χρείαν έχω υπό σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;» (Ματθ. 3,Κι). Αλλά όπως αποκαλύπτει ο Ιησούς, «ούτως γαρ πρέπον εστίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην». Έτσι ο Ιωάννης πειθαρχεί και υποτάσσεται στο «πρέπον» της θείας Οικονομίας και «αναγκάζεται» να βαπτίσει το νέο Ραββί, χωρίς ασφαλώς τη διαδικασία της εξομολόγησης των αμαρτιών, όπως συνέβαινε με όλους τους άλλους. Ο Ιησούς εισέρχεται στα νερά του Ιορδάνη, βαπτίζεται και «ο βαπτισθείς ευθύς ανέβη από του ύδατος», χωρίς καμία άλλη ενέργεια ή πράξη (Μχτθ. 3,16).

Αυτό το «ευθύς ανέβη» της περίπτωσης του Ιησού κατά τον Ματθαίο είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό και μοναδικό, γιατί όπως ξέρουμε σε όλες τις άλλες περιπτώσεις βαπτίσεων παρουσιαζόταν μεγάλη καθυστέρηση και χρονοτριβή, αφού είχαμε εκτεταμένη αναφορά στη ζωή του βαπτιζομένου και σχετική «δημόσια» εξομολόγηση. Αυτό το «ευθύς ανέβη» υπογραμμίζεται με έμφαση και από την ιδιαίτερα περιληπτική διήγηση του αρχαιότερου των Ευαγγελίων, εκείνου του Μάρκου (1,10). Και τούτο, γιατί η εξομολόγηση των αμαρτιών γινόταν κατά τη διάρκεια της παραμονής του υποψηφίου εντός του ύδατος, είτε αμέσως με την είσοδό του στον Ιορδάνη είτε κατά την «τελετή» της βάπτισης. Για τον Ιησού υπογραμμίζεται από όλη την ευαγγελική παράδοση, ότι με την είσοδό του στα νερά του ποταμού «ευθύς ανέβη από του ύδατος» (Ματθ. 3, 16) ή «ευθύς αναβαίνων εκ του ύδατος…» (Ματθ. 1,10), για να γίνει σαφής διαστολή από όλες τις άλλες βαπτίσεις που έκανε ο Ιωάννης προς «άπαντα τον λαόν» (Λουκ. 3,21).

Βέβαια αυτό δεν σημαίνει πως το βάπτισμα του Ιησού δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που αποκαλούμε «άφεσιν των αμαρτιών». Δεν έχουμε πράξη εξομολόγησης, γιατί δεν έχουμε προσωπικές αμαρτίες, αλλά το βάπτισμα του Ιησού έχει μεγάλη σχέση με τη σωτηρία του κόσμου και βαθύτατη σημασία για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Ο Ιησούς ήταν αναμάρτητος αλλ’ έγινε «αμνός του Θεού» που πήρε επάνω του όλες τις αμαρτίες των ανθρώπων (Ιωαν. 1,29• 1,36). Έτσι το βάπτισμα του Ιορδάνη «προτυπώνει» και προαναγγέλλει το άλλο «βάπτισμα» του Ιησού, το θυσιαστικό του θανάτου του πάνω στο σταυρό (Μαρκ. 10,38• Λουκ. 12,50), όπου κατ’ ουσιαστικό τρόπο πραγματοποιήθηκε όχι μόνο η «άφεσις των αμαρτιών ημών» αλλά και η λύτρωση του κόσμου. Η δημόσια δράση και ζωή του Ιησού, βλέπουμε ότι πλαισιώνεται μεταξύ δύο ειδών βαπτίσματος, του πρώτου «ύδατι» και του δευτέρου «πυρί», δηλαδή μεταξύ ταπείνωσης, θυσίας και μαρτυρίου.

Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής παρουσιάζεται από τις ευαγγελικές περικοπές ωσάν να εγνώριζε καλά τον Ιησού από προηγούμενες συναντήσεις τους, να εκτιμούσε βαθύτατα τον άνδρα, και γι’ αυτό κατά τη στιγμή της προσέλευσής του στον Ιορδάνη αρνείται επίμονα τη βάπτισή του. Και μόνο όταν ο Ιησούς επιμένει και του αποκαλύπτει ότι «πρέπον εστίν», τότε και μόνο υποχωρεί και τον βαπτίζει. Ως εδώ τα πράγματα εξελίσσονται απλά και φυσιολογικά περίπου και υπογραμμίζεται με ιδιαίτερη έμφαση η βαθύτατη εκτίμηση και ο αλληλοσεβασμός που διέκρινε τη σβέση των δυο ανδρών.

Πιθανώς δε να υπονοείται στα κείμενα και κάποιο είδος «πρόγνωσης» που μπορεί να είχε ο Ιωάννης σχετικά με το «ποιός άραγε να είναι αυτός ο ερχόμενος». Αλλά τίποτε περισσότερο και τίποτε ουσιαστικότερο. Όλα βρίσκονται ως εδώ στο επίπεδο της προσωπικής και «προφητικής» του γνώσης και εμπειρίας. Η μεγάλη αποκαλυπτική στιγμή δεν έχει ακόμη φανερωθεί. Η αποφασιστική παρέμβαση του Ουρανού δεν φάνηκε ακόμη να πραγματοποιείται για να υποδείξει και να χρίσει τον Εκλεκτό. Μέσα σ’ αυτή την «αναμονή» και μόνο μετά το τέλος της σύντομης και «τυπικής» διαδικασίας της βάπτισης του Ιησού, έχουμε το «άνοιγμα» του Ουρανού και την «κάθοδο» του αποκαλυπτικού «σημείου» της θεοφάνειας (Ματθ. 3,16· Μαρκ. 1,10).

(Γεωργίου Π. Πατρώνου, «Η ιστορική πορεία του Ιησού», εκδ. Δόμος, σ. 241-245)

___________

Εις τα Άγια Φώτα (Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου)

Πάλιν ο Ιησούς μου, και πάλι μυστήριο. Μυστήριο δε που δεν είναι ούτε ψεύτικο ούτε άπρεπες, ούτε προέρχεται από την ειδωλολατρική πλάνη και τη μέθη (διότι εγώ έτσι αποκαλώ τα της λατρείας τους και νομίζω ότι αυτό κάνει και κάθε λογικός άνθρωπος), αλλά είναι μυστήριο και θείο και υψηλό και δημιουργεί λαμπρότητα. Διότι η αγία ημέρα των Φώτων, στην οποίαν έχουμε φθάσει και την οποίαν έχουμε αξιωθεί να εορτάσουμε σήμερα, έχει μεν ως αρχή το βάπτισμα του Χριστού μου, του αληθινού φωτός «το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο ο οποίος έρχεται στον κόσμον», πραγματοποιεί δε τον καθαρισμό μου και βοηθεί το φως που έχουμε λάβει από τον Θεό κατά τη δημιουργία και το έχουμε κάνει να σκοτεινιάσει και να αδυνατίσει.

Ακούστε λοιπόν τη φωνή του Θεού, η οποία σ’ εμένα μεν, τον οπαδό και τον εξηγητή των τέτοιων πραγμάτων, ακούγεται πολύ δυνατά, μακάρι δε να ακουσθεί και σε σας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» και γι’ αυτό το λόγο «πλησιάστε τον και πάρετε φως, και τα πρόσωπά σας δεν θα σκιασθούν από ντροπή», επειδή έχουν την σφραγίδα του αληθινού φωτός. Να, ευκαιρία αναγεννήσεως· ας γίνουμε ουράνιοι. Να, καιρός αναδημιουργίας· ας ξαναβρούμε τον πρώτο Αδάμ. Να μην μείνουμε εκείνο που είμαστε, αλλά να γίνουμε εκείνο που κάποτε είμαστε. «Το φως φωτίζει μέσα στο σκοτάδι με την παρούσα ζωή και τη σάρκα. Και το καταδιώκει μεν, αλλά δεν κατορθώνει να το εξουδετερώσει το σκοτάδι, η εχθρική δηλαδή δύναμη, η οποία επιτίθεται μεν από θρασύτητα σ’ εκείνον που μοιάζει στον Αδάμ, αλλά πέφτει επάνω στο Θεό και νικιέται, για να ρίχνουμε από πάνω μας το σκοτάδι και να πλησιάζουμε στο φως και να γινόμαστε τέλειο φως, παιδιά τελείου φωτός. Βλέπετε την ωραιότητα της ημέρας; Βλέπετε τη δύναμη του μυστηρίου; Δεν έχετε υψωθεί από τη γη; Δεν ανεβήκατε πιο πάνω, βοηθούμενοι από τη δική μου φωνή και τους λόγους μου; Θα τοποθετηθείτε δε ακόμη υψηλότερα όταν θα βοηθήσει ο Λόγος το δικό μου λόγο. […]

Ο Ιωάννης όμως βαπτίζει και έρχεται να βαπτισθεί ο Ιησούς, για να αγιάσει μεν ενδεχομένως και τον βαπτιστή, όπως είναι δε καταφανές, για να θάψει μέσα στο νερό όλον τον παλαιό Αδάμ και να αγιάσει πριν απ’ αυτούς και για χάρη τους τον Ιορδάνη. Όπως δε ο ίδιος ήταν Πνεύμα και σάρκα, έτσι δίνει την πνευματική ολοκλήρωση με Πνεύμα και νερό. Ο βαπτιστής δεν δέχεται και ο Ιησούς αγωνίζεται (να τον πείσει). «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτι¬σθώ από σένα» λέει το λυχνάρι στον Ήλιο, η φωνή στο Λόγο, ο φίλος στον Νυμφίο, ο ανώτερος από κάθε άλλο γέννημα γυναίκας στον Πρωτότοκο ολόκληρης της δημιουργίας, εκείνος που σκίρτησε ενώ βρισκόταν μέσα στην κοιλιά σ’ εκείνον που προσκυνήθηκε μέσα στην κοιλιά, εκείνος που προέτρεξε και ο οποίος θα προστρέξει σ’ εκείνον που φάνηκε και θα φανεί. «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα» – πρόσθεσε και «δι’ εσέ» (διότι γνώριζε ότι επρόκειτο να βαπισθεί με το μαρτύριο) ή, όπως ο Πέτρος, το ότι θα καθαρίσεις όχι μόνον τα πόδια — «και συ έρχεσαι προς εμέ;». Και τούτο είναι προφητικό. Διότι γνώριζε ότι όπως μετά τον Ηρώδη επρόκειτο να καταληφθεί από μανία ο Πιλάτος, έτσι και μετά απ’ αυτόν, ο οποίος θα έφευγε προηγουμένως, θα ακολουθούσε ο Ιησούς. Τί δε λέει ο Ιησούς; «Άφησε τώρα τις αντιρρήσεις», διότι αυτό απαιτούσε το θείο σχέδιο. Διότι γνώριζε ότι μετά από λίγο επρόκειτο να βαπτίσει αυτός τον βαπτιστή. Τί δε είναι το φτυάρι; Η κάθαρση. Τί είναι δε το πυρ; Το κάψιμο κάθε ανόητου πράγματος και η αναζωπύρωση του πνεύματος. Τί είναι δε η αξίνα; Το κόψιμο της ψυχής, η οποία, αφού έχει γεμίσει με ακαθαρσίες, έχει καταστεί αθεράπευτη. Τί είναι δε το μαχαίρι; Η τομή την οποία κάνει ο Λόγος και η οποία ξεχωρίζει το κακό από το καλό και τον πιστό από τον άπιστο και η οποία κάνει τον υιό και τη θυγατέρα και την νύμφη να επαναστατούν κατά του πατέρα και της μητέρας και της πεθεράς, και τα νέα και πρόσφατα (να επαναστατούν) κατά των παλαιών τα οποία είναι σκιώδη. Τί είναι δε το κορδόνι του υποδήματος, που δε μπορείς να λύσεις συ που βαπτίζεις τον Ιησού, που έζησες στην έρημο με νηστεία, ο νέος Ηλίας, ο οποίος είσαι κάτι ανώτερο και από προφήτη, αφού είδες και εκείνον που είχες προφητεύσει και που συνδέεις την Πάλαια με την Καινή Διαθήκη; Τί είναι αυτό; Ενδεχομένως ο λόγος για την έλευση στη γη και περί της σαρκός, του οποίου και το ελάχιστο ακόμη τμήμα είναι αδύνατο να γίνει κατανοητό, όχι μόνον σ’ εκείνους οι οποίοι έχουν ακόμη σαρκικό φρόνημα και είναι ακόμη νήπια στο Χριστιανισμό, αλλά και σ’ εκείνους οι οποίοι διαθέτουν το Πνεύμα του Ιωάννη.

Αλλά και ανεβαίνει από το νερό ο Ιησούς. Ανεβάζει δε μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζονται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει για τον εαυτό του και για τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με τη φλογίνη ρομφαία τον παράδεισο. Και το Πνεύμα μαρτυρεί τη Θεότητα (διότι το όμοιο σπεύδει προς το όμοιο) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προερχόταν εκείνος για τον οποίον διδόταν η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε σαν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με τη θέωση, όταν αυτή θεωρείται από την πλευρά του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρει την ευχάριστη αγγελία της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι. Εάν δε κρίνεις την θεότητα με όγκους και με σταθμά, και για τον λόγο αυτόν σου φαίνεται μικρό το Πνεύμα, επειδή παρουσιάζεται με μορφή περιστεριού, ω ανόητε και μικρόψυχε για τα πιο μεγάλα, είναι καιρός να δυσφημίσεις και τη βασιλεία των ουρανών, επειδή παρομοιάζεται με ένα σπειρί από σινάπι, και να υπερυψώνεις το διάβολο Πιο πολύ από την μεγαλειότητα του Ιησού, επειδή αυτός μεν ονομάζεται βουνό μεγάλο και Λεβιάθαν και βασιλεύς όσων βρίσκονται στα νερά, ενώ ο Ιησούς ονομάζεται «αρνίον και μαργαρίτης και σταγών» και άλλα παρόμοια,

Επειδή δε σήμερα πανηγυρίζουμε το βάπτισμα και πρέπει να κακοπαθήσουμε λίγο για χάρη εκείνου ο οποίος για χάρη μας έγινε όπως εμείς και βαπτίσθηκε και σταυρώθηκε, ας εξετάσουμε φιλοσοφικά κάτι σχετικό με την διαφορά των Βαπτισμάτων, για να φύγουμε απ’ εδώ καθαρισμένοι. Ο Μωϋσής βάπτισε, αλλά βάπτισε στο νερό και πριν απ’ αυτό στη νεφέλη και στη θάλασσα. Αυτό δε αποτελούσε σύμβολο, όπως πιστεύει και ο Παύλος. Η θάλασσα του νερού, η νεφέλη του Πνεύματος, το μάννα του άρτου της ζωής, και το νερό, που έπιναν, του ουρανίου ποτού. Και ο Ιωάννης βάπτισε, αλλά όχι τελείως ιουδαϊκά, επειδή δεν βάπτισε μόνο στο νερό αλλά και στη μετάνοια. Όχι όμως και ολότελα πνευματικά, επειδή δεν προσθέτει και το «εις το Πνεύμα». Βαπτίζει και ο Ιησούς, αλλά στο Πνεύμα. Αυτό είναι η τελειότητα. Και πώς δεν είναι Θεός, για να γίνω και λίγο παράτολμος, εκείνος από τον οποίον θα γίνεις και συ Θεός; Γνωρίζω και τέταρτο βάπτισμα, το βάπτισμα του μαρτυρίου και του αίματος, στο οποίο βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Χριστός, και που είναι πολύ πιο αξιοσέβαστο από το άλλα, γιατί δεν μολύνεται από μεταγενέστερα αμαρτήματα. Γνωρίζω και πέμπτο ακόμη, το βάπτισμα των δακρύων, που είναι ακόμη πιο επίπονο, όπως «εκείνος ο οποίος βρέχει κάθε. νύκτα το κρεββάτι και το στρώμα του με δάκρυα», που «οι πληγές της κακίας μυρίζουν άσχημα και έχουν σαπίσει», που «πενθεί και βαδίζει με σκυμμένο κεφάλι» και που μιμείται την επιστροφή του Μανασσή και την ταπείνωση των κατοίκων της Νινευΐ, η οποία τους εξασφάλισε τη συγχώρηση·, ο οποίος, ακόμη, λέει αυτά που είπε ο τελώνης στο ναό και κέρδισε τη συγχώρηση αντί για τον καυχησιάρη φαρισαίο, και ο οποίος σκύβει με ταπείνωση, όπως η Χαναναία, και ζητά να τον ευσπλαγχνισθούν και να του δώσουν ως τροφή ψίχουλα, την τροφή δηλαδή που τρώει ο σκύλος όταν είναι πολύ πεινασμένος.

18. Εγώ λοιπόν (επειδή ομολογώ ότι ο άνθρωπος είναι ζώο που αλλάζει εύκολα και μεταβάλλεται η φύση του) και αυτό το δέχομαι με προθυμία, και προσκυνώ εκείνον που το έδωσε, και το δίνω και στους άλλους, και προσφέρω φιλανθρωπία έναντι της φιλανθρωπίας η οποία μου προσφέρεται. Διότι γνωρίζω ότι και εγώ είμαι άνθρωπος αδύνατος, και ότι με οποίο μέτρο θα κρίνω με το ίδιο θα κριθώ. Συ δε τί λες και τί νόμους βγάζεις, ω νέε φαρισαίε, ό οποίος είσαι καθαρός μεν ως προς το όνομα αλλά όχι και ως προς την ψυχική διάθεση, και που, ενώ είσαι το ίδιο αδύνατος με τους άλλους, διακηρύσσεις με έπαρση τις δοξασίας του Νοβάτου; Δεν δέχεσαι τη μετάνοια; Δεν συγκινείσαι με τους οδυρμούς; Δεν χύνεις ούτε ένα δάκρυ; Μακάρι να μην συναντήσεις ούτε συ τέτοιο κριτή. Δεν σέβεσαι τη φιλανθρωπία του Ιησού, ο οποίος πήρε τις αδυναμίας μας και σήκωσε τις ασθένειές μας, ο οποίος ήλθε όχι για τους δικαίους, αλλά για να μετανοήσουν οι αμαρτωλοί, ο οποίος «θέλει την ευσπλαχνία περισσότερό από τη θυσία», ο οποίος συγχωρεί τα αμαρτήματα «εβδομηκοντάκις επτά», δηλ. άπειρες φορές; Πόσο αξιομακάριστη θα ήταν η υψηλοφροσύνη σου, αν ήταν καθαρότητα και όχι ανόητη κενοδοξία, που θέτει νόμους ανώτερους από τις δυνάμεις του ανθρώπου και αντικαθιστά την επανόρθωση με την απόγνωση. Διότι το ίδιο κακό είναι και η χωρίς σωφροσύνη συγχώρηση και η χωρίς συγχώρηση καταδίκη. Επειδή η μεν πρώτη αφήνει τελείως ελεύθερα τα χαλινάρια ενώ η δεύτερη προκαλεί απόγνωση με την σκληρότητά της. Δείξε μου την καθαρότητα σου, και τότε θα δεχθώ να υπερηφανεύεσαι. Τώρα όμως φοβούμαι μήπως, ενώ είσαι γεμάτος από πληγές, βάλεις μέσα εκείνο το οποίο παραμένει αθεράπευτο. Ούτε δέχεσαι μετανοημένο τον Δαβίδ, ο οποίος με την μετάνοιά του διατήρησε το προφητικό του χάρισμα1; Ούτε τον Πέτρο τον μεγάλο, ο οποίος έπαθε κάτι ανθρώπινο κατά τη διάρκεια του σωτηρίου πάθους; Ο Ιησούς δε τον δέχθηκε και με την τριπλή ερώτηση και την τριπλή ομολογία θεράπευσε την τριπλή άρνηση. Η δεν δέχεσαι ούτε εκείνον ο οποίος τελειοποιήθηκε με το αίμα του; Και αυτό αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της σκληρότητάς σου. Ούτε εκείνον ο οποίος παρανόμησε στην Κόρινθο; Ο Παύλος δε υπέδειξε ως ποινή την αγάπη, επειδή είδε τη διόρθωση και το αίτιο της διορθώσεως, «για να μη χαθεί εκείνος που είχε αμαρτήσει από την υπερβολική επιτίμηση». Ούτε επιτρέπεις στις νέες χήρες να παντρεύονται, επειδή η ηλικία τους είναι εύκολο να παρεκκλίνει προς την αμαρτία; Αυτό όμως το τόλμησε ο Παύλος, του οποίου συ γίνεσαι διδάσκαλος, σαν να είχες ανεβεί μέχρι τον τέταρτο ουρανό και σε άλλον παράδεισο, σαν να είχες ακούσει πιο απόρρητα πράγματα, και να είχες οδηγήσει στο Ευαγγέλιο μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων.[…]

Εμείς δε ας τιμήσουμε σήμερα το Βάπτισμα του Χριστού και ας το εορτάσουμε σωστά με το να χαιρόμαστε πνευματικά και όχι να περιποιούμαστε την κοιλία μας. Πώς δε θα χαρούμε; «Λουσθείτε για να καθαρισθείτε». Αν μεν είσθε κόκκινοι από την αμαρτία και λιγότερο κόκκινοι από το αίμα, τότε να γίνετε λευκοί όπως το χιόνι. Αν δε είσθε κόκκινοι και άνθρωποι γεμάτοι από αίματα, τότε ας φθάσετε έστω και τη λευκότητα του μαλλιού. Πάντως καθαρισθείτε και φροντίζετε να καθαρίζεστε, επειδή με τίποτε άλλο δεν χαίρεται τόσο πολύ ο Θεός, όσο με τη διόρθωση και τη σωτηρία του ανθρώπου, για χάρη του οποίου έχουν λεχθεί τα πάντα και έχουν δοθεί όλα τα μυστήρια· για να γίνετε φωτεινά αστέρια για τον κόσμο και δύναμη ζωτική για τους άλλους ανθρώπους. Για να παρουσιασθείτε σαν τέλεια φώτα στο μεγάλο φως, και να μυηθείτε στη φωταγωγία που πηγάζει από εκεί, παίρνοντας φως καθαρότερο και δυνατότερο από την Τριάδα, της οποίας σήμερα έχετε υποδεχτεί την μία αυγή από την μία θεότητα, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, στον οποίον ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΘ΄, «Εις τα Άγια Φώτα», ΕΠΕ, τ. 5ος , σ.73-113 –αποσπάσματα.)

Η Διακήρυξη του ουρανού

«Και φωνή εγένετο εκ των ουρανών· Συ ει ο υιός μου ο Αγαπητός, εν σοι ευδόκησα»

(Μαρκ. 1, 11)

Λιτότητα εκφράσεως

Μεγάλο γεγονός με λίγες λέξεις. Το Ευαγγέλιο, που διαβάζεται κατά την τελετή του Αγιασμού των Θεοφανείων, είναι από τα μικρότερα σε έκταση. Μόλις τρεις στίχοι είναι. Και όμως μέσα σ’ αυτούς τους ελάχιστους στίχους κρύβεται όλο το Θεοφανικό μυστήριο. Λιτότητα χαρακτηρίζει τους Ιερούς Ευαγγελιστές στην περιγραφή των μεγάλων γεγονότων της ζωής του Χριστού.

Είναι και η λιτότητα μία απόδειξη της αλήθειας των υπερφυσικών γεγονότων. Αν όσα περιγράφουν οι Ευαγγελιστές για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού δεν ήσαν αδιάψευστα γεγονότα, αλλ’ ήσαν αποκυήματα της φαντασίας, θα προσπαθούσαν να τα στολίσουν με εντυπωσιακές περιγραφές, με κτυπητά επίθετα και με λογοτεχνικά περιδέραια. Αλλά τα γεγονότα της Αγίας Γραφής είναι πραγματικά. Γι’ αυτό με λιτότητα ύφους παριστάνεται η φυσικότητά τους.

Λίγες λέξεις: «Και εβαπτίσθη υπό Ιωάννου εις τον Ιορδάνην». Η λιτότητα και η συντομία της περιγραφής δεν φανερώνει μόνο την αλήθεια των γεγονότων. Φανερώνει και τη λάμψη του γεγονότος. Ακούσατε ποτέ να διαφημίζεται η ανατολή του ηλίου ή η λάμψη του ηλίου; Ο ήλιος δεν χρειάζεται διαφήμιση. Αρκούν τρεις λέξεις: «Ανέτειλε ο ήλιος» – «Ο ήλιος λάμπει»! Η λάμψη του είναι το πιο διαφημιστικό κήρυγμά του. Όταν λάμπουν τα έργα, τί έχουν να προσθέσουν τα πλουμιστά λόγια; Το ίδιο και στον Ιορδάνη. Λάμπει το πιο υπέροχο γεγονός. Είναι το έργο της Θεοφανείας.

Κάθε μία από τις λέξεις του Ευαγγελικού κειμένου είναι και μία παράσταση στο Θεοφανικό σκηνικό. Έναν από τους τρεις στίχους αναφέρω, για να δήτε ότι κάθε λέξη του είναι μία ανεπανάληπτη παρουσίαση στο σκηνικό αυτό: «Και ευθέως αναβαίνων από του ύδατος είδε αχιζομένους τους ουρανούς και το Πνεύμα ως περιστεράν καταβαίνον επ’ αυτόν» (Μάρκ. 1,10).

«Ευθέως». Παριστάνεται η αναμαρτησία του Ιησού Χριστού.

«Σχιζομένους τους ουρανούς». Άνοιξαν τα ουράνια. Αποκαλυπτικό το υπερθέαμα. Μοναδικό σε μεγαλείο!

«Και το Πνεύμα ως περιστεράν». Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στη μορφή του αθώου πτηνού.

Βάπτιση – αποκάλυψη

Με ποιά μάτια βλέπουμε το γεγονός των Θεοφανείων; Με υλικά ή πνευματικά; Αν διαθέτουμε μόνο σωματικά μάτια, θα παρακολουθήσουμε μία απλή βάπτιση. Ένας ανάμεσα στους τόσους που προσέρχονταν στον Ιορδάνη, βαπτίσθηκε από τον Ιωάννη. Αν όμως διαθέτουμε πνευματική όραση, αν η ψυχή μας βλέπει πέρα από τα αισθητά, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η βάπτιση του Ιησού κρύβει μυστήριο πολύμορφο και πολυδιάστατο.

Είναι βάπτιση – ταπείνωσης. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός. Όπως καταδέχθηκε να περιβληθεί την ανθρώπινη φύση, έτσι καταδέχθηκε να περιβληθεί και τα Ιορδάνεια νάματα. Όπως ντύθηκε το ένδυμα της ανθρώπινης φύσεως, έτσι εκδύθηκε τα υλικά του ενδύματα και βαπτίσθηκε. Είναι «ο εν Ιορδάνη υπό Ιωάννου βαπισθήναι καταδεξάμενος…». Εκείνος που δέχθηκε να γεννηθεί από άνθρωπο, την Παρθένο Μαρία, ο ίδιος δέχθηκε να βαπτισθεί από άνθρωπο, τον Παρθένο Ιωάννη. Η βάπτιση είναι μία ακόμη υπαγωγή του Ιησού στις συνθήκες της ανθρώπινης καταστάσεως. Το θείο ντύνεται τις ανθρώπινες συνθήκες, για να ντυθεί το ανθρώπινο τις θεϊκές συνθήκες.

Είναι βάπτιση – φανέρωση. Θεοφάνεια ονομάζεται το γεγονός, διότι φανερώνεται ο Θεός. Εκείνος, που οι άνθρωποι αιώνες πριν δεν μπόρεσαν να τον ανακαλύψουν, αυτός τώρα αποκαλύπτεται μόνος του στον Ιορδάνη, Πρόκειται για τον αληθινό, τον Τριαδικό Θεό. «Η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Ακούμε τη φωνή του Θεού Πατέρα. Βλέπουμε το Πνεύμα το Άγιον «εν είδει περιστε¬ράς». Και προσεγγίζουμε τον Υιό, τον σαρκωμένο Λόγο του Θεού.

Είναι βάπτιση – αυθεντία. Πρόκειται για μία απόλυτη, αξεπέραστη αυθεντία. Είναι η θεϊκή αυθεντία. Οι λεγόμενες ανθρώπινες αυθεντίες, η μία μετά την άλλη, ξεπερνιούνται. Η αυθεντία του Ιορδάνη παραμένει και θα παραμένει. Οι αρχαίοι βασιλείς είχαν σαν αυθεντικό σημάδι, σαν σημάδι γνησιότητας και αναγνωρίσεως, το χρίσμα. Χρίονταν στο κεφάλι από κάποιον προφήτη του Θεού με έλαιο. Και γίνονται χριστοί. Ο Ιησούς είναι ο Βασιλεύς του ουρανού, ο Βασιλεύς των αιώνων. Κανένας δεν κατόρθωσε την εκθρόνισή του μέσα στους είκοσι αιώνες. Κι είναι αιώνιος και απόλυτος Βασιλεύς, γιατί πάνω στο κεφάλι του έχει το χρίσμα του ουρανού. Ο προφήτης Ησαΐας παρουσιάζει το Μεσσία ως Χριστόν Κυρίου να λέγει για το χρίσμα του: «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ού είνεκεν έχρισέ με» (Ησ. 61, 1). Στη βάπτισή του βλέπουμε ακριβώς το επίσημο χρίσμα του Ουρανού πάνω στον Ιησού. Πνεύμα Άγιον και Θεός Πατέρας αναγνωρίζουν, κατά τρόπο αυθεντικό, την θεία υιότητα, την θεία ουσία, την θεία αποστολή του Ιησού.

Η ταυτότητά του

Ιδιαίτερα ας σταματήσουμε στα στοιχεία της ταυτότητος του Ιησού, πως δίνονται κατά τη βάπτισή του. Όλοι έχουμε πάνω μας και μέσα μας δύο ταυτότητες. Η μία είναι η προσωπική μας ταυτότητα. Η άλλη η ταυτότητα του Ιησού Χριστού, Είμαστε ο καθένας με το ατομικό του όνομα, αλλ’ είμαστε και χριστιανοί ορθόδοξοι. Το δεύτερο σημαίνει ότι γνωρίζουμε τα στοιχεία της ταυτότητος του Ιησού και έχουμε ταυτότητα μαζί του. Γνωρίζουμε, δηλαδή, τι ακριβώς είναι ο Ιησούς Χριστός. Αγωνιζόμαστε δε να ταυτιζόμαστε μαζί του, να τον μιμούμαστε, ν’ αποτελούμε αντίγραφα της ζωής του.

Πολύ φοβούμαι, ότι, ενώ τα στοιχεία της πρώτης, της δικής μας ταυτότητας τα γνωρίζουμε και τα αποδίδουμε σωστά, πλαστογραφούμε τα στοιχεία της ταυτότητας του Ιησού. Είμαστε πλαστογράφοι του Ιησού Χριστού, όταν δεν γνωρίζουμε και δεν αναγνωρίζουμε τα αληθινά στοιχεία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Τί είναι ο Ιησούς Χριστός; Ο αρμοδιότερος για τα στοιχεία ενός παιδιού είναι ο πατέρας. Και ο αρμοδιότερος για τα αυθεντικά στοιχεία του Υιού και Λόγου είναι ο Θεός Πατέρας. Η ημέρα των Θεοφανείων μας δίνει την ευκαιρία ν’ ακούσουμε από το στόμα του ίδιου του Θεού Πατέρα τα στοιχεία του μονογενούς του Υιού, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Διψώ να μάθω την αλήθεια για τον Ιησού, θ’ ανατρέξω λοιπόν στην πηγή. Θα ρουφήξω το γάργαρο νερό, που έρχεται απ’ ευθείας από την Πηγή. Και η Πηγή της θείας ουσίας του Ιησού είναι ο ουράνιος Πατέρας. Στον Ιορδάνη ακούγεται η φωνή του Πατέρα. «Και φωνή εγένετο εκ των ουρανών Συ ει ο Υιός μου ο αγαπητός, εν σοι ευδόκησα» (Μάρκ. 1, 11). Πρόκειται για την ιστορική διακήρυξη του Ουρανού.

Τα τρία στοιχεία

Η βεβαίωση του Ουρανού μας δίνει τρία στοιχεία της ταυτότητος του Ιησού.

1. «Ούτος έστιν ο Υιός μου». Είναι ο Υιός μου, λέγει ο Θεός Πατέρας. Ο Χριστός νομιζόταν υιός σαν όλους τους υιούς. Στα μάτια των ανθρώπων φαινόταν άνθρωπος. Στα χαρτιά των Ιουδαίων, νομικά, «ενομίζετο» υιός του Ιωσήφ, Τόσα χρόνια, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, έκρυβε τον εαυτό του και την εξουσιαστική του δύναμη. Και όμως ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας και Λυτρωτής του κόσμου. Ήταν το μοναδικό πρόσωπο της ιστορίας. Ήταν ό Θεάνθρωπος Κύριος.

Το έργο της θείας αποκαλύψεως και του λυτρωτικού Πάθους πλησιάζει. Για να μην αμφιβάλλουν οι άνθρωποι, έχουν ανάγκη κάποιας αυθεντικής σφραγίδας για τη θεία αποστολή του Ιησού. Και η σφραγίδα δίνεται. Ο Θεός πατέρας τον ομολογεί: «Συ ει ο Υιός μου». Είσαι δικός μου Υιός. Δεν είσαι παιδί της γης.

2. «Ο Υιός μου ο αγαπητός». Το επίθετο «αγαπητός» φανερώνει τη σχέση του Πατέρα και του Υιού. Είναι σχέση αγαπητική. Η απόλυτη αγάπη βρίσκεται μόνο ανάμεσα στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αγάπη σημαίνει ενότητα. Και ο Πατέρας με τον Υιό έχουν απόλυτη ενότητα. Στη διακήρυξη τού Πατέρα ήρθε να προστεθεί αργότερα και η διακήρυξη του Υιού: «Εγώ και ο Πατήρ εν έσμεν» (Ιωάν. 10, 30).

«Αγαπητός»! Φανερώνει την ασύλληπτη θυσία, που έκανε ο Θεός για μας. Αυτόν τον αγαπητό Υιό του, τον μονογενή Υιό του, το μονάκριβο παιδί του, το πρόσφερε για τη δική μας σωτηρία. Το να έχεις χίλια ωραία, πολύτιμα και σπουδαία πράγματα, και από αυτά να δώσεις το ένα, δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Το να έχεις ένα και μοναδικό, και να το δώσεις, αυτό έχει άπειρη άξια και φανερώνει αξεπέραστη αγάπη. Ο Θεός ένα Υιό είχε, και τον έδωσε. Γι’ αυτό έχει άπειρες διαστάσεις εκείνο το «ούτω» (τόσο πολύ), που χρησιμοποιεί ο Χριστός μιλώντας για την αγάπη του Θεού: «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμο, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).

«Αγαπητός»! Καθρεπτίζει την αγάπη του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός είναι «ο υιός της αγάπης του Πατρός» (Κολασ. 1,13).

«Αγαπητός»! Υποδεικνύει και τις δικές μας σχέσεις με το Χριστό. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Αγαπητός! Ο Αγαπητός των αγαπητών! Είναι η πρώτη μας αγάπη. Έχει κερδίσει το κέντρο της καρδιάς μας. Τον αγαπάμε γιατί αυτός πρώτος μας αγάπησε. (Α’ Ιωάν. 4, 19). Όποιος δεν αγαπάει το Χριστό, στερείται ευαισθησίας, όπως εκείνος που δεν αρέσκεται στην ευωδία των λουλουδιών.

3.«Εν σοι ευδόκησα». Ο Χριστός είναι η ευδοκία του Πατρός. Όλοι οι άνθρωποι και οι μεγαλύτεροι ακόμη άγιοι, κάποτε δυσαρεστούν το Θεό. Ο μόνος, που ευχαρίστησε απόλυτα, που ευαρέστησε σε όλα το Θεό Πατέρα είναι ο σαρκωμένος Υιός και Λόγος του. Αναπαύεται απόλυτα ο Πατέρας στον Υιό. Αλλά και απόλυτη είναι η ευδοκία του, η αγάπη του, η αγαθή του διάθεση για τον Υιό· η πλήρης αποδοχή της θυσίας του Υιού.

Μοναδική φωνή

«Συ ει ο Υιός μου ο αγαπητός…». Τα λόγια αυτά είναι εισβολή της φωνής του Θεού στον κόσμα· η εισβολή της υπερκοσμιότητας στην εγκοσμιότητα· η εισβολή της αιωνιότητας στη χρονικότητα

Η τραγωδία του άνθρωπου άρχισε με την εισβολή της φωνής του διαβόλου μέσα στον παράδεισο. Μέσα σ’ εκείνον τον ευλογημένο χώρο ακούσθηκε η φωνή της διαστροφής, της διαστρέβλωσης της αλήθειας του Θεού, που παραπλάνησε οικτρά τον άνθρωπο. Η σωτηρία τώρα του ανθρώπου αρχίζει με την εισβολή της φωνής του Θεού μέσα στην κόλαση του παρόντος κόσμου. Η πρώτη φωνή παρενέβαλε τόσα παράσιτα, ώστε ο άνθρωπος δεν ήταν πια ικανός να συλλαμβάνει τους ήχους του ουρανού. Η δεύτερη φωνή διαλύει τα παράσιτα και επανασυνδέει το αυτί του ανθρώπου με το στόμα του Θεού. Αρκεί ο άνθρωπος να έχει «ώτα ακούειν». Η πρώτη φωνή ήταν παραπλανητική. Η δεύτερη είναι οδηγητική. Με την πρώτη φωνή σερβιρίστηκε στους ανθρώπους το δηλητήριο της αμαρτίας και του θανάτου. Με τη δεύτερη φωνή συστήθηκε στους ανθρώπους η σωτηρία και η αιώνια ζωή. Η φωνή του Θεού Πατέρα στο Θεοφανικό γεγονός του Ιορδάνη είναι η σπουδαιότερη φωνή που ακούστηκε ποτέ. Πολλές φωνές ακούστηκαν και ακούγονται. Αλλ’ οι περισσότερες είναι φωνές άπατης, φωνές πλανεύτρας σειρήνας, φωνές σατανικές, δημαγωγικές, ξεμυαλίστρες. Η φωνή των Θεοφανείων είναι η φωνή, ο ήχος, ο κρότος, η καμπάνα, η σάλπιγγα, το μήνυμα, η διακήρυξη του Ουρανού.

Είναι μία φωνή, που ενώ πέρασαν δύο χιλιάδες χρόνια δεν σκεπάσθηκε, δεν ξεχάσθηκε, δεν έσβησε. Αν φωνάξει κάποιος από ένα ψηλό βουνό, θ’ ακουστεί στη συνέχεια ο αντίλαλος της φωνής του από τις απέναντι πλαγιές, αλλά μία, το πολύ δύο ή τρεις φορές. Φώναξε κάποτε ο Θεός από την ψηλότερη κορυφή, από την κορυφή του ουρανού. Κι ο αντίλαλος της φωνής του ακούγεται και θα ακούγεται για πάντα. Η ιστορία είκοσι αιώνων είναι ο αντίλαλος της φωνής του Θεού. Η ιστορία βεβαιώνει την αλήθεια της φωνής του Θεού, ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Η ζωή του Ιησού είναι ο αντίλαλος της διακηρύξεως του Πατέρα.

Αυτή η φωνή πρέπει να κινεί το τύμπανο της πνευματικής μας ακοής, και τις χορδές της καρδιάς μας. Ο κόσμος και οι φωνές του παρέρχονται. Ο Ιησούς Χριστός μένει. Είναι το φως, που φωτίζει όλο τον κόσμο. Είναι ο αγιασμός, που αγιάζει τα σύμπαντα. Ας φωτισθούμε και ας αγιασθούμε με τη χάρη του, όπως αγιάσθηκε ο Ιορδάνης από τη Θεοφανική παρουσία του.

(Αρχ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, «Σημεία Θεοφανείας», σ. 115-121)

pemptousia.gr

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ σταυρὸς στὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ Χριστιανοῦ  (Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ)

Κυριακή-Σταυροπροσκυνήσεως-463x348

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ
ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι»
(Ὁμιλία στὸν Φιλανθρωπικὸ Σύνδεσμο Γυναικῶν περιοχῆς Πεδινῆς, στὴν αἴθουσα τοῦ Πολιτιστικοῦ Ἱδρύματος Ἁγίας Μαρίνας Ξυλιάτου, τὴν Ε´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, 16.04.2016)

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ πατέρες,
Ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί,

………………………………………………………………………

Ὁ Τίμιος Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, ἀδελφοί, ἀποτελεῖ τὸ τρισευλογημένο ὄργανο τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Τριαδικός μας Θεός, γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ πλάσματός Του, ποὺ ἐξέπεσε μὲ τὴν παρακοὴ ἀπὸ τὴν τρυφὴ τοῦ Παραδείσου καὶ ἐξορίστηκε στὴ γῆ τούτη, ποὺ βλαστάνει «ἀκάνθας καὶ τριβόλους», καὶ ὅπου πάσχει πάθη, θλίψεις, ἀσθένειες καί, τέλος, τὸν θάνατο, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει «εἰς γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη», εὐδόκησε νὰ σαρκωθεῖ τὸ Δεύτερο Πρόσωπο, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ μετὰ τὴν παναγία ἐπὶ γῆς ζωή Του γιὰ τριάντα τρία ἔτη, νὰ ὑποστεῖ τὰ φρικτὰ ἐκεῖνα πάθη καὶ τὸν θάνατο, τὸν ἀτιμωτικώτερο θάνατο τῆς ρωμαϊκῆς ἐποχῆς. Τὸ ὅτι δὲ ἦταν στὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ τὸ σταυρικὸ Πάθος τοῦ Μεσσία καὶ Λυτρωτῆ, ἐμφαίνεται σαφέστατα σὲ γεγονότα καὶ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὰ ὁποῖα, ὁ ἴδιος ὁ Κ. ἡ. Ἰησοῦς Χριστὸς πρῶτος καὶ κατόπιν οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμήνευσαν τυπολογικά, ὅπως λέμε, ὅτι δηλαδὴ προτύπωναν τὴ σταύρωση τοῦ Κυρίου. Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ τρία μόνο παραδείγματα-γεγονότα, ποὺ συνέβησαν κατὰ τὴ δύσκολη ἐκείνη πορεία τῶν Ἰσραηλιτῶν μέσα στὴν ἔρημο, ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο πρὸς τὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, τὴν Παλαιστίνη, ποὺ διάρκεσε σαράντα χρόνια.

α. Μία ἀπὸ τὶς δοκιμασίες, ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Κύριος στοὺς ἀγνώμονες Ἑβραίους γιὰ νὰ τοὺς τιμωρήσει νὰ μετανοήσουν, ἦταν κι αὐτή: Σ’ ἐκείνη τὴν ἐρημιὰ ἔστειλε δηλητηριώδη φίδια, ποὺ τοὺς δάγκωναν καὶ θανάτωναν. Ὅταν μετανόησαν καὶ ταπεινώθηκαν ἐκεῖνοι οἱ σκληροτράχηλοι, παρακάλεσε ὁ Μωυσῆς τὸν Κύριο νὰ τοὺς δείξει τρόπο νὰ σωθοῦν. Καὶ ὁ εὔσπλαγχνος Κύριος εἶπε στὸν Μωυσῆ νὰ κατασκεύασει ἕνα χάλκινο φίδι καὶ νὰ τὸ προσδέσει ἐγκάρσια ἐπάνω σὲ ἕνα ξύλο, σχηματίζοντας ἔτσι τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Καὶ τοῦ εἶπε νὰ σταθεῖ σ’ ἕνα ψηλὸ σημεῖο καὶ νὰ πεῖ στοὺς Ἰουδαίους ὅτι, ὅποιον δαγκώσουν τὰ φίδια, νὰ γυρίζει νὰ βλέπει τὸ χάλκινο φίδι, ποὺ θὰ κρατοῦσε ὁ Μωυσῆς ὑψωμένο ψηλά. Καὶ πράγματι, ὢ τοῦ θαύματος, ὅποιος στὴ συνέχεια ἔκανε ἔτσι, δὲν πέθαινε, ἀλλ’ ἀμέσως θεραπευόταν. Σὲ τοῦτο τὸ ἱστορικὸ γεγονός, πρῶτος ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας ἀναφέρθηκε ὡς προτύπωση τοῦ Σταυρικοῦ Του Πάθους: «καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 3, 14). Γιατί, πράγματι, ὅποιος ἀτενίσει μὲ πίστη τὸν Χριστό μας, ποὺ ἑκουσίως ὑψώθηκε στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ὅπου μᾶς ἁγίασε καὶ ἔσωσε μὲ τὸ αἷμα Του, τὰ δηλητηριώδη φίδια τοῦ διαβόλου, τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας δὲν τὸν θανατώνουν πιά! Γιατὶ μὲ τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησή μας, μὲ τὴ Χάρη τῆς ἀπολύτρωσης, ποὺ πήγασε ἀπὸ τὸ Σταυρικὸ Πάθος, λαμβάνουμε τὴ θεραπεία τῶν παθῶν, τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας! Δόξα τῇ ἁγίᾳ Σταυρώσει Σου, δόξα τοῖς ἀχράντοις Σου Πάθεσι, Κύριε!

β. Στὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους. Ὁ Μωυσῆς κτύπησε μὲ τὴ ράβδο του τὴ θάλασσα ὀριζόντια, καὶ αὐτὴ ἄνοιξε στὰ δύο, ὥστε νὰ τὴ διαβεῖ ὁ λαός του. Ἀφοῦ λοιπὸν πέρασε καὶ ὁ τελευταῖος Ἑβραῖος, ξαναχτύπησε τὴ θάλασσα μὲ τὴ ράβδο του κάθετα, σχηματίζοντας ἔτσι τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, καὶ τοὺς καταδιωκόμενους ἔσωσε, ἐνῶ τοὺς διῶκτες Αἰγυπτίους καταπόντισε.

γ. Ὅταν κάποτε κινδύνευαν οἱ Ἑβραῖοι ἀπὸ ἐπίθεση τῶν Ἀμαληκιτῶν, εἰδωλολατρικοῦ λαοῦ ποὺ κατοικοῦσε στὴν περιοχὴ μεταξὺ Σινᾶ καὶ Παλαιστίνης, ὁ Μωυσῆς ἀνέβηκε σὲ κάποιο ὕψωμα, ὥστε νὰ τὸν βλέπει ὅλος ὁ λαός, καὶ στάθηκε σὲ προσευχή, μὲ ἁπλωμένα τὰ χέρια του, σχηματίζοντας ἔτσι τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Καί, ὅσο εἶχε τὰ χέρια του ἁπλωμένα, νικοῦσαν στὸν πόλεμο οἱ Ἑβραῖοι, ἐνῶ ὅταν τὰ κατέβαζε ἀπὸ κούραση, ἡττῶνταν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ζήτησε ἀπὸ τοὺς Ὤρ καὶ Ἀαρὼν καὶ τοῦ ὑποβάσταζαν ἁπλωμένα τὰ χέρια, μέχρι ποὺ νίκησαν τοὺς ἐχθρούς τους.

Ἡ δύναμη λοιπὸν τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ὄχι μόνο προτυπώθηκε σ᾽ αὐτὰ καὶ σὲ ἄλλα γεγονότα τῆς ἐποχῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ἐνεργοῦσε σωστικά, ἰαματικὰ καὶ λυτρωτικά!

Εἶναι σημαντικὸ νὰ τονισθεῖ ὅτι τὸ Σταυρικὸ Πάθος τοῦ Κυρίου ἦταν ἑκούσιο: «Ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ὅπως θεολογικώτατα ἐπισημαίνει ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ· «Ὁ Χριστὸς δὲν ἔρχεται μόνον γιὰ νὰ διδάξει ‘‘ὡς ἐξουσίαν ἔχων’’ καὶ νὰ ‘‘γνωρίσει’’ στοὺς ἀνθρώπους τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς (δηλ. νὰ μᾶς ἀποκαλύψει ὅλη τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ Μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος). Ἦλθε νὰ πάθει καὶ νὰ ἀποθάνει, σύμφωνα μὲ τὶς ἐπανειλημμένες διαβεβαιώσεις ποὺ ὁ ἴδιος ἔδωκε στοὺς μαθητές Του… Καί, ὄχι μόνο εἶχε προφητεύσει τὰ ἐρχόμενα Πάθη του, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔλεγε ξεκάθαρα ὅτι ‘‘πρέπον ἐστὶν’’ νὰ πάθει καὶ νὰ ἀποθάνει: ‘‘Καὶ ἤρξατο αὐτοὺς διδάσκειν, ὅτι δεῖ τὸν Υὶὸν τοῦ Ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν’’ (Μᾶρκ. 8, 31)… Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔδωκε περὶ τοῦ θανάτου Του τὴν ἑξῆς σαφῆ μαρτυρία: ‘‘ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον (στὸν κόσμο) εἰς τὴν ὥραν ταύτην’’(Ἰω. 12, 27) (γιὰ τὴν ὥρα δηλ. τοῦ Πάθους Του). Τὸ μυστήριον τοῦ Σταυροῦ ὁδηγεῖ σὲ ἀμηχανία καὶ τὴ σκέψη καὶ τὴν αἴσθηση. Εἶναι ἀκατανόητο καὶ παράδοξο: ‘‘θέαμα φρικτόν’’. Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ Θεανθρώπου ὑπῆρξε μία συνεχὴς ἄσκηση ὑπομονῆς, μακροθυμίας, εὐσπλαγχνίας, ἀγάπης… Παρὰ ταῦτα ἡ σωτηρία ὁλοκληρώνεται στὸν Γολγοθᾶ· ὄχι στὸ Θαβώρ.» (Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Πρωτοπρ., «Ὁ Σταυρικὸς Θάνατος», στό: Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως (ἐπιμ.), Ἀνατομία Προβλημάτων Πίστεως, (ἐκδ.) Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 2006, σ. 62).

Καὶ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὁ Χριστὸς σηκώνει τὴν πανανθρώπινη ἁμαρτία Μόνος, καὶ παρατάσσεται μὲ τὸν διάβολο ἐν τῇ ἄκρᾳ κενώσει Του καὶ τὸν νικᾶ κατὰ κράτος. Μὲ τὸ Πάθος Του ὁ Χριστός μας ἐπάνω στὸ Ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ἰάτρευσε τὴν παρήκοη βρώση τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ τοῦ ξύλου, τοῦ δένδρου δηλ. ἐκείνου στὸν Παράδεισο «τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν» (Γεν. 3, 17). Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ πλέον τὴν ἑνοποιὸ δύναμη τῆς ἀνθρωπότητας. Ἂν τὸ ξύλο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ ἔγινε πρόξενος κακοῦ καὶ διάστασης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους, ἕνεκα τῆς ἀνυπακοῆς τῶν Πρωτοπλάστων στὴ θεία ἐντολή, τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ ἔγινε σημεῖο ἐπανένωσης τῶν ἀνθρώπων στὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὰ δύο ξύλα, ποὺ συνθέτουν τὸν σταυρὸ (κάθετο καὶ ἐγκάρσιο), συμβολίζουν τὴν ἕνωση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεὸ (κάθετο ξύλο), καθὼς καὶ τὴν ἕνωση τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους (ἐγκάρσιο ξύλο). Ἔτσι, ἡ ἕνωση τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους περνᾶ κατ᾽ ἀνάγκην μέσα ἀπὸ τὴ σχέση τους μὲ τὸν Θεό. Τὸ ἐγκάρσιο ξύλο παριστᾶ, ἐπίσης, τὰ δύο χέρια τοῦ Ἐσταυρωμένου Λυτρωτῆ μας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνοιγμένα, ἀγκαλιάζοντας ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ ἑνοποιὸς δύναμη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ ἀδελφοποιεῖ λοιπὸν τοὺς ἀνθρώπους, δημιουργώντας τὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης, τῆς ἀδελφοσύνης, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς εἰρήνης.

Μὲ τὸ ἄχραντο αἷμα Του, ποὺ ἔχυσε ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸν Σταυρό, τὸν ἁγίασε καὶ τοῦ ἔδωσε τὴ χάρη Του. Τὴ χάρη νὰ ἰατρεύει ἀσθενεῖς, νὰ κατευνάζει τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη, νὰ φωτίζει καὶ νὰ φυλάττει τοὺς ἀνθρώπους. Βεβαίως, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἔσωσε καὶ ἀνέπλασε τὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ σύνολη τὴν παναγία ἐπὶ γῆς ζωή Του, μὲ ἀποκορύφωμα ὅμως τὸ Σταυρικό Του Πάθος καὶ τὴ ζωηφόρο Του Ἀνάσταση. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Ἀνάστασή Του εἶναι στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἑορτολογικοῦ κύκλου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τῆς λειτουργικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς της ζωῆς. Βλέπετε, στὸν ναό, παντοῦ κυριαρχεῖ ὁ Σταυρός: Στὸ εἰκονοστάσι, στὴν ἁγία Τράπεζα, στὴν Πρόθεση, ὅπου καὶ ἡ ἀποκαθήλωση. Καὶ ἡ εὐλογία τοῦ ἱερέα, ποὺ ἁγιάζει, ποὺ ἱερουργεῖ ὅλα τὰ Μυστήρια, μὲ τὸν τύπο τοῦ Σταυροῦ χορηγεῖται. Καὶ αὐτὸ τὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων, ἡ Θεία Λειτουργία, ποὺ ἀποτελεῖ πνευματικῶς καὶ μυστηριωδῶς τὴν ἐπανάληψη τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μας στὴ γῆ, ἀποκορύφωμα ἔχει τὴ θυσία Του, τοῦ Σώματος καὶ Αἵματός Του ἐπάνω στὴν ἁγία Τράπεζα, ποὺ ἐπέχει τὸν τόπο τοῦ φρικτοῦ Γολγοθᾶ.

Ἀκόμη, ἐπίκεντρο τοῦ ἑορτολογικοῦ κύκλου τῶν κινητῶν ἑορτῶν, ὅπως τὶς ἀποκαλοῦμε, εἶναι ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἡ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ καί, στὴ συνέχεια, ἡ Ἀνάστασή Του. Ἀλλὰ καὶ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο, σὲ κάθε ἑβδομάδα, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἡ Ἐκκλησία καθόρισε δύο ἡμέρες νὰ εἶναι ἀφιερωμένες στὰ ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου: Τὴν Τετάρτη, ἡμέρα προδοσίας καὶ σύλληψης τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν Παρασκευή, ἡμέρα τοῦ Πάθους καὶ τῆς Σταύρωσής Του. Γι’ αὐτὸ καὶ θεσπίστηκε νηστεία κατὰ τὶς δύο αὐτὲς ἡμέρες. Καί, βεβαίως, ἡ Κυριακὴ καθιερώθηκε ὡς ἡ ἡμέρα τῆς ἐκ νεκρῶν Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Ἐδῶ, νὰ σᾶς παραθέσω ἕνα κείμενο περὶ τοῦ Σταυροῦ, τοῦ συγχρόνου ὁσίου, ὁμολογητοῦ καὶ μεγάλου Σέρβου θεολόγου, π. Ἰουστίνου Πόποβιτς: «Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν θάνατο, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀπὸ τὸν διάβολο, ἀπὸ τὴν κόλαση. Ὁ σταυρὸς εἶναι ἡ ‘‘δύναμη τοῦ Θεοῦ’’ καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτὸ εἶναι καὶ ἀνθρώπινη δύναμη καὶ ἀνθρώπινη δόξα. [Διότι, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ρήση τοῦ Χριστοῦ, «νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ» (Ἰω. 13, 31), ποὺ εἶπε μόλις ἔφυγε ὁ Ἰούδας ἀπὸ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο γιὰ νὰ σκευωρήσει τὴν προδοσία Του, ἀναφερόταν στὸ ἐπικείμενο τότε Πάθος καὶ τὸν Σταυρό Του]. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι θεμέλιο τῆς νέας ζωῆς, τῆς αἰώνιας ζωῆς, θεμέλιο τῶν Ἀποστόλων, θεμέλιο τῶν Μαρτύρων, θεμέλιο τῶν Ὁμολογητῶν, θεμέλιο τοῦ ἀσκητισμοῦ, θεμέλιο τῆς ἁγιωσύνης· μὲ μία λέξη, θεμέλιο ὅλου τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς πίστης καὶ τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας καὶ τῆς πραότητας καὶ τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς ἀπάθειας καὶ τῆς θεοποίησης. Ναί, εἶναι ‘‘ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ’’, μὲ τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι νικοῦν ὅλους τοὺς θανάτους, ὅλες τὶς ἁμαρτίες, ὅλα τὰ κακά.»

Ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὰ ἅγια Πάθη του, μᾶς χάραξε δρόμο καὶ τρόπο ζωῆς. Ὅπως διακηρύσσει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ποὺ καὶ ὁ ἴδιος ἔγινε μιμητὴς τοῦ Δεσποτικοῦ Πάθους, καθὼς τελειώθηκε μαρτυρικὰ στὴ Ρώμη σταυρωθεὶς κατὰ κεφαλῆς, «εἰ ἀγαθοποιοῦντες καὶ πάσχοντες ὑπομενεῖτε, τοῦτο χάρις παρὰ τῷ Θεῷ. εἰς τοῦτο γὰρ ἐκλήθητε, ὅτι καὶ Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Πέτρ. Α´, 2, 20-21). Δηλ. «ἂν κάνετε τὸ καλὸ καὶ ὑπομένετε ὑποφέροντας, τοῦτο ἀποτελεῖ δῶρο τοῦ Θεοῦ. Διότι σ᾽ αὐτὸ ἔχετε κληθεῖ, ἀφοῦ καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιὰ χάρη μας, ἀφίνοντάς μας παράδειγμα, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουμε στ᾽ ἀχνάρια Του». Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐπέλεξε τὴν ὁδὸ τοῦ μαρτυρίου καὶ τοῦ σταυροῦ, δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἐπιλογὴ γιὰ τὸν πιστὸ χριστιανό, παρὰ ἡ μὲ ὑπομονὴ καὶ εὐχαριστία ἄρση τοῦ προσωπικοῦ του σταυροῦ. Καί, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, οἱ πειρασμοὶ καὶ δοκιμασίες στὴ ζωή μας ἀποτελοῦν τὴ σφραγίδα τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἴμαστε γνήσια παιδιά Του καὶ ὄχι νόθα. Ἀποτελοῦν ἐπίσκεψη Θεοῦ καὶ ἀπόδειξη ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ καὶ ποθεῖ τὴ σωτηρία, τὸν ἁγιασμό μας.

Θὰ ἤθελα ἐδῶ νὰ ἐντρυφήσουμε γιὰ λίγο στὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου περὶ ἄρσεως τοῦ προσωπικοῦ μας σταυροῦ, ὅπως τὴν καταγράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8, 34-37).

Ἡ βαρυσήμαντη λοιπὸν αὐτὴ περικοπὴ ἀρχίζει μὲ τὰ σπουδαιότατα καὶ γεμάτα βαθὺ νόημα λόγια τοῦ Κυρίου: «Ὅποιος θέλει νὰ γίνει ἀκόλουθός μου, μιμητὴς δηλαδὴ τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς μου, πρέπει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, καὶ νὰ σηκώσει ἔπειτα τὸν σταυρό του καὶ ἔτσι νὰ μὲ ἀκολουθήσει.» Ἐδῶ ὁ Κύριός μας δὲν ἐννοεῖ ἀσφαλῶς νὰ φτιάξει ὁ καθένας ἕνα σταυρό, τὸν ὁποῖο νὰ κουβαλεῖ παντοῦ στὸν ὦμο του. Ὄχι! Ἀλλὰ μᾶς ζητεῖ πρῶτα αὐταπάρνηση, δηλαδὴ νὰ ἀρνηθοῦμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, «τὸν φθειρόμενο κατὰ τὴν ἀπάτη καὶ τὶς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου τούτου», ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καὶ στὴ συνέχεια νὰ σηκώσουμε τὸν σταυρό μας, δηλαδὴ νὰ συννεκρωθοῦμε μὲ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Τί σημαίνει τοῦτο, καὶ πῶς γίνεται; Συννέκρωση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἄρση τοῦ σταυροῦ, σημαίνει νὰ ἀγωνιζόμαστε μὲ ταπείνωση καὶ πίστη καὶ ἐλπίδα, νὰ κάνουμε πάντα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, νὰ ἀποδεχόμαστε τὶς θλίψεις, τὶς δοκιμασίες, τὶς ἀσθένειες, ποὺ στέλνει ὁ Κύριος γιὰ τὴ σωτηρία μας. Νὰ σηκώνουμε λοιπὸν καὶ τὸν ἑκούσιο σταυρό, δηλαδὴ νὰ ἀγωνιζόμαστε μὲ τὴ δική μας θέληση τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, μὲ νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη, συγχωρητικότητα, ταπείνωση, ἀγάπη, καὶ νὰ γινόμαστε ἔτσι νεκροὶ πρὸς τὰ πάθη καί, ταυτόχρονα, νὰ δεχόμαστε μὲ ὑπομονὴ καὶ εὐχαριστία τὶς ἀκούσιες θλίψεις στὴ ζωή μας, ὡς ἐρχόμενες μὲ τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν κάθαρση καὶ τὸν ἁγιασμὸ τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας. Ἀκούσιος σταυρὸς εἶναι ἀκόμη τὰ πάθη καὶ οἱ ποικίλες ἀδυναμίες, ποὺ ὁ καθένας μας κουβαλᾶ, εἴτε κληρονομικά, εἴτε ἐπίκτητα, καὶ ἐνάντια στὰ ὁποῖα ὀφείλει διὰ βίου νὰ ἀντιπαρατάσσεται καὶ νὰ τὰ καταπολεμεῖ. Καὶ πάντοτε, ἀσφαλῶς, ὁ πιστὸς νὰ ἀποβλέπει στὸν Λυτρωτή, ποὺ σήκωσε τὸν βαρύτερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους Σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ὁ Χριστός μας διασαφηνίζει ἀμέσως στὴ συνέχεια τὸ σὲ τί συνίσταται ἡ ἄρση τούτη τοῦ Σταυροῦ. «Ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ψυχή του», εἶπε, «θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀποβάλει, νὰ νεκρωθεῖ δηλαδὴ ὡς πρὸς τὴ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων. Κι ὅποιος ἔτσι νεκρωθεῖ, χάριν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, αὐτὸς θὰ σώσει τὴν ψυχή του.»

Στὴν Ἐκκλησία, ἀδελφοί, ἔχουμε τρεῖς διαστάσεις, ἂν μπορέσουμε νὰ τὶς χαρακτηρίσουμε ἔτσι: Τὸν Σταυρό, τὸν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ καὶ τοὺς ἐσταυρωμένους, δηλαδὴ ἐμᾶς τοὺς βαπτισθέντας χριστιανούς. Γιατὶ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας αὐτῆς εἶναι «ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἐνανθρώπησής Του», κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο. Καί, ὅπως γράφει ὁ θεηγόρος Παῦλος καὶ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε». Ἀφοῦ λοιπὸν φέρουμε μέσα μας τὸν Χριστό, γίναμε Χριστοφόροι μὲ τὰ Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ Χρίσματος, καὶ μάλιστα τῆς Θείας Κοινωνίας, χρειάζεται καὶ ὁ προσωπικός μας ἀγώνας, νὰ μιμηθοῦμε τὸ κατὰ δύναμη τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μας, καὶ ἄρα κι ἐμεῖς νὰ σταυρωθοῦμε. Ἀλλὰ πῶς, θὰ ἐρωτήσει κάποιος; Πῶς θὰ ἐφαρμοσθεῖ αὐτό, ποὺ κηρύσσει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «κόσμος ἐμοὶ ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κόσμῳ»; Ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀδελφοί, ὁ ἀγώνας τοῦ Ὀρθοδόξου πιστοῦ ἐκεῖ σταδιακὰ στοχεύει: Νὰ ἀγωνίζεται δηλαδὴ νὰ νεκρώνει τὸν ἑαυτό του ὡς πρὸς τὰ πάθη, τὶς ἐπιθυμίες, τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου τούτου. Διότι σταύρωση, σημαίνει ἀκινησία, πόνος καί, τέλος, θάνατος τοῦ ἐσταυρωμένου. Ἔτσι κι ἐμεῖς: Πρέπει νὰ νεκρώνουμε «τὰ μέλη ἡμῶν τὰ ἐπὶ γῆς», νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ μὴν ἐνεργοῦμε τὴν ἁμαρτία, ἔστω καὶ μὲ κόπο, μὲ πόνο ψυχῆς, καὶ ἔτσι νὰ γινόμαστε ὡσὰν νεκροὶ ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ μας. Ἔτσι γινόμαστε μέτοχοι τοῦ Σταυροῦ καὶ τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ μας, ἀλλὰ καὶ τῆς ζωηφόρου Ἀναστάσεώς Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ μετοχὴ στὰ ἅγια Πάθη τοῦ Χριστοῦ, κι ὄχι μιὰ στείρα συναισθηματικὴ λύπη γιὰ τὸν Ἐσταυρωμένο, ὅπως συνηθίζεται στοὺς Ρωμαιοκαθολικούς. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἔννοια τοῦ παλαιοῦ ἐκείνου σοφοῦ ρητοῦ· «Ἂν πεθάνεις πρὶν πεθάνεις, δὲν θὰ πεθάνεις ὅταν πεθάνεις». Δηλαδή, ἂν νεκρώσεις τὰ πάθη σου καὶ νεκρωθεῖς γιὰ τὴν ἁμαρτία, ἐνόσω ἀκόμη ζεῖς, δὲν θὰ πεθάνεις τὸν δεύτερο καὶ αἰώνιο θάνατο, ὅταν ἀποθάνεις σωματικά.

Στὴ συνέχεια τῆς ἐν λόγῳ περικοπῆς, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ἀναδεικνύει τὸ ἄφθαστο μεγαλεῖο καὶ τὴν ἀνυπολόγιστη ἀξία κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς, λέγοντας πὼς κανένα πρᾶγμα τοῦ κόσμου τούτου, οὔτε ὅλος ὁ κόσμος μαζὶ δὲν ἀποτελεῖ ἰσότιμο ἀντάλλαγμα μιᾶς ψυχῆς. Τοῦτο ἀκριβῶς ἀναδεικνύει τὴ μέγιστη ἀξία τῆς ψυχῆς καὶ κατ’ ἐπέκταση τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ψυχὴ εἶναι θεία, καὶ μετέχει τῆς θεϊκῆς εὐγένειας, κατὰ τὸν Θεολόγο Γρηγόριο, τίποτα ἀπὸ τὰ ὑλικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν ἀξία της. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀπώλειά της, δηλαδὴ ἡ παράβαση τοῦ θείου θελήματος καὶ ἡ ὑποδούλωση στὴν ἁμαρτία, δὲν ἐξαγοράζεται μὲ κανένα πράγμα τοῦ κόσμου τούτου. Ἡ ἀπώλεια, ἂν παραμείνει κάποιος ἀμετανόητος, καθίσταται ὁριστικὴ μὲ τὸν θάνατο. Καὶ εἶναι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀθανάτων ψυχῶν μας, ποὺ ὁ Δεσπότης μας Χριστὸς ἔπαθε στὸν Σταυρὸ καὶ ὑπέμεινε τὸν ἀτιμωτικότερο θάνατο τῆς ἐποχῆς Του. Τὸ χυμένο στὸν Σταυρὸ πανάχραντο Αἷμα Του μᾶς ἔγινε ἀπολύτρωση. Φθάνει ὅμως νὰ εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του, ἀλλὰ μέλη ζωντανά, ἐνεργά, καὶ νὰ ζοῦμε μὲ μετάνοια, γιὰ νὰ οἰκειοποιηθοῦμε τὴ Χάρη αὐτὴ τῆς ἀπολυτρώσεως.

Αὐτὴ λοιπὸν ἡ τεράστια ἀξία τῆς ψυχῆς μας καθορίζει φυσικὰ καὶ τὸ χρέος καὶ τὴν εὐθύνη μας ἀπέναντι στὸν Δημιουργό. Ὁ βασικὸς σκοπὸς τῆς παρούσας ζωῆς, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι νὰ γίνουμε μέτοχοι τῆς θείας, τῆς ἀληθινῆς, τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κι αὐτὸ εἶναι ποὺ ὀνομάζουμε «σωτηρία τῆς ψυχῆς». Καὶ χρειάζεται ἀγώνας καὶ κόπος, γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουμε τοῦτο, πάντοτε ἀσφαλῶς μὲ τὴ συνέργεια τῆς θείας Χάρης. Χρειάζεται ἰσόβιος ἀγώνας, νὰ μὴν αἰχμαλωτιστοῦμε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ μάταιου τούτου κόσμου. Γιατί, ὅπως θεόπνευστα ὁρίζει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης, «κάθε τι τὸ ἐφάμαρτο στὸν κόσμο τοῦτο δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐπιθυμία τῆς σάρκας καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ματιῶν καὶ ἡ κενοδοξία τῆς κοσμικῆς ζωῆς», πράγματα ποὺ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ τὸν διάβολο.

Μὲ τὸ ἄχραντο Πάθος Του ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὁ Κύριος καθαγίασε, ὄχι μόνο τὸν Τίμιο Σταυρό του καὶ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀνθρώπινο πόνο, τὴν ἀσθένεια, τὴ θλίψη, τὴν ὀδύνη. Καὶ ὅταν ὁ πιστὸς προσλάβει τὸν ὅποιο ἀκούσιο σταυρὸ τοῦ ἀποστείλει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅταν τὸν ἀγκαλιάσει καὶ τὸν ἀποδεχτεῖ μὲ πίστη καὶ ταπείνωση καὶ εὐχαριστία στὸν Ἐσταυρωμένο Δεσπότη, τότε ἁγιάζεται ἡ ὅποια δοκιμασία του, ἁγιάζεται καὶ ὁ ἴδιος καὶ γίνεται μέτοχος τοῦ Θεοῦ, κοινωνὸς τῆς θείας δόξας.

Τὸ δῶρο τοῦ κόσμου, τῆς παρούσης ζωῆς, εὐδόκησε ὁ Θεὸς νὰ τὸ εὐλογήσει καὶ ἁγιάσει μὲ τὸν σταυρό, γιὰ νὰ γίνει μέσο σωτηρίας καὶ ἁγιασμοῦ. Χωρὶς σταυρό, ὁ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος ἀπολυτοποιεῖ τὸν κόσμο καὶ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ, τὰ θεωρεῖ αἰώνια, καὶ ἔτσι κινδυνεύουν νὰ γίνουν αἴτια αἰώνιας ἀπώλειας. Μὲ τὸν σταυρὸ στὰ πρόσκαιρα ἀγαθά, ἀντιλαμβάνεται ὁ ἄνθρωπος ὅτι δὲν ἀποτελοῦν αὐτοσκοπό, ἀλλὰ μέσα γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Θὰ ἤθελα στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ σᾶς παραθέσω ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα σχετικὸ -θεόπνευστο πραγματικὰ- κείμενο ἑνὸς μεγάλου Ρώσου διδασκάλου τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ ἔζησε τὸν 19ο αἰώνα, τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, ἐπισκόπου Σταυρουπόλεως (1807-1867).

«Ὅσο ὁ σταυρὸς παραμένει μόνο δικός μας, εἶναι πολύ βαρύς. Ὅταν μεταβληθεῖ σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἐξαιρετικὰ ἐλαφρός. ‘‘Γιατὶ ὁ ζυγός μου εἶναι χρηστὸς καὶ τὸ φορτίο μου ἐλαφρό’’, εἶπε ὁ Κύριος.

Ὁ σταυρὸς τοποθετεῖται στοὺς ὤμους τοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτὸς ἀναγνωρίσει πὼς εἶναι ἄξιος τῶν θλίψεων ποὺ τοῦ ἔστειλε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ σηκώνει ὀρθὰ τὸν σταυρό του, ὅταν παραδέχεται ὅτι οἱ θλίψεις εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴ μεταμόρφωση του, τὴν ὁμοίωση του μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ σωτηρία του.

Ἡ καρτερικὴ ἄρση τοῦ σταυροῦ σου εἶναι ἡ καθαρὴ θέαση καὶ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς σου. Σ᾽ αὐτὴ τὴν ἐπίγνωση δὲν ὑπάρχει αὐταπάτη. Ἀπεναντίας, ἂν ὁμολογεῖς πὼς εἶσαι ἁμαρτωλὸς ἀλλὰ βαρυγκωμᾶς γιὰ τὸν σταυρό σου, ἀποδεικνύεις πὼς ἔχεις ἐπιφανειακὴ γνώση τῆς ἁμαρτωλότητάς σου καὶ βρίσκεσαι μέσα στὴν αὐταπάτη. Ἡ καρτερική ἄρση τοῦ σταυροῦ σου εἶναι ἡ πραγματικὴ μετάνοια.

Καρφωμένος στὸν σταυρό, ὁμολόγησε μπροστὰ στὸν Κύριο πὼς οἱ ἀποφάσεις Του εἶναι ἀλάθητες. Κατηγόρησε τὸν ἑαυτό σου, δικαίωσε τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ λάβεις τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου.

Καρφωμένος στὸν σταυρό, ὁμολόγησε τὸν Χριστό, καὶ θ᾽ ἀνοιχθοῦν γιὰ σένα οἱ πύλες τοῦ παραδείσου (ὅπως στὸν ἐκ δεξιῶν συσταυρωμένο ληστή).

Καρφωμένος στὸν σταυρό σου, δόξασε τὸν Κύριο, ἀποδιώχνοντας ὡς ἄνομο καὶ βλάσφημο κάθε λογισμὸ παραπόνου καὶ γογγυσμοῦ.

Καρφωμένος στὸν σταυρό σου, εὐχαρίστησε τὸν Κύριο γι᾽ αὐτὸ τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο Του, τὴ δυνατότητα δηλαδὴ ποὺ σοῦ δίνει νὰ Τὸν μιμηθεῖς μὲ τὶς ὀδύνες σου.

Καρφωμένος στὸν σταυρό σου, νὰ θεολογεῖς -γιατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι τὸ ἀληθινό σχολεῖο, τὸ μοναδικό θησαυροφυλάκιο καὶ ὁ ὕψιστος θρόνος τῆς αὐθεντικῆς θεολογίας. Δίχως σταυρὸ δὲν ὑπάρχει ζωντανὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.

‘‘Μὴ ζητᾶς τὴν τελειότητα τοῦ νόμου τῆς ἐλευθερίας (δηλ. τοῦ Εὐαγγελίου) σὲ ἀνθρώπινες ἀρετές, γιατὶ τέλειος ἄνθρωπος μ᾽ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς δὲν ὑπάρχει. Ἡ τελειότητα εἶναι κρυμμένη στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ’’, ὅπως θεόπνευστα ἀποφαίνεται ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής.

Σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μεταβάλλεται ὁ σταυρὸς τοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτὸς τὸν σηκώνει μὲ εἰλικρινὴ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, εὐχαριστώντας καὶ δοξολογώντας τὸν Κύριο. Ἀπὸ τὴν εὐχαριστία καὶ τὴ δοξολογία ἔρχεται ἡ πνευματικὴ παρηγορία. Ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ δοξολογία γίνονται πλούσιες πηγὲς ἀσύλληπτης καὶ ἄφθαρτης χαρᾶς, ποὺ κοχλάζει εὐεργετικὰ μέσα στὴν καρδιά, ξεχύνεται στὴν ψυχή, ἁπλώνεται στὸ σῶμα, κυριεύει ὅλη τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιὰ τοὺς σαρκικοὺς ἀνθρώπους ἀσήκωτος. Γιὰ τὸν μαθητὴ καὶ ἀκόλουθο τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, εἶναι ἀστείρευτη πηγὴ ἀνέκφραστης πνευματικῆς εὐφροσύνης. Τόσο μεγάλη εἶναι αὐτὴ ἡ εὐφροσύνη, ποὺ ἐξουδετερώνει ἐντελῶς τὴ θλίψη καὶ τὸν πόνο.

Ἡ νεαρὴ μάρτυς Μαύρα εἶπε στὸν σύζυγό της Τιμόθεο, ὅταν ἐκεῖνος, ὑπομένοντας μὲ καρτερία φοβερὰ βασανιστήρια γιὰ τὴν πίστη του στὸν Χριστό, τὴν καλοῦσε στὸ μαρτύριο: ‘‘Φοβᾶμαι, ἀδελφέ μου, νὰ μὴ δειλιάσω, ὅταν ἰδῶ τὰ βασανιστικὰ ὄργανα καὶ τὸν ὀργισμένο ἡγεμόνα· φοβᾶμαι μήπως λυγίσω, ἐπειδὴ εἶμαι νέα.’’ Καὶ ὁ Τιμόθεος τῆς ἀπάντησε: ‘‘Νὰ στηρίξεις τὴν ἐλπίδα σου στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καὶ τὰ βασανιστήρια θὰ γίνουν λάδι, ποὺ θὰ χυθεῖ πάνω στὸ σῶμα σου, θὰ γίνουν πνοὴ δροσιᾶς, ποὺ θὰ σὲ ἀνακουφίσει ἀπὸ τοὺς πόνους σου’’. Ὅπως καὶ ἔγινε!

Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων. Ὁ Σταυρὸς εἶναι ὁ θεραπευτὴς τῶν παθῶν καὶ ὁ ἐξολοθρευτὴς τῶν δαιμόνων.

Θανατηφόρος εἶναι ὁ σταυρός τους γιὰ ὅσους δὲν φρόντισαν νὰ τὸν μεταβάλουν σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, γιὰ ὅσους βαρυγκωμοῦν ἐνάντια στὴ Θεία πρόνοια, γιὰ ὅσους παραδίνονται στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀπόγνωση. Οἱ ἁμαρτωλοί, ποὺ δὲν ἔχουν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς τους, ἑπομένως οὔτε καὶ μετάνοια, πεθαίνουν γιὰ πάντα πάνω στὸν σταυρό τους καὶ στεροῦνται, ἀπὸ ἔλλειψη αὐτογνωσίας καὶ καρτερίας, τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴ ζωὴ μαζὶ μὲ τὸν Θεό. Οἱ ψυχές τους κατεβαίνουν ἀπὸ τὸν σταυρὸ τῶν θλίψεων μόνο νεκρές, γιὰ νὰ ριχθοῦν στὸν αἰώνιο τάφο, στὴ φυλακὴ τοῦ ᾅδη.

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἀνυψώνει πάνω ἀπὸ τὴ γῆ τὸν σταυρωμένο σ᾽ αὐτὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, καρφωμένος στὸν σταυρό του καὶ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ἔχει τὶς σκέψεις του στραμμένες στὰ αἰώνια καὶ ἄφθαρτα ἀγαθά, μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του ζεῖ στὸν οὐρανὸ καὶ θεωρεῖ τὰ μυστήρια τοῦ Πνεύματος.»

Νομίζω πὼς στὴ συνάφεια αὐτὴ εἶναι καλὸ νὰ ἀναφέρουμε τὴν ἑρμηνεία ὁρισμένων ὑπομνηματιστῶν τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου, ἀναφορικὰ μὲ «τὸ ὄνομα τοῦ θηρίου (δηλ. τοῦ ἀντιχρίστου) ἢ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ», τὸ περίφημο ΧΞϚ´, ποὺ ἀποδίδεται σὲ ὁρισμένα χειρόγραφα καὶ ὁλογράφως, ὡς ἑξακόσια ἑξήκοντα ἕξ. Κάποιες λοιπὸν συμβολικὲς ἑρμηνεῖες ἐκλαμβάνουν τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀριθμοῦ ΧΞϚ ὄχι ὡς ἀριθμούς, ἀλλὰ ὡς γράμματα, τὰ ὁποῖα θεωροῦν εἴτε ἀρχικὰ εἴτε συντμήσεις λέξεων καὶ προτείνουν τὰ ὅσα κατὰ τὴ γνώμη τους ἀντιστοιχοῦν. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἑρμηνεῖες εἶναι ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ ἀντιχρίστου σημαίνει «Χριστὸς ξενίζων σταυροῦ», ἢ «Χριστὸς ξένος σταυροῦ». Ὁ ἀντίχριστος δηλαδὴ θὰ προτείνει στοὺς ὀπαδούς του ἕνα τρόπο ζωῆς ξένον σταυροῦ, μία ζωὴ χωρὶς σταυρό, ἤτοι «τὴν πλατείαν πύλην καὶ εὐρύχωρον ὁδόν, τὴν ἀπάγουσαν εἰς τὴν ἀπώλειαν» (Ματθ. 7, 13).

Γιὰ νὰ καταλήξουμε, ἀγαπητοί μου πατέρες καὶ ἀδελφοί, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὸ διὰ βίου παράδειγμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων, σωτηρία, ἀνάσταση, δὲν ὑπάρχει χωρὶς σταυρό. Τῆς ἀνάστασης προηγεῖται ἀπαραίτητα ὁ σταυρός. Ὁ σταυρὸς εἶναι πρόξενος τῆς νῦν καὶ τῆς αἰώνιας εὐφροσύνης: «Ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ σταυροῦ χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Ἀλλά, ἐνῶ στὸν κάθε ἄνθρωπο χορηγεῖται ἕνας σταυρός, πολυσύνθετος συνήθως, γιὰ τὸν ἁγιασμό του, γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας του, δὲν εἶναι αὐτονόητο ὅτι μέσῳ τοῦ σταυροῦ του σώζεται. Θὰ σωθοῦμε, ἐὰν ἀποδεχθοῦμε τὸν ὅποιο σταυρὸ ὡς δῶρο Θεοῦ (ὅπως λέγει ὁ θεηγόρος Παῦλος, «ὅτι ἡμῖν ἐχαρίσθη, τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν» [Φιλ. 1, 29]), ὡς τρόπο συσταύρωσης καὶ συννέκρωσης μαζί Του, γιὰ νὰ συζήσουμε μαζί του αἰώνια. Ἐὰν δηλαδὴ ἀπεργαστοῦμε τὸν σταυρό μας, ὡς Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.