Ο μακαριστός π. Ιάκωβος Βαλοδήμος.Μια αγιασμένη ιερατική μορφή,φωτισμένος πνευματικός οδηγός  στην περιοχή του Ζαγορίου και των Ιωαννίνων

π. ΙΑΚΩΒΟΣ ΒΑΛΟΔΗΜΟΣ

ΜΙΑ ΑΓΙΑΣΜΕΝΗ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΔΙΝΟ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

Ο π. Ιάκωβος γεννήθηκε το 1870 στην πονεμένη και αλύτρωτη  Βόρειο  Ήπειρο, στο χωριό Βοδίνο του Αργυροκάστρου. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος Μπαλοδήμος. Οι γονείς του, άνθρωποι ευσεβείς και φτωχοί, τον μεγάλωσαν με φόβο θεού χωρίς να μπορέσουν όμως να του προσφέρουν κοσμική μόρφωση.

Σε ηλικία 15 ετών μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου εργάσθηκε ως μικροπωλητής. Εκεί γνώρισε το θέλημα του Θεού από  τον Κωνσταντίνο Καλλίνικο, έναν  υπέροχο κήρυκα του ευαγγελίου, στα κηρύγματα του οποίου βρήκε ότι ποθούσε η άδολη ψυχή του. Στη ζωή του τον βοήθησε ένας έμπειρος πνευματικός, ο οποίος τον συνέδεσε με άλλους έξι εργατικούς νέους που ασκούσαν ο καθένας  το επάγγελμά του αλλά ζούσαν μαζί κοινοβιακώς και αγωνίζονταν για τον πνευματικό τους καταρτισμό, με νηστείες, ακολουθίες και προσευχές.

Στη νεανική του ηλικία  ταλαιπωρήθηκε από  έντονο και συνεχή πονόδοντο. Ένας γνωστός του καταστηματάρχης του συνέστησε να προσευχηθεί  στον άγιο Αντύπα. Βρήκε την εικόνα του  την κρέμασε στο προσκέφαλο και έκανε την προσευχή του. σε λίγες μέρες το θαύμα έγινε και ο πόνος σταμάτησε οριστικά. από  τότε και για 65 χρόνια μέχρι τον θάνατό του δεν ξαναπόνεσε από  τα δόντια του, ωστόσο  δεν παρέλειψε ποτέ καθημερινά να ψάλλει το απολυτίκιο του αγίου, αλλά και να λειτουργεί από  ευγνωμοσύνη στις 11 Απριλίου στην εορτή του αγίου Αντύπα.

Με τους φίλους του μετέβη  στό Άγιον Όρος  όπου εκάρησαν μοναχοί. Ο π. Ιάκωβος χειροτονήθηκε ιερέας και έμεινε εκεί 3 χρόνια. Κινούμενος ωστόσο από  αγάπη και πόνο  για τη δυστυχισμένη  ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Βόρειο Ήπειρο, επέστρεψε εκεί και ορίστηκε εφημέριος  σε 1 χωριό διπλανό από  το δικό του, την Πέπελη, μένοντας στη Ιερά Μονή της Παναγιάς στην τοποθεσία Ζωνάρια. εργάσθηκε για πολλά χρόνια εκεί προσπαθώντας να γνωρίσει στούς συγχωριανούς του το θέλημα του Θεού.

Ιδιαίτερα έντονη  ήταν και η εθνική του δράση, εξαιτίας της οποίας κινδύνευσε πολλές φορές  από  τους Τουρκαλβανούς  με τον Θεό να επεμβαίνει θαυματουργικά διασώζοντας τον. Την περίοδο εκείνη οι Τουρκαλβανοί πίεζαν τους Έλληνες να δηλώσουν αλβανική υπηκοότητα για να αλλοιώσουν  εθνολογικά τη Βόρειο Ήπειρο. Ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος έδωσε εντολή στους ιερείς  να στηρίξουν το ελληνικό και χριστιανικό  στοιχείο. Οι Τούρκοι για να τους τρομοκρατήσουν αποφάσισαν να εκτελέσουν 2 ιερείς , τον π. Ιάκωβο και 1 άλλον και έστειλαν απόσπασμα να τον συλλάβει. Ο π Ιάκωβος, ανύποπτος, κατέβαινε από  την Πέπελη  όπου ήταν  εφημέριος (που ήταν όπως είπαμε χωριό διπλανό στο Βοδίνο όπου καταγόταν). Στο δρόμο συναντά το απόσπασμα, το οποίο τον ρώτησε από  ποιο χωριό είναι. Αυτός  απονήρευτα τους έδειξε το χωριό της καταγωγής του, το Βοδίνο, και όχι το χωριό που υπηρετούσε ως εφημέριος. Αυτοί θεώρησαν ότι δεν είναι ο καταζητούμενος και τον άφησαν να φύγει. Όταν έφτασαν στο χωριό και πληροφορήθηκαν ότι ο π. Ιάκωβος  ήταν εκείνος που συνάντησαν κάθ’ οδόν δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς έχασαν μέσα από  τα χέρια τους τον ιερέα.

Σε μία δεύτερη περίπτωση  ένοπλοι Αλβανοί περικύκλωσαν το σπίτι του, χωρίς να έχει περιθώριο διαφυγής. Μη έχοντας κάπου να κρυφτεί στο λιτό και μοναδικό δωμάτιο που διέμενε, σκαρφάλωσε στο μαδέρι που στήριζε την σκεπή (το δωμάτιο δεν είχε ταβάνι). Γεμάτος αγωνία ?αγκάλιασε το μαδέρι και παρέμεινε εκεί σαν κουλουριασμένο φίδι, προσευχόμενος νοερά να μην τον δουν. Οι ένοπλοι μπαίνουν στο σπίτι, ερευνούν παντού, κάθονται για 10 λεπτά τρώγοντας λίγα καρύδια που είχε σε ένα σεντούκι, αλλά ο Θεός τους τυφλώνει  και δεν σηκώνουν τα μάτια τους  για να δουν τον π. Ιάκωβο να κρέμεται σχεδόν λίγα εκατοστά πάνω από  τις κάννες των όπλων τους.

Μετά από  τις περιπέτειες αυτές και βλέποντας ότι αργά ή γρήγορα θα έπεφτε στα χέρια των Τουρκαλβανών, αναγκάζεται  το 1916 με προτροπή και του Μητροπολίτη να φύγει από  το χωριό του και να πάει στα Ζαγόρια, στο Μονοδένδρι που ανήκε και αυτό τότε στη Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως. Εγκαταστάθηκε εκεί σε ένα παλιό και έρημο μοναστηράκι του Προφήτου Ηλία. με σκληρή χειρωνακτική δουλειά το ανακαίνισε και έχοντάς το ως ορμητήριο,  εργάστηκε  πάνω από  40 χρόνια για να καλύψει τις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων της περιοχής.

Υπήρξε διακριτικός και φωτισμένος πνευματικός οδηγός  στην περιοχή του Ζαγορίου και των Ιωαννίνων.  Πνευματικά του παιδιά θυμούνται με συγκίνηση τις συμβουλές του στο ζήτημα της καθαρής εξαγόρευσης των αμαρτιών. «Παιδιά μου, έλεγε, να εξομολογήσθε παστρικά. Γιατί τα φίδια που βγαίνουν έξω από  τις τρύπες τους τα σκοτώνουν και τα φίδια που κάθονται μέσα παχαίνουν. Έτσι και τα αμαρτήματα. όταν τα εξομολογηθούμε βγαίνουν από  μέσα μας και εξαλείφονται. Όταν όμως τα κρύβουμε μένουν μέσα μας και μεγαλώνουν.» Ιδιαίτερη σημασία έδινε και στο να γίνεται σωστά το σημείο του Τιμίου Σταυρού για την προστασία των πιστών. Παραστατικά τόνιζε σε μικρούς και μεγάλους. «Να τον κάνετε σωστά! Να, έτσι! Μπάλα, ζωνάρι, πλάτη με πλάτη! (στα αρβανίτικα μπάλα σημαίνει μέτωπο, δηλ. στο μέτωπο, στη μέση και στον δεξιό και αριστερό ώμο.). Τον σταυρό, έλεγε, άμα δεν τον κάνεις σωστά δεν τον σκιάζεται ο σατανάς. Όταν αντί για σταυρό παίζουμε μαντολίνο, ο σατανάς γελάει.!»

Η ζωή του υπήρξε γεμάτη θαυμαστά περιστατικά που φανέρωναν την αγιότητα και καθαρότητά του. Θα αναφέρουμε ορισμένα από  αυτά που χαράχτηκαν έντονα στη μνήμη όσων τον γνώρισαν και ωφελήθηκαν από  την αγιασμένη βιοτή του.

Τον Νοέμβριο του 1940 μετά την επιτυχημένη απόκρουση της ιταλικής επίθεσης στην  πλατεία του χωριού Βίτσα γινόταν γλέντι με τη συμμετοχή όλου του χωριού για τη νίκη του στρατού μας. Ο π. Ιάκωβος που περνούσε από  κει ανέβηκε σε μία πέτρα και τους φώναξε «Παιδιά μου μη χαίρεστε και μη το ρίχνετε έξω. Αντίς για γλέντια χρειάζεται προσευχή και παρακλήσεις στο Θεό. Οι Ιταλοί θα ξαναγυρίσουν στη χώρα μας!»

Στην Κατοχή οι Ιταλοί έχοντας πληροφορίες ότι στο χωριό κρύβονταν αντάρτες,  συγκέντρωσαν αποσπάσματα για να κάψουν το χωριό. Οι χωρικοί μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ το εγκατέλειψαν  και αναζήτησαν σωτηρία στο βουνό. Ο π. Ιάκωβος αρνήθηκε να φύγει. Θεωρούσε προδοσία να σώσει  τον εαυτό του και να καεί ο οίκος  του Θεού. «Θα καθίσω εδώ είπε, ο Θεός είναι μεγάλος. Αν δεν τα καταφέρω να σώσω την εκκλησία, ας με σκοτώσουν. Πάντως μέσα στην εκκλησία θα με σκοτώσουν». Έμεινε λοιπόν μέσα στην εκκλησία , άναψε όλα τα κεριά , έκαψε μοσχολίβανο πολύ και προσευχήθηκε να φυλάξει ο Θεός το χωριό και την Εκκλησία Του. Όταν ήλθε η ώρα του Εσπερινού κτύπησε την καμπάνα και άρχισε την ακολουθία του. Την καμπάνα όμως την άκουσαν και οι Ιταλοί που βρίσκονταν 2-3 χιλιόμετρα μακριά από  το χωριό. Θεώρησαν ότι στο χωριό υπήρχε σημαντική δύναμη έτοιμη να τους αντιμετωπίσει και ότι η καμπάνα ήταν το σύνθημα για επίθεση και από  άλλες δυνάμεις που πιθανόν κρύβονταν στην χαράδρα. Πανικόβλητοι το έβαλαν στα πόδια και οπισθοχώρησαν, κυριολεκτικά  «μηδενός διώκοντος».

Η εθνική και θρησκευτική του δράση ενόχλησε όπως ήταν αναμενόμενο τους κομμουνιστές αντάρτες  που τον κατηγόρησαν ως συνεργάτη του εχθρού επειδή δεν φοβήθηκε για να φύγει. Στις απειλές τους να τους ξεκαθαρίσει με ποιους είναι (τους δεξιούς ή τους αριστερούς ), τους απάντησε με παρρησία. «Και εσείς και εκείνοι φευγάτοι είσθε από  τον  Θεόν. Εγώ σας βλέπω και τους 2 σαν σπίτια χαλασμένα. Εκείνοι όμως έχουν τουλάχιστον θεμέλια, εσείς όμως  ούτε θέμελα δεν έχετε» Αυτό τους εξαγρίωσε και ένας τους γέμισε το όπλο του αποφασισμένος να τον σκοτώσει επιτόπου. Τελευταία στιγμή επενέβη κάποιος και τον σταμάτησε λέγοντας «Άφησε τον. Είναι κρίμα να χαλάσεις σφαίρα για αυτόν τον παλιογεροξεκούτη.»

Ιδιαιτέρως συγκινητικό είναι το περιστατικό όταν ο π Ιάκωβος έσωσε τη ζωή του καπετάν Φωτιά, ενός καπετάνιου των κομμουνιστών που κυνηγήθηκε από  τους συντρόφους του. Ο Γέροντας παρ’ όλο που ο καπετάνιος  τον είχε πολεμήσει παλαιότερα, τον φιλοξένησε στο μοναστήρι του, του έδωσε τροφή υλική και πνευματική, τον νουθέτησε , τον οδήγησε κάτω από  το πετραχήλι,  μετανιωμένο για τα εγκλήματα που διέπραξε και αφού τον έντυσε με γυναικεία ρούχα για να μην αναγνωριστεί, τον έστειλε με συνοδεία για να περάσει τις γραμμές των ανταρτών και να παραδοθεί στις ομάδες του Ζέρβα όπως και έγινε.

Σε άλλο περιστατικό πηγαίνοντας πεζός από  το Μονοδένδρι στα Ιωάννινα στη θέση Καρυές , 19 χλμ από  την πόλη, έπεσε πάνω σε γερμανική περίπολο που του έκανε  νόημα να σταματήσει. Αυτός  δεν τους πρόσεξε καθώς έκανε την ακολουθία του Εσπερινού και συνέχισε το δρόμο του. Αμέσως δέχθηκε ριπές αυτόματων όπλων από  απόσταση 25 μέτρων χωρίς όμως να κτυπηθεί. Οι Γερμανοί έκπληκτοι τον πλησίασαν και βλέποντας τον σώο και αβλαβή  του επέτρεψαν να συνεχίσει το δρόμο του.

Κατά την περίοδο του ανταρτοπολέμου τον Ιανουάριο του 1948,  ο π. Ιάκωβος επέστρεφε μία Κυριακή από  το χωριό Σουδενά όπου είχε λειτουργήσει, στο μοναστήρι του, περίπου 2 ώρες δρόμο. Στην ερημιά εκεί βάδιζε προσευχόμενος νοερά όπως συνήθιζε. Λίγο παραπέρα όμως άνδρες του εθνικού στρατού είχαν ναρκοθετήσει ένα μέρος του δρόμου και ενέδρευαν μήπως περάσει κάποιο αντάρτικο σώμα. Ξαφνικά βλέπουν να ξεπροβάλει ανύποπτος ο π Ιάκωβος και να κατευθύνεται στο ναρκοπέδιο. Βάζουν τις φωνές για να τον προλάβουν αλλά αυτός απορροφημένος στην προσευχή δεν τους άκουσε και πάτησε μία από  τις νάρκες που εξερράγη με δαιμονιώδη κρότο, πετώντας πέτρες και χαλίκια παντού και σηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Γεμάτοι αγωνία οι στρατιώτες σπεύδουν στο σημείο της έκρηξης θεωρώντας ότι θα αντικρίσουν διαμελισμένο το σώμα του Γέροντα. Ωστόσο προς μεγάλη τους έκπληξη βλέπουν τον π. Ιάκωβο άσπρο από  τη σκόνη, να τινάζεται χωρίς να έχει πάθει το παραμικρό. Στην απορία τους, τους  λέει με απλότητα: «Αφήνει ο Θεός να πάθω τίποτα παιδιά μου αφού έλεγα την προσευχή του; Και σας θα σας φυλάξει ο Θεός  και θα γυρίσετε σώοι στα σπίτια σας» . Και αρπάζοντας την ευκαιρία τους πρότεινε  να τους εξομολογήσει και την άλλη μέρα να μεταλάβουν των αχράντων μυστηρίων κάτι που δέχτηκαν σχεδόν όλοι. Μόνο ένας λοχίας, δάσκαλος στο επάγγελμα, εκνευρίστηκε βλέποντας τα γεγονότα και προσπαθούσε να αποτρέψει τους φαντάρους από  την εξομολόγηση, κοροϊδεύοντάς τους. Στην παρατήρηση ορισμένων ότι υπήρξαν αψευδείς μάρτυρες  ενός θαύματος με την έκρηξη της νάρκης, τους αποπήρε λέγοντας πως πρόκειται για τυχαίο γεγονός και πως απλώς  τα βλήματα έφυγαν σε άλλη κατεύθυνση. Τους χαρακτήρισε μάλιστα υστερικές γυναικούλες που παρασύρονται από  τον κάθε παπαδάκο. Αυτά έφτασαν στα αυτιά του π. Ιακώβου που λυπημένος προσπάθησε να τον συνετίσει και τον κάλεσε να εξομολογηθεί και να μη βλαστημάει το Θεό. Αυτός τον κύτταξε περιφρονητικά  χωρίς να του δώσει απάντηση και πήρε μερικούς άνδρες στο δάσος για να μαζέψουν ξύλα. Εκεί ωστόσο πάτησε ο ίδιος του νάρκη, η οποία τον τίναξε στον αέρα κάνοντας τον κομμάτια, αυτόν μόνο και κανέναν άλλο! Το γεγονός αυτό όπως ήταν φυσικό συντάραξε  όλο τον λόχο που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της τιμωρίας του άπιστου και βλάσφημου λοχία. Μάλιστα ο ίδιος ο π. Ιάκωβος τέλεσε την επομένη  ημέρα την κηδεία του, παρακαλώντας τον Θεό να συγχωρήσει την ψυχή του.

Όταν έβλεπες  για πρώτη φορά τον π. Ιάκωβο δεν του έδινες σημασία. Σ’ αυτό όμως το ατημέλητο, ταπεινό γεροντάκι υπήρχε πλούσια η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Ο νους του φυσικά και αβίαστα στρεφόταν προς τον Θεό με κύρια χαρακτηριστικά του την αδιάλειπτη προσευχή, την συνεχή τέλεση των ακολουθιών και την τακτικότατη Θεία Λειτουργία, την οποία τελούσε μέχρι τα βαθιά γεράματά του με τον ίδιο ζήλο και προσοχή που είχε και στα νιάτα του.

Το 1955 σε ηλικία 85 ετών τον αξίωσε ο Θεός να προγνωρίσει το τέλος του αδελφού του που μόναζε στο Άγιον Όρος και παρά την ηλικία του έκανε το ταξίδι και  πρόλαβε ζωντανό τον αδελφό του , ο οποίος κοιμήθηκε στην αγκαλιά του.  Αφού τον έθαψε εκεί επέστρεψε στο μοναστήρι του. Την ίδια χρονιά πήγε για εξομολόγηση στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και έγινε δεκτός με πολλή αγάπη   και σεβασμό από  τους Έλληνες της Πόλης

Παρά το γεγονός ότι πέρασε από  πολλά βάσανα και κακουχίες και παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε  συχνά, έζησε  μέχρι τα 90 του χρόνια. Κοιμήθηκε με οσιακό τρόπο, στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων,  στις 15 Φεβρουαρίου του 1960, διατηρώντας μέχρι τέλους την διαύγεια του πνεύματός του. Είχε αφήσει εντολή να ταφεί στο μοναστήρι του στο Μονοδένδρι και παρά το γεγονός ότι τα Ζαγόρια ήταν αποκλεισμένα τότε από  τα χιόνια, τα πνευματικά του παιδιά βρήκαν μπουλντόζα , άνοιξαν τον δρόμο και έθαψαν το σκήνωμά του στη Μονή του όπως επιθυμούσε. Σήμερα τα οστά του βρίσκονται στο οστεοφυλάκιο του Ι.Ν. Προφήτου Ηλία στη Ζίτσα  Ιωαννίνων.

Ως ΣΦΕΒΑ θεωρούμε ότι ο π. Ιάκωβος μαζί με τον άλλο ξακουστό πνευματικό γόνο της Δρόπολης τον αείμνηστο Μέγα Υμνογράφο της Εκκλησίας μας π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, αποτελούν τιμή και καύχημα της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Πιστεύουμε ότι θα ήταν πρέπον το σκήνωμα του π. Ιακώβου ( αφού προφανώς γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες  μεταξύ των Μητροπόλεων Ιωαννίνων και Αργυροκάστρου) να μεταφερθεί στον τόπο καταγωγής του,  στο Βοδίνο του Αργυροκάστρου για να αποτελεί πηγή δύναμης, αγιασμού, ευλογίας και παρηγοριάς, στους  δοκιμαζόμενους συμπατριώτες του.

Σημείωση. Για τον π. Ιάκωβο κυκλοφορεί  ένα βιβλίο του μακαριστού π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου (Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ , ΑΘΗΝΑ έκδ. 3η) με τίτλο ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ, από  το οποίο προέρχεται και το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που δημοσιεύεται στην εφημερίδα μας και στο οποίο μπορεί να ανατρέξει κανείς για περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του. Ευχαριστούμε θερμά τις Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ για την άδεια αναδημοσίευσης αποσπασμάτων από  το βιβλίο. Ευχαριστούμε επίσης  ιδιαίτερα τον κ. Θεοφάνη Σκεύη,  συμπατριώτη του Γέροντα  από  το Βοδίνο και τον αγαπητό φίλο Βασίλη από  το ίδιο χωριό που μας ενημέρωσαν για την ζωή και την προσφορά του Γέροντα, μοιράστηκαν μαζί μας τις αναμνήσεις τους και μας παρακίνησαν να γράψουμε ένα άρθρο γι’ αυτόν για  να γίνει ευρύτερα γνωστός στην βορειοηπειρωτική κοινότητα.

πηγή:  http://www.sfeva.gr

Advertisements

ΑΛΕΞΙΟΣ ΤΟΥ ΕΛΝΑΤ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


 Ἀλέξιος τοῦ Ἔλνατ, ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς


Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς νεομάρτυρες τῆς ῾Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν καὶ ἀρκετοὶ εὐλαβεῖς λαϊκοί. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ἀλέξιος Ἰβάνοβιτς Βορόσιν, ὁ ὁποῖος βάδισε τὸν δύσκολο δρόμο τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος. Ἕνα δρόμο ποὺ ἔγινε ἀκόμη πιὸ δύσβατος ἐπειδὴ ὁ Ἀλέξιος ἔζησε στὴ δύσκολη δεκαετία τοῦ ᾿30, ὅταν ἡ βιαιότητα τῆς Σοβιετικῆς πολιτείας ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ὑπῆρξε φοβερή. Παρ᾿ ὅλες ὅμως τὶς ἀντιξοότητες τῆς ἐποχῆς, ὁ Ἀλέξιος κατάφερε νὰ κρατήσῃ τὴν πίστι καὶ νὰ στεφανωθῇ μὲ τὸν στέφανο τοῡ μαρτυρίου τὸ 1937. Ἂν καὶ οἱ ἐκτελεστές του ἔχουν πλέον ξεχαστῆ, τὸ ἄφθορο σῶμα του παραμένει στὴν πόλι τοῦ Ἰβάνοβο ζωντανὸ μνημεῖο γιὰ τοὺς πιστούς.

Τὰ πρῶτα του χρόνια

Ὁ Ἀλέξιος γεννήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1886 στὸ χωριὸ Καουρχίκχο στὴν περιοχὴ Οὔριεβετς τῆς ἐπαρχίας Κόστρομα. Γονεῖς του ἦταν ὁ Ἰβὰν καὶ ἡ Εὐδοκία Βορόσιν, ἄνθρωποι πιστοὶ ποὺ καλλιεργοῦσαν τὴ γῆ. Ἡ περιοχὴ ὅπου μεγάλωσε ὁ Ἀλέξιος ἦταν γνωστή, γιατὶ ἐκεῖ τὸν 16ο αἰῶνα ἔζησε ἀσκητικὰ ὁ ἅγιος Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς. Οἱ ζωὲς τῶν δύο αὐτῶν ἔχουν πολλὲς ὁμοιότητες, ἴσως γιατὶ –ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔζησαν στὴν ἴδια περιοχή– ὁ Ἀλέξιος προσευχόταν θερμὰ στὸν ἅγιο Συμεών.

Ὅταν ὁ Ἀλέξιος ἔφτασε σὲ ἡλικία γάμου, ἄρχισε νὰ ψάχνῃ γιὰ σύζυγο καὶ ἦταν ἕτοιμος ν᾿ ἀρραβωνιαστῇ, ὅταν κάτι ἀναπάντεχο συνέβη κι ὁ ἀρραβώνας ἀπετράπη. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ νέοι τῆς περιοχῆς εἶχαν τὴ συνήθεια νὰ συνάζωνται στὰ χωριὰ καὶ νὰ συζητοῦν, ἀλλὰ οἱ συζητήσεις αὐτὲς πολλὲς φορὲς δὲν εἶχαν θέματα πίστεως καὶ ἦταν ἀμφιβόλου ἠθικῆς. Παρακάλεσε λοιπὸν τὴν κοπέλλα νὰ μὴ λάβῃ μέρος σὲ τέτοιου εἴδους ἀνευλαβεῖς συζητήσεις, κάτι τὸ ὁποῖο ἐκείνη δὲν ἄκουσε. Καὶ ὁ Ἀλέξιος σκέφτηκε· Ἂν τώρα δὲν μὲ σέβεται καὶ δὲν ὑπακούει, τί θὰ γίνῃ ὅταν θά ᾿νε γυναίκα μου; Στὴ συνέχεια ἄρχισε νὰ προβληματίζεται μὲ τὴν ὅλη πολιτειακὴ κατάστασι ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴ ῾Ρωσία, τῆς ὁποίας τὸ οἰκοδόμημα εἶχε ἀρχίσει νὰ σείεται. Εἶχε ἤδη ξεκινήσει ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πολλοὶ ἐπέστρεφαν ἀπὸ τὸν πόλεμο πολὺ διαφορετικοί. Ὁ Ἀλέξιος διαισθανόταν ὅτι ἕνας ἐπικείμενος κίνδυνος ἦταν πρὸ τῶν πυλῶν.

Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ διαλύσῃ τὸν ἀρραβῶνα του καὶ ν᾿ ἀποσυρθῇ στὸ ἐρημητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Κριβοεζέρσκ. Τὸ ἐρημητήριο αὐτὸ ἦταν ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς, καὶ ἱδρύθηκε τὸν 17ο αἰῶνα. Ἀπὸ τὶς τρεῖς πλευρὲς ὑπῆρχαν λίμνες καὶ στὴν τέταρτη πλευρὰ βρισκόταν ὑψηλὲς ἀμμώδεις πλαγιές. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μιὰ πηγὴ ποὺ λεγόταν Ἡ πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών, ὅπου ὁ Ἀλέξιος πήγαινε συχνὰ νὰ προσευχηθῇ. Ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς δέχτηκε τὸν Ἀλέξιο ὡς δόκιμο, ὁ ὁποῖος σιγὰ – σιγὰ συνήθισε τὴν τάξι καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ κοινοβίου, ἀλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔμεινε ἐκεῖ.

Γυρίζοντας στὴν πόλι του δὲν ἔμεινε στὸ πατρικό του σπίτι μὲ τοὺς γονεῖς του, ἀλλὰ ἀποφάσισε νὰ ἐγκατασταθῇ στὸ ἀποχωρητήριο – μπάνιο ἔξω στὴν αὐλή. Σύντομα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πατέρα του, ἔχτισε στὸν κῆπο ἕνα κελλάκι. Ὁ Ἀλέξιος ἀφιέρωσε ὅλο τὸν ἐλεύθερό του χρόνο στὴν προσευχή, ἀπομονώνοντας τὸν ἑαυτό του εἴτε στὸ κελλί του εἴτε στὴν πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών. Ἡ περιοχὴ ἐκεῖ εἶχε τέτοια φυσικὴ διαμόρφωσι ποὺ ὁ Ἀλέξιος μποροῦσε νὰ κρυφτῇ ἀπὸ τὰ βλέμματα τοῦ κόσμου.

Ἔφτασε ὁ Μάρτιος τοῦ 1917 καὶ ἡ ῾Ρωσία ἄρχισε νὰ δέχεται τὸ πρῶτο ταρακούνημα ἀπὸ τὸ προεπαναστατικὸ κίνημα. Στὰ χωριὰ δὲν ὑπῆρχαν κάποιες κρατικὲς ἀρχὲς γιὰ νὰ βάζουν μιὰ τάξι. Οἱ κάτοικοι συγκεντρώνονταν στὶς τοπικὲς συνελεύσεις ἀγροτῶν γιὰ ν᾿ ἀποφασίσουν πάνω σὲ θέματα ποὺ τοὺς ἀφοροῦσαν. Στὸ χωριὸ τοῦ Ἀλεξίου οἱ κάτοικοι τὸν ἐπέλεξαν ὡς πρόεδρο τῆς κοινότητός τους. Μὲ τὸ ποὺ ἔγινε πρόεδρος ὁ Ἀλέξιος δὲν ἄλλαξε καθόλου τὶς συνήθειες ποὺ εἶχε μέχρι τότε· προσευχόταν πολὺ καὶ συμμετεῖχε στὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη κι ὅταν ἔπρεπε ν᾿ ἀποφασίσῃ γιὰ κάτι, δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἀλλὰ παρέμενε μέσα προσευχόμενος μέχρι νὰ πάρῃ κάποια πληροφορία. Παρέμεινε πρόεδρος μόνο ἕνα χρόνο, γιατὶ κάποιος ἄλλος τοποθετήθηκε στὴ θέσι του ἀπὸ τὶς ἀρχές κ᾽ ἔτσι ὁ Ἀλέξιος σταμάτησε νὰ ἔχῃ ἐπαφὲς μὲ τὸν κόσμο καὶ κλείστηκε στὸ κελλί του, ἀφιερώνοντας ὅλο του τὸν χρόνο στὴν προσευχὴ καὶ στὴ νηστεία. Ἔτσι πέρασαν ἐννιὰ χρόνια.




Μιὰ νέα πάλη

Τὸ 1928 ἐπέλεξε νὰ βαδίσῃ τὸν δύσκολο δρόμο τῆς σαλότητας. Ἄρχισε νὰ ζῇ ὅπου εὕρισκε, κ᾽ ἦταν ντυμένος μὲ κουρέλια. Κανείς δὲν γνώριζε ποῦ περνοῦσε τὰ βράδια του καὶ οἱ ἐμφανίσεις του ἦταν ἀναπάντεχες. Κάποια φορὰ ἐμφανίστηκε νὰ βαδίζῃ μέσα στὰ χωράφια μετρώντας τα μὲ ἕνα ῥαβδὶ καὶ ἐνοχλώντας τοὺς χωρικοὺς ποὺ δούλευαν. Αὐτή του ἡ συμπεριφορὰ προκάλεσε τὸ γέλιο τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε σημασία. Οἱ χωρικοὶ ἀγρίεψαν κι ἄρχισαν νὰ τὸν κυνηγοῦν. Ὁ ἅγιος ἔφυγε, ἀλλὰ ξαναγύρισε κάνοντας τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Ἕνα χρόνο μετά, ἐμφανίστηκε στὰ ἴδια χωράφια ἕνας Σοβιετικὸς γραφειοκράτης καὶ τὰ μετροῦσε.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μυαλὸ κανενὸς χωρικοῦ ὅτι θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἐξοριστῇ χωρὶς νὰ εἶνε ἔνοχος. Ὅμως ὁ ὅσιος πήγαινε στοὺς χωρικοὺς ποὺ θὰ ἐξωρίζονταν καὶ τοὺς προειδοποιοῦσε.
Οἱ χωρικοὶ ἄρχισαν νὰ συνηθίζουν τὶς ἐκκεντρικότητες τοῦ Ἀλεξίου, ἀλλὰ μιὰ μέρα ἐμφανίστηκε γυμνὸς σὲ δύο ὑποδηματοποιούς, τὸν Ἀλέξανδρο Σταπάνοβιτς καὶ τὸν Δημήτριο Ἰβάνοβιτς, κάτι ποὺ τοὺς ἔκανε ὅλους νὰ ἀπορρήσουν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἦρθαν στὸ χωριὸ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ κατέσχεσαν ὅλη τὴν περιουσία τῶν δύο ὑποδηματοποιῶν, μέχρι τὸ τελευταῖο ροῦχο, ἀφήνοντάς τους γυμνοὺς δίπλα ἀπὸ τὰ σπίτια τους ποὺ δὲν τοὺς ἀνῆκαν πλέον.

Ἄλλες φορὲς ὁ ἅγιος πήγαινε σὲ κάποια χωριὰ κι ἄρχιζε νὰ μετρᾷ τὰ σπίτια, δίνοντας ἕνα νούμερο ἄσχετο μὲ τὸ πραγματικὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν. Οἱ κάτοικοι τὸν ἔβλεπαν καὶ γελοῦσαν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὅμως οἱ ἰδιοκτῆτες αὐτῶν τῶν σπιτιῶν συλλαμβάνονταν καὶ φυλακίζονταν γιὰ τόσα χρόνια ὅσο ὁ Ἀλέξιος ἔλεγε ὅτι ἦταν τὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν τους.

Μιὰ ἄλλη φορὰ τὸ χειμῶνα, ποὺ τὰ πάντα ἦταν σκοτεινὰ καὶ κανείς δὲν βάδιζε στὸ δρόμο, ἐμφανίστηκε νὰ περπατᾶ ὁ Ἀλέξιος καὶ νὰ κατευθύνεται στὸ χωριὸ Σερεντκίνο χωρὶς νὰ φοράῃ τὰ ροῦχα του. Χτύπησε τὴν πόρτα ἑνὸς σπιτιοῦ στὸ ὁποῖο ζοῦσε ἡ Ἀναστασία καὶ ὁ Γεννάδιος. Ἡ γυναίκα, ἀνοίγοντας τὴν πόρτα, τοῦ φώναξε ὑψώνοντας τὴ γροθιά της• «Ἀδιάντροπε ἄνθρωπε, πότε θὰ σταματήσῃς νὰ μᾶς ἐκθέτῃς;». Ὁ σύζυγός της ὅμως τὸν προσκάλεσε μέσα καὶ τοῦ ἔδωσε μιὰ καινούργια φορεσιά. Ὁ Ἀλέξιος ντύθηκε καὶ ἀποχαιρέτησε τὸ ζευγάρι, λίγο πιὸ πέρα ὅμως ξεντύθηκε, δίπλωσε τὰ ροῦχα καὶ τ᾿ ἄφησε πάνω στὸ χιόνι. Τὸ ζευγάρι βρῆκε τὰ ροῦχα καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ ἔψαχνε νὰ βρῇ τὸν λόγο τῆς πράξεώς του αὐτῆς. Στὸ τέλος τοῦ χειμώνα ἦρθαν στὸ σπίτι τοῦ ζευγαριοῦ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ τοὺς πέταξαν ἔξω, ἀφήνοντάς τους μόνο μὲ τὰ ἐσώρουχα.

Κάποια ἄλλη φορὰ ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὴν ἀδελφή του Ἄννα. Μάζεψε κάποια πράγματα καὶ τὰ ἔβαλε πάνω στὸ τραπέζι. Ὅταν τὸ τραπέζι γέμισε, φόρεσε τὸ καπέλλο του κ᾽ ἔφυγε. Ἡ Ἄννα σκέφτηκε ὅτι ἴσως ἦταν κάποιο σημάδι, ἔτσι ἔκρυψε αὐτὰ τὰ πράγματα κάπου μακριὰ κι ὅταν τῆς πήραν ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα, τὰ μόνα ποὺ εἶχε ἦταν ὅσα εἶχε κρύψει.


Ὁ ὅσιος πολλὲς φορὲς ἐπισκεπτόταν τὰ χωριὰ Σελεζένεβο καὶ Παρφένεβο, ὅπου σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ σπίτια εἶχε ἕνα τσουβάλι βιβλία καὶ πήγαινε, διάβαζε πίνοντας τὸ τσάϊ του. Μιὰ φορὰ ὅμως μπῆκε στὸ σπίτι καὶ κάθησε πάνω ἀπὸ τὴ σόμπα σιωπηλός. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν φιλοξενοῦσαν εἶχαν συνηθίσει τὴν παράξενη συμπεριφορά του καὶ περίμεναν κ᾽ ἐκεῖνοι σιωπηλοί. Λίγη ὥρα ἀργότερα ὁ Ἀλέξιος βγῆκε ἔξω καὶ κάθισε στὸ κεφαλόσκαλο, καὶ ἔτσι, ὅπως καθόταν, κατέβηκε τὶς σκάλες καθιστός. Ἔπειτα σκαρφάλωσε πάνω σ᾿ ἕνα κάρρο στὴν αὐλὴ καὶ ξάπλωσε ἀρχίζοντας νὰ βογγάῃ σιωπηλά.

Δυὸ ἑβδομάδες ἀργότερα ἡ κυρία τοῦ σπιτιοῦ, παίρνοντας μία μεγάλη σιδερένια κατσαρόλα βραστὸ νερό ἀπὸ τὴ σόμπα, τὴν ἔχυσε πάνω της καὶ κάηκε τόσο πολὺ ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βαδίσῃ. Βγῆκε ἔξω στὴ βεράντα, κάθησε στὰ σκαλοπάτια, τὰ κατέβηκε καθιστή, καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἔβαλαν πάνω στὸ κάρρο ὅπου ἔπρεπε νὰ περιμένῃ δύο ὧρες μέχρι ποὺ κατάφεραν νὰ τὴ μεταφέρουν στὸ νοσοκομεῖο.

Ἐπίτροπος τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ Ἔλνατ ἦταν ὁ Παῦλος Ἰβάνοβιτς, ἕνας εὐσεβὴς καὶ δίκαιος ἄνθρωπος. Κάποια μέρα ὁ Ἀλέξιος μπῆκε στὸ ναὸ ἐνῷ γινόταν ἡ ἀκολουθία, φορώντας καπέλλο κι ἔχοντας ἕνα τσιγάρο στὸ στόμα. Ἔκανε βόλτες μέσα στὸ ναὸ μὲ τὰ χέρια του πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη, προξενώντας τὴν δυσαρέσκεια ὅλων τῶν πιστῶν. Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶ οἱ ἀρχὲς διέταξαν τὸ κλείσιμο τοῦ ναοῦ ζητώντας τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὸν ἐπίτροπο Παῦλο, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι οἱ πιστοὶ ἐθελούσια συμπράττουν στὸ κλείσιμο τῆς ἐκκλησίας. Ὁ Παῦλος ἀρνήθηκε νὰ παραδώσῃ τὴν ἐκκλησία στοὺς ἄθεους.

Φυλακίστηκε καὶ πέθανε στὴ φυλακή, ἐπειδὴ ἡ κλονισμένη του ὑγεία δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀντέξῃ τὴν ἀνάκρισι. Μετὰ τὴ σύλληψι τοῦ ἐπιτρόπου ἔκλεισαν τὴν ἐκκλησία καὶ ἐργάτες μὲ καπέλλα καὶ τσιγάρα βάδιζαν ἀναιδῶς μέσα στὸ ναό, ὁ ὁποῖος μετατράπηκε σὲ λέσχη διασκεδάσεως.

Πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ γελοῦσαν ἢ κυνηγοῦσαν τὸν Ἀλέξιο, βλέποντας τὴν περίεργη συμπεριφορά του.

Πολλοὶ νέοι τὸν πείραζαν, περπατώντας δίπλα του, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξιος δὲν ἔδινε σημασία. Βάδιζε πάντοτε φορώντας ἕνα μακρὺ πουκάμισο μέχρι τὰ γόνατα. Ὅταν τοῦ ἔδιναν ροῦχα, ἐκεῖνος ἀμέσως τὰ μοίραζε.

Πολλὲς φορὲς οἱ ἀρχὲς τὸν εἶχαν συλλάβει, στέλνοντάς τον σὲ ψυχιατρικὴ κλινική, ἀλλὰ ἐκεῖ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦσαν νὰ διαγνώσουν κάποια ψυχικὴ πάθησι, κ᾽ ἔτσι τὸν ἄφηναν ἐλεύθερο.



Ὁ ὅσιος ἔλεγε συχνὰ στὴν Ἄννα Μπεζεμίροβνα, ὅταν ἀκόμη ἦταν μικρή, τὴν ἑξῆς φράσι• «δῶσε μου μισὸ λίτρο». –Μὰ τί λέει ὁ Ἀλέξιος; ἀναρωτιόταν ἡ μικρή. Μέχρι ποὺ παντρεύτηκε καὶ [τότε] ἄκουγε συχνὰ ἀπὸ τὸν μέθυσο ἄντρα της τὴν ἴδια φράσι.

Τὸ 1931 ὁ πεθερὸς τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Ἀλεξίου, ὁ Νικόλαος Βασίλιεβιτς, ἐξωρίστηκε. Ἐπειδὴ ἦταν ἥδη ἠλικιωμένος, ἡ οἰκογένειά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἐλπίδα νὰ τὸν ξαναδῇ ζωντανό. Μιὰ μέρα ὁ Ἀλέξιος πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἀνεψιοῦ του, τοῦ Δημητρίου Μιχαΐλοβιτς, στὸ ὁποῖο ἦταν μόνο ἡ σύζυγός του Ἄννα Νικολάεβνα, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ εἶνε ἄπραγος, βρῆκε κάτι ν᾿ ἀπασχολῆται• κ᾽ ἐνῷ ἦταν ἀπορροφημένος στὴ δουλειά του, σήκωσε τὸ κεφάλι κ᾽ εἶπε· –Δὲν θὰ ἔρθῃ ὁ Νικόλαος στὸ σπίτι; –Ποιός Νικόλαος; ρώτησε ἡ Ἄννα. –Ὁ πατέρας σου. Ἐκείνη χτύπησε τὰ χέρια της ὅλο χαρὰ καὶ ρώτησε μὲ τὴ σειρά της –«Τί ἐννοεῖς, θεῖε Ἀλέξιε; ὑπάρχει περίπτωσι νὰ εἶνε τώρα στὸ δρόμο καὶ νὰ ἐπιστρέφῃ; –Ἴσως… ἴσως, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ Νικόλαος ἐπέστρεψε σπίτι.

Ὅταν ἡ Ἄννα Νικολάεβνα γέννησε τὸ γυιό της, τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Νικόλαος, ἐπειδὴ εἶχε γεννηθῆ λίγες μέρες πρὶν τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Νικολάου. Πρότειναν στὸν Ἀλέξιο νὰ εἶνε ὁ νονὸς τοῦ παιδιοῦ κ᾽ ἐκεῖνος δέχτηκε. Στὴ βάπτισι ὅλοι πῆγαν μὲ τὸ κάρρο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀλέξιο πού, ὅπως συνήθιζε, πῆγε περπατώντας. Δύο μέρες μετὰ τὴ βάπτισι, μαζεύτηκαν στὸ σπίτι τοῦ παιδιοῦ νὰ γιορτάσουν τὴν ὀνομαστική του ἑορτή. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὸ σπίτι, μπῆκε μέσα ἀθόρυβα καὶ χωρὶς νὰ πῇ λέξι ξάπλωσε στὸ πάτωμα καὶ σταύρωσε τὰ χέρια του στὸ στῆθος, σὰν νὰ ἦταν νεκρός. Οἱ συγγενεῖς κοίταζαν τὸν Ἀλέξιο μὲ ἀπορία. Τὸ γεγονὸς ξεχάστηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς, ἀλλὰ τὸ ξαναθυμήθηκαν 42 χρόνια ἀργότερα, ὅταν ὁ Νικόλαος βρέθηκε νεκρὸς στὸ δημοτικὸ κῆπο τοῦ Κίνεσμα καὶ κείτονταν στὸ ἔδαφος μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος.


Τὸ μαρτύριό του

Πλησίαζε ἡ ἐπέτειος τῶν 20 ἐτῶν ἀπὸ τὴν πτῶσι τοῦ Ῥωσικοῦ κράτους καὶ οἱ συλλήψεις συνεχίζονταν. Ὁ Ἀλέξιος γνώριζε, ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν θὰ διαφύγῃ τὴ σύλληψι καὶ τὸ θάνατο. Θέλησε λοιπὸν ν᾿ ἀποχαιρετίσῃ τοὺς συγγενεῖς του κ᾽ ἔτσι ξεκίνησε γιὰ τὸ πατρικό του, στὸ ὁποῖο τώρα ἔμενε ὁ ἀνιψιός του Δημήτρης μὲ τὴν οἰκογένειά του. Ἦταν Μάιος τοῦ 1937. Εἶχε μαζέψει ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα σ᾿ ἕνα σάκκο, τὸν ὁποῖο ὅταν τὸν ἀντίκρυσε ἡ Ἄννα Νικολάεβνα τὸν ρώτησε· –Ἦρθες λοιπόν, Ἀλέξιε, νὰ μείνῃς γιὰ πάντα μαζί μας; Ὁ Ἀλέξιος δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ ἀρχίζοντας νὰ βγάζῃ ἕνα – ἕνα τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ σάκκο σκεφτόταν τί θὰ ἔδινε στὸν καθένα. Ἡ οἰκογένειά του διαισθάνθηκε ὅτι κάτι παράξενο θὰ συμβῇ, ὅταν ὁ Ἀλέξιος, καθισμένος δίπλα στὴ σόμπα, ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ ἕνα τραγούδι γιὰ τὴ φυλακή. Ἡ Ἄννα τὸν ρώτησε ἂν πρόκειται νὰ τοὺς συλλάβουν ξανά. Ἀφοῦ γευμάτισαν ὅλοι μαζί, ὁ Ἀλέξιος τοὺς εἶπε, κάνοντας μιὰ ὑπόκλισι· –Δημήτρη Μιχαΐλοβιτς, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα. Θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε, ἔτσι δὲν εἶνε; Ἐγὼ θὰ πεθάνω πρῶτος καὶ θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε.

Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης ἡμέρας ὁ Ἀλέξιος τοὺς ἀποχαιρέτησε καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ Παρφένοβο, ὅπου οἱ ἀρχὲς περίμεναν νὰ τὸν συλλάβουν.

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια οἱ φυλακὲς ἦταν γεμᾶτες ἀπὸ ἱερεῖς, μοναχούς, ἀσκητάς, πιστοὺς ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἀκόμη καὶ παιδιά. Ἀνάμεσά τους ὅμως ἦταν καὶ κομμουνισταί, ποὺ εἶχαν καταλῃστέψει τὸ κράτος, ἄγριοι κακοποιοὶ καὶ φονιᾶδες. Ὅλοι αὐτοὶ βρίσκονταν ἀνακατεμένοι στὰ ἴδια κελλιά. Ὁ Ἀλέξιος, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ ἐγκληματίες, δὲν παρέλειπε νὰ προσεύχεται νύχτα καὶ μέρα. Κανείς δὲν γνώριζε πότε κοιμᾶται ἢ ἂν ἔτρωγε, διότι ὅλα τὰ ἔδινε στοὺς συγκρατουμένους του.

Ἐπειδὴ δὲν εὕρισκαν κάποια κατηγορία ἐναντίον του, χρησιμοποίησαν βασανιστήρια κ᾽ ἔτσι τὸν ἔβαλαν νὰ σταθῇ ξυπόλητος πάνω σὲ μιὰ σόμπα ποὺ ἔκαιγε.

Σύντομα στὴ φυλακὴ διαδόθηκε ἡ φήμη, ὅτι ἀνάμεσά τους ὑπάρχει ἕνας ἅγιος, κ᾽ ἔτσι ὁ ὑπεύθυνος τῆς φυλακῆς τὸν πλησίασε μιὰ μέρα καὶ τὸν ρώτησε· –Ὅλοι σὲ ἀποκαλοῦν ἅγιο. Τί ἔχεις νὰ πῇς γι᾿ αὐτό;

–Τί εἴδους ἅγιος εἶμαι ἐγώ; εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλὸς καὶ ἁπλὸς ἄνθρωπος.
–Σωστά, ἀπάντησε ὁ ὑπεύθυνος, ἐμεῖς δὲν βάζουμε ἁγίους στὴ φυλακή, κάτι θὰ ἔκανες γιὰ νά ᾿σαι ἐδῶ. Γιατί λοιπὸν σὲ ἔφεραν ἐδῶ;
–Ἐπειδὴ αὐτὸ εἶνε ἀρεστὸ στὸ Θεό, ἀπάντησε μὲ πραότητα ὁ Ἀλέξιος.

Λίγα λεπτὰ σιγῆς ἀκολούθησαν ὅταν ὁ Ἀλέξιος εἶπε·

–Γιατί μιλᾶς τώρα σ᾿ ἐμένα, ἐνῷ αὐτὴ τὴ στιγμὴ στὸ σπίτι σου ὑπάρχει μιὰ μεγάλη συμφορά;

Ὁ ὑπεύθυνος τῶν φυλακῶν ξαφνιάστηκε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ἀμέσως στὸ σπίτι του. Ὅταν ἐπέστρεψε, βρῆκε τὴ γυναῖκα του κρεμασμένη. Ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ προσπάθησε πολλὲς φορὲς νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Ἀλέξιο, ἀλλὰ δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ.

Μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια ὁ Ἀλέξιος κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὸ ἀναρρωτήριο τῶν φυλακῶν. Μετὰ ἀπὸ 13 μέρες τὸ σῶμα του παραδόθηκε στοὺς συγγενεῖς του νὰ τὸ θάψουν. Θάφτηκε στὸ παλιὸ κοιμητήριο τοῦ Κίνεσμα καὶ στὶς 12/25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1985 τὸ ἄφθαρτο λείψανο τοῦ ὁσίου Ἀλεξίου μεταφέρθηκε στὴν ἐκκλησία τῆς πόλεως Ζάρκι. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1993 κατατάχτηκε στὸ ἁγιολόγιο τῆς ἐπισκοπῆς τοῦ Ἰβάνοβο καὶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 2.000 ἔγινε ἡ ἁγιοκατάταξί του στοὺς νεομάρτυρες καὶ ὁμολογητὰς τῆς Ῥωσικῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ ἱερό του λείψανο βρίσκεται τώρα στὸ ἅγιο βῆμα τῆς ἱ. μονῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὴν πόλι Ἰβάνοβο, ὅπου ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα καὶ ἰάσεις.




[ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Orthodox Word», τ. 286 Σεπτ.-Ὀκτ./2012 τοῦ ἀρχιμανδρίτου Δαμασκηνοῦ Orlovsky μετάφρασις• ἱ. μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης]

Μια φορά και έναν καιρό, περπάτησε μαζί μας μια Γυναίκα…

1209883475_orig

Περπάτησε μαζί μας η Κυρά… Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια ηλιογέννητη καλότυχη βασιλοπούλα, που ζούσε μέσα στα βελούδα, στα μετάξια καί στα όνειρα…

Ρηγουλα τ’ όνομά της, που πα να πει βασιλοπούλα.

Παλάτι της, το αρχοντικό των Μπενιζέλων.

Νανούρισμα να κοιμηθεί το καλότυχο, ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς».

Έτσι θα μπορούσε ν’ αρχίσει κανείς ν’ ανιστορεί το βίο της Άγιας Φιλοθέης, της Κυράς.

Οι χρόνοι που γεννήθηκε η Ρηγουλα ήταν οι χρόνοι που «όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα καί τα πλάκωνε η σκλαβιά».

Ήτανε τότες οι χρονιές που «σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα».

Ήτανε τότες που ο Σταυρός πολεμούσε με τα μισοφέγγαρα.

Μεγάλο το έχει του γονιού κι η μόνη κληρονόμος η Ρηγουλα. Πρέπει λοιπόν, ανάλογα στο γένος καί στα πλούτη της, να μορφωθεί η μοναχοκόρη των Μπενιζέληδων.

Καί μεγαλώνει, βασιλοπούλα ίδια, η Ρηγούλα καί φτάνει τη στιγμή που οί γονείς όλου του κόσμου ονειρεύονται, να παντρευτεί! Κακοπαντρεύεται όμως η μοσχοθυγατέρα καί στον τρίτο χρόνο πεθαίνει ο άνδρας της. Μα κι οι γονείς της πέθαναν κι αυτοί καί μένει έτσι ολομόναχη στον κόσμο.

Τη θλίψη της, την πίκρα της, όμως, ή Ρηγουλα την κάνει κινητήρια δύναμη.

Η πίστη της νερό φουσκωμένο, μπόλικο, τρέχει και πριν φανεί ένας Κοσμάς Αιτωλός, πρίν έρθει ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Μηνιάτης, πρώτη αυτή πιάνει το ασύλληπτο πως όποιος χαθεί για την Ορθοδοξία πρέπει να θεωρηθεί χαμένος καί για το Γένος.

Πετάει μ’ απόφαση τα ρούχα της Αθηναίας κυράς η Μπενιζέλου, μαζί πετάει καί τ’ όνομα της, το Ρηγουλα.

Φορεί τα ρούχα της καλογριάς, φορεί κι ένα καινούργιο όνομα: Φιλοθέη η Αθηναία.

Και η μεγάλη περιουσία των Μπενιζέλων χρησιμοποιείται για να χτιστεί ο Παρθενώνας της Φιλοθέης.

Στην αρχή έχει πλάι της τίς υπηρέτριες του πατρικού της, τις μαθαίνει τέχνη καί γράμματα.

Σιγά σιγά στην καρδιά της Τουρκοκρατημένης Αθήνας δημιουργείται μια Πρόνοια που όμοια της καί πλάι της μονάχα η Βασιλειάδα μπορεί να σταθεί.

Διακόσιες κοπέλλες, από τα πρώτα σπίτια της Αθήνας, αφήνουν μισοτελειωμένα τα προικόπανα κι έρχονται πλάι στην Κυρά.

Γιατί, Κυρά ονομάζουν οί Αθηναίοι την καλογριά τους.

Φτιάχνει το πρώτο γηροκομείο της Αθήνας πλάι στο μοναστήρι κι ανάβει έτσι το πρώτο φως μες στην Αθήνα.

Για τα παιδιά πάλι που θα κρατήσουν όλο το βάρος του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, άλλο κτίριο, να μάθουν τέχνη, γράμματα, να μάθουν πως είναι Χριστιανοί κι Έλληνες.

Καί μόλις μπαίνουν σε αυλάκι αυτά, σηκώνει τα μανίκια η Φιλοθέη και φτιάχνει Νοσοκομείο, μα καί ξενοδοχείο με την παλιά, την πρώτη έννοια της λέξης.

Για τους ξένους, τους γυρολόγους που, καθώς γύριζαν στον τόπο τους, λέγαν πως κάτι καινούργιο γίνεται στην Αθήνα.

Κι ο οδοιπόρος, που πορευότανε κάτω από το λιοπύρι της Αττικής και ξεραίνονταν τα σωθικά του από τη δίψα, έβρισκε πηγή να δροσιστεί αττ’ το πηγάδι που άνοιξε η Κυρά έξω από την Αθήνα, το «Ψυχικό».

Την Κυρά που την ξέρουν πια οί Έλληνες μα και οί Τούρκοι, που ψάχνουν να βρουν αφορμή να την τσακίσουν την καλογριά.

Καί βρήκαν την αιτία:

Κάτι Ελληνοπούλες, που τις είχαν αρπάξει οί αλλόθρησκοι, θέλουν να σώσουν την πίστη τους. Προσπέφτουνε στην ηγουμένη.

Τις κρύβει η Κυρά, μα πιάνεται άπ’ τους Τούρκους που τη βασανίζουνε σκληρά «την πίστη σου ή τη ζωή σου».

Μα άρχοντες σεβαστοί μιλούν στους Τούρκους κι ημερεύουνε έτσι τ’ αγρίμια.

Καί λεύτερη ή καλογριά, ξεκινάει να πάει απέναντι στη Τζια να ετοιμάσει καί εκεί μοναστηράκι.

Εστία αντίστασης στον κατακτητή καί τον αλλόθρησκο.

Βράδυ, παραμονή του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη ήτανε, συνάχτηκαν για ολονυχτία οί καλογριές καί τότες ήτανε που σπάσανε τίς πόρτες οί αντίχριστοι.

Την πιάσανε, την χτύπησαν τόσο, όσες ήταν και οι καλωσύνες της, καί πεθαμένη, πες, την παρατήσανε.

Βοτάνια, γιατροσόφια της βάζαν στίς πληγές οι καλογριές, μα η βουλή του Θεού ήταν ν’ αναπαυτεί ο εργάτης Του.

Στις 19 Φεβρουαρίου ξεκουράστηκε.

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια ηλιογέννητη καλότυχη βασιλοπούλα, που ζούσε μέσα στα βελούδα, στα μετάξια καί τα όνειρα.

Και πούλησε τα βελούδα, τα μετάξια καί τα όνειρα.

Και πούλησε τα βελούδα καί τα μετάξια καί τα ‘κανε σπιτικό για τους κατατρεγμένους.

Μια φορά κι έναν καιρό, μαζί μας επερπάτησε μια Γυναίκα, άξια Γυναίκα να την πεις, μαζί μας επερπάτησε η Οσία Φιλοθέη.

Γαλάτειας Γρηγοριάδου Σουρέλη

»Πειραϊκή Εκκλησία» Φεβρ.2001

Ο Ορθόδοξος Άγιος Βαλεντίνος 

 

άγιος Βαλεντίνος ορθοδοξία

Τα αρχαία μαρτυρολόγια της Εκκλησίας της Ρώμης σημειώνουν τη 14η Φεβρουαρίου ως ημέρα μνήμης του «μάρτυρος Βαλεντίνου, πρεσβυτέρου Ρώμης» (Valentinus = σθεναρός στα λατινικά). Δυστυχώς τα ιστορικά στοιχεία που έχουμε για τον άγιο είναι ελλιπή.

Το μαρτύριο του αγίου στη Ρώμη

Ο άγιος Βαλεντίνος έζησε στη Ρώμη τον 3ο αιώνα και ήταν ιερέας ο οποίος βοηθούσε τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια των διωγμών από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο Β’ το Γότθο. Η μεγάλη αρετή και η κατηχητική δράση του αγίου είχαν γίνει γνωστές• έτσι συνελήφθηκε και παρουσιάστηκε ενώπιον του αυτοκρατορικού δικαστηρίου… «Γιατί, Βαλεντίνε, θέλεις να είσαι ο φίλος των εχθρών μας και απορρίπτεις τη φιλία μας;» ρώτησε ο αυτοκράτορας, τότε ο άγιος απάντησε, «Άρχοντα μου, αν ήξερες το δώρο του Θεού, θα ήσουν ευτυχής και μαζί σου η αυτοκρατορία σου, θα απορρίπτατε τη λατρεία των ειδώλων και θα λατρεύατε τον αληθινό Θεό και τον Υιό του Ιησού Χριστό». Ένας από τους παρόντες δικαστές διέκοψε τον άγιο ρωτώντας τον τι πιστεύει για το Δία και τον Ερμή, τότε ο άγιος Βαλεντίνος θαρραλέα απάντησε «Είναι άθλιοι, και πέρασαν τη ζωή τους μέσα στη διαφθορά και το έγκλημα!» Ο δικαστής, εξαγριωμένος, φώναξε, «βλασφήμησε ενάντια στους Θεούς και ενάντια στην αυτοκρατορία!» Ο αυτοκράτορας εν τούτοις συνέχισε τις ερωτήσεις του με περιέργεια, ικανοποιημένος μιας και βρήκε την ευκαιρία να μάθει ποια ήταν επιτέλους η πίστη των Χριστιανών. Ο Βαλεντίνος βρήκε λοιπόν το θάρρος να τον προτρέψει να μετανοήσει για το αίμα των Χριστιανών που είχε χύσει. «Πίστεψε στον Ιησού Χριστό, βαφτίσου και θα σωθείς, και ήδη από αυτή τη στιγμή θα διασφαλίσεις τη δόξα της αυτοκρατορίας σου και το θρίαμβο των όπλων σου» Ο Κλαύδιος άρχισε να πείθεται, και να λέει σε εκείνους που ήταν παρόντες: «ακούστε τι όμορφη διδασκαλία που μας κηρύττει αυτός ο άνθρωπος». Αλλά ο έπαρχος της Ρώμης, δυσαρεστημένος, άρχισε να φωνάζει «Δείτε πώς αυτός ο Χριστιανός παραπλανεί τον Πρίγκιπά μας». Τότε ο Κλαύδιος, παρέπεμψε τον άγιο σε άλλο δικαστή. Αυτός ονομάζονταν Αστέριος, είχε ένα μικρό κορίτσι που ήταν τυφλό δύο χρόνια. Ακούγοντας για τον Ιησού Χριστό, πως είναι το Φως του κόσμου, ρώτησε το Βαλεντίνο εάν θα μπορούσε να δώσει εκείνο το φως στο παιδί του. Ο άγιος Βαλεντίνος λοιπόν, έβαλε το χέρι του στα μάτια της και προσευχήθηκε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, αληθινό Φως, φώτισε αυτό το τυφλό παιδί» Ω θαύμα μέγα! Το παιδί είδε! Έτσι ο δικαστής με όλη την οικογένειά του ομολόγησε Χριστό. Νήστεψαν για τρεις ημέρες, κατέστρεψαν τα είδωλα που είχαν στο σπίτι τους και τέλος έλαβαν το άγιο βάπτισμα. Μόλις ο αυτοκράτορας έμαθε για όλα αυτά τα γεγονότα, σκέφτηκε αρχικά να μην τους τιμωρήσει, όμως η σκέψη πως στα μάτια των υπηκόων του θα φανεί αδύναμος τον ανάγκασε να προδώσει το αίσθημα δικαίου που είχε. Έτσι λοιπόν ο άγιος Βαλεντίνος μαζί με άλλους Χριστιανούς αφού πρώτα τους βασάνισαν τους αποκεφάλισαν στις 14 Φεβρουαρίου του έτους 268 (ή 269).

Τα λείψανα του αγίου στην Αθήνα

Μετά το μαρτύριο κάποιοι χριστιανοί περιμάζεψαν το σώμα του αγίου και λίγο από το αίμα του σε κάποιο φιαλίδιο. Το σώμα του Μάρτυρα μεταφέρθηκε και θάφτηκε στις Κατακόμβες της αγίας Πρίσκιλλας, τόπο κατεξοχήν ενταφιασμού των μαρτύρων. Με την πάροδο του χρόνου, κατά κάποιο τρόπο «λησμονήθηκε» δεδομένου ότι σχεδόν καθημερινά ενταφιάζονταν σε αυτές τις κατακόμβες νέοι μάρτυρες για αρκετούς αιώνες. Η ανάμνηση όμως του μαρτυρίου του αγίου Βαλεντίνου παρέμεινε ζωηρή, ιδιαίτερα στην τοπική Εκκλησία της Ρώμης. Επίσημα η μνήμη του αγίου Βαλεντίνου θεσπίστηκε το 496 από τον Πάπα άγιο Γελάσιο.
Έτσι περνούν 15 αιώνες και φθάνουμε στα 1815 οπότε η θεία βούληση έμελλε να «ταράξει» την αιώνια ανάπαυση του αγίου. Τότε τα λείψανα δωρήθηκαν από τον Πάπα σε κάποιον ευγενή Ιταλό ιερέα (κατά την συνήθεια της εποχής). Ύστερα τα λείψανα «χάνονται» πάλι μέχρι το 1907 οπότε τα ξαναβρίσκουμε στη Μυτιλήνη! στο ρωμαιοκαθολικό ναό της Παναγίας. Φαίνεται πως μετά το θάνατο του κληρικού αυτού κάποιος απόγονος του ο οποίος είχε κληρονομήσει τα λείψανα πρέπει να μετανάστευσε στη Μυτιλήνη, στην οποία τότε υπήρχε ακμάζουσα κοινότητα δυτικό-ευρωπαίων ρωμαιοκαθολικών Χριστιανών. Εκεί λοιπόν παραμένουν μέχρι και το 1990 οπότε και μεταφέρονται στην Αθήνα στο ναό των αγίων Φραγκίσκου και Κλάρας της Ιταλικής παροικίας, όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Άγιος Βαλεντίνος ο Έλληνας

Αρχικά θα πρέπει να πούμε πως επαρκή στοιχεία για την εθνική καταγωγή του αγίου δεν υπάρχουν εκτός κάποιες (αποχρώσες) ενδείξεις πως ο άγιος ήταν ελληνικής καταγωγής. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε πως η αρχαιότερη απεικόνιση του αγίου που φέρει την επιγραφή «O ΑΓΙΟC BAΛΕΝΤΙΝΟC» στα ελληνικά, βρίσκεται στην εκκλησία της Παναγίας της Αρχαίας (Santa Maria Antiqua) του 6ου αιώνα η οποία ήταν η ενορία των Ελλήνων της Ρώμης. Στο ναό αυτό τιμούσαν ιδιαίτερα τους Έλληνες αγίους και γενικά τους εξ’ Ανατολής. Την αγιογράφηση και την ανακαίνιση του ναού είχε παραγγείλει ο Έλληνας Πάπας Ιωάννης ο Ζ’ (705-707) και την τελείωσαν οι διάδοχοί του, μεταξύ των οποίων ο τελευταίος Έλληνας Πάπας Ρώμης Ζαχαρίας (741-752). Ίσως όμως δεν είναι τυχαίο ότι μετά από 17 αιώνες τα λείψανα ήρθαν στην Ελλάδα. Το θέμα όμως εδώ χωρά ακόμη πολύ έρευνα.

Άγιος Βαλεντίνος προστάτης των ερωτευμένων

Εκτός από τα ιστορικά στοιχεία που έχουμε για τον άγιο Βαλεντίνο, η ζωή του συνοδεύεται από διάφορους θρύλους, όπως αυτή που τον θέλει προστάτη των ερωτευμένων…
Ο άγιος που είχε τη φήμη του ειρηνοποιού, κάποια μέρα ενώ καλλιεργούσε στον κήπο του τριαντάφυλλα, άκουσε ένα ζευγάρι να μαλώνει πολύ έντονα. Αυτό συγκλόνισε τον άγιο, ο οποίος αφού έκοψε ένα τριαντάφυλλο, βγήκε στο δρόμο πλησίασε το ζευγάρι και τους παρακάλεσε να τον ακούσουν. Αυτοί έστω και ανόρεκτα υπάκουσαν, ο άγιος αφού τους πρόσφερε το τριαντάφυλλο τους ευλόγησε. Αμέσως η αγάπη επανήλθε ανάμεσα τους, λίγο αργότερα αυτοί επέστρεψαν και ζήτησαν στον άγιο να ευλογήσει το γάμο τους. Άλλη παράδοση αναφέρει πως μια από τις κατηγορίες εναντίον του αγίου ήταν πως είχε απειθαρχήσει στην εντολή του αυτοκράτορα να μην συνάπτουν γάμο άνδρες που δεν είχαν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, ενώ ο άγιος είχε ευλογήσει το γάμο νεαρών Χριστιανών στρατιωτών με τις αγαπημένες τους.
Περά από όλα αυτά πιθανότατα η επιλογή του ως «αγίου των ερωτευμένων» να σχετίζεται και με την ειδωλολατρική γιορτή των Λουπερκαλίων, γιορτή της γονιμότητας, που εορτάζονταν από τους Ρωμαίους στις 15 Φεβρουαρίου• άλλοι συνδέουν τη γιορτή με την εποχή του ζευγαρώματος των πουλιών κατά την περίοδο αυτή. Σίγουρο πάντως είναι πως ο άγιος δεν έχει καμία σχέση με το εμπόριο (marketing) των λουλουδιών, των δώρων και των κοσμικών κέντρων που ευτελίζουν τον Έρωτα, το μεγάλο αυτό δώρο του Θεού.

Άγιος Βαλεντίνος και Ορθοδοξία

Πολλοί είναι όμως αυτοί που προβάλλουν την ένσταση πως ο άγιος Βαλεντίνος δεν αναφέρεται πουθενά στο εορτολόγιο της Ορθόδοξής Εκκλησίας. Πράγματι στις 14 Φεβρουαρίου στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας αναφέρονται οι όσιοι Αυξέντιος, Μάρωνας και οι νεομάρτυρες Νικόλαος και Δαμιανός. Η εξήγηση είναι απλή: την αρχαία εποχή που συντάσσονταν οι αγιολογικοί κατάλογοι, τα συναξάρια και τα μαρτυρολόγια είχαν καθαρά τοπικό χαρακτήρα και η φήμη ενός αγίου δεν σήμαινε πως εκτεινόταν σε όλη την Εκκλησία. Έτσι υπάρχουν άγιοι που τιμώνταν σε μία περιοχή πολύ ενώ σε άλλη ήταν εντελώς άγνωστοι, π.χ ο άγιος Δημήτριος που είναι πασίγνωστος σε όλη την Ανατολική Εκκλησία, στη Δύση δεν τιμάται καθόλου, είναι σχεδόν άγνωστος, αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν είναι άγιος. Άλλο παράδειγμα από τη σύγχρονη Εκκλησία: ο άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης (†1922) ενώ στην Ελλάδα είναι γνωστός, στη Ρωσία είναι παντελώς άγνωστος, αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι δεν είναι άγιος.
Ο άγιος Βαλεντίνος είναι άγιος της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και δεν τίθεται θέμα επειδή τιμάται στη Δύση σήμερα, το Σχίσμα –η μεγάλη αυτή τραγωδία και μέγα σκάνδαλο της διαίρεσης των Χριστιανών- ήρθε πολύ αργότερα. Όσοι λοιπόν τιμούν τον άγιο Βαλεντίνο έργο θεάρεστο επιτελούν γιατί «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ… καί ὁ Θεός ἡμῶν ἐν ἁγίοις ἐπαναπαύεται».

Τιμή μάρτυρος-Μίμησις μάρτυρος

Τιμούμε τους αγίους μας και τον άγιο Βαλεντίνο όταν μιμούμαστε το θάρρος τους να διακηρύττουν την πίστη τους στο Σωτήρα Χριστό ακόμη και με κόστος την ίδια τους τη ζωή. Τους τιμούμε όταν τους επικαλούμαστε να πρεσβεύσουν στον Θεό να μας ελεήσει και να συγχωρέσει τις πολλές μας αμαρτίες. Τους τιμούμε όταν μας είναι υποδείγματα κατά Χριστόν ζωής. Δεν τιμούμε τους αγίους όταν εξαντλούμε την «τιμή» τους σε κοσμικές διασκεδάσεις και γλέντια στην καλύτερη περίπτωση… Τιμή μάρτυρος – Μίμησις μάρτυρος!

Πηγές:

1. Εγκυκλοπαίδεια New Advent (www.newadvent.org)
2. Patron Saints Index (www.catholic-forum.com/saints/indexsnt.htm)
3. Oxford Dictionary of Saints
4. Ελληνισμός & Ορθοδοξία, Εκδόσεις PSL Λιβάνη
5. Ο άγιος Βαλεντίνος της Αθήνας, Εκδόσεις Καλός Τύπος

Αναδημοσίευση: Ιστότοπος Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Κερατέας