«Ἄν ἤθελες νά ἔχεις δικά σου χέρια, τότε νά μήν γινόσουν παπάς!»

Aνοιξη τοῦ 1972. Ὥρα 2.30΄ τό ἀπόγευμα. Τό καραβάκι ἔφθασε μετά ἀπό ἀλλεπάλληλες στάσεις στά Καυσοκαλύβια· τελευταῖος του σταθμός. Οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ πλοιαρίου ἔδεσαν τά σχοινιά στόν ἀρσανά καί τό ἀκινητοποίησαν.

Οἱ προσκυνητές, ἕνας ἕνας, πήδηξαν στήν στεριά. Ἀνάμεσά τους καί ἕνας ἀδύνατος ψηλός ρασοφόρος, νέος στήν ἡλικία, περίπου 25 χρονῶν. Ἀνέβαιναν ἀργά τήν ἀνηφόρα κοιτώντας ἀριστερά καί δεξιά τά παλιά κτίσματα τῆς Σκήτης.

Ὁ νεαρός ρασοφόρος ὅμως μέ βήμα ταχύ τούς προσπερνοῦσε, βάζοντας στόχο νά φθάσει γρήγορα στόν προορισμό του. Κάποια στιγμή σταμάτησε. Ξεδίπλωσε τό ράσο του καί τό φόρεσε. Κι ἄρχισε πάλι μέ βῆμα ταχύ νά περπατᾶ βιαστικός, νά θέλει νά φθάσει πρῶτος. Ποῦ;

Εἶχε ἀκούσει γιά κάποιον Γέροντα, τόν π.Συμεών, φημισμένο γιά τήν ἄσκηση καί τήν ἀρετή του καί μέ ἀγωνία καί χαρά ἤθελε νά πάει τόν βρεῖ γιά νά πάρει τήν εὐχή του.

Ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε ἀπό τούς ἄλλους προσκυνητές, ἔφθασε σ᾿ ἕνα παλιό πέτρινο κτήριο, σέ μιά μικρή αὐλή πού ἔφθανε μέχρι τόν γκρεμό. Ἀπό κάτω ἔχασκε ἡ θάλασσα. Μπροστά ἕνα ἁγιόκλημα εἶχε σκαρφαλώσει στό συρματόπλεγμα. Τοῖχος ὃλος εὐωδία καί χάρη.

Μιά βραχνή φωνή ἀπό μέσα μονολογοῦσε μέ δέος τήν εὐχή.

Σταμάτησε νά ἀφουγκραστεῖ καί νά ἀκολουθήσει τήν εὐχή πού ἔβγαινε ἀπό τά χείλη τοῦ Γέροντα. «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Μέσα ἀπό μιά τρύπα, πού ἔκανε πέρα τά κλαδιά ἀπό τό ἁγιόκλημα, εἶδε τόν Γέροντα νά πηγαινοέρχεται ἱκετεύοντας τόν Χριστό. Σιγά σιγά ἔφθασε στήν ξύλινη καγκελόπορτα, τήν ὁποία σεβάστηκε τό ἁγιόκλημα καί δέν τήν εἶχε σκεπάσει.

Καθώς ὁ Γέροντας ἐπέστρεφε μέ τήν εὐχή στό στόμα, σήκωσε κάποια στιγμή τά μάτια του καί ἀντίκρισε τόν νεαρό.

«Καλῶς τονε, καλῶς τονε…», καί τάχυνε τό βῆμα του γιά νά᾿ρθει νά ἀνοίξει τήν πόρτα. Μόλις ἄνοιξε τήν ξύλινη καγκελόπορτα, ἔκανε μιά ἐδαφιαία μετάνοια. Καί σταυρώνοντας τίς παλάμες του ζήτησε νά πάρει εὐχή ἀπό τόν νεαρό ρασοφόρο. Ἐκεῖνος προσπάθησε νά ἀσπασθεῖ τό χέρι τοῦ Γέροντα. Κι αὐτός μέ μιά ἄγρια ματιά τοῦ λέγει τότε:

«Ἄκουσε, παιδί μου, ἄν ἤθελες νά ἔχεις δικά σου χέρια, τότε νά μή γινόσουν παπάς! Μέ ποιό δικαίωμα μοῦ στερεῖς τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μεταδίδεται διά τῶν χειρῶν σου;».

Ὁ νεαρός τά᾿χασε. Καί δειλά δειλά ψέλλισε:

«Γέροντα, δέν εἶμαι παπάς, εἶμαι διάκονος».

Τοῦ λέγει τότε ὁ Γέροντας:

«Ἔ, δέν εἶσαι λοχαγός, εἶσαι ὑπολοχαγός. Τό ἴδιο κάνει!». Καί ἔλαβε τό χέρι τοῦ νεαροῦ διακόνου καί τό καταφιλοῦσε.

Τόν ἔβαλε νά καθίσει καί ἄρχισε νά τοῦ λέγει:

«Παιδί μου, ἦρθες νά δεῖς μοναχό, ἀλλά ἐγώ εἶμαι ἀμόναχος. Οἱ πατέρες μας ζοῦσαν σέ σπηλιές κι ἐμεῖς ζοῦμε σέ πέτρινα σπίτια. Ἐκεῖνοι τό βράδυ μελετοῦσαν μέ τό λυχναράκι κι ἐμεῖς μέ πολυτελεῖς γκαζόλαμπες. Ἐκεῖνοι τρέφονταν μέ ξερό παξιμάδι, ἐμεῖς μέ μαλακό ψωμί…».

Καί ἐνουθέτησε γιά λίγο τόν διάκονο γιά τό μέγα τῆς ἱεροσύνης μυστήριο καί γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή…

Ὁ Γέροντας ὅλη αὐτή τήν ὥρα ἦταν ὄρθιος μπροστά στόν διάκονο.

«Γέροντα, καθῆστε. Μήν στέκεστε ὄρθιος», τοῦ εἶπε κάποια στιγμή ὁ νεαρός κληρικός.

Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε:

«Πῶς μπορεῖ ὁ στρατιώτης νά καθίσει μπροστά στόν ἀξιωματικό;». Καί συμπλήρωσε:

«Ἔρχεται τώρα τό καλογέρι γιά νά σέ κεράσει δροσερό νερό».

Ἀνοίγει τότε ἡ πόρτα καί ἔρχεται ἕνα γεροντάκι, ἀδύνατο, πάνω ἀπό ὀγδόντα ἐτῶν, μέ ἕναν δίσκο μέ ἕνα ποτήρι δροσερό νερό καί ἕνα γλυκό.

Ὁ διάκονος πῆρε τό γλυκό καί εὐχαρίστησε.

«Τήν εὐχή σου, Γέροντα. Νά εὔχεσαι γιά μένα» ψιθύρισε συγκινημένος.

Μέ δάκρυα στά μάτια ἔβαλε μιά μετάνοια καί ἀναχώρησε γεμάτος συντριβή.

ΦΙΛΑΓΙΟΣ

Ἡ τελευταία μάχη μὲ τὸν διάβολo τοῦ Γέροντος Νείλου τοῦ Ἁγιοφαραγγίτου


Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Φραγκάκη, Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας. 

 Ἦταν μεσημέρι Μεγάλης Τρίτης 2016. Φευγαλέα λόγῳ τῆς ἐργασιακῆς πληρότητας ποὺ ἐπέβαλλαν οἱ ρυθμοὶ τῶν Ἁγίων ἡμερῶν, ἐπισκεφθήκαμε στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου τὸν παλαίμαχο ἀγωνιστὴ τῆς ἐρήμου Γέροντα Νεῖλο (Θεόδωρο) τὸν Ἁγιοφαραγγίτη.

. Τὸν βρήκαμε καταπονημένο σωματικά, σχεδὸν ξέπνοο, ἐξουθενωμένο ἀπὸ τὴν βαριὰ καὶ ἐπίπονη νόσο ποὺ ταλαιπώρησε τὸ ἀραχνῶδες χοϊκό του περίβλημα ἀλλὰ ὡρίμασε ἀπόλυτα τὴν γενναία του καὶ ἐν-Χριστωμένη ψυχή.

Παρὰ τὴν σωματικὴ ταλαιπωρία ἦταν θαλερότατος ψυχικά, σὲ μάχιμη ἑτοιμότητα καὶ μὲ τὴν συνήθη ὑψιπετοῦσα καρδιὰ καὶ πνευματικὴ ἀκμαιότητα.
. Ἡ ἄνεση ποὺ μᾶς χορηγοῦσε ὁ στενότατος πνευματικὸς σύνδεσμος, ποὺ εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἀνάμεσά μας τώρα καὶ ἀρκετὰ χρόνια, ἔδινε γιὰ μία ἄλλη φορὰ τὴν δυνατότητα νὰ ρουφήξουμε κάτι ἀπὸ τὸ νέκταρ τῆς ἐρήμου, τώρα ποὺ κατασταλαγμένο καὶ συνολικὸ ξεχυνόταν ἀπὸ τὸν κρατήρα τῆς ἄσκησης καὶ τοῦ πόνου, στὴν περίλαμπρη δεξαμενὴ τῆς αἰωνιότητας.
. Κάποια στιγμὴ παρατήρησα ὅτι ὁ Γέροντας ὁλοπόρφυρος στὸ πρόσωπο καὶ μὲ κάποια ἐναγώνια ἐπιμονή, ἔφτυνε μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου καὶ κάτι ψιθύριζε.. Ἡ μεταξύ μας ἀγάπη μοῦ ἔδωσε τὴν ἄνεση τοῦ ἐρωτήματος:
– Γέροντα, γιατί προσπαθεῖς νὰ φτύνεις συνέχεια μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου;
. Γέροντας: – Φτύνω τὸν ἀόρατο… νά ᾽ξερες τί μοῦ κάνει; Ἔχω νὰ κοιμηθῶ πέντε μερόνυχτα…
– Τί σοῦ κάνει Γέροντα;
. Γέροντας: Εἶναι συνεχῶς ἀπέναντί μου. Μὲ βρίζει καὶ μὲ ἀπειλεῖ… Ἡ μορφή του εἶναι τόσο ἀπαίσια, ποὺ ἂν δὲν ἐνδυναμώσει ὁ Θεός, δὲν ἀντέχει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀγριότητα τῆς παρουσίας του…
– Πῶς εἶναι Γέροντα;
– Σὰν χοῖρος μὲ χονδρὲς–ἁδρὲς τρίχες (ἔτσι τὸν ἔβλεπε κι ὁ Γέροντας Ἀναστάσιος). Βρωμάει ἀπαίσια… Ἀλλάζει ὄψεις… Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν περιγράψεις… Βγάζει τὴ γλώσσα του, ποὺ εἶναι τεράστια… ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξέρχονται κοκκινωπὲς φωτιές…
– Σοῦ μιλάει Γέροντα;
. Γέροντας: Ἂν μοῦ μιλάει; Προσπαθεῖ νὰ μὲ ἀποθαρρύνει… Καὶ τί δὲν μοῦ λέει… Ἐγὼ -λέει- σοῦ ᾽φαγα τὴν σάρκα… ἐγὼ σοῦ λάβωσα τὰ πνευμόνια… Ἐγὼ ἔβαλα καὶ σὲ καταδίωκαν μία ζωή. Ἐγὼ σοῦ ἔκανα τὸ τάδε καὶ τὸ τάδε.. Ἐγὼ σ᾽ ἔφερα σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ὅποιους βάλω στὰ δίχτυά μου, τοὺς περιποιοῦμαι καλά… Δικός μου εἶσαι ρέ… Δικός μου… Ἀκοῦς;
– Ἐσὺ πῶς ἀντιδρᾶς Γέροντα;
– Γέροντας: Ἀπαντῶ μὲ τὸ Χρυσοστομικὸ λόγιο: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες». Καὶ τὸν φτύνω συνέχεια… Αὐτός μοῦ λέει: «Τὸ περιποιήθηκα καλὰ καὶ τὸ Χρυσοστομάκι σας, ποὺ μοῦ πήγαινε κόντρα καὶ τά ᾽γραψε αὐτὰ (ἐννοοῦσε τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο). Τὸν συγύρισα χειρότερα ἀπὸ σένα. Ἔβαλα τοὺς δικούς μου καὶ τὸν διέλυσαν στὴν ἐξορία… Ἀφεντάδες καὶ Δεσποτάδες… Ἀκοῦς ρέ; Ἐγὼ σᾶς κατευθύνω καὶ τώρα… Θὰ τ᾽ ἀλλάξω ὅλα στὰ μπλὰ μπλά σας (στὴν διδασκαλία σας)… Ὅποιος μοῦ πάει κόντρα τὸν περιποιοῦμαι καλά… Ἔλα τώρα νὰ σέ… δροσίσω…». Βγάζει τὴν ἀπαίσια γλώσσα του, τὴν τεντώνει, ἂν καὶ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση κάποια μέτρα μακριά, τὴν κάνει σὰν προβοσκίδα ἐλέφαντα, μὲ ἀκουμπᾶ σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ προσώπου μου καὶ μὲ καίει ἀφόρητα… Καὶ συνεχίζει σαρκαστικά: «Αὐτὸ τὸ δῶρο ἀπὸ τὴν γλώσσα μου, ἐπειδὴ ἐσὺ μὲ ἔψηνες μὲ τὴν δική σου τὴν γλώσσα… Μπορεῖς νὰ μοῦ πεῖς γιατί δίδασκες; Ἀφοῦ ἐρχόμουνα καὶ σοῦ ᾽λεγα ὅτι δὲν ἦταν δουλειά σου νὰ διδάσκεις καὶ νὰ δίνεις κατευθύνσεις στὸν κόσμο. Νὰ διδάσκουν οἱ θεολόγοι, οἱ δεσποτάδες, μάλιστα… Ἀλλὰ ὄχι κι ἐσὺ νὰ μὲ βαρᾶς… Τὸ ξύλο τὸ ἀπελέκητο!». Ἄλλοτε γίνεται τεράστιο φίδι, περιτυλίγει καὶ σφίγγει τὸ σῶμα μου καὶ ἀντιμετωπίζω ἀφόρητο μαρτύριο. Ἐπιμένω στὸ «Χριστὸς Ἀνέστη καὶ πεπτώκασι δαίμονες» καὶ στὸ φτύσιμο… Τὰ εἶχα αὐτὰ καὶ στὴν ἔρημο ἀλλὰ καὶ πιὸ ἀραιὰ καὶ νικηφόρα… Ξεκίνησαν ἐντατικότερα τὶς τελευταῖες ἡμέρες… Ἐπιμένει καὶ δὲν φεύγει…
. – Ξέρετε, τοῦ εἶπα, ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Ἀριζονίτης γράφει, ὅτι τὸ ὑφίστανται αὐτὸ πρὸ τοῦ τέλους οἱ μεγάλοι ἀθλητὲς γιὰ νὰ ἀποκομίσουν καὶ μαρτυρικὸ στεφάνι. Γράφει συγκεκριμένα γιὰ τὴν Ὁσία Μητέρα του Γερόντισσα Θεοφανώ, ὅτι ἔβλεπε ὁ Γέροντας τὸν Ἄγγελό της, λίγες ἡμέρες πρὸ τῆς μακαρίας τελευτῆς της νὰ ἀποσύρεται διακριτικὰ καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα της, χωρὶς νὰ ἐπεμβαίνει. Τὴν ἄφηνε μόνη της νὰ παλεύει γιὰ νὰ αὐξηθεῖ ὁ μισθὸς τοῦ ἀγώνα καὶ τῆς ὑπομονῆς. Ἐκείνη ἀντιστέκονταν ἀδιάλειπτα μὲ δύο λέξεις: «Ἰησοῦ – Παναγία μου». Τὸν ἔβλεπε καὶ κρατοῦσε στιλέτο καὶ τὴν σημάδευε μὲ ἄγριες διαθέσεις… Τώρα καὶ ἐσεῖς εὑρίσκεσθε στὴν πύλη… Γι᾽ αὐτὸ συμβαίνουν αὐτά…
. Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης δὲν γράφει στὴν Κλίμακα ὅτι οἱ τελευταῖοι πειρασμοὶ τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν εἶναι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀπελπισίας;
. Μήπως ὁ σύγχρονος ἀναγεννητὴς τοῦ Ἁγιωνύμου Ἄθωνος Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς δὲν ἀπεκάλυψε στὰ πνευματικά του παιδιὰ ὅτι δέχθηκε τέτοια ἐπίθεση ἀπὸ τὸν πονηρὸ στὶς ὁριακὲς ἡμέρες πρὸ τοῦ τέλους, ποὺ πάσχιζε μὲ λυσσώδη μανία νὰ τοῦ κηρύξει φανταστικὲς καὶ ἄκυρες ὅλες του τὶς ἁγιοπνευματικὲς ἐμπειρίες;
. Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Ζερβάκος, ὅταν πῆγε νὰ πληροφορήσει τὸν ἐπιστήθιο φίλο του, Ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Χαμακιώτη γιὰ τὸ ἐπερχόμενο τέλος τοῦ δεύτερου, δὲν τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχή, λέγοντάς του: «Πρόσεξε, ἀδελφέ, μὴ σὲ πειράξει τὴν τελευταία στιγμὴ ὁ παγκάκιστος;». Κάτι ποὺ βεβαίως ἔγινε, ἀλλὰ ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος μὲ τὰ σημερινὰ ζωομύριστα καὶ μυρίπνοα ὀστᾶ, ἐξῆλθε τροπαιοῦχος καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν τελευταία πνευματικὴ γυμνασία ποὺ τοῦ παραχώρησε ὁ ἀγωνοθέτης Θεός…
. Μήπως καὶ ὁ ἐμπνευστὴς καὶ ὁμόψυχος ἀδελφός σας, ὁ Μέγας Ἀναστάσιος ὁ Κουδουμιανός, μικρὸ πρὸ τῆς θριαμβευτικῆς μεταχωρήσεώς του στὴν αἰωνιότητα, δὲν μᾶς φανέρωσε, ὅτι εἶχε φοβερὴ συμπλοκὴ μὲ τοὺς δαίμονες, κάτι ὄχι ἀσυνήθιστο γιὰ τὸν ἐμπειροπόλεμο πυγμάχο τῆς ἀσκητικῆς κονίστρας; Τὸν ἔσυραν στὸ ἔδαφος, τοῦ κατάφεραν δύο περίεργα ἐγκαύματα στὴν πλάτη, τὰ ὁποῖα, βέβαια, μετὰ ἀπὸ παρέλευση ὀλίγιστου χρόνου, θαυματουργικῶς ἑξαλείφθησαν.
. Καὶ ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, ἀπὸ τοὺς σπάνιους σὲ χριστοκεντρικότητα καὶ ἀπόθεμα ἁγιότητος Ἱεράρχες, τὴν ἡμέρα ποὺ ἐκοιμήθη αἰφνιδίως, δέχθηκε ἐπίθεση ἀπὸ σμῆνος δαιμόνων… Κατάπληκτος καὶ ἀναμαλλιασμένος βγῆκε στὸν ἐξώστη τοῦ μοναχικοῦ του ἐνδιαιτήματος καὶ φώναζε: «Γιατί ἀφήσατε τοὺς μαύρους νὰ περάσουν, τοὺς μασσώνους ποὺ ἀνέβηκαν ἐπάνω; Μοῦ ἔκαναν ἄγρια ἐπίθεση… Τοὺς ἀντιμετώπισα ἀλλὰ ζορίστηκα…». Αὐτὸ ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα δύο φορές. Ἔχουμε καὶ πολλὰ ἄλλα παραδείγματα Γέροντα. Κάνε κουράγιο…
. Ὁ Γέροντας μὲ πρόδηλη ἀπορία ἀποτυπωμένη στὴν ἔκφραση τοῦ προσώπου του, μοῦ ἀπάντησε:
– «Μὰ ἐγὼ δὲν ἀνήκω στοὺς μεγάλους ἀθλητές. Ὑπῆρξα ἰσόβιος ζητιάνος τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ στὴν ἔρημο διὰ τῆς μετανοίας… Εἶμαι ρεμάλι… Μεγάλος ἁμαρτωλός. Ζητοῦσα συνεχῶς ἔλεος… Δὲν εἶναι αὐτὰ γιὰ ᾽μένα. Δὲν ἀνήκω σὲ αὐτούς…».
– Αὐτά, ἀπάντησα, Γέροντα, ὁ Θεὸς τὰ ξέρει…
. Μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο ἔγνεψε ὅτι συμφωνεῖ καὶ ἔκλεισε τὰ ὁλόλαμπρα μάτια του ἀπὸ ἐξάντληση, περατώνοντας κάθε συζήτηση.
. Ἄλλωστε ἀσθμαίνων καὶ μὲ πολὺ κόπο, σχεδὸν ψιθυριστά, μέχρι ἐκείνη τὴν ὥρα ἀνταποκρινόταν στὸν διάλογο. Ἀπόρησα ποῦ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ μετάσχει τόσο εὐκρινῶς στὴ διαγενόμενη συζήτηση.
. Ἦταν προφανῶς ἐνδυνάμωση Θεοῦ, προκειμένου νὰ ἀφήσει σὰν παρακαταθήκη καὶ τὴν τελευταία του αὐτὴ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία, στὴν βιωματικὴ φιλοκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
. Αὐτὴ ἡ διήγηση ἦταν καὶ ὁ τελευταῖος μας διάλογος ἐπὶ γῆς…
. Ὁ Γέροντας ἀπὸ τὴν Μεγάλη Τετάρτη τὸ βράδυ εἶχε πλέον ἠρεμήσει ἀπόλυτα καὶ περίμενε μὲ γαλήνη τὸ ἐπικείμενο τέλος.
. Εἶχε λήξει ἡ τελευταία φοβερὴ μάχη μὲ τὸν δαίμονα. Νικητὴς ὁ παλαίμαχος ἀθλητὴς τῆς ἐρήμου ἔβλεπε τοὺς παλαιοὺς Ἁγιοφαραγγίτες Πατέρες νὰ τὸν περιστοιχίζουν καὶ τὶς ἐπουράνιες ἀγγελικὲς ταξιαρχίες νὰ ὑπερίπτανται ἐμφανῶς, νὰ ἐπιστατοῦν γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη του, νὰ λαμβάνουν πρωτοβουλίες καὶ νὰ ἑτοιμάζουν τὴν ἔξοδό του.
. Ἐκστατικὸς ἔμενε νὰ κοιτάζει καὶ δόξαζε τὸν Θεό! Ἔκανε μὲ ἀπροκάλυπτη δυσκολία ἄπειρες φορὲς τὸν σταυρό του.
. Τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ψέλλισε: «Ὅλα τελείωσαν. Σήμερα φεύγω. Ἐπίκειται ἡ ὥρα. Νὰ εἰδοποιηθεῖ ὁ Ἀντώνης γιὰ τὴν ἄμεση μεταφορά μου μὲ τὸ ἀσθενοφόρο στὸ Κεφάλι (Ἐρημητήριο ὅπου ζοῦσε στὰ νοτιοδυτικὰ Ἀστερούσια).
. Θέλω νὰ παραδώσω τὴν ψυχή μου ἐκεῖ… Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ βρεθῶ στὸ Ἀσκητήριό μου ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἕως τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς».
. Λίγο ἀργότερα εἶπε ξέπνοα ἀλλὰ καθαρά: «Ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος»
. Ὅταν πρὶν λίγες ἡμέρες τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ ζωντανὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἐνοσηλεύετο στὶς Μοῖρες, ἡ κοιμηθεῖσα κόρη του Σταυρούλα, τὴν ρώτησε ὁ Γέροντας: «Πῶς εἶναι παιδί μου ὁ Παράδεισος», καὶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Ὅπως μοῦ τὸν περιέγραφες, σεβαστέ μου πατέρα». «Ἐξήγησέ μου περισσότερο», ἐπέμεινε ἐκεῖνος καὶ αὐτὴ συμπλήρωσε: «Δὲν μοῦ ἔλεγες, ὅταν σὲ ρωτοῦσα ἐγὼ πρὶν φύγω, ὅτι ἐκεῖ “οὐκ ἔτσι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος”; Τελικὰ αὐτὸ εἶναι πατέρα».
Τώρα ὁ Γέροντας προγευόμενος τὰ ἔπαθλα τοῦ ἀγωνοθέτη Θεοῦ, τελείωνε τοὺς ἐπίπονους ἰσόβιους ἄθλους ἐπαναλαμβάνοντας τοῦτα τὰ λόγια καὶ ἕνα λεπτὸ ἀδιόρατο χαμόγελο σφράγιζε τὴν μυστηριώδη ἔκσταση τοῦ θανάτου. Βαριανάσαινε καὶ ἀτάραχος περίμενε. Τὸ οὐράνιο ταξίδι εἶχε πλέον ἄμεσα δρομολογηθεῖ. . Ἦταν Μεγάλη Πέμπτη λίγο πρὶν τὰ μεσάνυχτα 28-4-2016. Ἡ ἔνδοξη κοίμησή του ὑπῆρξε «μυστήριο κραυγῆς ὅπερ ἐν ἡσυχίᾳ Θεοῦ διεπράχθη» (Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος) ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλη ἡ θαυμαστὴ καὶ πνευματέμφορος βιοτή του.
. Μόλις ἀκούμπησε τὸ κατάστικτο καὶ ὁσίαθλο σῶμα στὴν ἀσκητική του κλίνη, ἀμέσως φτερούγισε ἡ ὁλόφωτη καὶ θεοτερπὴς ψυχή του στὰ ἄφθαρτα σκηνώματα τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον μὲ μανικὸ ἔρωτα ἀγάπησε καὶ μὲ ἀδιάλειπτη ἡσυχαστικὴ στοχοθεσία, χαρισματικῶς προσαπόκτησε.
. Ἦταν ἡ πανίερη καὶ φοβερὴ βραδιὰ ποὺ ἐμυσταγωγεῖτο τὸ Θεῖο Πάθος στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Καὶ ἡ ἐσταυρωμένη ἐπίγεια διαδρομὴ τοῦ μαρτυρικοῦ Γέροντος, ἔπρεπε νὰ βρεῖ ἐκεῖνες τὶς συγκλονιστικὲς στιγμὲς τὴν νοηματοδότηση καὶ καταξίωσή της, ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ καλεῖ τοὺς φίλους Του ἐνεργὰ στὸ Σταυρό, προκειμένου νὰ τοὺς ἀναγνωρίσει δικούς Του καὶ νὰ τοὺς ἐντάξει πανηγυρικὰ καὶ στοὺς ἄληκτους ἀναβαθμοὺς τῆς Ἀναστάσεως..
. Αἰωνία ἡ μνήμη του. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του.

ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ο Γέροντας με τις βράκες. Ο γέρο Παναης της Λύσης (†30 Δεκεμβρίου 1989), μια αγιασμένη μορφή της σύγχρονης Κύπρου

Εκτύπωση
Συνέντευξη του Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στον κ.  Γιάννη Ν. Ζαννή για την εφ. «Η Ορθόδοξη Αλήθεια»

30 Δεκεμβρίου 1989. Στην εκκλησία της Αγίας Θέκλας, μια λυόμενη κατασκευή στον προσφυγικό συνοικισμό Αγίων Αναργύρων Λάρνακας, τελείται η Εξόδιος Ακολουθία ενός γέρου πρόσφυγα από την κατεχόμενη Λύση, από τους παλιούς εκείνους βρακοφόρους γέροντες της Κύπρου. Παρών και ο ηγούμενος του Σταυροβουνίου, του μοναστηριού που από πολλών   αιώνων διαδρομή,  είναι  η πνευματική ακρόπολη της μαρτυρικής Μεγαλονήσου.

 Ο Γέροντας Αθανάσιος Σταυροβουνιώτης. Στέκεται προ της σορού του βρακοφόρου Γέροντα και αρχίζει τον επιμνημόσυνο λόγο του:

«Πάτερ Παναή, άνθρωπε του Θεού, εργάτα του Κυρίου, ψυχή του Παραδείσου, μακαρία ἡ ὁδὸς ᾖ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως!».

Ποιός ήταν αυτός ο γέροντας, προς τον οποίον  ο Ηγούμενος του Σταυροβουνίου απηύθηνε την προσφώνηση «Πάτερ Παναή»;

Γεννημένος στην αγιοτόκο και ηρωοτόκο Λύση της Αμμοχώστου στις 15 Αυγούστου του 1905 (γι’  αὐτό και τον βάφτισαν Παναή), ήταν ο τέταρτος από οκτώ αδέλφια , στα οποία οι γονείς τους Γεώργιος και Μηλιά Χατζηιωνά φρόντισαν εξ απαλών ονύχων να μεταγγίσουν τον θείο φόβο και την ευλάβεια.

Επρόκειτο για έναν μεγάλο ασκητή μέσα στον κόσμο, μια οσιακή πραγματικά μορφή, που ενώ ποτέ δεν έλαβε το μοναχικό σχήμα, θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο τέτοιας τιμής, έζησε σαν πραγματικός μοναχός. Και με το παράδειγμα του βίου του, πολλούς συμπατριώτες του οδήγησε εις επίγνωσιν αληθείας, αποδεικνύοντας ότι το Ευαγγέλιο απευθύνεται σε όλους τους χριστιανούς, μοναχούς ή λαϊκούς, και όλοι καλούνται να το εφαρμόσουν. Γνώρισε την τραγωδία της προσφυγιάς μετά την εισβολή του 1974 και εν τέλει εκοιμήθη στην Λάρνακα στις 30 Δεκεμβρίου του 1989, πριν τριάντα δηλαδή έτη.

Συνομιλήσαμε με τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου, ο οποίος είχε γνωρίσει προσωπικά τον γερο Παναή, και τα όσα μας είπε τα παραθέτουμε στην συνέντευξη που ακολουθεί.

Πανιερώτατε την ευχή σας, ευχαριστούμε πολύ για την καλοσύνη σας να μας αφιερώσετε από τον πολύτιμο χρόνο σας. Το θέμα μας είναι ο μακάριος εκείνος Γέροντας , ο Παναής Χατζηιωνάς, ο γερο Παναής της Λύσης, που τον γνωρίσατε και προσωπικά. Ας μιλήσουμε λίγο για τη ζωή του.   

Η Παναγία της Λύσης Ο γερο Παναής γεννήθηκε σ’ ένα κεφαλοχώρι της Μεσαωρίας, της μεγάλης πεδιάδας δηλαδή, που είναι στο κέντρο της Κύπρου, το οποίο ονομάζεται Λύση.

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει Λύση, είναι το χωριό που γέννησε έναν τοπικό Όσιο, τον όσιο Συνέσιο. Φιλοξενεί-μόνον αυτό το χωριό- την τιμή ενός άλλου τοπικού Αγίου, με ιερό ναό πανάρχαιο, με ωραιότατες τοιχογραφίες που συλήθηκαν από τους Τούρκους και επιτέλους επαναπατρίστηκαν προ ολίγων ετών (από το Τέξας ήλθαν αυτές οι τοιχογραφίες). Εννοώ το εκκλησάκι του οσίου Ευφημιανού. Και επίσης, η Λύση είναι η κοινότητα που έχει την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Λυσιώτισσας, όπως την λέγαμε εμείς, με έναν θαυμάσιο ναό ιταλοβυζαντινό, μοναδικό  για τα κυπριακά δεδομένα, και σε μέγεθος και σε αρχιτεκτονική σύνθεση. Η Λύσις επίσης, είναι το χωριό όχι μόνο των Αγίων, αλλά και των ηρώων, με κορυφαίο τον Γρηγόρη Αυξεντίου.

Αυτό το χωριό λοιπόν, είναι η γενέτειρα αυτού του συγχρόνου οσίου ανδρός της Κύπρου, του γερο Παναή.  Και δεν είναι τυχαίο που για να τον διακρίνεις μέσα στα ιστορικά δεδομένα, λες «ο γερο Παναής της Λύσης». Όπως λέμε «ο όσιος Ιάκωβος της Εύβοιας, ή ο όσιος  Παΐσιος ο Αγιορείτης».  Αυτός λοιπόν, είναι ο όσιος Παναής της Λύσης. Με όλη την λυσιώτικη ευσέβεια, την ενδυμασία, χαρακτηριστική παραδοσιακή της Κύπρου και ιδιατέρως της Λύσης, με την μαύρη βράκα, με το μαντό επί της κεφαλής αυτού.

Τι είναι ο μαντός;

Όταν λέμε στην κυπριακή ιδιόλεκτο ο μαντός, εννοούμε το κεφαλομάντηλο το οποίο έφεραν οι άνδρες, μαύρου χρώματος, για να τους προστατεύσει από τον καυτερό ήλιο της Κύπρου  κατά τους θερινούς μήνες. Το φορούσε και ο Χατζηφλουρέντζος. Θυμάμαι και τον πατέρα μου που το φορούσε. Οι παλαιοί άνδρες της Κύπρου με αυτό κυκλοφορούσαν και πήγαιναν και στην εκκλησία ακόμα με αυτόν τον μαντό και την ώρα του Ευαγγελίου τον έβγαζαν. Όταν τους έβλεπες, νόμιζες πως βλέπεις τους αρχαίους ασκητές της Αιγύπτου, της Συρίας, της Παλαιστίνης, τον αββά Αντώνιο. Εγώ τα θυμάμαι γιατί ήμουν μικρό παιδί και στην εκκλησία έβλεπα τους γέρους με τον μαντό, μου δημιουργούσε μέσα μου η εικόνα αυτή αισθήματα μυσταγωγίας, μυστηρίου. Το ίδιο βέβαια και οι γυναίκες, οι οποίες μάλιστα είχαν διπλομάντηλο. Η λυσιώτικη ενδυμασία δε, είναι όλως ιδιατέρως χαρακτηριστική. Ακόμα και σήμερα την συναντάς σε ηλικιωμένες πρόσφυγες Λυσιώτισσες.

Τα λέω όλα αυτά διότι, όταν δείτε φωτογραφίες, θα σας ξενίσουν και ιδιατέρως τους Ελλαδίτες. Του γερο Παναή, του αδελφού του Βασίλη, της αδελφής τους Τρυφωνούς, της αδελφής τους Θεοδώρας…

Ήταν μια οικογένεια ασκητών μέσα στον κόσμο. Αυτός ο χρόνος δηλαδή που καθιερώθηκε εν υστέροις χρόνοις, « Ασκητές μέσα στον κόσμο», βρίσκει την πλήρη εφαρμογή του στο πρόσωπο του Παναή, του αδελφού του Βασίλη και της αδελφής τους Τρυφωνούς. Τρεις αδελφοί αφιερωμένοι στον Χριστό ενσυνείδητα. Ζούσαν ασκητικά, χωρίς να γίνουν μοναχοί.  Χωρίς να είναι ούτε έγγαμοι, ούτε μοναχοί. Και είχαν πνευματικό καθοδηγητή τον μεγάλο Πνευματικό της Κύπρου στην 10ετία του ’50, του  ’60 και νωρίτερα βεβαίως, τον Κυπριανό τον Σταυροβουνιώτη. Τον Γέροντα Κυπριανό του Σταυροβουνίου, αυτόν τον άνθρωπο με τα λαμπερά μάτια. Αν τον δεις στη φωτογραφία, εκπλήσσεσαι από την ακτινοβολία, το φως που εκπέμπουν τα μάτια του.      Άνθρωπος που πέρασε από το Άγιον Όρος   και επέστρεψε στην Κύπρο και στήριξε το νεώτερο Σταυροβούνι.

Αυτόν τον ασκητή, τον είχαν Πνευματικό όλοι οι παλαιοί Κύπριοι και ανάμεσα σ’ αυτούς και η οικογένεια που προανέφερα, του γερο Παναή. Αυτός τους συμβούλευσε να μείνουν στο χωριό τους, χωρίς να γίνουν μοναχοί, και να ζήσουν τον μοναχισμό στο σπίτι τους.

Ο Παναής είχε   το χάρισμα του λόγου, ήταν ο ἡγούμενος τοῦ λόγου,   ενώ ο άλλος αδελφός, ο Βασίλης, ήταν ψάλτης. Ο Παναής ήταν ο κανδηλανάπτης της Παναγίας της Λύσης. Και είχε όπως είπαμε, το χάρισμα του λόγου και της κατήχησης. Δηλαδή, αυτό που διαβάζουμε στα  δοξαστικά του αγίου Αντωνίου και όλων των Οσίων, ἔπεισας τοὺς ἀνθρώπους καταφρονεῖν τὰ ἡδέα, τα  ευχάριστα.   Τα ηδονιστικά περισσότερο εννοεί.

Λοιπόν, πραγματικά ο Παναής ήταν ένας άνθρωπος που όταν τον πλησίαζες και μιλούσες μαζί του με τα λαμπερά του μάτια τα ανοιχτόχρωμα, σε έπειθε να ασκητεύσεις. Να εγκρατευθείς. Σε έπειθε ότι ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου. Και αυτός ο φόβος δεν είναι για να φοβηθείς τον Θεό, αλλά για να τον σεβαστείς ως Δημιουργό σου και ότι πρέπει να έχεις σχέση μαζί Του, να μοιραστείς την Αγιότητά Του. Σε έπειθε. Για μένα το μεγαλύτερο χάρισμα του Παναή –και ήταν κάτι που το συνάντησα μετά και στον άγιο Πορφύριο και στον άγιο Παΐσιο, στον άγιο Ιάκωβο της Εύβοιας. Σε έπειθαν αυτοί οι άνθρωποι. Σε έπειθαν ότι η ζωή του Χριστού, το Ευαγγέλιο, οι εντολές Του είναι εφαρμόσιμες στις μέρες μας.  Οπότε, σε κείνα τα χρόνια, δηλαδή μετά τον Β΄Π. Π., όταν η Κύπρος ετοιμαζόταν για τον απελευθερωτικό της αγώνα που έγινε λίγο αργότερα, το    ’55-’59,      ο Παναής έκανε έναν άλλον αγώνα, πρώτα στον εαυτό του και απελευθερώθηκε από τα όποια πάθη είχε ο ίδιος, είτε κληρονομικά είτε επίκτητα. Βοήθησε και τα’ αδέλφια του να εισέλθουν σ’ αυτό το στάδιο και έτσι έκαναν μίαν κατ’ οἶκον ἐκκλησίαν και μιαν ασκητική παλαίστρα μέσα στο χωριό τους. Και στη συνέχεια, με ευλογία του Πνευματικού τους, του Κυπριανού του Σταυροβουνιώτη, έκαναν έναν σύλλογο. Κάτι που ήταν άγνωστο τότε στην Κύπρο. Και κει μαζεύονταν άνδρες και γυναίκες και ο Παναής τους εξηγούσε το Ευαγγέλιο, τους βίους των Αγίων, βρήκε τον Ευεργετινό και τους διάβαζε από μέσα, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν αυτά στην Κύπρο μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Παναής, πριν δημιουργήσουν οι Μητροπόλεις Κατηχητικά, έκανε το έργο του κατηχητή. Και με τον παραδοσιακό τρόπο. Και τους οδηγούσε στην ασκητική και εκκλησιαστική ζωή. Αυτό ήταν το κύριο. Ο γερο Παναής, μ’ αυτόν τον σύλλογο δεν έφτιαχνε ανθρώπους που να κάνουν θρησκευτικές οργανώσεις, αλλά εκκλησιαστικούς ανθρώπους. Δεν είναι τυχαίο ότι από αυτή την συνοδεία λαϊκών ασκητών που συγκροτήθηκε γύρω από τον Παναή,   προέκυψε ένα μοναστήρι, η συνοδεία που μέχρι σήμερα προΐσταται η Γερόντισσα Καλλίστη, του Αγίου Παντελεήμονος στον Αχερά. Ήταν πνευματικά παιδιά του Παναή αυτές οι μοναχές. Μάλιστα τους έλεγε προφητικά «μάθετε να ψέλνετε, μάθετε να λέτε κανέναν Απόστολο, θα σας χρειαστούν».

Ο μεγάλος Πνευματικός της Λευκωσίας εν υστέροις χρόνοις, ο Γέροντας Γαβριήλ, προήλθε από αυτή τη συνοδεία. Και πήγε μετά και έγινε μοναχός στον Άγιο Απόστολο Βαρνάβα. Και πολλοί από αυτή τη συνοδεία έγιναν άλλοι ιερείς, άλλοι ιεροψάλτες και δημιούργησε ο Παναής στη Λύση, χωρίς τυμπανοκρουσίες, μία θαυμάσια εκκλησιαστική κίνηση.

Ήταν ο νεωκόρος του ναού και όταν τελείωναν οι ιερείς τον εσπερινό, ο Παναής με τα αδέλφια του και τη συνοδεία του παρέμεναν εντός του ναού, χωρίς ιερείς, και έκαναν (διάβαζαν, δηλαδή)  όλες τις ακολουθίες της ημέρας.     Συχνά-πυκνά ερχόταν και ο «ἕτερος Καππαδόκης», ο Χατζηφλουρέντζος, από την γειτονική Μηλιά Αμμοχώστου. Άλλος ασκητής αυτός, έγγαμος, με πέντε παιδιά. Αγιώτατος και μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Παναή, συνδεδεμένος και αυτός με το ασκητομονάστηρο του Σταυροβουνίου. Και μου διηγείτο μία από τις μαθήτριες του Παναή που ζει ακόμα, ότι μια βραδιά ο Χατζηφλουρέντζος ήρθε στις αγρυπνίες που έκαναν κάθε νύχτα εκεί στην Παναγία της Λύσης και ήταν γονατιστός μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Και έκλαιγε, μου είπε, τόσο δυνατά, που δεν ξαναείδαμε εμείς. Ο Παναής, μου είπε, είχε πάντα δάκρυα στην προσευχή του, αλλά ήταν πολύ διακριτικός και σιωπηλός. Ο Χατζηφλουρέντζος ήταν εκδηλωτικός. Δεν ήταν κλάμα, μου είπε, ήταν θρήνος. Και μας έκανε εντύπωση που όταν σηκώθηκε από την γονυκλισία, εκεί που είχε γονατίσει, ήταν σαν να είχε αδειάσει ένας κουβάς από νερό. Και είπαμε, μου λέει, όλες «μά, που είχε τούτα τα δάκρυα αυτός ο άνθρωπος; πόσα δάκρυα είχαν τα μάτια του   κι έκαμε τούτον τον κουβάν με το νερό μπροστά στην Παναγία;».

Εσείς τον είχατε γνωρίσει προσωπικά τον γερο Παναή;

ΧατζηφλουρέντζοςΒέβαια!  Τον ήξερα αρκετά! Και με αξίωσε ο Θεός και τον έντυσα όταν εκοιμήθη. Όταν έγινε η προσφυγιά, ο Παναής λίγο πριν   έλεγε προφητικά στους Λυσιώτες: «Χτίζετε μεγάλα σπίτια, Τούρκοι θα κατοικήσουν. Τότε δεν καταλάβαιναν  τον λόγο του. Ο δε Χατζηφλουρέντζος, ο οποίος εκοιμήθηκε   το ’69, επροφήτευε στα παιδιά του και στους οικείους του τα γεγονότα που ήλθαν αργότερα, το ’74. Το πραξικόπημα και την εισβολή των Τούρκων και την παρατεταμένη κατοχή, ως και την μελλοντική ελευθερία της Κύπρου. Αντιλαμβάνεσθε ότι υπήρχε μία παρέα ασκητών στην περιοχή αυτή. Και δεν ήταν μόνο στην περιοχή αυτή. Και στα μέρη τα δικά μας εδώ, της Μόρφου και στην Πάφο και αλλού, υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι με ασκητικό βίο, είτε έγγαμοι, είτε άγαμοι. Ασκητές μέσα στον κόσμο. Αυτό είναι κάτι που το βρίσκουμε και στην Μ. Ασία. Είναι ανατολικός τρόπος και είναι ορθόδοξος τρόπος ύπαρξης. Απλά διατήρησαν περισσότερο αυτά τα μέρη της Ανατολής τον τρόπο αυτόν. Διότι επηρεάστηκαν λιγότερο από το αθηναϊκό κράτος. Αυτή είναι η ερμηνεία που δίδω. Και όσο λιγότερη επιρροή από ευσεβιστικές καταβολές, τόσο μεγαλύτερη άσκηση και Αγιότητα.  Την περίοδο της  τουρκοκρατίας και της αγγλοκρατίας, ο τρόπος αυτός διαφυλάχθηκε όσο ήταν δυνατόν. Αργότερα, όταν γίναμε ανεξάρτητο κράτος και η Ελλάδα και η Κύπρος, τότε ξεκίνησε το πρόβλημα του εξευρωπαϊσμού μας και ιδού το χάλι μας.

Ας επανέλθουμε όμως στον γερο Παναή. Έγινε λοιπόν τότε πρόσφυγας, κατά τον προφητικό λόγο και του ιδίου και του Χατζηφλουρέντζου και άλλων. Κατοίκησε στην Λάρνακα, σε ένα συνοικισμό προσφύγων, σ’ ένα διαμέρισμα ισόγειο μιας πολυκατοικίας, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Θέκλας, η οποία ήταν λυόμενη κατασκευή. Τα περιγράφω αυτά για να δείτε τις συνθήκες. Ξέχασα να πω ένα ωραίο περιστατικό. Όταν πήγε ο Π. Τρεμπέλας, σημαίνον στέλεχος της «Ζωής» να κάνει κήρυγμα στη Λύση, του έκανε εντύπωση η βυζαντινή μουσική που είχαν οι ψάλτες, οι στολές που φορούσαν   άντρες και γυναίκες.  Νόμιζα ότι πήγα σ’ ένα μεγάλο μοναστήρι, είπε χαρακτηριστικά.

Στην Αγία Θέκλα λοιπόν, λειτουργούσε ο τότε Τριμμυθούντος Γεώργιος. ο κατοπινός Νικαίας Γεώργιος. Και όταν έδωσε το θυμιατό στον δεσπότη ο κανδηλανάπτης,  έκανε εντύπωση στον επίσκοπο (και το έλεγε στον Τρεμπέλα) ότι βράχηκε το χέρι του από τα δάκρυα του γερο Παναή. Σκέψου, αυτοί οι άνθρωποι, που κατόπιν καθόρισαν την (εκκλησιαστική) ζωή της Ελλάδας, οσφράνθηκαν ότι κάτι συνέβαινε με αυτόν τον άνθρωπο.

Νομίζω παρευρίσκετο και στην εις διάκονον χειροτονία σας;

Ο Γέρο Παναής στη χειροτονία του Μητροπολίτη Μορφου σε διάκονοΝαι, βέβαια. Έχω και φωτογραφία από κει. Η γνωριμία μας λοιπόν έγινε το 1987.  Με την ευλογία του αγίου Ιακώβου, του αγίου Πορφυρίου  και του Γέροντα Ευμενίου φθάνω στην Κύπρο και γίνομαι μοναχός στο μοναστηράκι του Αγίου Γεωργίου του Κοντού, μέσα στη Λάρνακα, δίπλα από τον Γέροντά μου, τον π. Συμεών. Μόλις έβαλα τα ράσα και έγινα απλά αναγνώστης, ακόμα Όμηρος στο όνομα, η πρώτη επίσκεψη που μου έκανε ο Γέροντάς μου, ήταν να πάμε στον ασκητή της Λύσης. Τον γερο Παναή. Έκτοτε συνδεθήκαμε. Πηγαίναμε σε αγρυπνίες μαζί, σε διάφορους ναούς της Λάρνακας και των περιχώρων, πηγαίναμε τακτικά και τον επισκεπτόμεθα με τον Γέροντα, αλλά και με νέα παιδιά, τα οποία τώρα μας ευγνωμονούν που τους συνδέσαμε με αυτούς τους ασκητές εν τω κόσμω. Και, αντιλαμβάνεσαι, γίναμε φίλοι πλέον. Διότι στο πρόσωπο του Παναή, εγώ συνάντησα ξανά, το ομολογώ αυτό, τον έξυπνο οφθαλμό του αγίου Παϊσίου,      την διηγηματική αφηγηματική ικανότητα του αγίου Ιακώβου και την πάσχουσαν καρδίαν για τον συνάνθρωπο και την αγάπη στις ακολουθίες, που είχαν ο άγιος Πορφύριος και ο άγιος Γέρων Ευμένιος. Ανθρώπους  δηλαδή  που καθόρισαν τη δική μου ζωή στην Ελλάδα, τους εσυνάντησα σ’ αυτό το πρόσωπο ξανά. Σε ένα γέρο της Κύπρου. Και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι η Κύπρος δεν είναι φτωχός συγγενής της Ελλάδος στα πνευματικά, στα ασκητικά ,  αλλά έχει τον δικό της ορθόδοξο ανατολικό ασκητισμό, είτε εν τω κόσμω, είτε σε κάποιες μονές. Οφείλω να πω ότι ο Παναής ένας ήταν από αυτούς.  Και οφείλω επίσης να ομολογήσω ότι ο γερο Παναής με βοήθησε να εκτιμήσω τη ζωή της γιαγιάς μου   της Μυροφόρας, της μάνας μου, του πατέρα μου, του χωριού μου. Μέχρι τότε εμείς αισθανόμαστε ένα, ας πούμε «κόμπλεξ» γι’ αυτή την καταγωγή. Δεν τα εκτιμούσαμε αυτά, ότι αν είμαστε ό, τι είμαστε, το στηρίζουμε σ’ αυτούς τους θεμελίους, σ’ αυτή τη ζωή που ζήσαμε την παιδική, που  ο Παναής τότε μου αναβίωσε  Και μου ερμήνευσε μετά ο Γέροντάς μου, ο πάτερ Συμεών, τί σημαίνει αυτή η λαϊκή ευσέβεια της Κύπρου και τι προστασία είναι και τι «πολυβιταμινούχος».    Ιδιατέρως στην παιδική ηλικία, που είναι η πιο σημαντική, όταν διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του ανθρώπου, η προσωπικότητά του.

Ήλθε και στην  εις διάκονον χειροτονία μου στο τέλος του   ’87. Εκεί έγινε κι αυτό το περιστατικό που περιγράφω, που μου λέει «Άξιος! Άξιος! Και εις ανώτερα» και μου έδειξε τον δεσπότη, τον Κιτίου Χρυσόστομο που ήταν δίπλα μου.

Πώς θα αξιολογούσατε τη σημασία της ύπαρξης τέτοιων λαϊκών Αγίων και μάλιστα στις μέρες μας ;

Κατ’ αρχήν, είναι πολύ σημαντικό να κομίζουν λαϊκοί αυτό το ήθος, διότι στον Μοναχισμό   θεωρείται αυτονόητο. Και αν δεν υπάρχει, τότε δεν μιλάμε για ορθόδοξο Μοναχισμό. Στους λαϊκούς όταν συναντάς αυτό το ήθος, αντιλαμβάνεσαι ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι μόνο για τους μοναχούς. Δεν υπάρχουν δύο Ευαγγέλια, ένα Ευαγγέλιο υπάρχει και για μοναχούς και για λαϊκούς , και για εγγάμους και για αγάμους. Επίσης, το μήνυμα αυτών των ανθρώπων είναι ότι  δεν υπάρχει ορθόδοξη Αγιότητα χωρίς άσκηση, χωρίς αγώνα κατά των παθών. Αυτό σημαίνει άσκηση. Δεν είναι μία δίαιτα. Είναι ένας τρόπος για να θεραπεύσω τα αρρωστήματα της ψυχής μου. Τις ασθένειες της ψυχής μου. Αυτό είναι τα πάθη. Ο γερο Παναής και όλοι οι όμοιοί του, που ήταν αρκετοί και που ακόμα υπάρχουν, δίδασκαν στον κόσμο την θεραπευτική αγωγή –ας το προσέξουμε αυτό-της Μετανοίας. Δηλαδή μάθαιναν τους ανθρώπους, στα χωριά τους, στις πόλεις τους, πώς να μετανοούν. Πώς να θεραπεύουν, δηλαδή, την ψυχή τους. Και το σώμα τους βέβαια. Δεν είναι μόνον η ψυχή. Και το σώμα. Την σύνολη προσωπικότητά τους. Δημιουργούσαν έτσι υγιείς εκκλησιαστικές προσωπικότητες. Και μάλιστα πότε! Στα πρώτα χρόνια του βίου. Διότι ο λαϊκός ασκητής, μπορεί να βρίσκεται μέσα στο σπίτι σου. Να είναι μια γιαγιά σου, να είναι ένας παππούς σου, ο γονιός σου, ένας γείτονάς σου. Και επισημάναμε πόσο καθοριστικά είναι τα πρώτα χρόνια. Εγώ τα έχω ζήσει αυτά, γι’ αυτό και τα τονίζω και τα λέω. Και αν σήμερα πάσχει η κοινωνία, είναι γιατί δεν υπάρχουν πολλοί Παναήδες , πολλές γιαγιάδες, πολλοί παππούδες ασκητικόβιοι .     να διαβάζουν ακολουθίες, δεν είναι μόνον η νηστεία και η εγκράτεια. Να μάθεις να προσεύχεσαι, να μετανοείς, να ταπεινώνεσαι, δηλαδή να έχεις συνεχώς κατά νουν αυτό που μου έλεγε η μάνα μου: «πρόσεχε γιέ μου να μη γύρει ο νους σου». Αυτό είναι συμβουλή του Μεγάλου Αντωνίου! Και ο άνθρωποι είχαν να κάνουν με τον νου, ήξεραν πόσο σημαντική υπόθεση είναι ο οφθαλμός της ψυχής.

Δεν τα λένε πολλοί αυτά σήμερα. Παλαιότερα τα έλεγαν όμως. Ύστερα ήρθε το μπλέξιμο. Από τη μια ο ευσεβισμός, από την άλλη ο εθνικισμός, ο διεθνισμός των αριστερών  και γίναμε μια σαλάτα.

Πανιερώτατε, ευχαριστώ πολύ για όσα μας είπατε. Την ευχή σας.  

Επειδή για τους Αγίους μόνον Άγιοι μπορούν να μιλήσουν βιωματικά, θα αποφύγουμε να κλείσουμε το ευλαβικό μας αφιέρωμα στην μεγάλη αυτή αγιασμένη μορφή της σύγχρονης Κύπρου, αλλά και της καθ’ όλου Εκκλησίας με δικά μας λόγια. Και αντί επιλόγου, θα παραθέσουμε τα λόγια ενός άλλου αγιασμένου ανθρώπου, του οσίου Γέροντα Γαβριήλ του Αγιοβαρναβίτη, του μεγάλου αυτού πνευματικού της Λευκωσίας, συγχωριανού και φίλου του Γέροντα Παναή, όπως τα καταγράφει ο Κλείττος Ιωαννίδης στο βιβλίο  «Γεροντικό του 20ου αιώνος». Λέει λοιπόν ο Γέροντας Γαβριήλ:

«Μαρτυρίες της αγιότητας του Γέροντος Παναή έχουν να δώσουν πολλοί, που τον γνώρισαν, άκουσαν τις διδαχές του, φοίτησαν στο «σχολείο» του στους Αγίους Αναργύρους στη Λάρνακα. Ήτανε όντως ένσαρκος άγγελος στο βίωμά του. Είχε ενωθεί με τον Θεό. Ακόμα και η σιωπή του και το βλέμμα του μιλούσαν στις καρδιές των ανθρώπων που τον προσέγγιζαν και τους ενέπνεε αγάπη στον Θεό. Δεν αμφιβάλλω περί της Αγιότητός του και ότι μετά τη φυγή του από τον μάταιο αυτό κόσμο θα έχει παρρησία στον Θεό, δεόμενος για όλο τον κόσμο, όπως δεόταν στη ζωή αυτή».

Ι.Ν.Ζ.

ΠΗΓΗ.http://www.immorfou.org.cy/