RSS

Category Archives: ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗ

Oι Άγιοι Οσιομάρτυρες οι υπό λατινοφρόνων μαρτυρήσαντες

1 2 3

ΠΗΓΗ.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ.ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ

 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΛΛΥΒΑ

Παπουλάκος-Δ. Κολλυβάς

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΔΙΑΚΗΡΥΧΘΗΚΑΝ ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Ο ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΚΟΛΛΥΒΑΣ( Καθηγητή Νικήτα Αμβροσιάδη)

Από δημοσιεύματα στο Διαδίκτυο (kirykos.livejournal.com καιchurchsynaxarion. blogspot.com) πληροφορηθήκαμε, ότι ο Παλ/της Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Κήρυκος (του ευρύτερου χώρου των Ματθαιϊκών Παλαιοημερολογιτών), προχώρησε στη διακήρυξη της αγιότητας των Οσίων Χριστοφόρου Παπουλάκου και Διονυσίου Κολλυβά, κάτι που έπρεπε να έχει κάνει η κρατούσα Εκκλησία της Ελλάδος εδώ και πολλές δεκαετίες.

Αν και ο εν λόγω Αρχιερεύς εκφράζει ένα μικρό μέρος των Ελλήνων Παλαιοημερολογιτών, η πράξη του αυτή έχει πολύ μεγάλη ποιμαντική και ιστορική σημασία, διότι:

Α. Εκφράζει το εκκλησιαστικό πλήρωμα, την συνείδηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο κλίμα της Οποίας γεννήθηκαν, ανδρώθηκαν, ομολόγησαν την Πίστη και ουσιαστικά μαρτύρησαν γι’ αυτήν  και τελικά αγίασαν οι δύο Όσιοι.

Β. Ο εν λόγῳ Επίσκοπος βρίσκεται σε κοινωνία με τοπικές Παλ/κές Εκκλησίες στη Ρωσία, Ρουμανία, Κύπρο και Κένυα και προεδρεύει Συνόδου 7 συνολικά Αρχιερέων·  έτσι η μνήμη των νεοφανών αυτών Οσίων Πατέρων της καθόλου Ορθοοδόξου Εκκλησίας, θα διαδοθεί και στις χώρες αυτές.

Μας προξενεί λύπη το γεγονός, ότι η διοικούσα Εκκλησία (Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εκκλησία της Ελλάδος), δεν έχει προχωρήσει ακόμη  σε ανάλογη πράξη, κάτι που ασφαλώς θα είχε άλλο ποιμαντικό κύρος και άλλη ιστορική και σημειολογική βαρύτητα. Όμως η διοικούσα Εκκλησία, όχι μόνο στο πρόσωπο ωρισμένων Μητροπολιτών της, αλλά και σε επίπεδο επίσημης πολιτικής,  συνεχίζει την δουλοπρέπεια της Βαυαροκρατίας, παρά το γεγονός ότι οι Όσιοι Χριστοφόρος και Διονύσιος «τώρα δικαιώνονται» (μάλλον από ετών έχουν δικαιωθεί). Τώρα που ο λαός μας βιώνει ένα στιγνό καθεστώς ξενοκρατίας (σε πρώτη φάση οικονομικής και να φυλάξει ο Θεός να μην χαθεί και η εθνική κυριαρχία), οι Όσιοι είναι εξαιρετικά επίκαιροι, διότι το «κινδυνευόμενον» πέραν των υλικών είναι «από αιώνος» τα πευματικά, «αυτή αύτη» η Ορθόδοξη Πίστη, την οποία βίωσαν οι Όσιοι, κήρυξαν και μετέδωσαν και για την οποία τελειώθηκαν ως Ομολογητές, ο δε Παπουλάκος και ως Μάρτυρας.

Προσωπικά δεν περιμένω από τους Έλληνες Επισκόπους (εκτός ολίγων εξαιρέσεων βέβαια) τίποτα, πέραν της χλιδάτης και πομπόδους χοροστασίας σε πανηγύρια. Μου αρκούν και με εκφράζουν όσα γράφει ο Καθηγητής Χρήστος Γιανναράς σε πρόσφατο άρθρο του. Όλοι γνωρίζουμε τι ποιότητα ανθρώπινων χαρακτήρων υπάρχει στο Επισκοπικό σώμα.  Το «yes men» («ναι σε όλα») των πολιτικών προς τα ξένα κέντρα αποφάσεων, ισχύει και στους Αρχιερείς, με το «ναι σε όλα» προς τον εκάστοτε Πατριάρχη ή Αρχιεπίσκοπο. Οπότε, εφ’ όσον οι Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοπου είναι λόγῳ βίου και Πίστεως αντίθετοι προς τους Αγίους του Θεού, γιατί να τους διακηρύξουν;

Το Επισκοπικό σώμα έχει πάψει από πολλού να εκφράζει το εκκλησιαστικό σώμα. Μειοδοσία στην Πίστη (Οικουμενισμός), ηθικός εκφυλισμός (σε σημείο να δικαιώνεται ο π. Ιω. Ρωμανίδης που είπε, ότι «η Εκκλησία κινδυνεύει από τον Κιναιδισμό»), παιχνίδια εξουσίας πάνω σε έναν λαό που χρειάζεται επανευαγγελισμό, αγιομαχία (όπου  δεν συμφέρει τις νέες εκκλησιολογικές τάσεις) ή αγιοκατατάξεις (όπου συμφέρει το παγκάρι), πλουτισμός σε βάρος ενός ποιμνίου που εξαθλιώνεται, Επίσκοποι/Πρίγκιπες χειρότεροι του Τσαρικού καθεστώτος.

Τι να περιμένει  κανείς από τέτοιου είδους ανώτερους ρασοφόρους υπαλλήλους της Ελληνικής Δημοκρατίας; Την αναγνώριση της πτωχείας του εθνεγέρτου Παπουλάκου; Ή την διακονία των Ελληνικών Γραμμάτων, όπως την άσκησε ο Διονύσιος;

Θα ήταν εξαιρετικά παράξενο αν η εκκλησιαστική μας ηγεσία άκουγε την φωνή του ποιμνίου της (κληρικών και λαϊκών) ή τουλάχιστον έβλεπε, ότι η τιμή των εν λόγῳ  Οσίων Πατέρων, παρά την δική της σιγή, έχει διαδοθεί στα πέρατα της οικουμένης, όπου υπάρχει ελληνορθόδοξο στοιχείο και οι Όσιοι τιμώνται ήδη από τον λαό μας, όπως η εκκλησιαστική τάξη και πράξη προβλέπει (με ναούς, εικόνες και ακολουθίες). Ή ότι τα Λείψανά τους τιμώνται ως άγια  και έχουν ήδη διασπαρεί, «προς ευλογίαν των πιστών».

Ο Μητροπ. Θήρας Επιφάνιος, σε επιστολή του προς τον σφόδρα πολέμιο του Παπουλάκου Μητροπ. Ηλείας Γερμανό, γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Ουδέποτε εφαντάσθην, άγιε Ηλείας, ότι έμελλόν ποτε να απολογηθώ, διότι ο ευσεβής κλήρος και λαός της Μητροπόλεώς μου υπολήπτεται και διαφερόντως ευλαβείται τον Χριστοφόρον, δια την γόνιμον και καρποφόρον εν Θηρα κηρυκτικήν του δράσιν. Θα ήμην μάλιστα ο τελευταίος, όστις θα απέτρεπον το ποίμνιόν μου του να αποδίδη τιμήν εις άνδρα Χριστιανόν Ορθόδοξον και βεβαπτισμένον, έχοντα συνείδησιν των εαυτού πράξεων επιδείξαντα θαρραλέαν εμμονήν εις την χριστιανικήν πίστιν, διαπρύσιον κήρυκα του Ευαγγελίου, «διακριθέντα εις τα υπέρ της Ορθοδοξίας ηρωϊκά αγωνίσματα και παθήματα αυτού και τον οσιοπρεπή καθόλου βίον αυτού» και μάλιστα ασυμβίβαστον και δια τούτο διωχθέντα αποινώς, συκοφαντηθέντα και περιορισθέντα υπό της τότε Ιεράς Συνόδου, διότι δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις αυτής».

Η ενέργεια του Παλ/του Μητροπ. Κηρύκου (χωρίς να γνωρίζω τον άνδρα), καταγράφεται ήδη από την Ιστορία. Αλλά και ο λαός του Θεού δεν παραμένει αδιάφορος. Ήδη, όπως πληροφορούμαι, κάποιοι Χριστιανοί (του Νέου Hμερολογίου μάλιστα), προτίθενται να διαθέσουν στη Μητρόπολή του, οι μεν οικόπεδο στην περιοχή Καλαβρύτων για την ανέγερση Ναού του οσ. Χριστοφόρου (ο κ. Κων. Κατσιάρης, Πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Συλλόγων «Ο αρχαῖος Κλείτωρ», ο  οποίος  σύρεται στα Δικαστήρια από τον Μητροπ. Ηλείας (!!!), επειδή δέχεται την αγιότητα του Παπουλάκου), οι δε προσωπική εργασία για την ανέγερση του Ναού  (ο  κ. Παν. Σουλελές, πρ. Πρόεδρος του Συλλόγου Αγιονικολαϊτών Κλειτορίας  και άλλοι).

Λυπούμεθα, αλλά δεν απαγοητευόμεθα. Ελπίζουμε στο άμεσο μέλλον να ελεήσει ο Θεός την Εκκλησία Του και να αναδείξει Μάρκους Ευγενικούς και Γρηγορίους Παλαμάδες, όπως γράφει ο νεοδιακηρυχθείς Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, σε κείμενο που επανέφερε στη δημοσιότητα (προς τιμή του) ο Μητροπ. Γόρτυνος Ιερεμίας.

Α

Διακήρυξις Ὁσίων Χριστοφόρου Παπουλάκου καί Διονυσίου Κολλυβᾶ ὑπό τῆς Μητροπ. ΓΟΧ Μεσογαίας

Ἀπό τήν ‘Ιστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς πληροφορούμεθα, ὅτι  «κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Μητροπολιτικῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπό τήν Κυριακήν 29 Ἰουνίου 2015, εἰς τόν Ἐπισκοπικόν Ἱ. Ν. ἁγ. Αποστόλων Πέτρου καί Παύλου Λαζαράτων Σφακιωτῶν Λευκάδος, θά συνεορτάζεται σύν Θεῷ  και ἡ Σύναξις τῶν νέων Ὁσίων καί Ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ τοῦ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ (+ 1862) καί ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ τοῦ ΚΟΛΛΥΒΑ  ( + 1887)».
Ἀπό τό δημοσιευόμενο στήν συνέχεια ἔγγραφο προκύπτει, ὅτι ὁ Μητροπολίτης ΓΟΧ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος, προχώρησε στήν Διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν προαναφερομένων Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι θα τιμώνται ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ποιμαντικῆς του ευθύνης.

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

ἐπί τῇ Διακηρύξει ὑπό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς τῆς ἁγιότητος τῶν Ὁσίων καί Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν Χριστοφόρου τοῦ Παπουλάκου (+ 1861) καί Διονυσίου τοῦ Κολλυβᾶ (+ 1887), Ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ἐπί τῆ θεσπίσει κοινῆς μετά τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἐτησίου ἑορτῆς αὐτῶν εἰς τον Ἱερόν Ναόν Ἁγίων Ἀποστόλων εἰς το χωρίον Λαζαράτων Σφακιωτῶν Λευκάδος.

Α.Π. 659                                                                                    Ἐν Κορωπίω τῇ 28 Ἰουνίου 2015

Παντί τῷ πληρώματι τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Εκκλησίας.

Τιμιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.

Κατά τόν Ἱερόν Δαμασκηνόν οἱ Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ, τά ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», τά ἱερά ἐκεῖνα πρόσωπα εἰς τά ὁποῖα «διά τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνώκησεν ὁ Θεός». [1] Ἄλλως, «τά πρόσωπα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ἔχουν φθάσει εἰς τήν θέωσιν καί συνιστοῦν τούς μάρτυράς της μέσα εἰς τήν Ἱστορίαν». [2] Ὅμως ἡ θέωσις δέν ἐπιτυγχάνεται ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μόνον καί ἀποκλειστικῶς ἐντός καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Διά τοῦτο καί τά κριτήρια διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος εἶναι πάντοτε ἐκκλησιαστικά καί οὐδέποτε ἀνθρωποκεντρικά/κοσμικά.

Ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος διδάσκει σχετικῶς: «Μία εἶναι, Μία καί Μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινή, ἡ νύμφη ἡ καλή, ἡ ἐκλεκτή…Ποία εἶναι αὐτή; Αὐτή ἡ ἐδική μας ἁγία Μήτηρ, τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ἀνατολική. Πόθεν δῆλον; Ἀπό τήν ἁγιότητα τῶν τέκνων Της. Ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι καί οἱ καρποί. Ἐπειδή οὐ δύναται δένδρον σαπρόν ποιεῖν καρπούς καλούς. Δέν πιστεύετε; Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον θαλάσσης πληθυνθήσονται». [3].

Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος (1660 – 1669), εἰς τήν ἀπάντησί του πρός τούς Παπικούς τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀνάξειξιν Ἁγίων εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054, θέτει ὡς πρώτην, βασικήν καί ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν γνήσιας καί ἀληθινῆς ἁγιότητος, τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, δηλαδή τήν μετοχήν εἰς τό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Γράφει σχετικῶς:

«Τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα. Πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν – ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατά-στασις – καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων. Τό πρῶτον ἐστι καί εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τό δεύτερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. Ἀλλά καί τό τρίτον ἀναγκαιότατον καὐτό εἰς ἀπόδειξιν». [4]

«Τό κείμενο αὐτό – γράφει σύγχρονος Πανεπιστημιακός Καθηγητής – γραμμένο μετά ἀπό δεδομένη Δυτική πρόκληση καί διεπόμενο ἀπό τήν σαφή βούληση νά διασταλεῖ ἡ Ὀρθόδοξη πράξη ἀπό τήν Δυτική παραχάραξη, εἶναι σημαντικότατο γιά τήν θεολογική πληρότητά καί σαφήνειά του. Διαφοροποιεῖ ἀφ’ ἑνός τήν ἀληθή ἀπό τήν ὑποτιθέμενη («σεσοφισμένη», πρβλ. Β’ Πέτρου 1, 16) ἁγιότητα καί ἀφ’ ἑτέρου ἐντοπίζει τήν πιστοποίηση τῆς ἁγιότητος στή θεία καί ὄχι στήν ἀνθρώπινη πλευρά». [5]

Εἰς τό Ὑπόμνημα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναγινώσκομεν:

«Ἅπαντα ἑορτάζομεν, ὅσα ἀγαθοδότως ἡγίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· λέγω δή τούς ὑψηλοτάτους καί ἁγιαστικούς Νόας, τά ἐννέα δηλαδή Τάγματα· τούς Προπάτορας καί Πατριάρχας· τούς Προφήτας καί τούς Ἱερούς Ἀποστόλους· τούς Μάρτυρας καί τούς Ἱεράρχας· τούς Ἱερομάρτυρας καί Ὁσιομάρτυρας· τούς Ὁσίους καί Δικαίους καί ἁπάσας τάς τῶν ἁγίων Γυναίων χορείας· καί τούς ἄλλους Ἅπαντας ἀνωνύμους Ἁγίους, μεθ’ ὧν ἔστωσαν οἱ ἐπιγενησόμενοι». [6]

Εἰς τούς «ἐπιγενησομένους», εἰς τούς Ἁγίους, δηλαδή, οἱ ἀνεδείχθησαν μετά τήν συγγραφήν τοῦ Ὑπομνήματος (14ος αἰ.), περιλαμβάνονται μεταξύ πολλῶν ἄλλων καί οἱ Ὅσιοι καί Θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν Χριστοφόρος ὁ Παπουλάκος καί Διονύσιος ὁ Κολλυβᾶς, οἱ ὁποῖοι πέραν τοῦ ἐπιδειχθέντος ἁγίου βίου των, ἀνεδείχθησαν καί Ὁμολογηταί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως κατά τήν ἐποχήν των, τήν ἐξαιρετικῶς δύσκολον διά τό Ἑλληνικόν Ἔθνος καί τήν Ἐκκλησίαν του ἐποχήν τῆς Βαυαροκρατίας.

Περί τοῦ Ὁσίου Χριστοφόρου ἀρκεῖ ὁ λόγος περί αὐτοῦ συγχρόνου ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέως: «Μία ἐκ τῶν μυρίων ἀποδείξεων τῆς θαυματουργούσης Πίστεως εἶναι ὁ Παπουλάκος. Τί ἦτο ὁ Παπουλάκος; Ἀρχιεπίσκοπος; Μητροπολίτης; Διευθυντής Άποστολικῆς Διακονίας; Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς; Ἱεροκήρυξ; Ἐφημέριος πλουσίας ἐνορίας πόλεως; Εἶχε πτυχία καί διπλώματα καί σπουδάς τοῦ ἐξωτερικοῦ; Τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά. Ὁ Παπουλάκος ἦτο ἕνας ἁπλούς μοναχός, ἐλαχίστων γραμματικῶν γνώσεων, ἀλλ’ ὅ,τι ἔπραξεν ὑπέρ τοῦ λαοῦ, ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, δέν ἠδυνήθησαν νά πράξουν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι τῆς ἐποχῆς του. Φαινόμενο, φαινόμενο μετέωρον, ἀστήρ πού ἐσελάγισεν εἰς τόν οὐρανόν τῆς Ἑλλάδος! Νεώτερος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ὁ Παπουλάκος. «Πίστει» (Ἑβρ. 11,3 κ. ἑ.) καί μόνον πίστει ἀνεδείχθη». [7]

Ὁ Ὅσιος Μοναχός διεκρίθη «εἰς τά τῆς ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡρωϊκά ἀγωνίσματα καί παθήματα αὐτοῦ καί διά τόν ὁσιοπρεπή καθόλου βίον αὐτοῦ».[8] Ὅμως, διά τούς ἀγώνας του ὑπέρ τῆς Πίστεως, τούς ὁποίους ἐνεπνεύσθη ὑπό τοῦ ἐθνεγερτικοῦ κηρύγματος ἄλλου Προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου, ὁ μακάριος μοναχός ἐδιώχθη ὑπό τῆς τότε Ἱερᾶς Συνόδου («Σύνοδον Γραμματέων καί Φαρισαίων, εὐτελέστατον ὄργανον τοῦ κράτους» [9]). Ἀρχικῶς τοῦ ἀπαγορεύθηκε τό κήρυγμα καί «ὡς μή πειθαρχήσας» συνελήφθη κατόπιν προδοσίας, ἐφυλακίσθη εἰς τάς φοβεράς φυλακάς τοῦ Ρίου καί τελικῶς ἐξορίσθη εἰς τήν Θήραν ἀρχικῶς καί εἰς τήν Ἄνδρον τελικῶς, ὅπου φρουρούμενος εἰς κελλίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναχράντου μετέστη πρός Κύριον, τήν 18ην Ἰανουαρίου 1861.

Ὁ Διδάσκαλος τοῦ Γένους Ὅσιος Διονύσιος ὁ Ἐπιφανιάδης, ὁ νεοφανὴς ἀσκητὴς τῆς Σκιάθου, ὑπῆρξεν λόγιος κληρικός, χρηματίσας διδάσκαλος ἐν Πάρῳ καί ἐν ΚΠόλει, σύμβουλος τῶν Πατριαρχῶν Γρηγορίου Στ’ καί Ἀνθίμου Ζ’. Καθοδηγητής τῶν διαπρεπῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων λογοτεχνῶν Ἀλ. Παπαδιαμάντη καί Ἀλ. Μωραϊτίδη, διέπρεψεν ὡς Ἡγούμενος, ἱδρυτής καί ἀναστηλωτής μονῶν (ἐν Σκιάθῳ, Ὕδρᾳ καί Σύρῳ). Προηγουμένως ἐμαθήτευσεν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, εἰς τήν Ἱεράν Μονήν ἁγ. Παντελεήμονος, ὅπου ἐδέχθη τό Μέγα καί Ἀγγελικόν Σχῆμα καί τήν Ἱερωσύνην καί ἀνεδείχθη συνεχιστής τοῦ ἔργου τῶν Κολλυβάδων Πατέρων. Διέλαμψεν ὡς φωστὴρ εὐσεβείας, χρηστοηθείας καὶ ἐλεγκτικοῦ κηρύγματος. Εἰρηνικός, εὐχόμενος, νήφων, ἱλαρὸς δότης, ἐλεήμων, φιλόξενος καὶ πλήρης Ὀρθοδόξου φρονήματος, ἀνεδείχθη ἐφάμιλλος τῶν πάλαι Ὁσίων Πατέρων, διὸ καὶ ἠξιώθη προορατικοῦ καὶ διορατικοῦ χαρίσματος. Δι’ αὐτόν ἐλέχθη, ὅτι «ἐάν ἐγεννᾶτο πρό τοῦ δ’ αἰῶνος θα ἦτο Μάρτυς, ἐάν μετά τόν δ’ Ὅσιος». [10]

Ἤσκησε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ το διδασκαλικόν ἔργον, τροφοδοτῶν τήν πίστιν, τήν ἑλληνομάθειαν καί τήν φιλοπατρίαν τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων. Συμμετεῖχε εἰς τούς ἀπελευθερωτικούς ἀγώνας τῆς Πατρίδος καί διεκρίθη ὡς συγγραφεύς ἱστορικῶν, φιλοσοφικῶν, ποιητικῶν καί ὑμνογραφικῶν ἔργων.

Διὰ τοὺς ἐλεγκτικοὺς αὐτοῦ λόγους πρὸς τὸν τότε Βασιλέα Ὄθωνα καί τούς Βαυαρούς Ἀντιβασιλεῖς, ἐξωρίσθη εἰς Ὕδραν καὶ Θήραν.

Ἐκοιμήθη εἰρηνικῶς τήν 30ην Δεκεμβρίου 1887, τιμᾶται ὡς Ἅγιος ὑπό τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, διδάσκει διά τοῦ βίου καί τῶν διδαχῶν του καί θαυματουργεῖ.

Οἱ δύο ἱεροί ἄνδρες Χριστοφόρος καί Διονύσιος συνηντήθησαν ἐξόριστοι εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Προφήτου Ἠλιοῦ Θῆρας, ὅπου καί οἱ δύο ἤσκησαν κηρυκτικήν δραστηριότητα ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ λαοῦ, ὥστε ἡ μνήμη των νά ἔχει ἐπιβιώσῃ μέχρι σήμερον ἀγαθή ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ πληρώματι. Τά Λείψανά των τιμῶνται ὡς ἅγια· ἱεραί εἰκόνες των ἔχουν ἀπό πολλοῦ φιλοτεχνηθεῖ· Ἀκολουθίαι πρός τιμήν των εὑρίσκονται ἤδη εἰς τήν διάθεσιν τῶν φιλαγίων καί φιλακολούθων πιστῶν. Μένει ἡ ἐπίσημος ἀποδοχή τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς γνώμης ὑπό τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἡ Πανορθοδόξω Συνοδικῇ διαγνώμῃ διακήρυξις τῆς ἁγιότητος αὐτῶν καί ἡ ἐγγραφή τῆς μνήμης των εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας.

Ἤδη πρό 63 ἐτῶν, ἐγράφετο προφητικῶς διά τόν Ὅσιον Χριστοφόρον: «Παπουλάκος! Τύπος ἀποστολικοῦ Ἱεροκήρυκος. Παπουλάκος! Θρύλος. Παπουλάκος! Σύνθημα ἀγώνων. Παπουλάκος! Ἅγιος. Ἄς τιμηθεῖ, λοιπόν, τό ὄνομά του πρεπόντως. Καί ἐἀν ἡ ἐπίσημος Ἐκκλησίας θελήσει νά ἐπιμείνῃ εἰς τήν ἄδικον κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 1852, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνική κοινωνία ἄς κινηθῇ διά νά ἀποδώσῃ τήν τιμήν… (Διότι) δυστυχῶς καί μετά τόσα ἔτη ἐλευθέρου βίου, κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ὁ Καίσαρ, τό Μασονικόν Κράτος, τό ὁποῖον ἐκδίδει νόμους καταργοῦντας τούς νόμους τῆς Καινῆς Διαθήκης καί οἱ Ἐπίσκοποι παρίστανται ὡς ἁπλοῖ ὑπηρέται καί εὐτελεῖς διεκπεραιωταί τῶν θελήσεων τοῦ Κράτους». [11]

Ὅθεν

ΕΠΟΜΕΝΟΙ

τῆς αἰωνοβιότου πράξεως τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως πρός τήν ὁποίαν, κριτήριον διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος ἑνός Ἁγίου εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ὁποίας ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος καί ἀποδεχόμενοι καί ἐκφράζοντες τήν κρίσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος τῆς καθ’ ἡμᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κρίσις ἀναγνωρίζει τούς θεοφιλῶς ζήσαντας καί ὁσιακῶς τελειωθέντας Πατέρας Χριστοφόρον Παπουλάκον καί Διονύσιον Κολλυβάν ὡς Ἁγίους, καί

ΛΑΒΟΝΤΕΣ ΥΠ’ ΟΨΙΝ

καί τήν ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικήν ἀπόφανσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποίαν «ἡ ἐγγραφή ἑνός ἱεροῦ προσώπου εἰς τό ἑορτολόγιον τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν Ὁποίαν ἀνῆκει, καθώς καί ἡ ρύθμισις τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, ἐπαφίενται εἰς τήν ποιμαντικήν διάκρισιν τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων»,

ΘΕΣΠΙΖΟΜΕΝ

ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἐξῆς, οἱ Ὅσιοι Χριστοφόρος καί Διονύσιος, συναριθμοῦνται τοῖς Ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας, τιμώμενοι παρά τῶν πιστῶν κατά τά προβλεπόμενα ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ἤτοι δι’ ἀφιερώσεως ναῶν εἰς τήν μνήμην αὐτῶν καί δι’ ἁγιογραφήσεως ἱερῶν αὐτῶν εἰκόνων καί διά τῆς φιλοπονήσεως πρός τιμήν των Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί διά τῆς ἐκδόσεως τοῦ Βίου αὐτῶν, πρός οἰκοδομήν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί δόξαν τοῦ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὁ μέν Ὅσιος Χριστοφόρος τῇ 18η μηνός Ἰανουαρίου, ὁ δέ Ὅσιος Διονύσιος τῇ 30η μηνός Δεκεμβρίου.

Τά δέ Λείψανα αὐτῶν, τιμηθέντα δι’ εὐωδίας, κατά τήν Πατερικήν διδασκαλίαν καί γνώμην[12] τιμῶνται ἀπό τοῦ νῦν ὡς Λείψανα ἱερά καί ἅγια.

Ἐπί τούτοις θεσπίζομεν, ὅπως ἀπό τοῦ νῦν ὁ Ἱερός Ναός Ἁγίων Ἀποστόλων Λαζαράτων Λευκάδος, τιμᾶται καί  ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ὁσίου Χριστοφόρου τοῦ Παπουλάκου και Ὁσίου Διονυσίου τοῦ Κολλυβά καί   ἑορτάζεται ἀπό κοινοῦ ἡ μνήμη των μετά τῶν Ἁγίων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

[1] Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις  ἀκριβής  τῆς  Ὀρθοδόξου  Πίστεως», PG 94, 1164Β –1168C.

[2]  Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἁγιότης Μαρτυρουμένη», Λευκωσία  1989, σελ. 4.

[3] Ὁσ. Ἀθανασίου  τοῦ  Παρίου, «Ὁ  ἅγ. Γρηγόριος  ὁ  Παλαμᾶς  καί  ὁ Ἀντίπαπας», Θεσσαλονίκη  1981, σελ. 258.

[4] «Πρός  τάς  προσκομισθείσας  θέσεις  παρά  τῶν  ἐν Ἱεροσολύμοις  φρατόρων, διά  Πέτρου  τοῦ αὐτῶν  μαϊστορος, Περί  τῆς  ἀρχῆς  τοῦ  Πάπα  ἀντίρρησις», Ἰάσιο  1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός  Πέτρον Κλαίρκιον – Περί  τῶν  μετά  τό  σχίσμα  Ἁγίων  τῆς  Ὀρθοδόξου  Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας  καί  τῶν  γονομένων  ἐν  αὐτῆ  θαυμάτων», 1844, σελ. 6.

[5] π. Γ. Μεταλληνοῦ  αὐτ. σελ. 6 – 7.

[6] Νικηφόρου Καλλίστου  τοῦ  Ξανθοπούλου, Ὑπόμνημα  Κυριακῆς  Ἁγίων  Πάντων.

[7]Αὐγουστίνου Καντιώτου, 1968 κ. ἑ. Μητροπ. Φλωρίνης (Ν.Ε.), Περιοδικόν «Χριστιανική Σπίθα», φ. 137, Δεκ. 1952.

[8]  Κ. Μ. Ραλλη, «Περί τῆς τῶν Ἁγίων ἀνακηρύξεως»· Ἑκατονταετηρίς Ἐνθικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 18371937· Ἐπιστημονικαί συμβολαί. Ἀθῆναι, σελ. 20‐21.

[9] Αὐγουστίνου Καντιώτου, αὐτ.

[10] Ἀλ. Παπαδιαμάντης.

[11] Αὐγ. Καντιώτου αὐτ.

[12] Πρβλ. ἁγ. Νικοδήμου  τοῦ    Ἁγιορείτου: «Εἶναι  γνώμη  τῶν  διδασκάλων  τῆς  Ἐκκλησίας  μας, ὅτι  τῶν μέν  Ὁσίων  τά  Λείψανα  δέν προσκυνοῦνται  ὡς  ἅγια, ἄν  ὁ  Θεός  δέν  ἀποδείξη  δι’ αὐτῶν  θαύματα  ἤ  τό ὀλιγώτερον  τά  τιμήση  διά  τῆς  εὐωδίας, μέ  τό  νά  μήν  εἶναι  ἀποδεδειγμένα  εἰς  τούς  ἀνθρώπους  ἡ  ἐν κρυπτῶ  πίστις  καί  ἀγάπη  αὐτῶν  πρός  τόν  Θεόν» («Νέον  Μαρτυρολόγιον», σημ. σελ. 24).

ΠΗΓΗ.ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Η πέτρα της πίστεως, ο Απόστολος Πέτρος και το πρωτείο εξουσίας

Πρεσβ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι.Ν. Παναγίας Μυριδιωτίσσης Νέου Φαλήρου Πειραιώς 

Εν Πειραιεί 27-6-2012

Όταν ο Κύριος και οι Μαθητές Του έφθαναν «εις τα μέρη της Καισαρείας της Φιλίππου»[1], ρώτησε, κατά τον Ευ. Ματθαίο, τους Αποστόλους, να Του αποκριθούν ποιά γνώμη είχαν οι άνθρωποι γι’ Αυτόν. Εκείνοι Του αποκρίθηκαν : «Οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, έτεροι δε Ιερεμίαν ή ένα των προφητών»[2].
«Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;»[3] τους ξαναρώτησε ο Κύριος. Στην ερώτηση αυτή αποκρίθηκε τότε ο Απ. Πέτρος και είπε: «Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος»[4].
Από την απάντηση αυτή χάρηκε τότε ο Κύριος και, στρεφόμενος προς το μέρος του, είπε: «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής»[5].

Από τα πιο πάνω λόγια φαίνεται καθαρά ότι ο Απ. Πέτρος μίλησε εξ ονόματος όλων των Μαθητών και εξ αιτίας της πρωτοβουλίας του αυτής και άλλων παρομοίων χαρακτηρίσθηκε από τους αγίους Πατέρες ως «πρόκριτος των Αποστόλων», «έξαρχος», «κορυφαίος» κ.ο.κ.
Το ότι με τη λέξη «πέτρα» ο Κύριος εννοούσε την ομολογία της θεότητός Του, γίνεται φανερό και από το θηλυκό γένος της λέξεως αυτής. Δεν είπε, δηλ., ο Κύριος «και σε σένα, τον Πέτρο, θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου», αλλά «στην «πέτρα» αυτή, που προ ολίγου ομολόγησες για την θεότητά μου, θα οικοδομηθεί η Εκκλησία, που για τον λόγο αυτό θα είναι ασάλευτος στους αιώνες»[6]. Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι η «πέτρα», για την οποία έκανε λόγο ο Κύριος, ήταν η πίστη στα θεϊκά Του λόγια και γενικότερα στη θεία Του φύση.
Οι άγιοι Πατέρες στη λέξη «πέτρα» είδαν την ομολογία της θεότητος του Κυρίου, επάνω στην οποία στηρίχθηκε η Εκκλησία, που για τον λόγο αυτό ακριβώς είναι ακατάλυτη και ακατανίκητη μέσα στους αιώνες[7].

Ο άγιος Κύριλλος λέει: «Φρονώ ότι με την λέξη «πέτρα» πρέπει να εννοήσουμε την ακλόνητη πίστη των Αποστόλων»[8]. Ο άγιος Ιλάριος, επίσκοπος Πουατιέ, λέει: « ‘Πέτρα’ είναι η ευλογημένη και μοναδική πέτρα της πίστεως, που ομολογήθηκε από το στόμα του Αγίου Πέτρου˙ πάνω σ’ αυτή την πέτρα ομολογίας πίστεως θεμελιώθηκε η Εκκλησία»[9].
«Ο Θεός» , όπως λέει ο άγιος Ιερώνυμος, «ίδρυσε την Εκκλησία Του πάνω σ’ αυτή την πέτρα, κι απ’ αυτή την πέτρα ο Απ. Πέτρος πήρε την ονομασία του»[10]. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: ««Επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν», δηλ. πάνω στην πίστη της ομολογίας».
Ποιά ήταν η ομολογία του Αποστόλου; «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεου του ζώντος»[11].
Ο άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων[12], ο άγιος Βασίλειος Σελευκείας και οι άγιοι Πατέρες της Δ΄ Οικ. Συν. της Χαλκηδόνος τα ίδια ακριβώς διδάσκουν.
Ο άγιος Αυγουστίνος, ο μεγαλύτερος λατίνος θεολόγος, γράφει: «Τί σημαίνουν οι λόγοι «επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν»; Σημαίνουν ότι πάνω σ ’αυτή την πίστη, πάνω σ’ αυτά τα λόγια: «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος»[13].
«Πάνω σ’ αυτή την πέτρα της ομολογίας σου θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου. Η δε πέτρα ήταν ο Χριστός»[14]. Η γνώμη του αγίου Αυγουστίνου πάνω σ’ αυτό το περίφημο χωρίο ήταν και γνώμη ολόκληρης της Χριστιανοσύνης στην εποχή του[15].

Γιατί τα αναφέραμε όλ’ αυτά; Επειδή, δυστυχώς, το χωρίο αυτό περί της πέτρας έχει υποστεί κατάφωρη παρερμηνεία εκ μέρους των αιρετικών παπικών και λατίνων.

Μία από τις καινοτομίες, κακοδοξίες και αιρέσεις του Παπισμού είναι και το περιβόητο πρωτείο εξουσίας του πάπα. Κατά την επίσημη διδασκαλία του Παπισμού, ο επίσκοπος Ρώμης κατέχει την ύψιστη και καθολική εξουσία εφ’ όλης της Εκκλησίας, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, υπερέχει όλων των άλλων επισκόπων, τους οποίους εγκρίνει, εκλέγει, ελέγχει και διοικεί. Θεωρεί τον εαυτό του κεφαλή της Εκκλησίας, λίθο ακρογωνιαίο και άμεσο διάδοχο του Απ. Πέτρου, πρωτεύοντα μεταξύ των Αποστόλων, όχι ως προς την τιμή, αλλά ενδεδυμένο με υπέρτατες εξουσίες επί της Εκκλησίας. Αυτό αποτελεί δόγμα για τον Παπισμό, το οποίο έλαβε άκαμπτο περιεχόμενο κατά την Α΄ Βατικάνειο Σύνοδο το 1870.

Για να στηρίξουν και να δικαιολογήσουν την ασυναρτησία, την κακοδοξία, την αίρεση του παπικού πρωτείου, ανάμεσα στα άλλα (ψευδοκωνσταντίνειες-ψευδοϊσιδώρειες δωρεές), επικαλούνται και το ανωτέρω χωρίο[16], που αναλύσαμε.
Κατά τους παπικούς, ο Κύριος χαρακτήρισε ως «πέτρα» τον Απ. Πέτρο, κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομά του, ο οποίος είναι ο θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας, ο κλειδούχος των ουρανών και ο ταμιούχος της Χάριτος.
Και αφού ο πάπας είναι διάδοχος του Απ. Πέτρου, κληρονομεί, θείω δικαίω, όλα τα του Πέτρου. Ο Απ. Πέτρος διαχειρίζεται ως μονάρχης τα πάντα στην Εκκλησία, επομένως μονάρχης και κυρίαρχος της Εκκλησίας είναι και ο διάδοχός του, ο πάπας.

Πού, όμως, υπονοείται ότι ο Απ. Πέτρος είναι ο θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας, ο μόνος ταμιούχος της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος; Πουθενά. Όπως προαναφέραμε, τόσο ο Ίδιος ο Κύριος, όσο και η Κ.Δ., αλλά και η συμφωνία των αγίων πατέρων (consensus partum), λένε ότι πέτρα και λίθος ακρογωνιαίος είναι ο Χριστός[17].

Το ανίσχυρο και ανυπόστατο της απόψεως περί πρωτείου εξουσίας του Απ. Πέτρου καταδεικνύεται και από τα εξής γεγονότα :

1. Στην Αποστολική Σύνοδο, που συνεκλήθη στα Ιεροσόλυμα το 49 μ.Χ., πρόεδρος ήταν ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, η γνώμη του οποίου περί του θέματος της περιτομής των εθνικών έγινε αποδεκτή από όλους τους Αποστόλους.
Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε αυτός θα ήταν πρόεδρος της Αποστολικής Συνόδου και όχι ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, και αυτού (του Απ. Πέτρου) τη γνώμη θα ασπάζονταν οι Απόστολοι και όχι του αγίου Ιακώβου. Όμως, δεν έγινε έτσι.

2. Στο επεισόδιο του διαπληκτισμού μεταξύ των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου περί του θέματος της περιτομής των εθνικών, επεκράτησε τελικά η θέση του Απ. Παύλου, υποχωρούντος του Απ. Πέτρου. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε θα επέβαλε μοναρχικά τη γνώμη του και δεν θα υποχωρούσε. Όμως, δεν έγινε έτσι.

3. Κατά την Πεντηκοστή, βλέπουμε ότι το Άγιον Πνεύμα εκάθισε με τη μορφή πυρίνων γλωσσών σε καθένα από τα κεφάλια των Αποστόλων ισομερώς και ισόποσα. Όλοι οι Απόστολοι διαμοιράστηκαν την ίδια γλώσσα. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε θα έπρεπε ή το Άγιον Πνεύμα να καθίσει αποκλειστικά και μόνον στον Απ. Πέτρο χωρίς να φωτίσει τους υπολοίπους ένδεκα, ή κάποια γλώσσα μεγαλύτερη και ανισότερη από τις υπόλοιπες να καθίσει στο κεφάλι του Απ. Πέτρου. Όμως, δεν έγινε έτσι.

4. Όταν ο Χριστός ομιλούσε στους Μαθητές Του για το Πάθος Του, τον Σταυρικό θάνατο, την ταφή και την Ανάσταση, τότε ο Απ. Πέτρος, ανθρωποπρεπώς και κοσμικώς σκεπτόμενος, άρχισε να Τον επιτιμά και προσπάθησε να μεταπείσει, να αποδιώξει και να αποτρέψει τον Κύριο από το πικρό ποτήριον του Σταυρού και του θανάτου.
Τότε, όμως, εισέπραξε από τον Κύριό μας ένα πολύ αυστηρό και σκληρό χαρακτηρισμό : «Ύπαγε οπίσω μου Σατανά˙ σκάνδαλόν μου ει˙ ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων»[18]. Ο ίδιος ο Κύριος αποκαλεί τον Απ. Πέτρο σατανά και σκάνδαλο! Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε δεν θα τον χαρακτήριζε έτσι ο Κύριος, αλλά θα έπρεπε να ακούσει τον Απ. Πέτρο και να αποφύγει τον Σταυρικό θάνατο. Όμως, δεν έγινε έτσι.

5. Είναι γνωστή η τριπλή άρνηση του Απ. Πέτρου, αλλά και η μετά δακρύων μετάνοιά του και η αποκατάστασή του στο Αποστολικό αξίωμα από τον ίδιο τον Κύριο. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε δεν θα χρειαζόταν να μετανοήσει και να επαναποκατασταθεί στο αξίωμά του. Θα παρέμενε αμετανόητος, όπως ο Ιούδας, και εκτός Χριστού. Όμως, δεν έγινε έτσι.

6. Η παράδοση της Εκκλησίας μαρτυρεί ότι Μήτηρ των (Ορθοδόξων) Εκκλησιών είναι η Σιών, τα Ιεροσόλυμα και όχι η Ρώμη, λόγω της δράσεως του Ιησού Χριστού. «Χαίρε Σιών αγία, Μήτηρ των Εκκλησιών»[19]. Εάν ο Απ. Πέτρος είχε πρωτείο εξουσίας, τότε θα έπρεπε Μήτηρ των Εκκλησιών να είναι η Ρώμη. Όμως, δεν συμβαίνει έτσι.
Η διαφορετική ερμηνεία των λόγων αυτών από τους παπικούς οφείλεται στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν εσκεμμένα την πτώση των παπών στο λάκκο της κενοδοξίας, της αλαζονίας, της δαιμονικής υπερηφανείας και του εωσφορικού εγωισμού, που είναι τόσο μεγάλη, ώστε να χαρακτηρίζεται από τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς ως τέταρτη μέσα στην ιστορία, ύστερα από τις πτώσεις του Σατανά, του Αδάμ και του Ιούδα[20].

Εν κατακλείδι, οι ορθόδοξες θέσεις, που αποδέχεται η Εκκλησία μας περί του θέματος, είναι οι εξής :

1. Ο Ιησούς Χριστός έδωσε στους Αποστόλους Του την ίδια ακριβώς εξουσία, που έδωσε και στον άγιο Πέτρο.

2. Οι Απόστολοι ουδέποτε αναγνώριζαν στο πρόσωπο του αγίου Πέτρου τον τοποτηρητή του Ιησού Χριστού και τον αλάθητο διδάσκαλο της Εκκλησίας.

3. Ο άγιος Πέτρος ουδέποτε θεωρούσε πως ήταν πάπας και ουδέποτε ενεργούσε κατά τον τρόπο, με τον οποίο ενεργούν οι πάπες.

4. Οι Σύνοδοι των πρώτων τεσσάρων αιώνων, αναγνωρίζοντας την υψηλή θέση, που οι επίσκοποι Ρώμης κατείχαν στην Εκκλησία, χάρη στη σπουδαιότητα της Ρώμης, απέδιδαν στον επίσκοπο Ρώμης μονάχα πρωτείο τιμής, αλλά ουδέποτε πρωτείο εξουσίας ή δικαιοδοσίας.

5. Οι άγιοι Πατέρες, στο περίφημο χωρίο «συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν», ουδέποτε θεωρούσαν ότι εύρισκαν το νόημα ότι η Εκκλησία οικοδομήθηκε πάνω στον Απ. Πέτρο (super Petrum)˙ θεωρούσαν ωστόσο ότι εύρισκαν σ’ αυτό το χωρίο το νόημα ότι η Εκκλησία οικοδομήθηκε πάνω στην πέτρα (επί τη πέτρα – super petram), δηλ. πάνω στην ομολογία πίστεως του Αποστόλου[21].

Παρ’ όλη την ξεκάθαρη και κρυστάλλινη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί του θέματος του πρωτείου, ο μεν Πάπας παραμένει αμετανόητος, διεκδικώντας παγκόσμια εξουσία, προτείνει και επιβάλλει την «ένωση των Εκκλησιών» υπό το μοντέλο και τον τύπο της Ουνίας.
Να γίνει δηλ. μια «ουνιτική ένωση των Εκκλησιών», όπου η κάθε «Εκκλησία» θα διατηρήσει μεν και δεν θα αλλάξει τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμά της (ασχέτως αν αυτά είναι σύμφωνα με την Παράδοση, την Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο, τις Οικ. Συνόδους, τους Ιερούς Κανόνες, τους αγίους Πατέρες και τα συγγράμματά τους), αλλά θα αναγνωρίζει δε το πρωτείο εξουσίας του Πάπα εφ’ όλης της οικουμένης, θα τον μνημονεύει στις ακολουθίες και τα δίπτυχα και θα εξαρτάται απ’αυτόν. Ο Πάπας όλα μπορεί να τα αλλάξει και να τα αποποιηθεί.
Μόνο δύο πράγματα δεν μπορεί να αποχωριστεί˙ το πρωτείο και το αλάθητο. Οι δε Ορθόδοξοι Οικουμενιστές, μέσω του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Παπικών, προωθούν την αναγνώριση του παπικού πρωτείου εξουσίας, προσπαθούν να κάνουν μία άμικτη μίξη μεταξύ συνοδικού θεσμού και παπικού πρωτείου και ομιλούν για μετασυνοδικότητα[22].
Στόχος είναι η προβολή του αντιχρίστου Πάπα ως παγκοσμίου πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτου, ο οποίος με τη σειρά του θα παραδώσει την εξουσία του κόσμου στον Αντίχριστο.
Ποιόν θα ακολουθήσουμε, λοιπόν, και με ποιόν θα πάμε; Με τον Πάπα, τους Οικουμενιστές και τον Αντίχριστο ή με τον Απ. Πέτρο και τον Χριστό; Με το θηρίον ή με το Αρνίον; Η τελική έκβαση της ιστορίας και η νίκη ανήκει στο Εσφαγμένο Αρνίο.

[1] Ματθ. 16,13.
[2] Ματθ. 16,14.
[3] Ματθ. 16,15.
[4] Ματθ. 16,16.
[5] Ματθ. 16,17.
[6] ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Αθήναι 1979, σ. 304.
[7] ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΙΤΣΙΛΚΑΣ, Η αληθινή «πέτρα» της πίστεως και της ζωής˙ η πίστη στη θεία φύση του Κυρίου, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη,  σσ. 10-13.
[8] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ, Περί  Αγίας Τριάδος, βιβλίο 4ο.
[9] ΑΓΙΟΣ ΙΛΑΡΙΟΣ,  Περί  Αγίας Τριάδος, βιβλίο 2ο, 6ο.
[10] ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, Εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, βιβλίο 6ο.
[11] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία 53η.
[12] ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ, Εις την προς Εφεσίους επιστολή του  Απ. Παύλου, Β΄ κεφ.
[13] ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΙΠΠΩΝΟΣ,  Εις την Α΄ επιστολήν του Αγ. Ιωάννου, Β΄ πραγματεία.
[14] Του ιδίου,  Εις το κατά  Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία 124η.
[15] Γνωρίζετε το αληθινό πρόσωπο του παπισμού; Γνωρίζετε ότι ο παπισμός είναι αίρεση; εκδ.  Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη, σσ. 28-29.
[16] Ματθ. 16,18-19.
[17] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΚΟΡΗΣ, Παπικές πλάνες˙ σύντομος έλεγχος και ανασκευή, Αθήναι 1996, σσ. 29,30,35.
[18] Ματθ. 16,23.
[19] 3ο κεκραγάριο τροπάριο του πλ.δ’ ήχου του Μεγάλου Εσπερινού του Σαββάτου.
[20] ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αθήναι 1970, σ. 152.
[21] Γνωρίζετε το αληθινό πρόσωπο του παπισμού; Γνωρίζετε ότι ο παπισμός είναι αίρεση;  εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη, σ. 30.
[22] Σχ. βλ. Η ευχαριστιακὴ εκκλησιολογία, την οποία κηρύσσει ο Μητρ. Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας. Χαρακτηρίζεται η «ευχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» ως ο Δούρειος ίππος, μέσω του οποίου θα ενωθει το μεγαλύτερο τμήμα των μελών της Ορθοδόξου Εκκλησίας με το Βατικανό. (Η αίρεση της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας συνδέεται με το Πρωτείο του Πάπα). Ο Σεβ. Περγάμου αναπτύσσει την θεωρία της ιερότητος του πρωτείου του Πάπα, το οποίο η εκκοσμικευμένη Ορθοδοξία δεν ηδύνατο να  κατανοήσει. Ο ίδιος ο Περγάμου έχει πει : «Κοσμικοί παράγοντες, οι οποίοι κυριαρχούσαν τότε στην εκκοσμικευμένη Ορθοδοξία δεν της επέτρεψαν να δει την Ιερότητα του πρωτείου» και «Η Εκκλησία έχει ανάγκη το παπικό πρωτείο».
(«Βαρύταται κατηγορίαι επί αιρέσει εναντίον του φιλοπαπικού Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου», Ορθόδοξος Τύπος  (13-4-2012) 1,7 και Bose Ιταλίας, Ορθόδοξος Τύπος (16-7-1999) και  Ορθόδοξος Χριστιανικός Αγωνιστικός Σύλλογος «ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ» και Φιλορθόδοξος Ένωσις «ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ»,  «Οι βασικές κακοδοξίες του αιρετικού επισκόπου κ. Ζηζιούλα», Κοσμάς Φλαμιάτος 10 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2011) 15).
Επίσης, ο Μητρ. Προύσης Ελπιδοφόρος Λαμπρινιάδης (Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ηγούμενος Ι.Μ. Χάλκης και Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ.) έχει αναπτύξει την λατινογενή «μετασυνοδική» εκκλησιολογία. Ο ίδιος ισχυρίζεται : «Η άρνηση αναγνωρίσεως πρωτείου τινός στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ενός πρωτείου το οποίο δεν μπορεί να ενσαρκώσει παρά κάποιος Πρώτος – τουτέστι κάποιος Επίσκοπος, ο οποίος έχει το προνόμιο να είναι ο πρώτος μεταξύ των αδελφών του Επισκόπων – συνιστά αίρεση. Είναι απαράδεκτο αυτό που συνήθως λέγεται ότι η ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων διασφαλίζεται είτε υπό μιάς κοινής πίστεως και λατρείας είτε υπό του θεσμού της Οικουμενικής Συνόδου. Και οι δύο αυτοί παράγοντες είναι απρόσωποι, ενώ στην ορθόδοξη θεολογία μας η αρχή της ενότητάς μας είναι πάντοτε ένα πρόσωπο. Πράγματι, όπως στο επίπεδο της Αγίας Τριάδος η αρχή της ενότητας δεν είναι η θεία ουσία, αλλά το πρόσωπο του Πατρός (η «μοναρχία» του Πατρός), έτσι και στο εκκλησιολογικό επίπεδο, στην τοπική εκκλησία, το σημείο της ενότητας δεν είναι το πρεσβυτέριο ή η κοινή λατρεία των χριστιανών, αλλά το πρόσωπο του Επισκόπου. Επομένως, επί πανορθοδόξου επιπέδου η αρχή της ενότητας δεν μπορεί να στηρίζεται επί μίας ιδέας η ενός θεσμού, αλλά πρέπει να είναι κάποιο πρόσωπο, αν βέβαια θέλουμε να παραμείνουμε συνεπείς στη θεολογία μας».
(Επίσκεψις  698 [31-03-2009], Σύναξη Κληρικών και Μοναχών, ««Ουκ εσμέν των Πατέρων σοφώτεροι»˙ αναίρεση της επιχειρηματολογίας του Οικουμενισμού με αφορμή την ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στη Μεγίστη Λαύρα», Φώτης Κόντογλου, έκδ. Σύναξη Ορθοδόξων Ρωμηών, Τρίκαλα, Χριστούγεννα 2011, σ. 82 και Ορθόδοξος Τύπος (2-12-2011) 6 και Θεοδρομία ΙΓ΄ (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2011) 635-6).
impantokratoros.gr

 

Ο Απόστολος Παύλος και η Νικόπολη.(Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου († 2012)

 

Πηγή: el.wikipedia.org

nikopoli_meletios-page-001 nikopoli_meletios-page-002 nikopoli_meletios-page-003 nikopoli_meletios-page-004 nikopoli_meletios-page-005 nikopoli_meletios-page-006 nikopoli_meletios-page-007 nikopoli_meletios-page-008 nikopoli_meletios-page-009 nikopoli_meletios-page-010 nikopoli_meletios-page-011 nikopoli_meletios-page-012

 

O Nικοπόλεως Ευγένιος και η Σύνοδος της Χαλκηδόνος (Μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυρού Μελετίου)

Μελέτιος-600x439

26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-001 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-002 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-003 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-004 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-005 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-006 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-007 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-008 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-009 26-Mitropolitou20Nikopoleos-σελίδα-010

cid:image001.jpg@01D055A6.BB57A600

 

Εορταστική, του εκ Κορωνησίας Οσίου Ονουφρίου

αρχείο λήψης

Γράφει ο Κων/νος Δημ. Ρώσσος

Όπως γνωρίζετε, στις 12 Ιουνίου κάθε χρόνο εορτάζεται η μνήμη του εκ Κορωνησίας Οσίου Ονουφρίου.
Και στις 11 την παραμονή το απόγευμα ψέλνεται ο Εσπερινός και ακολουθεί λιτάνευση.
Όπως άλλωστε γνωρίζετε ότι η Ιερά Μητρόπολη Άρτας, τον Όσιο Ονούφριο, τον συγκαταλέγει μεταξύ των μαρτύρων και αγωνιστών της Αρτινής γης, μεταξύ του Καραϊσκάκη, του Μπότσαρη, του Μάξιμου Γραικού και άλλων.
Έτσι λοιπόν η τίμηση αυτή, του εκ Κορωνησίας Οσίου Ονουφρίου, οι Αρχές της Άρτας οι προσκυνητές και οι Κορωνησιώτες ό, που γης, κάθε χρόνο προσπαθούν να έχει τη δέουσα λαμπρότητα και τον δέοντα σεβασμό, λόγω της διαρκούς προσφοράς του στην ορθή Πίστη και την Ορθοδοξία στην περιοχή μας, αλλά και σε μια ευρύτερη περιοχή του πάλαι ποτέ Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Ως ερευνητής και συγγραφέας, έχω εκπονήσει περίπου τρία βιβλία για τον εν λόγω Άγιο, στα οποία αναφέρεται όλη η ζωή του και ο αγώνας που έκανε εναντίον των Οθωμανών, αλλά και εναντίον των Λατίνων που ήθελαν να επιβάλουν τον Καθολικισμό της Παπικής Εκκλησίας εις βάρος της Ορθόδοξης.
Κάθε χρόνο, προσπαθούσαμε κατά την λιτάνευση που γίνεται την παραμονή μετά τον Εσπερινό, να συνοδεύει και μια φιλαρμονική, προς τιμήν Του.
Παρακαλούμε το Δήμο , να μας παραχωρήσει για την λιτάνευση, την φιλαρμονική του «Σκουφά».
Το βράδυ της ημέρας της εορτής του Οσίου, δηλαδή στις 12 Ιουνίου, πρόκειται να παρουσιάσω το τρίτο μου βιβλίο για τον εκ Κορωνησίας Οσίου Ονουφρίου.
Το μόνο που θα παρακαλέσω τον αξιότιμο κ. Δήμαρχο είναι – και αν δύναται ο Δήμος-, να διαθέσει για τον σκοπό αυτόν, μια μικρή μικροφωνική, αφού ο φωτισμός θα υπάρχει από την προηγούμενη ημέρα.
Και λίγα λόγια για τον έκ Κορωνησίας Όσιο (Άγιο) Ονούφριο:
Ο εκ Κορωνησίας Όσιος (Άγιος) Ονούφριος, ήταν υπαρκτός Άγιος, μοναχός στο πάλαι ποτέ Μοναστήρι της Παναγίας της Κορωνησίας, αφού επί αρκετόν καιρό έθεσε τις υπηρεσίες του στην τότε Μητρόπολη της Άρτας.
Το Δοκίμιο του Μητροπολίτη Σεραφείμ του Βυζάντιου που εκδόθηκε το 1884, αναφέρει εκτενώς περί του Αγίου τούτου.
Αναφέρει δε επι πλέον ο εν λόγω Μητροπολίτης στο Δοκίμιό του, ότι ετάφη εντός του Παρεκκλησίου που φέρει το όνομά του.
Η πρόσφατη δε έρευνα που έκανα εγώ ο ίδιος, αποδεικνύει τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στο εν λόγω Δοκίμιο, αποδεικνύει δε και ότι η όλη δραστηριότητά του, πέραν τα όσα προσέφερε στην Ορθόδοξη Πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς την εποχή εκείνη, οι Λατίνοι κατακτητές, προσπαθούσαν να επιβάλουν τον Καθολικισμό, ότι υπήρξε και μεγάλος αγιογράφος, ισάξιος του Μιχαήλ Αγγέλου της Αναγέννησης στην ζωγραφική τέχνη, ιδρυτής της Κριτικής Σχολής Αγιογραφίας στο Βεράτιο, διεθνούς εμβέλειας.
Ο ίδιος δε αγιογράφησε και τον Ναό της Παναγίας της Κορωνησίας, αλλά και το Παρεκκλήσι που φέρει το όνομά του.
Ως εκ τούτου, στη μνήμη του θα πρέπει να αποδοθούν τιμές, τέτοιες που να είναι αντάξιες των υποθηκών που άφησε για τις νέες γενιές, για την Ορθόδοξη Πίστη και την Ορθοδοξία γενικώς.
Από εδώ λοιπόν απορρέει η κάποια υποχρέωση των νέων γενεών.
Η Κορωνησία λοιπόν, δεν εορτάζει έτσι απλά μια πανήγυρη μιας εκκλησίας μιας πόλης ή μιας τοπικής Κοινωνίας, που αφιερώνεται στο όνομα ενός Αγίου, χωρίς βέβαια να θέλω να υποτιμήσω την όποια εορταστική πανήγυρη.
Και μάλιστα η τέτοια προσφορά του εκ Κορωνησίας Οσίου (Αγίου) Ονουφρίου, – η οποία θα αναλυθεί στο τρίτο βιβλίο μου που εκεί αποδεικνύεται η ύπαρξη του Τάφου του στο νησί αυτό την Κορωνησία -, οι όλες δραστηριότητές του για την Ορθόδοξη Πίστη, αλλά και η Παγκόσμια αναγνώρισής του (UNESCO), θα πρέπει η μνήμη του να τιμάται και από τα όλες τις Μητρο-πόλεις του Αμβρακικού, μαζί με τις Δημοτικές Αρχές των όμορων Δήμων του Κόλπου..
Την φιλαρμονική λοιπόν που ζητάμε, είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής, σ’ αυτόν για τις προσφορές του και τις υποθήκες που μας άφησε και τέλος πάντων που χάρισε στην Κορωνησία και την ευρύτερη περιοχή το αγαθό της ζωής, το γλυκύτατο ύδωρ .
Το πηγάδι που πότισε γενιές και γενιές, όχι μόνο στους Κορωνησιώτες, αλλά και σ’ ‘ολο τον Αμβρακικό και της Ενδοχώρα του.
Ο Κων/νος Δημ. Ρώσσος είναι Οικονομολόγος – Ερευνητής
Και Επίτιμος Πρόεδρος των Απανταχού ΚορωνησιωτώνΠΗΓΗ.ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

 

Ετικέτες:

Iστορικά στοιχεία για τον Όσιο Ονούφριο τον εν Κορωνησία (12 Ιουνίου) (Κων/νου Ρώσσου-Οικονομολόγου,ερευνητή)

ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΠΑΛΙΟΤΕΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗς 

AgiosOnoufriosKoronisias01

Περίληψη από το βιβλίο του Κων/νου Ρώσσου -Η ρίζα και καταγγωή του εκ Κορωνησίας Οσίου Ονουφρίου (Αθήνα 2013)

page0001page0002page0003page0004page0005page0006page0007page0008page0009page0010page0011page0012

 
 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 142 ακόμα followers