ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ (Iω.Καρδάση)

 

 

            Σχετικά με τον έλεγχο, που πρέπει να γίνεται για πράξεις και παραλήψεις του Επισκόπου έχουμε τις παρακάτω αγιογραφικές και αγιοπατερικές καταγραφές:

 

            Απόστολος Παύλος

 

«Τους αμαρτάνοντας ενώπιον πάντων έλεγχε, ίνα και οι λοιποί φόβον έχωσι».

 

(Τιμ. Α΄, 5. 20).

           

Μ. Αθανάσιος

 

Εάν ουν τινα ίδης, αδελφέ, ότι έχει σχήμα σεμνοπρεπές, μη πρόσχης, ότι εδέδυται κώδιον προβάτου, ότι όνομα έχει πρεσβυτέρου ή επισκόπου….., αλλά τας πράξεις αυτού περιέργασαι. Ει εστι σώφρων….. ή υπομονητικός. Ει δε έχει….. τον φάρυγγα άδην, νοσών χρήματα και καπηλεύων την θεοσέβειαν, άφες αυτόν, ου γαρ εστι Ποιμήν….. αλλά λύκος αρπακτικός….. Εάν ίδης συνετόν, κατά την συμβουλεύουσαν σοφίαν, όρθριζε προς αυτόν», διότι «πίστις τελεία και απερίεργος….. εισάγουσιν εις την βασιλείαν των ουρανόν».

 

(Περί Ψευδοπροφητών, ΒΕΠΕΣ, 33, 197).

 

            Μ. Βασίλειος

 

«Ουκ οίδα επίσκοπον μηδέ αριθμήσαιμι εν ιερεύσι Χριστού τον παρά των βεβήλων χειρών επί καταλύσει της πίστεως εις προστασίαν προβεβλημένον….. Υμείς δε ει τινα έχετε μεθ’ ημών μερίδα, ταυτά ημίν φρονήσετε δηλονότι, ει δε εφ’ εαυτών βουλεύεσθε, της ιδίας γνώμης έκαστός εστι κύριος, ημείς αθώοι από του αίματος τούτου»

 

(επιστ. σμ΄ Νικοπολίταις πρεσβυτέροις, κεφ. γ΄, 7-13).

 

«Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις, μνημονεύοντας του Κυρίου λέγοντος, αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ’ αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν….. Εξ ων παιδευόμεθα, ότι, καν πολύ γνήσιός τις η, καν υπερβαλλόντως ένδοξος ο κωλύων το υπό του Κυρίου προστεταγμένον ή προτρέπων ποιείν το υπ’ αυτού κεκωλυμένον, φευκτός ή και βδελυκτός οφείλει είναι εκάστω των αγαπώντων τον Κύριον».

 

(Όροι κατ’ επιτομήν, ερώτησις 114, ΕΠΕ 9, 144-146).

 

«Ότι δει των ακροατών τους πεπαιδευμένους τας Γραφάς, δοκιμάζειν τα παρά των διδασκάλων λεγόμενα και τα μεν σύμφωνα ταις Γραφαίς δέχεσθαι, τα δε αλλότρια αποβάλλειν και τους τοιούτοις διδάγμασιν επιμένοντας αποστρέφεσθαι σφοδρότερον».

 

(Ηθικά, Όρος ΟΒ΄).

 

«Επικαθαρίσατε την Εκκλησία, τους αναξίους αυτής απελαύνοντας και του λοιπού εξετάζετε μεν τους αξίους και παραδέχεστε».

 

(Προς Χωροεπισκόπους. P.G. 32, 401 και ΕΠΕ 2, 184).

 

Γρηγόριος Θεολόγος

 

«Εν εκτρέπου μοι, τους κακούς επισκόπους, μηδέν φοβηθείς του θρόνου την αξίαν. Πάντων το ύφος, ουχ πάντων δ’ η χάρις. Το κώδιον πάρελθε, τον λύκον βλέπε. Μη τοις λόγοις με πείθε, τοις δε πράγμασι. Μισώ διδάγμαθ’, οις εναντίος βίος».

 

(Βίβλος Β΄. Έπη Ιστορικά, Τόμ. Α΄. Περί εαυτού, ΙΒ΄. Εις εαυτόν και περί επισκόπων).

 

«αλλ’ αυτοί γε και φανερώς πολεμούσι τοις ιερεύσιν, εφόδιον έχοντες εις πειθώ την ευσέβειαν και όσοι μεν περί πίστεως τούτο πασχόντων και των ανωτάτω ζητημάτων και πρώτων, ουδ’ εγώ μέμφομαι, αλλ’ ει δει ταληθές ειπείν και προσεπαινώ και συνήδομαι. Και τούτων εις είην των υπέρ αληθείας αγωνιζομένων και των απεχθανομένων, μάλλον δε και είναι καυχήσομαι. Κρείττων γαρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού».

 

(Λόγος Β΄, ΕΠΕ, τ. 1, σελ. 177).

 

Ιω. Χρυσόστομος

 

«Ουδένα γαρ δέδοικα ως τους Επισκόπους, πλην ολίγων».

 

(Ζήση Θ. Κακή υπακοή και αγία ανυπακοή, σελ. 39).

 

«Τι ποιείς άνθρωπε; Παρεβάθη ο νόμος, κατεφρονήθη σωφροσύνη, πλημμελήματα τοσαύτα ετολμήθη παρά τινος των ιερωμένων, τα άνω κάτω γέγονε και ου φρίττεις;….. ουκ αλγείς; ουκ επιτιμά….., αλλά κοινωνείς;

 

(P.G. 55, 252).

 

«Αξίωμα προσώπου ου προσίεται, όταν περί αληθείας ο λόγος η».

 

(P.G. 61, 625).

 

Θεόδωρος Στουδίτης

 

«Εν τω καιρώ τούτω, εν ω ο Χριστός διώκεται δια της εικόνος αυτού, ου μόνον ει βαθμώ τις και γνώσει προέχων εστίν οφείλει διαγωνίζεσθαι, λαλών και διδάσκων τον της ορθοδοξίας λόγον, αλλά γαρ και ει μαθητού τάξιν επέχων είη, χρεωστεί παρρησιάζεσθαι την αλήθειαν και ελευθεροστομείν. Ουκ εμός ο λόγος του αμαρτωλού, αλλά του θείου Χρυσοστόμου, επεί και άλλων πατέρων».

 

(Ζήση, ως ανωτέρω, σελ. 57).

 

«Εντολή Κυρίου είναι να μη σιωπάμε σε περιόδους που η πίστις κινδυνεύει….. Ώστε, όταν ο λόγος είναι περί πίστεως, δεν μπορούμε να πούμε: Εγώ ποιος είμαι;….. πτωχός…..Δεν μου πέφτει λόγος….. για το προκείμενο ζήτημα. Αλλοίμονο, οι λίθοι θα κραυγάσουν και εσύ θα μείνης σιωπηλός και αμέριμνος;….. Ώστε και αυτός ο πτωχός….. επειδή τώρα δεν ομιλεί, (είναι) άξιος κατακρίσεως και μόνο γι’ αυτό το λόγο….. Ακόμη και αυτός που κατέχει την θέσι του μαθητού οφείλει να διακηρύττει την αλήθεια και να ομιλή ελεύθερα».

 

«Και μόνο η σιωπή, λοιπόν, είναι μέρος της συγκατάθεσης, αφού εξ άλλου: «αυτό επιδιώκουν οι αιρετικοί, να παύσει να ακούγεται ο λόγος της αληθείας και να επικρατήσει (έτσι) η πλάνη», και «παραγγελίαν έχομεν εξ αυτού του Αποστόλου, εάν τις δογματίζη ή προστάσση ποιείν ημάς, παρ’ ο παρελάβαμεν, παρ’ ο οι Κανόνες των κατά καιρούς Συνόδων καθολικών και τοπικών ορίζουσιν, απαράδεκτον εαυτόν έχειν και μηδέ λογίζεσθαι αυτόν εν κλήρω αγίων».

 

(P.G. 99, 988).

 

Ιωσήφ Βρυέννιος

 

«Πας ο δυνάμενος λέγων την αλήθειαν και μη λέγων κατακριθήσεται υπό του Θεού. Και ταύτα ένθα πίστις το κινδυνευόμενον και της όλης Εκκλησίας των Ορθοδόξων η κρηπίς. Το γαρ εφησυχάζειν εν τοις τοιούτοις αρνήσεως ίδιον, το δε λέγειν, ομολογίας ειλικρινούς».

 

(Τα ευρεθέντα έργα αυτού, τ. Β΄, σελ. 18).

 

 

Αθανάσιος Πάριος

 

«Δεν είναι δίκαιον ούτε πρέπον εις ανθρώπους ευσεβείς παντάπασιν να σιωπούν, όταν τους νόμους του Θεού αθετούσιν….. όπου δε Θεός το κινδυνευόμενον….. τις ευσεβής δύναται να σιγά;».

 

(Ι.Μ. Γρηγορίου: Οι αγώνες των μοναχών, σελ. 233).

 

Γεώργιος Φλωρόφσκυ

 

«Ο Επίσκοπος περιορίζεται από αυτήν την εμπειρίαν (του σώματος της Εκκλησίας) και επομένως εις θέματα πίστεως ο Λαός πρέπει να κρίνη σχετικώς με την διδασκαλίαν του. Το καθήκον της υπακοής παύει όταν ο Επίσκοπος παρεκκλίνη από τον καθολικόν κανόνα και ο λαός έχει δικαίωμα να τον κατηγορήση…..».

 

(Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σελ. 75).

 

15.6.18

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

Advertisements

    ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ  – ΜΥΣΤΉΡΙΑ (Ιω.Καρδάση)

papismos

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

ΙΓ΄

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί, ότι Μυστήρια είναι οργανικές λειτουργίες και εκφάνσεις του ενιαίου σώματος της Εκκλησίας. Ο Χριστός ενυπάρχει σ’ όλα τα μυστήρια και το σώμα των πιστών αδιάκοπα, είναι δηλαδή το ίδιο το σώμα του Χριστού. Η απομόνωση των μυστηρίων ως επτά τελετών, καταστρατηγεί το περιεχόμενο της λειτουργικότητας του σώματος. Πάντως όλα τα μυστήρια παρέχουν άφεση αμαρτιών.

 

Αντίθετα, στον Παπισμό, Μυστήρια καλούνται οι θεοσύστατες τελετές, που εμφαίνουν και μεταδίδουν τη θεία χάρη. Δεν είναι αναγκαία η παρουσία του Χριστού σ’ όλα τα μυστήρια παρά μόνο στην θ. Ευχαριστία και αυτό είναι απότοκο της διαφορετικής θεώρησης του μυστηρίου του Θεού. Εδώ, τα μυστήρια της εκκλησίας είναι επτά, διαιρούνται δε σε υποχρεωτικά και προαιρετικά. Ακολουθεί μικρή ανάλυση των διαφορών σε μια σειρά γνωστών μυστηρίων:

 

α/ Βάπτισμα

 

Βάπτισμα είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και σημαίνει τη νέκρωση του παλαιού ανθρώπου, την ανάσταση του νέου, την απόταξη του σατανά και την πρόσληψη της άκτιστης θ. χάριτος. Το βάπτισμα κάνει τους ανθρώπους εν δυνάμει μέλη του σώματος του Χριστού και είναι εκκεντρισμός στη ζωή, γέννηση σ’ αυτή και πορεία σε μια νέα ζωή. Το βάπτισμα τελείται δια εμβαπτίσεως εντός ύδατος ολοκλήρου του σώματος του πιστού με τρεις καταδύσεις και αναδύσεις.

 

Στον Παπισμό, βάπτισμα είναι ένα από τα 7 μυστήρια της Εκκλησίας και αφορά την  άρση της προπατορικής ενοχής και την αποκατάσταση της κτιστής θ. χάριτος. Το βάπτισμα δεν πραγματοποιείται με εμβάπτιση (βούτηγμα) του βαπτιζόμενου στο νερό, αλλά με επίχυση νερού στο κεφάλι του.

 

β/ Χρίσμα

 

Χρίσμα είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, με το οποίο ο χριόμενος με άγιο μύρο, καθίσταται εν δυνάμει δεκτικός στο βάπτισμα στο άγιο Πνεύμα και αναλαμβάνει αγώνα κατά των δαιμονικών δυνάμεων και υπέρ μιάς τελειωτικής προκοπής και πνευματικής ανέλιξης, το δε Άγιο Πνεύμα ικανώνει τον χριόμενο στον αγώνα αυτό. Έτσι δίνεται η προίκα της αγιοπνευματικής εξουσίας που ενεργοποιείται αργότερα με τη βούληση του χρισθέντα. Το χρίσμα είναι η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, η δε παροχή του χρίσματος δεν είναι απλώς δύναμη, αλλά και κατοχή της αλήθειας και της αγαθότητας. Είναι τελικά ένας αρραβώνας, που υπόσχεται τη μελλοντική τελείωση.

 

Στον Παπισμό, είναι ένα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας, είναι η σφραγίδα του αγίου Πνεύματος και παρέχεται στον βαπτισθέντα στο 7ο έτος της ηλικία του, όχι με άγιο μύρο, αλλά με την επίθεση των χειρών του Επισκόπου στον χριόμενο.

 

γ/ Μετάνοια και Εξομολόγηση

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, ενιαίο και με δυο όψεις: 1/ την προσωπική μεταστροφή κάθε μέλους ή και ολόκληρου του λαού, από πράξεις αντίθετες προς το θείο θέλημα, δηλ. αντίθετες προς την κατά φύση ζωή κάθε μέλους, αλλά και ολόκληρου του σώματος και 2/ την εξουσία που έχει το ίδιο το Σώμα, ως κοινότητα ή διαμέσου χαρισματικού φορέα, που είναι ο Επίσκοπος και οι Πρεσβύτεροι, να δίνει άφεση αμαρτιών ύστερα από την εξομολόγησή τους. Η άφεση είναι γεγονός θεραπευτικό, γι’ αυτό τα επιτίμια είναι ιαματικά. Ο μετανοών και εξομολογούμενος θεωρείται από την Εκκλησία, ως ασθενής που χρειάζεται ιατρεία. Η άφεση των αμαρτιών πηγάζει αποκλειστικά και μόνον από τη σταυρική θυσία του Κυρίου.

 

            Στον Παπισμό, είναι ένα από τα επτά μυστήρια, η δε άφεση αμαρτιών δίδεται από τους επισκόπους και πρεσβυτέρους. Η άφεση είναι γεγονός δικαιικό, γι’ αυτό τα επιτίμια είναι σωφρονιστικά. Ο μετανοών και εξομολογούμενος θεωρείται ως κατηγορούμενος για τις παραβάσεις των θεϊκών νόμων και η θεραπεία είναι σωφρονιστική. Η επικοινωνία με τον ιερέα δεν είναι προσωπική, αλλά απρόσωπη. Η άφεση των αμαρτιών γίνεται εδώ με τις μεσιτείες των αγίων ή άλλους παράγοντες (Ιωβηλαία κ.λπ.).

 

δ/ Θεία Ευχαριστία

 

Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και σημαίνει τη συνοχή του σώματος, την «καθαίρεση των δαιμονικών δυνάμεων» και κυρίως τη συμπερίληψη του έργου του Χριστού, από τις αρχές της δημιουργίας ως το θάνατό του και την ερχόμενη παρουσία του. Είναι λοιπόν η ανακεφαλαίωση του όλου μυστηρίου του Χριστού, κατά δε τη μεταβολή των τιμίων δώρων σε σώμα και αίμα Χριστού παρίστανται και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Η ορθόδοξη παράδοση δεν εξήγησε ποτέ τον τρόπο μεταβολής του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Αρκείται μόνο στη γνώση του πράγματος ως μετοχή σ’ αυτό, που είναι το έργο της άκτιστης ενέργειας του Θεού και εάν ζητείται ο τρόπος μεταβολής, μας αρκεί μονάχα η πληροφορία, ότι γίνεται διαμέσου των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος. Πάντως ο Χριστός κατά το δόγμα της Χαλκηδόνας δεν μπορεί να είναι πανταχού παρών σωματικός. Ο άρτος της θείας ευχαριστίας είναι ένζυμος. Ο καθαγιασμός των τιμίων δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού γίνεται με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η μετάδοση των θείων δώρων στους πιστούς ακόμη και στα παιδιά,  γίνεται και με τα δυο είδη, του άρτου και του οίνου.

 

Στον Παπισμό είναι ένα μυστήριο μεταξύ των επτά και είναι απλώς ένα μέρος ή μια πτυχή του μυστηρίου του Χριστού, κατά τη μετουσίωση δε των τιμίων δώρων σε σώμα και αίμα Χριστού παρίσταται μόνον το 2ο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Η σχολαστική θεολογία επιχείρησε έρευνα του τρόπου μεταβολής του άρτου και του οίνου και επινόησε τη λεγόμενη μετουσίωση. Κατ’ αυτή «μεταποιείται» το είδος, δηλ. η αόρατη ουσία, ενώ η ύλη μένει ως έχει. Έτσι έχουμε κατά την ύλη ψωμί και κρασί, ενώ κατά την ουσία το σώμα και το αίμα του Χριστού. Ο άρτος της θ. ευχαριστίας είναι άζυμος, χωρίς τούτο να δημιουργεί δογματικό θέμα. Η Διαμαρτύρηση του Λούθηρου δεν δέχεται τη μεταβολή ή τη μετουσίωση (ΡΚ), αλλά υιοθέτησε την πανταχού παρουσία του Χριστού. Έτσι ο Χριστός κατά την τέλεση του μυστηρίου είναι παρών. Ο Καλβίνος δεν δέχεται το δόγμα Λούθηρου, αλλά θεωρεί την επενέργεια του Χριστού στους μετόχους του μυστηρίου, ενώ ο Ζβίγγλιος τη θεωρεί απλώς ως ένα γυμνό σύμβολο. Ο καθαγιασμός των τιμίων δώρων στον Παπισμό δεν γίνεται με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος, αλλά με την απλή εκφώνηση των συστατικών του μυστηρίου λόγων του Κυρίου: «Λάβετε φάγετε…..» κ.λπ. Η μετάδοση των θείων δώρων στους πιστούς του Παπισμού γίνεται, για μεν τους κληρικούς και με τα δυο είδη, του άρτου και του οίνου, δια δε τους λαϊκούς μόνον του άρτου, ενώ στα παιδιά δεν είναι απαραίτητο να μεταδίδονται τα θεία δώρα μέχρι το 10ο έτος και ειδικά πριν από το Χρίσμα, κατά το 7ο έτος της ηλικίας των.

 

ε/ Ευχέλαιο

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, κατά το οποίο παρέχεται άφεση αμαρτιών και ζητείται η ψυχοσωματική υγεία του θεραπευόμενου, ύστερα από τη χρίση με αγιασμένο έλαιο, σύμφωνα με την επιστολή Ιακώβου (5. 14-15) και σε κάθε περίπτωση. Το ευχέλαιο είναι μια συνέχεια των θαυματουργικών θεραπειών του Χριστού. Επιτελείται στον Ι. Ναό, εξαιρετικά δε στην οικία, όταν ένα μέλος του σώματος αδυνατεί να προσέλθει στο Ναό, λόγω ασθενείας.

 

            Αντίθετα, στον Παπισμό είναι ένα από τα επτά μυστήρια, που τελείται μια φορά στη ζωή του ανθρώπου, αποκλειστικά στην οικία σε ετοιμοθάνατο, ως το τελευταίο εφόδιο.  

 

            ς/ Γάμος

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, που έγινε για να πολεμηθεί ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος, αποτελεί δε μια βασική λειτουργία της συνέχισης και ολοκλήρωσης της ιστορικής πορείας προς την τελείωση. Η σύζευξη είναι δεσμός φυσικός και πνευματικός διαμέσου της ευλογίας του Θεού και του εκκλησιαστικού αγιασμού. Η θεωρία για το αδιάλυτο του γάμου έχει νόημα παιδαγωγικό και όχι δογματικό. Η προτροπή «μη χωριζέτω» είναι θεϊκό αίτημα, δεν σημαίνει μαγική προσκόλληση, προϋποθέτει δε τη συμμετοχή της βουλητικής συνέργειας του ανθρώπου.  Ο άνθρωπος ελεύθερα μπορεί να διαλύσει το γάμο του, διαπράττει όμως βαρύ αμάρτημα. Η Εκκλησία εφαρμόζοντας την οικονομία, επιτρέπει την τέλεση δεύτερου και τρίτου γάμου. Η μόνη περίπτωση που επιτρέπεται η διάλυση του γάμου είναι εκ λόγου πορνείας.

 

            Στον Παπισμό αποτελεί ένα από τα επτά μυστήρια, κατά τον οποίο υπάρχει ευλογημένος δεσμός μεταξύ ανθρώπων αντίθετου φύλου. Η σύζευξη αυτή είναι αδιάλυτη σύμφωνα με την προσταγή «μη χωριζέτω», που θεωρείται θέμα δογματικό και ως εκ τούτου το αδιάλυτο αυτού δεν θεωρείται ότι έχει μόνο παιδαγωγικό νόημα. Ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται η τέλεση δεύτερου γάμου, κατ’ εφαρμογήν της ακρίβειας. Η διάλυση του γάμου δεν επιτρέπεται ακόμη και για λόγους πορνείας.

 

ζ/ Ιεροσύνη

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και αποτελεί την κεντρική χαρισματική εξουσία, που κατευθύνει και συντονίζει όλες τις υπόλοιπες χαρισματικές εκδηλώσεις του εκκλησιαστικού σώματος, χωρίς να θεωρείται μεσιτεία στην κοινωνία του σαρκωμένου Λόγου.  Είναι η εξουσιαστική χαρισματική δύναμη που συντρίβει τις αλλοτριωτικές δυνάμεις της φθοράς και ανακαινίζει τον άνθρωπο, θέτει δε σε λειτουργική έκφραση όλα τα άλλα μυστήρια για να συντελεστεί η αναγέννηση, η κίνηση, η τροφή και η ολοένα και περισσότερο ολοκληρωμένη προκοπή στην τελείωση.  Δεν αποτελεί «κάστα», ούτε είναι κληρονομική, διαφέρει δε από τη γενική ιεροσύνη την οποίαν έχουν όλα τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας. Το χάρισμα της ιεροσύνης προϋποθέτει την παρουσία του λαού, για να δώσει τους καρπούς, χωρίς τον οποίον ούτε λειτουργία επιτελείται, ούτε μυστήριο. Με απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου η εκλογή των κληρικών μεταξύ αγάμου και εγγάμου βίου είναι ελεύθερη.

 

Αντίθετα, στον Παπισμό είναι ένα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας, που κατευθύνει και συντονίζει όλες τις εκδηλώσεις του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η ιερατική εξουσία αυτονομείται έναντι του λαού, ο οποίος χάνει τη σπουδαιότητά του μέσα στο εκκλησιαστικό έργο (ΡΚ). Εδώ, υπάρχει υποχρεωτική γενική αγαμία του κλήρου. Στη Διαμαρτύρηση υπάρχει ένα μοναδικό χάρισμα, που ανήκει σ’ όλο το λαό, η γενική ιεροσύνη και επομένως δεν υπάρχει η ειδική ιεροσύνη.

 

            η/ Μοναχική κουρά

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, στο οποίο το ήδη βαπτισμένο μέλος του εκκλησιαστικού σώματος εισάγεται σε μια διαρκή μετάνοια και αδιάκοπη μνήμη Θεού. Θεωρείται σαν βάπτισμα, γιατί με αυτό ντύνεται ο μοναχός το «αγγελικό σχήμα», συντελείται δηλαδή μια γέννηση στο χώρο της θείας δόξας.

 

            Στον Παπισμό δεν θεωρείται μυστήριο, αλλά μια τελετή, στην οποίον ο μοναχός εισάγεται σε ένα τάγμα με σκοπό τον εξευμενισμό του θείου με τα καλά έργα και την πνευματική άσκηση, ώστε να αποκτηθούν αξιομισθίες.

θ/ Μνημόσυνο κεκοιμημένου

 

            Είναι ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και αποτελεί την υπέρτατη εκδήλωση αγάπης και συνάμα την κορύφωση της πίστης και της ελπίδας στους ακατάλυτους δεσμούς των μελών του σώματος, όπου δεν μπορεί να κυριαρχεί ούτε ο θάνατος ούτε η λήθη του. Η μνήμη των νεκρών κατά τη λειτουργία και τα μνημόσυνα αποτελούν μυστήριο που χαρακτηρίζει και περιγράφει τον τρόπο του δεσμού μεταξύ των μελών του σώματος. Η μνήμη των νεκρών και η δέηση για τη συγχώρηση των αμαρτιών τους γίνεται βάσει της αδιάσπαστης κοινωνίας «ζώντων και τεθνεώτων» και για να πετύχουν την τελείωση και την «ανάπαυση» τα μέλη, που έχουν προσωρινά αποχωρήσει από το σκηνικό των «αισθητών» σχέσεων. Η ωφέλεια εξάπαντος αφορά τους κεκοιμημένους.

 

            Στον Παπισμό δεν θεωρείται μυστήριο, αλλά απλή τελετή, κατά την οποία γίνεται λόγος για το δυνατό της «ωφέλειας» που ενδεχομένως έχουν οι κεκοιμημένοι, μεγαλύτερη όμως θεωρείται η ωφέλεια που παρέχεται στους ζώντες.

 

ι/ Εκκλησιαστικός Λόγος

 

            Είναι από τα μυστήρια της Εκκλησίας, που εκφράζεται ως ιεραποστολή και είναι ο λόγος που γεννάει αυτόματα και αμέσως την ενεργειακή πράξη. Ο λόγος του Θεού είναι ζωντανός και πραγματικός, δηλαδή μυστηριακός. Ο λόγος τελεσιουργεί τα μυστήρια, κάνει θαύματα και μεταμορφώνει τα πάντα. Εξ άλλου ολόκληρη η δημιουργία έγινε με τον Θείο Λόγο (δηλ. το Χριστό).

 

Στον Παπισμό δεν θεωρείται ιδιαίτερο μυστήριο.

 

Βεβαίως, τα μυστήρια της Εκκλησίας μας δεν εξαντλούνται στα 10 ανωτέρω περιγραφόμενα. Η Εκκλησία μας έχει πλήθος μυστηρίων, η οποία εξ άλλου είναι και η ίδια μέγα μυστήριο, όπως καταγράφεται στην Κ.Δ. ως θεανθρώπινο καθίδρυμα: το σώμα του Χριστού (Κορ. Α΄ 12. 27), το σώμα των αγίων (Πράξ.  9. 32, 41/ 26. 10, Ρωμ.  1. 7, 8. 27, 12. 13, 15. 26, 16. 5), το εκλεκτό γένος (Ρωμ. 8. 33, Κολοσ. 3. 12, Πέτρ. Α΄ 2. 9), το βασίλειο ιεράτευμα (Πέτρ. Α΄ 2. 9), ο Ισραήλ του Θεού (Γαλ. 6. 16) κ.ά. με κεφαλή του σώματος αυτού τον ίδιο το Χριστό.

 

Όπου υπάρχει επιφοίτηση και συνέργεια του αγίου Πνεύματος, εκεί τελεσιουργείται μυστήριο. Έτσι και στον αγιασμό του νερού τελεσιουργείται μυστήριο με την επίκληση του αγίου Πνεύματος: «υπέρ του αγιασθήναι το ύδωρ τούτο τη επιφοιτήσει και δυνάμει και ενεργεία του αγίου Πνεύματος…..» και όπως τονίζει ο Μ. Αθανάσιος στην «Έκθεσή» του, ο αγιασμός είναι «δύναμη λουτρού παλιγγενεσίας και παρέχει πλούτο ιαματικής δύναμης για κάθε ασθένεια, σωματική ή ψυχική».

 

Αλλά και η συμμετοχή στη θ. λατρεία είναι μυστήριο, είναι η πρόγευση στη Βασιλεία των Ουρανών, όπου εκεί συντελείται η μεταβολή των τιμίων δώρων με την επενέργεια του αγίου Πνεύματος, όπου Τούτο επιφοιτάται και στους πιστούς («κατάπεμψον το Πνεύμα σου το άγιον εφ’ ημάς…..») και οι πιστοί μεταβάλλονται σε κατά χάριν αγίους («τα άγια τοις αγίοις»).

 

Και το βάπτισμα στο Πνεύμα είναι μυστήριο, όπου εκεί οι δοξασμένοι (οι «θεούμενοι»), γίνονται κοινωνοί του θαβωρείου φωτός (του ακτίστου φωτός), κάτι που απορρίπτουν παντελώς οι παπικοί, καθότι θεωρούν, ότι η γνώση του Θεού επιτυγχάνεται δια της λογικής και του φιλοσοφικού λόγου.

 

Αλλά και οι αποφάσεις των αγίων στις Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους είναι μυστήριο, γιατί εκεί επενεργεί και συνεργεί και το άγιο Πνεύμα («έδοξε τω αγίω Πνεύματι και ημίν»). κ.ά.

 

1.6.18

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

   ΕΚΛΟΓΗ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

 

Αποτέλεσμα εικόνας για           ΕΚΛΟΓΗ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

Με αφορμή την τελευταία εκλογή Αρχιεπισκόπου, είδαν το φως της δημοσιότητας πάλι άρθρα και γνώμες πάνω στην εκλογή αυτή, που δείχνουν, ότι στερούνται γνώσεων Εκκλησιολογίας, Εκκλησιαστικής Ιστορίας, αλλά και του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας, όπως θα φανεί, πιστεύουμε, στην παρακάτω ανάλυσή μας:

 

Τα άρθρα αυτά, είναι μια απάντηση κυρίως στο ερώτημα των ανθρώπων, πως πρέπει να διενεργείται η εκλογή του Αρχιεπισκόπου και η απάντηση είναι, ότι θα πρέπει να γίνεται, όπως ακριβώς λέει ο λόγος του Θεού, το οποίον αναπτύσσουν και θέτουν και προτάσεις, όπως  η μετάκληση στη θέση του Αρχιεπισκόπου ενός Μητροπολίτη για 3-4 χρόνια.

 

Η εκλογή Επισκόπου αναφέρεται μια φορά στην Κ.Δ. κατά την εκλογή του αποστόλου Ματθία, μετά το θάνατο του Ιούδα (Πράξ. 1. 12-26) και είναι όπως ακριβώς αναπτύσσεται στα άρθρα αυτά. Η παραπομπή στο χωρίο αυτό των Πράξεων των αποστόλων σηματοδοτεί και τον τρόπο της εκλογής των Επισκόπων στους αποστολικούς χρόνους. Τα κύρια σημεία της πράξης αυτής είναι δυο. Το πρώτο σημείο είναι η συνάθροιση των πιστών της Εκκλησίας, του κλήρου (των αποστόλων) και του λαού, ανδρών και γυναικών και η πρόταση από αυτούς προσώπων για την κενούμενη θέση. Το δεύτερο σημείο είναι η κλήρωση μεταξύ των προτεινομένων προσώπων για την τελική εκλογή. Στην α΄ περίπτωση έχουμε επέμβαση των ανθρώπων, ενώ στην β΄ περίπτωση έχουμε επέμβαση του Θεού.

 

Από τις αρχές του 2ου αιώνα ο Επίσκοπος εκλεγόταν από τον κλήρο και το λαό της τοπικής εκκλησίας και χειροτονείτο από πλησιόχωρους επισκόπους, σύμφωνα με το πρότυπο της εκλογής του αποστόλου Ματθία. Επομένως, η συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου είχε πρωτεύουσα σημασία στην εκλογή των Επισκόπων και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις (Αμβρόσιος Μεδιολάνων, Συνέσιος Πτολεμαΐδας, Νεκτάριος ΚΠόλεως κ.ά.) εξελέγησαν Επίσκοποι κατηχούμενοι ή και αλλόθρησκοι. Πλην όμως, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος με τον δ΄ κανόνα άλλαξε την πρακτική αυτή και απέκλεισε την εκλογή από το λαό, όρισε δε ότι αρμόδια για την εκλογή των επισκόπων της επαρχίας είναι η επισκοπική σύνοδος, χωρίς βεβαίως να αγνοείται και η εκπεφρασμένη πολλές φορές γνώμη της τοπικής εκκλησίας (Cod. Just. I, 3, 41. Νεαρές 136, 1. 137, 2), η οποία γίνεται με κατακύρωση της εκλογής από το λαό δια βοής και βέβαια εκ των υστέρων.

 

Στον ανωτέρω κανόνα δ΄ της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου του 325 προστέθηκαν οι κανόνες ιστ΄, ιθ΄, και κγ΄ κανόνες της Συνόδου της Αντιόχειας του 341, οι ε΄, ιβ΄ και ιγ΄ κανόνες της Συνόδου της Λαοδίκειας του 364, ο ιγ΄ κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης του 418 και ο γ΄ κανόνας της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου του 789. Έτσι, δυο κανόνες οικουμενικών Συνόδων και επτά κανόνες Τοπικών Συνόδων αποκλείουν τη συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στην εκλογή Επισκόπου μιας επαρχίας και έτσι η επαρχιακή σύνοδος παραμένει το κυρίαρχο εκκλησιαστικό όργανο για την εκλογή των επισκόπων. Η συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στην εκλογή των Επισκόπων περιορίζεται στην εκ των υστέρων δια βοής αποδοχή ή μη της εκλογής με την κραυγή «άξιος» ή «ανάξιος».

 

Όσον αφορά τα της εκλογής Επισκόπου αποκλειστικά από Πρεσβυτέρους διαλαμβάνει ο ιζ΄ κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου του 861 επί Μ. Φωτίου, με πρωτοβουλία του και εξ αφορμής της ανόδου αυτού στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της ΚΠολης απευθείας από την τάξη των λαϊκών. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, απαγορεύεται η εκλογή σε Επίσκοπο λαϊκού ή Μοναχού, αλλά και κληρικού κάτω του βαθμού του Πρεσβυτέρου (πάντοτε αγάμου βέβαια), καθότι θα πρέπει να έχει προηγηθεί η χειροτονία του λαϊκού σε Αναγνώστη, Υποδιάκονο, Διάκονο και Πρεσβύτερο και την παραμονή του σε ένα έκαστο των βαθμών αυτών από επτά ημερών έως τριών μηνών, χρόνο ικανό, για να αποδείξει «και την πίστιν και την καλοκαγαθίαν των τρόπων και την στερρότητα της γνώμης του». Ο κανόνας αυτός θεσπίστηκε με πρωτοβουλία του Μ. Φωτίου, για να κατασιγαστεί η αντίδραση του Ρώμης Νικολάου Α΄ για την εκλογή του απευθείας από την τάξη των λαϊκών, καθώς και των Πατριαρχών Νεκταρίου, Ταρασίου και Νικηφόρου. Από αυτούς, αλλά και από άλλους Επισκόπους έχουμε εκλογή από κατηχούμενο όπως οι Νεκτάριος και Αμβρόσιος, αλλά και από ειδωλολάτρες, όπως ο Συνέσιος.

Οι συντάκτες των άρθρων αυτών συχνά παραθεωρούν τα του τόμου του 1850, με τον οποίον αναγνωρίσθηκε η αυτοκεφαλία της Ελλαδικής Εκκλησίας. Σύμφωνα με αυτόν, δεν υπάρχει προκαθήμενος, αλλά προκαθημένη και αυτή είναι η Σύνοδος και ο Μητροπολίτης Αθηνών, ως ο Επίσκοπος της πρωτεύουσας της χώρας, αυτοδικαίως προεδρεύει της προκαθημένης Συνόδου και τίποτε περισσότερο. Έτσι, αν η Πολιτεία μεταφέρει την πρωτεύουσα της χώρας σε άλλη πόλη, π.χ. στην Πάτρα, τότε ο Πατρών θα προεδρεύει της προκαθημένης Συνόδου.

 

Επομένως, σύμφωνα με τον ανωτέρω Τόμο και τους κανόνες της Εκκλησίας, η εκλογή του Μητροπολίτη Αθηνών (με τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου) πρέπει να γίνεται από τους υπολοίπους Μητροπολίτες της Ελλαδικής Εκκλησίας και μόνον και η εκλογή θα πρέπει να γίνει από Πρεσβύτερο αυτής ή άλλης επαρχίας. Η μετάθεση Επισκόπου από άλλη επαρχία και η εκλογή του στη Μητρόπολη Αθηνών, ούτε από τους Ι. Κανόνες προβλέπεται, αλλά τουναντίον απαγορεύεται από άλλους κανόνες (ιδ΄ Αποστολικός, ιε΄ Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, α΄ Συνόδου Σαρδικής). Είναι γνωστό, από την εκκλησιαστική ιστορία, ότι με τον ανωτέρω Τόμο ορίζετο ο Μητροπολίτης Αθηνών και Έξαρχος πάσης Ελλάδος, που σημαίνει εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αργότερα δε (1923) αυτός μετονομάσθηκε, από την Ελλαδική Εκκλησία, σε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, όπου απαλείφθηκε ο όρος «Έξαρχος».

 

Η μετάκληση στη θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Επισκόπου άλλης επαρχίας για 3-4 χρόνια έχει προηγούμενο στην εκλησιαστική ιστορία και έχει καταδικαστεί από την Εκκλησία. Συγκεκριμένα, υπήρχαν μερικοί Χριστιανοί στην Εκκλησία της Κορίνθου, οι οποίοι αμφέβαλλαν αν ο Επίσκοπος της Εκκλησίας έπρεπε να έχει μόνιμο αξίωμα ή θα έπρεπε να αντικαθίσταται από άλλον μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, αμφέβαλλαν δηλαδή, για το λεγόμενο «ανεξάλειπτο της Αρχιερωσύνης», γιατί οι Επίσκοποι μιας πόλης κατέχουν μόνιμα το αξίωμά τους και δεν είναι σαν τους κρατικούς λειτουργούς, που μετά από ορισμένα χρόνια υπηρεσίας φεύγουν από τη θέση τους ή μετατίθενται σε άλλη υπηρεσία. Το πρόβλημα το πληροφορήθηκε ο Ρώμης Κλήμης Α΄ (88-97) και απέστειλε την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του, στην οποίαν αναφέρει, ότι κανείς δεν επιτρέπεται να αντικαταστήσει τον Επίσκοπο μιας πόλης, γιατί αυτός έχει κατασταθεί στη θέση αυτή από τους Αποστόλους ή τους διαδόχους τους και είναι μόνιμος στη θέση του αυτή. Η Εκκλησία κατακύρωσε συνοδικά τη θέση αυτή του αγίου Κλήμη περί της ισοβιότητας του Επισκόπου στην επαρχία του, ως εξής: «Επίσκοπος ουκ εκβάλλετα της εαυτού επισκοπής» (α΄ Κυρίλλου Αλεξανδρείας), «ου δύναται διδόναι παραίτησιν» (επιστολή Γ΄ Οικουμενικής και μθ΄ Καρθαγένης), «ουκ εκβάλλεται της επισκοπής» (ιστ΄ ΑΒ΄ Συνόδου).

 

Από τις ανωτέρω καταγραφές βγαίνει το συμπέρασμα, ότι:

 

1/ η εκλογή Επισκόπου σε μια πόλη γίνεται αποκλειστικά από τους συνεπισκόπους του και όχι από το λαό,

 

2/ δεν μπορεί να εκλεγεί στη θέση αυτή Επίσκοπος άλλης πόλης, δια του μεταθετού (με το πιο φοβερό επιτίμιο, αυτό της στέρησης της θ. κοινωνίας εν ώρα θανάτου).

 

3/ η εκλογή Επισκόπου γίνεται από τους Πρεσβυτέρους της αυτής ή άλλης πόλης και

 

4/ η θέση του Επισκόπου είναι μόνιμη και επομένως απαγορεύεται η εκ περιτροπής τοποθέτηση Επισκόπου σε μια πόλη.

 

Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, οι όροι που τηρούνται και είναι σύμφωνοι προς τους κανόνες της Εκκλησίας είναι ο πρώτος και ο τέταρτος, ενώ στην περίπτωση του δεύτερου και τρίτου παραβαίνονται σαφώς οι Κανόνες αυτοί.

 

13.5.18

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

           

 

 

 ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ(Ιω.Καρδάση)

1

 ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Σε διάφορα θρησκευτικά περιοδικά κυκλοφορούν άρθρα σχετικά με τον επιτρέπεται η χειροτονία γυναικών στην Εκκλησία. Συνοψίζουμε τις διάφορες θέσεις που αναπτύσσονται, οι οποίες θα απαντηθούν διεξοδικά με βάση τους Ι. Κανόνες και την πρακτική της Εκκλησίας, ανά τους αιώνες.

 

Συγκεκριμένα αναφέρονται οι εξής παρατηρήσεις, στις οποίες δίδονται οι αντίστοιχες απαντήσεις:

 

1.- «Δεν πρέπει να χειροτονούνται γυναίκες με ιερωσύνη επ’ ουδενί λόγω». Πράγματι είναι σωστή η παρατήρηση αυτή και η χειροτονία γυναικών σε εκκλησιαστικό βαθμό με ιερωσύνη (πρεσβύτερος, επίσκοπος) δεν επιτρέπεται από τους Κανόνες της Εκκλησίας.

 

2.- «… εν τούτοις όμως η Εκκλησία μας ανέκαθεν εκράτησε την γυναίκα μακρυά από το θυσιαστήριον». Η παρατήρηση αυτή είναι εσφαλμένη, καθότι η Εκκλησία (όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω) δεν κράτησε τη γυναίκα μακρυά από το θυσιαστήριο, ούτε κατά τους αρχαίους χρόνους, αλλά ούτε και στην εποχή μας.

 

3.- «Δια δε τας ονομαζομένας Διακονίσσας της αρχαίας εποχής, αύται δεν είχον βαθμόν ιερωσύνης, δι’ αυτό και δεν συλλειτουργούσαν με τους ιερείς, αλλά ήσαν αφιερωμένες γυναίκες εις την υπηρεσίαν της Εκκλησίας». Η διατύπωση αυτή περιέχει σφάλματα, καθότι ο βαθμός του Διακόνου ή της Διακόνισσας (ο μικρότερος βαθμός του ανώτερου κλήρου), ανέκαθεν ούτε είχε, ούτε έχει ιερωσύνη. Πάντοτε ο (και η) Διάκονος, εστερούντο ιερωσύνης και εχειροτονούντο ως βοηθοί αρχικά των Επισκόπων και αργότερα και των Πρεσβυτέρων, οι οποίοι και μόνον κατείχαν αρχιερωσύνη και ιερωσύνη αντίστοιχα. Το ότι οι Διάκονοι (-νισσες) δεν είχαν (και δεν έχουν ιερωσύνη) δεν τους εμποδίζει να συλλειτουργούν με τους ιερείς και επ’ αυτού υπάρχουν και σύγχρονες μαρτυρίες Διακονισσών, οι οποίες χειροτονήθηκαν από αγίους της Εκκλησίας μας.

 

4.- «Σήμερον τας υπηρεσίας αυτάς των αρχαίων Διακονισσών, τας κάμνει η διωρισμένη υπό της Εκκλησίας νεωκόρος εκάστης ενορίας». Η επισήμανση αυτή είναι εσφαλμένη, καθότι η μεν Διακόνισσα ανήκει στον ανώτερο κλήρο, η δε νεωκόρος στον κατώτερο.

 

5.- «Διότι ούτος (ο Χ Επίσκοπος) αυθαιρέτως και αντικανονικώς εχειροτόνησε διακόνισσα μοναχή ηγουμένη με μυστηριακή χειροτονία». Προφανώς αυτή η διατύπωση δηλώνει την άγνοια του συντάκτη στην πρακτική της Εκκλησίας, στο να χειροτονείται με μυστηριακή χειροτονία μοναχή ηγουμένη σε Διακόνισσα μετά από άδεια του οικείου Μητροπολίτη (αυτό έκανε και ο άγιος Νεκτάριος). Επομένως η χειροτονία της ηγουμένης, ούτε αυθαίρετη είναι, ούτε αντικανονική.

 

6.- «Διακόνισσα διέταξε ιερέα να μην προβεί σε κατάλυση». Βεβαίως είναι αντικανονικό μια Διακόνισσα να διατάσσει τους ιερείς να μην καταλύουν την θ. κοινωνία. Ποτέ δεν επιτρέπεται Διάκονος ή Διακόνισσα ή ηγουμένη ή λαϊκός να διατάσσει ιερέα στα της θ. λατρείας.

 

7.- «Και αυτή ως Διακόνισσα πλέον μεταλαμβάνει μόνη της όποτε θέλει και μεταλαμβάνει και τας άλλας Μοναχάς κλπ.». Εδώ χρειάζονται κάποιες διευκρινήσεις: Η Διακόνισσα, αλλά και ο Διάκονος ποτέ δεν μεταλαμβάνουν μόνοι τους, αλλά τους μεταλαμβάνει ο ιερέας, μπορούν όμως με την άδεια του ιερέα να μεταδώσουν την θ. κοινωνία, ο μεν Διάκονος στους λαϊκούς, άνδρες και γυναίκες, όταν δεν υπάρχει Διακόνισσα, ενώ όταν υπάρχει αυτή μεταδίδει στις γυναίκες και σε περίπτωση ασθενούσας γυναίκας την μεταφέρει στο σπίτι της και κοινωνεί την γυναίκα (και όλα αυτά σύμφωνα με τους Ι. Κανόνες της Εκκλησίας μας)

 

8.- «Εις χειροτονίαν γυναικών δεν προέβη ούτε ο αιρετικός Πάπας». Μα ακριβώς επειδή είναι αιρετικός και δεν ακολουθεί τους Κανόνες της Εκκλησίας μας, γι’ αυτό δεν χειροτονεί γυναίκες στο βαθμό του Διακόνου (απαγορεύεται η χειροτονία διακονισσών από τη σύνοδο της Οράγγης του 411 και της Ορλεάνης του 533), ενώ ο μεγάλος άγιος του αιώνα μας, ο άγιος Νεκτάριος, ο οποίος βέβαια δεν είναι αιρετικός (άπαγε της βλασφημίας) έχει χειροτονήσει Διακόνισσα, την μοναχή Μαγδαληνή Μουστάκα, πρώτη ηγουμένη της Ιεράς Μονής Χρυσσολεόντισσας Αίγινας.

 

Εκτός των ανωτέρω καταγραφέντων περιπτώσεων στα διάφορα άρθρα, θα ήταν εποικοδομητική μια μικρή και σύντομη παρουσίαση του θέματος της χειροτονίας των γυναικών στον α΄ βαθμό του ανώτερου κλήρου (Διακόνισσας, χωρίς βέβαια ιερωσύνη, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον Διάκονο):

 

1.- Οι Διακόνισσες στην αρχαία Εκκλησία, όπως και οι Διάκονοι, εχειροτονούντο εις το αξίωμα αυτό εντός του ιερού βήματος μετά δυο ευχών, κατά την ώρα της θ. λειτουργίας και μάλιστα μετά την αγίαν αναφοράν, όπου ελάμβαναν επίσης το Σώμα και το Αίμα Χριστού. Αντίθετα, οι ευχές για την κατάταξη ενός λαϊκού στον λεγόμενο κατώτερο κλήρο (Υποδιάκονοι, Αναγνώστες, Ψάλτες κλπ.) γίνονται εκτός ιερού βήματος και εκτός της θ. λειτουργίας με την ανάγνωση μιάς ευχής (Οικ. Πατριαρχείο: «Η θέσις της γυναικός εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και τα περί Χειροτονίας των γυναικών», σελ. 17, 335 και 336).

 

2.- Οι Διακόνισσες, όπως και οι Διάκονοι, συμπαρίσταντο στον Επίσκοπο και τους άλλους κληρικούς στην ποιμαντική μέριμνα των πιστών και ιδία των γυναικών. Ο ρόλος τους στο βάπτισμα και το χρίσμα των ώριμων γυναικών ήτανε ιδιαίτερα σημαντικός, χρίοντας δια του αγίου μύρου το σώμα της βαπτισθείσας, πλην του μετώπου, όπου εχρίετο υπό του ιερέως. Συνέβαλλαν επίσης στη συνέχεια της παιδείας και της άσκησης των νεοβαπτισμένων γυναικών, προετοίμαζαν τις κατηχούμενες με τη σχετική κατήχηση για να δεχθούν το άγιο βάπτισμα, συμπαρίσταντο στις ασθενείς και τις δυστυχισμένες, ασκούσαν καθήκοντα τήρησης της τάξης κατά τις εκκλησιαστικές ακολουθίες και φρόντιζαν τον ιερό χώρο. Συνόδευαν δε τις γυναίκες που ήθελαν ακρόαση από τον Επίσκοπο. Επίσης μετέφεραν και μετέδιδαν την θ. Κοινωνία σε ασθενείς γυναίκες και σαβάνωναν τις νεκρές. Ετιμώντο και ετύγχαναν σεβασμού ως σημαντικές αξιωματούχοι στη ζωή της Εκκλησίας (Οι. Πατριαρχείο, ως ανωτέρω, σελ. 18, 82, 350 και 351).

 

3.- Η Διακόνισσα εχειροτονείτο εντός του ιερού βήματος κατά τη θ. λειτουργία με δυο ευχές (όχι μιαν όπως οι κατώτεροι κληρικοί), ελάμβανε το Οράριο και μετελάμβανε της θ. Κοινωνίας εις την αγία Τράπεζα.

 

4.- Ο θεσμός των διακονισσών υπάρχει ήδη από τους αποστολικούς χρόνους:

 

α/ «Συνίστημι δε υμίν Φοίβην την αδελφήν ημών, ούσαν διάκονον της εκκλησίας της εν Κεγχρειαίς» (Ρωμ. 16. 1). Προφανώς δεν πρόκειται για περίπτωση νεωκόρου.

 

β/ «Διακόνους ωσαύτως σεμνούς, μη διλόγου, μη οίνω ………. γυναίκας ωσαύτως σεμνάς, μη διαβόλους, νηφαλίους, πιστάς εν πάσι» (Τιμόθ. Α΄ 3. 8-12). Είναι πασιφανές εδώ ότι ο Απ. Παύλος γράφει στον Τιμόθεο, πως πρέπει να είναι οι Διάκονοι και οι Διακόνισσες (να είναι σεμνές, να μην κακολογούν, να είναι προσεκτικές, άξιες εμπιστοσύνης σε όλα). Και εδώ δεν πρόκειται για νεωκόρους.

 

5.- Τον θεσμό των Διακονισσών καθώς και τα καθήκοντά τους θεσπίζουν οι Αποστολικές Διαταγές (όπου: «αι χήραι είναι υποταγμέναι τοις διακόνοις, έτι μην και ταις διακόνοις») και οι Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων Α΄, Δ΄, Πενθέκτης, του Μ. Βασιλείου, τα αρχαιότερα  γνωστά λειτουργικά βιβλία και το ευχολόγιο του Γρηγοριανού τυπικού. Οι εκκλησιαστικές αυτές διατάξεις αναφέρονται στην εκλογή, την ηλικία, τη χειροτονία, το τυπικό, το ένδυμα και το βαθμό του λειτουργήματος.

 

6.- Η εκλογή γινότανε ή μεταξύ των χηρών ή μεταξύ των παρθένων που είχαν κάμει ευχή αφιερώσεως ή από τας συζύγους των επισκόπων, μεγαλόσχημες μοναχές ή ηγούμενες μονών, πάντως η ηλικία για την χειροτονία δεν έπρεπε να είναι κάτω των 40 ετών. Δεν επετρέπετο δε ο γάμος της Διακόνισσας μετά την χειροτονία της.

 

7.- Τα περί των Διακονισσών διαλαμβάνουν οι παρακάτω Ι. Κανόνες: ΙΘ΄ Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, ΙΕ΄ Δ΄ Οικουμενικής, ΙΔ΄, ΙΕ΄, Μ΄, ΜΗ΄ Πενθέκτης Οικουμενικής και ΜΔ΄ Μ. Βασιλείου.

 

8.- Η ευχή επί χειροτονία Διακόνισσας, την οποίαν αναγινώσκει ο Επίσκοπος με επίθεση των χειρών του επί της κεφαλής της χειροτονουμένης (η οποία σημειωτέον δεν γονατίζει, αλλά κλείνει την κεφαλή)  βρίσκεται στις Αποστολικές Διαταγές και είναι:

«Ο Θεός ο αιώνιος, ο Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο ανδρός και γυναικός δημιουργός, ο πληρώσας Πνεύματος Μαριάμ και Δεβώρραν και Άνναν και Όλδαν, ο μη απαξιώσας τον μονογενή Σου Υιόν γεννηθήναι εκ γυναικός, ο και εν τη σκηνή του μαρτυρίου και εν τω ναώ προχειρισάμενος τας φρουρούς των αγίων Σου πυλών, Αυτός νυν έπιδε επί την δούλην Σου τήνδε, την προχειριζομένην εις διακονίαν, και δος αυτή Πνεύμα άγιον και καθάρισον αυτήν από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, προς το επαξίως επιτελείν αυτήν το εγχειρισθέν αυτή έργον, εις δόξαν Σην και έπαινον του Χριστού Σου, μεθ’ ου Σοι δόξα και προσκύνησις, και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας. Αμήν». Η παραπάνω ευχή είναι παρόμοια με την ευχή της χειροτονίας Διακόνου με την διαφορά, ότι λείπει η αναφορά, όπως «αξιωθή μείζονος βαθμού». Σήμερα αναγιγνώσκεται η αυτή ευχή, όπως και εις την χειροτονίαν διακόνου: «Η Θεία Χάρις η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα….., ουκ ανδράσι μόνον, αλλά και ταις γυναιξί δωρησάμενος την χάριν του αγίου Πνεύματος…..».

.

9.- Είναι γνωστά πολλά ονόματα διακονισσών (Αγία Ολυμπιάδα, Οσία Μακρίνα αδελφή του Μ. Βασιλείου, Θεοσεβία σύζυγος Αγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λαμπαδία, Ευσέβεια της Μακεδονίας, Κελερίνα, Οσία Ευπραξία, Οσία Μάρθα, μητέρα του αγίου Συμεών Στυλίτη, Οσία Μελάνη η Ρωμαία, Οσία Μελάνη η νεωτέρα, εγγονή της προηγούμενης, Οσία Ποπλία η ομολογήτρια κ.ά.)  στην εκκλησιαστική ιστορία, καθώς και ότι σύμφωνα με την 3η Νεαρά του Ιουστινιανού υπηρετούσαν στον Ι. Ναό της Αγ. Σοφίας: 100 πρεσβύτεροι, 60 διάκονοι, 40 διακόνισσες (ανώτερος κλήρος), 90 υποδιάκονοι, 110 αναγνώστες και 25 ψάλτες (κατώτερος κλήρος), σύνολο 425 άτομα!

 

10.- Σημειώνεται, ότι δια την χειροτονία πρεσβυτέρων, διακόνων και διακονισσών από τους οικείους Μητροπολίτες στις περιφέρειες των Μητροπόλεών τους, δεν απαιτείται άδεια της Ιεραρχίας ή της ΔΙΣ.

 

11.- Είναι γνωστό, ότι ο Αγ. Νεκτάριος χειροτόνησε διακόνισσα την μικρόσχημη μοναχή Μαγδαληνή Μουστάκα, η οποία κατεστάθη αργότερα ως η 1η ηγουμένη της Ι. Μονής Χρυσολεόντισσας Αίγινας μετά από πρόταση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσόστομου. Προφανώς ο Αγ. Νεκτάριος (ως Μητροπολίτης Πενταπόλεως) ουδεμία άδεια ζήτησε για την χειροτονία αυτή, καθότι δεν χρειαζότανε άδεια προς τούτο από καμία εκκλησιαστική αρχή (Η Διακόνισσα Μαγδαληνή εμφανίζεται σε φωτογραφία, φέρουσα το οράριο και τα επιμανίκια. Από το βιβλίο της Ι. Μονής Χρυσολεόντισσας Αίγινας)

 

12.- Κατά την μαρτυρία της νυν ηγουμένης της ανωτέρω Ι. Μονής (η οποία ως μοναχή είχε ηγουμένη την ανωτέρω Διακόνισσα), η Διακόνισσα Μαγδαληνή βοηθούσε τον Ιερέα κατά την τέλεση της θ. Λειτουργίας (όπως ακριβώς και ο Διάκονος), μετέδιδε δε, συν τοις άλλοις, και την θ. Κοινωνία στο εκκλησίασμα (στις γυναίκες).

 

13.- Χειροτονίες διακονισσών είχε πραγματοποιήσει επίσης και ο Ματθαίος Καρπαθάκης, Αρχιεπίσκοπος των Παλαιοημερολογιτών (υπάρχει φωτογραφία του Αρχιεπισκόπου Ματθαίου με δυο Διακόνισσες).

 

15.3.18

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ