ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕ ΓΝΩΡΙΖΕΙ Ο ΘΕΟΣ

Agia_Grafh_03

π. Δημητρίου Μπόκου

Πολὺ τῆς μόδας ἔγιναν στὴν ἐποχή μας καὶ θεωροῦνται μοντέρνες ἰδέες τὰ θολά, βαλτωμένα ἀπόνερα πολὺ παλιῶν θρησκευτικῶν θεωριῶν γιὰ τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ποιά εἶναι ἡ σημασία του γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ νὰ μιλάει κανεὶς σήμερα μὲ τοὺς «παρωχημένους» ὅρους Χριστός, Παναγία, Ἁγία Τριάδα, προσευχή, ἄγγελος, δαίμονας, διάβολος, ἅγιος, θαῦμα, Θεὸς καὶ μάλιστα Θεός-πρόσωπο, εἶναι πολὺ ξεπερασμένο. Ἀντιθέτως ἂν πεῖ τὶς μαγικὲς λέξεις ἀνώτερη ἢ ἀπρόσωπη δύναμη, συμπαντικὴ ἢ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ ἐνέργεια, προσωπικὴ αὔρα, διαλογισμός, γιόγκα, ἐξωσωματικὴ ἐμπειρία κ. λ. π., εἶναι εὐθυγραμμισμένος ἀπόλυτα μὲ τὴν προοδευτική, κουλτουριάρικη διανόηση, πού, νομίζοντας ὅτι ἔχει ἐξελιχθεῖ καὶ φθάσει σὲ ἀνώτερη «γνώση», περιφρονεῖ ὁτιδήποτε δὲν ἀνήκει στὴ «γνώση» αὐτή.

Ἀλλὰ τί σημαίνει ἀπρόσωπη δύναμη; Μιὰ δύναμη ποὺ δὲν προσωποποιεῖται σὲ μιὰ συγκεκριμένη ὀντότητα. Μιὰ οὐσία, μιὰ φύση ποὺ δὲν ὑλοποιεῖται σὲ μιὰ ἰδιαίτερη ἐνσυνείδητη μορφή, δὲν «ὑποστασιάζεται» σὲ πρόσωπο, ὅπως λέει ἡ θεολογικὴ γλώσσα, δὲν ἀποτελεῖ μιὰ αὐτοτελῆ ὕπαρξη. Συνεπῶς δὲν ἔχει τὰ γνωρίσματα, τὶς ἰδιότητες ἑνὸς διακεκριμένου ὄντος. Δηλαδὴ δὲν ἔχει καμμιὰ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ της. Δὲν ξέρει ὅτι ὑπάρχει, ἐφόσον δὲν μπορεῖ νὰ σκεφθεῖ. Εἶναι ὑποταγμένη στοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴ φύση της. Δὲν ἔχει προσωπικὴ ἐλευθερία νὰ κινηθεῖ ἔξω ἀπὸ αὐτούς, νὰ ἐνεργήσει, νὰ κάνει κάτι διαφορετικό. Δὲν ἔχει προσωπικὴ θέληση, οὔτε προσωπικὰ συναισθήματα ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο προσωπικὸ χαρακτηρίζει μιὰ χωριστὴ ὕπαρξη.

Ἂς τὸ δοῦμε, γιὰ πιὸ εὔκολα, σὲ μιὰ φυσικὴ δύναμη. Ἂς πάρουμε τὴν ἐνέργεια σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς γνωστές της μορφές, π. χ. τὸν ἠλεκτρισμό. Γεμίζει τὸν φυσικὸ κόσμο, χωρὶς νὰ ὑλοποιεῖται σὲ μία συγκεκριμένη, ξεχωριστή, συνειδητὴ ὕπαρξη, ποὺ νὰ μπορεῖ δηλαδὴ νὰ σκέφτεται, νὰ αἰσθάνεται, νὰ γνωρίζει ἄλλα ὄντα, νὰ ἔρχεται σὲ σχέση μαζί τους, νὰ ἀγαπᾶ ἢ νὰ μισεῖ. Ὅποιος τὸ ἰσχυρισθεῖ αὐτὸ θὰ θεωρηθεῖ ἀμέσως ἠλίθιος. Ἐκδηλώνεται μόνο ὅπως ἐπιβάλλουν οἱ φυσικοὶ νόμοι ποὺ τὴν διέπουν. Δὲν ἔχει προσωπικὴ ἐλευθερία οὔτε θέληση νὰ πράξει κάτι ποὺ δὲν ἐντάσσεται στοὺς νόμους αὐτούς. Δὲν ἔχει συνείδηση τῆς ὕπαρξής της, δηλαδὴ δὲν ξέρει κὰν ὅτι ὑπάρχει σὰν οὐσία ἢ ἐνέργεια. Εἶναι μιὰ τυφλὴ δύναμη. Ὅποιος μπορεῖ νὰ ἐλέγξει τοὺς φυσικοὺς νόμους, μπορεῖ νὰ ρυθμίσει καὶ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους λειτουργεῖ ὁ ἠλεκτρισμός. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὑποτάσσει τὸν ἠλεκτρισμὸ καὶ τοῦ ὑπαγορεύει μὲ τί τρόπο θὰ ἐκδηλώνεται. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἔλεγχος τῶν φυσικῶν νόμων, ὁ ἠλεκτρισμὸς δρᾶ τυφλὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕρμαιο τῆς ἀπρόσωπης δύναμής του (π. χ. κεραυνός). Δὲν μπορεῖ νὰ ἐλπίζει σὲ κάποια εὐσπλαχνία ἐκ μέρους μιᾶς ἀδυσώπητης τυφλῆς δύναμης.

Τί σημαίνει προσωπικὴ ὕπαρξη; Νὰ ὑπάρχει κάποιος μὲ συγκεκριμένη ὀντότητα. Νὰ ἔχει συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του. Νὰ νοιώθει, νὰ ξέρει ὅτι ὑπάρχει. Νὰ γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ, «εἶμαι ὁ τάδε». Νὰ εἶναι πρόσωπο, προσωπικότητα. Νὰ σκέφτεται, νὰ θέλει, νὰ μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει ἐλεύθερα, εἴτε γιὰ τὸ καλό του εἴτε γιὰ τὸ κακό του. Νὰ ἔχει συναισθήματα, νὰ μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει ἢ νὰ μισήσει. Νὰ μπορεῖ δηλαδὴ νὰ σχετισθεῖ κατὰ βούλησιν μὲ ἄλλα συνειδητὰ ὄντα, νὰ κινηθεῖ πρὸς αὐτὰ ἢ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ κοντά τους. Νὰ ἔχει ὅλα τὰ γνωρίσματα μιᾶς ὕπαρξης ποὺ ἔχει ἐνσυνείδητη αἴσθηση τοῦ ἑαυτοῦ της.

Τέτοια ὅμως ὕπαρξη ἐνσυνείδητη, προσωπικὴ ὄχι ἀπρόσωπη, εἶναι καὶ ὁ Θεός, ὅπως μᾶς τὸν φανέρωσε ὁ Χριστός. Ἔχει ἀπόλυτη συνείδηση ὅτι ὑπάρχει. Εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐνεργήσει ὅπως θέλει. Δὲν ὑποτάσσεται παρὰ τὴ θέλησή του σὲ κανένα τυφλὸ νόμο. Ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἀγαπάει καὶ μάλιστα ἀπέραντα. Γνωρίζει τὸν ἄνθρωπο, μπορεῖ καὶ θέλει νὰ σχετίζεται μαζί του καὶ μάλιστα τὸν προσκαλεῖ σὲ μία, ἐλεύθερη πάντα, πραγματικὴ ἕνωση μαζί του. Ὅπου ὁ ἄνθρωπος δὲν χάνει τὸ δικό του πρόσωπο, τὴ δική του ὕπαρξη, τὴ δική του αὐτοσυνειδησία. Ἀλλὰ δέχεται τὴν ἐνέργεια (ἀγάπη) τοῦ Θεοῦ καί, χωρὶς νὰ χάσει τίποτε ἀπ’ τὴ δική του ἐνσυνείδητη ὀντότητα, βιώνει καὶ μιὰν ἄλλη θαυμαστὴ πραγματικότητα. Σὰν τὸ σίδερο ποὺ θερμαίνεται στὴ φωτιά, ἑνώνεται μὲ τὴν ἐνέργειά της (τὴ θερμότητα) καὶ κοκκινίζει, χωρὶς νὰ παύει ποτὲ νὰ εἶναι σίδερο.

Ἡ ἕνωση ὅμως μὲ μιὰ ἀπρόσωπη τυφλὴ θεότητα, λένε οἱ ὑπέρμαχοί της, σημαίνει νὰ διαλυθεῖ ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη μέσα στὴν ἀπρόσωπη ἀνώτερη(;) δύναμη. Ὅπως πέφτει μιὰ σταγόνα στὸν ὠκεανὸ καὶ διαχέεται, χάνεται. Γίνεται ἕνα μαζί του. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἡ σταγόνα παύει νὰ ὑπάρχει ξεχωριστά, νὰ ἔχει προσωπικὴ ζωή, ἐλευθερία, ὀντότητα. Οὔτε ὁ ὠκεανὸς οὔτε ἡ σταγόνα ἔχουν αἴσθηση ὅτι ὑπάρχουν. Ἡ ὁποιαδήποτε ἐνέργειά τους ὑποτάσσεται στοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴ φύση τοῦ νεροῦ.

Δηλαδή: Ἕνωση μὲ ἀπρόσωπη δύναμη σημαίνει στὸ ἑξῆς οὐσιαστικὰ ἀνυπαρξία γιὰ μένα, ἀπώλεια τῆς αἴσθησής μου ὅτι ὑπάρχω προσωπικά. Γι’ αὐτὸ καὶ προτιμῶ τὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχει ὡς πρόσωπο καὶ μάλιστα τριαδικά. Τὸν Θεὸ ποὺ ξέρει τί τοῦ γίνεται, γνωρίζει καλὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γνωρίζει κι ἐμένα μὲ τὸ ὄνομά μου, μὲ ἀγαπάει, μὲ καλεῖ -χωρὶς νὰ μὲ ἀναγκάζει- κοντά του καὶ μοῦ χαρίζει μιὰ αἰώνια, προσωπική, ἐνσυνείδητη ζωή, πληθωρικὰ γεμάτη ἀπ’ τὸν ὑπέροχο πλοῦτο τῆς δικῆς του ζωῆς. Τὸν ἕνα τριαδικὸ Θεὸ ποὺ κοντὰ σὲ μένα γνωρίζει καὶ ὅλα τὰ ἄλλα λογικά του πρόβατα, «τὰ καλεῖ κατ’ ὄνομα» καὶ κάνει τὰ πάντα γι’ αὐτά, ὥστε νὰ τὰ συναγάγει εἰς «μίαν ποίμνην».

Εἶναι ἡ μόνη διαθέσιμη προσφορὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Πῶς νὰ τὴν ἀπορρίψω;

Γι’ αὐτὸ καὶ «πιστεύω εἰς ἕνα Θεὸν Πατέρα, Παντοκράτορα, …καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, …καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, …τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον…». Στὸν τρισυπόστατο προσωπικὸ Θεό, τὸν ὁποῖο ἀνακαλύπτω καὶ συναντῶ, σὲ μιὰ ἀσύγκριτη σχέση ἀγάπης, μόνο μέσα στὴ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μου.

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 391, Φεβρ. 2016, ἐπηυξημένο)

 

 

Ἀ ν τ ι ύ λ η

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820 25861/23075/6980 898 504

email: antiyli.gr@gmail.com

 

Διαδίδω τὴν «Ἀ ν τ ι ύ λ η»

Ἐκτυπώνω/προωθῶ σὲ φιλικά μου e-mails

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.(π.Δημητρίου Μπόκου)

Analipsi

 

Χί­λια χρό­νια πρὸ Χρι­στοῦ ὁ βα­σι­λιὰς Δαυ­ῒδ καὶ ὀ­χτα­κό­σια ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας, μὲ τὴν ἔλ­λαμ­ψη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος προ­φη­τεύ­ουν τὸ συγ­κλο­νι­στι­κὸ γε­γο­νός, ποὺ ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας πα­ρά­δο­ση ταυ­τί­ζει μὲ τὴν Ἀ­νά­λη­ψη τοῦ Κυ­ρί­ου. Βλέ­πουν τὸν Μεσ­σί­α-Χρι­στὸ μὲ τὴ μορ­φὴ ἰ­σχυ­ροῦ πο­λε­μι­στῆ, νὰ ἐ­πι­στρέ­φει μὲ γρή­γο­ρο καὶ στι­βα­ρὸ βά­δι­σμα – ἔν­δο­ξος νι­κη­τὴς – ἀ­πὸ τὸ πε­δί­ο τῆς μά­χης, ντυ­μέ­νος μὲ κόκ­κι­νη πο­λε­μι­κὴ στο­λή. Ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν Ἐ­δώμ, τὴν Ἰ­δου­μαί­α (συμ­βο­λι­κὸ τό­πο τῶν ἐ­χθρῶν τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ) καὶ εἰ­δι­κώ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν πρω­τεύ­ου­σά της, τὴ Βο­σόρ.

Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ νι­κη­τῆ Χρι­στοῦ στὸν τό­πο του, τὸν οὐ­ρα­νό, με­τὰ τὴ συν­τρι­βὴ τῶν ἐ­χθρῶν του, πε­ρι­γρά­φε­ται πλη­θω­ρι­κὰ στὴν ὑ­μνο­λο­γί­α τῆς ἑ­ορ­τῆς. Οἱ οὐ­ρά­νιοι ἄγ­γε­λοι ἐκ­πλήτ­τον­ται σὲ ὑ­πέρ­τα­το βαθ­μὸ βλέ­πον­τας ἄν­θρω­πο νὰ ἀ­νε­βαί­νει πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τοὺς καὶ δι­ε­ρω­τῶν­ται μὲ τὰ λό­για τῶν προ­φη­τῶν: «Ποι­ὸς εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν Ἐ­δώμ; “Τίς ἐ­στιν οὗ­τος ὁ ὡ­ραῖ­ος ἀ­νήρ;” Καὶ δὲν εἶ­ναι ἄν­θρω­πος μό­νο, ἀλ­λὰ Θε­ὸς καὶ ἄν­θρω­πος». Τὴν ἀ­πάν­τη­ση ἀ­να­λαμ­βά­νει νὰ δώ­σει ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­κεῖ­νος, ποὺ ὁ­μι­λῶ γιὰ δι­και­ο­σύ­νη καὶ ἔ­χω τὴ δύ­να­μη νὰ φέ­ρω τὴ σω­τη­ρί­α».

Οἱ ἄγ­γε­λοι ξα­να­ρω­τοῦν: «Για­τί τὰ ἱ­μά­τιά σου εἶ­ναι ἐ­ρυ­θρὰ καὶ τὰ ἐν­δύ­μα­τά σου σὰν νὰ ἐ­ξῆλ­θες ἀ­πὸ πα­τη­τή­ρι στα­φυ­λι­ῶν;» Καὶ ὁ Χρι­στὸς ἀ­παν­τᾶ: «Ἔρ­χο­μαι “ἐκ Βοσόρ, ὅ­περ ἐ­στὶ τῆς σαρ­κός”, (ἀ­πὸ τὴ σάρκα, ἀπὸ τὸν τό­πο ὅ­που ἔ­δρα­σα ὡς ἄν­θρω­πος). Εἶ­ναι ἐ­ρυ­θρὰ τὰ ἱ­μά­τιά μου, δι­ό­τι “λη­νὸν ἐ­πά­τη­σα μο­νώ­τα­τος”. Τὸ πα­τη­τή­ρι ἦ­ταν γε­μά­το καὶ κα­νέ­νας ἄλ­λος δὲν μὲ βο­ή­θη­σε νὰ πα­τή­σω τὰ στα­φύ­λια. Κοί­τα­ξα γύ­ρω μου μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, ἀλ­λὰ δὲν βρῆ­κα βο­η­θό, κα­νέ­νας δὲν μοῦ ἔ­δω­κε ἕ­να χέ­ρι βο­ή­θειας. Τὸ παν­το­δύ­να­μο χέ­ρι μου μό­νο του ἔ­σω­σε τὸν λα­ό μου. Κα­τα­πά­τη­σα στὸν θυ­μό μου τοὺς ἐ­χθρούς μου, τοὺς συ­νέ­τρι­ψα σὰν χῶ­μα, ἔ­κα­μα τὸ αἷ­μα τους νὰ τρέ­ξει στὴ γῆ» (Ἡσ. 63, 1-6 καὶ ὑ­μνο­λο­γί­α τῆς ἑ­ορ­τῆς). Μὲ τὸ πά­τη­μα τῶν στα­φυ­λι­ῶν ὑ­πο­δη­λώ­νε­ται ἡ συν­τρι­βὴ τῶν ἐ­χθρῶν τοῦ Θε­οῦ καὶ τοῦ λα­οῦ του, τῶν δαι­μο­νι­κῶν δη­λα­δὴ δυ­νά­με­ων.

«Βλέ­που­σαι δὲ τὸν οἰ­κεῖ­ον δε­σπό­την» οἱ τάξεις τῶν ἀγγέλων, ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­καν, ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴ Βο­σὸρ ὡς ἄν­θρω­πος ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ οὐ­ρά­νιος βα­σι­λιάς τους, ἄρ­χι­σαν νὰ κραυ­γά­ζουν ἔ­ξαλ­λες πρὸς τὶς ἀ­νώ­τε­ρες ἀγ­γε­λι­κὲς τα­ξι­αρ­χί­ες νὰ ἀ­νοί­ξουν δι­ά­πλα­τα τὶς οὐ­ρά­νι­ες πύ­λες, γιὰ νὰ εἰ­σέλ­θει ὁ νι­κη­τὴς Κύ­ριος: «Ἄ­ρα­τε πύ­λας οἱ ἄρ­χον­τες ἡ­μῶν καὶ ἐ­πάρ­θη­τε πύ­λαι αἰ­ώ­νιοι καὶ εἰ­σε­λεύ­σε­ται ὁ Βα­σι­λεὺς τῆς δό­ξης». Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση δὲ τῶν ἀ­νω­τέ­ρων ἀγ­γε­λι­κῶν δυ­νά­με­ων: «Τίς ἐ­στιν οὗ­τος ὁ Βα­σι­λεὺς τῆς δό­ξης;» οἱ κα­τώ­τε­ροι ἄγ­γε­λοι ἀ­παν­τοῦ­σαν: «Κύ­ριος κρα­ται­ὸς καὶ δυ­να­τός, Κύ­ριος δυ­να­τὸς ἐν πο­λέ­μῳ, …Κύ­ριος τῶν δυ­νά­με­ων, αὐ­τός ἐ­στιν ὁ Βα­σι­λεὺς τῆς δό­ξης» (Ψαλμ. 23, 7-10).

Ἡ πα­ρα­στα­τι­κὴ αὐ­τὴ πε­ρι­γρα­φὴ θέ­λει νὰ το­νί­σει ὅ­τι κα­νέ­νας ἄλ­λος, οὔ­τε κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος με­σο­λα­βη­τής, οὔ­τε ἄγ­γε­λος ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ («οὐ πρέ­σβυς, οὐκ ἄγ­γε­λος), ἀλ­λ’ αὐ­τὸς ὁ Κύ­ριος», ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, «ἔ­σω­σεν ἡ­μᾶς», λό­γῳ τῆς ὑ­περ­βο­λι­κῆς του ἀ­γά­πης πρὸς ἐ­μᾶς. Αὐ­τὸς λοι­πὸν κα­τέ­βη­κε στὰ κα­τώ­τε­ρα μέ­ρη τῆς γῆς, στὸν ἴ­διο τὸν Ἅ­δη, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ πλά­σμα του, τὸν Ἀ­δάμ. Ἦρ­θε καὶ βρῆ­κε τὴν πε­σμέ­νη ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τὴν πῆ­ρε στοὺς ὤ­μους του, τὴν ἔ­κα­με δη­λα­δὴ φύ­ση δι­κή του, τὴν ἀ­νύ­ψω­σε πά­νω ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λους, «ὑ­πε­ρά­νω πά­σης ἀρ­χῆς καὶ ἐ­ξου­σί­ας», καὶ τε­λι­κὰ τὴν ἐ­κά­θι­σε στὰ δε­ξιὰ τοῦ Πα­τρός, τὴν ἔ­κα­με αἰ­ώ­νιο συγ­κά­θε­δρο τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας. «Ἐ­πὶ τῶν ὤ­μων Χρι­στέ, τὴν πλα­νη­θεῖ­σαν ἄ­ρας φύ­σιν, ἀ­να­λη­φθείς, τῷ Θε­ῷ καὶ Πα­τρὶ προ­σή­γα­γες»,ψάλ­λου­με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἔ­φτα­σε στὸν ἀρ­χι­κό της προ­ο­ρι­σμό.

«Κοι­νω­νοὶ θεί­ας φύ­σε­ως» εἴ­μα­στε κα­λε­σμέ­νοι νὰ γί­νου­με καὶ μεῖς, μέ­το­χοι δη­λα­δὴ τῆς φύ­σε­ως αὐ­τῆς ποὺ στὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­νῆλ­θε καὶ συ­νε­κά­θι­σε στὰ δε­ξιὰ τῆς με­γα­λω­σύ­νης τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τὴ θὰ εἶ­ναι ἡ μέγιστη κα­τα­ξί­ω­σή μας. Γέ­νοι­το!

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 395, Ἰούν. 2016)

 

 

 

Ἀ ν τ ι ύ λ η

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820 25861/23075/6980 898 504

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

 

 

Διαδίδω τὴν «Ἀ ν τ ι ύ λ η»

Ἐκτυπώνω/προωθῶ σὲ φιλικά μου e-mails