ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ      

Θεία Κοινωνία (Ο Χριστός κοινωνάει τον Παύλο)

ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ

Τα της συχνότητας της θ. κοινωνίας επεξεργάζονται οι εξής κανόνες της Εκκλησίας: θ΄ Αποστολικός, ξς΄ και ρβ΄ της Πενθέκτης Οικουμενικής, β΄ της Αντιόχειας, γ΄ της Νεοκαισαρείας, οδ΄ Μ. Βασιλείου, γ΄ και ιγ΄ Τιμοθέου Αλεξανδρείας (ΠΗΔΑΛΙΟ):

 

            1/ Για όλους τους πιστούς, που δεν έχουν επιτίμιο από πνευματικό.

 

Η θ. κοινωνία επιβάλλεται σε όλους τους πιστούς (τους μη έχοντες επιτίμιο), τους μετέχοντες στη θ. λειτουργία, οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας: «Πάντας τους εισιόντας πιστούς, και των Γραφών ακούοντας, μη παραμένοντας δε τη προσευχή, και τη αγία Μεταλήψει, ως αταξίαν εμποιούντας τη Εκκλησία, αφορίζεσθαι χρη» (θ΄ Αποστολικός).

 

Με τον κανόνα αυτόν κανονίζεται, ότι όλοι εκείνοι που μπαίνουν στην Εκκλησία, για να συμμετάσχουν στη θ. λειτουργία, ακούν τις άγιες Γραφές και αποφεύγουν τη θ. μετάληψη (από ευλάβεια ή ταπεινοφροσύνη) πρέπει να αφορίζονται. Σύμφωνα και με τους υπόλοιπους κατωτέρω αναφερόμενους κανόνες, πρέπει να μεταλαμβάνουν συνεχώς και αδιαλείπτως, κάθε φορά που συμμετέχουν στη θ. λατρεία.

 

Ο άγιος Αμβρόσιος λέγει γι’ αυτούς που δεν κοινωνούν καθημερινά: «Ο Θεός έδωσεν εις ημάς τον άρτον τούτον καθημερινώς και ημείς ποιούμεν αυτόν ενιαύσιον». Εξ άλλου η Κυριακή προσευχή, αυτό επισημαίνει: «….. τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον…..» (Ματθ. 6. 9-13) και: «….. τον άρτον ημών τον επιούσιον δίδου ημίν το καθ’ ημέραν…..» (Λουκ. 11. 2-4). Το ίδιο απαιτεί και ο Ι. Χρυσόστομος περί της συνεχούς θ. κοινωνίας (λόγος η΄ προς Ρωμαίους, λόγος ιζ΄ και ιη΄ προς Εβραίους, λόγος ε΄ στις Πράξεις, λόγος α΄ προς Τιμόθεον, λόγος γ΄ προς Εφεσίους, λόγος κη΄ προς Α΄ Κορινθίους, λόγος προς Φιλογόνιο και λόγος περί νηστείας). Το αυτό πραγματεύεται και ο Μ. Βασίλειος στην επιστολή του προς την Πατρικίαν Καισαρίαν και στον α΄ λόγο, περί βαπτίσματος. Αλλά και οι ευχές της θ. λειτουργίας σ’ αυτό προτρέπουν. Εξ άλλου και ο ιερέας καλεί στη θ. κοινωνία να προσέλθουν οι πιστοί, που έχουν φόβο Θεού, πίστη στο Χριστό και αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον.

 

Τα αυτά διαλαμβάνει και ο β΄ κανόνας της Συνόδου της Αντιόχειας: «Πάντας τους εισιόντας εις την Εκκλησίαν, και των ιερών Γραφών ακούοντας, μη κοινωνούντας δε ευχής άμα τω λαώ, ή αποστρεφομένους την μετάληψιν της Ευχαριστίας, κατά τινα αταξίαν, τούτους αποβλήτους γίνεσθαι της Εκκλησίας, έως αν εξομολογησάμενοι και δείξαντες καρπούς μετανοίας και παρακαλέσαντες, τυχείν δυνηθώσι συγγνώμης…..». Δηλ. όσοι πιστοί πηγαίνουν στην Εκκλησία, ακούουν τις Γραφές και δεν συμπροσεύχονται ή δεν μεταλαμβάνουν, όχι για καμιά εύλογη αιτία, αλλά από ταπείνωση και ευλάβεια τάχα, αποφεύγοντες αυτήν, αφορίζονται της Εκκλησίας μέχρι να τύχουν συγχώρησης.

 

Επί πλέον, κατά την Διακαινήσιμο εβδομάδα, οι πιστοί θα πρέπει να συμμετέχουν καθημερινά στη θ. λατρεία και να κοινωνούν καθημερινά, επειδή όλη αυτή η εβδομάδα θεωρείται Κυριώνυμος ημέρα: «Από της αγίας αναστασίμου Χριστού του Θεού ημών ημέρας, μέχρι της καινής Κυριακής, την όλην εβδομάδα….. τη των Θείων Γραφών αναγνώσει προσέχοντας, και των αγίων μυστηρίων κατατρυφώντας…..».(ξς΄ Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).

 

2/ Για τους εγγάμους πιστούς

 

Οι έγγαμοι πιστοί κοινωνούν, όπως και οι υπόλοιποι πιστοί, απέχοντες βέβαια της προς αλλήλους κοινωνίας και αναγκαστικά τα Σάββατα και τις Κυριακές, όπου μεταλαμβάνουν, αλλά ακόμη και στις ημέρες εορτών (ιγ΄ κανόνας Τιμοθέου Αλεξανδρείας).

 

3/ Για τους δαιμονιζομένους

 

            Ο δαιμονιζόμενος δύναται να κοινωνεί κάθε Κυριακή, όχι βέβαια τις καθημερινές, αρκεί να μην βλασφημεί τα άγια μυστήρια (γ΄ κανόνας Τιμοθέου Αλεξανδρείας). Η θ. κοινωνία δίδεται στους δαιμονιζομένους, για καθαρισμό της ψυχής και του σώματος και εις κατάφλεξη του πονηρού πνεύματος, του εγκαθημένου εις τα μέλη του σώματος του ανθρώπου. Όταν εμποδίζουμε την κοινωνία από τους δαιμονιζομένους, δίδομεν άδεια εις τον δαίμονα συχνότερα και βαθύτερα να τους ενεργεί, ως στερουμένους της εκ της θ. Κοινωνίας διδομένης βοηθείας του Θεού (άγιος Κασσιανός).

 

            4/ Για τους τριγάμους

 

Για τους τριγάμους, η θ. κοινωνία επιτρέπεται μόνον τρεις φορές το χρόνο, την Ανάσταση, τα Χριστούγεννα και την Κοίμηση της Θεοτόκου, αν είναι 30 ετών δίγαμοι και χωρίς παιδιά και τελέσουν τρίτο γάμο. Όταν είναι 40 ετών δίγαμοι, χωρίς παιδιά και τελέσουν τρίτο γάμο, τότε να κοινωνούν μια φορά το χρόνο, την Ανάσταση. Ο πάνω από 45 ετών δίγαμος και χωρίς παιδιά απαγορεύεται να τελέσει τρίτο γάμο (γ΄ κανόνας Συνόδου Νεοκαισαρείας).

 

5/ Για τους έχοντες επιτίμιο από πνευματικό

 

Οι κανόνες δίνουν στους πνευματικούς την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν με τα διάφορα επιτίμια, ανάλογα με τον αν υπάρχουν θανάσιμα ή συγγνωστά αμαρτήματα, την διάθεση του αμαρτωλού προς μετάνοια, την μεγαλοψυχία ή μικροψυχία αυτού, πάντοτε προσέχοντας να μην απολεσθεί ο πιστός, λαμβάνοντας υπόψη τη διάθεση και την κλίση του αμαρτωλού. Ο πνευματικός επιμετρά το έλεος και προσέχει να μην κάνει χειρότερη την πληγή, αλλά να σκοπεύει στην ιατρεία του αμαρτωλού, μη ρίπτοντας σ’ αυτόν βαρειά επιτίμια (ρβ΄ κανόνας Πενθέκτης Οικουμενικής, οδ΄ κανόνας Μ. Βασιλείου).

 

Όλοι οι κανόνες αναφέρουν επιτίμια ανάλογα με την βαρύτητα του αμαρτήματος, τα δε επιτίμια είναι διάφορα, όπως προσευχή, γονυκλισία, παραμονή με τους προσκλαίοντας, απαγόρευση τη θ. κοινωνίας κ.ά. Βέβαια, πουθενά δεν αναφέρεται απαγόρευση της θ. κοινωνίας, χωρίς να υπάρχει σχετικό επιτίμιο.

 

20.4.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ

 

 αρχείο λήψης

Μέσα στην Αγία Γραφή ακούγεται η πρόσκληση «υιέ μου δος μοι σην καρδίαν». Την καρδιά του ανθρώπου ζητά ο Θεός, για να ζει και να αναπνέει με το θέλημά Του. Μέσα ακόμη όμως και στον χώρο των λεγομένων πιστών δεν κυριαρχεί, δυστυχώς, το θέλημα του Θεού, αλλά το ίδιον θέλημα. Εδώ τα πράγματα γίνονται τραγικά, διότι ενώ γνωρίζουν το λόγο του Θεού, όμως τον διαμορφώνουν σύμφωνα με τα μέτρα τους.

Πνευματικοί «γέροντες» κόβουν και ράβουν όπως βολεύει στην άνεση και την ευκολία των τέκνων τους, μόνο και μόνο για να μη τους χάσουν και να ονομάζονται οι ίδιοι καλοί και άγιοι και όχι για να καθοδηγούν αυτούς που τους εμπιστεύτηκε ο Θεός προς την σωτηρία τους. Νομοθετούν δικές τους γνώμες και παραθέτουν παραδόσεις που έλαβαν χωρίς να ελέγξουν αν είναι η Παράδοση της Εκκλησίας, άσχετα αν είναι κάτι το παλαιϊκό. Κάθε παλαιϊκό δεν είναι και παράδοση του Ευαγγελίου. Το θέλημα του Θεού αντικαθίσταται με ένα «έτερον ευαγγέλιον» και γίνεται ένας σκοτεινός ανελεύθερος γεροντισμός με παραδόσεις ανίερες και εντάλματα ανθρώπων χάριν επιβολής εξουσίας πνευματικής και αιχμαλωσίας ψυχών.

Έτσι π.χ. για το θέμα της Θείας Κοινωνίας δεν επικρατεί το θέλημα του Θεού, αλλά η παράδοση των ανθρώπων. Φορτώνουν τους χριστιανούς με δυσβάστακτα βάρη και «παραδόσεις» και αυτό γίνεται έμμεσα η αιτία να απομακρύνονται από την Θεία Κοινωνία. Επιβάλλουν δηλαδή νηστείες του λαδιού και του αλάδωτου με έντονο τον καταναγκασμό και τον φόβο. Ορίζουν χρόνους και διαστήματα προσέλευσης στο Μυστήριο, αγνοώντας το λόγο του Χριστού και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας περί συνεχούς Θείας Κοινωνίας. Απαιτούν την νηστεία ως απαραίτητο γεγονός πριν από την μετοχή τους στο Μυστήριο, πράγμα που δεν υπάρχει πουθενά γραμμένο ή παραδεδομένο. Όλα εστιάζονται στο τι θα φάγουν και τι θα πιουν και πότε και μέχρι ποια ώρα, και αφήνουν την κύρια καλλιέργεια της πνευματικής προετοιμασίας που συγκεκριμενοποιείται στην πρόσκληση: «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Πολλοί χριστιανοί λοιπόν απέχουν της Θείας Κοινωνίας, διότι δεν νήστεψαν παρ’ όλον που ο πόθος τους είναι ασυγκράτητος και η μετάνοια ενεργή και ζώσα…αντιθέτως πολλοί θρησκευόμενοι έρχονται και κοινωνούν επειδή νήστεψαν με ένα άγριο κυνηγητό αποχής του φαγητού, ικανοποιημένοι με το έργο τους αυτό, διότι ζει μέσα τους φαρισαϊκά ένας εσωτερικός αυτοηδονισμός του δήθεν αγίου και αξίου.

Για να προσέλθουμε λοιπόν στο Μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, έχοντας βεβαίως πάρει και την ευλογία του πνευματικού μας πατέρα, ο οποίος βλέποντας την μετάνοιά μας, αναγνωρίζοντας την διάθεσή μας να μεταμορφωθούμε σε καινούς ανθρώπους μας προτρέπει μετά φόβου πίστεως και αγάπης να προσέλθουμε στο Μέγα Μυστήριο.

Για να μην παρεξηγηθούμε λοιπόν, ο κάθε χριστιανός θα πρέπει να προετοιμάζεται ορθά για να λάβει τον ίδιο τον Κύριο μέσα του. Όμως όσον αναφορά την αποχή από τις τροφές (νηστεία), πουθενά η Εκκλησία δεν έχει βάλει κάποιον τέτοιον κανόνα, αλλά η Εκκλησία λέγει: ο Χριστιανός θα πρέπει να νηστεύει την Τετάρτη και την Παρασκευή, την Σαρακοστή Χριστουγέννων και Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο κ.λπ. Η Εκκλησία λοιπόν έχει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στο έτος και προτρέπει τους πιστούς να νηστέψουν.

ΠΟΥΘΕΝΑ η Εκκλησία δεν έχει πει ότι είναι κανόνας να νηστέψεις για να κοινωνήσεις. Νηστεύεις όλες τις καθορισμένες νηστείες της Εκκλησίας μας; Εάν ναι τότε δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί άλλο αυτό το θέμα. Όμως εάν ο πνευματικός σου πατέρας κρίνει ότι για την δική σου καλύτερη προετοιμασία καλό θα ήταν να νηστέψεις π.χ. μία ημέρα, θα το κάνεις για την υπακοή στον πνευματικό σου και όχι διότι είναι κανόνας της Εκκλησίας μας.

Εάν δεν ίσχυε το παραπάνω τότε είναι παράλογο η Εκκλησία να θεσπίσει συγκεκριμένες νηστίσιμες ημέρες του έτους, αλλά θα έλεγε να νηστεύουμε 1,2,3 ημέρες πριν κοινωνήσουμε. Επίσης τα μικρά παιδάκια θα έπρεπε να νηστεύουν και αυτά, να κάνουν αλάδωτο!!! Νηστεία λοιπόν και Θεία Κοινωνία δεν συνδέονται άμεσα, ίσως έμμεσα υπό το πρίσμα του ασκητικού φρονήματος που θα πρέπει να έχουμε όλοι.

Το παράλογο είναι ότι πολλές φορές επιμένουμε τόσο πολύ στην προετοιμασία μας πριν την Θεία Μετάληψη και όταν πλέον κοινωνήσουμε χαλαρώνουμε. Δηλαδή από την μία μεριά όταν δεν έχουμε τον Χριστό μέσα μας, απέχουμε από τροφές, εγκρατευόμαστε κ.λ.π. (και καλά κάνουμε), όμως όταν έχουμε μέσα μας τον Χριστό όταν έχουμε κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας το ασκητικό αυτό φρόνημα εξαφανίζεται, λες και δεν χρειάζεται πλέον μιας και ο σκοπός επιτεύχθηκε, κοινωνήσαμε!

Όμως πως είναι δυνατόν, ενώ δεν έχω τον Χριστό μέσα μου, να ασκούμαι και όταν τον πάρω μέσα μου πλέον να γίνομαι απρόσεκτος όσον αναφορά πνευματικά θέματα; Όταν δηλαδή, πριν κοινωνήσω μου «απαγορευόταν» να κάνω κάποια πράγματα, τώρα που κοινώνησα, τώρα που έγινα και εγώ χριστός να μην μου απαγορεύονται;

Άρα διαπιστώνουμε ότι το σκεπτικό πολλών, αν όχι όλων των χριστιανών είναι λάθος. Δεν σημαίνει ότι αφού κοινώνησα μπορώ χωρίς καμία αναστολή να κάνω το οτιδήποτε, αντιθέτως αφού έχω κοινωνήσει θα πρέπει ακόμα περισσότερο να είμαι προσεκτικός, σε πνευματική εγρήγορση, ώστε όντως η Θεία Κοινωνία να ενεργήσει μέσα μου και να με μεταμορφώσει, να με βοηθήσει να ξεπεράσω αδυναμίες και να γίνει όντως το εφόδιο αυτό το οποίο θα με οδηγήσει στην Αιώνια Ζωή.

10.4.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

 

 

ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

 αρχείο λήψης

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ 

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

 

Β΄

 

 

   ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

 

            Υπάρχουν πλείστοι ορθόδοξοι θεολόγοι, οι οποίοι θεωρούν, ότι η Ορθοδοξία έχει υποστεί βαθειά επίδραση από τη Δυτική θεολογία, οπότε η δυσκολία αρχίζει με την προσπάθεια του καθορισμού της επίδρασης αυτής και τελικά οδηγούμεθα στο ερώτημα, σε τι διαφέρει η Δυτική από την Ανατολική θεολογία και σε ποια σημεία και σε ποια έκταση έχει γίνει η εισβολή της δυτικής σκέψης στην Ορθόδοξη θεολογία και παράδοση.

 

Βέβαια, το πνεύμα της Δύσης και το πνεύμα της Ανατολής τελικά διαφέρουν μεταξύ τους πάρα πολύ και αυτή η διαφορά καθιστά αυτά τα δυο μεγέθη ασυμβίβαστα. Η εισβολή αυτή της δυτικής σκέψης έγινε έγκαιρα αντιληπτή στη ρωσική ορθόδοξη θεολογία, ενώ έμεινε και εν πολλοίς μένει ακόμη απαρατήρητη από την ελληνική ορθόδοξη θεολογία. Η ελληνική ορθόδοξη θεολογία, δυστυχώς, ακολούθησε αυτή τη δυτική ομολογιακή θεολογία με εκφραστές κυρίως το Ζήκο Ρώση, Χρ. Ανδρούτσο και άλλους, μεγάλης εμβέλειας ακαδημαϊκούς καθηγητές. Αυτοί, για να αντιπαρατεθούν στα ΡΚαθολικά επιχειρήματα, χρησιμοποίησαν τη Προτεσταντική θεολογία, στη δε αντιπαράθεσή τους με τους Προτεστάντες, χρησιμοποίησαν τα ΡΚαθολικά επιχειρήματα. Με αυτή την πορεία αναπτύχθηκε η ελληνική ορθόδοξη θεολογία, μέχρι την εμφάνιση του καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη, ο οποίος πρόσφερε και έκανε γνωστά στη θεολογία μας τα πατερικά έργα σε τέτοιο βαθμό, που άλλαξε άρδην η θεολογική σκέψη και από δυτικοτραφής, άρχισε να στρέφεται στην καθ’ ημάς «άγνωστη» Ανατολή και όλη αυτή η προσπάθεια, γίνεται όχι χωρίς αντιδράσεις, κυρίως από το δυτικοτραφές καθηγητικό κατεστημένο. Πάντως η συμβολή του π. Ρωμανίδη ήταν τόσο καίρια, που σηματοδοτεί την ορθόδοξη θεολογική σκέψη και τη διαχωρίζει σε «προ» και «μετά» Ρωμανίδη εποχή.

 

Τι είναι όμως αυτά που διαχωρίζουν τη Δυτική από την Ανατολική θεολογία και ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Για να προσεγγιστούν οι διαφορές αυτές, πρέπει να πάμε πίσω στις ρίζες της Δυτική σκέψης. Είναι δε πολύ επιβοηθητική η παρατήρηση του π. Florovsky πάνω στις διαφορές αυτές. Υπήρχε ανέκαθεν μέσα στην αρχαία Εκκλησία, λέει, μια κατά κάποιο τρόπο νόμιμη διαφοροποίηση της Δυτικής και της Ανατολικής προσέγγισης. Για να έχουμε τη καθολικότητα της Εκκλησίας είναι απαραίτητη η συνύπαρξη και των δυο αυτών τρόπων προσέγγισης. Είναι χαρακτηριστική επίσης, η μαρτυρία του Λουγδούνου Ειρηναίου. Η Εκκλησία, λέει, έχει δύο πνεύμονες, τον πνεύμονα της Ανατολής και τον πνεύμονα της Δύσης. Με αυτά λοιπόν τα χαρακτηριστικά της Δυτικής θεολογίας και τις διαφορές με την Ανατολή, μπορεί η πρώτη να ενσωματωθεί και να συνδεθεί με την καθόλου Εκκλησία και από ποια σημεία και πέρα η συνύπαρξη και η σύνθεση αυτών των δυο θεολογιών γίνεται αδύνατη;

 

Το φαινόμενο της δυτικής σκέψης εμφανίζεται πολύ νωρίς στην Εκκλησία. Εμφανίζεται πολύ νωρίτερα από τη κάθοδο των Φράγκων στη Ρώμη τον 9ο αιώνα και οφείλεται στη διαφορετική δυτική ρωμαϊκή σκέψη, η οποία προτάσσει την πρακτική χρησιμότητα σε οποιοδήποτε θέμα, που την απασχολεί. Κλασσικό παράδειγμα είναι αυτό του τραπεζιού και το τι ερωτήματα δημιουργεί σε ένα σκεπτόμενο άνθρωπο η ύπαρξη ενός τραπεζιού. Ο Εβραίος πιστός θα αναρωτηθεί: «ποιός δημιούργησε αυτό το τραπέζι;». Και αυτό σύμφωνα με το βιβλικό: «Πας οίκος κατασκευάζεται υπό τινος ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός». Ένας Ορθόδοξος πιστός θα διερωτηθεί: «άραγε ποια είναι η φύση του τραπεζιού; τι είναι αυτό που το κάνει να είναι αυτό που είναι;». Είναι το περίφημο οντολογικό ερώτημα της Ανατολής. Η Ανατολή αναζήτησε μέσα και πίσω από τα όντα, τα φαινόμενα, το λόγο των όντων. Το λόγο των όντων τον βρήκε πίσω από τα όντα, μέσα στα όντα και έτσι έφτασε στην έννοια της ουσίας και της φύσεως. Οπότε το ερώτημά του καταλήγει στο ποιά είναι η ουσία, η φύση του τραπεζιού; Ο δυτικός πιστός θα ρωτήσει: «ποια είναι η χρησιμότητα του τραπεζιού;». Δηλαδή ο δυτικός, εάν ένα όν δεν έχει κάποια πρακτική σημασία, δεν τον απασχολεί, δεν τον ενδιαφέρει. Δεν θέτει το ερώτημα του όντος.

 

Αυτή η τοποθέτηση των τριών απαντήσεων ως προς το πρόβλημα του τραπεζιού μπορεί να μεταφερθεί και στη θεολογία. Στη προσέγγιση στο πρόβλημα του Θεού, ο Εβραίος θα καθορίσει ποιος είναι ο Θεός και θα απαντήσει, ότι είναι ο  Δημιουργός του Σύμπαντος. Ο ανατολικός άνθρωπος θα διερευνήσει ποιο είναι το πρόσωπο και ποια είναι η φύση του Θεού. Ο δυτικός άνθρωπος θα προσεγγίσει το θέμα του Θεού με το ερώτημα της χρησιμότητάς του.

 

Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεδομένα, τρία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της δυτικής θεολογίας: 1/ το νόημα της θεολογίας είναι στο πως θα μεταφραστεί η θρησκεία σε πράξη, σε ηθική, 2/ ο δυτικός άνθρωπος ψάχνει στις ρίζες του να βρει την παρουσία του Θεού μέσα στην ιστορία και τελικά αντί να κοιτάζει τη Φύση για να βρει το Θεό, κοιτάζει τις ανθρώπινες πράξεις και 3/ το δέσιμο του δυτικού ανθρώπου με τους θεσμούς και την οργάνωση της κοινωνίας, που αντανακλάται στην αυστηρή δομή της ρωμαϊκής εκκλησίας. Επακόλουθα αυτών των παραδοχών είναι η ανάπτυξη της ψυχολογίας, του ρομαντισμού και του υπαρξισμού στο δυτικό άνθρωπο.

 

Πως συνδέονται όμως αυτά με τη Θεολογία και τι συνέπειες επιφέρουν στη πίστη; Το χαρακτηριστικό του δυτικού ανθρώπου είναι η ενασχόληση με τη πράξη, την εμπειρία και την αποδοτικότητα στη πράξη. Τα έργα του ανθρώπου δημιουργούν προϋποθέσεις για τη σωτηρία ή όχι; Εδώ η αυγουστινιάνεια θεολογία απαντάει, ότι τα έργα δεν κάνουν τη σωτηρία. Χρειάζονται για τη σωτηρία, αλλά το ποιος θα σωθεί έχει προκαθορισθεί άνωθεν. Ο Προτεσταντισμός απορρίπτει τα καλά έργα, ως προϋπόθεση για τη σωτηρία και αντίθετα παραδέχεται τη πίστη και μόνον αυτή σαν προϋπόθεση στη σωτηρία. Η Ορθοδοξία απαντάει, ότι ούτε εξασφαλίζουν, ούτε δεν εξασφαλίζουν τη σωτηρία τα έργα. Ο Παύλος είναι κατηγορηματικός: «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. 5. 6). Βέβαια, χρειάζεται η συνέργεια Θεού και ανθρώπου για τη σωτηρία, αλλά όλα τελικά εναπόκεινται στο έλεος του Θεού.

 

Αλλά και οι θεσμοί παίζουν μεγάλο ρόλο στη Δύση. Αν καταρρεύσουν, καταρρέει η όλη δομή της εκκλησίας. Ακόμη και το αλάθητο και το πρωτείο του πάπα είναι ακριβώς το αποκορύφωμα της δυτικής αντίληψης, ότι ο θεσμός αυτός έχει μέσα του καθ’ εαυτόν την αυθεντία και δεν την παίρνει από πουθενά αλλού.  Ακόμη και στα μυστήρια είναι οι λόγοι του Χριστού, που μετατρέπουν το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Αυτοί οι λόγοι του Χριστού έχουν εγγενή τη σωστική δύναμη, τη δύναμη του μεταβολισμού. Στην Ανατολή γίνεται επίκληση του Αγίου Πνεύματος για τη μεταβολή. Στη Δύση χρειάζεται η καθαρότητα του λειτουργού, δηλ. του θεσμού για να γίνει η μεταβολή. Στην Ανατολή δεν χρειάζεται αυτή η καθαρότητα, γιατί την τελετουργία τελεί το Άγιο Πνεύμα. Η δυσκολία στο δυτικό άνθρωπο είναι λοιπόν, ότι πρέπει αυτός να δεχτεί οπωσδήποτε τη θέση, ότι ο θεσμός αυτός καθ’ εαυτόν έχει οντολογικό χαρακτήρα. Στην Ανατολή κάτι τέτοιο, απλά, δεν συμβαίνει.

 

Μια κάποια σύντομη παράθεση της εκκλησιαστικής ιστορίας στον Ελλαδικό χώρο δείχνει τις επιδράσεις του Παπισμού στο χώρο αυτό και δικαιολογεί ορισμένες παρεκτροπές από την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση της εν γένει Ανατολής.

 

Ο σημερινός Ελλαδικός χώρος (πλην Θράκης) υπήγετο στην δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης από το 67 επί Πάπα Λίνου μέχρι το 732 επί Πάπα Γρηγορίου Γ΄, οπότε ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος απέσπασε με πραξικοπηματικό τρόπο τον Ελλαδικό χώρο από τη δικαιοδοσία του επισκόπου Ρώμης και τον προσάρτησε στη δικαιοδοσία του Επισκόπου Κων/πόλεως, λόγω της εικονόφιλης πολιτικής του Επισκόπου Ρώμης. Έτσι ο Ελλαδικός χώρος υπήγετο στη δικαιοδοσία του Ρώμης επί 665 χρόνια, στη δε δικαιοδοσία του Κων/πόλεως επί 472 χρόνια (από το 732-1204) μέχρι την κατάληψη της Κων/πολης το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας επί Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ και την ίδρυση του Λατινικού κράτους. Από το 1204 και έπειτα και μέχρι και μετά το 1821, ο Ελλαδικός χώρος, ενώ τυπικά ανήκει στον Κων/πόλεως, ουσιαστικά τελούσε υπό παπική κατοχή. Κατά την περίοδο αυτή και ειδικά εκείνη της Φραγκοκρατίας, όλος ο κλήρος υπήχθη υπό τον Πάπα Ρώμης, στις επαρχίες τοποθετήθηκαν Λατίνοι επίσκοποι ή Λατινίζοντες Ορθόδοξοι ενωτικοί (Ουνίτες) Επίσκοποι.

 

Ο Νότιος Ελλαδικός εκκλησιαστικός χώρος κατά τη Φραγκοκρατία διαιρέθηκε σε 4 αρχιεπισκοπές: Πατρών, Κορίνθου, Αθηνών και Θηβών με επικεφαλής Λατίνους Αρχιεπισκόπους. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο πρώτος Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Πατρών είναι ο Anthelmus de Clugny  to 1205, o δε Κορίνθου είναι ο Gauthier το 1212 και ο τελευταίος ο Januarius Verolino το 1951! Στην Αθήνα, ο πρώτος Λατίνος είναι ο Verardus, ο δε επίσκοπος Χαλκίδος, υπό τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών, ο Θεόδωρος,  παρέμεινε στην Επισκοπή του, καθότι ορκίστηκε πίστη στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄, το 1206.

 

Στο Βορρά, ο πρώτος Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εγκαθίσταται ο Neuelon to 1204 με 18 Επισκοπές, στο δε Άγιον Όρος οι μοναχοί της Ι.Μ. Ιβήρων υπήχθησαν τότε στην Αγία Έδρα. Βέβαια η διείσδυση του παπισμού στο άγιο Όρος είχε ήδη γίνει από τον ια΄ αιώνα με την ίδρυση σ’ αυτό της μονής Αμαλφινών. Επίσης και σε άλλες Μητροπόλεις του Ελλαδικού χώρου εγκατεστάθησαν Λατίνοι Επίσκοποι, όπως στη Μητρόπολη Λάρισας από το 1214.

 

Στη Νησιωτική Ελλάδα η κατάσταση δεν ήτανε διαφορετική: Στα Δωδεκάνησα εγκατεστάθησαν Λατίνοι Επίσκοποι στις Μητροπόλεις, Αρχιεπισκοπές και Επισκοπές. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι τελευταίοι Λατίνοι Επίσκοποι έφυγαν με την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα το 1947! Στα Ιόνια νησιά η ίδια κατάσταση, μέχρι τουλάχιστον την ενσωμάτωσή τους με την Ελλάδα το 1863, στη δε Κρήτη ήδη έχουμε Λατίνους Επισκόπους από το 1204, ο δε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης εγκαθίσταται στο Χάνδακα. Στις Κυκλάδες εγκαθίστανται Λατίνοι Επίσκοποι ήδη από το 1207, οι δε πλείστοι των κατοίκων υπό την πίεση των Λατίνων εκλατινίζονται και προσχωρούν στον Παπισμό. Ο πρώτος Επίσκοπος Σύρου είναι ο Ορθόδοξος Επίσκοπος Μιχαήλ Ψυλλός, ο οποίος ομολόγησε υποταγή στον Πάπα και καθίσταται ο πρώτος Λατίνος Αρχιεπίσκοπος. Έκτοτε και μέχρι σήμερα έχουμε άνθηση του Παπισμού και ειδικά στη Σύρο, όπου ο πληθυσμός είναι μισός-μισός Ορθόδοξος και Λατίνος με συμπροσευχές, συλλείτουργα, εναλλάξ συμμετοχές στη θ. λατρεία, κοινωνία από το αυτό ποτήριο κ.λπ.

 

Σ’ όλη τη περίοδο της Φραγκοκρατίας, αλλά και της Τουρκοκρατίας, όσοι Ορθόδοξοι Ιεράρχες δεν υπετάγησαν στον Παπισμό, εγκατέλειψαν τις Επισκοπές τους και με λίγους κληρικούς εγκατεστάθηκαν σε άλλες περιοχές, χωρίς βέβαια το ποίμνιό τους. Στις εκλατινισμένες περιοχές οι Λατίνοι Επίσκοποι είχαν άμεσο βοηθό τους τον Μ. Πρωτοπρεσβύτερο ή Πρωτόπαπα, Ορθόδοξο κυρίως κληρικό, ο οποίος διοικούσε τους υπό τον Λατίνο Επίσκοπο Ορθόδοξους κληρικούς. Εξ άλλου, πλήθος παπικών μοναχικών ταγμάτων εγκατεστάθηκαν στον Ελλαδικό χώρο: Τεκτόνων, Ιωαννιτών, Ναϊτών, Φραγκισκανών, Δομινικανών, Καρμηλιανών, Καπουτσίνων, Ιησουϊτών, Μαριανών κ.ά.

 

Επομένως κατά τη δισχιλιετή εκκλησιαστική μας Ιστορία, ο Ελλαδικός χώρος παρέμεινε άμεσα ή έμμεσα υπό Παπική κυριαρχία επί 1300 χρόνια, ενώ υπό Ορθόδοξη κυριαρχία επί 650 χρόνια, δηλ. στα 2/3 της όλης περιόδου υπήγετο στον Παπισμό και είναι όντως θαυμαστό το πώς ο χώρος αυτός δεν έχασε τελείως την πίστη του. Βέβαια, οι παπικές επιδράσεις κατέστησαν έντονες, τα δε αποτελέσματά τους, τα διαπιστώνουμε σήμερα εύκολα στο δόγμα, στους κανόνες και τη καθημερινή πρακτική.

 

Από την ίδρυση της Πενταρχίας των Πατριαρχείων υπήρξε διαφοροποίηση της καθόλου Εκκλησίας σε δυο μέρη: της δυτικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο της Ρώμης και της ανατολικής Εκκλησίας με τα Πατριαρχεία Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, τους δυο πνεύμονες της Εκκλησίας, κατά τον άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου. Αυτός ο διαχωρισμός έφερε και τη διαφοροποίηση της Δύσης, ως χώρος των Λατίνων και της Ανατολής, ως χώρος των Ελλήνων, στηριζόμενος κυρίως στη γλωσσική διαφοροποίηση, η Δύση με τη Λατινική γλώσσα και η Ανατολή με την Ελληνική.

 

Έκτοτε, ο διαχωρισμός Έλληνες και Λατίνοι παρέμεινε μέχρι σήμερα και δηλοποιεί την Ανατολή και τη Δύση. Μετά το Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και εξ αιτίας των αιρετικών θέσεων της Δύσης και την απόκλιση από δόγματα και κανόνες, άρχισε να παρουσιάζονται διάφορες άλλες ονομασίες, που να διαχωρίζουν την Ορθόδοξη Ανατολή από την αιρετική Δύση. Έτσι στην Τοπική Σύνοδο της Κων/πολης του 1722, εκτός από τον πάγιο όρο Λατίνοι, εμφανίζονται οι όροι Παπίστες και Πάπιδες. Στη Σύνοδο της Κων/πολης του 1836 εμφανίζεται ο όρος Παπιστές, στη Σύνοδο δε της Κων/πολης του 1838 εμφανίζεται ο όρος Παπισμός. Με τον όρο Παπισμός για τη Δύση, σε αντιδιαστολή με τον όρο Ορθοδοξία για την Ανατολή, συγκεντρώνει όλες τις αλλοιώσεις που επέφερε η Δύση στο δόγμα, αλλά και στους κανόνες της Εκκλησίας και ειδικότερα της προώθησης από τη Δύση της αντίληψης περί του πρωτείου εξουσίας (και όχι τιμής) του Πάπα της Ρώμης έναντι της καθόλου Εκκλησίας και της υπερτέρας θέσης του έναντι των Συνόδων, καθώς και της αίρεσης του filioque, δηλ. της προσθήκη στο Σύμβολο Πίστης της φράσης «και εκ του υιού», που δηλώνει την εκπόρευση του αγίου Πνεύματος όχι μόνον εκ του Πατρός, αλλά και εκ του Υιού.

 

Βέβαια, η Ορθόδοξη Ανατολή δεν υποψιαζόταν, ότι στη Δύση είχε από αιώνες κυριαρχήσει όχι μια αίρεση ή ένα σχίσμα, όπως αυτά που ήξερε η Εκκλησία από το ιστορικό της παρελθόν, αλλά κάτι ριζικά διαφορετικό, τη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, την αντιστροφή των όρων του χριστιανικού ευαγγελίου. Γι’ αυτό και ενώ μαχόταν ή Ανατολή για το filioque και το πρωτείο, υιοθετούσε ταυτόχρονα την κληρονόμιση του προπατορικού αμαρτήματος, την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, τα συγχωροχάρτια ως ψυχοχάρτια, τους τιτουλάριους επισκόπους, τις ενδημούσες συνόδους, τις εθνοφυλετικές εκκλησίες και πολλές άλλες δυτικές παρεκκλίσεις από Ορθόδοξες θέσεις. Επιπλέον, θαύμαζε σαν υψηλή και ζηλευτή θρησκευτική καλλιέργεια, τον ατομοκεντρικό ευσεβισμό, τη νοησιαρχική πειθαρχία, την ηθική και νομική συνέπεια της Δύσης και αποτύπωσε ορισμένα από αυτά στις διάφορες Ομολογίες Πίστης, που εμφανίστηκαν τον 17ο αιώνα. Δυο από αυτές, οι Ομολογίες Πέτρου Μογίλα, Μητροπολίτη Κιέβου και Δοσίθεου Νοταρά, Πατριάρχη Ιεροσολύμων, έχοντας στόχο να αναιρέσουν τις καλβινικές θέσεις του Πατριάρχη Κων/πόλεως Κύριλλου Λούκαρι, παρασύρονται στην υιοθέτηση ρωμαιοκαθολικών κριτηρίων, γλώσσας και προβληματισμού. Είναι τυπικά δείγματα δυτικού τύπου «ορθόδοξων» Ομολογιών, δείγματα Ορθοδοξισμού, δηλ. μεταποίησης του εκκλησιαστικού ευαγγελίου σε ιδεολόγημα. Παρόμοιες δυτικές επιδράσεις έχουμε στη «Φιλοκαλία» (θρησκευτικός ατομοκεντρισμός και σωτηρία μόνο δια της νοεράς προσευχής με μόνο υποβοηθητικά μέσα, τα μυστήρια της Εκκλησίας), καθώς και σε έργα του αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη, όπως το Πηδάλιο (συλλογή εκκλησιαστικών νόμων και δικανικών διατάξεων), τα Πνευματικά Γυμνάσματα (Ιγνάτιου Λοϊόλα του τάγματος των Ιησουϊτών), Αόρατος Πόλεμος (του Lorenzo Scupoli, του τάγματος των Theatini), Χρηστοήθεια και Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον (αντιστροφή της εκκλησιαστικής οπτικής και αχρήστευση της πυξίδας που δείχνει τη διαφορά Εκκλησίας και θρησκείας).

 

1.4.17

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

                       

 

 

Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ(Ιω.Καρδάση)

 

diskopotiro

ΓΕΝΙΚΑ

Θεία Ευχαριστία, Θεία Κοινωνία, Αγία Κοινωνία, Θεία Μετάληψη ή Δείπνο του Κυρίου

Αποτελεί μυστήριο ή τελετή πολλών Χριστιανικών ομολογιών. Κατά την παράδοση αποτελεί μυστήριο, διότι ο ιδρυτής της εκκλησίας Χριστός, στο μυστικό δείπνο προεικόνισε το μυστήριο: «Εσθιόντων δε αυτών λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευλογήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς και είπε: «λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου» και λαβών το ποτήριον κει ευχαριστήσας έδωκεν αυτοίς λέγων: «πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών»» (Ματθ. 26. 26-28). Η Θεία Κοινωνία μεταλαμβάνεται συνήθως μετά άρτου και οίνου, τα οποία μεταβάλλονται κατά την Ορθοδοξία ή μετουσιώνονται κατά τον Δυτικό τρόπο σκέψης σε σώμα και αίμα Κυρίου. Ο μεταλαμβάνων τη Θεία Ευχαριστία συμμετέχοντας στο μυστήριο, συμμετέχει στο κοινό σώμα της εκάστοτε εκκλησίας.

          Ιστορική Αναδρομή

Εμφάνιση και ρόλος στη Χριστιανική κοινότητα

Στη χριστιανική εκκλησία του 1ου αιώνα ο όρος εχαριστία δεν είχε την ειδική έννοια που του αποδόθηκε αργότερα αλλά σήμαινε «απόδοση ευχαριστιών, ευγνωμοσύνη» αλλά και ευχαριστήρια προσευχή προς τον Θεό. (Ματθ. 15. 36). Στην Καινή Διαθήκη χρησιμοποιούνται οι όροι «κυριακὸν δείπνον» («δείπνο του Κυρίου») και «κλάση του άρτου», για να περιγράψουν το τελετουργικό γεύμα που ο Ιησούς Χριστός έδωσε εντολή στους μαθητές του να τηρούν λέγοντας: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22. 19). Από τα τέλη του 1ου αιώνα, σύμφωνα με τη Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων, φαίνεται ότι άρχισε να καθιερώνεται η ονομασία «ευχαριστία» με την τεχνική αυτή σημασία (9. 1, 5). Προφανώς αυτό συνέβη καθώς οι προσευχές πριν από το αναμνηστικό δείπνο άρχιζαν συνήθως με τα λόγια: «Ευχαριστούμεν σοι, πάτερ ημών» (9. 2, 3).

Κατά τα πρώτα αποστολικά χρόνια, η Θεία Ευχαριστία αποτελούσε το κέντρο της λατρευτικής ζωής των Χριστιανών. Με αυτή συνδέονταν όλες οι άλλες λατρευτικές και πνευματικές εκδηλώσεις της εκκλησίας. Στη Θεία Ευχαριστία συμμετείχαν όσοι ήσαν βαπτισμένοι, ενώ συνδυαζόταν με κοινή εστίαση των πιστών, τις λεγόμενες «αγάπες». Με βάση την Καινή Διαθήκη (Κορ. Α΄, 16. 19), η Θεία Ευχαριστία τελείτο συνήθως σε ιδιωτικές κατοικίες. Το εκκλησιαστικό γεγονός τελούνταν με συμμετοχή όλων των πιστών της εκάστοτε τοπικής εκκλησίας, με εξαίρεση ορισμένων ιουδαιοχριστιανικών ομάδων τις Μικράς Ασίας. Η Θεία Ευχαριστία περιείχε «κλάση» του άρτου, την «ευλογία» του ποτηρίου αλλά και κατήχηση με ανάγνωση γραφών, προφητείες, προσευχές και ύμνους. Οι αγάπες κατά το β΄ αιώνα διαχωρίστηκαν από την Θεία Ευχαριστία λόγω καταχρήσεων που παρουσιάστηκαν.

Αρχικά τελείτο καθημερινώς τις απογευματινές ώρες. Ήδη όμως κατά τον 1ο αιώνα ξεχώριζε η τελούμενη Θεία Ευχαριστία της Κυριακής. Μάλιστα κατά την Κυριακή τελούνταν δύο συνάξεις μια «εωθινή» και μια «εσπερινή» κατά την οποία και τελείτο η Θεία Ευχαριστία. Ο λόγος για τον οποίο όμως μεταφέρθηκε πρωί η σύναξη, σήμερα δε βρίσκει πειστικές εξηγήσεις. Επικράτησε η άποψη πως η κατηγορία του Πλινίου κατά των Χριστιανών ως «μυστική εταιρία» και ο διωγμός που εξαπέλυσε οδήγησε την εκκλησία να μεταθέσει στην «εωθινή» σύναξη της Κυριακής τη Θεία Ευχαριστία και εν συνεχεία να καθιερωθεί. Αυτό όμως τελικά δε φαίνεται αρκετά πειστικό, αφού αυτή η μεταφορά τελικά δεν απάλλασσε από τις όποιες υποψίες τους χριστιανούς, που συνέχισαν την τέλεσή της.

Το λειτουργικό πλαίσιο της Θείας Ευχαριστίας

θεία λειτουργία

Ο τρόπος τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας κατά τον πρώτον αιώνα παραμένει σήμερα σχεδόν άγνωστος λόγω κυρίως «απόρρητης πειθαρχίας» (disciplina arcani) που επικρατούσε στους εκκλησιαστικούς κύκλους της εποχής, που είχαν μάλιστα οδηγήσει τους αντιπάλους και πολέμιους του χριστιανισμού σε δαιμονοποίηση του Ευχαριστιακού γεγονότος. Οι μόνες πληροφορίες που διαθέτουμε έχουν έμμεσο χαρακτήρα αναφορών, όπως ότι η λειτουργία που τελείτο είχε δυο μέρη: διδακτικό και μυστηριακό, εξ ου και οι κατηχούμενοι απαγορευόταν να παρακολουθήσουν. Σε μια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση μάλιστα ο H. Lietzmann (Messe und Herrenmahl, Bohn), θεωρεί πως πρέπει να γίνει μια διάκριση του Κυριακού δείπνου σε δύο τύπους, εκ των οποίων ο ένας ήταν δείπνος συναδελφώσεως και ενότητας των χριστιανών μεταξύ τους και προς τον Κύριο, ο δε άλλος ήταν μυστηριακός δείπνος σε ανάμνηση της θυσίας του Κυρίου. Έτσι, ο πρώτος ταυτιζόταν προς τη συνεστίαση του Χριστού με του μαθητές του, που τελείτο από την πρώτη χριστιανική κοινότητα της Παλαιστίνης, ενώ ο δεύτερος με το μυστικό δείπνο και τελείτο από τις Ελληνικές κοινότητες των χριστιανών.

Κατά το 2ο αιώνα υπάρχει σχετική γραμματεία η οποία συνδυασμένα μας δίνει κάποιες πληροφορίες. Κατά το πρώτο μέρος απαγέλλονταν αναγνώσματα από προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης ή τους Ψαλμούς, πραγμοτοποιείτο κήρυγμα του προεστώτα, αλλά και η ανάγνωση ευχών. Ο Τερτυλλιανός (De anima, 9) υπαινίσσεται και απαγγελία ψαλμών και ύμνων. Στο μυστηριακό μέρος κατά τον Ιουστίνο, έχουμε ασπασμό ειρήνης, προσφορά τιμίων δώρων και ολοκληρονώταν με την Θεία Ευχαριστία. Το «σώμα» το προσέφερε ο Επίσκοπος, ενώ το «αίμα» με το Άγιο ποτήριο ο Διάκονος. Το «σώμα» Κυρίου δύνατο να ληφθεί και μετά το πέρας της συνάξεως, όπως δύνατο να το λάβουν και όσοι δεν παρεβρίσκονταν στην ευχαριστιακή σύναξη. Επίσης ο Ιουστίνος αναφέρει «κράση» δηλαδή ανάμιξη ύδατος και οίνου. Οι πιστοί όταν λάμβαναν τον άρτο ήσαν ιδιαίτερα προσεκτικοί ώστε να μην πέσουν ψυχία, ενώ τηρείτο συγκεκριμένη στάση των χειρών κατά τη παράδοση, ήτοι το αριστερό χέρι σφιχτά κάτω από το δεξί.

            Νηστεία και θ. κοινωνία

 

Τόσο η αρχαία εκκλησιαστική πράξη όσο και οι ιεροί Κανόνες δεν προβλέπουν κάποια ειδική νηστεία για όσους πρόκειται να προσέλθουν στην Ευχαριστία. Στην αποστολική εποχή –και οπωσδήποτε και αρκετά μεταγενέστερα- οι πιστοί κοινωνούσαν μετά το δείπνο. Αυτό, βέβαια, αργότερα για πολλούς λόγους, έπαυσε να γίνεται και η ευλάβεια απέναντι στη θεία Κοινωνία οδήγησε την Εκκλησία να νομοθετήσει οι πιστοί να κοινωνούν νηστικοί, δηλαδή να απέχουν από κάθε είδους τροφή και το νερό από την ώρα του δείπνου ή, το αργότερο, το μεσονύκτιο της προηγούμενης ημέρας. Είναι η μόνη ευχαριστιακή νηστεία που ορίζουν οι Κανόνες της Εκκλησίας και καμιά άλλη (κθ’  Πενθέκτης Οικουμενικής).

 

Ότι δεν υπάρχει ειδική νηστεία, φαίνεται και από την πρακτική που ανέκαθεν ακολουθούν οι κληρικοί, οι οποίοι, όταν πρόκειται να λειτουργήσουν, τηρούν μόνο την αρχική ευχαριστιακή νηστεία, αποχή δηλαδή από τροφή και νερό από το μεσονύκτιο μέχρι το πέρας της Λειτουργίας.

 

Την μη ύπαρξη νηστείας προ της θ. κοινωνίας βρίσκουμε στην επιστολή του Παύλου στους Κορίνθιους (Κορ.  Α΄ 11. 20-26). Εκεί, ο απόστολος επιπλήττει τους προσερχόμενους στο Κυριακό δείπνο, όπου ορισμένοι ανυπόμονοι έτρωγαν μόλις κάθονταν στο τραπέζι και μετά κοινωνούσαν. Ο Παύλος τους συμβουλεύει να τρώνε στο σπίτι τους πριν έλθουν, αφού είναι τόσο βιαστικοί. Από το σημείο αυτό φαίνεται ότι οι προσερχόμενοι κοινωνούσαν το σώμα του Κυρίου, κατόπιν έτρωγαν και στο τέλος («μετά το δειπνήσαι») κοινωνούσαν το αίμα του Κυρίου.

 Η Θεολογία της Θείας Ευχαριστίας

Ορθόδοξη Εκκλησία

 

 

Θεία Ευχαριστία σε Ορθόδοξη Εκκλησία

Η Θεία Ευχαριστία αποτελεί το σπουδαιότερο μυστήριο της Εκκλησίας. Θεωρείται ότι αποτελεί πρόγευση των εσχάτων, της Βασιλείας του Θεού. Στο παρελθόν όλα τα υπόλοιπα μυστήρια τελούνταν μέσα στη Θεία Ευχαριστία, από τον 12ο αιώνα και μετά όμως άρχισαν να τελούνται χωριστά (Περγάμου Ιωάννης, Εκκλησιολογία)..

Στη Θεία Ευχαριστία ο άρτος και ο οίνος, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μετατρέπονται-μεταβάλλονται σε «σώμα» και «αίμα» Κυρίου. Κατά τον Ιγνάτιο Φιλαδελφείας αποτελεί «φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μη αποθανείν αλλά ζην εν Χριστώ Ιησού δια παντός». Επίσης αναφέρει «την ευχαριστίαν σάρκα είναι του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την υπέρ ημών των αμαρτιών παθούσαν, εν τη χρηστότητι ο Πατήρ έγειρε». Ο μεταλαμβάνων την θεία Ευχαριστία ενώνεται μυστικώς με τον ίδιο τον Ιησού Χριστό (Ιεροσολύμων Κύριλλος, Κατήχηση Δ΄, 3). Ο λόγος που καλείται Θεία Ευχαριστία προκύπτει από δύο λόγους, αφενός διότι ο Ιησούς Χριστός πρωτού τα παραδόσει ευχαρίστησε τον Πατέρα και αφετέρου διότι είναι Ευχαριστία και εκ μέρους των πιστών (Ι. Χρυσόστομου, ευχή θ. αναφοράς θ. λειτουργίας). Η Θεία Ευχαριστία κατά το ρηθέν του Ευαγγελιστή Ιωάννη αποτελεί για έναν ορθόδοξο το κέντρον της ζωής του: «αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον και εγώ αναστήσω αυτόν τη εσχάτη ημέρα. Η γαρ σαρξ μου αληθώς εστί βρώσις και το αίμα μου αληθώς εστί πόσις. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιω. 6. 53-56). Αυτή η λεγόμενη και «αναίμακτη» θυσία, προσφέρεται ως ιλαστήριος, ικετήριος, ευχαριστήριος θυσία προς την πραγματική αναίμακτη σταυρική θυσία του Χριστού, υπέρ πάντων των Αγίων, εξαιρέτως υπέρ της Υπεραγίας Θεοτόκου, των κεκοιμημένων και ζώντων και σε ασθένεια, των οδοιπορούντων, υπέρ πάντων και πασών. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός δε, χαρακτηρίζει τη μεταβολή ως ανερμήνευτον και ανεξερεύνητον (Έκδοση ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δ΄ 13). Ο κάθε Ορθόδοξος δε δύναται να μετέχει κατά βούληση αν δεν έχει προηγηθεί κάθαρση. Ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει «…ο μεν γαρ εναγείς και ακάθαρτος ουδέ εν εορτή δίκαιος…ο δε καθαρός και δια μετανοίας ακριβούς αποσμηξάμενος και πλημμελήματα και εν εορτή και αεί δίκαιος…». Έτσι προ του «φοβερού βήματος του Χριστού» απαιτείται εξομολόγηση, μετάνοια και νηστεία.

Ρκαθολική «εκκλησία»

 

 

Τυπική Θεία Ευχαριστία σε Ρωμαιοκαθολική «εκκλησία»

Για την ΡΚαθολική «εκκλησία» η Θεία Ευχαριστία είναι η ίδια η θυσία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου Ιησού Χριστού, την οποία Εκείνος σύστησε για να διαιωνίσει (έως ότου έλθει) τη θυσία του Σταυρού, εμπιστευόμενος έτσι στην Εκκλησία του την ανάμνηση του Θανάτου και της Ανάστασής του. Είναι το σημείο της ενότητας, ο σύνδεσμος της αγάπης, το πασχαλινό συμπόσιο κατά το οποίο οι πιστοί λαμβάνουν το Χριστό. Είναι η πηγή και το αποκορύφωμα όλης της Χριστιανικής ζωής. Η Θεία Ευχαριστία εκτυλίσσεται σε δύο μεγάλα μέρη, που αποτελούν μια μόνη πράξη της Θείας Λατρείας: την ακολουθία του Λόγου, η οποία περιλαμβάνει την αναγγελία και την ακρόαση του Λόγου του Θεού, και την Ευχαριστιακή Ακολουθία, η οποία περιλαμβάνει την προσφορά του άρτου και του οίνου, την Ευχαριστιακή ευχή ή αναφορά, που εμπεριέχει τις λέξεις της καθαγίασης και τη θεία κοινωνία. Λειτουργός της τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας είναι ο Ιερέας (Επίσκοπος ή πρεσβύτερος), έγκυρα χειροτονημένος, ο οποίος ενεργεί στο πρόσωπο του Χριστού ως Κεφαλή και στο όνομα της Εκκλησίας. Απαραίτητα στοιχεία είναι ο άρτος από σιτάρι (άζυμος βάσει του ότι η κλάση του άρτου έγινε την πρώτη ημέρα της εορτής των αζύμων Μκ 14:12-26 Λκ 22:7-23 Μτθ 26:6-21) και ο οίνος από σταφύλι.

Κατά την διάρκεια του μυστηρίου γίνεται μετουσίωση του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα του Χριστού. Μετουσίωση σημαίνει την μετατροπή όλης της ουσίας του άρτου στην ουσία του Σώματος του Χριστού και όλης της ουσίας του οίνου στην ουσία του Αίματός του. Αυτή η μετατροπή πραγματοποιείται κατά την ευχαριστιακή ευχή, διαμέσου της αποτελεσματικότητας της δράσης του Λόγου του Χριστού και της δράσης του Αγίου Πνεύματος. Για να λάβουν οι πιστοί τη Θεία Κοινωνία επιβάλλεται να είναι πλήρως ενσωματωμένοι στην ΡΚαθολική «εκκλησία» και να βρίσκονται σε κατάσταση χάρης, δηλαδή χωρίς θανάσιμη αμαρτία στη συνείδησή τους. Όποιος συνειδητοποιεί, ότι έπραξε μια βαριά αμαρτία οφείλει να λάβει το Μυστήριο της Συμφιλίωσης πριν προσέλθει στη Θεία Κοινωνία. Είναι επίσης σημαντικό το πνεύμα της αυτοσυγκέντρωσης και της προσευχής, η τήρηση της νηστείας όπως καθορίζεται από την Εκκλησία και η ευπρέπεια του σώματος, ως σημείο σεβασμού προς τον Χριστό.

Προτεσταντικές «εκκλησίες»

 

 

Προετοιμασία για την Θεία Ευχαριστία σε μια Ελευθέρα Αποστολική «εκκλησία» Πεντηκοστής

Υπάρχουν διάφορες θεολογικές θεωρήσεις για την Θεία Ευχαριστία μέσα στις Προτεσταντικές «εκκλησίες». Κάποιες «εκκλησίες» τελούν την Θεία Ευχαριστία ως ανάμνηση της σταυρικής θυσίας του Ιησού Χριστού και πιστεύουν πως ο oίνος και ο άρτος είναι σύμβολα του αίματος και του σώματός Του. Αντίθετα άλλες «εκκλησίες», πιστεύουν σε μια πιο μυστηριακή υπόσταση της τελετής. Η αντίθεση αυτή στην θεολογία των Προτεσταντικών εκκλησιών, έγινε η αιτία για την πρώτη βασική διαίρεση στο χώρο. Από νωρίς ο Μαρτίνος Λούθηρος, διαφώνησε με τους Ελβετούς ηγέτες της Μεταρρύθμισης, και ανέπτυξε το δόγμα της συμμετουσίωσης. Κατά το δόγμα της συμμετουσίωσης ο Ιησούς Χριστός, ως Θεάνθρωπος, λόγω της αδιάλυτης ένωσης των δύο φύσεων στο πρόσωπό του, είναι παρών στην τελετή της Θείας Ευχαριστίας, όχι με τη θεία μόνο φύση του, αλλά και με την ανθρώπινη, έτσι που ο άρτος και ο οίνος αποκτούν την ουσία του σώματος και του αίματος Του, χωρίς να αποβάλλουν τη δική τους ιδιαίτερη υπόσταση.

Σε πολλές «εκκλησίες», διανέμονται σε όλη τη συνάθροιση κομμάτια άρτου και μικρά ποτήρια με οίνο, από τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Σε άλλες πάλι «εκκλησίες» οι πιστοί προσέρχονται για να λάβουν τον άρτο και τον οίνο από τον λειτουργό της «εκκλησίας».

Οι θεολογικές απόψεις των Ελληνικών «εκκλησιών» για την Θεία Ευχαριστία, διαφέρουν επίσης σε κάποια σημεία. Η Ελευθέρα Αποστολική «εκκλησία» Πεντηκοστής πιστεύει ότι ο οίνος και ο άρτος γίνονται σώμα και αίμα Χριστού πνευματικώς, δια της πίστεως και τελεί την Θεία Ευχαριστία κάθε Κυριακή με άζυμο άρτο (επίσημη ιστοσελίδα της ΕΑΕΠ). Η Ελληνική Ευαγγελική «εκκλησία» πιστεύει πως είναι η τελετή της κοινωνίας μετά του Χριστού και μετά του λαού Αυτού, εν η δίδεται και λαμβάνεται ο άρτος και ο οίνος προς ευγνώμονα ανάμνησιν Εκείνου και της επί του Σταυρού θυσίας Αυτού, και την τελεί κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα, όπως κάνουν και οι υπόλοιπες Πρεσβυτεριανές «εκκλησίες» (Ομολογία Πίστης Ελληνικής Ευαγγελικής «εκκλησίας», άρθρο 22, περί των τελετών). Οι Ελεύθερες Ευαγγελικές «εκκλησίες» τελούν την Θεία Ευχαριστία κάθε Κυριακή και τονίζουν πως γίνεται σε ανάμνηση των παθημάτων του Ιησού Χριστού, και ότι δεν είναι μια μυστηριακή τελετή που σώζει ή αγιάζει, ούτε επανάληψη της θυσίας του Χριστού κατά την οποία γίνεται μετουσίωση, ενώ ο άρτος και το ποτήριο συμβολίζουν την ενότητα όλων των πιστών που μετέχουν σε σώμα Χριστού. Η Αποστολική «εκκλησία» του Χριστού μιλάει για συμβολική χρήση του άρτου και του οίνου (γνωριμία με τις αρχές της «εκκλησίας») και τελεί την Θεία Ευχαριστία κάθε πρώτη Κυριακή και κάθε τρίτη Πέμπτη του μήνα, στηριζόμενη στο γεγονός ότι κατά την Μεγάλη Πέμπτη ο Ιησούς Χριστός εγκαθίδρυσε την Θεία Ευχαριστία.

 

4η Μυσταγωγική Κατήχηση: Περι Σωματοσ και Αιματοσ του Χριστου

 

«Διότι εγώ παρέλαβα από τον Κύριο, αυτό που σας παράδωσα. Ότι δηλαδή, το βράδυ που παραδιδόταν έλαβε άρτον και αφού ευχαρίστησε τον έκοψε και είπε, Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον· τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. Παρομοίως [έλαβε] και το ποτήριον, μετά το δείπνο, και είπε, Τούτο το ποτήριον είναι η καινή διαθήκη εν τ εμ αίματι· τούτο ποιείτε, οσάκις αν πίνητε, εις την εμήν ανάμνησιν. Ωσάκις γαρ αν αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ού έλθη. Ώστε λοιπόν όποιος τρώει τον άρτον τούτον και πίνει το ποτήριον του Κυρίου ανάξια, θα είναι ένοχος για το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Ας δοκιμάζει λοιπόν ο κάθε άνθρωπος τον εαυτόν του, και έτσι ας τρώει από τον άρτο και ας πίνει από το ποτήριο· γιατί εκείνος που τρώει και πίνει ανάξια τρώει και πίνει κατάκριση για τον εαυτόν του, επειδή δεν διακρίνει το σώμα του Κυρίου. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και αρκετοί κεκοιμημένοι. Εάν είχαμε διάκριση δεν θα κρινόμαστε. Τώρα όμως που κρινόμαστε, παιδευόμαστε από τον Κύριο, για να μην κριθούμε [τελικά] μαζί με τους άλλους. Ώστε, αδελφοί μου, όταν συγκεντρώνεστε για να συν-φάγετε να δέχεσθε ο ένας τον άλλον. Εάν υπάρχει κανείς σας που πεινάει, ας τρώει στο σπίτι του, για να μην συν-βρισκόσαστε για καταδίκη. Όσον αφορά στα λοιπά, θα τα διευθετήσω όταν έλθω» (Α Κορ. 11:23-34).

  1. Ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού: Αυτή η διδασκαλία του μακαρίου Παύλου αρκεί για να σας πληροφορήσει για τα θεία μυστήρια στα οποία αξιωθήκατε να κοινωνήσετε και να γίνετε ένα σώμα («σύσσωμοι») και ένα αίμα («σύναιμοι») με τον Χριστό.  Γιατί μας λέει καθαρά, ότι το βράδυ που παραδιδόταν ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έλαβε άρτον και αφού ευχαρίστησε τον έκοψε και έδωσε στους μαθητές του λέγοντας, «Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα.» Και παίρνοντας το ποτήριο ευχαρίστησε και είπε, «Λάβετε, πίετε, τούτο μου εστί το Αίμα» (Α Κορ. 11:23-25). Αφού λοιπόν μίλησε ρητά και είπε για τον άρτο, «Τούτο μου εστί το Σώμα» (Α Κορ. 11:24), ποιος θα τολμήσει να αμφιβάλλει; Και αφού επίσης το διαβεβαίωσε ρητά και είπε, «Τούτο μου εστί το Αίμα» (Ματθ. 26:28), ποιος ποτέ δεν θα δειλιάσει να πει ότι δεν είναι αυτό το Αίμα του;
  2. Αυτός που έκανε στην Κανά το νερό οίνο δεν μπορεί να κάνει και τον οίνο αίμα; Κάποτε στην Κανά της Γαλιλαίας μετάβαλε με το νεύμα του το νερό σε οίνο. Πως λοιπόν δεν μπορεί να είναι αξιόπιστος ότι μετάβαλε τον οίνο σε αίμα; Όταν προσκαλέστηκε σε σωματικό γάμο έκανε εκείνο το παράδοξο θαύμα. Πως λοιπόν είναι δυνατόν να μην ομολογηθεί με πολύ μεγαλύτερη έμφαση ότι χάρισε την απόλαυση του σώματός Του και του αίματός Του στους υιούς του νυμφώνα Του;
  3. Η μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού κάνει τον πιστό «χριστοφόρο:» Ώστε λοιπόν έχουμε πλήρη διαβεβαίωση ότι μεταλαβαίνουμε Σώμα και Αίμα Χριστού. Στον τύπο του άρτου σου δίνεται το Σώμα, και στον τύπο του οίνου σου δίνεται το Αίμα, για να γίνεις, με την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, σύσσωμος και σύναιμος με τον Χριστό. Με τον τρόπο αυτό γινόμαστε «χριστοφόροι,» γιατί το Σώμα Του και το Αίμα Του διαδίδεται σε όλα τα μέλη του σώματός μας. Όπως το θέτει ο μακάριος Πέτρος, γινόμαστε «κοινωνοί θείας φύσεως» (Β Πέτ. 1:4).
  4. Η μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου δίνει ζωή: Κάποτε είπε ο Χριστός σε κάποια συνομιλία του με τους Ιουδαίους: «Εάν δεν φάγετε την σάρκα μου και πίητε το αίμα μου, δεν θα έχετε ζωή μέσα σας» (Ιωάν. 6:53). Εκείνοι όμως, επειδή δεν κατάλαβαν ότι τους μίλησε πνευματικά, σκανδαλίστηκαν και οπισθοχώρησαν, νομίζοντας ότι ο Σωτήρας τους πρότρεπε να γίνουν σαρκοφάγοι (Ιωάν. 6:61-63, 66).
  5. Ο άρτος της Π.Δ. διαφέρει από τον άρτο και το ποτήριο της Κ.Δ. Υπήρχαν και στην Παλαιά Διαθήκη άρτοι της προθέσεως (Α Παραλ. 9:32, 23:29), αλλά βρήκαν το τέλος τους (καταργήθηκαν) γιατί ανήκαν στην Παλαιά Διαθήκη. Στην Καινή Διαθήκη ο άρτος είναι ουράνιος και το ποτήριο, ποτήριο σωτηρίας (Ψαλ. 115:4) γιατί αγιάζουν την ψυχή και το σώμα. Όπως ο άρτος είναι κατάλληλος για το σώμα, έτσι και ο Λόγος είναι αρμόδιος για την ψυχή.
  6. Το πως άρτος και οίνος γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού είναι θέμα πίστεως: Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρείτε τον άρτο και τον οίνο σαν να είναι απλοί τύποι. Διότι σύμφωνα με την απόφαση του Δεσπότη γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού. Αν αυτό σου επιβάλλουν οι [σωματικές] αισθήσεις σου, η πίστη σου όμως σε διαβεβαιώνει διαφορετικά. Μη κρίνεις το πράγμα από την γεύση, αλλά πληροφορήσου από την πίστη, χωρίς να έχεις καμιά αμφιβολία ότι καταξιώθηκες να κοινωνήσεις Σώμα και Αίμα Χριστού.
  7. Ο Δαβίδ προβλέπει την [Αγία] Τράπεζα, την σφραγίδα του Χρίσματος και το Ποτήριο με το Αίμα του Χριστού: Την δυνατότητα αυτή την ανακηρύττει ο Δαυίδ όταν λέει, «Ετοίμασες ενώπιόν μου Τράπεζα έναντι εκείνων που με καταθλίβουν» (Ψαλ. 22:5). Αυτό που εννοεί είναι το εξής: Πριν από την παρουσία Σου στην γη οι δαίμονες ετοίμαζαν για τους ανθρώπους ένα τραπέζι που ήταν ρυπαρό, μολυσμένο και γεμάτο δαιμονική δυνατότητα. Ύστερα όμως από την παρουσία Σου, Δέσποτά μου, ετοίμασες ενώπιόν μου [την Αγία] Τράπεζα. Όταν ο άνθρωπος λέει στον Θεό, «ετοίμασες ενώπιόν μου Τράπεζα» (Ψαλ. 22:5), τι άλλο εννοεί παρά την μυστική και νοητή Τράπεζα, την οποίαν ετοίμασε ο Θεός για μας απέναντι, δηλ. ενάντια, στην αντίθετη τράπεζα των δαιμόνων; Είναι προφανές ότι εκείνη είχε κοινωνία με τους δαίμονες, ενώ ετούτη με τον Θεό. «Άλειψες με λάδι την κεφαλή μου» (Ψαλ. 22:5). Σου άλειψε με λάδι την κεφαλή σου όταν σε σφράγισε  στο μέτωπό σου την σφραγίδα [το μύρο], την οποίαν έλαβες από τον Θεό, για να γίνεις «αποτύπωμα της σφραγίδας, αγίασμα του Θεού» (Έξ. 28:36). «Και το ποτήριό σου με μεθάει σαν το πιο δυνατό κρασί» (Ψαλ. 22:5). Βλέπεις εδώ να αναφέρεται ένα ποτήριο το οποίο πήρε ο Χριστός στα χέρια Του και ευχαριστώντας [τον Θεό] είπε: «Τούτο μου εστί το Αίμα, το υπέρ πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. 26:28).
  8. Ο Σολομών προβλέπει την Θ. Ευχαριστία, το Χρίσμα και τα λευκά ενδύματα των νεοφώτιστων:  Για τον ίδιο λόγο υπαινίσσεται και ο Σολομών στον Εκκλησιαστή αυτή την χάρη, όταν λέει: «Έλα να φας τον άρτο σου με ευφροσύνη» (Εκκλ. 9:7). Αυτό το «Έλα» δηλώνει την πρόσκληση της σωτηρίας που καθιστά τον άνθρωπο μακάριο. [Και συνεχίζει], «και πιες τον οίνο σου με αγαθή καρδιά» (Εκκλ. 9:7), εννοώντας βεβαίως τον πνευματικό οίνο. [Και συνεχίζει], «και ας χυθεί λάδι επάνω στην κεφαλή σου» (Εκκλ. 9:8). Βλέπεις πως και αυτός υπαινίσσεται το μυστικό χρίσμα; [Επίσης λέει], «και ας είναι τα ενδύματά σου πάντοτε κάτασπρα με την έννοια ότι ευαρεστείται ο Κύριος με τα έργα σου» (Εκκλ. 8:7). [Μην ξεχνάς ότι] τώρα ευαρεστείται ο Κύριος με τα έργα σου, γιατί πριν προσέλθεις στην χάρη Του, τα έργα σου ήταν «ματαιότης ματαιοτήτων» (Εκκλ. 1:2). Τώρα όμως που απεκδύθηκες τα παλαιά σου ιμάτια και ενδύθηκες αυτά που είναι κάτασπρα με την πνευματική έννοια, πρέπει να φροντίσεις να τα διατηρείς κάτασπρα για πάντα. Βέβαια, δεν το λέμε αυτό, με την έννοια ότι πρέπει πάντοτε να φοράς λευκά ρούχα, αλλά με την έννοια ότι πρέπει να είσαι ντυμένος με τα πραγματικά λευκά και λαμπερά και πνευματικά ρούχα, για να μπορείς να λες μαζί με τον μακάριο Ησαΐα: «Ας αγαλλιάζει η ψυχή μου για τον Κύριο, γιατί με έντυσε με ένδυμα σωτηρίας, και μου φόρεσε χιτώνα ευφροσύνης» (Ησ. 61:10).
  9. Η μετάληψη του Αίματος και του Σώματος του Χριστού στηρίζει το σώμα και χαροποιεί την ψυχή του χριστιανού:  Αφού λοιπόν έμαθες και πληροφορήθηκες όλα αυτά, ότι δηλαδή ο άρτος που βλέπεις δεν είναι άρτος, αν και στην γεύση παραμένει άρτος, αλλά είναι Σώμα Χριστού· και ότι ο οίνος που βλέπεις δεν είναι οίνος, αν και η γεύση θέλει να είναι οίνος, αλλά είναι Αίμα Χριστού· και ότι αυτό ακριβώς εννοούσε ο Δαβίδ, όταν έψελνε: «Ο άρτος στηρίζει την καρδία του ανθρώπου, ώστε να γίνει λαμπρό με χαρά το πρόσωπο που χρίστηκε με λάδι» (Ψαλ. 103:15). Στερέωσε λοιπόν την καρδία σου, μεταλαμβάνοντας αυτόν τον άρτο ως πνευματικό· και λάμπρυνε το πρόσωπο της ψυχής σου, το οποίο είθε να είναι ακάλυπτο με καθαρή συνείδηση, για να αντικατοπτρίζει την δόξα του Κυρίου και να προχωρεί από δόξα σε δόξα, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών», εις τον οποίον ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων, ΑΜΗΝ.

Bιβλιογραφία

  • Βλάσιος Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, Εκδόσεις Διήγηση, Αθήνα, 2002.
  • Ηλία Μηνιάτη, Οι Τρεις περί Πίστεως Λόγοι (Δογματική Ορθοδόξου Εκκλησίας), Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήνα.
  • The Anchor Bible Dictionary, Τόμος 4, 1992, Doubleday.
  • Γ. Κωνσταντίνου, Λεξικόν των Αγίων Γραφών, Εν Αθήναις, 1973/1999.
  • Β. Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, 6η έκδ., 1959/1998, Εκδ. Παπαδημητρίου.
  • E.W. Bullinger, A Critical Lexicon and Concordance to the English and Greek New Testament, 1999, Kregel Publications.

 

Παράρτημα

Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος σε πολλά σημεία της διδασκαλίας του κάνει λόγο για το Βάπτισμα του ύδατος και το βάπτισμα του Πνεύματος. Σε ένα κείμενό του γράφει: «ότι ουκ αρκεί μόνον ημίν προς σωτηρίαν το βάπτισμα, αλλά και της σαρκός του Ιησού και Θεού και του αίματος του τιμίου αυτού οικειοτέρα και αναγκαιοτέρα ημίν εστίν η μετάληψις… τούτου γαρ γεγονότος και πνευματικώς δια του Παναγίου Πνεύματος ημών βαπτισθέντων και τέκνων Θεού γεγονότων και του σαρκωθέντος Λόγου δια της του αχράντου σώματος και αίματος αυτού μεταλήψεως σκηνώσαντος ως φως εν ημίν, εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός».

            (Βασική ΠΗΓΗ: Βικιπαίδεια)

 

30.3.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ