Αγία Μαρία (Σκόμπτσοβα), μοναχή

Η Αγία Μαρία γεννήθηκε το 1891 μ.Χ. στην Ρίγα της Λετονίας και το όνομα της, πριν παντρευτεί, ήταν Ελισαβέτα Πιλένκο.

Οι γονείς της ήσαν πιστοί και ευσεβείς άνθρωποι που της μετέδωσαν από μικρή τα ουσιώδη της πίστης. Στα 14 της χρόνια θα πεθάνει ο πατέρας της, και η μικρή Ελισαβέτα θα νιώσει την αδικία του θανάτου, άρα και την απουσία του Θεού τον οποίο θεωρούσε πια ως ανύπαρκτο.

Το 1906 μ.Χ. μαζί με την χήρα μητέρα της θα μετακομίσουν στην Αγία Πετρούπολη, όπου θα αναμειχθεί με τους κύκλους των διανοουμένων ιδιαίτερα με τον ποιητή Αλεξάντερ Μπλοκ. Επίσης, όπως τόσοι άλλοι σύγχρονοι της, θα γίνει μέλος αριστερών πολιτικών οργανώσεων, «για να πολεμήσω την αδικία μέσα στον κόσμο» όπως έλεγε αργότερα.

Το 1910 μ.Χ. η Λίζα θα παντρευτεί τον Ντμίτρι Κούζμιν-Καράβιεφ, ο οποίος ήταν μέλος των «Μπολσεβίκων». Ένας γάμος που έγινε όχι από αγάπη, αλλά από συμπάθεια περισσότερο. Συνέχιζε τις επαφές της με πολιτικούς και πνευματικούς κύκλους, ενώ αν και θεωρούσε τον εαυτό της άθεο, αναζωπυρωνόταν το παλιό της ενδιαφέρον για τον Χριστό, περισσότερο όμως ως ηρωική μορφή.

Έτσι, παράλληλα με την συγγραφή ποιημάτων (είχε ήδη εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές) αποφάσισε ν’ ασχοληθεί με τις θεολογικές σπουδές.

Γράφτηκε λοιπόν στην Θεολογική Ακαδημία της Μονής του Αλεξάνδρου Νιέβσκυ στην Αγία Πετρούπολη, αλλά σημαντικά γεγονότα έμελλαν να συμβούν σε λίγο: ο γάμος της θα διαλυθεί το 1913 μ.Χ., αλλά τον Οκτώβρη του ίδιου έτους θα γεννηθεί το πρώτο της παιδί. Εμβαθύνοντας στις σπουδές της, παράλληλα όμως με την δική της προσωπική αναζήτηση της πίστης, θα συμπεράνει πως ο χριστιανικός ασκητισμός δεν συνίσταται στον βασανισμό του σώματος, αλλά το ενδιαφέρον για τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων, μαζί με το ενδιαφέρον για καλυτέρευση των κοινωνικών συνθηκών. Έτσι στράφηκε προς το μικρό Σοσιαλεπαναστατικό Κόμμα τον οποίο ήταν μακρόθεν των ιδεών του Λένιν.

Τα γεγονότα τρέχουν. Καταδιώκεται από την μπολσεβίκικη εξουσία που προσπαθεί να στεριωθεί στην Ρωσία. Λόγω φιλίας της με την γυναίκα του Λένιν διασώζεται από εκτέλεση. Ωστόσο η καταδίωξη της είναι ανηλεής: αν και εκλέχθηκε δήμαρχος της μικρής πόλης Άναπα, στην Μαύρη Θάλασσα, είναι τα χρόνια του εμφύλιου πολέμου και αυτή τη φορά θα την συλλάβουν οι Λευκοί, οι αντίπαλοι των Μπολσεβίκων. Θα γλυτώσει και πάλι την εκτέλεση, την φορά αυτή χάρη στον Δανιήλ Σκόμπτσοβ ο οποίος ήταν ο δικαστής της. Αργότερα θα τον ερωτευτεί, και το ειδύλλιο θα καταλήξει σε γάμο. Για την Λίζα πλέον η ζωή στη Ρωσία ήταν επικίνδυνη, ο εμφύλιος αιματοκυλούσε όλη την χώρα και οι Μπολσεβίκοι φαινόταν πως είχαν κερδίσει σημαντικά ερείσματα.

Μαζί με την οικογένεια της παίρνουν την πρωτοβουλία να μεταναστεύσουν, για να φτάσουν τελικά μετά από περιπέτειες στο Παρίσι το 1923 μ.Χ. Το 1926 μ.Χ. είναι χρονιά μεγάλης δοκιμασίας και θλίψης καθώς χάνει την κόρη της από μηνιγγίτιδα. «Ο θάνατος κάποιου αγαπημένου σου προσώπου ανοίγει διάπλατα τις πύλες της αιωνιότητας, ενώ ολόκληρη η φυσική ύπαρξη χάνει την σταθερότητα και την συνοχή της. Οι νόμοι του χθες έχουν καταργηθεί, οι επιθυμίες έχουν σβήσει, η απουσία νοήματος αντικατέστησε το νόημα…..πριν τον μαύρο λάκκο του τάφου, τα πάντα πρέπει να επανεξεταστούν, να συγκριθούν με το ψεύδος και την διαφθορά».

Η Λίζα όλο και πιο πολύ πια θα αφιερωθεί στην μελέτη και την κοινωνική εργασία στο Παρίσι. Έγινε μέλος της Ρωσικής Φοιτητικής Χριστιανικής Κίνησης, έργο που την έφερε σε επαφή με πάμφτωχους ρώσους μετανάστες στις πόλεις και τα χωριά σε όλη την Γαλλία.

Αναρωτιόταν διαρκώς για την αληθινή της κλίση στη ζωή. Της άρεσε να βοηθά τους αναξιοπαθούντες βλέποντας σ’ αυτούς το αληθινό πρόσωπο του Χριστού, διότι για την Λίζα ο ανθρωπισμός και η φιλευσπλαχνία θεμελιώνονταν όχι σε κάποια κοσμική ηθική αλλά στα ίδια τα λόγια του Χριστού, γι’ αυτό έμεινε στην διακονία αυτή στερεωμένη ως το τέλος. Από την άλλη αναρωτιόταν για το είδος της εργασίας της εντός του εκκλησιαστικού χώρου. Οραματιζόταν ένα διαφορετικό είδος κοινότητας, μοναστικής και αδελφικής συνάμα.

Ο Μητροπολίτης Ευλόγιος γνωρίζοντας τον κοινωνικό ακτιβισμό της Λίζας ανάμεσα στους πρόσφυγες, της πρότεινε να γίνει μοναχή. Η Λίζα συμφώνησε, υπήρχε όμως το πρόβλημα του υφιστάμενου γάμου της. Αν και διαφωνούσε στην αρχή, ο σύζυγος της θα συναινέσει στο εκκλησιαστικό διαζύγιο το 1932 μ.Χ. Λίγες εβδομάδες αργότερα στο παρεκκλήσι του Θεολογικού Ινστιτούτου του Παρισιού, στον Αγιο Σέργιο, θα γίνει η κουρά της, και το νέο της όνομα θα είναι Μαρία.

«Μοναχισμός μέσα στον κόσμο», όπως έλεγε η ίδια, θα είναι πια η αποστολή της, κάτι ολότελα διαφορετικό από την μέχρι σήμερα εμπειρία της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα ενταγμένο στην πρακτική της «οικονομίας» την οποία επέβαλαν οι καιροί.

Από δω και στο εξής η Μαρία αναλαμβάνει σημαντική δράση. Φτιάχνει ένα μικρό σπίτι που θα γίνει καταφύγιο όλων των κατατρεγμένων του Παρισιού, αλλά ταυτόχρονα και εστία συνάντησης σπουδαίων προσωπικοτήτων. Το 1937 μ.Χ. θα φτάσουν να σερβίρονται μέχρι και 120 γεύματα σε απόρους. Παρακαλούσε για το φαγητό των απόρων η ίδια, όλο το Παρίσι άρχισε να γνωρίζει την καλόγρια -ζητιάνα που κάπνιζε. Κατάφερνε όμως να συγκεντρώνει μεγάλες ποσότητες τροφής για όσους είχαν ανάγκη. Ο κάθε άνθρωπος εικονίζει τον Θεό, αυτό ήταν το μόνο της πιστεύω.

Ένας άλλος σημαντικός σταθμός υπήρξε η ίδρυση το 1935 μ.Χ. της «Ορθόδοξης Δράσης», ενός οργανισμού στον οποίο συμμετείχε η αφρόκρεμα της ρωσικής διανόησης. Χάρη στις δωρεές που ελάμβανε από υποστηρικτές της όχι μόνο στην Γαλλία, αλλά και από χώρες του εξωτερικού, κατόρθωσαν να υλοποιήσουν ένα μεγάλο εύρος σχεδίων όπως την δημιουργία ξενώνων, καταφυγίων, σχολείων, την παροχή βοήθειας στους ανέργους και στους ηλικιωμένους, την έκδοση βιβλίων κλπ.

Ο μοναχισμός όπως τον αντιλαμβανόταν η Μαρία βρισκόταν σε συμφωνία πνεύματος με όλη την υπερχιλιετή παράδοση και εμπειρία των ασκητών πατέρων και μητέρων, διέφερε μόνο στους τύπους, στην μορφή δράσης. Η Μαρία δεν απομακρύνθηκε από τον κόσμο σωματικά, γιατί ο κόσμος την χρειαζόταν. Είχε όμως απομακρυνθεί από το πνεύμα του κόσμου. Ήταν παρούσα ανάμεσα στους αδελφούς του Χριστού γιατί τούτη ήταν η κλίση της- όμως ο κόσμος δεν την έκανε ποτέ δική του. Παρέπεμπε στα λόγια του Ιωάννη Χρυσοστόμου για την θεία λειτουργία που τελείται μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας επί της Αγίας Τραπέζης. Η Τράπεζα τη φορά αυτή ήταν το σώμα και η καρδιά των ανθρώπων.

Το Παρίσι στις 14 Ιουνίου 1940 μ.Χ. θα πέσει στα χέρια των ναζί. Ήταν η σειρά των Εβραίων να δεχτούν την αγάπη της. Για να γλυτώσει πολλούς που κινδυνεύαν με σίγουρο αφανισμό, τους προμήθευε πλαστές βεβαιώσεις ότι είχαν βαπτιστεί χριστιανοί. Ήταν βέβαιη πως σε μια παρόμοια κατάσταση και ο ίδιος ο Χριστός θα έπραττε έτσι.

Τελικά, και αφού κατάφερε να περιθάλψει δεκάδες Εβραίους στο σπίτι της και να προσφέρει βοήθεια σε πολλά παιδιά τον καιρό της κατοχής, οι ναζί θα την συλλάβουν για να την στείλουν στο στρατόπεδο του Ravensbruck στην Γερμανία όπου έζησε 2 χρόνια κι αυτό χάρη στην ασκητική της ζωή. Ο θάνατος θα βρει την Μαρία τον Μάρτιο του 1945 μ.Χ., την Μεγάλη Παρασκευή. Οι λόγοι του θανάτου της διίστανται. Υπάρχουν κάποιοι που την αποδίδουν στις κακουχίες του στρατοπέδου συγκέντρωσης, άλλοι ότι ήταν σ’ αυτούς που επιλέχθηκαν να εκτελεστούν, ενώ υπάρχουν και μαρτυρίες ότι πήρε την θέση ενός άλλου Εβραίου φυλακισμένου για εκτέλεση.

Ο θάνατος της όμως δεν ήταν δυνατό να σβήσει την μνήμη της από την Εκκλησία. Οι διασωθέντες του πολέμου που την γνώρισαν θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον γύρω από τις ιδέες της και την ανθρωπιστική της συνεισφορά. Λίγο μετά την λήξη του πολέμου δοκίμια και βιβλία θ’ αρχίσουν να γράφονται γι’ αυτή, στα Γαλλικά και τα Ρωσικά. Βιογραφίες δημοσιεύτηκαν, και ρωσικό φιλμ γυρίστηκε το 1982 μ.Χ.

Το 2013 μ.Χ., το δημοτικό συμβούλιο του τομέα 15 του Παρισιού της 4ης Νοεμβρίου και το Συμβούλιο της πόλης των Παρισίων της 12ης Νοεμβρίου ψηφισαν ομόφωνα την ονοματοδοσία ενός δρόμου με το όνομα της Αγίας Μαρίας Σκόμπτσοβα,δρόμος που βρίσκεται μεταξύ των αριθμών 84-88 στο Λουρμέλ. Η πρωτοβουλία ανήκει στον αντιδήμαρχο Ghislène Fonlladosa,υπεύθυνο πολιτιστικής κληρονομιάς και νέων τεχνολογιών του Παρισιού.

 ΑΡΣΑΚΙΟΣ – ΑΤΤΙΚΟΣ ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΑΚΙΟΣ

 

%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b1%cf%81%cf%83%ce%b1%ce%ba%ce%b9%ce%bf%cf%83

Μοιχεπιβασία

 

            Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως (404-405), αδελφός του αρχιεπισκόπου αγίου Νεκταρίου. Εκλέχτηκε μετά τη δεύτερη εξορία του Ιωάννου Χρυσοστόμου. Οι συνθήκες εκλογής του δεν ευνοούσαν την άμεση αποδοχή του, γιατί οι οπαδοί του Χρυσοστόμου έμεναν πιστοί στον άδικα διωκόμενο ιεράρχη. Αρχιεράτευσε για μικρό χρονικό διάστημα (14 μήνες) με σύνεση. Η Εκκλησία τον τίμησε ως άγιο και εορτάζει τη μνήμη του στις 11 Οκτωβρίου.

 

Ο Ελενοπόλεως Παλλάδιος, σύγχρονος του Ι. Χρυσοστόμου, εξορισθείς και αυτός, καταγράφει στο έργο του «Διάλογος περί του βίου του Ιωάννου Χρυσοστόμου»: «Αρσάκιος δε ο αδελφός του μακαρίου Νεκταρίου, αντεισήγετο τω τόπω του Ιωάννου, ανδρός ιεροφάντου, άνθρωπος ιχθύος αφωνότερος και βατράχου απραγότερος».

 

Ο ίδιος ο Ι. Χρυσόστομος σε επιστολή του προς τον Επίσκοπο Κυριακό, επίσης εξόριστο αναφέρει περί του Αρσακίου τα εξής (κατά μετάφραση αγίου Νικοδήμου): «Ήκουσα δε και δια τον φλύαρον εκείνον Αρσάκιον, τον οποίον εκάθισεν η βασίλισσα πατριάρχην εις τον θρόνον μου, ότι καθ’ υπερβολήν έθλιψε τους αδελφούς και τας παρθένους, οίτινες με υπερησπίζοντο και δεν ηθέλησαν να συγκοινωνήσωσι με αυτόν, εκ των οποίων πολλοί και απέθανον εν τη φυλακή δι’ αγάπην μου. Εκείνος, λέγω ο προβατόσχημος λύκος, ο οποίος έχει μεν σχήμα επισκόπου, είναι δε μοιχός κατ’ αλήθειαν, διότι καθώς η γυνή ονομάζεται μοιχαλίς, όταν, ζώντος του ανδρός της, λάβη άλλον άνδρα, ούτω αυτός είναι μοιχός ουχί κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα, επειδή ζώντος εμού του επισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός ήρπασε τον θρόνον μου». Βέβαια, πως ένας μοιχεπιβάτης και προβατόσχημος λύκος ανακηρύσσεται άγιος, αυτό είναι πρόβλημα, που μόνο η Εκκλησία μπορεί να απαντήσει.

 

ΑΓΙΟΣ ΑΤΤΙΚΟΣ

 %ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

            Μοιχεπιβασία

 

            Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως (406-425). Διαδέχθηκε τον Αρσάκιο και συνέχισε την πολεμική εναντίον των οπαδών του Ιωάννη Χρυσόστομου μέχρι το 416, οπότε δέχθηκε την αποκατάστασή του και την εγγραφή του ονόματός του στα δίπτυχα της Εκκλησίας της Κων/πόλεως για να λήξει το σχίσμα. Διακρίθηκε για τα διοικητικά του χαρίσματα, την ποιμαντική του δράση και τους αντιαιρετικούς του αγώνες. Ανακηρύχθηκε άγιος και η μνήμη του εορτάζεται στις 8 Ιανουαρίου.

 

Ο βιογράφος του Ι. Χρυσοστόμου, Ελενοπόλεως Παλλάδιος καταγράφει για τον Αττικό, ότι είναι «πάσης μηχανής τεχνίτης κατά του Ιωάννου» και με τη βία ανάγκασε τους Επισκόπους, που δεν έσκυβαν να τον προσκυνήσουν και να επικοινωνήσουν μαζί του, να τον αποδεχτούν ως κανονικό Αρχιεπίσκοπο και κυριάρχη του θρόνου της Κωνσταντινούπολης.

 

Από τα ανωτέρω καταφαίνεται, ότι για κάποιους λόγους (και πάντα προς το συμφέρον της), η Εκκλησία μπορεί να ανακηρύξει αγίους επισκόπους μοιχεπιβάτες ή μοιχούς ή πωρωμένους ή αιρετικούς ή σχισματικούς ή ακόμη και ειδωλολάτρες.

 

Σημειώνεται, ότι οι μοιχεπιβασίες αυτές (αλλιώς επιπηδήσεις) τιμωρούνται με το β΄ κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου (381), η δε ποινή είναι η σκληρότερη που υπάρχει (άρνηση της θ. κοινωνίας ακόμη και στο κρεβάτι του θανάτου).

 

10.11.16

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Το θαύμα της Μυρόβλυσης του Αγίου Δημητρίου

Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στο θαύμα της μυρόβλησης του Αγίου Δημητρίου, εντός του Ιερού Ναού του στη Θεσσαλονίκη, κατά το έτος 1987, όπως την διηγείται ο τότε διάκονος του Ναού και σημερινός Εφημέριος του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Σαράντα Εκκλησιών Θεσσαλονίκης, π. Χρήστος Κότιος.

Ήταν 26 Οκτωβρίου 1987. Ώρα περασμένες δέκα το βράδυ. Η Θεσσαλονίκη γιόρταζε την μνήμη της αθλήσεως του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου καθώς και τα ελευθέριά της από την περίπου πεντακοσίων ετών (1430-1912) καταδυναστεία των Οθωμανών. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου με ανοιχτές τις πόρτες δεχόταν τους νυχτερινούς προσκυνητές, που γονάτιζαν μπροστά στην ασημένια λάρνακα με τα άγια λείψανα του Μυροβλύτου. Την ώρα εκείνη δεν θα ήταν περισσότεροι από τριάντα με σαράντα άνθρωποι στον ναό. Μια ομήγυρις περίπου δέκα γυναικών, μπροστά στην λάρνακα, έψελνε την παράκληση του Αγίου. Μοναδικός κληρικός που παρευρισκόταν, ο νεαρός και νεοχειροτονηθείς διάκονος του ιερού ναού μαζί με την διακόνισσα-σύζυγό του. Ο τότε προϊστάμενος του ναού και νυν μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων, τους είχε παραγγείλει να βρίσκονται εκεί και να τον περιμένουν.

Ξαφνικά, οι γυναίκες που έψελναν την παράκληση άρχισαν να φωνάζουν! Ο διάκονος έτρεξε κοντά τους και αυτές, με ανάμικτα συναισθήματα, του έδειξαν την λάρνακα! Ήταν λουσμένη κυριολεκτικά με ένα ελαιώδους συστάσεως μύρο (λέω μύρο γιατί η ευωδία του ήταν ασύγκριτη). Θα έλεγε κανείς με σιγουριά, ότι κάποιος άδειασε επάνω της τουλάχιστον δυο «κουβάδες» αρωματικό υγρό (χρησιμοποιώ την λέξη «κουβάδες» για να γίνει κατανοητό ότι η ποσότητα του μύρου που γλυστρούσε στα συμπαγή τοιχώματα της αργυρής λάρνακας με τις ανάγλυφες παραστάσεις, ήταν μεγάλη).

Ο διάκονος για μια στιγμή σάστισε: ο Άγιος μυροβλύζει! Χωρίς να αμφιβάλει καθόλου για το θαύμα, και ευρισκόμενος σε μια κατάσταση χαράς, έκπληξης και ενθουσιασμού, έτρεξε να φέρει βαμβάκι από κάποιο έπιπλο του ιερού βήματος. Επέστεψε τρέχοντας και άρχισε να σκουπίζει με το βαμβάκι το μύρο από τα εξωτερικά τοιχώματα της λάρνακας και να δίνει τμήματα από μυρωμένο αυτό βαμβάκι στους προσκυνητές. Σκούπιζε και το μύρο δεν τελείωνε, αλλά συνέχισε να αναβλύζει μυστικά, χωρίς να υπάρχει κάποια ορατή πηγή. Χαρακτηριστικά, του έκανε πολύ εντύπωση ένα γεγονός: με ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι σκούπισε το μύρο από μια λεία περιοχή της λάρνακας. Το βαμβάκι σκούπισε καλά όλο το μύρο, όπως όταν σκουπίζουμε ένα τζάμι με ένα στεγνό πανί πιέζοντάς το καλά και αφαιρούμε την υγρασία που μπορεί να υπάρχει επάνω. Μια γυναίκα έσυρε την παλάμη του χεριού της πάνω στο τμήμα της λάρνακας που μόλις είχε σπογγιστεί. Ο διάκονος, με θαυμασμό, είδε το χέρι της βρεγμένο από το ελαιώδες κιτρινοπράσινο μύρο!!!

Εν τω μεταξύ η ευωδία είχε πλημμυρίσει όλον τον ναό και ξεχείλιζε από τις ανοιχτές πόρτες προς την οδό Αγίου Δημητρίου, προσελκύοντας τους περαστικούς, που έσπευδαν να δουν τι συμβαίνει και από που προέρχεται η ευωδία αυτή. Όλοι κατευθύνονταν προς την λάρνακα με τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου, που ήταν τοποθετημένη όχι στο κιβώριό της (ακόμα δεν είχε κατασκευαστεί) αλλά μπροστά στο τέμπλο του ναού.

Οι ευχάριστες όμως εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εκεί! Οι προσκυνητές διαπίστωσαν ότι όλες οι εικόνες του ναού, οπουδήποτε κι αν βρίσκονταν, σε προσκυνητάρια ή στο τέμπλο, ανέβλυζαν μύρο. Μάλιστα ο διάκονος είδε προσκυνητές να βγάζουν χαρτομάντηλα και να σκουπίζουν τα τζάμια τα προστατευτικά των εικόνων του τέμπλου και τα χαρτομάντηλα να κιτρινίζουν από το μύρο το οποίο «έτρεχε» και από τις δύο πλευρές του τζαμιού, εσωτερική και εξωτερική. Το μέγεθος του θαύματος ήταν τέτοιο που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για αμφισβήτηση. Δεν καταλαβαίναμε τί ζούσαμε, ήταν κάτι σαν όνειρο μέσα στην ομίχλη, αλλά το ζούσαμε!!! Το ψηλάφιζαν τα χέρια μας, το έβλεπαν τα μάτια μας, το μύριζαν τα αισθητήρια της όσφρησής μας!!!

Σε λίγο χρόνο δημιουργήθηκε μια «ουρά» από ανθρώπους που με δάκρυα στα μάτια προσκυνούσαν την λάρνακα του Μυροβλύτη και συνειδητοποιούσαν γιατί του δόθηκε το προσωνύμιο αυτό.

Εν τω μεταξύ έφθασε στον ναό και ο προϊστάμενος ιερεύς με άλλους κληρικούς. Ξεκλείδωσαν τα ανοίγματα της λάρνακας και αποκαλύφθηκαν τα άγια λείψανα του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Ευωδίαζαν μεν, αλλά ήταν η ευωδία των ιερών λειψάνων. Η ευωδία του μύρου ήταν διαφορετική και χαρακτηριστική.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ο Β΄, ο Χρυσοφάκης, απέδωσε το θαύμα της μυρόβλυσης του Αγίου Δημητρίου στο εξής γεγονός: Εκείνο το βράδυ, στην εορταστική τελετή του Πανεπιστημίου για τα ελευθέρια της Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός ομιλητής αγνόησε στην ομιλία του παντελώς τον Άγιο, και δεν αναφέρθηκε καθόλου σ’ αυτόν. Ο Άγιος Δημήτριος όμως δήλωσε με την μυρόβλυσή του ότι, όπως ποτέ δεν εγκατέλειψε την πόλη του Θεσσαλονίκη έτσι και τώρα είναι πάντοτε παρών και αυτός είναι που την έσωσε και από την σκλαβιά και από τους σεισμούς, αλλά και διαμαρτύρεται όταν οι Θεσσαλονικείς αποδεικνύονται αχάριστοι και απομακρύνονται από τον Χριστό και τους Αγίους Του.

Πέρασαν 24 χρόνια από τότε. Είμαι ο τότε διάκονος του ναού, τώρα ιερεύς στην Θεσσαλονίκη και σας γράφω τα γεγονότα όπως τα θυμάμαι. Την ώρα εκείνη ήταν σαν να ζούσα ένα μυστήριο. Δεν μπορώ να περιγράψω τι αισθανόμουν! Χαρά, έκπληξη, συγκίνηση, ενθουσιασμό… δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς. Πάντως είναι από τα γεγονότα που ενισχύουν την πίστη, που μας γεμίζουν χαρά, ελπίδα και αίσθηση της παρουσίας του Χριστού και των Αγίων. Η πίστη μας είναι «ζωντανή».
Γράφτηκε απο τον/την proskynitis.blogspot.com