ΚΑΛΥΜΜΑ ΚΕΦΑΛΗΣ(Ιω.Καρδάση)

59063_443097459090477_49528423_n

 

Ο απόστολος Παύλος, για να διορθώσει την αταξία που επικρατούσε κατά τις συναθροίσεις της κοινότητας της Κορίνθου, στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του (11. 2-16), οριοθετεί τα της θέσης των ανδρών και των γυναικών κατά τη θ. λατρεία και την εν γένει ευταξία στις συνάξεις αυτές.

 

Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Επαινώ δε υμάς ότι πάντα μου μέμνησθε και, παρέδωκα υμίν, τας παραδόσεις κατέχετε. Θέλω δε υμάς ειδέναι ότι παντός ανδρός η κεφαλή ο Χριστός εστιν, κεφαλή δε γυναικός ο ανήρ, κεφαλή δε του Χριστού ο θεός. πας ανήρ προσευχόμενος ή προφητεύων κατά κεφαλήν έχων καταισχύνει την κεφαλήν αυτού. πάσα δε γυνή προσευχομένη ή προφητεύουσα ακαταλύπτω τη κεφαλή καταισχύνει την κεφαλήν αυτής. εν γαρ εστιν και το αυτό τη εξυρημένη. ει γαρ ου καταλύπτεται γυνή, και κειράσθω. Ει δε αισχρόν γυναικί το κειράσθαι ή ξυράσθαι, κατακαλυπτέσθω. Ανήρ μεν γαρ ουκ οφείλει κατακαλύπτεσθαι την κεφαλήν εικών και δόξα θεού υπάρχων. η γυνή δε δόξα ανδρός εστιν. ου γαρ εστιν ανήρ εκ γυναικός αλλά γυνή εξ ανδρός. και γαρ ουκ εκτίσθη ανήρ δια την γυναίκα αλλά γυνή δια τον άνδρα. δια τούτο οφείλει η γυνή εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής δια τους αγγέλους. πλην ούτε γυνή χωρίς ανδρός ούτε ανήρ χωρίς γυναικός εν κυρίω. ώσπερ γαρ η γυνή εκ του ανδρός, ούτως και ο ανήρ δια της γυναικός. τα δε πάντα εκ του θεού. Εν υμίν αυτοίς κρίνατε. Πρέπον εστίν γυναίκα ακατάλυπτον τω θεώ προσεύχεσθαι; ουδέ η φύσις αυτή διδάσκει υμάς ότι ανήρ μεν εάν κομά ατιμία αυτώ εστιν, γυνή δε εάν κομά δόξα αυτή εστιν; ότι η κόμη αντί περιβολαίου δέδοται αυτή. Ει δε τις δοκεί φιλόνεικος είναι, ημείς τοιαύτην συνήθειαν ουκ έχομεν ουδέ αι εκκλησίαι του θεού».

 

Το γενικότερο νόημα της περικοπής αυτής είναι φανερό, αν και κάποια επιμέρους σημεία είναι δύσκολα. Μια μερίδα μελών της Εκκλησίας της Κορίνθου (εξ εθνικών Χριστιανοί) επεδίωκαν μια εξίσωση των δυο φύλων κατά την προσευχή στη θ. λατρεία με μια κοινή εμφάνιση της κόμης της κεφαλής ανδρών και γυναικών, ερμηνεύοντας έτσι το παύλειο ρητό: «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» (Γαλ. 3. 28) και θεωρώντας το ως πλήρη εξίσωση ανδρών και γυναικών κατά τη θ. λατρεία και σκανδαλίζοντες έτσι άλλη μερίδα μελών της Εκκλησίας (των εξ Ιουδαίων Χριστιανών).

 

Ο Παύλος, προκειμένου να ανατρέψει την εσφαλμένη αυτή αντίληψη των εξ εθνικών Χριστιανών, χρησιμοποιεί το επιχείρημα, ότι κάθε πρόσωπο οφείλει υποταγή σε ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο χαρακτηρίζεται ως κεφαλή. Έτσι: ο Θεός (Πατέρας) είναι η κεφαλή του Χριστού (Υιού), ο Χριστός είναι η κεφαλή του άνδρα και ο άνδρας είναι η κεφαλή της γυναίκας. Η σειρά αυτή υποδηλώνει και ένα είδος υποταγής, γιατί ισχύει, ότι το αρχαιότερο υπερέχει σε αξία και σημασία.

 

Εκτός αυτών, ο Παύλος οριοθετεί τα της εμφάνισης της κόμης των ανδρών και των γυναικών (όλων των γυναικών και όχι μόνο των ύπανδρων) κατά τη θ. λατρεία. Ο Παύλος εξηγεί, ότι η αυτή κόμμωση ανδρών και γυναικών δεν υπονοεί και την ισότητα αυτή. Αντίθετα, η διαφορά στην κόμη μεταξύ ανδρών και γυναικών υποδηλώνει τη θέση κάθε ενός έναντι του άλλου και όλων έναντι του Θεού. Ο άνδρας λοιπόν πρέπει να έχει ακάλυπτη την κεφαλή, που σημαίνει να έχει κοντή κόμη και όχι μακριά και τούτο διότι η μακριά κόμη θεωρείται, ότι είναι κάλυμμα της κεφαλής. Αντίθετα, η γυναίκα πρέπει να μην έχει κοντή κόμη ή (όπως συνηθιζόταν) να μην έχει κόμη μαζεμένη και δεμένη ψηλά στο κεφάλι της, αλλά θα πρέπει η κόμη της να είναι μακριά και να πέφτει ελεύθερα προς τα κάτω, οπότε η κόμη αυτή θεωρείται ως κάλυμμα της κεφαλής της. Ο Παύλος σ’ αυτό το θέμα είναι κατηγορηματικός και σαφής: «η κόμη αντί περιβολαίου δέδοται αυτή», δηλ. τα μαλλιά της έχουν δοθεί αντί για κάλυμμα. Από την άλλη πλευρά, το να έχει ο άνδρας μακριά μαλλιά, δηλ. να έχει κάλυμμα στην κεφαλή, εκτός του ότι είναι αφύσικο και δηλώνει θηλυπρέπεια, από την άλλη ντροπιάζει το Χριστό, γιατί αντί να έχει Αυτόν για κάλυμμα, αυτός έχει τα μακριά μαλλιά του για κάλυμμα. Η γυναίκα όμως έχει για κάλυμμα της κεφαλής της τα μακριά μαλλιά της, αν δε έχει τα μαλλιά της σηκωμένα ή έχει κοντά μαλλιά, τότε είναι σαν να είναι ξυρισμένη και επομένως να μην έχει κάλυμμα στην κεφαλή. Στην περίπτωση αυτή, που η γυναίκα δηλαδή δεν διαθέτει φυσικό κάλυμμα (τα μαλλιά της), τότε θα πρέπει να φέρει τεχνητό κάλυμμα στην κεφαλή, που είναι ένα πέπλο, ένα βέλο, ένα μαντήλι, κ.λπ. Επί πλέον τα μαλλιά της την προφυλάσσουν από ζηλόφθονα και κακόβουλα πνεύματα («αγγέλους», δηλ. δαίμονες), που επιβουλεύονται την εικόνα της εικόνας του Χριστού («δια τούτο οφείλει η γυνή εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής δια τους αγγέλους»).

 

Την ανωτέρω επεξήγηση την βρίσκουμε σε μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως στον Ιω. Χρυσόστομο και τον Μ. Φώτιο: έτσι ο Χρυσόστομος στην 26η ομιλία του, αναλύοντας το χωρίο καταλήγει στο συμπέρασμα: «Η γυναίκα αν τρέφει κόμη αυτή είναι δόξα της «διότι τα μακριά μαλλιά της εδόθησαν δια κάλυμμα». Και αν της δόθηκαν για κάλυμμα τότε για ποιο λόγο πρέπει να προσθέτει και άλλο κάλυμμα; Ώστε όχι μόνο από τη φύση αλλά και από την δική της προαίρεση να ομολογεί την υποταγή» (PG 61. 211-216). Ο Μ. Φώτιος στα «Αμφιλόχια, ερωταπόκρισις ρα΄» δεν είναι τόσο σαφής, όσο ο Χρυσόστομος, αλλά παρ’ όλα αυτά συνδέει το κάλυμμα της κεφαλής με τα μαλλιά. Έτσι σε ένα απόσπασμα λέγει ότι: «Ο άνδρας δηλαδή για να μην ντροπιάσει το κεφάλι του το έχει ακάλυπτο (γιατί δεν είναι λογικό ν’ αφαιρεί κανείς τα μαλλιά που του έδωσε η φύση και να εφευρίσκει κάποιο εξωτερικό κάλυμμα), για τη γυναίκα όμως το κάλυμμα είναι χρέος (δηλ. το φυσικό κάλυμμα, τα μαλλιά της). Σε άλλο σημείο κάνει αντιδιαστολή του φυσικού καλύμματος με το τεχνητό και εκεί που δεν υπάρχει φυσικό κάλυμμα (τα μαλλιά), τότε εφαρμόζεται το τεχνητό (το πέπλο). Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης παραθέτει μιαν άλλη ερμηνεία του θέματος που θα δούμε παρακάτω σε κάποιες παρατηρήσεις του σε ερμηνεία κανόνων.

 

Στο κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας έχουμε αναφορές στον καλλωπισμό της κεφαλής και την κόμη ανδρών και γυναικών γενικώς σε δυο κυρίως κανόνες: στον 96ο της Πενθέκτης Οικουμενικής και τον 17ο της Συνόδου της Γάγγρας. Ως προς την κόμη των κληρικών και μοναχών έχουμε άλλους κανόνες, που θα αναφερθούν και αυτοί. Έτσι, ο 96 της Πενθέκτης (691) αναφέρει την κουρά των μαλλιών της κεφαλής των ανδρών μέχρι και του πλήρους ξυρίσματος. Ο ιζ΄ της Γάγγρας (340) αναφέρεται στην κουρά των γυναικών και επιβάλλει για την πράξη αυτή αναθεματισμό. Το σχόλιο του αγ. Νικοδήμου στον κανόνα αυτό είναι: «Η γυνή χρεωστεί να έχη εις την κεφαλήν της εξουσίαν, ήτοι σημείον της εξουσίας του ανδρός, και της προς τον άνδρα υποταγής, το οποίον είναι και το φυσικόν σκέπασμα των μαλλίων, και το εξωτερικόν σκέπασμα την μανδήλαν». Μόνο για αληθινή άσκηση κουρεύει η γυναίκα τα μαλλιά της (όπως οι μοναχές), οπότε τότε καλύπτει την κεφαλήν της με μανδήλα.

 

Για την κουρά της κόμης της κεφαλής των κληρικών και μοναχών, ακόμη και της απόλυτης ξύρησής της, αναφέρουν διεξοδικά οι κανόνες: λθ΄ Αποστολικός, δ΄ της Δ΄, κα΄, λγ΄, μβ΄ της Πενθέκτης, β΄, ε΄  της ΑΒ΄, καθώς και οι Πατέρες: Μ. Αθανάσιος (περί παρθενίας λόγος), Γρηγόριος Θεολόγος (α΄ ειρηνικός), Ιω. Χρυσόστομος (ομιλία νστ΄), Κλήμης Αλεξανδρείας (Παιδαγωγός), Επιφάνιος Κύπρου (PG 42. 765-8), Ιερώνυμος (PL 25. 437), Ευστάθιος Θεσσαλονίκης και Νικόδημος Αγιορείτης (Πηδάλιο).

 

Από τις ανωτέρω καταγραφές, διαφαίνεται η θέση της Εκκλησίας σχετικά με την κόμη της κεφαλής ανδρών και γυναικών, τόσο στη θ. λατρεία, όσο και γενικότερα. Έτσι, ο άνδρας δύναται γενικώς να φέρει ή να μη φέρει κάλυμμα κεφαλής, εκτός από τη θ. λατρεία, όπου θα πρέπει οπωσδήποτε να μη φέρει κάλυμμα της κεφαλής. Επίσης οφείλει πάντοτε να έχει κουρεμένα τα μαλλιά του και να μη φέρει μακριά κόμη. Αντίθετα, η γυναίκα δεν πρέπει να έχει κοντή κόμη ή να έχει τα μαλλιά της σηκωμένα σε κότσο, αλλά παντού και πάντοτε και στη θ. λατρεία θα πρέπει να έχει τα μαλλιά της μακριά, δηλ. να τρέφει κόμη, η οποία αποτελεί και το κάλυμμα της κεφαλής της. Αν όμως η γυναίκα έχει κοντά μαλλιά ή σηκωμένα μαλλιά, τότε θα πρέπει να φέρει τεχνητό κάλυμμα στην κεφαλή της, καθότι απουσιάζει το φυσικό της κάλυμμα, που είναι σε κάθε περίπτωση τα μακριά της μαλλιά.

 

20.6.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

 ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (Ιω.Καρδάση)

 

 ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

            Καταγράφονται χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τη μελέτη του

π. Γ. Μεταλληνού πάνω στο έργο του

Στρατηγού Μακρυγιάννη «Οράματα και Θάματα»

Στο βιβλίο του π. Γ. Μεταλληνού: «Ορθοδοξία και Ελληνικότητα»

 

1.- Όραμα του Μακρυγιάννη, όπου τοποθετείται εκ δεξιών του Πατρός

 

Μακρυγιάννης: (203) «Πάγω εις το προκείμενον. Δεν ήθελα να γράψω οτ’ ήμουν εγώ, και πάλε με μάλωσε ο αφέντης μας. αφού με πήγαν πλησίον εις τον αφέντη μας, πέρασε ο Χριστός παρέκει, πλησίον εις την Θεοτόκον, και άφησε τον θρόνον άδειον αυτόν, και εις το δεξιόν του αφεντός μας μ’ έβαλαν εις τον θρόνον όπου καθέταν ο Χριστός, και ευτύς κατέβη ολίγον αυτός ο θρόνος από την γραμμή του αφεντός και του Χριστού και της Θεοτόκος. Σηκώνεται ο αφέντης μας και ο Χριστός και η Θεοτόκο και όλοι οι άγιοι και με βλόγησαν τρεις φορές. και τότε βγαίνει την κορόνα από το κεφάλι του ο αφέντης μας και μου τη βάνει, και μου δίνει και τον σταυρόν όπού’ χε εις το χέρι του με το φι και μου τον δίνει εις το χέρι μου το δεξί με το δεξί του χέρι. Πριν αυτά, έκαμα τρεις μετάνοιες και με ξαναβλόγησαν, μου δίνει και ένα λαμπρό σπαθί, και ένα είχε κόμπους και έστραφτε, και ο Χριστός με τον αφέντη μόβαλαν το στεφάνι αποπάνω την κορόνα, και με σταύρωσαν με αυτό. έβγαλε ο αφέντης μας ένα λαμπρόν δισκοπότηρον και με μετάλαβαν και μου το’ δωσε, βλογόντας όλοι…..».

 

2.- Ο Μακρυγιάννης αδελφός του Χριστού και συνεταίρος και μέτοχος της Χάρης του Πατέρα

 

Μακρυγιάννης: (210) «Η ωραιότης αυτείνη, οι μεγάλες λάψες λογής τω λογιώ, και εις την τάξη του ο αφέντης μας και η βασιλεία του εκείνος ο πληθυσμός λαμπρών προσώπων και εις τάξες. βλέπω και τον Μακρυγιάννη εις τον θρόνον εις τα δεξιά του αφεντός μας και ανάμεσα εις τον Χριστόν, και γράμματα εις το στήθος μου εκεί λαμπυρά και λένε: «Τέκνο μου εδικό μου και τέκνο της συναίστησής μου και αδελφός του μονογενή μου Χριστού, η αρετή σου και ο ’πέρτατός σου αγώνας, νύχτα και ημέρα, ετρύπησαν το σώμα σου και περικαλώντας εμέ και την βασιλείαν μου δια την πατρίδα σου και την θρησκεία σου, και γενικώς η ανθρωπότη να λευτερωθεί από την παΐδια του καταραμένου και να τσακίσω το όπλο του και την ασέβεια, να σωθούν η ανθρωπότης, όλο μου το πλάσμα μου, όποιας θρησκείας και αν είναι. ο Θεός είναι ένας και η βασιλεία μου, και ως τοιούτος ο Θεός και η βασιλεία μου. ο ουρανός και η γης σαλεύει, οι λόοι μου δεν σαλεύουν άπαντες σε όλες τις αιώνες, και δια τον αγώνα σου προς εμέ και αρετή σου δίνω τον λόγο μου, του Θεού, ό,τι εις το εξής ζητήσεις από μένα και της συναίστησής μου και του μονογενούς μου, του συνεταίρου σου, η αίτησή σου ό,τι ζητήσεις παρά μου και της βασιλείας μου, ο λόγος σου είναι λόγος μου και υπόσκεσή μου, αγαθό μου τέκνον, και άλλος ποτέ ούτε είδε αυτήν την χάρη, ούτε θα την ιδεί, μόνος είσαι εσύ. και η ’ποσκεσή μου είναι δική σου και των τέκνων σου, εις γενεά σε γενεές. Δεν μπορεί άλλος, ούτε να ’νεργήσει ούτε να το απολάψει. να μην περάσει ανθρώπου αυτείν’ η ιδέα, του είμαι πολέμιος εγώ, ο Θεός». Αφού ήταν αυτά τα γράμματα γράμματα εις το στήθος μου, οπού τήραγα εις τους ουρανούς, βλέπω τον ίδιον Μακρυγιάννη εκεί να βλογάει τον άλλον εδώ, με την κορόνα εις το κεφάλι του και με τον λαμπρόν σταυρόν εις το χέρι με το φι, και με βλογάει».

 

3.- Αυτοαγιοποίηση του Μακρυγιάννη και ανώτερη τιμή σ’ αυτόν απ’ ότι στην ίδια τη Θεοτόκο.

 

Μεταλληνός: (100,2) «Ο Παντοκράτορας επισκέπτεται τον Μακρυγιάννη και του λέγει: «Γιάννη, Γιάννη, Αγιάννη». Δίκαια διερωτάται ο Καθηγ. Σαββίδης με αφορμή το χωρίο αυτό, αν αυτοαγιοποιήθηκε ο Μακρυγιάννης. Τα λόγια όμως αυτά μπορούν να γίνουν δεκτά και να δικαιολογηθούν μόνο με την συνείδηση της ανάληψης μιας μοναδικής αποστολής, διαφορετικά είναι για ένα πιστό όπως ο Μακρυγιάννης, βλάσφημα. Ο Μακρυγιάννης όμως φαίνεται να τα καταφάσκει. Όπως καταφάσκει και τα ακόλουθα λόγια του «Παντοκράτορα»: «Ήλθα και μόνος μου κάτω και εις την οικίαν σου. Δεν απόλαψε άλλος τοιούτως σε τούτην την ζωήν. Αυτό, μόνο εσύ». Ανάλογα ακούει και στο 119,25: Ο λόγος εκεί είναι για κάποιον, που άγιασε «στα ’99», και το οποίο πρώτος τον βλέπει ο Μακρυγιάννης. Η «Παναγία» (;) του λέγει: «Και δι’ όλα αυτά ο αφέντης μας τον είχε δοξάσει εις τα ζώντα του και απόλαψε όσα απόλαψες και θ’ απολάψεις ακόμα εσύ….. και είδετε εσείς οι μόνοι οι δυο όλα τα λαμπρότερα πράματα και μυστήρια του Θεού, όπου δεν τ’ απόλαψε η μητέρα του Χριστού, όταν ζούσε σ’ αυτείνη τη ζωή» (Θα ήταν μεγάλη βλασφημία για τον Μακρυγιάννη να δεχθεί ότι είναι ανώτερος και από την Θεοτόκο! Πως ήταν δυνατόν ποτέ να αποδεχθεί κάτι τέτοιο ένας πιστός σαν κι’ αυτόν; Το πράγμα μένει, αληθινά, ανεξήγητο και γι’ αυτό δεχόμαστε ανεπιφύλακτα την ερμηνεία του π. Θεόκλητου για παρόμοια σημεία των Ο-Θ (Οράματα και Θάματα, έργο του Μακρυγιάννη)). «Και όσα περικαλείσαι, όλα θα τα’ απολάψεις».

 

4.- Μη φανέρωση οραμάτων του Μακρυγιάννη στον πνευματικό του

 

Μεταλληνός: «Ο Μακρυγιάννης είναι ένας αγωνιζόμενος χριστιανός, που κινείται στο παραδοσιακό-κολλυβάδικο κλίμα, στη λαϊκή ησυχαστική παράδοση της εποχής του, με τις ελλείψεις που κάθε απλός πιστός μπορεί να παρουσιάζει. Δεν αλλάζει συνεπώς καθόλου η εικόνα, που έχουμε γι’ αυτόν. Η εμπειρία του «καλύπτει πλήρως το ήθος της Εκκλησίας» (π. Θεόκλητος). Πιστεύει, αγωνίζεται και εξομολογείται, κοινωνεί. Βέβαια το ερώτημα είναι, τι του έλεγε ο Πνευματικός του, ή – και – αν ο ίδιος ο Μακρυγιάννης φανέρωσε τα οράματά του στον Πνευματικό του, αφού η γυναίκα – ταχυδρόμος (Παναγία;) τον συμβούλευε να μην τα εξομολογείται (100,5/6)! Στο θέμα αυτό ο Στρατηγός έμεινε χωρίς έγκυρη και υπεύθυνη πνευματική καθοδήγηση».

 

8.6.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

           

           

ΘΕΟΤΗΤΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ-{Παπισμός-4}.(Ιω.Καρδάση)

   vatikan1

 

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

 

Δ΄

 

 

   ΘΕΟΤΗΤΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

 

Η Οντολογία της Θεότητας και η εντελώς διαφορετική της θεώρηση, από εκείνην των Καππαδοκών Πατέρων της Ανατολής και γενικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι η βασική κακοδοξία του Παπισμού από την οποίαν προέρχονται όλες οι άλλες δογματικές παρεκκλίσεις, ακόμη και η θεμελιώδης αίρεση του Φιλιόκβε.

 

Στην Ανατολική Εκκλησία ξεκινούμε από τα πρόσωπα και οδεύουμε προς την Ουσία: «Τριάς η εν Μονάδι» σημαίνει, ότι τα τρία πρόσωπα ενυπάρχουν σε μία και την αυτήν Ουσία. Από το πρόσωπο προχωρούμε προς την υπόσταση και από εκεί στην ουσία. Από την θεώρηση αυτή συμπεραίνεται, ότι όταν αποκαλύπτεται ο Θεός είναι παρόντα και τα τρία πρόσωπα, οπότε έχουμε προσωποκεντρική θεώρηση του Θεού και τελικά τριαδική Μοναρχία. Στη Δύση, ξεκινούν από την μια Ουσία, στην οποία ενυπάρχουν τα τρία πρόσωπα: «Μονάς η εν Τριάδι» σημαίνει, ότι σε μια και την αυτήν Ουσία ενυπάρχουν και τα τρία πρόσωπα. Από την ουσία δηλ. προχωρούμε στην υπόσταση και από εκεί στα πρόσωπα. Από την θεώρηση αυτή συμπεραίνεται, ότι όταν αποκαλύπτεται ο Θεός δεν είναι απαραίτητο να είναι παρόντα και τα τρία πρόσωπα, οπότε έχουμε ουσιοκεντρική θεώρηση του Θεού και τελικά τριαδολογικό ενωτισμό και όχι τριαδική Μοναρχία.

 

Επίσης, οι Καππαδόκες εισήγαγαν την έννοια της αιτίας μέσα στο είναι του Θεού, δηλ. έθεσαν το ερώτημα: «ποιός είναι ο αίτιος της ύπαρξης του Θεού, για το ότι ο Θεός υπάρχει και για το ότι είναι Θεός και υπάρχει ως Τριάδα». Η απάντηση, που έδωσαν ήταν, ότι ο αίτιος για την ύπαρξη του Θεού είναι το πρόσωπο του Πατέρα και μόνον και δεν είναι ούτε η φύση ή ουσία του, ούτε κανένα από τα άλλα δυο πρόσωπα.

 

Ο αίτιος λοιπόν της ύπαρξης του Θεού είναι το πρόσωπο του Πατέρα, το πρόσωπο δε του Πατέρα είναι το αίτιο της ύπαρξης του προσώπου του Υιού και του προσώπου του Αγίου Πνεύματος. Ο Πατέρας είναι Θεός με την έννοια, ότι δεν λαμβάνει την ύπαρξή του εξ αιτίας κανενός άλλου. Είναι αυτός ο αίτιος της ύπαρξής του, ενώ για τον Υιό και το Πνεύμα, ισχύει ότι έρχονται σε ύπαρξη εξ αιτίας του Πατέρα και ότι συνεπώς μέσα στο Θεό έχουμε αυτή την αναγωγή σε ένα πρόσωπο, σε μια υπόσταση και επομένως σε ένα ελεύθερο αίτιο και όχι σε μια αναγκαστική προβολή ή προέκταση της μιας ουσίας του Θεού, όπως θεωρούν οι Λατίνοι, η θεολογία των οποίων θεωρεί την ουσία του Θεού ως γενεσιουργό αιτία της ύπαρξής του και όχι το πρόσωπό του.

 

Στην αρχαία φιλοσοφία, τον πρωταρχικό ρόλο, τον οντολογικό, τον είχε πάντοτε η ουσία, ενώ στους Καππαδόκες πάντοτε το πρόσωπο, το οποίο κάνει την ουσία να υφίσταται ως υπόσταση και αυτό σημαίνει ότι ο Θεός υπάρχει αφ’ εαυτού του ελεύθερα και όχι υπό τη δέσμευση της ουσίας, δηλ. η ύπαρξή του δεν έχει πρώτη αιτία την ουσία, η οποία έτσι έχει δέσμια την ύπαρξή του. Έτσι, η Αγία Τριάδα είναι πρωταρχική οντολογική έννοια και δεν πρόκειται για κάτι που το προσθέτουμε στο είναι του Θεού. Αλλά είναι αυτό που κάνει το Θεό να υπάρχει. Δηλαδή, χωρίς την Τριάδα, Θεός δεν υπάρχει, διότι ο μόνος τρόπος να υπάρχει είναι αυτός: Ως Τριάδα. Και αυτό οφείλεται στον Πατέρα, σ’ ένα πρόσωπο και όχι σε μια ουσία. Αυτό λοιπόν που κάνει τον Θεό να υπάρχει, είναι το πρόσωπο του Πατέρα. Αυτή ακριβώς την αντίληψη της αρχαίας φιλοσοφίας, ότι η γενεσιουργός αιτία της ύπαρξης του Θεού είναι η ουσία του, μέσω του νεοπλατωνισμού και του Αυγουστίνου πέρασε στη Δύση και διαχώρισε και διαφοροποίησε τη θεολογία της, από εκείνη της Ανατολής.

 

Ο Αυγουστίνος (354-420), μη έχοντας υπόψη του τη θεολογία των Καππαδοκών, παρέλαβε την αντίληψη περί Θεού της αρχαίας φιλοσοφίας και θεώρησε, ως γενεσιουργό αιτία της ύπαρξης του Θεού, την ουσία ή φύση του. Αυτή δε είναι τελικά η γενεσιουργός αιτία της πλάνης του Φιλιόκβε και τούτο οφείλεται στο ότι στη Δύση ποτέ δεν αφομοιώθηκε η θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων ακόμη και μέχρι σήμερα. Έτσι, στη μεν Ανατολή, η θεολογία της Αγίας Τριάδας ακολουθεί τη θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων, ενώ στη Δύση ακολουθεί τη θεολογία του Αυγουστίνου.

 

Το λάθος του Αυγουστίνου στη θεώρηση της Αγίας Τριάδας είναι, ότι αναζητεί την αναλογία στον ένα και μόνο άνθρωπο, ενώ οι Καππαδόκες δεν μπορούσαν ποτέ να δουν τα της Τριάδας παρατηρώντας έναν άνθρωπο. Χρειάζονταν πάντοτε τρεις ανθρώπους για να κάνουν την αναλογία. Δηλαδή, ενώ για τους Καππαδόκες, το κάθε θείο πρόσωπο της Τριάδας ήταν μια πλήρης υπόσταση, στον Αυγουστίνο γίνεται ακριβώς το λάθος, ότι στην Τριάδα βρίσκει μόνον ένα πρόσωπο, διότι υπό την επίδραση του Νεοπλατωνισμού, το ουσιώδες στοιχείο στο πρόσωπο είναι ο νους και έχοντας νου μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας, χωρίς να κοιτάξουμε δίπλα μας. Αρκεί λοιπόν να έχουμε νου, να έχουμε τη δυνατότητα να σκεπτόμαστε, να έχουμε συνείδηση του εαυτού μας, για να κατανοήσουμε, ότι υπάρχουμε. Αυτό συνοψίζεται στο γνωστό ρητό: «cogito ergo sum», εννοώ, άρα υπάρχω. Επομένως, αν πούμε ότι υπάρχουμε, άρα υπάρχουμε, αυτό συμβαίνει σε κάθε έναν ατομικά. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην Τριάδα. Δεν χρειάζονται τρεις για να υπάρχει, ακόμη και ένας αρκεί. Στη Δύση λοιπόν, η Θεότητα στην περιοχή του Ακτίστου υπάρχει ακόμη και με ένα πρόσωπο, ενώ στην Ανατολή αυτό είναι αδύνατο. Ένα πρόσωπο στη Θεότητα ίσον κανένα πρόσωπο και επομένως έχουμε ανυπαρξία της Θεότητας.

 

Έτσι, κατά τον Αυγουστίνο, ο Θεός είναι ο Νους και έχει μια πηγή γνώσης και η Γνώση που παράγεται είναι ο Λόγος, το δεύτερο πρόσωπο της Τριάδας, οπότε ο Λόγος είναι ο τρόπος με τον οποίον ο Θεός γνωρίζει, είναι η Γνώση. Αλλά γνώση τίνος; Αφού δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός του Θεού. Γνωρίζει φυσικά τον εαυτό του, είναι μια αυτογνωσία. Ο Λόγος γνωρίζει τον Πατέρα, έχει ως αντικείμενο της γνώσης του τον Πατέρα και συνεπώς υπάρχει ένας κύκλος, μια αυτογνωσία του Θεού. Βέβαια, ο πλατωνισμός θεωρεί το Θεό όχι μόνο ως Νου, αλλά και ως το απόλυτο Αγαθό, επομένως ο Νους είναι Νους Αγαθός και εφ’ όσον είναι Αγαθός έλκει πάντοτε την Αγάπη, τον έρωτα, το καλό και την ωραιότητα. Όπως το κάλλος προκαλεί τον έρωτα, έτσι και το αγαθό προκαλεί τον έρωτα, την Αγάπη. Αφού λοιπόν ο Θεός είναι το Αγαθό και αφού δεν υπάρχει άλλο αγαθό εκτός απ’ Αυτόν, σε ποιόν προκαλεί τον έρωτα; Ο Λόγος είναι μια ετερότητα απέναντι στον Πατέρα και τον γνωρίζει, οπότε γνωρίζοντάς τον, τον γνωρίζει ως Αγαθό και τότε γεννιέται ο έρωτας, η αγάπη προς το Αγαθό, που είναι ο Πατέρας. Αυτή η Αγάπη μεταξύ Υιού και Πατέρα είναι το Πνεύμα. Το Πνεύμα είναι ένας τρίτος τρόπος ύπαρξης, με τον οποίον ο Πατέρας αγαπάει τον Υιό και ο Υιός τον Πατέρα και είναι κατά τον Αυγουστίνο «nexus amores», δεσμός, σύνδεσμος αγάπης, μεταξύ Πατέρα και Υιού. Το Πνεύμα λοιπόν παρουσιάζεται με αυτή την υποστατική ιδιότητα της Αγάπης. Αυτή η διαφοροποίηση του Πνεύματος οδηγεί νομοτελειακά στο Φιλιόκβε.

 

Με τη θεώρηση αυτή του Αυγουστίνου, παρουσιάζεται ένα πρόβλημα: Εάν γίνει δεκτός ο Πατέρας ως Νους, ο Υιός ως Γνώση και το Πνεύμα ως Αγάπη, τότε αμέσως παρουσιάζονται τρεις ξεχωριστοί τρόποι δήλωσης και περιγραφής του περιεχομένου του κάθε προσώπου. Ο Πατέρας έχει την υποστατική ιδιότητα του Νου, ο Υιός της Γνώσης, το Πνεύμα της Αγάπης. Όταν ο Αυγουστίνος δίνει υποστατική ιδιότητα θετική στο Λόγο και λέει ότι είναι η Γνώση του Θεού, τότε όταν μας αποκαλύπτεται ο Λόγος στην «Οικονομική» Τριάδα, στην Οικονομία, θα πρέπει να μας αποκαλύπτεται κατ’ εξοχήν με την ιδιότητά του αυτή την υποστατική, που είναι η Γνώση. Να είναι δηλαδή η αποκάλυψη ή το γνωστικό μέσο με το οποίον φθάνουμε στο Θεό. Και πράγματι, η έννοια του Λόγου στον 2ο και κυρίως στον 3ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το ότι ο Υιός ταυτίστηκε στο κατά Ιωάννην με το Λόγο, έδωσε την αφορμή στον Ιουστίνο και σε μια σειρά άλλων συγγραφέων εκείνης της εποχής να δουν στο πρόσωπο του Χριστού, το γνωστικό μέσο με το οποίο φθάνουμε στο Θεό. Γι’ αυτό και έβαλε και τους φιλοσόφους όλους μέσα σ’ αυτό το λόγο τον «σπερματικό», όπως τον ονόμασε. Μετέχουν όλοι του Λόγου και επομένως η ιδιότητα του Υιού είναι μια ιδιότητα αποκάλυψης της Γνώσης του Θεού. Συγχρόνως το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται με άλλες ιδιότητες, όπως η ιδιότητα της κοινωνίας και επομένως το Άγιο Πνεύμα μας εμφανίζει το Θεό ως κοινωνία. Για τους Καππαδόκες κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Αποφεύγουν με κάθε τρόπο να δώσουν θετικό περιεχόμενο στις υποστατικές ιδιότητες και θεωρούν ότι η μόνη διατύπωση είναι, ότι ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννητός και το Πνεύμα εκπορευτό, αρνούνται δε επίμονα να προσδιορίσουν τη διαφορά μεταξύ γέννησης και εκπόρευσης, οπότε γι’ αυτούς οι υποστατικές ιδιότητες είναι ακοινώνητες.

 

Η θεώρηση αυτή του Αυγουστίνου ως προς τις θείες υποστάσεις, δημιουργεί τον κίνδυνο του ανθρωπομορφισμού, τον οποίον οι ανατολικοί αποφεύγουν. Αυτός ο ανθρωπομορφισμός μπαίνει στη δυτική θεολογία, καθώς επίσης προβάλλονται ψυχολογικές ιδιότητες και ανθρώπινες εμπειρίες μέσα στη Θεότητα. Και έτσι, η Τριάδα γίνεται ένα σύμπλεγμα και σύνολο ψυχολογικών σχέσεων.

 

Παρατηρείται επίσης, ότι οι Kαππαδόκες ξεκινούν από την Τριάδα και ειδικά από το πρόσωπο του Πατέρα, ως αιτίας των πάντων, ενώ ο Αυγουστίνος ξεκινάει από τη φύση του Πατέρα και όχι από το πρόσωπό του. Οι Ανατολικοί ομιλούν για το Θεό και εννοούν το πρόσωπο του Πατέρα, ενώ οι Δυτικοί ομιλούν για τη Θεότητα και εννοούν τη φύση του Πατέρα. Στον Αυγουστίνο είναι σαφές, ότι η Θεότητα είναι απρόσωπη, η Θεότητα είναι η θεία φύση, η θεία ουσία. Έτσι, προηγείται ο ένας Θεός, η ουσία και έπεται λογικά η Τριάδα, ως τρόποι με τους οποίους αυτός ο ένας Θεός υφίσταται. Δηλαδή και ο Πατέρας είναι δευτερογενής έννοια εν σχέσει με τον Θεό. Εδώ είναι το τεράστιο λάθος. Ποιος είναι ο ένας Θεός; Οι Πατέρες βέβαια είναι μονοθεϊστές, αλλά ποιος είναι ο ένας Θεός, στον οποίο πιστεύουν όλοι, όταν λένε: «Πιστεύω εις ένα Θεόν…..»; Εάν πούμε, ότι ο ένας Θεός είναι η ουσία, όπως έκανε ο Αυγουστίνος, τότε οι τρεις υποστάσεις, Πατέρας, Υιός, Πνεύμα, τοποθετούνται στην ίδια μοίρα από πλευράς οντολογικής ύπαρξης. Δεν είναι πλέον η αιτία ο Πατέρας με την απόλυτη οντολογική σημασία. Είναι μια πηγή, αλλά μια πηγή με την έννοια της Ουσίας, με τη σημασία ότι η Θεότητα προηγείται, δηλ. η Ουσία προϋπάρχει. Δεν είναι Αυτός που κάνει την ουσία να υπάρχει, η ουσία είναι η αιτία της ύπαρξής του. Ο ένας Θεός λοιπόν, είναι η μία ουσία και αυτό έχει περάσει σε πολλούς Ορθόδοξους, οι οποίοι λένε, ότι ο ένας Θεός είναι η μία ουσία. Στην Ανατολή ο Θεός δεν είναι η μία ουσία, είναι το πρόσωπο του Πατέρα.

 

Τι συμβαίνει όμως, όταν ο Αυγουστίνος δίνει προτεραιότητα στη ουσία του Θεού και όχι στο πρόσωπό του; Χάνεται η έννοια της αιτιότητας και η έννοια της ελευθερίας στην ύπαρξη του Θεού. Η ουσία, όταν απομονωθεί και είναι απρόσωπη, δημιουργεί αναγκαστικά την ύπαρξη του Θεού, διότι η ουσία περιέχει το στοιχείο της αναγκαιότητας. Η ουσία είναι αυτό που υπάρχει και δεν ρωτάμε, γιατί και πως υπάρχει. Όταν ρωτήσουμε το γιατί και το πώς, τότε φεύγουμε από την ουσία και πηγαίνουμε στις υποστάσεις. Το πώς υπάρχει κάτι, θέτει το ερώτημα της υποστάσεως. Με την ουσία, απλώς καταθέτεις μια οντολογική θέση. Ο Θεός υπάρχει. Κι’ ακόμη εννοείται μ’ αυτό, ότι δεν είναι μια άλλη ουσία. Δεν είναι άνθρωπος, είναι Θεός. Το πώς υπάρχει αυτή η ουσία, είναι το πρόβλημα της υπόστασης. Για τους Καππαδόκες, δεν μπορεί το πώς να ακολουθήσει το ότι υπάρχει. Διότι το πώς, δεν υπάρχει ό, τι υπάρχει. Αυτό θα ειπεί, το ότι δεν υπάρχει ουσία «γυμνή».

 

Συμπερασματικά, οι Πατέρες της Ανατολής δεν δίνουν προτεραιότητα στην ουσία, αλλά στο πρόσωπο, ενώ αντίθετα στον Αυγουστίνο δίνεται προτεραιότητα στην ουσία και όχι στο πρόσωπο. Πρώτα λέμε, ότι ο Θεός υπάρχει και μετά ρωτάμε πώς υπάρχει. Επίσης, ο Αυγουστίνος θέτει πρώτα την ουσία του Θεού και μετά το θέμα της Τριάδας, γι’ αυτόν ένας Θεός ίσον μία ουσία και όχι ένας Θεός ίσον ο Πατέρας. Το λάθος του Αυγουστίνου, δυστυχώς, έχει  περάσει σε πολλές Ορθόδοξες Δογματικές και τονίζεται από πολλούς, ότι η Χριστιανική θρησκεία είναι μια από τις τρεις μονοθεϊστικές, ενώ για την Ορθοδοξία η Αγία Τριάδα είναι ο ένας Θεός, ο ένας Θεός, αλλά όχι μόνος. Επομένως, μεταξύ Δύσης και Ανατολής υπάρχει χάσμα τεράστιο, ως προς την προτεραιότητα της ουσίας έναντι του προσώπου, με άμεσο αποτέλεσμα την τεράστια διαφορά στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, του περίφημου Φιλιόκβε.

 

Το ερώτημα της σχέσης της «Οικονομικής Τριάδας» προς την αιώνια Τριάδα συνδέθηκε και με το θέμα του Φιλιόκβε. Οι Πατέρες τόνισαν, ότι η ουσία του Θεού είναι εντελώς ασύλληπτη, αδιανόητη, ακατάληπτη και αμέθεκτη, δηλ. δεν μπορεί κανείς να μετάσχει στην ουσία του Θεού. Αντίθετα, στη Δύση, στους Σχολαστικούς και το Θωμά Ακινάτη, υπάρχει δυνατότητα μετοχής στην ουσία του Θεού. Απ’ αυτή την άποψη, διακρίνεται η «Θεολογία» από την «Οικονομία». Εάν η «Θεολογία» επρόκειτο ν’ ασχοληθεί μόνο με την ουσία του Θεού, τότε δεν θα είχαμε πρόβλημα, διότι η ουσία του Θεού είναι ακατάληπτη και επομένως δεν υπάρχει Θεολογία της ουσίας του Θεού.

 

Τόσον ο Αυγουστίνος, όσο και οι: Άνσελμος του Καντέρμπερυ (1034-1109), Αβελάρδος (1079-1142) και Θωμάς Ακινάτης (1226-1274) στήριξαν το Φιλιόκβε στο επιχείρημα, ότι αφού ο Υιός και Λόγος είναι η Γνώση του Θεού και το Πνεύμα είναι η Αγάπη του Θεού, άρα το Πνεύμα πρέπει να εξαρτάται αιώνια επίσης στην προέλευσή Του και από τον Υιό, διότι (κατά τον Αυγουστίνο) η Γνώση προηγείται της Αγάπης. Δεν μπορείς να αγαπάς κάτι, που δεν γνωρίζεις, αυτό όμως είναι ένα μεγάλο λάθος. Οπότε δημιουργείται ένα λογικό επιχείρημα, μια λογική αναγκαιότητα. Εφ’ όσον δεν μπορείς να αγαπάς κάτι που δεν το γνωρίζεις, δεν μπορεί ο Θεός να αγαπά τον εαυτό Του εάν δεν προηγηθεί η Γνώση Του μέσω του Υιού και μόνο με βάση τη σχέση της μνήμης με τη γνώση που κάνει, συγκεκριμενοποιεί και πραγματοποιεί τη γνωστική ικανότητα του Νου, που είναι ο Θεός. Μόνο πάνω σ’ αυτή τη βάση μπορεί να οικοδομηθεί η Αγάπη, το Πνεύμα. Εδώ έχουμε λογικές αναγκαιότητες πλέον, όταν δώσουμε θετικές ιδιότητες στις υποστάσεις. Και όταν οι Πατέρες αποφεύγουν αυτό το θετικό περιεχόμενο, συγχρόνως εισάγουν ατμόσφαιρα ελευθερίας και όχι αναγκαιότητας (όπως ο Αυγουστίνος και οι λοιποί σχολαστικοί), σ’ όλα τα μεγάλα ερωτήματα. Π.χ. «μπορεί να σαρκωθεί άλλο πρόσωπο της Τριάδας, όπως το Πνεύμα;». Ναι, απαντούν οι σχολαστικοί, όχι λένε οι Πατέρες. Ο Πατέρας ζήτησε από τον Υιό τη σάρκωση και Αυτός ελεύθερα είπε το «Ναι» και όχι από λογική ανάγκη.

 

Ενώ η Ανατολή ξεχώρισε τη «Θεολογία» του Θεού από την «Οικονομία», δηλ. ότι οι διαφορετικές λειτουργίες των προσώπων στην Τριάδα στην «Οικονομία», δεν μπορεί να επεκταθούν στα πρόσωπα του Θεού στη «Θεολογία», αντίθετα στη Δύση φθάσανε στο σημείο να συνδέουν τις διαφοροποιήσεις στην «Οικονομία» με αντίστοιχες διαφοροποιήσεις στη «Θεολογία», δηλ. με οντολογικές διαφοροποιήσεις. Αυτός είναι ένας επί πλέον λόγος του εγκλωβισμού της Δύσης και στο Φιλιόκβε, θεολογικά. Παράδειγμα μπερδέματος στη Δύση «Θεολογίας» και «Οικονομίας» είχε συμβεί και στην Ανατολή τον 4ο αιώνα: Η αλεξανδρινή δοξολογία είχε τη μορφή «Δόξα τω Πατρί δι’ Υιού εν Αγίω Πνεύματι», που δείχνει τα πρόσωπα στην «Οικονομία». Ο Μ. Βασίλειος αλλάζει αυτόν τον τύπο, στη μορφή: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι», που δείχνει τα πρόσωπα στη «Θεολογία». Στην αλεξανδρινή μορφή τα πρόσωπα έχουν μια σχέση μεταξύ τους, οπότε βλέπουμε να υπάρχει μια αιώνια εξάρτηση του Πνεύματος από τον Υιό, κάτι στο οποίον ενυπάρχει το Φιλιόκβε. Στη μορφή του Μ. Βασιλείου έχουμε μια ισότιμη σχέση των προσώπων στην Τριάδα, το ένα δίπλα στο άλλο, χωρίς να φαίνεται εξάρτηση του Πνεύματος από τον Υιό. Άλλες είναι λοιπόν οι σχέσεις των προσώπων στην «Θεολογία» και άλλες στην «Οικονομία». Η σύγχυση των δυο αυτών διαφορετικών αντιλήψεων των προσώπων στην Τριάδα είναι η γενεσιουργός αιτία του Φιλιόκβε.

 

Ως προς την Ουσία μπορούμε να πούμε, ότι είναι κάτι για το οποίο μπορεί να γίνει λόγος ατομικά με αναφορά μόνο σ’ αυτό το αυθυπόστατο και έτσι η Oυσία του Θεού μπορεί να νοηθεί μόνη της. Αυτό σημαίνει το «των καθ’ εαυτών υφεστηκότων» του Γρηγορίου Θεολόγου. Η Ουσία δεν κοινωνείται με πρόσωπα εκτός Αυτής. Από την άλλη, η Ενέργεια «είναι των εν ετέρω θεωρουμένων» και κοινωνείται με άλλα όντα και μπορεί να είναι κοινή. Όσον αφορά το πρόσωπο, δηλώνει μια ταυτότητα, ένα ον, το οποίον ενώ δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, συγχρόνως δεν μπορεί να βρεθεί και αλλού. Είναι δηλαδή τόσο μοναδικό, τόσο ανεπανάληπτο, τόσο το ίδιο, αυτό που είναι ο εαυτός του, ώστε κανένας άλλος δε μπορεί να είναι αυτό που είναι αυτό. Ο Πατέρας δεν μπορεί να είναι ο Υιός, ούτε το Πνεύμα. Ο Υιός δεν μπορεί να είναι ο Πατέρας, ούτε το Πνεύμα. Οι έννοιες Πατέρας, Υιός και Πνεύμα δηλώνουν υποστάσεις, πρόσωπα και είναι τόσο μοναδικές και ανεπανάληπτες, που το παράδοξο και πολύ σημαντικό είναι, ότι δεν βρίσκονται ούτε εκεί στα όντα με τα οποία, εάν δεν έχουν σχέσεις, δεν βρίσκονται σε σχέση, δεν υπάρχουν. Διότι ο Πατέρας, εάν δεν βρίσκεται σε σχέση με τον Υιό παύει να υπάρχει. Εν τούτοις δεν είναι Υιός. Αυτό είναι το πρόσωπο, η ταυτότητα που πηγάζει από σχέση, από κοινωνία και η οποία καταλήγει σε ακοινώνητα όντα με την έννοια, ότι δεν μπορεί να βρεθεί το ένα ον μέσα στο άλλο, αλλά ούτε και χωρίς σχέση με το άλλο, διότι όταν διακοπεί η σχέση, διακόπτεται η ύπαρξη του προσώπου.

 

Το ερώτημα είναι, αν κοινωνείται το πρόσωπο. Η απάντηση είναι και ναι και όχι. Το πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν υπάρχει κοινωνία και σχέση, δηλ. αναφορά, προς άλλα πρόσωπα. Ένα πρόσωπο ίσον κανένα πρόσωπο. Άρα χρειάζεται κοινωνία για να έχουμε πρόσωπα. Αλλά στην κοινωνία αυτή, το κάθε πρόσωπο έχει τις λεγόμενες υποστατικές ιδιότητες, οι οποίες δεν κοινωνούνται. Δεν μπορεί ο Πατέρας να μεταδώσει την πατρότητά του στον Υιό, ούτε την ιδιότητά του. Αυτές οι υποστατικές ιδιότητες, που είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα ή η αγεννησία, η γέννηση και η εκπόρευση.

 

Τίθεται βέβαια μετά το ερώτημα, εάν ο Υιός γεννάται εκ της ουσίας του Πατέρα ή από το πρόσωπο του Πατέρα. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, με βάση τη θεολογία του αγίου Αθανασίου, δογμάτισε ότι γεννάται εκ της ουσίας του Πατέρα: «Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού, γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου τα πάντα εγένετο, τα εν τω  ουρανώ και τα εν τη γη». Εάν συμβαίνει αυτό, τότε η ουσία είναι καρπογόνος, παράγει ζωή. Οι Καππαδόκες Πατέρες όμως δογματίζουν, ότι ο μόνος αίτιος της γέννησης του Υιού δεν είναι η ουσία του Πατέρα, αλλά το πρόσωπο του Πατέρα. Όταν λέμε λοιπόν, ότι η μόνη αιτία γέννησης του Υιού είναι το πρόσωπο του Πατέρα, αποκλείουμε τον Υιό ως αίτιο, γιατί αποκλείουμε την ουσία ως αίτιο και επομένως αποκλείουμε την περίπτωση του Φιλιόκβε. Αν παραδεχθούμε, όπως η Δύση, ως αίτιο της ύπαρξης του Υιού την ουσία του Πατέρα, τότε παραδεχόμαστε ως αίτιο ύπαρξης του Πνεύματος και τον Υιό, δηλ. παραδεχόμαστε το Φιλιόκβε. Και όπως αναφέρθηκε, όταν η ουσία είναι καρπογόνος, τότε ο Πατέρας κατ’ ανάγκην ήρθε σε ύπαρξη, ενώ όταν το πρόσωπο είναι καρπογόνο, τότε η ύπαρξη του Πατέρα δεν είναι κατ’ ανάγκην, αλλά σε πλήρη ελευθερία. Έτσι η φύση του Πατέρα δεν προϋπάρχει του προσώπου του. Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος επέφερε μια αλλαγή στο Σύμβολο σ’ αυτό το σημείο, αφαίρεσε δηλ. τη γέννηση του Υιού από την ουσία του Πατέρα: «Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων» και έτσι διόρθωσε την Α΄ Οικουμενική και στο σημείο αυτό.

 

Ο Αυγουστίνος, θέλοντας να μεταφράσει το δόγμα της Αγίας Τριάδας, χρησιμοποίησε την πλατωνική αντίληψη περί Θεού και έτσι ταυτοποίησε το Θεό ως Νου, που είναι ο Πατέρας, ως Γνώση, που είναι ο Υιός και ως Αγάπη, που είναι το Άγιο Πνεύμα. Έτσι, έφυγε από τις βασικές αρχές που είχαν χαράξει οι Καππαδόκες Πατέρες, τις οποίες αρχές πιθανότατα δεν γνώριζε. Ο Αυγουστίνος θεωρούσε τα τρία πρόσωπα του Θεού, Πατέρας, Υιός, Πνεύμα, ως τρεις ενέργειες του Θεού, τις οποίες μπορούσε να μεταφέρει σ’ έναν άνθρωπο, ενώ οι Καππαδόκες τα τρία πρόσωπα του Θεού τα θεωρούσαν τρεις πλήρεις υποστάσεις, τις οποίες μετέφεραν σε τρεις ανθρώπους. Η αντίληψη αυτή του Αυγουστίνου οδηγεί στον ατομισμό και έτσι τα πρόσωπα κινδύνευαν να γίνουν προσωπεία, να γίνουν ιδιότητες (Σαβελλιανισμός), που έχει ένα και το αυτό ον και όχι τρία πλήρη και ολοκληρωμένα όντα.

 

Οι Καππαδόκες δεν συγχέουν και δεν χωρίζουν τα τρία πρόσωπα της αγίας Τριάδας σαν ιδιότητες και μάλιστα ψυχολογικές ιδιότητες, όπως νους, γνώση, αγάπη. Αυτά τα τελευταία τα συνδέουν με τη μία φύση του Θεού και όχι με τα τρία πρόσωπά του. Δηλαδή, ο Θεός έχει μια γνώση, μια θέληση, μια αγάπη και όχι τρεις. Ούτε ένα από τα πρόσωπα είναι η γνώση και τα άλλα δεν είναι τίποτα ή αγάπη και τα άλλα δεν είναι τίποτα. Το νου, τη γνώση και την αγάπη την εκφράζουν και τα τρία πρόσωπα και είναι κοινή σ’ αυτά, αλλά δεν είναι αυτό που λέμε υποστατικές ιδιότητες. Αντίθετα, με την παραπάνω θεώρηση του Αυγουστίνου κινδυνεύουμε να προσδώσουμε στο Θεό ψυχολογικές ιδιότητες του ανθρώπου, δηλ. έχουμε τον κίνδυνο του ανθρωπομορφισμού.

 

Ο Αυγουστίνος ερμηνεύοντας την αντίληψη, ότι ο Θεός είναι μια ουσία με τρία πρόσωπα, τόνισε, ότι ο ένας Θεός είναι η ουσία, τα δε πρόσωπα είναι οι ιδιότητες που έχει αυτός ο Νους. Μ’ αυτό τον τρόπο δίδεται προτεραιότητα στην ουσία, προτεραιότητα στο Θεό Νου, από τον οποίον πηγάζουν τα πρόσωπα, ως δευτερεύοντα στοιχεία. Έτσι στο ερώτημα, ποιος είναι ο ένας Θεός, ο Αυγουστίνος απαντάει: η μία ουσία. Αντίθετα, στους Καππαδόκες, στο ερώτημα, ποιος είναι ο ένας Θεός, η απάντηση είναι: ο Πατέρας. Η μοναρχία δεν έγκειται στην ουσία του Θεού, αλλά έγκειται στο πρόσωπο του Πατέρα. Όταν ο κατεξοχήν Θεός είναι ο Πατέρας, τότε οδηγούμαστε στο ότι την Αγία Τριάδα την ενσωματώνουμε μέσα στην έννοια του ενός Θεού. Επειδή ο ένας Θεός είναι ο Πατέρας και επειδή η λέξη Πατέρας είναι λέξη σχέσης, δεν υπάρχει Πατέρας, χωρίς να υπάρχει Υιός. Και δεν είναι φυσικά Πατέρας μόνο του Υιού, αλλά είναι και Πατέρας και του Πνεύματος, κατά έναν άλλο τρόπο. Άρα και ο Υιός και το Πνεύμα μπαίνουν απ’ τη πρώτη στιγμή μέσα στην έννοια του ενός Θεού.

 

Έτσι, το δόγμα της αγίας Τριάδας γίνεται πρωταρχικό. Δεν γίνεται λόγος περί του ενός Θεού πρώτα και ύστερα να κάνεις λόγο για την Αγία Τριάδα. Αυτό τονίζεται ιδιαίτερα, διότι αυτό ακριβώς γίνεται στη Δύση και αυτό ακολουθούν και Ορθόδοξοι Θεολόγοι. Διαχωρίζουν τον ένα Θεό, αυτόν καθ’ εαυτόν και τον εξετάζουν ξεχωριστά από την Αγία Τριάδα, δηλ. αναφέρονται στον ένα Θεό, χωρίς να αναφερθούν ταυτόχρονα στην Αγία Τριάδα. Αλλά, για να αναφερθεί κανείς στον ένα Θεό πρωταρχικά και αποκλειστικά θα πρέπει να ταυτίσει το Θεό με την ουσία και να δώσει στην ουσία προτεραιότητα, να πει ότι πρώτα έρχεται η ουσία και μετά έρχονται τα πρόσωπα, κάτι που κάνει ακριβώς ο Αυγουστίνος. Η Δύση, αλλά και πολλοί Ορθόδοξοι, δίνει προτεραιότητα στην ουσία, ο ένας Θεός είναι η ουσία, η Ανατολή στο πρόσωπο, ο ένας Θεός είναι ο Πατέρας. Και όταν λέμε ο ένας Θεός είναι ο Πατέρας, λέμε ότι ο ένας Θεός είναι η Αγία Τριάδα, γιατί ο Πατέρας είναι έννοια που εμπεριέχει κατ’ ανάγκην την Αγία Τριάδα.

 

Μπορεί να γίνει λόγος για τον ένα Θεό, ανεξάρτητα από την αγία Τριάδα; Στη Δύση μπορεί να γίνει αυτό και αυτό γίνεται και στους διαφόρους θεολογικούς διαλόγους με τις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες, γιατί θεωρείται, ότι όλοι αυτοί πιστεύουν σ’ ένα Θεό και έτσι η Δυτική θεολογία, ο Ιουδαϊσμός και ο Μουσουλμανισμός σ’ αυτό το θέμα ταυτίζονται. Η Ανατολή όμως δεν μπορεί να το δεχτεί αυτό, γιατί ο ένας Θεός είναι η Αγία Τριάδα, πράγμα στο οποίο οι άλλες θρησκείες δεν συμφωνούν. Με αυτή την έννοια και θεώρηση του Θεού, δεν μπορεί να υπάρξει προσέγγιση, αφ’ ενός μεν της Ορθοδόξου Εκκλησίας και αφ’ ετέρου του Παπισμού, Προτεσταντισμού, Ιουδαϊσμού και Μουσουλμανισμού.

 

Μια άλλη συνέπεια της διαφοροποίησης Ανατολής και Δύσης στο θέμα του Θεού είναι η προσευχή. Μπορώ να προσευχηθώ στον ένα Θεό, σαν τη μία Θεότητα ή όταν λέμε «προσεύχομαι στο Θεό», προσεύχομαι οπωσδήποτε σ’ ένα από τα τρία πρόσωπα ή και στα τρία μαζί. Δεν μπορείς να προσευχηθείς, να απευθυνθείς προσωπικά στην ουσία του Θεού. Μπορείς όμως να προσευχηθείς στον ένα Θεό. Αλλά τότε, εάν ο ένας Θεός δεν είναι η ουσία, σε ποιόν προσεύχεσαι; Στον Πατέρα προσεύχεσαι.

 

Στην Ορθόδοξη λατρεία υπάρχουν προσευχές που απευθύνονται μόνο στον Πατέρα, ως τον κατεξοχήν Θεό. Βεβαίως, η Αγία Τριάδα δεν μπορεί να χωρισθεί. Όπου είναι ο Πατέρας, είναι και ο Υιός, είναι και το Άγιο Πνεύμα. Εκεί τα πρόσωπα είναι μεν ενωμένα και αλληλοπεριχωρούμενα, αλλά υποστατικά είναι διάφορα και το καθένα είναι αυτό που είναι. Αυτό μας επιτρέπει να προσευχόμεθα σ’ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Έτσι, ο ίδιος ο Κύριος μας διδάσκει την προσευχή προς τον Πατέρα, ο ένσαρκος Υιός αναφέρεται και προσεύχεται προς τον Πατέρα. Ενώ ήταν μέσα στον Πατέρα με την αλληλοπεριχώρηση, εντούτοις το «ότι ήταν μέσα στον Πατέρα» δεν τον εμπόδιζε από το να μιλάει προς τον Πατέρα: «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…..». Αυτό είναι το χαρακτηριστικό των υποστάσεων. Όλες οι προσευχές της θ. ευχαριστίας είναι προς τον Πατέρα: «….. κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα». Αλλά και στην αγία αναφορά, προς τον Πατέρα απευθυνόμαστε: «Ο ων Δέσποτα, Κύριε Θεέ, Πάτερ παντοκράτωρ προσκυνητέ, άξιον και δίκαιον και πρέπον τη μεγαλοπρεπεία της αγιωσύνης σου, σε αινείν, σε υμνείν, σε ευλογείν, σε προσκυνείν, σοι ευχαριστείν, σε δοξάζειν τον μόνον όντα Θεόν…..» (Μ. Βασιλείου), αλλά και: «Άξιον και δίκαιον σε υμνείν, σε ευλογείν, σε αινείν, σοι ευχαριστείν, σε προσκυνείν εν παντί τόπω της δεσποτείας σου. Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων, συ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το Άγιον…..» (Ι. Χρυσοστόμου). Προς τον Υιό έχουμε αντίστοιχες προσευχές, όπως: «Βεβυθισμένος υπάρχων εξ απογνώσεως και πονηρίας πλήρης, λογισμών εναντίων, προς Σε μου τας ελπίδας, Λόγε Θεού, ανεθέμην ο άθλιος, από εχθρών αοράτων και ορατών, επιθέσεώς με λύτρωσαι». Στο Άγιο Πνεύμα προσευχόμεθα: «Βασιλεύ ουράνιε Παράκλητε…..». Αλλά και στην αγία Τριάδα προσευχόμεθα: «Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς…..». Αλλά και προς τον Χριστό επίσης, όπως: «Δέσποτα Κύριε, Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο μακροθυμήσας επί τοις ημών πλημμελήμασι…..».

 

Εξ άλλου, ολόκληρη η θ. λειτουργία και λατρεία προς τον Πατέρα προσφέρεται και προσφέρεται από τον ίδιο το Χριστό: «….. Συ γαρ ει ο προσφέρων και προσφερόμερος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος, Χριστέ ο Θεός ημών…..». Ο ίδιος ο Χριστός προσφέρει τη θ. λατρεία προς τον Πατέρα, ο ίδιος προσφέρεται στη θ. ευχαριστία και ο ίδιος τη δέχεται, ως το 2ο πρόσωπο, ως Υιός και Λόγος του Θεού. Αλλά επειδή είναι αόρατος, τη θέση του κατέχει ο Επίσκοπος και κατ’ επέκταση ο Πρεσβύτερος.

 

Στη Δύση, το θέμα της προσευχής προς την Αγία Τριάδα παραμερίσθηκε. Εκεί προσεύχονται γενικά και αόριστα στην ουσία του Θεού ή κυρίως στο Χριστό. Επειδή ο Χριστός είναι και άνθρωπος, υπάρχει η δυνατότητα να τον νοιώθει κανείς περισσότερο υποστατικά σαν πρόσωπο, συναισθηματικά δηλαδή. Με τον Αυγουστίνο προσευχόμαστε αόριστα στον ένα Θεό και όχι αναγκαστικά σε πρόσωπα, εκτός από το πρόσωπο του Χριστού, που είναι συναισθηματικά πιο κοντά μας. Στην Ανατολή ήμαστε Τριαδολάτρες, στη Δύση είναι Χριστολάτρες.

 

Σε τελική ανάλυση, η Ανατολή θεωρεί ως γενεσιουργό αιτία της ύπαρξης του Θεού, το πρόσωπο του Πατέρα, όπως και το ότι η γενεσιουργός αιτία ύπαρξης του Υιού, αλλά και του Αγίου Πνεύματος είναι πάλι το πρόσωπο του Πατέρα. Αντίθετα, η Δύση θεωρεί ως γενεσιουργό αιτία ύπαρξης του Θεού, την ουσία του Πατέρα, αλλά και ως γενεσιουργό αιτία ύπαρξης του Υιού, αλλά και του Αγίου Πνεύματος πάλι την ουσία του Πατέρα. Αυτή η βασική διαφορά ύπαρξης των προσώπων της Αγίας Τριάδας μεταξύ Ανατολής και Δύσης είναι η αφετηρία διαφοροποίησής των, ως προς το θέμα της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος, το περίφημο Φιλιόκβε.

 

Συμπερασματικά αποδεικνύεται, ότι οι Παπικοί στην πραγματικότητα λατρεύουν ΑΛΛΟ ΘΕΟ από τους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Ενώ για τους Ορθοδόξους ο Θεός είναι ο Πατέρας, για τους παπικούς «θεός» είναι μια ΑΠΡΟΣΩΠΗ ΟΥΣΙΑ. Γιατί, αν ως πρώτη αιτία δεν νοείται ο Πατέρας, τότε νοείται το απρόσωπο μιας δήθεν Τριαδικής ουσίας. Αυτό με τη σειρά του, πέραν της ειδωλολατρίας, την οποία εισάγει στον Παπισμό, έχει σοβαρές προεκτάσεις στο ζήτημα των ενδοτριαδικών σχέσεων μεταξύ των Προσώπων, ακόμα και στο τι ακριβώς είναι το καθένα από Αυτά! Αλλοιώνεται πλήρως έτσι ολόκληρο το περιεχόμενο της Θεολογίας, και γίνεται αγνώριστο.

 

Επιπλέον, με το να θεωρηθεί ως «θεός» η Ουσία, δεν υπάρχει υποταγή της ουσίας στο πρόσωπο, αλλά αντιθέτως, του προσώπου στην ουσία. Με άλλα λόγια, ο Πατέρας τότε, ΔΕΝ είναι αυτό που είναι επειδή το θέλει, αλλά επειδή τον υποχρεώνει η ουσία Του! Γίνεται κατανοητό έτσι το μέγεθος της βλασφημίας που εισάγει η παπική θεώρηση περί Θεού. Έχουμε έναν «θεό» με εξάρτηση από την ουσία του, έναν ΔΟΥΛΟ ΘΕΟ, που λειτουργεί βάσει αναγκαιότητας και όχι βάσει ελευθερίας και βούλησης, σαν τους ενδοσυμπαντικούς «θεούς» των ειδωλολατρών, που ορίζονται από την «ειμαρμένη» και όχι από την ελευθερία βούλησης που διαθέτουν.

 

Δευτερεύουσες συνέπειες των ανωτέρω, (για να κατανοηθεί το βάθος και η σοβαρότητα του ζητήματος), είναι το ότι καταργείται η ελευθερία, ως απαραίτητο συστατικό της ομοίωσης με τον Θεό, και καταρρέει ολόκληρο το σωτηριολογικό δόγμα της Χριστιανικής πίστης, συμπαρασύροντας φυσικά την αγάπη, (εφόσον και τα πρόσωπα της Θεότητας ορίζονται από την ουσία τους και όχι από αυτόβουλη αγάπη). Και καταλήγουμε στον θεό – κριτή – τιμωρό της Δύσης, που μόνο να τον φοβάται και να τον μισεί μπορεί κάποιος!

 

Από όλα τα ανωτέρω και την αιρετική θεώρηση του θεού – ουσία του Αυγουστίνου, προκύπτει, ότι όχι μόνο δεν πρέπει να αποδεχθούν οι Ορθόδοξοι  οποιαδήποτε ένωση με τους Παπικούς, που αποδέχονται το Φιλιόκβε, αλλά πρέπει να απαιτήσουν από αυτούς, να απορρίψουν και την αυγουστίνια αντίληψη του θεού-ουσία, αν θέλουν να τους αποδεχθούμε και πάλι στην μια Εκκλησία του Χριστού.

 

Επακόλουθα της στρεβλής θεώρησης της Θεότητας από τους Λατίνους είναι ότι, ενώ στην Ορθοδοξία ο Θεός είναι αγάπη και κρίνει τους ανθρώπους σύμφωνα με τις ίδιες τους τις πράξεις, στον Παπισμό ο Θεός είναι τιμωρός και αίτιος του θανάτου, που είναι αποτέλεσμα της παρακοής. Επίσης, ενώ Ουσία και ενέργεια του Θεού είναι ξέχωρες καταστάσεις άκτιστες, όπου δε εμφανίζεται κτιστή ενέργεια εκεί ενυπάρχει και κτιστή φύση, ο δε κόσμος δεν είναι εικόνα της θ. ουσίας, στον Παπισμό ουσία και ενέργεια του Θεού ταυτίζονται και είναι άκτιστες, αλλά η μεταδιδόμενη στους πιστούς ενέργεια είναι κτιστή, ο δε κόσμος είναι εικόνα της θ. ουσίας. Στην Ορθοδοξία, η θεία ουσία είναι ακατάληπτη, ο δε Θεός γίνεται καταληπτός κατά τις ενέργειές του, ενώ στον Παπισμό, η θεία ουσία δύναται να γίνει καταληπτή, μέσω της οντολογικής απόδειξης. Βέβαια, η ουσία του Θεού δεν είναι γενεσιουργός, αλλά μόνο το πρόσωπο, ενώ στον Παπισμό η ουσία του Θεού είναι γενεσιουργός και όχι το πρόσωπο του. Στην Ορθοδοξία, ο Θεός αγαπά τα εκτός της θ. ουσίας πράγματα, καθώς επίσης και αυτόν τούτον τον ενυπόστατο άνθρωπο, δεν έχει ανάγκη ουδενός, όντας απολύτως ελεύθερος και ενεργεί με ελεύθερη βούληση, ενώ στον Παπισμό ο Θεός αγαπά τα άναρχα, ατελεύτητα και αναλλοίωτα εκτός της θ. ουσίας αρχέτυπα, καθώς επίσης την ανυπόστατη ιδέα περί ανθρώπου, είναι υπόδουλος εις αγέννητα αρχέτυπα και ενεργεί αναγκαστικώς και κατ’ ουσίαν, θαυματουργώντας με την εισαγωγή του υπερφυσικού στο φυσικό ή με την άρση των θεσπισθέντων αιώνιων νόμων. Οι αποδείξεις της ύπαρξης του Θεού είναι κυρίως και κατά βάση κοσμολογικές και τελολογικές, ενώ στον Παπισμό, οι αποδείξεις ύπαρξης του Θεού είναι φιλοσοφικές, οντολογικές ψυχολογικές, ιστορικές και ηθικές. Στην Ορθοδοξία υπάρχει πλήρης διάκριση ακτίστου (της θεότητας) και κτιστού (των πνευμάτων, του κόσμου και του ανθρώπου), αλλά και μετοχή του κτιστού στο άκτιστο, ενώ στον Παπισμό δεν υπάρχει διάκριση ακτίστου και κτιστού, ούτε μετοχή του κτιστού στο άκτιστο. Επίσης ένα άλλο επακόλουθο της διαφορετικής αντίληψης περί της Θεότητας είναι, ότι οι θεοφάνειες δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φανέρωση της Αγίας Τριάδας διαμέσου του άσαρκου Λόγου. Στις θεοφάνειες ενυπάρχουν και τα τρία πρόσωπα, λόγω της ταυτότητας της ουσίας των προσώπων και ενυπάρχει τριαδολογική μοναρχία («Τριάς η εν Μονάδι»), ενώ στον Παπισμό, οι θεοφάνειες είναι η φανέρωση ενός εκ των προσώπων της Αγίας Τριάδας, λόγω της ουσιοκεντρικής θεώρησης του Θεού. Στις θεοφάνειες υπάρχει και ενεργεί μόνον ένα των προσώπων και ενυπάρχει τριαδολογικός ενωτισμός («Μονάς η εν Τριόδι»).

 

1.6.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

ΣΙΩΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ ΜΑΣΟΝΙΑ (Iω.Καρδάση)

 

Κρίνεται απαραίτητη η αναφορά στο σιωνιστικό κίνημα δεδομένου, ότι πίσω από τον διατυπούμενο χαρακτηρισμό της εβραιομασονίας κρύβεται στην ουσία η ύπαρξη και η δράση του κινήματος αυτού.

 

Ο Σιωνισμός είναι εβραϊκό εθνικιστικό κίνημα, που είχε σαν στόχο την δημιουργία και την υποστήριξη ενός εβραϊκού εθνικού κράτους στην Παλαιστίνη, την αρχαία πατρίδα των εβραίων. Το κίνημα γεννήθηκε στην κεντροανατολική Ευρώπη στο τέλος του 19ου αιώνα και πήρε το όνομά του από τον λόφο Σιών (Zion) της αρχαίας Ιερουσαλήμ, είχε δε εξ αρχής την υποστήριξη του Χιλιασμού (Μάρτυρες του Ιεχωβά). Αντίθετα άλλα κινήματα, όπως το κίνημα Haskala = Διαφωτισμός, παρότρυναν τους εβραίους να αφομοιωθούν στον δυτικό πολιτισμό.

 

Ώθηση στο κίνημα δόθηκε από τον Th. Herzl στο συνέδριο της Βασιλείας το 1897, όπου διακηρύχθηκε, ότι «ο Σιωνισμός μάχεται για να δημιουργήσει για τον εβραϊκό λαό μια εθνική εστία στην Παλαιστίνη διασφαλισμένη από το δημόσιο δίκαιο». Η Μ. Βρετανία στήριξε το κίνημα και πρόσφερε μια έκταση στην Ουγκάντα για εγκατάσταση, αλλά συνάντησε την άρνηση των Σιωνιστών, που επέμεναν για την Παλαιστίνη. Το κίνημα έδωσε ώθηση στα γράμματα και τις τέχνες και ανέπτυξε την σύγχρονη εβραϊκή γλώσσα, φρόντισε δε για μια σταδιακή μετανάστευση εβραίων στην Παλαιστίνη, που το 1933 βρέθηκε να έχει μια αναλογία 20% σε εβραϊκό πληθυσμό. Ακολούθησαν διάφορες αραβικές εξεγέρσεις ενάντια στην προοπτική δημιουργίας εβραϊκού κράτους στην περιοχή, οι οποίες δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τελικά την δημιουργία του κράτους του Ισραήλ από τον ΟΗΕ στις 14.5.1948. Με την ενέργεια αυτή του ΟΗΕ ο Σιωνισμός πέτυχε τον τελικό του σκοπό, οπότε πλέον εστράφη στην οικονομική ενίσχυση του νέου κράτους και την ενθάρρυνση της μετανάστευσης προς τα εκεί, παρ’ όλον ότι παραμένει ακόμη η αντίδραση πολλών μη φανατικών ορθόδοξων εβραίων περί της μη επιστροφής και της αποκήρυξης του συνθήματος, ότι ζώντας στον έξω χώρο, ζουν ουσιαστικά «εν εξορία».

 

Ο Σιωνισμός, θεωρείται από ορισμένες εσχατολογικές ομάδες, ότι δεν εκπλήρωσε ακόμη τον τελικό του σκοπό, που είναι η επικράτηση του κινήματος σ’ ολόκληρη την οικουμένη με την κατάκτηση της παγκόσμιας οικονομίας και απεργάζεται οικονομικά δεσμά «Αποκαλύψεως», όπως είναι ο αποκλεισμός της αγοραπωλησίας γι’ αυτούς, που δεν δέχονται την δουλική υποταγή. Οι Σιωνιστές ομολογούν, ότι επιδιώκουν όπως μεταθέσουν τους Χριστιανούς από τον Θεό, στους «υλικούς υπολογισμούς και τις υλικές ανάγκες». Με αυτό τον αντιπερισπασμό, όλα τα έθνη θα επιζητούν να κερδίσουν και παλεύοντας το καθένα για ίδιον όφελος, δεν θα αντιληφθούν τον κοινό εχθρό. Οι Σιωνιστές χρησιμοποιούν τις οικονομικές τους επιχειρήσεις, όχι μόνον για κερδοσκοπικούς σκοπούς, αλλά και χάριν των σιωνιστικών τους σκοπών. Γι’ αυτό επιδιώκουν να έχουν επιχειρήσεις, που επηρεάζουν περισσότερο τα πλήθη, π.χ. κινηματογράφο, μουσική, τύπο, τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαφημίσεις, μόδα κλπ. Έτσι με την πλάνη του οικονομισμού οι άνθρωποι της αποστασίας θα παραδοθούν τελικά στον Αντίχριστο, που επαιρόμενος θα καθίσει ως Θεός εις τον ναόν του Θεού, δηλ. τον ναόν του Σολομώντα, που θα ανοικοδομηθεί για 3η φορά (Δελήμπαση Α. Πάσχα Κυρίου. Αθήνα 1985, σελ. 606-607).

 

.           Το δεύτερο στοιχείο της εβραιομασονίας το αποτελεί η μασονία. Ο μασονισμός είναι ηθικό, θρησκευτικό και φιλοσοφικό ίδρυμα, κατά το πρότυπο των αρχαίων μυστικών εταιριών, που με την αυτογνωσία, την έρευνα της αλήθειας, της αλληλεγγύης και της ιδικής του ηθικής αποσκοπεί στην αρμονική διαρρύθμιση κυρίως των κοινωνικών σχέσεων και την ηθική και πνευματική τελειοποίηση των μελών του και μέσω αυτών του συνόλου της ανθρωπότητας      (Κουντουριώτη Σ. Αι εν Ελλάδι αιρέσεις, θεοσοφία-μασωνισμός. Αθήνα 1977, σελ. 151).

 

Ο Μασονισμός προϋπήρχε του οργανωμένου Σιωνισμού και ανεφάνη κατά πρώτον στο Λονδίνο το 1717 με την ίδρυση της Μεγάλης Στοάς, αργότερα δε επεκτάθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο με την ίδρυση στοών, οι οποίες δέχονται ως μέλη όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως θρησκείας, φυλής, εθνικότητας, κοινωνικής καταγωγής και πολιτικών φρονημάτων ( Δελήμπαση Α. Πάσχα Κυρίου. Αθήνα, 1985. σελ. 609-612).

Στην διδασκαλία του μασονισμού επέδρασαν οι γνωστικοί, οι αλχημιστές, η θρησκευτική μεταφυσική των εβραίων, οι μυστηριακές θρησκείες του ειδωλολατρικού κόσμου και οι μαγικές μέθοδοι του αποκρυφισμού με συνέπεια την απομάκρυνση από την Χριστιανική πίστη. Την επίδραση κυρίως του εβραϊσμού σημειώνουν και οι ίδιοι οι μασόνοι στο τυπικό του 18ου βαθμού ως εξής: «ο τεκτονισμός άντλησε όλα τα σύμβολα, τους μύθους και τις παραδόσεις του από τα εβραϊκά βιβλία. Αναγνωρίζοντας την ύπαρξη ενός και μόνον Θεού, υπό την επίκληση του μεγάλου αρχιτέκτονα του σύμπαντος (του λεγόμενου Μ.Α.Τ.Σ.) και την αθανασία της ψυχής, χωρίς καθόλου να εκτραπεί από το δρόμο αυτό, παρακολουθώντας δε την ανθρώπινη διάνοια σε όλες της θρησκευτικές εκδηλώσεις, πέρασε από τον Ιουδαϊσμό και δι’ όλων των αιρέσεων, που γεννήθηκαν από αυτόν, για να καταλήξει στην καθαρή φιλοσοφία του ορθού Λόγου». Ο Μ.Α.Τ.Σ. παρουσιάζεται, ότι συμβολίζει όχι μόνον τον πατέρα των όντων, αλλά και το αιώνιο φως του κόσμου.

 

Ο Μασονισμός σε σχέση με την αθανασία της ψυχής δέχεται, ότι η συνειδητή ατομικότητα του ανθρώπου διατηρείται και πέραν του τάφου και ότι τα πνεύματα των πεφωτισμένων (σωσμένων) μελών του, αφού διατρέξουν άγνωστα διαστήματα, επανέρχονται εις τον μεγάλο αρχιτέκτονα του σύμπαντος, δια να απολαύσουν πλησίον του ειρήνη και χαρά. Ο Μασονισμός λοιπόν δέχεται την ύπαρξη του Θεού, όχι όμως υπό την μορφή της Χριστιανικής διδασκαλίας, αλλά της τεκτονικής του μεγάλου αρχιτέκτονα του σύμπαντος. Ως προς το πρόσωπο του Ιησού πρεσβεύει, ότι είναι ένας εκ των μεγάλων μυστών και όχι Υιός του Θεού και Θεός.

 

Ως προς το εάν είναι ή όχι θρησκεία οι απόψεις διίστανται. Οι μασόνοι δηλώνουν, ότι όχι μόνον είναι το αρχαιότερο και σοβαρότερο καθίδρυμα στον κόσμο, αλλά και ουδεμία σχέση έχει προς την θρησκεία, ούτε η κίνησή τους είναι μια θρησκευτική οργάνωση, ούτε σωματείο που επιδιώκει θρησκευτικούς σκοπούς, αλλά υποστηρίζουν, ότι είναι ένα ίδρυμα φιλοσοφικό, εκπολιτιστικό και φιλανθρωπικό με σκοπό την ηθική και κοινωνική βελτίωση της ανθρωπότητας.

 

Αντίθετα, οι περί του φαινομένου της μασονίας ερευνητές υποστηρίζουν, ότι η οργάνωση αυτή είναι θρησκεία και μάλιστα υπερθρησκεία, που φιλοδοξεί να συμπεριλάβει ολόκληρη την ανθρωπότητα, παραθέτουν δε τα εξής επιχειρήματα: έχουν ιδική τους θεολογία, με επίκεντρο τον Μ.Α.Τ.Σ., έχουν τελετές και λειτουργίες (που δεν υπάρχουν σε σωματεία και φιλοσοφικές εταιρίες), έχουν ιδιαίτερο ιερατείο για την τέλεση μυστηριακών ακολουθιών, έχουν ναούς και βωμούς, έχουν ιδιαίτερο τυπικό για την τέλεση των λειτουργιών και τελετών και έχουν ιδιαίτερη ηθική, την φυσική ηθική, την οποίαν διδάσκουν με μυστήρια και αλληγορίες, την παριστάνουν δε ως την πλέον υψηλή και μοναδική δια τον άνθρωπο, γενικώς δε με τις δοξασίες, τελετές, μυστηριακές συνάξεις κλπ. παραβαίνουν σαφώς τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας και επομένως θεωρούνται αιρετικοί. Επίσης έχουν κατά καιρούς καταδικαστεί από την ΡΚαθολική «Εκκλησία» (η οποία δείχνει τις ημέρες μας μια ανοχή εξ αφορμής του συνθήματος της ενότητας της Εκκλησίας και του Οικουμενισμού), από τις Λουθηρανικές «Εκκλησίες», καθώς και από τις Πρεσβυτεριανές «Εκκλησίες» Ιρλανδίας, Ουαλίας και Σκωτίας.

 

Η Ελλαδική Εκκλησία καταδίκασε τον Μασονισμό το 1887 και το 1933 με απόφαση της Ιεραρχίας της, η δε Εκκλησία της Κύπρου δια του αρχιεπισκόπου Κυπριανού καταράστηκε τους μασόνους ως «λαοπλάνους και σκεύη κατηρτισμένα του Σατανά».

 

Η Μασονία θεωρείται από ορισμένους εσχατολογικούς κύκλους ως ένα από τα δυο εργαλεία της επικράτησης του Σιωνισμού, όπου στρατολογούνται σ’ αυτόν τα πλουσιότερα και ανώτερου πνευματικού επιπέδου μέλη. Το δεύτερο εργαλείο επικράτησης του Σιωνισμού θεωρείται ο Χιλιασμός (Μάρτυρες του Ιεχωβά), όπου στρατολογούνται τα πτωχότερα και κατώτερου πνευματικού επιπέδου μέλη.

 

 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΜΑΣΟΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΟΑ

 

            Είναι γνωστόν, ότι η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος δημοσιεύει ονόματα Μασόνων, μόνο μετά το θάνατό τους. Έτσι, στο αντίστοιχο δελτίο της Στοάς μεταξύ των άλλων βρίσκονται και γνωστά ονόματα Μασόνων:

Ανδρεάδης Ανδρέας

Βασίλειος Γ΄, Οικουμενικός Πατριάρχης

Βενέδικτος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων

Βενιζέλος Ελευθέριος

Γεώργιος Β΄

Γούναρης Δημήτριος

Δραγούμης Ίων

Θεοτόκης Γεώργιος

Θεοτόκης Ιωάννης

Ιωακείμ Γ΄, Οικουμενικός Πατριάρχης

Καζαντζάκης Νίκος

Καλογερόπουλος Νικόλαος

Καποδίστριας Ιωάννης

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος

Λογοθετόπουλος Κων.

Λούβαρης Νικόλαος

Μαλακάσης Μιλτιάδης

Μαυροκορδάτος Δημήτριος

Μελάς Παύλος

Μελέτιος Β΄, Οικουμενικός Πατριάρχης

Μεταξάς Ιωάννης

Μπενάκης Εμμανουήλ

Ξάνθος Εμμανουήλ

Παπαναστασίου Αλέξανδρος

Πιπινέλης Παναγιώτης

Πλυτάς Αμβρόσιος

Ράλλης Πέτρος

Ρώμας Διονύσιος

Σερπιέρης Φερδινάνδος

Σκουφάς Νικόλαος

Σοφούλης Θεμιστοκλής

Στράτος Νικόλαος

Τερτσέτης Γεώργιος

Τρικούπης Σπυρίδων

Τσακάλωφ Αθανάσιος

Τσίλλερ Ερνέστος

Υψηλάντης Αλέξανδρος

Φώτιος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας

Χριστόφορος, Πρίγκηψ

Χρύσανθος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών

Ψαρρός Δημήτριος

 

30.5.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ