RSS

Category Archives: ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗ

Ο Ιταλός αξιωματικός και η εικόνα του Αγίου Γεωργίου

Picture 073

Όταν πολεμούσαμε το 1940 στην Αλβανία, εναντίον των Ιταλών, που μας επιτέθηκαν χωρίς κανένα λόγο, συνέβη το εξής θαυμαστό.
Οι τσολιάδες συνέλαβαν μαζί με άλλους Ιταλούς και έναν αξιωματικό αιχμάλωτο. Οι Έλληνες στρατιώτες του αφαίρεσαν το πιστόλι, τα κιάλια κ.λ.π. Ο Ιταλός αξιωματικός τα παρέδωσε όλα ευχαρίστως.
Παρέδωσε ακόμη και τις φωτογραφίες της οικογενείας του.
Μια μικρή όμως εικόνα του Αγίου Γεωργίου δεν ήθελε να την παραδώσει με κανένα τρόπο. Τελικά του την πήρανε. Τότε ο Ιταλός αιχμάλωτος ζήτησε να δει τον διοικητή. Όταν τον συνάντησε του μίλησε με ευγενικό τρόπο και τον παρακάλεσε να του επιστρέψουν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου.
-Αυτή είναι Ορθόδοξη… τι την θέλεις εσύ, ο παπικός, του είπε ο διοικητής.
-Εγώ, απαντά ο Ιταλός αξιωματικός, όταν οδηγούσα τον λόχο μου εναντίον των Ελλήνων, δεν μπορούσα με κανένα τρόπο να σπάζω τις γραμμές των. Κι αυτό συνέβαινε διότι μπροστά από τις γραμμές τους έβλεπα να τρέχει πέρα δώθε και σε όλη την γραμμή του μετώπου, ένας Καβαλλάρης με άσπρο άλογο. Αυτός μας έφραζε τον δρόμο. Δεν μας άφηνε να προχωρήσουμε.
Στην οπισθοχώρηση μας όμως βρήκα σε ένα μέρος ένα ερημοκκλήσι. Μπήκα μέσα να προσευχηθώ, κι εκεί στο τέμπλο βλέπω αυτό το εικονισματάκι.
Ήταν ακριβώς όπως τον έβλεπα στο μέτωπο! Ήταν ο ίδιος, ο Άγιος, με το άσπρο άλογο που μας εμπόδιζε, και δεν μας άφηνε να προχωρήσουμε προς την Ελλάδα. Τότε την πήρα την εικόνα αυτή μαζί μου και από τότε την έχω σαν φυλαχτό επάνω μου.
Σας παρακαλώ να μου την αφήσετε. Και πράγματι, του την άφησαν
agiosgeorgios57.blogspot.gr

 

Φωτογραφίες απο τον τόπο διαμονής της Οσίας Θεοδώρας της Άρτας,κατά την εξορία της στο Κορφοβούνι(Πρένιστα).

Οι ιστορικές αναφορές για την εξορία της Αγίας Θεοδώρας και την διαμονή της στο Κορφοβούνι υπάρχουν τόσο στην βιογραφία της από το τον Ιώβ τον μοναχό όσο και στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης» του Δεσπότη Σεραφείμ Ξενόπουλου του Βυζαντίου καθώς και σε πολλές άλλες ιστορικές πηγές.

Στον βίο της Αγίας Θεοδώρας αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι ο σύζυγος της Μιχαήλ Β’ Άγγελος Κομνηνός, υπό της επήρεια μιας σατανικής γυναίκας της Αρτινής Αρχόντισσας Γαγγρινής που ερωτεύτηκε, έδιωξε την Θεοδώρα χωρίς να σεβαστεί ούτε καν την εγκυμοσύνη της. Η Θεοδώρα επί χρόνια ταλαιπωρήθηκε στα ορεινά της Άρτας αποκρύπτοντας την ταυτότητά της, όχι τόσο για να μην ταπεινωθεί η ίδια, αλλά κυρίως για να περισώσει, όσο μπορούσε, το κύρος του συζύγου της. Κάποτε βρέθηκε, με το μικρό Νικηφόρο Δούκα Κομνηνό στην Πρένιστα σημερινό Κορφοβούνι όπου την αναγνώρισε ο ιερέας του χωριού, την περιμάζεψε και τη συντηρούσε με απόλυτη μυστικότητα. Στην ερημική αυτή περιοχή του Κορφοβουνίου εγκαταλειμμένη και διωγμένη η Θεοδώρα καθόταν σε ένα λίθο και προσευχόταν, αγνάντευε την Άρτα και αναπολούσε τα ειρηνικά και δημιουργικά χρόνια με τον σύζυγο της. Στη θέση αυτή σήμερα, στο Κορφοβούνι της Άρτας, σώζεται «ο Λίθος της Αγίας Θεοδώρας» και έχει κατασκευαστεί και ένα μικρό εικονοστάσι στην μνήμη της.

Ο Δεσπότης Σεραφείμ Ξενόπουλος του Βυζαντίου στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης» το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1884 και επανεκδόθηκε από τον Μ/Φ «Σκουφάς» το 2003, κάνοντας αναφορά για την Πρένιστα και το λίθο τη Αγίας Θεοδώρας γράφει «Πρένιστα ή Μπρένιστα ή Πρενίστα περιέχον οικογένειες σχεδόν 75 γεωργών και ξυλοκόπων, και έχον ένα Ιερόν Ναόν επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου καθιερωθέντα τω 1870, Ιουλίου 30, παρεκλήσια πέντε, οιόν, της Θεοτόκου επ’ ονόματι της, Μεταστάσεως, ή των Εσοδείων αυτής άστεγων του Αγίου Γεωργίου, κατεστραμμένον παντελώς της Θεοτόκου επ’ ονόματι της Γεννήσεως αυτής, του Προφήτου Ηλιού, άστεγον εν μέρει και του Αγίου Χριστοφόρου κατεστραμμένον. Εν αυτώ χωρίω ήν ποτέ και η Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου, κείμενη προς Ανατολάς, του χωρίου σωζομένου μόνον μικρού τινός ναϊσκου, των δε οικημάτων πάντων κειμένων σωρός ερειπίων ελεεινών. Ενταύθα λέγεται κατέφυγε καταδιωκομένη υπό του εαυτής συζύγου Δεσπότου Μιχαήλ Β΄ του Κομνηνοαγγέλου, η Βασιλίς Αγία Θεοδώρα δείκνυται δε υπό των εγχωρίων και η θέσις εν έμεινε κεκρυμμένη η μακαρία, οικούσα επί τινός μεγίστου σκληρού, κοίλου φυσικώς εκ του ενός μέρους, έχοντος σχήμα θρονίσκου (Πολτρόνας) όν είδομεν και ημείς, και κειμένου επί κατοφερούς και αποτόμου θέσεως. Πνευματικώς κυβερνάται το χωρίον τούτο υπό δύο Ιερέων». (Σελ 16-17)

ο Αγιος Νικολαος παλια
Ο  Ναός του Αγ.Νικολάου του Κορφοβουνίου Άρτας κτίστηκε σύμφωνα με επιγραφή που αναγράφεται στο κτίσμα το 1871 και αποτελούσε την ενορία του χωριού μας ως το 1928. Με απόφαση της Ελληνικής κυβέρνησης( 3615/10-07-1928, Φ.Ε.Κ. 120/11-07-1928 ) παύεται από ενορία το 1928 και ορίζεται ο Άγιος Γεώργιος ως νέα ενορία . Ήταν πετρόχτιστος και σκεπασμένος με πλάκες στην αρχή.
Με μια μικρή επέκταση προς τα δυτικά του, μια ανύψωση της στέγης του και προσθήκη κεραμοσκεπής, διασώζεται μέχρι σήμερα με αυτή την μορφή.
ο Αγιος Νικολαος σημερα
Είναι κτισμένος πάνω στη θέση του παλιού μοναστηριού του Αγίου Νικολάου  που υπήρξε  εκεί  πριν το 1200. Στο μοναστήρι αυτό φιλοξενήθηκε η Αγία Θεοδώρα(πολιούχος της Άρτας) μεταξύ 1231 και 1236 μαζί με τον νεογέννητο  πρωτότοκο γιο της Νικηφόρο, όταν ντροπιασμένη από τα καμώματα του συζύγου της Μιχαήλ Β’ Κομνηνό-Δούκα βασιλιά του Δεσποτάτου της Ηπείρου, εγκατέλειψε το παλάτι της που βρίσκονταν στην Άρτα(Αμβρακία). Η μνήμη της γιορτάζεται στις 11 Μαρτίου κάθε χρόνο οπότε γίνεται πανηγυρική θεία λειτουργία και στον Ναό του Αγίου Νικολάου του χωριού μας.
η κουνια της Αγ.Θεοδωρας σημερα
Στον χώρο της εκκλησίας υπάρχει λαξευμένη πέτρα(κούνια) όπου η Αγία κοίμιζε το  νεογέννητο γιο της Νικηφόρο. Η πέτρα αυτή στολίζεται από κομψό εικονοστάσι που ανά τους καιρούς  είχε  διάφορες μορφές.
Το 1978 σε πανηγυρική τελετή  παρουσία πλήθους πιστών, έγινε τοποθέτηση μερικών λειψάνων της Αγίας στην Αγ. Τράπεζα της Εκκλησίας υπό την παρουσία του Μητροπολίτη Πρέβεζας και Νικόπολης  Στυλιανού  Κορνάρου(1911-1999).Τα λείψανα αυτά είχαν προσφερθεί από τον αντίστοιχο Ναό της Αγ.Θεοδώρας της Άρτας όπου είχε μονιάσει η Αγία. Από τότε η Εκκλησία ονομάστηκε  Ναός Αγ. Νικολάου  κι  Αγ. Θεοδώρας και γιορτάζει  δυο φορές το χρόνο 6 Δεκεμβρίου του Αγ. Νικολάου και 11 Μαρτίου της Αγίας Θεοδώρας.
Άλλες φωτογραφίες
802589_orig diafores 018ed IMGP6051ed IMGP6053ed IMGP6056ed jnffee
IMGP5218
 

Η Οσία Θεοδώρα της Άρτας και ο Θεόδωρος Β (Λάσκαρης) της Νικαίας.(Μια σελίδα από την ιστορία του Δεσποτάτου της Άρτας)

Διαμορφωμένο κείμενο από άρθρο του ιατρού Γεωργίου Καρατσώλη.

Επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβ.Δημήτριος Αθανασίου

maxresdefault

……………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Γύρω στο 1230 τη διοίκηση του ηπειρωτικού Δεσποτάτου ανέλαβε ο Μιχαήλ Β’. Ο Μιχαήλ νυμφεύθηκε τη Θεοδώρα, που τη γνώρισε στα Σέρβια. Εκεί (σύμφωνα με όσα αναφέρει ο βιογράφος της μοναχός Ιώβ, αλλά και η λαϊκή παράφραση αυτής της βιογραφίας) ήταν η Θεοδώρα «κόρη τρυφερά, παρθένος, κατά πολλά εὔμορφη καί ὡραία καθαρά τῶν κακῶν ὡς χρυσίον καί ἐλευθέρα, τήν ὁποίαν βλέποντάς την ὁ Μιχαήλ Δούκας αὐτός, ἐτρώθη τήν ψυχήν ἀπό τήν σεμνήν ὡραιότητα τῆς Ἀγίας τόσον, ὅπου ἔβαλε μεσίτας καί προξενητάς, ὁποῦ διά νά τήν πάρῃ γυναίκα του νόμιμον, τόν ὁποῖον καί ἐγένετο. Τελειωθέντων δέ τῶν γάμων καί καθίσας ἔτι ἱκανόν καιρόν ἐκεῖ, μετά τῆς γυναικός αὐτοῦ Ἀγίας Θεοδώρας, ἤλθεν μέ μεγάλην καί λαμπράν δορυφορίαν εἰς την Ἄρταν».

Στον αυτοκρατορικό θρόνο της Νίκαιας βρισκόταν ήδη από το 1222 ο Ιωάννης Γ’ Δούκας ή Βατάτζης.

Οι σχέσεις ανάμεσα στην Άρτα και τη Νίκαια υπήρξαν – φαινομενικά τουλάχιστον – ειρηνικές για μια μεγάλη περίοδο. Το 1249, μάλιστα, ο Βατάτζης πρότεινε στον Μιχαήλ συμμαχία, που ια ολοκληρωνόταν με το γάμο της εγγονής του Μαρίας (κόρης του γιού του Θεοδώρου) με τον πρωτότοκο γιο του Μιχαήλ Νικηφόρο.

Η πρόταση έγινε ιδιαίτερα αποδεκτή από τη Θεοδώρα, που έστρεξε στο διάλογο, αποφασισμένη να πραγματοποιήσει οπωσδήποτε τη συμμαχία.

Η ίδια, που – όπως έχει παρατηρηθεί – «εἶχε ἀποκτήσει ὑπομονή ἁγίας καί συνείδηση εἰρηνοποιοῦ», ενήργησε με περίσκεψη και μετριοπάθεια, σ’ένα πλαίσιο ρεαλιστικής πολιτικής, αλλά και με κάποιες ηθικές θεωρήσεις, τροποποιητικές στη δυναμική των όποιων σκοπιμοτήτων.

Σ’αυτή τη συναινετική (και συνετή) πολιτική τοποθετείται και η πρωτοβουλία της Θεοδώρας για τη συνάντησή της με τον Βατάτζη και την πραγματοποίηση του συνοικεσίου, που εκείνος είχε προτείνει.

Ήταν, εξάλλου, έμπειρη στα πολιτικά πράγματα και το κύρος της στάθηκε καθοριστικό στην επιβολή της πολιτικής της που ήταν φιλειρηνική και ενωτική των Ελλήνων.

Ο W. Müller σημειώνει πως «ἡ Θεοδώρα συνήνωνεν ἐν αὐτῇ τά συνήθως ἀσυμβίβαστα πρός ἄλληλα προσόντα ἁγίας καί δεσποίνης πολυπράγμονος ἐν τοῖς πολιτικοῖς πράγμασι· προθύμως, δέ, ἀνέλαβε ἀποστολήν, ὅπως διαπράξῃ γάμον μεταξύ τοῦ υἱοῦ Νικηφόρου καί τῆς ἐγγονής τοῦ  Ἕλληνος αὐτοκράτορος Βατάτζη».

Έτσι η Θεοδώρα πήρε την πρωτοβουλία και μαζί με τον δεκαοχτάχρονο, τότε, γιο της Νικηφόρο πήγε στις Πηγές όπου βρισκόταν ο Ιωάννης Γ’ Βατάτζης με σκοπό τόσο την «πίσκεψιν τς μνηστευομένης νύφης» όσο και «πρός βεβαίωσιν τν ν τούτοις συμφωνιν».

Αφού τελέστηκαν επίσημα οι αρραβώνες και δόθηκε η υπόσχεση ότι ο γάμος θα γίνει την επόμενη χρονιά, η βασίλισσα της Άρτας και ο Νικηφόρος επέστρεψαν στην πρωτεύουσα του Δεσποτάτου.

Ο Μιχαήλ έδειξε έμπρακτα τη φιλία του προς τον αυτοκράτορα της Νίκαιας. Δυο χρόνια, όμως, μετά το κλείσιμο της συμμαχίας, κινήθηκε στρατιωτικά ενάντια στους Νικαείς, καθοδηγούμενος από το θείο του Μιχαήλ (αποτέλεσμα της διαμετρικά αντίθετης επίδρασης, που ασκούσαν επάνω του η Θεοδώρα απ’τη μία, με την ειρηνόφιλη και συμφιλιωτική πολιτική και ο Θεόδωρος απ’την άλλη, με την πολιτική του ρεαλισμού του συμφέροντος) παραχώρησε τη θέση της σε μια έκδηλα εχθρική στάση, παρόλη την ως τότε δοκιμασμένη φιλία και τη μελλοντική συγγένεια.

Μπροστά στις στρατιωτικές επιτυχίες του Βατάτζη, την αποστασία συμμάχων του και τον κίνδυνο μιας ολοκληρωτικής ήττας, δε συνέχισε τον αγώνα και ζήτησε ειρήνη, που οι όροι της δεν ήταν ευνοϊκοί για’κείνον. Πέτα απ’τις εδαφικές παραχωρήσει, που συμφωνήθηκαν, ο Βατάτζης τιμώρησε τον Θεόδωρο οδηγώντας τον αιχμάλωτο στη Νίκαια, όπου και πέθανε. Το Νικηφόρο, που κρατήθηκε αρχικά ως όμηρος, τον τίμησε με τον τίτλο του δεσπότου και τον άφησε ελεύθερο με τον προοπτική του γάμου του με την εγγονή του αλλά και, γενικότερα, «ἵνα μηδέν μεταξύ ἀνακύπτῃ μφίδοξον, ὁπόσα ψυχάς τε ταράττει καί κυκενας γείρει πραγμάτων».

Ο Γεώργιος Ακροπολίτης, όπως και άλλοι ιστορικοί της Νίκαιας, που άφησαν μια μονόπλευρα ιδωμένη και σκόπιμα διαστρεβλωμένη ιστορία των χρόνων εκείνων, επιρρίπτουν την ευθύνη της απόρριψης της συμμαχία στον ίδιο τον Μιχαήλ και σε κάποια αναλλοίωτα δομικά στοιχεία, που θέλουν να βλέπουν στον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του ηγέτη του ηπειρωτικού δεσποτάτου, επαναλαμβάνοντας γι’αυτόν την παροιμία «στρεβλόν ξύλον δεν ισιώνει και ο Αιθίοπας δεν ασπρίζει» («τό στρεβλόν ξύλον οὐδέποτ’ὀρθόν καί ὁ Αἰθίοψ οὐκ οἶδε λευκαίνεσθαι»).

Ας σημειωθεί εδώ πως ο ίδιος ο Ακροπολίτης, που βρέθηκε αργότερα στις φυλακές της Άρτας, όπου οδηγήθηκε δέσμιος ύστερα από την σύλληψή του σε μια απ’τις κατοπινές μάχες που έγιναν ανάμεσα στο στρατό της Ηπείρου και της Νίκαιας, είχε προσωπικούς λόγους για να πάρει μια ολότελα αρνητική θέση απέναντι στον ηγέτη του Δεσποτάτου. Υπό το κράτος μιας ολοφάνερης συμπλεγματικής μνησικακίας, επιχείρησε μια εξιστόρηση των γεγονότων «όχι πάντα ακριβή και απροκατάληπτη».

Όντας ακόμη στην Άρτα «εἶχε (όπως πατατηρεί ο Müller) ἄφθονον σχολή νά προμελετήσει τήν συγγραφικήν ἐκείνην ἐκδίκησιν τήν χρωματίζουσαν τήν ὑπ’αὐτοῦ συνταχθείσαν ἱστορίαν τῶν ἰδίων του χρόνων». Ο Βατάτζης, λίγο μετά τη στρατιωτική ήττα των ηπειρωτών, επέστρεψε στη Νίκαια (στα τέλη του 1253) και σε διάστημα λιγότερο από ένα χρόνο πέθανε.

110a

Αυτοκράτωρ στέφθηκε ο γιος του Θεόδωρος Β’ ο Λάσκαρις (που έφερε το όνομα και το επώνυμό του – απ’τη μητρική πλευρά – παππού του, ιδρυτή της αυτοκρατορίας της Νίκαιας). Αμέσως μετά την ανάρρησή του στο θρόνο, τέθηκε επικεφαλής του στρατού του και βρέθηκε στη Θράκη πολεμώντας νικηφόρα του Βουλγάρους, που προσπάθησαν να πετύχουν την ανατροπή των εδαφικών ορίων, που τους επέβαλε προηγουμένως ο Βατάτζης.

Ο Μιχαήλ της Άρτας (που, επίσης, σχεδίαζε τα μη αποδοχή της όλης ως τότε διαμορφωμένης κατάστασης απ’τον ίδιο αυτόν αυτοκράτορα της Νίκαιας), έκρινε σκόπιμο – ύστερα από τις στρατιωτικές νίκες του Θεοδώρου Β’ – να διατηρήσει την ειρήνη με του Νικαείς. Δεν προέβηκε σε ενέργειες που θα όξυναν τις σχέσεις με το νικαιικό κράτος και προτίμησε (με τη συνετή συμβουλή της συζύγου του Θεοδώρας) συμμαχία με τον αντίπαλο αυτοκράτορα διαμέσου του γάμου, ολοκληρώνοντας το συνοικέσιο, που ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια. «Οπωσδήποτε η συνετή Θεοδώρα ήταν που συμβούλεψε τον άντρα της για το ζήτημα αυτό για να τον γλυτώσει απ’τις συνέπειες των φιλοδόξων σχεδίων του».

Το καλοκαίρι του 1256 η Θεοδώρα «έμπειρος ούσα των πολιτικών πραγμάτων», συνόδευσε τον γιο της Νικηφόρο στο ταξίδι του προς το στρατόπεδο του Θεόδωρου στις όχθες του Έβρου. Η συνάντηση διήρκησε τρεις μέρες και αφού γιόρτασαν «τήν ψωσιν το ζωοποιο Σταυρο», κατευθύνθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς τελέστηκε ο γάμος του Νικηφόρου με την κόρη του αυτοκράτορα Μαρία.

Η Μαρία ήταν μια απ’τις θυγατέρες του Θεοδώρου Β’, την οποία απόκτησε απ’το γάμο του με την Ελένη, κόρη του Βούλγαρου μονάρχη Ιβάν (Ιωάννη) Ασάν Β’.

Εντεκάχρονο, ακόμα, παιδί ο Θόδωρος Β’, νυμφεύθηκε την Ελένη, που ήταν τότε, μόλις εννέα ετών και τούτο γιατί ο Βατάτζης, ήθελε να αποκτήσει τη φιλία των Βουλγάρων σε βάρος των Λατίνων. Ο Ασάν φοβήθηκε ότι η συμμαχία αυτή θα οφελούσε περισσότερο τους Έλληνες και μετανοιωμένος για τη συνθήκη και το γάμο προσπαθούσε ν’αποσπάσει απ’τον σύζυγό της την κόρη του «παρθένον ἔτι οὗσαν», αφού ο Θεόδωρος ήταν ακόμα ανήλικος και «τά ἐς συνουσίαν ἔμεινον ἀτελή». Προφασίστηκε πως ήθελε να την ξαναδεί και έτσι ο Βατάτζης και η σύζυγός του την παρέδωσαν λέγοντας ότι κάθε επιορκία και τυχόν αδικία θα προκαλούσε τη θεϊκή τιμωρία. Η μικρή Ελένη έκλαιγε πικρά κι ο Άσαν την χτύπησε δυνατά και την απείλησε. Ο ίδιος στράφηκε ενάντια στους Έλληνες. Στο πλήθος των αρνητικών για’κείνον συγκυριών, προστέθηκε και η εμφάνιση μιας θανατηφόρας επιδημίας, γεγονός που θεώρησε ως έκφραση της απαρέσκειας και της οργής του Θεού (θεομηνία) εξαιτίας της επιορκίας του. ζήτησε, έτσι, ανανέωση της συμμαχίας και η μικρή πριγκίπισσα ξαναγύρισε στο νεαρό σύζυγό της.

Ας σημειωθεί εδώ πως την ίδια, ακριβώς, εποχή, στην Άρτα του Δεσποτάτου είχε δημιουργηθεί ένα σχετικό ζήτημα μνηστείας, που αφορούσε ένα μικρό κορίτσι «ἱερολογηθέντι πρό ῆς ἥβης (…) και παιδοφθορίαν παθόντι». Ο τότε επίσκοπος της Α΄ρτας, Ιωάννης, ζήτησε απ’τον Πατριάρχη της Νίκαιας Γερμανό Β’ να ορίσει τι πρέπει να κάνει στην προκειμένη περίπτωση και έλαβε την απάντηση ότι «ἡ την παρθενικήν λυθείσα ζώνην ἐν ἀώρῳ ἡλικίᾳ, τοῦ φθορέως διαζυγίσεται καί ὁ ἱερολογήσας αὐτούς ἐν γνώσει καθαιρεθήσεται».

Στο γάμο της Μαρίας (κόρης του Θεοδώρου Β’ και της Ελένης με τον Νικηφόρο (γιο του Μιχαήλ Β’ και της Θεοδώρας) αναφέρεται η παρουσία – εξαιτίας της σημασίας του – του ίδιου του Πατριάρχη της Νίκαιας «ἐπιδημήσαντος καί τούτους τελέσαντος».

Ο Θεόδωρος Β’ επικύρωσε τον τίτλο του δεσπότου για το γαμπρό του Νικηφόρο, είχε θέσει, όμως, ως όρο για την επικύρωση της συμμαχίας και την τέλεση του γάμου να παραχωρηθούν στον αυτοκράτορα οι δυο μεγάλης σημασίας πόλεις-οχυρά, που ήταν στα όρια της επικρατείας της Ηπείρου· το Δυρράχιο και τα Σέρβια.

Οι παραπάνω όροι είχαν τεθεί υπόψη της Θεοδώρας στη συνάντησή της με το Θεόδωρο Β’ και στη διάρκεια της πορείας τους προς τη Θεσσαλονίκη συζητήθηκαν οι συνθήκες, που θα υπέγραφαν με την ευκαιρία των γάμων. Τελείως ανυπεράσπιστη η Θεοδώρα, όντας ουσιαστικά στα χέρια του αυτοκράτορος («ἐντός γάρ τῶν εκείνουν χειρῶν οὗσαν καί μικροῦ  δεῖν ὡς ἐν εἱρτκτῃ τυγχάνουσα») αναγκάστηκε να συγκατατεθεί (οὐκ εἶχεν τι ἄλλο δρᾶσαι).

Τα δύο μέρη υπέγραψαν τις συνθήκες και, στη συνέχεια, έστειλαν το σχετικό έγγραφο στο Μιχαήλ, που το υιοθέτησε κι αυτός θέλοντας και μη (κών έκων) από αγάπη και ανησυχία για την τύχη των οικείων του (περί γυναικός δειλιν καί φιλτάτου).

Αγανακτισμένος ο Μιχαήλ για τον εκβιασμό και την όλη συμπεριφορά του Θεοδώρου, ώμοσε παραδειγματική (και σε εύθετο χρόνο) τιμωρία του.

Η Θεοδώρα ξαναγύρισε στο Δεσποτάτο μαζί με το Νικηφόρο και τη νύφη Μαρία, ενώ ο Θεόδωρος Β’ ο Λάσκαρις έφυγε για τη Μ. Ασία. Η Μαρία, λίγα χρόνια μετά το γάμο της πέθανε είτε «φυσικ περιπεσούσα νοσήματι», όπως  έγραψαν μερικοί, είτε γιατί – όπως ψιθυριζόταν – πολλές φορές ο Νικηφόρος τη χτυπούσε (πό συζύγου Νικηφόρου τυφθείσα πολλάκις).

Φεύγοντας ο Λάσκαρις για την Ανατολή άφησε ως τοποτηρητή στις δυτικές επαρχίες στον ιστορικό Γ. Ακροπολίτη. Συντελέστηκε, όμως, με τις απερίσκεπτες ενέργειές του, στην αναβίωση της εχθρότητας ανάμεσα στην Ήπειρο και Νίκαια. Πράγματι, ο από μέρους του Θεοδώρου Β’ εκβιασμός «κόστισε στην αυτοκρατορία τη φιλία της Ηπείρου και από το 1257 ξέσπασε πάλι ένας σκληρός και αμφίρροπος πόλεμος ανάμεσα στα δύο ελληνικά κράτη».

Σε μια απ’τις πρώτες πολεμικές συγκρούσεις ο Ακροπολίτης αιχμαλωτίστηκε και ρίχτηκε στις φυλακές της Άρτας.

Οι ήττες του αυτοκρατορικού στρατού διατάραξαν ακόμη πιο πολύ την ψυχοδιανοητική υγεία του Θεοδώρου Β’, που έπασχε από επιληψία.

Σε μια στιγμή, μάλιστα, ζήτησε απ’τον Πατριάρχη της Νίκαιας να αφορίσει τους υπηκόους του δεσποτάτου της Άρτας. Τελικά το ανάθεμα ανακλήθηκε.

Ο ίδιος άρχισε να πιστεύει πως η νόσος απ’την οποία έπασχε οφειλόταν σε μαγείες, γεγονός που εκφράζει μια ακραία και σοβαρή κλινική εκδήλωση στην όλη ψυχιατρική σημειολογία της νόσου· μια ψυχο-παθολογική εκδήλωση με παρανοϊκό χαρακτήρα. «Νοσῶν ὁ βασιλεύς πάντας ἐπί μαγείας ὑπόπτευε». Ο Γεώργιος Παχυμέρης αναφέρει σχετικά: «νύκτωρ καί μεθ’ μέραν τά μή καλά φανταζόμενον».

Αναμφίβολα η νόσος είχε επηρεάσει το χαρακτήρα του και την κρίση του. Ο D. Nicol σημειώνει εδώ ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συμπεριφέρεται ως νευρωτικός.

Παρόλο που τέτοια νευρωσικά στοιχεία δεν είναι σπάνια, πιστεύω ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται οπωσδήποτε για τις τυπικές εκείνες εκδηλώσεις διαταραχής του ψυχισμού, που συνιστούν, ιδιαίτερα, τις λεγόμενες «χρόνιες επιληπτικές ανωμαλίες» και εκφράζουν τον ειδικό «χαρακτήρα» και τον τρόπο με τον οποίο «υπάρχει μέσα στον κόσμο» ο επιληπτικός ασθενής.

Ο Γεώργιος Ακροπολίτης αναφέρει σχετικά με τη νόσο του αυτοκράτορα της Νίκαιας: «νόσῳ δεινῇ ὁ βασιλεύς περιπέπτωκεν. Ἀπέκαμον οὗν ἐν ταύτῃ καί ἱατρῶν χεῖρες καί πᾶσά τε ἄλλη θεραπεία ἀπείρηκεν».

Όμοια κι ο Νικηφόρος Γρηγοράς, που γράφει: «νόσος ενσκήπτει των βασιλεί χαλεπή και όπλα θανάτου φορούσα».

………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Αλλά για τη συγκεκριμένη αρρώστια του αυτοκράτορος Θεοδώρου Β’, ελάχιστες μονάχα νύξεις συναντά κανείς σε μερικές απ’τις εκδομένες επιστολές του ίδιου του ασθενούς, σε μια απ’τις οποίες αναγράφεται: «περί δέ τῆς νόσου ἡμῶν», χωρίς να δίδεται μια παραπέρα συνέχεια.

Σημειώνεται εδώ πως και ο πατέρας του Θεόδωρου Β’, ο Ιωάννης Γ’ Δούκας ή Βατάτζης, έπασχε απ’την ίδια αρρώστια· την επιληψία.

Οι ιστορικές μαρτυρίες είναι σαφείς κι ανάμεσα σ’αυτές εκείνη του Νικηφόρου Γρηγορά, ο οποίος δίνει περισσότερες λεπτομέρειες και αναφέρει, με βάση, προφανώς, τα πορίσματα της τότε επιστημονικής ιατρικής (που την περίοδο αυτή έχει να επιδείξει μια αξιοσημείωτη προσφορά), την αιτιολογική συσχέτιση της νόσου με τον εγκέφαλο· την ανατομική δηλαδή και λειτουργική θεμελίωσή της, όπως αυτή επιχειρήθηκε για πρώτη φορά μέσα στην ιστορία απ’τους αρχαίους Έλληνες ιατρούς και ειδικότερα τους Ιπποκρατικούς.

Κατά τον Ακροπολίτη: «Τῇ κατασχούσῃ τοῦτον νόσῳ κατά διαστήματα ἡμερῶν τρυχόμενός τε καί πιεζόμενος. ποτέ μέν γάρ ἐν τῷ παλατίῳ διάγων εὐθύς ἐπί κλίνης ἔπιπτεν ἄφωνος, ποτέ δέ ἐφ’ ἵππου βαίνων καί ὁδόν βαδίζων ὑπό τῆς νόσου ἐγένετο κάτοχος καί οἱ συμπαρόντες κατεῖχόν τε καί πρός ὥραν παρεφύλαττον ὥστε μή ἀναγνωρίζεσθαι τοῖς πολλοῖς· ἐπάν δέ εἰς λογισμόν ἐπανῆκε, σχολῇ πρός τά βασίλεια ἐπανέστρεφεν· ἐνίοτε δέ καί φοράδην ἐπί θρόνου ἐν τοῖς ἀνακτόροις ὑπό τῶν οἰκείων ἥγετο. ἐπεί δέ ἡ νόσος ἐπήυξανε, τό σῶμα τοῦ βασιλέως κατέπιπτε· συνεχέστερον γάρ ἤρξατο πάνυ τούτῳ ἐγγίνεσθαι».

Ο Εφραίμ σημειώνει: «…πρινής ἐν κλίνῃ / ἐξαπίνης ἄναυδος, οὐκ ἐπαΐων / (…) ἀκίνητος, ἄφωνος κράτωρ / ἐμπληξίας νόσῳ γε συνεχόμενος (…) ἐνετρύχετο χαλεπῇ νόσῳ / κατά διαστήματα πάσχων τοῦ χρόνου».

Ο Παχυμέρης αναφέρει ότι «νόσος ἐνέσκυψε τῷ βασιλεῖ (…) καί ἡ νόσος ὡς χαλεπή· ἐπείληπτο γάρ διά τό γῆρας, οἷμαι».

…………………………………………………………………………………………………………….

.

Όσον αφορά, ειδικότερα, στην συνάντηση του ίδιου με τη Θεοδώρα, ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι κατά την επίσκεψή της για τη μνηστεία του γιου της Νικηφόρου με την εγγονή του αυτοκράτορος (κόρη του Θεοδώρου Β’) Μαρία, ο Βατάτζης («καί ἐν αὐταῖς αὐτοῦ ταῖς ἀδυναμίαις μεγαλόφρων» όπως σημειώνει ο Κ. Παπαρηγόπουλος) δέχτηκε φιλόφρονα κοντά του τους επισκέπτες («προσήκοντως φιλοφρονηθέντες παρά το βασιλέως»). Πάντοτε, εξάλλου, και ιδιαίτερα προς τους ξένους «δαψιλεστέραν τήν χεῖραν προύτεινε».

Ολωσδιόλου αντίθετη υπήρξε η στάση του αυτοκράτορος Θεοδώρου Β’ στην περίπτωση της επίσκεψης της Θεοδώρας της Άρτας και της τέλεσης των γάμων των παιδιών τους Νικηφόρου και Μαρίας. Ο φανερά εκβιαστικός τρόπος επικύρωσης του γάμου και της συμμαχίας και η «δια γνησίας βυζαντινής πανουργίας» αφαίρεση εδαφών, προκάλεσαν την αντίδραση του Μιχαήλ Β’. O D. Nicol τονίζει ότι ο αυτοκράτωρ της Νίκαιας «εκμεταλλεύτηκε αδιάντροπα την ανυπεράσπιστη θέση της Θεοδώρας (που ήταν στο έλεός του) επιβάλλοντας ορισμένους τελείως άσχετους αλλά πολύ σημαντικούς όρους για το γάμο του γιου της».

Τα όσα ακολούθησαν (στρατιωτική ήττα του αυτοκρατορικού στρατού, αυτομολία σημαντικών στελεχών στου στους Ηπειρώτες και άλλες αποτυχίες) συντέλεσαν εκλυτικά στην εμφάνιση εντονότερων κλινικών συμπτωμάτων και στην επιδείνωση, γενικότερα, της ήδη κλονισμένης ψυχοδιανοητικής υγείας του Θεόδωρου Β’. εξάλλου, η ίδια η νόσος «μᾶλλον τρύχουσα ἔπειθε δεινά ὑπιδέσθαι».

Η μεταβολή του χαρακτήρα ήταν ολοφάνερη. Ο ίδιος παρατηρεί την αλλαγή αυτή και γράφει στο στενό φίλο και συνεργάτη του Μουζάλωνα: «Όλος ο κόσμος εκπλήσσεται βλέποντας την αλλαγή του χαρακτήρα μου».

Σε άλλη επιστολή του προς τον διδάσκαλό του Ν. Βλεμμύδη (που ολόκληρη συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή του N. Festa), βλέπουμε φανερά τη μεταβολή αυτή, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια και πιο συγκεκριμένα: μετά την ανάρρησή του στο θρόνο της Νίκαιας. Έχω πρόχειρα μπροστά μου κάποιες σελίδες Κλινικής Ψυχιατρικής όπου αναγράφεται: «Στη διαδρομή των ετών ο ασθενής αλλάζει χαρακτήρα και αποκτά ένα ‘χαρακτήρα επιληπτικό’…».

Αυτός ο χαρακτήρας, τονίζει ο πολύς H. Ey, «συνδεδεμένος κατά βάθος με τους επιληπτικούς προξυσμούς, ούτε διαμορφώνεται μονάχα απ’αυτούς, αλλά ούτε και προϋπάρχει. Η επιληψία, έτσι, δεν είναι μόνο η οργανική συνδρομή επαναληπτικής εκφόρτισης αλλά και η τυπική μεταβολή της προσωπικότητας του ασθενούς, που έχει παροξυσμούς και εμφανίζει διαταραχές του ψυχισμού».

Αλλά για την χαρακτηρολογική αυτή μεταβολή είναι ο ίδιος ο Θεόδωρος Β’, που γράφει σε κάποιες – με γνήσιο εξομολογητικό τόνο – σελίδες των επιτολών του. σε μία απ’αυτές αναφέρεται: «Η φιλοσοφία δεν έχει πια για μένα ούτε θέλγητρο, ούτε ενδιαφέρον. Δεν υπάρχει πια παρά ένα μονάχα θέλγητρο: ο πλούτος. Δεν υπάρχει πια για μένα παρά μια μονάχα λάμψη: εκείνη του χρυσού και των πολύτιμων λίθων».

Ο ίδιος άλλοτε έλεγε: «Το να αγαπά κανείς τη λάμψη του χρυσού και των πολύτιμων λίθων είναι χαρακτηριστικό του κοινού ανθρώπου. Οι εκλεκτοί άνθρωποι («οι άνθρωποι της ελίτ» μέσα στο γαλλικά μεταφρασμένο χ/φ) δεν προσκολλώνται παρά μονάχα στη φρόνιση (σοφία-επιστήμη)». Κι αλλού: «Τίς μέ εἶδε τιμῶντα ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ἄλλο τι ἤ την ἀγαπητήν μου φιλοσοφίαν;» Στο λόγο του «Περί σοφίας», αφού τονίζει την προτίμησή του στην εσωτερική καλλιέργεια θεωρεί την απόκτηση του χρυσού και του αργύρου «πλούτη εφήμερα».

Επιδιώκοντας, απ’την παιδική του ακόμη ηλικία, τη μόνωση (στην οποία τον οδήγησε τόσο η ασθενική του κράση και η καλλιτεχνική του ιδιοσυστασία, όσο και η βαθιά επίδραση που άσκησε η παρουσία του σοφού και ασκητικού Ν. Βλεμμύδη επάνω στο μαθητή του), εργαζόταν ακατάπαυστα με κύρια απασχόληση τη φιλοσοφία ενώ ταυτόχρονα σπούδαζε Θεολογία, Φυσική, Μαθηματικά, Μουσική και Ιατρική (κοντά – κι αυτή – στον Βλεμμύδη, που ήταν γιατρός).

Ο Θεόδωρος Σκουταρώτης, οικείος και συμπολεμιστής του αυτοκράτορος, γράφει ανάμεσα στα άλλα: «Ἐγώ δέ περί τήν ἐπίδοσιν τοῦ λόγου καί τῶν ἐπιστημῶν τῆς σοφίας σπουδήν αὐτοῦ ἀνυμνῶν καί ὅπως ἐφίλει τούς λογίους καί μεθ’ὅσης φιλοφροσύνης ἐνδιαθέσεως ἔστεργεν έννοούμενος, οὐκ ἔχω τίνι τῶν περί τοῦτο ἐσπουδακότων παραλληλίσω· ἑνός γάρ σοφοῦ συνουσίαν ἀνδρός, οὐδ’ αὐτήν τήν βασιλείαν ἔκρινεν ἰσοστάσιον».

Φίλοι του είναι αποκλειστικά και μόνο οι πνευματικά καλλιεργημένοι άνθρωποι του καιρού του ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση έτσι που είναι δύσκολο να συναντήσει κανείς ανάμεσά τους έστω και ένα μέλος της απνευμάτιστης αριστοκρατικής τάξης. Η από μέρους τους έλλειψη πνευματικών ενδιαφερόντων, στάθηκε μια ακόμα αφορμή της αποστροφής του για την τάξη αυτή, την αναζήτηση σχέσεων με ανθρώπους της διανόησης και την δημιουργία ενός περιβάλλοντος γνήσια πνευματικού.

Μια τέτοια επιλογή, μια τέτοια αναζήτηση σχέσεων με ανθρώπους αληθινής εσωτερικής αξίας, εκφράζεται και σε μια ακόμη απ’τις επιστολές του όπου αναφέρεται: «ἀφοσιοῦμαι δέ τῷ συναθροισμῷ τῶν καλῶν (…) καί τοῖς μειλιχίοις ἀνδράσι τό φιλικόν».

Ο ίδιος μαθήτευσε κοντά στον Ν. Βλεμμύδη (τον τέλειο τύπο του πολυμαθούς, με μια πολυμάθεια χωρίς όρια) και υπήρξε – μαζί με τον μεγαλύτερό του στην ηλικία Ακροπολίτη και κατοπινό διδάσκαλό του – «ένας απ’τους δύο πιο διακεκριμένους μαθητές του» («ο σπουδαιότερος μαθητής του»). Σ’αυτόν «οφείλει τη γενική κλασσική του παιδεία και την άρτια φιλοσοφική του συγκρότηση».

«Προικισμένος με σπάνια πνευματικά προσόντα» («ευφυέστατος το πνεύμα», «πρωτότυπο μυαλό»), «αναδείχθηκε θερμός προστάτης των γραμμάτων και των επιστημών».

…………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Τοποθετημένος ο ίδιος στο χώρο του καθαρά φιλοσοφικού στοχασμού, έγραψε ωστόσο και θεολογικές πραγματείες, επιστημονικές μελέτες και πλήθος επιστολών. Μέσα απ’την εκκλησιαστική υμνογραφία του αναδείχθηκε έξοχος λυρικός ποιητής, ενώ η σάτιρά του αποτελεί μια ακόμη έκφραση της ευφυΐας και της λεπτής ειρωνείας του. η ευχέρεια και η ομορφιά στο γραπτό του λόγο, ήταν περισσότερο φυσικό χάρισμα παρά αποτέλεσμα μάθησης («οὐ μᾶλλον ἐκ μαθήσεως ἤ φσύσεως τήν περί τό γράφειν δύναμιν ἔχων», όπως σημειώνει ο Παχυμέρης).  Η ευγλωττία του μαζί με την ευρύτατη μόρφωσή του ήταν τέτοια «ώστε – όπως θα’λεγε και ο Θ. Σκουταριώτης – μή κλονεῖσθαι τοῖς περί ταῦτα κομψοῖς».

«Λεπτή καλλιτεχνική φύσις» (αλλά με ισχυρές αντιφάσεις και αντινομίες), αποτύπωσε την ευαισθησία του σε πολλά απ’τα κείμενά του, σε μερικά απ’τα οποία αυτή εκδηλώνεται και μ’ένα ολότελα ιδιότυπο τρόπο αφού «μηδαμινά πράγματα ἀρκοῦσι νά τόν συγκινήσωσι μέχρι λύπης καί να τόν χαροποιήσωσι μέχρις θαυμασμοῦ». Περισσότερο απ’την ομορφιά της φύσης τον συγκινεί το ανθρώπινο εσωτερικό τοπίο.

Συμμετέχει στη χαρά των φίλων και συμπάσχει μαζί τους στις δύσκολες περιστάσεις. Νιώθοντας ο ίδιος την ευαισθησία του γράφει: «Τίς ἀσθενεῖ, καί οὐκ ἀσθενῶ; ἤ τίς πάσχει καί οὐκ ἐγώ πάσχω κατά ψυχήν;»

………………………………………………………………………………………………………………..

Η άυξηση της συχνότητας των κρίσεων επαύξανε τις νοσηρές υποψίες και την όλη παρανοϊκή τάση του Θεοδώρου Β’, αφού «ἐπιπτούσης συχνάκις τῆς νόσου» – όπως μας πληροφορεί ο Παχυμέρης – «μήνυμα εἶναι τό πάθος πάσχων κ μαγγανείας δαιμόνιον πελάμβανε».

Ο ίδιος αυτός ιστορικός προσθέτει: «τῷ μέντοι γε πάσχοντι. πᾶς ὕποπτος ἦν, εἰ μόνον τις ἐπί μαγγανείαις κατηγορίη».

Δηλωτικό των προλήψεων και των δεισιδαιμονιών, της νοσηρής καχυποψίας και της τάσης για παρερμηνείες απ’τις οποίες διακατεχόταν ο αυτοκράτωρ, είναι και το παρακάτω αναφερόμενο επεισόδιο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παχυμέρη: Διέταξε ένα παιδικό του φίλο να μνηστευθεί μια ανεψιά του Παλαιολόγου (κόρη της αδελφής του), αλλά στη διάρκεια του αρραβώνα τους άλλαξε γνώμη και την πάντρεψε – παρά τη θέλησή της – με κάποιον «ευγενή», που ονομαζόταν Καβαλλάριος. Επειδή, όμως, «ὁ νυμφίος ἐφ’ ἡμέραις οὐκ ἐπλήρου τῇ κόρῃ τά τῶν ἀνδρῶν» (ο Καβαλλάριος), κατηγόρησε την πεθερά του, στα μαγγανεύματα της οποίας απέδωσε την ανικανότητα («μαγγανείαν τό ἐμποδόν ἔλεγε»). Και μόνο που άκουσε κάτι τέτοιο ο αυτοκράτωρ «εὐθύς ὑποψία περί ἑαυτῷ καί θυμός πολλά δεινός» τον κατέλαβε. Φοβισμένος και για τον εαυτό του, διέταξε και την έκλεισαν ολόγυμνη σ’ένα τσουβάλι μαζί με γάτες για να ομολογήσει το έγκλημά της. Διέταξε, επίσης, να χτυπούν το τσουβάλι με αγκαθωτά κλαδιά για να τις διεγείρουν. Η αθώα γυναίκα, παρόλο που οι γάτες την καταξέσχιζαν με τα νύχια τους, δεν είχε ομολογήσει τίποτε και απέδιδε την ανικανότητα σε ψυχογενή αίτια και ειδικότερα στην έλλειψη συμπάθειας εξ αιτίας του προηγούμενου αρραβώνα με άλλον.

Από φόβο μήπως ο Παλαιολόγος τον εκδικηθεί για την προσβολή σε βάρος στενά συγγενικού του προσώπου, τον κατήγγειλε – κι αυτόν – για μαγγανεία και διέταξε, για μια ακόμη φορά, τη σύλληψή του και τη φυλάκισή του.

Σχετικά με το γεγονός της όλης φιλύποπτης διάθεσης και της δυσπιστίας του Θεοδώρου, σημειώνεται ότι αυτή έχει επισημανθεί απ’όλους τους ιστορικούς. Αναφέρω ενδεικτικά την παρατήρηση του Κ. Παπαρηγόπουλου, που σημειώνει «ἧτο δύσπιστος καί τό χείριστον παλίμβουλος περί τάς δυσπιστίας, εἰς ἅς συνετέλη καί ἡ νοσηρά τοῦ σώματος αὐτοῦ κατάστασις, ἐκ δέ τούτου διηυκόλυνε, ἄν δέν προεκάλεσε, την πτῶσιν τῆς δυναστείας αὐτοῦ». Ο G. Ostrogorsky αναφέρει ότι απέδωσε τις κατά καιρούς αποτυχίες του σε άλλους και οι ατέλειωτες δίκες και οι φρικτές ποινές που επέβαλε σ’αυτούς ο «οξύθυμος» και ευερέθιστος (αυταρχικός και ιδιότροπος ταυτόχρονα) αυτοκράτορας οδήγησαν σε μεγαλύτερη όξυνση και τελικά στην πτώση της δυναστείας του.

Στο πλαίσιο των συναισθηματικών διαταραχών και πέρα απ’την παραπάνω αναφερόμενη φιλύποπτη διάθεση και τάση για παρερμηνείες, η ευερεθιστότητα αποτελεί τη συνηθέστερη εκδήλωση, που πολλές φορές παίρνει τη μορφή βίαιου θυμού και έντονης επιθετικότητας. Όμοια και οι διάφορες παρορμητικές πράξεις, όπως εκείνες που αναφέρθηκαν λίγο πιο πριν, ανάμεσα στις οποίες και ο ραβδισμός του Ακροπολίτου, πράξη για την οποία γρήγορα μεταμελήθηκε. Εξάλλου, όπως έχει παρατηρηθεί, «ο ταχύς μετάμελος, αποδεικνύει ότι ταύτα ήσαν αποτέλεσμα στιγμιαίων παραφορών». Ο ίδιος ο Ακροπολίτης αναφέρει σχετικά: «…καί ὀργῆς ὁ βασιλεύς ἀπλέτου καί μανίας πλησθείς καί οἷον ἐκβακχευθείς τῷ θυμῷ ἐλκύσαι μέν ὥρμησε τήν σπάθην τοῦ κολεοῦ, τῆς κώπης ἐπιλαβόμενος. ἀλλά τοῦτο μέν κατέσχε· μικρόν γάρ ταύτην ἀπογυμνώσας πάλιν εἰσῆξε».

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στην «Ιστορία του ευρωπαϊκού Πνεύματος», χωρίς να αναφέρεται στη νόσο του αυτοκράτορος με την οποία και συναρτάται αιτιολογικά ως ένα σημείο η συμπεριφορά του, εκφράζει την άποψη ότι «ο έμφυτος μαθηματικός νους του δεν τον οδήγησε στην αυτοκυριαρχία. Ήταν, αντίθετα, φοβερά οξύθυμος» («σκληρός και μάλιστα απάνθρωπος», όπως γράφει σε άλλο του βιβλίο ο ίδιος ο συγγραφέας, που προσθέτει ότι σ’αυτό «δεν τον εμπόδισαν οι αρετές του», όπως και για την οξυθυμία του δεν τον εμπόδισαν οι ίδιες αυτές αρετές «ούτε η άρτια φιλοσοφική του παιδεία, ούτε η έμφυτη μαθηματική και γεωμετρική του σκέψη»). Ο K. Krumbacher, απ’την άλλη, στην «Ιστορία της βυζαντινής λογοτεχνίας», υπογραμμίζει το βιοψυχοτυπολογικό έδαφος και χρησιμοποιώντας την ιατρική ορολογία της εποχής του, σημειώνει ότι ο Θεόδωρος Β’ ο Λάσκαρις ήταν «εὐφυέστατος τό πνεῦμα, ἀλλ’ ἀσθενής τό σῶμα, ἄνευ θελήσεως παρ’ ᾧ ὀλεθρίως ἐπικρατεῖ ὁ νευροπαθητικός χαρακτήρ».

Οπωσδήποτε οι παραπάνω αναφερόμενες διαταραχές του ψυχισμού συνδεόνται με τη βασική επιληπτική νόσο και έτσι συνδεμένες αποτελούν (πέρα απ’τις οξοίες αλλοιώσεις της ψυχικής λειτουργίας) τις χρόνιες (σταθερότερες και διαρκέστερες) παθολογικές ψυχοσυναισθηματικές οργανώσεις. Στις τελευταίες αυτές, οι σωματικοί, ψυχολογικοί και οι γενικότεροι κοινωνιολογικοί ή οι ειδικότεροι περιβαλλοντικοί συντελεστές διαμορφώνουν – σε συνδυασμό – την ειδική φυσιογνωμία όχι μόνο του μέσου ασθενούς, αλλά του καθένα απ’αυτούς ξεχωριστά ως ιδιαίτερης προσωπικότητας.

Στο πλαίσιο της ψυχιατρικής σημειολογίας της επιληπτικής συνδρομής, τονίστηκες ιδιαίτερα η ευερεθιστότητα με τις έντονες κρίσεις οργής και θυμού και η όλη θυμική αστάθεια.

Σ’ένα από τα πρώτα κιόλας βιβλία Παθολογίας των νεύρων και Ψυχιατρικής, που εκδόθηκαν στον τόπο μας, ο Μ. Κατσαράς, αναφερόμενος στους «ψυχικούς χαρακτήρες» της νόσου υπογραμμίζει, ανάμεσα στα άλλα, τη συνήθως εμφανιζόμενη ευερεθιστότητα, οξυθυμία, δυσπιστία και ευμεταβλησία.

Λιγότερο συχνή συγκριτικά με την ευερεθιστότητα, η μεταβολή της συναισθηματικότητας (όπως και της δραστηριότητας με την έννοια παρορμητικών – εκρηκτικών αντιδράσεων αλλά και αναστολών), αποτελεί μια απ’τις συνηθέστερες εκδηλώσεις.

Ειδικότερα, η συναισθηματική αστάθεια (θυμικές μεταπτώσεις) εκφράζεται, κυρίως, ως κατάθλιψη ή – αντίθετα και σπανιότερα – ως διάχυση του συναισθήματος.

Σε μια απ’το πλήθος των επιστολών του αυτοκράτορος Θεοδώρου Β’, ιδιαίτερα αποκαλυπτικών του εσώτερου ψυχισμού του, γράφει: «Ἴδης τόν παντάπασι χαροπόν, κατηφῆ, δεινόν, συννοίας μεστόν καί παντοίως τῇ λύπῃ τρωθέντα καί τιτρωσκόμενον. Οἴμοι τι ἐν ἐμοί γέγονεν! Οὐδέν ἄλλο εἴποιμι ἤ ὅτι πάντως κάθαρσις ψυχική καί ταπείνωσις σαρκική ἵνα σώσῃ ὁ πλάστης τό συναμφότερον».

Όσο για την καταθλιπτική, ειδικά, συμπτωματολογία, υπάρχουν καταστάσεις, που παίρνει τη μορφή μιας βαθύτατης απελπισίας.

Η επιληπτική αυτή κατάθλιψη δε διαφέρει ουσιαστικά, από άποψη υφής, απ’εκείνη της μελαγχολίας. (Σημειώνω εδώ πως ο ιστορικός G. Finlay μιλάει στην προκειμένη περίπτωση για «βαθιά μελαγχολία», όπως και ο Ch. Lebeau που χρησιμοποιεί τον όρο «une noire melancholie»). Υπάρχει η ίδια δυσφορία, εσωτερική οδύνη και αποστροφή προς τη ζωή δηλωτική της αλλοίωσης του νοήματος της ζωής στενά συνδεμένης, πάντοτε, με την προοπτική του μέλλοντος.

Σε άλλη επιστολή, με τον ίδιο κι εδώ εξομολογητικό τόνο, ο επιληπτικός αυτοκράτωρ εκφράζει αυτόν τον ακραίο βαθμό εσωτερικής οδύνης γράφοντας: «Τί τέλος λοιπόν; Ουδέν άλλο, ή θανάτου τομή».

Λίγο πριν απ’το θάνατό του ζήτησε να εξομολογηθεί. Έπεσε στα πόδια του εξομολογητή και «δακρύων ἀπλέτοις ρεύμασι τήν γῆν ἐν ᾗ κατέκειτο ἔπλυνεν, ὥστε καί πηλόν γεγενῆσθαι ἐκ τούτων (…) τό ‘ἐγκατέλεπόν σε Χριστέ’ συνεχῶς ἐπεφώνει».

Η ίδια αυτή κραυγή ενός έντονου ψυχικού άλγους ξεπηδά και μέσα απ’το «Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα προς τη Θεοτόκον», που ο ίδιος σύνθεσε και που και σήμερα αντηχεί στους ναούς τα όμορφα δειλινά του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου συγκινώντας τους πιστούς με τους έξοχους στίχους του, γεμάτους από βαθιά εσωτερική οδύνη και συντριβή.

«Τῶν λυπηρῶν ἐπαγωγαὶ χειμάζουσι τὴν ταπεινήν μου ψυχήν, καὶ συμφορῶν νέφη, τὴν ἐμὴν καλύπτουσι, καρδίαν»

………………………………………………………………………………………………………………………..

«Διάσωσον ἀπό κινδύνων τούς δούλους σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετά Θεόν εἰς σέ καταφεύγομεν ὡς ἄρρηκτον τεῖχος καί προστασίαν»…

«Βλέψον ἱλέῳ ὄμματι σου καί ἐπίσκεψαι τήν κάκωσιν ἥν ἔχω…»

Με στραμμένα τα μάτια στη μορφή της Γιάτρισσας Παναγιάς, θα απευθύνει μια κατανυκτική επίκληση, την ίδια εκείνη, που θα περιλάβει στον Παρακλητικό του Κανόνα:

«Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος».

Κάποτε, στο δρόμο της ιστορίας, το βλέμμα του διασταυρώθηκε με το απαλό και γαλήνιο βλέμμα της Θεοδώρας.

Εκείνη (που οι περιπέτειες της ζωής της – τα «παντοία δεινά» – έκαναν να κυλήσουν απ’τα μάτια της «θρόμβοι δακρύων»), είχε πάρει στη συνείδηση του λαού τη διάσταση της Αγίας. Και στις δύσκολες ώρες του συλλογικού βίου και του ατομικού πόνου σ’Αυτή πρόστρεξε για να ζητήσει την ελπίδα, την εγκαρτέριση και τη χαρά της ψυχικής απολύτρωσης και να πει μαζί με τον υμνωδό της:

«Της Ἄρτης τό σέμωνμα, (…) στήριξον τάς ψυχάς τῶν τιμώντων σε».

 

 

«…Και ο δέσποτας κυρ Μιχαήλ (…) επήγε ο ίδιος και ευρήκε μέσα στους λόγγους την πανοσίαν Θεοδώραν και με χίλιες παράκλησες και μετάνοιες γονατιστά και δεόμενος την επήρε».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο όσιος Σάββας ο πνευματικός ο «ἐν τῇ νήσῳ Ιωαννίνων»

 unnamed

Γράφει ο Χαράλαμπος Μπούσιας, Υμνογράφος.

 

 ὅσιος Σάββας ὁ «ἐν τῇ νήσῳ», ὅπως ἀναφέρουν στὴν Ἀπόλυση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν οἱ Ἰωαννῖτες ἱερεῖς, εἶναι μιὰ ἐξέχουσα πνευματικὴπροσωπικότητα, ἡ ὁποία ἔλαμψε στὸ νοητὸ τῆς Ἐκκλησίας στερέωμα στὰ τέλη τοῦ δεκάτου πέμπτου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ δεκάτου ἔκτου αἰῶνος. Εἶναι ὁπνευματικὸς πατέρας τῶν αὐταδέλφων ὁσίων, τῶν θαυμαστῶν Ἀψαράδων, Θεοφάνους καὶ Νεκταρίου, οἱ ὁποῖοι ἔκτισαν τὸ περίφημο μοναστήρι τοῦΒαρλαὰμ στὴν ἅγια λιθόπολη τῶν Σταγῶν, στὸ πέτρινο δάσος τῶν Μετεώρων, ποὺ ὅταν τὸ πρωτοαντίκρισαν ἐκστατικοὶ μαζὶ μὲ τὴ δοξολογία τοῦΔημιουργοῦ, ὁ ὁποῖος τὰ πάντα «ἐν σοφίᾳ ἐπόιησε»(Ψαλμ. 103, 24), ἀναρωτήθηκαν: «Τίς δώσει πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι καὶκαταπαύσω» (Ψαλμ. 54, 7). Αὐτοὶ μὲ τὴν θεοκίνητη γραφίδα τους μᾶς διέσωσαν καὶ τὸ βίο, τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ θαυμάσια τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἐρημίτη τῆς νήσου τῆς γαλήνιας λίμνης τῶν Ἰωαννίνων.

Ὁ θαυμαστὸς ἀσκητὴς Σάββας, τὸν ὁποῖο περιγράφουν ὡς «ὅσιον ἄνδρα, γηραιὸν συνέσει καὶ ἡλικίᾳ καὶ πάσῃ κεκοσμημένον ἀρετῇ» ὑπῆρξε ὄχι μόνο συνώνυμος τοῦ «ἡγιασμένου» ἐρημίτου τῆς Ἰουδαίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ πάντα ἐφάμιλλος τῶν κατορθωμάτων του. Αὐτὸ ἀποδεικνύουν καὶ τὰἐπακολουθήσαντα τὴν κοίμησή του θαυμαστὰ σημεῖα τὰ βεβαιοῦντα τὴν δόξα ποὺ τὸν περίμενε στοὺς οὐρανούς, δόξα ποὺ περιβάλλει ὅλους αὐτοὺς ποὺ μὲ τὴν ὁσιακή τους βιοτὴ εὐαρέστησαν στὸ Θεό μας.

Ὁ ὅσιος Σάββας ὑπῆρξε γόνος ἀρχοντικῆς οἰκογενείας. Ἡ εὐγένεια τῆς καταγωγῆς του μεταποιήθηκε σὲ εὐγένεια ἤθους, σὲ εὐγένεια ψυχῆς καὶ ὁπλοῦτος τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν του σὲ πλοῦτο ἀγάπης πρὸς τὴν «ἐνυπόστατη ἀγάπη», τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ, καὶ συμπαθείας πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶτοὺς πένητες. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ὁ θεῖος ἔρωτας, ποὺ κατέτρωγε τὰ σωθικά του, τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὶς πατρικὲς ἀνέσεις, γιὰ νὰ τὸν ἀναδείξει ταπεινὸκαὶ πτωχὸ ἐρημίτη τῆς νήσου τῶν Ἰωαννίνων. Τὸ μικρὸ μοναστηράκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἔγινε ἡ ἀσκητική του παλαίστρα, ὅπου πάλαιψε μὲ τὶςἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, μὲ «τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (Ἐφ. στ΄ 12) μιμούμενος τοὺς ἀγῶνες τοῦ ἰσάγγελου πολιστῆ τοῦἸορδάνη καὶ ἀφέντη τοῦ μοναστηριοῦ του.  Δὲν κατόρθωσε ποτὲ νὰ ἀποκτήσει δεύτερο ράσο καὶ δεύτερο ζευγάρι ὑποδημάτων, ἀφοῦ στὸ ἀντίκρισμα τοῦ κάθε ἀδελφοῦ, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου ἔβλεπε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, καὶ μάλιστα μυστικὰ νὰ τοῦ ψυθιρίζει: «τῷ αἰτοῦντί σε δίδου» (Ματθ. ε΄ 42),ἔδινε μὲ χαρὰ καὶ προθυμία ὅ,τι εἶχε στὸ ἐρημητήριό του, τρόφιμα καὶ ἐνδύματα. Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ λέγαμε ὅτι δὲν περίμενε ὁ ὅσιος ἀσκητὴς νὰ τοῦ ζητήσουν, γιὰ νὰ δώσει, ἀλλὰ προέτρεχε στὴν ἀγάπη καί, μόλις ἀντιλαμβανόταν τὴν ἀνάγκη, ἔδιδε χωρὶς νὰ τοῦ ζητηθεῖ διεγειρόμενος πάντοτε «εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων» (Ἑβρ. ι΄ 24). Ἔφερνε συχνὰ στὰ χείλη του τὰ λόγια τοῦ ταπεινοῦ Ναζωραίου, ὅπως μᾶς τὰμεταφέρει ὁ πολὺς Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος : «Ἐγὼ εἶμαι πατέρας σου, ἐγὼ ἀδελφός σου, ἐγὼ νυμφίος τῆς ψυχῆς σου, ἐγὼ ἡ καταφυγή σου, ἐγὼ τὸἔνδυμά σου, ἐγὼ ἡ τροφή σου, ἐγὼ τὸ στήριγμά σου. Ἐγὼ ἔγινα πτωχὸς γιὰ σένα μὲ τὴν ἐνανθρώπησή μου· γιὰ σένα ἔγινα ζητιάνος· γιὰ σένα ἀνέβηκα στὸ Σταυρό· γιὰ σένα κατέβηκα στὸν τάφο· γιὰ σένα παρακαλῶ στὸν οὐρανὸ τὸν Πατέρα μου»(Ὁμιλ. εἰς Ματθ. ΟΣΤ΄, 5).

Ὁ πράος ἐραστὴς τῶν πατέρων τῆς ἐρήμου, Σάββας, ποτὲ δὲν ὀργίστηκε, ἀλλὰ ἔδινε «τόπον τῇ ὀργῇ» (Ῥωμ. ιβ΄ 19), λέγοντας ὅτι αὐτὴ αἴρει τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ ἐντός μας. Ποτὲ δὲν κατέκρινε κανένα, ἀκολουθώντας τὸ τῆς Γραφῆς: «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» (Ματθ. ζ΄ 1). Ἡ ταπεινοφροσύνη του ὑπῆρξε ὑποδειγματικὴ καὶ σ’ αὐτὴν ἐπάνω, ὡς σὲ θεμέλιο γερό, στήριξε τὴν πνευματική του οἰκοδομὴ καὶ τελείωση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀσκητική του ἀγωγὴ εἶχε ἐμφανῆ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς θείας ἐπενέργειας, ἀφοῦ ὁ Κύριος «ταπεινοῖς δίδωσι χάριν» (Ἰακ. δ΄ 6). Ἐξαγόραζε τὸν καιρό του μὲ σύνεση καὶ ἰδιαίτερη προσοχή, κυρίως ὅμως μὲ ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὶς νύχτες ἀγρυπνοῦσε καὶ οἱ βραδινὲς ἀκολουθίες ἦταν ἡγλυκύτερη τροφὴ τῆς καρδιᾶς του, ἡ τροφὴ ποὺ περιεῖχε τὰ θρεπτικὰ συστατικὰ τῆς ἀτέλεστης μακαριότητος. Αὐτὴν ἄλλωστε ποθοῦσε, γι’ αὐτὴν εἶχε βάλει πλώρη, στὸ λιμάνι της ἤθελε νὰ ἀγκυροβολήσει. Ἔτσι, οἱ τροφὲς τῆς σάρκας δὲν τὸν ἀπασχολοῦσαν. Τὶς παρέβλεπε καὶ ἀρκοῦταν σὲ λίγοἀνάλαδο φαγητὸ καὶ παξιμάδι, ὅταν καὶ αὐτὸ τὸ ψωμὶ ἦταν ἔδεσμα γιορτινό.

Ἡ ἰσάγγελη πολιτεία τοῦ ὁσίου Σάββα τὸν ἔκανε γνωστὸ σ’ ὅλη τὴν κοινωνία τῶν Ἰωαννίνων καὶ τῆς γύρω περιοχῆς, γι’ αὐτὸ καὶ πλῆθος πιστῶν κατέφευγε στὶς νουθεσίες καὶ συμβουλές του. Ἔτσι ἀναδείχθηκε ἀπλανὴς πνευματικὸς καθοδηγητὴς τῶν χριστιανῶν τῆς Ἠπείρου. Μεταξὺ αὐτῶν ὁκαλὸς Θεὸς τοῦ ἔστειλε καὶ δύο ἀφοσιωμένους ὑποτακτικούς, τοὺς ἀδελφοὺς Ἀψαράδες, τὸν Νεκτάριο καὶ τὸν Θεοφάνη, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν μὲ πολὺὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς. Αὐτοὶ ἔζησαν μαζί του δέκα ὁλόκληρα χρόνια καὶ ὠφελήθηκαν ἀπὸ τὶς διδασκαλίες καὶ τὸ παράδειγμά του καὶ  στάθηκαν δίπλα του καὶ στὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ἐπὶ γῆς ὁσιακῆς βιοτῆς του. Τοὺς εἶχε προείπει τὸ τέλος του καὶ εἶχε ζητήσει τὴν ἡμέρα τῆς ἀναλύσεώς του νὰκοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τὴν ὥρα τοῦ Μεσονυκτικοῦ προφασιζόμενος κόπωση ἔστειλε τοὺς ὁσίους ὑποτακτικούς του στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴ συνήθη ἀκολουθία καὶ ὁ ἴδιος ἀποσύρθηκε γιὰ ἀνάπαυση. Τὸ πρωΐ τῆς ἑπόμενης ἡμέρας αὐτοὶ στὴ συνηθισμένη τους ἐπίσκεψη στὸ κελλί του, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του, τὸν βρῆκαν ἀκίνητο μὲ τὸ κουκούλι καὶ τὸ μοναχικὸ σχῆμα, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια καὶ γαλήνια ἔκφραση. Εἶχε ἤδηἀναχωρήσει γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἡ εὐωδία ἡ ὁποία χυνόταν ἀπὸ τὸ ἅγιο σκήνωμά του ἦταν ἡ θεία βεβαίωση πὼς ὁ Γέοντάς του βρισκότανἤδη στὴν ἐκλεκτὴ συνοδία τῶν ἁγίων τοῦ οὐρανοῦ. Ἦταν 9 Ἀπριλίου τοῦ 1505.

Ἡ εἴδηση τοῦ θανάτου ἔκανε σύντομα τὸ γύρο τῶν μοναστηριῶν τοῦ νησιοῦ καὶ αὐτῶν τῶν Ἰωαννίνων. Σὲ λίγο πλήθη προσκυνητῶν, ἱερέων καὶλαϊκῶν, ἔφθαναν στὸ νησί, γιὰ νὰ ἀσπασθοῦν τὸ ἱερὸ σκήνωμα τοῦ ὁσίου Σάββα καὶ ὅλοι ζητοῦσαν νὰ πάρουν κάτι ἀπὸ τὰ ἐνδύματά του γιὰ εὐλογία καὶ ἁγιασμό. Αὐτὰ τὰ ράκη ἀμέσως ἄρχισαν νὰ θαυματουργοῦν καὶ στὸ ἄγγιγμά τους οἱ ἄρρωστοι εὕρισκαν θεραπεία. Ἔτσι, δόξασε ὁ Κύριος, ὁὁποῖος μᾶς εἶπε «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω (Α΄ Βασιλ. 2, 30), τὸν ὅσιό Του ἀσκητὴ Σάββα. Ἡ μνήμη του ἔκτοτε γιορτάζεται παραδοσιακὰ στὶς 3 Φεβρουαρίου, γιατὶ ἡ ἐπέτειος τῆς κοιμήσεώς του συμπίπτει πολλὲς φορὲς μέσα στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

http://www.pemptousia.gr

 
1 σχόλιο

Posted by στο Φεβρουαρίου 4, 2015 in ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗ

 

Ο Άγιος Κύριλλος,η Θεοτόκος και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.(Ένα συγκλονιστικό όραμα του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας)

agios_kurillos_patriarxis_aleksandreias_318

Ο άγιος Κύριλλος, πατριάρχης Αλεξανδρείας ( + 444 ), υπήρξε ο χαλκέντερος πολέμιος του Νεστορίου και υπέρμαχος της θεοτοκίας της Αειπαρθένου. 

Στην Τρίτη οικουμενική σύνοδο, το 431, αγωνίστηκε με παρρησία για τη Θεοτόκο.
Οι αγώνες του για τη Μητέρα του Κυρίου προκάλεσαν την ιδιαίτερη εύνοιά Της για αυτόν, όπως φανερώνει το ακόλουθο περιστατικό:
Σε ένα προάστιο της Χαλκηδόνος, στη Δρυ, συγκροτήθηκε μια ληστρική σύνοδος που καταδίκασε ερήμην τον ιερό Χρυσόστομο. Ο άγιος Κύριλλος, από άγνοια και όχι από κακία, υιοθέτησε τις αποφάσεις της συνόδου κι έφτασε μέχρι το σημείο να μη θέλει να μνημονεύει το όνομα του αγίου στα δίπτυχα, μαζί με τα ονόματα των άλλων πατριαρχών.
Ήταν όμως καλοπροαίρετος, κι όταν του έγιναν οι ανάλογες συστάσεις, εξέτασε καλύτερα τα πράγματα, αναγνώρισε το λάθος και διόρθωσε τη στάση του. Στην αλλαγή του αυτή συνετέλεσε και το παρακάτω όνειρο:
Του φάνηκε πως βρισκόταν σε ένα τόπο ωραιότατο, και δοκίμαζε μία χαρά ανεκλάλητη. Έβλεπε εκεί τους πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, καθώς και άλλους άνδρες της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Έβλεπε επίσης ένα ναό πολύ φωτεινό και μεγαλοπρεπή, από όπου ακουγόταν μία ουράνια ψαλμωδία.
Προχώρησε μέσα στον ναό και αντίκρυσε την Υπεραγία Θεοτόκο, περιστοιχισμένη από πλήθος αγίων αγγέλων, να λάμπει από άρρητη δόξα.
Κοντά στη Θεομήτορα στεκόταν με μεγάλη τιμή και πολλούς δορυφόρους ο ιερός Χρυσόστομος, κρατώντας στα χέρια το βιβλίο των διδαχών του.
Ο άγιος Κύριλλος προχώρησε για να προσκυνήσει την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο Άγιος Ιωάννης όμως μπήκε στην μέση και όχι μόνο τον εμπόδισε, αλλά θέλησε να τον βγάλει έξω.
Έντρομος εκείνος, σκεπτόταν γιατί άραγε να οργίστηκε τόσο εναντίον του ο ιερός Χρυσόστομος.
Τότε επεμβαίνει η Παναγία και λέει:
– Συγχώρησέ τον, Ιωάννη, και μην τον διώχνεις. Όσα έχει πει εναντίον σου δεν τα είπε από κακία, αλλά από άγνοια.
– Όχι, δεν τον συγχωρώ, έκανε τάχα θυμωμένος ο άγιος.
– Συγχώρησέ τον για την αγάπη μου, επέμεινε η Παναγία, γιατί αγωνίστηκε πολύ για την τιμή μου , κατατρόπωσε τον Νεστόριο και με ανακήρυξε Θεοτόκο.
Αμέσως εκείνος ηρέμησε, αγκάλιασε τον παλαιό του αντίπαλο και τον ασπάσθηκε με αγάπη.
Από τότε η εκτίμηση του αγίου Κυρίλλου προς τον άγιο Ιωάννη ήταν απεριόριστη.
Τριάντα δύο χρόνια αγωνίστηκε ο άγιος Κύριλλος στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξανδρείας. Κι όταν παρέδιδε την αγία ψυχή του , η Παναγία δεν τον λησμόνησε. Ήρθε κοντά του και του παραστάθηκε με ενδιαφέρον, όπως κι εκείνος στη ζωή του Την υπηρέτησε και αγωνίστηκε για την τιμή Της

 
 

Η ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Oik-M-Basileiou-08-lept

Η ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 

Είναι εντολή Θεού απαράβατη, να παιδαγωγεί η οικογένεια τα παιδιά· διότι αυτή είναι το φυσικό και πρώτο σχολείο τους.

Όμως ο λόγος του Θεού προσθέτει κάτι πολύ σημαντικό στην εντολή: «καλώς εκτρέφει πατήρ δίκαιος» (Παροιμίες, κεφ. 23, στίχ. 24), Ο ενάρετος πατέρας δίνει καλή ανατροφή στο παιδί του.

Οι ενάρετοι γονείς, οι καλοί πρόγονοι, αυτοί δημιουργούν μέσα στην οικογενειακή φωλιά την ατμόσφαιρα της Ιερότητος, χωρίς αυτό να καταργεί την ελευθερία των παιδιών, είναι το κλίμα της υγείας, όπου αναπτύσσονται ομαλά τα νέα βλαστάρια.

Δεν είναι πολλές οι οικογένειες, παλαιές και σύγχρονες, που βεβαιώνουν την αλήθεια της παροιμίας, οικογένειες που με την αγιαστική τους πορεία έδωσαν στον κόσμο Αγίους «κατ’ οίκον διδαχθέντας» [=που διδάχτηκαν από την οικογένειά τους]. Όμως κλασικό παραμένει το παράδειγμα δύο κυρίως οικογενειών του Δ’ μ. Χ. αιώνα, οι οποίες έδωσαν στην Εκκλησία από πέντε Αγίους η καθεμιά. Η οικογένεια του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και η οικογένεια του Μεγάλου Βασιλείου [έξι αγίους].

Επειδή όμως «Η Αγία Οικογένεια του Μ. Βασιλείου» ορίστηκε από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (8 Σεπτ. 1998) ως προστάτης της Οικογένειας, η οποία τιμάται τη δεύτερη Κυριακή του Ιανουαρίου, είναι ευκαιρία να την επισκεφθούμε με το σημείωμα αυτό και να χαρούμε το περιβάλλον της.


Την ατμόσφαιρα της πνευματικής υγείας την δημιούργησαν στην οικογένεια του Μ. Βασιλείου οι πρόγονοι. Διάχυτο το κλίμα της ευλάβειας από τον Μάρτυρα παππού, τον πατέρα της Εμμέλειας, της οικοδέσποινας και μητέρας των 10 παιδιών της. Άγνωστο το όνομά του σε μας, επισκίασε με το Χριστιανικό του μαρτύριο τις άλλες «λαμπρότητες των λόγων» και τα στρατηγικά και τα πολιτικά αξιώματα που έφθαναν μέχρι τα βασιλικά ανάκτορα, τις δημόσιες τιμές και τις περιουσίες, που πλεόναζαν στο Καππαδοκικόν «μητρώον» γένος, από την πλευρά της Εμμέλειας [αγία Εμμέλεια: η μητέρα του αγίου Βασιλείου· μητρώων γένος: η γενιά της μητέρας· Καππαδοκικό: από την περιοχή της Καππαδοκίας της Μικράς Ασίας].

Η μαρτυρική χάρις [η θεία χάρη που είχε έρθει με το μαρτύριο του παππού, δηλ. με το ότι τον σκότωσαν οι Ρωμαίοι επειδή ήταν χριστιανός] ήταν το μέγα κληροδότημα στην οικογένεια του Βασιλείου [άγιος Βασίλειος ο Παλαιός, πατέρας του Μ. Βασιλείου] και της Εμμέλειας με τα 10 παιδιά. 

Επτά χρόνια πρόσφυγες, άστεγοι, πτωχοί, στα όρη και στα βουνά, έτοιμοι κάθε ώρα και κάθε στιγμή να χύσουν και το αίμα τους χάριν του Χρίστου. Αλλά ο Χριστός δεν τους το ζήτησε, διότι ήθελε οι ζωντανοί αυτοί Μάρτυρες, ισότιμοι μ’ εκείνους που πέθαναν, να μεταδώσουν την πείρα τους στους νεωτέρους, «έμπνοοι στήλαι» και «σιγώντα κηρύγματα»Και από την πλευρά του «πατρώου» γένους από τον Πόντο, εισόρμησε στην πολύτεκνη οικογένεια μία άλλη φλέβα μαρτυρικής ευλογίας, το επτάχρονο μαρτύριον του πάππου και της γιαγιάς, των γονέων του πατέρα, που τον έλεγαν κι αυτόν Βασίλειο [όπως είπαμε πιο πάνω]. Το ευτύχημα είναι ότι η γιαγιά Μακρίνα, όπως και ο άνδρας της, επέζησαν του φοβερού διωγμού του Μαξιμίνου (305-313 μ. Χ.), που τους ανάγκασε να ζουν μαρτυρικά αυτοί, οι πάμπλουτοι άρχοντες, στα κρύα και στις ζέστες της υπαίθρου και τις βροχές· «η τε άφιλος ερημία» [η ερημιά, χωρίς φίλους] με τη στέρηση της συναναστροφής και επικοινωνίας, τους έτρεφε μέσα στα χαμόκλαδα των βουνών του Πόντου, όπου είχαν καταφύγει, με τα ελάφια που παρουσιάζονταν μπροστά τους, όταν έτελείωναν την προσευχή τους. 

«… εν γε τούτο τολμώ καυχάσθαι εν Κυρίω, ότι ουδέποτε πεπλανημένας έσχον τας περί Θεού υπολήψεις, ή έτέρως φρονών μετέμαθον ύστερον. Αλλ’ ην εκ παιδός έλαβον έννοιαν περί Θεού παρά της μακαρίας μητρός μου και της μάμμης Μακρίνης, ταύτην αυξηθείσαν έσχον εν εμαυτώ» βεβαιώνει, επίσκοπος πλέον ώριμος, φτασμένος (375 μ. Χ.), ο Μέγας Βασίλειος [νεοελληνικά: «την περί Θεού ιδέα που έλαβα ως παιδί από τη μακαριστή μητέρα μου και τη γιαγιά μου Μακρίνα, αυτήν, ανεπτυγμένη, έχω μέσα μου»].

Και να που το ζωντανό τους κήρυγμα εκαρποφόρησε εις «εκατόν» στα εγγόνια τους, τα παιδιά του γιου τους Βασιλείου και της νύφης τους Εμμέλειας. Διότι η γιαγιά Μακρινά, που είχε μαθητεύσει στον Άγιο Γρηγόριοτον Θαυματουργό, και είχε ρουφήξει την «γνήσια εκκλησιαστική παράδοση» κοντά του, τα ατέλειωτα βράδυα στο αρχοντικό του γιου της, πότε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου και πότε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας «γεμάτη μνήμες, πείρα και σύνεση» έστάλαζε στα εγγονάκια της, κυρίως τα δύο πρώτα, την Μακρίνα καί τον Βασίλειο, της ευσέβειας τα νάματα. Συγκινητική η απόδειξης:

Η Μητέρα του και η Γιαγιά του τον εδίδαξαν «κατ’ οίκον» την αληθινή Θεολογία. Όχι μόνον αυτόν, αλλά και όλα τα αδέλφια. Η Μητέρα τους ήταν όνομα και πράγμα Εμμέλεια, δηλαδή κοσμιότης, αρμονία και κάλλος. Ο πατέρας τους Βασίλειος ήταν στον Πόντο «κοινός παιδευτής (=διδάσκαλος) αρετής». Στο οικογενειακό τους σχολείο τα παιδιά διδάχτηκαν «την εγκύκλιον παίδευσιν», τα πρώτα γράμματα, και εξασκήθηκαν στην «θεοσέβειαν».

Και από τα δύο γένη — πατρικό και μητρικό — πήραν τα μαθήματα της αγάπης, της φιλοξενίας, της φιλανθρωπίας και έμαθαν να συμπαρίστανται στο έργο της Εκκλησίας. Όλα τα παιδιά, όχι ένα μόνο ή δύο ή τρία. Όλα – και ήταν δέκα!

Η Μακρίνα πρώτη (ίδιο όνομα με τη γιαγιά της), η δεύτερη μάνα των παιδιών, αυτή που ενέπνευσε στο Βασίλειο τη μεγάλη του κλήση [δηλ. να γίνει ιερέας], παρηγόρησε τη Μητέρα στο μεγάλο πένθος τους για τον Ναυκράτιο και ανέθρεψε εξ ολοκλήρου τον μικρότερο Πέτρο (328-380).

Ο Μέγας Βασίλειος, Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας (330-379).

Ο Ναυκράτιος, νομικός (332-358).

Ο Γρηγόριος, Επίσκοπος Νύσσης (334-394).

Ο Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας (345/7-392).

Τα άλλα (5 ή 4) ήταν κορίτσια, που ευδοκίμησαν στον έγγαμο βίο όπως η αγία Θεοσέβεια η διακόνισσα, σύζυγος του αγίου Γρηγορίου Νύσσης η οποία έφυγε νωρίς για την ουράνιο Βασιλεία.

 

Πρώτος έφυγε για τον ουρανό ο Άγιος Ναυκράτιος, ο γλυκός αδελφός, στα 26 του χρόνια. Είχε γίνει μοναχός και ψάρευε στον ποταμό Ίριν, για να προσφέρει τα ψάρια του στους γύρω γέροντας άσκητάς· εκεί και πνίγηκε (358).

Δεύτερος μετετέθη στο ουράνιο θυσιαστήριο ο Μ. Βασίλειος (379), 49 ετών.

Τρίτη κοιμήθηκε (380) η Αγία Μακρίνα (52 ετών), μοναχή σε μονή του Πόντου, την οποία είχε ιδρύσει μαζί με τη Μητέρα της κοντά στον Ίριν ποταμό. Ο αδελφός της Γρηγόριος έπλεξε το εγκώμιό της με το έργο του «Εις τον βίον της Οσίας Μακρίνας».
[Η Αγία Θεοσέβεια κοιμήθηκε το 385 μ. Χ.]

Κατόπιν ανεχώρησε για τα ουράνια σκηνώματα στα 47 του χρόνια ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας (το 392).

Και τελευταίος (394) ο Άγιος Γρηγόριος, ο φιλοσοφικώτατος Θεολόγος, Επίσκοπος Νύσσης.

Έξι Άγιοι Αδελφοί, «κατ’ οίκον διδαχθέντες» την αγιότητα από τους Αγίους Γονείς τους και τους Προγόνους τους, χτυπούν την καμπάνα της σωτηρίας:

Αν θέλετε να σώσετε τη Νεολαία, σώστε πρώτα την Οικογένεια. Στραφείτε στην «κατ’ οίκον εκκλησίαν» [=την Εκκλησία που σχηματίζεται από τα μέλη μιας οικογένειας (είναι το πιο μικρό κομματάκι -κύτταρο- της Ορθόδοξης Εκκλησίας)], με την έννοια ότι οι γονείς πρώτοι οφείλουν να γίνουνσυνεπείς Χριστιανοί και να θεμελιώσουν την ανατροφή των παιδιών του επάνω στην αγιαστική χάρη και διδαχή της Εκκλησίας του Χριστού.
Ακολουθία της Αγίας Οικογενείας του Μεγάλου Βασιλείου συνέταξε ο μακαριστός Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Μοναχός ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ.

5 αδε

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ Μ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ  

                                      
                                            Ήχος δ΄ Ταχύ Προκατάλαβε

Όκτάριθμον σύστημα των θεραπόντων Χριστού , Βασίλειον  μέλψωμεν και Εμμελείαν ομού , τον Μέγαν Βασίλειον,  Γρηγόριον συν τω Πέτρω και Ναυκράτιον θείον, Μακρίναν την Θεοφόρον, Θεοσέβειαν άμα, ως θεία γεννεά γαρ Χριστώ ευηρέστησαν . 



           ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ 
Οκτάριθμος δήμος θεοειδής,σύν δυσί τοκεύσι,οι εξάριθμοι αδελφοί,εκλάμπουσι κόσμω των αρετών τη αίγλη, αυτών τη φωταυγεία,δεύτε προσέλθωμεν.

ΠΗΓΗ.ΑΓΙΟΚΕΡΙ

 
 

Ἡ Σύναξις τῶν Ἁγίων 70 Ἀποστόλων.(04 Ιανουαρίου)

04

Γιὰ τοὺς Ἀποστόλους αὐτούς μας πληροφορεῖ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο στὸ δέκατο κεφάλαιο. Τοὺς ἐξέλεξε ὁ Χριστὸς ὕστερα ἀπὸ τοὺς Δώδεκα γιὰ νὰ βοηθοῦν τὸ ἔργο Του, πηγαίνοντας αὐτοὶ πρωτύτερα σὲ κάθε πόλη καὶ τόπο, ὅπου θὰ πήγαινε κατόπιν ὁ Ἴδιος. Στὸν ἀγῶνα αὐτό, ἔπρεπε νὰ καταβάλουν ὅλη τους τὴν δραστηριότητα, χωρὶς νὰ χάνουν οὔτε στιγμή. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς εἶπε, ὅτι ὤφειλον νὰ μὴ σταματοῦν καὶ νὰ μὴ χαιρετοῦν κανένα εἰς τὸν δρόμον. Αὐτὸ δέ, ἀποτελεῖ μάθημα γιὰ μερικοὺς πνευματικοὺς ἐργάτες, ποὺ χάνουν ἄσκοπα ὧρες καὶ μέρες φλυαρῶντας ἀντὶ νὰ διδάσκουν, καὶ σκανδαλίζοντας ἀντὶ νὰ οἰκοδομοῦν. Ὁ Κύριος παρήγγειλε στοὺς Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους, μήτε βαλάντιο νὰ ἔχουν μαζί τους, μήτε δισάκιο, οὔτε ὑποδήματα νὰ κρατᾶνε. Γιατί; Γιὰ νὰ φανεῖ, ὅτι οἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ ἔχουν αὐταπάρνηση καὶ νὰ ἐξοικειώνονται μὲ ὅλες τὶς στερήσεις. Καὶ νὰ δειχθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς μὲ μηδαμινὰ μέσα κατορθώνει τὰ μεγαλύτερα καὶ δυσκολότερα ἔργα. Οἱ Ἑβδομήκοντα ἐξετέλεσαν τὴν ἀποστολή τους μὲ ὅλη τὴν ἀκρίβεια καὶ τὴν πειθαρχία, ὅταν ὁ Χριστὸς ἦταν στὴ γῆ. Ἀλλὰ καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνάληψή Του καὶ τὸ σχηματισμὸ τῆς Ἐκκλησίας Του, ἔκαναν μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση ὅλο τὸ καθῆκον τους. Αὐτοὶ δὲ ἦταν:

  • Ἰάκωβος, ὁ ἀδελφός του Κυρίου καὶ υἱὸς Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος
  • Σίμων, ὁ καὶ Συμεὼν καὶ Κλεόπας υἱὸς Ἰωσήφ, ἀδελφὸς Ἰακώβου καὶ δεύτερος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων
  • Ματθίας, ὁ ἀντὶ τοῦ προδότου συγκαταριθμηθεὶς τοῖς ἀποστόλοις
  • Ἰάκωβος, Ἀλφαίου, ὁ καὶ ἀδελφὸς Ματθαίου
  • Ἰούδας, ὁ παρὰ μὲν τῷ Λουκᾷ Ἰακώβου Ἰούδας ἐπονομαζόμενος, παρὰ δὲ τῷ Ματθαίῳ καὶ Μάρκῳ Θαδδαῖος καὶ Λεββαῖος, ἀδελφὸς κατὰ σάρκα τοῦ Χριστοῦ
  • Βαρνάβας, ὁ καὶ Ἰωσῆς, ὁ οἰκειοχείρως γράψας τὸ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγέλιον καὶ ἐν Κύπρῳ τελειωθείς
  • Φίλιππος, ὁ ἐκ Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης, ὁ βαπτίσας τὸν Αἰθίοπα
  • Ἀνανίας, ὁ γενόμενος ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ, ὁ καὶ τὸν Παῦλον βαπτίσας
  • Ἰωσὴφ καὶ Ἰοῦστος καὶ Βαρνάβας, ὁ σύμψηφος γενόμενος Ματθίου
  • Στέφανος, ὁ πρωτομάρτυς καὶ διάκονος ὁ λιθοβοληθείς
  • Πρόχορος, ὁ ἐπίσκοπος Νικομήδειας
  • Νικάνωρ
  • Σίμων, ὁ ἐπίσκοπος γενόμενος Βόστρων (τῆς Ἀραβίας)
  • Παρμενᾶς
  • Τίμων, ἐπίσκοπος Βόστρων
  • Ἐπαινετός, ἐπίσκοπος Καρθαγένης
  • Λουκᾶς, οὐχὶ ὁ τὰς Πράξεις γράψας, ἀλλ᾿ ὁ Λαοδικείας γενόμενος ἐπίσκοπος
  • Ἀρίσταρχος, ἐπίσκοπος Ἀπαμείας τῆς ἐν Συρίᾳ
  • Μᾶρκος, ὃν ἔλεγον Ἰωάννην, ἐπίσκοπος ἐν Βιθλοπόλει
  • Ζήνων, ἐπίσκοπος γενόμενος ἐν Διοσπόλει
  • Ἀριστόβουλος, ἐπίσκοπος Βρετανίας
  • Ἀπελλής, ἐπίσκοπος Σμύρνης
  • Νάρκισσος, ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν
  • Ἡρωδίων, ἐπίσκοπος Ταρσοῦ
  • Ἀγαβος,προφήτης
  • Ῥοῦφος, ἐπίσκοπος Θηβῶν
  • Ἀσύγκριτος, ἐπίσκοπος Ὕρκανίας
  • Φλέγων, ἐπίσκοπος Μαραθῶνας
  • Ἑρμῆς, ἐπίσκοπος Δαλματίας
  • Πατροβᾶς, ἐπίσκοπος Ποτιόλου
  • Ἑρμᾶς, ἐπίσκοπος Φίλιππουπολεως
  • Αἶνος, ἐπίσκοπος Ῥώμης
  • Γάϊος, ἐπίσκοπος Ἐφέσου
  • Φιλόλογος, ἐπίσκοπος Σινουπόλεως
  • Ὀλυμπᾶς
  • Ἡρωδίων
  • Ἀρίσταρχος
  • Πούδης
  • Τρόφιμος. Οἱ πέντε οὗτοι ἐμαρτύρησαν μετὰ τοῦ Παύλου ἐν Ῥώμῃ
  • Λούκιος, ἐπίσκοπος Λαοδικείας τῆς Συρίας
  • Ἰάσων, Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ
  • Σίλας, ἐπίσκοπος Κορίνθου
  • Σιλουανός, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης
  • Ἀνδρόνικος, ἐπίσκοπος Πανονίας
  • Κρίσκης, ἐπίσκοπος Καρχηδόνος.
  • Ἀμπλίας, ἐπίσκοπος Ὀδυσσοῦ
  • Οὐρβανός, ἐπίσκοπος Μακεδονίας
  • Βαρσαβᾶς, ἐπίσκοπος Ἡράκλειας
  • Στάχυς, ἐπίσκοπος Βυζαντίου
  • Σωσίπατρος, ἐπίσκοπος Ἰκονίου
  • Ἔραστος, ἐπίσκοπος Πανεάδος
  • Κουάρτος, ἐπίσκοπος Βηρυττοῦ
  • Τερέντιος, ἐπίσκοπος Ἰκονίου
  • Ἀπολλῶ, ἐπίσκοπος Καισαρείας
  • Σωσθένης, ἐπίσκοπος Κολοφωνίας
  • Ἐπαφρόδιτος, (ἢ Ἐπαφρᾶς), ἐπίσκοπος Ἀνδριακῆς (ἢ Ἀδριανῆς)
  • Καῖσαρ, ἐπίσκοπος Δυῤῥαχίου
  • Τυχικός, ἐπίσκοπος Κολοφωνίας
  • Μᾶρκος, ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα, ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος
  • Ἴουστος, ἐπίσκοπος Ἔλευθερουπολεως
  • Ἀρτέμων, ἐπίσκοπος Λύστρας
  • Κλήμης, ἐπίσκοπος Σαρδανείας
  • Ὀνησιφόρος, ἐπίσκοπος Κορώνης
  • Τυχικός, ἐπίσκοπος Καρχηδόνος
  • Κάρπος, ἐπίσκοπος Βεῤῥοίας τῆς Θρᾴκης
  • Εὔοδος, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας
  • Ζηνᾶς, ἐπίσκοπος Διοσπόλεως
  • Φιλήμων, ἐπίσκοπος Γάζης
  • Φορτουνᾶτος
  • Ἀχαϊκός
  • Στεφανᾶς
 
 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 142 other followers