Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ (π. Δημητρίου Μπόκου)

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ     π. Δημητρίου Μπόκου

«…θρηνήσατε συν εμοί, τη του Θεού υμών μητρί» ( Εγκώμια Μεγ. Παρασκευής)

Καθώς ο πραίτωρας απάγγειλε την τελική του απόφαση, η οχλοβοή εντάθηκε κατακόρυφα. Υψώθηκε στον αέρα, στριφογύρισε πάνω απ’ το πραιτώριο και σάρωσε τα λιθόστρωτα της πόλης, απλώνοντας τη χλωμάδα του θανάτου παγερή στο πέρασμά της. Ο Υιός του Ανθρώπου παραδόθηκε στη σταύρωση.

Χαμένη στο ανάστατο πλήθος η μάνα, ένοιωσε στο άκουσμα της καταδίκης να λιποθυμάει. Κοφτερό σπαθί τα λόγια του πραίτωρα έσχισαν την καρδιά της. Η γοερή κραυγή απ’ τα σφιγμένα της χείλη σμίχτηκε με τις κραυγές του έξαλλου πλήθους. Τα μάτια της θόλωσαν. Έγειρε να πέσει, μα η Σαλώμη και η Ιωάννα τη συγκράτησαν. Καθώς το αίμα έφευγε απ’ το πρόσωπό της και η πνοή της έσβηνε, οι γυναίκες που την παράστεκαν την κύκλωσαν παρευθύς. Η Μαρία του Κλωπά, η Μαγδαληνή, η σύζυγος του Χουζά, η μητέρα Ιωάννου και Ιακώβου, των υιών Ζεβεδαίου.

Η τραχειά φωνή του κεντυρίωνα σκέπασε προς στιγμήν τα βουητά του συρφετού. Στοιχισμένοι σε αρραγή πυκνή γραμμή οι πραιτωριανοί, όρθωσαν τα αιχμηρά δόρατα συγκρατώντας το πλήθος. Η φάλαγγα άρχισε αργά να προχωρεί. Ο Υιός του Ανθρώπου στράφηκε με κόπο. Κάθιδρο, με ακάνθινο στέμμα το πρόσωπό του, αυλακωμένο από θλίψη και πόνο, ατένισε μολαταύτα ήσυχα τον μαινόμενο όχλο. Το βλέμμα του σταμάτησε πάνω στη συντετριμμένη μητέρα του. Σπρωγμένη από άφατο πόνο εκείνη προσπάθησε να τρέξει κοντά του, μα στάθηκε αδύνατο να σπάσει τον κλοιό. Οι ματιές τους συναντήθηκαν με ανείπωτο σπαραγμό. Τι ειπώθηκε από μάνα και γιο στο φευγαλέο εκείνο άγγιγμα των ψυχών τους;

Ο εκατόνταρχος Λογγίνος περνώντας δίπλα της πρόσεξε την έντασή της.

–  Αχ, κύριέ μου, σε παρακαλώ…! ξέσπασε με πόνο η μάνα, μα ό,τι κι αν ήθελε να πει, πνίγηκε στους σπαραχτικούς της λυγμούς.

Ο κεντυρίωνας κοντοστάθηκε αμήχανος. Καθώς αντιλήφθηκε ποιά ήταν, μια βαθειά συμπόνια χύθηκε στην καρδιά του.

–  Έχεις τον λόγο μου, σεβαστή κυρία! είπε χαμηλόφωνα σκύβοντας προς το μέρος της. Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ γι’ αυτόν.

–  Να ’σαι ευλογημένος, κύριέ μου! ψιθύρισε εκείνη και το μητρικό της βλέμμα τον αγκάλιασε με στοργή.

Πιασμένος από δεκάδες χέρια φάνηκε απ’ αντίκρυ ο τεράστιος σταυρός. Ερχόταν από μακριά. Απ’ την πολύ παλιά εποχή, δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Όταν τρεις άγγελοι στην πόρτα του Αβραάμ άφησαν τα τρία κατάξερα ραβδιά τους, από κέδρο, πεύκο και κυπαρίσσι, για ευλογία. Τα φύτεψε κάποτε ο Λωτ, τα τρία μαζί, πασχίζοντας να βρει την άφεση για αμαρτήματα βαριά. Και όταν τα πότισε με το νερό του Ιορδάνη, φερμένο με κόπο από μιας μέρας δρόμο μακριά, εκείνα βλάστησαν. Θέριεψαν, έθρεψαν σ’ έναν κορμό, έγιναν δέντρο δυνατό, πελώριο. Το ’κοψαν, όταν χτιζόταν ο περίφημος ναός του Σολομώντα, μα οι τεχνίτες δεν κατάφεραν να ταιριάξουνε το ξύλο του πουθενά. «Καταραμένο ξύλο», είπαν και το πέταξαν στον σκουπιδότοπο. Μα εκείνο δεν ταίριαζε, γιατί προοριζόταν γι’ αλλού, για τον ναό «του σώματος Αυτού». Αυτόν που τώρα με μανία κατεδάφιζαν της ανομίας οι εργάτες, μα και που έμελλε σε τρεις μονάχα μέρες να ξαναχτιστεί.

Ο δεύτερος από τους τρεις αγγέλους, Υιός Ανθρώπου τώρα, αποτράβηξε το βλέμμα του απ’ το βαθύ παρελθόν. Αντικρύζοντας και το δικό του ραβδί ενωμένο αχώριστα, μα και ασύγχυτα, με τα άλλα δύο μες στο σκληρό ξύλο του σταυρού, χαμογέλασε πονεμένα.

–  Έλα λοιπόν, ευλογημένο ξύλο, να τελειώσουμε το έργο που τότε ξεκινήσαμε, ψιθύρισε με ιλαρό πρόσωπο. Αρκεί πια η αναμονή του Αβραάμ. Πλημμύρισε κιόλας αγαλλίαση βλέποντας να φτάνει η μέρα ετούτη.

Το βασανισμένο του σώμα έσκυψε και ο τεράστιος σταυρός ακούμπησε στους ματωμένους ώμους. Η θλιβερή ετερόκλιτη συνοδεία βάδισε ανοδικά, αργά, επώδυνα την οδό του μαρτυρίου. Μα όχι για πολύ. Τα βήματα του μεγάλου κατάδικου κάτω απ’ το βάρος του σταυρού δυσκόλευαν συνεχώς, ώσπου κατέρρευσε. Το λιθόστρωτο κοκκίνισε, καθώς το θεϊκό σώμα καθημαγμένο, με χαίνουσες τις πληγές, σωριάστηκε.

Η ταλαίπωρη μάνα έβγαλε σπαραχτική κραυγή. Ένοιωσε πως έφτασε η τελευταία της στιγμή. Στη φωνή της σήκωσε τα θολά του μάτια, αν και μισολιπόθυμος ο γιος. Μόνος, κατάμονος αυτός, μα έπρεπε να τη βοηθήσει. Ο πόνος της ήταν βαθύς, πάνω απ’ τα μέτρα τα ανθρώπινα. Γιατί και η αγάπη της είχε διαβεί τα όρια του ανθρώπου. Κι όσο η αγάπη πιο απύθμενη, τόσο κι ο πόνος πιο απέραντος. Αγάπη για τον γιο της, μα και για τον λαό που είχε ξεστρατίσει, τον λαό της.

H μάνα λύγιζε και χανόταν, μα η τελευταία της ματιά ήταν καρφωμένη στα σβησμένα μάτια του μοναχογιού της. Μια παράξενη λάμψη απ’ το θολό εκείνο βλέμμα του άστραψε τότε και την αγκάλιασε ολόκληρη. Μια μυστική δύναμη χύθηκε πάραυτα μέσα της και τη στερέωσε.

–  Γιέ μου! Γλυκύτατο τέκνο μου! μουρμούρισε, καθώς τα δάκρυά της κυλούσαν ποτάμι. Σε βλέπω μπρος μου αδύναμο, κατάστικτο απ’ τις πληγές και τους μώλωπες και η ψυχή μου σπαράζει. Μα δεν ξεχνώ πως είσαι παρά ταύτα και πανσθενουργός. Και ως παντοδύναμο Θεό και Κύριό μου σε αναγνωρίζω και σε προσκυνώ.

Ο εκατόνταρχος Λογγίνος έσπευσε με δυο αφοσιωμένους στρατιώτες του δίπλα στον πεσμένο κατάδικο. Παραμέρισαν προσεκτικά τον σταυρό του. Τα στιβαρά χέρια των πραιτωριανών ακούμπησαν σχεδόν ευλαβικά τις ξεσχισμένες σάρκες για να τον ανασηκώσουν.

Μες απ’ το πλήθος όρμησε την ίδια στιγμή ακάθεκτη μια νεαρή. Πριν προλάβει να την εμποδίσει κανένας, ήταν κιόλας γονατισμένη δίπλα του. Με το μαντήλι της η Βερονίκη σκούπιζε απαλά το πρόσωπό του, αγνώριστο απ’ τον ιδρώτα, τη σκόνη και τα αίματα. Τέλειωσε γρήγορα κι επιδέξια τη δουλειά της, αψηφώντας τις ύβρεις που στροβιλίζονταν γύρω της. Μα καθώς έκαμε να σηκωθεί, είδε το λερωμένο μαντήλι που κρατούσε και μαρμάρωσε.

–  Κύριέ μου! ψέλλισε μονάχα εκστατική.

Απ’ το πολυβασανισμένο εκείνο πρόσωπο, όπου δεν είχε απομείνει ίχνος χάρης και ομορφιάς, μια θεϊκά υπέροχη, σαγηνευτική μορφή είχε αχειροποίητα εντυπωθεί στο μαντήλι της Βερονίκης.

Στο μεταξύ ο Λογγίνος δεν άργησε να ξεχωρίσει στο κινούμενο πλήθος ένα στιβαρό παράστημα.

–  Εσύ! φώναξε αμέσως δείχνοντάς τον με το χέρι.

Μ’ ένα του νεύμα οι δυο στρατιώτες τον έφεραν μπροστά. Ο Σίμων, πάροικος απ’ την Κυρήνη, μόλις που επέστρεφε απ’ τον αγρό. Έμπλεξε με το πλήθος, όταν τα δυό του παιδιά, Αλέξανδρος και Ρούφος, γεμάτα περιέργεια για την έκβαση των γεγονότων, τον τράβηξαν προς τα ’κει.

–  Εσύ θα πάρεις τον σταυρό! πρόσταξε ο Λογγίνος.

Ο Σίμων ξαφνιάστηκε. Μα το ύφος του κεντυρίωνα δεν σήκωνε αντίρρηση. Από την άλλη, βλέποντας τον μεγάλο κατάδικο, ένα κύμα ανεξήγητης συμπόνιας τον συνεπήρε. Έσκυψε χωρίς κουβέντα και φορτώθηκε τον σταυρό.

Οι γυναίκες που συνόδευαν τη δύστυχη μάνα χτυπιόντουσαν και θρηνούσαν μαζί της. Ο Υιός του Ανθρώπου στράφηκε προς αυτές.

–  Μην κλαίτε για μένα, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, είπε. Κλάψτε για σας και τα παιδιά σας. Γιατί μεγάλες συμφορές θα βρουν τον τόπο τούτο.

Είχε πάει μεσημέρι, όταν έφτασαν στον τόπο του Κρανίου. Η κουστωδία ανέλαβε το μακάβριο έργο της. Τα καρφιά μπήχτηκαν, ο σταυρός ανυψώθηκε.

Η ταλαίπωρη μάνα ένοιωσε το κάθε καρφί να μπήγεται στην καρδιά της. Ο νους της δεν χώραγε τα όσα συνέβαιναν. Πώς πέθαινε άδικα η πηγή της ζωής; Πώς κρεμόταν στον σταυρό αυτός που κρατούσε στην παλάμη του τα σύμπαντα; Απαρηγόρητη οδυρόταν η άμοιρη.

Ήταν η έκτη ώρα της ημέρας. Η ώρα που στον Παράδεισο ο Πρωτόπλαστος αποτόλμησε την αμαρτία. Την ίδια ώρα τώρα το χειρόγραφο της αμαρτίας εκείνης προσηλώθηκε στον σταυρό.

Θαμμένο στον γυμνό εκείνο λόφο το κρανίο του Πρωτόπλαστου περίμενε χιλιάδες χρόνια τη στιγμή αυτή. Κάνοντας αυλάκι το αίμα απ’ τις πληγές του νέου Αδάμ, πότισε τη γη, χώθηκε βαθιά στα σπλάχνα της, έφτασε ως το κρανίο του Πρωτόπλαστου. Στο ζεστό, ζωοποιό του άγγιγμα σκίρτησε κι αναγάλλιασε ο Αδάμ στ’ ανήλιαγο βασίλειο του θανάτου.

Μπροστά στην απερίγραπτη αλογία των ανθρώπων όμως προς τον Κτίστη, επαναστάτησε τότε η κτίση. Ο ήλιος έκρυψε το φως του και σκότος μέγα σκέπασε την οικουμένη από την έκτη ως την ενάτη ώρα της ημέρας. Σεισμός συντάραξε συθέμελα τη γη. Οι πέτρες σχίστηκαν. Οι τάφοι άνοιξαν. Νεκροί εγέρθηκαν. Το καταπέτασμα του Ναού άνοιξε από άνω έως κάτω.

Πως άντεξε τρεις ώρες σκοτεινές η μάνα μπροστά στον σταυρωμένο γιο της;

–  Χωρίς ωδίνες σε γέννησα, παιδί μου, μα τώρα η ρομφαία που προείπε ο Συμεών, διαπερνάει την καρδιά μου. «Ωραίος κάλλει» ήσουνα, μα τώρα χάθηκε η ομορφιά σου. Το πρόσωπό σου ατιμάστηκε και αφανίστηκε περισσότερο απ’ το πρόσωπο κάθε ανθρώπου. Οδηγήθηκες «ως πρόβατον επί σφαγήν» για άλλων αμαρτίες και «ως αμνός άφωνος» δεν ανοίγεις το στόμα σου.

Μέσα στο ζοφερό άφεγγο σκότος της ενάτης ώρας όμως τα σβησμένα μάτια του γιου της φώτισαν και πάλι την καρδιά της.

–  «Μη εποδύρου μου, μήτερ». Μη θρηνείς για μένα, μητέρα μου, αν και με βλέπεις τώρα στον σταυρό και σε λίγο στον τάφο. Πάσχω, αλλά υπέρ του κόσμου. Γρήγορα θ’ αναστηθώ και θα υψώσω μαζί μου όσους πιστεύουν σε μένα και με αγαπούν. Και τώρα ας είναι για σένα, που ποτέ δεν μ’ εγκατέλειψες από την ώρα που με γέννησες, η τελευταία μου φροντίδα. Στα χέρια του αγαπημένου μαθητή μου σ’ εμπιστεύομαι, στον Ιωάννη. Μητέρα μου, να, αυ­τός θα ’­ναι τώ­ρα ο γιος σου.

Έστρε­ψε το κε­φά­λι του προς τη με­ρια που έ­στε­κε ο Ι­ω­άν­νης.

–  Α­νά­λα­βέ την τώ­ρα συ, Ι­ω­άν­νη. Αυ­τή θα ’­ναι η μη­τέ­ρα σου.

Ό­λα πλέ­ον εί­χαν τε­λει­ώ­σει. Και τό­τε α­πό τα ξέ­πνο­α εκεί­να στή­θη κραυ­γή με­γά­λη τράν­τα­ξε τον φρι­χτό Γολ­γο­θά.

–  «Τε­τέ­λε­σται».

Και κλί­νον­τας την κε­φα­λή πα­ρέ­δω­σε το πνεύ­μα του στα χέ­ρια του Πα­τέ­ρα του. Συγ­κλο­νι­σμέ­νος ο Λογ­γί­νος φώ­να­ξε:

–  Α­λη­θι­νά Υιός Θε­ού ή­ταν ο άν­θρω­πος αυ­τός.

Για τη συν­τε­τριμ­μέ­νη μά­να ό­μως τί­πο­τε δεν εί­χε τε­λει­ώ­σει.

–  Έ­δυ­σες πια, το φως των ὀοφθαλ­μών μου, γιε μου! Και θέ­λη­σες ε­γώ να μεί­νω πί­σω και να ζή­σω. Μέ­νω λοι­πόν και πε­ρι­μέ­νω, ό­πως προ­εί­πες, την Α­νά­στα­ση.

–  Στης τρί­της μέ­ρας την αυ­γή πε­ρί­με­νέ με, θα ’ρ­θω και πρώ­τη θα με δεις ε­σύ, μη­τέ­ρα μου! … μες στην καρ­διά της ά­κου­σε ξα­νά σαν βάλ­σα­μο γλυ­κό τη γνώ­ρι­μη φω­νή η μά­να.

Πάσχα 2012

 

 

 

 

 

Διαδίδω την «Α ν τ ι ύ λ η»

Ἐκτυπώνω/προωθώ σε φιλικά μου e-mails

 

ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΜΙΛΑΕΙ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ; (π. Δημητρίου Μπόκου)

Τί είναι η Παλαιά Διαθήκη; (ε)

Αποτέλεσμα εικόνας για Ι Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ;

«Ερευνάτε τας γραφάς, εκείναι εισίν αι μαρτυρούσαι περί εμούΕάν πιστεύατε στον Μωυσή, θα πιστεύατε και σε μένα. Περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν» (Ιω. 5, 39· 46).

Χωρίς περιστροφές ο Χριστός ξεκαθαρίζει μια για πάντα ότι οι Γραφές έχουν ως αντικείμενο το πρόσωπό του. Και όταν ο Χριστός ομιλεί για Γραφές, εννοεί την Παλαιά Διαθήκη, εφόσον μόνο αυτή υπήρχε τότε. Ο Μωυσής λοιπόν και οι λοιποί προφήτες δείχνουν σταθερά και αταλάντευτα προς μια και μόνο κατεύθυνση, προς ένα και μοναδικό πρόσωπο, προς τον προσδοκώμενο Μεσσία, τον ευλογημένο ερχόμενο «εν ονόματι Κυρίου» (βλ. ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 410, Σεπτ. 2017). Στις τελευταίες υποθήκες του προς τους Ισραηλίτες ο Μωυσής προσανατολίζει το βλέμμα τους προς το πρόσωπο του θείου αυτού απεσταλμένου, επισημαίνοντας: «Προφήτην εκ των αδελφών σου ως εμέ αναδείξει σοι Κύριος ο Θεός σου, αυτού ακούσεσθε» (Δευτ. 18,15).

Την πίστη αυτή και προσδοκία του Ισραήλ εκφράζει, επικροτεί και επισφραγίζει η Καινή Διαθήκη. Επικυρώνει έτσι πανηγυρικά τον προεισαγωγικό χαρακτήρα της Παλαιάς Διαθήκης. Ότι δηλαδὴ είναι αυτή που αποκαλύπτει σταδιακά το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου (Θεία Οικονομία), οδηγώντας και παιδαγωγώντας τους ανθρώπους στο να αποδεχθούν τον Χριστό. «Γνωρίζω, λέγει η Σαμαρείτιδα Φωτεινή στον Χριστό, ότι “Μεσσίας έρχεται, ο λεγόμενος Χριστός. Όταν έλθη Εκείνος”, θα μας ειπεί τα πάντα. Της λέγει ο Χριστός: Εγώ ειμι” (ο Μεσσίας), που μιλάω τώρα μαζί σου» (Ιω. 4, 25-26).

Η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή είχε αποβεί για τη Σαμαρείτιδα «παιδαγωγός εις Χριστόν» (Γαλ. 3, 24). Και ο Χριστός ταυτίζει τον εαυτό του με τον Μεσσία που προαναγγέλλεται στην Παλαιά Διαθήκη. Όλοι οι ιεροί συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, αλλά και ο ίδιος ο Χριστός, επιβεβαιώνουν ρητά, ότι στο πρόσωπό του εκπληρώνονται «πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω Μωυσέως και Προφήταις και Ψαλμοίς περί αυτού» (Λουκ. 24, 44). Γι’ αυτό η κάθε ενέργεια του Χριστού επισφραγίζεται με φράσεις, όπως: «Ούτω γέγραπται», «ίνα η γραφή πληρωθή», «ούτως έδει παθείν τον Χριστόν και αναστήναι εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα», «τότε επληρώθη το ρηθέν υπό των προφητών», κ. λ. π. Και αποτρέπει ο Χριστός οποιονδήποτε επιχειρεί να τον εκτρέψει από τον σκοπό του, ακόμα και τον κορυφαίο απόστολό του Πέτρο, ονομάζοντάς τον «σατανά», με το απλό επιχείρημα: «Πώς ουν πληρωθώσιν αι γραφαί;» (Ματθ. 26, 54).

Ο Χριστός είναι που ενεργεί το σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Αυτός ο ίδιος αυτοπροσώπως δρα διαχρονικά στην Ιερά Ιστορία. Όσα προανήγγειλε ως άσαρκος Λόγος του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, τα εκπληρώνει ως ένσαρκος Λόγος (Θεάνθρωπος) στην Καινή Διαθήκη. Η αμετακίνητη θέση της Αγίας Γραφής, η ατράνταχτη πίστη της Εκκλησίας είναι, ότι «ο πάλαι τω Μωσεί συλλαλήσας επί του όρους Σινά διά συμβόλων», λέγοντας «εγώ ειμι ο Ων», είναι ο ίδιος που ανέλαβε κατόπιν επάνω του «την ανθρωπίνην ουσίαν» (=σαρκώθηκε) και διά του Σταυρού και της Αναστάσεως εργάσθηκε τη σωτηρία του ανθρώπου (Απόστιχα της Μεταμορφώσεως).

«Δαυϊτικήν προφητείαν εκπληρών Χριστός», αποκαλύπτει στους μαθητές του το αληθινό μεγαλείο του, δείχνοντας τον εαυτό του «δοξαζόμενον αεί, συν Πατρί τε και Πνεύματι αγίω, πρότερον μεν άσαρκον ως Λόγον, ύστερον δε δι’ ημάς σεσαρκωμένον, και νεκρωθέντα ως άνθρωπον, και αναστάντα κατ’ εξουσίαν ως φιλάνθρωπον» (Παρακλητική, Ήχος βαρύς, Σαββάτω εσπέρας). Επί του ξύλου του Σταυρού δηλαδή οι Εβραίοι θανάτωσαν τον δικό τους νομοθέτη, «τον κριτήν τον αθάνατον, τον νόμον χαράξαντα εν ερήμω πάλαι Μωσεί τω θεόπτη, την ζωήν την των απάντων», αυτόν που είναι ο «μόνος Κύριος και Δεσπότης της κτίσεως» (Παρακλητική, Ήχος δ΄, Πέμπτη εσπέρας).

Παρομοίως και οι ύμνοι της εορτής της Υπαπαντής εμφανίζουν «βρέφος γενόμενον, νόμω υποταττόμενον», τον ίδιο τον Νομοδότη Κύριο, «ον υπό τον γνόφον Μωσής νομοθετούντα προεώρα εν Σινά». Με ιδιαίτερη έμφαση τονίζουν, ότι το βρέφος που αναδέχεται ο γηραιός Συμεών «εν αγκάλαις», δεν είναι ένα βρέφος απλό, αλλά ο θείος Νομοθέτης του Ισραήλ, ο υπό των προφητών αναγγελλόμενος Μεσσίας. «Ούτος εστίν ο δια νόμου λαλήσας, …ον ο Δαυίδ καταγγέλλει, ο εν προφήταις λαλήσας, ο σαρκωθείς δι’ ημάς και σώσας τον άνθρωπον».

Ο Θεός που κηρύττεται στην Παλαιά Διαθήκη, ο Κύριος, ο Ων (ο Γιαχβέ των Εβραίων), είναι ο μετά ταύτα φανερούμενος Τριαδικός Θεός της Καινής Διαθήκης και ιδιαιτέρως ο σαρκωθείς Υιός του Θεού, ο Ιησούς Χριστός. Αυτό προείδαν «άνωθεν οι προφήται», αυτό δίδαξαν οι απόστολοι, αυτό παρέλαβε η Εκκλησία. «Αύτη η πίστις των Ορθοδόξων».

Αυτό αποδέχεται και ο Χριστός για τον εαυτό του, όταν διασφαλίζει το κύρος της Παλαιάς Διαθήκης και διακηρύττει με τρόπο που δεν επιδέχεται παρερμηνείες, ότι δεν έχει σκοπό να καταργήσει «τον νόμον η τους προφήτας», αλλά μόνο να προσθέσει ό,τι λείπει.

Όταν λέγει «ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις…, εγώ δε λέγω υμίν…» (Ματθ. 5, 21-22 εξ.), δεν ομιλεί αντιθετικά προς την Παλαιά Διαθήκη, αλλά συμπληρωματικά. Αυτός που είχε δώσει τότε το γάλα, αυτός ο ίδιος προσθέτει τώρα και τη στερεά τροφή. Ο νόμος που ήταν το μέτρο για τις δυνατότητες του τότε ανθρώπου, του αρχαίου, του προ Χριστού κόσμου, παραμένει το θεμέλιο, πάνω στο οποίο χτίζει τώρα το υπόλοιπο οικοδόμημα, καλώντας μας στην τελειότητα, σε αυτό που ο προ Χριστού άνθρωπος αδυνατούσε να φτάσει. Δεν καταργεί, συμπληρώνει. Επιπλέον ο Χριστός επισημαίνει ότι η ισχύς του νόμου του, παλαιού και καινού, θα είναι αδιατάρακτη και ακλόνητη. «Έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου» (Ματθ. 5, 18).

Όταν λοιπόν ο ίδιος ο Χριστός περιβάλλει με την απόλυτη έγκρισή του την Παλαιά Διαθήκη και λέγει απερίφραστα ότι εκείνη ομιλεί και μαρτυρεί αποκλειστικά για το δικό του πρόσωπο, είναι τουλάχιστον θρασεία η ανθρώπινη λογική που αποτολμά να θέτει υπό αμφισβήτηση τα λεγόμενά του και να απορρίπτει την Παλαιά Διαθήκη ως, άσχετη με την αλήθεια, μυθολογία. Αλλά και όταν τυχόν ταυτίζει τον Θεό που καταγγέλλεται σ’ αυτήν με κάποιον θεό του κακού ή και με τον ίδιο τον σατανά, απορρίπτοντας έτσι ευθέως τον ίδιο τον Χριστό, η λογική αυτή γίνεται όχι απλώς θρασεία, αλλά και βλάσφημη.

Όποιος σκέφτεται έτσι βλασφημεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, κατά του Αγίου Πνεύματος, και παραμένει ασυγχώρητος κατά τον λόγο του Κυρίου, εάν και εφόσον εμμένει πεισματικά και αμετανόητα μέχρι τέλους στη διαστροφή της αλήθειας, ονομάζοντας τον Θεό διάβολο, αποδίδοντας δηλαδή τα (ανερμήνευτα και ακατανόητα ίσως σε μας, πλην) θαυμαστά και υπέρλογα έργα του Υψίστου Θεού σε δαιμονικές ενέργειες (Μαρκ. 3, 29).

Ο Χριστός λοιπόν είναι ο αδιαμφισβήτητος εσωτερικός κρίκος των δύο Διαθηκών, το ενιαίο διαχρονικό περιεχόμενο της μιας Αγίας Γραφής.

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 411, Οκτ. 2017, επηυξημένο)

(Συνεχίζεται)

 

 

 

 

 

Α ν τ ι ύ λ η

Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820 25861/23075/6980 898 504

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

 

 

 

 

 

Διαδίδω την «Α ν τ ι ύ λ η»

Εκτυπώνω/προωθώ σε φιλικά μου e-mails

ΕΜΨΥΧΟΣ ΚΙΒΩΤΟΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ

π. Δημητρίου Μπόκου

Ο λαός του Θεού είναι έτοιμος να εισέλθει στη γη της Επαγγελίας. Αρχηγός του τώρα, μετά τον πρόσφατο θάνατο του Μωυσή, είναι ο Ιησούς του Ναυή. Μπροστά τους κυλάει ο Ιορδάνης ποταμός. Την εποχή εκείνη ήταν αδιάβατος. «Επληρούτο καθ’ όλην την κρηπίδα αυτού». Η κοίτη του ήταν πλημμυρισμένη από άκρη σε άκρη. Με εντολή του Θεού ο Ιησούς του Ναυή έδωσε οδηγίες στον λαό για τη διάβαση. Μπροστά βάδισαν οι ιερείς σηκώνοντας στους ώμους τους την Κιβωτό της Διαθήκης, τη δόξα του Ισραήλ, όπου φυλάσσονταν οι πλάκες του Νόμου και άλλα ιερά αφιερώματα.

Όταν οι ιερείς μπήκαν στον Ιορδάνη και βράχηκαν λίγο τα πόδια τους στο νερό, στάθηκαν, κρατώντας πάντα υψωμένη την Κιβωτό. Επαναλήφθηκε τότε το θαύμα της θαυμαστής διάβασης της Ερυθράς θάλασσας. Τα ορμητικά νερά του Ιορδάνη κόπηκαν απότομα στη μέση. Αυτά που κατέβαιναν από το πάνω μέρος του ποταμού, σταμάτησαν. Ένα υδάτινο τείχος σαν ένας μακρύς εκτεταμένος πάγος απλώθηκε σε τεράστια απόσταση, όσο έβλεπε το μάτι. Έφτανε ως την πόλη Καριαθιαρίμ. Αντιθέτως, στο κάτω μέρος του ποταμού, τα κατερχόμενα νερά συνέχισαν να τρέχουν ορμητικά, ώσπου άδειασαν όλα στην αλμυρή Νεκρά θάλασσα. Ο Ιορδάνης έγινε στεριά. Ο λαός γεμάτος δέος και κατάπληξη παρακολουθούσε απέναντι ακριβώς από την Ιεριχώ.

Αφού στέγνωσε ο Ιορδάνης, οι ιερείς με την Κιβωτό προχώρησαν και στάθηκαν στο μέσον. Ο λαός πήρε τότε εντολή να διαβεί τον ποταμό. Κανένας δεν έπρεπε να πλησιάσει την Κιβωτό. Την έβλεπαν μόνο ευλαβικά από απόσταση δύο χιλιάδων πήχεων (χιλίων περίπου μέτρων). Μαζί τους έλαβαν δώδεκα μεγάλους λίθους από την κοίτη του Ιορδάνη, ένα για κάθε φυλή του Ισραήλ, και τους έστησαν στον τόπο όπου στρατοπέδευσαν, σε ανάμνηση του μεγάλου θαύματος. Αφού πέρασε όλος ο λαός, προχώρησαν τελευταίοι και οι ιερείς, εισάγοντας την Κιβωτό στη γη της Επαγγελίας. Με την έξοδό τους από τον Ιορδάνη, τα σταματημένα νερά του άρχισαν και πάλι να κυλούν κανονικά (Ιησ. Ν., κεφ. 3-4).

Την εικόνα αυτή αντιστοιχίζει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός με την Κοίμηση της Θεοτόκου. Οι Απόστολοι τότε συνάχθηκαν με θεία δύναμη, «θεαρχίω νεύματι», από τα πέρατα της οικουμένης, για να προπέμψουν στον τάφο το «πανάχραντον και ζωαρχικόν σκήνος» της, δηλαδή «το ζωοδόχον σώμα» της.

Με πρώτο τον Απόστολο Πέτρο σήκωσαν όλοι στους ώμους τους την αληθινή Κιβωτό του Θεού, όπως τότε οι ιερείς στον Ιορδάνη ύψωσαν την Κιβωτό της Διαθήκης, τον τύπο της έμψυχης Κιβωτού του Θεού (της Παναγίας). Και όπως δια μέσου του Ιορδάνη οι ιερείς εισήγαγαν την Κιβωτό στη γη της Επαγγελίας, έτσι και τώρα οι Απόστολοι, χρησιμοποιώντας τον τάφο σαν άλλον Ιορδάνη, παραπέμπουν στην αληθινή γη της Επαγγελίας, δηλαδή στην Άνω Ιερουσαλήμ, «την πάντων των πιστών Μητέρα». Και Άνω Ιερουσαλήμ βέβαια λέγεται η πόλη με τα ασάλευτα θεμέλια, της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο Θεός. Η Βασιλεία των Ουρανών (Εβρ. 11, 10).

Ο Θεός μάς τίμησε ιδιαιτέρως κάνοντας και δική μας μητέρα την έμψυχη Κιβωτό του, τη μητέρα του. Ας ατενίζουμε ευλαβικά και εμείς την πανάχραντη μορφή της, για να διαπεράσουμε υπό τη μητρική της προστασία τον πολυκύμαντο Ιορδάνη της ζωής μας και να φτάσουμε όλοι ασφαλείς στην ακύμαντη γαλήνη της Βασιλείας του Θεού.

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 421, Αύγ. 2018)