ΚΡΙΝΩ – ΚΡΙΣΗ  ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

 

 αρχείο λήψης

ΚΡΙΝΩ

 

 1/ νομίζω, θεωρώ, φρονώ

 2/ σχηματίζω γνώμη

 3/ βγάζω δικαστική απόφαση, αποφαίνομαι

 4/ επιδρώ αποφασιστικά

 5/ επιπλήττω, κατακρίνω («μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε»).

 6/ διατυπώνω γνώμη

 7/ βασανίζω, παιδεύω, συζητώ

 8/ δικάζω, ανακρίνω («κρίναι ζώντας και νεκρούς»)

 9/ προτιμώ, προκρίνω

10/ ερμηνεύω, εξηγώ

11/ χωρίζω, ξεδιαλέγω, διακρίνω

12/ εκλέγω, διαλέγω

 

ΚΡΙΣΗ

 

 1/ νοητική ενέργεια διαμόρφωσης γνώμης ή απόφασης

 2/ ικανότητα διάκρισης σχέσεων μεταξύ εννοιών

 3/ διαφορά, φιλονικία

 4/ δίκη

 5/ δικαστική απόφαση («και αφήκατε τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και τον έλεον»)

 6/ κρίσιμη φάση

 7/ διαδικασία εκλογής στο αξίωμα

 8/ Δευτέρα παρουσία («η ημέρα της κρίσεως»)

 9/ παροξυσμός χρόνιας πάθησης

10/ έντονη εκδήλωση συναισθήματος

11/ στιγμή μεγάλης δυσχέρειας

12/ ορθοφροσύνη, σύνεση

13/ βάσανος, τιμωρία

14/ εκδίκηση, ικανοποίηση

15/ δικαιοσύνη

16/ εκλογή

17/ καταδίκη

18/ εντολή

19/ αποτέλεσμα υπόθεσης

20/ ερμηνεία ονείρων

21/ συναγωνισμός

22/ απόφαση («και κριμάτων Σου αβύσσους»)

 

ΚΡΙΝΩ ΣΤΗΝ Κ.Δ.

 

 1/ «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Ματθ. 7. 2) = μη κατακρίνετε, για να μη κατακριθείτε.

 

 2/ «τι δε και αφ’ εαυτών ου κρίνετε το δίκαιον» (Λουκ. 12. 57) = γιατί δεν κρίνετε (=ξεχωρίζετε) μόνοι σας ποιο είναι το σωστό;

 

 3/ «ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται, ο δε μη πιστεύων ήδη κέκριται» (Ιω. 3. 18) = εκείνος που πιστεύει εις αυτόν, δεν καταδικάζεται, εκείνος, που δεν πιστεύει, ήδη έχει καταδικαστεί.

 

 4/ «μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε» (Ιω. 7. 24) = μη κρίνετε (= σχηματίζετε γνώμη) επιφανειακά, αλλά με σωστά κριτήρια.

 

 5/ «ότι ο άρχων του κόσμου τούτου κέκριται» (Ιω. 16. 11) = διότι ο άρχων του κόσμου τούτου έχει καταδικαστεί.

 

 6/ «διο εγώ κρίνω μη παρενοχλείν τοις από των εθνών επιστρέφουσιν επί τον Θεόν» (Πράξ. 15. 19) = δια τούτο έχω τη γνώμη να μη φέρουμε δυσκολίες σ’ εκείνους από τους εθνικούς που επιστρέφουν εις τον Θεόν.

 

 7/ «Διό αναπολόγητος ει, ω άνθρωπε πας ο κρίνων. Εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις, τα γαρ αυτά πράσσεις ο κρίνων» (Ρωμ. 2. 1) = αλλά κι εσύ, άνθρωπέ μου, που κατακρίνεις τον άλλον, δεν είσαι λιγότερο ένοχος, γιατί κρίνοντας τον άλλον, καταδικάζεις τον ίδιο τον εαυτό σου, αφού κι εσύ ο κριτής τα ίδια κάνεις.

 

 8/ «Μηκέτι ουν αλλήλους κρίνωμεν, αλλά τούτο κρίνατε μάλλον, το μη τιθέναι πρόσκομμα τω αδελφώ ή σκάνδαλον» (Ρωμ. 14. 13) = ας μη κρίνωμεν λοιπόν πλέον ο ένας τον άλλον, αλλά τούτο μάλλον αποφασίσατε: το να μη βάζετε εις τον αδελφόν πρόσκομμα που θα κλονίσει την πίστη του.

 

 9/ «τι γαρ και τους έξω κρίνειν; Ουχί τους έσω υμείς κρίνετε; τους δε έξω ο Θεός κρίνει. και εξαιρείτε το πονηρόν εξ υμών αυτών» (Κορ. Α΄ 5. 12-13) = διότι ποιάν αρμοδιότητα έχω να κρίνω τους εκτός (Εκκλησίας). Εκείνους που είναι εντός (Εκκλησίας) δεν τους κρίνετε εσείς; τους εκτός (Εκκλησίας) θα τους κρίνει ο Θεός. Βγάλτε το κακό από ανάμεσά σας.

 

10/ «Τολμά τις υμών, πράγμα έχων προς τον έτερον, κρίνεσθαι επί των αδίκων και ουχί επί των αγίων; Ουκ οίδατε ότι οι άγιοι τον κόσμον κρινούσι; Και ει εν υμίν κρίνεται ο κόσμος, ανάξιοι εστε κριτηρίων ελαχίστων; Ουκ οίδατε ότι αγγέλους κρινούμεν; Μήτι γε βιωτικά;» (Κορ. Α΄ 6. 1-3) = τολμά κανείς από σας, όταν έχει κάποια διαφορά με άλλον, να κρίνεται από εθνικούς δικαστές και όχι από τους αγίους (της Εκκλησίας); Δεν ξέρετε ότι οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο; Και εάν ο κόσμος θα κριθεί από σας, δεν είσθε άξιοι να κρίνετε ασήμαντες υποθέσεις; Δεν ξέρετε ότι θα κρίνουμε αγγέλους, πόσο μάλλον κοσμικές υποθέσεις;

 

11/ «συ τις ει ος κρίνεις τον έτερον;» (Ιακ. 4. 12) = ποιος είσαι εσύ που κρίνεις τον άλλον;

 

            10.5.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ(Iω.Καρδάση)

 

ANEKROTAFEIO

– Γενικά περί θανάτου.

 

            Ο θάνατος δεν είναι κάτι υποστατικό. Ουσιαστικά δεν υπάρχει, είναι η άρνηση της ζωής, η μη ύπαρξη ζωής. Όπως το σκοτάδι είναι η ανυπαρξία φωτός, έτσι και ο θάνατος είναι η ανυπαρξία ζωής. Όταν μιλάμε στην θεολογία για τον θάνατο, εννοούμε κυρίως τον χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό, την απομάκρυνση από τον Χριστό, που είναι η ζωή: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14. 6) και αλλού: «ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιω. 8. 12). Με αυτές τις προϋποθέσεις ο πρώτος νεκρός, πριν τη δημιουργία του ανθρώπου, είναι φυσικά ο διάβολος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ένας άνθρωπος μπορεί να περπατάει, αλλά να είναι νεκρός (ως προς τον Θεό) και ένας άλλος να είναι βιολογικά νεκρός, αλλά να είναι σε κοινωνία με τον Θεό!

 

Ο άνθρωπος προτίμησε την παρακοή και τον θάνατο που απορρέει από την αμαρτία  και έτσι: » … ώσπερ δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν … αλλ’ εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωϋσέως …» (Ρωμ. 5. 12-14). Άρα ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας και αυτός κληρονομείται σ’ ολόκληρη την φύση και όχι το ίδιο το αμάρτημα. Όλοι οι μετέπειτα άνθρωποι φέρουν μέσα στην ύπαρξή τους το αποτέλεσμα αυτής της παρακοής, το σπέρμα του θανάτου. Επετράπη ο σωματικός θάνατος, για να μη μείνει ο άνθρωπος αιωνίως ζωντανός νεκρός και επομένως να μη μείνει και η αμαρτία αιώνια και αθάνατη.

 

– Η απομάκρυνση της ψυχής από το σώμα

 

            Ο θάνατος είναι ένα μυστήριο, που δεν μπορεί να τον συλλάβει η λογική του ανθρώπου. Και βέβαια εξετάζεται η συνήθης κατάσταση του ανθρώπου κατά την ώρα του βιολογικού του θανάτου, δηλ. την ώρα που αποχωρίζεται η ψυχή από την σύνδεσή της με το σώμα και δεν υπάρχει πλέον «πνοή ζωής» στο σώμα. Τούτο είναι πλέον νεκρό. Όσον αφορά την ψυχή αυτή δεν πεθαίνει, με την βιολογική έννοια του όρου, αλλά παραμένει αθάνατη, είτε ζώσα, είτε νεκρή (ως προς τον Θεό).

 

Η ένωση της ψυχής με το σώμα γίνεται με την δημιουργία του ανθρώπου, αμέσως με την σύλληψή του. Κατά την στιγμή του θανάτου, η ψυχή δεν θέλει να ζήσει χωρίς το σώμα, γιατί ποτέ δεν υπήρχε μόνη της χωρίς το σώμα. Έτσι η απομάκρυνσή της από το σώμα γίνεται με βίαιο τρόπο, χωρίς η ψυχή να το θέλει. Η αρμονική σχέση μεταξύ των δυο αυτών συστατικών της ανθρώπινης υπόστασης και ο φυσικότατος δεσμός τους διασπάται βίαια και αυτό συνιστά το φοβερό μυστήριο του θανάτου, ο δε ψαλμωδός το επισημαίνει χαρακτηριστικά: «θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον«.

 

Για τον χριστιανό, εκείνον που βιώνει την Χάρη του Θεού, όλος ο βίος του είναι η προετοιμασία του γι’ αυτό τον χωρισμό. Αυτή η προετοιμασία δεν γίνεται με άγχος, αλλά τουναντίον με αισιοδοξία και χαρά, αφού εμπνέεται από την Χάρη του Θεού και κάνει ανθρωπινότερη την ζωή του, αυτός δε που προετοιμάζεται είναι ο πλέον κοινωνικός άνθρωπος, γιατί γνωρίζει να αντιμετωπίζει με τον καλύτερο τρόπο όλα όσα συμβαίνουν στην ζωή. Γι’ αυτούς ισχύει αυτό που είπε ο Χριστός: «έρχεται γαρ ο του κόσμου άρχων και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιω. 14. 30). Αντίθετα, αυτός που δεν βιώνει την Χάρη του Θεού τρέμει στην ιδέα του θανάτου, δεν θέλει να τον σκέπτεται και η όλη βιωτή του είναι ένα άγχος που επιτείνεται όσο πλησιάζει το τέλος. Γι’ αυτούς τους ήδη πνευματικά νεκρούς ανθρώπους, ο Απόστολος αναφέρει: «Και υμάς όντας νεκρούς τοις παραπτώμασι και ταις αμαρτίαις, εν αίς ποτε περιεπατήσατε κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απειθείας» (Εφ. 2. 1-2).

 

– Τα μετά τον χωρισμό συμβαίνοντα.

 

            Η ψυχή μετά τον χωρισμό της από το σώμα και μέχρι την δεύτερη εμφάνιση του Χριστού ζει σε μια μεταβατική κατάσταση. Στο διάστημα αυτό το σώμα, αφού εκπλήρωσε τον προορισμό του σαν όργανο της ψυχής, διαλύεται «εις τα εξ ων συνετέθη» σύμφωνα με την εντολή του Θεού: «ότι γη ει και εις γην απελεύση» (Γέν. 3. 19). Η κατάσταση αυτή δεν είναι φυσική για την ψυχή, αφού ζει χωρίς το σώμα με το οποίον είχε συνδεθεί αμέσως μετά την δημιουργία της. Χωρίς το σώμα είναι ανενεργής, δεν έχει πάθη, δεν έχει λογισμούς, δεν μπορεί να αλλάξει την κατάσταση στην οποίαν ευρίσκεται: «εν τω Άδει ουκ έστι μετάνοια».

 

Εφ’ όσον η ψυχή δημιουργείται από τον Θεό μαζί με το σώμα, σημαίνει ότι είναι μοναδική για κάθε άνθρωπο και όταν η ψυχή αποχωριστεί του σώματος δεν παύει να υπάρχει η υπόσταση του ανθρώπου, δηλ. δεν παύει να υπάρχει ο άνθρωπος σαν πρόσωπο: «… ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. 16. 23). Ο πλούσιος είδε τον Λάζαρο στους κόλπους του Αβραάμ, δεν είδε μόνο την ψυχή του. Παρ’ όλον ότι η ψυχή του Λάζαρου βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ, όμως ο πλούσιος είδε τον Λάζαρο, του οποίου το σώμα έκειτο στον τάφο. Η ψυχή, καίτοι χωρίζεται από το σώμα, έχει γνώση και ενθύμηση των στοιχείων από τα οποία αποτελείτο το δικό της σώμα, έστω και αν τα μέλη του σώματος διασκορπίστηκαν με άλλα στοιχεία της όποιας ύλης. Η ψυχή πάντοτε γνωρίζει το σώμα της, γιατί είναι ενωμένη με αυτό, παρ’ ότι το σώμα βρίσκεται σε τάφο ή είναι διασκορπισμένο.

 

Έτσι ο άνθρωπος παραμένει ως υπόσταση και μετά τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, ο δε χωρισμός αυτός είναι προσωρινός, αφού πάλι θα επανενωθούν τα δυο χωρισθέντα μέρη στην δεύτερη έλευση του Χριστού. Επομένως στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν γίνονται δεκτά: ο θάνατος της ψυχής και η μετενσάρκωση της ψυχής. Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε μια ψυχή σε πολλά σώματα, δηλ. πολλά πρόσωπα με μια ψυχή. Ο Απ. Παύλος είναι σαφέστατος: «και καθ’ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις, …» (Εβρ. 9. 27).

 

Αλλά που βρίσκονται οι ψυχές των κοιμηθέντων αδελφών; Στον Παράδεισο, στην Κόλαση, στην Βασιλεία των Ουρανών ή στον Άδη; Οι ψυχές των κοιμηθέντων ευρίσκονται στην ίδια κατάσταση στην οποία ευρίσκοντο, όταν ήταν ενωμένες με τα αντίστοιχα σώματα. Εάν μια ψυχή εν ζωή ευρίσκετο στον Παράδεισο (δηλ. ήτανε σε κοινωνία με τον Θεό), τότε εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση και μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα. Μετά την δεύτερη έλευση του Χριστού, οπότε θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων, η τελική κρίση και θα καταργηθεί ο χώρος και ο χρόνος, τότε θα ενταχθεί στην Βασιλεία των Ουρανών. Τώρα βρίσκεται σε αρραβώνα με αυτήν, τότε θα βρίσκεται σε γάμο διηνεκή και αδιάσπαστο. Αντίθετα, εάν μια ψυχή βρίσκεται εν ζωή στον Άδη (δηλ. δεν είναι σε κοινωνία με τον Θεό), τότε εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση και μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα, οπότε όταν θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων και η τελική κρίση, τότε θα ενταχθεί στην αιώνια Κόλαση.

 

Είναι αδύνατος ο προσδιορισμός ενός ιδιαίτερου τόπου κατοικίας των ψυχών. Χρησιμοποιείται ο όρος Παράδεισος για να δείξει την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ψυχές των αγίων και φωτισμένων, όπου απολαμβάνουν την φωτιστική δόξα του θείου πυρός. Αντίστοιχα, Άδης ονομάζεται η κατάσταση εκείνη των ψυχών, στην οποίαν βρίσκονται οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, οι οποίοι δέχονται την καυστική δόξα του θείου πυρός.

 

Οι ψυχές των κοιμηθέντων θυμούνται τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέθηκαν στη ζωή και ενδιαφέρονται γι’ αυτούς: «ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου. έχω γαρ πέντε αδελφούς. όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. 16. 27-28). Οι ψυχές των δικαίων, γνωρίζοντας την κατάστασή μας, δέχονται τις προσευχές μας και παρακαλούν τον Θεό για μας. Αυτές οι προσευχές εισακούονται από τον Θεό, γιατί οι ψυχές αυτές βρίσκονται σε κοινωνία με Αυτόν και όχι στην αντίπερα όχθη.

 

– Το σώμα του ανθρώπου στον τάφο.

 

            Όταν η ψυχή απομακρυνθεί από το σώμα, αυτό γίνεται πτώμα. Το πτώμα δεν έχει ούτε την ζεστασιά, ούτε την λαμπρότητα, ούτε την ωραιότητα του έμψυχου ανθρώπου. Είναι ένα άψυχο σώμα, ένα νεκρό σώμα. Ο ψαλμωδός το τονίζει χαρακτηριστικά: «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ημίν ωραιότητα άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος …«. Παρ’ όλα αυτά ο θάνατος δεν αίρει την σχέση ανάμεσα στην στρατευομένη και τη θριαμβεύουσα Εκκλησία. Ο άνθρωπος διαχωρισμένος, με την ψυχή στον χώρο των ψυχών και το σώμα στον τάφο εξακολουθεί να είναι μέλος του σώματος του Χριστού (της θριαμβεύουσας Εκκλησίας) και γι’ αυτό πρέπει να εξακολουθούμε να σεβόμαστε και να προσευχόμαστε γι’ αυτόν.

 

Ο σεβασμός προς το νεκρό σώμα δείχνεται με την μέριμνα για τον ευπρεπισμό και την ταφή του σώματος. Η μη κήδευση θεωρείται μεγάλη βεβήλωση, ενώ η κήδευση επιβάλλεται σε ένδειξη σεβασμού, τιμής και αγάπης προς τον κοιμηθέντα αδελφό, γίνεται δε κατά το πρότυπο της ταφής του Κυρίου με κάθε τιμή στον τόπο κατοικίας του νεκρού και με την παρουσία των οικείων του. Ο σεβασμός προς την ζώσα ψυχή δείχνεται με τις προσευχές για την ανάπαυσή της, τα μνημόσυνα και τις ελεημοσύνες.

 

Οι τρεις βασικές αλήθειες της ορθόδοξης διδασκαλίας σχετικά με τον άνθρωπο είναι: α/ ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα, β/ η ψυχή είναι αιώνια και γ/ το σώμα είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή και η ψυχή με την θεϊκή πραγματικότητα. Η Εκκλησία δεν έχει μόνο την διδασκαλία της για την ψυχή, αλλά και βαθιά εμπειρία, δεν λέγει απλώς αυτό που ξέρει, αλλά μεταγγίζει αυτό που βιώνει και όταν βλέπει τον άνθρωπο, βλέπει την εικόνα του Θεού.

 

Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή ως μια οντότητα και επειδή η ψυχή μπορεί να μετέχει της θ. μακαριότητας, θεωρείται ιερό στοιχείο και επειδή αυτό είναι ιερό στοιχείο και κάθε τι συνδεδεμένο με αυτό, θεωρείται ιερό.

 

Το τελικό αποτέλεσμα της φυσικής αποσύνθεσης, τα λείψανα (οστά) προσπαθούμε να τα διατηρήσουμε, όσο περισσότερο σ’ αυτό τον κόσμο και αυτό ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρήσουμε όσο περισσότερο το πρόσωπό του στον άλλο κόσμο. Ο σεβασμός στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, ότι οι νεκροί δεν είναι «πεθαμένοι», αλλά «κεκοιμημένοι«, ο δε τόπος ταφής τους αποκαλείται: κοιμητήριο. Νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει), αλλά τετελειωμένος (που έχει τελειωθεί), ο δε ιερέας εύχεται κατά την θ. λειτουργία: «… και υπέρ των εν πίστει τετελειωμένων«. Τα οστά αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσας ζωής, ενθύμηση της παρούσας κατάστασης και υπόμνηση της μελλοντικής προοπτικής. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα του, που δεν μας την θυμίζει μόνον όταν λειτουργεί, αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται- αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του, κάτι που δεν καταστρέφεται.

 

Το ότι η ψυχή του ανθρώπου ζει φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν και αυτά ζωή, όχι βέβαια από βιολογικής πλευράς, αλλά κάποιας μορφής πνευματικής, που όμως διαπιστώνεται. Πολλά από αυτά, που έχουν ζήσει την θ. μακαριότητα, εμφανίζουν μιαν ιδιάζουσα χάρη, π.χ. διατηρούν μιαν εντυπωσιακή ευκαμψία μετά την κοίμηση ή αποδεδειγμένη ευωδία ή ακόμη και αφθαρσία. Εξ άλλου στα λείψανα των αγίων της η Εκκλησία εδράζει το άγιο θυσιαστήριο της, θεωρώντας ότι είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει.

 

Η ψυχή υπάρχει, ζει και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά την απομάκρυνσή της από αυτό. Η ίδια στην κατάσταση που βρίσκεται δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες, ούτε όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα. Η ασέβεια προς αυτήν φθείρει όμως εμάς και πιστοποιεί ότι αρνούμαστε την αθανασία της.

 

Είναι αδύνατον, όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο, να μην τιμάει και το σώμα. Το σώμα χρειάζεται μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον, απ’ όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά την διάρκεια της ζωής του.

 

– Το κοιμητήριο

 

            Έτσι, ο τόπος ανάπαυσης των κεκοιμημένων, είναι ο τόπος όπου τα σώματα κείνται μέχρι την τελική αποσύνθεση, αλλά και ο τόπος όπου τα λείψανα (τα οστά) θα παραμείνουν μέχρις ότου κληθούν από τον Δημιουργό να επανασυντεθούν με την ψυχή στην κατάσταση που βρέθηκε το σώμα του Ιησού μετά την Ανάσταση. Γι’ αυτούς όλους τους προαναφερθέντες λόγους, το κοιμητήριο οφείλει να διατηρεί μια εικόνα τόπου ιερού, τόπου φιλικού και πολύ οικείου, τόπου ενθυμήσεων και χριστιανικής παιδείας, γι’ αυτό πρέπει να διατηρεί το χώρο του καθαρό, φιλικό, χώρο ανακούφισης και περισυλλογής.

 

Έχουν τα δικά μας κοιμητήρια αυτές τις απαραίτητες προδιαγραφές; Αποπνέουν ιερότητα, εμπνέουν το σεβασμό, διδάσκουν ή απωθούν; Μια απλή περιήγηση σε πολλά κοιμητήρια, ιδίως των επαρχιών, θα απογοητεύσει τον επισκέπτη. Τάφοι κατεστραμμένοι και χαίνοντες, χωροθεσία των τάφων ανύπαρκτη, σκουπίδια όλων των ειδών και ποιοτήτων, μια μικρή χωματερή, οστεοφυλάκιο βρωμερά και τρισάθλια με τα κιβώτια των λειψάνων ατάκτως ερημένα, πολλά μικρά οστεοφυλάκια καταρρεύσαντα ή υπό κατάρρευση, πλήρης ακαταστασία, πραγματική σκωλήκων βρώμα και δυσωδία, απαράδεκτη εγκατάλειψη και ασέβεια προς τους κεκοιμημένους. Βέβαια αυτά συμβαίνουν σε λίγα κοιμητήρια, αλλά συμβαίνουν.

 

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, εισχώρησε και στα μνήματα ο ΡΚαθολικισμός, νέα πρότυπα ήλθαν από την αμαρτωλή Δύση, τα αγάλματα αγγέλων, του Ιησού Χριστού και της Παναγίας. Ως προς μεν τα αγάλματα των αγγέλων, ίσως υπάρξει το κατ’ οικονομίαν, εάν πρόκειται για διακοσμητικούς λόγους, κατά το πρότυπο της Κιβωτού της Διαθήκης, αλλά ως προς τα αγάλματα του Ιησού και της Παναγίας, αυτό αποτελεί σαφή παράβαση του όρου της Ζ΄ Οικ. Συνόδου, όπου: «….. ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς…..«. είναι δε γνωστό, ότι η Ορθόδοξη διδασκαλία δεν δέχεται την παρουσία αγαλμάτων σε Ι. Ναό ή εκκλησιαστικό χώρο, όπως είναι το κοιμητήριο, δια να αποφύγει παντελώς την ομοιότητα προς τα είδωλα και επομένως την προσκύνησή των.

 

Βέβαια, τόσο η αθλία κατάσταση ορισμένων κοιμητηρίων, ιδίως επαρχιακών, όσο και η ανοχή της τοποθέτησης και διατήρησης αγαλμάτων βαρύνει κατά κύριο λόγο το εκκλησιαστικό συμβούλιο, αλλά και όλους εμάς, που ανεχόμαστε να συντηρούμε ένα τέτοιο άθλιο περιβάλλον, που προσβάλει πρώτα εμάς τους ίδιους, την πολιτιστική μας κληρονομιά, την ορθόδοξη πίστη μας, τη φύση που μας φιλοξενεί, αλλά το σοβαρότερο προσβάλει τους προσφιλείς ανθρώπους, που τα σώματά τους κείνται σε ένα αφύσικο περιβάλλον και που θα μας το καταλογήσουν  «εν εκείνη τη ημέρα».

 

30.4.17

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ     

ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ      

Θεία Κοινωνία (Ο Χριστός κοινωνάει τον Παύλο)

ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ

Τα της συχνότητας της θ. κοινωνίας επεξεργάζονται οι εξής κανόνες της Εκκλησίας: θ΄ Αποστολικός, ξς΄ και ρβ΄ της Πενθέκτης Οικουμενικής, β΄ της Αντιόχειας, γ΄ της Νεοκαισαρείας, οδ΄ Μ. Βασιλείου, γ΄ και ιγ΄ Τιμοθέου Αλεξανδρείας (ΠΗΔΑΛΙΟ):

 

            1/ Για όλους τους πιστούς, που δεν έχουν επιτίμιο από πνευματικό.

 

Η θ. κοινωνία επιβάλλεται σε όλους τους πιστούς (τους μη έχοντες επιτίμιο), τους μετέχοντες στη θ. λειτουργία, οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας: «Πάντας τους εισιόντας πιστούς, και των Γραφών ακούοντας, μη παραμένοντας δε τη προσευχή, και τη αγία Μεταλήψει, ως αταξίαν εμποιούντας τη Εκκλησία, αφορίζεσθαι χρη» (θ΄ Αποστολικός).

 

Με τον κανόνα αυτόν κανονίζεται, ότι όλοι εκείνοι που μπαίνουν στην Εκκλησία, για να συμμετάσχουν στη θ. λειτουργία, ακούν τις άγιες Γραφές και αποφεύγουν τη θ. μετάληψη (από ευλάβεια ή ταπεινοφροσύνη) πρέπει να αφορίζονται. Σύμφωνα και με τους υπόλοιπους κατωτέρω αναφερόμενους κανόνες, πρέπει να μεταλαμβάνουν συνεχώς και αδιαλείπτως, κάθε φορά που συμμετέχουν στη θ. λατρεία.

 

Ο άγιος Αμβρόσιος λέγει γι’ αυτούς που δεν κοινωνούν καθημερινά: «Ο Θεός έδωσεν εις ημάς τον άρτον τούτον καθημερινώς και ημείς ποιούμεν αυτόν ενιαύσιον». Εξ άλλου η Κυριακή προσευχή, αυτό επισημαίνει: «….. τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον…..» (Ματθ. 6. 9-13) και: «….. τον άρτον ημών τον επιούσιον δίδου ημίν το καθ’ ημέραν…..» (Λουκ. 11. 2-4). Το ίδιο απαιτεί και ο Ι. Χρυσόστομος περί της συνεχούς θ. κοινωνίας (λόγος η΄ προς Ρωμαίους, λόγος ιζ΄ και ιη΄ προς Εβραίους, λόγος ε΄ στις Πράξεις, λόγος α΄ προς Τιμόθεον, λόγος γ΄ προς Εφεσίους, λόγος κη΄ προς Α΄ Κορινθίους, λόγος προς Φιλογόνιο και λόγος περί νηστείας). Το αυτό πραγματεύεται και ο Μ. Βασίλειος στην επιστολή του προς την Πατρικίαν Καισαρίαν και στον α΄ λόγο, περί βαπτίσματος. Αλλά και οι ευχές της θ. λειτουργίας σ’ αυτό προτρέπουν. Εξ άλλου και ο ιερέας καλεί στη θ. κοινωνία να προσέλθουν οι πιστοί, που έχουν φόβο Θεού, πίστη στο Χριστό και αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον.

 

Τα αυτά διαλαμβάνει και ο β΄ κανόνας της Συνόδου της Αντιόχειας: «Πάντας τους εισιόντας εις την Εκκλησίαν, και των ιερών Γραφών ακούοντας, μη κοινωνούντας δε ευχής άμα τω λαώ, ή αποστρεφομένους την μετάληψιν της Ευχαριστίας, κατά τινα αταξίαν, τούτους αποβλήτους γίνεσθαι της Εκκλησίας, έως αν εξομολογησάμενοι και δείξαντες καρπούς μετανοίας και παρακαλέσαντες, τυχείν δυνηθώσι συγγνώμης…..». Δηλ. όσοι πιστοί πηγαίνουν στην Εκκλησία, ακούουν τις Γραφές και δεν συμπροσεύχονται ή δεν μεταλαμβάνουν, όχι για καμιά εύλογη αιτία, αλλά από ταπείνωση και ευλάβεια τάχα, αποφεύγοντες αυτήν, αφορίζονται της Εκκλησίας μέχρι να τύχουν συγχώρησης.

 

Επί πλέον, κατά την Διακαινήσιμο εβδομάδα, οι πιστοί θα πρέπει να συμμετέχουν καθημερινά στη θ. λατρεία και να κοινωνούν καθημερινά, επειδή όλη αυτή η εβδομάδα θεωρείται Κυριώνυμος ημέρα: «Από της αγίας αναστασίμου Χριστού του Θεού ημών ημέρας, μέχρι της καινής Κυριακής, την όλην εβδομάδα….. τη των Θείων Γραφών αναγνώσει προσέχοντας, και των αγίων μυστηρίων κατατρυφώντας…..».(ξς΄ Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).

 

2/ Για τους εγγάμους πιστούς

 

Οι έγγαμοι πιστοί κοινωνούν, όπως και οι υπόλοιποι πιστοί, απέχοντες βέβαια της προς αλλήλους κοινωνίας και αναγκαστικά τα Σάββατα και τις Κυριακές, όπου μεταλαμβάνουν, αλλά ακόμη και στις ημέρες εορτών (ιγ΄ κανόνας Τιμοθέου Αλεξανδρείας).

 

3/ Για τους δαιμονιζομένους

 

            Ο δαιμονιζόμενος δύναται να κοινωνεί κάθε Κυριακή, όχι βέβαια τις καθημερινές, αρκεί να μην βλασφημεί τα άγια μυστήρια (γ΄ κανόνας Τιμοθέου Αλεξανδρείας). Η θ. κοινωνία δίδεται στους δαιμονιζομένους, για καθαρισμό της ψυχής και του σώματος και εις κατάφλεξη του πονηρού πνεύματος, του εγκαθημένου εις τα μέλη του σώματος του ανθρώπου. Όταν εμποδίζουμε την κοινωνία από τους δαιμονιζομένους, δίδομεν άδεια εις τον δαίμονα συχνότερα και βαθύτερα να τους ενεργεί, ως στερουμένους της εκ της θ. Κοινωνίας διδομένης βοηθείας του Θεού (άγιος Κασσιανός).

 

            4/ Για τους τριγάμους

 

Για τους τριγάμους, η θ. κοινωνία επιτρέπεται μόνον τρεις φορές το χρόνο, την Ανάσταση, τα Χριστούγεννα και την Κοίμηση της Θεοτόκου, αν είναι 30 ετών δίγαμοι και χωρίς παιδιά και τελέσουν τρίτο γάμο. Όταν είναι 40 ετών δίγαμοι, χωρίς παιδιά και τελέσουν τρίτο γάμο, τότε να κοινωνούν μια φορά το χρόνο, την Ανάσταση. Ο πάνω από 45 ετών δίγαμος και χωρίς παιδιά απαγορεύεται να τελέσει τρίτο γάμο (γ΄ κανόνας Συνόδου Νεοκαισαρείας).

 

5/ Για τους έχοντες επιτίμιο από πνευματικό

 

Οι κανόνες δίνουν στους πνευματικούς την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν με τα διάφορα επιτίμια, ανάλογα με τον αν υπάρχουν θανάσιμα ή συγγνωστά αμαρτήματα, την διάθεση του αμαρτωλού προς μετάνοια, την μεγαλοψυχία ή μικροψυχία αυτού, πάντοτε προσέχοντας να μην απολεσθεί ο πιστός, λαμβάνοντας υπόψη τη διάθεση και την κλίση του αμαρτωλού. Ο πνευματικός επιμετρά το έλεος και προσέχει να μην κάνει χειρότερη την πληγή, αλλά να σκοπεύει στην ιατρεία του αμαρτωλού, μη ρίπτοντας σ’ αυτόν βαρειά επιτίμια (ρβ΄ κανόνας Πενθέκτης Οικουμενικής, οδ΄ κανόνας Μ. Βασιλείου).

 

Όλοι οι κανόνες αναφέρουν επιτίμια ανάλογα με την βαρύτητα του αμαρτήματος, τα δε επιτίμια είναι διάφορα, όπως προσευχή, γονυκλισία, παραμονή με τους προσκλαίοντας, απαγόρευση τη θ. κοινωνίας κ.ά. Βέβαια, πουθενά δεν αναφέρεται απαγόρευση της θ. κοινωνίας, χωρίς να υπάρχει σχετικό επιτίμιο.

 

20.4.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ

 

 αρχείο λήψης

Μέσα στην Αγία Γραφή ακούγεται η πρόσκληση «υιέ μου δος μοι σην καρδίαν». Την καρδιά του ανθρώπου ζητά ο Θεός, για να ζει και να αναπνέει με το θέλημά Του. Μέσα ακόμη όμως και στον χώρο των λεγομένων πιστών δεν κυριαρχεί, δυστυχώς, το θέλημα του Θεού, αλλά το ίδιον θέλημα. Εδώ τα πράγματα γίνονται τραγικά, διότι ενώ γνωρίζουν το λόγο του Θεού, όμως τον διαμορφώνουν σύμφωνα με τα μέτρα τους.

Πνευματικοί «γέροντες» κόβουν και ράβουν όπως βολεύει στην άνεση και την ευκολία των τέκνων τους, μόνο και μόνο για να μη τους χάσουν και να ονομάζονται οι ίδιοι καλοί και άγιοι και όχι για να καθοδηγούν αυτούς που τους εμπιστεύτηκε ο Θεός προς την σωτηρία τους. Νομοθετούν δικές τους γνώμες και παραθέτουν παραδόσεις που έλαβαν χωρίς να ελέγξουν αν είναι η Παράδοση της Εκκλησίας, άσχετα αν είναι κάτι το παλαιϊκό. Κάθε παλαιϊκό δεν είναι και παράδοση του Ευαγγελίου. Το θέλημα του Θεού αντικαθίσταται με ένα «έτερον ευαγγέλιον» και γίνεται ένας σκοτεινός ανελεύθερος γεροντισμός με παραδόσεις ανίερες και εντάλματα ανθρώπων χάριν επιβολής εξουσίας πνευματικής και αιχμαλωσίας ψυχών.

Έτσι π.χ. για το θέμα της Θείας Κοινωνίας δεν επικρατεί το θέλημα του Θεού, αλλά η παράδοση των ανθρώπων. Φορτώνουν τους χριστιανούς με δυσβάστακτα βάρη και «παραδόσεις» και αυτό γίνεται έμμεσα η αιτία να απομακρύνονται από την Θεία Κοινωνία. Επιβάλλουν δηλαδή νηστείες του λαδιού και του αλάδωτου με έντονο τον καταναγκασμό και τον φόβο. Ορίζουν χρόνους και διαστήματα προσέλευσης στο Μυστήριο, αγνοώντας το λόγο του Χριστού και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας περί συνεχούς Θείας Κοινωνίας. Απαιτούν την νηστεία ως απαραίτητο γεγονός πριν από την μετοχή τους στο Μυστήριο, πράγμα που δεν υπάρχει πουθενά γραμμένο ή παραδεδομένο. Όλα εστιάζονται στο τι θα φάγουν και τι θα πιουν και πότε και μέχρι ποια ώρα, και αφήνουν την κύρια καλλιέργεια της πνευματικής προετοιμασίας που συγκεκριμενοποιείται στην πρόσκληση: «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Πολλοί χριστιανοί λοιπόν απέχουν της Θείας Κοινωνίας, διότι δεν νήστεψαν παρ’ όλον που ο πόθος τους είναι ασυγκράτητος και η μετάνοια ενεργή και ζώσα…αντιθέτως πολλοί θρησκευόμενοι έρχονται και κοινωνούν επειδή νήστεψαν με ένα άγριο κυνηγητό αποχής του φαγητού, ικανοποιημένοι με το έργο τους αυτό, διότι ζει μέσα τους φαρισαϊκά ένας εσωτερικός αυτοηδονισμός του δήθεν αγίου και αξίου.

Για να προσέλθουμε λοιπόν στο Μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, έχοντας βεβαίως πάρει και την ευλογία του πνευματικού μας πατέρα, ο οποίος βλέποντας την μετάνοιά μας, αναγνωρίζοντας την διάθεσή μας να μεταμορφωθούμε σε καινούς ανθρώπους μας προτρέπει μετά φόβου πίστεως και αγάπης να προσέλθουμε στο Μέγα Μυστήριο.

Για να μην παρεξηγηθούμε λοιπόν, ο κάθε χριστιανός θα πρέπει να προετοιμάζεται ορθά για να λάβει τον ίδιο τον Κύριο μέσα του. Όμως όσον αναφορά την αποχή από τις τροφές (νηστεία), πουθενά η Εκκλησία δεν έχει βάλει κάποιον τέτοιον κανόνα, αλλά η Εκκλησία λέγει: ο Χριστιανός θα πρέπει να νηστεύει την Τετάρτη και την Παρασκευή, την Σαρακοστή Χριστουγέννων και Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο κ.λπ. Η Εκκλησία λοιπόν έχει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στο έτος και προτρέπει τους πιστούς να νηστέψουν.

ΠΟΥΘΕΝΑ η Εκκλησία δεν έχει πει ότι είναι κανόνας να νηστέψεις για να κοινωνήσεις. Νηστεύεις όλες τις καθορισμένες νηστείες της Εκκλησίας μας; Εάν ναι τότε δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί άλλο αυτό το θέμα. Όμως εάν ο πνευματικός σου πατέρας κρίνει ότι για την δική σου καλύτερη προετοιμασία καλό θα ήταν να νηστέψεις π.χ. μία ημέρα, θα το κάνεις για την υπακοή στον πνευματικό σου και όχι διότι είναι κανόνας της Εκκλησίας μας.

Εάν δεν ίσχυε το παραπάνω τότε είναι παράλογο η Εκκλησία να θεσπίσει συγκεκριμένες νηστίσιμες ημέρες του έτους, αλλά θα έλεγε να νηστεύουμε 1,2,3 ημέρες πριν κοινωνήσουμε. Επίσης τα μικρά παιδάκια θα έπρεπε να νηστεύουν και αυτά, να κάνουν αλάδωτο!!! Νηστεία λοιπόν και Θεία Κοινωνία δεν συνδέονται άμεσα, ίσως έμμεσα υπό το πρίσμα του ασκητικού φρονήματος που θα πρέπει να έχουμε όλοι.

Το παράλογο είναι ότι πολλές φορές επιμένουμε τόσο πολύ στην προετοιμασία μας πριν την Θεία Μετάληψη και όταν πλέον κοινωνήσουμε χαλαρώνουμε. Δηλαδή από την μία μεριά όταν δεν έχουμε τον Χριστό μέσα μας, απέχουμε από τροφές, εγκρατευόμαστε κ.λ.π. (και καλά κάνουμε), όμως όταν έχουμε μέσα μας τον Χριστό όταν έχουμε κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας το ασκητικό αυτό φρόνημα εξαφανίζεται, λες και δεν χρειάζεται πλέον μιας και ο σκοπός επιτεύχθηκε, κοινωνήσαμε!

Όμως πως είναι δυνατόν, ενώ δεν έχω τον Χριστό μέσα μου, να ασκούμαι και όταν τον πάρω μέσα μου πλέον να γίνομαι απρόσεκτος όσον αναφορά πνευματικά θέματα; Όταν δηλαδή, πριν κοινωνήσω μου «απαγορευόταν» να κάνω κάποια πράγματα, τώρα που κοινώνησα, τώρα που έγινα και εγώ χριστός να μην μου απαγορεύονται;

Άρα διαπιστώνουμε ότι το σκεπτικό πολλών, αν όχι όλων των χριστιανών είναι λάθος. Δεν σημαίνει ότι αφού κοινώνησα μπορώ χωρίς καμία αναστολή να κάνω το οτιδήποτε, αντιθέτως αφού έχω κοινωνήσει θα πρέπει ακόμα περισσότερο να είμαι προσεκτικός, σε πνευματική εγρήγορση, ώστε όντως η Θεία Κοινωνία να ενεργήσει μέσα μου και να με μεταμορφώσει, να με βοηθήσει να ξεπεράσω αδυναμίες και να γίνει όντως το εφόδιο αυτό το οποίο θα με οδηγήσει στην Αιώνια Ζωή.

10.4.17

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ