RSS

Category Archives: ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗ

Ο ιερομάρτυς Ηλίας Τσετβερούχιν (†16 Φεβρ. 1934) και η πρεσβυτέρα του Ευγενία[

[el]image1

Μάρτυρες του 20ού αιώνα:

Οι πραγματικοί «αναρχικοί» σ’ έναν κόσμο υποταγμένο σε νέα είδωλα

Η ζωή του π. Ηλία είναι στενά συνδεδεμένη με τη ζωή της εναρέτου συζύ­γου που του έδωσε ο Θεός, η οποία μοιράστηκε μαζί του όλες τις λύπες και τις χαρές. Η Ευγενία ήταν μια πολύ ευσεβής κόρη που σκεπτόταν να γίνει μοναχή, αλλά με τη συμβουλή του Γέροντος Βαρ­νάβα της Σκήτης της Γεθσημανή, άρχισε να αναζητά έναν ευσεβή σύζυγο. Οι γο­νείς του Ηλία είχαν μεγάλα σχέδια για τον γιό τους επειδή ήταν ένας λα­μπρός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο. Όταν όμως γνώρισε την Ευγενία άρχι­σαν και οι δυο να μελετούν με πόθο πνευματικά βιβλία. Εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο και μια δελεαστική κα­ριέρα και εισήλθε στο ιερατικό Σεμινά­ριο του Αγίου Σεργίου της Λαύρας της Αγίας Τριάδος.

Η οικογένεια της Ευγενίας ζούσε υπό την καθοδήγηση αγίων Γερόντων. Η μη­τέρα της γνώριζε πολλούς Γέροντες και συχνά τους επισκεπτόταν. Βλέποντας αυτό ο Ηλίας Νικολάγιεβιτς θέλησε να έχει και αυτός ένα Γέροντα, ο οποίος θα τον καθοδηγούσε. Η Ευγενία τού συνέ­στησε να πάει στη Σκήτη της Γεσθημανή, στον Γέροντα Βαρνάβα. Την άλλη μέρα ο νεαρός ιεροσπουδαστής πήγε στον Γέ­ροντα.

Ο Γέροντας τον δέχθηκε με ευγέ­νεια, τον έβαλε να καθίσει, του έφερε σαμοβάρι και του έδωσε να πιει τσάι, ενώ συνεχώς του έλεγε καθώς τον κτυπούσε χαϊδευτικά στο κεφάλι: «Είσαι ο μάρτυράς μου! Είσαι ο ομολογητής μου!». Μετά του έδωσε μερικές συμβουλές και τον άφησε να φύγει.

Ο ιεροσπουδαστής γύρισε χαρούμενος στον ξενώνα. Επιτέλους, είχε βρει έναν πνευματικό οδηγό στον οποίο θα μπορούσε να εμπιστευθεί όλη του τη ζωή! Το βράδυ πήγε στον ναό και με κατάπληξη άκουσε να μνημο­νεύουν τον κεκοιμημένο ιερομόναχο Βαρνάβα! Πόσο μεγάλη ήταν πραγμα­τικά η έκπληξή του και η λύπη του όταν έμαθε ότι λίγες ώρες μετά την αναχώρησή του, ο Γέρων Βαρνάβας πέθανε! Τα­ραγμένος επέστρεψε στο σπίτι του.

Αλλά ο Κύριος δεν άφησε ανεκπλή­ρωτη την βαθειά επιθυμία της γεμάτης πίστη ψυχής του. Μετά από λίγο καιρό οι συσπουδαστές του τού πρότειναν να τον πάρουν μαζί τους στο ερημητήριο του Ζωσιμά, που δεν ήταν μακριά από τη Λαύρα της Αγίας Τριάδος, για να δουν τον ερημίτη Γέροντα Αλέξιο (ο οποίος αργότερα ανέσυρε τον κλήρο για την εκλογή του Πατριάρχου Τύχωνος). Ο Ηλίας δέχθηκε ευχαρίστως. Ο Γέρο­ντας τούς υποδέχθηκε εγκάρδια και σύ­ντομα έγινε ο πνευματικός οδηγός του Ηλία και της μνηστής του. Όταν για πρώτη φορά τους είδε μαζί, αναφώνησε: «Τί ψηλός που είναι αυτός, και τί μι­κρούλα αυτή!». Πραγματικά ο Ηλίας ήταν πολύ ψηλός και δυνατός, πραγμα­τικός ιππότης, ενώ η Ευγενία ήταν ένα μικροκαμωμένο και ευαίσθητο κορίτσι. Με την ευλογία του Γέροντος Αλεξίου συναντιούνταν δυο φορές το μήνα στο σπίτι της Ευγενίας, και δυο φορές το μήνα μπορούσε να της γράφει ένα γράμ­μα, το οποίο όμως έπρεπε να το διαβάζει προηγουμένως η μητέρα της Ευγενίας. Έτσι πέρασαν μερικά χρόνια… Ο Η­λίας τελείωσε με επιτυχία το Σεμινάριο και άρχισε να σπουδάζει στη Θεολογική Ακαδημία.

Τότε η Ευγενία ήταν 25 ετών, δηλαδή όχι πια νέα, κατά την αντίληψη της επο­χής εκείνης. Την εποχή εκείνη υπήρχε ένας νόμος, κατά τον οποίο οι φοιτητές της Ακαδημίας μπορούσαν να ήταν έγγαμοι. Η οικογένεια της Ευγενίας ζούσε υπό την καθοδήγηση ενός Γέρο­ντος στη Μόσχα, ο οποίος συνέστησε επίσπευση του γάμου τους. Ο Ηλίας υπα­κούοντας στον Γέροντα πήγε στους γο­νείς της Ευγενίας. Αλλά τότε παρου­σιάστηκε ένα απροσδόκητο εμπόδιο: Ο πατέρας της Ευγενίας αρνήθηκε κατη­γορηματικά να του τη δώσει για σύ­ζυγο, επειδή δεν είχε δυνατότητα να τη συντηρήσει. Ο Ηλίας θύμωσε και έφυγε βροντώντας πίσω του την πόρτα. Όμως η μητέρα τής Ευγενίας τον έπεισε να την ζητήσει πάλι από τον πατέρα της. Και χρειάστηκε να τονίσει επανειλημμένα ότι θα μπορούσαν να ζήσουν μόνο με τα δι­κά τους μέσα, αν και στην πράξη όλα τα χρήματα που είχαν ήταν ένα μικρό ποσό που είχε συγκεντρώσει η Ευγενία παρα­δίδοντας μαθήματα μουσικής, και το οποίο είχε βάλει στην άκρη με την ευλο­γία της μητέρας της, για την προίκα της. Τελικά ο πατέρας της συμφώνησε. Έκα­ναν ήσυχα και ταπεινά την τελετή του γάμου τους και αμέσως μετά έφυγαν για το γαμήλιο ταξίδι. Πήγαν στο ερημητήριο του Ζωσιμά για να ετοιμαστούν για τη μετάληψη της θείας Κοινωνίας, κοντά στον αγαπημένο τους Γέροντα.

Όλα τα μέλη της οικογενείας της Ευγενίας σέβονταν πολύ τον Γέροντα Αλέξιο. Ένας από τους συγγενείς της, ο οποίος αργότερα έγινε μοναχός, πή­γαινε συχνά στο ερημητήριο του Ζω­σιμά και έβλεπε επανειλημμένα το ίδιο όνειρο. Του φαινόταν σαν να ήταν κά­ποια μεγάλη γιορτή. Ο ιδρυτής της Μονής, ο ασκητής Ζωσιμάς, στεκόταν στη μέση της Ωραίας Πύλης και εμύρωνε κάθε έναν που ερχόταν. Μετά το μύρωμα, με τα ολόλαμπρα λευκά τους ενδύματα, περνούσαν κατ’ ευθείαν μέσα από την Ωραία Πύλη! Το όνειρο αυτό, ειδικά επειδή επαναλαμβανόταν τόσο συχνά και επειδή έμπαιναν στο Ιερό ακόμη και γυναίκες, προκάλεσε μεγάλη απορία στον νέο αυτόν. Τελικά, όταν είδε το όνειρο για έκτη φορά, πήγε στον Γέροντα Αλέξιο. Ο Γέροντας δεν απο­κάλυψε την εξήγηση του ονείρου, αλλά μόνο ρώτησε αν ήταν πολλοί άνθρωποι.

—Ήταν πολλοί, πάτερ, ολόκληρο πλήθος!

—Ωραία! Δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ! επανέλαβε χαρούμενα ο Γέροντας.

Οι νεαροί νεόνυμφοι έμειναν ένα μήνα στο μοναστήρι. Μετά γύρισαν στη Μόσχα και νοίκιασαν ένα διαμέρισμα στην περιοχή Σέργκιεφ Ποσάντ, κοντά στο Μοναστήρι του Αγίου Σεργίου.

Ζούσαν πολύ φτωχικά, αλλά όπως υπο­σχέθηκαν στον πατέρα της Ευγενίας, ζούσαν μόνο με δικά τους χρήματα. Η Ευγενία πάντα τόνιζε ότι σ’ όλη τους τη ζωή ποτέ δεν χρωστούσαν σε κανέναν ούτε μια δεκάρα.

Ζούσαν τόσο φτωχικά που η Ευγενία αναγκαζόταν να ρίχνει στη σόμπα μόνο έξι ξύλα την ημέρα για να ζεστάνει το διαμέρισμα, το οποίο έτσι δεν ήταν ποτέ αρκετά ζεστό.

Όταν γεννήθηκε το πρώτο παιδί τους, έστειλαν αμέσως τηλεγράφημα στην αδελφή της Ευγενίας. Όταν ήρθε κοντά τους, τους εξήγησε ότι έμαθε τη γέννηση του παιδιού πριν πάρει το τηλεγράφημα!

—Μα πώς: τη ρώτησαν.

—Ο άγιος Σεραφείμ εμφανίστηκε στο όνειρό μου και μού είπε: «Πήγαινε να τους συγχαρείς! Έχουν γιό και το όνομά του είναι Σέργιος». Πράγματι ονόμασαν τον πρώτο τους γιό Σέργιο και τον δεύτερο Σεραφείμ.

Ο π. Ηλίας τελείωσε την Ακαδημία πριν ξεσπάσει η επανάσταση (του 1917). Μετά την χειροτονία του, υπηρέτησε για ένα μικρό διάστημα στην εκκλησία ενός πτωχοκομείου, κατόπιν μετετέθη στην εκκλησία του αγίου Νικολάου στην πε­ριοχή Τολματσέφ της Μόσχας, όπου και υπηρέτησε μέχρι τη σύλληψή του το 1932.

Ο π. Ηλίας ήταν ένας ευλαβής ιε­ρεύς. Ποτέ δεν συντόμευε τις ακολου­θίες. Κανοναρχούσε τα στιχηρά και συ­χνά διάβαζε τους κανόνες (που συνήθως παραλείπονταν στις ρωσικές ενορίες). Η πρεσβυτέρα πήγαινε κάθε μέρα στην εκκλησία και διηύθυνε τη χορωδία. Σ’ εκείνη τη θλιβερή εποχή, μετά το ξέσπα­σμα της επαναστάσεως, η εκκλησία του αγίου Νικολάου στην περιοχή Τολματσέφ ήταν φάρος πνευματικού φωτός για πολλούς πιστούς. Μία ενορίτισσα του π. Ηλία αναπολεί: «Ω, η εκκλησία μας στο Τολματσέφ, άστραφτε από κα­θαριότητα! Αλλά ήταν τόσο κρύα, που πάγωναν τα πόδια σου στο πάτωμα!». Όμως η πρεσβυτέρα, σε οποιαδήποτε περίσταση, ποτέ δεν έχανε την ελπίδα της στον Θεό.

Κάποτε, την ημέρα της εορτής του α­γίου Νικολάου, η πρεσβυτέρα γυρνούσε από την εκκλησία και, βάζοντας το χέρι της στην τσέπη, ανακάλυψε ότι ήταν ά­δεια. Τέτοια μέρα κάθε χρόνο, συνήθιζαν να καλούν ενορίτες στο σπίτι τους για ένα λιτό γεύμα. Η πρεσβυτέρα γύρισε γρήγορα στην εκκλησία και ρώτησε τον π. Ηλία αν είχε καθόλου χρήματα. Αυ­τός, με λυπημένο βλέμμα, της έδωσε μόνο μερικά κέρματα. Δεν γινόταν τίποτε. Η πρεσβυτέρα ξεκίνησε για το σπίτι. Στον δρόμο συλλογιζόταν τί ωραία που θα ή­ταν αν είχε μονάχα δύο ρούβλια. Θα αγό­ραζε κάμποσα μπιζέλια, λίγο λάδι, κάτι άλλο ακόμη και αυτά θα τους έφθαναν. Με τέτοιες σκέψεις βάδιζε για το σπίτι.

Ήταν μια ζεστή ανοιξιάτικη ημέρα, και μπροστά από το σπίτι τους είχαν σχηματιστεί λακκούβες με λασπόνερα. Τα πόδια της τα είχε τυλιγμένα με πα­νιά, αφού την εποχή εκείνη ήταν αδύνα­το να βρεθούν παπούτσια, και μ’ αυτή την υπόδηση πηδούσε πάνω από τα λα­σπόνερα. Ξαφνικά βλέπει μπροστά της δυο προσεκτικά διπλωμένα χαρτονομί­σματα, που έπλεαν στο νερό σαν δυο μι­κρές βαρκούλες. Τα πήρε, τα ξεδίπλωσε, ήταν δυο ρούβλια! Άρχισε να ρωτά τους διαβάτες αν έχασαν δυο ρούβλια, αλλά όλοι απαντούσαν αρνητικά. Τότε η πρεσβυτέρα ευχαρίστησε τον Θεό και επανέλαβε για άλλη μια φορά τον λόγο του Κυρίου: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6, 33). Κατόπιν άρχισε να ετοιμάζει ένα λιτό γεύμα.

Κάποια άλλη φορά, η πρεσβυτέρα και ο π. Ηλίας αποφάσισαν να πάνε στο ερημητήριο του Ζωσιμά. Εκείνο τον καιρό το Μοναστήρι δεν μπορούσε πια να παραθέτει τράπεζα για τους επισκέπτες, αφού μόλις και μετά βίας επαρ­κούσαν τα τρόφιμα για τους μοναχούς. Αν και δεν είχαν τότε ούτε μια δεκάρα, εντούτοις η πρεσβυτέρα δεν άλλαξε την απόφαση να ξεκινήσουν για το προσκύ­νημα, και πήγε σ’ έναν ηλικιωμένο ανα­γνώστη να τον παρακαλέσει, αν μπο­ρούσε, να προσέχει τα παιδιά τους όσο θα έλειπαν. Στο δρόμο επαναλάμβανε: «Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και αυτός σε διαθρέψει» (Ψαλμ. 54, 23). Αυτό ήταν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πρεσβυτέρας: Τα λόγια της Γραφής, τα οποία για πολλούς ανθρώπους είναι απλές λέξεις που τις αποστηθίζουν από τα βιβλία, γι’ αυτήν ήταν λόγοι ολοζώ­ντανοι και αληθινοί.

Γυρνώντας στο σπίτι, είδε ξαφνικά ένα μακρύ αντικείμενο τυλιγμένο σ’ ένα λινό σάκο. Η πρεσβυτέρα φοβήθηκε ότι ήταν ένα πτώμα και άρχισε να τρέχει. Μετά όμως πρόσεξε ότι αυτό το αντικεί­μενο δεν ήταν τόσο μεγάλο και πίεσε τον εαυτό της να υπερνικήσει τον φόβο και να επιστρέψει. Με τη σκέψη ότι πιθανόν θα ήταν κάποιο παιδί που το είχαν εγκα­ταλείψει, κοίταξε μέσα στο σάκο και έμεινε κατάπληκτη από το θέαμα. Ήταν γεμάτος με διάφορα τρόφιμα, κρέας, λά­δι, ψωμί, δηλαδή ό,τι ακριβώς χρειαζό­ταν για το ταξίδι τους! Πιθανόν κάποι­ος χωρικός τα έφερε για να τα πουλήσει στην πόλη, αλλά φοβήθηκε την εθνο­φυλακή και έριξε το σάκο στην άκρη του δρόμου.

Βέβαια, δεν είχαν όλες οι δυσκολίες τέτοια ευτυχή κατάληξη για την πρε­σβυτέρα, αλλά αυτή ποτέ δεν έχανε την πνευματική της εγρήγορση. Κάποτε ήρθε κάποια άγνωστη και πρότεινε να της πουλήσει μια τσάντα γεμάτη με λα­χανικά σε τιμή μάλλον χαμηλή. Με με­γάλη δυσκολία συγκέντρωσε το ποσό και το έδωσε στη γυναίκα, η οποία την έφερε στο σιδηροδρομικό σταθμό όπου, όπως έλεγε, ήταν τα τρόφιμα. Όταν έφθασαν στο σταθμό η γυναίκα είπε στην πρεσβυτέρα να την περιμένει και αυτή μπήκε στον θάλαμο του σταθμού για να φέρει τα τρόφιμα. Η πρεσβυτέρα περίμενε μερικές ώρες προτού πάει η ίδια στον θάλαμο, μόνο και μόνο για να δει ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη και δεν ήταν κανείς εκεί μέσα. Πόσο δύσκολο της ήταν να γυρίσει στο σπίτι, όπου την περίμεναν τα πεινασμένα παιδιά και ο παπάς της τόσο ανυπόμονα! Στον δρόμο της επιστροφής η πρεσβυτέρα συλλογι­ζόταν πώς είναι δυνατόν να προσευχηθεί κανείς για τέτοιους ανθρώπους. Πάν­τως αυτοί μας βοηθούν στη σωτηρία της ψυχής μας, ενώ συγχρόνως, χάνουν τη σωτηρία της δικής τους ψυχής. Όταν η πρεσβυτέρα μπήκε στο δωμάτιο και είδε όλους να την κοιτάζουν με απορία, είπε:

—Παιδιά, σηκωθήτε! Ας προσευχη­θούμε! «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν». Μας έκλεψαν!

Αλλά όλες αυτές οι θλίψεις ήταν ασή­μαντες μπροστά στην οδύνη της πρεσβυ­τέρας όταν ο μικρότερος γιός της, ο Βάνια, πέθανε. Έπαιζε με κάποια μεγαλύ­τερα παιδιά στον δρόμο και άρπαξε ένα κρυολόγημα, και καθώς η πρεσβυτέρα δεν μπορούσε να τον προσέχει συνεχώς (κάθε μέρα συμμετείχε στη χορωδία της εκκλησίας) το κρύωμα γύρισε σε μηνιγ­γίτιδα. Και τότε ακριβώς η πρεσβυτέρα έσπασε το χέρι της… Όλες μαζί οι συμ­φορές έπεσαν επάνω της: η θανατηφό­ρος αρρώστια του γιού της, το σπασμέ­νο χέρι της, η πείνα… Αλλά αυτή κατά­φερνε να παρίσταται καθημερινά στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, όπως πριν.

Ο Βάνια πονούσε τόσο ανυπόφορα, ώστε ρωτούσε τη μητέρα του: «Είναι αλήθεια, μητέρα, ότι είμαι κι εγώ ένας μάρτυρας;». Πέθανε την ίδια μέρα που πέθανε και ο Γέροντας Αλέξιος. Ο π. Ηλίας στον επικήδειο λόγο του είπε ότι αυτή την ημέρα πέθανε ένα πολύ μικρό παιδί, αφού υπέφερε πολύ περισσότερο από τους μεγάλους, αν και δεν είχε ανά­λογες αμαρτίες. H μοναχή που υπηρε­τούσε στο ιερό ήρθε στην πρεσβυτέρα και της είπε: «Αγαπητή μου πρεσβυτέ­ρα, συγχαρητήρια, έχεις ήδη ένα γιό στον Παράδεισο!»

Στο τέλος της ζωής της η πρεσβυτέρα δεν θυμόταν τα σχετικά με τον Βάνια. Συνήθιζε να λέει: «Είχα πέντε παιδιά». Και μετά, με λυπημένο χαμόγελο, πρόσ­θετε: «Δεν θυμάμαι όλα όσα πέρασα στη ζωή μου. Ο Κύριος μού πήρε από την μνήμη τα πιο δύσκολα».

Ο π. Ηλίας ζούσε ασκητική ζωή. Μό­νο δυο εβδομάδες τον χρόνο περνούσε με την οικογένειά του στην εξοχή, όπου τα παιδιά μπορούσαν να ξεκουραστούν, κατά την διάρκεια απαραιτήτων επισκευών και καθαριότητος του ναού. Κα­τά κανόνα εκτελούσε κάθε μέρα όλες τις ακολουθίες χωρίς να παραλείπει ή να συντομεύει τίποτα. Το βράδυ μετά τις ιερές ακολουθίες γίνονταν πνευματικές συζητήσεις.

Η πρεσβυτέρα φρόντιζε καθημερινά να μπορεί ο παπάς της να δειπνά πριν από τα μεσάνυχτα. Γυρνούσε στο σπίτι κάθε μέρα μετά τις ένδεκα. Το πρωί ο π. Ηλίας θα κοιμόταν ακόμη, όταν θα παρουσια­ζόταν βιαστικά κάποια πνευματική του κόρη ρωτώντας αν έχει σηκωθεί (οι πε­ρισσότεροι ενορίτες ήταν νεαροί). Η πρεσβυτέρα ποτέ δεν γκρίνιαζε γι’ αυτές τις ενοχλήσεις, μόνο έλεγε: «Κάποια δούλη του Θεού ήρθε, δεν φαίνεται τόσο χαρούμενη». Λίγο αργότερα, αυτή η δούλη του Θεού εκαλείτο στον «κλήρο»[2] για συνομιλία.

Αργότερα, ο επίσκοπος Ιωάννης είπε στην πρεσβυτέρα (η οποία πήγαινε στήν εκκλησία του μετά τον θάνατο του π. Ηλία): «Ο παπάς σου ήταν το πρό­τυπό μου, και εσύ ήσουν η πιστή βοηθός του σε όλα».

Σ’ εκείνους τους δύσκολους καιρούς της πείνας κατάφεραν να διατηρήσουν την ομορφιά και την λάμψη της εκκλη­σίας και τον πλούτο των αμφίων. Πόσο υπερήφανοι ήταν όταν έβλεπαν τον ιε­ρέα τους να λειτουργεί με πλούσια και όμορφα άμφια, ή όταν τους διάβαζε και τους εξηγούσε τα έργα των αγίων Πατέ­ρων! Κάποτε, μετά από μια ιδιαίτερα επιτυχημένη ομιλία για τον άγιο Ιωάν­νη τον Χρυσόστομο, όταν ο π. Ηλίας πέ­ρασε πίσω από τον «κλήρο», η πρεσβυτέ­ρα του ψιθύρισε: «Το ύψος ημίν της τα­πεινοφροσύνης υπέδειξεν» (από το απο­λυτίκιο του αγίου).

Ήταν τότε το έτος 1932. Παντού γί­νονταν έρευνες, συλλήψεις και εξορίες. Μερικοί ενορίτες συνελήφθησαν, μαζί με πολλούς συγγενείς τους. Τον π. Ηλία τον κάλεσαν στη NKVD[3] και του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον πειράξουν καθό­λου, αρκεί μόνο να εγκατέλειπε την ιερωσύνη. Κάποιοι φίλοι του προσπαθού­σαν να τον βάλουν σε μια καλή θέση στην Πινακοθήκη Τρετιακώφ, ως ειδικό της τέχνης. Μη ξέροντας τί να κάνη, ο π. Η­λίας γύρισε στο σπίτι και η πρεσβυτέρα τον ενίσχυσε στον αγώνα της ομολογίας.

Μετά από λίγο ήταν η ονομαστική εορ­τή του π. Ηλία και ήρθαν μερικοί επισκέ­πτες. Ο πατερούλης είχε βρει πάλι το κέφι του και ήταν εύθυμος και χαρούμενος. Οι επισκέπτες έφυγαν αργά το βράδυ. Σε λίγα λεπτά ένα κορίτσι επέστρεψε και ψιθύρισε στην πρεσβυτέρα ότι η αστυ­νομία παρακολουθούσε στενά το σπίτι τους. Η πρεσβυτέρα ευχαρίστησε το κο­ρίτσι και βγήκε έξω. Μια ομάδα τριών ανδρών την πλησίασε και τη ρώτησε πού μένουν οι Τσετβερούχιν. Η πρεσβυτέρα τούς έδειξε το σπίτι, τους είπε τον αριθμό του διαμερίσματος και αμέσως έτρεξε στο σπίτι. «Παπά, ήρθαν για σένα!» είπε μόλις μπήκε στο δωμάτιο. Ο π. Ηλίας φόρεσε το επιτραχήλιο του Γέροντος Α­λεξίου και διάβασε την «ευχή επί τη ενάρξει παντός αγαθού έργου». Δεν πρόλαβε να πει τις τελευταίες λέξεις και ακούστη­κε ένα τραχύ χτύπημα στην πόρτα. Η πρεσβυτέρα τούς υποδέχθηκε με μια ελαφρά υπόκλιση:

— Περάστε.

Φαίνον­ταν βιαστικοί και ρώτησαν σαστισμένοι:

—Εσύ δεν ήσουν που μας έδειξες το δρόμο:

—Ναι.

—Λοιπόν, ετοίμασε τα πράγματά του.

Καθώς η πρεσβυτέρα ετοίμαζε βια­στικά ό,τι ήταν απαραίτητο, αυτοί έκα­ναν μια επιφανειακή έρευνα. Γενικά ήταν πολύ ευγενικοί και τους επέτρεψαν να αποχαιρετιστούν. Φεύγοντας ένας απ’ αυτούς είπε:

—Λοιπόν, παπαδιά, μπορείς να κοιμηθείς ήσυχη. Δεν θα σε ενοχλήσουμε άλλο[4].

—Πώς μπορώ να κοιμηθώ ήσυχη τώ­ρα; απάντησε η πρεσβυτέρα.

Όλη τη νύχτα την πέρασε με προσευ­χή και δάκρυα. Κατά το πρωί όμως απο­κοιμήθηκε και τότε είδε μια ανέκφρα­στα μεγαλόπρεπη Κυρία που της είπε:

—Μη φοβάσαι! Δεν θα πάθει τίποτε ο παπάς σου στη φυλακή. Εγώ θα μεσιτεύω γι’ αυτόν.

—Πραγματικά έχεις εσύ εξουσία μέ­σα στη φυλακή; ρώτησε η πρεσβυτέρα με έκπληξη.

—Εγώ έχω παντού εξουσία. Μη φοβάσαι· δεν θα πάθει τίποτε στη φυλα­κή. Εσύ όμως να προσεύχεσαι στον Αδριανό και στη Ναταλία! Και μ’ αυτά τα λόγια η υπέροχη Κυρία εξαφανίστηκε! Η πρεσβυτέρα ξύπνησε με μεγάλη απορία: Γιατί η Θεο­τόκος (κατάλαβε ότι αυτή που είχε έρθει ήταν η Πανάμωμος Παρθένος) της έδωσε εντολή να προσεύχεται στους αγίους Αδριανό και Ναταλία; Όταν όμως διά­βασε το συναξάρι τους (26 Αυγούστου) και διαπίστωσε ότι ο Αδριανός ήταν μάρτυς, ενώ η Ναταλία υπέφερε μαζί του λόγω της αγάπης της προς αυτόν και τον ενίσχυε στο μαρτύριο, τότε κατάλα­βε γιατί η Υπεραγία Θεοτόκος της είπε να προσεύχεται σ’ αυτούς τους αγίους.

Μετά τη σύλληψη του π. Ηλία και άλλες θλίψεις βρήκαν την πρεσβυτέρα. Τους έδιωξαν από το διαμέρισμα, και για ένα διάστημα ήταν περιπλανώμενοι εδώ κι εκεί, έως ότου κάποια οικογέ­νεια τους πήρε μαζί τους. Έδιωξαν τα παιδιά από το σχολείο, τους έκλεψαν την τεράστια βιβλιοθήκη τους. Όμως η μεγαλύτερη δοκιμασία ήταν ο θάνατος της μοναχοκόρης τους. Η Μάσενκα ή­ταν το μικρότερο παιδί της οικογενείας. Όταν η πρεσβυτέρα περίμενε τη γέννησή της, επισκέφθηκε τον Γέροντα Αλέ­ξιο, ο οποίος τότε ζούσε ακόμη. Την υποδέχθηκε με την ερώτηση: —Ποιος είναι;

—Η αμαρτωλή Ευγενία.

—Είσαι μόνη σου;

—Όχι, πάτερ, είμαστε δύο!

Πλησιάζοντας για να πάρει την ευχή του, ρώτησε:

—Πάτερ, τί θα κάνω;

—Κόρη, μόνο που θα πρέπει να της ράψεις νυφικό.

—Μα φυσικά, αν έχει κανείς κορίτσι θα πρέπει να του ράψει το νυφικό του, είπε έκπληκτη η πρεσβυτέρα. Μόνο μετά τον θάνατο της Μάσενκα κατάλαβε τα λόγια του Γέροντα – ότι η θυγατέρα της θα γινόταν νύφη Χριστού.

Η κόρη της πέθανε από μια συνηθι­σμένη παιδική αρρώστια. Ο ασθενικός οργανισμός της (ήταν μόνο πέντε ετών) δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπίσει συγ­χρόνως την πείνα, το κρύο και την αρρώστια. Κάτω από τέτοιες συνθήκες (τότε είχε πεθάνει και η μητέρα της Ευγενίας) την ενδυνάμωνε, όπως έλεγε η ίδια, μό­νο ένα πράγμα: η προσευχή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την οποία επαναλάμβανε ακατάπαυστα: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».

Λόγω αυτών των δοκιμασιών, μόνο μετά από δυο χρόνια μπόρεσε η πρε­σβυτέρα να πάει στον σύζυγό της, που ήταν τότε εξόριστος στην περιοχή του ποταμού Κράσναγια Βίσερα. Ήταν πολύ δύσκολο να πάει σ’ αυτήν την απομονωμένη βόρεια περιοχή κατά την εποχή της άνοιξης οπότε είχε πολλές λάσπες, αλλά τελικά έφθασε στον προο­ρισμό της. Έφερε για τον π. Ηλία ένα Ευαγγέλιο και ένα μικρό φιαλίδιο με αγιασμό. Το Ευαγγέλιο το άρπαξαν αμέσως, ενώ για το φιαλίδιο ρώτησαν:

—Τί είναι αυτό;

—Για σας είναι απλό νερό, αλλά για μένα είναι κάτι ιερό. Είναι το φάρμακό μου, απάντησε η πρεσβυτέρα και τελικά της επέτρεψαν να του το δώσει.

Με την πρώτη ματιά η Ευγενία κατά­λαβε ότι ο π. Ηλίας ήταν πολύ διαφορε­τικός. Δεν την ευλόγησε, αλλά αντίθετα της είπε: «Τώρα εδώ δεν ασκώ πια την ιερωσύνη». Φαινόταν σαν να τον είχαν βασανίσει, σαν να είχε καταρρεύσει. Η συνάντηση κράτησε πολύ και ο π. Ηλίας μπόρεσε να της πει τα πάντα.

Μετά τη σύλληψή του τον έφεραν στη φυλακή, όπου τον έβαλαν σε ένα «ειδικό κελλί». Ο μικρός θάλαμος ήταν εντελώς γεμάτος και με την πρώτη ματιά φαινό­ταν ότι δεν υπήρχε καθόλου άδειος χώρος. Ο π. Ηλίας δεν ήξερε τι να κά­νει, αλλά κάποιος του φώναξε: «Χώσου κάτω από τα κρεβάτια!». Αυτό δεν ήταν τόσο εύκολο γι’ αυτόν που ήταν τό­σο ψηλός. Τελικά όμως μπόρεσε να χωθεί κάτω από τα ξύλινα κρεβάτια και να ξαπλώσει στο βρώμικο πάτωμα, που ήταν γεμάτο από φτυσίματα.

Ήταν αδύνατο να κοιμηθεί κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν τον άφηναν άλλω­στε οι φωνές και οι βλαστήμιες που ακού­γονταν στον θάλαμο. Θυμήθηκε τα πνευ­ματικά του τέκνα και πόσο τον σέβονταν και ξέσπασε σε δάκρυα. Της είπε ακόμη πώς τους έφεραν στην επαρχία Κράσνα­για Βίσερα. Τους ανάγκασαν να περπα­τούν πάνω στο χιόνι, που είχε παγώσει επιφανειακά. Το λεπτό στρώμα του πά­γου έσπαζε κάτω από τα πόδια τους και οι κατάδικοι σε κάθε βήμα βυθίζονταν μέσα στο χιόνι μέχρι τη μέση. Κάποιος που βάδιζε πίσω από τον π. Ηλία είπε: «Πάντα αγαπούσα το δάσος, τώρα όμως το μισώ» και έκανε μια απειλητική χει­ρονομία με τη γροθιά του προς το δά­σος. Βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο, χωρίς να έχουν φάει ή πιει τίποτα όλη την ημέρα, αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα μέσα σε μια καλύβα. Οι εξουθενωμέ­νοι άνδρες αμέσως έπεσαν στο πάτωμα και αποκοιμήθηκαν σαν πεθαμένοι.

Μόνο ο π. Ηλίας έμεινε ξάγρυπνος. Μέσα στα βαθιά μεσάνυχτα ένας ανα­στεναγμός ξέσπασε από τα βάθη της καρδιάς του: «Ω Κύριε, γιατί με εγκα­τέλειψες; Σε υπηρέτησα τόσο πιστά. Ολόκληρη τη ζωή μου την αφιέρωσα σε Σένα. Πόσες φορές διάβασα τον Ακάθι­στο Ύμνο και τους Κανόνες. Με πόση ευλάβεια υπηρετούσα στην εκκλησία! Γιατί με εγκατέλειψες και υποφέρω τό­σο πολύ; Ω Υπεραγία Θεοτόκε, ω άγιε ιεράρχα Νικόλαε, ω άγιε πάτερ Σερα­φείμ, πάντες οι Άγιοι του Θεού! Μετά απ’ όλες τις προσευχές μου σε σας γιατί βασανίζομαι τόσο;».

Όλη τη νύκτα έτσι έκραζε ενώπιον του Κυρίου. Ξαφνικά μια θεία επίσκεψη, σαν φλόγα, άγγιξε την πονεμένη ψυχή του και τη γέμισε με μια υπερκόσμια πα­ρηγοριά. Το φως της πίστεως φώτισε μυστικά την καρδιά του και άναψε μέσα του μια ανέκφραστη και ακατανίκητη αγάπη προς τον Χριστό, την οποία όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος «ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β’ Κορ. 12, 4).

Όταν ξημέρωσε, ήταν νέος άνθρω­πος, αναγεννημένος, σαν να είχε βαπτισθεί «εν πυρί» (Ματθ. 3, 11). Μετά από αυτή τη νύκτα δεν μπορούσε πια να ζει μια συνηθισμένη ζωή. Ο ίδιος τόνισε στην πρεσβυτέρα: «Και αν ακόμα μ’ αφήσουν ελεύθερο, μη νομίσεις ότι θα λειτουργήσω ποτέ όπως πριν. Ο παλιός κόσμος έφυγε για πάντα, και δεν πρό­κειται να ξαναγυρίσει». Ο κόσμος στον οποίο είχε συνηθίσει να ζει είχε εξαφανιστεί για πάντα γι’ αυτόν, επειδή είχε χα­ριστεί σ’ αυτόν μια υπερκόσμια εμπει­ρία, με την μεσιτεία της Υπεραγίας Θε­οτόκου, όπως είχε υποσχεθεί στην πρε­σβυτέρα Ευγενία, τη σύγχρονη αγία Ναταλία. Συνεπώς είχε να διαλέξει ένα από τα δύο: ή να υποχωρήσει και να γίνει ένας κανονικός σοβιετικός σκλάβος-πολίτης, ή να πεθάνει εντελώς ως προς αυτόν τον κόσμο. Η ευθύτητα του χαρα­κτήρα του δεν του επέτρεπε, κάτω από συνθήκες αθεϊστικής καταπιέσεως, να «άρη τον ζυγόν» της ιερωσύνης. Το συνειδητοποίησε αυτό και διάλεξε τον θάνατο ως ένωση με τον Ζωοδότη Χρι­στό, τον Κύριό μας!

Καθώς ο π. Ηλίας αποχαιρετούσε την πρεσβυτέρα, της είπε: «Ξέρεις, η καρδιά μου φλέγεται από αγάπη για τον Χριστό. Νομίζω ότι ήλθα εδώ για να κα­ταλάβω ότι δεν υπάρχει απολύτως τίπο­τε καλύτερο, τίποτε πιο θαυμαστό από Αυτόν. Θα ήθελα να πεθάνω γι’ Αυ­τόν!» Αφού αποχαιρέτησε ο ένας τον άλλον, η πρεσβυτέρα ξεκίνησε για το μακρύ και δύσκολο ταξίδι της επι­στροφής. Όταν έφθασε στο σπίτι, την περίμενε ένα τηλεγράφημα: Στο στρατό­πεδο συγκεντρώσεως άναψε μια πυρκαϊά και ο π. Ηλίας έγινε παρανάλωμα του πυρός μαζί με ένδεκα άλλους! Πόσο ταιριαστό ήταν το όνομά του στη ζωή του και στον θάνατό του – Ηλίας ση­μαίνει ακριβώς «πύρινος»!

Μετά τον τραγικό θάνατό του π. Η­λία η πρεσβυτέρα έπεσε άρρωστη για πολύ καιρό. Όταν έγινε καλά άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά της. Εκεί­νο τον καιρό είδε ένα όνειρο: Εμφανί­στηκε σ’ αυτήν, όπως όταν ζούσε, ο π. Πέτρος Λαγκώφ, (ένας ιερεύς που είχε τουφεκισθεί μερικά χρόνια πριν), και της είπε: «Καλή μου πρεσβυτέρα, πρέπει να προσεύχεσαι στον άγιο Σέργιο, στον άγιο Σεραφείμ και στον άγιο ιερομάρτυρα Πάμφιλο. Ας προσευχηθούμε μα­ζί: Άγιε πάτερ Σέργιε, πρέσβευε υπέρ ημών! Άγιε πάτερ Σεραφείμ, πρέσβευε υπέρ ημών! Άγιε ιερομάρτυς Πάμφιλε, πρέσβευε υπέρ ημών!». Όταν ξύπνησε η πρεσβυτέρα συλλογίσθηκε ότι η οικο­γένειά της πάντα σεβόταν τον άγιο Σέρ­γιο και τον άγιο Σεραφείμ και έδωσαν τα ονόματα των δύο αυτών αγίων σε δύο αγόρια τους. Αλλά για τον ιερομάρτυρα Πάμφιλο, ούτε καν είχε ακούσει τί­ποτε. Όταν όμως πήγε στην εκκλησία και άνοιξε το Μηναίο, ανακάλυψε ότι εκείνη ακριβώς την ημέρα ήταν η εορτή του ιερομάρτυρος Παμφίλου (16 Φε­βρουαρίου). Μελετώντας το συναξάρι του αγίου, έμαθε ότι ο άγιος Πάμφιλος ήταν ένας πρεσβύτερος πολύ μορφωμέ­νος, που είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη και ο οποίος μαρτύρησε μαζί με άλλους ένδεκα μάρτυρες, μερικοί από τους οποίους «πυρί ετελειώθησαν»!

Η υπόλοιπη ζωή της πρεσβυτέρας δεν ήταν εύκολη. Ήταν μόνη της. χωρίς τον σύντροφο της ζωής της, με ένα παιδί στην αγκαλιά της. Παρ’ όλα αυτά εξα­κολουθούσε κάθε μέρα, όπως και πρώτα, να ψάλλει και να διευθύνει τη χορωδία της εκκλησίας. Μετά τον θάνατο του π. Ηλία, η πρεσβυτέρα έψαλλε στην εκκλη­σία του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, όπου λειτουργούσε ένας επίσκοπος που λεγόταν Ιωάννης. Ήταν αρκετά νέος, δεν είχε φθάσει ακόμη τα σαράντα. Αυστηρός ασκητής ο ίδιος, απαιτούσε από τους ψάλτες ακριβή τήρηση του Τυ­πικού. Οι μακρές μοναστηριακές ακο­λουθίες και η έντονη πνευματική ζωή της ενορίας δεν άρεσαν στις αρχές. Κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή του 1937 ήρθαν για να συλλάβουν τον Δεσπότη. Κάποιος τον είχε ήδη προειδοποιήσει και ήταν προετοιμασμένος για τη σύλληψή του. Όταν η αστυνομία τον κάλεσε να βγει έξω «για λίγα λεπτά» είπε στην πρεσβυτέρα: «Αν δεν γυρίσω σε δεκα­πέντε λεπτά, αρχίστε το Απόδειπνο χωρίς εμένα». Φυσικά δεν γύρισε ποτέ!

H πρεσβυτέρα θυμόταν με μεγάλο σεβασμό τον επίσκοπο Ιωάννη. Ποτέ δεν άφηνε από τα χέρια της το κομποσχοίνι που της είχε δώσει, το οποίο από τη συνεχή χρήση είχε γίνει γκρι (από άσπρο, όπως συνηθίζουν οι Ρώσοι). Το τοποθέτησαν στον τάφο μαζί της.

Όταν άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλε­μος η πρεσβυτέρα αντιμετώπισε πολλές νέες δοκιμασίες. Ο ένας γιός της συνε­λήφθη, τους άλλους δυο τους έστειλαν στο μέτωπο, απ’ αυτούς ο μεγαλύτερος δεν γύρισε ποτέ! Αυτή η ίδια υπέφερε από την πείνα. Αλλά πάντοτε παρέμενε η ίδια ήρεμη πρεσβυτέρα, που πάντοτε ήλπιζε στον Θεό. Κάποτε όμως άρχισε να έχει αμφιβολίες, βλέποντας τόσες πολλές δυστυχίες να έρχονται στους πι­στούς. Αναρωτιόταν μήπως πραγμα­τικά είχε έλθει το τέλος της χριστιανικής πίστεως για τη Ρωσία. Μ’ αυτές τις σκέ­ψεις έπεσε να κοιμηθεί και είδε ένα όνει­ρο. Η Θεοτόκος της είπε: «Όσο ανάβει το καντήλι μπροστά στη λειψανοθήκη του αγίου Σεργίου, η Ρωσική Εκκλησία θα αντέχει». Η πρεσβυτέρα εξακολου­θούσε να αμφιβάλλει και γι’ αυτό προ­σευχήθηκε: «Ω Υπεραγία Θεοτόκε, αν ήσουν πράγματι Εσύ, κάνε να δω αυτό το όνειρο για δεύτερη φορά». Την επομένη νύχτα πράγματι είδε πάλι το ίδιο όνειρο. Όταν το διηγείτο αυτό η πρε­σβυτέρα, δεν παρέλειπε να προσθέτει: «Και το καντήλι είναι ακόμη αναμμένο!».

Τα χρόνια περνούσαν. Η πρεσβυτέρα ζούσε με τον ίδιο τρόπο ζωής όπως και προηγουμένως. Πάντοτε την περιτριγύ­ριζαν πολλοί άνθρωποι, επειδή μετά τον θάνατο του π. Ηλία ανέλαβε την καθοδήγηση των πνευματικών του τέκνων, όπως της είχε ζητήσει ο ίδιος. Κάτω από τόσο δύσκολες συνθήκες, οι οποίες ανάγκαζαν ακόμη και πολλούς κληρικούς να αποστατούν από την πίστη, αυτή κρατούσε κοντά στην Εκκλησία έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου η πρεσβυτέρα πήρε ένα γράμμα από τον μικρότερο γιό της. Της έγραφε ότι γυρνούσε από το μέτωπο. Όλα τα παράθυρα του σπι­τιού της ήταν σπασμένα και η πρεσβυτέ­ρα ήθελε να τα επισκευάσει πριν έρθει ο γιός της. Γι’ αυτή τη δουλειά όμως χρειαζόταν τουλάχιστον εκατό ρούβλια ενώ αυτή δεν είχε ούτε ένα καπίκι. Ως συνήθως, η πρεσβυτέρα έσπευσε στην προσευχή. Και την άλλη μέρα ήρθε μια νεαρή κόρη και της έδωσε εκατό ρού­βλια! Φυσικά η πρεσβυτέρα έμεινε σαν κεραυνόπληκτη από έκπληξη, παίρνο­ντας ένα τέτοιο δώρο από ένα άγνωστο κορίτσι. Αλλά η κόρη τής εξήγησε ότι τη νύχτα είδε στο όνειρό της τη μητέρα της, μια ενορίτισσα του π. Ηλία που είχε πεθάνει πριν από αρκετό καιρό, και της είπε: «Θέλεις να δώσεις στην πρεσβυτέρα Ευγενία εκατό ρούβλια για μνημόσυνο της ψυχής μου;». Κι έτσι ο Κύριος για άλλη μια φορά βοήθησε θαυματουργικά την πρεσβυτέρα.

Προς το τέλος της ζωής της η πρε­σβυτέρα έλαβε από τον Κύριο ολοφάνε­ρα το διορατικό χάρισμα. Μια φορά πή­γαινε στην εκκλησία με μια πνευματική της κόρη. Με το συνηθισμένο γρήγορο βήμα της προσπέρασε δυο χωριατόπαι­δα, τα οποία έβλεπε για πρώτη φορά. Η πρεσβυτέρα, χωρίς να σταματήσει, τα χτύπησε ελαφρά στο κεφάλι και είπε: «Νικόλαος και Σέργιος». Τότε η συνοδός της απεφάσισε να ελέγξει τον λόγο της πρεσβυτέρας. Σταμάτησε και ρώτησε τα αγόρια πώς ονομάζονται. Η απάντηση ήταν: «Νικόλαος και Σέργιος!».

Ήδη η πρεσβυτέρα, κατά θεία παραχώρηση, είχε υποφέρει πάρα πολλούς πειρασμούς και δοκιμασίες, αλλ’ όμως ο Κύριος ήθελε να δοκιμάσει την πίστη της μέχρι τέλους, και κατά κάποιο τρόπο να διακηρύξει και να δείξει σ’ έναν κόσμο που είχε παραφρονήσει, όλες τις αρετές της δούλης Του. Στα ογδόντα της χρό­νια η πρεσβυτέρα έπεσε και έσπασε τα πλευρά της και λόγω εσφαλμένης θεραπείας οι μύες έγιναν ατροφικοί. Έτσι, μέ­χρι τον θάνατό της δεν μπόρεσε πια να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Για δέκα ολόκληρα χρόνια ήταν κατάκοιτη και περνούσε τον καιρό της με τη μελέτη, την προσευχή και την πνευματική τροφοδότηση πολλών. Στα ενενήντα της χρόνια, λόγω απρόσεκτης νοσηλείας, έπαθε «κατάκλιση» (πληγές λόγω συνε­χούς κατακλίσεως) και το σώμα της έγι­νε τόσο σαθρό, ώστε αυτοί που φρόντι­ζαν την καθαριότητά της μπορούσαν να δουν τα οστά της σπονδυλικής της στή­λης. Υπέφερε πάρα πολύ. Η νύφη της (ζούσε με τον μικρότερο γιό της) συχνά την περιγελούσε και κάποτε της είπε:

—Να, εσύ έδωσες τα πάντα στον Θεό σου, και τον άνδρα σου και τα παιδιά σου. Αυτός τώρα πώς σε ξεπληρώνει έτσι;

—«Ον αγαπά Κύριος παιδεύει» (Παροιμ. 3, 12), απάντησε η πρεσβυτέρα.

—Ε, τότε γιατί παιδεύει και μένα εξ αιτίας σου;

Η πρεσβυτέρα χαμογέλασε και είπε:

—Αυτό σημαίνει ότι αγαπά και σένα!

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της η πρεσβυτέρα ασχολήθηκε σοβαρά με την συγγραφή των απομνημονευμάτων της. Προφανώς, είχε αντιληφθεί τη μεγάλη σπουδαιότητα που είχαν τα γεγονότα τόσο της δικής της ζωής, όσο και της ζωής των άλλων ανθρώπων που έζησαν κοντά της. Αγαπούσε να θυμίζει ότι ήταν αυτόπτης μάρτυς της αναγνωρίσε­ως πολλών αγίων, και κυρίως του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ και του αγίου Ερμογένους της Μόσχας. Και συχνά πρόσθετε: «Και θα πεθάνω όταν θα γίνει μια αναγνώριση». Δεν διευκρίνιζε ποιος άγιος επρόκειτο να αναγνωρισθεί, αλλά προφανώς εννοούσε τους Νεομάρτυρες, αφού ένα μήνα πριν από τον θάνατό της είπε: «Γνωρίζετε καλά τον παπά μου, και τον επίσκοπο Ιωάννη, και τον π. Πέ­τρο Λαγκώφ, και όλους τους άλλους – όλοι τους είναι άγιοι Μάρτυρες». Και με ιδιαίτερη έμφαση επανέλαβε: «Άγιοι Μάρτυρες!».

Λίγες ημέρες πριν από την εκδημία της κάλεσαν έναν ιερέα για να της μεταδώσει την θεία Μετάληψη. Μόλις έλαβε τα τίμια Δώρα, αυτή η υπέργηρη γυναίκα, η οποία στην πράξη ήταν ήδη νεκρή, ξαφνικά με καθαρή φωνή είπε: «Αγαπητέ μου πάτερ! Κύριε ελέησον! Τί ευτυχία!».Ο ιερεύς γονάτισε μπρο­στά στο κρεβάτι της και την παρακάλε­σε: «Καλή μου πρεσβυτέρα, όταν συνα­ντήσεις τον Κύριο, ενθυμήσου και μένα τον αμαρτωλό!».

Μετά από λίγες μέρες η πρεσβυτέρα έφυγε από αυτόν τον κόσμο. Τα παιδιά της και όλοι εμείς στεκόμασταν γύρω της. Ξαφνικά είδαμε κάτι που δεν το είχαμε ξαναδεί ποτέ άλλοτε, ούτε πρό­κειται να το δούμε άλλη φορά: το πρό­σωπό της άρχισε να μεταβάλλεται και από μια συνηθισμένη απλή ταπεινή γριά, όπως τη βλέπαμε πάντοτε, έγινε μια εντελώς ασυνήθιστα θαυμαστή, ολό­λαμπρη γυναίκα. Ένας γιός της ψιθύ­ρισε: «Ίσως τώρα μόλις συνάντησε τον παπά της!». Ένα λεπτό αργότερα όλα πέρασαν, η ψυχή της βγήκε από το σώμα και η πρεσβυτέρα φαινόταν σαν ένας συνηθισμένος νεκρός άνθρωπος[5].

Η πρεσβυτέρα Ευγενία έζησε μια μα­κρά και εξαιρετικά δύσκολη ζωή. Ποτέ δεν ύψωσε τη φωνή της, σε κανένα δεν έκανε τον δάσκαλο, αλλά ακριβώς αυτός ο τρόπος της ήσυχης, ταπεινής ηλικιωμένης γυναίκας ήταν η καλύτερη διδα­σκαλία της χριστιανικής ευσέβειας, για εκείνους που θέλουν, στην άθεη εποχή μας, να ζουν σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού. Όπως ακριβώς η αγία Νατα­λία, η οποία επέζησε μετά το μαρτύριο του αγίου Αδριανού και «ετελειώθη εν ειρήνη», έτσι και η πρεσβυτέρα Ευγενία ήταν και αυτή μάρτυς μαζί με τον «μαρτυρικώς τελειωθέντα» σύζυγό της πατέ­ρα Ηλία.

Μοναχή Μαρία Γιεράστοβα

Πηγή:  Αγιορείτικη Μαρτυρία,Τριμηνιαία έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου,

τεύχος 18, Απρίλιος 1995.  

www.impantokratoros.gr/

http://hristospanagia3.blogspot.gr/2012/02/blog-post_6996.html

Σχόλιο π. Δ. Μ.: Ο σημερινός βολεμένος Χριστιανός (κληρικός ή λαϊκός) για ποιο μαρτύριο και για ποια μαρτυρία «έμπροσθεν των ανθρώπων» θα έχει να καυχηθεί, όταν κληθεί να δώσει λόγο ενώπιον του Θεού;

  1. RUSSIA’S CATACOMB SAINTS. Lives of the new Martyrs. Saint Herman of Alaska Press, Platina California 1982. σελ. 404-416.
  1. «Κλήρος» είναι το παραπέτασμα (εικονοστάσι) πίσω από το οποίο ψάλλει η μικτή χορω­δία, χωρίς να είναι ορατή από το εκκλησίασμα.
  2. NKVD: Η Σοβιετική μυστική αστυνομία η οποία κατά περιόδους είχε διαφορετικά ονό­ματα: GPU, NKVD, Chcka, MVD και τελευταία KGB.
  3. Ειρωνικό υπονοούμενο για την προθυμία της.

  1. Παρόμοιο θαυμαστό γεγονός αναγράφεται ατό συναξάρι της αγίας Θεοδώρας της εν Θεσσαλονίκη (29 Αυγούστου και 5 Απριλίου) της οποίας ο βίος παρουσιάζει μερικές ομοιό­τητες με την ζωή της πρεσβυτέρας Ευγενίας.
 

Oι Άγιοι Οσιομάρτυρες οι υπό λατινοφρόνων μαρτυρήσαντες

1 2 3

ΠΗΓΗ.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ.ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ

 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΛΛΥΒΑ

Παπουλάκος-Δ. Κολλυβάς

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΔΙΑΚΗΡΥΧΘΗΚΑΝ ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Ο ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΚΟΛΛΥΒΑΣ( Καθηγητή Νικήτα Αμβροσιάδη)

Από δημοσιεύματα στο Διαδίκτυο (kirykos.livejournal.com καιchurchsynaxarion. blogspot.com) πληροφορηθήκαμε, ότι ο Παλ/της Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Κήρυκος (του ευρύτερου χώρου των Ματθαιϊκών Παλαιοημερολογιτών), προχώρησε στη διακήρυξη της αγιότητας των Οσίων Χριστοφόρου Παπουλάκου και Διονυσίου Κολλυβά, κάτι που έπρεπε να έχει κάνει η κρατούσα Εκκλησία της Ελλάδος εδώ και πολλές δεκαετίες.

Αν και ο εν λόγω Αρχιερεύς εκφράζει ένα μικρό μέρος των Ελλήνων Παλαιοημερολογιτών, η πράξη του αυτή έχει πολύ μεγάλη ποιμαντική και ιστορική σημασία, διότι:

Α. Εκφράζει το εκκλησιαστικό πλήρωμα, την συνείδηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο κλίμα της Οποίας γεννήθηκαν, ανδρώθηκαν, ομολόγησαν την Πίστη και ουσιαστικά μαρτύρησαν γι’ αυτήν  και τελικά αγίασαν οι δύο Όσιοι.

Β. Ο εν λόγῳ Επίσκοπος βρίσκεται σε κοινωνία με τοπικές Παλ/κές Εκκλησίες στη Ρωσία, Ρουμανία, Κύπρο και Κένυα και προεδρεύει Συνόδου 7 συνολικά Αρχιερέων·  έτσι η μνήμη των νεοφανών αυτών Οσίων Πατέρων της καθόλου Ορθοοδόξου Εκκλησίας, θα διαδοθεί και στις χώρες αυτές.

Μας προξενεί λύπη το γεγονός, ότι η διοικούσα Εκκλησία (Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εκκλησία της Ελλάδος), δεν έχει προχωρήσει ακόμη  σε ανάλογη πράξη, κάτι που ασφαλώς θα είχε άλλο ποιμαντικό κύρος και άλλη ιστορική και σημειολογική βαρύτητα. Όμως η διοικούσα Εκκλησία, όχι μόνο στο πρόσωπο ωρισμένων Μητροπολιτών της, αλλά και σε επίπεδο επίσημης πολιτικής,  συνεχίζει την δουλοπρέπεια της Βαυαροκρατίας, παρά το γεγονός ότι οι Όσιοι Χριστοφόρος και Διονύσιος «τώρα δικαιώνονται» (μάλλον από ετών έχουν δικαιωθεί). Τώρα που ο λαός μας βιώνει ένα στιγνό καθεστώς ξενοκρατίας (σε πρώτη φάση οικονομικής και να φυλάξει ο Θεός να μην χαθεί και η εθνική κυριαρχία), οι Όσιοι είναι εξαιρετικά επίκαιροι, διότι το «κινδυνευόμενον» πέραν των υλικών είναι «από αιώνος» τα πευματικά, «αυτή αύτη» η Ορθόδοξη Πίστη, την οποία βίωσαν οι Όσιοι, κήρυξαν και μετέδωσαν και για την οποία τελειώθηκαν ως Ομολογητές, ο δε Παπουλάκος και ως Μάρτυρας.

Προσωπικά δεν περιμένω από τους Έλληνες Επισκόπους (εκτός ολίγων εξαιρέσεων βέβαια) τίποτα, πέραν της χλιδάτης και πομπόδους χοροστασίας σε πανηγύρια. Μου αρκούν και με εκφράζουν όσα γράφει ο Καθηγητής Χρήστος Γιανναράς σε πρόσφατο άρθρο του. Όλοι γνωρίζουμε τι ποιότητα ανθρώπινων χαρακτήρων υπάρχει στο Επισκοπικό σώμα.  Το «yes men» («ναι σε όλα») των πολιτικών προς τα ξένα κέντρα αποφάσεων, ισχύει και στους Αρχιερείς, με το «ναι σε όλα» προς τον εκάστοτε Πατριάρχη ή Αρχιεπίσκοπο. Οπότε, εφ’ όσον οι Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοπου είναι λόγῳ βίου και Πίστεως αντίθετοι προς τους Αγίους του Θεού, γιατί να τους διακηρύξουν;

Το Επισκοπικό σώμα έχει πάψει από πολλού να εκφράζει το εκκλησιαστικό σώμα. Μειοδοσία στην Πίστη (Οικουμενισμός), ηθικός εκφυλισμός (σε σημείο να δικαιώνεται ο π. Ιω. Ρωμανίδης που είπε, ότι «η Εκκλησία κινδυνεύει από τον Κιναιδισμό»), παιχνίδια εξουσίας πάνω σε έναν λαό που χρειάζεται επανευαγγελισμό, αγιομαχία (όπου  δεν συμφέρει τις νέες εκκλησιολογικές τάσεις) ή αγιοκατατάξεις (όπου συμφέρει το παγκάρι), πλουτισμός σε βάρος ενός ποιμνίου που εξαθλιώνεται, Επίσκοποι/Πρίγκιπες χειρότεροι του Τσαρικού καθεστώτος.

Τι να περιμένει  κανείς από τέτοιου είδους ανώτερους ρασοφόρους υπαλλήλους της Ελληνικής Δημοκρατίας; Την αναγνώριση της πτωχείας του εθνεγέρτου Παπουλάκου; Ή την διακονία των Ελληνικών Γραμμάτων, όπως την άσκησε ο Διονύσιος;

Θα ήταν εξαιρετικά παράξενο αν η εκκλησιαστική μας ηγεσία άκουγε την φωνή του ποιμνίου της (κληρικών και λαϊκών) ή τουλάχιστον έβλεπε, ότι η τιμή των εν λόγῳ  Οσίων Πατέρων, παρά την δική της σιγή, έχει διαδοθεί στα πέρατα της οικουμένης, όπου υπάρχει ελληνορθόδοξο στοιχείο και οι Όσιοι τιμώνται ήδη από τον λαό μας, όπως η εκκλησιαστική τάξη και πράξη προβλέπει (με ναούς, εικόνες και ακολουθίες). Ή ότι τα Λείψανά τους τιμώνται ως άγια  και έχουν ήδη διασπαρεί, «προς ευλογίαν των πιστών».

Ο Μητροπ. Θήρας Επιφάνιος, σε επιστολή του προς τον σφόδρα πολέμιο του Παπουλάκου Μητροπ. Ηλείας Γερμανό, γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Ουδέποτε εφαντάσθην, άγιε Ηλείας, ότι έμελλόν ποτε να απολογηθώ, διότι ο ευσεβής κλήρος και λαός της Μητροπόλεώς μου υπολήπτεται και διαφερόντως ευλαβείται τον Χριστοφόρον, δια την γόνιμον και καρποφόρον εν Θηρα κηρυκτικήν του δράσιν. Θα ήμην μάλιστα ο τελευταίος, όστις θα απέτρεπον το ποίμνιόν μου του να αποδίδη τιμήν εις άνδρα Χριστιανόν Ορθόδοξον και βεβαπτισμένον, έχοντα συνείδησιν των εαυτού πράξεων επιδείξαντα θαρραλέαν εμμονήν εις την χριστιανικήν πίστιν, διαπρύσιον κήρυκα του Ευαγγελίου, «διακριθέντα εις τα υπέρ της Ορθοδοξίας ηρωϊκά αγωνίσματα και παθήματα αυτού και τον οσιοπρεπή καθόλου βίον αυτού» και μάλιστα ασυμβίβαστον και δια τούτο διωχθέντα αποινώς, συκοφαντηθέντα και περιορισθέντα υπό της τότε Ιεράς Συνόδου, διότι δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις αυτής».

Η ενέργεια του Παλ/του Μητροπ. Κηρύκου (χωρίς να γνωρίζω τον άνδρα), καταγράφεται ήδη από την Ιστορία. Αλλά και ο λαός του Θεού δεν παραμένει αδιάφορος. Ήδη, όπως πληροφορούμαι, κάποιοι Χριστιανοί (του Νέου Hμερολογίου μάλιστα), προτίθενται να διαθέσουν στη Μητρόπολή του, οι μεν οικόπεδο στην περιοχή Καλαβρύτων για την ανέγερση Ναού του οσ. Χριστοφόρου (ο κ. Κων. Κατσιάρης, Πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Συλλόγων «Ο αρχαῖος Κλείτωρ», ο  οποίος  σύρεται στα Δικαστήρια από τον Μητροπ. Ηλείας (!!!), επειδή δέχεται την αγιότητα του Παπουλάκου), οι δε προσωπική εργασία για την ανέγερση του Ναού  (ο  κ. Παν. Σουλελές, πρ. Πρόεδρος του Συλλόγου Αγιονικολαϊτών Κλειτορίας  και άλλοι).

Λυπούμεθα, αλλά δεν απαγοητευόμεθα. Ελπίζουμε στο άμεσο μέλλον να ελεήσει ο Θεός την Εκκλησία Του και να αναδείξει Μάρκους Ευγενικούς και Γρηγορίους Παλαμάδες, όπως γράφει ο νεοδιακηρυχθείς Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, σε κείμενο που επανέφερε στη δημοσιότητα (προς τιμή του) ο Μητροπ. Γόρτυνος Ιερεμίας.

Α

Διακήρυξις Ὁσίων Χριστοφόρου Παπουλάκου καί Διονυσίου Κολλυβᾶ ὑπό τῆς Μητροπ. ΓΟΧ Μεσογαίας

Ἀπό τήν ‘Ιστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς πληροφορούμεθα, ὅτι  «κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Μητροπολιτικῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπό τήν Κυριακήν 29 Ἰουνίου 2015, εἰς τόν Ἐπισκοπικόν Ἱ. Ν. ἁγ. Αποστόλων Πέτρου καί Παύλου Λαζαράτων Σφακιωτῶν Λευκάδος, θά συνεορτάζεται σύν Θεῷ  και ἡ Σύναξις τῶν νέων Ὁσίων καί Ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ τοῦ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ (+ 1862) καί ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ τοῦ ΚΟΛΛΥΒΑ  ( + 1887)».
Ἀπό τό δημοσιευόμενο στήν συνέχεια ἔγγραφο προκύπτει, ὅτι ὁ Μητροπολίτης ΓΟΧ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος, προχώρησε στήν Διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν προαναφερομένων Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι θα τιμώνται ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ποιμαντικῆς του ευθύνης.

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

ἐπί τῇ Διακηρύξει ὑπό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς τῆς ἁγιότητος τῶν Ὁσίων καί Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν Χριστοφόρου τοῦ Παπουλάκου (+ 1861) καί Διονυσίου τοῦ Κολλυβᾶ (+ 1887), Ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ἐπί τῆ θεσπίσει κοινῆς μετά τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἐτησίου ἑορτῆς αὐτῶν εἰς τον Ἱερόν Ναόν Ἁγίων Ἀποστόλων εἰς το χωρίον Λαζαράτων Σφακιωτῶν Λευκάδος.

Α.Π. 659                                                                                    Ἐν Κορωπίω τῇ 28 Ἰουνίου 2015

Παντί τῷ πληρώματι τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Εκκλησίας.

Τιμιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.

Κατά τόν Ἱερόν Δαμασκηνόν οἱ Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ, τά ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», τά ἱερά ἐκεῖνα πρόσωπα εἰς τά ὁποῖα «διά τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνώκησεν ὁ Θεός». [1] Ἄλλως, «τά πρόσωπα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ἔχουν φθάσει εἰς τήν θέωσιν καί συνιστοῦν τούς μάρτυράς της μέσα εἰς τήν Ἱστορίαν». [2] Ὅμως ἡ θέωσις δέν ἐπιτυγχάνεται ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μόνον καί ἀποκλειστικῶς ἐντός καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Διά τοῦτο καί τά κριτήρια διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος εἶναι πάντοτε ἐκκλησιαστικά καί οὐδέποτε ἀνθρωποκεντρικά/κοσμικά.

Ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος διδάσκει σχετικῶς: «Μία εἶναι, Μία καί Μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινή, ἡ νύμφη ἡ καλή, ἡ ἐκλεκτή…Ποία εἶναι αὐτή; Αὐτή ἡ ἐδική μας ἁγία Μήτηρ, τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ἀνατολική. Πόθεν δῆλον; Ἀπό τήν ἁγιότητα τῶν τέκνων Της. Ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι καί οἱ καρποί. Ἐπειδή οὐ δύναται δένδρον σαπρόν ποιεῖν καρπούς καλούς. Δέν πιστεύετε; Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον θαλάσσης πληθυνθήσονται». [3].

Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος (1660 – 1669), εἰς τήν ἀπάντησί του πρός τούς Παπικούς τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀνάξειξιν Ἁγίων εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054, θέτει ὡς πρώτην, βασικήν καί ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν γνήσιας καί ἀληθινῆς ἁγιότητος, τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, δηλαδή τήν μετοχήν εἰς τό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Γράφει σχετικῶς:

«Τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα. Πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν – ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατά-στασις – καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων. Τό πρῶτον ἐστι καί εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τό δεύτερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. Ἀλλά καί τό τρίτον ἀναγκαιότατον καὐτό εἰς ἀπόδειξιν». [4]

«Τό κείμενο αὐτό – γράφει σύγχρονος Πανεπιστημιακός Καθηγητής – γραμμένο μετά ἀπό δεδομένη Δυτική πρόκληση καί διεπόμενο ἀπό τήν σαφή βούληση νά διασταλεῖ ἡ Ὀρθόδοξη πράξη ἀπό τήν Δυτική παραχάραξη, εἶναι σημαντικότατο γιά τήν θεολογική πληρότητά καί σαφήνειά του. Διαφοροποιεῖ ἀφ’ ἑνός τήν ἀληθή ἀπό τήν ὑποτιθέμενη («σεσοφισμένη», πρβλ. Β’ Πέτρου 1, 16) ἁγιότητα καί ἀφ’ ἑτέρου ἐντοπίζει τήν πιστοποίηση τῆς ἁγιότητος στή θεία καί ὄχι στήν ἀνθρώπινη πλευρά». [5]

Εἰς τό Ὑπόμνημα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναγινώσκομεν:

«Ἅπαντα ἑορτάζομεν, ὅσα ἀγαθοδότως ἡγίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· λέγω δή τούς ὑψηλοτάτους καί ἁγιαστικούς Νόας, τά ἐννέα δηλαδή Τάγματα· τούς Προπάτορας καί Πατριάρχας· τούς Προφήτας καί τούς Ἱερούς Ἀποστόλους· τούς Μάρτυρας καί τούς Ἱεράρχας· τούς Ἱερομάρτυρας καί Ὁσιομάρτυρας· τούς Ὁσίους καί Δικαίους καί ἁπάσας τάς τῶν ἁγίων Γυναίων χορείας· καί τούς ἄλλους Ἅπαντας ἀνωνύμους Ἁγίους, μεθ’ ὧν ἔστωσαν οἱ ἐπιγενησόμενοι». [6]

Εἰς τούς «ἐπιγενησομένους», εἰς τούς Ἁγίους, δηλαδή, οἱ ἀνεδείχθησαν μετά τήν συγγραφήν τοῦ Ὑπομνήματος (14ος αἰ.), περιλαμβάνονται μεταξύ πολλῶν ἄλλων καί οἱ Ὅσιοι καί Θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν Χριστοφόρος ὁ Παπουλάκος καί Διονύσιος ὁ Κολλυβᾶς, οἱ ὁποῖοι πέραν τοῦ ἐπιδειχθέντος ἁγίου βίου των, ἀνεδείχθησαν καί Ὁμολογηταί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως κατά τήν ἐποχήν των, τήν ἐξαιρετικῶς δύσκολον διά τό Ἑλληνικόν Ἔθνος καί τήν Ἐκκλησίαν του ἐποχήν τῆς Βαυαροκρατίας.

Περί τοῦ Ὁσίου Χριστοφόρου ἀρκεῖ ὁ λόγος περί αὐτοῦ συγχρόνου ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέως: «Μία ἐκ τῶν μυρίων ἀποδείξεων τῆς θαυματουργούσης Πίστεως εἶναι ὁ Παπουλάκος. Τί ἦτο ὁ Παπουλάκος; Ἀρχιεπίσκοπος; Μητροπολίτης; Διευθυντής Άποστολικῆς Διακονίας; Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς; Ἱεροκήρυξ; Ἐφημέριος πλουσίας ἐνορίας πόλεως; Εἶχε πτυχία καί διπλώματα καί σπουδάς τοῦ ἐξωτερικοῦ; Τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά. Ὁ Παπουλάκος ἦτο ἕνας ἁπλούς μοναχός, ἐλαχίστων γραμματικῶν γνώσεων, ἀλλ’ ὅ,τι ἔπραξεν ὑπέρ τοῦ λαοῦ, ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, δέν ἠδυνήθησαν νά πράξουν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι τῆς ἐποχῆς του. Φαινόμενο, φαινόμενο μετέωρον, ἀστήρ πού ἐσελάγισεν εἰς τόν οὐρανόν τῆς Ἑλλάδος! Νεώτερος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ὁ Παπουλάκος. «Πίστει» (Ἑβρ. 11,3 κ. ἑ.) καί μόνον πίστει ἀνεδείχθη». [7]

Ὁ Ὅσιος Μοναχός διεκρίθη «εἰς τά τῆς ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡρωϊκά ἀγωνίσματα καί παθήματα αὐτοῦ καί διά τόν ὁσιοπρεπή καθόλου βίον αὐτοῦ».[8] Ὅμως, διά τούς ἀγώνας του ὑπέρ τῆς Πίστεως, τούς ὁποίους ἐνεπνεύσθη ὑπό τοῦ ἐθνεγερτικοῦ κηρύγματος ἄλλου Προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου, ὁ μακάριος μοναχός ἐδιώχθη ὑπό τῆς τότε Ἱερᾶς Συνόδου («Σύνοδον Γραμματέων καί Φαρισαίων, εὐτελέστατον ὄργανον τοῦ κράτους» [9]). Ἀρχικῶς τοῦ ἀπαγορεύθηκε τό κήρυγμα καί «ὡς μή πειθαρχήσας» συνελήφθη κατόπιν προδοσίας, ἐφυλακίσθη εἰς τάς φοβεράς φυλακάς τοῦ Ρίου καί τελικῶς ἐξορίσθη εἰς τήν Θήραν ἀρχικῶς καί εἰς τήν Ἄνδρον τελικῶς, ὅπου φρουρούμενος εἰς κελλίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναχράντου μετέστη πρός Κύριον, τήν 18ην Ἰανουαρίου 1861.

Ὁ Διδάσκαλος τοῦ Γένους Ὅσιος Διονύσιος ὁ Ἐπιφανιάδης, ὁ νεοφανὴς ἀσκητὴς τῆς Σκιάθου, ὑπῆρξεν λόγιος κληρικός, χρηματίσας διδάσκαλος ἐν Πάρῳ καί ἐν ΚΠόλει, σύμβουλος τῶν Πατριαρχῶν Γρηγορίου Στ’ καί Ἀνθίμου Ζ’. Καθοδηγητής τῶν διαπρεπῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων λογοτεχνῶν Ἀλ. Παπαδιαμάντη καί Ἀλ. Μωραϊτίδη, διέπρεψεν ὡς Ἡγούμενος, ἱδρυτής καί ἀναστηλωτής μονῶν (ἐν Σκιάθῳ, Ὕδρᾳ καί Σύρῳ). Προηγουμένως ἐμαθήτευσεν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, εἰς τήν Ἱεράν Μονήν ἁγ. Παντελεήμονος, ὅπου ἐδέχθη τό Μέγα καί Ἀγγελικόν Σχῆμα καί τήν Ἱερωσύνην καί ἀνεδείχθη συνεχιστής τοῦ ἔργου τῶν Κολλυβάδων Πατέρων. Διέλαμψεν ὡς φωστὴρ εὐσεβείας, χρηστοηθείας καὶ ἐλεγκτικοῦ κηρύγματος. Εἰρηνικός, εὐχόμενος, νήφων, ἱλαρὸς δότης, ἐλεήμων, φιλόξενος καὶ πλήρης Ὀρθοδόξου φρονήματος, ἀνεδείχθη ἐφάμιλλος τῶν πάλαι Ὁσίων Πατέρων, διὸ καὶ ἠξιώθη προορατικοῦ καὶ διορατικοῦ χαρίσματος. Δι’ αὐτόν ἐλέχθη, ὅτι «ἐάν ἐγεννᾶτο πρό τοῦ δ’ αἰῶνος θα ἦτο Μάρτυς, ἐάν μετά τόν δ’ Ὅσιος». [10]

Ἤσκησε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ το διδασκαλικόν ἔργον, τροφοδοτῶν τήν πίστιν, τήν ἑλληνομάθειαν καί τήν φιλοπατρίαν τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων. Συμμετεῖχε εἰς τούς ἀπελευθερωτικούς ἀγώνας τῆς Πατρίδος καί διεκρίθη ὡς συγγραφεύς ἱστορικῶν, φιλοσοφικῶν, ποιητικῶν καί ὑμνογραφικῶν ἔργων.

Διὰ τοὺς ἐλεγκτικοὺς αὐτοῦ λόγους πρὸς τὸν τότε Βασιλέα Ὄθωνα καί τούς Βαυαρούς Ἀντιβασιλεῖς, ἐξωρίσθη εἰς Ὕδραν καὶ Θήραν.

Ἐκοιμήθη εἰρηνικῶς τήν 30ην Δεκεμβρίου 1887, τιμᾶται ὡς Ἅγιος ὑπό τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, διδάσκει διά τοῦ βίου καί τῶν διδαχῶν του καί θαυματουργεῖ.

Οἱ δύο ἱεροί ἄνδρες Χριστοφόρος καί Διονύσιος συνηντήθησαν ἐξόριστοι εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Προφήτου Ἠλιοῦ Θῆρας, ὅπου καί οἱ δύο ἤσκησαν κηρυκτικήν δραστηριότητα ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ λαοῦ, ὥστε ἡ μνήμη των νά ἔχει ἐπιβιώσῃ μέχρι σήμερον ἀγαθή ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ πληρώματι. Τά Λείψανά των τιμῶνται ὡς ἅγια· ἱεραί εἰκόνες των ἔχουν ἀπό πολλοῦ φιλοτεχνηθεῖ· Ἀκολουθίαι πρός τιμήν των εὑρίσκονται ἤδη εἰς τήν διάθεσιν τῶν φιλαγίων καί φιλακολούθων πιστῶν. Μένει ἡ ἐπίσημος ἀποδοχή τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς γνώμης ὑπό τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἡ Πανορθοδόξω Συνοδικῇ διαγνώμῃ διακήρυξις τῆς ἁγιότητος αὐτῶν καί ἡ ἐγγραφή τῆς μνήμης των εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας.

Ἤδη πρό 63 ἐτῶν, ἐγράφετο προφητικῶς διά τόν Ὅσιον Χριστοφόρον: «Παπουλάκος! Τύπος ἀποστολικοῦ Ἱεροκήρυκος. Παπουλάκος! Θρύλος. Παπουλάκος! Σύνθημα ἀγώνων. Παπουλάκος! Ἅγιος. Ἄς τιμηθεῖ, λοιπόν, τό ὄνομά του πρεπόντως. Καί ἐἀν ἡ ἐπίσημος Ἐκκλησίας θελήσει νά ἐπιμείνῃ εἰς τήν ἄδικον κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 1852, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνική κοινωνία ἄς κινηθῇ διά νά ἀποδώσῃ τήν τιμήν… (Διότι) δυστυχῶς καί μετά τόσα ἔτη ἐλευθέρου βίου, κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ὁ Καίσαρ, τό Μασονικόν Κράτος, τό ὁποῖον ἐκδίδει νόμους καταργοῦντας τούς νόμους τῆς Καινῆς Διαθήκης καί οἱ Ἐπίσκοποι παρίστανται ὡς ἁπλοῖ ὑπηρέται καί εὐτελεῖς διεκπεραιωταί τῶν θελήσεων τοῦ Κράτους». [11]

Ὅθεν

ΕΠΟΜΕΝΟΙ

τῆς αἰωνοβιότου πράξεως τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως πρός τήν ὁποίαν, κριτήριον διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος ἑνός Ἁγίου εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ὁποίας ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος καί ἀποδεχόμενοι καί ἐκφράζοντες τήν κρίσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος τῆς καθ’ ἡμᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κρίσις ἀναγνωρίζει τούς θεοφιλῶς ζήσαντας καί ὁσιακῶς τελειωθέντας Πατέρας Χριστοφόρον Παπουλάκον καί Διονύσιον Κολλυβάν ὡς Ἁγίους, καί

ΛΑΒΟΝΤΕΣ ΥΠ’ ΟΨΙΝ

καί τήν ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικήν ἀπόφανσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποίαν «ἡ ἐγγραφή ἑνός ἱεροῦ προσώπου εἰς τό ἑορτολόγιον τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν Ὁποίαν ἀνῆκει, καθώς καί ἡ ρύθμισις τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, ἐπαφίενται εἰς τήν ποιμαντικήν διάκρισιν τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων»,

ΘΕΣΠΙΖΟΜΕΝ

ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἐξῆς, οἱ Ὅσιοι Χριστοφόρος καί Διονύσιος, συναριθμοῦνται τοῖς Ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας, τιμώμενοι παρά τῶν πιστῶν κατά τά προβλεπόμενα ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ἤτοι δι’ ἀφιερώσεως ναῶν εἰς τήν μνήμην αὐτῶν καί δι’ ἁγιογραφήσεως ἱερῶν αὐτῶν εἰκόνων καί διά τῆς φιλοπονήσεως πρός τιμήν των Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί διά τῆς ἐκδόσεως τοῦ Βίου αὐτῶν, πρός οἰκοδομήν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί δόξαν τοῦ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὁ μέν Ὅσιος Χριστοφόρος τῇ 18η μηνός Ἰανουαρίου, ὁ δέ Ὅσιος Διονύσιος τῇ 30η μηνός Δεκεμβρίου.

Τά δέ Λείψανα αὐτῶν, τιμηθέντα δι’ εὐωδίας, κατά τήν Πατερικήν διδασκαλίαν καί γνώμην[12] τιμῶνται ἀπό τοῦ νῦν ὡς Λείψανα ἱερά καί ἅγια.

Ἐπί τούτοις θεσπίζομεν, ὅπως ἀπό τοῦ νῦν ὁ Ἱερός Ναός Ἁγίων Ἀποστόλων Λαζαράτων Λευκάδος, τιμᾶται καί  ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ὁσίου Χριστοφόρου τοῦ Παπουλάκου και Ὁσίου Διονυσίου τοῦ Κολλυβά καί   ἑορτάζεται ἀπό κοινοῦ ἡ μνήμη των μετά τῶν Ἁγίων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

[1] Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις  ἀκριβής  τῆς  Ὀρθοδόξου  Πίστεως», PG 94, 1164Β –1168C.

[2]  Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἁγιότης Μαρτυρουμένη», Λευκωσία  1989, σελ. 4.

[3] Ὁσ. Ἀθανασίου  τοῦ  Παρίου, «Ὁ  ἅγ. Γρηγόριος  ὁ  Παλαμᾶς  καί  ὁ Ἀντίπαπας», Θεσσαλονίκη  1981, σελ. 258.

[4] «Πρός  τάς  προσκομισθείσας  θέσεις  παρά  τῶν  ἐν Ἱεροσολύμοις  φρατόρων, διά  Πέτρου  τοῦ αὐτῶν  μαϊστορος, Περί  τῆς  ἀρχῆς  τοῦ  Πάπα  ἀντίρρησις», Ἰάσιο  1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός  Πέτρον Κλαίρκιον – Περί  τῶν  μετά  τό  σχίσμα  Ἁγίων  τῆς  Ὀρθοδόξου  Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας  καί  τῶν  γονομένων  ἐν  αὐτῆ  θαυμάτων», 1844, σελ. 6.

[5] π. Γ. Μεταλληνοῦ  αὐτ. σελ. 6 – 7.

[6] Νικηφόρου Καλλίστου  τοῦ  Ξανθοπούλου, Ὑπόμνημα  Κυριακῆς  Ἁγίων  Πάντων.

[7]Αὐγουστίνου Καντιώτου, 1968 κ. ἑ. Μητροπ. Φλωρίνης (Ν.Ε.), Περιοδικόν «Χριστιανική Σπίθα», φ. 137, Δεκ. 1952.

[8]  Κ. Μ. Ραλλη, «Περί τῆς τῶν Ἁγίων ἀνακηρύξεως»· Ἑκατονταετηρίς Ἐνθικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 18371937· Ἐπιστημονικαί συμβολαί. Ἀθῆναι, σελ. 20‐21.

[9] Αὐγουστίνου Καντιώτου, αὐτ.

[10] Ἀλ. Παπαδιαμάντης.

[11] Αὐγ. Καντιώτου αὐτ.

[12] Πρβλ. ἁγ. Νικοδήμου  τοῦ    Ἁγιορείτου: «Εἶναι  γνώμη  τῶν  διδασκάλων  τῆς  Ἐκκλησίας  μας, ὅτι  τῶν μέν  Ὁσίων  τά  Λείψανα  δέν προσκυνοῦνται  ὡς  ἅγια, ἄν  ὁ  Θεός  δέν  ἀποδείξη  δι’ αὐτῶν  θαύματα  ἤ  τό ὀλιγώτερον  τά  τιμήση  διά  τῆς  εὐωδίας, μέ  τό  νά  μήν  εἶναι  ἀποδεδειγμένα  εἰς  τούς  ἀνθρώπους  ἡ  ἐν κρυπτῶ  πίστις  καί  ἀγάπη  αὐτῶν  πρός  τόν  Θεόν» («Νέον  Μαρτυρολόγιον», σημ. σελ. 24).

ΠΗΓΗ.ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Η πέτρα της πίστεως, ο Απόστολος Πέτρος και το πρωτείο εξουσίας

Πρεσβ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι.Ν. Παναγίας Μυριδιωτίσσης Νέου Φαλήρου Πειραιώς 

Εν Πειραιεί 27-6-2012

Όταν ο Κύριος και οι Μαθητές Του έφθαναν «εις τα μέρη της Καισαρείας της Φιλίππου»[1], ρώτησε, κατά τον Ευ. Ματθαίο, τους Αποστόλους, να Του αποκριθούν ποιά γνώμη είχαν οι άνθρωποι γι’ Αυτόν. Εκείνοι Του αποκρίθηκαν : «Οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, έτεροι δε Ιερεμίαν ή ένα των προφητών»[2].
«Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;»[3] τους ξαναρώτησε ο Κύριος. Στην ερώτηση αυτή αποκρίθηκε τότε ο Απ. Πέτρος και είπε: «Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος»[4].
Από την απάντηση αυτή χάρηκε τότε ο Κύριος και, στρεφόμενος προς το μέρος του, είπε: «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής»[5].

Από τα πιο πάνω λόγια φαίνεται καθαρά ότι ο Απ. Πέτρος μίλησε εξ ονόματος όλων των Μαθητών και εξ αιτίας της πρωτοβουλίας του αυτής και άλλων παρομοίων χαρακτηρίσθηκε από τους αγίους Πατέρες ως «πρόκριτος των Αποστόλων», «έξαρχος», «κορυφαίος» κ.ο.κ.
Το ότι με τη λέξη «πέτρα» ο Κύριος εννοούσε την ομολογία της θεότητός Του, γίνεται φανερό και από το θηλυκό γένος της λέξεως αυτής. Δεν είπε, δηλ., ο Κύριος «και σε σένα, τον Πέτρο, θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου», αλλά «στην «πέτρα» αυτή, που προ ολίγου ομολόγησες για την θεότητά μου, θα οικοδομηθεί η Εκκλησία, που για τον λόγο αυτό θα είναι ασάλευτος στους αιώνες»[6]. Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι η «πέτρα», για την οποία έκανε λόγο ο Κύριος, ήταν η πίστη στα θεϊκά Του λόγια και γενικότερα στη θεία Του φύση.
Οι άγιοι Πατέρες στη λέξη «πέτρα» είδαν την ομολογία της θεότητος του Κυρίου, επάνω στην οποία στηρίχθηκε η Εκκλησία, που για τον λόγο αυτό ακριβώς είναι ακατάλυτη και ακατανίκητη μέσα στους αιώνες[7].

Ο άγιος Κύριλλος λέει: «Φρονώ ότι με την λέξη «πέτρα» πρέπει να εννοήσουμε την ακλόνητη πίστη των Αποστόλων»[8]. Ο άγιος Ιλάριος, επίσκοπος Πουατιέ, λέει: « ‘Πέτρα’ είναι η ευλογημένη και μοναδική πέτρα της πίστεως, που ομολογήθηκε από το στόμα του Αγίου Πέτρου˙ πάνω σ’ αυτή την πέτρα ομολογίας πίστεως θεμελιώθηκε η Εκκλησία»[9].
«Ο Θεός» , όπως λέει ο άγιος Ιερώνυμος, «ίδρυσε την Εκκλησία Του πάνω σ’ αυτή την πέτρα, κι απ’ αυτή την πέτρα ο Απ. Πέτρος πήρε την ονομασία του»[10]. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: ««Επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν», δηλ. πάνω στην πίστη της ομολογίας».
Ποιά ήταν η ομολογία του Αποστόλου; «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεου του ζώντος»[11].
Ο άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων[12], ο άγιος Βασίλειος Σελευκείας και οι άγιοι Πατέρες της Δ΄ Οικ. Συν. της Χαλκηδόνος τα ίδια ακριβώς διδάσκουν.
Ο άγιος Αυγουστίνος, ο μεγαλύτερος λατίνος θεολόγος, γράφει: «Τί σημαίνουν οι λόγοι «επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν»; Σημαίνουν ότι πάνω σ ’αυτή την πίστη, πάνω σ’ αυτά τα λόγια: «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος»[13].
«Πάνω σ’ αυτή την πέτρα της ομολογίας σου θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου. Η δε πέτρα ήταν ο Χριστός»[14]. Η γνώμη του αγίου Αυγουστίνου πάνω σ’ αυτό το περίφημο χωρίο ήταν και γνώμη ολόκληρης της Χριστιανοσύνης στην εποχή του[15].

Γιατί τα αναφέραμε όλ’ αυτά; Επειδή, δυστυχώς, το χωρίο αυτό περί της πέτρας έχει υποστεί κατάφωρη παρερμηνεία εκ μέρους των αιρετικών παπικών και λατίνων.

Μία από τις καινοτομίες, κακοδοξίες και αιρέσεις του Παπισμού είναι και το περιβόητο πρωτείο εξουσίας του πάπα. Κατά την επίσημη διδασκαλία του Παπισμού, ο επίσκοπος Ρώμης κατέχει την ύψιστη και καθολική εξουσία εφ’ όλης της Εκκλησίας, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, υπερέχει όλων των άλλων επισκόπων, τους οποίους εγκρίνει, εκλέγει, ελέγχει και διοικεί. Θεωρεί τον εαυτό του κεφαλή της Εκκλησίας, λίθο ακρογωνιαίο και άμεσο διάδοχο του Απ. Πέτρου, πρωτεύοντα μεταξύ των Αποστόλων, όχι ως προς την τιμή, αλλά ενδεδυμένο με υπέρτατες εξουσίες επί της Εκκλησίας. Αυτό αποτελεί δόγμα για τον Παπισμό, το οποίο έλαβε άκαμπτο περιεχόμενο κατά την Α΄ Βατικάνειο Σύνοδο το 1870.

Για να στηρίξουν και να δικαιολογήσουν την ασυναρτησία, την κακοδοξία, την αίρεση του παπικού πρωτείου, ανάμεσα στα άλλα (ψευδοκωνσταντίνειες-ψευδοϊσιδώρειες δωρεές), επικαλούνται και το ανωτέρω χωρίο[16], που αναλύσαμε.
Κατά τους παπικούς, ο Κύριος χαρακτήρισε ως «πέτρα» τον Απ. Πέτρο, κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομά του, ο οποίος είναι ο θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας, ο κλειδούχος των ουρανών και ο ταμιούχος της Χάριτος.
Και αφού ο πάπας είναι διάδοχος του Απ. Πέτρου, κληρονομεί, θείω δικαίω, όλα τα του Πέτρου. Ο Απ. Πέτρος διαχειρίζεται ως μονάρχης τα πάντα στην Εκκλησία, επομένως μονάρχης και κυρίαρχος της Εκκλησίας είναι και ο διάδοχός του, ο πάπας.

Πού, όμως, υπονοείται ότι ο Απ. Πέτρος είναι ο θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας, ο μόνος ταμιούχος της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος; Πουθενά. Όπως προαναφέραμε, τόσο ο Ίδιος ο Κύριος, όσο και η Κ.Δ., αλλά και η συμφωνία των αγίων πατέρων (consensus partum), λένε ότι πέτρα και λίθος ακρογωνιαίος είναι ο Χριστός[17].

Το ανίσχυρο και ανυπόστατο της απόψεως περί πρωτείου εξουσίας του Απ. Πέτρου καταδεικνύεται και από τα εξής γεγονότα :

1. Στην Αποστολική Σύνοδο, που συνεκλήθη στα Ιεροσόλυμα το 49 μ.Χ., πρόεδρος ήταν ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, η γνώμη του οποίου περί του θέματος της περιτομής των εθνικών έγινε αποδεκτή από όλους τους Αποστόλους.
Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε αυτός θα ήταν πρόεδρος της Αποστολικής Συνόδου και όχι ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, και αυτού (του Απ. Πέτρου) τη γνώμη θα ασπάζονταν οι Απόστολοι και όχι του αγίου Ιακώβου. Όμως, δεν έγινε έτσι.

2. Στο επεισόδιο του διαπληκτισμού μεταξύ των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου περί του θέματος της περιτομής των εθνικών, επεκράτησε τελικά η θέση του Απ. Παύλου, υποχωρούντος του Απ. Πέτρου. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε θα επέβαλε μοναρχικά τη γνώμη του και δεν θα υποχωρούσε. Όμως, δεν έγινε έτσι.

3. Κατά την Πεντηκοστή, βλέπουμε ότι το Άγιον Πνεύμα εκάθισε με τη μορφή πυρίνων γλωσσών σε καθένα από τα κεφάλια των Αποστόλων ισομερώς και ισόποσα. Όλοι οι Απόστολοι διαμοιράστηκαν την ίδια γλώσσα. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε θα έπρεπε ή το Άγιον Πνεύμα να καθίσει αποκλειστικά και μόνον στον Απ. Πέτρο χωρίς να φωτίσει τους υπολοίπους ένδεκα, ή κάποια γλώσσα μεγαλύτερη και ανισότερη από τις υπόλοιπες να καθίσει στο κεφάλι του Απ. Πέτρου. Όμως, δεν έγινε έτσι.

4. Όταν ο Χριστός ομιλούσε στους Μαθητές Του για το Πάθος Του, τον Σταυρικό θάνατο, την ταφή και την Ανάσταση, τότε ο Απ. Πέτρος, ανθρωποπρεπώς και κοσμικώς σκεπτόμενος, άρχισε να Τον επιτιμά και προσπάθησε να μεταπείσει, να αποδιώξει και να αποτρέψει τον Κύριο από το πικρό ποτήριον του Σταυρού και του θανάτου.
Τότε, όμως, εισέπραξε από τον Κύριό μας ένα πολύ αυστηρό και σκληρό χαρακτηρισμό : «Ύπαγε οπίσω μου Σατανά˙ σκάνδαλόν μου ει˙ ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων»[18]. Ο ίδιος ο Κύριος αποκαλεί τον Απ. Πέτρο σατανά και σκάνδαλο! Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε δεν θα τον χαρακτήριζε έτσι ο Κύριος, αλλά θα έπρεπε να ακούσει τον Απ. Πέτρο και να αποφύγει τον Σταυρικό θάνατο. Όμως, δεν έγινε έτσι.

5. Είναι γνωστή η τριπλή άρνηση του Απ. Πέτρου, αλλά και η μετά δακρύων μετάνοιά του και η αποκατάστασή του στο Αποστολικό αξίωμα από τον ίδιο τον Κύριο. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε δεν θα χρειαζόταν να μετανοήσει και να επαναποκατασταθεί στο αξίωμά του. Θα παρέμενε αμετανόητος, όπως ο Ιούδας, και εκτός Χριστού. Όμως, δεν έγινε έτσι.

6. Η παράδοση της Εκκλησίας μαρτυρεί ότι Μήτηρ των (Ορθοδόξων) Εκκλησιών είναι η Σιών, τα Ιεροσόλυμα και όχι η Ρώμη, λόγω της δράσεως του Ιησού Χριστού. «Χαίρε Σιών αγία, Μήτηρ των Εκκλησιών»[19]. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε θα έπρεπε Μήτηρ των Εκκλησιών να είναι η Ρώμη. Όμως, δεν συμβαίνει έτσι.
Η διαφορετική ερμηνεία των λόγων αυτών από τους παπικούς οφείλεται στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν εσκεμμένα την πτώση των παπών στο λάκκο της κενοδοξίας, της αλαζονίας, της δαιμονικής υπερηφανείας και του εωσφορικού εγωισμού, που είναι τόσο μεγάλη, ώστε να χαρακτηρίζεται από τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς ως τέταρτη μέσα στην ιστορία, ύστερα από τις πτώσεις του Σατανά, του Αδάμ και του Ιούδα[20].

Εν κατακλείδι, οι ορθόδοξες θέσεις, που αποδέχεται η Εκκλησία μας περί του θέματος, είναι οι εξής :

1. Ο Ιησούς Χριστός έδωσε στους Αποστόλους Του την ίδια ακριβώς εξουσία, που έδωσε και στον άγιο Πέτρο.

2. Οι Απόστολοι ουδέποτε αναγνώριζαν στο πρόσωπο του αγίου Πέτρου τον τοποτηρητή του Ιησού Χριστού και τον αλάθητο διδάσκαλο της Εκκλησίας.

3. Ο άγιος Πέτρος ουδέποτε θεωρούσε πως ήταν πάπας και ουδέποτε ενεργούσε κατά τον τρόπο, με τον οποίο ενεργούν οι πάπες.

4. Οι Σύνοδοι των πρώτων τεσσάρων αιώνων, αναγνωρίζοντας την υψηλή θέση, που οι επίσκοποι Ρώμης κατείχαν στην Εκκλησία, χάρη στη σπουδαιότητα της Ρώμης, απέδιδαν στον επίσκοπο Ρώμης μονάχα πρωτείο τιμής, αλλά ουδέποτε πρωτείο εξουσίας ή δικαιοδοσίας.

5. Οι άγιοι Πατέρες, στο περίφημο χωρίο «συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν», ουδέποτε θεωρούσαν ότι εύρισκαν το νόημα ότι η Εκκλησία οικοδομήθηκε πάνω στον Απ. Πέτρο (super Petrum)˙ θεωρούσαν ωστόσο ότι εύρισκαν σ’ αυτό το χωρίο το νόημα ότι η Εκκλησία οικοδομήθηκε πάνω στην πέτρα (επί τη πέτρα – super petram), δηλ. πάνω στην ομολογία πίστεως του Αποστόλου[21].

Παρ’ όλη την ξεκάθαρη και κρυστάλλινη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί του θέματος του πρωτείου, ο μεν Πάπας παραμένει αμετανόητος, διεκδικώντας παγκόσμια εξουσία, προτείνει και επιβάλλει την «ένωση των Εκκλησιών» υπό το μοντέλο και τον τύπο της Ουνίας.
Να γίνει δηλ. μια «ουνιτική ένωση των Εκκλησιών», όπου η κάθε «Εκκλησία» θα διατηρήσει μεν και δεν θα αλλάξει τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμά της (ασχέτως αν αυτά είναι σύμφωνα με την Παράδοση, την Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο, τις Οικ. Συνόδους, τους Ιερούς Κανόνες, τους αγίους Πατέρες και τα συγγράμματά τους), αλλά θα αναγνωρίζει δε το πρωτείο εξουσίας του Πάπα εφ’ όλης της οικουμένης, θα τον μνημονεύει στις ακολουθίες και τα δίπτυχα και θα εξαρτάται απ’αυτόν. Ο Πάπας όλα μπορεί να τα αλλάξει και να τα αποποιηθεί.
Μόνο δύο πράγματα δεν μπορεί να αποχωριστεί˙ το πρωτείο και το αλάθητο. Οι δε Ορθόδοξοι Οικουμενιστές, μέσω του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Παπικών, προωθούν την αναγνώριση του παπικού πρωτείου εξουσίας, προσπαθούν να κάνουν μία άμικτη μίξη μεταξύ συνοδικού θεσμού και παπικού πρωτείου και ομιλούν για μετασυνοδικότητα[22].
Στόχος είναι η προβολή του αντιχρίστου Πάπα ως παγκοσμίου πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτου, ο οποίος με τη σειρά του θα παραδώσει την εξουσία του κόσμου στον Αντίχριστο.
Ποιόν θα ακολουθήσουμε, λοιπόν, και με ποιόν θα πάμε; Με τον Πάπα, τους Οικουμενιστές και τον Αντίχριστο ή με τον Απ. Πέτρο και τον Χριστό; Με το θηρίον ή με το Αρνίον; Η τελική έκβαση της ιστορίας και η νίκη ανήκει στο Εσφαγμένο Αρνίο.

[1] Ματθ. 16,13.
[2] Ματθ. 16,14.
[3] Ματθ. 16,15.
[4] Ματθ. 16,16.
[5] Ματθ. 16,17.
[6] ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Αθήναι 1979, σ. 304.
[7] ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΙΤΣΙΛΚΑΣ, Η αληθινή «πέτρα» της πίστεως και της ζωής˙ η πίστη στη θεία φύση του Κυρίου, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη,  σσ. 10-13.
[8] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ, Περί  Αγίας Τριάδος, βιβλίο 4ο.
[9] ΑΓΙΟΣ ΙΛΑΡΙΟΣ,  Περί  Αγίας Τριάδος, βιβλίο 2ο, 6ο.
[10] ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, Εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, βιβλίο 6ο.
[11] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία 53η.
[12] ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ, Εις την προς Εφεσίους επιστολή του  Απ. Παύλου, Β΄ κεφ.
[13] ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΙΠΠΩΝΟΣ,  Εις την Α΄ επιστολήν του Αγ. Ιωάννου, Β΄ πραγματεία.
[14] Του ιδίου,  Εις το κατά  Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία 124η.
[15] Γνωρίζετε το αληθινό πρόσωπο του παπισμού; Γνωρίζετε ότι ο παπισμός είναι αίρεση; εκδ.  Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη, σσ. 28-29.
[16] Ματθ. 16,18-19.
[17] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΚΟΡΗΣ, Παπικές πλάνες˙ σύντομος έλεγχος και ανασκευή, Αθήναι 1996, σσ. 29,30,35.
[18] Ματθ. 16,23.
[19] 3ο κεκραγάριο τροπάριο του πλ.δ’ ήχου του Μεγάλου Εσπερινού του Σαββάτου.
[20] ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αθήναι 1970, σ. 152.
[21] Γνωρίζετε το αληθινό πρόσωπο του παπισμού; Γνωρίζετε ότι ο παπισμός είναι αίρεση;  εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη, σ. 30.
[22] Σχ. βλ. Η ευχαριστιακὴ εκκλησιολογία, την οποία κηρύσσει ο Μητρ. Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας. Χαρακτηρίζεται η «ευχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» ως ο Δούρειος ίππος, μέσω του οποίου θα ενωθει το μεγαλύτερο τμήμα των μελών της Ορθοδόξου Εκκλησίας με το Βατικανό. (Η αίρεση της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας συνδέεται με το Πρωτείο του Πάπα). Ο Σεβ. Περγάμου αναπτύσσει την θεωρία της ιερότητος του πρωτείου του Πάπα, το οποίο η εκκοσμικευμένη Ορθοδοξία δεν ηδύνατο να  κατανοήσει. Ο ίδιος ο Περγάμου έχει πει : «Κοσμικοί παράγοντες, οι οποίοι κυριαρχούσαν τότε στην εκκοσμικευμένη Ορθοδοξία δεν της επέτρεψαν να δει την Ιερότητα του πρωτείου» και «Η Εκκλησία έχει ανάγκη το παπικό πρωτείο».
(«Βαρύταται κατηγορίαι επί αιρέσει εναντίον του φιλοπαπικού Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου», Ορθόδοξος Τύπος  (13-4-2012) 1,7 και Bose Ιταλίας, Ορθόδοξος Τύπος (16-7-1999) και  Ορθόδοξος Χριστιανικός Αγωνιστικός Σύλλογος «ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ» και Φιλορθόδοξος Ένωσις «ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ»,  «Οι βασικές κακοδοξίες του αιρετικού επισκόπου κ. Ζηζιούλα», Κοσμάς Φλαμιάτος 10 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2011) 15).
Επίσης, ο Μητρ. Προύσης Ελπιδοφόρος Λαμπρινιάδης (Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ηγούμενος Ι.Μ. Χάλκης και Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ.) έχει αναπτύξει την λατινογενή «μετασυνοδική» εκκλησιολογία. Ο ίδιος ισχυρίζεται : «Η άρνηση αναγνωρίσεως πρωτείου τινός στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ενός πρωτείου το οποίο δεν μπορεί να ενσαρκώσει παρά κάποιος Πρώτος – τουτέστι κάποιος Επίσκοπος, ο οποίος έχει το προνόμιο να είναι ο πρώτος μεταξύ των αδελφών του Επισκόπων – συνιστά αίρεση. Είναι απαράδεκτο αυτό που συνήθως λέγεται ότι η ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων διασφαλίζεται είτε υπό μιάς κοινής πίστεως και λατρείας είτε υπό του θεσμού της Οικουμενικής Συνόδου. Και οι δύο αυτοί παράγοντες είναι απρόσωποι, ενώ στην ορθόδοξη θεολογία μας η αρχή της ενότητάς μας είναι πάντοτε ένα πρόσωπο. Πράγματι, όπως στο επίπεδο της Αγίας Τριάδος η αρχή της ενότητας δεν είναι η θεία ουσία, αλλά το πρόσωπο του Πατρός (η «μοναρχία» του Πατρός), έτσι και στο εκκλησιολογικό επίπεδο, στην τοπική εκκλησία, το σημείο της ενότητας δεν είναι το πρεσβυτέριο ή η κοινή λατρεία των χριστιανών, αλλά το πρόσωπο του Επισκόπου. Επομένως, επί πανορθοδόξου επιπέδου η αρχή της ενότητας δεν μπορεί να στηρίζεται επί μίας ιδέας η ενός θεσμού, αλλά πρέπει να είναι κάποιο πρόσωπο, αν βέβαια θέλουμε να παραμείνουμε συνεπείς στη θεολογία μας».
(Επίσκεψις  698 [31-03-2009], Σύναξη Κληρικών και Μοναχών, ««Ουκ εσμέν των Πατέρων σοφώτεροι»˙ αναίρεση της επιχειρηματολογίας του Οικουμενισμού με αφορμή την ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στη Μεγίστη Λαύρα», Φώτης Κόντογλου, έκδ. Σύναξη Ορθοδόξων Ρωμηών, Τρίκαλα, Χριστούγεννα 2011, σ. 82 και Ορθόδοξος Τύπος (2-12-2011) 6 και Θεοδρομία ΙΓ΄ (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2011) 635-6).
impantokratoros.gr

 

Ο Απόστολος Παύλος και η Νικόπολη.(Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου († 2012)

 

Πηγή: el.wikipedia.org

nikopoli_meletios-page-001 nikopoli_meletios-page-002 nikopoli_meletios-page-003 nikopoli_meletios-page-004 nikopoli_meletios-page-005 nikopoli_meletios-page-006 nikopoli_meletios-page-007 nikopoli_meletios-page-008 nikopoli_meletios-page-009 nikopoli_meletios-page-010 nikopoli_meletios-page-011 nikopoli_meletios-page-012

 

O Nικοπόλεως Ευγένιος και η Σύνοδος της Χαλκηδόνος (Μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυρού Μελετίου)

Μελέτιος-600x439

26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-001 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-002 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-003 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-004 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-005 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-006 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-007 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-008 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-009 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-010

cid:image001.jpg@01D055A6.BB57A600

 

Εορταστική, του εκ Κορωνησίας Οσίου Ονουφρίου

αρχείο λήψης

Γράφει ο Κων/νος Δημ. Ρώσσος

Όπως γνωρίζετε, στις 12 Ιουνίου κάθε χρόνο εορτάζεται η μνήμη του εκ Κορωνησίας Οσίου Ονουφρίου.
Και στις 11 την παραμονή το απόγευμα ψέλνεται ο Εσπερινός και ακολουθεί λιτάνευση.
Όπως άλλωστε γνωρίζετε ότι η Ιερά Μητρόπολη Άρτας, τον Όσιο Ονούφριο, τον συγκαταλέγει μεταξύ των μαρτύρων και αγωνιστών της Αρτινής γης, μεταξύ του Καραϊσκάκη, του Μπότσαρη, του Μάξιμου Γραικού και άλλων.
Έτσι λοιπόν η τίμηση αυτή, του εκ Κορωνησίας Οσίου Ονουφρίου, οι Αρχές της Άρτας οι προσκυνητές και οι Κορωνησιώτες ό, που γης, κάθε χρόνο προσπαθούν να έχει τη δέουσα λαμπρότητα και τον δέοντα σεβασμό, λόγω της διαρκούς προσφοράς του στην ορθή Πίστη και την Ορθοδοξία στην περιοχή μας, αλλά και σε μια ευρύτερη περιοχή του πάλαι ποτέ Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Ως ερευνητής και συγγραφέας, έχω εκπονήσει περίπου τρία βιβλία για τον εν λόγω Άγιο, στα οποία αναφέρεται όλη η ζωή του και ο αγώνας που έκανε εναντίον των Οθωμανών, αλλά και εναντίον των Λατίνων που ήθελαν να επιβάλουν τον Καθολικισμό της Παπικής Εκκλησίας εις βάρος της Ορθόδοξης.
Κάθε χρόνο, προσπαθούσαμε κατά την λιτάνευση που γίνεται την παραμονή μετά τον Εσπερινό, να συνοδεύει και μια φιλαρμονική, προς τιμήν Του.
Παρακαλούμε το Δήμο , να μας παραχωρήσει για την λιτάνευση, την φιλαρμονική του «Σκουφά».
Το βράδυ της ημέρας της εορτής του Οσίου, δηλαδή στις 12 Ιουνίου, πρόκειται να παρουσιάσω το τρίτο μου βιβλίο για τον εκ Κορωνησίας Οσίου Ονουφρίου.
Το μόνο που θα παρακαλέσω τον αξιότιμο κ. Δήμαρχο είναι – και αν δύναται ο Δήμος-, να διαθέσει για τον σκοπό αυτόν, μια μικρή μικροφωνική, αφού ο φωτισμός θα υπάρχει από την προηγούμενη ημέρα.
Και λίγα λόγια για τον έκ Κορωνησίας Όσιο (Άγιο) Ονούφριο:
Ο εκ Κορωνησίας Όσιος (Άγιος) Ονούφριος, ήταν υπαρκτός Άγιος, μοναχός στο πάλαι ποτέ Μοναστήρι της Παναγίας της Κορωνησίας, αφού επί αρκετόν καιρό έθεσε τις υπηρεσίες του στην τότε Μητρόπολη της Άρτας.
Το Δοκίμιο του Μητροπολίτη Σεραφείμ του Βυζάντιου που εκδόθηκε το 1884, αναφέρει εκτενώς περί του Αγίου τούτου.
Αναφέρει δε επι πλέον ο εν λόγω Μητροπολίτης στο Δοκίμιό του, ότι ετάφη εντός του Παρεκκλησίου που φέρει το όνομά του.
Η πρόσφατη δε έρευνα που έκανα εγώ ο ίδιος, αποδεικνύει τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στο εν λόγω Δοκίμιο, αποδεικνύει δε και ότι η όλη δραστηριότητά του, πέραν τα όσα προσέφερε στην Ορθόδοξη Πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς την εποχή εκείνη, οι Λατίνοι κατακτητές, προσπαθούσαν να επιβάλουν τον Καθολικισμό, ότι υπήρξε και μεγάλος αγιογράφος, ισάξιος του Μιχαήλ Αγγέλου της Αναγέννησης στην ζωγραφική τέχνη, ιδρυτής της Κριτικής Σχολής Αγιογραφίας στο Βεράτιο, διεθνούς εμβέλειας.
Ο ίδιος δε αγιογράφησε και τον Ναό της Παναγίας της Κορωνησίας, αλλά και το Παρεκκλήσι που φέρει το όνομά του.
Ως εκ τούτου, στη μνήμη του θα πρέπει να αποδοθούν τιμές, τέτοιες που να είναι αντάξιες των υποθηκών που άφησε για τις νέες γενιές, για την Ορθόδοξη Πίστη και την Ορθοδοξία γενικώς.
Από εδώ λοιπόν απορρέει η κάποια υποχρέωση των νέων γενεών.
Η Κορωνησία λοιπόν, δεν εορτάζει έτσι απλά μια πανήγυρη μιας εκκλησίας μιας πόλης ή μιας τοπικής Κοινωνίας, που αφιερώνεται στο όνομα ενός Αγίου, χωρίς βέβαια να θέλω να υποτιμήσω την όποια εορταστική πανήγυρη.
Και μάλιστα η τέτοια προσφορά του εκ Κορωνησίας Οσίου (Αγίου) Ονουφρίου, – η οποία θα αναλυθεί στο τρίτο βιβλίο μου που εκεί αποδεικνύεται η ύπαρξη του Τάφου του στο νησί αυτό την Κορωνησία -, οι όλες δραστηριότητές του για την Ορθόδοξη Πίστη, αλλά και η Παγκόσμια αναγνώρισής του (UNESCO), θα πρέπει η μνήμη του να τιμάται και από τα όλες τις Μητρο-πόλεις του Αμβρακικού, μαζί με τις Δημοτικές Αρχές των όμορων Δήμων του Κόλπου..
Την φιλαρμονική λοιπόν που ζητάμε, είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής, σ’ αυτόν για τις προσφορές του και τις υποθήκες που μας άφησε και τέλος πάντων που χάρισε στην Κορωνησία και την ευρύτερη περιοχή το αγαθό της ζωής, το γλυκύτατο ύδωρ .
Το πηγάδι που πότισε γενιές και γενιές, όχι μόνο στους Κορωνησιώτες, αλλά και σ’ ‘ολο τον Αμβρακικό και της Ενδοχώρα του.
Ο Κων/νος Δημ. Ρώσσος είναι Οικονομολόγος – Ερευνητής
Και Επίτιμος Πρόεδρος των Απανταχού ΚορωνησιωτώνΠΗΓΗ.ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

 

Ετικέτες:

 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 144 ακόμα followers