ΕΚΠΟΡΕΥΣΗ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ  (    ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ)  

   filioque-2

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΠΑΠΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

 

(Είναι αδύνατη η ζητούμενη ένωση)

 

Θ΄

 

  ΕΚΠΟΡΕΥΣΗ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ  

 

1.- Γενική θεώρηση

 

Μία από τις βασικές διαφορές μεταξύ των Ορθοδόξων και των Φραγκολατίνων είναι η διδασκαλία περί του Αγίου Πνεύματος, το λεγόμενο Filioque. Οι Φραγκολατίνοι προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστης την φράση αυτή, ότι δηλαδή το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιόν (Filioque), αλλοιώνοντας έτσι τον λόγο του Χριστού και την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, όπως εκφράσθηκε και Συνοδικά με την Β’ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά και με άλλες Συνόδους. Στο σημείο αυτό επικεντρώθηκε η αντιαιρετική πολεμική πολλών Πατέρων και κυρίως οι τρεις μεγάλοι Φωστήρας, ήτοι ο Μέγας Φώτιος, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και ο άγιος Μάρκος ο Εφέσου, ο Ευγενικός.

Πολύ νωρίς άρχισε στον δυτικό χώρο της ενωμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, να αναπτύσσεται η διδασκαλία, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό, καταργώντας έτσι τις ενδοτριαδικές σχέσεις μεταξύ των Προσώπων της Αγίας Τριάδας. Με την πάροδο όμως του χρόνου αυτό το θέμα απέβη το κεντρικό σημείο της διαφοροποιήσης της Δυτικής «εκκλησίας» από την Ανατολική Εκκλησία. Σημειώνουμε εδώ μερικά χαρακτηριστικά σημεία στα οποία φαίνεται η εμμονή του Παπισμού στην αιρετική αυτή διδασκαλία:

Όταν την 15 Ιουλίου του 1054 ο Καρδινάλιος Ουμβέρτος, απεσταλμένος του Πάπα έθεσε στην αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, τον λίβελλο δια του οποίου αναθεματίζονταν ο Πατριάρχης και όλοι οι Ορθόδοξοι ως αιρετικοί, η βασική κατηγορία ήταν ότι ο Πατριάρχης και οι Ορθόδοξοι διέσπειραν πολλά ζιζάνια και «ως Πνευματομάχοι ή Θεομάχοι απέκοψαν από του Συμβόλου, του αγίου Πνεύματος την εκπόρευση και εκ του Υιού». Δηλαδή μας κατηγορούσαν, ότι εμείς αποκόψαμε την φράση αυτή από το Σύμβολο, που θέσπισε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος!!!

Μερικοί ισχυρίζονται ότι ήρθησαν αυτά τα αναθέματα και επομένως δεν υπάρχει πρόβλημα. Βεβαίως και υπάρχει πρόβλημα, γιατί με μια απλή πράξη ήρθησαν τα αναθέματα, αλλά δεν ήρθη η αίρεση του Filioque, η οποία μάλιστα ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο.

Ο μεγαλύτερος θεολόγος των παπικών, ο Θωμάς Ακινάτος, τον οποίον ονομάζουν «Doctor angelicus» (διδάσκαλο αγγελικό) υποστηρίζει αυτήν την αίρεση. Σε ένα σημείο της διδασκαλίας του γράφει: «Το άρα είναι αρχήν του αγίου Πνεύματος κοινόν εστι Πατρί και Υιώ». Και σε άλλο σημείο γράφει: «Ο Πατήρ και ο Υιός μία εστιν αρχή του αγίου Πνεύματος». Και προχωρεί: «Και εάν ελέγετο, ότι το άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός, ο Υιός δεν θα απεκλείετο αυτής της εκπορεύσεως».

Όλες οι προσπάθειες για την ένωση των «εκκλησιών» μετά το σχίσμα του 1054 είχαν σαν κέντρο την αίρεση του Filioque, με την διαφορά ότι οι Ορθόδοξοι πρότειναν την αποβολή της προσθήκης και της διδασκαλίας από το Σύμβολο της Πίστης, ενώ οι Λατίνοι υπεραμύνονταν της διδασκαλίας αυτής και μάλιστα ισχυρίζονταν, ότι οι Ορθόδοξοι αφήρεσαν από το Σύμβολο της Πίστης την φράση αυτή. Ενδεικτικώς αναφέρεται, ότι στην Σύνοδο της Λυώνος το 1274 και στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας το 1438-39 το Filioque ήταν το κέντρο των συζητήσεων και βεβαίως ύστερα από πιέσεις και εκβιασμούς επιβλήθηκε στους Ορθοδόξους με επαινετές εξαιρέσεις, όπως του αγίου Μάρκου του Ευγενικού. Αλλά και όλες οι προσπάθειες των Ορθοδόξων για να επανέλθουν οι Λατίνοι στην Ορθόδοξη Πίστη προσέκρουαν στην δογματική τους διδασκαλία περί του Filioque.

Το σχίσμα λοιπόν, μεταξύ των δύο «Εκκλησιών» έγινε από την αίρεση του Filioque, γι’ αυτό και ο Γεννάδιος Σχολάριος είπε: «το σχίσμα γέγονεν μάλιστα δια την εν τω Συμβόλω πρόσθεσιν και ότι καλώς απεστράφημεν τους Λατίνους δια την πρόσθεσιν αποστροφής ούσαν αξίαν». Και οι Πατέρες της Εκκλησίας ισχυρίζονται, ότι είναι αδύνατη η επαναφορά του Παπισμού στην Ορθόδοξη Εκκλησία από την οποία διεσπάσθησαν αν δεν αποσυρθή η αίρεση του Filioque.

filioque-1

2.- Θεολογική αντίκρουση

Αναφέρονται μερικές βασικές θέσεις της αίρεσης του Filioque, για να φανεί η μεγάλη σημασία του θέματος αυτού.

α) Κατά την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο δεν πρέπει να προσθέτουμε ή να αφαιρούμε ούτε μία λέξη από το εν χρήσει Σύμβολο της Πίστεως. Και βέβαια εννοείται το Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, γιατί κάθε Σύνοδος αναγνώρισε τις αποφάσεις της προηγουμένης.

β) Το θέμα της Αγίας Τριάδος είναι μυστήριο, που δεν μπορεί να κατανοήσει η ανθρώπινη λογική. Μόνο το δόγμα περί του μυστηρίου της Αγίας Τριάδας μπορούμε να κατανοήσουμε, όχι όμως και το μυστήριο. Αυτό σημαίνει, ότι παραμένουμε στους αποκαλυπτικούς λόγους του Χριστού, χωρίς να τους επεξεργαζόμαστε λογικά.

γ) Ο Χριστός μας απεκάλυψε την σχέση των Προσώπων της Αγίας Τριάδας. Οι Απόστολοι απέκτησαν προσωπική γνώση, την ημέρα της Πεντηκοστής. Έτσι, το μυστήριο της Αγίας Τριάδος είναι θέμα αποκάλυψης του Ιδίου του Θεού και όχι ανακάλυψης του ανθρώπου. Αυτή η αποκάλυψη δόθηκε «άπαξ» την ημέρα της Πεντηκοστής (επιστολή Ιούδα 3). Οι άγιοι δια μέσου των αιώνων μετέχουν σε αυτήν την αποκάλυψη, που δέχθηκαν οι Απόστολοι την Πεντηκοστή. Λέγεται αυτό, γιατί οι Λατίνοι ανέπτυξαν την περίεργη θεωρία, ότι δια μέσου των αιώνων κατανοούμε καλύτερα και εμβαθύνουμε στην Αποκάλυψη. Αυτό συνδέεται με τον σχολαστικισμό. Στην Ορθοδοξία λέμε ότι το δόγμα του μυστηρίου της Αγίας Τριάδας το βιώνουν όσοι φθάνουν στην Αποκάλυψη και το εκφράζουν ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε εποχής.

δ) Ο Χριστός απεκάλυψε, ότι ο Λόγος του Θεού γεννάται και το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα. Έτσι, ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός είναι γεννητός και το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό. Τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας έχουν κοινή ουσία ή φύση και ακοινώνητα προσωπικά ιδιώματα, που είναι το αγέννητο, το γεννητό και το εκπορευτό. Η σύγχυση μεταξύ των ιδιωμάτων ανατρέπει τις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδας. Αν το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό, τότε μπορούν να συμβούν δύο πράγματα. Το ένα, να γεννάται και ο Υιός από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, γιατί διαφορετικά το Άγιο Πνεύμα αφού θα υπήρχε δυάδα (Πατέρας – Υιός) θα ήταν κατώτερο. Το άλλο, αν δε συμβαίνει το προηγούμενο, για να είναι και το Άγιο Πνεύμα ισότιμο με τα άλλα πρόσωπα, πρέπει και από αυτό να προέρχεται κάτι, οπότε διαλύεται ο Τριαδικός Θεός, αφού εισάγεται και τέταρτο πρόσωπο.

ε) Παραμένοντας στον λόγο του Χριστού λέμε, ότι ο Λόγος γεννάται από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα (Ιω. 15. 26). Όμως, δεν μπορούμε να καταλάβουμε το πώς γίνεται αυτό και το γιατί γίνεται έτσι. Το θέμα αυτό το αντιμετωπίζουμε αποφατικά. Είναι απαραίτητη η λεγομένη αποφατική θεολογία. Για τον Θεό γνωρίζουμε «ότι εστί», δηλαδή ότι υπάρχει, αλλά αγνοούμε τόσο το «τι εστί» η ουσία, όσο και το «πως εισί» τα πρόσωπα. Τα υποστατικά ιδιώματα, αγέννητο του Πατέρα, γεννητό του Υιού, εκπορευτό του Αγίου Πνεύματος, είναι ο τρόπος ύπαρξης, δηλαδή είναι ο τρόπος με τον οποίο υπάρχουν τα Πρόσωπα.

Έτσι, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και πέμπεται δια του Υιού. Στην ελληνική γλώσσα, άλλο είναι η εκπόρευση και άλλο η πέμψη. Η πέμψη δεν είναι υποστατικό ιδίωμα, δεν είναι τρόπος ύπαρξης, αλλά αποστολή. Η εκπόρευση είναι υποστατικό ιδίωμα, ο τρόπος ύπαρξης του Αγίου Πνεύματος, ενώ η πέμψη είναι η αποστολή και φανέρωση στον κόσμο, που γίνεται δια του Υιού, όπως και ο Υιός ενανθρωπίζει δια του Αγίου Πνεύματος. Όπως η δια του Αγίου Πνεύματος ενανθρώπηση του Λόγου δεν ταυτίζεται με την αΐδια γέννηση του Λόγου από τον Πατέρα, έτσι και η πέμψη του Αγίου Πνεύματος, δια του Χριστού, δεν ταυτίζεται με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα.

ς) Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο άγιος Μάρκος Ευγενικός δέχονται αποστολή και πέμψη του Αγίου Πνεύματος δια και εκ του Υιού, όπως γίνεται και σε μερικά παλαιά πατερικά κείμενα, αλλά με την έννοια της εν χρόνω κατ’ ενέργειαν φανέρωσης του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο. Δηλαδή, άλλο είναι η προαιωνία κατ’ ουσίαν εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, που γίνεται μόνο από τον Πατέρα, και άλλο είναι η κατ’ ενέργειαν εν χρόνω φανέρωση του Αγίου Πνεύματος, που γίνεται εκ του Πατρός δια του Υιού, ή ακόμη εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Αυτή την λεπτή διαφορά, που είναι ουσιαστική δεν έχουν καταλάβει οι Λατίνοι και παρερμηνεύουν τα σχετικά κείμενα.

ζ) Η βασικότερη διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού βρίσκεται στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στον Θεό. Οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε, ότι αφού η ουσία του Θεού είναι άκτιστη και η ενέργειά της είναι άκτιστη. Δεν υπάρχει ουσία χωρίς ενέργεια. Εάν η ουσία είναι άκτιστη, άκτιστη είναι και η ενέργειά της, και εάν η ουσία είναι κτιστή, κτιστή είναι και η ενέργειά της. Ο Θωμάς ο Ακινάτος και οι σύγχρονοι παπικοί θεολόγοι πιστεύουν στην actus purus. Δέχονται, δηλαδή, ότι η άκτιστη ουσία ταυτίζεται απολύτως με την καθαρά ενέργεια του Θεού και ο άνθρωπος δεν έρχεται σε σχέση και κοινωνία με την actus purus, αλλά με κτιστή ενέργεια του Θεού. Έτσι, εισάγουν στον Θεό κτιστές ενέργειες, πράγμα το οποίο καθιστά αδύνατη την σωτηρία του ανθρώπου, αφού αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με κτιστές ενέργειες.

Αν προσέξει κανείς επισταμένως, θα διαπιστώσει, ότι η συζήτηση για την εκπόρευση και πέμψη του Αγίου Πνεύματος έχει σχέση με το θέμα περί της ουσίας και ενεργείας στον Θεό. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο διάλογος μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του σχολαστικού Βαρλαάμ άρχισε από το filioque και αμέσως έφθασε στο θέμα, εάν η ενέργεια του Θεού είναι άκτιστη ή κτιστή.

η) Η ιστορία της εισαγωγής του filioque είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Μελέτες που έχουν γίνει από τον Καθηγητή π. Ιωάννη Ρωμανίδη έφεραν στο φως ιστορικά γεγονότα, ότι το filioque χρησιμοποιήθηκε από τους Φράγκους εναντίον των Ρωμαίων, τόσο του Δυτικού όσο και του Ανατολικού τμήματος της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμαίοι Ορθόδοξοι Πάπες αντιδρούσαν ηρωικά εναντίον της εισαγωγής του filioque στο Σύμβολο της Πίστης. Τελικά εισήχθη, όταν για πρώτη φορά ανήλθε στον θρόνο της παλαιάς Ρώμης ο Ιταλοφράγκος Πάπας Βενέδικτος Η’ (1009 ή 1014). Οι δυτικοί και ανατολικοί Ρωμαίοι του Θ’ αιώνα ήταν Ορθόδοξοι και πολεμούσαν τους Φράγκους ως ετεροδόξους. Το σχίσμα δεν έγινε μεταξύ Ρωμαίων Παπών και Ρωμαίων Πατριαρχών, αλλά μεταξύ Ρωμαίων Παπών – Ρωμαίων Πατριαρχών από την μια μεριά και Φράγκων αιρετικών από την άλλη.

θ) Στην Σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας διατυπώθηκαν οι ορθόδοξες απόψεις από τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό. Υπεγράφη μεν η ένωση από τους παρισταμένους Ορθοδόξους, με εξαίρεση τον άγιο Μάρκο και μερικούς άλλους, αλλά ήταν προϊόν και αποτέλεσμα πιέσεων και των δυσκόλων συνθηκών της εποχής εκείνης. Τελικά, δεν επικράτησε η ένωση αυτή για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, γιατί την απεδοκίμασαν μεταγενέστεροι Σύνοδοι, και δεύτερον, γιατί ο λαός αντέδρασε, όχι όμως γιατί ήταν απληροφόρητος θεολογικά, αλλά γιατί είχε διαφωτισθεί καταλλήλως για την προδοσία που έγινε. Αυτό δείχνει, ότι οι συζητήσεις πρέπει να γίνονται σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και όχι με πολιτικές πιέσεις και σκοπιμότητες.

ι) Τελικά, η χρησιμοποίηση διαφορετικών όρων που έγινε από τους δυτικούς θεολόγους τίθεται μέσα στην προσπάθεια κατανόησης με τον ορθό λόγο των θεμάτων της αποκαλυπτικής θεολογίας. Αυτό εκφράζει έντονα τον σχολαστικισμό, που δεν μπορεί να διακρίνει τα πεπερασμένα όρια της λογικής, και, φυσικά, τα όρια που θα κινείται τόσο η καταφατική όσο και η αποφατική θεολογία. Ακόμη, οι διαφορετικοί όροι δημιούργησαν και μια ολόκληρη νοοτροπία στην δυτική θεολογία που δημιουργεί έντονο προβληματισμό. Γιατί, η διαφορετική δογματική ορολογία, στην πραγματικότητα, σχετίζεται και με την άρνηση ή παραθεώρηση του ορθοδόξου ησυχασμού, όπως τον αναλύει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που είναι η προϋπόθεση της ορθοδόξου θεολογίας και η βάση της πνευματικής ζωής. Επομένως, η ερμηνεία των όρων, που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς, δεν είναι μόνο θέμα επιστημονικής ανάλυσης στα επιστημονικά εργαστήρια, αλλά προσπάθειας για την εύρεση και την βίωση του αληθινού ησυχασμού.

1.12.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

           

Advertisements

     ΚΑΛΥΜΜΑ ΚΕΦΑΛΗΣ(Ιω.Καρδάση)

59063_443097459090477_49528423_n

 

Ο απόστολος Παύλος, για να διορθώσει την αταξία που επικρατούσε κατά τις συναθροίσεις της κοινότητας της Κορίνθου, στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του (11. 2-16), οριοθετεί τα της θέσης των ανδρών και των γυναικών κατά τη θ. λατρεία και την εν γένει ευταξία στις συνάξεις αυτές.

 

Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Επαινώ δε υμάς ότι πάντα μου μέμνησθε και, παρέδωκα υμίν, τας παραδόσεις κατέχετε. Θέλω δε υμάς ειδέναι ότι παντός ανδρός η κεφαλή ο Χριστός εστιν, κεφαλή δε γυναικός ο ανήρ, κεφαλή δε του Χριστού ο θεός. πας ανήρ προσευχόμενος ή προφητεύων κατά κεφαλήν έχων καταισχύνει την κεφαλήν αυτού. πάσα δε γυνή προσευχομένη ή προφητεύουσα ακαταλύπτω τη κεφαλή καταισχύνει την κεφαλήν αυτής. εν γαρ εστιν και το αυτό τη εξυρημένη. ει γαρ ου καταλύπτεται γυνή, και κειράσθω. Ει δε αισχρόν γυναικί το κειράσθαι ή ξυράσθαι, κατακαλυπτέσθω. Ανήρ μεν γαρ ουκ οφείλει κατακαλύπτεσθαι την κεφαλήν εικών και δόξα θεού υπάρχων. η γυνή δε δόξα ανδρός εστιν. ου γαρ εστιν ανήρ εκ γυναικός αλλά γυνή εξ ανδρός. και γαρ ουκ εκτίσθη ανήρ δια την γυναίκα αλλά γυνή δια τον άνδρα. δια τούτο οφείλει η γυνή εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής δια τους αγγέλους. πλην ούτε γυνή χωρίς ανδρός ούτε ανήρ χωρίς γυναικός εν κυρίω. ώσπερ γαρ η γυνή εκ του ανδρός, ούτως και ο ανήρ δια της γυναικός. τα δε πάντα εκ του θεού. Εν υμίν αυτοίς κρίνατε. Πρέπον εστίν γυναίκα ακατάλυπτον τω θεώ προσεύχεσθαι; ουδέ η φύσις αυτή διδάσκει υμάς ότι ανήρ μεν εάν κομά ατιμία αυτώ εστιν, γυνή δε εάν κομά δόξα αυτή εστιν; ότι η κόμη αντί περιβολαίου δέδοται αυτή. Ει δε τις δοκεί φιλόνεικος είναι, ημείς τοιαύτην συνήθειαν ουκ έχομεν ουδέ αι εκκλησίαι του θεού».

 

Το γενικότερο νόημα της περικοπής αυτής είναι φανερό, αν και κάποια επιμέρους σημεία είναι δύσκολα. Μια μερίδα μελών της Εκκλησίας της Κορίνθου (εξ εθνικών Χριστιανοί) επεδίωκαν μια εξίσωση των δυο φύλων κατά την προσευχή στη θ. λατρεία με μια κοινή εμφάνιση της κόμης της κεφαλής ανδρών και γυναικών, ερμηνεύοντας έτσι το παύλειο ρητό: «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» (Γαλ. 3. 28) και θεωρώντας το ως πλήρη εξίσωση ανδρών και γυναικών κατά τη θ. λατρεία και σκανδαλίζοντες έτσι άλλη μερίδα μελών της Εκκλησίας (των εξ Ιουδαίων Χριστιανών).

 

Ο Παύλος, προκειμένου να ανατρέψει την εσφαλμένη αυτή αντίληψη των εξ εθνικών Χριστιανών, χρησιμοποιεί το επιχείρημα, ότι κάθε πρόσωπο οφείλει υποταγή σε ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο χαρακτηρίζεται ως κεφαλή. Έτσι: ο Θεός (Πατέρας) είναι η κεφαλή του Χριστού (Υιού), ο Χριστός είναι η κεφαλή του άνδρα και ο άνδρας είναι η κεφαλή της γυναίκας. Η σειρά αυτή υποδηλώνει και ένα είδος υποταγής, γιατί ισχύει, ότι το αρχαιότερο υπερέχει σε αξία και σημασία.

 

Εκτός αυτών, ο Παύλος οριοθετεί τα της εμφάνισης της κόμης των ανδρών και των γυναικών (όλων των γυναικών και όχι μόνο των ύπανδρων) κατά τη θ. λατρεία. Ο Παύλος εξηγεί, ότι η αυτή κόμμωση ανδρών και γυναικών δεν υπονοεί και την ισότητα αυτή. Αντίθετα, η διαφορά στην κόμη μεταξύ ανδρών και γυναικών υποδηλώνει τη θέση κάθε ενός έναντι του άλλου και όλων έναντι του Θεού. Ο άνδρας λοιπόν πρέπει να έχει ακάλυπτη την κεφαλή, που σημαίνει να έχει κοντή κόμη και όχι μακριά και τούτο διότι η μακριά κόμη θεωρείται, ότι είναι κάλυμμα της κεφαλής. Αντίθετα, η γυναίκα πρέπει να μην έχει κοντή κόμη ή (όπως συνηθιζόταν) να μην έχει κόμη μαζεμένη και δεμένη ψηλά στο κεφάλι της, αλλά θα πρέπει η κόμη της να είναι μακριά και να πέφτει ελεύθερα προς τα κάτω, οπότε η κόμη αυτή θεωρείται ως κάλυμμα της κεφαλής της. Ο Παύλος σ’ αυτό το θέμα είναι κατηγορηματικός και σαφής: «η κόμη αντί περιβολαίου δέδοται αυτή», δηλ. τα μαλλιά της έχουν δοθεί αντί για κάλυμμα. Από την άλλη πλευρά, το να έχει ο άνδρας μακριά μαλλιά, δηλ. να έχει κάλυμμα στην κεφαλή, εκτός του ότι είναι αφύσικο και δηλώνει θηλυπρέπεια, από την άλλη ντροπιάζει το Χριστό, γιατί αντί να έχει Αυτόν για κάλυμμα, αυτός έχει τα μακριά μαλλιά του για κάλυμμα. Η γυναίκα όμως έχει για κάλυμμα της κεφαλής της τα μακριά μαλλιά της, αν δε έχει τα μαλλιά της σηκωμένα ή έχει κοντά μαλλιά, τότε είναι σαν να είναι ξυρισμένη και επομένως να μην έχει κάλυμμα στην κεφαλή. Στην περίπτωση αυτή, που η γυναίκα δηλαδή δεν διαθέτει φυσικό κάλυμμα (τα μαλλιά της), τότε θα πρέπει να φέρει τεχνητό κάλυμμα στην κεφαλή, που είναι ένα πέπλο, ένα βέλο, ένα μαντήλι, κ.λπ. Επί πλέον τα μαλλιά της την προφυλάσσουν από ζηλόφθονα και κακόβουλα πνεύματα («αγγέλους», δηλ. δαίμονες), που επιβουλεύονται την εικόνα της εικόνας του Χριστού («δια τούτο οφείλει η γυνή εξουσίαν έχειν επί της κεφαλής δια τους αγγέλους»).

 

Την ανωτέρω επεξήγηση την βρίσκουμε σε μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως στον Ιω. Χρυσόστομο και τον Μ. Φώτιο: έτσι ο Χρυσόστομος στην 26η ομιλία του, αναλύοντας το χωρίο καταλήγει στο συμπέρασμα: «Η γυναίκα αν τρέφει κόμη αυτή είναι δόξα της «διότι τα μακριά μαλλιά της εδόθησαν δια κάλυμμα». Και αν της δόθηκαν για κάλυμμα τότε για ποιο λόγο πρέπει να προσθέτει και άλλο κάλυμμα; Ώστε όχι μόνο από τη φύση αλλά και από την δική της προαίρεση να ομολογεί την υποταγή» (PG 61. 211-216). Ο Μ. Φώτιος στα «Αμφιλόχια, ερωταπόκρισις ρα΄» δεν είναι τόσο σαφής, όσο ο Χρυσόστομος, αλλά παρ’ όλα αυτά συνδέει το κάλυμμα της κεφαλής με τα μαλλιά. Έτσι σε ένα απόσπασμα λέγει ότι: «Ο άνδρας δηλαδή για να μην ντροπιάσει το κεφάλι του το έχει ακάλυπτο (γιατί δεν είναι λογικό ν’ αφαιρεί κανείς τα μαλλιά που του έδωσε η φύση και να εφευρίσκει κάποιο εξωτερικό κάλυμμα), για τη γυναίκα όμως το κάλυμμα είναι χρέος (δηλ. το φυσικό κάλυμμα, τα μαλλιά της). Σε άλλο σημείο κάνει αντιδιαστολή του φυσικού καλύμματος με το τεχνητό και εκεί που δεν υπάρχει φυσικό κάλυμμα (τα μαλλιά), τότε εφαρμόζεται το τεχνητό (το πέπλο). Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης παραθέτει μιαν άλλη ερμηνεία του θέματος που θα δούμε παρακάτω σε κάποιες παρατηρήσεις του σε ερμηνεία κανόνων.

 

Στο κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας έχουμε αναφορές στον καλλωπισμό της κεφαλής και την κόμη ανδρών και γυναικών γενικώς σε δυο κυρίως κανόνες: στον 96ο της Πενθέκτης Οικουμενικής και τον 17ο της Συνόδου της Γάγγρας. Ως προς την κόμη των κληρικών και μοναχών έχουμε άλλους κανόνες, που θα αναφερθούν και αυτοί. Έτσι, ο 96 της Πενθέκτης (691) αναφέρει την κουρά των μαλλιών της κεφαλής των ανδρών μέχρι και του πλήρους ξυρίσματος. Ο ιζ΄ της Γάγγρας (340) αναφέρεται στην κουρά των γυναικών και επιβάλλει για την πράξη αυτή αναθεματισμό. Το σχόλιο του αγ. Νικοδήμου στον κανόνα αυτό είναι: «Η γυνή χρεωστεί να έχη εις την κεφαλήν της εξουσίαν, ήτοι σημείον της εξουσίας του ανδρός, και της προς τον άνδρα υποταγής, το οποίον είναι και το φυσικόν σκέπασμα των μαλλίων, και το εξωτερικόν σκέπασμα την μανδήλαν». Μόνο για αληθινή άσκηση κουρεύει η γυναίκα τα μαλλιά της (όπως οι μοναχές), οπότε τότε καλύπτει την κεφαλήν της με μανδήλα.

 

Για την κουρά της κόμης της κεφαλής των κληρικών και μοναχών, ακόμη και της απόλυτης ξύρησής της, αναφέρουν διεξοδικά οι κανόνες: λθ΄ Αποστολικός, δ΄ της Δ΄, κα΄, λγ΄, μβ΄ της Πενθέκτης, β΄, ε΄  της ΑΒ΄, καθώς και οι Πατέρες: Μ. Αθανάσιος (περί παρθενίας λόγος), Γρηγόριος Θεολόγος (α΄ ειρηνικός), Ιω. Χρυσόστομος (ομιλία νστ΄), Κλήμης Αλεξανδρείας (Παιδαγωγός), Επιφάνιος Κύπρου (PG 42. 765-8), Ιερώνυμος (PL 25. 437), Ευστάθιος Θεσσαλονίκης και Νικόδημος Αγιορείτης (Πηδάλιο).

 

Από τις ανωτέρω καταγραφές, διαφαίνεται η θέση της Εκκλησίας σχετικά με την κόμη της κεφαλής ανδρών και γυναικών, τόσο στη θ. λατρεία, όσο και γενικότερα. Έτσι, ο άνδρας δύναται γενικώς να φέρει ή να μη φέρει κάλυμμα κεφαλής, εκτός από τη θ. λατρεία, όπου θα πρέπει οπωσδήποτε να μη φέρει κάλυμμα της κεφαλής. Επίσης οφείλει πάντοτε να έχει κουρεμένα τα μαλλιά του και να μη φέρει μακριά κόμη. Αντίθετα, η γυναίκα δεν πρέπει να έχει κοντή κόμη ή να έχει τα μαλλιά της σηκωμένα σε κότσο, αλλά παντού και πάντοτε και στη θ. λατρεία θα πρέπει να έχει τα μαλλιά της μακριά, δηλ. να τρέφει κόμη, η οποία αποτελεί και το κάλυμμα της κεφαλής της. Αν όμως η γυναίκα έχει κοντά μαλλιά ή σηκωμένα μαλλιά, τότε θα πρέπει να φέρει τεχνητό κάλυμμα στην κεφαλή της, καθότι απουσιάζει το φυσικό της κάλυμμα, που είναι σε κάθε περίπτωση τα μακριά της μαλλιά.

 

20.6.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

 ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (Ιω.Καρδάση)

 

 ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

            Καταγράφονται χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τη μελέτη του

π. Γ. Μεταλληνού πάνω στο έργο του

Στρατηγού Μακρυγιάννη «Οράματα και Θάματα»

Στο βιβλίο του π. Γ. Μεταλληνού: «Ορθοδοξία και Ελληνικότητα»

 

1.- Όραμα του Μακρυγιάννη, όπου τοποθετείται εκ δεξιών του Πατρός

 

Μακρυγιάννης: (203) «Πάγω εις το προκείμενον. Δεν ήθελα να γράψω οτ’ ήμουν εγώ, και πάλε με μάλωσε ο αφέντης μας. αφού με πήγαν πλησίον εις τον αφέντη μας, πέρασε ο Χριστός παρέκει, πλησίον εις την Θεοτόκον, και άφησε τον θρόνον άδειον αυτόν, και εις το δεξιόν του αφεντός μας μ’ έβαλαν εις τον θρόνον όπου καθέταν ο Χριστός, και ευτύς κατέβη ολίγον αυτός ο θρόνος από την γραμμή του αφεντός και του Χριστού και της Θεοτόκος. Σηκώνεται ο αφέντης μας και ο Χριστός και η Θεοτόκο και όλοι οι άγιοι και με βλόγησαν τρεις φορές. και τότε βγαίνει την κορόνα από το κεφάλι του ο αφέντης μας και μου τη βάνει, και μου δίνει και τον σταυρόν όπού’ χε εις το χέρι του με το φι και μου τον δίνει εις το χέρι μου το δεξί με το δεξί του χέρι. Πριν αυτά, έκαμα τρεις μετάνοιες και με ξαναβλόγησαν, μου δίνει και ένα λαμπρό σπαθί, και ένα είχε κόμπους και έστραφτε, και ο Χριστός με τον αφέντη μόβαλαν το στεφάνι αποπάνω την κορόνα, και με σταύρωσαν με αυτό. έβγαλε ο αφέντης μας ένα λαμπρόν δισκοπότηρον και με μετάλαβαν και μου το’ δωσε, βλογόντας όλοι…..».

 

2.- Ο Μακρυγιάννης αδελφός του Χριστού και συνεταίρος και μέτοχος της Χάρης του Πατέρα

 

Μακρυγιάννης: (210) «Η ωραιότης αυτείνη, οι μεγάλες λάψες λογής τω λογιώ, και εις την τάξη του ο αφέντης μας και η βασιλεία του εκείνος ο πληθυσμός λαμπρών προσώπων και εις τάξες. βλέπω και τον Μακρυγιάννη εις τον θρόνον εις τα δεξιά του αφεντός μας και ανάμεσα εις τον Χριστόν, και γράμματα εις το στήθος μου εκεί λαμπυρά και λένε: «Τέκνο μου εδικό μου και τέκνο της συναίστησής μου και αδελφός του μονογενή μου Χριστού, η αρετή σου και ο ’πέρτατός σου αγώνας, νύχτα και ημέρα, ετρύπησαν το σώμα σου και περικαλώντας εμέ και την βασιλείαν μου δια την πατρίδα σου και την θρησκεία σου, και γενικώς η ανθρωπότη να λευτερωθεί από την παΐδια του καταραμένου και να τσακίσω το όπλο του και την ασέβεια, να σωθούν η ανθρωπότης, όλο μου το πλάσμα μου, όποιας θρησκείας και αν είναι. ο Θεός είναι ένας και η βασιλεία μου, και ως τοιούτος ο Θεός και η βασιλεία μου. ο ουρανός και η γης σαλεύει, οι λόοι μου δεν σαλεύουν άπαντες σε όλες τις αιώνες, και δια τον αγώνα σου προς εμέ και αρετή σου δίνω τον λόγο μου, του Θεού, ό,τι εις το εξής ζητήσεις από μένα και της συναίστησής μου και του μονογενούς μου, του συνεταίρου σου, η αίτησή σου ό,τι ζητήσεις παρά μου και της βασιλείας μου, ο λόγος σου είναι λόγος μου και υπόσκεσή μου, αγαθό μου τέκνον, και άλλος ποτέ ούτε είδε αυτήν την χάρη, ούτε θα την ιδεί, μόνος είσαι εσύ. και η ’ποσκεσή μου είναι δική σου και των τέκνων σου, εις γενεά σε γενεές. Δεν μπορεί άλλος, ούτε να ’νεργήσει ούτε να το απολάψει. να μην περάσει ανθρώπου αυτείν’ η ιδέα, του είμαι πολέμιος εγώ, ο Θεός». Αφού ήταν αυτά τα γράμματα γράμματα εις το στήθος μου, οπού τήραγα εις τους ουρανούς, βλέπω τον ίδιον Μακρυγιάννη εκεί να βλογάει τον άλλον εδώ, με την κορόνα εις το κεφάλι του και με τον λαμπρόν σταυρόν εις το χέρι με το φι, και με βλογάει».

 

3.- Αυτοαγιοποίηση του Μακρυγιάννη και ανώτερη τιμή σ’ αυτόν απ’ ότι στην ίδια τη Θεοτόκο.

 

Μεταλληνός: (100,2) «Ο Παντοκράτορας επισκέπτεται τον Μακρυγιάννη και του λέγει: «Γιάννη, Γιάννη, Αγιάννη». Δίκαια διερωτάται ο Καθηγ. Σαββίδης με αφορμή το χωρίο αυτό, αν αυτοαγιοποιήθηκε ο Μακρυγιάννης. Τα λόγια όμως αυτά μπορούν να γίνουν δεκτά και να δικαιολογηθούν μόνο με την συνείδηση της ανάληψης μιας μοναδικής αποστολής, διαφορετικά είναι για ένα πιστό όπως ο Μακρυγιάννης, βλάσφημα. Ο Μακρυγιάννης όμως φαίνεται να τα καταφάσκει. Όπως καταφάσκει και τα ακόλουθα λόγια του «Παντοκράτορα»: «Ήλθα και μόνος μου κάτω και εις την οικίαν σου. Δεν απόλαψε άλλος τοιούτως σε τούτην την ζωήν. Αυτό, μόνο εσύ». Ανάλογα ακούει και στο 119,25: Ο λόγος εκεί είναι για κάποιον, που άγιασε «στα ’99», και το οποίο πρώτος τον βλέπει ο Μακρυγιάννης. Η «Παναγία» (;) του λέγει: «Και δι’ όλα αυτά ο αφέντης μας τον είχε δοξάσει εις τα ζώντα του και απόλαψε όσα απόλαψες και θ’ απολάψεις ακόμα εσύ….. και είδετε εσείς οι μόνοι οι δυο όλα τα λαμπρότερα πράματα και μυστήρια του Θεού, όπου δεν τ’ απόλαψε η μητέρα του Χριστού, όταν ζούσε σ’ αυτείνη τη ζωή» (Θα ήταν μεγάλη βλασφημία για τον Μακρυγιάννη να δεχθεί ότι είναι ανώτερος και από την Θεοτόκο! Πως ήταν δυνατόν ποτέ να αποδεχθεί κάτι τέτοιο ένας πιστός σαν κι’ αυτόν; Το πράγμα μένει, αληθινά, ανεξήγητο και γι’ αυτό δεχόμαστε ανεπιφύλακτα την ερμηνεία του π. Θεόκλητου για παρόμοια σημεία των Ο-Θ (Οράματα και Θάματα, έργο του Μακρυγιάννη)). «Και όσα περικαλείσαι, όλα θα τα’ απολάψεις».

 

4.- Μη φανέρωση οραμάτων του Μακρυγιάννη στον πνευματικό του

 

Μεταλληνός: «Ο Μακρυγιάννης είναι ένας αγωνιζόμενος χριστιανός, που κινείται στο παραδοσιακό-κολλυβάδικο κλίμα, στη λαϊκή ησυχαστική παράδοση της εποχής του, με τις ελλείψεις που κάθε απλός πιστός μπορεί να παρουσιάζει. Δεν αλλάζει συνεπώς καθόλου η εικόνα, που έχουμε γι’ αυτόν. Η εμπειρία του «καλύπτει πλήρως το ήθος της Εκκλησίας» (π. Θεόκλητος). Πιστεύει, αγωνίζεται και εξομολογείται, κοινωνεί. Βέβαια το ερώτημα είναι, τι του έλεγε ο Πνευματικός του, ή – και – αν ο ίδιος ο Μακρυγιάννης φανέρωσε τα οράματά του στον Πνευματικό του, αφού η γυναίκα – ταχυδρόμος (Παναγία;) τον συμβούλευε να μην τα εξομολογείται (100,5/6)! Στο θέμα αυτό ο Στρατηγός έμεινε χωρίς έγκυρη και υπεύθυνη πνευματική καθοδήγηση».

 

8.6.17

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ