Οσία Σοφία της Κλεισούρας, Oσία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα, Οσία Σοφία μοναχή ή Οσία Σοφία ; Ένα σύγχρονο αγιολογικό θέμα.

Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ-ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ 21

έρευνα:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Ένα θέμα, που αφορά τη νεοφανή Οσία, η οποία ασκήτεψε στη Μονή Κλεισούρας της Καστοριάς, είναι το τελικό όνομα με το οποίο  θα πρέπει να τη  μνημονεύουμε.

Η Οσία είναι Αγία, που την ευλαβούνται  και οι Γ.Ο.Χ και οι νεοημερολογίτες .

Όμως το θέμα περιπλέκεται και μόνο από μια μικρή έρευνα στα επίσημα γραπτά κείμενα (επίσημη Συνοδική Πράξη αγιοκατάταξης-ακολουθίες-κ.α.) στα βιβλία που έχουν εκδοθεί και σε άλλα  στοιχεία που υπάρχουν.

Τα ονόματα: Η οσία Σοφία της Κλεισούρας, Oσία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα, Οσία Σοφία μοναχή και  Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου είναι αυτά που καταγράφονται.

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ - Μέρος 4ο (1) 146

Επίσης στο μεγαλύτερο μέρος του σχετικού υλικού που κυκλοφορεί (κείμενα, εικόνες κλπ.), υπάρχει η επίμονος παρουσίαση της Αγίας ως απλής λαϊκής, ως Σοφίας, χωρίς να αναγνωρίζεται η Μοναχική Ιδιότητα της Οσίας Γερόντισσας και χωρίς καμία απολύτως αναφορά στο Μοναχικό Όνομα Αυτής, τ.ε. Μυρτιδιώτισσα.

Πρώτη φορά έμαθα  για τη σύγχρονη Αγία Γερόντισσα όταν κυκλοφόρησε η βιογραφία της από την Ιερά Μονή Αγ.Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής. Τότε υπηρετούσα τη στρατιωτική μου  θητεία  στην περιοχή της Κοζάνης. Εκεί είχα την ευκαιρία να γνωρίσω Ποντίους, που οι πρόγονοί τους ήλθαν στην Ελλάδα μετά τα γεγονότα της Ποντιακής γενοκτονίας και οι περισσότεροι ακολουθούσαν το παλαιό εορτολόγιο. Μάλιστα δε στην Πτολεμαΐδα υπάρχει και ενορία του παλαιού ημερολογίου της Συνόδου των Ενισταμένων. Η πνευματική σχέση της Οσίας με τον επίσκοπο  Κυπριανό (τότε Αρχιμανδρίτη) φαίνεται και από τις φωτογραφίες που δημοσιεύονται.

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ - Μέρος 4ο (1) 166

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ - Μέρος 5ο 31

Στο παρακάτω άρθρο γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής των στοιχείων που υπάρχουν, ώστε τελικά να αποκατασταθεί η αλήθεια.

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ - Μέρος 5ο 08ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ - Μέρος 5ο 10

Καταγραφή των υπαρχόντων στοιχείων

Α. Μαρτυρία από τον τάφο της.

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ - Μέρος 5ο 19

Φωτογραφίες που υπάρχουν από τον τάφο της Οσίας μαρτυρούν τη μοναχική της ιδιότητα, χωρίς να αναφέρεται το μοναχικό της όνομα. Όπως φαίνεται στην πλάκα που υπήρχε κάτω από τον Σταυρό του τάφου  γράφεται.

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ - Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 45

ΣΟΦΙΑ ΧΟΤΟΚΟΥΡΙΔΟΥ

ΜΟΝΑΧΗ

ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ. ΑΠΕΒΙΩΣΕ 6.5.74.ΕΤΩΝ.78

 

Άξιο απορίας παραμένει το γεγονός ότι η Οσία τάφηκε πίσω από το παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου, που βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από τη Μονή. Γραπτές πληροφορίες  λένε ότι αυτός ο χώρος ήταν το κοιμητήριο της Μονής, χωρίς όμως αυτό  να επιβεβαιώνεται ….

β. Κείμενο επίσημης  Αγιοκατάταξης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Στο επίσημο κείμενο της Αγιοκατάταξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου πουθενά δεν γίνεται αναφορά για τη μοναχική ιδιότητα της Οσίας.

praksi_agiokatataksis

Στην τελευταία παράγραφο διαβάζουμε: «Διο και θεσπίζομεν Συνοδικώς και εν Αγίω διακελευόμεθα Πνεύματι όπως η ειρημένη Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου συναριθμείται ταις Αγίαις της Εκκλησίας…»

Γ. Ακολουθία της Οσίας Σοφίας της Κλεισούρας –ποίημα Χαραλάμπου Μπούσια.

Πρόκειται για την ακολουθία που χρησιμοποιείται κατά την εορτή της Οσίας. Δεν αναφέρεται πουθενά η μοναχική της ιδιότητα. Το Συναξάριο που γράφεται στην ακολουθία είναι το παρακάτω.

Τῇ ΣΤ΄ τοῦ αὐτοῦ Μηνός Μαϊου, Μνήμη τῆς Ὁσίας καὶ θεοφόρου Μητρὸς ἡμῶν Σοφίας, τῆς ἐν τῇ Μονῇ τῆς Παναγίας τῆς Κλεισούρας θεοφιλῶς ἄρτι ἀσκησάσης.

Χάριτι σοφισθεῖσα, Σοφία θείᾳ, Σοφῶς ἤσκησας ἄρτι, ἐν τῇ Κλεισούρᾳ.

Ἡ Ὁσία καὶ θεοφόρος Μήτηρ ἡμῶν Σοφία, ἡ ῥακένδυτος, αλλὰ πνευματοφόρος Ἀσκήτρια τῆς Κλεισούρας, ἐγεννήθη ἐν Ἀρδάσσῃ τοῦ Πόντου τῷ 1883. Ἀκολουθήσασα τῶν προσφύγων τῷ δρόμῳ μετὰ τὴν ἐπὶ τῆς γενετείρας αὐτῆς κώμης ἐπιδρομῆς τῶν υἱῶν τῆς Ἄγαρ καὶ τὴν στέρησιν τοῦ αὐτῆς συζύγου καὶ τέκνου ἦλθεν εἰς Ἀναῤῥάχην Ἑορδαίας. Ποθοῦσα τὴν ἀσκητικὴν πολιτείαν, τὴν πρώτην αὐτῆς καλιὰν τῶν ἀγώνων ἔπηξεν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Μάρκου Φλωρίνης, ἔνθα παρέμεινεν ἐπὶ διετίαν. Τῇ προτροπῇ ὅμως τῆς Κυρίας Θεοτόκου, κατεστάθη ἐν τῇ Μονῇ Αὐτῆς, τῇ ἐν Κλεισούρᾳ τῆς Καστορίας κειμένῃ, ἔνθα ἐπὶ τεσσαράκοντα καὶ ἑπτὰ συναπτὰ ἔτη θεοφιλῶς ἠγωνίσατο. Οὐκ ἔχουσα κλίνη πρὸς ἀνάπαυσιν τοῦ χοϊκοῦ αὐτῆς σαρκίου, ὑπέμεινε τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος καθημένη παρὰ τὴν ἑστίαν τοῦ αὐλείου χώρου τῆς Μονῆς, τὴν ἀπέναντι τῆς μεσημβρινῆς θύρας τοῦ Καθολικοῦ, ἀτενίζουσα τὴν ἱλαρὰν μορφὴν τῆς Θεοτόκου ἐν τῷ αὐτῆς ὑπερθύρῳ. Λιτοδίαιτος καὶ ῥακένδυτος καὶ ἐνίοτε χρησιμοποιοῦσα μωρὰς προσποιήσεις τῆς ἀρετῆς ἤνυσε τρίβον καὶ σχολάζουσα τῇ ἀδιαλείπτῳ καρδιακῇ προσευχῇ κατὰ μέθεξιν ἐθεώθη. Πλουσίαν εἵλκυσε τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ ηξιώθη οὐ μόνον διορατικοῦ χαρίσματος ἀλλὰ καὶ ἰαματικοῦ. Προσηνὴς πάντοτε ὑπεδέχετο τοὺς τῆς Μονῆς ἐπισκέπτας διδάσκουσα αὐτοὺς τὴν μετάνοιαν και τὴν χρηστοήθειαν. Προϊδοῦσα τὴν τελευτην αὐτης ἐκοιμήθη τὸν ἐμπρέποντα Ὁσίοις ὕπνον τῇ ΣΤ΄ Μαϊου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1974. τὰ ἱερὰ αὐτῆς λείψανα, ἀνακομισθέντα και εὐωδιάζοντα ἀποθησαυρίζονται εἰς τὴν Ἱερὰν τῆς Κλεισούρας Μονήν, παρέχοντα τοῖς πιστοῖς ἰάματα.

 

 

 

Δ. Ακολουθία Αγίας Σοφίας. Ποίημα Πορφυρίου Μοναχού(ν.η.). 2001

Η Ακολουθία αυτή δημιουργήθηκε  το 2001, «κατ’  αίτησιν Αρχιμανδρίτου Παύλου Αποστολίδη, τότε μεν Ηγουμένου-Εφημερίου Μονής-Σωματείου Παναγίας Σουμελά, στο Βέρμιο, τώρα δε Μητροπολίτη Δράμας».

Στο Συναξάριο της ακολουθίας αναγράφονται τα εξής:

 

Τῇ ς΄. Μαΐου μηνός, κατά τό σωτήριον έτος 1974, ἐκοιμήθη εἰς τήν κατά Κλεισούραν μονήν τοῦ Γενεσίου τῆς  Θεοτόκου ἡ οσίας μνήμης καί  μεγάλης ἀσκήσεως γερόντισσα Σοφία, ἡ διά τοῦ  μεγάλου καί  ἀγγελικοῦ σχήματος ἐπικληθεῖσα Μυρτιδιώτισσα μοναχή, ἡ ταφή δέ  τοῦ  σεπτοῦ αὐτῆς λειψάνου ἐγένετο κατά τήν επομένην, τήν εβδόμην τοῦ  ἰδίου μηνός. ἡ ανακομιδή δέ  τῆς  αγίας αὐτῆς κάρας καί  τῶν λοιπῶν ὀστέων ἐγένετο κατά τήν 7ην Ιουλίου μηνός, μετά παρέλευσιν ετών επτά, κατά τό ἔτος 1981. Ἐπανεύρεσις δέ  καί  μετακομιδή κατά τό εσπέρας Τετάρτης προ τῆς  Ἀναλήψεως,

 

Στην υπόλοιπη ακολουθία η Οσία προσφωνείται ως Σοφία, χωρίς να αναφέρεται πουθενά το μοναχικό της όνομα.

Ε. Το βιβλίο –Σοφία η ασκήτισσα της Παναγίας. Έκδοση Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας. Α Έκδοση 2002.

Στις σελίδες 158 και 159 του παραπάνω βιβλίου και στην ενότητα: Η κουρά της Σοφίας, γράφονται τα εξής:

«..Σημασία πάντως έχει ότι η ίδια, αν και φορούσε μαύρα, δεν θυμάται κανείς να την είδε με τα καλογερικά ενδύματα, ούτε με το σχήμα. Μόνο λόγο πριν ξεψυχήσει, φώναξε τον τυπικό ηγούμενο της Παναγίας και του είπε: «παιδί μου Νεκτάριε, ήρθαν ο Κυπριανός και με έκανε καλογριά και με είπαν Μυρτιδιώτισσα».

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ - Μέρος 5ο 11

Επίσης στην σελίδα 92, του ίδιου βιβλίου και στην ενότητα: Επιστολή από τις Οινούσες, γράφονται τα εξής.

«..Μοναχές από το γυναικείο Κοινόβιο Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσών της Μητροπόλεως Χίου, με τις οποίες η Σοφία διατηρούσε πνευματικούς δεσμούς και παρεβρισκόταν στην  κουρά της, στέλνοντάς μας ένα σχέδιο του αγιογραφείου της μονής τους, με τη μορφή της Σοφίας περιγράφουν στιγμές από τη γνωριμία τους στο μοναστήρι της Παναγίας Κλεισούρας (Επιστολή 18-6-1998).

«Με τη μακαριστή Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα είχαμε ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς. Αγαπούσε ιδιαίτερα και σεβόταν τη Σεβαστή Μητέρα μας Μαρία Μυρτιδιώτισσα Μοναχή προσκυνήτρια (κατά κόσμο Κατίγκω Πατέρα). Η σεβαστή μητέρα μας την επισκέφτηκε τρείς φορές, κάθε φορά με διαφορετικές αδελφές. Σε κάθε αδελφή έλεγε κάτι από την προσωπική πνευματική της ζωή, που έδειχνε το διορατικό της χάρισμα… Χαρακτηριστικό γεγονός ήταν το κόψιμο των μαλλιών της. Είχε μια τεράστια κοτσίδα, σχεδόν το ¼ του σώματός της. Ήταν μια συμπαγής μάζα από άλουστα κι αχτένιστα μαλλιά, αγκάθια, χώματα και ακαθαρσίες προβάτου. Ήταν ο κανόνας της για 40 περίπου χρόνια. Το ψαλίδι για τις μοναχικές κουρές ήταν τελείως άχρηστο για να κόψει αυτό το φοβερό μπέρδεμα. Έτσι ο γερο – φύλακας έφερε ένα μεγάλο ψαλίδι που κούρευε τα πρόβατά του. Με κόπο πολύ και τεράστια υπομονή της έκοψε η σεβ.Μητέρα μας την κοτσίδα και εκείνη αθώα ψυχούλα της έδινε συνέχεια ευχές που ξαλάφρωσε το κεφαλάκι της. Τελευταία φορά την επισκεφτήκαμε την 22 Ιουνίου 1973….»

Επίσης  στη σελίδα 95 γράφονται και τα εξής. «…Έχουμε τα μαλλιά της κουράς της…».

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ - Μέρος 5ο 09

Σχόλια – Συμπεράσματα

  1. Αποτελεί άξιο απορίας γιατί αναφέρεται ότι μοναχές της κοινοβιακής Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσών απέστειλαν την επιστολή και όχι η Μονή (ηγουμενοσυμβούλιο).
  2. Όταν ηγουμένη της Μονής ήταν η Μαρία Μυρτιδιώτισσα, η Μονή ακολουθούσε το παλαιό εορτολόγιο και ανήκε σε Σύνοδο των Γ.Ο.Χ.
  3. Επαληθεύεται η κουρά της Οσίας, με ανάδοχο την ηγουμένη Μαρία Μυρτιδιώτισσα.
  4. Να σημειώσουμε εδώ ότι η ιερά μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσσών Χίου, που ίδρυσε η Γερόντισσα Μαρία Μυρτιδιώτισσα Πατέρα ακολουθεί το παλαιό ημερολόγιο, χωρίς εκκλησιαστική κοινωνία με την Εκκλησία της Ελλάδος. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε το σεβασμό που χαίρει η Γερόντισσα (όπως και άλλοι Γέροντες του παλαιού) από τους Ορθόδοξους χριστιανούς του ν.ημ., σεβασμό που εκδηλώθηκε κατά την κοίμησή της.

Με χαρά είδαμε ότι το ησυχαστήριο της Παναγίας αναγράφεται – για λόγους ιστορικούς, αλλά και σεβασμού – στον κατάλογο των ιερών μονών της μητρόπολης Χίου, Ψαρών και Οινουσσών ν.ημ. (, σελ. 82- https://docs.google.com/file/d/0B2BZaUpVes2oY1M0bUNOejF5VVU/edit).

Επισημαίνουμε επίσης ότι εδώ φαίνεται η σχέση της οικογένειας Πατέρα με πνευματικούς ανθρώπους και του π.ημ. (π.χ. Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας, γιατρός Αλέξανδρος Καλόμοιρος) και του ν.ημ. (π.χ. Φ. Κόντογλου, Δ. Παναγόπουλος, π. Θεόκλητος Διονυσιάτης). Βεβαίως και με το Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο, που ανήκε στην Εκκλησία του ν.ημ., αν και ήταν φίλος του παλαιού

ΣΤ. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.youtube.com/watch?v=z2Zn2JDI6rg υπάρχει video με τίτλο- ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ – Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ, όπου αναφέρονται τα εξής.

«..Την 12η Οκτωβρίου 1971 έγινε η κουρά της. Ήταν 85 ετών. Ως Μυρτιδώτισσα μοναχή πλέον ομολογούσε την εμπειρία της κουράς της. Έλεγε.

«Φως μέσα στο φως. Ήταν όλοι εκεί. Τι λόγια ήταν αυτά. Η Παναϊα  ηγάπησεν τόσον πολλά εμένα την αμαρτωλέσα».

Περιγραφή όσων θαυμαστών έλαβαν χώρα κατά την πλουσίως ευλογημένη εκείνη περίσταση, παρατίθεται στο βιβλίο του Μητροπολίτου κ. Κυπριανού, Η Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα, Η Ασκήτρια της Κλεισούρας, 1886-1974, Φυλή Αττικής 1998, σελ. 153-159.

Η Κανονικότητα της κουράς της Οσίας Σοφίας.

Η Οσία Γερόντισσα δέχθηκε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα τον Οκτώβριο του 1971, μετονομασθείσα από Σοφία σε Μυρτιδιώτισσα Μοναχή, από τον τότε Αρχιμανδρίτη Κυπριανό, μετέπειτα Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής του Πατρίου Ημερολογίου, Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής Αττικής. Ανάδοχος παρέστη η μακαριστή γερόντισσα Μαρία Μυρτιδιώτισσα Μοναχή, Κτιτόρισσα και Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσσών Χίου.

Ένα σοβαρό εκκλησιαστικό θέμα που προέκυψε έχει σχέση με την κανονικότητα της κουράς της.

Στο βιβλίο—Σοφία η Ασκήτισσα της Παναγίας (Έκδοση Ι.Μ.Γενεθλίου της Θεοτόκου Κααστοριάς-Έκδοση 2002) και στις σελίδες 158 και 159 αμφισβητείται πλήρως η κανονικότητα της κουράς της Οσίας, επειδή έγινε χωρίς την άδεια του οικείου Μητροπολίτη. Χαρακτηριστικό είναι και το παρακάτω απόσπασμα.

«Οι ιεροί κανόνες της Εκκλησίας, όταν γίνεται μια αντικανονική κουρά, επιβάλλουν ο μεν κληρικός να τιμωρείται, ο δε μοναχός να μεταφέρεται σε άλλο μοναστήρι, όπου τηρείται η εκκλησιαστική ευταξία. Στην περίπτωση της Σοφίας ποιοι ιεροί κανόνες να εφαρμοσθούν και ποιος να τους εφαρμόσει¨(σελ.159 του παραπάνω βιβλίου).(;;;;;;;)

Όμως θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε και τα παρακάτω.

  1. Η Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας, όσο ζούσε η Οσία ήταν ΔΙΑΛΥΜΕΝΗ ΑΝΔΡΙΚΗ ΜΟΝΗ, με τυπικά διορισμένο ηγούμενο από την Μητρόπολη Καστοριάς. Τότε διοικούνταν από το διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου των απανταχού Κλεισορέων «Ο Άγιος Μάρκος», με έδρα τη Θεσ/νίκη. Αυτό πλήρωνε για τη γενική συντήρηση της Μονής αλλά και τον ηγούμενο αυτό τον προσκαλούσε.(σελ.158 )
  2. Η Οσία ήταν φιλοξενούμενη στη Μονή, χωρίς ποτέ να γίνει δόκιμη, μια και το μοναστήρι ήταν ανδρικό. Πολλές φορές διώχτηκε από εκεί αλλά η Παναγία, με θαυματουργικό τρόπο την ξαναέφερνε πίσω. Επομένως με αυτές τις συνθήκες μπορούμε να θέτουμε θέματα κανονικότητας;
  3. Η Οσία Γερόντισσα Σοφία -Μυρτιδιώτισσα, τυγχάνει πρόσωπο ΚΟΙΝΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ τόσο από τους πιστούς του παλαιού ημερολογίου όσο και από τους νεοημερολογίτες.
  4. Το ότι ασκήτεψε σε νεοημερολογιτικό μοναστήρι δεν είναι παράξενο. Και ο γέροντας Αββακούμ ο ανυπόδητος, αν και ήτανε ζηλωτής, ανήκε στην αδελφότητα της Μεγίστης Λαύρας η οποία μνημόνευε και μνημονεύει κανονικά του οικουμενικού πατριάρχη.
  5. Η ανάδοχός της, γερόντισσα Μαρία Πατέρα, δεν πρέπει καθόλου να μας παραξενεύει το ότι ανήκε σε άλλη παράταξη του παλαιού ημερολογίου, αφού όπως και ο Κυπριανός η γερόντισσα ήταν γνωστή για την μετριοπαθή ( μη ακραία δηλαδή) στάση της, καθώς είχε και πνευματικές σχέσεις με ανθρώπους του νέου ημερολογίου. Άρα, δεν πρέπει να μας φαίνεται παράξενο το ότι δέχθηκε να γίνει ανάδοχος της Οσίας Μυρτιδιώτισσας, ειδικά τη στιγμή που η πρόταση αυτή έγινε από πνευματικό της αδελφό (τόσο η γερόντισσα Μαρία, όσο και ο γέροντας Κυπριανός ήτανε πνευματικά παιδιά του γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου). Τέλος πριν κλείσουμε, αξιοπρόσεκτο είναι να λάβουμε υπόψη μας ότι: Πρώτος ο Μητροπ. Κυπριανός και η δικαιοδοσία του (Ιερά Σύνοδος Ενισταμένων), διακήρυξαν τοπικώς την αγιότητα της μακαριστής Γεροντίσσης Μυρτιδιωτίσσης και αγιογράφησαν εικόνα της.

Τα παραπάνω ελπίζω να θεωρούνται αρκετά προς αποκατάσταση της αλήθειας.

  1. Ο Αρχμ. Κυπριανός ήταν αρχικά ιερεύς της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος το 1969 προσχώρησε στους Αυξεντιακούς Γ.Ο.Χ. Η προσχώρησή του αυτή είχε ως συνέπεια την καθαίρεσή του από τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος του Ν.Η.
  2. Η Ιερωσύνη και η καθαίρεση

Οι διάφορες υπηρεσίες στις τοπικές εκκλησίες, δηλαδή οι Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτες, Σύνοδος, επιβάλλουν κατά καιρούς πειθαρχικές ποινές σε κληρικούς που ανήκουν στην εκκλησιαστική τους «δικαιοδοσία». Όπως π.χ., αργία, καθαίρεση, ακοινωνησία, στέρηση μισθού κλπ. Καμμία όμως, από αυτές τις διοικητικές ποινές, δεν μπορεί να αφαιρεί από τον Ιερέα τη Χάρη της Ιεροσύνης, διότι η Ιερωσύνη παραμένει ανεξάλειπτη.

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία, επειδή τη Χάρη της Ιερωσύνης την παρέχει ο Τριαδικός Θεός, δεν μπορεί να την αφαιρέσει άνθρωπος, και επομένως είναι ανεξάλειπτη.

Επειδή η Ιερωσύνη είναι ανεξάλειπτη, αυτό σημαίνει, ότι και τα ιερά Μυστήρια, που τελούν Κληρικοί, που τυχόν έχουν(προσωρινά) διοικητικά καθαιρεθεί, είναι έγκυρα. Συνεπώς, αυτή η ποινή της καθαίρεσης, ουσιαστικά ταυτίζεται με μια διοικητική απαγόρευση τέλεσης ιεροπραξιών, την οποία επιβάλλει κάποια χρονική στιγμή η εκκλησιαστική Διοίκηση σε κάποιον κληρικό. Μπορεί όμως να έρθει η επόμενη διοίκηση, και να κάνει άρση – ακύρωση της ποινής αυτής.

Μήπως όμως, έχει αποφασίσει, κάτι η Διοικούσα Εκκλησία Ελλάδος, (κρατική Αρχή), για το θέμα του ανεξάλειπτου της Ιερωσύνης ή η Εκκλησία, γενικώς;

Σύμφωνα με τον καθηγητή του πανεπιστημίου κ. Παναγιώτη Μπούμη,

«η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει αποφασίσει επισήμως για το θέμα αυτό».

Ο κ. Μπούμης αναφέρει: «Στο προκείμενο ζήτημα, δηλ. για το ανεξάλειπτο ή όχι της ιερωσύνης, μπορούμε να εφαρμόσουμε τους λόγους του Κυρίου: ‘’Όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν ουρανώ’’(Ματθ. 18, 18)».

Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο καθηγητή, η καθαίρεση δεν μπορεί να καταργήσει τη Χάρη της Ιερωσύνης. Και λέει: «Καθαίρεση, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι είναι η αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της ιερωσύνης».

Ο ίδιος γράφει για την καθαίρεση, ότι δεν αφαιρεί τη Χάρη της Ιερωσύνης: «Επειδή ακριβώς η καθαίρεση είναι αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της ιερωσύνης, και όχι αφαίρεση αυτού, γι’ αυτό, εάν τυχόν ένας καθηρημένος κληρικός αθωωθεί από άλλο δικαστήριο, επανέρχεται στην τάξη των κληρικών, χωρίς νέα χειροτονία».

(βλέπε: Μπούμης Ι. Παναγιώτης, «Κανονικόν Δίκαιον», σελ.203-204).

Σχετικά με τη δυνατότητα αθώωσης του κληρικού από την ποινή της καθαιρέσεως από άλλο εκκλησιαστικό όργανο, ο κανονολόγος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αμίλκας Αλιβιζάτος παραθέτει το παράδειγμα του μητροπολίτη Ευσταθίου, ο οποίος καθαιρέθηκε από τη σύνοδο της Παμφυλίας όμως η Γ΄, Τρίτη, Οικουμενική Σύνοδος (431)

«απεκατέστησεν αυτόν εις την ιερατικήν του τιμήν, επιτρέψασα εις αυτόν την ιερουργίαν».

Σε μελέτη δε του ιδίου καθηγητή του πανεπιστημίου Αμίλκα Αλιβιζάτου, ο κ. καθηγητής διδάσκει ότι διά της καθαιρέσεως δεν αφαιρείται το θείον της Ιερωσύνης Χάρισμα (Βλ. Αμ.Αλιβιζάτου, Περί χάριτος των ποινών των κληρικών σ.19).

Σύμφωνα με τη δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας η Ιερωσύνη ανήκει στα Μυστήρια που δεν επαναλαμβάνονται και είναι έργο της Θείας Χάριτος. Η καθαίρεση είναι πειθαρχικό μέσο της Εκκλησίας, μη δυνάμενο να άρει τη Χάρη του Μυστηρίου, αλλ’ απλώς αναστολή των εκδηλώσεων αυτής.

(Βλ. σχετικά: Α. Χριστοφιλοπούλου, Η οργάνωσις της Εκκλησίας της Ελλάδος σ. 41επ. Χ. Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας σ. 314. Π.Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας τ. 3σ. Πρβλ. Πρωτ.Πατρών 467/1916. Π. Παναγιωτάκου, Η ιερωσύνη…σ.113 επ. 121 επ.Η θεία Χάρις εν τω καθαιρεθέντι παραμένει. Πρβλ. και Ευγενίου Βουλγάρεως,Κανονικαί Επιστάσεις σ. 277 επ. Βασιλείου, Μητροπολίτου Σμύρνης,Περί του κύρους χειροτονίας υπό καθηρημένου Επισκόπου σ. 18. Δ. Πετρακάκου,Τινά περί του κύρους των χειροτονιών σ. 21. Πρβλ. ωσαύτως και τας Α.Π.222/1934, 359/1934,Εφετ.Αθηνών 1356/1949. Μελετίου Μητροπολίτου Κυθήρων, Γάμος κληρικών καταχθέντων εις την τάξιν των λαϊκών ανίερος εν: ΑΕΚΔ 1964 σ. 13.επ.).

Αυτά σημαίνουν, ότι όποτε και αν, ένας τιμωρημένος – καθηρημένος Επίσκοπος ή Ιερέας, τελέσει κάποιο Μυστήριο, μπορεί η Διοίκηση της Εκκλησίας, Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτες, Σύνοδος, να τον ξανά τιμωρήσουν, π.χ. διότι δεν υπάκουσε, διότι δεν εφάρμοσε την ποινή.

Όμως το Μυστήριο που τελείται κάθε φορά, είναι Κανονικό Μυστήριο. Τελείται από το Άγιο Πνεύμα.

Από όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω συμπεραίνουμε ότι τελικά η Οσία εκάρη μοναχή και μάλιστα με το μοναχικό όνομα Μυρτιδώτισσα. Είχε δε εκκλησιαστική κοινωνία με όλους τους χριστιανούς και κληρικούς νέου και παλαιού ημερολογίου.

  1. Το Μοναχικό Σχήμα είναι ανεξάλειπτη δωρεά της Χάριτος του Θεού, η οποία δεν αίρεται από κανέναν με κανένα τρόπο!

* * *

Ένα σύγχρονο θαύμα της Οσίας,επαληθεύει την μοναχική της ιδιότητα.

Αναδημοσίευση από http://www.hsir.org

Το ακόλουθο Θαύμα, αποδεικνύει και βεβαιώνει πασιφανώς, ότι η Αγία Γερόντισσα είχε πλήρη συνείδηση και συναίσθηση της Μοναχικής ιδιότητός της και του Μοναχικού ονόματός της, ώστε να απαιτήσει να δοθεί αυτό σε παιδί που θα γεννιόταν μετά την προς Κύριον εκδημία της…

Το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός, το οποίο δεν είναι βεβαίως το μοναδικό, ομιλεί αφ’ εαυτού, αποτελεί δε τιμή προς την Αγία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα και θέτει προ των ευθυνών τους αυτούς, οι οποίοι πέφτουν στο ασυγχώρητο αμάρτημα της αρνήσεως των Δωρεών της Χάριτος του Θεού.

Η ευλαβής Ευθυμία Νικολαΐδου, κάτοικος Θεσσαλονίκης, πνευματικό τέκνο του τότε Αρχιμ. π. Κυπριανού, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Κυπριανού Φυλής, επισκεπτόταν τακτικά την Αγία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα στη Μονή της Παναγίας στην Κλεισούρα και συνομιλούσε μαζί της.

Σε μία επίσκεψή της, λίγους μόλις μήνες πριν από την Κοίμηση της Οσίας, η Γερόντισσα της απεκάλυψε τα εξής:

«Τώρα που θα επιστρέψεις στην Θεσσαλονίκη, θα γνωρίσεις ένα αρραβωνιασμένο ζευγάρι, που ψάχνουν κουμπάρο για να τους παντρέψει.

Να τους παντρέψεις εσύ και να βαφτίσεις το πρώτο παιδάκι που θα κάνουν, που θα είναι κορίτσι, και να του δώσεις το όνομά μου· να το πεις ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ»!…

Πράγματι, η γυναίκα όταν επέστρεψε, γνώρισε το ζεύγος, τον Νικόλαο Γράμπα, τέταρτο γιό του Αντωνίου Γράμπα (Γ.Ο.Χ-+ 1996), και τη Θεοδώρα Κλησσιάρη του Κωνσταντίνου, κατοίκους Κυμίνων Θεσσαλονίκης. Τους έκανε την πρόταση, σύμφωνα με τα λεχθέντα από την Αγία Γερόντισσα, αλλά δεν τους είπε τίποτε για το φύλο και για το όνομα του πρώτου παιδιού, παρά μόνο ότι είχε τάμα να δώσει εκείνη ένα όνομα στο πρώτο τους παιδί. Εκείνοι δέχθηκαν.

Ο Γάμος τελέστηκε στον Ιερό Ναό των Αγίων ΙΒ΄ Αποστόλων του Πατρίου Ημερολογίου, τον Νοέμβριο του 1974, ενώ η Αγία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα είχε ήδη κοιμηθεί εν Κυρίω προ επτά περίπου μηνών. Η δε Βάπτιση του πρώτου παιδιού, το οποίο πράγματι ήταν κορίτσι, έγινε και πάλι στον Ιερό Ναό των Αγίων ΙΒ΄ Αποστόλων το 1976. Στις επίμονες ερωτήσεις του πατέρα Νικολάου Γράμπα, σχετικά με το όνομα που θα δινόταν στο παιδί, η νονά απαντούσε· Μην ανησυχείτε· το όνομα που θα δώσω στο παιδί θα σας αρέσει· είναι πολύ ωραίο όνομα!

Όταν οι συγγενείς άκουσαν το όνομα ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ, ξαφνιάστηκαν! Μάλιστα, η μία από τις δύο γιαγιάδες έλεγε μισοελληνικά-μισοβουλγάρικα: «Σιό (τι) όνουμα είνει αυτό, Ματσανιώτισσα»!! Σύντομα όμως το ξεπέρασαν, με τη βοήθεια μάλιστα και της νονάς, η οποία τους εξήγησε πλέον λεπτομερώς τα περί της προρρήσεως της Αγίας Γερόντισσας Μυρτιδιώτισσας της Κλεισούρας και τους είπε: Αν θέλετε, μπορείτε να την φωνάζετε ΜΥΡΤΩ, αλλά όταν θα κοινωνεί και όταν θα παντρευτεί, ο Ιερέας να την αποκαλεί κανονικά με το όνομά της: ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ.

Η Μυρτιδιώτισσα (Μυρτώ) Γράμπα είναι σήμερα παντρεμένη και ζει στα Νέα Μάλγαρα Θεσσαλονίκης, οι δε γονείς της Νικόλαος και Θεοδώρα κατοικούν στα Κύμινα και είναι ενορίτες του Ιερού Ναού μας των Αγίων ΙΒ΄ Αποστόλων. Η ευσεβής νονά, Ευθυμία Νικολαΐδου, είχε κοιμηθεί εν Κυρίω περί το 1979-1980, όταν η αναδεκτή της ήταν ακόμη πολύ μικρή.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΩΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ

Mirt.JPG
Μία μεγάλη ευθύνη του Αγιογράφου
.(Αναδημοσίευση από την σελίδα http://agiografikesmeletes.blogspot.gr/).

Στον σύνδεσμο http://hsir.org/p/jjc έχουν αναρτηθεί, από τον Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμεντα, σημαντικές καταθέσεις  για ένα πολύ σοβαρό εκκλησιαστικό θέμα, το οποίο έχει προκύψει και αναπόφευκτα έχει εικονολογικές προεκτάσεις, εφόσον η Ορθόδοξη Εικονογραφία είναι ταγμένη στην υπηρεσία της Εκκλησίας, η οποία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας», κατά τον Απόστολο Παύλο.

Διαβάζουμε λοιπόν στην οφειλομένη αυτή, όπως πιστεύουμε, και αναγκαία κατάθεση, η οποία τοποθετεί τα πράγματα στην ορθή τους βάση, και τα εξής:

«Στο σχετικό υλικό που κυκλοφορεί (κείμενα, εικόνες κλπ.), υπάρχει η επίμονος παρουσίασις της Αγίας ως απλής λαϊκής, ως Σοφίας, χωρίς να αναγνωρίζεται η Μοναχική Ιδιότης της Οσίας Γεροντίσσης και χωρίς καμμία απολύτως αναφορά στο Μοναχικό Όνομα Αυτής, τ.ε. Μυρτιδιώτισσα……η Αγία Γερόντισσα είχε πλήρη συνείδησι και συναίσθησι της Μοναχικής ιδιότητός της και του Μοναχικού ονόματός της, ώστε να απαιτήση να δοθή αυτό σε παιδί που θα εγεννάτο μετά την προς Κύριον εκδημία της»…

* *

Επειδή το θέμα μας έχει απασχολήσει στην Εικονολογική του διάσταση, εδώ και μερικά χρόνια (από τότε που για πρώτη φορά είδαμε, με δυσάρεστη, ομολογούμε, έκπληξη, σε Έκθεση Εικόνων την «Αγία Σοφία») ας μας επιτραπεί να καταθέσουμε, για πρώτη φορά, ένα σημείο ευαρέσκειας της Οσίας για την Ιερά Εικόνα της ως Οσίας Μυρτιδιωτίσσης, όχι ασφαλώς για την τεχνική της αρτιότητα, αλλά διότι την παρουσιάζει με Μοναχική ενδυμασία και με το Μοναχικό της όνομα…  Συνέχεια του άρθρου στους παρακάτω συνδέσμους

1.http://agiografikesmeletes.blogspot.gr/2012/07/blog-post_04.html

2.https://www.scribd.com/document/99128104/%CE%91%CE%93%CE%99%CE%91-%CE%A3%CE%9F%CE%A6%CE%99%CE%91-%CE%89-%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%91-%CE%9C%CE%A5%CE%A1%CE%A4%CE%99%CE%94%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%99%CE%A3%CE%A3%CE%91

 

 

 

Advertisements

ΟΣΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΠΕΤΡΑΛΕΙΦΑ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ. ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΆΤΟΡΑ ΆΓΙΟ ΙΩΆΝΝΗ Γ΄ΔΟΥΚΑ ΒΑΤΑΤΖΗ

Κειμενο του Ιωαννη Α. Σαρσακη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Στις αρχές του 13ου αιώνα, και πιο συγκεκριμένα στα 1204, η πρωτεύουσα της Ρωμανίας, η Κωνσταντινούπολη ¨η πιο ισχυρή πόλη που υπήρξε σ΄ όλον τον κόσμο, που ήταν μεγάλη και η πιο καλά οχυρωμένη¨ πέφτει, λόγω των δυναστικών ερίδων και της κυβερνητικής ανεπάρκειας των Αγγέλων, στα ανίερα χέρια των Φράγκων της Δ΄ σταυροφορίας. Η πάλαι ποτέ κραταιά αυτοκρατορία, διαιρείται και διασπάται, κυρίως, σε 5 Λατινικά και σε 3 Ελληνικά κράτη. Οι Ελληνικές εστίες αντίστασης που δημιουργήθηκαν μετά την άλωση ήταν : το βασίλειο της Νίκαιας (στη Μικρά Ασία) και τα δεσποτάτα της Ηπείρου (στην Ήπειρο) και της Τραπεζούντας (στον Εύξεινο Πόντο). Τα δύο πρώτα ήσαν αυτά που ανέλαβαν τον αγώνα για την απελευθέρωση της Βασιλεύουσας, και την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας, αντιμαχόμενα όμως μεταξύ τους. Ο Διονύσιος Ζακυθηνός αναφέρει σχετικώς : ¨Το θεμελιώδες μειονέκτημα της ελληνικής αντιστάσεως συνίστατο εις το ότι αύτη είχε διασπασθεί εις πολλάς εστίας, όχι μόνον αυτονόμους, αλλά και φερομένας προς σκληράς συγκρούσεις¨. Δυστυχώς οι προστριβές και οι διαμάχες των Λασκαριδών της Νίκαιας και των Αγγέλων-Κομνηνών της Ηπείρου, δεν άφηναν περιθώρια για μία ενιαία αντιμετώπιση των Λατίνων.
Γεγονός είναι πάντως πως τα δύο ελληνικά κράτη, παρόλο που ενεργούσαν αυτόνομα, κατάφεραν να περιορίσουν τους Λατίνους και να απελευθερώσουν μεγάλα τμήματα της αυτοκρατορίας. Από τα πρώτα χρόνια η Ήπειρος με τον Θεόδωρο Άγγελο, φάνηκε πιο επιθετική και εδραίωσε την κυριαρχία της από τη δυτική Ελλάδα μέχρι τη Μακεδονία και τη Θράκη. Η υπέρμετρη όμως φιλοδοξία του δεσπότη της Ηπείρου (Θεόδωρου Άγγελου), είχε ως αποτέλεσμα να ηττηθεί από τους Βουλγάρους το 1230 και να μειωθεί η ισχύς του δεσποτάτου. Την ήττα αυτήν εκμεταλλεύτηκε το αντίπαλο δέος της Ηπείρου, το βασίλειο της Νίκαιας. Ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος ιστορεί τα εξής : ¨Η ήττα της αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης (δεσπ. Ηπείρου) άφηνε την πρώτη θέση στον αγώνα για ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως στην αυτοκρατορία της Νίκαιας¨. Την εποχή εκείνη βασιλιάς στη Νίκαια ήταν ο εκ Διδυμοτείχου καταγόμενος, Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης (1222-1254), για τον οποίο ο πατριάρχης της Ελληνικής Ιστορίας Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει : ¨Η κατάλυση της εν Θεσσαλονίκη αυτοκρατορίας και η συνένωση του μεσαιωνικού ελληνισμού, υπό την αυτοκρατορία της Νίκαιας, μαρτυρεί ότι αυτός (ο ελληνισμός) όσο και αν είχε παρακμάσει, διατηρούσε κάποια συστατικά πολιτικής εμπειρίας, δεξιότητας και δυνάμεως περισσότερα από όσα με τον καιρό προσέλαβε ο προ μικρού σε νέο πολιτικό βίο ανακύψας νέος ελληνισμός. Η δε ένωσης αυτή υπήρξε το κυριότατο κατόρθωμα του Ιωάννη Βατάτζη αλλά όχι και το μόνο¨. Ο Ιωάννης Βατάτζης ο οποίος ανήκει στη χορεία των αγίων της εκκλησίας μας, υπήρξε ένας από τους αξιολογότερους αυτοκράτορες της Ρωμανίας. Ο Αλεξάντερ Βασίλιεφ κάνοντας ένα απολογισμό του έργου του, παραθέτει τα παρακάτω : ¨Ο Ιωάννης Βατάτζης υπήρξε πολύ ικανός και πολύ δραστήριος πολιτικός, και ήταν αυτός ο κύριος δημιουργός της αποκατασταθείσης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας¨. ….. ¨Η εξωτερική δράση του Βατάτζη υπήρξε εξαιρετικά σημαντική, διότι εξαλείφοντας βαθμιαίως όλους τους υποψηφίους αποκαταστάτας της αυτοκρατορίας τους άρχοντες δηλαδή της Θεσσαλονίκης, της Ηπείρου και της Βουλγαρίας απέκτησε υπό την εξουσία του τόση έκταση, όση ουσιαστικώς αρκούσε για την επανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο κύριος ρόλος της αποκαταστάσεως ανήκει στον Ιωάννη Βατάτζη και το 1261 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, απλώς, επωφελήθηκε από τα αποτελέσματα της επιμονής και της δραστηριότητας του καλύτερου αυτοκράτορα της Νίκαιας. Οι μετά τον Ιωάννη Βατάτζη γενεές τον θυμούνται ως  Πατέρα των Ελλήνων ¨.
Επί της εποχής του Ιωάννη Βατάτζη έγιναν κάποιες προσπάθειες ώστε να ομονοήσουν τα δύο ελληνικά κράτη. Επιστέγασμα των ενεργειών αυτών ήταν το συνοικέσιο της εγγονής του Ιωάννη Βατάτζη, Μαρίας με τον πρωτότοκο γιο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Άγγελο, Νικηφόρο, το 1249. Από την πλευρά της Ηπείρου πρωτοστάτης για την επίτευξη του συνοικεσίου και της ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο πλευρών, υπήρξε μία άλλη αγία μορφή της εκκλησίας μας, η σύζυγος του δεσπότη Μιχαήλ και μητέρα του Νικηφόρου, Θεοδώρα Πετραλ(ε)ίφα, για την οποία θα αναφερθούμε παρακάτω. Έτσι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δύο άγιες μορφές της Ορθοδοξίας, συνεργάζονται για το κοινό όφελος της Ρωμιοσύνης. Στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών γίνετε μνεία στο ήθος και στην υστεροφημία των δύο προαναφερθέντων αγίων, παραθέτοντας τα εξής : ¨Ο Ιωάννης Γ΄ κατέχει τιμητική θέση ανάμεσα στους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Επιπλέον υπήρξε, αντίθετα με τους αντιπάλους του της Ηπείρου, ένας τίμιος άνθρωπος, που ενέπνευσε αγάπη στους υπηκόους με αποτέλεσμα να τιμάται ως τοπικός άγιος στο Νυμφαίο, όπου πέθανε, και στη Μαγνησία, όπου τάφηκε. Το μόνο μέλος της ηγεμονικής οικογένειας της Ηπείρου, που λατρεύθηκε κατά τον ίδιο τρόπο, υπήρξε η βασίλισσα Θεοδώρα, σύζυγος του Μιχαήλ Β΄, που η μνήμη της τιμάται ακόμη και σήμερα στην Άρτα, και που ανάλωσε τη ζωή της στην προσπάθεια να συνεργασθούν όλοι οι Έλληνες για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης¨.
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΕΤΡΑΛ(Ε)ΙΦΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΒΑΤΑΤΖΗ.

Το επώνυμο Πετραλ(ε)ίφας συναντάται στις ιστορικές πηγές από τον 11o μέχρι τον 13o αιώνα. Αναφορικά με τον ιδρυτή της οικογενείας (στη Ρωμανία), Πέτρο Πετραλ(ε)ίφα, από την εγκυκλοπαίδεια Δομή διαβάζουμε τα παρακάτω : ¨Πρώτος της οικογένειας αυτής αναφέρεται ο Πέτρος ντ’ Άλφια, από τη γαλλική Νορμανδία, ο οποίος το 1081 ακολούθησε τον ηγεμόνα των Νορμανδών της κάτω Ιταλίας Ροβέρτο Γυισκάρδο στην εκστρατεία του στην Αλβανία, κατά τη διάρκεια της οποίας αυτομόλησε μαζί με άλλους προς τους Βυζαντινούς και αργότερα εγκαταστάθηκε στη Θράκη. Έτσι έγινε ο γενάρχης της οικογένειας που εξελληνίστηκε και που κατά παραφθορά του ονόματός του ονομάστηκε Πετραλ(ε)ίφας¨. Η Άννα Κομνηνή αναφερόμενη στην πολιορκία του Δυρραχίου από τους Νορμανδούς του Βοημούνδου, στις αρχές του 12ου αιώνα, χαρακτηρίζει τον Πέτρο Πετραλ(ε)ίφα περιβόητο πολεμιστή και έμπιστο του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Ενδεικτικά η σοφή πριγκίπισσα ιστορεί τα κατωτέρω : ¨Θέλοντας να σπείρει τη διχόνοια ανάμεσα στους κόμητες και στον Βοημούνδο (ο Αλέξιος Α΄) και να κλονίσει κάπως ή και να διαρρήξει τον μεταξύ τους συνασπισμό, στήνει το εξής τέχνασμα. Καλεί κοντά του τον σεβαστό Μαρίνο από τη Νεάπολη και μαζί τον Ρογέρη, έναν επιφανή Φράγκο, και τον Πέτρο Αλίφα, πολεμιστή περιβόητο, που είχε κρατήσει ακράδαντη την πίστη του προς τον αυτοκράτορα¨.
Περί της εγκαταστάσεως του Πέτρου Πετραλ(ε)ίφα στην Θράκη και πιο συγκεκριμένα στο Διδυμότειχο, ο Αθανάσιος Γουρίδης (πολιτικός μηχανικός και αρχαιολόγος, διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) παραθέτει τα εξής : ¨Από το Διδυμότειχο καταγόταν και οι Πετραλ(ε)ίφες, οικογένεια Νορμανδών, ορμώμενων από το Pierre d’ Aulps της γαλλικής Προβηγκίας ή από την ιταλική Alifa, παρά της Caserta. Ο ιδρυτής της, Πέτρος, εγκαταστάθηκε στο Διδυμότειχο γύρω στα 1108, όπου απέκτησε εκτεταμένες γαίες σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που είχε προσφέρει στον Αλέξιο Α΄ τον Κομνηνό, κυρίως κατά τις νικηφόρες μάχες εναντίον των Νορμανδών του Βοημούνδου στο Δυρράχιο¨. Σχετικά με την εγκαθίδρυση των Πετραλ(ε)ίφα στο Διδυμότειχο γίνετε μνεία και στο συναξάρι της Οσίας Θεοδώρας : ¨Η Αγία Θεοδώρα γεννήθηκε περί το έτος 1210 πιθανότατα στην Θεσσαλονίκη και υπήρξε γόνος της μεγάλης και αρχοντικής βυζαντινής οικογένειας Πετραλ(ε)ίφα (νορμανδικής καταγωγής), η οποία εγκατεστημένη αρχικά στο Διδυμότειχο προσέφερε πολλές και σημαντικές υπηρεσίες στην αυτοκρατορία και τιμήθηκε με υψηλά αξιώματα¨.
Όσον αφορά τον εξελληνισμό του ονόματος Πέτρος ντ’ Άλφια σε Πετραλ(ε)ίφας, παρενθετικά να αναφέρω ότι, καθ΄ όλη τη διάρκεια της ελληνικής ιστοριογραφίας από τα αρχαία χρόνια μέχρι και τα νεότερα ο εξελληνισμός των ξένων ονομάτων αποτελεί ένα συχνό φαινόμενο. Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών Κωνσταντίνος Χολέβας αναφέρει σχετικώς : ¨Διαβάζοντας τους Αρχαίους Έλληνες και τους Βυζαντινο-Ρωμηούς συγγραφείς θαυμάζουμε την επιμονή τους να εξελληνίζουν τα ξένα ονόματα. …… Οι Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι συνεχίζουν με πάθος και με αντίστοιχη ευρηματικότητα (αντίστοιχη με τους αρχαίους Έλληνες για τους οποίους αναφέρει παραπάνω αλλά για την οικονομία του χώρου δεν το παραθέτω), θα έλεγα και με μια ευτράπελη διάθεση, τον πλήρη εξελληνισμό των ονομάτων ξένων, πολιτικών ή στρατιωτικών. Η εμμονή αυτή δείχνει τον μεγάλο σεβασμό των Ελλήνων συγγραφέων στη γλώσσας μας καθ΄ όλη τη μακρόχρονη πορεία και διαχρονική συνέχεια του Ελληνισμού¨.
Επανερχόμενοι στην ιστορική διαδρομή της οικογενείας Πετραλ(ε)ίφα, από το υπέροχο πόνημα του Αθανασίου Γουρίδη ανασύρουμε τα παρακάτω : ¨Η οικογένεια παρουσιάζει μια συνεχή και ουσιαστική συμμετοχή στην ιστορία των μέσων και ύστερων χρόνων του Βυζαντίου. Ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει τέσσερις αδελφούς Πετραλ(ε)ίφα περί τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνό οι οποίοι «κατά το Διδυμότειχον την οίκησιν έχοντες», επέδειξαν μοναδική ανδρεία κατά την πολιορκία της Κέρκυρας στα 1149. Άλλα μέλη της οικογενείας, όπως ο Νικηφόρος, ο Αλέξιος ή ο Ιωάννης ξεχωρίζουν κατά το ταραγμένο δεύτερο μισό του 12ου  αιώνα. Στο τέλος του αιώνα αυτού ο Ιωάννης Πετραλ(ε)ίφας λαμβάνει τον τίτλο του σεβαστοκράτορα και τη διοίκηση της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Τότε τμήμα της οικογενείας εγκαθίσταται στα Σέρβια. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, στα 1204, η οικογένεια εγκαταλείπει το Διδυμότειχο και μοιράζει τις υπηρεσίες της ανάμεσα στις δυναστείες της Νίκαιας και της Ηπείρου¨.
Ο Ιωάννης Πετραλ(ε)ίφας ήταν ο πατέρας της Οσίας Θεοδώρας, κατά πάσα πιθανότητα ήταν αυτός ο οποίος : ¨Έδρασε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ισαάκιου Άγγελου, τον οποίο το 1195 ακολούθησε στην εκστρατεία του εναντίον των Βλαχοβουλγάρων. Στη διάρκεια της εκστρατείας εκείνης πήρε μέρος σε συνωμοσία, που κατέληξε στην ανατροπή του αυτοκράτορα και στην άνοδο στον θρόνο του Βυζαντίου του Αλέξιου Γ΄ Άγγελου¨. Ο Αντώνιος Μηλιαράκης αναφερόμενος στην οικογένεια της Οσίας Θεοδώρας γράφει τα εξής : ¨Ο πατήρ της Θεοδώρας Ιωάννης ήτο σεβαστοκράτωρ, άρχων Μακεδονίας και Θεσσαλίας και γυναικάδελφος του Θεοδώρου Αγγέλου. Είχε δε η Θεοδώρα και αφελφόν Θεόδωρον, έχοντα σύζυγον την θυγατέρα του Δημητρίου Τορνίκη του Κομνηνού¨. Από το συναξάρι της οσίας, αντλούμε για τον πατέρα της, τις παρακάτω πληροφορίες : ¨Ο δε Ιωάννης Πετραλ(ε)ίφας, ο πατήρ της μακαριωτάτης Αγίας Θεοδώρας, ήτο τότε νέος κατά την ηλικίαν και ανύπανδρος και εις τον οποίον ο βασιλεύς Αλέξιος (πιθανότατα ο Γ΄ Άγγελος και όχι ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός που αναφέρει το συναξάρι) έδωκεν ως νόμιμον σύζυγον μιαν ευγενεστάτην αρχοντοπούλα, θυγατέρα άρχοντος τινος του παλατιού του, διότι και ο πατήρ της Αγίας ήτο από γένος ευγενές και λαμπρόν. Έπειτα τον έκαμε και μέγα αυθέντην, ίνα εξουσιάζει όλην τη Θεσσαλονίκην και Μακεδονίαν¨.
Ο Θεόδωρος Πετραλ(ε)ίφας (ο αδελφός της οσίας) ήταν συγγενής και αξιωματούχος του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ B΄ Άγγελου. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ιωάννη Βατάτζη το 1251 στη Μακεδονία εναντίον του αποστάτη Μιχαήλ Β΄ (δεσπότη της Ηπείρου) ο βασιλιάς της Νίκαιας, ενώ ήταν σε δυσχερή θέση, δέχθηκε απρόσμενη βοήθεια από τον Θεόδωρο Πετραλ(ε)ίφα ο οποίος αυτομόλησε στο στρατόπεδο του Βατάτζη. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης ιστορεί τα παρακάτω : ¨Ενώ λοιπόν ο αυτοκράτορας βρισκόταν σ΄ αυτήν την (δυσχερή) κατάσταση, ήρθε απρόσμενα πρόσφυγας από την Καστορία ο Γλαβάς και στη συνέχεια ο Θεόδωρος Πετραλ(ε)ίφας, ο γαμπρός του Δημητρίου Τορνίκη του Κομνηνού, συνεργάτης στη διοίκηση του αυτοκράτορα Ιωάννη¨. Η πράξη αυτή του Θεόδωρου ήταν ευεργετική για τον Ιωάννη Βατάτζη, διότι ο στρατός του δοκιμαζόταν από την έλλειψη τροφίμων και τον βαρύ χειμώνα. Λίγο αργότερα η Καστοριά και η γύρω περιοχές προσχώρησαν στην επικράτεια της Νίκαιας.
Από τον Ακροπολίτη, μαθαίνουμε για το περιστατικό του θανάτου του Θεόδωρου Πετραλ(ε)ίφα, το οποίο έχει ως εξής. Πέντε χρόνια μετά την κοίμηση του Ιωάννη Βατάτζη, το 1259, ο στρατός της Νίκαιας με επικεφαλή τον στρατηγό Ιωάννη Παλαιολόγο, επιτέθηκε εναντίον του δεσπότη Μιχαήλ B΄ Άγγελου στη Μακεδονία. Ο Θεόδωρος Πετραλ(ε)ίφας εντωμεταξύ, είχε ενταχθεί και πάλι στο πλευρό του δεσπότη της Ηπείρου, με τον οποίο είχαν στρατοπεδεύσει στην Καστοριά. Εκεί σε κάποια στιγμή πανικού, λόγω της επίθεσης του στρατού της Νίκαιας, σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να διαφύγει. Ο ιστορικός της Νίκαιας αναφέρει σχετικώς : ¨Ο Θεόδωρος Πετραλ(ε)ίφας, μάλιστα, ο αδελφός της γυναίκας του αποστάτη Μιχαήλ, ανέβηκε χωρίς προφυλάξεις πάνω στο άλογο, και όταν συνάντησε ένα γκρεμό, έπεσε μαζί με το άλογο και σκοτώθηκαν και οι δύο¨.
Την ίδια εποχή που στο δεσποτάτο της Ηπείρου δρα ως αξιωματούχος ο Θεόδωρος Πετραλ(ε)ίφας (που προαναφέραμε) στο στρατό της Νίκαιας επί βασιλείας του Ιωάννη Βατάτζη, υπηρετεί επίσης ως αξιωματούχος ο Ιωάννης Πετραλ(ε)ίφας. Αυτός διακρίθηκε κυρίως στους πολέμους εναντίον των Λατίνων κατακτητών της Κωνσταντινούπολης. Ο ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης αναφέρει  : ¨Με τη φρούρηση της πόλης (της Τζουρουλού πόλη της Ανατολικής Θράκης) ήταν επιφορτισμένος ο Ιωάννης Πετραλ(ε)ίφας, που ο αυτοκράτορας Ιωάννης τον είχε τιμήσει με το αξίωμα του μεγάλου Χαρτουλαρίου, άνδρας γενναίος και έμπειρος στα πολεμικά από μικρό παιδί. …… Οι Λατίνοι λοιπόν κατέλαβαν την Τζουρουλού (το 1240) και οδήγησαν δέσμιους τους κατοίκους της μαζί με τον Πετραλ(ε)ίφα στην Κωνσταντινούπολη και τους επέστρεψαν, αφού έλαβαν λύτρα, πίσω στους δικούς τους¨. Το 1242 ο στρατός της Νίκαιας πέρασε στη Μακεδονία με σκοπό να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη η οποία ανήκε στο δεσποτάτο της Ηπείρου. Μεταξύ των αξιωματούχων, τους οποίους ο Ακροπολίτης τους αποκαλεί επιφανείς άνδρες,  ήταν και ο Ιωάννης Πετραλ(ε)ίφας.
Από την Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού – Μικρά Ασία, αντλούμε πληροφορίες για μία ακόμα προσωπικότητα του 13ου αιώνα, που φέρει το επίθετο (μαζί με άλλα) Πετραλ(ε)ίφας. Πρόκειται για τον Ιωάννη Κομνηνό Ραούλ Δούκα Άγγελο Πετραλ(ε)ίφα : ¨Ο μεγάλος αριθμός των επιθέτων που τον συνοδεύουν είναι ενδεικτικός των συγγενικών δεσμών που συνέδεαν τη μεγάλη και αριστοκρατική οικογένεια των Ραούλ, με άλλες επιφανείς βυζαντινές οικογένειες. Ο Ιωάννης Ραούλ γεννήθηκε στο πρώτο ήμισυ του 13ου αιώνα και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του πρωτοβεστιαρίου Αλεξίου Ραούλ. Είχε τρεις αδελφούς, τον Ισαάκιο, τον Μανουήλ και έναν τρίτο του οποίου το όνομα δεν διασώζεται, καθώς και μία αδελφή (το όνομα της οποίας επίσης δεν είναι γνωστό), η οποία είχε παντρευτεί τον Ανδρόνικο, μέλος της οικογένειας των Μουζαλώνων. Το 1261 νυμφεύθηκε τη Θεοδώρα Καντακουζηνή, χήρα του Γεωργίου Μουζάλωνος και κόρη του Ιωάννη Καντακουζηνού και της Ειρήνης Παλαιολογίνας, αδελφής του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, με την οποία απέκτησε κόρες, ο ακριβής αριθμός των οποίων δεν είναι γνωστός. Ανάμεσα σε αυτές συγκαταλέγονται, κατά πάσα πιθανότητα, η Ειρήνη Ραούλαινα Παλαιολογίνα και η Άννα Στρατηγοπουλίνα Κομνηνή Ραούλαινα¨. Και η περίπτωση του Ιωάννη Ραούλ καταδεικνύει την ¨ρωμιοποίηση¨ της οικογένειας Πετραλ(ε)ίφα, μέσω της σύναψης συγγενικών σχέσεων με ονομαστές οικογένειες της Ρωμανίας.

ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΤΗΣ ΆΡΤΑΣ

Όσον αφορά, τα σχετικά με το βίο της οσίας και τη συγγραφή – έκδοση των ακολουθιών της, ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας αναφέρει τα παρακάτω :  ¨Τον βίο της Οσίας ταύτης Μητρός ημών Θεοδώρας της βασιλίσσης της Ηπείρου συνέγραψεν ο Μοναχός Ιώβ ο Ιασίτης, ο Μέλος, σύγχρονος της Αγίας, όστις και την Ακολουθίαν αυτής εποίησεν. Επίσης ο Άρτης Σεραφείμ, ο Ξενόπουλος (1864-1894), εποίησε και Ακολουθίαν ψαλλομένην τη κ΄ (20η) Μαρτίου επί τη μνήμη της ανακομιδής των Λειψάνων της Αγίας, καθώς και Παρακλητικόν εις αυτήν Κανόνα. Η πρώτη Ακολουθία μετά του βίου εξεδόθησαν το πρώτον εν Βενετεία το 1772, το δεύτερον πάλιν εν Βενετεία το 1812 και το τρίτον εν Αθήναις το 1841. Αμφότεραι αι Ακολουθίαι μετά του βίου και του Παρακλητικού Κανόνος εξεδόθησαν εν Αθήναις το 1874¨. Για την ιστορική αξία του βίου της οσίας που συνέταξε ο μοναχός Ιώβ, ο Αντώνιος Μηλιαράκης γράφει τα εξής : ¨Περί των πρώτων χρόνων της δεσποτείας του Μιχαήλ Β΄ ουδέν ιστορούσιν οι ιστορικοί του Βυζαντίου. Μόνη ιστορική πηγή, και αυτή σκοτεινή και συγκεχυμένη κατά τε την χρονολογίαν και τα πρόσωπα, διαλαμβάνουσα περί της αρχής του πολιτικού και στρατιωτικού σταδίου του δεσπότου τούτου, είναι το συναξάριον της Οσίας Θεοδώρας, συζύγου αυτού, γραφέν υπό μοναχού ονόματι Ιώβ¨. Παρακάτω θα παραθέσουμε αποσπασματικά (για την οικονομία του χώρου) το βίο της οσίας, τον οποίο αντιγράφουμε από την ιστοσελίδα http://www.synaxarion.gr : ¨Η Αγία Θεοδώρα γεννήθηκε περί το έτος 1210 πιθανότατα στην Θεσσαλονίκη και υπήρξε γόνος της μεγάλης και αρχοντικής βυζαντινής οικογένειας Πετραλ(ε)ίφα (νορμανδικής καταγωγής), η οποία εγκατεστημένη αρχικά στο Διδυμότειχο προσέφερε πολλές και σημαντικές υπηρεσίες στην αυτοκρατορία και τιμήθηκε με υψηλά αξιώματα. Ο πατέρας της Ιωάννης είχε τον τίτλο του σεβαστοκράτορος και ήταν διοικητής Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Κοντά στους ευσεβείς και ενάρετους γονείς της ανατράφηκε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» αντλώντας από την ζωή τους το πρώτο φωτεινό παράδειγμα ενάρετης ζωής, παράδειγμα που θα χαραχθεί ανεξίτηλα και στην δική της ζωή. Ο πατέρας της πέθανε γρήγορα αφήνοντας τη Θεοδώρα σε μικρή ακόμα ηλικία, ορφανή. Την προστασία της οικογένειας ανέλαβε ο Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος (θειος της), ο οποίος την εποχή αυτή είχε καταλάβει την Θεσσαλονίκη και επέκτεινε το κράτος του μέχρι την Αδριανούπολη. Η Θεοδώρα έζησε και μεγάλωσε στα Σέρβια της Κοζάνης, μία σημαντική πόλη με στρατηγική θέση την εποχή αυτή. Ανατρέφεται μαζί με τα αδέλφια της από την ευσεβή μητέρα της Ελένη και μαθαίνει καλά για τον σκοπό της ζωής του ανθρώπου, που δεν είναι άλλος παρά η αγιότητα και η «κατά Θεόν ομοίωσις». Η πνευματική καλλιέργεια και ωριμότητα της νεαρής Θεοδώρας, καθώς επίσης και το κάλλος της εντυπωσιάζουν τον Μιχαήλ Β’, που στον δρόμο του για την Άρτα την συναντά στα Σέρβια, ενώ βρισκόταν υπό την προστασία του θείου της Θεοδώρου. Την ζητά αμέσως σε γάμο, ο οποίος και τελείται με κάθε μεγαλοπρέπεια και επισημότητα στα Σέρβια το έτος 1230. Με λαμπρή και μεγάλη συνοδεία, φτάνουν στην Άρτα, την πρωτεύουσα του κράτους της Ηπείρου, στην οποία ο Μιχαήλ Β΄ ανακηρύσσεται μετά από λίγο Δεσπότης.
Ο Μιχαήλ, ισχυρή προσωπικότητα, πνεύμα ανήσυχο και φιλόδοξο, αρχίζει να φροντίζει για την εδραίωση και εξάπλωση του κράτους του. Η νεαρά δούκισσα Θεοδώρα αναδεικνύεται πρώτη κυρία του Δεσποτάτου. Στην μεγάλη αυτή και ένδοξη θέση που ανέβηκε η Θεοδώρα, δεν παρασύρθηκε από την δόξα και το μεγαλείο του αξιώματός της, ούτε, παρά τη νεότητά της, τράπηκε σε υλιστικές απολαύσεις και τρυφηλή ζωή. Και όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος της Ιώβ μοναχός, τώρα πιο πολύ κατάλαβε ότι πρέπει να φροντίζει να ζει με πιο πολλή αρετή και σωφροσύνη, με ταπεινοφροσύνη και αγάπη, με αοργησία και συμπάθεια, με ελεημοσύνη και πραότητα και γενικά, ολόψυχα να δίδεται και να υπηρετεί τον Θεό και τούς ανθρώπους.
Λίγες ήταν οι ευτυχισμένες στιγμές του ζευγαριού. Ο μισόκαλος διάβολος φθονώντας την ευτυχία τους και την αρετή της Θεοδώρας και μην μπορώντας να υποτάξει την ίδια, ρίχνει τα φαρμακερά βέλη του εναντίων της με άλλον τρόπο: «θηλυμανίας τον άνδρα καταμαλάξας, πειρασμόν τη μακαρία εγείρει δεινώτατον». Ο Μιχαήλ παρασύρεται σε πορνεία και ακολασία από μια Αρτινή αρχόντισσα, την Γαγγρινή. Αυτή με την βοήθεια τού διαβόλου κατορθώνει να σκλαβώσει ψυχικά τον Μιχαήλ και να βάλει μίσος άσπονδο στην καρδιά του, εναντίων της καλής και Αγίας συζύγου του. Με την εντολή του προς όλους απαγορεύει κάθε βοήθεια και συμπαράσταση προς την Αγία και ορίζει αυστηρά να μην κάνουν λόγο γι’ αυτήν στα ανάκτορα, ουτέ το όνομά της καν να προφέρουν στα χείλη τους. Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές της ζωής της, φάνηκαν οι καρποί της αληθινής πνευματικής καλλιέργειας της Θεοδώρας. Όπως μέσα στην δόξα και την καλοπέραση του παλατιού δεν παρασύρθηκε και δεν αλλοιώθηκε, έτσι και τώρα μέσα στην φουρτουνιασμένη συζυγική ζωή η Θεοδώρα δεν κάμφθηκε και δεν λιποψύχησε, αλλά φάνηκε πιο πολύ ο αδαμάντινος χαρακτήρας της και η ακεραιότητα της πίστεώς της.
Στην αυθαιρεσία του άνδρα της αντέταξε την υπομονή και το ταπεινό της φρόνημα. Παρά τις συκοφαντίες και τον διωγμό της από τα ανάκτορα, λαμπρύνθηκε με την σιωπή και την εκούσια μόνωσή της. Χωρίς καμιά ανθρώπινη βοήθεια, οπλισμένη όμως με την ακαταίσχυντη ελπίδα στον Θεό, εγκαταλείπει – έγκυος ήδη – τα ανάκτορα. Πέντε χρόνια μαζί με τον πρωτότοκο υιό της, το Νικηφόρο, που γεννήθηκε στην εξορία, ταλαιπωρείται στο κρύο και στην ζέστη, στην πείνα και τη δίψα, στην εγκατάλειψη και την μοναξιά. Άγνωστη, πικραμένη και κακοντυμένη περνούσε λόφους και γκρεμούς αποφεύγοντας την μανία του άνδρα της. Στην μεγάλη αυτή δοκιμασία βρίσκει λίγη παρηγοριά κοντά στον ιερέα της Πρένιστας. Μία μέρα που μάζευε λάχανα, για να φάει αυτή και το μικρό της παιδί, την συναντά ο ιερέας και μετά από επίμονη προσπάθεια να μάθει ποιά είναι, η Θεοδώρα του φανερώνεται. Έτσι για λίγο διάστημα βρίσκει προστασία στο σπίτι του καλού αυτού ιερέως. Η αλήθεια όμως και η αρετή όσο και αν σπιλώνονται, όσο και αν παραθεωρούνται, δεν αργούν να φανούν. Οι ευγενείς άρχοντες της Άρτας αγανακτισμένοι από την έκλυτη ζωή του Δούκα Μιχαήλ και την αλαζονεία της πόρνης Γαγγρινής αντιδρούν δυναμικά: διώχνουν την Γαγγρινή από τα ανάκτορα και απαιτούν από τον βασιλέα να αλλάξει ζωή. Ο Μιχαήλ συγκλονίζεται, «έρχεται εις εαυτόν» και αμέσως στέλνει έμπιστους ανθρώπους να βρουν και να φέρουν πίσω την Θεοδώρα.
Πράγματι με πολλή μετάνοια και αγάπη, με επισημότητα και λαμπρότητα υποδέχεται τη νόμιμη και μόνη κυρία και βασίλισσα στα ανάκτορα και στη ζωή του. Δεύτερος σημαντικός στόχος της Αγίας ήταν η ειρήνη μεταξύ των Ελληνικών κρατών της εποχής (Φραγκοκρατία) και η συνεργασία τους – πέρα από τις ατομικές φιλοδοξίες των ηγεμόνων και την κοντόφθαλμη πολιτική τους – για την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως και την ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων. Το επιχείρημα αυτό στάθηκε δύσκολο, αν λάβουμε υπ’ όψιν, ότι τα δύο σημαντικά κράτη, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η αυτοκρατορία της Νίκαιας, βρίσκονταν πάντοτε σε αντιζηλία, εχθρότητα, προστριβές και πόλεμο μεταξύ τους. (Για τις προσπάθειες της Αγίας να ειρηνεύσουν τα δύο κράτη θα αναφερθούμε παρακάτω)Μετά από σαράντα περίπου χρόνια έγγαμου βίου, ο Δεσπότης Μιχαήλ Β΄, «καλώς και θεοφιλώς βιώσας», κοιμήθηκε εν Κυρίω. Η Θεοδώρα αμέσως έτρεξε στο μοναστήρι. Δέκα περίπου χρόνια ζει ως μοναχή στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου (σημερινή μονή Αγίας Θεοδώρας). Η ζωή της ασκητική και το πολίτευμά της αγγελικό. Για το διάστημα αυτό του βίου της γράφει ο βιογράφος της, ότι ζούσε σηκώνοντας το βάρος των πόνων και της ασκήσεως, αυξάνοντας τους καρπούς των αρετών της, παραμένοντας νύχτα και ημέρα στην αδιάλειπτη νοερά προσευχή και συνομιλία με τον Θεό με ψαλμούς και ύμνους, εξαγνίζοντας το σώμα της με νηστεία και υπηρετώντας με προθυμία τις αδελφές μοναχές. Ήταν ο προστάτης των αδικουμένων και το στήριγμα των χηρών και ορφανών, βοηθούσε τους πτωχούς, παρηγορούσε τους θλιβομένους. Φροντίζει για την ανέγερση νέων ναών και μοναστηριών και ενδιαφέρεται για την ζωή των μοναχών. Έχει μεγάλη ευλάβεια στους Οσίους ασκητές της περιοχής προς τους οποίους τρέφει ιδιαίτερη τιμή, όπως φανερώνεται στον βίο του Αγίου Ανδρέου του Ερημίτου († 15 Μαΐου).
Έφθασε όμως και για την Αγία Θεοδώρα το τέλος της επίγειας ζωής και η αρχή της απολαύσεως της άνω ζωής. Στην Οσία αποκαλύπτεται η ημέρα του θανάτου της, όπως συμβαίνει σε πολλούς Αγίους. Θερμά παρακαλεί την Κυρία Θεοτόκο και τον μεγαλομάρτυρα Άγιο Γεώργιο να μεσιτεύουν προς τον Κύριο να της δοθεί παράταση ζωής έξι μηνών «προς την του ναού τελείαν απάρτισιν». Έτσι κι έγινε. Και όταν έφθασε πλέον η ώρα να παραδώσει την Αγία της ψυχή στον Κύριο, συγκεντρώνει τις αδελφές μοναχές. Για τελευταία φορά τις συμβουλεύει με αγάπη και τις καθοδηγεί πως να ζουν και να αγωνίζονται εν Αγίω Πνεύματι, αυτή που ήταν το ζωντανό παράδειγμα μιας άλλης βιοτής. Προσεύχεται για την σωτηρία τους και δίνοντας τις τελευταίες εντολές της «χαίρουσα, το πνεύμα εις χείρας Θεού παρέθετο» σε ηλικία περίπου 70 ετών. Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τον χρόνο του θανάτου της Αγίας, τοποθετείται όμως στο χρονικό διάστημα από το 1281 – 1285 μ.Χ. Το άγιο και χαριτόβρυτο σώμα της ενταφιάστηκε στο νάρθηκα του καθολικού της μονής της, όπου μέχρι σήμερα βρίσκεται σε ευλογία όλων των πιστών ο σεπτός της τάφος¨.

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΕΙΡΗΝΕΥΣΟΥΝ ΤΑ ΔΥΟ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΡΑΤΗ

Η συμβολή της οσίας στα ιστορικά γεγονότα του 13ου αιώνα, συνίσταται στο γεγονός ότι, προσπάθησε να ειρηνεύσουν τα δύο ισχυρά ελληνικά κράτη της εποχής, το βασίλειο της Νίκαιας και το δεσποτάτο της Ηπείρου. Το 1249 υπήρξε μια πρώτη σοβαρή προσέγγιση μεταξύ των δύο κρατών, η οποία επιστεγάστηκε με το συνοικέσιο της εγγονής του Βατάτζη, Μαρίας και του Νικηφόρου, πρωτότοκου υιού του Μιχαήλ Β΄ και της Θεοδώρας.
Ας δούμε πως περιγράφουν το γεγονός του συνοικεσίου δύο ιστορικοί της Ρωμανίας, ο Γεώργιος Ακροπολίτης και ο Νικηφόρος Γρηγοράς : ¨Ο αυτοκράτορας Ιωάννης είχε κάνει συμφωνία με το δεσπότη Μιχαήλ και συγγένεψε μαζί του, γιατί αρραβώνιασε τον Νικηφόρο, τον γιό του Μιχαήλ, με τη Μαρία, την κόρη του γιού του, του βασιλιά Θεοδώρου. Η Θεοδώρα, μάλιστα, η γυναίκα του Μιχαήλ, πήρε τον γιο της, Νικηφόρο, και αφού πέρασε στην Ανατολή, συναντήθηκε με τον αυτοκράτορα που βρισκόταν στις Πηγές, και έγινε το συνοικέσιο των παιδιών τους. Η Θεοδώρα τότε και ο γιος της, αφού τους περιποιήθηκε ο αυτοκράτορας, γύρισαν στην πατρίδα τους κοντά στον σύζυγο της Μιχαήλ¨.
¨Αλλά προς το παρόν έστειλε πρέσβεις (ο Μιχαήλ Β΄) στο βασιλέα Ιωάννη (Βατάτζη), ζητώντας ως νύφη, για το γιό του Νικηφόρο, την κόρη του γιού του βασιλέα Θεοδώρου Λάσκαρη, Μαρία και κατόρθωσε το ζητούμενο. Έγιναν, λοιπόν, τότε αρραβώνες και συμφωνίες, αφού ακολούθησε τον Νικηφόρο στην Ανατολή και η μητέρα του, Θεοδώρα, με σκοπό να επισκεφθεί τη μνηστευόμενη νύφη και να βεβαιώσει τις συμφωνίες που έγιναν. Και αφού τελείωσαν αυτά, επέστρεψε στην πατρίδα της με το γιό της Νικηφόρο, η Θεοδώρα, η σύζυγος του Μιχαήλ, αφήνοντας εκεί στο σπίτι της τη νύφη και λαμβάνοντας εγγυήσεις από τους βασιλείς και κηδεμόνες ότι τον επόμενο χρόνο θα τελούνταν οι γάμοι¨. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς σε αντίθεση με τον Ακροπολίτη αναφέρει ότι τις πρεσβείες για την επίτευξη του συνοικεσίου, τις έστειλε πρώτος ο δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ και ότι συμφωνήθηκε να τελεστεί ο γάμος τον επόμενο χρόνο.
Ο Αντώνιος Μηλιαράκης μνημονεύοντας το προαναφερθέν συνοικέσιο, αναφέρει για τις βλέψεις του Δεσπότη της Ηπείρου τα εξής : ¨Ο Μιχαήλ Β΄ διά των σχέσεων τούτων (του συνοικεσίου δηλ.) ήθελε μάλλον να αποκρύπτει τους αληθείς αυτού σκοπούς, υποκρινόμενος φαινομενικήν τινα υποτέλειαν, ην πράγματι ουδόλως απεδέχετο, άρχων ήδη κράτους μείζονος του της Νικαίας, διά τούτο μετ΄ ολίγον ενθαρρυνόμενος εκ της αδυναμίας των εν Βυζαντίο Φράγκων ανεκήρυξεν εαυτόν αυτόνομον, και έθετο εν νω παράτολμον σχέδιον εκ νεανικής ορμής να κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη, και αναγορευθεί εν αυτή βασιλεύς Ρωμαίων¨. Εν αντιθέσει με τον Δεσπότη της Ηπείρου, η σύζυγος του Θεοδώρα, η οποία έλαβε μέρος προσωπικά στην πραγματοποίηση του συνοικεσίου, εργάστηκε έτσι ώστε να επέλθει ειρήνη σε ανατολή και δύση. Χαρακτηριστικά ο Άγγλος ιστορικός Γουίλιαμ Μίλλερ στο κλασικό έργο του ¨Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα¨ (το οποίο αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή για την ιστορία της Φραγκοκρατίας στην πατρίδα μας) αναφέρει : ¨Αλλά η Θεοδώρα που ένωνε τις πιο ασυμβίβαστες ιδιότητες, του αγίου και του διπλωμάτη, πρόθυμα ανέλαβε αποστολή για να πετύχει ένα συνοικέσιο μεταξύ του γιου της Νικηφόρου και της εγγονής του Έλληνα Αυτοκράτορα Βατάτζη. Ο Αυτοκράτορας το αποδέχτηκε κι΄ αυτό έδειξε πως παγιώνονταν, οριστικά, η ειρήνη μεταξύ Νίκαιας και Ηπείρου. Πραγματικά τούτο φάνηκε όταν ο Αυτοκράτορας της (Γερμανίας) Φρειδερίκος Β΄ έγραψε στο Δεσπότη (της Ηπείρου), στα 1250, παρακαλώντας τον να αφήσει ελεύθερο το πέρασμα από την Ήπειρο, στα στρατεύματα που του έστελνε ο γαμπρός του Βατάτζης για να τον ενισχύσει στον αγώνα του εναντίον του πάπα Ιννοκέντιου IV¨.
Ο Γεώργιος Ακροπολίτης φύση και θέση δυσμενώς διακείμενος απέναντι στο δεσπότη της Ηπείρου, σχολιάζει την στάση του, χρησιμοποιώντας και δύο παροιμίες τις οποίες αναφέρουμε και σήμερα : ¨Όμως η παροιμία που λέει ότι το στραβόξυλο ποτέ δεν ισιώνει και ότι ο αράπης δεν ασπρίζει, επαληθεύτηκε στην περίπτωση του Μιχαήλ, αφού αποστάτησε εναντίον του αυτοκράτορα, έχοντας σαν σύμβουλό του σε αυτό το σχέδιο τον θείο του, Θεόδωρο Άγγελο¨. Ο Ιωάννης Βατάτζης πληροφορούμενος για την αποστασία του Μιχαήλ Β΄ (1251), ετοίμασε τα στρατεύματά του και επετέθη στο δεσποτάτο της Ηπείρου (1252). Ο στρατός της Νίκαιας με την καθοριστική βοήθειά του Θεόδωρου Πετραλ(ε)ίφα αλλά και άλλων αρχόντων της δυτικής Ελλάδος (όπως προαναφέραμε), ανάγκασε το δεσπότη Μιχαήλ να έρθει σε διαπραγματεύσεις. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης ο οποίος έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις, ιστορεί τα παρακάτω : ¨Ξεκινήσαμε λοιπόν να συναντήσουμε τον Μιχαήλ και αφού τον συναντήσαμε στη Λάρισα, ρυθμίσαμε τα σχετικά με τη συνθήκη. Αφού πήραμε σαν όμηρο το γιό του Μιχαήλ, Νικηφόρο που ο αυτοκράτορας τον είχε τιμήσει με το αξίωμα του δεσπότη εξαιτίας της εγγονής του, καθώς και τον θείο του Μιχαήλ, Θεόδωρο Άγγελο δεσμώτη, επιστρέψαμε κοντά στον αυτοκράτορα που ήταν στρατοπεδευμένος στα Βοδηνά¨.
Τελικά ο γάμος των δύο παιδιών (Νικηφόρου και Μαρίας) τελέστηκε το 1256 δύο χρόνια μετά την κοίμηση του Ιωάννη Βατάτζη (1254), όταν αυτοκράτορας στη Νίκαια ήταν ο υιός του και πατέρας της νύφης, Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης.  Πριν όμως γίνει ο γάμος είχαμε άλλη μία αποστασία του Μιχαήλ και άλλη μια προσπάθεια της οσίας Θεοδώρας ώστε να επιτευχθεί η ειρήνευση. Μετά την κοίμηση του Ιωάννη Βατάτζη οι Βούλγαροι και ο δεσπότης της Ηπείρου προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την (όπως πίστευαν) διοικητική απειρία του Θεοδώρου Β΄ Λάσκαρη. Αθέτησαν τις συμφωνίες που είχαν συνάψει με την αυτοκρατορία της Νίκαιας και έκαναν επιδρομές στις επαρχίες της. Ο βασιλιάς Θεόδωρος όμως δεν αποδείχθηκε να υστερεί καθόλου ως προς τα ηγετικά του προσόντα, κινήθηκε άμεσα με τα στρατεύματά του και ανάγκασε τους Βούλγαρους και το δεσπότη Μιχαήλ να ανανεώσουν τις προηγούμενες συνθήκες. Η βασίλισσα Θεοδώρα και πάλι ανέλαβε το ρόλο του διαμεσολαβητή. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς αναφέρει σχετικώς : ¨Και για να μη μακρηγορούμε, μόλις ο ήλιος βρέθηκε στη φθινοπωρινή τροχιά, πήρε ο βασιλιάς (Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης) τα ρωμαϊκά στρατεύματα και κατευθύνθηκε προς τη Θεσσαλία. Αλλά δεν είχε προλάβει καλά καλά η Μακεδονία να υποδεχτεί τα βασιλικά στρατεύματα, και έφτασε σ΄ αυτόν η Θεοδώρα, η γυναίκα του αποστάτη Μιχαήλ, για να τελέσει τους γάμους του γιου της, Νικηφόρου, με τη θυγατέρα του βασιλέα, Μαρία, και για να επιστρέψει όσα μέρη της επικράτειας των Ρωμαίων είχε κυριεύσει ο άντρας της στις εξορμήσεις του. Πράγματι έτσι έγινε, και η Θεοδώρα αναχώρησε ήδη προς τον άντρα της, Μιχαήλ, παίρνοντας μαζί της και τη Μαρία, νύφη της από το γιο της¨. Ο Ακροπολίτης αναφερόμενος στο συγκεκριμένο γεγονός ιστορεί ότι : ¨Αφού έφθασε, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη ο αυτοκράτορας, έκανε τους γάμους της κόρης του Μαρίας με το γιο του δεσπότη Μιχαήλ, Νικηφόρο, τον οποίο τίμησε και με το αξίωμα του δεσπότη¨. Σχετικά με το γεγονός του γάμου, ο Αντώνιος Μηλιαράκης συνοψίζοντας τις πληροφορίες που παρέχουν ο Ακροπολίτης, ο Γρηγοράς και ο Ανώνυμος (χρονικογράφος της εποχής του οποίου το όνομα δε διασώθηκε), αναφέρει τα εξής : Μετά την προς τους Βουλγάρους συνθηκολόγησιν ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης ανεχώρησεν εκ Ρηγίνας εις Θεσσαλονίκην, διότι έμαθεν ότι ήρχετο εις συνάντησιν του η Θεοδώρα, σύζυγος του δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄, μετά του υιού της Νικηφόρου, ίνα τελέσει τους γάμους αυτού μετά της θυγατρός του Θεοδώρου Β΄ Λασκάρεως Μαρίας, ων η μνηστεία ετελέσθη προ εξ ετών. Συνηντήθησαν δε η τε Θεοδώρα και ο βασιλεύς περί το Βολερόν, εν τη χώρα του Λεντζά, όπου εώρτασαν και την ύψωση του Τιμίου Σταυρού «14 Σεπτεμβρ. 1257» (με βάση την υποσημείωση που παραθέτει ο Μηλιαράκης, πιθανώς ο εορτασμός έγινε στον ναό της Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερών). Μετά τριήμερον δε διαμονήν ενταύθα εξηκολούθησαν την πορείαν εις Θεσσαλονίκην. Εν Θεσσαλονίκη ο τε Θεόδωρος Β΄ και η Θεοδώρα ετέλεσαν τους γάμους του Νικηφόρου και της Μαρίας, ευλογήσαντος τούτους του πατριάρχου Αρσενίου, επί τούτω εις Θεσσαλονίκην επιδημήσαντος¨.
Παρά τις συνεχείς συνθήκες και τις προσπάθειες της οσίας Θεοδώρας για την ειρήνευση των δύο κρατών, αυτή δεν επετεύχθη ποτέ. Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης εκμεταλλευόμενος τη θέση ισχύος που κατείχε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κατόρθωσε να αποσπάσει από το κράτος της Ηπείρου, διά μέσω της συνθήκης που αναγκάσθηκε να υπογράψει ο Μιχαήλ Β΄, τα Σέρβια και το Δυρράχιο. Ο Μιχαήλ Β΄ μη ανεχόμενος τους όρους της συνθήκης που υπέγραψε, τους αθέτησε άμεσα και επιτέθηκε στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου που υπαγόταν στη Νίκαια, έχοντας ως συμμάχους τους Σέρβους.
Όσον αφορά το γάμο Νικηφόρου και Μαρίας, αυτός δεν κράτησε για πολύ, διότι η Μαρία πέθανε την εποχή κατά την οποία επαναστάτησε ο Μιχαήλ Β΄. Ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι : ¨Η Μαρία πέθανε τον καιρό της ανταρσίας, ενώ άλλοι λένε ότι πέθανε επειδή τη χτύπησε πολλές φορές ο άντρας της, Νικηφόρος, και άλλοι από αρρώστια¨. Ο Νικηφόρος ήταν γραπτό να νυμφευτεί και πάλι με πριγκίπισσα από την αυτοκρατορία της Νίκαιας (που εντωμεταξύ το 1261 είχε απελευθερώσει την Κωνσταντινούπολη). Τα γεγονότα έχουν ως εξής : Επί της βασιλείας του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1258-1282) τα δύο κράτη συνεπλάκησαν σε μάχες από το 1259 έως το 1264. Σχετικά με την ήττα του δεσποτάτου της Ηπείρου το 1264, ο Γκιόργκ Οστρογκόρσκι παραθέτει τα παρακάτω : ¨ο αδελφός του αυτοκράτορα (Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου) ο δεσπότης Ιωάννης Παλαιολόγος, κέρδισε το καλοκαίρι του 1264 μια σημαντική νίκη και ανάγκασε το δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ να δεχθεί την ειρήνη και να αναγνωρίσει την επικυριαρχία του αυτοκράτορα. Ο γιος του Μιχαήλ Β΄, ο δεσπότης Νικηφόρος Α΄ που ήταν προηγουμένως παντρεμένος με την κόρη του Θεοδώρου Β΄ Λάσκαρη, έλαβε τώρα ως σύζυγο μια ανιψιά του Μιχαήλ Η΄¨. Στο γεγονός του δεύτερου συνοικεσίου μεταξύ των δύο κρατών, κάνει μνεία και ο Νικηφόρος Γρηγοράς : ¨Και πάνω σ΄ αυτά, ο Αιτωλός Μιχαήλ, ο δεσπότης, ζήτησε και πήρε νύφη για το γιο του, το δεσπότη Νικηφόρο, που ήταν χήρος, την ανιψιά του βασιλιά, Άννα. Και το συνοικέσιο αυτό ήταν εγγύηση για τις συνθήκες μεταξύ τους¨.
Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της οσίας Θεοδώρας τα δύο κράτη δεν μπόρεσαν ποτέ να ενωθούν ειρηνικά. Όσον αφορά το δεσποτάτο της Ηπείρου ενημερωτικά να αναφέρουμε ότι, στα μέσα της δεκαετίας του 1330 ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος το ενσωμάτωσε στην επικράτεια της Ρωμανίας. Ακολούθως οι Σέρβοι, εκμεταλλευόμενοι τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού, κατέλαβαν την Ήπειρο. Το 1356 ο Νικηφόρος Β΄ (δεσπότης Ηπείρου) την ανακατέλαβε προσθέτοντας στην επικράτειά του και τη Θεσσαλία. Το 1359 το δεσποτάτο ενσωματώθηκε και πάλι στην αυτοκρατορία. Στις επόμενες δεκαετίες η παρηκμασμένη Ρωμανία έχανε ένα προς ένα τα εδάφη της, έτσι και η Ήπειρος κατακτήθηκε από τις ιταλικές οικογένειες Μπουοντελμόντι και Τόκκων, και στη συνέχεια από τους Οθωμανούς.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Λαμβάνοντας υπόψη, τα παρατιθέμενα στοιχεία του παρόντος κειμένου καθώς βεβαίως και άλλες πηγές, που αναφέρονται στα ιστορικά γεγονότα του 13ου αιώνα, γίνεται ευκόλως αντιληπτό ότι, ο Άγιος Αυτοκράτορας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης και η Οσία βασίλισσα Θεοδώρα, δικαιωματικά ανήκουν στις εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής αυτής. Μιας δύσκολης εποχής, η οποία σημαδεύτηκε από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από του Φράγκους, και θεωρείται ως μία από τις κρισιμότερες (αν όχι η κρισιμότερη) της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διερεύνηση των καταστάσεων και των γεγονότων που συνδέουν και συσχετίζουν τα δύο πρόσωπα. Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τα κοινά σημεία που προκύπτουν από τους βίους, τους χαρακτήρες και τις πράξεις των δύο αγίων :
α.    Πρώτο και κυριότερο κοινό τους σημείο, είναι ότι ανήκουν στη χορεία των αγίων της ορθοδόξου εκκλησίας μας. Και οι δύο κατάφεραν κάτι πολύ δύσκολο, να κερδίσουν την αγιοσύνη, όντες κάτοχοι εξουσίας και πλούτου. Αντιμετώπισαν με υπομονή τις πρόσκαιρες δυσκολίες που προέκυψαν στη ζωή τους, και αναδείχθηκαν ελεήμονες, προσφέροντας ολόψυχα την αγάπη τους στο λαό που κυβέρνησαν.
β.    Υπήρξαν κτήτορες, δωρητές και αναστηλωτές πολλών ναών και μοναστηριών. Ενδεικτικά αναφέρουμε για το Άγιο Ιωάννη Βατάτζη ότι : ¨ Έχτισε Ναούς και βοήθησε αποφασιστικά τα Μοναστήρια όχι μόνο της Μικράς Ασίας, αλλά και τα μοναστήρια του Σινά, της Αντιόχειας, Αλεξάνδρειας και της Κύπρου. Δεν μπορούσε βέβαια να αγνοήσει το περιβόλι της Παναγίας, στην Ιερά Μονή Χελανδαρίου έκανε δωρεά δύο  σταυρούς με Τίμιο Ξύλο. Στη περιοχή της Μικράς Ασίας, στη Μαγνησία ο Ιωάννης Βατάτζης κατασκεύασε ναό και τον ονόμασε Σώσανδρα, αφιερωμένο στην Παναγία, επίσης στη Νίκαια ανέγειρε ναό στη μνήμη του Μεγάλου Αντωνίου¨. Η Οσία Θεοδώρα : ¨Προς τούτοις συνεβούλευσε τον βασιλέα (σύζυγό της) και έκτισε δύο ωραιοτάτους και πανσέπτους Ναούς, της Παναγίας Παντανάσσης και της Παναγίας εν τη Οδώ της Βρύσεως, κτίσασα εκ θεμελίων και η ιδία Αγία Θεοδώρα Ναόν εις το όνομα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, όπου έγινε και γυναικείο Μοναστήριον¨.
γ.    Η οικογενειακή καταγωγή τους έλκει από το Διδυμότειχο, όπως προαναφέραμε οι πρόγονοι της Οσίας Θεοδώρας, εγκαταστάθηκαν στην παραπάνω καστροπολιτεία της Θράκης, όπου στις αρχές του 12ου αιώνα : ¨εξελίχθηκε σε ένα οχυρό πολύ σημαντικό για την περιοχή μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Αδριανούπολης¨. Όπως πολλές Λατινικές οικογένειες, έτσι και η οικογένεια Πετραλ(ε)ίφα διαμένοντας στο Διδυμότειχο, αφομοιώθηκε διά μέσου της Ορθοδοξίας και του Ελληνικού πολιτισμού. Από το Διδυμότειχο βεβαίως κατάγεται και ο άγιος Ιωάννης Βατάτζης, γεγονός που μαρτυρούν οι ιστορικές πηγές : ¨και τότε ο αυτοκράτορας (Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης) έκανε γαμπρό του τον Ιωάννη Δούκα, που τον αποκαλούσαν Βατάτζη. Αυτός καταγόταν από το Διδυμότειχο και έφερε το αξίωμα του πρωτοβεστιαρίτη¨. ¨Η οικογένεια Βατάτζη ήτο θρακική, γενέτειρα είχε την Αδριανούπολιν και το Διδυμότειχον¨.
δ.    Διά μέσω του συνοικεσίου του υιού της Θεοδώρας, Νικηφόρου και της εγγονής του Βατάτζη, Μαρίας, στο οποίο αναφερθήκαμε εκτενώς, οι δύο άγιοι συνδέθηκαν με μια εξ αγχιστείας συγγένεια. Απώτατος σκοπός αυτού του συνοικεσίου ήταν η επίτευξη ειρήνης μεταξύ των δύο ελληνικών κρατών που τόσο επιθυμούσαν.
ε.    Και οι δύο όπως προαναφέραμε προσπάθησαν να επιφέρουν ειρήνη ανάμεσα στα δύο ελληνικά κράτη (Νίκαια – Ήπειρος). Ο Ιωάννης Βατάτζης βέβαια, ως έχων τον τίτλο του αυτοκράτορα των Ρωμαίων, αποσκοπούσε στην ένωση των δύο κρατών, κάτω από το δικό του σκήπτρο. Όταν όμως κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη το 1244 και το 1246 και όταν νίκησε τα στρατεύματα της Ηπείρου το 1252, δεν έδειξε καμιά μνησικακία προς τους δεσπότες της Ηπείρου και της Θεσσαλονίκης, τους οποίους άφησε να κατέχουν τον τίτλο του δεσπότη δίχως να χρησιμοποιούν τα αυτοκρατορικά διάσημα. Επίσης και η οσία Θεοδώρα, πάντοτε ήταν παρούσα στις προσπάθειες σύναψης ειρήνης, λαμβάνοντας μέρος η ίδια και προσπαθώντας διά μέσω του προαναφερθέντος συνοικεσίου να ευοδωθούν.
στ.    Λαμβάνοντας υπόψη τη φράση του Γουίλιαμ Μίλλερ που παραθέσαμε ανωτέρω ότι : ¨η Θεοδώρα ένωνε τις πιο ασυμβίβαστες ιδιότητες, του αγίου και του διπλωμάτη¨, βρίσκουμε ακόμη ένα κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ των δύο αγίων, διότι οι ιδιότητες του αγίου και του διπλωμάτη χαρακτηρίζουν και τον Ιωάννη Βατάτζη. Ενδεικτικά αναφέρουμε : ¨Ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης φάνηκε πιο ικανός και είχε μεγαλύτερες επιτυχίες ως πολιτικός και διπλωμάτης από τον πεθερό του και μπορεί να θεωρηθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους βυζαντινούς αυτοκράτορες¨.
Ο λόγος που προσπαθήσαμε να αναδείξουμε τα κοινά σημεία του ¨πατέρα των Ελλήνων¨ Αγίου Ιωάννη Βατάτζη του ελεήμονα και της ¨ειρηνοποιού¨ οσίας Θεοδώρας βασίλισσας της Άρτας (και της υπομονής), είναι διότι πιστεύουμε πως υπήρξαν για τη ρωμιοσύνη του 13ου αιώνα, δύο φωτεινότατοι φάροι σε ανατολή και δύση. Ως άγιοι βέβαια, εξακολουθούν να λάμπουν διαχρονικά και να καθοδηγούν με το παράδειγμα του βίου τους όλους εμάς στο δρόμο του Θεού. Πιστεύουμε ότι οι δύο Μητροπόλεις (Διδυμοτείχου Ορεστιάδος και Σουφλίου) και (Άρτης) μπορούν μέσω μιας κοινής εκδήλωσης – εορτασμού, να αναδείξουν τους δύο αγίους, προβάλλοντας το βίο και τα επιτεύγματα τους. Η δύο άγιοι έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν σε μια εποχή εντονότατης κρίσης, αρά ειδικά στη σημερινή εποχή είναι επίκαιροι όσο ποτέ άλλοτε.

Ο μακαριστός π. Ιάκωβος Βαλοδήμος.Μια αγιασμένη ιερατική μορφή,φωτισμένος πνευματικός οδηγός  στην περιοχή του Ζαγορίου και των Ιωαννίνων

π. ΙΑΚΩΒΟΣ ΒΑΛΟΔΗΜΟΣ

ΜΙΑ ΑΓΙΑΣΜΕΝΗ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΔΙΝΟ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

Ο π. Ιάκωβος γεννήθηκε το 1870 στην πονεμένη και αλύτρωτη  Βόρειο  Ήπειρο, στο χωριό Βοδίνο του Αργυροκάστρου. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος Μπαλοδήμος. Οι γονείς του, άνθρωποι ευσεβείς και φτωχοί, τον μεγάλωσαν με φόβο θεού χωρίς να μπορέσουν όμως να του προσφέρουν κοσμική μόρφωση.

Σε ηλικία 15 ετών μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου εργάσθηκε ως μικροπωλητής. Εκεί γνώρισε το θέλημα του Θεού από  τον Κωνσταντίνο Καλλίνικο, έναν  υπέροχο κήρυκα του ευαγγελίου, στα κηρύγματα του οποίου βρήκε ότι ποθούσε η άδολη ψυχή του. Στη ζωή του τον βοήθησε ένας έμπειρος πνευματικός, ο οποίος τον συνέδεσε με άλλους έξι εργατικούς νέους που ασκούσαν ο καθένας  το επάγγελμά του αλλά ζούσαν μαζί κοινοβιακώς και αγωνίζονταν για τον πνευματικό τους καταρτισμό, με νηστείες, ακολουθίες και προσευχές.

Στη νεανική του ηλικία  ταλαιπωρήθηκε από  έντονο και συνεχή πονόδοντο. Ένας γνωστός του καταστηματάρχης του συνέστησε να προσευχηθεί  στον άγιο Αντύπα. Βρήκε την εικόνα του  την κρέμασε στο προσκέφαλο και έκανε την προσευχή του. σε λίγες μέρες το θαύμα έγινε και ο πόνος σταμάτησε οριστικά. από  τότε και για 65 χρόνια μέχρι τον θάνατό του δεν ξαναπόνεσε από  τα δόντια του, ωστόσο  δεν παρέλειψε ποτέ καθημερινά να ψάλλει το απολυτίκιο του αγίου, αλλά και να λειτουργεί από  ευγνωμοσύνη στις 11 Απριλίου στην εορτή του αγίου Αντύπα.

Με τους φίλους του μετέβη  στό Άγιον Όρος  όπου εκάρησαν μοναχοί. Ο π. Ιάκωβος χειροτονήθηκε ιερέας και έμεινε εκεί 3 χρόνια. Κινούμενος ωστόσο από  αγάπη και πόνο  για τη δυστυχισμένη  ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Βόρειο Ήπειρο, επέστρεψε εκεί και ορίστηκε εφημέριος  σε 1 χωριό διπλανό από  το δικό του, την Πέπελη, μένοντας στη Ιερά Μονή της Παναγιάς στην τοποθεσία Ζωνάρια. εργάσθηκε για πολλά χρόνια εκεί προσπαθώντας να γνωρίσει στούς συγχωριανούς του το θέλημα του Θεού.

Ιδιαίτερα έντονη  ήταν και η εθνική του δράση, εξαιτίας της οποίας κινδύνευσε πολλές φορές  από  τους Τουρκαλβανούς  με τον Θεό να επεμβαίνει θαυματουργικά διασώζοντας τον. Την περίοδο εκείνη οι Τουρκαλβανοί πίεζαν τους Έλληνες να δηλώσουν αλβανική υπηκοότητα για να αλλοιώσουν  εθνολογικά τη Βόρειο Ήπειρο. Ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος έδωσε εντολή στους ιερείς  να στηρίξουν το ελληνικό και χριστιανικό  στοιχείο. Οι Τούρκοι για να τους τρομοκρατήσουν αποφάσισαν να εκτελέσουν 2 ιερείς , τον π. Ιάκωβο και 1 άλλον και έστειλαν απόσπασμα να τον συλλάβει. Ο π Ιάκωβος, ανύποπτος, κατέβαινε από  την Πέπελη  όπου ήταν  εφημέριος (που ήταν όπως είπαμε χωριό διπλανό στο Βοδίνο όπου καταγόταν). Στο δρόμο συναντά το απόσπασμα, το οποίο τον ρώτησε από  ποιο χωριό είναι. Αυτός  απονήρευτα τους έδειξε το χωριό της καταγωγής του, το Βοδίνο, και όχι το χωριό που υπηρετούσε ως εφημέριος. Αυτοί θεώρησαν ότι δεν είναι ο καταζητούμενος και τον άφησαν να φύγει. Όταν έφτασαν στο χωριό και πληροφορήθηκαν ότι ο π. Ιάκωβος  ήταν εκείνος που συνάντησαν κάθ’ οδόν δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς έχασαν μέσα από  τα χέρια τους τον ιερέα.

Σε μία δεύτερη περίπτωση  ένοπλοι Αλβανοί περικύκλωσαν το σπίτι του, χωρίς να έχει περιθώριο διαφυγής. Μη έχοντας κάπου να κρυφτεί στο λιτό και μοναδικό δωμάτιο που διέμενε, σκαρφάλωσε στο μαδέρι που στήριζε την σκεπή (το δωμάτιο δεν είχε ταβάνι). Γεμάτος αγωνία ?αγκάλιασε το μαδέρι και παρέμεινε εκεί σαν κουλουριασμένο φίδι, προσευχόμενος νοερά να μην τον δουν. Οι ένοπλοι μπαίνουν στο σπίτι, ερευνούν παντού, κάθονται για 10 λεπτά τρώγοντας λίγα καρύδια που είχε σε ένα σεντούκι, αλλά ο Θεός τους τυφλώνει  και δεν σηκώνουν τα μάτια τους  για να δουν τον π. Ιάκωβο να κρέμεται σχεδόν λίγα εκατοστά πάνω από  τις κάννες των όπλων τους.

Μετά από  τις περιπέτειες αυτές και βλέποντας ότι αργά ή γρήγορα θα έπεφτε στα χέρια των Τουρκαλβανών, αναγκάζεται  το 1916 με προτροπή και του Μητροπολίτη να φύγει από  το χωριό του και να πάει στα Ζαγόρια, στο Μονοδένδρι που ανήκε και αυτό τότε στη Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως. Εγκαταστάθηκε εκεί σε ένα παλιό και έρημο μοναστηράκι του Προφήτου Ηλία. με σκληρή χειρωνακτική δουλειά το ανακαίνισε και έχοντάς το ως ορμητήριο,  εργάστηκε  πάνω από  40 χρόνια για να καλύψει τις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων της περιοχής.

Υπήρξε διακριτικός και φωτισμένος πνευματικός οδηγός  στην περιοχή του Ζαγορίου και των Ιωαννίνων.  Πνευματικά του παιδιά θυμούνται με συγκίνηση τις συμβουλές του στο ζήτημα της καθαρής εξαγόρευσης των αμαρτιών. «Παιδιά μου, έλεγε, να εξομολογήσθε παστρικά. Γιατί τα φίδια που βγαίνουν έξω από  τις τρύπες τους τα σκοτώνουν και τα φίδια που κάθονται μέσα παχαίνουν. Έτσι και τα αμαρτήματα. όταν τα εξομολογηθούμε βγαίνουν από  μέσα μας και εξαλείφονται. Όταν όμως τα κρύβουμε μένουν μέσα μας και μεγαλώνουν.» Ιδιαίτερη σημασία έδινε και στο να γίνεται σωστά το σημείο του Τιμίου Σταυρού για την προστασία των πιστών. Παραστατικά τόνιζε σε μικρούς και μεγάλους. «Να τον κάνετε σωστά! Να, έτσι! Μπάλα, ζωνάρι, πλάτη με πλάτη! (στα αρβανίτικα μπάλα σημαίνει μέτωπο, δηλ. στο μέτωπο, στη μέση και στον δεξιό και αριστερό ώμο.). Τον σταυρό, έλεγε, άμα δεν τον κάνεις σωστά δεν τον σκιάζεται ο σατανάς. Όταν αντί για σταυρό παίζουμε μαντολίνο, ο σατανάς γελάει.!»

Η ζωή του υπήρξε γεμάτη θαυμαστά περιστατικά που φανέρωναν την αγιότητα και καθαρότητά του. Θα αναφέρουμε ορισμένα από  αυτά που χαράχτηκαν έντονα στη μνήμη όσων τον γνώρισαν και ωφελήθηκαν από  την αγιασμένη βιοτή του.

Τον Νοέμβριο του 1940 μετά την επιτυχημένη απόκρουση της ιταλικής επίθεσης στην  πλατεία του χωριού Βίτσα γινόταν γλέντι με τη συμμετοχή όλου του χωριού για τη νίκη του στρατού μας. Ο π. Ιάκωβος που περνούσε από  κει ανέβηκε σε μία πέτρα και τους φώναξε «Παιδιά μου μη χαίρεστε και μη το ρίχνετε έξω. Αντίς για γλέντια χρειάζεται προσευχή και παρακλήσεις στο Θεό. Οι Ιταλοί θα ξαναγυρίσουν στη χώρα μας!»

Στην Κατοχή οι Ιταλοί έχοντας πληροφορίες ότι στο χωριό κρύβονταν αντάρτες,  συγκέντρωσαν αποσπάσματα για να κάψουν το χωριό. Οι χωρικοί μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ το εγκατέλειψαν  και αναζήτησαν σωτηρία στο βουνό. Ο π. Ιάκωβος αρνήθηκε να φύγει. Θεωρούσε προδοσία να σώσει  τον εαυτό του και να καεί ο οίκος  του Θεού. «Θα καθίσω εδώ είπε, ο Θεός είναι μεγάλος. Αν δεν τα καταφέρω να σώσω την εκκλησία, ας με σκοτώσουν. Πάντως μέσα στην εκκλησία θα με σκοτώσουν». Έμεινε λοιπόν μέσα στην εκκλησία , άναψε όλα τα κεριά , έκαψε μοσχολίβανο πολύ και προσευχήθηκε να φυλάξει ο Θεός το χωριό και την Εκκλησία Του. Όταν ήλθε η ώρα του Εσπερινού κτύπησε την καμπάνα και άρχισε την ακολουθία του. Την καμπάνα όμως την άκουσαν και οι Ιταλοί που βρίσκονταν 2-3 χιλιόμετρα μακριά από  το χωριό. Θεώρησαν ότι στο χωριό υπήρχε σημαντική δύναμη έτοιμη να τους αντιμετωπίσει και ότι η καμπάνα ήταν το σύνθημα για επίθεση και από  άλλες δυνάμεις που πιθανόν κρύβονταν στην χαράδρα. Πανικόβλητοι το έβαλαν στα πόδια και οπισθοχώρησαν, κυριολεκτικά  «μηδενός διώκοντος».

Η εθνική και θρησκευτική του δράση ενόχλησε όπως ήταν αναμενόμενο τους κομμουνιστές αντάρτες  που τον κατηγόρησαν ως συνεργάτη του εχθρού επειδή δεν φοβήθηκε για να φύγει. Στις απειλές τους να τους ξεκαθαρίσει με ποιους είναι (τους δεξιούς ή τους αριστερούς ), τους απάντησε με παρρησία. «Και εσείς και εκείνοι φευγάτοι είσθε από  τον  Θεόν. Εγώ σας βλέπω και τους 2 σαν σπίτια χαλασμένα. Εκείνοι όμως έχουν τουλάχιστον θεμέλια, εσείς όμως  ούτε θέμελα δεν έχετε» Αυτό τους εξαγρίωσε και ένας τους γέμισε το όπλο του αποφασισμένος να τον σκοτώσει επιτόπου. Τελευταία στιγμή επενέβη κάποιος και τον σταμάτησε λέγοντας «Άφησε τον. Είναι κρίμα να χαλάσεις σφαίρα για αυτόν τον παλιογεροξεκούτη.»

Ιδιαιτέρως συγκινητικό είναι το περιστατικό όταν ο π Ιάκωβος έσωσε τη ζωή του καπετάν Φωτιά, ενός καπετάνιου των κομμουνιστών που κυνηγήθηκε από  τους συντρόφους του. Ο Γέροντας παρ’ όλο που ο καπετάνιος  τον είχε πολεμήσει παλαιότερα, τον φιλοξένησε στο μοναστήρι του, του έδωσε τροφή υλική και πνευματική, τον νουθέτησε , τον οδήγησε κάτω από  το πετραχήλι,  μετανιωμένο για τα εγκλήματα που διέπραξε και αφού τον έντυσε με γυναικεία ρούχα για να μην αναγνωριστεί, τον έστειλε με συνοδεία για να περάσει τις γραμμές των ανταρτών και να παραδοθεί στις ομάδες του Ζέρβα όπως και έγινε.

Σε άλλο περιστατικό πηγαίνοντας πεζός από  το Μονοδένδρι στα Ιωάννινα στη θέση Καρυές , 19 χλμ από  την πόλη, έπεσε πάνω σε γερμανική περίπολο που του έκανε  νόημα να σταματήσει. Αυτός  δεν τους πρόσεξε καθώς έκανε την ακολουθία του Εσπερινού και συνέχισε το δρόμο του. Αμέσως δέχθηκε ριπές αυτόματων όπλων από  απόσταση 25 μέτρων χωρίς όμως να κτυπηθεί. Οι Γερμανοί έκπληκτοι τον πλησίασαν και βλέποντας τον σώο και αβλαβή  του επέτρεψαν να συνεχίσει το δρόμο του.

Κατά την περίοδο του ανταρτοπολέμου τον Ιανουάριο του 1948,  ο π. Ιάκωβος επέστρεφε μία Κυριακή από  το χωριό Σουδενά όπου είχε λειτουργήσει, στο μοναστήρι του, περίπου 2 ώρες δρόμο. Στην ερημιά εκεί βάδιζε προσευχόμενος νοερά όπως συνήθιζε. Λίγο παραπέρα όμως άνδρες του εθνικού στρατού είχαν ναρκοθετήσει ένα μέρος του δρόμου και ενέδρευαν μήπως περάσει κάποιο αντάρτικο σώμα. Ξαφνικά βλέπουν να ξεπροβάλει ανύποπτος ο π Ιάκωβος και να κατευθύνεται στο ναρκοπέδιο. Βάζουν τις φωνές για να τον προλάβουν αλλά αυτός απορροφημένος στην προσευχή δεν τους άκουσε και πάτησε μία από  τις νάρκες που εξερράγη με δαιμονιώδη κρότο, πετώντας πέτρες και χαλίκια παντού και σηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Γεμάτοι αγωνία οι στρατιώτες σπεύδουν στο σημείο της έκρηξης θεωρώντας ότι θα αντικρίσουν διαμελισμένο το σώμα του Γέροντα. Ωστόσο προς μεγάλη τους έκπληξη βλέπουν τον π. Ιάκωβο άσπρο από  τη σκόνη, να τινάζεται χωρίς να έχει πάθει το παραμικρό. Στην απορία τους, τους  λέει με απλότητα: «Αφήνει ο Θεός να πάθω τίποτα παιδιά μου αφού έλεγα την προσευχή του; Και σας θα σας φυλάξει ο Θεός  και θα γυρίσετε σώοι στα σπίτια σας» . Και αρπάζοντας την ευκαιρία τους πρότεινε  να τους εξομολογήσει και την άλλη μέρα να μεταλάβουν των αχράντων μυστηρίων κάτι που δέχτηκαν σχεδόν όλοι. Μόνο ένας λοχίας, δάσκαλος στο επάγγελμα, εκνευρίστηκε βλέποντας τα γεγονότα και προσπαθούσε να αποτρέψει τους φαντάρους από  την εξομολόγηση, κοροϊδεύοντάς τους. Στην παρατήρηση ορισμένων ότι υπήρξαν αψευδείς μάρτυρες  ενός θαύματος με την έκρηξη της νάρκης, τους αποπήρε λέγοντας πως πρόκειται για τυχαίο γεγονός και πως απλώς  τα βλήματα έφυγαν σε άλλη κατεύθυνση. Τους χαρακτήρισε μάλιστα υστερικές γυναικούλες που παρασύρονται από  τον κάθε παπαδάκο. Αυτά έφτασαν στα αυτιά του π. Ιακώβου που λυπημένος προσπάθησε να τον συνετίσει και τον κάλεσε να εξομολογηθεί και να μη βλαστημάει το Θεό. Αυτός τον κύτταξε περιφρονητικά  χωρίς να του δώσει απάντηση και πήρε μερικούς άνδρες στο δάσος για να μαζέψουν ξύλα. Εκεί ωστόσο πάτησε ο ίδιος του νάρκη, η οποία τον τίναξε στον αέρα κάνοντας τον κομμάτια, αυτόν μόνο και κανέναν άλλο! Το γεγονός αυτό όπως ήταν φυσικό συντάραξε  όλο τον λόχο που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της τιμωρίας του άπιστου και βλάσφημου λοχία. Μάλιστα ο ίδιος ο π. Ιάκωβος τέλεσε την επομένη  ημέρα την κηδεία του, παρακαλώντας τον Θεό να συγχωρήσει την ψυχή του.

Όταν έβλεπες  για πρώτη φορά τον π. Ιάκωβο δεν του έδινες σημασία. Σ’ αυτό όμως το ατημέλητο, ταπεινό γεροντάκι υπήρχε πλούσια η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Ο νους του φυσικά και αβίαστα στρεφόταν προς τον Θεό με κύρια χαρακτηριστικά του την αδιάλειπτη προσευχή, την συνεχή τέλεση των ακολουθιών και την τακτικότατη Θεία Λειτουργία, την οποία τελούσε μέχρι τα βαθιά γεράματά του με τον ίδιο ζήλο και προσοχή που είχε και στα νιάτα του.

Το 1955 σε ηλικία 85 ετών τον αξίωσε ο Θεός να προγνωρίσει το τέλος του αδελφού του που μόναζε στο Άγιον Όρος και παρά την ηλικία του έκανε το ταξίδι και  πρόλαβε ζωντανό τον αδελφό του , ο οποίος κοιμήθηκε στην αγκαλιά του.  Αφού τον έθαψε εκεί επέστρεψε στο μοναστήρι του. Την ίδια χρονιά πήγε για εξομολόγηση στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και έγινε δεκτός με πολλή αγάπη   και σεβασμό από  τους Έλληνες της Πόλης

Παρά το γεγονός ότι πέρασε από  πολλά βάσανα και κακουχίες και παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε  συχνά, έζησε  μέχρι τα 90 του χρόνια. Κοιμήθηκε με οσιακό τρόπο, στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων,  στις 15 Φεβρουαρίου του 1960, διατηρώντας μέχρι τέλους την διαύγεια του πνεύματός του. Είχε αφήσει εντολή να ταφεί στο μοναστήρι του στο Μονοδένδρι και παρά το γεγονός ότι τα Ζαγόρια ήταν αποκλεισμένα τότε από  τα χιόνια, τα πνευματικά του παιδιά βρήκαν μπουλντόζα , άνοιξαν τον δρόμο και έθαψαν το σκήνωμά του στη Μονή του όπως επιθυμούσε. Σήμερα τα οστά του βρίσκονται στο οστεοφυλάκιο του Ι.Ν. Προφήτου Ηλία στη Ζίτσα  Ιωαννίνων.

Ως ΣΦΕΒΑ θεωρούμε ότι ο π. Ιάκωβος μαζί με τον άλλο ξακουστό πνευματικό γόνο της Δρόπολης τον αείμνηστο Μέγα Υμνογράφο της Εκκλησίας μας π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, αποτελούν τιμή και καύχημα της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Πιστεύουμε ότι θα ήταν πρέπον το σκήνωμα του π. Ιακώβου ( αφού προφανώς γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες  μεταξύ των Μητροπόλεων Ιωαννίνων και Αργυροκάστρου) να μεταφερθεί στον τόπο καταγωγής του,  στο Βοδίνο του Αργυροκάστρου για να αποτελεί πηγή δύναμης, αγιασμού, ευλογίας και παρηγοριάς, στους  δοκιμαζόμενους συμπατριώτες του.

Σημείωση. Για τον π. Ιάκωβο κυκλοφορεί  ένα βιβλίο του μακαριστού π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου (Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ , ΑΘΗΝΑ έκδ. 3η) με τίτλο ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ, από  το οποίο προέρχεται και το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που δημοσιεύεται στην εφημερίδα μας και στο οποίο μπορεί να ανατρέξει κανείς για περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του. Ευχαριστούμε θερμά τις Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ για την άδεια αναδημοσίευσης αποσπασμάτων από  το βιβλίο. Ευχαριστούμε επίσης  ιδιαίτερα τον κ. Θεοφάνη Σκεύη,  συμπατριώτη του Γέροντα  από  το Βοδίνο και τον αγαπητό φίλο Βασίλη από  το ίδιο χωριό που μας ενημέρωσαν για την ζωή και την προσφορά του Γέροντα, μοιράστηκαν μαζί μας τις αναμνήσεις τους και μας παρακίνησαν να γράψουμε ένα άρθρο γι’ αυτόν για  να γίνει ευρύτερα γνωστός στην βορειοηπειρωτική κοινότητα.

πηγή:  http://www.sfeva.gr

ΑΛΕΞΙΟΣ ΤΟΥ ΕΛΝΑΤ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


 Ἀλέξιος τοῦ Ἔλνατ, ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς


Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς νεομάρτυρες τῆς ῾Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν καὶ ἀρκετοὶ εὐλαβεῖς λαϊκοί. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ἀλέξιος Ἰβάνοβιτς Βορόσιν, ὁ ὁποῖος βάδισε τὸν δύσκολο δρόμο τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος. Ἕνα δρόμο ποὺ ἔγινε ἀκόμη πιὸ δύσβατος ἐπειδὴ ὁ Ἀλέξιος ἔζησε στὴ δύσκολη δεκαετία τοῦ ᾿30, ὅταν ἡ βιαιότητα τῆς Σοβιετικῆς πολιτείας ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ὑπῆρξε φοβερή. Παρ᾿ ὅλες ὅμως τὶς ἀντιξοότητες τῆς ἐποχῆς, ὁ Ἀλέξιος κατάφερε νὰ κρατήσῃ τὴν πίστι καὶ νὰ στεφανωθῇ μὲ τὸν στέφανο τοῡ μαρτυρίου τὸ 1937. Ἂν καὶ οἱ ἐκτελεστές του ἔχουν πλέον ξεχαστῆ, τὸ ἄφθορο σῶμα του παραμένει στὴν πόλι τοῦ Ἰβάνοβο ζωντανὸ μνημεῖο γιὰ τοὺς πιστούς.

Τὰ πρῶτα του χρόνια

Ὁ Ἀλέξιος γεννήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1886 στὸ χωριὸ Καουρχίκχο στὴν περιοχὴ Οὔριεβετς τῆς ἐπαρχίας Κόστρομα. Γονεῖς του ἦταν ὁ Ἰβὰν καὶ ἡ Εὐδοκία Βορόσιν, ἄνθρωποι πιστοὶ ποὺ καλλιεργοῦσαν τὴ γῆ. Ἡ περιοχὴ ὅπου μεγάλωσε ὁ Ἀλέξιος ἦταν γνωστή, γιατὶ ἐκεῖ τὸν 16ο αἰῶνα ἔζησε ἀσκητικὰ ὁ ἅγιος Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς. Οἱ ζωὲς τῶν δύο αὐτῶν ἔχουν πολλὲς ὁμοιότητες, ἴσως γιατὶ –ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔζησαν στὴν ἴδια περιοχή– ὁ Ἀλέξιος προσευχόταν θερμὰ στὸν ἅγιο Συμεών.

Ὅταν ὁ Ἀλέξιος ἔφτασε σὲ ἡλικία γάμου, ἄρχισε νὰ ψάχνῃ γιὰ σύζυγο καὶ ἦταν ἕτοιμος ν᾿ ἀρραβωνιαστῇ, ὅταν κάτι ἀναπάντεχο συνέβη κι ὁ ἀρραβώνας ἀπετράπη. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ νέοι τῆς περιοχῆς εἶχαν τὴ συνήθεια νὰ συνάζωνται στὰ χωριὰ καὶ νὰ συζητοῦν, ἀλλὰ οἱ συζητήσεις αὐτὲς πολλὲς φορὲς δὲν εἶχαν θέματα πίστεως καὶ ἦταν ἀμφιβόλου ἠθικῆς. Παρακάλεσε λοιπὸν τὴν κοπέλλα νὰ μὴ λάβῃ μέρος σὲ τέτοιου εἴδους ἀνευλαβεῖς συζητήσεις, κάτι τὸ ὁποῖο ἐκείνη δὲν ἄκουσε. Καὶ ὁ Ἀλέξιος σκέφτηκε· Ἂν τώρα δὲν μὲ σέβεται καὶ δὲν ὑπακούει, τί θὰ γίνῃ ὅταν θά ᾿νε γυναίκα μου; Στὴ συνέχεια ἄρχισε νὰ προβληματίζεται μὲ τὴν ὅλη πολιτειακὴ κατάστασι ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴ ῾Ρωσία, τῆς ὁποίας τὸ οἰκοδόμημα εἶχε ἀρχίσει νὰ σείεται. Εἶχε ἤδη ξεκινήσει ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πολλοὶ ἐπέστρεφαν ἀπὸ τὸν πόλεμο πολὺ διαφορετικοί. Ὁ Ἀλέξιος διαισθανόταν ὅτι ἕνας ἐπικείμενος κίνδυνος ἦταν πρὸ τῶν πυλῶν.

Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ διαλύσῃ τὸν ἀρραβῶνα του καὶ ν᾿ ἀποσυρθῇ στὸ ἐρημητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Κριβοεζέρσκ. Τὸ ἐρημητήριο αὐτὸ ἦταν ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς, καὶ ἱδρύθηκε τὸν 17ο αἰῶνα. Ἀπὸ τὶς τρεῖς πλευρὲς ὑπῆρχαν λίμνες καὶ στὴν τέταρτη πλευρὰ βρισκόταν ὑψηλὲς ἀμμώδεις πλαγιές. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μιὰ πηγὴ ποὺ λεγόταν Ἡ πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών, ὅπου ὁ Ἀλέξιος πήγαινε συχνὰ νὰ προσευχηθῇ. Ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς δέχτηκε τὸν Ἀλέξιο ὡς δόκιμο, ὁ ὁποῖος σιγὰ – σιγὰ συνήθισε τὴν τάξι καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ κοινοβίου, ἀλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔμεινε ἐκεῖ.

Γυρίζοντας στὴν πόλι του δὲν ἔμεινε στὸ πατρικό του σπίτι μὲ τοὺς γονεῖς του, ἀλλὰ ἀποφάσισε νὰ ἐγκατασταθῇ στὸ ἀποχωρητήριο – μπάνιο ἔξω στὴν αὐλή. Σύντομα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πατέρα του, ἔχτισε στὸν κῆπο ἕνα κελλάκι. Ὁ Ἀλέξιος ἀφιέρωσε ὅλο τὸν ἐλεύθερό του χρόνο στὴν προσευχή, ἀπομονώνοντας τὸν ἑαυτό του εἴτε στὸ κελλί του εἴτε στὴν πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών. Ἡ περιοχὴ ἐκεῖ εἶχε τέτοια φυσικὴ διαμόρφωσι ποὺ ὁ Ἀλέξιος μποροῦσε νὰ κρυφτῇ ἀπὸ τὰ βλέμματα τοῦ κόσμου.

Ἔφτασε ὁ Μάρτιος τοῦ 1917 καὶ ἡ ῾Ρωσία ἄρχισε νὰ δέχεται τὸ πρῶτο ταρακούνημα ἀπὸ τὸ προεπαναστατικὸ κίνημα. Στὰ χωριὰ δὲν ὑπῆρχαν κάποιες κρατικὲς ἀρχὲς γιὰ νὰ βάζουν μιὰ τάξι. Οἱ κάτοικοι συγκεντρώνονταν στὶς τοπικὲς συνελεύσεις ἀγροτῶν γιὰ ν᾿ ἀποφασίσουν πάνω σὲ θέματα ποὺ τοὺς ἀφοροῦσαν. Στὸ χωριὸ τοῦ Ἀλεξίου οἱ κάτοικοι τὸν ἐπέλεξαν ὡς πρόεδρο τῆς κοινότητός τους. Μὲ τὸ ποὺ ἔγινε πρόεδρος ὁ Ἀλέξιος δὲν ἄλλαξε καθόλου τὶς συνήθειες ποὺ εἶχε μέχρι τότε· προσευχόταν πολὺ καὶ συμμετεῖχε στὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη κι ὅταν ἔπρεπε ν᾿ ἀποφασίσῃ γιὰ κάτι, δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἀλλὰ παρέμενε μέσα προσευχόμενος μέχρι νὰ πάρῃ κάποια πληροφορία. Παρέμεινε πρόεδρος μόνο ἕνα χρόνο, γιατὶ κάποιος ἄλλος τοποθετήθηκε στὴ θέσι του ἀπὸ τὶς ἀρχές κ᾽ ἔτσι ὁ Ἀλέξιος σταμάτησε νὰ ἔχῃ ἐπαφὲς μὲ τὸν κόσμο καὶ κλείστηκε στὸ κελλί του, ἀφιερώνοντας ὅλο του τὸν χρόνο στὴν προσευχὴ καὶ στὴ νηστεία. Ἔτσι πέρασαν ἐννιὰ χρόνια.




Μιὰ νέα πάλη

Τὸ 1928 ἐπέλεξε νὰ βαδίσῃ τὸν δύσκολο δρόμο τῆς σαλότητας. Ἄρχισε νὰ ζῇ ὅπου εὕρισκε, κ᾽ ἦταν ντυμένος μὲ κουρέλια. Κανείς δὲν γνώριζε ποῦ περνοῦσε τὰ βράδια του καὶ οἱ ἐμφανίσεις του ἦταν ἀναπάντεχες. Κάποια φορὰ ἐμφανίστηκε νὰ βαδίζῃ μέσα στὰ χωράφια μετρώντας τα μὲ ἕνα ῥαβδὶ καὶ ἐνοχλώντας τοὺς χωρικοὺς ποὺ δούλευαν. Αὐτή του ἡ συμπεριφορὰ προκάλεσε τὸ γέλιο τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε σημασία. Οἱ χωρικοὶ ἀγρίεψαν κι ἄρχισαν νὰ τὸν κυνηγοῦν. Ὁ ἅγιος ἔφυγε, ἀλλὰ ξαναγύρισε κάνοντας τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Ἕνα χρόνο μετά, ἐμφανίστηκε στὰ ἴδια χωράφια ἕνας Σοβιετικὸς γραφειοκράτης καὶ τὰ μετροῦσε.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μυαλὸ κανενὸς χωρικοῦ ὅτι θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἐξοριστῇ χωρὶς νὰ εἶνε ἔνοχος. Ὅμως ὁ ὅσιος πήγαινε στοὺς χωρικοὺς ποὺ θὰ ἐξωρίζονταν καὶ τοὺς προειδοποιοῦσε.
Οἱ χωρικοὶ ἄρχισαν νὰ συνηθίζουν τὶς ἐκκεντρικότητες τοῦ Ἀλεξίου, ἀλλὰ μιὰ μέρα ἐμφανίστηκε γυμνὸς σὲ δύο ὑποδηματοποιούς, τὸν Ἀλέξανδρο Σταπάνοβιτς καὶ τὸν Δημήτριο Ἰβάνοβιτς, κάτι ποὺ τοὺς ἔκανε ὅλους νὰ ἀπορρήσουν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἦρθαν στὸ χωριὸ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ κατέσχεσαν ὅλη τὴν περιουσία τῶν δύο ὑποδηματοποιῶν, μέχρι τὸ τελευταῖο ροῦχο, ἀφήνοντάς τους γυμνοὺς δίπλα ἀπὸ τὰ σπίτια τους ποὺ δὲν τοὺς ἀνῆκαν πλέον.

Ἄλλες φορὲς ὁ ἅγιος πήγαινε σὲ κάποια χωριὰ κι ἄρχιζε νὰ μετρᾷ τὰ σπίτια, δίνοντας ἕνα νούμερο ἄσχετο μὲ τὸ πραγματικὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν. Οἱ κάτοικοι τὸν ἔβλεπαν καὶ γελοῦσαν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὅμως οἱ ἰδιοκτῆτες αὐτῶν τῶν σπιτιῶν συλλαμβάνονταν καὶ φυλακίζονταν γιὰ τόσα χρόνια ὅσο ὁ Ἀλέξιος ἔλεγε ὅτι ἦταν τὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν τους.

Μιὰ ἄλλη φορὰ τὸ χειμῶνα, ποὺ τὰ πάντα ἦταν σκοτεινὰ καὶ κανείς δὲν βάδιζε στὸ δρόμο, ἐμφανίστηκε νὰ περπατᾶ ὁ Ἀλέξιος καὶ νὰ κατευθύνεται στὸ χωριὸ Σερεντκίνο χωρὶς νὰ φοράῃ τὰ ροῦχα του. Χτύπησε τὴν πόρτα ἑνὸς σπιτιοῦ στὸ ὁποῖο ζοῦσε ἡ Ἀναστασία καὶ ὁ Γεννάδιος. Ἡ γυναίκα, ἀνοίγοντας τὴν πόρτα, τοῦ φώναξε ὑψώνοντας τὴ γροθιά της• «Ἀδιάντροπε ἄνθρωπε, πότε θὰ σταματήσῃς νὰ μᾶς ἐκθέτῃς;». Ὁ σύζυγός της ὅμως τὸν προσκάλεσε μέσα καὶ τοῦ ἔδωσε μιὰ καινούργια φορεσιά. Ὁ Ἀλέξιος ντύθηκε καὶ ἀποχαιρέτησε τὸ ζευγάρι, λίγο πιὸ πέρα ὅμως ξεντύθηκε, δίπλωσε τὰ ροῦχα καὶ τ᾿ ἄφησε πάνω στὸ χιόνι. Τὸ ζευγάρι βρῆκε τὰ ροῦχα καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ ἔψαχνε νὰ βρῇ τὸν λόγο τῆς πράξεώς του αὐτῆς. Στὸ τέλος τοῦ χειμώνα ἦρθαν στὸ σπίτι τοῦ ζευγαριοῦ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ τοὺς πέταξαν ἔξω, ἀφήνοντάς τους μόνο μὲ τὰ ἐσώρουχα.

Κάποια ἄλλη φορὰ ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὴν ἀδελφή του Ἄννα. Μάζεψε κάποια πράγματα καὶ τὰ ἔβαλε πάνω στὸ τραπέζι. Ὅταν τὸ τραπέζι γέμισε, φόρεσε τὸ καπέλλο του κ᾽ ἔφυγε. Ἡ Ἄννα σκέφτηκε ὅτι ἴσως ἦταν κάποιο σημάδι, ἔτσι ἔκρυψε αὐτὰ τὰ πράγματα κάπου μακριὰ κι ὅταν τῆς πήραν ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα, τὰ μόνα ποὺ εἶχε ἦταν ὅσα εἶχε κρύψει.


Ὁ ὅσιος πολλὲς φορὲς ἐπισκεπτόταν τὰ χωριὰ Σελεζένεβο καὶ Παρφένεβο, ὅπου σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ σπίτια εἶχε ἕνα τσουβάλι βιβλία καὶ πήγαινε, διάβαζε πίνοντας τὸ τσάϊ του. Μιὰ φορὰ ὅμως μπῆκε στὸ σπίτι καὶ κάθησε πάνω ἀπὸ τὴ σόμπα σιωπηλός. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν φιλοξενοῦσαν εἶχαν συνηθίσει τὴν παράξενη συμπεριφορά του καὶ περίμεναν κ᾽ ἐκεῖνοι σιωπηλοί. Λίγη ὥρα ἀργότερα ὁ Ἀλέξιος βγῆκε ἔξω καὶ κάθισε στὸ κεφαλόσκαλο, καὶ ἔτσι, ὅπως καθόταν, κατέβηκε τὶς σκάλες καθιστός. Ἔπειτα σκαρφάλωσε πάνω σ᾿ ἕνα κάρρο στὴν αὐλὴ καὶ ξάπλωσε ἀρχίζοντας νὰ βογγάῃ σιωπηλά.

Δυὸ ἑβδομάδες ἀργότερα ἡ κυρία τοῦ σπιτιοῦ, παίρνοντας μία μεγάλη σιδερένια κατσαρόλα βραστὸ νερό ἀπὸ τὴ σόμπα, τὴν ἔχυσε πάνω της καὶ κάηκε τόσο πολὺ ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βαδίσῃ. Βγῆκε ἔξω στὴ βεράντα, κάθησε στὰ σκαλοπάτια, τὰ κατέβηκε καθιστή, καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἔβαλαν πάνω στὸ κάρρο ὅπου ἔπρεπε νὰ περιμένῃ δύο ὧρες μέχρι ποὺ κατάφεραν νὰ τὴ μεταφέρουν στὸ νοσοκομεῖο.

Ἐπίτροπος τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ Ἔλνατ ἦταν ὁ Παῦλος Ἰβάνοβιτς, ἕνας εὐσεβὴς καὶ δίκαιος ἄνθρωπος. Κάποια μέρα ὁ Ἀλέξιος μπῆκε στὸ ναὸ ἐνῷ γινόταν ἡ ἀκολουθία, φορώντας καπέλλο κι ἔχοντας ἕνα τσιγάρο στὸ στόμα. Ἔκανε βόλτες μέσα στὸ ναὸ μὲ τὰ χέρια του πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη, προξενώντας τὴν δυσαρέσκεια ὅλων τῶν πιστῶν. Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶ οἱ ἀρχὲς διέταξαν τὸ κλείσιμο τοῦ ναοῦ ζητώντας τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὸν ἐπίτροπο Παῦλο, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι οἱ πιστοὶ ἐθελούσια συμπράττουν στὸ κλείσιμο τῆς ἐκκλησίας. Ὁ Παῦλος ἀρνήθηκε νὰ παραδώσῃ τὴν ἐκκλησία στοὺς ἄθεους.

Φυλακίστηκε καὶ πέθανε στὴ φυλακή, ἐπειδὴ ἡ κλονισμένη του ὑγεία δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀντέξῃ τὴν ἀνάκρισι. Μετὰ τὴ σύλληψι τοῦ ἐπιτρόπου ἔκλεισαν τὴν ἐκκλησία καὶ ἐργάτες μὲ καπέλλα καὶ τσιγάρα βάδιζαν ἀναιδῶς μέσα στὸ ναό, ὁ ὁποῖος μετατράπηκε σὲ λέσχη διασκεδάσεως.

Πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ γελοῦσαν ἢ κυνηγοῦσαν τὸν Ἀλέξιο, βλέποντας τὴν περίεργη συμπεριφορά του.

Πολλοὶ νέοι τὸν πείραζαν, περπατώντας δίπλα του, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξιος δὲν ἔδινε σημασία. Βάδιζε πάντοτε φορώντας ἕνα μακρὺ πουκάμισο μέχρι τὰ γόνατα. Ὅταν τοῦ ἔδιναν ροῦχα, ἐκεῖνος ἀμέσως τὰ μοίραζε.

Πολλὲς φορὲς οἱ ἀρχὲς τὸν εἶχαν συλλάβει, στέλνοντάς τον σὲ ψυχιατρικὴ κλινική, ἀλλὰ ἐκεῖ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦσαν νὰ διαγνώσουν κάποια ψυχικὴ πάθησι, κ᾽ ἔτσι τὸν ἄφηναν ἐλεύθερο.



Ὁ ὅσιος ἔλεγε συχνὰ στὴν Ἄννα Μπεζεμίροβνα, ὅταν ἀκόμη ἦταν μικρή, τὴν ἑξῆς φράσι• «δῶσε μου μισὸ λίτρο». –Μὰ τί λέει ὁ Ἀλέξιος; ἀναρωτιόταν ἡ μικρή. Μέχρι ποὺ παντρεύτηκε καὶ [τότε] ἄκουγε συχνὰ ἀπὸ τὸν μέθυσο ἄντρα της τὴν ἴδια φράσι.

Τὸ 1931 ὁ πεθερὸς τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Ἀλεξίου, ὁ Νικόλαος Βασίλιεβιτς, ἐξωρίστηκε. Ἐπειδὴ ἦταν ἥδη ἠλικιωμένος, ἡ οἰκογένειά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἐλπίδα νὰ τὸν ξαναδῇ ζωντανό. Μιὰ μέρα ὁ Ἀλέξιος πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἀνεψιοῦ του, τοῦ Δημητρίου Μιχαΐλοβιτς, στὸ ὁποῖο ἦταν μόνο ἡ σύζυγός του Ἄννα Νικολάεβνα, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ εἶνε ἄπραγος, βρῆκε κάτι ν᾿ ἀπασχολῆται• κ᾽ ἐνῷ ἦταν ἀπορροφημένος στὴ δουλειά του, σήκωσε τὸ κεφάλι κ᾽ εἶπε· –Δὲν θὰ ἔρθῃ ὁ Νικόλαος στὸ σπίτι; –Ποιός Νικόλαος; ρώτησε ἡ Ἄννα. –Ὁ πατέρας σου. Ἐκείνη χτύπησε τὰ χέρια της ὅλο χαρὰ καὶ ρώτησε μὲ τὴ σειρά της –«Τί ἐννοεῖς, θεῖε Ἀλέξιε; ὑπάρχει περίπτωσι νὰ εἶνε τώρα στὸ δρόμο καὶ νὰ ἐπιστρέφῃ; –Ἴσως… ἴσως, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ Νικόλαος ἐπέστρεψε σπίτι.

Ὅταν ἡ Ἄννα Νικολάεβνα γέννησε τὸ γυιό της, τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Νικόλαος, ἐπειδὴ εἶχε γεννηθῆ λίγες μέρες πρὶν τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Νικολάου. Πρότειναν στὸν Ἀλέξιο νὰ εἶνε ὁ νονὸς τοῦ παιδιοῦ κ᾽ ἐκεῖνος δέχτηκε. Στὴ βάπτισι ὅλοι πῆγαν μὲ τὸ κάρρο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀλέξιο πού, ὅπως συνήθιζε, πῆγε περπατώντας. Δύο μέρες μετὰ τὴ βάπτισι, μαζεύτηκαν στὸ σπίτι τοῦ παιδιοῦ νὰ γιορτάσουν τὴν ὀνομαστική του ἑορτή. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὸ σπίτι, μπῆκε μέσα ἀθόρυβα καὶ χωρὶς νὰ πῇ λέξι ξάπλωσε στὸ πάτωμα καὶ σταύρωσε τὰ χέρια του στὸ στῆθος, σὰν νὰ ἦταν νεκρός. Οἱ συγγενεῖς κοίταζαν τὸν Ἀλέξιο μὲ ἀπορία. Τὸ γεγονὸς ξεχάστηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς, ἀλλὰ τὸ ξαναθυμήθηκαν 42 χρόνια ἀργότερα, ὅταν ὁ Νικόλαος βρέθηκε νεκρὸς στὸ δημοτικὸ κῆπο τοῦ Κίνεσμα καὶ κείτονταν στὸ ἔδαφος μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος.


Τὸ μαρτύριό του

Πλησίαζε ἡ ἐπέτειος τῶν 20 ἐτῶν ἀπὸ τὴν πτῶσι τοῦ Ῥωσικοῦ κράτους καὶ οἱ συλλήψεις συνεχίζονταν. Ὁ Ἀλέξιος γνώριζε, ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν θὰ διαφύγῃ τὴ σύλληψι καὶ τὸ θάνατο. Θέλησε λοιπὸν ν᾿ ἀποχαιρετίσῃ τοὺς συγγενεῖς του κ᾽ ἔτσι ξεκίνησε γιὰ τὸ πατρικό του, στὸ ὁποῖο τώρα ἔμενε ὁ ἀνιψιός του Δημήτρης μὲ τὴν οἰκογένειά του. Ἦταν Μάιος τοῦ 1937. Εἶχε μαζέψει ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα σ᾿ ἕνα σάκκο, τὸν ὁποῖο ὅταν τὸν ἀντίκρυσε ἡ Ἄννα Νικολάεβνα τὸν ρώτησε· –Ἦρθες λοιπόν, Ἀλέξιε, νὰ μείνῃς γιὰ πάντα μαζί μας; Ὁ Ἀλέξιος δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ ἀρχίζοντας νὰ βγάζῃ ἕνα – ἕνα τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ σάκκο σκεφτόταν τί θὰ ἔδινε στὸν καθένα. Ἡ οἰκογένειά του διαισθάνθηκε ὅτι κάτι παράξενο θὰ συμβῇ, ὅταν ὁ Ἀλέξιος, καθισμένος δίπλα στὴ σόμπα, ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ ἕνα τραγούδι γιὰ τὴ φυλακή. Ἡ Ἄννα τὸν ρώτησε ἂν πρόκειται νὰ τοὺς συλλάβουν ξανά. Ἀφοῦ γευμάτισαν ὅλοι μαζί, ὁ Ἀλέξιος τοὺς εἶπε, κάνοντας μιὰ ὑπόκλισι· –Δημήτρη Μιχαΐλοβιτς, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα. Θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε, ἔτσι δὲν εἶνε; Ἐγὼ θὰ πεθάνω πρῶτος καὶ θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε.

Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης ἡμέρας ὁ Ἀλέξιος τοὺς ἀποχαιρέτησε καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ Παρφένοβο, ὅπου οἱ ἀρχὲς περίμεναν νὰ τὸν συλλάβουν.

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια οἱ φυλακὲς ἦταν γεμᾶτες ἀπὸ ἱερεῖς, μοναχούς, ἀσκητάς, πιστοὺς ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἀκόμη καὶ παιδιά. Ἀνάμεσά τους ὅμως ἦταν καὶ κομμουνισταί, ποὺ εἶχαν καταλῃστέψει τὸ κράτος, ἄγριοι κακοποιοὶ καὶ φονιᾶδες. Ὅλοι αὐτοὶ βρίσκονταν ἀνακατεμένοι στὰ ἴδια κελλιά. Ὁ Ἀλέξιος, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ ἐγκληματίες, δὲν παρέλειπε νὰ προσεύχεται νύχτα καὶ μέρα. Κανείς δὲν γνώριζε πότε κοιμᾶται ἢ ἂν ἔτρωγε, διότι ὅλα τὰ ἔδινε στοὺς συγκρατουμένους του.

Ἐπειδὴ δὲν εὕρισκαν κάποια κατηγορία ἐναντίον του, χρησιμοποίησαν βασανιστήρια κ᾽ ἔτσι τὸν ἔβαλαν νὰ σταθῇ ξυπόλητος πάνω σὲ μιὰ σόμπα ποὺ ἔκαιγε.

Σύντομα στὴ φυλακὴ διαδόθηκε ἡ φήμη, ὅτι ἀνάμεσά τους ὑπάρχει ἕνας ἅγιος, κ᾽ ἔτσι ὁ ὑπεύθυνος τῆς φυλακῆς τὸν πλησίασε μιὰ μέρα καὶ τὸν ρώτησε· –Ὅλοι σὲ ἀποκαλοῦν ἅγιο. Τί ἔχεις νὰ πῇς γι᾿ αὐτό;

–Τί εἴδους ἅγιος εἶμαι ἐγώ; εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλὸς καὶ ἁπλὸς ἄνθρωπος.
–Σωστά, ἀπάντησε ὁ ὑπεύθυνος, ἐμεῖς δὲν βάζουμε ἁγίους στὴ φυλακή, κάτι θὰ ἔκανες γιὰ νά ᾿σαι ἐδῶ. Γιατί λοιπὸν σὲ ἔφεραν ἐδῶ;
–Ἐπειδὴ αὐτὸ εἶνε ἀρεστὸ στὸ Θεό, ἀπάντησε μὲ πραότητα ὁ Ἀλέξιος.

Λίγα λεπτὰ σιγῆς ἀκολούθησαν ὅταν ὁ Ἀλέξιος εἶπε·

–Γιατί μιλᾶς τώρα σ᾿ ἐμένα, ἐνῷ αὐτὴ τὴ στιγμὴ στὸ σπίτι σου ὑπάρχει μιὰ μεγάλη συμφορά;

Ὁ ὑπεύθυνος τῶν φυλακῶν ξαφνιάστηκε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ἀμέσως στὸ σπίτι του. Ὅταν ἐπέστρεψε, βρῆκε τὴ γυναῖκα του κρεμασμένη. Ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ προσπάθησε πολλὲς φορὲς νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Ἀλέξιο, ἀλλὰ δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ.

Μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια ὁ Ἀλέξιος κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὸ ἀναρρωτήριο τῶν φυλακῶν. Μετὰ ἀπὸ 13 μέρες τὸ σῶμα του παραδόθηκε στοὺς συγγενεῖς του νὰ τὸ θάψουν. Θάφτηκε στὸ παλιὸ κοιμητήριο τοῦ Κίνεσμα καὶ στὶς 12/25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1985 τὸ ἄφθαρτο λείψανο τοῦ ὁσίου Ἀλεξίου μεταφέρθηκε στὴν ἐκκλησία τῆς πόλεως Ζάρκι. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1993 κατατάχτηκε στὸ ἁγιολόγιο τῆς ἐπισκοπῆς τοῦ Ἰβάνοβο καὶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 2.000 ἔγινε ἡ ἁγιοκατάταξί του στοὺς νεομάρτυρες καὶ ὁμολογητὰς τῆς Ῥωσικῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ ἱερό του λείψανο βρίσκεται τώρα στὸ ἅγιο βῆμα τῆς ἱ. μονῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὴν πόλι Ἰβάνοβο, ὅπου ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα καὶ ἰάσεις.




[ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Orthodox Word», τ. 286 Σεπτ.-Ὀκτ./2012 τοῦ ἀρχιμανδρίτου Δαμασκηνοῦ Orlovsky μετάφρασις• ἱ. μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης]