Γιατὶ ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε τὸν Χριστό – Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής

Πνευματικοί Λόγοι: Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής - Γιατὶ ὁ Πέτρος ...

___

ρωτ.: Γέροντα, μς μιλήσατε προηγουμένως γιά τό τελές το π. Πέτρου, πρό τς Πεντηκοστς. Λόγω τς τέλειάς του ρνήθηκε τόν Κύριό μας;

 

παντ.: Τό θέμα τς ρνήσεως το Πέτρου, κατά τίς κρίσεις τν Πατέρων, εναι οκονομία. Διότι δέν το δυνατό  Πέτρος,  ποος ες λη τήν περίοδο πο ταν μαζί μέ τόν Χριστό καί δειξε τόσο ζλο καί τόση ταπεινοφροσύνη, νά πέση σέ τόσο μεγάλο λάθος, νά ρνηθ τρες φορές τόν Δεσπότη Χριστό. Δέν εναι λογικό ατό. Θυμηθετε τήν μολογία το Πέτρου!

 

ταν  ησος μς ρώτησε: «μες δέ τίνα μέ λέγετε εναι;»  Πέτρος μολόγησε καί επε: «Σύ ε  Χριστός  υός το Θεο το ζντος». Καί  ησος μας γύρισε καί το επε: «Μακάριος ε, Σίμων Βαριωνά, τι σάρξ καί αμα οκ πεκάλυψέ σοι, λλ’  Πατήρ μου  ν τος ορανος. Κγ δέ σοι λέγω τι σύ ε Πέτρος, καί πί ταύτ τ πέτρ οκοδομήσω μου τήν κκλησίαν». (Ματθ. 16,16-18).

 Πέτρος κατά φύσι ταν πολύ ζηλωτής καί συμβίβαστος. Μέσα στήν πανσοφία Του  Θεός, μετά τήν θερμή του μολογία, τόν θεσε θεμέλιο τς κκλησίας. πειδή μως  κκλησία θά γκάλιαζε λη τήν νθρώπινη φύσι, λους τος χαρακτρες, χι μόνο τούς ζηλωτές καί σχυρούς λλά καί τούς σθενες καί δυνάτους, πιτρέπει  Κύριος τήν τριπλ ρνησι. Διότι, μήν ξεχνμε• ο περισσότεροι νθρωποι εναι σθενες καί δύνατοι. Οτε στούς πέντε νά κατό δέν θά ερωμε σχυρούς χαρακτήρας, ο ποιοι γάπησαν τόν Θεό ξ λοκλήρου καί μέ τήν ρμή τς γάπης τους δειξαν αταπάρνησι. Γι’ ατούς λοιπόν τούς πολοίπους σθενες γινε οκονομία.  Πέτρος μως ς ζηλωτής καί σχυρός, πο δέν εχε μέσα του νόημα συγκαταβάσεως, δέν θά τό καταλάβαινε ατό.

 

πομένως κάνει μία οκονομία  Θεός καί πιτρέπει νά τόν ρνηθστερα τόν θεραπεύει μόνος Του. Τόν πλησιάζει καί το λέει: «Πέτρε, φιλες με; Πέτρε, γαπς με;» λυπήθη  Πέτρος, δέν τό κατάλαβε. λλά ο τρες ρωτήσεις ταν  θεραπεία τς τρισσς ρνήσεως.

 

Μέ τήν τριπλ μολογία,  Πέτρος, ξήλειψε τήν νοχή. μαθε μως κ πείρας, τι καί ο ζηλωταί κόμη χουν νάγκη πιεικείας.

 

Τό διο κάνει  Θεός καί στόν π. Παλο. πειδή ταν  σπονδυλική στήλη τς κκλησίας, τόν φήνει στήν ρχή νά γίνη διώκτης, χθρός• καί στερα τόν παίρνει• καί ατός μέ συναίσθησι βαθυτάτης ταπεινοφροσύνης λέγει: «Οκ εμί κανός καλεσθαι πόστολος, διότι δίωξα τήν κκλησία το Χριστο». χω μως να λαφρυντικό, τι «γνον ποίησα».

 

Βλέπετε μέ πόση πανσοφία  Θεός οκονομε γιά νά δώση καί σέ μς παρηγοριά. Διότι ατοί ο κορυφαοι άν μπαιναν μέ τήν δύναμι τς ρμς τους μέσα στήν κκλησία, πο θά ξεραν τι μες ο δύνατοι δέν μπορομε τώρα νά κρατήσωμε; Μέ ατό τόν τρόπο συγκαταβαίνει  θεία γαθότης πρός τίς δυναμίες τν νθρώπων, στε νά μπορέσωμε καί μες νά φθάσωμε ες ατή. Κατεβαίνει  Θεός γιά νά σηκωθομε μες.

Η φανέρωση της Αγίας Τριάδος στον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή.

geron_iosif_isixastis Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής 02

 Ένα σχετικά πρόσφατο περιστατικό που έλαβε χώρα προ ολίγων ετών (περίπου 60), περιλαμβάνεται  στον βίο τού Αγίου Γέροντος Ιωσήφ τού Ησυχαστού, και ίσως είναι το μοναδικό αντίστοιχο περιστατικό με αυτό τής φιλοξενίας τού Αβραάμ, που διαδραματίστηκε όμως εις την μετά Χριστόν εποχή. Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον Άγιο Γέροντα να μάς το περιγράψει:

«Άλλην φοράν πάλιν αγρυπνώντας μόνος εις το πολύ μικρό καλυβάκι μου – διότι μόνοι μας με τον Γέρο Αρσένιο αγρυπνούσαμε κατά νύχτα ο καθείς εις το κελλί του με την ευχήν και με δάκρυα – ήλθον πάλιν εις θεωρίαν. Εγέμισεν φως το κελλί μου, καθώς όταν είναι μέρα. Και εις το μέσον εφάνησαν τρία παιδάκια έως δέκα ετών το καθένα. Ένα ανάστημα. Μία μορφή. Μία ενδυμασία. Ένα πρόσωπον, εις την ευμορφίαν. Και εγώ εθαύμαζων εις την θεωρίαν τους ήμην όλος εκστατικός. Αυτά δε ακουμβώντας το ένα εις το έτερον με ηυλόγουν τα τρία ομού, όπως ευλογεί ο ιερεύς, και μελωδικώς έψαλλον: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Αλληλούια»! Και εβάδιζον επάνω μου, και πάλιν οπίσω-οπίσω επήγαιναν, χωρίς να κάμουν μεταβολήν, και πάλιν εβάδιζον κατ’ επάνω μου ψάλλοντας. Εγώ δε έλεγον διαλογιζόμενος· πού έμαθαν τόσον μικρά να ψάλλουν τόσον ωραία και να ευλογούν; Χωρίς να έλθη εις τον νουν μου ότι εις το Άγιο Όρος δεν υπάρχουν τόσον μικρά και τόσον ωραία παδάκια. Και ούτως πάλιν, καθώς ήλθον, έφυγαν να υπάγουν να ευλογήσουν και άλλους. Και εγώ έκθαμβος, ημέρες παρήρχοντο δια να διαλυθή η χαρά και να εξαλειφθούν από την μνήμη μου. Αλλά μήτε εξαλείφονται ποτέ τα τοιαύτα». (Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού, ‘Έκφραση Μοναχικής Εμπειρίας’, επιστολή ΛΖ΄ (37), σελ. 214, έκδοση 1979 Ι.Μ. Φιλοθέου Άγιον Όρος).