‘’ΠΙΣΤΕΥΣΩΜΕΝ ΩΣ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΗΜΩΝ ΠΑΡΕΔΩΚΑΝ’’ (ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ)

maxresdefault

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

_____________________

Η προσπάθεια   να στηριχθεί η ονομασία ‘’ εκκλησίες’’ για τις αιρετικές κοινότητες, που την υστάτη μετατράπηκε σε  ‘’ετερόδοξες εκκλησίες’’, στο τελικό  κείμενο της Συνόδου της Κρήτης, διατάραξε την εκκλησιαστική ειρήνη.  Κάποιοι επικαλέστηκαν τη χρήση του όρου ‘’ετερόδοξες εκκλησίες’’, ως όρο ‘’terminus technicus’’.  Κάποιοι ακόμα και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ότι δηλαδή αυτή αποτελεί την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αντιστρατεύτηκαν με τον τρόπο τους.

 

Να θυμίσουμε για παράδειγμα την παραδοξότητα του   κ. Λαρεντζάκη, που απάντησε σε όσους επιμένουν  στην Ορθόδοξη ακρίβεια, στο κείμενό του που επιγράφεται ‘’Εκκλησία και Εκκλησίες’’ όπου αναφέρει προλογικά τα εξής : «Οι αντιδρώντες αναφέρονται και επικαλούνται το Σύμβολο της Πίστεως και ισχυρίζονται ότι με την έκφραση ‘’Εις Μίαν Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν’’ εννοείται αποκλειστικώς και μόνον η Ορθόδοξος Εκκλησία».

 

Αυτή η παραδοξότητα του ‘’ζυγοστατείν και σταθμίζειν’’*, με ορολογίες ξένες σε όσα κηρύχθηκαν από τους Αγίους Πατέρες, προσθέτει ‘’τάραχον’’ στην Εκκλησία του Χριστού.  ‘’Ταύτα παρά των Οσίων Πατέρων κεκήρυχται α τοίνυν παρειλήφαμεν, ταύτα φυλάξωμεν  α μεμαθήκαμενν, ταύτα κρατήσωμεν· τι μαχόμεθα προς αλλήλους εική;’’, λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

 

’Τι τοίνυν το πιστεύειν αφέντες τεχνολογούσιν την πίστιν’’*, με την αποδοχή των εκκλησιολογικών στρεβλώσεων στη Δήλωση του Τορόντο, όπου έχουν αναγνωρισθεί στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας, στις αιρετικές ομάδες ή κοινότητες που συμμετέχουν στο Π.Σ.Ε.;  Εις δε την κατακλείδα της Δήλωσης του Τορόντο αποδέχτηκαν μάλιστα αυτό αναφέρει ότι «οι εκκλησίες (μέλη του Π.Σ.Ε.) αναγνωρίζοντας ότι το να αποτελεί κάποιος  μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, είναι πιο περιεκτικό από το να είναι  μέλος της ίδιας του της εκκλησίας».  Γιατί ως μη ώφειλαν στη Δήλωση αυτή πρόσθεσαν  ‘’τάραχον’’ στην Εκκλησία του Χριστού, επιμένοντες στο ‘’ζυγοστατείν και σταθμίζειν τας λέξεις του δόγματος’’*;

 

Ας παύσει ‘’το λογομαχέιν επί καταστροφή των ακουόντων’’*  και ας ‘’πιστεύσωμεν  ως οι Πατέρες ημών παρέδωκαν’’*.  Ας παύση  η αυθαιρεσία που διασάλευσε την ειρήνη στην Εκκλησία του Χριστού.  ‘’Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι’’, ας ακολουθήσομε  την εκκλησιαστική ορολογία που μας παρέδωσαν.  Ας μην παραχαράσσεται η εκκλησιαστική ορολογία που μας παρέδωσαν.  ‘’Ουκ εσμέν των Πατέρων σοφώτεροι’’, λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

 

Οι αυθαίρετοι όροι δήθεν τύπου ‘’terminus technicus’’, έχουν προσθέσει τόσο εκκλησιολογικές στρεβλώσεις, όσο και ‘’τάραχον’’ στην Εκκλησία του Χριστού.  ‘’Ουκ εσμέν των διδασκάλων ημών κριβέστεροι’’, λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.   Γιατί προκάλεσαν τον ανώφελο ‘’τάραχον’’.  ‘’Εν ειρήνη κέκληκεν ημάς ο Θεός ουκ εν μάχη’’, λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.  Γιατί ως μη ώφειλαν, με την εμμονή τους διατάραξαν την ειρήνη στην Εκκλησία του Χριστού.  Το ‘’ζυγοστατείν και σταθμίζειν’’, με ορολογίες ξένες σε όσα κηρύχθηκαν από τους Αγίους Πατέρες, ποιους ευαρέστησε;

 

Ο  Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο μεγάλος αυτός Άγιος της Εκκλησίας μας, για την Ορθόδοξη Πίστη πέθανε στην εξορία και αυτά τα σπουδαία λόγια για το  ‘’ζυγοστατείν και σταθμίζειν τας λέξεις του δόγματος’’, δεν τα έγραψε γι’ αυτούς που εμμένουν στην Ορθόδοξη ακρίβεια, αφού γι’ αυτην αγωνίστηκε μέχρι την κοίμησή του, αλλά γι’ αυτούς που παραχαράσσουν την Πατροπαράδοτη Ορθόδοξη ακρίβεια.  Το  ‘’ζυγοστατείν και σταθμίζειν τας λέξεις του δόγματος’’*, αλλοίωσε την ορολογία που  παραλάβαμε από τις Οικουμενικές Συνόδους.  .  ‘’Ουκ εσμέν των Πατέρων σοφώτεροι’’, ‘’ουκ εσμέν των διδασκάλων ημών κριβέστεροι’’, ’εν ειρήνη κέκληκεν ημάς ο Θεός ουκ εν μάχη’’, επεξηγεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

 

*Με αστερίσκο παρατέθηκαν αναφορές του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου, από τον σχετικό Θεολογικό λόγο του. 

Η Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό του Νώε.(Aγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Δεν θα έσφαλλε κανείς, εάν χαρακτήριζε την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό του Νώε. Γιατί η κιβωτός έπαιρνε τα ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει. Να εξηγήσω τι εννοώ. Εκεί, στην κιβωτό, μπήκε γεράκι και βγήκε γεράκι, μπήκε λύκος και βγήκε λύκος∙ εδώ μέσα μπήκε κάποιος γεράκι και βγαίνει περιστέρι, μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο, μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι επειδή αλλάζει η φύσι του, αλλά επειδή απομακρύνεται η κακία του με την μετάνοια.

Η μετάνοια , το φάρμακο των αμαρτημάτων η αναίρεσις της απογνώσεως

Γι’ αυτό ομιλώ συνεχώς για την μετάνοια. Γιατί η μετάνοια , που είναι φοβερή και τρομερή για τον αμαρτωλό, θεραπεύει τα κακά, εξαλείφει τις παρανομίες, σβήνει τα δάκρυα ,γεννά παρρησία προς τον Θεό, είναι όπλο κατά του διαβόλου, μαχαίρι που τον αποκεφαλίζει, αφαιρεί την απελπισία και χαρίζει την ελπίδα της σωτηρίας∙ αυτή ανοίγει τον ουρανό, αυτή εισάγει στον παράδεισο, αυτή νικά τον διάβολο (γι’ αυτό συνεχώς ομιλώ γι’ αυτήν ) , όπως αντίθετα η υπερβολική εμπιστοσύνη στον εαυτό μας μας οδηγεί στην πτώσι. Είσαι αμαρτωλός; Μη απελπίζεσαι. Δεν παύω να χορηγώ διαρκώς αυτά τα φάρμακα , γιατί γνωρίζω πόσο μεγάλο όπλο κατά του διαβόλου είναι τι να μην απελπιζώμαστε. Αν σε βαρύνουν αμαρτίες, μην απελπίζεσαι∙ δεν παύω να τα λέω αυτά συνέχεια ∙ κι αν ακόμη κάθε μέρα αμαρτάνης, κάθε μέρα να μετανοής∙ και εκείνο που κάνουμε στα παλιά τα σπίτια, όταν γίνωνται ετοιμόρροπα, που αφαιρούμε δηλαδή τα σαθρά υλικά και τα ανακαινίζουμε και καθόλου δεν σταματάμε να τα φροντίζουμε, αυτά ας κάνουμε και στους εαυτούς μας. Εάν σήμερα πάλιωσες από την αμαρτία, γίνε καινούριος με την μετάνοια.

Πώς σώζει η μετάνοια. Σπίθα είναι η μετάνοια, πέλαγος η θεία φιλανθρωπία. 

Και είναι δυνατόν, θα μου πης, να μετανοήση κάποιος και να σωθή; Και βέβαια είναι. Πέρασα όλη μου την ζωή στην αμαρτία∙ εάν μετανοήσω, θα σωθώ; Οπωσδήποτε. Ποιος μας βεβαιώνει γι’ αυτό; Η φιλανθρωπία του Κυρίου σου. Νομίζεις ότι στηρίζομαι στην μετάνοιά σου, και τα λέω αυτά; μήπως η μετάνοιά σου από μόνη της μπορεί να εξαλείψη τόσα κακά; Όχι. Εάν ήταν μόνη η μετάνοιά σου, δικαιολογημένα τα φοβόσουν∙ επειδή όμως με την μετάνοιά σου αναμιγνύεται η φιλανθρωπία του Θεού, να έχης θάρρος, διότι είναι αμέτρητη η φιλανθρωπία Του και ανέκφραστη η αγαθότητά Του. Η αμαρτία σου έχει μέτρο, το φάρμακο όμως δεν έχει. Η αμαρτία σου, όποια κι αν είναι, είναι ανθρώπινη, η φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απερίγραπτη∙ και γι’ αυτό να έχης θάρρος, διότι αυτή υπερνικά την κακία σου. Σκέψου μια σπίθα που έπεσε στο πέλαγος∙ μήπως μπορεί να σταθή ή να φανή; Όσο αδύναμη είναι μία σπίθα μπροστά στο πέλαγος , τόσο είναι και η αμαρτία μπροστά στην φιλανθρωπία του Θεού∙ ή καλύτερα ούτε τόσο, αλλά πολύ περισσότερο, γιατί το πέλαγος , όσο μεγάλο κι αν είναι, έχει κάποια όρια, ενώ η φιλανθρωπία του Θεού είναι απεριόριστη.

Πηγή: «ΜΕΤΑΝΟΙΑ , ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ, ΝΗΣΤΕΙΑ, ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Χρυσοστομικός Άμβων
ΣΤ΄»
2η Έκδοσις
( Επηυξημένη και βελτιωμένη)
Έκδοσις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους
2008

Ένας Άγιος πίσω από την ιστορία και τα φαινόμενα.(Μητροπολίτης Λαυρεωτικής κ.κ.Νικόλαος)

 

Η σημερινή μέρα είναι μεγάλη για όλους εμάς, που ζώντας πολύ μα­κριά από την εποχή του (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου) και ακόμη μακρύτερα από το πνεύμα του, αισθα­νόμαστε ως μέγιστη ανάγκη να εμπνευσθούμε από το οικουμενικό μεγα­λείο του, αγωνιζόμαστε να μαθητεύσουμε στις μυστικές γωνιές της ανεπανάληπτης μοναδικότητός του, προσπαθούμε να γίνουμε μέτοχοι της αιώνιας δόξας και της χάριτός του.

  1. Γνωριμία με τον Άγιο

Τον Άγιό μας μπορούμε να τον γνωρίσουμε σε ποικίλα επίπεδα. Η μνήμη του μας φέρνει σε επαφή με το ιστορικό περίγραμμά του, η μελέ­τη των λόγων του και η ταπεινή τιμή του με την κρυμμένη μυστική μορφή του· και τέλος η αίσθηση της προσευχής του με το συνήθως δυσδιάκριτο αιώνιο πρόσωπό του.

α) Διαβάζοντας τον βίο, τα έργα και το συναξάρι του, γνωρίζουμε το ιστορικό, το φανερό πρόσωπό του. Βλέπουμε πως πέρασε από πειρα­σμούς και διωγμούς, πως αξιοποίησε τις ευκαιρίες, τα γεγονότα και τα τάλαντά του, πως εξαγίασε τη φύση του. Γνωρίζουμε τις αρετές και τον χαρακτήρα του, την υπομονή, τη μακροθυμία, την ανωτερότητα, τις ευαισθησίες, το κοινωνικόν της καρδίας του, τη φιλοπτωχία του. Μια πολυ­τάραχη, γεμάτη εντάσεις και πάθος ζωή, με διωγμούς αλλά και ανεξικακία, με αδικίες αλλά και δικαίωση, με εξορίες αλλά και παλλαϊκή αποκατάσταση, με απέραντη αγάπη στην Εκκλησία αλλά και συνεχή διά­ψευση από μέρους της τής κηρυττομένης από τον ίδιο αγίας αποστολής της.

β) Προσεγγίζοντας σε βάθος το περιεχόμενο της ζωής και των λόγων του, υποψιαζόμαστε κάπως το μυστικό πρόσωπό του. Πίσω από τις εκδηλώσεις της ζωής του κρύβεται ο άνθρωπος της απαράμιλλης πίστεως, της αξιοθαύμαστης δυνάμεως, της απροσμέτρητης αγάπης, της σπάνιας χάριτος. Αυτός που βλέποντάς τον δεν αναγνωρίζεις μόνον το μεγαλείο των επιτευγμάτων του, αλλά αντικρίζεις κυρίως το πρόσωπο του Θεού στη ζωή του. Καμαρώνεις για την ανθρώπινη φύση, κυρίως όμως χαίρεσαι για το έργο του Θεού στον άνθρωπο. Πάσχει, και δεν τον λυπάσαι συναισθηματικά, γιατί ξέρεις ότι έτσι δοξάζεται πνευματικά. Λυγίζει ο φυ­σικός του άνθρωπος, και δεν κλονίζεται η πίστη σου στη χάρη του, γιατί η εγκατάλειψη των ανθρώπων ενισχύει την παρουσία του Θεού στη ζωή του. Πεθαίνει εξόριστος και προδομένος από την Εκκλησία και δεν σκανδαλίζεται η σχέση σου μαζί της, γιατί πάνω στην ατίμωσή του προ­βάλλεται η βεβαιότητα της εν τη Εκκλησία αναστάσεώς του.

Από την άλλη μεριά, μιλάει μαγευτικά, και δεν θαυμάζεις την οξυδέρ­κεια ή την καλλιέπειά του, γιατί φανερώνει τον Θεό πιο πολύ από το χά­ρισμά του. Τον τιμά και τον δοξάζει ο λαός και τον ομολογεί ήρωά του, και καταλαβαίνεις ότι δεν είναι αυτή η αληθινή δόξα του, γιατί ενέχει τον κίνδυνο της επίγειας ανταμοιβής του. Η όποια γήινη πορεία και εικόνα του αποτελεί απλή μόνον προβολή του θεωμένου προσώπου του. Είναι «επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος», κατά τον υμνογράφο του.

γ) Τέλος, αγαπώντας τον ως κατά χάριν άγιο και προσευχόμενοι σε αυτόν εν τη Εκκλησία, προσκυνώντας το άγιο λείψανό του, ψάλλοντας την ακολουθία του, εκζητώντας τις πρεσβείες του, γινόμαστε κοινωνοί του αιώνιου προσώπου του. Ζούμε τον Άγιο όχι όπως τον περιγράφουν οι βιογράφοι του, όχι όπως τον φανερώνουν τα έργα του, όχι όπως τον υπαγορεύει η σκέψη μας, όχι όπως ήταν, αλλά όπως τώρα είναι, όπως τον εκφράζει η αιώνια υπερουράνιος ενώπιον του Θεού παράστασή του, όπως τον δοξάζει ο Θεός στη βασιλεία Του, «έτερον» και «οθνείως ηλλοιωμένον». Δεν προσευχόμεθα σε αυτόν που υπέφερε στη γη, αλλά σε αυτόν ο οποίος, κατά το πρότυπο του Εσταυρωμένου, «εν ω πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (Εβρ. β’ 18)· δεν ακούνε τα αυτιά μας τον χρυσό λόγο από το στόμα του, αλλά αισθάνεται η καρδιά μας «άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 4). Αξιολογούμε την αγιότητά του όχι από το μέτρο της ενάρετης πολιτείας του, αλλά από την αίσθηση της αιώνιας δόξης του, από την παγκαρπία των προσευχών του, από τη βίωση της ενώπιον του θρόνου του Θεού παρρησίας του, από την εύνοια του Θεού στο πρό­σωπό του, από το μέγεθος της ειδικής χάριτός του.

  1. «Σημείον αντιλεγόμενον»

Τον άγιο Χρυσόστομο τον ελάτρευσε η Εκκλησία. Αυτός την κόσμη­σε με τον θησαυρό της θείας Λειτουργίας, την προίκισε με τα απαράμιλ­λα κηρύγματά του, την ενθουσίασε με τον μαγευτικό, πρωτότυπο, διεισ­δυτικό, περιεκτικό και πολυδιάστατο λόγο του, τη σαγήνεψε με το ασυμβίβαστο και ηρωικό ήθος του, τη λάμπρυνε με το παράδειγμα και τη συ­νέπεια της αγίας και γεμάτης έμπνευση ζωής του.

 

Δεν τον ανεγνώρισαν οι μεγάλοι και ισχυροί αυτού του κόσμου. Γι’ αυτούς ήταν «βαρύς και βλεπόμενος» (Σοφ. Σολ. β’ 15). Τον πολέμησαν, τον αδίκησαν, τον εξόρισαν. Με τον διωγμό τους όμως τον βοήθησαν να αποκαλύψει το μεγαλείο της αδαμάντινης ψυχής του. Ίσως, χωρίς την εμπάθεια και το μίσος τους, ο άγιος Ιωάννης να ήταν μόνον «Χρυσόστο­μος», «Χρυσολόγος», «Χρυσορρήμων» και «Χρυσόφωνος». Αυτός όμως μέσα από την αδικία, τον διωγμό και την εξορία ανεδείχθη, κατά τον υμνογράφο, «Χρυσούς τον λόγον, χρυσούς και την καρδίαν» και «Χρυσουργός των καρδιών των πιστών». Χωρίς να θέλουν οι διώκτες του, φα­νέρωσαν τον θησαυρό της ψυχής του, ανέδειξαν το μεγαλείο του, απέδειξαν την ιστορική μοναδικότητά του, εγκατέστησαν το πρόσωπό του στην καρδιά του λαού, έγιναν μεγάλοι ευεργέτες της ιστορίας και μοναδικοί δωρητές της Εκκλησίας.

Τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο τον ανεγνώρισαν οι πολλοί αλλά μικροί, οι άγνωστοι αλλά αληθινοί, οι αναρμόδιοι αλλά ευαίσθητοι, οι απόμακροι από τις εξελίξεις αλλά αγνοί στις προθέσεις. Τον πολέμησαν τα κέντρα της εξουσίας και τον υπεραγάπησε ο λαός. Τον συκοφάντησε και τον αδίκησε το εκκλησιαστικό σύστημα, αλλά τον αγκάλιασε και τον ομολόγησε με δύναμη και επιμονή η εκκλησιαστική συνείδηση. Αυτός της δόθηκε ως λόγος και παράδειγμα και ανταμείφθηκε με το ανεκτίμητο νόμισμα της εμπιστοσύνης και αγάπης της.

  1. Σημεία συνάντησης του Θεού

Αυτό που χαρακτηρίζει τον τιμώμενο Άγιο είναι η ανυποχώρητη διεκδίκηση της ξεκάθαρης αλήθειας, η τόλμη της αμφισβήτησης των φαι­νομένων και ευκόλως κατανοουμένων, η ασυμβίβαστη διάθεση αντικατάστασής τους από το μυστήριο που αποκαλύπτεται και μας υπερβαίνει, ο ηρωισμός που απαιτεί η συμφωνία λόγων και ζωής, ο πανίσχυρος κοι­νωνικός του λόγος, η εγκαρτέρηση στον διωγμό και την αδικία. Είναι η συνολική και μεγάλη αρετή του, είναι η αγιότητά του, που έπεισε τον λαό και την Ιστορία: «ενδιαίτημα εφάνης ουρανίων αρετών… εν σοι γαρ κατεσκήνωσε των αρετών η πάσα αγιωσύνη» (Τροπάριον Ωδής γ’).

Για όλους αυτούς τους λόγους, ο λόγος του χαρακτηρίζεται από απροσμέτρητη διεισδυτικότητα, από κοινωνικο-πνευματική σφαιρικότητα, από διαχρονική επικαιρότητα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι θεολογικός ως προς τον στόχο του, επιστημονικός ως προς τη μεθοδολο­γία του, ανατρεπτικός ως προς την κοινωνική εκφορά του. Είναι επίκαιρος στις αφορμές του, σύγχρονος στη μορφή του και διαχρονικός στα νοήματά του. Τα ερμηνευτικά κείμενά του, οι θεολογικές ομιλίες του, οι γεμάτες δόγμα και αμεσότητα λειτουργικές και μη προσευχές του, η ανυποχώρητη στάση του στις διατυπώσεις της πίστης και της θεολογίας δεί­χνουν με ενάργεια τη θεοκεντρικότητα και χριστοκεντρικότητα της διδα­σκαλίας του. Ο υμνογράφος τον αποκαλεί «των δογμάτων πέλαγος ανεξάντλητον» (Κεκραγάριον εσπερινού), «θεολογίας υψηλής ακρίβειαν» (Απόστιχον εσπερινού), «νουν ουράνιον της θεολογίας» (Αίνοι). Μέσα στο ορθό δόγμα διακρίνει ο άγιος το πρόσωπο του Θεού για Τον Οποίο ομιλεί.

Αλλά όχι μόνον μέσα σε αυτό. Δόγμα, δίχως καθαρή και συνεπή ζωή, μοιάζει περισσότερο με φιλοσοφική έμμονή και εγωιστικό ιδεολόγημα. Γι’ αυτό και ο λόγος του δεν έχει τον χαρακτήρα αφηρημένης ακαδημαϊκής πραγματείας, αλλά αγκαλιάζει τη ζωή, την καθημερινότητα, τις λεπτομέρειες, την αδύναμη και αμαρτωλή ανθρώπινη φύση. Την αγκα­λιάζει με βαθειά γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της αφ’ ενός και των δυνατοτήτων και προοπτικών της αφ ετέρου. Ανεβάζει ψηλά το κρι­τήριο της ανθρώπινης ποιότητος για να καταδείξει το «βραχύ τι παρ’ αγγέλους» (Ψαλμ. η’ 4) ιδίωμα του ανθρώπου. Ανοίγει όμως και τους κρουνούς της επιεικείας και κατανόησης για να εκφράσει τον σεβασμό του στον «ως άνθος του αγρού εξανθισμό» (Ψαλμ. ρβ’ 15) του. Αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο τη λογική του ικανότητα για να υπογραμμίσει την ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα του ανθρώπου μέσα στη δημιουρ­γία. Ο άγιος Ιωάννης αντικρίζει τον Θεό μέσα στον πεπτωκότα αλλά και θεούμενο άνθρωπο.

Ο άγιος όμως διακρίνει τον Θεό αντικατοπτριζόμενο και μέσα στην εικόνα του πάσχοντος συνανθρώπου. Ο λόγος του Κυρίου «εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. κε’ 40) δεν αποτελεί ούτε υπερβολή ούτε αναλογία· έχει πραγ­ματικό νόημα και απόλυτη ισχύ. Η αγάπη του για τους φτωχούς είναι τό­σο μεγάλη, ώστε γι’ αυτούς πούλησε ακόμη και τα αντικείμενα του επι­σκοπικού μεγάρου, κατήργησε τα επίσημα γεύματα και έφτασε σε ακρότητα απλότητος στην προσωπική του παρουσία και ζωή.

Αυτός που συνέθεσε τη θεία Λειτουργία μιλάει με ιδιαίτερα καινοτόμο τρόπο και για την Ιερουργία της προς τον αδελφό αγάπης. Αυτός που προτρέπει σε εντός του ναού λατρευτική συνάντηση του «αοράτως δορυφορουμένου ταις αγγελικαίς τάξεσιν βασιλέως των όλων», ο ίδιος φέρε­ται να διακηρύσσει δημόσια: «Αν πηγαίνοντας στην Εκκλησία συναντή­σεις έναν φτωχό, πάρε τον στο σπίτι σου· κάνεις το σπίτι σου Εκκλησία. Βάλε τον να καθίσει στο τραπέζι σου· κάνεις το τραπέζι σου Αγία Τρά­πεζα. Δώσε του να φάει από το φαγητό σου· κάνεις το ψωμί και το κρα­σί σου Θεία Κοινωνία».

Στον ναό πηγαίνουμε για να συναντήσουμε τον Θεό. Όταν πέφτουμε πάνω σε έναν φτωχό, τον έχουμε ήδη συναντήσει.

  1. «Χρυσούς τον λόγον, χρυσούς και την καρδίαν»

Βαθύς γνώστης της φυσιολογίας της ανθρώπινης ψυχής, σπουδαίος αναλυτής των κοινωνικών παθών και αδυναμιών, αληθής επιστήμων των μυστικών της θεϊκής σοφίας! Ομιλεί με παροιμιώδη γλυκύτητα για τον ανθρώπινο πόνο, αλλά ελέγχει αδυσώπητα τη νοθεία της αλήθειας, τη διαστροφή του κλήρου και την απροκάλυπτη αμαρτία. Βασιζόμενος στην κοινή λογική, αξιοποιώντας τους θησαυρούς της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, και κυρίως εμπνεόμενος από τα κείμενα του αποστόλου Παύ­λου, ομιλεί σε γιορτές, σε μνήμες άγιων, σε ευκαιρίες εκτάκτων κοινω­νικών γεγονότων, ερμηνεύει, αναλύει, συνθέτει, ενθουσιάζει, προτρέπει, εμπνέει, μυσταγωγεί ακατάπαυστα όχι μόνον τον κόσμο που έχει μπρο­στά του και τον ακούει, αλλά και την Εκκλησία και τον κόσμο που στο μέλλον θα τον μελετάει.

 

Ενώ είναι τόσο γνωστός και φημισμένος για το στόμα του, το όργα­νο αυτό της μελωδικής έκφρασης της βιωμένης αλήθειας, αυτό που παρέμεινε στην ιστορία αδιάφθορο είναι το αυτί του. Στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, φυλάσσεται η τιμία κάρα με ολόκληρο το αριστερό αυτί του. Ο Άγιος είχε στραμμένο το στόμα του στον κόσμο και το αυτί του στην αλήθεια του ανθρώπου και στη βασιλεία του Θεού. Ακούει τις ανάγκες της Εκκλησίας και πληροφορείται την αλήθεια του Θεού. Η εμπειρία των θείων του ακουσμάτων κινεί τον ποταμό της χρυσής γλώσσας του.

Ο άγιος Χρυσόστομος πρόβαλε τον λόγο ως εκφραστικό εργαλείο· τον ετίμησε ως σκέψη, τον αγίασε ως ενδιάθετη κίνηση. Η μοναδική σε ευαισθησίες και αγιότητα ψυχή του φώτισε τον νου και τη σκέψη του και αυτά με τη σειρά τους τροφοδότησαν το μεγάλο ρητορικό χάρισμά του. Θαυμάζει κανείς την αναλυτική σκέψη του, την τόλμη της υγιούς αμφισβητήσεώς του, την πολυδιάστατη προσφορά του τον συνδυασμό της αλήθειας με την ομορφιά, της θεολογίας με την τέχνη, της πίστης με τη λογική, της διεισδυτικής σκέψης με την καθολική αγάπη.

Σε στιγμές θριαμβευτικής δικαίωσής του, ομιλεί για τη ματαιότητα του κόσμου: «ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης». Σε στιγμές άφατης αδικίας και άδικης εξορίας δοξάζει τον Θεό ως μεγάλο ευεργέ­τη: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν· ου γαρ παύσομαι τούτο επιλέγων αεί επί πάσί μοι τοις συμβαίνουσι» (Επιστολή ια΄Προς την Διάκονον Ολυμπιάδα). Έχει μπροστά του τον σταυρό και ξεσπά σε δοξολογία: «Διά τούτον ουκέτι φοβούμεθα τα πεπυρωμένα βέλη του διαβόλου· την γαρ πηγήν της ζωής εύρομεν. Διά τούτον ουκ εσμέν εν χηρεία· τον γαρ νυμφίον απελάβομεν. Διά τούτον ουκέτι δεδοίκαμεν τον λύκον τον γαρ ποιμένα τον καλόν επέγνωμεν. Διά τούτον ουκέτι φρίττομεν τον τύραν­νον· τω γαρ βασιλεί προσεδράμομεν» (Λόγος εις τον σταυρόν).

Ζει την Ανάσταση και εκφράζει με θεϊκό τρόπο την οικουμενική αγκαλιά του Ζώντος Θεού:

«Ει τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως… Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα· φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον· αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης· και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει· κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται· και τα έργα δέχεται και την γνώ­μην ασπάζεται· και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί».

Η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και τον πιστό λαό δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι από την πασχάλιο χαρά είναι δυνατόν κά­ποιος να εξαιρεθεί: «Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρί­ου ημών και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ’ αλλήλων χορεύσατε· εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τι­μήσατε· νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες… Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως· πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων έγένετο».

  1. Επιλογικά

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αγαπήθηκε όσο λίγοι άγιοι στην ’Εκκλησία. Δεν είναι άγιος μόνο της Αντιόχειας ή της Κωνσταντινουπό­λεως ούτε μόνον της Ανατολής ή του τετάρτου αιώνος. Είναι άγιος των μοναδικών χαρισμάτων, της μεγάλης δόξης, του πληρώματος της χάριτος, «των μαρτύρων εφάμιλλος, των αγίων αγγέλων ισοστάσιος, των αποστόλων ομότροπος» (Κεκραγάριον εσπερινού). Είναι άγιος όλων των αιώνων. Είναι άγιος και του σήμερα. Είναι ο άγιος ολόκληρης της Εκκλησίας. Μπορεί να γίνει και δικός μας. Να κάνει δικό μας και τον Χριστό που τόσο αυτός αγάπησε και Αυτός τόσο τον αγάπησε.

«Ταις του σου Αγίου πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν».

(Χρυσοστομικό Συμπόσιο, Εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σ.147-153)

Χρυσοστόμου περί αιρέσεως

Εισαγωγικά

Σε παλαιότερη αναφορά μας σχετικά με τις έννοιες της Αίρεσης και του Σχίσματος, τις  είχαμε οριοθετήσει ως εξής: Ως αίρεση χαρακτηρίζεται τόσο στη Χριστιανική Δογματική, όσο και στο Κανονικό Δίκαιο, κάθε απόκλιση από βασική και θεμελιώδη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας από πιστό ή ομάδα πιστών, παρά την αναμφισβήτητη ασάφεια της εκκλησιαστικής παραδόσεως, ως προς τα όρια της αιρέσεως και του σχίσματος

Έτσι, αίρεση χαρακτηρίζεται κάθε διδασκαλία, που αποδεδειγμένα νοθεύει τη γνήσια αποστολική παράδοση και πίστη της Εκκλησίας με παρεκκλίσεις, προσθήκες, αφαιρέσεις, υπερτονισμούς ή μονομέρειες ως προς την γενικά παραδεκτή, συγχρονικά και διαχρονικά, εκκλησιαστική παράδοση.

Ο όρος σχίσμα δηλώνει τη διάσπαση της ενότητας της Χριστιανικής Εκκλησίας από ομάδες πιστών, οι οποίες διαφωνούν σε δευτερεύοντα ζητήματα και πάντως όχι στην ουσία της ορθής πίστης. Επομένως το Σχίσμα δεν αντιμετωπίζεται ως Αίρεση.

Στην παρούσα παρουσίαση εκτίθενται, όσα ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος παρουσιάζει και όσα συμβουλεύει, τόσο για την αντιμετώπιση των αιρετικών, όσο και την αντιμετώπιση των σχισματικών.

Ως προς τους αιρετικούς, συνιστά την αποφυγή συναναστροφών με αυτούς, όπως αποφεύγει κανείς να πιεί δηλητήριο. Τόσο αποτρόπαια φαίνεται λοιπόν η συναναστροφή με αιρετικούς.

Ως προς τους σχισματικούς όμως, η περίπτωσή των είναι διαφορετική, γιατί εδώ δεν έχουμε νοθεία ή παρέκκλιση από την γνήσια αποστολική πίστη και παράδοση. Για την περίπτωση των σχισματικών, που είναι ελαφρότερη περίπτωση, συνιστά να δέχονται τους σχισματικούς και να μην διακόπτουν την κοινωνία με αυτούς και ειδικά με τους Επισκόπους, γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να φέρεται ως ανεπίσκοπη.

Διακοπή της κοινωνίας με τους Επισκόπους μπορεί να γίνει μόνον, όταν διδάσκουν αίρεση κατεγνωσμένη και καταδικασμένη από την Εκκλησία ή όταν προσβάλλονται οι θεσμοί, η αποστολική πίστη και η ζωή της Εκκλησίας.

——————————————————————————————————————————

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

               ΠΕΡΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

ag_ioannis_xrysostomos

«…Μετά την ελπιδοφόρο νεοπατερική άνθηση των τελευταίων δεκαετιών…, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά, ώστε να μη δικαιολογούνται πλέον οι αισιόδοξες προβλέψεις και προοπτικές για την πορεία της Ορθοδοξίας τον 21ο αιώνα, αν η εκκλησιαστική ηγεσία δεν αντιληφθεί τούς κινδύνους και δεν διαμορφώσει ποιμαντικά τις συνθήκες, ώστε να τηρούνται στον εκκλησιαστικό βίο τα δύο απαραίτητα στοιχεία, χωρίς τα οποία ούτε Ορθοδοξία υπάρχει, ούτε συνεπώς και δυνατότης σωτηρίας.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως και οι άλλοι Άγιοι Πατέρες, με επιμονή αναφέρεται στις δύο αυτές ουσιώδεις πλευρές της χριστιανικής ζωής… Η αχώριστη αυτή δυάδα είναι «η δογμάτων ακρίβεια και η ορθότης του βίου», η ενότητα δόγματος και ήθους, η οποία σήμερα πλήττεται από τον δογματικό μινιμαλισμό του Οικουμενισμού, …ως και από την εκκοσμίκευση, από την είσοδο του κοσμικού, του γήϊνου φρονήματος μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, κλήρου και λαού, ακόμη και μέσα στους κόλπους του κατ’ εξοχήν φυγόκοσμου και εν ξενιτεία και αποταγή ζώντος Μοναχισμού…

Επί πολλές δεκαετίες, …απασχολεί πολλούς πιστούς με ένταση και σωτηριολογική αγωνία το θέμα του ποια επί τέλους είναι η αληθινή Εκκλησία, πού βρίσκεται η Εκκλησία; Είναι δυνατόν να θεωρούνται ως εκκλησίες οι αιρέσεις και τα σχίσματα; Είναι επιτρεπτόν θεολογικά η Εκκλησία, η αδιακόπως υφισταμένη μέχρι σήμερα διά της διπλής αποστολικής διαδοχής, διαδοχής εν πρώτοις στο σύνολο των αληθειών της πίστεως, και χρονικής διαδοχής κατόπιν στους επισκοπικούς θρόνους, να υποβιβάζεται και να συμφύρεται ως ένα πολλοστημόριο μεταξύ εκατοντάδων άλλων δήθεν εκκλησιών, όπου η διαδοχή της αλήθειας έχει διακοπή από νεωτερικές ανθρώπινες διδασκαλίες, και η χρονική διαδοχή των επισκόπων, όπου υπάρχει, έχει ακυρωθεί λόγω της διακοπής της αλήθειας; Υπήρξε ποτέ περίοδος στη ζωή της Μίας Εκκλησίας, κατά την οποία οι αιρέσεις και οι αιρετικοί εθεωρούντο μέλη της Εκκλησίας; …Πώς συμπεριφέρθηκε ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος απέναντι στις θρησκείες και στις αιρέσεις της εποχής του;

Συναφή εκκλησιολογικά θέματα πού έχουν ανάγκη διασαφήσεως είναι και ο υπερβαλλόντως προβαλλόμενος από μερίδα ορθοδόξων θεολόγων επισκοποκεντρισμός, ο οποίος ουσιαστικά ταυτίζει επίσκοπο και εκκλησία, κατ’ απομίμησιν της ταυτίσεως πάπα και εκκλησίας, ώστε εν πολλοίς ορθώς να επιρρίπτεται η μομφή εναντίον της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι ο μεν Ρωμαιοκαθολικισμός έχει ένα πάπα οι δε Ορθόδοξοι τόσους πάπες όσοι είναι και οι επίσκοποι. Προκύπτει μέσα από τη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου αυτός ο επισκοποκεντρισμός; Σε περιόδους συγχύσεως και ακαταστασίας, κατά τις οποίες οι ποιμένες μεταβάλλονται σε προβατόσχημους λύκους και διαφθείρουν την ευαγγελική αλήθεια και ζωή, δεν μπορούν να εκφράσουν την εκκλησιαστική συνείδηση οι πρεσβύτεροι και οι μοναχοί αλλά ακόμη και οι λαϊκοί; Έχουμε στην περίπτωση αυτή σχίσμα; Ποιοι προκαλούν το σχίσμα και τις ταραχές μέσα στη ζωή της Εκκλησίας;

Ήταν σχισματικός ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως τον κατηγόρησαν οι τότε κρατούντες στην Εκκλησία, ή αυτοί πού αθέτησαν τούς θεσμούς και τις παραδόσεις της Εκκλησίας, υπέρ των οποίων αγωνιζόταν εκείνος;…

Η γνώμη του για τις αιρέσεις

Με την ίδια ποιμαντική εγρήγορση και ανυποχώρητη αγωνιστικότητα αντιμετώπισε ο Χρυσόστομος και τις αιρέσεις της εποχής του… Σε εγκωμιαστική του ομιλία στον Άγιο Μελέτιο Αντιοχείας, ο οποίος προήδρευσε της Β’ Οικουμενικής Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη, πού έθεσε τέρμα στην δράση των αντιτριαδικών αιρέσεων και ολοκλήρωσε το σύμβολο της πίστεως, αναφέρεται στην επιτυχή αναιρετική του δράση, η οποία του εστοίχισε διωγμούς και εξορίες. Μόλις ανέλαβε, λέγει, την θέση του επισκόπου, απήλλαξε την Αντιόχεια από την αιρετική πλάνη …«και τα σεσηπότα μέλη και ανιάτως έχοντα του λοιπού σώματος αποκόψας, ακέραιον την υγείαν επανήγαγε τω πλήθει της Εκκλησίας». Και μόνον αυτή του η θέση είναι αρκετή, για να δείξει πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται η αίρεση, ως διαστροφή της αλήθειας και ως αρρώστια στο σώμα της Εκκλησίας, σε όλες τις εποχές και στην δική μας. …Ο Ιωάννης, μετά την εκ του Μοναχισμού επιστροφή του, έγινε, ως κληρικός πλέον, στενός συνεργάτης αμφοτέρων και βοηθός διά του φλογερού του κηρύγματος στην εκρίζωση του Αρειανισμού, τούς κινδύνους εκ του οποίου δεν αντελαμβάνοντο πολλοί Αντιοχείς και επεσκέπτοντο ακόμη και ναούς Αρειανών…

Συνιστά να αποφεύγουμε τις συναναστροφές με τούς αιρετικούς, όπως αποφεύγουμε τα δηλητήρια των φαρμάκων, γιατί είναι χειρότεροι από αυτά. Εκείνα βλάπτουν το σώμα, αυτοί καταστρέφουν την σωτηρία της ψυχής. Αν η συναναστροφή με τούς αιρετικούς και η φιλία οδηγεί και σε κοινωνία της ασεβείας, πρέπει να την αποφεύγουμε, ακόμη και αν πρόκειται για τούς γονείς μας. Ήταν πολύ αυστηρός και στον εαυτό του ο Χρυσόστομος στο θέμα της κοινωνίας με τούς αιρετικούς. Επειδή οι γνωστοί Μακροί Αδελφοί είχαν κατηγορηθεί από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλο ως Ωριγενιστές, ενώ τούς προστάτευσε, δεν είχε λειτουργική κοινωνία μαζί τους. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος για τον οποίο ο Άγιος Επιφάνιoς Κύπρου, εξαπατηθείς από τον Θεόφιλο ότι και ο Χρυσόστομος ήταν Ωριγενιστής, ήλθε στην Κωνσταντινούπολη να βοηθήσει τον Θεόφιλο και δεν είχε καμμία κοινωνία με τον Άγιο Χρυσόστομο, ως αιρετικό. Αρνήθηκε να παραχωρήσει ως πατριάρχης ο Χρυσόστομος ναό στον πανίσχυρο Γότθο ηγεμόνα Γαϊνά, επειδή ήταν Αρειανός, παρά την πίεση του αυτοκράτορος Αρκαδίου, ο οποίος είχε ανάγκη των στρατιωτικών υπηρεσιών του. Επαινεί τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Φλαβιανό, διότι διεχώρισε τα λείψανα μαρτύρων που ήσαν θαμμένα μαζί με λείψανα αιρετικών έτσι, λέγει, απαλλάχτηκαν τα πρόβατα από τούς λύκους, οι ζώντες από τούς νεκρούς. Έμειναν οι μαργαρίτες της πίστεως μόνοι, ανέπαφοι από την δυσωδία των αιρετικών λειψάνων.

…Δίδει μεγάλη σημασία ο Άγιος Ιωάννης στον εναντίον των ετεροθρήσκων και αιρετικών αγώνα. Ολόκληρος ο τέταρτος «Περί Ιερωσύνης» λόγος του είναι αφιερωμένος στο να δείξει, ότι ο ιερεύς πρέπει να έχει υψηλή θεολογική συγκρότηση, να γνωρίζει τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους, να διαθέτει τα απαραίτητα όπλα για να τους αποκρούει.

…Σχεδόν ταυτίζει την Ιερωσύνη ο Άγιος Χρυσόστομος με το κήρυγμα, με τη διδασκαλία του λόγου, χωρίς βέβαια να υποτιμά την τελετουργία των μυστηρίων. …Δεν ωφελούν οι ασκητικοί κόποι και ιδρώτες, όταν, λόγω αγνοίας και απειρίας των δογμάτων, πέσει κανείς σε αίρεση και αποσχισθεί από το σώμα της Εκκλησίας. Διαβεβαιώνει ο Άγιος Ιωάννης, ότι γνωρίζει πολλούς που το έπαθαν αυτό. Δεν ωφελεί λοιπόν μόνον ο ενάρετος βίος, χωρίς τα υγιή δόγματα, ούτε βέβαια η υγιής πίστη, όταν ο βίος είναι διεφθαρμένος.

Αν εφαρμόσουμε όσα για τις αιρέσεις αναφέραμε, ολίγα εκ πολλών, στην σημερινή κατάσταση της Εκκλησίας, η εικόνα είναι ζοφερή. Ό,τι είπαμε για την Απολογητική, πού αντιμετώπιζε παλαιότερα τους εξωτερικούς εχθρούς της Εκκλησίας, τους αλλοθρήσκους, ισχύει και για το αντιαιρετικό κήρυγμα. Έπαυσε να ακούγεται στους ναούς λόγος εναντίον των αιρέσεων, ωσάν ή Εκκλησία να έχει περιλάβει στους κόλπους της όλους όσοι ονομάζονται Χριστιανοί, ωσάν να ανήκουν όλοι οι Χριστιανοί στο σώμα του Χριστού, να μνημονεύονται όλοι στο δισκάριο της Προσκομιδής, να κοινωνούν όλοι εκ του αυτού ποτηρίου. Και μολονότι αυτό δεν έχει γίνει, και υπάρχουν Χριστιανοί πολυπληθείς ανά τον κόσμο πού δεν είναι υγιείς, νοσούν στην πίστη, στα δόγματα, και είναι αποκομμένοι από το σώμα της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν παρουσιάζουμε τα νόθα δόγματα και τις πλάνες τους, για να γιατρέψουμε και τούς ίδιους και να προφυλάξουμε και τα μέλη της ‘Εκκλησίας από την λύμη των αιρέσεων, αλλά τους καθησυχάζουμε πως δεν είναι αιρετικοί, είναι και αυτοί εκκλησίες, όπως εμείς, και μάλιστα αδελφές εκκλησίες, συγκροτούμε μαζί τους συμβούλια εκκλησιών, αναγνωρίζουμε το βάπτισμά τους ως έγκυρο, συμπροσευχόμαστε, μας δίδουν και τούς δίδουμε ναούς και πολλά άλλα, όσα η οικουμενιστική σύγχυση των ημερών μας έχει προκαλέσει. Τα πάντα «άνω και κάτω γέγονε» θα έλεγε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Γκρεμίσαμε τούς φράκτες, τα όρια πού έθεσαν οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες…

Δεν θα φθάσετε στην ενότητα, λέγει [ο διάβολος] σε όσους τον ακούουν, αγωνιζόμενοι για την αλήθεια· κάνουν λάθος ο Χριστός, οι Απόστολοι, οι Πατέρες· θα φθάσετε στην ενότητα με την αγάπη. Αφήστε τα δόγματα στους θεολόγους, κλείστε τους σε ένα νησί και ας συζητούν όσο θέλουν. Ούτε δογμάτων ακρίβεια, ούτε βίου ορθότης είναι απαραίτητα για την σωτηρία, όπως διδάσκει το Ευαγγέλιο και σύμπας των Πατέρων ο χορός, με έμφαση δε ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Θα σας σώσει τώρα ο Οικουμενισμός, πού καταλύει την αποκλειστικότητα, τον ναρκισσισμό, το δόγμα της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και καταργεί την αυστηρότητα της Ευαγγελικής ζωής, διευκολύνοντας την εκκοσμίκευση. Μπορούμε έτσι τώρα στις τρεις πτώσεις πού προκάλεσε ο Διάβολος, κατά τον αείμνηστο και όσιο Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, τις πτώσεις του Αδάμ, του Ιούδα και του Πάπα, να προσθέσουμε και τέταρτη πτώση, την πτώση του Οικουμενισμού. Ίσως βέβαια σκεφθεί κάποιος και πει ότι ορθώς ο Άγιος Χρυσόστομος ομιλεί για τούς αιρετικούς και τούς ελέγχει. Τότε έτσι πίστευαν. Σήμερα έχουν αλλάξει αυτά. Δεν πρέπει να ασχολούμαστε πλέον και να αγωνιζόμαστε εναντίον των άλλων θρησκειών και των αιρέσεων. Έτσι μου απήντησε γραπτώς μεγαλόσχημος και γνωστός επίσκοπος, κεκοιμημένος τώρα, όταν του έστειλα το βιβλίο μου για την Ουνία, στο οποίο παρουσίαζα την εξέλιξη της εξετάσεως του θέματος, στον διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, από τον οποίο με απεμάκρυναν για την όποια συμβολή μου στην καταδίκη της Ουνίας.

Επειδή λοιπόν κυριαρχούν στην εκκλησιαστική επικαιρότητα οι θεολογικές συζητήσεις για τα όρια της Εκκλησίας, …ας επιτραπεί να ακουσθεί εδώ στο συνέδριο μας ένας σαφής χρυσοστομικός-πατερικός λόγος.

Οι Ορθόδοξοι τίποτε δεν αλλάσσουμε από όσα παραλάβαμε· ούτε προσθέτουμε, ούτε αφαιρούμε, ούτε αλλοιώνουμε. Όσους προσθέτουν και αφαιρούν και αλλοιώνουν τούς αποκηρύσσουμε, τους αναθεματίζουμε ως αιρετικούς, όπως έκαναν οι άγιες σύνοδοι και οι Άγιοι Πατέρες…

Η διά των αιώνων ομόφωνη, σταθερή και αταλάντευτη αυτή αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας εκφραζόταν από το σύνολο των ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος μέχρι και του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Από του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου (1998) η πρώην παραδοσιακή και αυστηρή σε θέματα πίστεως τοπική αυτή εκκλησία, άλλαξε στάση και προσδέθηκε στο άρμα του Οικουμενισμού…

Σύμφωνα λοιπόν με τα λεχθέντα υπάρχουν και σήμερα αιρέσεις και μάλιστα πιο επικίνδυνες, γιατί καλύπτουν το αληθινό τους πρόσωπο ο κυριαρχών Οικουμενισμός και η απατηλή σύντροφος του, η αγαπολογία. Γι’ αυτό όσα είπε και έπραξε για τις αιρέσεις της εποχής του ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ελάχιστα των οποίων παρουσιάσαμε, ισχύουν πολύ περισσότερο και σήμερα. Μπορεί κανείς να έχει σ’ αυτά αντίρρηση, αν επιθυμεί να είναι ενσωματωμένος στην διά των αιώνων από τούς Άγιους Πατέρες εκφραζόμενη αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας; Όπως σε παρόμοια περίπτωση κατά την διάρκεια των εργασιών της Z’ Οικουμενικής Συνόδου για το θέμα των άγιων εικόνων είπε ο μητροπολίτης Νικομηδείας Πέτρος, «Ιωάννης ο Χρυσόστομος τοιαύτα λέγει· τις έτι τολμά ειπείν κατ’ αυτών;». Ετολμήθη, παρά ταύτα, να χρησιμοποιηθεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, με εσφαλμένη κατανόηση μερικών θέσεών του, υπέρ του Οικουμενισμού από τον καθηγητή Ευάγγελο Θεοδώρου, αποκαταστάθηκε όμως ή αλήθεια από τον εμβριθή μελετητή τής διδασκαλίας του αείμνηστο καθηγητή Κωνσταντίνο Μουρατίδη.

Το Σχίσμα. Παρανόηση της χρυσοστομικής διδασκαλίας.

Ενδιαφέρουσα είναι η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και για το σχίσμα, το οποίο θεωρεί ότι είναι εξ ίσου μεγάλο κακό, όσο και η αίρεση: «Του εις αίρεσιν εμπεσείν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν». Η γνώμη του αυτή χρησιμοποιείται συχνά και στις ημέρες μας, ιδιαίτερα όταν γίνεται λόγος για τούς Παλαιοημερολογίτες και όταν επίσης πολλοί κληρικοί και πιστοί, προβληματισμένοι για την εκκλησιολογική αίρεση του Οικουμενισμού, φθάνουν μέχρι του σημείου να σκέπτονται διακοπή τής κοινωνίας με τούς οικουμενιστάς επισκόπους. Τότε τούς επισημαίνεται ο κίνδυνος του σχίσματος με την επίκληση και αυτής της γνώμης του Αγίου Χρυσοστόμου, όχι πάντως ορθώς, διότι η συνάφεια στην οποία διετύπωσε ο Άγιος Ιωάννης αυτήν την θέση είναι τελείως διαφορετική, ο ίδιος δε δεν δίστασε να διακόψει την κοινωνία με άλλους επισκόπους και να επαινέσει στα κείμενά του, ιδιαίτερα στις επιστολές που στέλνει από την εξορία, όσους κληρικούς και λαϊκούς ηρνούντο να δεχθούν ως νόμιμη εκκλησιαστική κατάσταση τούς διώκτες και διαδόχους του.

Η συνολική έρευνα των κειμένων του δίδει διαφορετική εικόνα της στάσεως του Χρυσοστόμου προς τούς διαδόχους του, διαφορετική από εκείνη πού συνήθως προβάλλεται με βάση σύσταση και συμβουλή του Χρυσοστόμου προς τούς οργισμένους για την εξορία του κληρικούς και λαϊκούς να κάνουν υπακοή στον διάδοχο του και να τον αναγνωρίσουν, διότι δεν μπορεί η Εκκλησία να μείνει χωρίς επίσκοπο, να είναι «ανεπίσκοπος». Αντίθετα, από την διδασκαλία και την ζωή του προκύπτει ότι διακοπή της κοινωνίας προς τον επίσκοπο δικαιολογείται όχι μόνο σε περίπτωση που κηρύσσει αίρεση, όπως τελικώς καθόρισε η Εκκλησία με τον 15ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας συνόδου, γιατί αυτό είναι αυτονόητο και προφανές, αλλά ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία προσβάλλονται οι θεσμοί της Εκκλησίας, προσβάλλονται γενικώς οι αρχές της αποστολικής πίστεως και ζωής. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου για την πίστη και την ζωή είναι ενιαία, ο δε απόστολος Παύλος απέκοψε από την εκκλησιαστική κοινωνία τον αιμομίκτη της Κορίνθου για ηθικό παράπτωμα και όχι για αιρετική διδασκαλία. Αυτήν την χρυσοστομική γραμμή ακολούθησε μετά από τέσσερες αιώνες άλλη μεγάλη πατερική μορφή, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διέκοψε την κοινωνία για το ηθικό θέμα της «μοιχοζευξίας», για το ότι δηλαδή ο ιερομόναχος Ιωσήφ, τη ανοχή του πατριάρχου, ευλόγησε τον δεύτερο γάμο του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Στ’ (780-797), ενώ ζούσε ακόμη η προηγουμένη του σύζυγος.

…Απαντώντας δε και σε ένσταση πού στρεφόταν εναντίον του, ότι δεν έπρεπε να προβεί σε καθαιρέσεις και να προκαλέσει αναστάτωση και σχίσμα, αφού δεν υπήρχε θέμα αιρέσεως, αλλά ήσαν ορθόδοξοι οι καθαιρεθέντες, είχαν την ίδια πίστη, απαντά ότι δεν αρκεί το ότι ήσαν ορθόδοξοι· είχαν προσβάλει με την σιμωνία την χειροτονία, την ιερωσύνη. Όπως πρέπει να αγωνιζόμαστε για την πίστη, έτσι πρέπει να αγωνιζόμαστε και για την κανονική, την σωστή εκλογή των επισκόπων. Γιατί, αν μπορεί ο καθένας να γεμίζει τα χέρια του με χρήματα και να εξαγοράζει την ιεροσύνη, ας προσέλθουν τότε όλοι, άξιοι και ανάξιοι. Δεν χρειάζεται πλέον το άγιο θυσιαστήριο, δεν χρειάζεται η γνώμη του πληρώματος της Εκκλησίας, ούτε ο σύλλογος των ιερέων. Ας τα καταργήσουμε όλα αυτά και ας τα καταστρέψουμε. …Μπροστά στο προσήκον, στο σωστό, δεν κάνει καμμία παραχώρηση ο Χρυσόστομος, ακόμη και αν πρόκειται να αποσχισθούν μερικοί από την Εκκλησία. Αυτό ας το σημειώσουμε όσοι στους καιρούς μας διστάζουμε να πράξουμε αυτό που πρέπει, επικαλούμενοι τον κίνδυνο σχίσματος. Και το προσήκον στην περίπτωση αυτή ήταν η κανονική, η μη σιμωνιακή ιερωσύνη, η κάθαρση της Εκκλησίας από τούς αναξίους επισκόπους.

…Καθ’ όλην την διάρκεια της πατριαρχίας του, εξασθενημένος σωματικά αλλά άκαμπτος και ανυποχώρητος μπροστά στο προσήκον μέχρι το τέλος τής ζωής του, πού επισυνέβη από τις ταλαιπωρίες της εξορίας, εισέπραξε, και εξόριστος ων, αφάνταστο μίσος εκ μέρους αναξίων επισκόπων, ελεγχομένων από την ζωή και την διδασκαλία του, πράγμα που τον οδήγησε να γράψει προς την διακόνισσα Ολυμπιάδα, ότι δεν φοβάμαι κανένα άλλο όσο τούς επισκόπους, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις: «Ουδένα γάρ λοιπόν δέδοικα ως τους επισκόπους, πλην ολίγων».

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι ή συνάφεια, μέσα στην οποία ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε ότι το σχίσμα είναι εξ ίσου κακό με την αίρεση και ότι ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν μπορεί να εξαλείψει την αμαρτία του σχίσματος, έχει σχέση με τις διαιρέσεις που προκαλούνται εξ αιτίας της φιλαρχίας και της κενοδοξίας όσων εκλέγονται αναξίως επίσκοποι και όσων εισπηδούν σε ξένες δικαιοδοσίες για να στηρίξουν τους αναξίους, και όχι με όσους αντιδρούν για την καταπάτηση των θεσμών της Εκκλησίας. Οι πρώτοι σχίζουν και διαιρούν την Εκκλησία και όχι οι δεύτεροι, έστω και αν, από την κυριαρχούσα στην ηγεσία της Εκκλησίας σχισματική ομάδα, χαρακτηρίζονται ως σχισματικοί, όπως χαρακτηρίσθηκαν ο Άγιος Ιωάννης και οι έχοντες κοινωνία μαζί του κληρικοί και λαϊκοί, ως «σχίσμα των Ιωαννιτών», από τούς πράγματι σχισματικούς διαδόχους του. Σ’ αυτούς επιρρίπτει ευθέως την κατηγορία του σχίσματος και τούς στολίζει με βαρείς χαρακτηρισμούς, όπως θα δούμε. Πολύ περισσότερο δεν έχουν καμμία σχέση ούτε με τους Παλαιοημερολογίτες, ούτε με όσους νεοημερολογίτες ανησυχούν και αγωνιούν για την κυριαρχία της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, με τους εκπροσώπους του οποίου, ετεροδόξους και Ορθοδόξους, έπρεπε αυτονοήτως και προφανώς να διακόψουμε κάθε κοινωνία. Αυτό προκύπτει σαφώς από όσα περί αιρέσεων παρουσιάσαμε του Αγίου Ιωάννου, αλλά και από την θέση του Αποστόλου Παύλου στην προς Εφεσίους επιστολή, ότι η ενότητα στην Εκκλησία διασφαλίζεται, όταν οι πιστοί είναι «εν σώμα και εν πνεύμα», όταν υπάρχει «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα». Πιστεύει ο Άγιος Χρυσόστομος, ότι καλώς ο Απόστολος μετά το «εν σώμα» έθεσε και το «εν πνεύμα», για να δείξει ότι από το ένα σώμα θα υπάρχει ασφαλώς και ένα πνεύμα, η ιδία πίστη, ή ακόμη ότι δεν αρκεί να είναι κανείς ενσωματωμένος στην Εκκλησία, στο «εν σώμα», χρειάζεται να έχει και το πνεύμα της Εκκλησίας, και αυτό ισχύει όχι με τούς αίρετικούς που είναι εκτός του σώματος της Εκκλησίας, αλλά με όσους Ορθοδόξους ανήκουν στο σώμα της Εκκλησίας, δεν έχουν όμως το πνεύμα της Εκκλησίας, και είναι φίλοι των αιρετικών.

Θα συμπληρώσουμε τις περί σχίσματος θέσεις του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου παρουσιάζοντας πιο ολοκληρωμένη εικόνα από την αποσπασματική και επιλεκτική που προβάλλεται με την επίκληση της συμβουλής του προς τούς κληρικούς και λαϊκούς μετά την καθαίρεση και εξορία του να αποδεχθούν και να υπακούσουν στους διαδόχους του, γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι χωρίς επίσκοπο. Προηγουμένως πρέπει να πούμε, ότι ο Χρυσόστομος στην εκκλησιολογία του δεν είναι επισκοποκεντρικός, όπως υπάρχει τάση σε αρκετούς κληρικούς και θεολόγους σήμερα να παρουσιάζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, ως δήθεν επισκοποκεντρική .

Δεν βλέπει μεγάλη απόσταση μεταξύ του επισκόπου και του πρεσβυτέρου, αντίθετα προς το χάσμα που έχει δημιουργηθεί σήμερα, κατά το οποίο ο επίσκοπος είναι το παν, οι πρεσβύτεροι και ο λαός τίποτε, υμνητές και προσκυνητές του επισκόπου. Η Ιερωσύνη είναι ενιαία, ασκούμενη αυθεντικώς και από τον επίσκοπο και από τούς πρεσβυτέρους… «Διαλεγόμενος περί επισκόπων και χαρακτηρίσας αυτούς και ειπών τίνα μεν έχειν, τίνων δε απέχεσθαι χρη, και το των πρεσβυτέρων τάγμα αφείς εις τούς διακόνους μετεπήδησε. Τι δήποτε; Ότι ου πολύ το μέσον αυτών και των επισκόπων. Και γάρ και αυτοί διδασκαλίαν εισίν αναδεδεγμένοι και προστασίαν της Εκκλησίας. Και α περί επισκόπων είπεν, ταύτα και πρεσβυτέροις αρμόττει. Τη γάρ χειροτονία μόνη υπερβεβήκασι και τούτω μόνο δοκούσι πλεονεκτείν τους πρεσβυτέρους».

Μετά την αναγκαία αυτή για τούς σημερινούς εκκλησιολογικούς προβληματισμούς επισήμανση επανερχόμαστε στα περί σχίσματος. Πράγματι η καθαίρεση καί εν συνεχεία η εξορία του Χρυσοστόμου εδημιούργησαν εκκλησιολογικό δίλημμα στους κληρικούς και στους λαϊκούς για το αν έπρεπε να αποδεχθούν τις αποφάσεις της συνόδου… Δεχόμαστε λοιπόν τις αποφάσεις όλων των συνόδων, και των ληστρικών; Δεν υπάρχουν «ψευδείς» και «αληθείς» σύνοδοι; Ήταν φοβερός ο λαϊκός ξεσηκωμός υπέρ του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου… Αποφασισμένος όμως και ο αυτοκράτωρ Αρκάδιος να πραγματοποιήσει την απομάκρυνση, ιδιαίτερα όταν οι εχθροί του Χρυσοστόμου επίσκοποι της ψευδοσυνόδου τον προέτρεψαν νά χρησιμοποιήσει βία…

Ο Χρυσόστομος δεν είχε αναγνωρίσει ποτέ ως κανονική την καθαίρεσή του και θεωρούσε ότι το σχίσμα το προκαλούσαν οι αντίπαλοι του. Ήδη οι περί αυτόν σαράντα επίσκοποι, έχοντες μάλιστα την πλειοψηφία σε σχέση με τούς τριανταέξη πού συγκέντρωσε ο Θεόφιλος παρά την Δρυν, εκ των οποίων είκοσι επτά είχε φέρει από την Αίγυπτο, είχαν απευθυνθεί προς τον Θεόφιλο καθιστώντας τον υπεύθυνο για το σχίσμα: «Μη κατάλυε τα πράγματα της Εκκλησίας και μη σχίζε την Εκκλησίαν, δι’ ην ο Θεός εις σάρκα κατήλθε»…

Επειδή λοιπόν επίστευε ότι το σχίσμα το προκαλούν οι αντίπαλοί του, ουδέποτε διενοήθη να αποδεχθεί τις αποφάσεις των δύο ψευδοσυνόδων, της «επί Δρυν» και της δεύτερης πού ανανέωσε τις αποφάσεις εκείνης, και να αποχωρήσει του θρόνου οικειοθελώς· αυτό θα εσήμαινε αναγνώριση της κανονικότητος των αποφάσεων. Από την αρχή των περιπετειών του μέχρι του θανάτου του επίστευε ότι αυτός είναι ο νόμιμος και κανονικός επίσκοπος στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γι’ αυτό και όταν ο Αρκάδιος του εζήτησε να αποχωρήσει από τον ναό οικειοθελώς για να αποφευχθούν και οι ταραχές, έδωσε την γνωστή γενναία απάντηση: «Εγώ παρά του Σωτήρος Θεού αποδέδεγμαι την Εκκλησίαν ταύτην εις επιμέλειαν της του λαού σωτηρίας, και ου δύναμαι αύτην καταλείψαι· ει δε τούτο βούλει (η γαρ πόλις σοι διαφέρει), βία με εξέωσον, ίνα έχω απολογίαν της λιποταξίας την σην αυθεντίαν». Ήταν εκ του Θεού χειροτονημένος και τοποθετημένος, και η εθελουσία εγκατάλειψη του ποιμνίου που του ενεπιστεύθη ο Θεός θα ήταν λιποταξία. Πιστεύει ότι η εκλογή του ήταν θεόθεν, όχι με ψήφους ανθρώπων, γι’ αυτό και δεν μπορούν να τον καταργήσουν άνθρωποι· και εξ αυτού προκύπτει βεβαίως ότι οι αποφάσεις των συνόδων δεν είναι πάντοτε θεοκίνητες, δεν τις επικυρώνει πάντοτε ο Θεός· «Μη γάρ ανθρωπίναις ψήφοις ενταύθα ήλθομεν; Μη γάρ άνθρωπος ήγαγεν, ίνα άνθρωπος καταλύση».

…Συγκλονίζει πράγματι το μεγαλείο του Χρυσοστόμου και η ετοιμότητά του να φθάσει μέχρι και τον θάνατο, προκειμένου να υπερασπισθεί τους θεσμούς της Εκκλησίας. …

«Επειδή έστη η πόλις, Εκκλησίαν ο διάβολος ηθέλησε σαλεύσαι. Μιαρέ και παμμίαρε διάβολε, τοίχων ου περιεγένον και Εκκλησίαν προσδοκάς σαλεύσαι; Μη γαρ εν τοίχοις η Εκκλησία; Εν τω πλήθει των πιστών η Εκκλησία. Ιδού πόσοι στύλοι εδραίοι, ου σιδήρω δεδεμένοι, αλλά πίστει εσφιγμένοι».

…Εκτιμώντας ότι αυτοί οι έπαινοι του προς τούς αντιδρώντας πιστούς θα εθεωρούντο από μερικούς, όπως συμβαίνει και σήμερα, ως υποκίνηση των πιστών σε στάση, κάνει διάκριση ανάμεσα στη στάση και στο ζήλο. Αυτά πού κάνουν εκείνοι είναι στάση, γιατί φθάνουν και μέχρι τη διάπραξη φόνων, ενώ σεις θέλετε να αποτρέψετε αυτά τα δεινά και αγωνίζεσθε για την διάσωση της Εκκλησίας. Αυτό είναι ζήλος, όχι στάση. Αυτοί προκάλεσαν την τρικυμία, αλλά η δική σας ανδρεία απέτρεψε την θαλασσοταραχή.

…Θα δώσει διέξοδο ο Θεός· θα αμείψει με στεφάνους και βραβεία όσους υπομείνουν τούς πειρασμούς και θα τιμωρήσει αξίως όσους σκανδάλισαν την οικουμένη, ανέτρεψαν τόσες εκκλησίες, …έσχισαν το σώμα του Χριστού και διέσπειραν παντού τα μέλη του. …Επαινεί πολλούς επισκόπους που είχαν διακόψει κάθε κοινωνία με την κρατούσα εκκλησιαστική κατάσταση, τους προτρέπει δε να συνεχίσουν αυτήν την στάση, έστω και αν οι περισσότεροι υπέκυψαν στους ισχυρούς. Είναι η μόνη ελπίδα για να διορθωθούν τα κακά. «Τούτο γάρ αρχή της λύσεως του χειμώνος, τούτο ασφάλεια της Εκκλησίας, τούτο των κακών διόρθωσις, όταν τους τα τοιαύτα πονηρευσαμένους υμείς οι υγιαίνοντες αποστρέφησθε και μηδέν κοινόν έχητε προς αυτούς». Και δεν αρκείται μόνον στην δική τους διακοπή κάθε κοινωνίας, αλλά τούς συνιστά να προτρέπουν και όλους να πράξουν το ίδιο. Θεωρεί μάλιστα ότι συγκαταλέγονται μεταξύ των μαρτύρων αυτοί οι οποίοι αγωνίζονται ώστε να μη φθαρούν και καταστραφούν οι πατερικές παραδόσεις και οι θεσμοί της Εκκλησίας…

Μέσα λοιπόν στα πλαίσια αυτά και με αυτήν την εικόνα που προκύπτει από το σύνολο των μετά τις δύο εξορίες κειμένων του ιδίου του Χρυσοστόμου, μπορούμε να ερμηνεύουμε όσα παραδίδει ο Παλλάδιος Ελενουπόλεως για στις συστάσεις του Χρυσοστόμου προς αποφυγήν του σχίσματος, τα οποία δεν δίδουν πλήρη την εικόνα, γιατί συμπληρώνονται στην συνέχεια και από τον ίδιο τον Παλλάδιο, ο οποίος συνέπαθε μετά του Χρυσοστόμου και δεν εκοινώνησε με τούς αληθινούς σχισματικούς, συμφωνών απολύτως προς την στάση και τις συστάσεις του Χρυσοστόμου. Πράγματι τον παρουσιάζει ο Παλλάδιος αρχικά μετά την ανακοίνωση της πρώτης του καθαίρεσης από την «επί Δρυν» σύνοδο να στηρίζει τους περί αυτόν επισκόπους, οι οποίοι είχαν καταληφθεί από αθυμία, εδάκρυζαν και έκλαιγαν. Αφού τους υπενθύμισε ότι «οδός εστιν ο παρών βίος, και τα χρηστά και τα λυπηρά παροδεύεται», τους συνέστησε να μην εγκαταλείψουν τις επισκοπές τους· «τας εκκλησίας υμών μη αφήτε». Όταν του επεσήμαναν ότι, αν κρατήσουν τις επισκοπές, είναι αναγκασμένοι να κοινωνήσουν προς τούς κρατούντες, απήντησε· «κοινωνήσατε μεν, ίνα μη σχίσητε την Εκκλησίαν, μη υπογράψητε δε· ουδέν γαρ εμαυτώ σύνοιδα άξιον καθαιρέσεως». Τα ίδια είπε και προς την Ολυμπιάδα και τις άλλες διακόνισσες, τα οποία, ερμηνευόμενα μετά προσοχής, δεν αφήνουν καμμία αντίφαση και αντίθεση μεταξύ των όσων συνιστούσε προς αποφυγήν του σχίσματος στη φάση αυτή και των όσων στη συνέχεια έπραττε και συνιστούσε για αποφυγή της κοινωνίας και αποστροφή των κρατούντων.

Είπε λοιπόν προς τις πνευματικές του κόρες:

«Τούτο εστιν ο παρακαλώ· μη τις υμών ανακοπή της συνήθους εύνοιας της περί την Εκκλησίαν·

και ος αν άκων αχθή επί την χειροτονίαν,

μη αμφιβατεύσας το πράγμα,

κατά συναίνεσιν των πάντων,

κλίνατε αυτώ την κεφαλήν υμών ως Ιωάννη· ου δύναται γάρ η Εκκλησία άνευ επισκόπου είναι».

Για να μη μείνει λοιπόν η ‘Εκκλησία άνευ επισκόπων καλών, συνιστά στους επισκόπους που τον ακολουθούσαν να παραμείνουν στις επισκοπές τους εν κοινωνία προσωρινή προς τούς παρανομούντες. Ήθελε να μη παραδοθεί σε κακούς επισκόπους καθ’ ολοκληρίαν το σκάφος της Εκκλησίας· οικονομεί προς καιρόν τα πράγματα. Αυτό φαίνεται και εκ του ότι την ίδια στιγμή που λέγει αυτά προς τούς συνεπισκόπους του, ο ίδιος σε δικά του κείμενα ομιλεί περί λύκων και μοιχών, όπως είδαμε· αυτή είναι η κατά ακρίβειαν γνώμη του. Η σύσταση προς τις διακόνισσες βρίσκεται στην ίδια κατεύθυνση, προετοιμάζει όμως το έδαφος για την μετέπειτα τελείως απορριπτική των διαδόχων του στάση, διότι θέτει όρους και προϋποθέσεις για την αναγνώριση και αποδοχή τους, για την κοινωνία προς αυτούς· και οι όροι πού θέτει είναι να εκλεγεί άκων, χωρίς τη θέληση του, χωρίς να το επιδιώκει αυτός που θα τον διαδεχθεί, και να είναι πρόσωπο επίσης κοινής αποδοχής, «κατά συναίνεσιν πάντων».

Αυτοί οι όροι όχι μόνον δεν ετηρήθησαν, και οι δύο διάδοχοι του, ο Αρσάκιος και ο Αττικός στη συνέχεια ήσαν πρόσωπα της μερίδος των εχθρών του, ανελθόντες όχι άκοντες αλλά μετά χαράς εις τον θρόνον, αλλά πολύ περισσότερο εκίνησαν φοβερούς διωγμούς εναντίον όσων παρέμειναν πιστοί στον Ιωάννη, ακόμη και εναντίον της Ολυμπιάδος και των άλλων διακονισσών. Δεν κατέβαλαν καμμία προσπάθεια ειρηνεύσεως της Εκκλησίας· καθαιρούσαν και εξόριζαν επισκόπους, δεν άφηναν δε τον εξόριστο ιεράρχη ούτε στην εξορία του ήσυχο, αλλά τον ταλαιπωρούσαν διαρκώς μέχρι που τον οδήγησαν στον θάνατο. Έδειξαν λοιπόν τα ίδια τα πράγματα ότι αυτοί ήσαν προβατόσχημοι λύκοι, πειρατές και δήμιοι, χειρότεροι από τούς πιο σκληρούς διώκτες της Εκκλησίας, γι’ αυτό και επαινεί όσους δεν έχουν κοινωνία μαζί τους, θεωρώντας τους κατά πρόθεση μάρτυρες.

Δεν πρέπει λοιπόν να γίνεται επιλεκτική επίκληση μόνον των πρώτων συστάσεων του Χρυσοστόμου προς τούς σαράντα συνεπισκόπους του και στις διακόνισες και ιδιαίτερα της φράσεως, ότι δεν μπορεί η εκκλησία να είναι χωρίς επίσκοπο, «ου δύναται γάρ η Εκκλησία άνευ επισκόπου είναι», αλλά και της τελικής του στάσεως, της διακοπής κάθε κοινωνίας και συναναστροφής ως μόνης οδού για τη διόρθωση των πραγμάτων της Εκκλησίας. Σε δύσκολες περιόδους την διαποίμανση αναλαμβάνει ο ίδιος ο Χριστός· καθιστά τα πρόβατα ποιμένες, και δι’ αυτών εκδιώκει τους προβατόσχημους λύκους. Όντως η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι χωρίς επίσκοπο, εννοείται βέβαια χωρίς καλόν επίσκοπο.

Επίλογος

…Η μεγάλη του προσφορά, ανάμεσα στις πολλές άλλες, είναι το ανύστακτο και αμετάπτωτο μαρτυρικό φρόνημα που μετέδωσε στους πιστούς όλων των εποχών, για να κρατηθεί άγρυπνη και αγωνιζόμενη η Εκκλησία μετά τους διωγμούς, να μη παρασυρθεί από την άνεση, την ειρήνη, την καλοπέραση, από την ειρηνική και ισοπεδωτική συνύπαρξη με τις άλλες θρησκείες και τις αιρέσεις. Διέγνωσε ότι μετά την ήττα του Διαβόλου από τον φανερό πόλεμο εναντίον της Εκκλησίας, θα επιχειρούσε να την πλήξει εσωτερικά με τις αιρέσεις και τα σχίσματα . Γι’ αυτό και εκράτησε τούς πιστούς στην Αντιόχεια και στην Κωνσταντινούπολη ετοιμοπόλεμους μέχρι θανάτου, έτοιμους να μαρτυρήσουν για να σώσουν την ευσέβεια και την αρετή. Τούς εδίδασκε ότι μάρτυρας δεν είναι μόνον αυτός πού αποθνήσκει για την πίστη κατά τούς διωγμούς, αλλά και αυτός που έχει την προαίρεση, την πρόθεση να μαρτυρήσει, αντιδρώντας προς όσους διαστρέφουν τα δόγματα και τούς θεσμούς της Εκκλησίας, προς τούς ψευδοποιμένες και προβατόσχημους λύκους.

…Είναι καθοδηγητικά όσα λέγει για την υπεροχή, για την προτίμηση της αλήθειας μπροστά στην αγάπη, ή οποία, χωρίς την αλήθεια, είναι ψευτοαγάπη, πρόσχημα και υποκρισία:

«Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου…την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς».

Και, αλλού συνιστά μέ έμφαση:

«Μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε».

            ΠΗΓΗ: Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης

            15.11.15

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ